Α’ ΜΕΡΟΣ: Απο τον ΙΔΕΑ στα Ιουλιανά
Β΄ΜΕΡΟΣ: Οι αντιθέσεις της δικτατορίας και η προετοιμασία του πραξικοπήματος στην Κύπρο
Η κυπριακή τραγωδία του 1974 υπήρξε η κατάληξη μακροχρόνιων τουρκικών σχεδιασμών, της εγκληματικής επέμβασης της ελληνικής δικτατορίας στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, της στρατιωτικής και πολιτικής αποδιοργάνωσης της Αθήνας, αλλά και μιας διεθνούς πολιτικής η οποία προτίμησε τη διατήρηση των ισορροπιών του ΝΑΤΟ από την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας ενός κυρίαρχου κράτους.
Το αποτέλεσμα ήταν η εισβολή, η κατάληψη περίπου του 37% του κυπριακού εδάφους, ο βίαιος εκτοπισμός του ελληνοκυπριακού πληθυσμού από τον βορρά, οι αγνοούμενοι, η λεηλασία περιουσιών και μνημείων και η εγκαθίδρυση μιας κατοχικής πραγματικότητας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο επίσημος «Φάκελος της Κύπρου» περιγράφει την προσφυγοποίηση των Ελληνοκυπρίων, την κατοχή της Κυρήνειας, της Αμμοχώστου και άλλων περιοχών και τη μόνιμη πληγή των αγνοουμένων ως άμεσες συνέπειες του πραξικοπήματος και της εισβολής.

Από την Κυπριακή Δημοκρατία στο πραξικόπημα
Η Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργήθηκε το 1960 μέσα από τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου και ένα εξαιρετικά σύνθετο σύνταγμα, το οποίο δεν συγκροτούσε ένα συνηθισμένο δημοκρατικό κράτος πολιτών αλλά ένα δικοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων, χωριστών πλειοψηφιών και εξωτερικών εγγυήσεων. Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία απέκτησαν ειδικό ρόλο ως εγγυήτριες δυνάμεις, ενώ η Βρετανία διατήρησε κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις.
Οι διακοινοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1960, η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους κρατικούς θεσμούς, η δημιουργία θυλάκων και η απειλή τουρκικής επέμβασης δεν προέκυψαν σε πολιτικό κενό. Η Άγκυρα είχε ήδη επεξεργαστεί προτάσεις που προέβλεπαν γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, μετακινήσεις πληθυσμών και ομοσπονδιακή δομή βασισμένη σε χωριστές περιοχές. Η σχετική βιβλιογραφία επισημαίνει ότι τέτοιες τουρκικές θέσεις είχαν υποβληθεί ήδη από το 1964 στον μεσολαβητή του ΟΗΕ Γκάλο Πλάζα.
Παράλληλα, η αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967, ύστερα από την κρίση της Κοφίνου, αποδυνάμωσε δραματικά την άμυνα του νησιού. Η δικτατορία των Αθηνών δεν περιορίστηκε στην πολιτική υπονόμευση του Μακαρίου. Υπέθαλψε τη σύγκρουση στο εσωτερικό του κυπριακού ελληνισμού, ενίσχυσε ακραίες και παρακρατικές δομές και, τελικά, υπό τον Δημήτριο Ιωαννίδη, αποφάσισε την ανατροπή του νόμιμου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στις 15 Ιουλίου 1974 η Εθνική Φρουρά, ελεγχόμενη από Ελλαδίτες αξιωματικούς, πραγματοποίησε πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και τοποθέτησε στην προεδρία τον Νίκο Σαμψών. Η πράξη αυτή αποτέλεσε όχι μόνο κατάλυση της συνταγματικής τάξης αλλά και το πρόσχημα που η Τουρκία αναζητούσε για να θέσει σε εφαρμογή τα στρατιωτικά της σχέδια.
Η Τουρκία επικαλέστηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Η συνθήκη, όμως, δεν της παραχωρούσε δικαίωμα κατάκτησης εδάφους, δημιουργίας ξεχωριστής κρατικής οντότητας, εκδίωξης πληθυσμών ή μόνιμης στρατιωτικής κατοχής. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι μπορούσε να αναλάβει δράση για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, ο αποκλειστικός σκοπός της ενέργειας έπρεπε να είναι η επαναφορά του καθεστώτος του 1960. Αντί γι’ αυτό, η Τουρκία επιδίωξε και πέτυχε εδαφικό διαχωρισμό.

Ο «Αττίλας Ι» και η κατάρρευση της ελληνικής άμυνας
Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974 άρχισε η τουρκική εισβολή. Αλεξιπτωτιστές έπεσαν στην περιοχή Λευκωσίας–Κιόνελι, ενώ αποβατικές δυνάμεις δημιούργησαν προγεφύρωμα στο Πέντε Μίλι, δυτικά της Κυρήνειας. Παρά τις σοβαρές αδυναμίες και τα λάθη της τουρκικής επιχείρησης, η ελληνική πλευρά δεν κατόρθωσε να εξαλείψει εγκαίρως το προγεφύρωμα.
Η επιστράτευση στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε χάος. Οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν αποδιοργανωθεί από τη δικτατορία, τα σχέδια ενίσχυσης της Κύπρου δεν εφαρμόστηκαν αποτελεσματικά και η πολιτική ηγεσία της χούντας παρέμεινε παθητική στις κρισιμότερες ώρες. Η αποστολή «ΝΙΚΗ», με την αερομεταφορά μιας Μοίρας Καταδρομών, πραγματοποιήθηκε όταν η Τουρκία είχε ήδη σταθεροποιήσει το προγεφύρωμα, είχε μεταφέρει τεθωρακισμένα και κυριαρχούσε στον αέρα.
Η σχετική στρατιωτική μελέτη χαρακτηρίζει «αμείλικτες» τις ευθύνες της δικτατορίας για την πρόκληση της εισβολής, την απώλεια του αξιόμαχου και την απάθεια των πρώτων 48 ωρών.

Στις 22 Ιουλίου επιβλήθηκε κατάπαυση του πυρός. Μέχρι τότε, όμως, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει την Κυρήνεια και είχαν ενώσει το παράκτιο προγεφύρωμα με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας. Είχε πλέον δημιουργηθεί ένας συνεχόμενος στρατιωτικός διάδρομος, ο οποίος μπορούσε να διευρυνθεί με νέες ενισχύσεις.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε ήδη υιοθετήσει το ψήφισμα 353, ζητώντας κατάπαυση του πυρός, αποχώρηση ξένων στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονταν παράνομα στην Κύπρο και άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας για την αποκατάσταση της ειρήνης και της συνταγματικής τάξης. Η πρώτη Διάσκεψη της Γενεύης συγκλήθηκε ακριβώς στο πλαίσιο αυτού του ψηφίσματος.
Το ψήφισμα όμως δεν συνοδεύτηκε από μηχανισμό επιβολής. Ο ΟΗΕ μπορούσε να καταγράφει την παραβίαση, να καλεί σε κατάπαυση του πυρός και να προσφέρει διπλωματικό πλαίσιο· δεν μπορούσε να υποχρεώσει την Τουρκία να αποχωρήσει όσο οι μεγάλες δυνάμεις δεν επιθυμούσαν να ασκήσουν πραγματική πίεση.

Η «εκεχειρία» ως προετοιμασία για τον Αττίλα ΙΙ
Η περίοδος από τις 22 Ιουλίου μέχρι τις 13 Αυγούστου δεν υπήρξε πραγματική ειρήνευση. Η Τουρκία συνέχισε να μεταφέρει στρατεύματα, άρματα μάχης, πυροβολικό, καύσιμα και εφόδια στην Κύπρο, ενώ προωθούσε τις θέσεις της πέρα από τις γραμμές που κατείχε κατά την επίσημη έναρξη της εκεχειρίας.
Η δεύτερη τουρκική επίθεση δεν χρειάστηκε νέα απόβαση μεγάλης κλίμακας. Οι δυνάμεις που πραγματοποίησαν τον «Αττίλα ΙΙ» είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Κύπρο κατά την πρώτη εισβολή και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας. Η τουρκική κατοχή επεκτάθηκε από περίπου 6% του εδάφους στις 22 Ιουλίου σε σχεδόν 15% πριν από την έναρξη της δεύτερης επίθεσης, με την κατάληψη μεταξύ άλλων της Λαπήθου και του Καραβά.
Την ίδια ώρα διεξάγονταν οι Διασκέψεις της Γενεύης. Η Γενεύη Ι, από τις 25 έως τις 30 Ιουλίου, κατέγραψε την ύπαρξη δύο διοικήσεων στο νησί, χωρίς όμως να επιτύχει αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων. Στη Γενεύη ΙΙ, από τις 8 έως τις 13 Αυγούστου, η Τουρκία απαίτησε γεωγραφικά συγκεντρωμένη τουρκοκυπριακή περιοχή και ουσιαστική αποδοχή των στρατιωτικών τετελεσμένων.
