Από τους μαχαλάδες της Σαμαρκάνδης στις κοινότητες της Ελλάδας

Η Παναγιώτα Παπαρούνα παρουσιάζει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένο τρόπο τον θεσμό της *mahalla* στο σημερινό Ουζμπεκιστάν. Η *mahalla* δεν είναι απλώς μια συνοικία ή ένας γεωγραφικός προσδιορισμός. Είναι μια οργανωμένη κοινότητα πολιτών, ένας ενδιάμεσος θεσμός ανάμεσα στην οικογένεια, την τοπική κοινωνία και το κράτος.
Μέσα από περισσότερες από 10.000 συνελεύσεις πολιτών, οι μαχαλάδες αναλαμβάνουν κοινωνικές και οικονομικές αρμοδιότητες: στήριξη ευάλωτων οικογενειών, αντιμετώπιση της φτώχειας, επαγγελματική κατάρτιση, ενίσχυση μικρών επιχειρήσεων, φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, προστασία του περιβάλλοντος και διατήρηση των τοπικών παραδόσεων. Με άλλα λόγια, επιχειρούν να κάνουν πράξη τη διοίκηση «από κάτω προς τα πάνω», διατηρώντας συγχρόνως άμεση σύνδεση με το κράτος.
Η Παπαρούνα δεν εξωραΐζει την πραγματικότητα. Επισημαίνει τα ελλείμματα δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, τις καταγγελίες για αποκλεισμούς, τον κίνδυνο κρατικού ελέγχου και τη σκοτεινότερη πλευρά της ψηφιακής παρακολούθησης. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι ο θεσμός παράγει μετρήσιμα κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα. Αυτή ακριβώς η ισορροπία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα της δουλειάς της: δεν μας προσφέρει ούτε κυβερνητική διαφήμιση ούτε εύκολη καταγγελία, αλλά μια ουσιαστική διεθνολογική και κοινωνική ανάγνωση ενός θεσμού που αξίζει να μελετηθεί.
Για όσους μεγαλώσαμε σε ελληνικά χωριά και κωμοπόλεις, η λέξη «μαχαλάς» δεν είναι καθόλου ξένη. Τη χρησιμοποιούσαν οι γονείς και οι παππούδες μας για τη γειτονιά, όχι μόνο ως χώρο αλλά και ως μικρή κοινωνική ενότητα. Ο μαχαλάς είχε τους ανθρώπους του, τις συγγένειες, τις διαφορές, τις αλληλοβοήθειες και τη συλλογική του μνήμη. Κανείς δεν έμενε εντελώς άγνωστος και κανένα σοβαρό πρόβλημα δεν μπορούσε να παραμείνει για πολύ αόρατο.
Ασφαλώς, ο ελληνικός μαχαλάς δεν ταυτίζεται θεσμικά με την ουζμπεκική *mahalla*. Υπάρχει, όμως, ένας κοινός πυρήνας: η κοινότητα ως ζωντανός δεσμός και όχι ως απρόσωπη διοικητική υποδιαίρεση. Στην παλαιότερη ελληνική κοινοτική διοίκηση, ο πρόεδρος και το κοινοτικό συμβούλιο βρίσκονταν κοντά στον κάτοικο και γνώριζαν άμεσα τις ανάγκες του τόπου. Η απόφαση αφορούσε ανθρώπους με όνομα, πρόσωπο και καθημερινή παρουσία.
Αυτό το μοντέλο άρχισε να υποχωρεί δραστικά με τις αναγκαστικές συνενώσεις του «Καποδίστρια» το 1997 και ολοκληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό με τον «Καλλικράτη» της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και του υπουργού Εσωτερικών Γιάννη Ραγκούση. Ο νόμος 3852/2010 δεν εξαφάνισε τυπικά κάθε κοινοτικό όργανο· διατήρησε τοπικές και δημοτικές κοινότητες μέσα στους νέους δήμους. Κατήργησε, όμως, την αυτοτέλεια πολλών δήμων και κοινοτήτων μέσω των συνενώσεων και μετέφερε το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων σε πολύ μεγαλύτερα διοικητικά σχήματα. Έτσι, αυτό που ονομάστηκε «αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση» βιώθηκε σε πολλές περιοχές ως απομάκρυνση της διοίκησης από τον πολίτη.
Το παράδοξο είναι εμφανές: την ώρα που το Ουζμπεκιστάν επιχειρεί να εκσυγχρονίσει και να ενισχύσει έναν πανάρχαιο κοινοτικό θεσμό, εμείς περιορίσαμε θεσμούς που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μέσα στην ελληνική ιστορία. Επιδιώξαμε οικονομίες κλίμακας, διοικητική αποτελεσματικότητα και «ισχυρούς δήμους», αλλά συχνά χάσαμε την εγγύτητα, τη λογοδοσία και την αίσθηση ότι οι κάτοικοι είναι συμμέτοχοι και όχι απλοί αποδέκτες αποφάσεων.
Η σπουδαία εργασία της Παναγιώτας Παπαρούνας μάς επιτρέπει, τελικά, να κοιτάξουμε τη Σαμαρκάνδη και να αναγνωρίσουμε κάτι οικείο: τον δικό μας μαχαλά, την παλιά γειτονιά και τις κοινότητες των Ελλήνων. Και μας καλεί να αναρωτηθούμε εάν η πραγματική πρόοδος βρίσκεται πάντοτε στη μεγέθυνση και στη συγκέντρωση ή αν, ορισμένες φορές, προϋποθέτει την επιστροφή της εξουσίας εκεί όπου γεννιέται η κοινωνία — στην κοινότητα.
spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα