του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Σε περιόδους έντονης γεωπολιτικής έντασης, οι Θαλάσσιες μεταφορές έχουν σημασία γιατί αποσαφηνίζουν τον κίνδυνο. Στον πόλεμο με το Ιράν η αναφορά σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος είναι εύστοχη, αλλά όχι πλήρης. Στην πραγματικότητα, η τρέχουσα αντιπαράθεση μοιάζει λιγότερο με ανοιχτό επιχειρησιακό πεδίο ανάμεσα σε εμπολέμους και περισσότερο με ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα ελέγχου, με θαλάσσια συμφόρηση, περιορισμούς και ελάχιστα περιθώρια λάθους. Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα πέρασμα, αποτελούν την κεντρική αρτηρία της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας. Όταν η πίεση αυξάνεται εκεί, οι συνέπειες εξαπλώνονται πολύ πέρα από τον Κόλπο.
Η παρούσα αντιπαράθεση χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία στα μέσα, αλλά συμμετρία στους κινδύνους. Το Ιράν διαθέτει γεωγραφική επιρροή πάνω στο Στενό του Ορμούζ, ένα κρίσιμο πέρασμα από το οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας ενέργειας και των λιπασμάτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη, κατέχουν συντριπτική συμβατική και κυβερνοπολεμική ισχύ, με τη δυνατότητα να πλήξουν υποδομές βαθιά μέσα στο Ιράν. Καμία πλευρά δεν στερείται επιλογών κλιμάκωσης και οι δύο όμως στερούνται μιας καθαρής εξόδου διαφυγής.
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι αποκλιμάκωση, αλλά δισταγμός.
Τα σήματα είναι ανάμεικτα αλλά αποκαλυπτικά. Διπλωματικοί απεσταλμένοι, που βρίσκονται πιο κοντά στα κέντρα λήψης αποφάσεων, κινούνται αθόρυβα ή παραμένουν σε αναμονή, υποδηλώνοντας παρασκηνιακές διεργασίες που δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί. Την ίδια στιγμή, στρατιωτικές δυνάμεις συνεχίζουν να τοποθετούνται με αργό και μεθοδικό ρυθμό. Η μετακίνηση εκστρατευτικών μονάδων προς τον Κόλπο μπορεί να λειτουργεί ως μοχλός πίεσης, αλλά η ιστορία μας υπενθυμίζει ότι τέτοιες κινήσεις μπορούν εξίσου εύκολα να μετατραπούν σε πυροκροτητές.
Από μια ναυτική και στρατηγική σκοπιά, τρεις διαστάσεις καθορίζουν τη σημερινή «κατάσταση του παιχνιδιού»: η αποτρεπτική σηματοδότηση, η θαλάσσια ασφάλεια και η οικονομική ανθεκτικότητα.
Πρώτον, η αποτρεπτική σηματοδότηση έχει εισέλθει σε μια φάση προσεκτικής κλιμάκωσης. Η ανάπτυξη εκστρατευτικών δυνάμεων, ιδίως αμφίβιων μονάδων, δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια γνώριμη στρατηγική πίεση χωρίς άμεση κλιμάκωση. Η μετακίνηση των Πεζοναυτών προς τον Κόλπο δεν αφορά μόνο την προετοιμασία για επιχειρήσεις, αλλά και τη διαμόρφωση των όρων της διαπραγμάτευσης. Πρόκειται για εξαναγκαστική διπλωματία εν κινήσει. Ωστόσο, τέτοιου είδους κινήσεις εμπεριέχουν εγγενείς κινδύνους, όπως παρερμηνείες, λανθασμένους υπολογισμούς και τον διαρκή κίνδυνο ενός περιστατικού στη θάλασσα που θα ξεφύγει από τον έλεγχο.
Δεύτερον, και κρισιμότερο από ελληνική σκοπιά, είναι η θαλάσσια ασφάλεια. Η Ελλάδα, ως μία από τις κορυφαίες ναυτιλιακές δυνάμεις παγκοσμίως, γνωρίζει καλύτερα από πολλούς ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι οικονομική γραμμή ζωής. Η μερική ή επιλεκτική παρεμπόδιση της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη και αν αφορά συγκεκριμένες σημαίες ή φορτία, υπονομεύει την ίδια την έννοια των ανοικτών θαλασσών. Οι αναφορές ότι ορισμένα δεξαμενόπλοια συνεχίζουν να διέρχονται υπό σιωπηρές συμφωνίες υποδηλώνουν κατακερματισμό των ναυτικών κανόνων. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Όταν η ελευθερία της ναυσιπλοΐας γίνεται υπό όρους, το προηγούμενο επεκτείνεται πολύ πέρα από τον Κόλπο, στην Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και ακόμη πιο μακριά.
