του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Ένας Αμερικανός στρατηγός μίλησε για την τουρκική αμυντική βιομηχανία μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κανένας Έλληνας ευρωβουλευτής δεν πήρε τον λόγο για να αντιδράσει. Αυτό είναι το γεγονός που απαιτεί εξηγήσεις. Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης του ΝΑΤΟ, στρατηγός Alexus Grynkewich, έθεσε απέναντι στο «Made in EU» τη λογική του «Made in NATO» και κατονόμασε ρητά τις τουρκικές αμυντικές εταιρείες, μαζί με τις αμερικανικές, τις καναδικές, τις βρετανικές και τις νορβηγικές, ως επιχειρήσεις που έχουν συμφέρον από τη διεύρυνση της συνεργασίας.
Το μήνυμα του στρατηγού ήταν σαφές. Όποιος κρίνει τα οπλικά συστήματα με βάση τον τόπο παραγωγής τους και όχι την αποτελεσματικότητά τους στο πεδίο της μάχης, ωφελεί τους αντιπάλους της Συμμαχίας. Η θέση αυτή εξυπηρετεί τη λογική της διεύρυνσης της νατοϊκής αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας. Για την Τουρκία, όμως, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική αξία, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερη πρόσβαση στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, μεταξύ άλλων στο SAFE και στο EDIP.
Ο στρατηγός δεν μίλησε αόριστα για τρίτες χώρες. Ονόμασε την Τουρκία. Και η ελληνική πλευρά δεν απάντησε.
Παρακολούθησα ολόκληρη την απομαγνητοφώνηση της συνεδρίασης. Κανένας Έλληνας ευρωβουλευτής δεν παρενέβη για να απαντήσει στη συγκεκριμένη θέση ή να θέσει το ζήτημα των ελληνοτουρκικών διαφορών και της ασφάλειας της Κύπρου. Την ώρα που διατυπωνόταν μια άποψη με δυνητικές συνέπειες για τα ελληνικά συμφέροντα, δεν καταγράφηκε ελληνικός αντίλογος. Αυτό δεν αποδεικνύει συναίνεση, αναδεικνύει όμως μια σοβαρή πολιτική παράλειψη.
Η Τουρκία δεν είναι για την Ελλάδα απλώς ένας ακόμη σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Εισέβαλε στην Κύπρο και εξακολουθεί να κατέχει στρατιωτικά το βόρειο τμήμα της, δηλαδή έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο, το γνωστό casus belli, αν ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία σε νησιά και βραχονησίδες, απαιτεί την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικού κυρίαρχου εδάφους και αμφισβητεί ελληνικά δικαιώματα και αρμοδιότητες στον αέρα και στη θάλασσα. Αυτά δεν είναι δευτερεύουσες διμερείς διαφορές που μπορούν να παραμερίζονται όταν συζητείται η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Αφορούν την κυριαρχία, την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα κρατών μελών της ίδιας της Ένωσης.
Μια χώρα με αυτή τη συμπεριφορά δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τη χρησιμότητα της αμυντικής της βιομηχανίας για το ΝΑΤΟ. Η απαίτηση να αποστρατιωτικοποιηθεί ελληνικό κυρίαρχο έδαφος, ενώ η ίδια η Τουρκία διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις και αποβατικά μέσα απέναντι από τις ελληνικές ακτές, αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας και του δικαιώματος νόμιμης άμυνας της χώρας. Η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία οφείλει να προστατεύει πρωτίστως την ασφάλεια της Ένωσης και των κρατών μελών της, όχι να αντιμετωπίζει την παραγωγική ικανότητα μιας τρίτης χώρας ως επαρκή λόγο συνεργασίας ανεξάρτητα από τις πολιτικές και στρατηγικές της επιλογές.
Η αναφορά του στρατηγού στο «Made in EU» δεν αποτελεί απόφαση ένταξης της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Προσφέρει, όμως, στην Άγκυρα ένα επιχείρημα υπέρ της συμμετοχής των αμυντικών της επιχειρήσεων στις ευρωπαϊκές παραγωγικές αλυσίδες. Γι’ αυτό ακριβώς χρειαζόταν ελληνική παρέμβαση, ώστε να καταστεί σαφές ότι η νατοϊκή συμμαχική ιδιότητα δεν εξασφαλίζει αυτομάτως πρόσβαση στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και ότι η συνεργασία πρέπει να κρίνεται με βάση τους κανόνες και τις απαιτήσεις ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ελληνικές αντιδράσεις ήρθαν αργότερα. Στις 5 Οκτωβρίου ο Γιάννης Μανιάτης ζήτησε τον αποκλεισμό της Τουρκίας από τα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Στις 7 Οκτωβρίου ο Φραγκίσκος Παρασύρης χαρακτήρισε αδιανόητη τη συμμετοχή της στο SAFE. Στις 8 Οκτωβρίου, δεκαέξι Έλληνες και Κύπριοι ευρωβουλευτές ζήτησαν μέτρα κατά της Τουρκίας και περιορισμούς στην πρόσβασή της. Οι παρεμβάσεις αυτές ήταν ουσιαστικές, δεν αναιρούν όμως το ερώτημα γιατί δεν υπήρξε αντίδραση κατά τη διάρκεια της ίδιας της συνεδρίασης.
Ένας Έλληνας ευρωβουλευτής θα μπορούσε να θέσει ευθέως το ζήτημα στον στρατηγό, επισημαίνοντας ότι η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των οπλικών συστημάτων δεν είναι το μοναδικό κριτήριο όταν εξετάζεται η αμυντική συνεργασία. Θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις για τα όρια της πρότασης «Made in NATO» και να αναδείξει τις συνέπειες που θα είχε η συνεργασία με μια χώρα η οποία κατέχει έδαφος κράτους μέλους, απειλεί άλλο κράτος μέλος με πόλεμο και αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματά του. Δεν χρειαζόταν ούτε σύγκρουση ούτε θεατρική αντιπαράθεση. Χρειαζόταν μια σαφής ερώτηση και μια καταγεγραμμένη ελληνική θέση.
Οι Έλληνες ευρωβουλευτές βρίσκονται στις Βρυξέλλες με υψηλές αποδοχές, προνόμια και έξοδα που καλύπτονται από το δημόσιο χρήμα, δηλαδή από την τσέπη του Έλληνα φορολογούμενου. Εκλέγονται για να παρεμβαίνουν, να αντιλέγουν και να υπερασπίζονται τις ελληνικές θέσεις εκεί όπου διαμορφώνονται οι αποφάσεις. Ο φορολογούμενος δεν πληρώνει για να παρακολουθούν οι εκπρόσωποί του τις εξελίξεις ως θεατές, αλλά για να εκπροσωπούν ενεργά τη χώρα, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται ζητήματα ασφάλειας και εθνικών συμφερόντων.
Η ευθύνη δεν σταματά στους ευρωβουλευτές. Βαρύνει και τα κόμματα που τους επέλεξαν, τους τοποθέτησαν στα ψηφοδέλτια και ζήτησαν την ψήφο του ελληνικού λαού. Αυτά οφείλουν να απαντήσουν δημόσια και χωρίς υπεκφυγές αν θεωρούν αποδεκτή την απουσία ελληνικής παρέμβασης σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα. Αν διαφωνούν με τη στάση των εκπροσώπων τους, πρέπει να εξηγήσουν γιατί δεν υπήρξε συντονισμένη αντίδραση και τι προτίθενται να αλλάξουν ώστε να μην επαναληφθεί ανάλογο περιστατικό.
Ο Έλληνας πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων αποτελεί ενεργή υποχρέωση των κομμάτων ή απλώς διακήρυξη για εσωτερική κατανάλωση. Η λογοδοσία δεν μπορεί να εξαντλείται σε ανακοινώσεις που εκδίδονται όταν η συζήτηση έχει ήδη ολοκληρωθεί. Οι Αμερικανοί διατύπωσαν δημόσια τη θέση τους, υπηρετώντας τη στρατηγική αντίληψη της Συμμαχίας όπως την αντιλαμβάνονται. Η Ελλάδα όφειλε να καταθέσει εγκαίρως τις δικές της επιφυλάξεις και να ζητήσει συγκεκριμένες διευκρινίσεις.
Η Τουρκία γνωρίζει να προωθεί τα συμφέροντά της με συνέπεια. Η Ελλάδα οφείλει να κάνει το ίδιο, όχι μόνο με μεταγενέστερες διαμαρτυρίες, αλλά με έγκαιρη παρέμβαση εκεί όπου διαμορφώνονται οι αποφάσεις.
Η σιωπή δεν αποτελεί συμφωνία. Είναι, όμως, χαμένη ευκαιρία να υπερασπιστείς τα συμφέροντά σου όταν αυτά τίθενται στο τραπέζι. Για αυτή την ευκαιρία που χάθηκε, οι ευρωβουλευτές και τα κόμματά τους οφείλουν εξηγήσεις στον ελληνικό λαό.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