Η τουρκική αντιπροσωπεία αρνήθηκε ακόμη και τη σύντομη αναβολή που ζητήθηκε ώστε να μελετηθούν οι προτάσεις της. Οι συνομιλίες κατέρρευσαν και, πριν η διπλωματία προλάβει να δημιουργήσει νέα διαδικασία, οι τουρκικές δυνάμεις άρχισαν τη δεύτερη γενική επίθεση.
Ο «Αττίλας ΙΙ»
Στις 05:15 της 14ης Αυγούστου 1974 άρχισε ο «Αττίλας ΙΙ». Η νέα κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε αναλάβει την εξουσία μόλις στις 24 Ιουλίου, κληρονομώντας ένα διαλυμένο κρατικό και στρατιωτικό σύστημα. Αυτό αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντική συνθήκη, όχι όμως πλήρη απαλλαγή από την ευθύνη των αποφάσεων που ακολούθησαν.
Η χούντα δεν επινόησε πολιτική για το κυπριακό. Τα πρωτόκολλα της διχοτόμησης είχαν συζητηθεί από το 1956 από τις κυβερνήσεις Μεντερές και Καραμανλή, τα υιοθέτησε η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου – πλην Ανδρέα – και τα εφάρμοσε η χούντα του Ιωαννιδη.
Στις 23-24 Ιουλίου ο Καραμανλής συγκυβερνά με τη χούντα του Γκιζίκη όταν οι Τούρκοι είχαν μόνο 2.500 στρατό στην Κύπρο και 25 άρματα. Δεν στέλνει τα Φάντομ και τα υποβρύχια ή δεν απειλεί καν τον Κίσινγκερ ότι θα τα στείλει αν οι Τούρκοι δεν σταματήσουν να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές και να κατεβάζουν στρατό.
Η στρατιωτική ανισορροπία στο νησί ήταν πλέον συντριπτική. Οι τουρκικές δυνάμεις υπολογίζονται σε περίπου 40.000 άνδρες, με 160 έως 200 άρματα μάχης, έναντι περίπου 10.000 ανδρών της αποδιοργανωμένης Εθνικής Φρουράς και μόλις έντεκα παλαιών αρμάτων Τ-34. Η 28η τουρκική Μεραρχία κινήθηκε προς τη Μόρφου και η 39η προς τη Μεσαορία και την Αμμόχωστο.
Μέσα σε τρεις ημέρες η Τουρκία κατέλαβε τη Μόρφου, τη Μεσαορία, την Αμμόχωστο και το μεγαλύτερο τμήμα του βορρά. Δημιουργήθηκε η γραμμή που έκτοτε είναι γνωστή ως «γραμμή Αττίλα». Ακόμη και μετά την αναγγελθείσα κατάπαυση του πυρός της 16ης Αυγούστου, οι τουρκικές δυνάμεις συνέχισαν τοπικές επιθέσεις, κατέλαβαν το Πυρόι και επιχείρησαν ξανά το πρωί της 17ης Αυγούστου.
Η δεύτερη επίθεση ολοκλήρωσε τον γεωγραφικό διαχωρισμό. Δεν επρόκειτο πλέον για ενέργεια που μπορούσε έστω προσχηματικά να συνδεθεί με την ανατροπή του πραξικοπήματος: ο Σαμψών είχε αποχωρήσει, η δικτατορία στην Ελλάδα είχε καταρρεύσει, ο Γλαύκος Κληρίδης είχε αναλάβει προσωρινά την προεδρία και η συνταγματική ομαλότητα μπορούσε να αποκατασταθεί χωρίς νέα στρατιωτική προέλαση. Ο «Αττίλας ΙΙ» αποδεικνύει ότι ο βασικός τουρκικός στόχος ήταν εδαφικός και γεωπολιτικός.
Η ευθύνη του Χένρι Κίσινγκερ
Η ιστορική αποτίμηση του Κίσινγκερ χρειάζεται ακρίβεια. Τα διαθέσιμα έγγραφα δεν αποδεικνύουν ότι ο ίδιος διέταξε το πραξικόπημα ή σχεδίασε επιχειρησιακά την τουρκική εισβολή. Αποδεικνύουν, όμως, ότι γνώριζε τις τουρκικές προθέσεις, θεωρούσε αποδεκτή την κατάληψη σημαντικού τμήματος της Κύπρου και επέλεξε να μην ασκήσει την πίεση που θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση.
