Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες. Τι θα γίνει από δω και πέρα;

7/1/20 | 0 | 0 | 331 εμφανίσεις

Του George Friedman “Geopolitical Future”.

Για να κατανοήσουμε την τρέχουσα αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με τους πολέμους Περσίας-Βαβυλωνίας. Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποσύρουν τις δυνάμεις των ΗΠΑ από το Ιράκ μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα.

Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 έγινε χωρίς αντίδραση από το Ιράν και, μάλιστα, με συγκεκαλυμμένη υποστήριξη. Το Ιράκ και το Ιράν διεξήγαγαν έναν σκληρό πόλεμο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, με αποτέλεσμα περίπου 1 εκατομμύριο θύματα, ο οποίος κόστισε, συνολικά, 5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Λίγο αργότερα, το Ιράκ θα υπερεκτιμούσε τη θέση του εισβάλλοντας στο Κουβέιτ, οδηγώντας στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Στο Ιράν, ο έλεγχος του Ιράκ από τους Σουνίτες –έναν μειονοτικό πληθυσμό και, το λιγότερο, έναν θρησκευτικό αντίπαλο – ήταν μια υπαρξιακή απειλή. Ως εκ τούτου, η Τεχεράνη ικανοποιήθηκε απο την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, δεδομένου ότι η απουσία του θα δημιουργούσε μια ευκαιρία για να κυριαρχήσει όποια κυβέρνηση και αν ερχόταν στη συνέχεια.

Ο πόλεμος εξελίχθηκε διαφορετικά. Οι Η.Π.Α. εμπόδισαν τις σιιτικές φιλοδοξίες, πολέμησαν τους Σουνίτες και κατέληξαν σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ των δύο. Ο Ομπάμα όταν ανέλαβε καθήκοντα δεσμεύτηκε να τον σταματήσει, σχεδιάζοντας να αποσύρει τα περισσότερα, αλλά όχι όλα, στρατεύματα των Η.Π.Α. και οικοδομώντας έναν ιρακινό στρατό αποτελούμενο από Σουνίτες και Σιίτες που θα ήταν φιλικός προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Εντούτοις, το Ιράν αντιτάχθηκε στην προοπτική αυτή). Αλλά τότε ήρθε το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο ανάγκασε την Ουάσινγκτον να διατηρήσει στρατεύματα στο Ιράκ και προκάλεσε την παρέμβαση του Ιράν για να μην επιτρέψει στη σουνιτική εξουσία να κρατηθεί στη Βαγδάτη. Οι ΗΠΑ και το Ιράν συχνά συνεργάστηκαν μεταξύ τους στις μάχες που ακολούθησαν.

Ωστόσο, ήταν πάντα προσεκτικοί μεταξύ τους, ως επι το πλείστον, λόγω των προσδοκιών του Ιράν να αναπτύξει πρόγραμμα πυρηνικών όπλων. Η επιδίωξη της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικά όπλα οδήγησε σε επιβολή μαζικών κυρώσεων και σε μια ευρέως διακηρυγμένη διαδικτυακή επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στον πυρηνικό εμπλουτισμό του Ιράν, που υποτίθεται ότι ανέβαλε δραματικά την εξέλιξη του προγράμματος.

Αυτό άνοιξε εκ νέου τη δυνατότητα διατήρησης στρατευμάτων στη χώρα, μόλις ο Ντόναλντ Τράμπ ανέλαβε καθήκοντα.

Ο Τράμπ δήλωσε ότι ήθελε να μειώσει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αλλά, επίσης, ενθάρρυνε την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Αυτή η προφανής αντίφαση είχε να κάνει με τη λογική μιας αμερικανικής απόσυρσης.

Για το Ιράν, ο άμεσος έλεγχος ή, τουλάχιστον, η εξουδετέρωση του Ιράκ αποτελεί γεωπολιτική επιταγή, αλλά η Τεχεράνη δεν μπορεί να αντέξει άλλο πόλεμο. Μετά τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, η απόσυρση, σε πολύ μικρό αριθμό, στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ έφερνε το Ιράν σε εξαιρετικά ισχυρή θέση. Ταυτόχρονα, το Ιράν διατήρησε αρκετές φιλο-ιρανικές ομάδες στο Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και το Ιράκ και υποστήριξε το καθεστώς Άσσαντ ακόμη και πριν από τη ρωσική παρέμβαση.

Με άλλα λόγια, το Ιράν είχε χρησιμοποιήσει τις δραστηριότητές του σε διάφορες χώρες, σε συνδυασμό με την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων, για να δημιουργήσει μια τεράστια σφαίρα επιρροής, κοινώς γνωστή ως «σιιτική ημισέληνος», που εκτείνεται από το Ιράν μέχρι τη Μεσόγειο και σε όλη τη διαδρομή προς την Αραβική Θάλασσα. Αυτή η στρατηγική προωθήθηκε από μια  ελίτ ιρανών στρατηγών, όπως ο Κασέμ Σολεϊμάνι .

Το Ιράν είχε προχωρήσει από το να αμυνθεί μόνο του απέναντι στο Ιράκ στο να αναδειχθεί ως η κύρια δύναμη στη Μέση Ανατολή.

ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ

Η αμερικανική αντίληψη για το Ιράν διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μετά το 1979, με την κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Τεχεράνη και τον βομβαρδισμό ναυτικής βάσης στη Βηρυτό. Ενώ είναι αλήθεια ότι το Ιράν είναι υπεύθυνο και για τις δύο πράξεις, είναι επίσης αλήθεια ότι το Ιράν συμπεριφέρεται πιο ρεαλιστικά  από ό, τι μερικές φορές παρουσιάζεται.

Συνεργάζεται με τις ΗΠΑ όταν χρειάζεται και ενεργεί εχθρικά όταν κρίνει. Αυτό είναι αρκετά φυσιολογική συμπεριφορά, αλλά δημιουργεί σύγχυση μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον πρέπει να πλοηγηθεί.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να στραφεί προς την Τεχεράνη μετά την ήττα του Ισλαμικού Κράτους, η Ουάσιγκτον είχε δύο στρατηγικές.

Η πρώτη ήταν να υποστηρίξει έναν συνασπισμό κρατών για να υπονομεύσει την αυξανόμενη ιρανική σφαίρα επιρροής. Τα βασικά μέλη αυτού του περίεργου συνασπισμού ήταν το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Ισραήλ επικεντρώθηκε στην επίθεση στην ιρανική παρουσία στη Συρία (και ενδεχομένως στο Λίβανο). Οι Σαουδάραβες και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πολεμούσαν τους ιρανούς πληρεξούσιους στην Υεμένη, όπου ξέσπασε μια μάχη μεταξύ των σουνιτών της χώρας, οι οποίοι είχαν εξουδετερωθεί σε μεγάλο βαθμό μετά την πτώση του Σαντάμ, και των σιιτών. Η διαχείριση αυτής της μάχης ανάγκασε τους Αμερικανούς στρατιώτες και το προσωπικό πληροφοριών να παραμείνουν στη χώρα.

Η δεύτερη ήταν να αυξηθούν οι οικονομικές κυρώσεις στο Ιράν, όχι εξαιτίας των πυρηνικών ή των πυραυλικών προγραμμάτων, αλλά για να υπενθυμιστεί στο Ιράν ο κίνδυνος από την οικοδόμηση της σφαίρας επιρροής του. Οι κυρώσεις έβλαψαν σοβαρά την ιρανική οικονομία, ξέσπασαν διαμαρτυρίες, έγιναν συλλήψεις και δόθηκαν  αμνηστίες που συνδέονται συνήθως με την οικονομική πίεση. Η κυβέρνηση στην Τεχεράνη δεν απειλήθηκε υπαρξιακά απο τις κυρώσεις, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να πλήξουν την οικονομία, να πυροδοτήσουν εσωτερικές αναταραχές και έτσι να προκαλέσουν μιαν απάντηση. Υπήρξαν ταραχές στον Λίβανο και το Ιράκ, που απειλούσαν την ιρανική κοινωνικοπολιτική επιρροή. Με άλλα λόγια, τα κέρδη που είχε το Ιράν κινδύνευαν να αντιστραφούν, ενώ η ίδια η ιρανική οικονομία εξασθενούσε.

Το Ιράν χρειάστηκε αντίπαλο. Ο στόχος ήταν να αποδειχθεί η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητριών της περιφερειακής σταθερότητας και της ικανότητας των Ιρανών να επιβάλλουν μια εναλλακτική οικονομία και, στη χειρότερη περίπτωση να προκαλέσουν μια παρέμβαση των ΗΠΑ. Το τελευταίο θα ήταν μια παρέμβαση με ανεπαρκή ισχύ που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση της κυβέρνησης, παρέχοντας σε έναν κατά τα άλλα δυσαρεστημένο πληθυσμό και τις πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν, έναν λόγο που θα τους ενώνει.

Η πρώτη απόπειρα έγινε στον Περσικό Κόλπο, όπου οι Ιρανοί κατέλαβαν διάφορα δεξαμενόπλοια. Η ελπίδα ήταν ότι οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου και η πίεση στις ΗΠΑ από τους καταναλωτές πετρελαίου θα σταματούσαν τις εχθρικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Ήταν μια τακτική χαμηλού κινδύνου και ανταμοιβής που τελικά απέτυχε να επιτύχει τους στόχους της, ειδικά αφού οι Η.Π.Α. αρνήθηκαν να ξεκινήσουν μια αεροπορική επίθεση εναντίον του Ιράν ως απάντηση και υποστήριξαν έμμεσα την κατάληψη, απο το Ηνωμένο Βασίλειο, του ιρανικού δεξαμενόπλοιου στις ακτές του Γιβραλτάρ.

Η δεύτερη απόπειρα ήταν η κλιμάκωση του ίδιου θέματος: η επίθεση σε μια Σαουδική πετρελαϊκή εγκατάσταση απο τους μαχητές της Υεμένης Χούτι. Σχεδιάστηκε επίσης για να ενισχύσει τις τιμές του πετρελαίου και να ενθαρρύνει τους Σαουδάραβες να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τον συνασπισμό που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ. Για άλλη μια φορά, η επίθεση δεν επέτυχε τον τελικό στόχο του Ιράν.

Το Ιράν βρισκόταν σε μια όλο και πιο επισφαλή κατάσταση. Οι εγχώριες αναταραχές, λόγω κυρώσεων, συνεχίζονται. Η σφαίρα επιρροής του βρισκόταν σε πίεση σε κάθε μέτωπο, ιδιαίτερα στον Λίβανο και το Ιράκ, όπου τα αντι-ιρανικά αισθήματα αυξάνονταν.

ΟΙ ΠΙΕΣΕΙΣ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΘΗΚΑΝ

Η επιδείνωση της θέσης του Ιράν ανάγκασε την κυβέρνηση να εξετάσει πιο ισχυρές ενέργειες, ιδίως στο Ιράκ. Η απάντησή της, όπως πολλές φορές πριν, ήταν η δύναμη Κούντς, μια δύναμη ελίτ της ιρανικής Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς, την οποία καθοδηγούσε ποιός άλλος, ο Σολεϊμάνι. Όπως οι ειδικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, ‘ετσι και αυτοί, ειδικεύονται στην εκπαίδευση και τη συντήρηση συμμαχικών δυνάμεων στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ιράν, της Χεζμπολάχ και των Λαϊκών Δυνάμεων Κινητοποίησης στο Ιράκ.

Όταν βάσεις των ΗΠΑ δέχθηκαν επίθεση η υπόθεση που έγινε ήταν ότι αυτές σχεδιάστηκαν και ίσως διεξήχθησαν από πολιτοφυλακές που υποστήριζε η Κούντς, όπως το PMF και το Kataib Hezbollah. Καθώς οι Η.Π.Α. γνώριζαν, πριν ή μετά τις επιθέσεις, ότι ο Σουλεϊμάνι ήταν στο Ιράκ μετά από ένα ταξίδι στη Συρία, ήταν προφανές ότι σημαντικές επιχειρήσεις σχεδιάστηκαν εναντίον του διπλωματικού και στρατιωτικού προσωπικού τους  στο Ιράκ, το Λίβανο και τη Συρία. Η σύλληψη του Σολεϊμάνι θα ήταν καταστροφική για το Ιράν. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί διαπίστωσαν, από την παρουσία του, οτι οι Ιρανοί βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο. Το Ιράν αναλάμβανε μεγάλο ρίσκο δεδομένου ότι γνώριζε τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Αυτό σήμαινε ότι οι Ιρανοί αποφάσισαν να κλιμακώσουν πέρα από τις συνηθισμένες επιθέσεις.

Η ειδικότητα της Δύναμης Κούντς ήταν η επίθεση σε ειδικές  εγκαταστάσεις για να υπονομεύσει τη στρατιωτική ικανότητα ή την ικανότητα πληροφοριών του αντιπάλου ή να επιτύχει ψυχολογικούς και πολιτικούς στόχους. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντάς τον κοντά στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, πιθανώς αναφέρθηκε στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες όχι μόνο ότι ήταν εκεί διότι η κατάσταση ήταν δύσκολη αλλά ότι ήταν εκεί για να διορθώσει την ανισορροπία της ιρανικής ισχύος στο Λεβάντε. Με άλλα λόγια, ότι συνεργαζόταν με τον Ιρακινό ομόλογό του για να πραγματοποιήσει σημαντικές επιχειρήσεις. Απο αυτό προκύπτει ότι οι Η.Π.Α. δεν ήθελαν να γίνουν αυτές οι επιχειρήσεις, ό, τι κι αν γινόταν, και ότι η δολοφονία του ήταν στρατιωτική αναγκαιότητα.

Όλα αυτά πρέπει να ενταχθούν στο στρατηγικό πλαίσιο. Οι Η.Π.Α. δεν επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν εκτενώς στην περιοχή. Η Ουάσινγκτον εξαρτάται από τις κυρώσεις και τους πληρεξουσίους. Το Ιράν εξακολουθεί να επιθυμεί να διατηρήσει τη σφαίρα επιρροής του στη Μεσόγειο, αλλά πρωτίστως, ακόμη μεγαλύτερη προτεραιότητα είναι η εξουδετέρωση του Ιράκ και η σταθεροποίηση του ίδιου του Ιράν. Το Ιράν δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει στο Ιράκ να γίνει προπύργιο αντι-Ιρανικών δυνάμεων, ούτε μπορεί να διεξάγει συμβατικό πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ, του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ. Ως εκ τούτου, το Ιράν πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτό που γνωρίζει τόσο αποτελεσματικά από το παρελθόν: ειδικές και συγκεκαλυμμένες επιχειρήσεις. Συνεπώς, το Ιράν θα αφιερώσει χρόνο για να ανταποκριθεί σ αυτό. Προκύπτει, επίσης, ότι οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοί τους, έχοντας αγοράσει χρόνο σκοτώνοντας τον επικεφαλής της Δύναμης Κούντς, πρέπει να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά.

Ιρανικές και αμερικανικές στρατηγικές μετά τη δολοφονία Σολεϊμανί.

Το Ιράν εξέφρασε την οργή του για τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, επικεφαλής της δύναμης Κούντς, και ανακοίνωσε την επανέναρξη του πυρηνικού προγράμματος εμπλουτισμού, αλλά ελάχιστα, στην κατεύθυνση των αντιποίνων, έχουν, πραγματικά, συμβεί.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο στόχος της δολοφονίας του Σολεϊμάνι ήταν να σπάσει η ιρανική σφαίρα επιρροής. Η μέθοδος για να γίνει αυτό ήταν εν μέρει πολιτική και εν μέρει στρατιωτική.

Πολιτικά, προσπάθησαν να επηρεάσουν ορισμένες ομάδες με χαλαρότερους δεσμούς με το Ιράν. Στρατιωτικά, έχουν επιδιώξει να χρησιμοποιήσουν την αεροπορική ισχύ για να καταστρέψουν τις βασικές εγκαταστάσεις. Η αεροπορική εκστρατεία είναι πιθανό να συνεχιστεί στο Ιράκ, καθώς το Ισραήλ επιτίθεται στη Συρία. Οι Η.Π.Α. είναι πιθανόν απροετοίμαστες να ενεργήσουν στον Λίβανο, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τις Σαουδαραβικές δυνάμεις και τις δυνάμεις των Εμιράτων στην Υεμένη.

Με άλλα λόγια, οι Η.Π.Α. βρισκόταν στη διαδικασία να ξεκινήσουν την επίθεσή τους εναντίον του Ιράν, και πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Η δολοφονία του Σολεϊμάνι είναι ένα βήμα, όχι το τέλος.

Για το Ιράν, η δολοφονία ανοίγει την πόρτα σε πολιτικούς ελιγμούς σε μια εποχή που χρειάζεται λίγο χώρο.

Πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, ορισμένοι που συμμετείχαν στις πυρηνικές συνομιλίες που προκάλεσαν κυρώσεις, έχουν καταδικάσει την αμερικανική δράση. Η επανάληψη του πυρηνικού προγράμματος έχει σχεδιαστεί για να δημιουργήσει περαιτέρω αντίθεση στη δράση των ΗΠΑ, δεδομένου ότι οι Η.Π.Α. θα κατηγορηθούν για την επανεκκίνηση.

Ο στόχος του Ιράν είναι να δημιουργήσει ένα χάσμα μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία και να το χρησιμοποιήσει για να απομονώσει τις ΗΠΑ και να δημιουργήσει ένα κενό που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση των κυρώσεων. Μια τρομοκρατική ενέργεια κατά πολιτικών στόχων περιορίζει αυτήν τη στρατηγική.

Το κρίσιμο θα είναι αν η αντι-Ιρανική συμμαχία θα διατηρηθεί και εάν οι κυρώσεις μπορούν να διευθετηθούν με αυτόν τον τρόπο. Εάν μπορούν, οι Η.Π.Α. πρέπει να επανεξετάσουν τις ενέργειές τους, επειδή η οικονομική απομόνωση του Ιράν είναι το κλειδί για τη στρατηγική τους.

Τώρα λοιπόν η μάχη επιστρέφει σε χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα επιβολής κυρώσεων, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές. Η απειλή βίας είναι εκεί, αλλά προς το παρόν οι Ιρανοί θα χρησιμοποιήσουν το γεγονός αυτό ως μοχλό για τον τερματισμό των κυρώσεων.

Μετάφραση: Παντελής Σαββίδης.

Category: Διπλωματία, Κυριο Θεμα

Leave a Reply

 

Το σχόλιο της ημέρας

    16/2/20 | (1 σχόλια)
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*  11.02.2020  Οπως και σήμερα, το 1974 η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά στην τουρκική πρόκληση. Οπως και σήμερα, ο Ελληνας πρωθυπουργός απευθύνθηκε κυρίως στη Γαλλία. Οπως και σήμερα, εξασφάλισε στήριξη. Μετά την τακτική αντιμετώπιση, η Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή ...

Διαφήμιση

Ροή Ειδήσεων




Εφημερίδες