Η νομιμότητα του να επιτρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν βρετανικές βάσεις για να αναχαιτίζουν ιρανικές επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ

21 Μαρτίου 2026

ejiltalk.org

Γράφει ο Marko Milanovic

Χθες, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε μια σημαντική αλλαγή στην πολιτική της, βάσει της οποίας επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιούν βρετανικές στρατιωτικές βάσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου τους με το Ιράν, αποκλειστικά και μόνο για την αναχαίτιση ιρανικών επιθέσεων κατά χωρών του Κόλπου. Είχα εξετάσει προηγουμένως αυτό το ζήτημα, ενώ είχε υπάρξει και εκτενής συζήτηση στα σχόλια εκείνης της ανάρτησης. Τώρα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διεύρυνε τη συναίνεση που είχε δώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να καλύπτει επίσης επιχειρήσεις κατά ιρανικών μέσων που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις εναντίον της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Οι υπουργοί καταδίκασαν την επέκταση των ιρανικών στόχων ώστε να περιλαμβάνουν και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Συμφώνησαν ότι τα απερίσκεπτα ιρανικά πλήγματα, μεταξύ άλλων κατά πλοίων υπό τη βρετανική εμπορική σημαία (Red Ensign), καθώς και πλοίων στενών συμμάχων και εταίρων του Ηνωμένου Βασιλείου στον Κόλπο, κινδυνεύουν να ωθήσουν περαιτέρω την περιοχή σε κρίση και να επιδεινώσουν τις οικονομικές συνέπειες που γίνονται αισθητές στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Επιβεβαίωσαν επίσης ότι η συμφωνία για τη χρήση βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας της περιοχής περιλαμβάνει και αμερικανικές αμυντικές επιχειρήσεις με στόχο την υποβάθμιση των πυραυλικών θέσεων και δυνατοτήτων που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις κατά πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Επανέλαβαν δε ότι οι αρχές που διέπουν την προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου στη σύγκρουση παραμένουν οι ίδιες: το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να είναι προσηλωμένο στην υπεράσπιση του λαού του, των συμφερόντων του και των συμμάχων του, ενεργώντας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και χωρίς να παρασυρθεί στην ευρύτερη σύρραξη.

Η μεσαία αυτή πρόταση είναι εδώ το κλειδί — είμαι βέβαιος ότι έχει υποβληθεί σε ενδελεχή νομική επεξεργασία, θα έλεγε κανείς — και θα επανέλθω παρακάτω σε ορισμένες από τις διατυπώσεις της. Η ουσία αυτής της ανάρτησης είναι ότι, ενώ προηγουμένως είχα υπερασπιστεί τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την περιορισμένη αμερικανική χρήση των βάσεών του, είμαι λιγότερο βέβαιος ότι αυτή η επέκταση στο Ορμούζ δικαιολογείται νομικά. Τουλάχιστον, είναι νομικά πιο επισφαλής από την προηγούμενη θέση που είχε λάβει το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και αν, πολιτικά, η ζημία που προκαλεί το Ιράν στους γείτονές του και στην παγκόσμια οικονομία, εμποδίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της ναυσιπλοΐας μέσω του Ορμούζ, σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι απίθανο να υποστεί σημαντικό πολιτικό κόστος αναλαμβάνοντας αυτό το ρίσκο.

Ας ξεκινήσουμε με σημεία που, κατά τη γνώμη μου, είναι απολύτως μη αμφιλεγόμενα από νομική άποψη.

Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διεξάγουν επιθετικό πόλεμο κατά του Ιράν, κατά παράβαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Δεύτερον, όλα τα κράτη έχουν υποχρέωση να μην συμμετέχουν ούτε να συνδράμουν με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτή την παραβίαση της απαγόρευσης χρήσης βίας που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του Χάρτη.