Σε απόρρητη συνομιλία με τον Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ στις 13 Αυγούστου, λίγες ώρες πριν από τον «Αττίλα ΙΙ», ο Κίσινγκερ αναγνώριζε ότι οι Τούρκοι αρνούνταν την παράταση των συνομιλιών επειδή αυτή θα δυσκόλευε τη μονομερή στρατιωτική τους ενέργεια. Δήλωσε επίσης ότι, σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, η Τουρκία ήταν σημαντικότερη για τις ΗΠΑ, χαρακτήρισε αποτελεσματική την τακτική κατάληψης εδάφους πριν από τη διαπραγμάτευση και είπε ότι δεν υπήρχε αμερικανικός λόγος να μη διαθέτουν οι Τούρκοι περίπου το ένα τρίτο της Κύπρου. Κατέληξε ότι η Ουάσινγκτον δεν έπρεπε να τους «στρίψει το χέρι».
Στη σύσκεψη της 14ης Αυγούστου, ενώ ο τουρκικός στρατός προέλαυνε, η αμερικανική ηγεσία γνώριζε ότι οι Τούρκοι δεν αποσκοπούσαν απαραίτητα στην κατάληψη ολόκληρου του νησιού αλλά «μόνο» της περιοχής που επιθυμούσαν. Ο Κίσινγκερ ζήτησε να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι με την Τουρκία, να μην πρωτοστατήσουν οι ΗΠΑ στις καταδίκες στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να συνεχιστεί κανονικά η μεταφορά στρατιωτικού υλικού, με μια περιορισμένη μόνο καθυστέρηση στην παράδοση αεροσκαφών F-4 υπό το πρόσχημα τεχνικών προβλημάτων. (history.state.gov)
Επομένως, η ευθύνη του Κίσινγκερ δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε θεωρίες συνωμοσίας. Προκύπτει από την ίδια την επίσημη αμερικανική αρχειακή σειρά: η Κύπρος αντιμετωπίστηκε ως δευτερεύον μέγεθος απέναντι στην ανάγκη διατήρησης της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο, της συνοχής του ΝΑΤΟ και της ισορροπίας απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Η αμερικανική πολιτική δεν ήταν ουδέτερη αδράνεια. Ήταν συνειδητή ανοχή ενός ελεγχόμενου τουρκικού τετελεσμένου.
Ο Κίσινγκερ δεν επιθυμούσε ελληνοτουρκικό πόλεμο ούτε πλήρη κατάληψη της Κύπρου. Επιθυμούσε όμως μια διευθέτηση που θα ικανοποιούσε επαρκώς την Τουρκία και θα σταθεροποιούσε το νοτιοανατολικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Από αυτή την οπτική, η απώλεια του βόρειου τμήματος της Κύπρου δεν θεωρήθηκε αμερικανική ήττα, αλλά διαχειρίσιμο κόστος.

Οι ευθύνες της Αθήνας
Οι ευθύνες της Αθήνας πρέπει να διαχωριστούν σε δύο διαφορετικές περιόδους.
Η πρώτη και βαρύτερη ευθύνη ανήκει στη δικτατορία και ιδιαίτερα στο καθεστώς Ιωαννίδη. Η χούντα:
- υπονόμευσε επί χρόνια την Κυπριακή Δημοκρατία,
- πραγματοποίησε το πραξικόπημα,
- προσέφερε στην Τουρκία το πρόσχημα της επέμβασης,
- διέλυσε τη συνοχή της Εθνικής Φρουράς,
- απέτυχε να εφαρμόσει τα στρατιωτικά σχέδια άμυνας,
- οργάνωσε μια χαοτική επιστράτευση,
- παρέμεινε σχεδόν αδρανής κατά τις πρώτες και αποφασιστικές ώρες.
Η θεσμική έκδοση του «Φακέλου της Κύπρου» καταλήγει ότι οι παρεμβάσεις της επτάχρονης δικτατορίας αποσάθρωσαν εκ των έσω την αμυντική ικανότητα της Κύπρου και υπονόμευσαν τις σχέσεις Αθηνών και Λευκωσίας.
Διαφορετικής φύσεως είναι η ευθύνη της κυβέρνησης Καραμανλή. Η νέα κυβέρνηση δεν σχεδίασε το πραξικόπημα και δεν ευθύνεται για τη διάλυση που παρέλαβε. Κλήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες να αποκαταστήσει τη δημοκρατία, να αποτρέψει έναν γενικευμένο πόλεμο και να διαχειριστεί Ένοπλες Δυνάμεις αμφίβολης συνοχής και ετοιμότητας.
