Ή ταν, ή επι τάς

 ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

Όσοι έζησαν βιωματικά ή παρακολούθησαν την εξέλιξη των κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και του 1970 δεν ξενίζονται από όσα συμβαίνουν γύρω από την πολιτική προσπάθεια της κ. Καρυστιανού. Οι εσωτερικές εντάσεις, οι διαφωνίες για την οργάνωση, οι συγκρούσεις γύρω από την ηγεσία και η αγωνία για τη μετατροπή μιας μαζικής διάθεσης σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση είναι στοιχεία σύμφυτα με την κινηματική φύση. Η θεωρία των κοινωνικών κινημάτων έχει δείξει ότι τα κινήματα δεν είναι στατικές οντότητες, αλλά δυναμικές διαδικασίες συγκρότησης συλλογικής δράσης, ταυτότητας και νοήματος. Ίσως, μάλιστα, όσοι γνωρίζουν τη δυναμική των κινημάτων να περίμεναν ακόμη πιο σύνθετες και πιο έντονες εξελίξεις.

Στην περίπτωση της κ. Καρυστιανού, πολλοί ήλπιζαν ότι θα κυριαρχούσε η σφοδρή λαϊκή επιθυμία να απαλλαγεί η χώρα και ο λαός της από ένα βαθιά διεφθαρμένο καθεστώς. Μπροστά σε αυτή την επιθυμία, πίστευαν ότι τα κλασικά οργανωτικά και ιδεολογικά ζητήματα ενός κινήματος θα μπορούσαν να αναβληθούν για αργότερα. Όμως η εμπειρία των κοινωνικών κινημάτων επιβεβαιώθηκε ακόμη μία φορά: κανένα κίνημα δεν παραμένει για πολύ ένα αδιαφοροποίητο κύμα οργής ή ελπίδας. Αργά ή γρήγορα εκδηλώνει τις εσωτερικές του αντιθέσεις.

Αυτό είναι μέρος της ίδιας της διαδικασίας μέσα από την οποία ένα κίνημα μετατρέπεται από διάχυτη κοινωνική διαμαρτυρία σε πολιτικό υποκείμενο. Ο Charles Tilly (1), (ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς κοινωνιολόγους και ιστορικούς κοινωνικούς επιστήμονες του 20ού αιώνα. Θεωρείται κεντρική μορφή στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, της συλλογικής δράσης, των επαναστάσεων, της κρατικής συγκρότησης και της πολιτικής βίας), αναλύοντας τη μακρά ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, έδειξε ότι η ισχύς τους δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των ανθρώπων που κινητοποιούνται, αλλά και από την αξιοσύνη, την ενότητα, τη μαζικότητα και τη δέσμευση που μπορούν να εμφανίσουν δημόσια. Με άλλα λόγια, ένα κίνημα πρέπει να πείθει ότι δεν είναι απλώς ένα ξέσπασμα, αλλά μια δύναμη με διάρκεια, συνοχή και ηθικό βάρος.

Αν υπήρχε πολιτικός χρόνος, αυτό ίσως να ήταν και δημιουργικό. Τα κινήματα δεν ωριμάζουν χωρίς συγκρούσεις. Μέσα από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις τους παράγουν ταυτότητα, οργανωτική μορφή, ηγεσία, πρόγραμμα και πολιτική γλώσσα. Εν όψει, όμως, πιθανών εκλογικών εξελίξεων ακόμη και το φθινόπωρο, η πρόωρη αποσυσπείρωση μπορεί να αποδειχθεί προβληματική. Όπως έχει υποστηρίξει ο Sidney Tarrow, (Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, από τους πιο γνωστούς θεωρητικούς των κοινωνικών κινημάτων, της συλλογικής δράσης και της συγκρουσιακής πολιτικής), τα κινήματα αναπτύσσονται μέσα σε συγκεκριμένες «πολιτικές ευκαιρίες»: όταν ανοίγει ένα παράθυρο δυνατότητας, η ταχύτητα, η συνοχή και η ικανότητα αξιοποίησής του είναι καθοριστικές. Το επόμενο διάστημα θα φανεί αν η συσπείρωση ενός λαού γύρω από μια προσωπικότητα, την οποία θεώρησε ικανή να τον εκφράσει, θα παραμείνει ζωντανή ή θα αποδομηθεί.

Όσοι επεδίωξαν με πάθος και επιμονή αυτή την αποδόμηση, και δεν συμμετέχουν στα κυβερνητικά τροφεία, ας αναρωτηθούν αν η έκλειψη ή η μείωση της δυναμικής αυτού του κινήματος είναι πράγματι προς όφελός τους. Διότι ένα κοινωνικό ρεύμα που δεν βρίσκει πολιτική έκφραση δεν εξαφανίζεται κατ’ ανάγκην. Μπορεί να αποσυρθεί, να απογοητευθεί, να ριζοσπαστικοποιηθεί ή να αναζητήσει άλλες, λιγότερο ελεγχόμενες μορφές έκφρασης.

Ο κ. Κοκοτσάκης, εκφράζοντας το κλασικό ζητούμενο τέτοιου είδους κινημάτων, δηλαδή τη δημοκρατική οργάνωσή τους, έχει ως προς το αίτημα αυτό δίκιο, εφόσον τα πράγματα έχουν όπως τα περιέγραψε. Τα κινήματα που δεν αποκτούν διαδικασίες, κανόνες συμμετοχής και μηχανισμούς λογοδοσίας κινδυνεύουν είτε να προσωποποιηθούν υπερβολικά είτε να διαλυθούν μέσα στην αμορφία τους. Η δημοκρατική οργάνωση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· είναι όρος πολιτικής αξιοπιστίας. Χωρίς κανόνες συμμετοχής, χωρίς σαφείς διαδικασίες και χωρίς εσωτερική νομιμοποίηση, ένα κίνημα δύσκολα μπορεί να μετατρέψει την κοινωνική οργή σε σταθερή πολιτική δύναμη.

Εκεί, όμως, όπου ο κ. Κοκοτσάκης έχει άδικο είναι στην εγκατάλειψη της προσπάθειας. Δεν εγκαταλείπεις μια προσπάθεια στην οποία συμμετέχεις από την αρχή. Επιμένεις μέχρι το τέλος. Και το κίνημα που συσπειρώθηκε γύρω από την κ. Καρυστιανού βρίσκεται ακόμη στην αρχή του.

Όπως έχω γράψει και άλλη φορά, το κίνημα αυτό δεν δημιουργήθηκε τώρα. Υπήρχε εδώ και χρόνια ως κοινωνικό υπόστρωμα και αναζητούσε πολιτική έκφραση. Αναζητούσε μια ηγετική προσωπικότητα γύρω από την οποία θα μπορούσε να συσπειρωθεί. Θεώρησε ότι η κ. Καρυστιανού μπορούσε να ικανοποιήσει αυτή την προσδοκία. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι τα κινήματα δεν γεννιούνται μόνο από αντικειμενικές συνθήκες δυσαρέσκειας· χρειάζονται και μορφές συμβολικής συμπύκνωσης, πρόσωπα, αφηγήσεις και γεγονότα που μετατρέπουν τη διάχυτη κοινωνική αγανάκτηση σε συλλογική ταυτότητα.

Ο Alberto Melucci ( Ιταλός κοινωνιολόγος, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς των νέων κοινωνικών κινημάτων και της συλλογικής ταυτότητας), έχει δείξει ότι η συλλογική ταυτότητα δεν προϋπάρχει του κινήματος ως έτοιμο δεδομένο. Διαμορφώνεται μέσα από κοινές εμπειρίες, σύμβολα, αφηγήσεις, συναισθήματα και πρακτικές συμμετοχής. Με αυτή την έννοια, η κ. Καρυστιανού δεν λειτούργησε απλώς ως πολιτικό πρόσωπο, αλλά ως συμβολικός κόμβος γύρω από τον οποίο συμπυκνώθηκαν διάχυτες κοινωνικές αγωνίες: η αγανάκτηση για τη διαφθορά, η απαίτηση για δικαιοσύνη, η αίσθηση ταπείνωσης των πολιτών και η ανάγκη επανασύνδεσης της πολιτικής με την αξιοπρέπεια.

Το κίνημα αυτό δεν έχει τα χαρακτηριστικά των παλαιών μαρξιστικών αναλύσεων. Δεν εκφράζει αποκλειστικά μια κλασική ταξική αντίθεση, ούτε περιορίζεται σε οικονομικά αιτήματα. Ζητά αξιοπρέπεια μέσα από την αναγνώριση της ταυτότητας των μελών του. Ζητά εθνική και πατριωτική συσπείρωση, επειδή αισθάνεται ότι διακυβεύεται η ύπαρξή του ως μέρους μιας ιστορικής εθνικής κοινότητας. Ζητά κοινωνική πολιτική για να μπορέσει να επιβιώσει. Θέλει να ξεφύγει από τα σαγόνια των οικονομικών καρχαριών. Απαιτεί μια πιο δίκαιη πολιτεία, που να σέβεται τους πολίτες της.

Με αυτή την έννοια, το συγκεκριμένο κίνημα βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που η θεωρία των νέων κοινωνικών κινημάτων περιγράφει ως μετάβαση από τα στενά οικονομικά αιτήματα στα ζητήματα ταυτότητας, αξιοπρέπειας, πολιτισμικής αναγνώρισης και ποιότητας της δημοκρατίας.

Ο Alain Touraine, (Γάλλος κοινωνιολόγος, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς των κοινωνικών κινημάτων και ειδικά των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων), αλλά και άλλοι θεωρητικοί των νέων κοινωνικών κινημάτων, υπογράμμισαν ότι τα σύγχρονα κινήματα δεν οργανώνονται μόνο γύρω από την παραγωγή και την οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και γύρω από την αυτονομία, την αναγνώριση, την πολιτισμική ταυτότητα και τον έλεγχο του κοινωνικού νοήματος. Η κ. Καρυστιανού εξέφρασε αυτά τα αιτήματα με λόγο καθημερινό, ανθρώπινο, κατανοητό και ζεστό, μακριά από ακραίες κραυγές, ιδεολογικές αγκυλώσεις και ξύλινη πολιτική ρητορεία.

Ωστόσο, η έκφραση ενός κοινωνικού αισθήματος δεν αρκεί από μόνη της. Τα κινήματα χρειάζονται και αυτό που οι David Snow και Robert Benford (Αμερικανοί κοινωνιολόγοι, ιδιαίτερα γνωστοί στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων για την έννοια των πλαισίων συλλογικής δράσης — στα αγγλικά collective action frames), ονόμασαν «πλαίσια συλλογικής δράσης»: έναν τρόπο να ορίζουν το πρόβλημα, να κατονομάζουν την ευθύνη, να προτείνουν λύση και να καλούν τους πολίτες σε συμμετοχή. Αν ένα κίνημα δεν καταφέρει να οργανώσει το ηθικό του αίτημα σε πολιτικό λόγο, τότε κινδυνεύει είτε να μείνει στο επίπεδο της διαμαρτυρίας είτε να απορροφηθεί από υπάρχοντα κομματικά σχήματα που θα επιχειρήσουν να το χρησιμοποιήσουν.

Στα πιο σύνθετα ζητήματα, λοιπόν, άνθρωποι όπως ο κ. Κοκοτσάκης όφειλαν να επιμείνουν και να προσφέρουν, έστω και μέσα στις δυσκολίες που επικαλούνται. Ο δρόμος των κινημάτων είναι στρωμένος με αγκάθια, όχι με ρόδα. Η γοητεία τους, όμως, βρίσκεται ακριβώς στην εμπειρία του μετασχηματισμού ενός ρευστού μαζικού υποκειμένου σε πολιτική και ιδεολογική πρόταση ικανή να προσφέρει διέξοδο στην κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί.

Οι πρωτεργάτες τέτοιων κινημάτων μπορεί να ματώσουν, να προσφέρουν και στο τέλος να λιθοβοληθούν. Αυτή είναι ίσως η συνηθέστερη εξέλιξη για όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Στους πρωταγωνιστές μένει πάντα το ερώτημα: γιατί συμμετείχα;

Είναι το ίδιο ερώτημα που, στους τελευταίους βαλκανικούς πολέμους, έθεταν τα βράδια στον εαυτό τους δημοσιογράφοι από διάφορες χώρες: γιατί διακινδυνεύουμε τη ζωή μας στο μέτωπο; Οι απαντήσεις ήταν σύνθετες. Θα μπορούσαν, όμως, να συνοψιστούν σε μία φράση: ήμουν κι εγώ εκεί.

Το πολιτικό κίνημα που προσπαθεί να εκφράσει η κ. Καρυστιανού είναι, κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο μεγάλο κίνημα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Το πρώτο το εξέφρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος πολεμήθηκε ακόμη και από ανθρώπους του ίδιου του πολιτικού του χώρου.

Αυτό που εξέφρασε ο Αλέξης Τσίπρας στα μέσα της δεκαετίας του 2010 δεν ήταν, με την αυστηρή έννοια, κίνημα. Ήταν περισσότερο η συνάντηση διαφόρων περιπλανώμενων τμημάτων μιας κομμουνιστογενούς και ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία αρχικά αναζητούσε πολιτική έκφραση έξω από τον κεντρικό πυρήνα του ΚΚΕ. Στην πορεία, τα τμήματα αυτά μετασχηματίστηκαν, μέχρι που μεταλλάχθηκαν σε αστικά μορφώματα τα οποία συνέχισαν να επικαλούνται τις ρίζες τους, αναζητώντας ηθικό πλεονέκτημα μέσα σε μια όχι και τόσο ηθική πολιτική συμπεριφορά.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρά το μέγεθός του ή, μάλλον, εξαιτίας του μεγέθους του, κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα κίνημα με αρχές, πρόγραμμα, ιδεολογία και οργανωτική δομή. Η κ. Καρυστιανού δεν μπορούσε, μόνη της, να τα διαμορφώσει όλα αυτά. Χρειαζόταν και εξακολουθεί να χρειάζεται τη βοήθεια ανθρώπων όπως ο κ. Κοκοτσάκης. Γι’ αυτό και ο τελευταίος όφειλε να σκεφθεί πολύ προσεκτικότερα τη δημόσια διαφοροποίησή του.

Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν αποχωρείς εύκολα.

Εν κατακλείδι, το κίνημα Καρυστιανού, παρά τις δυσκολίες του, πρέπει να παραμείνει ζωντανό. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να σωθεί η χώρα από τον κατήφορο στον οποίο έχει οδηγηθεί οφείλουν να συμβάλουν με τη συμμετοχή τους, ακόμη κι αν συναντήσουν δυσκολίες, αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Διότι τα κινήματα δεν γεννιούνται ώριμα. Ωριμάζουν μέσα στη δοκιμασία.

Ή ταν ή επί τας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1.-Ο Charles Tilly ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς κοινωνιολόγους και ιστορικούς κοινωνικούς επιστήμονες του 20ού αιώνα. Θεωρείται κεντρική μορφή στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, της συλλογικής δράσης, των επαναστάσεων, της κρατικής συγκρότησης και της πολιτικής βίας. Γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 2008. Δίδαξε σε μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων το Columbia University, και επηρέασε βαθιά την πολιτική κοινωνιολογία.  Ένα από τα πιο γνωστά σχήματά του είναι το WUNC, από τα αρχικά:

Worthiness — αξιοσύνη / ηθική αξιοπιστία
Unity — ενότητα
Numbers — αριθμοί / μαζικότητα
Commitment — δέσμευση

Δηλαδή, για να αποκτήσει πολιτικό βάρος ένα κίνημα, πρέπει να δείχνει ότι οι άνθρωποί του είναι αξιόπιστοι, ότι εμφανίζονται ενωμένοι, ότι έχουν αριθμητική δύναμη και ότι είναι αποφασισμένοι να επιμείνουν.  Το πιο σχετικό έργο του είναι το: Charles Tilly, Social Movements, 1768–2004 Εκεί αναλύει πώς τα κοινωνικά κινήματα εξελίχθηκαν ιστορικά και πώς απέκτησαν συγκεκριμένες μορφές δημόσιας διεκδίκησης.

2.-Ο Sidney Tarrow είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, από τους πιο γνωστούς θεωρητικούς των κοινωνικών κινημάτων, της συλλογικής δράσης και της συγκρουσιακής πολιτικής.

Η βασική του συμβολή είναι ότι εξηγεί πότε και γιατί ένα κοινωνικό κίνημα μπορεί να δυναμώσει. Δεν αρκεί, λέει, να υπάρχει οργή ή κοινωνική δυσαρέσκεια. Πρέπει να υπάρχει και ένα πολιτικό άνοιγμα, δηλαδή μια ευκαιρία μέσα στο πολιτικό σύστημα: κρίση νομιμοποίησης της εξουσίας, αδυναμία των κομμάτων, ρήγματα στις ελίτ, εκλογικός χρόνος, κοινωνική αγανάκτηση που δεν εκπροσωπείται. Αυτό το ονομάζει political opportunity structure — στα ελληνικά: δομή πολιτικών ευκαιριών.

Το πιο γνωστό έργο του είναι: Sidney Tarrow, Power in Movement: Social Movements and Contentious Politics  Εκεί αναλύει πώς τα κινήματα γεννιούνται, πώς αποκτούν δύναμη, πώς εξαπλώνονται και πώς υποχωρούν όταν αλλάζουν οι πολιτικές συνθήκες.  Ο Tarrow μάς βοηθά να καταλάβουμε γιατί ένα κίνημα μπορεί να έχει δίκιο κοινωνικά, αλλά να αποτύχει πολιτικά αν δεν πιάσει τη σωστή στιγμή.

3.-Ο Alberto Melucci ήταν Ιταλός κοινωνιολόγος, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς των νέων κοινωνικών κινημάτων και της συλλογικής ταυτότητας. Έζησε από το 1943 έως το 2001 και ασχολήθηκε κυρίως με το πώς δημιουργούνται τα σύγχρονα κινήματα, όχι μόνο ως οργανώσεις διαμαρτυρίας, αλλά ως χώροι όπου οι άνθρωποι συγκροτούν ένα νέο «εμείς». Η βασική του ιδέα είναι ότι ένα κίνημα δεν είναι απλώς μια ομάδα ανθρώπων που αντιδρά σε ένα πρόβλημα. Είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία διαφορετικοί άνθρωποι αρχίζουν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως μέρος μιας κοινής υπόθεσης. Δηλαδή αποκτούν συλλογική ταυτότητα.

Για τον Melucci, η συλλογική ταυτότητα δεν υπάρχει έτοιμη από πριν. Χτίζεται μέσα από:

την κοινή εμπειρία,

τα σύμβολα,

τη γλώσσα,

τα πρόσωπα που συμπυκνώνουν το αίτημα,

τις κοινές συγκινήσεις,

και την αίσθηση ότι «εμείς» είμαστε απέναντι σε «εκείνους».

Το πιο σχετικό έργο του είναι:

Alberto Melucci, Challenging Codes: Collective Action in the Information Age

Ο Melucci μάς βοηθά να καταλάβουμε πώς μια διάχυτη κοινωνική αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογικό “εμείς”.

4.-Ο Alain Touraine ήταν Γάλλος κοινωνιολόγος, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς των κοινωνικών κινημάτων και ειδικά των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων.

Έζησε από το 1925 έως το 2023 και συνδέθηκε με τη γαλλική κοινωνιολογική σχολή. Ασχολήθηκε με την εργασία, τη βιομηχανική κοινωνία, τη μεταβιομηχανική κοινωνία, τα φοιτητικά κινήματα, τα εργατικά κινήματα, τη δημοκρατία και τη σχέση κοινωνίας–υποκειμένου. Η βασική του ιδέα είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι απλώς διαμαρτυρίες για οικονομικά συμφέροντα. Είναι αγώνες για το ποιος ελέγχει το νόημα, την κατεύθυνση και την οργάνωση της κοινωνίας. Για τον Touraine, στα σύγχρονα κινήματα το κεντρικό ζήτημα δεν είναι μόνο ο μισθός, η τάξη ή η παραγωγή, όπως στις παλιές μαρξιστικές αναλύσεις. Είναι και η ταυτότητα, η αυτονομία, η αναγνώριση, η αξιοπρέπεια, η ποιότητα της δημοκρατίας και η δυνατότητα των πολιτών να μη συνθλίβονται από κράτος, αγορά και τεχνοκρατικές ελίτ.

Το πιο σχετικό έργο του είναι:

Alain Touraine, The Voice and the Eye: An Analysis of Social Movements και γενικότερα τα έργα του για τη μεταβιομηχανική κοινωνία και τα νέα κοινωνικά κινήματα.

Ο Touraine μάς βοηθά να καταλάβουμε γιατί ένα σύγχρονο κίνημα δεν ζητά μόνο καλύτερες οικονομικές συνθήκες, αλλά διεκδικεί αξιοπρέπεια, ταυτότητα και έλεγχο πάνω στο μέλλον της κοινωνίας. 

5.- Οι David A. Snow και Robert D. Benford είναι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι, ιδιαίτερα γνωστοί στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων για την έννοια των πλαισίων συλλογικής δράσης — στα αγγλικά collective action frames.

Με απλά λόγια, υποστηρίζουν ότι ένα κίνημα δεν αρκεί να έχει αγανακτισμένους ανθρώπους. Πρέπει να μπορεί να εξηγήσει πειστικά:

Ποιο είναι το πρόβλημα;
Ποιος φταίει;
Τι πρέπει να γίνει;
Γιατί πρέπει να κινητοποιηθούμε τώρα;

Αυτό το ονομάζουν framing, δηλαδή «πλαισίωση». Ένα κίνημα πρέπει να δώσει νόημα στην κοινωνική αγανάκτηση. Να τη μετατρέψει από διάχυτο θυμό σε πολιτικό μήνυμα.

Το πιο γνωστό άρθρο τους είναι:

David A. Snow & Robert D. Benford, “Ideology, Frame Resonance, and Participant Mobilization”

Εκεί αναλύουν πώς ένα κίνημα γίνεται αποτελεσματικό όταν το μήνυμά του «κουμπώνει» με τις εμπειρίες, τις αξίες και τα βιώματα των ανθρώπων. Αυτό το λένε frame resonance, δηλαδή απήχηση του πλαισίου.

Οι Snow και Benford μάς βοηθούν να καταλάβουμε πώς ένα κίνημα μετατρέπει το “κάτι δεν πάει καλά” σε “ξέρουμε τι φταίει, τι ζητάμε και γιατί πρέπει να δράσουμε”.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα