Η ΕΕ είναι δομικά ανίκανη να αντιδράσει στις σημερινές κρίσεις εξωτερικής πολιτικής. Η Ένωση πρέπει να ενσωματώσει την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να δημιουργήσει ένα συμβούλιο ασφαλείας καλύτερα προετοιμασμένο να αναλαμβάνει δράση στην παγκόσμια σκηνή.
Του Stefan Lehne
Δημοσιεύθηκε στις 24 Μαρτίου 2026
Strategic Europe
Το Strategic Europe προσφέρει διεισδυτική ανάλυση, νέα σχόλια και συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής από ορισμένους από τους οξυδερκέστερους παρατηρητές διεθνών υποθέσεων της Ευρώπης.
Τρεις πρώην Ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ από τότε που δημοσίευσαν, το 2024, μια σειρά εκθέσεων: ο Μάριο Ντράγκι παρουσίασε ιδέες για την ανταγωνιστικότητα, ο Ενρίκο Λέτα για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και ο Σάουλι Νιινίστο για την εσωτερική ασφάλεια. Μέχρι στιγμής, όμως, κανείς δεν έχει ασχοληθεί να προτείνει μεταρρυθμίσεις στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή βρίσκεται σε τόσο καλή κατάσταση, αλλά μάλλον επειδή πολλοί εκ των έσω τη θεωρούν χαμένη υπόθεση.
Στην πραγματικότητα, δύσκολα υπάρχει άλλος τομέας δράσης της Ένωσης που να έχει γνωρίσει παρόμοιες αποτυχίες τα τελευταία χρόνια. Ακόμη και το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα, η ισχυρή και συνεκτική αντίδραση της ΕΕ στη γενικευμένη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την οποία ο τότε ύπατος εκπρόσωπος Ζοζέπ Μπορέλ είχε χαρακτηρίσει «τη γέννηση της γεωπολιτικής ΕΕ», φαίνεται σήμερα λιγότερο λαμπρό. Οι Ευρωπαίοι έχουν σχεδόν αποκλειστεί από τις διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον-Μόσχας-Κιέβου, οι οποίες ενδέχεται να καταλήξουν σε μια μονόπλευρη συμφωνία που θα απειλεί την επιβίωση μιας κυρίαρχης Ουκρανίας.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα, μια βαθιά διχασμένη ΕΕ αποδείχθηκε ανίκανη να διαμορφώσει πολιτικές που θα είχαν οποιονδήποτε αντίκτυπο στις πραγματικότητες επί του πεδίου. Στην περίπτωση του Ιράν, όπου το μπλοκ είχε προηγουμένως διαδραματίσει καίριο ρόλο στην επίτευξη συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, η Ευρώπη δεν έχει κατορθώσει να βρει κοινή απάντηση σε έναν πόλεμο με σοβαρές συνέπειες για τα συμφέροντά της. Ο κατάλογος των προκλήσεων εξωτερικής πολιτικής, απέναντι στις οποίες η Ευρώπη υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απούσα, είναι απογοητευτικά μακρύς.
Είτε πρόκειται για τη διαχείριση της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, είτε για τη διαμόρφωση εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία, είτε για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της ασφάλειας στην Αρκτική, η ΕΕ υστερεί. Σχεδόν πάντοτε αποδεικνύεται είτε υπερβολικά μεγάλη, επειδή η επίτευξη ομόφωνων αποφάσεων μεταξύ είκοσι επτά μελών απαιτεί υπερβολικά πολύ χρόνο, είτε υπερβολικά μικρή, επειδή μη κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία ή ο Καναδάς, είναι απαραίτητοι εταίροι σε πολλά ζητήματα.
Σχεδιασμένοι για το σχετικά ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον των πρώτων χρόνων του εικοστού πρώτου αιώνα, οι θεσμοί και οι διαδικασίες της ΕΕ είναι υπερβολικά δυσκίνητοι για να αντιμετωπίσουν τον πόλεμο και το χάος. Ήρθε η ώρα να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο ασφαλείας και να συγχωνευθούν η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι συμμαχίες των προθύμων έχουν πρόσφατα αναλάβει πρωτοβουλία σε διάφορα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όμως αυτό δεν αποτελεί βιώσιμο μοντέλο μακροπρόθεσμα. Για να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις και να αντιμετωπίσει την εργαλειοποίηση των πάντων, είναι αναγκαία μια αναμορφωμένη θεσμική διάταξη. Θα πρέπει να παρέχει νομιμοποίηση, συνδέοντας τον ηγετικό ρόλο μικρότερων ομάδων με το υπόλοιπο της Ένωσης μέσω ενός συμβουλίου ασφαλείας. Και, φέρνοντας κοντά την ΕΥΕΔ και την Επιτροπή, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφαλείας ενσωματώνονται πλήρως με τα εργαλεία των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων.
Αντιμέτωπη με τις σημερινές επικίνδυνες και ταχέως εξελισσόμενες κρίσεις, η πλειονότητα των χωρών της ΕΕ φαίνεται έτοιμη να αποδεχθεί ότι μεγαλύτερες χώρες με αυξημένες δυνατότητες θα αναλάβουν την ηγεσία στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας. Ωστόσο, αυτή η ετοιμότητα θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ενός λειτουργικού μηχανισμού ανατροφοδότησης που θα συνδέει την πρωτοπορία με το υπόλοιπο σύνολο. Οι λεγόμενες χώρες E3 — το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία — που ηγήθηκαν στις διαπραγματεύσεις για την ιρανική πυρηνική συμφωνία του 2015, με τον τότε ύπατο εκπρόσωπο να συνδέεται στενά με αυτές, έχουν δείξει πώς μπορεί να γίνει αυτό.
Ο Άντριους Κουμπίλιους, επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, πρότεινε πρόσφατα ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο ασφαλείας, το οποίο θα μπορούσε να προσφέρει πολιτική ηγεσία σε οξείες κρίσεις ασφαλείας και να συμβάλει στην υπέρβαση του κατακερματισμού που εμποδίζει την ανάπτυξη κοινής άμυνας. Πέρα από τη στρατιωτική ασφάλεια, ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε επίσης να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική. Όντας μικρότερο και πιο ευέλικτο, θα μπορούσε να ανταποκρίνεται ταχύτερα σε καταστάσεις κρίσης.
Το συμβούλιο θα απαρτίζεται από τις λεγόμενες χώρες E5 — Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία — καθώς και από έναν μικρό αριθμό άλλων κρατών-μελών σε εκ περιτροπής βάση. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ουκρανία θα συμμετέχουν βάσει ειδικού καθεστώτος. Η συμπερίληψη του Κιέβου θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τον καίριο ρόλο του στην αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής και να σηματοδοτήσει μια ισχυρή ευρωπαϊκή δέσμευση σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η πλήρης ένταξη στην ΕΕ δεν μπορεί ακόμη να επιτευχθεί. Αρχικά, το συμβούλιο ασφαλείας θα μπορούσε να συγκροτηθεί άτυπα. Οποιεσδήποτε εξουσίες λήψης αποφάσεων θα απαιτούσαν μια διακυβερνητική συνθήκη, παρόμοια με εκείνη στην οποία στηρίζεται η ζώνη Σένγκεν.
Επιπλέον, οι πρωτοβουλίες εξωτερικής πολιτικής θα στερούνται βαρύτητας και ουσίας, εάν δεν μπορούν να αντλήσουν στήριξη από τα συλλογικά χρηματοοικονομικά, οικονομικά, εμπορικά και αναπτυξιακά εργαλεία της ΕΕ. Η ΕΥΕΔ είχε αρχικά σχεδιαστεί ως πλατφόρμα συντονισμού ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική και τις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις, όμως αυτό στην πράξη δεν λειτούργησε. Ως υβριδική οντότητα ανάμεσα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, δεν διαθέτει ούτε την εξουσία να συντονίζει αποτελεσματικά ούτε την απαραίτητη επιρροή για να κατευθύνει τη διαδικασία χάραξης πολιτικής στο Συμβούλιο. Στο μεταξύ, η Επιτροπή υπό την πρόεδρο Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει ενισχύσει το προφίλ της στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο σε σειρά τομέων. Είναι η Επιτροπή που σήμερα προσφέρει την καλύτερη δυνατότητα να συνενώσει τα διάφορα εργαλεία των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας στο πλαίσιο μιας συνεκτικής προσέγγισης.
Η συγχώνευση της ΕΥΕΔ με την Επιτροπή θα αποσαφήνιζε τις αρμοδιότητες, θα μείωνε τις επικαλύψεις και θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να διατηρεί τη συμμετοχή των διπλωματών των κρατών-μελών στην εξωτερική πολιτική της Ένωσης.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Ύπατη Εκπρόσωπος Κάγια Κάλας εργάζονται σήμερα πάνω σε μια νέα στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ. Ευχή είναι να αντιλαμβάνονται ότι μια αποτελεσματικότερη πολιτική ασφάλειας και άμυνας πρέπει να συμβαδίζει με μια καλύτερη εξωτερική πολιτική και ότι οι υφιστάμενες δομές και διαδικασίες δεν ανταποκρίνονται πλέον στον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν.
Σχετικά με τον συγγραφέα
Stefan Lehne
Ανώτερος Ερευνητής, Carnegie Europe
Ο Stefan Lehne είναι ανώτερος ερευνητής στο Carnegie Europe, στις Βρυξέλλες, όπου η έρευνά του επικεντρώνεται στην εξέλιξη της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, με ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των κρατών-μελών.
*Το EEAS είναι το European External Action Service, στα ελληνικά Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ). Πρόκειται ουσιαστικά για τη διπλωματική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: υποστηρίζει την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας της ΕΕ, βοηθά τον/την Ύπατο Εκπρόσωπο για θέματα Εξωτερικών και Ασφάλειας και επιδιώκει να κάνει την εξωτερική δράση της Ένωσης πιο συνεκτική και αποτελεσματική. Η υπηρεσία λειτουργεί από το 2011 και διαθέτει δίκτυο με περισσότερες από 140 αντιπροσωπείες και γραφεία της ΕΕ παγκοσμίως.