Ωστόσο, παραμένουν σοβαρά ερωτήματα:
Η Αθήνα βασίστηκε υπέρμετρα στην προσδοκία ότι η Ουάσινγκτον θα συγκρατούσε την Άγκυρα. Δεν δημιούργησε αξιόπιστη αποτρεπτική απειλή πριν από τη δεύτερη επίθεση. Δεν κατόρθωσε να αποστείλει έγκαιρα ουσιαστικές ενισχύσεις στην Κύπρο. Οι προετοιμασίες για συγκρότηση δύναμης επέμβασης καθυστέρησαν, ενώ κατά την εκεχειρία οι Τούρκοι ενίσχυαν ανεμπόδιστα τις θέσεις τους. Η διπλωματική στρατηγική στη Γενεύη υπήρξε ασαφής και εξαρτημένη από αμερικανικές διαβεβαιώσεις που αποδείχθηκαν χωρίς αντίκρισμα.
Στο πόρισμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αποδόθηκαν ρητές ευθύνες στον Ευάγγελο Αβέρωφ για τους χειρισμούς κατά τη δεύτερη τουρκική επίθεση και τέθηκαν ερωτήματα για τη στάση του Καραμανλή. Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι η Εξεταστική Επιτροπή δεν κατέληξε σε ενιαίο, κοινά αποδεκτό πόρισμα.
Υπάρχει και αντίθετη ιστοριογραφική άποψη: ότι η κυβέρνηση προέβη σε απειλές προς την Τουρκία, αλλά αυτές δεν ήταν αξιόπιστες εξαιτίας της στρατιωτικής κατάστασης· ότι ο Καραμανλής δεν αποδέχθηκε τις αμερικανικές προτάσεις καντονιακής λύσης και ότι μια άμεση ελληνική στρατιωτική επέμβαση μπορούσε να οδηγήσει σε ήττα ή σε γενικευμένο πόλεμο στη Θράκη και στο Αιγαίο.
Η πρωταρχική ευθύνη για την εισβολή, την κατοχή και τη συνεχιζόμενη παραβίαση της κυπριακής κυριαρχίας ανήκει στην Τουρκία. Η δικτατορία, όμως, άνοιξε την πόρτα της εισβολής, ενώ η μεταπολιτευτική ηγεσία δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την ολοκλήρωση του τουρκικού σχεδίου. Το ότι βρέθηκε μπροστά σε μια σχεδόν αδύνατη κατάσταση εξηγεί τις επιλογές της· δεν τις καθιστά όλες ορθές.

Από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ στη μονιμοποίηση της κατοχής
Μετά το 1974 η διεθνής κοινότητα δεν αναγνώρισε την τουρκική κατάκτηση. Η Κυπριακή Δημοκρατία συνέχισε να αναγνωρίζεται ως το μοναδικό νόμιμο κράτος του νησιού. Η ανακήρυξη του αποσχιστικού καθεστώτος το 1983 κρίθηκε νομικά άκυρη με το ψήφισμα 541, ενώ τα κράτη κλήθηκαν να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ψήφισμα 550 καταδίκασε τις αποσχιστικές ενέργειες και χαρακτήρισε απαράδεκτο τον εποικισμό των Βαρωσίων από πρόσωπα διαφορετικά από τους νόμιμους κατοίκους τους.
Ωστόσο, η μη αναγνώριση δεν συνοδεύτηκε από ανατροπή της κατοχής. Η Τουρκία διατήρησε τον στρατό της, προώθησε εποίκους από την Ανατολία, ενσωμάτωσε οικονομικά και διοικητικά τα κατεχόμενα και οικοδόμησε σταδιακά μια εξαρτημένη δομή εξουσίας.
Ο ΟΗΕ μετακινήθηκε έτσι από τη λογική της άμεσης αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης στη λογική της διαπραγματευόμενης επανένωσης. Η αλλαγή αυτή ήταν καθοριστική. Το ζήτημα έπαψε σταδιακά να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα εισβολής, κατοχής και αποχώρησης ξένου στρατού και άρχισε να αντιμετωπίζεται κυρίως ως διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων που έπρεπε να συμφωνήσουν σε ένα νέο συνταγματικό σύστημα.
Δεν εξαφανίστηκε η διεθνής διάσταση. Υποβαθμίστηκε όμως μέσα σε μια ατέρμονη διακοινοτική διαδικασία, στην οποία η Τουρκία εμφανιζόταν συχνά όχι ως κατοχική δύναμη αλλά ως εγγυήτρια ή ως εξωτερικός ενδιαφερόμενος.

