Μιχάλης Οικονομόπουλος Φιλήστωρ
«Για ένα κίνημα ελπίδας για τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, η έμπνευση θα έχει πάντα ως σταθερή αφετηρία τον κλασικό ελληνικό στοχασμό και την έμπρακτη φιλοσοφία του.»
η Πόλη, οι Πολίτες & η Δημοκρατία
Η κλασική ελληνική έκφραση του προτάγματος της αυτονομίας
Η αρχαία ελληνική πόλις υπήρξε ο πρώτος ιστορικός χώρος στον οποίο οι άνθρωποι έθεσαν ρητά υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές βεβαιότητες και αναγνώρισαν ότι οι νόμοι, οι θεσμοί και η πολιτική τάξη αποτελούν δικό τους δημιούργημα, μη αποδεχόμενοι την πρόσληψη δογματικών κανόνων από κάποια υπερβατική αρχή έξωθεν της κοινωνίας, όπως θεούς ή μονάρχες.
Από την εμφάνιση της φιλοσοφίας έως τη γέννηση της δημοκρατίας, διαμορφώθηκε μια νέα αντίληψη για τον άνθρωπο ως όντος ικανού να σκέπτεται, να κρίνει και να αυτοκυβερνάται. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται ήδη στον Ηράκλειτο με τη διαπίστωση ότι «ξυνὸν ἐστὶ πᾶσι τὸ φρονεῖν» και βρίσκει την πολιτική της έκφραση στην αθηναϊκή δημοκρατία, όπου η εξουσία δεν ανήκει σε βασιλείς, ιερατεία ή ειδικούς, αλλά στο σώμα των πολιτών.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναδύεται ένα ιδιαίτερο ανθρωπολογικό πρότυπο, που είναι ο πολίτης που συμμετέχει στη θέσμιση των κοινών, αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεών του και υπερασπίζεται ο ίδιος την πολιτική κοινότητα στην οποία ανήκει. Η πόλις δεν νοείται ως έδαφος ούτε ως μηχανισμός εξουσίας, αλλά ως κοινότητα ελεύθερων πολιτών. Ο Αριστοτέλης θα κάνει τη διατύπωση ότι, «Η πόλη είναι ένα πλήθος πολιτών», <Πολιτικά 1276b1–5>, δηλαδή η πόλη δεν ταυτίζεται με το έδαφος ούτε με τα τείχη, αλλά με το σώμα των πολιτών που μετέχουν στην πολιτική κοινότητα.
Η εμπειρία αυτή συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία, όχι ως ατομικό δικαίωμα με τη νεότερη έννοια, αλλά ως συλλογική αυτοκυβέρνηση και ανάληψη ευθύνης. Η δημοκρατία, η φιλοσοφία και το πρότυπο του πολίτη-στρατιώτη αποτελούν έτσι διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου ιστορικού φαινομένου: της ανάδυσης μιας κοινωνίας που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, αναγνωρίζει τον εαυτό της ως πηγή των θεσμών της και τους πολίτες της ως φορείς της κοινής προοπτικής και εξέλιξης.

Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ πόλις …
Η πόλις αποτελεί το θεμελιώδες κύτταρο του αρχαιοελληνικού κόσμου και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αξίες και οι μορφές συλλογικής ζωής των Ελλήνων, σε αντίθεση με τις μεγάλες ανατολικές μοναρχίες, όπου το κράτος ταυτιζόταν με τον ηγεμόνα και τον διοικητικό μηχανισμό του. Η κατανόηση αυτής της ιδιαίτερης αντίληψης για την πόλη αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προσέγγιση των εννοιών του πολίτη, της δημοκρατίας και της ελευθερίας που αναπτύχθηκαν στον ελληνικό κόσμο.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, στα ομηρικά έπη, βλέπουμε την ανθρώπινη κοινότητα να μετασχηματίζεται σε πολιτική κοινότητα. Στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες (στην Οδύσσεια), βρίσκουμε επακριβώς τον ορισμό αυτού που διακρίνει τα ανθρώπινα όντα, μια ανθρώπινη κοινότητα, από το μη ανθρώπινο, από το τερατώδες. Οι Κύκλωπες δεν είχαν θεσμιστές, δηλαδή νόμους, και δεν διέθεταν επίσης βουληφόρους ἀγορᾶς, δηλαδή λαϊκές διαβουλευόμενες συνελεύσεις. Η ανθρώπινη κοινότητα έχει νόμους και κοινοβούλιο όπου τα πράγματα συζητούνται και αποφασίζονται Η κοινότητα που δεν διαθέτει νόμους και βουλή είναι τερατώδης. Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.139
Βρίσκουμε ακόμη, στην πιο πάνω περιγραφή, την ουσία μιας εκ των βασικών αντιθέσεων του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που είναι το αντιθετικό δίπολο Φύσις-Νόμος, όπου φύσις σημαίνει πρωτογονισμός και νόμος πολιτισμένη κοινωνία. Αυτό που διδάσκονται τα ελληνόπαιδα από την αρχαϊκή εποχή ακόμα, ακούγοντας τους ραψωδούς να απαγγέλουν την Οδύσσεια, είναι πως όσοι δεν διαθέτουν βουληφόρους αγοράς και θεσμιστάς – νομοθέτες, είναι τέρατα.
Η γέννηση της πόλεως, αποτελεί συγχρόνως γέννηση μιας γενικευμένης αμφισβήτησης. …η σύσταση της πόλεως και μιας κοινότητας που θέτει το ζήτημα του νόμου αποτελεί ήδη έργω φιλοσοφία, όχι φιλοσοφία στα λόγια αλλά δρώντα φιλοσοφία, η οποία θέτει το ζήτημα του πρακτέου και συγχρόνως το ζήτημα των κριτηρίων βάσει των οποίων θα απαντηθεί. Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.276
Η πόλις δεν ταυτίζεται με το σύγχρονο κράτος και τις λειτουργίες του. Είναι η κοινότητα των ελεύθερων πολιτών οι οποίοι, τουλάχιστον στη δημοκρατική πόλη, νομοθετούν, δικάζουν και κυβερνούν. Τρεις λειτουργίες, τρεις λέξεις χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης για να υποδείξει μια ανεξάρτητη πόλη, αυτόνομος, αυτόδικος (που έχει τη δική της δικαστική εξουσία) και αυτοτελής (που αυτοκυβερνάται)… Αυτό που ενδιαφέρει τον πολίτη δεν είναι τα λογιστικά, αλλά η λήψη των αποφάσεων… οι τρεις (σύγχρονες) λειτουργίες της πολιτικής εξουσίας είναι η νομοθετική, η δικαστική και η κυβερνητική, όχι η εκτελεστική. Καστοριάδης Κ.,΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τ. Β΄, Πόλις και Νόμοι, Κριτική, 2008, σ.85
Στις Ικέτιδες του Ευριπίδη, ο Θησέας διευκρινίζει, ότι στο δημοκρατικό πολίτευμα, δεν υπάρχουν προνόμια που να βασίζονται στην περιουσία: οι νόμοι είναι γραπτοί και ισχύουν εξίσου για όλους, τέλος, όταν τίθεται το ερώτημα ΄΄ποιος θέλει να φέρει στη συζήτηση κάποια σκέψη ωφέλιμη για την πόλη;΄΄ <στ. 438-9>, καθένας μπορεί να μιλήσει αν θέλει. Τι άλλο καθεστώς μπορεί λοιπόν να υπάρξει που να προσεγγίζει περισσότερο την ισότητα; DE ROMILLY J., ΄΄Αρχαία Ελληνική Τραγωδία’’, Α. Καρδαμίτσα, 1997, σ.138
Πως είναι χρήσιμος κάποιος για τη πόλη, αν δεν φέρνει τις προτάσεις του στο κοινό; Ο Ευριπίδης, μέσω του Θησέα, προβάλλει την Αθήνα ως ηθικό πρότυπο, μια πόλη όπου η συμμετοχή και η διαφάνεια είναι προϋποθέσεις της χρηστότητας.
Χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, η ισοτιμία των πολιτών (ισηγορία) και η ελευθερία του λόγου (παρρησία), οδηγούν στον ανοιχτό διάλογο: λόγος και αντίλογος, πρόταση και αντιπρόταση, επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, ερωτήσεις και απαντήσεις – έτσι ξεγυμνώνονταν τα προβλήματα, έτσι προβάλλονταν και ξεκαθάριζαν οι αντίθετες απόψεις στα δικαστήρια, στις συζητήσεις της αγοράς και στην εκκλησία του δήμου, έτσι και ωρίμαζαν όλα τα θέματα πριν την ψηφοφορία. Πως να μην το θεωρήσομε φυσικό, όταν την ίδια εποχή βλέπουμε τη διαλογική μορφή να κυριαρχεί στα λογοτεχνικά είδη και στην πνευματική ζωή γενικότερα: διαλογικό είναι το δράμα, αντικρουόμενες δημηγορίες και διαλόγους συναντάμε στα ιστορικά έργα, τον εριστικό διάλογο και τις αντιλογίες καλλιεργούν οι σοφιστές, την διαλεκτική τέχνη ασκεί ο Σωκράτης, διαλογική μορφή έχουν πολλά φιλοσοφικά έργα του 4ου π.Χ. αι.κλπ. Δημαράς Κ.Θ. & Σβορώνος Ν., ΄΄Η Μέθοδος της Ιστορίας΄΄, ΑΓΡΑ, σ.90 
Η Αγορά είναι η καρδιά της πόλης και στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος δεν ήταν απλώς εμπορικό κέντρο. Ήταν κυρίως χώρος πολιτικής και φιλοσοφικής διαβούλευσης. Εκεί γεννήθηκαν η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου, η δικαιοσύνη… Ανοιχτός χώρος συνάντησης για πολίτες, ρήτορες, σοφιστές, και φιλοσόφους. Η αρχιτεκτονική της πόλης δεν είναι ουδέτερη, είναι πολιτική πράξη. Αν δεν υπάρχουν: Στοές, πλατείες, δημόσια κτίρια που ενθαρρύνουν τη συνάθροιση. Διαδρομές και σημεία συνάντησης που επιτρέπουν την τυχαία ή οργανωμένη επαφή. Χώροι για δημόσιο λόγο, τελετές και συλλογική μνήμη (μνημεία), … τότε ο οικισμός στερείται της ουσίας της πόλης. Ο Αριστοτέλης, όταν περιγράφει την Άριστη Πολιτεία, αναφέρεται στην ανάγκη για κατάλληλη διάταξη της πόλης, ώστε να εξυπηρετεί την πολιτική και ηθική ζωή των πολιτών, <Β. Ζ’, 1330a–1331b>.
Στην σύγχρονη εποχή από την πόλη απουσιάζει ο καθολικός δημόσιος διάλογος, ιδίως ο θεσμισμένος και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πολιτική συμμετοχή της κοινωνίας στα κοινά. Η χωροταξική αρχιτεκτονική της πόλης είναι διασπασμένη κοινωνικά και βασίζεται στην λειτουργική ιδιωτική χρήση. Ο δε σκοπός της πόλης είναι να προωθήσει μόνο τα ατομικά συμφέροντα και επιδιώξεις.
Στα ΄΄Πολιτικά΄΄ του ο Αριστοτέλης γράφει: Η πόλη υπάρχει ως εξέλιξη της ανθρώπινης φύσεως, και ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον. Η πόλη είναι το τέλος (σκοπός, τελική κατάληξη) των κοινωνιών, και το τέλος (σκοπός) είναι το άριστο. Εδώ θεμελιώνεται η τελεολογική αντίληψη της πόλης ως φυσική ολοκλήρωση των κοινωνικών μορφών (οἶκος → κώμη → πόλις), <Β.Α’, κεφ. 2,1252a–1253a>. Η πόλη δεν είναι κοινότητα για απλή επιβίωση, αλλά στοχεύει στην ευδαιμονία μέσω της ηθικής αρετής, <Β. Γ’, κεφ. 9, 1280b–1281a>. Είναι μια πολιτική κοινότητα, όπου οι πολίτες είναι ενεργοί, μετέχοντας στην εξουσία (αρχή), στη δικαιοσύνη (κρίση), ασκούν λόγο και διάλογο και διαμορφώνουν το κοινό αγαθό. Ο άπολις, αυτός που δεν μετέχει στην πολιτική κοινότητα, είναι είτε ανθρωπόμορφο θηρίο, είτε θεός. <Β. Α’, κεφ. 2 1253a>. Η πόλη αποτελείται από πολίτες που: άρχουν και άρχονται. Ο πολίτης δεν είναι ιδιώτης αλλά μέτοχος της κοινής μοίρας. <Βιβλίο Γ’, κεφ. 1 (Bekker 1275a22–1275b)>. «Πολίτης είναι αυτός που μετέχει στην κρίση (δικαστήρια) και στην εξουσία (πολιτικοί θεσμοί)». Αντίθετα μετά την κλασική περίοδο και ιδίως στη νεωτερική εποχή, η πόλη είναι ένας οικισμός με διοικητική δομή, με απουσία ενεργούς συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Σκοπός της είναι η ανάπτυξη, η παροχή ασφάλειας και η διαχείριση των καθημερινών θεμάτων.
Ο Αριστοτέλης επίσης επισημαίνει, «αν η πόλη είναι η κοινότητα των πολιτών που συγκροτείται από το πολίτευμα, τότε όταν αλλάζει το πολίτευμα είναι αναγκαίο να μην είναι πλέον η ίδια πόλη», <Πολιτικά, ΙΙΙ, 1276b9–13>. Ακόμη και αν ο πληθυσμός κατοικεί στον ίδιο τόπο, η πόλη μπορεί να θεωρηθεί διαφορετική εφόσον αλλάξει το πολίτευμα.
Η ίδια η ελληνική πόλη γεννιέται τρεις αιώνες περίπου πριν από τη δημοκρατία. Πρόκειται για δημιουργία, για ανακάλυψη. Υπήρχαν και στην Φοινίκη πόλεις πριν την ελληνική πόλη, οι πόλεις όμως εκείνες δεν ισχυρίζονταν ότι εκφράζονται στο όνομα του κοινωνικού συνόλου. Ο Καστοριάδης δικαίως έμεινε έκθαμβος μπροστά στο «Ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ» των κλασικών και ελληνιστικών επιγραφών. <Αποφασίστηκε από τη Βουλή και τον Δήμο>. Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.41
Με την πόλη, παρευρισκόμαστε στην γέννηση του στοιχείου του «πολιτικού χώρου». … Ο πολιτικός χρόνος γεννιέται ταυτόχρονα με τον πολιτικό χώρο … Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.42

Ως δημόσιο χρόνο εννοώ μια μνήμη που, και εδώ πάλι, δεν είναι ατομική ιδιοκτησία του ιερατείου, των δημόσιων λειτουργών, του μονάρχη ή μιας γραφειοκρατίας, αλλά έχει τεθεί ρητά στη διάθεση όλων και έχει γίνει δημόσια αντικείμενο επεξεργασίας, πράγμα το οποίο μαρτυρούν οι απαρχές της ιστοριογραφίας. Κ. Καστοριάδης,΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τ. Β΄, Πόλις και Νόμοι, Κριτική, 2008, σ.324
…ο δήμος εγείρει το ερώτημα τόσο του περιεχομένου όσο και της πηγής του νόμου και θέλοντας να απαντήσει σ’ αυτό, ορίζοντας εαυτόν ως πηγή του νόμου… Και αντίστοιχα ο λόγος δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί πραγματικά παρά μόνο στο βαθμό που το κίνημα του δήμου εγκαθιδρύει στην πράξη ένα χώρο δημόσιο και κοινό όπου η έκθεση των απόψεων, η συζήτηση και η διαβούλευση, η ισότητα (η ισηγορία), η ελευθερία που όλα τα προηγούμενα προϋποθέτουν και συνεπάγονται (η παρρησία η ευθύνη και συνάμα η υποχρέωση να πάρει κανείς το λόγο), γίνονται δυνατά και πραγματικά για πρώτη φορά (εξ όσων γνωρίζουμε) στην ιστορία της ανθρωπότητας.… Και ο δημόσιος αυτός χώρος δεν είναι μόνο συγχρονικός. Είναι επίσης και κυρίως διαχρονικός, χρονικός, ιστορικός με την ισχυρή έννοια του όρου. Κ.Καστοριάδης , Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.425-426
Στην αρχή του 5ου αιώνα, ο Σιμωνίδης λέει αναφέρει αυτή τη τόσο ενδεικτική φράση: «πόλις άνδρα διδάσκει», <Σιμωνίδης, απόσπ. 53D, εκδ. D. Page>. Δηλαδή η πόλις διδάσκει, εκπαιδεύει, μορφώνει, διαμορφώνει τον άνθρωπο. Υπογραμμίζει έτσι τη σημασία της πόλης, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των χαρακτηριστικών του πολίτη.
«Οι Αθηναίοι διαθέτουν ακόμη πόλη και πατρίδα, όσο υπάρχουν διακόσια πολεμικά πλοία επανδρωμένα από πολίτες τους», <Ηρόδοτος, ΄΄Ιστορίαι΄΄, 8.61–62>,(λόγος Θεμιστοκλέους προς τους συμμάχους, λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.). Η απάντηση του Θεμιστοκλή είναι ριζοσπαστική: Η πόλη δεν ταυτίζεται με τα κτίρια, τα τείχη ή το έδαφος. Η πόλη είναι οι πολίτες της, οργανωμένοι και οπλισμένοι.
Στην αρχαία Ελλάδα η θρησκεία είναι κάτι πολύ σημαντικό, είναι τμήμα των θεσμών της πόλεως, άρα των πολιτικών θεσμών, αλλά ακριβώς είναι τμήμα τους, δεν είναι ποτέ η πηγή τους. Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμος Α΄΄΄, Κριτική, 2007, σ.167
«φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾽ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας», <από Επιτάφιο Λόγο Περικλέους:», Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Β΄ 40.1>
Το πιο πάνω απόσπασμα μας δηλώνει το ύψιστο σκοπό ύπαρξης της αθηναϊκής δημοκρατίας, μέσα από τον οποίο αυτοπραγματώνονται οι άνθρωποι της ως πολίτες και βρίσκουν την ευτυχία και το ιδανικό νόημα της ζωής τους. Αυτός ο τελικός σκοπός είναι τόσο σημαντικός, ώστε αξίζει να θυσιάσουν, αν χρειαστεί, και την ίδια τους τη ζωή. Μας φανερώνει δηλαδή ότι οι Αθηναίοι αγαπούν την ομορφιά με απλότητα, την απολαμβάνουν, τη δημιουργούν και ζουν μέσω αυτής, και ασχολούνται με τη φιλοσοφία, που επίσης απολαμβάνουν, δημιουργούν και ζουν μέσω αυτής, χωρίς να παρασύρονται σε μαλθακότητα ή χαλαρότητα. Η στάση των Αθηναίων απέναντι στη ζωή, συνδυάζει την αισθητική και πνευματική καλλιέργεια με πρακτική σοφία, αυτοκυριαρχία και αυτοπεριορισμό.
Ο αυτοπεριορισμός συνδεόταν με την επίγνωση, ότι η υπέρβαση του μέτρου και των ορίων, οδηγεί στην ύβρη και τελικώς στη τιμωρία από τη Νέμεση. Η ελευθερία του πολίτη δεν νοούνταν ως απουσία ορίων, αλλά ως συνειδητή συμμόρφωση προς το μέτρο που εξασφαλίζει την αρμονία του ατόμου και της πόλεως.

Ο ανθρωπολογικός τύπος του Αθηναίου πολίτη, που συνδέεται άρρηκτα και βιώνει την πιο πάνω φράση του Περικλή, είναι ο «Καλὸς κἀγαθός». Είναι το πρότυπο πολιτικής και ηθικής συγκρότησης του ανθρώπου, το παιδευτικό και πολιτικό ιδεώδες και σημαίνει ότι ο άριστος άνθρωπος δεν κρίνεται μόνο από τη σωματική του εμφάνιση («καλός») ούτε μόνο από τον χαρακτήρα του («αγαθός»), αλλά από τη σύνθεση σωματικών, ηθικών και πολιτικών αρετών. Συνδυάζει την προσωπική αρετή με την ενεργό συμμετοχή στα κοινά, προσεγγίζοντας το πρόταγμα του αυτόνομου και υπεύθυνου πολίτη, που λειτουργεί ισότιμα μέσα στην αυτόνομη πολιτική κοινότητα.
Ηράκλειτος και Σοφοκλής
Ηράκλειτος: «Ξυνὸν ἐστὶ πᾶσι τὸ φρονεῖν» <Β113>. Η φράση σημαίνει ότι η δυνατότητα της νόησης, της συνετής σκέψης και της κατανόησης είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Για τον Ηράκλειτο, όπως υπάρχει ένας κοινός Λόγος και μια κοινή τάξη του κόσμου, έτσι και η πρόσβαση στη σκέψη δεν αποτελεί προνόμιο των λίγων. Ωστόσο, οι περισσότεροι ζουν σαν να διαθέτουν μια ιδιωτική σοφία, εγκλωβισμένοι στη δική τους γνώμη («δόξα»), χωρίς να μετέχουν στο κοινό νόημα.
Σοφοκλής, Αντιγόνη: «ὅστις γὰρ αὐτὸς ἢ φρονεῖν μόνος δοκεῖ…» <στ. 707–709>, δηλαδή: «όποιος νομίζει ότι μόνο αυτός σκέφτεται σωστά, όταν εξεταστεί αποδεικνύεται κενός». Από αυτό το χωρίο ο Κορνήλιος Καστοριάδης αντλεί το νόημα του «οὐ μόνος φρονεῖν», το οποίο θεωρεί κεντρικό δίδαγμα της τραγωδίας. Τόσο ο Κρέων όσο και η Αντιγόνη οδηγούνται στη σύγκρουση και στην καταστροφή επειδή θεωρούν τη δική τους κρίση ως τη μόνη έγκυρη και αρνούνται τη διαβούλευση με την κοινότητα.
Οι δύο αυτές θέσεις μπορούν να ιδωθούν ως συμπληρωματικές. Ο Ηράκλειτος θεμελιώνει την κοινότητα του λόγου και της σκέψης, ενώ η ΄΄Αντιγόνη΄΄ αναδεικνύει την πολιτική και ηθική συνέπεια αυτής της αρχής: εφόσον η δυνατότητα της σκέψης είναι κοινή σε όλους, κανείς δεν δικαιούται να μονοπωλεί τη φρόνηση ή την αλήθεια. Οι νόμοι και οι θεσμοί μπορούν να τίθενται υπό αμφισβήτηση και η αλήθεια να αναζητείται μέσω του διαλόγου και όχι μέσω αυθεντιών. Έτσι, οι δύο φράσεις μαζί προδιαγράφουν μια δημοκρατική αντίληψη της συλλογικής διαβούλευσης, θεμελιωμένη στην ισονομία, την ισοπολιτεία, την ισηγορία και την παρρησία.

Η μετά την κλασική εποχή εξέλιξη
…Στην ελληνορωμαϊκή εποχή κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας της φιλοσοφίας ήταν η βιωτική, δηλαδή ο σωστός τρόπος ζωής, ωστόσο σταδιακά τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα και οι προβληματισμοί μετακινήθηκαν από τα καθαυτό βιωτικά θέματα στα πεδία της μεταφυσικής, όπου απώτερος στόχος δεν ήταν τόσο η επίγεια ευδαιμονία, όσο η τελική σωτηρία της ψυχής. Αντίστοιχα ο ορθολογισμός ως μέθοδος παραχωρούσε όλο και περισσότερο έδαφος στον μυστικισμό, και η φιλοσοφία στην τελευταία της νεοπλατωνική υπόσταση παρουσίαζε, ως εθνικό αντίβαρο στον χριστιανισμό, χαρακτηριστικά θρησκείας. Δημαράς Κ.Θ. & Σβορώνος Ν., ΄΄Η Μέθοδος της Ιστορίας΄΄, ΑΓΡΑ, σ.295
Κυρίαρχο φιλοσοφικό ερώτημα ήταν στα ελληνιστικά χρόνια το πως, με ποιον τρόπο ζωής και με ποια συμπεριφορά, το άτομο μπορούσε να ευτυχήσει – ως άτομο, όχι ως μέλος ενός πολιτικού συνόλου. Στερημένοι από τα προνόμια και τις υποχρεώσεις της δημοκρατίας, όχι πια πολίτες αλλά υπήκοοι τεράστιων αυτοκρατοριών που κανείς δεν τις θεωρούσε πατρίδες, ζώντας σε μια πολύγλωσση, πολυεθνική και πολυπολιτισμική κοινωνία, οι άνθρωποι των ελληνιστικών αιώνων φυσικό ήταν να ενδιαφερθούν καθένας για την προσωπική του και μόνο επιβίωση και ευτυχία, και να αναζητήσουν ιδεολογική βοήθεια και καθοδήγηση στη φιλοσοφία. «Με διαφορετική διατύπωση μπορούμε να πούμε ότι έχοντας χάσει την πολιτική τους ελευθερία, οι άνθρωποι αναζητούσαν καθένας την εσωτερική του ελευθερία (από τον φόβο, τη φιλοδοξία, τα πάθη κλπ), που κανείς να μην μπορεί να τους τη στερήσει.» Δημαράς Κ.Θ. & Σβορώνος Ν., ΄΄Η Μέθοδος της Ιστορίας΄΄, ΑΓΡΑ, σ.236
΄΄Η ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική της μέσης βυζαντινής πόλης έρχεται σε αντίθεση με τον γεωμετρικό τύπο της ιπποδάμειας πολεοδομίας των κλασικών πόλεων με τους κεντρικούς άξονες, τα δημόσια κτίρια, την αγορά και τους ανοιχτούς δημόσιους χώρους. Ο μέσος βυζαντινός χώρος αντικατοπτρίζει την εσωστρέφεια και την ανασφάλεια που χαρακτηρίζει τη σχέση υπηκόου-αυτοκράτορα και κέντρου-περιφέρειας. Σ’ αυτή τη φάση τα σημαντικότερα κτίρια είναι η επισκοπή και το ανάκτορο του διοικητή, τα οποία είναι κυρίως χτισμένα στο κύτταρο της ακρόπολης. Ο μοναδικός ανοιχτός δημόσιος χώρος είναι συνήθως η πλατεία μπροστά από την εκκλησία του πολιούχου της πόλης και το μέρος όπου διεξάγεται η εμποροπανήγυρη και το εμπόριον… Τον 14ο αιώνα, τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα αποτελούσαν πλέον τον πυρήνα μικρών ημιαυτόνομων διοικητικών διαιρέσεων που περιβάλλονταν γύρω από την πόλη και τα περίχωρά της.΄΄ Γεωργιλάς Αθ., ΄΄ Οι Ζηλωτές στην Ιστορία΄΄, Εναλλακτικές εκδόσεις, 2020, σ.158-9

..η εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών τείνει να καταστρέψει όλες τις ευκαιρίες για σημαντική κοινωνικοποίηση. Για παράδειγμα, τείνει να καταστρέψει τις πόλεις: καταστρέφει τις γειτονιές και τείνει να καταστρέψει ακόμη και την επιχείρηση ως τόπο όπου ο κόσμος μπορεί να κοινωνικοποιηθεί. Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι σχεδόν έτοιμος να καταφέρει τον ΄΄άθλο΄΄ της καταστροφής ενός εκ των ιδιοφυέστερων δημιουργημάτων της ανθρωπότητας… την πόλη. Η σημερινή πόλη… τεμαχίζεται, σε τρία μεγάλα κομμάτια που βιώνουν μεταξύ τους σχέσεις εξωτερικές: οι εμπορικές ζώνες καταστημάτων, γραφείων, κλπ., οι περιοχές κατοικίας των πλούσιων και τα γκέτο. Το άθροισμα όμως αυτών των πραγμάτων δεν κάνει μια πόλη. Κ. Καστοριάδης, ΄Η Δυνατότητα μιας αυτόνομης Κοινωνίας΄΄, Σ. Εκπίπτοντες, 2012, σ.24-25
Με βάση τα παραπάνω, η Πόλις μπορεί να οριστεί ως μια οργανωμένη κοινότητα πολιτών, η οποία αναπτύσσεται σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτόν. Η πόλις αυτή θεμελιώνεται στις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας, ενώ η δημόσια ζωή οργανώνεται γύρω από την ισηγορία και την παρρησία, δηλαδή το ίσο δικαίωμα λόγου και την ελεύθερη, θαρραλέα έκφραση της γνώμης των πολιτών. Παράλληλα, έχει δομηθεί στη βάση να παρέχει τη δυνατότητα του ελεύθερου δημόσιου χώρου, δημόσιου χρόνου και δημόσιου λόγου. Έτσι οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά και ελεύθερα στη διαμόρφωση των κοινών υποθέσεων και δεν υπόκεινται σε μια ανεξέλεγκτη μοναρχική-δεσποτική ή ολιγαρχική εξουσία.
