πηγή: εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”
Του Παντελή Σαββίδη
Η κυπριακή τραγωδία του 1974 υπήρξε αποτέλεσμα μακροχρόνιων τουρκικών σχεδιασμών, της εγκληματικής επέμβασης της ελληνικής δικτατορίας στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, της στρατιωτικής αποδιοργάνωσης της Αθήνας και της ανοχής των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες προτίμησαν τη συνοχή του ΝΑΤΟ από την υπεράσπιση ενός κυρίαρχου κράτους.
Ήταν ένα αναμενόμενο τραγικό γεγονός μετά τον Εμφύλιο, την επικράτηση μιας στρατοκρατικής, αλλά όχι ικανής αμυντικά, λογικής και της παράδοσης του πολιτικού συστήματος στο ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς παρά στην υποστήριξη του εθνικού συμφέροντος.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1960 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου και ένα σύνθετο δικοινοτικό σύνταγμα. Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία απέκτησαν ρόλο εγγυητριών δυνάμεων, ενώ η Βρετανία διατήρησε κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Τουρκία επεξεργαζόταν σχέδια γεωγραφικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, μετακίνησης πληθυσμών και ομοσπονδιακής δομής βασισμένης σε χωριστές περιοχές. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν εγκαταλείφθηκαν· ωρίμασαν στρατιωτικά και πολιτικά μέχρι το 1974.
Η αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967 αποδυνάμωσε την άμυνα του νησιού. Αργότερα, το καθεστώς Ιωαννίδη υπονόμευσε συστηματικά τον Πρόεδρο Μακάριο, ενίσχυσε ακραίες οργανώσεις και, στις 15 Ιουλίου 1974, οργάνωσε πραξικόπημα με τη συμμετοχή της Εθνικής Φρουράς. Η ανατροπή του νόμιμου Προέδρου και η τοποθέτηση του Νίκου Σαμψών στην εξουσία κατέλυσαν τη συνταγματική τάξη και έδωσαν στην Άγκυρα το πρόσχημα που αναζητούσε.
Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Αλεξιπτωτιστές έπεσαν στην περιοχή Λευκωσίας–Κιόνελι και αποβατικές δυνάμεις δημιούργησαν προγεφύρωμα στο Πέντε Μίλι, δυτικά της Κυρήνειας. Παρά τις αρχικές αδυναμίες της τουρκικής επιχείρησης, η ελληνική πλευρά δεν μπόρεσε να εξαλείψει το προγεφύρωμα. Η επιστράτευση στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε χάος, τα σχέδια ενίσχυσης της Κύπρου εφαρμόστηκαν ανεπαρκώς και η χούντα παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής στις πιο κρίσιμες ώρες. Οι ευθύνες της για το πραξικόπημα, τη διάλυση της άμυνας και την αποτυχία αντίδρασης είναι συντριπτικές.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το ψήφισμα 353, ζήτησε κατάπαυση του πυρός, αποχώρηση ξένων στρατευμάτων και διαπραγματεύσεις μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων. Ωστόσο, τα ψηφίσματα δεν συνοδεύτηκαν από μηχανισμό επιβολής. Στις 22 Ιουλίου συμφωνήθηκε εκεχειρία, όμως η Τουρκία τη χρησιμοποίησε για να μεταφέρει νέες δυνάμεις, άρματα, πυροβολικό και εφόδια. Κατέλαβε επιπλέον περιοχές και ενίσχυσε τις θέσεις της, ενώ οι συνομιλίες της Γενεύης δεν κατάφεραν να ανατρέψουν τα τετελεσμένα.

Η δεύτερη Διάσκεψη της Γενεύης κατέρρευσε στις 13 Αυγούστου, όταν η Τουρκία απαίτησε γεωγραφικά συγκεντρωμένη τουρκοκυπριακή περιοχή και άμεση αποδοχή των στρατιωτικών της κατακτήσεων. Τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου άρχισε ο «Αττίλας ΙΙ». Η τουρκική υπεροχή ήταν πλέον συντριπτική. Μέσα σε τρεις ημέρες καταλήφθηκαν η Μόρφου, η Μεσαορία, η Αμμόχωστος και μεγάλο μέρος του βορρά. Η Τουρκία έφτασε να κατέχει περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν, δημιουργήθηκαν πρόσφυγες και αγνοούμενοι, ενώ περιουσίες, εκκλησίες και πολιτιστικά μνημεία λεηλατήθηκαν.
Η ευθύνη του Χένρι Κίσινγκερ είναι πολιτική και ιστορική. Δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε θεωρίες συνωμοσίας. Τα αμερικανικά αρχεία δείχνουν ότι γνώριζε τις τουρκικές προθέσεις, θεωρούσε την Τουρκία σημαντικότερη για τα αμερικανικά συμφέροντα και αποδεχόταν την κατάληψη σημαντικού τμήματος της Κύπρου ως διαχειρίσιμο κόστος. Δεν άσκησε την πίεση που μπορούσε να ασκήσει, δεν επιδίωξε ουσιαστική διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας και αντιμετώπισε την τουρκική προέλαση μέσα από το πρίσμα της ισορροπίας του ΝΑΤΟ. Η αμερικανική πολιτική δεν ήταν απλή αδράνεια αλλά συνειδητή ανοχή ενός ελεγχόμενου τουρκικού τετελεσμένου.
Το γεγονός πρέπει να προβληματίσει την ελληνική ηγεσία και σήμερα καθώς και πάλι η Τουρκία θεωρείται σημαντικότερη της Ελλάδας και αναβαθμίζεται στην περιοχή.
Η δικτατορία φέρει την κύρια ελληνική ευθύνη: η χούντα δεν επινόησε πολιτική για το κυπριακό. Τα πρωτόκολλα της διχοτόμησης είχαν συζητηθεί από το 1956 από τις κυβερνήσεις Μεντερές και Καραμανλή, τα υιοθέτησε η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, – πλην Ανδρέα – και τα εφάρμοσε η χούντα του Ιωαννίδη
Η δικτατορία υπονόμευσε την Κυπριακή Δημοκρατία, έκανε το πραξικόπημα, αποδιοργάνωσε την άμυνα και πρόσφερε στην Τουρκία την ευκαιρία για εισβολή. Η κυβέρνηση Καραμανλή, που ανέλαβε στις 24 Ιουλίου, κληρονόμησε ένα διαλυμένο κράτος και στρατό. Αυτό δεν την απαλλάσσει από ευθύνες.

Στις 23-24 Ιουλίου ο Καραμανλής συγκυβερνά με τη χούντα του Γκιζικη όταν οι Τούρκοι είχαν μόνο 2.500 στρατό στην Κύπρο και 25 άρματα. Δεν στέλνει τα Φάντομ και τα υποβρύχια ή δεν απειλεί καν τον Κίσινγκερ ότι θα τα στείλει αν οι Τούρκοι δεν σταματήσουν να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές και να κατεβάζουν στρατό. Είναι τραγικό λάθος να γιορτάζεται η 24 Ιουλίου ως ημέρα μετάβασης στην δημοκρατία – οι Τούρκοι έσφαζαν ακόμα μέσα στην Κυρήνεια
Η Αθήνα βασίστηκε υπερβολικά στην ελπίδα ότι η Ουάσινγκτον θα συγκρατούσε την Άγκυρα, δεν δημιούργησε αξιόπιστη αποτρεπτική απειλή και δεν πρόλαβε να οργανώσει αποτελεσματική ενίσχυση της Κύπρου πριν από τον «Αττίλα ΙΙ». Το κοινοβουλευτικό πόρισμα της πλειοψηφίας απέδωσε ευθύνες στον Ευάγγελο Αβέρωφ και έθεσε ερωτήματα για τη στάση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Μετά το 1974 ο ΟΗΕ δεν αναγνώρισε την τουρκική κατάκτηση. Η Κυπριακή Δημοκρατία παρέμεινε το μοναδικό νόμιμο κράτος του νησιού και η ανακήρυξη του αποσχιστικού καθεστώτος το 1983 καταδικάστηκε.
Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα πέρασε σταδιακά από τη λογική της αποχώρησης του κατοχικού στρατού στη λογική μιας διαπραγματευόμενης επανένωσης. Έτσι, ένα ζήτημα εισβολής και κατοχής άρχισε να παρουσιάζεται κυρίως ως διακοινοτική διαφορά.
Οι κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου–Ντενκτάς του 1977 και η συμφωνία Κυπριανού–Ντενκτάς του 1979 έθεσαν ως βάση μια δικοινοτική ομοσπονδιακή λύση. Όμως στα αρχικά κείμενα δεν υπήρχαν με τη σημερινή τους έννοια οι όροι «διζωνική» και «πολιτική ισότητα». Αυτοί ενσωματώθηκαν σταδιακά αργότερα, ιδιαίτερα από το 1989 και μετά, και παγιώθηκαν στη διαδικασία του ΟΗΕ.

Το Σχέδιο Ανάν το 2004 αποτέλεσε την πληρέστερη εφαρμογή αυτής της πορείας. Προέβλεπε ένα πολύπλοκο σύστημα δύο συνιστώντων κρατών, περιορισμένη επιστροφή προσφύγων, μεταβατικές ρυθμίσεις και διατήρηση στρατιωτικών και εγγυητικών μηχανισμών. Απορρίφθηκε από περίπου το 76% των Ελληνοκυπρίων, επειδή μεγάλο μέρος της κοινωνίας το θεώρησε δυσλειτουργικό, ανασφαλές και ανεπαρκές ως προς την αποχώρηση στρατευμάτων, το περιουσιακό και την πραγματική αποκατάσταση των προσφύγων.
Η Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία προβάλλεται εδώ και δεκαετίες ως ο μόνος «ρεαλιστικός συμβιβασμός». Είναι όμως απαράδεκτη όταν μετατρέπει τα αποτελέσματα της εισβολής σε συνταγματική βάση, μονιμοποιεί τον εθνοτικό και γεωγραφικό διαχωρισμό, εξισώνει την πλειοψηφία με τη μειοψηφία μέσω μόνιμων βέτο και αφήνει περιθώριο στην Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα, εγγυήσεις ή πολιτικό έλεγχο. Μια τέτοια λύση δεν καταργεί τη διχοτόμηση· τη μεταφέρει μέσα στο νέο κράτος.
Πραγματική λύση σημαίνει συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων, εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια και πλήρη σεβασμό των πολιτικών, περιουσιακών και ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ειρήνη δεν είναι η απουσία πυροβολισμών ούτε λύση η νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της εισβολής. Λύση είναι η αποκατάσταση της ελευθερίας, της νομιμότητας και της δημοκρατίας σε ολόκληρη την Κύπρο.



Κύριε Σαββίδη,
Θα μού επιτρέψτε μία σύντομη παρατήρηση. Το λάθος με την Κύπρο άρχισε από την Αθήνα το 1955 και τελείωσε απ’ αυτήν το 1974. Το έχω πολλάκις γράψει, αλλά το ξαναγράφω, διότι δεν πρέπει να το ξεχνούμε. Η Τουρκία είχε εκχωρήσει όλα τα δικαιώματά της επί τής Μεγαλονήσου στην Αγγλία το 1924 στην Λωζάννη. Έκτοτε, ουδέποτε ανεμείχθη στα συμβαίνοντα σ΄αυτήν (εξέγερση 1931, δημοψήφισμα 1950). Μέσω Μακαρίου, οι Άγγλοι θέλησαν να βάλουν ξανά την Τουρκία στο παιχνίδι (διαίρει και βασίλευε) και η Ελλάς, ο ένας εκ των τριών εχόντων λόγο για την τύχη τής Κύπρου (Κυπρίοι και Άγγλοι οι άλλοι δύο), δυστυχώς το δέχτηκε. Μέχρι το 1955, το μοναδικό σύνθημα που επικρατούσε σε Κύπρο και Ελλάδα και ο μοναδικός στόχος των Κυπρίων αγωνιστών (ΕΟΚΑ), ήταν η ΕΝΩΣΙΣ και τίποτε άλλο, όπως είχε γίνει και με την Κρήτη το 1913.
Το χαρτί τής ανεξαρτησίας και τής αναγνώρισης και των Τούρκων ως εχόντων λόγο, έπεσε στο τραπέζι το 1955 και ήταν λάθος τού Καραμανλή να το δεχτεί. Απ’ εκεί και πέρα πήγαν όλα στραβά. Ο Καραμανλής ήθελε να κλείσει και το Κυπριακό όπως-όπως, χωρίς να το πολυενδιαφέρει τι μέλλει γενέσθαι. Να όμως που δεν το έκλεισε, άλλα αντιθέτως το άνοιξε, μέχρι που φθάσαμε στην ατυχή 15η Ιουλίου 1974. Δεν ξέρω αν μπορούσε να βοηθήσει μετά, “χλωμό” το βλέπω, αλλά αυτό είναι δουλειά των στρατιωτικών να το κρίνουν, από την δική των σκοπιά αλλά και των πολιτικών, διότι δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσαν Άγγλοι και Τούρκοι κυρίως, σε περίπτωση επεμβάεως τής Ελλάδος τον Δεκαπενταύγουστο.
Πάλι για όσους δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν .
Ο Καραμανλής ανέλαβε πρωθυπουργός στις 6 Οκτωβρίου 1955 και η Τριμερής για το Κυπριακό έγινε στοπ Λονδίνο από 29 Αυγούστου ως τις 7 Σεπτεμβρίου 1955 , την δε Ελλάδα εκπροσώπησε στην Τριμερή ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Στρατάρχη ΠΑΠΑΓΟΥ και υπουργός Εξωτερικών Στέφανος Στεφανόπουλος , ενώ τότε ο Καραμανλής ήταν τότε Υπουργός Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών.
Πότε θα βγουν από τα κόκκινα και τα πράσινα πολιτικά αυγά οι επιμένοντες αντιΚαραμανλικά;;;.
Και μετά τι έγινε;
Απλά ,θα μιλάμε ελληνικά και θα συνεννοούμαστε όταν μάλιστα μιλούν τα γραπτά και τα γεγονότα.
Έχουμε να συμφωνήσουμε για γεγονότα από τότε που έγιναν τα χρωματιστά καφενεία .
Το ”ου με πείσεις καν’με πείσεις” έγινε συνήθεια, καληνύχτα.
Η παγίδα του Μητσοτάκη και η Κύπρος.
“Πραγματική λύση σημαίνει συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων, εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια και πλήρη σεβασμό των πολιτικών, περιουσιακών και ανθρώπινων δικαιωμάτων.” Παντελής Σαββίδης
“Στόχος είναι μια Κύπρος επανενωμένη, χωρίς κατοχικό στρατό και ξεπερασμένα συστήματα εγγυήσεων. Μια σύγχρονη χώρα που θα ευημερεί μέσα στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.”
Κυριάκος Μητσοτάκης
Η διαφορά είναι μόνο η αποχώρηση των εποίκων.
Η ασάφεια είναι μόνο μεταξύ των όρων “Κύπρος επανενωμένη” και “συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας”.
Αν κανείς προσέξει και μελετήσει ψύχραιμα τις κινήσεις του Μητσοτάκη και των εξαπτερύγων του, που ανεβάζουν συντεταγμένα και με σύστημα τους τόνους έναντι των κινήσεων (συμπεφωνημένων ή μη) του τουρκοφραγκικού καθεστώτος, (Κυρ. Μητσοτάκης σημερινή ανάρτηση: μαύρη επέτειος, ανοιχτή πληγή στη Μεγαλόνησο και στην καρδιά ολόκληρου του Ελληνισμού η τουρκική εισβολή, διαρκές έγκλημα η παράνομη κατοχή) τότε θα κατανοήσει ότι στήνει μια καλά υπολογισμένη παγίδα, στους από τα δεξιά αντιπολιτευομένους το καθεστώς του.
Στους υπεργενικόφρονες (υπερνασιοναλιστές) γραικόφραγκους, τους “εθνικόφρονας” (και ίσως …και σουφρονόφρονας), στους τουρκοφάγους, στους απροσκύνητους, στους ανένδοτους, που, με αποστράτους, με επί κεφαλής τον … αστράτευτο Σαμαρά και την συγχορδία Βελόπουλου, Λατινοπούλου και εσχάτως Καρυστιανού, υπό την αιγίδα … Καραμανλή, μπορούν προς το παρόν να τον παρενοχλούν.
Δηλαδή τους οδηγεί στο να διακηρύσσουν όλο και πιο ακραίες θέσεις και πολιτικές έναντι του τουρκοφραγκικού καθεστώτος, αφού έχουν καταστήσει αιχμή της πολιτικής τους αντίθεσης την “τουρκική απειλή”, προφανώς γιατί δεν θέλουν (αφού έχουν την ίδια πολιτική) να αντιπολιτευτούν την οικονομική πολιτική της υποταγής στο Βερολίνο, τις δεσμεύσεις έναντι της Ουάσιγκτον και την πρόσδεση στο άρμα της Ιερουσαλήμ .
Έτσι καλλιεργείται στα δεξιά του Μητσοτάκη μια κουλτούρα ανενδοτισμού και δεν πλήττεται το αδύνατο σημείο του, που είναι η πλήρης υποταγή του στην οικονομική (κατ΄αρχήν) πολιτική, που επιβάλλουν οι Φραγκοαλαμανοί και οι καταστροφικές της(υποταγής) συνέπειες, που οδηγούν στην εξασθένηση της Γραικίας και επομένως στην ελάττωση της διεθνούς θέσης της.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της μητσοτακικής τακτικής ήταν η αποστολή αεροπλάνων και πλοίων στην Κύπρο, που έτσουξε τους καραμανλικούς γιατί θύμισε το… εθναρχικόν “η Κύπρος κείται μακράν”.
Και που για να εξουδετερώσουν την απήχησή της στις τάξεις τους, απαίτησαν ομοθυμαδόν και συλλήβδην υπό την διεύθυνση … Μάζη την μόνιμη παραμονή τους στην Κύπρο, που ως γνωστόν τώρα ήλθε κοντά και πλέον … δεν … “κείται μακράν”.
Και δεν τους περνά από το νου ότι δίνουν στον Μητσοτάκη την δυνατότητα, αν το καθεστώς του βρεθεί σε έσχατο κίνδυνο, να τους τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί.
Ένα επεισόδιο (στημένο ή όχι) και η δυναμική αντιμετώπισή του, θα οδηγήσει όλον αυτόν τον κόσμο των ελληναράδων (του Κωλλέτη), των παλικαράδων του “τρώμε πίνουμε και την Άρτα φοβερίζουμε”, στην αγκαλιά του Μητσοτάκη, όπως τότε με τα (γνωστά) επεισόδια στον Έβρο ή με τα γεγονότα γύρω από την συμφωνία των Πρεσπών.
Ποιος θα τον σταματήσει;
Ο χερ Μερτζ;
Με τι;
Με το στρατό που θα φτιάξει ή με το ναυτικό που δεν έχει;
Ο Τράμπ;
Την ώρα που βασίζεται σε αυτόν.
Την ώρα ακριβώς που έχει αποδείξει την χρησιμότητά του και στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ.
Στην περίπτωση προσυμφωνημένης εντάσεως το (πολυπαιγμένο) σενάριο είναι γνωστό.
Στην περίπτωση μη συμφωνημένου συμβάντος “επακούμβισης” μεταξύ των δύο καθεστώτων, ο Τραμπ δεν θα παρέμβει υπέρ του Μητσοτάκη(που δεν είναι σίγουρο), όμως δεν θα παρέμβει και υπέρ του Ερντογάν (αυτό είναι σίγουρο), το πιθανότερο θα παραμείνει ουδέτερος.
Αυτό θέλει και ο Μητσοτάκης.
Για να απαντήσει (δήθεν) δυναμικά, να οδηγήσει σε προσυμφωνημένη (κατά Κίσσιγκερ) ή όχι ένταση με το τουρκοφραγκικό καθεστώς, που σε συνδυασμό με τα γεγονότα και τις εντάσεις θερμές και ψυχρές στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, θα έχει ως αποτέλεσμα να φοβηθούν …τον πόλεμο οι (δήθεν) αντισυστημικοί και να οδηγηθούν μαζί με την (όλη) δεξιά και δη την πολεμομανή δεξιά των ελληναράδων (της κόκκινης μηλιάς), έμπλεοι “εθνικής” υπερηφανείας και αισθημάτων … ανωτέρων, λόγω της δυναμικής αντιμετώπισης “των Τουρκομογγόλων”, στην μητσοτακική κάλπη.
Και να συντρίψει έτσι εκλογικά τον Σαμαρά και πολιτικά τον Καραμανλή και τα εξαπτέρυγά τους.
Τα μαχαίρια ακονίζονται και εις την δεξιάν.
Η βατραχομυομαχία άρχισε
Η συνέχεια προσεχώς στις οθόνες σας.
Πληρώνουμε που πληρώνουμε (τα μαλλιά της κεφαλής μας) τουλάχιστον να δούμε και κανένα … έργο.