Θόδωρος Χατζηαναστασίου.
Η τρομακτική κρίση κρατούσε χρόνια. Ο ασφυκτικός κλοιός που είχαν επιβάλλει στη χώρα, στραγγάλιζε όχι μόνο οικονομικά αλλά και ηθικά το λαό. Οι αυτοκτονίες ήσαν στην ημερησία διάταξη, όσο και αν η κυβέρνηση προσπαθούσε να το αποσιωπά. Επιχειρήσεις έκλειναν, περιουσίες χάνονταν, ανθρώπινα ράκη σέρνονταν στους δρόμους ψάχνοντας στα σκουπίδια για μια μπουκιά φαγητό…
Κάτω απ’αυτές τις συνθήκες, η δράση κάποιων ακτιβιστών ήταν όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και απολύτως δικαιολογημένη. Επιθέσεις σε συγκροτήματα τύπου, σε ξένες πρεσβείες, σε επιχειρηματικούς ομίλους της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας αλλά και σε γραφεία κοινοβουλευτικών κομμάτων που αντιπολιτεύονταν τη σοσιαλιστική κυβέρνηση… Είχαν αρχίσει δειλά-δειλά, στοχεύοντας-υποτίθεται-στους άγριους εκμεταλλευτές της εργατικής τάξης. Οπλισμένοι με λοστούς και σφυριά έσπαζαν βιτρίνες, βανδάλιζαν γραφεία και έφευγαν τρέχοντας πριν καν προλάβει η αστυνομία να κινηθεί. ΄Αλλοτε πάλι εισέβαλλαν σε πολυκαταστήματα, επιτίθεντο στις προθήκες με τα εμπορεύματα και τα σκόρπιζαν-τα αναδιένειμαν-στους ανύποπτους διαβάτες. Σπανιότερα εφορμούσαν εναντίον χρηματαποστολών και τραπεζών κρατώντας πυροβόλα όπλα, λήστευαν και χάνονταν κατόπιν σαν αέρας.
Γι’ αυτές τις βιαιοπραγίες η αντίδραση της αστυνομίας και της κυβέρνησης ήταν τόσο χαλαρή που ξάφνιαζε. Κάποιοι ισχυρίζονταν ότι αυτοί οι ακτιβιστές ήσαν λαϊκοί τιμωροί και τους προσέφερε κάλυψη ο απλός λαός. ‘Αλλοι πάλι υποψιάζονταν ότι υπήρχε ένας σκοτεινός σύνδεσμος που συνέδεε τους ταραξίες με κάποια υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη. Μερικοί έφτασαν να υποστηρίξουν ότι οι ίδιες οι μυστικές υπηρεσίες του κράτους καθοδηγούσαν, κύριος οίδε με ποιον απώτερο στόχο, αυτές τι ομάδες κρούσης. Η αλήθεια είναι ότι η σοσιαλιστική κυβέρνηση ενώ λεκτικά καταδίκαζε τις επιθέσεις, δεν έδειχνα μεγάλη προθυμία να προβεί σε συλλήψεις και τιμωρίες. Στις σπάνιες περιπτώσεις που, όπως φαίνεται κατά λάθος, συνελήφθηκαν κάποιοι ακτιβιστές, αποδείχθηκε ότι ήσαν γιοί υψηλόβαθμων κυβερνητικών λειτουργών. Μετά από αυτές τις συλλήψεις η αστυνομία ατόνησε εντελώς, αντιθέτως διογκώθηκε η έρπουσα υποψία για υπόγεια σύνδεση κυβέρνησης και ακτιβιστών.
Προϊόντος του χρόνου, η δράση αυτών των ομάδων και πύκνωνε και μεταβαλλόταν ποιοτικά. Παρήλαυναν κραδαίνοντας πυροβόλα όπλα στο κέντρο της πρωτεύουσας. Προχωρούσαν σε κυριολεκτική κατάληψη δημοσίων-και όχι μόνο-κτιρίων, πυρπολούσαν τα μέσα συγκοινωνίας στη μέση του δρόμου… Επιτίθεντο σε πρεσβείες με ορατό τον κίνδυνο να προκληθεί διπλωματικό επισόδειο… Αίσθηση προκάλεσε η εισβολή στο κτίριο του Κοινοβουλίου, μετά την οποία οι εισβολείς συνελήφθησαν, αλλά με εντολή του προέδρου της Βουλής αφέθησαν ελεύθεροι.
Στελέχη της αστυνομίας άφηναν αιχμές κατά κυβερνητικών παραγόντων, ισχυριζόμενα ότι εάν τους εδίδετο η εντολή θα μπορούσαν να συλλάβουν τάχιστα τους ταραξίες. Από την πλευρά της η κυβέρνηση διέψευδε την οποιαδήποτε σχέση της με τέτοιου είδους δράστες. Ολοένα και περισσότερο όμως γινόταν φανερό ότι έφτανε να χαρακτηριστεί κάποιος εχθρός της σοσιαλιστικής κυβέρνησης για να του επιτεθούν αμέσως με σφοδρότητα αυτά τα ιδιότυπα μορφώματα ταραχοποιών. Ωστόσο η λαϊκή αντίδραση περιοριζόταν σε ψιθύρους και μουρμουρητά, καθώς άλλοι μεν υποστήριζαν ότι αποκλείεται μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να μετέρχεται τέτοιων ανήθικων, αντισυνταγματικών μεθόδων κι άλλοι εφοβούντο ότι οιαδήποτε αντίδρασή τους θα τους καθιστούσε αυτομάτως στόχους. Σε κάθε περίπτωση, αυτού του είδους οι δισταγμοί κι οι παλινωδίες οδήγησαν την κοινωνική ανασφάλεια στα άκρα. Κι όταν, στα μέσα του 1934 ο ίδιος ο πρωθυπουργός διέταξε την εξόντωση του συντονιστή των ταγμάτων αυτών εφόδου, του φίλου και συνεργάτη του ‘Ερνεστ Ρεμ, ήταν πια φανερό ότι η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αδόλφου Χίτλερ είχε διαβεί τον Ρουβίκωνα.