Η πόλις λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς έναν οικισμό ή ένα πολυπληθές αστικό κέντρο, αλλά μια κοινότητα πολιτών ικανή να αναστοχάζεται τους θεσμούς της, να τους μετασχηματίζει και να αναλαμβάνει συνειδητά την ευθύνη της συλλογικής της οργάνωσης. Ένας αστικός χώρος που δεν πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις αποτελεί απλώς ένα άστυ και όχι πόλη με την πολιτική έννοια του όρου. Συνεπώς, η πόλις είναι πρωτίστως η κατ’ αυτόν τον τρόπο οργανωμένη κοινότητα πολιτών και όχι απλώς το έδαφος στο οποίο αυτή είναι εγκατεστημένη.
Ἐν στοχασμῷ καὶ διαβουλεύσει, ὁ Πολίτης ἀνακαλύπτει καὶ δημιουργεῖ
Το ανθρωπολογικό πρότυπο του πολίτη-στρατιώτη στην αρχαία Ελλάδα στηρίζεται στην ενότητα πολιτικής συμμετοχής και στρατιωτικής ευθύνης. Από τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη έως τον Αριστοτέλη, ο πολίτης νοείται ως ενεργό μέλος της πόλεως, ο οποίος μετέχει τόσο στη λήψη των αποφάσεων όσο και στην υπεράσπιση της κοινότητας. Η αντίληψη αυτή επηρέασε βαθιά τη μεταγενέστερη δημοκρατική σκέψη και πάρα πολλούς στοχαστές ανά τους αιώνες.
Στον Επιτάφιο του Περικλή, ο ιδανικός Αθηναίος είναι ταυτόχρονα: πολίτης, κριτής των κοινών και πολεμιστής. Στο χωρίο: «μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν», <Θουκυδίδη, Ιστορίαι, 2.40.2>, δηλώνει ότι ο πολίτης οφείλει να συμμετέχει στα κοινά. Και λίγο παρακάτω: «καὶ τὰ πολεμικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ αὐτοὶ μάλιστα ἐπιμελούμεθα». Η ιδέα είναι ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε «πολιτικούς» και «πολεμιστές».
Ένα ακόμη σημαντικότατο χωρίο του Επιταφίου είναι το παρακάτω: «οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες και τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ᾽ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον· μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους». <Θουκυδίδη, Ἱστορίαι 2.43.4>. «Εσείς λοιπόν να έχετε αυτούς εδώ ως πρότυπα (τους πεσόντες κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου), και να θεωρήσετε θεμέλιο της ευτυχίας την ελευθερία και θεμέλιο της ελευθερίας το ψυχικό σθένος και την ανδρεία, γι’ αυτό μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους του πολέμου».

Στην τραγωδία του Αισχύλου ΄΄Πέρσες΄΄, υπάρχει ο πολιτικός ορισμός των Ελλήνων: ΄΄Άτοσσα, (μητέρα Ξέρξη) προς τον χορό: Ποιοι είναι οι Έλληνες; Απάντηση: Οι Έλληνες είναι αυτοί που « Οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι», <Αισχύλου, ΄΄Πέρσαι΄΄, στ. 242>, «Δούλοι δε λογιούνται ανθρώπου, ουδ᾽ υπήκοοι κανενός». Ο Αισχύλειος ορισμός του Έλληνα σε σχέση με τους Πέρσες και τους λοιπούς βάρβαρους λαούς, που είναι υπήκοοι δεσποτών.
Το «ιερό» κείμενο της Ελλάδας (έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια) δεν είναι ιερό. Πρόκειται ήδη για θεμελιώδη διαφορά με όλους σχεδόν τους γνωστούς ιστορικούς πολιτισμούς. Το κείμενο αυτό δεν είναι θρησκευτικό, ούτε προφητικό, είναι ποιητικό. Ο συγγραφέας δεν είναι προφήτης, είναι ποιητής, είναι ο ποιητής… Είναι ο ποιητής, αυτός που ποιεί, που δημιουργεί την ύπαρξη. Και ο ποιητής αυτός δεν απαγορεύει τίποτα, δεν επιβάλλει τίποτα, δεν δίνει διαταγές, δεν υπόσχεται τίποτα: λέγει. Και λέγοντας, δεν αποκαλύπτει τίποτα -δεν υπάρχει αποκάλυψη- υπενθυμίζει. Θυμίζει αυτό που έχει υπάρξει και συγχρόνως την καταγωγή του είναι και του δυνάμενου να είναι. Τα επαναφέρει στη μνήμη των ανθρώπων με τη βοήθεια των Μουσών, θυγατέρων της Μνημοσύνης. Καστοριάδης Κ., ΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.148
.. Με τον Θαλή ( 624 – 546 π.Χ.), ένας πολίτης σηκώνεται και αμφισβητεί τη θεσμισμένη φαντασιακή απάντηση (που δίνεται με βάση την ετερονομία και την κληρονομημένη σκέψη). Πρέπει να καταλάβουμε ότι η απάντησή του δεν είναι με τη σειρά της θεσμισμένη, με την απόλυτη έννοια – αυτός εξάλλου είναι ο λόγος για τον οποίο οι Έλληνες έχουν ποιητές και φιλοσόφους, αλλά δεν έχουν αληθινούς προφήτες. Κ. Καστοριάδης,΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τ. Γ΄, Ισχύς και Δίκαιο, Κριτική, 2011, σ.387
Σύμφωνα με τον Ευσέβιο της Καισαρείας (260–265 έως το 339/340 μ.Χ), ΄΄Όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία επέβαλε την κυριαρχία της στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη, ο θεός παρεχώρησε με την απόφασή του τα πάντα σ’ ένα μοναδικό αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο πρώτος σε ισχύ και σε έλεος. Ολόκληρος ο κόσμος ενώθηκε από τον ρωμαϊκό νόμο κα τη ρωμαϊκή ειρήνη. Αυτή ήταν η επίγεια προϋπόθεση για να διαδοθεί το ευαγγέλιο χωρίς εμπόδιο. «Οι άνθρωποι αν και ρέπουν στην βλασφημία από μίσος, αναγκάζονται άθελά τους ν’ αναγνωρίσουν κα να παραδεχθούν ότι αυτή η ηρεμία, η γαλήνη και η ειρήνη σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν προέρχεται από το μεγαλείο του Καίσαρος, αλλά από την δύναμη του Υιού του Θεού, ο οποίος εμφανίστηκε την εποχή του Καίσαρος» για να φωτίσει τον κόσμο με τους μαθητές του, που διασχίζοντας τα διάφορα έθνη, μπορούν να μιλούν ως Ρωμαίοι πολίτες προς Ρωμαίους πολίτες. «Ούτε υπάρχει καμία αμφιβολία…πως ήταν θέληση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού… να φτάσει η Ρώμη, σε τέτοια ύψη ισχύος, αφού σ’ αυτήν, κατά προτίμηση από όλες τις άλλες, διάλεξε Εκείνος ν’ ανήκει, όταν ήλθε στη γη, βεβαιώνοντας με τούτη την επιλογή του πως έχουμε το δικαίωμα να τον ονομάζουμε Ρωμαίο πολίτη..». Κ. ΛΕΒΙΤ, ΄΄Το Νόημα της Ιστορίας΄΄, Γνώση, 1985, σ.268
Η απομάκρυνση από τις πολιτισμικές, φιλοσοφικές και πολιτικές αξίες των αρχαίων προγόνων μας οδήγησε, κατά τη γνώμη μου, στην απώλεια της συλλογικής αυτονομίας και αυτοπεποίθησης. Στη θέση της ενεργού συμμετοχής στα κοινά αναπτύχθηκε σταδιακά μια ετερόνομη αντίληψη του κόσμου, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη μοίρα καθορίζεται από υπερβατικές δυνάμεις και ένα προδιαγεγραμμένο σχέδιο. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες μεταβλήθηκαν από δημιουργοί της ιστορίας τους σε παθητικούς αποδέκτες των εξελίξεων, γεγονός που διευκόλυνε διαχρονικά την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική τους εξάρτηση και συρρίκνωση.
… γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ’ αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους. Γιατί δεν κατευθύνθηκαν και αυτοί επίσης προς το άπειρο. Αξελός Κώστας, ΄΄Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας΄΄, εκδ. Νεφέλη, 2010, σ.36-37
…Οι Νεοέλληνες που διατρέχουν τον κόσμο κι εγκαθίστανται λίγο πολύ παντού δεν συνδέονται ούτε μεταξύ τους ούτε με το κέντρο. Διότι λείπει εντελώς η ιδέα που θα έκανε όλες τις κατακτήσεις των Ελλήνων, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, να συγκλίνουν προς μία ενότητα. Αξελός Κώστας, ΄΄Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας΄΄, εκδ. Νεφέλη, 2010, σ.38

Στα πλαίσια αυτά, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το ερώτημα που θέτει ο Κώστας Αξελός στο έργο του ΄΄Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας΄΄: «Γιατί οι Εβραίοι άκουσαν τους προφήτες τους ενώ εμείς οι Έλληνες δεν ακούσαμε τους φιλοσόφους μας;». Ο Αξελός υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι διατήρησαν τη θρησκεία τους ως βασικό στοιχείο συλλογικής συνοχής και ιστορικής συνέχειας, ενώ οι Έλληνες, παρά τη μεγάλη φιλοσοφική τους κληρονομιά, δεν κατόρθωσαν να ενσωματώσουν τη φιλοσοφική σκέψη ως θεμέλιο της πολιτικής και κοινωνικής τους εξέλιξης. Η ελληνική φιλοσοφία αξιοποιήθηκε κυρίως από τη Δύση για τη συγκρότηση της νεωτερικότητας, ενώ η Ελλάδα παρέμεινε ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά, την ορθόδοξη παράδοση και τη δυτική σκέψη.
Έτσι, κατά τον Αξελό, η σύγχρονη Ελλάδα εξακολουθεί να αναζητά μια σταθερή πολιτισμική και πολιτική ταυτότητα. Η φράση του δεν αντιπαραθέτει απλώς προφήτες και φιλοσόφους, αλλά θέτει το ερώτημα γιατί ο ελληνικός κόσμος δεν μετέτρεψε τη δική του φιλοσοφική παράδοση σε συλλογικό τρόπο αυτοκατανόησης, πολιτικής συγκρότησης και ιστορικής συνέχειας. Κώστας Αξελός – Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας – Αντικλείδι
Επίλογος
Η αναζήτηση της αλήθειας, προϋποθέτει την ύπαρξη της Αρετής στον άνθρωπο και παρόλες τις δυσκολίες και τους περιορισμούς που συναντά, οδηγεί σε ΄΄επαναστατικές΄΄, φωτεινές λεωφόρους, με ανθρωπιστικό ορίζοντα! Η Αρετή όμως έχει νόημα μόνο ως προς την λειτουργία της πολιτείας. Άρα ο ενάρετος και ωφέλιμος άνθρωπος, που αναζητά την αλήθεια στην ζωή του είναι ο Πολίτης, δηλαδή ο ενεργός και σκεπτόμενος πολιτικός άνθρωπος και όχι ο στατικός, συντηρητικός υπήκοος (υπάκουος), που είναι ένα ουσιαστικά εκφυλισμένο κακέκτυπο του ανθρώπου, όπως μαζικά το βιώνουμε σε διάφορες εποχές και σήμερα. Στην εποχή μας, η προσπάθεια προσέγγισης και υλοποίησης ενός ορθολογικού και παράλληλα ανθρώπινου και δίκαιου πολιτικού-κοινωνικού συστήματος, θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτίναξη από πάνω μας της ταυτότητας του υπηκόου και τη δημιουργία μιας «Αυτοδιοικούμενης πολιτείας από χειραφετημένους πολίτες».

Επίμετρο: Η ελληνική κληρονομιά ως πηγή διαρκούς αναστοχασμού
Η κληρονομιά των προγόνων μας, δεν παρουσιάζεται εδώ ως πρότυπο προς αντιγραφή, αλλά ως ιστορική εμπειρία που μπορεί να τροφοδοτήσει τον σύγχρονο στοχασμό και τη δημόσια διαβούλευση, για την κοινωνική αυτονομία και χειραφέτηση, τη συμμετοχική δημοκρατία και εν τέλει τη νοηματοδότηση της θνητής μας ανθρώπινης ύπαρξης. Ας δούμε έτσι λοιπόν το περιεχόμενο της άρθρωσης ή της δομής της αθηναϊκής δημοκρατίας:
Η εξουσία της κοινότητας των αρρένων, ενηλίκων και ελεύθερων πολιτών ορίζεται καταρχάς από τη συμμετοχή όλων, και συγκεκριμενοποιείται με θεσμικές διατάξεις.
Πρώτον η (1) Εκκλησία, η λαϊκή συνέλευση, επιφορτισμένη με την ψήφιση των νόμων, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι πολίτες. …όλοι οι συμμετέχοντες έχουν δικαίωμα να μιλήσουν και να προτείνουν αυτή ή εκείνη την απόφαση. …
Από την άλλη μεριά, η (2) Βουλή, συμβούλιο πεντακοσίων πολιτών επιλεγμένων με κλήρωση, ο ρόλος της συνίσταται στον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης της Εκκλησίας και στην υποβολή σε έναν πρώτο έλεγχο των προτάσεων νόμων που διατυπώνονται σε αυτήν.
Στη συνέχεια, τον 4ο αιώνα οι διατάξεις αυτές εν τοις πράγμασι θα καταργηθούν… η κατάληξη ήταν να αποφασίζονται τα πάντα με ψηφίσματα (δηλαδή με αποφάσεις της Εκκλησίας, σε αντίθεση με τους νόμους που προϋποθέτουν μια εκ των προτέρων εξέταση από τη Βουλή). …
(3) Τα Δικαστήρια, τα μέλη των οποίων, όπως και της Βουλής, είναι κληρωτά, … Στη συνέχεια υπάρχουν κάποια σταθερά αξιώματα, επίσης κληρωτά, ιδιαίτερα για τους
(4) εννέα Άρχοντες, κληρονομιά από τον 7ο και 6ο αιώνα. … βρίσκουμε λειτουργήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως θέσεις
(5) Εμπειρογνωμόνων, στις οποίες οι αξιωματούχοι διορίζονται με εκλογή.

Η πιο σημαντική είναι η θέση του Στρατηγού. Οι στρατηγοί ήταν δέκα και η εκλογή ήταν ανοιχτή σε όλους. Οι εκλεγμένοι σε όλες αυτές τις θέσεις μπορούσαν να ανακληθούν, διότι η Εκκλησία μπορεί να τους καθαιρέσει, ακόμη μάλιστα και να τους καταδικάσει για παραβάσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους … η συμμετοχή στην εξουσία δεν εξασφαλίζεται μόνο από αυτούς τους τυπικούς θεσμούς, προωθείται, ούτως ειπείν, ενεργητικά από τους τυπικούς και άτυπους θεσμούς της πόλης:
Πρώτον (1) Ισηγορίαν, η οποία θεωρείται χαρακτηριστικό της δημοκρατίας και διασφαλίζεται με νόμο. Εν συνεχεία από την υποχρέωση να εκφράζει κανείς ευθαρσώς τη σκέψη του σχετικά με τις δημόσιες υποθέσεις
(2) Παρρησίαν. … ο θεσμός της (3) Ατιμίας, πρόκειται για τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων… (4) Ο «Δικαστικός» και στην συνέχεια, τον 4ο αιώνα ο «Εκκλησιαστικός» μισθός, δηλαδή η ημερήσια αποζημίωση των πολιτών για τη συμμετοχή τους στο δικαστήριο ή στην Εκκλησίαν. (αυτό σημαίνει επίσης ότι ο απλός λαός, οι πολλοί, οι θήτες, δεν είχαν δούλους)… Η θέση του (5) Επιστάτου των Πρυτάνεων, που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως «προεδρία της Δημοκρατίας». Κάθε μήνα κληρώνονται τριάντα μέλη μιας εκ των δέκα φυλών που θα πάρουν τη θέση των Πρυτάνεων. Κάθε μέρα κληρώνεται ένας από αυτούς στη θέση του Επιστάτου, του αρχηγού τους και για είκοσι τέσσερις ώρες έχει στην κατοχή του τη σφραγίδα της πόλεως. Οποιοσδήποτε Αθηναίος μπορεί να καταλάβει αυτή τη θέση. Κ. Καστοριάδης,΄΄Η ελληνική ιδιαιτερότητα΄΄, τ. Β΄, Πόλις και Νόμοι, Κριτική, 2008, σ.126-127-128-129
Γραφή Παρανόμων: Στην αρχαία Αθήνα ένας πολίτης προτείνει έναν νόμο που ψηφίζεται από την εκκλησία του δήμου. Μετά έρχεται ένας άλλος πολίτης και καταγγέλει τον προηγούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι πρότεινε έναν άδικο νόμο. … Οι πολίτες λοιπόν είναι αρμόδιοι όχι μόνο να νομοθετούν αλλά και να απαντούν στο ερώτημα ποιος είναι ο δίκαιος, ο καλός νόμος. Και τούτο χωρίς να ανατρέξουν σε κάποιο ιερό βιβλίο ή να ακούσουν κάποιον προφήτη -δεν υπάρχουν προφήτες. Ούτε όμως -και αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό- να συμβουλευτούν το χρησμό του μαντείου. Συμβουλεύονται τους χρησμούς του Μαντείου των Δελφών για να δουν ποιες δραστηριότητες οφείλουν να αναλάβουν: να οργανώσουν μια εκστρατεία, να χτίσουν μια πόλη, να επιλέξουν που θα την χτίσουν κλπ. Δεν τους πέρασε ποτέ από το μυαλό να ρωτήσουν ποιους νόμους να ψηφίσουν. Ποτέ. Καστοριάδης Κ., Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμος Α΄, Κριτική, 2007, σ.92
Οφείλουμε να προτάξουμε τη θέσμιση ελευθέρων συλλογικοτήτων, που θα αποτελούνται από υπεύθυνα και ελεύθερα άτομα, ικανά να δώσουν στη ζωή τους άλλο νόημα από την απόκτηση καινούργιων εμπορευμάτων. Ποιο θα είναι το νόημα που θα δώσουν στη ζωή τους, οι μελλοντικές συλλογικότητες είναι κάτι που δεν μπορούμε να πούμε εκ μέρους τους. Ξέρω όμως τουλάχιστον ποιο θα ήθελα εγώ να είναι αυτό το νόημα. Θα ήταν η δημιουργία ανθρώπων που να αγαπούν τη σοφία, να αγαπούν την ομορφιά και να αγαπούν το κοινό καλό. Κ. Καστοριάδης, ΄Η Δυνατότητα μιας αυτόνομης Κοινωνίας΄΄, Σ. Εκπίπτοντες, 2012, σ.28



Καλή εβδομάδα, που άρχισε στις αγαπητές Ανιχνεύσεις μας ,με ψυχωφελή θέματα -σαν αυτό του του κ. Μιχάλη Οικονομόπουλου Φιλήστορος (τον οποίον ευχαριστούμε ), εκτός του ότι ”τι θα φάμε σήμερα με τόση ακρίβεια, που -καθώς καταλήγουν πολλοί -την δημιουργεί η σημερινή κυβέρνηση και με την βεβαιότητα αρκετών αναλυτών ότι όπου ν’άναι θα μας καταπιεί η Τουρκία”.
Από την πρώτη ανάγνωσή της Πραγματείας συγκράτησα και καταγράφω τις φράσεις του κειμένου .
1.-” Η ελευθερία του πολίτη -στην ελληνική αρχαιότητα-δεν νοούνταν ως απουσία ορίων ,αλλά ως συνειδητή συμμόρφωση προς το μέτρο , που εξασφαλίζει την αρμονία της πόλεως” ,
2.-”Πρότυπο ήταν ”ο καλός κ’άγαθός πολίτης” ,
3.-Αισχύλος -Πέρσες ”Έλληνες είναι ”ούτινος δούλοι κέκληνται φωτός ουδ’υπήκοοι , δούλοι δεν λογίζονται ανθρωπου ουδ’υπήκοοι κανενός-”
4.-”Αυτοδιοικύμενης Πολιτείας από χειραφετημένους και σκεπτόμενους Έλληνες”
Υ.Γ Πόσοι Έλληνες -κυρίως ελληνόπουλα (το μέλλον της Πατρίδος μας ) είναι χειραφετημένοι αλλά και σκεπτόμενοι , όταν ”χάσκουν” στις απίθανες παρόλες πολιτικών του ΤΙΠΟΤΑ και ακολουθούν τα ”γκεσέμια” σε παρέες καταστροφών και ”δολοφονιών” χαρακτήρων και σωμάτων ;;;.
Η ”αντικανονικότητα” της Δημοκρατίας κράτησε πολύ -επικράτησε και έγινε έθιμο και όπως όλα τα έθιμα που επικράτησαν καταργούν τον νόμο καταργεί και η αντικανονικότητα την κανονικότητα, την οποίαν ΔΥΣΤΥΧΩΣ ”την πάνε ” και Έλληνες πολλοί , γιαυτό και για να γυρίσει ο ήλιος της κανονικότητας ΘΕΛΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΛΛΗ.
«Η Πόλη, οι Πολίτες & η Δημοκρατία», ἡ σειρὰ στήν πολύ καλή προσέγγιση τοῦ ἀρθρογράφου εἶναι δηλωτικὴ τῆς ἔννοιας Δημοκρατία. Ἀλλὰ γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ὅρων προϋπόθεση εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία, ποὺ δὲν γίνεται χωρὶς ἄρτια γνώση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ γιὰ περαιτέρω ἐμβάθυνση, τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσας.
Πῶς νὰ ἑρμηνεύσουμε αὐτὴ τὴν γνωστὴ φράση;
«φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾽ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»
τί σημαίνει στὴν ἐποχὴ μας φιλοκαλοῦμεν;
Καὶ σὲ ποιά πόλη, σὲ ποιά κοινότητα δηλαδή, τί ὑπάρχει κοινό;
«Η αρχιτεκτονική της πόλης δεν είναι ουδέτερη, είναι πολιτική πράξη.»
῾Η ᾿Αγορά δέν ἦταν μόνο ´χώρος πολιτικής και φιλοσοφικής διαβούλευσης ´, ποὺ θὰ μποροῦσε σήμερα νὰ εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε χῶρος, ἀλλά ἦταν χῶρος συνδεδεμένος μὲ τὰ ἱερά, τὰ ἐμφανῆ στοιχεῖα μνήμης, ἱστορίας, συνέχειας. Ἡ ἀναφορὰ στὸν λόγο τοῦ Θεμιστοκλέους δείχνει ὅτι οἱ πολῖτες ποὺ κουβαλοῦν τὴν μνήμη ὑπερασπίζονται τὴν πόλη.
Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται σήμερα εἶναι ἂν ἡ πόλη ἀδειάσει ἀπὸ μνήμη, τί ἐνδιαφέρει, τὸ ἔδαφος, οἱ τοῖχοι;
Ἡ παιδεία ἦταν συνυφασμένη μὲ τὴν Δημοκρατία καὶ μὲ τὴν γνώση τοῦ παρελθόντος τῆς κοινότητας (μῦθοι, ἱερά, ἱστορία, τραγωδίες καὶ κωμωδίες ποὺ παρουσιάζονταν στὰ θέατρα, ἑορτές, ἀγῶνες), ὥστε νὰ ἀποφασίζουν γιὰ τοὺς νόμους, γιὰ τοὺς θεσμούς, γιὰ τὸ μέλλον.
Ἐφόσον ἀλλάξει τὸ πολίτευμα, ἀλλάζει ἡ πόλη;
Στὴν τραγωδία τοῦ Αἰσχύλου Πέρσαι ἀναλύεται ἡ διαφορὰ τῆς ἀνατολικῆς δεσποτικοῦ τύπου μοναρχίας ἀπὸ τὴν Δημοκρατία στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, γιὰ τὴν ὁποία χαρακτηριστικὰ ρωτάει ἡ Ἄτοσσα
«ποῦ τὰς Ἀθήνας φασὶν ἱδρῦσθαι χθονός;»
καί ἀπαντάει ὁ Χορός.
Στήν ἐρώτησή της, κατά τόν Αἰσχύλο,
«τίς δὲ ποιμάνωρ ἔπεστι κἀπιδεσπόζει στρατῷ;»
ἀπαντάει ὁ Χορός
«οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι», ὅπου φῶς κατά τήν ΤΝ «η λέξη φωτὸς είναι γενική ενικού του αρχαιοελληνικού ουσιαστικού ὁ φώς (που σημαίνει άνθρωπος, άνδρας, θνητός)».
ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Πέρσαι
Οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα δὲν ἦταν ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν θρησκεία ποὺ ἦταν καὶ φιλοσοφία καὶ μυστήρια καὶ ὀντολογία. Ἡ συμμετοχὴ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου μόνο τῶν ἀνδρῶν, ἡ διάκριση γυναικῶν καὶ δούλων δὲν ἦταν τυχαία.
Ἡ φιλοσοφία ἦταν μέσα στὴν πολιτικὴ ζωή, μὲ φιλοσοφοῦντες ὄχι ἀνώνυμους ἀλλὰ ἐπώνυμους μετέχοντες τῆς κοινωνίας, ὅπως ἀποτυπώνονται στὰ κείμενα τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Σωκράτη καί τοῦ Πρωταγόρα, γιὰ τὶς πολιτικὲς καὶ ὀντολογικὲς ἰδέες του, ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν Ἔρωτα καὶ τὴν ἰδέα τοῦ Καλοῦ τόσο σημαντικῆς γιά τήν λειτουργία τῆς πόλης, ἀφοῦ ὁ ἔρως ἔχει τὴν ἐπιθυμία ὄχι τοῦ ὡραίου ἀλλά «Τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ κάλῷ», ἀπό τὸ Συμπόσιο, ποὺ εἶναι μία ὀντολογικὴ πραγματεία περὶ Ἔρωτος. Ἡ ἐτυμολογία γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ἐννοιῶν στὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι σημαντική, ἡ ὁμοφυλοφιλία ποὺ ἀναφέρεται στὸ Συμπόσιο, μὲ ἐτυμολογία σαφῆ στὰ Ἑλληνικὰ, καὶ ἡ ἔννοια τοῦ ἀνδρόγυνου, δὲν ἀναφέρονται σὲ σχέση ἀδελφοῦ μὲ ἀδελφή. Ἀφοῦ ὁ ἔρωτας ἀφορᾶ ἕλξη δύο ἀνθρώπων καὶ ὄχι ἀδελφικὴ σχέση.
Τὰ ἀρχαῖα κείμενα, οἱ ἰδέες ποὺ καταγράφονται σὲ αὐτά, ἀπαιτοῦν ἀρτιότατη γνώση τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσας γιὰ τὴν ἐμβάθυνση σὲ αὐτά καί στίς ἔννοιες πού πραγματεύονται. Καί ἐπειδή εἴμαστε οἱ μόνοι πού μποροῦμε νά ἐμβαθύνουμε, πρέπει νά προτάξουμε ὡς πολιτική ἀπαίτηση καί συλλογική μνήμη τήν ὀρθή ἐκμάθηση τῆς γλώσσας μας.