Τρίτον, το Ιράν έχει δικαίωμα αυτοάμυνας βάσει του άρθρου 51 του Χάρτη, αλλά το δικαίωμα αυτό περιορίζεται από τα εθιμικά κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Τέταρτον, οι χρήσεις βίας από το Ιράν κατά χωρών του Κόλπου υπερβαίνουν σαφώς ό,τι είναι αναγκαίο και αναλογικό, για δύο λόγους: πρώτον, επειδή — με ορισμένες πιθανές εξαιρέσεις, τις οποίες δεν θα εξετάσω εδώ — οι χώρες του Κόλπου δεν έχουν επιτρέψει στις ΗΠΑ ή στο Ισραήλ να χρησιμοποιούν τα εδάφη τους για να επιτίθενται στο Ιράν· και δεύτερον, επειδή το Ιράν προφανώς επιτίθεται σε πολιτικές υποδομές αυτών των χωρών προκειμένου να τους επιφέρει οικονομική ζημία, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι οι χρήσεις βίας από το Ιράν κατά χωρών του Κόλπου δεν έχουν αμυντικό χαρακτήρα, αλλά συνιστούν ένοπλες επιθέσεις. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται επίσης από την πρόσφατη υιοθέτηση του ψηφίσματος 2817 (2026) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο καταδικάζει τις επιθέσεις του Ιράν, καθώς και από το επίπεδο υποστήριξης που έτυχε το ψήφισμα αυτό στο ευρύτερο σώμα των κρατών-μελών του ΟΗΕ.

Πέμπτον, επομένως, οι χώρες του Κόλπου έχουν δικαίωμα ατομικής αυτοάμυνας, ώστε να αποκρούσουν τις συνεχιζόμενες ένοπλες επιθέσεις του Ιράν εναντίον τους.

Έκτον, το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο αναχαιτιστική δράση για την καταστροφή ιρανικών πυραύλων και drones στον εναέριο χώρο τους, αλλά καλύπτει επίσης πιθανή χρήση βίας και στο ίδιο το έδαφος του Ιράν, όπως εναντίον θέσεων εκτόξευσης πυραύλων ή drones, καθώς και εγκαταστάσεων παραγωγής και διοίκησης. Το γεγονός ότι οι χώρες του Κόλπου δεν έχουν έως τώρα χρησιμοποιήσει οι ίδιες βία με αυτόν τον τρόπο, αλλά έχουν περιοριστεί μόνο σε αναχαιτιστική δράση, δεν οφείλεται στο ότι δεν έχουν το σχετικό δικαίωμα, αλλά στο ότι έχουν λάβει μια πολιτική απόφαση να προσπαθήσουν να αποφύγουν περαιτέρω κλιμάκωση.

Έβδομον, οι χώρες του Κόλπου έχουν επίσης το δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας, υπό την έννοια ότι μπορούν να ζητήσουν από οποιοδήποτε κράτος στον κόσμο να τις συνδράμει στη λήψη αμυντικών μέτρων κατά του Ιράν. Αυτό θα περιλάμβανε όλα τα είδη στρατιωτικής δραστηριότητας που αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή όχι μόνο την αναχαίτιση εισερχόμενων βλημάτων.

Όγδοον, το δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας μπορεί να ασκηθεί μόνο κατόπιν αιτήματος του κράτους-θύματος. Υπάρχει, ωστόσο, κάποια διαφωνία ως προς το αν υπάρχουν απαιτήσεις ως προς τον τρόπο και τη μορφή που θα πρέπει να πληροί ένα τέτοιο αίτημα, ιδίως ως προς το αν θα πρέπει να είναι δημόσιο. Με τα σημερινά δεδομένα, η κρατούσα άποψη είναι πιθανότατα ότι δεν υπάρχουν τυπικές απαιτήσεις μορφής — έτσι, μια εμπιστευτική γραπτή διακοίνωση ή ακόμη και ένα τηλεφώνημα θα αρκούσε. Η μορφή αφορά περισσότερο το ζήτημα της απόδειξης ότι το αίτημα όντως υποβλήθηκε, εφόσον αυτό καταστεί αντικείμενο αμφισβήτησης. Για μια πρόσφατη, εκτενή και αυστηρή ανάλυση αυτών των σημείων, βλ. James Green, Collective Self-Defence in International Law (CUP, 2024), κεφάλαιο 6.

Ένατον, φαίνεται προφανές, βάσει των πραγματικών περιστατικών, ότι ορισμένα κράτη του Κόλπου έχουν υποβάλει αιτήματα συλλογικής αυτοάμυνας, αλλά αυτά δεν είναι δημόσια ως τέτοια και, επομένως, δεν γνωρίζουμε σε ποιους συγκεκριμένα απευθύνθηκαν ούτε αν περιορίζονταν κατά οποιονδήποτε τρόπο ως προς το πεδίο εφαρμογής τους.