Οι συμφωνίες του 1977 και του 1979
Το 1977 ο Μακάριος και ο Ραούφ Ντενκτάς συμφώνησαν σε τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές. Ο στόχος περιγραφόταν ως μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη και δικοινοτική ομόσπονδη δημοκρατία. Το έδαφος κάθε περιοχής θα συζητούνταν με βάση την οικονομική βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την ιδιοκτησία γης, ενώ θεμελιώδεις ελευθερίες όπως η διακίνηση, η εγκατάσταση και η περιουσία θα εξετάζονταν λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη δικοινοτική δομή όσο και τις πρακτικές δυσκολίες.
Το 1979 ο Σπύρος Κυπριανού και ο Ντενκτάς συμφώνησαν σε δέκα σημεία, επιβεβαιώνοντας τον στόχο της ομοσπονδιακής λύσης, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αποστρατιωτικοποίηση και την προτεραιότητα στην επιστροφή των Βαρωσίων.
Στην κριτική ανάγνωση των συμφωνιών επισημαίνεται ότι το κείμενο του 1977 δεν χρησιμοποιούσε ρητά τις λέξεις «διζωνική» και «πολιτική ισότητα». Η μεταγενέστερη ταύτιση των αρχικών κατευθυντηρίων γραμμών με την πλήρη σημερινή έννοια της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας αποτελεί, επομένως, πολιτική και ερμηνευτική εξέλιξη και όχι απλή επανάληψη του αρχικού κειμένου.
Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η «δικοινοτική ομοσπονδία» απέκτησε όλο και σαφέστερο γεωγραφικό περιεχόμενο. Το 1989 η κυπριακή πλευρά υιοθέτησε επίσημα τον όρο Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία. Το ψήφισμα 649 του 1990 επανέφερε τις συμφωνίες του 1977 και του 1979 ως βάση μιας δικοινοτικής ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στα ψηφίσματα της δεκαετίας του 1990 το πλαίσιο αποκρυσταλλώθηκε ως μία Κύπρος, με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, οργανωμένη σε διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία, χωρίς δικαίωμα απόσχισης ή ένωσης οποιουδήποτε τμήματος με άλλο κράτος.
Αυτό είναι σημαντικό: η επίσημη εκδοχή της ΔΔΟ στον ΟΗΕ δεν ταυτίζεται νομικά με δύο ανεξάρτητα κράτη. Το πρόβλημα βρίσκεται στο συγκεκριμένο περιεχόμενο που συσσωρεύτηκε στις διαπραγματεύσεις: στις χωριστές πλειοψηφίες, στην απαίτηση τουρκικών βέτο, στην αριθμητική εξίσωση πλειοψηφίας και μειοψηφίας σε κρίσιμα όργανα, στη μονιμότητα του εθνοτικού διαχωρισμού, στις παρεκκλίσεις από θεμελιώδη δικαιώματα και στη διατήρηση εγγυήσεων ή στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας.
Από τις «Ιδέες Γκάλι» στο Σχέδιο Ανάν
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Γενικός Γραμματέας Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι παρουσίασε τη «Δέσμη Ιδεών», η οποία περιλάμβανε χάρτη εδαφικών αναπροσαρμογών και λεπτομερέστερη ομοσπονδιακή δομή. Δεν επιτεύχθηκε συμφωνία.
Το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε νέο ομοσπονδιακό κράτος με δύο συνιστώσες πολιτείες, πολύπλοκα συστήματα συναπόφασης, μεταβατικές ρυθμίσεις για την επιστροφή εδαφών και προσφύγων και διατήρηση περιορισμένων ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων. Το σχέδιο τέθηκε σε χωριστά δημοψηφίσματα στις 24 Απριλίου 2004. Εγκρίθηκε από περίπου 65% των Τουρκοκυπρίων, αλλά απορρίφθηκε από περίπου 76% των Ελληνοκυπρίων.
Η απόρριψη δεν ήταν απόρριψη της ειρηνικής συνύπαρξης. Για μεγάλο μέρος της ελληνοκυπριακής κοινωνίας ήταν απόρριψη μιας συγκεκριμένης διευθέτησης που θεωρήθηκε δυσλειτουργική, ανασφαλής και ανεπαρκής ως προς την αποχώρηση στρατευμάτων, τις εγγυήσεις, το περιουσιακό και την πραγματική επιστροφή προσφύγων. Το προσκομισθέν υλικό εκφράζει την άποψη ότι το Σχέδιο Ανάν αποκάλυψε τους κινδύνους μετάλλαξης της ομοσπονδίας σε συνομοσπονδιακή κατασκευή.
Μία εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα, η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ολόκληρη η Κύπρος θεωρείται νομικά έδαφος της ΕΕ, αλλά η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου έχει ανασταλεί στις περιοχές όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο.

Από τον Χριστόφια και τον Ταλάτ στο Κραν Μοντανά
Νέοι γύροι συνομιλιών ακολούθησαν χωρίς τελική κατάληξη. Οι συνομιλίες Χριστόφια–Ταλάτ από το 2008, η Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη–Έρογλου του 2014 και οι συνομιλίες Αναστασιάδη–Ακιντζί από το 2015 έφεραν συγκλίσεις σε ζητήματα διακυβέρνησης, οικονομίας και ευρωπαϊκών υποθέσεων.
Η κορύφωση ήρθε στο Κραν Μοντανά το 2017. Για πρώτη φορά συζητήθηκαν τόσο εντατικά και παράλληλα η εσωτερική δομή της λύσης, η ασφάλεια, οι εγγυήσεις και η αποχώρηση στρατευμάτων. Οι συνομιλίες κατέρρευσαν χωρίς συμφωνία στις 7 Ιουλίου 2017.
Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν για το ποιος ευθύνεται. Από την ελληνοκυπριακή οπτική, η Τουρκία δεν εγκατέλειψε την απαίτηση μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας και επεμβατικών δικαιωμάτων. Από την τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά, υποστηρίζεται ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν αποδέχθηκαν αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη λήψη αποφάσεων.
Μετά το Κραν Μοντανά, η Άγκυρα και η τότε τουρκοκυπριακή ηγεσία εγκατέλειψαν σταδιακά ακόμη και τη ρητορική της ομοσπονδίας και απαίτησαν αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και δύο κρατών.

Η σημερινή αντίφαση
Μέχρι τον Ιούλιο του 2026 επικρατεί μια βαθιά αντίφαση. Η Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία παραμένει η επίσημη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αποτελεί, όμως, πλέον την επίσημη θέση της Τουρκίας, η οποία προωθεί λύση δύο κυρίαρχων κρατών.
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων το 2025 δημιούργησε κάποια προσδοκία επαναφοράς της ομοσπονδιακής προοπτικής, χωρίς όμως να έχει μεταβληθεί η θεμελιώδης τουρκική θέση. Τον Μάιο του 2026 ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι αναμένει νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ πριν από τη λήξη της θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες.
Η τραγική ειρωνεία είναι προφανής: ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά υποχωρούσε σταδιακά από την αποκατάσταση του ενιαίου κράτους προς την ομοσπονδία, από την ομοσπονδία προς τη διζωνικότητα και από τη διζωνικότητα προς όλο και ευρύτερες μορφές «πολιτικής ισότητας», η Τουρκία δεν σταμάτησε στο αντίστοιχο σημείο. Μετακινήθηκε προς την αξίωση δύο κρατών και προηγούμενης αναγνώρισης της χωριστής κυριαρχίας του κατοχικού μορφώματος.
Η ΔΔΟ ως αποτέλεσμα μιας πορείας υποχωρήσεων
Η Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία παρουσιάζεται επί δεκαετίες ως ο μοναδικός «ρεαλιστικός συμβιβασμός». Ρεαλισμός, όμως, δεν είναι η παθητική προσαρμογή στα αποτελέσματα της βίας. Όταν η λύση εδράζεται στη γεωγραφική και εθνοτική πραγματικότητα που δημιούργησε ο εισβολέας, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από μέσο απελευθέρωσης και επανένωσης σε διαδικασία νομιμοποίησης του τετελεσμένου.
Η ένσταση απέναντι στη ΔΔΟ δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διαμάχη ορολογίας. Μια ομοσπονδία με μία πραγματική κυριαρχία, μία ιθαγένεια, μία διεθνή προσωπικότητα, λειτουργική κεντρική κυβέρνηση, πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, απαγόρευση απόσχισης, αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, κατάργηση των εγγυήσεων και σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική από μια συνομοσπονδιακή κατασκευή δύο σχεδόν κυρίαρχων εθνοτικών κρατών.

Απαράδεκτη είναι μια «λύση» στην οποία:
η νόμιμη Κυπριακή Δημοκρατία καταργείται χωρίς διασφαλισμένη συνέχεια· η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα ή επεμβατικά δικαιώματα· η πλειοψηφία καθίσταται όμηρος μόνιμων βέτο· οι πολίτες έχουν διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με την εθνική καταγωγή και την περιοχή· η επιστροφή, η εγκατάσταση και η ιδιοκτησία υπόκεινται σε μόνιμους εθνοτικούς περιορισμούς· και τα δύο συνιστώντα μέρη αποκτούν χαρακτηριστικά πρωτογενών κρατών που θα μπορούν σε μια μελλοντική κρίση να απαιτήσουν διεθνή αναγνώριση.