Τρίτον, οι αγορές εμφανίζονται προς το παρόν πιο ανθεκτικές από ό,τι αναμενόταν. Η απουσία άμεσης εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου υποδηλώνει ότι οι επενδυτές έχουν πλέον ενσωματώσει τη γεωπολιτική αστάθεια. Ωστόσο, αυτή η ανθεκτικότητα ενδέχεται να αποδειχθεί απατηλή. Οι ενεργειακές αγορές μπορούν να προσαρμοστούν βραχυπρόθεσμα οι αγροτικοί κύκλοι όμως όχι. Η υποτιμημένη ευπάθεια, η εφοδιαστική αλυσίδα λιπασμάτων, ενδέχεται να αποτελέσει τη σημαντικότερη οικονομική συνέπεια μιας παρατεταμένης διαταραχής. Μια χαμένη καλλιεργητική περίοδος δεν είναι προσωρινό σοκ, είναι δομικό πλήγμα, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια και τον πληθωρισμό.
Πού μας οδηγούν όλα αυτά;
Υπάρχει συγκρατημένο περιθώριο αισιοδοξίας. Η παρούσα επιβράδυνση της κλιμάκωσης, υποδηλώνει ότι και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται το καταστροφικό κόστος μιας πλήρους σύγκρουσης. Διαπραγματεύσεις, είτε ορατές είτε παρασκηνιακές, πιθανότατα βρίσκονται σε εξέλιξη. Το στρατηγικό ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η παύση θα εξελιχθεί σε στροφή. Υπάρχει ένα πιθανό μονοπάτι προς διαπραγμάτευση. Περιορισμοί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με αντάλλαγμα εγγυήσεις για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και οικονομική ανακούφιση. Δεν πρόκειται για νέο πλαίσιο, αλλά παραμένει το πιο βιώσιμο. Η εναλλακτική είναι ένας παρατεταμένος κύκλος επιθέσεων, αντιποίνων και οικονομικής ασφυξίας που προσφέρει ολοένα και μικρότερα οφέλη για τις δύο πλευρές και ολοένα μεγαλύτερα κόστη για όλους τους υπόλοιπους.
Υπάρχει και ένας μακροπρόθεσμος ορίζοντας που δεν πρέπει να αγνοείται. Η ιδέα ότι οι εσωτερικές πιέσεις στο Ιράν θα μπορούσαν τελικά να αναδιαμορφώσουν το πολιτικό του τοπίο δεν είναι αβάσιμη. Δημογραφικές τάσεις, οικονομική πίεση και κοινωνική δυσαρέσκεια αποτελούν ισχυρές δυνάμεις. Αν προκύψει εσωτερική αλλαγή, η επανένταξη της χώρας στις παγκόσμιες αγορές θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες επενδυτικές ευκαιρίες του αιώνα. Ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία, εκπαίδευση, λίγες αγορές θα προσέφεραν αντίστοιχη κλίμακα και προοπτική.
Ωστόσο, η αισιοδοξία πρέπει να παραμείνει συγκρατημένη.
Η πιθανότητα αποκλιμάκωσης μπορεί να είναι αυξημένη, αλλά το περιθώριο λάθους είναι εξαιρετικά μικρό. Έστω ένα ελάχιστο ποσοστό για αναζωπύρωση των εχθροπραξιών δεν είναι αμελητέο, είναι στρατηγικά κρίσιμο. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι συνέπειες θα είναι άμεσες. Επιθέσεις σε υποδομές, παρατεταμένο κλείσιμο θαλάσσιων οδών και πιθανή ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων.
Από επενδυτική σκοπιά, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της περιοχής παραμένουν, παραδόξως, ισχυρές. Τα διαρθρωτικά πλεονεκτήματα του Κόλπου, όπως ενεργειακοί πόροι, συσσώρευση κεφαλαίων και αυξανόμενη περιφερειακή συνεργασία, εξακολουθούν να προσελκύουν ενδιαφέρον. Ακόμη και το Ιράν, σε ένα μετα-κρίσης ή μετα-καθεστώτος περιβάλλον, αποτελεί μια λανθάνουσα οικονομική δύναμη. Όμως οι επενδυτές, όπως και οι ναυτικοί διοικητές, οφείλουν να σταθμίζουν τον κίνδυνο έναντι της ευκαιρίας. Η αρχή είναι η ίδια. Προχωράς, αλλά με πλήρη επίγνωση της κατάστασης.
Για την Ευρώπη, και ιδιαίτερα για ναυτικά κράτη όπως η Ελλάδα, το δίδαγμα είναι σαφές. Η στρατηγική αυτονομία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θαλάσσια ασφάλεια. Η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, η διαφοροποίηση των ενεργειακών οδών και η ενίσχυση του διεθνούς ναυτικού δικαίου δεν είναι επιλογές, είναι αναγκαιότητες.
Στο τέλος, τα Στενά του Ορμούζ μας υπενθυμίζουν μια θεμελιώδη αλήθεια. Η παγκοσμιοποίηση στηρίζεται στη γεωγραφία. Και η γεωγραφία, σε αντίθεση με τις αγορές, δεν προσαρμόζεται εύκολα στην αισιοδοξία.
Υπάρχει αναστολή προς το παρόν. Όμως σε στενά ύδατα, ακόμη και ένα μικρό λάθος μπορεί να έχει παγκόσμιες συνέπειες.
Δεν είναι στιγμή για αισιοδοξία, αλλά είναι στιγμή για επαγρύπνηση, προσοχή, και ρεαλισμό. Αν πράγματι και οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται, έστω και καχύποπτα, η διεθνής κοινότητα οφείλει να κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει το ενδεχόμενο να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Καμμία τακτική επιτυχία δεν μπορεί να θεραπεύσει μια λανθασμένη εκλογή σκοπού.
Ο δεδηλωμένος σκοπός των επιτιθεμένων ήταν η ανατροπή της ιρανικής πολιτειακής τάξης, ώστε να εγκαθιδρυθεί μια ευνοϊκότερη για τους ίδιους. Αυτός ο σκοπός θεωρήθηκε, ότι θα επιτελούνταν μετά τον αποκεφαλισμό της ανωτάτης ιρανικής διοίκησης. Όλες οι επιχειρήσεις εκεί στόχευσαν.
Όπως αποδεικνύεται πλέον, το Ιράν είχε αποδεχθεί μια τέτοια απώλεια και είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για αυτή. Αν νίκη για έναν αμυνόμενο είναι η άρνηση του στρατηγικού σκοπού του αντιπάλου, τότε το Ιράν δεν είχε παρά να διασφαλίσει την σταθερότητα της πολιτειακής του τάξης.
Για να πετύχει την πολιτειακή σταθερότητα, όπως φαίνεται, επέλεξε δύο στρατηγικές, μια αμυντική και μια ανταποδοτική. Διότι αμυντική ήταν η στρατηγική, που είχε ως στόχο τη διασφάλιση της αλυσίδας εντολής – από την παραγωγή της έως τον έλεγχό της. Βάσει των εξελίξεων, οι απώλειες των δύο κορυφαίων ηγετών της πολιτικοστρατιωτικής διοίκησης δεν έχουν επηρεάσει την μαχητική ικανότητα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων. Αυτό, όμως, δεν θα αρκούσε, διότι ναι μεν το ιρανικό πολιτικό σύστημα θα ήλεγχε το εσωτερικό μέτωπο, αλλά η εξωτερική του νομιμοποίηση θα συνέχιζε να είναι εν αμφιβόλω. Χρειαζόταν, κατά συνέπεια, μια συμπληρωματική στρατηγική, που θα το εδραίωνε στο διεθνές περιβάλλον.
Αυτή δεν μπορούσε παρά να είναι μια ανταποδοτική στρατηγική (αν ο όρος είναι δόκιμος στρατιωτικά), η οποία θα είχε ως σκοπό την αύξηση της αβεβαιότητας στην περιοχή, εφόσον το πολιτικό σύστημα του Ιράν θα κατέρρεε. Η μεταφορά του κόστους στις γειτονικές χώρες και το “κλείσιμο” των στενών είναι δύο από τις πτυχές της.
Η πραγματικά ιδιοφυής, όμως, είναι μια τρίτη. Εκείνη, που καθιστά αδύνατες σήμερα τις διαπραγματεύσεις. ΗΠΑ και Ισραήλ, έχοντας εξοντώσει την ηγεσία του Ιράν, δεν γνωρίζουν την αξιοπιστία και την ικανότητα οποιουδήποτε μελλοντικού συνομιλήτή τους, έτσι ώστε το ίδιο το ιρανικό πολιτικό σύστημα, που μέχρι χθες ήταν στόχος τους να φαντάζει σήμερα επιθυμητό! Το Ιράν καθημερινά κερδίζει τη διεθνή του νομιμοποίηση!
Όλη η παραπάνω φλυαρία, δεν είχε άλλο σκοπό παρά να δείξει, ότι οποιαδήποτε χερσαία επιχείρηση, ακόμη και επιτυχημένη σε νήσους των στενών, δεν θα καταφέρει να μεταβάλλει την παταγώδη αποτυχία των ΗΠΑ. Θα είναι μια τακτική επιτυχία βραχείας διάρκειας. Αλλά αν δεν κάνω λάθος, μέχρι πριν 10 μέρες τα στενά ήταν ακόμη ανοιχτά! Όπως λέει κι ο λαός, “μια τρύπα στο νερό”!
ΥΓ. Δεν ξέρω για σας, αλλά μετά τα 40 δυσκολεύομαι να αποδεχθώ παίγνια θετικού αθροίσματος, ακόμη και εις πείσμα του μακαρίτη του Νας.