Στο πλαίσιο μελέτης μου για τη διάσωση του ελληνικού χρυσού από τις δυνάμεις του Άξονα, διαπίστωσα ότι η διαδρομή των εθνικών αποθεμάτων συνιστά μια πραγματική «Οδύσσεια». Τον Απρίλιο του 1941, προκειμένου να μην περιέλθει στην κατοχή των ναζιστικών δυνάμεων, ο χρυσός μεταφέρθηκε εσπευσμένα, αρχικά στην Κρήτη, κατόπιν στην Αλεξάνδρεια και από εκεί στη Νότια Αφρική, πριν καταλήξει τελικά στο Λονδίνο για λόγους ασφαλείας. Επρόκειτο για μία από τις πλέον ριψοκίνδυνες αποφάσεις στην ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), καθώς κατά τη διέλευση από το Κρητικό Πέλαγος η επιχείρηση μπορούσε να βρεθεί στο στόχαστρο των γερμανικών στούκας. Εκ των πραγμάτων, η ενασχόλησή μου με ζητήματα χρυσού με οδήγησε και στα τρέχοντα δρώμενα, όπου παρατηρούνται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εξελίξεις, τις οποίες δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστες.
Τα πρόσφατα χρόνια, αρκετές χώρες-μέλη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) αποφάσισαν να επαναπατρίσουν μέρος του χρυσού που είχαν καταθέσει ήδη από το 1945, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στο μεταπολεμικό νομισματικό σύστημα, όπως προβλεπόταν στη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς. Σημειωτέον η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος του ΔΝΤ. Στην εν λόγω διάσκεψη είχε προταθεί από τον Τζον Μέυναρντ Κέυνς η δημιουργία ενός παγκόσμιου λογιστικού νομίσματος, του λεγόμενου «bancor». Ωστόσο, οι ΗΠΑ επέβαλαν τη δική τους πρόταση, καθιερώνοντας το δολάριο ως το βασικό νόμισμα των διεθνών συναλλαγών, μετατρέψιμο σε χρυσό (35 δολάρια ανά ουγγιά). Προϋπόθεση συμμετοχής στο ΔΝΤ ήταν η συνεισφορά σε χρυσό· έτσι, ένα μεγάλο μέρος των περίπου 120 τόνων του ελληνικού χρυσού μεταφέρθηκε από το Λονδίνο (όπου είχε διασωθεί) στην Federal Reserve (Fed) της Νέας Υόρκης.
Η μετα- Μπρέτον Γουντς εποχή εξασφάλισε στην Ουάσιγκτον το λεγόμενο «εκδοτικό προνόμιο» (seigniorage), δηλαδή τη δυνατότητα άντλησης πραγματικών πόρων μέσω της έκδοσης ενός διεθνώς αποδεκτού νομίσματος. Επιπλέον, οι ΗΠΑ απέκτησαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν τα εξωτερικά τους ελλείμματα με εξαιρετικά χαμηλό κόστος, καθώς και να μετακυλίουν μέρος των εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων στο διεθνές σύστημα. Η νομισματική αυτή ηγεμονία αμφισβητείται από τους «συνήθεις ύποπτους» τις χώρες των BRICS, αλλά και από τις «υπεράνω υποψίας» χώρες, όπως η Γερμανία, η οποία σημειωτέον ολοκλήρωσε το 2017 τον επαναπατρισμό του μεγαλύτερου μέρους των αποθεμάτων της. Η Ολλανδία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Τουρκία, έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε μερικό ή εκτεταμένο επαναπατρισμό του χρυσού τους από τις ΗΠΑ. Με τις κινήσεις αυτές, ενισχύουν τον εθνικό έλεγχο επί ενός στρατηγικού και διαχρονικά πολύτιμου περιουσιακού στοιχείου.
Η Ελλάδα διαθέτει αποθέματα χρυσού το ύψος των οποίων ανέρχεται σε περίπου 130 τόνους (και εκτιμούνται περίπου σε 20 δισεκατομμύρια δολάρια). Η κατανομή του εν λόγω χρυσού έχει ως εξής: το 29% φυλάσσεται στη Federal Reserve Bank της Νέας Υόρκης, το 20% στην Τράπεζα της Αγγλίας στο Λονδίνο και το 4% στην Ελβετία. Το υπόλοιπο 47% βρίσκεται στα θησαυροφυλάκια της ΤτΕ.
Οι πρόσφατες εξελίξεις, όπως το πάγωμα συναλλαγματικών διαθεσίμων της Ρωσίας, του Ιράν, αλλά και χωρών όπως η Λιβύη και η Βενεζουέλα, αναδεικνύουν ότι τα αποθέματα στο εξωτερικό δεν αποτελούν πλέον ουδέτερα περιουσιακά στοιχεία. Σε συνθήκες γεωπολιτικής έντασης, η φύλαξή τους σε ξένες δικαιοδοσίες ενέχει αυξημένο κίνδυνο. Συνολικά, η διατήρηση αποθεμάτων χρυσού σε ξένο έδαφος συνιστά, για κράτη με πιθανή γεωπολιτική τριβή, δυνητικό παράγοντα τρωτότητας, καθιστώντας τον επαναπατρισμό ζήτημα οικονομικής κυριαρχίας.
Το αν και κατά πόσο η ΤτΕ παρακολουθεί αυτές τις ανακατατάξεις είναι βαρύνουσας σημασίας, παρά το γεγονός ότι οι δυνατότητες αυτόνομης δράσης της είναι περιορισμένες. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό. Σε μια εποχή όπου η ηγεμονία των ΗΠΑ και η διεθνής θεσμική τάξη επαναπροσδιορίζονται, καθίσταται πλέον επιτακτική η ανάγκη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διεκδικήσει την ουσιαστική ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ, το οποίο, σημειωτέον, διαθέτει ήδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα διεθνούς νομίσματος.
Ωστόσο, η μεσο-μακροπρόθεσμη λύση δεν βρίσκεται απλώς στον ανταγωνισμό των εθνικών νομισμάτων, αλλά στην αναβίωση της πρότασης για ένα υπερεθνικό νόμισμα τύπου «bancor». Η πρόταση αυτή θα έπρεπε να συνοδεύεται από τον μηχανισμό που προέβλεπε ο Κέυνς, σύμφωνα με τον οποίο οι πλεονασματικές χώρες οφείλουν να επενδύουν τα πλεονάσματά τους στις ελλειμματικές οικονομίες. Μια τέτοια εξέλιξη, σε συνδυασμό με τη ριζική αναζωογόνηση και τον εκδημοκρατισμό των διεθνών οργανισμών που πλήττονται στις ημέρες μας, θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για μια δικαιότερη και σταθερότερη παγκόσμια οικονομία.
* Ο Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αφ. Καθηγητής, ΠΑ.ΜΑΚ.