Μια τέτοια διευθέτηση δεν θα καταργούσε τη διχοτόμηση. Θα τη μετέφερε μέσα στο νέο σύνταγμα.
Επίλογος
Η Κύπρος δεν διαιρέθηκε επειδή οι δύο κοινότητες απέτυχαν απλώς να συνεννοηθούν. Διαιρέθηκε με πραξικόπημα, εισβολή, στρατιωτική κατάκτηση και βίαιη μετακίνηση πληθυσμών. Η δικτατορία των Αθηνών φέρει ιστορική και εθνική ευθύνη για το πραξικόπημα και την αποδιοργάνωση της άμυνας. Η μεταπολιτευτική κυβέρνηση απέτυχε να αποτρέψει τον «Αττίλα ΙΙ» και εμπιστεύθηκε υπερβολικά μια αμερικανική παρέμβαση που δεν επρόκειτο να έρθει. Ο Κίσινγκερ γνώριζε τις προθέσεις της Άγκυρας και επέλεξε να αποδεχθεί μια περιορισμένη τουρκική κατάκτηση ως ανεκτό κόστος για τα αμερικανικά συμφέροντα. Η Τουρκία, όμως, είναι εκείνη που εισέβαλε, κατέλαβε, εκτόπισε και εξακολουθεί να κατέχει.
Οι προσπάθειες επίλυσης δεν απέτυχαν επειδή δεν κατατέθηκαν αρκετές παραχωρήσεις. Απέτυχαν επειδή κάθε νέος γύρος ξεκινούσε σχεδόν πάντοτε από τα κεκτημένα του προηγούμενου, ενώ η τουρκική πλευρά προσέθετε νέες απαιτήσεις.
Έτσι, το προσωρινό μετατράπηκε σε μόνιμο, η κατοχή σε «διαφορά», η απελευθέρωση σε «επανένωση» και ο εισβολέας σε ισότιμο διαπραγματευτή για το μέλλον του κράτους που παραβίασε.
Μια βιώσιμη λύση δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην επιβράβευση της στρατιωτικής ισχύος. Πρέπει να διασφαλίζει τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, την κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων, την αποκατάσταση των περιουσιακών και πολιτικών δικαιωμάτων, την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου σε ολόκληρη την επικράτεια και ένα δημοκρατικό πολίτευμα στο οποίο όλοι οι νόμιμοι πολίτες θα είναι πραγματικά ίσοι.
Διότι ειρήνη δεν είναι η απουσία πυροβολισμών. Ούτε λύση είναι η νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της εισβολής. Πραγματική λύση είναι εκείνη που καταργεί την κατοχή, αποκαθιστά τη νομιμότητα και δημιουργεί ένα ελεύθερο, ανεξάρτητο, λειτουργικό και δημοκρατικό κυπριακό κράτος — όχι ένα εύθραυστο προτεκτοράτο, μονίμως εξαρτημένο από τη συγκατάθεση της Άγκυρας.




Δυστυχώς επικρατεί το δίκαιο του ισχυρού και ισχυρός είναι η Τουρκία. Τώρα ακούγεται ότι από την ΔΔΟ πηγαίνουν να συζητήσουν την “χαλαρή” ομοσπονδία δηλαδή πιο κοντά σε αυτό που επιδιώκει η Τουρκία (δύο ξεχωριστά κράτη). Η συγκυρία πάντως με τον Τράμπ και τον Ερντογάν δεν ευνοεί το Κυπριακό. Καλύτερα άλυτο παρά λυμένο ως χαμένη πατρίδα.
Ας μη εξάγουμε και προώρως- δυσμενή αποτελέσματα για την επικείμενη λύση του Κυπριακού, που επιβεβαιώνεται και από την προσεχή επίσκεψη του Γ.Γ του ΟΗΕ κ. Γκουντιέρες στη Λευκωσία , μια λύση που μάλλον απαίτησε ο κ. Τραμπ από τον κ. Έρντογαν κατά την Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Ποιος αμφισβητεί το δόγμα του Καραμανλή μας ότι ”στην εξωτερική πολιτική άλλα λέγονται και άλλα γίνονται”;;;.
Υ.Γ Συνιστάται να διαβασθούν στην σημερινή ηλεκτρονική εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ”τα απόρρητα τηλεγραφήματα που αποκαλύπτουν τον κυνισμό του Κίσινγκερ”.