Δέκατον, επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο — όπως και άλλα κράτη — έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τα κράτη του Κόλπου με όλα τα αναγκαία και αναλογικά μέσα, περιλαμβανομένων όλων των μορφών χρήσης βίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθώς και με την παροχή πληροφοριών ή με τη διάθεση των βάσεών του ή άλλων εγκαταστάσεων σε άλλα κράτη που ασκούν συλλογική αυτοάμυνα.

Και πάλι, κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά τα σημεία είναι εντελώς μη αμφιλεγόμενα. Εκεί όπου ανακύπτει η διαφωνία είναι στο ερώτημα αν τα δύο κράτη που άρχισαν αυτόν τον πόλεμο, δηλαδή οι ΗΠΑ και το Ισραήλ — αλλά ιδίως οι πρώτες — μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας των χωρών του Κόλπου και αν, συνακόλουθα, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να θέσει τις βάσεις του στη διάθεση των ΗΠΑ, αλλά αποκλειστικά για τον περιορισμένο σκοπό της αναχαίτισης ιρανικών επιθέσεων κατά κρατών του Κόλπου. Έχω υποστηρίξει ότι αυτό θα ήταν, κατ’ αρχήν, νομικά δυνατό, εφόσον, ως ζήτημα πραγματικών περιστατικών, το Ηνωμένο Βασίλειο διασφαλίζει ότι η χρήση των βάσεών του από τις ΗΠΑ παραμένει αυστηρά περιορισμένη στην άμυνα των κρατών του Κόλπου.

Αντιθέτως, άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι αυτό δεν θα ήταν νομικά δυνατό, για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, επειδή οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να σταματήσουν τον επιθετικό τους πόλεμο κατά του Ιράν, δηλαδή εκείνο ακριβώς που οδήγησε το Ιράν να επιτεθεί στους γείτονές του, πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε αμερικανική αντίδραση στο πλαίσιο υποτιθέμενης συλλογικής αυτοάμυνας αποτυγχάνει να πληροί το κριτήριο της αναγκαιότητας. Και δεύτερον, επειδή οποιεσδήποτε αμερικανικές ενέργειες κατά του Ιράν δεν μπορούν να αποσπαστούν από τη συνολική εκστρατεία επιθετικότητας που διεξάγουν οι ΗΠΑ. Δεν συμφωνώ με αυτά τα δύο επιχειρήματα. Το πρώτο αρνείται την αυτενέργεια του Ιράν, δηλαδή τη δική του επιλογή να επιτεθεί στους γείτονές του, και ουσιαστικά υπάγει όλες τις επιλογές που έκανε το Ιράν στην αρχική επιθετική ενέργεια των ΗΠΑ. Το δεύτερο είναι, κατά τη γνώμη μου, στην πραγματικότητα ζήτημα πραγματικών περιστατικών και εξαρτάται από τα αποδεικτικά στοιχεία. Θα συμφωνούσα ασφαλώς με την άποψη ότι, επιτρέποντας τη χρήση των βάσεών του, το Ηνωμένο Βασίλειο εκτίθεται σε πολύ υψηλό νομικό κίνδυνο να καταστεί συνεργός στην αμερικανική επιθετικότητα — κίνδυνο που σχεδόν όλες οι άλλες χώρες του κόσμου απέφυγαν. Ωστόσο, το αν αυτός ο κίνδυνος θα υλοποιηθεί εξαρτάται από το πώς πράγματι χρησιμοποιούνται οι βάσεις.

Αυτό με φέρνει στη νέα επέκταση της βρετανικής πολιτικής στο Ορμούζ. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η επέκταση θέτει διακριτά νομικά ζητήματα. Φαίνεται να εξομοιώνει τις ιρανικές επιθέσεις κατά κρατών του Κόλπου με τις επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Όμως αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο, για αρκετούς λόγους.

Πρώτον, αν μια επίθεση κατά πλοίου συνέβη στα χωρικά ύδατα του Ομάν, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για ένοπλη επίθεση κατά του Ομάν. Το ίδιο όμως δεν ισχύει αν ένα πλοίο πληγεί εντός των ίδιων των χωρικών υδάτων του Ιράν ή στην ανοικτή θάλασσα.

Δεύτερον, είναι νομικά πολύ προβληματικό να υποστηριχθεί ότι οι επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας ενός κράτους συνιστούν ένοπλη επίθεση κατά αυτού του κράτους, με τον ίδιο τρόπο που θα ίσχυε αν είχε δεχθεί επίθεση στρατιωτικό του πλοίο. Έχουμε βρεθεί ξανά μπροστά σε αυτό το ζήτημα, όταν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποίησαν βία κατά των Χούθι στην Υεμένη εξαιτίας των επιθέσεών τους κατά της εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα.

