του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Στις 11 Απριλίου 2016, σε ημερίδα για τον υβριδικό πόλεμο, παρουσίασα έναν προβληματισμό που ξεπερνούσε τότε τα καθιερωμένα όρια της συζήτησης για την ασφάλεια. Εκεί χρησιμοποίησα τον όρο «υβριδική ειρήνη», δίνοντάς του ένα διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που συναντάται σε άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις. Με απασχολούσε μια κατάσταση που δεν προκύπτει από εξωτερική επίθεση ή πολεμική αναμέτρηση, αλλά διαμορφώνεται από εμάς τους ίδιους, μέσα από τις πολιτικές επιλογές, τις κοινωνικές συμπεριφορές, τις ανοχές και τις παραλείψεις μας.
Η απαραίτητη διευκρίνιση είναι ότι η «υβριδική ειρήνη» δεν αποτελεί κάποια άλλη μορφή υβριδικού πολέμου, ούτε προϋποθέτει έναν εξωτερικό αντίπαλο που οργανώνει ή κατευθύνει τη φθορά μιας κοινωνίας. Δεν αναζητώ κάποιον που μας επιτίθεται χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Επιδίωξη μου είναι να περιγράψω μια διαφορετική κατάσταση ειρήνης, στην οποία απουσιάζουν οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά υποβαθμίζονται σταδιακά η ποιότητα ζωής, η αξιοπρέπεια και οι αξίες που συγκροτούν μια κοινωνία.
Σε αυτή την πραγματικότητα δεν πέφτουν βόμβες, δεν ακούγονται σειρήνες και δεν κηρύσσεται επιστράτευση και παρ’ όλα αυτα χάνονται η εμπιστοσύνη, η αλληλεγγύη και η ελπίδα.
Ο άνθρωπος αγωνίζεται καθημερινά για τα στοιχειώδη. Η αγορά τροφίμων, η πληρωμή των φαρμάκων, η εξασφάλιση αξιοπρεπούς περίθαλψης και η θέρμανση του σπιτιού μετατρέπονται σε δύσκολες καθημερινές υποχρεώσεις.
Όταν η επιβίωση γίνεται διαρκής αγώνας, η ειρήνη χάνει το πραγματικό της περιεχόμενο. Η απουσία πολέμου δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί μια κοινωνία υγιής και ασφαλής, όταν οι πολίτες της δυσκολεύονται να ζήσουν αξιοπρεπώς.
Στην παιδεία αποτυπώνεται μια ακόμη πλευρά αυτής της πραγματικότητας. Η αδυναμία καλλιέργειας επαρκούς κριτικής σκέψης, γνώσης, υπευθυνότητας και δημοκρατικής συνείδησης στερεί από τις επόμενες γενιές τα απαραίτητα εφόδια για να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της εποχής τους. Τα πρότυπα που προβάλλονται, η εξοικείωση με τη βία και η απομάκρυνση των νέων από τη συμμετοχή στα κοινά επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Μια κοινωνία που δεν επενδύει στη σκέψη των επόμενων γενεών περιορίζει τις δικές της δυνατότητες.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η δημόσια ζωή. Η διαπλοκή, η εξυπηρέτηση ημετέρων και η παράκαμψη των κανόνων, ο εύκολος πλουτισμός, συχνά αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικές πρακτικές. Όταν η ικανότητα υποχωρεί μπροστά στις γνωριμίες, η αξιοκρατία γίνεται σύνθημα και η δικαιοσύνη υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα, ο πολίτης χάνει την πίστη ότι η εντιμότητα και η προσπάθεια έχουν αξία. Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά πολιτικό. Η κοινωνική ανοχή επιτρέπει σε αυτές τις πρακτικές να επιβιώνουν και να αναπαράγονται.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο διάλογος συχνά αντικαθίσταται από την προσβολή, η ενημέρωση από την ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή πληροφοριών και η διαφορετική άποψη από την προσωπική αντιπαράθεση. Οι πλατφόρμες έχουν τη δική τους ευθύνη, αλλά και εμείς συμμετέχουμε σε αυτή την πραγματικότητα. Η ευκολία με την οποία διαδίδουμε κάτι χωρίς έλεγχο και η αδυναμία να ακούσουμε μια διαφορετική άποψη υπονομεύουν την κριτική σκέψη και την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η υποχώρηση του αλτρουισμού. Η αδιαφορία απέναντι στον διπλανό και η αντίληψη ότι ο καθένας πρέπει να φροντίσει αποκλειστικά τον εαυτό του αποδυναμώνουν τους δεσμούς που κρατούν μια κοινωνία ενωμένη. Δεν υπάρχει λόγος να εξιδανικεύουμε το παρελθόν ούτε να θεωρούμε ότι οι προηγούμενες γενιές έζησαν χωρίς αδικίες. Η αλληλεγγύη, ωστόσο, δεν είναι μια παρωχημένη αξία, αλλά αποτελει βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνύπαρξης.
Αντίστοιχα, η αδυναμία προστασίας των πολιτών από φυσικές καταστροφές, οι ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες και η καθημερινή ανασφάλεια αποκαλύπτουν ελλείψεις στην οργάνωση και στη συλλογική μας ευθύνη.
Μέσα σε αυτή την εικόνα, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται διαρκώς στους άλλους. Οι πολιτικές ηγεσίες, οι θεσμοί, οι κοινωνικοί φορείς και οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Η καταγγελία της διαφθοράς χάνει την αξία της όταν συνοδεύεται από την αναζήτηση εξαιρέσεων για προσωπικό όφελος. Η απαίτηση για αξιοκρατία δεν συμβιβάζεται με την επιβράβευση της εξυπηρέτησης. Οι καθημερινές επιλογές μας έχουν πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα, ακόμη και όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε.
Η «υβριδική ειρήνη» αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή εποχή. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι ενεργειακές και οικονομικές πιέσεις, οι φυσικές καταστροφές και οι τεχνολογικές απειλές απαιτούν κοινωνίες με αντοχές.
Η εθνική ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται μόνο με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σύγχρονα οπλικά συστήματα και σχέδια πολιτικής προστασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι οι πολίτες να εμπιστεύονται τους θεσμούς, να διαθέτουν αίσθημα κοινωνικής ευθύνης και να μπορούν να συνεργάζονται σε συνθήκες κρίσης.
Μια κοινωνία εξαντλημένη, διχασμένη και αποξενωμένη δυσκολεύεται να αντιδράσει ακόμη και όταν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα. Η ανθεκτικότητα μιας χώρας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική της συνοχή και την ικανότητα των ανθρώπων της να αντιμετωπίζουν από κοινού τις δυσκολίες.
Αυτή είναι η ουσία της «υβριδικής ειρήνης» που προτείνω ως πεδίο προβληματισμού. Δεν είναι πόλεμος ούτε αποτέλεσμα υποχρεωτικά εξωτερικής παρέμβασης, αλλα η πραγματικότητα που εμείς διαμορφώνουμε και μέσα στην οποία εμείς επιλέγουμε να ζούμε. Η ποιότητά της επηρεάζει άμεσα την κοινωνική ανθεκτικότητα και, κατά συνέπεια, την εθνική ασφάλεια.
Μπορεί να μη χάσουμε ούτε ένα μέτρο εδάφους και να χάσουμε, χωρίς να πέσει μια τουφεκιά, πολύ περισσότερα. Την αξιοπρέπεια, τις αξίες, την εμπιστοσύνη και τελικά την κοινωνία μας. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά όταν οι πολίτες της έχουν χάσει την πίστη στους θεσμούς, την εμπιστοσύνη μεταξύ τους και την προοπτική ενός κοινού μέλλοντος, η ανθεκτικότητά της έχει ήδη υπονομευθεί. Η μεγαλύτερη αδυναμία της δεν βρίσκεται πάντοτε απέναντι από τα σύνορά της. Μπορεί να έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό της, μέσα από τις δικές της επιλογές και ανοχές, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε μία πολεμική αναμέτρηση.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


