Η διαφορά της Ελλάδας με την Τουρκία δεν πρόκειται να επιλυθεί με εντρύφηση στις αρχές του Δικαίου και της λογικής
Κάθε Έλληνας πολίτης που σκέφτεται λογικά και ψύχραιμα αντιλαμβάνεται πως οι “διαφορές” της Ελλάδας με την Τουρκία δεν πρόκειται ποτέ να διευθετηθούν με “διάλογο” και “κατανόηση” μεταξύ των δύο πλευρών.
Αποκλειομένου αυτού λοιπόν, στο εναπομένον φάσμα των πιθανών εξελίξεων που μπορεί να φανταστεί κανείς, η καλύτερη δυνατή εξέλιξη θα ήταν εκείνη στην οποία μετά από μία αντιπαράθεση ισχύος, κάποιου είδους, (κάτι που μοιάζει αναπόφευκτο πλέον, σε ορίζοντα πενταετίας), στην οποία αντιπαράθεση δεν θα επιτύχει να κατισχύσει επί της Ελλάδος, η Τουρκία θα υποχρεωθεί να αποδεχθεί την προσφυγή στην διεθνή Διαιτησία, για την οριοθέτηση ΑΟΖ αποκλειστικά και μόνο-πράγμα το οποίο αποφεύγει και αρνείται συστηματικά από το 1976 έως σήμερα, διότι γνωρίζει πως η απόφαση θα βρίσκεται στον αντίποδα των ακραίων επιδιώξεών της.
Εν τούτοις, την προσφυγή στην διεθνή Δικαιοσύνη, της Χάγης ή του Αμβούργου, φαίνεται ομοίως να μη την επιθυμεί και ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, με το σκεπτικό ότι το τεράστιο “ειδικό βάρος” της Τουρκίας θα παρασύρει την δικαστική κρίση σε αποφάσεις επιζήμιες για τα εθνικά μας δίκαια. Αυτό όμως δεν είναι ορθό. Όσο και αν η γεωπολιτική και η οικονομική ισχύς μίας χώρας μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου, η επιρροή τους παραμένει οριακή και δεν θα είναι δυνατόν να καθορίσει την ουσία της απόφασης. Αυτό δείχνουν, άλλωστε, οι έως σήμερα ετυμηγορίες των διεθνών δικαστηρίων.
Επιπλέον, μάλιστα, όσοι αντιμετωπίζουν την προοπτική μίας από κοινού με την Τουρκία προσφυγής στα όργανα της διεθνούς δικαιοσύνης με επιφύλαξη θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους κάτι πολύ βασικό: δεν υπάρχει περίπτωση ένα διεθνές δικαστήριο να αγνοήσει και να εκμηδενίσει, ταυτοχρόνως, (αδικώντας έτσι την Ελλάδα), δύο βασικά δικαιώματα που της αναγνωρίζει το Δίκαιο της Θαλάσσης: πρώτα το δικαίωμα για χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων, και, μετά, το δικαίωμα των νησιών να έχουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ένα διεθνές δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει και να αποδυναμώσει ούτε το ένα από τα δύο δικαιώματα αυτά μίας χώρας.
Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με κατάργηση του Δικαίου της Θαλασσης αλλά και με κατάργηση του λόγου ύπαρξης του ίδιου του δικαστηρίου! Αλλά και στην ακραία περίπτωση που το δικαστήριο θα προχωρούσε σε κάτι ακραία παράλογο και άτοπο, αγνοώντας το ένα, τουλάχιστον, θεμελιώδες δικαίωμα από τα δύο, το άλλο δικαίωμα που θα παρέμενε αλώβητο στην πρακτική του εφαρμογή θα αρκούσε και μόνο του για την κατοχύρωση των ελληνικών διικαίων. Διότι δεν μπορεί να υπάρξει διεθνές δικαστήριο που θα αποφανθεί πως η Ελλάδα δεν έχει ούτε δικαίωμα για λειτουργική ΑΟΖ πέριξ των νήσων του Αιγαίου, ούτε και δικαίωμα για εθνικά χωρικά ύδατα εύρους 12 ναυτικών μιλίων!
Η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού, δηλαδή του ότι η Ελλάδα είναι, από άποψη Δικαίου, πλήρως” θωρακισμένη” λόγω των δύο θεμελιωδών της δικαιωμάτων, πρέπει να είναι σαφής ώστε , μεταξύ άλλων, τόσο από την πλευρά των χειριστών, όσο και από την πλευρά της κοινής γνώμης,να αποφεύγονται οι υπερβολές και οι αστοχίες, σε κρίσιμα θέματα εξωτερική πολιτικής. Οι προβλεψεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και η νομολογία και πρακτική των διεθνών δικαστηρίων που στηρίζονται σε αυτήν, επαρκούν πλήρως για την δικαίωση των εθνικών θέσεων,- εάν ποτέ υπάρξει δυνατότητα προσφυγής στα διεθνή όργανα. Για τον λόγο αυτό, η δυσπιστία σε θέσεις και ρυθμίσεις που στηρίζονται στο διεθνές νομικό κεκτημένο, είναι άστοχη και βλαπτική. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με την άποψη που φαίνεται πως επικρατεί στην κοινή γνώμη για την αξία και την σημασία της Συμφωνίας Ελλάδας-Αιγύπτου για την οριοθέτηση ΑΟΖ, του 2020.
Η Συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που υπεγράφη τον Αύγουστο του 2020, είναι, μαζί με τον “νόμο Μανιάτη”, οι μόνες, ίσως, τις τελευταίες δεκαετίες ορθές κινήσεις της,εξαιρετικα φοβικής και άτολμης κατά τα άλλα, πολιτικής μας στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, Εν τούτοις, η Συμφωνία αυτή αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης και κριτικής που τροφοδοτουν κατηγορίες ακόμη και για εθνική μειοδοσία.
Απόψεις που έρχονται πάλι στο προσκήνιο,σήμερα,εξ αιτίας της συζήτησης για τους τρόπους αντίδρασης στην πράξη επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από το λιβυκό κοινοβούλιο, και ακούγονται όταν ως ένας τρόπος αντίδρασης αναφέρεται η συνεννόηση με την Αίγυπτο για την επέκταση της υπάρχουσας συμφωνίας των ΑΟΖ προς τα ανατολικά. Οι αντιρρήσεις που εκφράζονται στηρίζονται στο επιχείρημα πως εάν το πράξουμε αυτό, θα επαναλάβουμε ένα λάθος, και, αντί να αντισταθμίσουμε, έστω και εν μέρει, τις τουρκικές μεθοδεύσεις απλά θα υποστούμε μία ακόμη ήττα διότι κατά πάσαν πιθανότητα θα αναγκαστούμε, -στο πνεύμα της “υποχώρησής” μας του 2020- να αποδεχθούμε εκ νέου μια ανισομερή και επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα συμφωνία.
Αλλά ποιά ήταν αυτή η “υποχώρηση”; Οι ισχυρισμοί περί τούτου, ανεξαρτήτως των προθέσεων που τους μποτείνουν, είναι απόλυτα λανθασμένοι, και οφείλονται σε μία σειρά σοβαρών παρανοήσεων για το τι ακριβώς είναι το δικαίωμα των νησιών να έχουν δική τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη αλλά και πώς το δικαίωμα αυτό μορφοποιείται και εκφράζεται τόσο στο πνεύμα της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θαλάσσης όσο και στην πρακτική των διεθνών Διαιτητικών Δικαστηρίων. Πιο συγκεκριμένα, η “κριτική” εκ μέρους ενός ένθερμου, αλλά αποπροσανατολισμένου, “πατριωτισμού”, εστιάζεται στο γεγονός ότι η οριοθέτηση της ΑΟΖ δεν υπολογίστηκε με “πλήρη επήρεια” της Ρόδου, της Καρπάθου και της Κάσου, ενώ η “πλήρης επήρεια” των νησιών αποτελεί αταλάντευτη εθνική θέση. Αποψη, όμως, που αγνοεί πως τα διεθνή Διαιτητικά Δικαστήρια συνήθως δεν δίνουν “πλήρη επήρεια” σεν νησιά τέτοιου τύπου, αλλά και πως ουδείς θα δεχόταν να συμφωνήσει για οριοθέτηση ΑΟΖ με παρόμοιους όρους.
Αγνοεί, κυρίως, όμως, η άποψη αυτή πως όλες οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες και πως η περίπτωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο είναι μία τελείως διαφορετική περίπτωση από την οριοθέτηση που πρέπει να γίνει με την Τουρκία για την ΑΟΖ του Αιγαίου. Ένας τέτοιος ένθερμος και πυριφλεγής πατριωτισμός μπορεί να καταντήσει φαιδρός, διότι στην ακραία συνέπεια των όσων υποστηρίζει, μπορεί κάποιος να πιστέψει πως η “μερικη επήρεια” των νησιών πρέπει να καταργηθεί, ως εθνομειοδοτική, απανταχού της οικουμένης-πράγμα που θα έφερνε μία τεράστια παγκόσμια αναστάτωση, και θα ήταν τόσο κωμική όσο και δραματική. Δηλαδή, όλα τα νησιά της Οικουμένης πρέπει να έχουν παντού και πάντα “πλήρη επήρεια”, ή αυτό είναι αποκλειστικό προνόμιο των νησιών του ελληνικού Έθνους;
Υπάρχει στις συζητήσεις για τις ΑΟΖ ένα “τεχνικό” στοιχείο που πολύ συχνά αγνοείται, και το οποίο βρίσκεται στην ρίζα του γεγονότος πως σχεδόν καμμία περίπτωση οριοθέτησης ΑΟΖ δεν είναι ίδια με κάποια άλλη. Το στοιχείο αυτό είναι πως τα νησιά έχουν την δυνατότητα να δημιουργούν πολύ μεγάλες “δυνητικές” ΑΟΖ, πολύ μεγαλύτερες από τις δυνητικές ΑΟΖ που δημιουργούν, (γεννούν) οι αντικείμενες ακτές, και γι’ αυτό σε πολλές περιπτώσεις αρκεί, ή και επιβάλλεται, η “μερική επήρεια” για την δίκαιη οριοθέτηση. ¨Οπως συμβαίνει και στην περίπτωση των ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου.
Ο κύκλος γεννά μεγαλύτερο εμβαδόν από την ευθεία
Προκειμένου να εννοήσει κανείς την ουσία της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των ηπειρωτικών ακτογραμμών και των νήσων όσον αφορά την γένεση δυνητικής Ανεξάρτητης Οικονομικής Ζώνης και του σχετικού δικαιώματος, που προκύπτει στην συνέχεια από αυτό κατόπιν της κατάλληλης τροποποίησης και προσαρμογής στην ευρύτερη γεωγραφική και γεωπολιτική πραγματικότητα, θα πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή του στο γεγονός πως τα νησιά, σε αντίθεση με τις ηπειρωτικές ακτές, μπορούν να “γεννήσουν” δυνητική ΑΟΖ και προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα..
Αντίθετα, οι ηπειρωτικές ακτές όσο εκτεταμένες και αν είναι, μπορούν να γεννήσουν δυνατότητες δυνητικής ΑΟΖ μόνο προς μία κατεύθυνση, εκείνη της ανοιχτής θάλασσας . Συνεπεία τούτου, κάθε νησί έχει κατ’ αρχήν την δυνατότητα να γεννήσει πολλαπλάσια μεγαλύτερη ΑΟΖ από την αντικείμενη ακτή . Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αν σε έναν κύκλο επεκτείνουμε κάθε σημείο της περιφέρειας του προς τα έξω σε απόσταση 200 ναυτικών μιλίων, που η UNCLOS ορίζει ότι είναι η μέγιστη ακτίνα της ΑΟΖ, θα δημιουργήσουμε πολύ μεγαλύτερο εμβαδόν από εκείνο που θα δημιουργήσει ένα σχετικά ευθύγραμμο τμήμα ηπειρωτικής ακτής που θα έχει το ίδιο μήκος με την περιφέρεια του κύκλου .
Να διευκρινίσουμε εδώ ότι κάθε νησί είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως κύκλος διότι ανεξαρτήτως του σχήματός του, μπορεί να εγγραφεί σε έναν κύκλο, πράγμα που σημαίνει πως κάθε σημείο της ακτής του είναι δυνατόν να εξακτινωθεί στην κατεύθυνση κάποιας εκ των 360 μοιρών του, ώστε να καλυφθούν έτσι και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα Αυτή η “γεωμετρική” δυνατότητα του νησιού να βρίσκεται στο κέντρο ενός κύκλου με ακτίνα μηκου 200 ναυτικών μιλίων, “γεννά” πραγματικά αδιανόητα μεγάλες δυνητικές ΑΟΖ,-αλλά και πραγματικές όταν δεν υπάρχει αντικείμενη ακτή να τις περιορίσει. (Τα νησιά της Γαλλίας στον Ειρηνικό Ωκεανό είναι η πιό χαρακτηριστική εκδήλωση του φαινομένου).
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια υποθετική περίπτωση εμπνευσμένη από την φανταστική λογοτεχνία και ας αναφερθούμε στο νησί των Λιλιπούτ το οποίο βρίσκεται στο μέσον ενός ωκεανού και κατοικείται από τον μικροσκοπικό λαό των Λίλιπουτ οι οποίοι έχουν οικονομική δραστηριότητα και βιοτική αυτάρκεια και συνεπώς, με βάση την UNCLOS, δικαιούνται ΑΟΖ. Και ας πούμε πως το συγκεκριμένο νησί έχει το ίδιο εμβαδόν που στην σύγχρονη εποχή έχει ένας δίσκος βινυλίου 33 στροφών. Αυτό λοιπόν το λιλιπούτιο νησί μπορεί να δημιουργήσει και να διαθέτει νόμιμα μια ΑΟΖ με εμβαδόν -περίπου- 126.000 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων (ή -περίπου- 431.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων). Και ας λάβουμε και ένα άλλο υποθετικό παράδειγμα, και πάλι από την φανταστική λογοτεχνία. Μία χώρα γιγάντων στην Παταγονία, που έχει μία σχετικά ευθεία ακτογραμμή 100 ναυτικών μιλίων. Πόση ΑΟΖ δικαιούται άραγε; Δικαιούται όση είναι το εμβαδόν του παραλληλογράμμου της μίας πλευράς των 100 ν.μ. πολλαπλασιασμένο με τα 200 ν.μ. της άλλης πλευράς που προβλέπει η UNCLOS, Δηλαδή 20.000 τ.ν.μ. 6 φορές λιγότερο από το νησί των Λιλιπούτειων!
Το πνεύμα της UNCLOS βέβαια δεν ήταν να δοθούν στις νησιωτικές κοινωνίες πολλαπλάσια δικαιώματα σε ότι αφορά την ΑΟΖ από ό,τι στις ηπειρωτικές κοινωνίες και χώρες. Απλά ήταν να υπάρχουν για τους νησιωτικούς πληθυσμούς τα ίδια δικαιώματα επιβίωσης και ευκαιριών στην οικονομική δραστηριότητα που υπάρχουν και για τους χερσαίους πληθυσμούς. Αυτή όμως η γεωμετρική δυνατότητα των νησιών να παράγουν κάποιες δυσανάλογα μεγάλες ΑΟΖ σε σχέση με τις ηπειρωτικές ακτές μπορεί να δημιουργήσει μία σειρά σοβαρών επιπλοκών όταν τα νησιά βρίσκονται πλησίον των ακτών, – κυρίως όταν οι ακτές ανήκουν σε άλλη χώρα. Για να μην καταλήξουν σε πολεμική βία, οι επιπλοκές αυτές θα πρέπει να διευθετηθούν είτε μέσω διαπραγματεύσεων είτε μέσω προσφυγής στα διεθνή Διαιτητικά Δικαστήρια. Και στις δύο περιπτώσεις, φυσικά, για την εύρεση λύσης θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί το όπλο της λογικής και της ευθυδικίας.
Για να αντιληφθούμε, όμως, τι είδους επιπλοκές δημιουργούνται πρέπει να δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως απέναντι στην ακτογραμμή της χώρας Α που είναι σχετικά ευθεία και έχει μήκος 100 ν.μ. βρίσκεται ένα μικρό νησάκι που έχει περίμετρο ακτής 10 ν.μ. Το νησί αυτό βρίσκεται απέναντι περίπου από το μέσον της ηπειρωτικής ακτής και σε απόσταση 24 ναυτικών μιλίων από αυτήν, σε ευθεία γραμμή. Οι λιγοστοί κάτοικοί του ζουν ψαρεύοντας, καλλιεργώντας σιτάρι, όσπρια και λαχανικά και έχουν αιγοπρόβατα και πουλερικά. Συνεπώς το νησί, αφού είναι κατοικημένο, έχει οικονομική δραστηριότητα και είναι αύταρκες, δικαιούται ΑΟΖ. Τα πρώτα 12 ναυτικά μίλια από την ηπειρωτική ακτή είναι τα εθνικά χωρικά ύδατα της χώρας Α ενώ τα επόμενα 12 είναι τα εθνικά χωρικά ύδατα της χώρας στην οποία ανήκει το νησί Β. Δεν υπάρχει άλλο νησί η άλλη ηπειρωτική ακτή στην προέκταση της ακτής της χώρας Α, τουλάχιστον για 200 ν.μ.
Τι ΑΟΖ λοιπόν θα γεννήσει για τα δύο μέρη η εφαρμογή των αρχών του Δικαίου της Θάλασσας; Ή δυνητική ΑΟΖ της ακτής της χώρας Α, κατ’ αρχήν, θα είναι το εμβαδόν του -ωσεί- παραλληλογράμμου που ορίζεται από τα 100 ναυτικά του μήκους της ακτής και τα 200 ναυτικά μίλια προς την ανοιχτή θάλασσα που προβλέπει η UNCLOS. Δηλαδή κατ’ αρχήν 20.000 τετραγωνικά ναυτικά μίλια. Από αυτά πάντως θα πρέπει αμέσως να αφαιρεθούν περίπου 750 έως 1000 τ,ν.μ. που είναι το εμβαδόν της έκτασης που ορίζουν για το νησί Β τα χωρικά του ύδατα. Συνεπώς η χώρα Α θα διαθέτει μία δυνητική ΑΟΖ με έκταση περίπου 19.000 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων.
Ποιά είναι, όμως, η δυνητική ΑΟΖ της νήσου Β;. Ξέρουμε πως εάν δεν υπήρχε η εκτεταμένη αντικείμενη ηπειρωτική ακτή της χώρας Α,, και η νήσος Β βρισκόταν στο μέσο του Ινδικού Ωκεανού, η δυνητική ΑΟΖ της θα ήταν περίπου 150.000 τετραγωνικά ναυτικά μίλια, δηλαδή το εμβαδόν ενός κύκλου με, κατά προσέγγισιν, ακτίνα 200 ναυτικών μιλίων. Επειδή όμως υπάρχει, απέναντι, προς τον νότο, η ηπειρωτική ακτή της χώρας Α, μπορούμε να θεωρήσουμε πως η δυνητική ΑΟΖ της χώρας Β, θα επεκτείνεται μόνο προς βορρά, όπου υπάρχει ανοιχτή θάλασσα. Σε αυτήν την περίπτωση θα έχουμε το εμβαδόν ενός ημικυκλίου με ακτίνα 200 ναυτικά μίλια. Και αυτό θα είναι περίπου 75.000 τ.ν.μ. Δηλαδή, και πάλι, το νησάκι με περίμετρο ακτής 10 ν.μ. θα γεννά σχεδόν τετραπλάσια δυνητική ΑΟΖ από την ακτή της ηπειρωτικής χώρας με μήκος 100 ν.μ.
Εδώ, όμως, αναφύεται ένα πρόβλημα το οποίο εντοπίζεται στο ότι και στις δύο περιπτώσεις αυτή η ΑΟΖ είναι δυνητική και όχι πραγματική. Πράγμα που συμβαίνει , διότι οι δύο δυνητικές ΑΟΖ επικαλύπτονται στο μεγαλύτερο μέρος τους. Και γι’ αυτό, με κάποιον τρόπο, (πόλεμο, διαπραγματεύσεις, ή Διαιτητικό Δικαστήριο) θα πρέπει να αποφασιστεί ποιό τμήμα, ποιάς δυνητικής ΑΟΖ θα εξαλειφθεί πρός όφελος της άλλης. Αν υποθέσουμε πως θα επικρατήσουν οι οπαδοί της “πλήρους επήρειας” των νησιών, τότε θα πρέπει να εξαλειφθεί το μεγαλύτερο μέρος της δυνητικής ΑΟΖ της ακτής της χώρας Α, που έχει την ατυχία να συμπίπτει με την δυνητική ΑΟΖ της νήσου Β.
Σε αυτήν την περίπτωση, μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η ακτή της χώρας Α θα απέμενε με μία ισχνή ΑΟΖ 1200 περίπου τ.ν.μ. – δηλαδή δεν θα είχε ΑΟΖ αφού αυτό θα ήταν το εμβαδόν της περιοχής των χωρικών της υδάτων! Αντίθετα η νήσος Β θα απολάμβανε, και θα συνεισέφερε στην συνολική ΑΟΖ της χώρας της, μία περιοχή που θα μπορούσε να φτάσει τα 75.000 περίπου τ.ν.μ. (Μπορεί να μην ήταν τόσο. Έχει σημασία και τι θα υπήρχε δεξιά και αριστερά της ακτής της χώρας Α, και πως αυτό θα επηρέαζε την ΑΟΖ της νησου Β. Στην καλύτερη περίπτωση η ΑΟΖ θα μπορούσε να είναι 75.000 τ.ν.μ. Στην εντελώς χειρότερη θα ήταν 20.000 τ.ν.μ. Αυτό σημαίνει πως η νήσος Β θα είχε αποσπάσει και θα είχε ως ΑΟΖ της όλη την δυνητική ΑΟΖ της ακτής της χώρας Α).
Μόνο που αυτό θα ήταν μία κατάσταση που ούτε η χώρα Α θα μπορούσε να δεχθεί, ούτε κάποιο διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο θα επικύρωνε, αφού, είναι προφανές πως θα είχε παραβιαστεί το πνεύμα του νόμου για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Για τον λόγο αυτό, τουλάχιστον στα διεθνή Διαιτητικά Δικαστήρια, νησιά που λαμβάνουν “πλήρη επήρεια” στην οριοθέτηση της ΑΟΖ τους είναι συνήθως εκείνα που αποτελούν την κυρίως εδαφική επικράτεια του εθνικού κράτους,-όπως συνέβη με την Μάλτα, στην διαφορά της με την Λιβύη. Αντίθετα, μικρά ή μεγαλύτερα νησιά, που αποτελούν περιφέρειες και όχι το κυρίως έδαφος μίας χώρας, όταν υπάρχουν επικαλύψεις με δυνητικές ΑΟΖ άλλων χωρών, αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, λαμβάνοντας “μερική επήρεια”.
Μια χαρακτηριστική περίπτωση (και παρ’ όλ’ αυτά πολύ ευνοϊκή για την Ελλάδα όσον αφορά το πνεύμα της), είναι εκείνη της γαλλικής νήσου Saint Pierre et Miquelon, στον Ατλαντικό, πλησίον των ακτών του Καναδά, δίπλα στην καναδική νήσο Newfoundland. Η διεκδίκηση της Γαλλίας από το ειδικό Διαιτητικό Δικαστήριο που συνεστήθη επί τούτω, για ΑΟΖ ημικυκλικού σχήματος προφανώς, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της “πλήρους επήρειας”, απερρίφθη. Αντί αυτού, με την απόφαση του 1992, απεδόθη η ΑΟΖ που βλέπουμε στον χάρτη, σε σχήμα κλειδιού, με εμβαδόν μόνο 8.600 τετραγωνικών ν.μ. Η συμφωνία αυτή επικρίθηκε διόιτ ο “διάδρομος” της ΑΟΖ προς τα δυτικά ήταν ιδιαίτερα στενός και μη λειτουργικός.
Πλην όμως, η βασική ιδέα, πως ένα νησί που βρίσκεται κοντά σε μία μία μεγάλη εκτεταμένη ακτή δικαιούται ΑΟΖ προς την ανοικτή θάλασσα, είναι πολύτιμη για την περίπτωση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου που βρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με την τουρκική ακτογραμμή.

Η συμφωνία του 2020 είναι “γενναιόδωρη” για την Ελλάδα
Στην Συμφωνία Ελλάδος-Αιγύπτου του 2020 για την οριοθέτηση των εφαπτόμενων ΑΟΖ των δύο χωρών, εκτιμάται ότι από τον καλυπτόμενο θαλάσσιο χώρο η Ελλάδα έλαβε το 46% και η Αίγυπτος το 54%, πράγμα που αποτελεί τον λόγο των αιτιάσεων ότι υπήρξε υποχώρηση και εγκατάλειψη από την Ελλάδα των θεμελιωδών δικαιωμάτων της τα οποία, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, επέβαλαν να είναι η κατανομή του κοινού θαλάσσιου χώρου, μεγαλύτερη από 50% υπέρ της Ελλάδος λόγω της “πλήρους επήρειας” που έπρεπε να έχουν τα τρία νησιά των Δωδεκανήσων, (Ρόδος, Κάρπαθος και Κάσος) και η Κρήτη. . Όμως η άποψη αυτή είναι λανθασμένη.
Η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος δεν ήταν δυνατόν να έχουν “πλήρη επήρεια”. (Ενώ η Κρήτη, παρά το ότι δεν είναι το βασικό έδαφος της ελληνικής επικράτειας σχεδόν είχε, αφού έλαβε επήρεια με ποσοστό 90%). Το γεγονός πως τα τρια νησιά δεν ήταν δυνατόν να έχουν “πλήρη επήρεια” το αντιλαμβάνεται κανείς, ακόμη και διαισθητικά όταν κοιτάξει τον χάρτη της περιοχής και διαπιστώσει ότι στον χώρο όπου αθροιστικά ορίζονται η αιγυπτιακή και η ελληνική ΑΟΖ, ενώ στην νότια πλευρά του νοητού τετραπλεύρου υπάρχει μόνο η συμπαγής και συνεχής αιγυπτιακή ακτογραμμή, στη βόρεια πλευρά του υπάρχει πολύ περισσότερο θάλασσα και πολύ λιγότερο ακτή, (της Ρόδου και της Καρπάθου).
Με βάση τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω “πλήρης επήρεια” για τον προσδιορισμό της ΑΟΖ μιας νήσου σημαίνει πως όταν οι προβολές από τις ακτές της νήσου αυτής που κατευθύνονται προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, δημιουργούν μία δυνητική ΑΟΖ περιοχές της οποίας επικαλύπτονται με δυνητικές ΑΟΖ άλλων χωρών, τότε εκείνη που θα πρέπει να ” υποχωρήσει”, πλήρως ή μερικώς, θα είναι η ΑΟΖ των άλλων χωρών. Αυτό, σε τελική ανάλυση, είναι η βασική ιδέα στην έννοια της “πλήρους επήρειας”. Μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο στην περίπτωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο; Προφανώς όχι. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ημικυκλική, (και όχι πλήρως κυκλική διότι στον βορρά βρίσκονται τα χωρικά ύδατα και η ακτογραμμή της Τουρκίας), προβολή των ακτών της Ρόδου και της Καρπάθου, δημιουργούσε δυνητική ΑΟΖ που αναπόφευκτα συνέπιπτε με δυνητική ΑΟΖ της Αιγύπτου.
Ποιά πλευρά έπρεπε να μειώσει την επήρειά της; Εκείνη που δημιουργούσε την δυνητική ΑΟΖ με κάθετη προέκταση από τις ηπειρωτικές ακτές της προς τον βορρά, (δηλαδή η Αίγυπτος), ή η πλευρά που είχε πολύ μικρό μέτωπο ακτών προς νότο, και δημιουργούσε την δυνητική ΑΟΖ της από το γεωμετρικό πλεονέκτημα των νήσων να “γεννούν” δυνητική ΑΟΖ κυκλικά, (ημικυκλικά στην περίπτωσή μας); Είναι προφανές πως εκείνη η πλευρά που θα πρέπει να “υποχωρήσει” είναι η νησιωτική πλευρά, και γι’ αυτό δεν μπορεί να έχει “πλήρη επήρεια”. Πρέπει να “υποχωρήσει” όχι στις περιοχές εκέινες που δημιουργούνται από τις κάθετες προβολές των ακτών της προς τις αντικείμενες ακτές.
Εκεί η οριοθέτηση πρέπει να γίνει με βάση την μέση γραμμή. (Αυτές οι περιοχές, όμως, είναι σχετικά μικρές λόγω του σχήματος και της θέσης των δύο νησιών). Αλλά, -πρέπει να υποχωρήσει- στις επικαλυπτόμενες περιοχές όπου η δυνητική ΑΟΖ των νησιών έχει δημιουργηθεί από τις πλάγιες εξακτινώσεις και προβολές της νησιωτικής ακτής που δίνουν δυσανάλογη προς το μέγεθος και την θέση των νησιών, έκταση. Στο συγκεκριμένο σημείο πρέπει να υποχωρήσει η πλευρά της πλευρικής προβολής προς χάριν της πλευράς της κάθετης προβολής, και αυτό ακριβώς είναι η “μειωμένη επήρεια” των νησιών. (Όχι τόσο πολύ προς τα νοτιοδυτικά της Ρόδου και της Καρπάθου, διότι εκεί υπάρχει η σχεδόν πλήρης επήρεια της Κρήτης, αλλά κυρίως προς τα νοτιοανατολικά).
Σχηματικά, μπορεί να αντιληφθεί κανείς καλύτερα το εύλογο επιχείρημα των Αιγυπτίων πως ενώ η δική τους ακτή, καλύπτει το σύνολο της νότιας πλευράς, οι ελληνικές ακτές, (των νησιών) δεν καλύπτουν το σύνολο της βόρειας εάν προσπαθήσει να το οπτικοποιήσει ως εξής: όταν κοιτώντας από την νότια ακτή προς τον βορρά, βλέπει αντικείμενη ακτή, (των ελληνικών νησιών) να θεωρεί πως από εκεί μπορεί να αχθούν κάθετες προβολές προς τον νότο και η οριοθέτηση των τοπικών σημείων της ΑΟΖ, προστιθεμένης και της σχεδόν πλήρους επήρειας της πλαγίως ευρισκομένης Κρήτης, να γίνει στο σημείο συνάντησης των δύο ελληνικών επηρειών και της μίας αιγυπτιακής. .Όταν, όμως, βλέπει μόνο θάλασσα, και πέραν των ορίων του κοινού ελληνο-αιγυπτιακού θαλάσσιου πεδίου, βλέπει τουρκικά χωρικά ύδατα και τουρκικές ακτές, να μην σύρει κάθετες προβολές αλλά ο τοπικός προσδιορισμός της οριοθέτησης να γίνεται μόνο με βάση τα σημεία που ορίζονται από την επήρεια της Κρήτης-δηλαδή με μηδενική επήρεια των μικρών νησιών. Ο συγκερασμός των δύο διαφορετικών αποτελεσμάτων δίνει την “σχετική επήρεια” της Ρόδου κλπ. (Και εξηγεί την ελαφρά κλίση που έχει η οριοθετική γραμμή των δύο ΑΟΖ προς τα βορειοανατολικά).
Θα πρέπει να σημειωθεί, επίσης, πως συνήθως τα Διαιτητικά Δικαστήρια, όταν οριοθετούν την ΑΟΖ δύο χωρών, εφαρμόζουν ένα τελικό κριτήριο για να αξιολογήσουν το έργο τους. Υπολογίζουν την αναλογία του μήκους των εμπλεκόμενων στην οριοθέτηση ακτών των δύο χωρών σε σχέση με την αναλογία των εμβαδών των δύο ΑΟΖ που έχουν σχεδιάσει, Για να θεωρηθεί επιτυχής η οριοθέτηση οι τιμές των δύο κλασμάτων θα πρέπει να είναι παρεμφερείς.
Στην οριοθέτηση Ελλάδας-Αιγύπτου αν κρίνουμε από την αναλογία του μήκους των ελληνικών νησιωτικών ακτών που αντικρίζουν τον νότο, σε σχέση με το μήκος της αιγυπτιακής ακτής, η αναλογία 55 με 45 στην οριοθέτηση της ΑΟΖ μοιάζει να είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. (Το μήκος της συνεχούς και αδιάπτωτης αιγυπτιακής ακτής από τον 26ο έως τον 28ο μεσημβρινό είναι περίπου 200 χιλιόμετρα. Θεωρητικά έναντι αυτού η Ελλάδα “προσφέρει” λίγα περισσότερα χιλιόμετρα ακτής. Πλην όμως αυτό δεν είναι πραγματικό διότι περιλαμβάνει και την νότια ακτή της Κρήτης που βρίσκεται έξω από τον θαλάσσιο χώρο των ΑΟΖ (και επηρεάζει ημικυκλικά). Μετά την διόρθωση των στρεβλώσεων που προκαλεί το γεωμετρικό πλεονέκτημα των νησιών προκύπτει πως το μέτωπο των ακτών από το οποίο μπορούν να αρθούν κάθετες προβολές προς τον νότο, δεν ξεπερνάει τα 50 χιλιόμετρα).

Εάν, πάντως, οι δύο χώρες αντί να διαπραγματευτούν και να υιοθετήσουν μόνες τους τις εφαπτόμενες ΑΟΖ τους μεταξύ 26ου και 28ου Μεσημβρινού, είχαν προσφύγει σε κάποιο διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο είναι εξαιρετικά αμφίβολο πως από εκεί θα είχε προκύψει μια εξ ίσου ικανοποιητική διευθέτηση για την Ελλάδα.. Συνεπώς, στην βάση αυτής της πολύ καλής συνεννοήσεως και συνεργασίας με την Αίγυπτο, που όχι μόνο αναγνώρισε το δικαίωμα των ελληνικών νησιών για ΑΟΖ, αλλά αποδέχθηκε και “μερική”, μεν, αλλά ικανοποιητική επήρεια για αυτά, σκόπιμο θα ήταν να συνεχιστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα η συνεννόηση για την επέκταση της Συμφωνίας προς τα ανατολικά ώστε να δοθεί σύντομα και αποτελεσματικά η επιβαλλόμενη πολιτική, νομική και διπλωματική απάντηση τόσο στην επικύρωση του παράνομου και παράλογου τουρκολιβυκού μνημονίου όσο και στις γενικότερες μεθοδεύσεις της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή.
Δεν υπάρχει «πλήρης» ή «μερική επήρεια» στο Αιγαίο
Έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι προκειμένου η Ελλάδα να έχει τα κυριαρχικά δικαιώματα που δικαιούται στο Αιγαίο θα πρέπει τα νησιά της να λάβουν “πλήρη επήρεια¨ κατά των σχεδιασμό της ΑΟΖ. Αυτό είναι μία περιοριστική αντίληψη για την κατανόηση του όλου θέματος, από την άποψη πως το Αιγαίο είναι πολύ μικρό και δεν υπάρχει χώρος και για “πλήρη” και για “μερική” επήρεια. Η διάταξη και η πυκνότητα των νησιών είναι τέτοια που είτε θα έχουν ΑΟΖ, όπως ορίζει το Διεθνές Δίκαιο, -και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με κάτι που ισοδυναμεί με “πλήρη επήρεια”-, είτε δεν θα έχουν, οπότε το Διεθνές Δίκαιο καταργείται.
Το Αιγαίο δεν είναι μια ελληνική λιμνη, είναι, όμως, εξ αντικειμένου, μία ελληνική θάλασσα λόγω της γεωγραφίας του και της ιστορίας του και αυτό σημαίνει πως τα ελληνικά νησιά είναι γεννήτορες μίας ΑΟΖ που καλύπτει το σύνολο σχεδόν του αρχιπελάγους. Με τον τρόπο που είναι διεσπαρμένα αλλά και διατεταγμένα τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο οι δυνητικές τους ΑΟΖ σε γενικές γραμμές μπορούν να προσδιοριστούν ως εξής τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, που βρίσκονται πολύ κοντά στις τουρκικές ακτές, και δεν έχουν δικαιώματα για ΑΟΖ προς τα ανατολικά διότι εκεί συναντώνται με τα τουρκικά χωρικά ύδατα και με τις τουρκικές ακτές, δικαιούνται να λάβουν ΑΟΖ στην δυτική προέκταση των ακτών τους προς την ανοικτή θάλασσα, δηλαδή προς το κεντρικό Αιγαίο. (Όπως ακριβώς αποφάσισε το δικαστήριο στην περίπτωση της νήσου Saint Pierre and Miquelon, που έδωσε ΑΟΖ προς την ανοικτή θάλασσα, δηλαδή τον Ατλαντικό ωκεανό).
Επίσης, για σειρά από προφανείς λόγους, με κυριότερο το ότι είναι συνδεδεμένα νησιωτικά σύνολα, αλλά επίσης και ότι λόγω εγγύτητας του ενός με το άλλο, δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί διακριτή αξιόλογη ΑΟΖ για την γειτνιάζουσα ηπειρωτική ακτή, τα νησιά δικαιούνται ΑΟΖ προς βορράν και προς νότο συνδεόμενα μεταξύ τους. (Αυτή φυσικά είναι και η κυρίως περιοχή της “Γαλάζιας Πατρίδας”, πλην όμως η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου δεν νομιμοποιεί κάτι τέτοιο). Και, φυσικά, η έκταση και το εμβαδόν της ΑΟΖ πρέπει να είναι ανάλογη του μήκους των νησιωτικών ακτών, σύμφωνα με την πάγια πρακτική των διεθνών δικαστηρίων.
Από την άλλη πλευρά, τα νησιά στο δυτικό τμήμα του Αιγαίου, δηλαδή οι Κυκλάδες οι Σποράδες αλλά και η Εύβοια μπορούν να λάβουν ΑΟΖ μόνο προς τα ανατολικά, συναντώντας την ΑΟΖ των νησιών της ανατολικής πλευράς. Και έτσι καλύπτεται όλο το Αιγαίο. (Να σημειωθεί εδώ πως η περίπτωση των ελληνικών νησιών είναι το ακριβώς αντίθετο από την φανταστική περίπτωση της χώρας Α με το νησί Β. Εκεί είχαμε ένα μικρό απομονωμένο νησί απέναντι σε μία μεγάλη ακτογραμμή. Στην περίπτωση των ελληνικών νησιών έχουμε δύο επάλληλα συστήματα μεγάλων νησιών, δύο νησιωτικά “τείχη” έναντι της αντικείμενης ακτής, και στο μέσον των δύο συστημάτων μία μικρή θάλασσα που ενώνει τα δύο συστήματα-δηλαδή ένα οιονεί “αρχιπελαγικό” σύνολο). Είναι μάλιστα ενδιαφέρον, εδώ, να παρατηρήσει κανείς πως η ΑΟΖ των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου θα είναι μία συνέχεια προς βορρά της ΑΟΖ που οριοθετήθηκε με την Αίγυπτο!
Εκείνο που έχει όμως σημασία είναι πως πάντα, όταν τα διεθνή Διαιτητικά Δικαστήρια δεν αναγνωρίζουν δικαίωμα για ΑΟΖ σε νησιά που βρίσκονται σε εγγύτητα με τις ακτές άλλης χώρας,αντισταθμίζουν την απόφασή τους αυτή με αναγνώριση ζώνης χωρικών εθνικών υδάτων πλάτους 12 ν.μ. Αυτή είναι η εναλλακτική περίπτωση που και μονη της αρκεί για να κατοχυρώσει το Αιγαίο ως εθνικό χώρο, ακόμη και αν δεν αναγνώριζε το δικαστήριο το δικαίωμα για ΑΟΖ των νησιών που γειτνιάζουν με τις τουρκικές ακτές. Όμως το δικαστήριο δεν θα μπορέσει να αρνηθεί ούτε το ένα, ούτε το άλλο, διότι η σύγκλιση τόσων παραγόντων υπέρ της ελληνικότητας του Αιγαίου, το πιθανότερο είναι πως θα το οδηγήσει όχι στο να αποδώσει “πλήρη επήρεια” σε μεμονωμένα νησιά, αλλά στο σύνολο του ελληνικού νησιωτικού σχηματισμού, και να αναγνωρίσει τον Αρχιπελαγικό του χαρακτήρα, με τα προνόμια που απορρέουν από αυτό.
Δυστυχώς, η διαφορά της Ελλάδας με την Τουρκία δεν πρόκειται να επιλυθεί με εντρύφηση στις αρχές του Δικαίου και της λογικής. Μπορεί, μόνο να επιλυθεί εάν η Ελλάδα καταφέρει να επιβάλει την διευθέτηση του ζητήματος από την διεθνή διαιτησία. Για τον λόγο αυτόν, και για ό,τι θα ακολουθήσει, καλό θα είναι να στηρίζουμε και να αξιοποιούμε ό,τι ενισχύει τις θέσεις μας και την επιδραστικότητά μας, και όχι να το υπονομεύουμε. Η Συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο ήταν σύννομη, εύλογη και επωφελής για την Ελλάδα και ευχής έργον θα ήταν,να επεκταθεί, όσο πιό σύντομα γίνεται, προς τα ανατολικά.