Τρίτον, και αυτό είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών, από όσα αντιλαμβάνομαι, τα περισσότερα — αν όχι όλα — από τα πλοία που επλήγησαν δεν έφεραν τη σημαία κάποιου κράτους του Κόλπου, αλλά τρίτων κρατών, όπως η Ταϊλάνδη, η Ιαπωνία ή οι Νήσοι Μάρσαλ.

Για να είμαι σαφής, δεν υποστηρίζω εδώ ότι οι ιρανικές επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ είναι νόμιμες. Δεν είναι — ή τουλάχιστον οι περισσότερες από αυτές δεν είναι — είτε από την άποψη του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, δηλαδή του δικαίου του ναυτικού πολέμου, είτε από την άποψη του γενικού δικαίου της θάλασσας. Αυτό που λέω είναι ότι οι επιθέσεις αυτές δεν μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν ως «ένοπλη επίθεση» κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη, η οποία γεννά δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας. Δηλαδή, αν ένα ταϊλανδικό πλοίο πληγεί από το Ιράν στο Ορμούζ, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς αυτό συνιστά ένοπλη επίθεση κατά οποιασδήποτε χώρας του Κόλπου, εκτός ίσως από το Ομάν, αν το πλοίο βρισκόταν, κατά τη στιγμή της επίθεσης, σε ομανικά και όχι σε ιρανικά χωρικά ύδατα.

Επομένως, αν εξετάσει κανείς τη διατύπωση της παραπάνω δήλωσης της βρετανικής κυβέρνησης, είναι κάπως παράδοξο — για να το θέσω ήπια — το ότι οι Υπουργοί επιβεβαιώνουν πως η προγενέστερη συμφωνία περιλάμβανε ήδη, κατά κάποιον τρόπο, και τις επιθέσεις στο Ορμούζ, σαν να μην πρόκειται νομικά για μια αρκετά ουσιώδη επέκταση της προηγούμενης συμφωνίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι αναφορές σε πλοία υπό τη Red Ensign, δηλαδή σε βρετανικά εμπορικά πλοία, αλλά δεν είμαι βέβαιος πόσες τέτοιες επιθέσεις πράγματι έλαβαν χώρα. Και πάλι, είναι νομικά εξαιρετικά προβληματικό να εξισώνονται επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων με επίθεση κατά του ίδιου του κράτους. Έπειτα υπάρχει και η αναφορά στη «συλλογική αυτοάμυνα της περιοχής». Όμως, όπως σημείωσα παραπάνω, το μόνο κράτος της περιοχής που μπορεί εύλογα να ισχυριστεί ότι υπήρξε θύμα ένοπλης επίθεσης σε σχέση με πλοία που διέρχονται από το Ορμούζ είναι πιθανότατα το Ομάν.

Εν ολίγοις, η δήλωση που εξέδωσε η βρετανική κυβέρνηση δεν απαντά σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα ως προς το γιατί αμερικανικά πλήγματα κατά ιρανικών στρατιωτικών μέσων επί ιρανικού εδάφους θα ήταν νόμιμα και διακριτά από τον συνολικό επιθετικό πόλεμο των ΗΠΑ, απλώς και μόνο επειδή αυτά τα ιρανικά μέσα χρησιμοποιούνταν για επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Διότι αυτό ακριβώς είναι το βασικό πρόβλημα: αν τα αμερικανικά πλήγματα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του δικαιώματος αυτοάμυνας, τότε το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί νομίμως να επιτρέψει τη χρήση των βάσεών του για τον σκοπό αυτό. Και για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα έπρεπε να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, αν κάποιο κράτος του Κόλπου — και ιδίως το Ομάν — υπέβαλε περαιτέρω αιτήματα συλλογικής αυτοάμυνας προς τις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία να αφορούν ειδικά τις ιρανικές επιθέσεις κατά πλοίων που διέρχονται από το Ορμούζ.

Ο Marko Milanovic είναι Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Reading, επισκέπτης κάτοχος της έδρας Raoul Wallenberg στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Ανθρωπιστικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Lund, καθώς και Ακαδημαϊκός Εμπειρογνώμονας στο Doughty Street Chambers. Είναι πρώην συνδιευθυντής σύνταξης του EJIL: Talk!

ejiltalk.org

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα