Αρχική Blog Σελίδα 418

Από το Καράκας (και τα αρχεία της PDVSA) με… αγάπη για τους εφοπλιστές

0
Σοβαρότατη πληροφορία έχει περάσει στα χέρια των Αμερικανών.

Ανήσυχο ύπνο πρέπει να έχουν αρκετοί Έλληνες εφοπλιστές τελευταία λόγω των εξελίξεων στη Βενεζουέλα. Ο… πόνος τους δεν αφορά βέβαια την τύχη του Μαδούρο, αλλά κάτι άλλο. Τα μυστικά αρχεία της PDVSA.

Να το κάνουμε λιανά. Πρόκειται για την πανίσχυρη κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Η σοβαρότατη πληροφορία που κυκλοφορεί είναι ότι το σύνολο των αρχείων της PDVSA έχει περάσει στα χέρια των Αμερικανών.

Οι μελετηρές λοιπόν αμερικανικές Αρχές διαβάζουν βαπόρια, ναύλους, εταιρείες, ονόματα και λοιπά ενδιαφέροντα πράγματα για εφοπλιστές που πλούτιζαν κάνοντας λαθρεμπόριο με το καθεστώς Μαδούρο και έσπαγαν το εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας. Όλα αυτά δηλαδή που μάθαιναν μέχρι τώρα με «ρουφιανιές» και «προστατευόμενους μάρτυρες», τα έχουν τώρα μπροστά τους με ονόματα και διευθύνσεις.

Τι σημαίνει αυτό; Μετά το πέρας της ανάγνωσης, οι Αμερικανοί συνηθίζουν να στέλνουν έναν ειδικό απεσταλμένο στους παραβατικούς εφοπλιστές για τα περαιτέρω. Επειδή λοιπόν πολλοί Έλληνες εφοπλιστές αγωνιούν για την ώρα που θα τους χτυπήσει την πόρτα ο «ταχυδρόμος» ανεβαίνουν οι αγωνίες και ο ύπνος γίνεται δύσκολος. Με άγριους εφιάλτες.

ΚΠ

https://www.ieidiseis.gr/parapolitika/665033/apo-to-karakas-kai-ta-archeia-tis-pdvsa-me-agapi-gia-toys-efoplistes/

«Μαύρα λεφτά» των στρατηγών του Μαδούρο (και) στην Αθήνα

0
Έλληνας επιχειρηματίας φαίνεται ότι ήδη απασχολεί τις αμερικανικές Αρχές.

H Βενεζουέλα έχει και μια δεύτερη παρενέργεια που είναι πιθανό ότι θα «σκάσει» στην Ελλάδα. Οι Αμερικανοί έχουν βάλει στο μικροσκόπιο κεφάλαια που βγήκαν από τη χώρα για να «κρυφτούν» με διάφορες μεθόδους.

Έλληνας επιχειρηματίας λοιπόν που εμφανίσθηκε πριν από μια δεκαετία στην Ελλάδα αγοράζοντας ακίνητα και ξενοδοχεία σαν να μην υπάρχει αύριο φαίνεται ότι ήδη απασχολεί τις αμερικανικές Αρχές. Γιατί οι δρόμοι του χρήματος οδηγούν στο… Καράκας και σε κάτι πονηρούς στρατηγούς της χούντας του Μαδούρο.

Κάποια περίεργα εμβάσματα από τη Βενεζουέλα του εν λόγω επιχειρηματία είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις ελεγκτικές Αρχές και την Τράπεζα της Ελλάδας όμως τότε η έρευνα δεν είχε φτάσει μακριά.

Τώρα που τα δεδομένα άλλαξαν, αναμένεται η υπόθεση να πάει σε βάθος.

Θα δούμε.

https://www.ieidiseis.gr/parapolitika/665029/mayra-lefta-ton-stratigon-toy-madoyro-kai-stin-athina/

Οι ΗΠΑ έκαναν έφοδο και κατάσχεσαν το ρωσικό τάνκερ Marinera στον βόρειο Ατλαντικό παρά το ρωσικό υποβρύχιο

0

Η επιχείρηση έγινε σε διεθνή ύδατα στον Ατλαντικό – Αναμένεται ρωσική απάντηση; – Βρετανία: «Παρείχαμε υποστήριξη στους Αμερικανούς»

linkedin sharing button

sharethis sharing button

Κορυφώνεται το θρίλερ με το ρωσικό τάνκερ Marinera, πρώην ιρανικό Bella 1, το οποίο καταδίωκαν οι ΗΠΑ γιατί είχε σπάσει το εμπάργκο που είχαν οι ίδιες επιβάλλει στην Βενεζουέλα.

Συγκεκριμένα έγινε έφοδος Αμερικανών κομάντο επάνω στο σκάφος στον βόρειο Ατλαντικό καθώς καταρριχήθηκαν από ελικόπτερα

Η έφοδος έγινε μετά από καταδίωξη δύο εβδομάδων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι πρόσθεσαν ότι ρωσικά σκάφη βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή όταν ξεκίνησε η επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένου ενός ρωσικού υποβρυχίου.

Αξίζει να σημειωθεί πως το Marinera θεωρείται πλέον ρωσικό έδαφος.

Αναμένεται η αντίδραση της Ρωσίας.

 

 

 

 

Το Reuters σημειώνει ότι το τάνκερ είχε προηγουμένως διαφύγει του αμερικανικού «αποκλεισμού» δεξαμενοπλοίων στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις και είχε αποτρέψει προσπάθειες της αμερικανικής Ακτοφυλακής να επιβιβαστεί στο πλοίο.

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ αντέδρασε στην κατάσχεση του πετρελαιοφόρου Marinera με μια ανάρτηση στο X.

Ακολουθεί η πλήρης δήλωσή του: «Ο αποκλεισμός των πετρελαίων της Βενεζουέλας που υπόκεινται σε κυρώσεις και είναι παράνομα, παραμένει σε ΠΛΗΡΗ ΙΣΧΥ — οπουδήποτε στον κόσμο».

Είναι η πρώτη φορά στα χρονικά που οι Αμερικανοί πραγματοποιούν νηοψία σε ρωσικό πλοίο!

Η Βρετανία συνέδραμε τις ΗΠΑ στην κατάσχεση του τάνκερ Marinera

Το Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου σημείωσε ότι βρετανικές δυνάμεις παρείχαν υποστήριξη για την κατάσχεση του Marinera ή Bella 1, σήμερα.

Ακολουθεί η πλήρης δήλωση του υπουργείου:

«Το Ηνωμένο Βασίλειο παρείχε υποστήριξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατόπιν αιτήματός τους, για την κατάσχεση του πλοίου Bella 1 σήμερα.

Οι ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου παρείχαν προγραμματισμένη επιχειρησιακή υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης, στα αμερικανικά στρατιωτικά μέσα που κατάσχεσαν το Bella 1 στο στενό μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Ισλανδίας και Γροιλανδίας, κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ για βοήθεια.

Το RFA Tideforce παρείχε υποστήριξη στις αμερικανικές δυνάμεις που καταδίωξαν και κατάσχεσαν το Bella 1, ενώ η RAF παρείχε υποστήριξη επιτήρησης από τον αέρα.

Η σχέση άμυνας και ασφάλειας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η πιο στενή στον κόσμο και το Ηνωμένο Βασίλειο παρείχε υποστήριξη σε πλήρη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο».

Ο υπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, Τζον Χίλι δήλωσε σχετικά: «Σήμερα, οι ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου επέδειξαν δεξιότητα και επαγγελματισμό, υποστηρίζοντας την επιτυχή αναχαίτιση του πλοίου Bella 1 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ αυτό κατευθυνόταν προς τη Ρωσία. Η ενέργεια αυτή αποτελεί μέρος των παγκόσμιων προσπαθειών για την καταπολέμηση της παραβίασης των κυρώσεων. Αυτό το πλοίο, με το διαβόητο ιστορικό του, αποτελεί μέρος ενός ρωσο-ιρανικού άξονα παραβίασης των κυρώσεων, ο οποίος τροφοδοτεί την τρομοκρατία, τις συγκρούσεις και τη δυστυχία από τη Μέση Ανατολή έως την Ουκρανία. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να εντείνει τις ενέργειές του κατά των δραστηριοτήτων του σκιώδους στόλου, προκειμένου να προστατεύσει την εθνική μας ασφάλεια, την οικονομία μας και τη παγκόσμια σταθερότητα, καθιστώντας τη Βρετανία ασφαλή στο εσωτερικό και ισχυρή στο εξωτερικό. Οι ΗΠΑ είναι ο στενότερος εταίρος του Ηνωμένου Βασιλείου στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Η βαθιά σχέση μας με τις ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ασφάλειάς μας, και η σημερινή άψογα εκτελεσθείσα επιχείρηση δείχνει πόσο καλά λειτουργεί αυτό στην πράξη».

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/diethnis-asfaleia/oi-ipa-ekanan-efodo-kai-katesxesan-to-rosiko-tanker-marinera-ston-voreio-atlantiko-para-to-rosiko-ypovryxio/

Η Κίνα «απαντά» στον Ν.Τραμπ για την Βενεζουέλα: «Έχουμε δικαιώματα στο πετρέλαιο – Να τελειώνει το bullying»

0

Μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου για την αποστολή πετρελαίου αξίας 50 εκατομμύριών δολαρίων στις ΗΠΑ

Η Κίνα όχι απλά επέκρινε έντονα τις ΗΠΑ για την απαίτησή τους από τη Βενεζουέλα να δημιουργήσει αποκλειστική πετρελαϊκή συνεργασία με την Ουάσινγκτον, χαρακτηρίζοντας την κίνηση ως μια «τυπική πράξη εκφοβισμού» και παραβίαση τόσο της κυριαρχίας της Βενεζουέλας όσο και του διεθνούς δικαίου αλλά έθεσε ζήτημα κινεζικών συμφερόντων που παραμένουν ενεργά και θα τα υπερασπιστούν.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, δήλωσε ότι η Βενεζουέλα, ως κυρίαρχο κράτος, έχει πλήρη και μόνιμη κυριαρχία επί πετρελαϊκών πόρων και οικονομικών δραστηριοτήτων της.

Η Μάο Νινγκ υποστήριξε ότι η Κίνα και άλλες χώρες έχουν νόμιμα δικαιώματα στη Βενεζουέλα που προστατεύονται από το εσωτερικό και το διεθνές δίκαιο, τονίζοντας ότι οι διμερείς συμφωνίες συνεργασίας είναι μεταξύ κυρίαρχων κρατών.

Κατηγόρησε επίσης τις ΗΠΑ ότι καταχρώνται εδώ και καιρό παράνομες κυρώσεις που έχουν βλάψει την ανάπτυξη της Βενεζουέλας.

Σοκαριστικό: Ο Τραμπ εξευτελίζει δημόσια τον Μακρόν -«Σε ικετεύω, θα κάνω ό,τι θέλεις, κύριε, μου έλεγε και κλαψούριζε»

0

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ
Σε μια πρωτοφανή εκδήλωση χλεύης απέναντι σε ομόλογό του, ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε μια φερόμενη συζήτηση που είχε με τον Γάλλο πρόεδρο, Εμανουέλ Μακρόν.

Πριν από κάποια χρόνια θα φαινόταν αδιανόητο ένας ηγέτης να εκθέτει με τέτοιον τρόπο δημόσια έναν ομόλογό του, αλλά ο Τραμπ επιφυλάσσει συνεχώς νέες εκπλήξεις.

O Τραμπ χλεύασε δημόσια τον Μακρόν
Αυτήν τη φορά, ο Εμανουέλ Μακρόν βρέθηκε στο επίκεντρο της έκθεσης που επέλεξε να προκαλέσει ο Αμερικανός πρόεδρος, σε χθεσινή του ομιλία.

Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι άσκησε σκληρή πίεση στον Γάλλο πρόεδρο ώστε η Γαλλία να αυξήσει σημαντικά τις τιμές των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, απειλώντας με επιβολή εκτεταμένων δασμών στις γαλλικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Απευθυνόμενος χθες, Τρίτη, σε Ρεπουμπλικανούς βουλευτές, ο Τραμπ περιέγραψε μια κατ’ ιδίαν συνομιλία με τον Μακρόν, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές πληρώνουν έως και 14 φορές περισσότερο για φάρμακα σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η ανισορροπία αποτελεί αποτέλεσμα δεκαετιών, κατά τις οποίες, όπως είπε, «οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδοτούσαν την παγκόσμια υγειονομική περίθαλψη».

Ο Τραμπ δήλωσε ότι ζήτησε από τον Μακρόν να αυξήσει τις τιμές των φαρμάκων στη Γαλλία, ώστε να περιοριστεί η πίεση στις τιμές στις ΗΠΑ. Όταν, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Γάλλος πρόεδρος αρνήθηκε, ο Τραμπ υποστήριξε ότι έθεσε τελεσίγραφο, απειλώντας με δασμούς 25% σε όλα τα γαλλικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το κρασί και τη σαμπάνια έως κάθε άλλο εξαγώγιμο αγαθό.

«Ντόναλντ σε παρακαλώ, μην το πεις στον κόσμο, σε ικετεύω»
«Αν μέχρι τη Δευτέρα δεν έχεις συμφωνήσει σε όλα όσα θέλουμε, θα επιβάλω δασμό 25% σε όλα τα προϊόντα από τη Γαλλία», είπε ο Τραμπ.

Σε ιδιαίτερα σκωπτικό και υποτιμητικό τόνο, ο Τραμπ μιμήθηκε τον Μακρόν χρησιμοποιώντας και ειρωνικά μια ελαφριά γαλλική προφορά, λέγοντας ότι τελικά υποχώρησε και του είπε: «Όχι, όχι, όχι, όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό».

Ο Τραμπ δήλωσε ότι του ανταπάντησε: «Μπορώ να το κάνω. Και θα το κάνω. Ακόμα και για λόγους εθνικής ασφάλειας θα το κάνω, αλλά αυτό είναι για λόγους ιατρικής ασφάλειας».

Στη συνέχεια, ο Τραμπ, στο ίδιο ειρωνικό ύφος, είπε ότι ο Μακρόν τού απάντησε: «Ντόναλντ, σύμφωνοι. Θα ήθελα να αυξήσω τις τιμές των συνταγογραφούμενων φαρμάκων κατά 200% ή ό,τι άλλο θέλετε, θα το ήθελα πολύ, θα ήταν τιμή μου. Ό,τι θέλετε. Ντόναλντ, σε παρακαλώ, μην το πεις στον πληθυσμό, σε ικετεύω».

«Όλες οι χώρες είπαν το ίδιο πράγμα» πρόσθεσε ο Αμερικανός πρόεδρος, θέλοντας να επιδείξει την αποτελεσματικότητα της διπλωματίας που στηρίζεται στην ισχύ.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι μειώσεις που πέτυχε φτάνουν έως και το «400, 500 ή ακόμη και 600%» και ανακοίνωσε ότι οι νέες τιμές θα είναι διαθέσιμες από τον Ιανουάριο μέσω του ιστότοπου TrumpRx.gov, χωρίς ωστόσο να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του μέτρου.

“https://www.iefimerida.gr/kosmos/o-tramp-exeytelizei-makron-se-iketeyo-oti-theleis”

Ελληνικής καταγωγής ο επικεφαλής των κομάντος που συνέλαβαν τον Μαδούρο -Ποιος είναι ο Κρις Κουντουριώτης

0

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ

Ελληνικής καταγωγής ο επικεφαλής των κομάντος που συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο

Αμερικανός δημοσιογράφος προχώρησε στην ταυτοποίηση ενός ελληνικής καταγωγής αξιωματικού, ο οποίος φέρεται να ήταν επικεφαλής της ομάδας των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ που συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.

Η δημοσιοποίηση των στοιχείων και του φερόμενου ρόλου του στρατιωτικού σε ανάρτηση του δημοσιογράφου στο Χ προκάλεσε την αντίδραση της πλατφόρμας, που κάλεσε τον χρήστη να κατεβάσει την ανάρτηση.

Ο ελληνικής καταγωγής διοικητής των κομάντος που συνέλαβαν τον Μαδούρο
Ο Seth Harp ταυτοποιούσε τον ανώτερο αξιωματικό ως τον συνταγματάρχη Chris Countouriotis, υποστηρίζοντας ότι ηγήθηκε της επιδρομής που οδήγησε στη σύλληψη του Μαδούρο στην επιχείρηση «Αbsolute Resolve», που ολοκληρώθηκε με επιτυχία αρπάζοντας από το Καράκας τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, Σίλια Φλόρες, για να μεταφερθούν στις ΗΠΑ και να δικαστούν, κατά βάση για ναρκοτρομοκρατία.

Σύμφωνα με όσα ανήρτησε προτού διαγραφούν, ο Kountoriotis γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Εντάχθηκε στον αμερικανικό στρατό το 2004 ως αξιωματικός του Σώματος Ιατρικών Υπηρεσιών (Medical Service Corps), ενώ το 2006 μετατέθηκε στο Πεζικό. Στη συνέχεια εισήλθε στις Δυνάμεις Ειδικών Επιχειρήσεων, όπου υπηρετεί επί 16 χρόνια.

Ο Harp, γνωστός επικριτής της στρατιωτικής επιχείρησης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, δέχθηκε έντονες επικρίσεις μετά τη δημοσίευση της ανάρτησής του.

Η ανάρτηση του δημοσιογράφου μετά τις αντιδράσεις
Μετά από πολλές αντιδράσεις άλλων χρηστών του διαδικτύου, ο Harp προχώρησε σε μια ανάρτηση-δήλωση, όπου υποστήριξε ότι δεν προχώρησε σε κάποια παράτυπη πράξη, δημοσιοποιώντας τα στοιχεία του Αμερικανού αξιωματικού, και ανέφερε τα εξής:

«Χθες, οι διαχειριστές του X κλείδωσαν τον λογαριασμό μου και μου ζήτησαν να διαγράψω ορισμένες αναρτήσεις για να μπορέσω να συνδεθώ ξανά. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση, όμως είχα αναρτήσει το δημόσια διαθέσιμο διαδικτυακό βιογραφικό ενός διοικητή της Delta Force, ενός συνταγματάρχη, του οποίου η ταυτότητα δεν είναι διαβαθμισμένη και την οποία μπορεί να εξακριβώσει οποιοσδήποτε γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί αιτήματα FOIA.

Σε καμία περίπτωση δεν ”doxxαρα” (σ.σ. έρευνα με βάση το διαδίκτυο και τη μετάδοση ιδιωτικών πληροφοριών ή πληροφοριών ταυτοποίησης) τον αξιωματικό. Δεν ανάρτησα καμία προσωπικά αναγνωρίσιμη πληροφορία γι’ αυτόν, όπως ημερομηνία γέννησης, αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα ονόματα των μελών της οικογένειάς του ή φωτογραφίες του σπιτιού του. Αυτό που ανάρτησα παραμένει ακόμη online στον ιστότοπο του Πανεπιστημίου Duke, διαθέσιμο σε όλο τον κόσμο.

Αν υπηρετείς στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, τα υπηρεσιακά σου έγγραφα είναι δημόσια αρχεία -όπως και θα έπρεπε να είναι. Επειδή υπηρέτησα και ο ίδιος στον Στρατό, οποιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει τα αρχεία μου, τα οποία δείχνουν τις μονάδες στις οποίες υπηρέτησα. Τίποτα δεν εξαιρεί την Delta Force από αυτή τη βασική διαφάνεια.

Για να καταδείξω αυτά τα σημεία, ανάρτησα επίσης τα αρχεία αποβιωσάντων ειδικών επιχειρησιακών στελεχών, τα οποία αποκτήθηκαν μέσω FOIA και στα οποία αναγράφεται ρητά ”Delta Force”, χωρίς αποσιωπήσεις. Στο πνεύμα της δικαιοσύνης, ανάρτησα και το δικό μου υπηρεσιακό αρχείο. Το X απαίτησε να διαγράψω και αυτές τις αναρτήσεις.

Τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να αποσπά την προσοχή από το μεγαλύτερο ζήτημα: ότι η Delta Force, ενεργώντας βάσει παράνομων εντολών του προέδρου Τραμπ, οι οποίες παραβίαζαν κάθε αρχή του διεθνούς δικαίου και της κρατικής κυριαρχίας, καθώς και το προνόμιο του Κογκρέσου να κηρύσσει πόλεμο, εισέβαλε στη Βενεζουέλα, σκότωσε δεκάδες Βενεζουελάνους που δεν αποτελούσαν καμία απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και απήγαγε τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, καθώς και τη σύζυγό του.

Κάθε πολιτικός αξιωματούχος και κάθε στρατιωτικός στην αμερικανική αλυσίδα διοίκησης που συμμετείχε σε αυτή την εξοργιστικά παράνομη και προκλητική πολεμική πράξη -στην οποία αντιτίθεται η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών- αποτελεί νόμιμο αντικείμενο δημοσιογραφικού ελέγχου, και το X δεν έχει καμία δουλειά να λογοκρίνει την έγκαιρη και ακριβή δημοσιογραφική μου κάλυψη».

“https://www.iefimerida.gr/kosmos/ellinikis-katagogis-o-epikefalis-komantos-synelaban-madoyro”

Χωρίς επαρκείς απαντήσεις και με άγνοια της αιτίας το Blackout στο FIR Αθηνών – Αποκαλύπτουμε τι μπορεί να συνέβη

0

Από ΠΤΗΣΗ

flight.com.gr

Των Φαίδωνα Καραϊωσηφίδη, Μηχανικού Αεροδιαστημικής, Διερευνητής Αεροπορικών Ατυχημάτων και Κώστα Λακαφώση, Αεροναυπηγού Μηχανικού, Διερευνητή Ατυχημάτων

Σχεδόν 60 ώρες μετά το Blackout στις τηλεπικοινωνίες που υποστηρίζουν τον Έλεγχο Εναερίου Κυκλοφορίας (ΕΕΚ) στο FIR Αθηνών, που οδήγησε στο πρακτικό «κλείσιμο» των αερομεταφορών στον ελλαδικό χώρο και δημιούργησε χάος στη λειτουργία των αεροδρομίων της χώρας και στον προγραμματισμό των αεροπορικών εταιριών, όχι μόνο δεν υπήρξαν επαρκείς απαντήσεις από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας  (ΥΠΑ) για τα αίτια του συμβάντος, αλλά και οι σχετικές ανακοινώσεις δημιούργησαν σύγχυση και περισσότερα ερωτήματα από όσα υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να απαντήσουν.

Όπως όμως θα δούμε παρακάτω, είναι πλέον βέβαιο ότι υπάρχει άγνοια για τα αίτια του συμβάντος, ενώ εγείρονται και σημαντικά θέματα σχετικά με τη διαχείρισή του.

Ως γνωστόν το πρόβλημα εμφανίστηκε γύρω στην 09:00 της Κυριακής 4/1/2026 και η αρχική ανακοίνωση της ΥΠΑ έλεγε ότι : «Κάποιες συχνότητες που εξυπηρετούν τις ανάγκες του FIRΑθηνών αντιμετωπίζουν πρόβλημα το οποίο διερευνάται μαζί με αρμόδιους εξωτερικούς φορείς. Προκειμένου για την απόλυτη διατήρηση της ασφάλειας των πτήσεων, εξυπηρετείται μόνο μέρος των υπερπτήσεων, και έχουν τεθεί περιορισμοί στα ελληνικά αεροδρόμια. Προς τούτο έχει ήδη εκδοθεί σχετικό ΝΟΤΑΜ. Το θέμα τελεί υπό διερεύνηση και θα υπάρξουν νεότερες ανακοινώσεις»

Το αποτέλεσμα, ήταν ότι το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘ/Μ) αδυνατούσε να διαχειριστεί την κυκλοφορία αεροσκαφών και έτσι λήφθηκε η απόφαση να κλείσει το FIR για διερχόμενα αεροπλάνα, τα οποία αναδρομολογήθηκαν από το Eurocontrol σε FIR γειτονικών χωρών.

Ακόμη, αεροσκάφη που βρίσκονταν εντός του ελληνικού FIR και προσέγγιζαν αεροδρόμια προσγειώθηκαν μέσω επικοινωνίας με τις τοπικές συχνότητες Προσέγγισης και Πύργου (οι οποίες, όπως υπογραμμίζεται, δεν επηρεάστηκαν).

Η κύρια επίπτωση, όμως, ήταν η αδυναμία αναχωρήσεων από τα ελληνικά αεροδρόμια, καθώς και η αδυναμία υποδοχής πτήσεων που ήταν προγραμματισμένες προς την Ελλάδα.

Νεότερη ανακοίνωση της ΥΠΑ μέσα στην Κυριακή ανέφερε ότι: «στις 4/1/2026 και ώρα 08:59 τοπική, η Υπηρεσία αντιμετώπισε μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες που εξυπηρετούν το F.I.R. Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάστηκε πτώση των γραμμών HELLASCOM καθώς και των τηλεφωνικών γραμμών επιχειρησιακής επικοινωνίας.

«Ο “θόρυβος” που παρατηρήθηκε στις συχνότητες είχε τη μορφή συνεχούς, ακούσιας εκπομπής. Οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ, σε συντονισμό με τους τεχνικούς του ΟΤΕ, κατέβαλαν άμεσες προσπάθειες για τον εντοπισμό και την αποκατάσταση του προβλήματος»… «Παράλληλα, οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ κινητοποιήθηκαν σε όλες τις περιφερειακές μονάδες συστημάτων εκπομπής και λήψης, μεταξύ άλλων στον Υμηττό, στο Πήλιο, στη Θάσο, στα Ακαρνανικά, στο Μοναστήρι και στα Γεράνια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος των συστημάτων εκπομπής. Κατά τις μεσημβρινές ώρες, δόθηκε εντολή στο ειδικά εξοπλισμένο αεροσκάφος της ΥΠΑ να απογειωθεί εκτάκτως, με τη συμμετοχή ηλεκτρονικών της Υπηρεσίας και ειδικού τεχνικού της ΕΕΤΤ, για τη στοχευμένη διερεύνηση των παρεμβολών από αέρος».

Επισημαίνεται η -«επιεικώς»- ατυχέστατη χρήση του όρου «παρεμβολή» που υπονοεί εξωγενή αιτία και παραπέμπει σε ενεργητική πράξη εκπομπής σημάτων με ισχύ μεγαλύτερη της εγγενούς του συστήματος, με σκοπό την παρεμπόδιση της λειτουργίας του. Τα όσα περιγράφονταν, οδηγούσαν τον καθένα αβίαστα στο συνειρμό ότι αυτή η κρίσιμη υποδομή επικοινωνιών των αερομεταφορών της χώρας δεχόταν υβριδική επίθεση, κάτι που προκάλεσε αναστάτωση στα υψηλότερα κλιμάκια της Κυβέρνησης αλλά και στην ΕΥΠ.

Βέβαια, οι πραγματικοί γνώστες των συστημάτων ραδιοεπικοινωνίας αμέσως κατάλαβαν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι τεχνικά δυνατόν να συμβαίνει (αφού είναι από τεχνικής άποψης πρακτικά αδύνατον να πετύχεις ένα τέτοιο αποτέλεσμα σε καιρό ειρήνης και να μην εντοπιστείς άμεσα από τις υποδομές της ΕΕΤΤ).

Αργότερα το απόγευμα της Κυριακής μια νεότερη ανακοίνωση της ΥΠΑ ευσχήμως ανασκεύασε τα όσα περιείχε η προηγούμενη ανακοίνωση κάνοντας λόγο για «τεχνικό ζήτημα που παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σε πολλαπλές συχνότητες υπό τη μορφή “θορύβου”, προερχόμενου, κατά τις αρχικές ενδείξεις, από τηλεπικοινωνιακές υποδομές, και επηρέασε τις επικοινωνίες εντός του FIR Αθηνών, έχει πλέον αποκατασταθεί πλήρως», προσθέτοντας  ότι «οι γενεσιουργιές αιτίες του τεχνικού προβλήματος, το οποίο δεν έχει καταγραφεί στο παρελθόν με αυτή την έκταση και μορφή, τελούν υπό ενδελεχή διερεύνηση από τους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς της ΥΠΑ, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες».

Υπογραμμίζεται το γεγονός ότι η «μαζική παρεμβολή» έγινε πλέον «τεχνικό ζήτημα» με εισαγωγή «θορύβου» από «τηλεπικοινωνιακές υποδομές» που επηρέασε τις επικοινωνίες εντός του FIR. Δηλαδή αφήνεται πλέον το ενδεχόμενο η αιτία να είναι ενδογενής, όπως βλάβη ή αστοχία του ίδιου του συστήματος, αν και πάλι δεν είναι ξεκάθαρο.

Θα χρειαζόντουσαν 48 και περισσότερες ώρες έως και το απόγευμα της Τρίτης, 6/1/2026 όταν με μια νέα μακροσκελή ανακοίνωσή της η ΥΠΑ αλλάξει και πάλι την περιγραφή του συμβάντος ως «τεχνικό πρόβλημα με τη μορφή συνεχούς παρεμβολής “θορύβου” στην ακρόαση των συχνοτήτων, προερχόμενη από διεγέρσεις (ακούσιες εκπομπές σήματος) των πομπών της Υπηρεσίας, όπως προέκυψε κατά την αρχική διερεύνηση. Αυτό επηρέασε ταυτόχρονα πολλαπλές συχνότητες που εξυπηρετούν το F.I.R. Αθηνών, ενώ παράλληλα υπήρξε δυσλειτουργία στις γραμμές τηλεφωνικής διασύνδεσης και στα κυκλώματα δεδομένων HELLASCOM».

Δηλαδή σήμερα, για πρώτη φορά υπάρχει παραδοχή  ότι ο το πρόβλημα ήταν ενδογενές και προερχόταν από δυσλειτουργία των πομπών του συστήματος και όχι από εξωτερικό παράγοντα.

Σημειώστε ότι στην ανακοίνωση γίνεται η παραδοχή ότι «τόσο τα πρωτεύοντα όσο και τα δευτερεύοντα (backup) Συστήματα Επικοινωνίας Φωνής (VCS) και Πομποδεκτών βρίσκονταν σε λειτουργία καθ’ όλη τη διάρκεια του συμβάντος», που ίσως είναι και  αυτό που εγείρει καίρια ερωτήματα για την διαχείριση του συμβάντος.

Η ανακοίνωση όμως της ΥΠΑ, της Τρίτης, 6/1/2026 γίνεται πιο… «ενδιαφέρουσα» στη συνέχεια καθώς αναφέρει: «από την εκδήλωση του περιστατικού, πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες ενέργειες διερεύνησης και αποκατάστασης, τόσο εντός του δικτύου της ΥΠΑ και των συστημάτων του ΚΕΠΑΘΜ, και ειδικότερα του VCS και Remote Control System (RCS), όσο και στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές του παρόχου (ΟΤΕ). Οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ κινητοποιήθηκαν σε όλους τους αναμεταβιβαστικούς σταθμούς, μεταξύ άλλων στον Υμηττό, Πήλιο, Θάσο, Ακαρνανικά, Μοναστήρι, Κέρκυρα, Ρόδο και Γεράνεια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος των συστημάτων. Οι έλεγχοι ολοκληρώθηκαν αργά το βράδυ της Κυριακής, δίχως να προκύψει κάποιο σχετικό στοιχείο που να συνδέεται άμεσα με το συμβάν.

Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι: «δόθηκε εντολή από τον Διοικητή να απογειωθεί το ειδικά εξοπλισμένο αεροσκάφος της ΥΠΑ, με τη συμμετοχή ηλεκτρονικών της Υπηρεσίας και ειδικού τεχνικού της ΕΕΤΤ, για τη στοχευμένη διερεύνηση του φάσματος συχνοτήτων από αέρος. Δεν καταγράφηκαν ενεργές εκπομπές που να συνδέονται με το τεχνικό πρόβλημα. Για τη σε βάθος ανάλυση της αιτίας του προβλήματος (root cause), η ΥΠΑ παραμένει σε στενή συνεργασία με τον ΟΤΕ, σε όλα τα επίπεδα, στο πλαίσιο διασταύρωσης της αιτίας του συμβάντος και της συντονισμένης τεχνικής επεξεργασίας. Η μέχρι στιγμής διερεύνηση, φαίνεται να εντοπίζει το πρόβλημα σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές και δεν ανέδειξε στοιχεία κυβερνοεπίθεσης στα συστήματα της ΥΠΑ».

Δηλαδή, η αιτία που προκάλεσε το πρόβλημα παραμένει μέχρι και τώτα άγνωστη και η «αποκατάσταση» φαίνεται ότι έγινε από μόνη της, δηλαδή το σύστημα… αυτοδιορθώθηκε (γιατί προφανώς δεν μπορείς να διορθώσεις ένα πρόβλημα που δεν γνωρίζεις την αιτία του).

Το σύστημα που δυσλειτούργησε

Για να γίνει κάπως καλύτερα κατανοητό το τι μπορεί να συνέβη να αναφέρουμε ότι το σύστημα εγκαταστάθηκε το 1991, επεκτάθηκε σε δεύτερη φάση το 1997, υπήρξαν παρεμβάσεις την περίοδο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κάποιες ακόμη στη συνέχεια, αλλά η απαίτηση εκσυγχρονισμού υφίσταται από το 2015.

Το κομμάτι των τηλεπικοινωνιών που εξυπηρετεί το FIR αποτελείται από το πρωτεύον δίκτυο με 12 Σταθμούς ανά την επικράτεια (από τη Θάσο και την Κέρκυρα μέχρι την Κρήτη και τη Ρόδο), ενώ η διασύνδεση γίνεται μέσω γραμμών του ΟΤΕ απευθείας στην κονσόλα του χειριστή στο ΚΕΠΑΘ/Μ.

Υπάρχει ένα δεύτερο δίκτυο με 7 Σταθμούς το οποίο περνάει από διαφορετικές γραμμές ΟΤΕ και υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητο.

Υπάρχει και τρίτο σύστημα, το αποκαλούμενο «LastResort», που είναι στην πράξη μια εγκατάσταση ασυρμάτου στο ΚΕΠΑΘ, που «πιάνει» μέχρι 70 ναυτικά μίλια μακριά και προφανώς δεν μπορεί να καλύψει όλη την επικράτεια του FIR.

Οι 12 Τηλεπικοινωνιακοί Σταθμοί του κύριου συστήματος (Main VCS, voice communication system) χρησιμοποιούν πομπούς και δέκτες τηλεχειριζόμενους ως προς την εκπομπή και λήψη, μέσω ψηφιακής ζεύξης από απευθείας γραμμές του δικτύου HELLAS.COM του ΟΤΕ (οι 8 από τους 12 είναι και τηλεχειριζόμενοι ως προς επιπλέον λειτουργίες μεταγωγής ή διάγνωσης).

Υπογραμμίζεται η σημαντική λεπτομέρεια ότι οι σταθμοί αυτοί δεν είναι επαναλήπτες RF, δηλαδή δεν έχουν κάποια είσοδο διέγερσης και διαμόρφωσης φωνής μέσω ραδιοσυχνότητας. Ο μοναδικός τρόπος διέγερσης και εκπομπής είναι μέσω του ψηφιακού τηλεχειρισμού. Άρα, όταν ένας πομπός παρουσιάζεται να έχει διεγερθεί και να εκπέμπει ακατάληπτη διαμόρφωση, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να συμβαίνει αυτό παρά μόνο μέσω του συστήματος ψηφιακού τηλεχειρισμού. Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα άλλο προς διερεύνηση πέραν της καλής λειτουργίας του συστήματος τηλεχειρισμού σε μια περίπτωση συνεχούς διέγερσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση.  Δεν έχει κανένα νόημα να αναζητούνται εξωτερικές εκπομπές RF εάν διαπιστωθούν ακατάληπτες εκπομπές («παρεμβολές») που προέρχονται από τον δικό σου πομπό!

Το κυρίαρχο σενάριο του τί συνέβη, αφορά κατά τα φαινόμενα τον  κεντρικό Τηλεπικοινωνιακό Σταθμό της Αθήνας που έχει δύο βάσεις και δύο κεραίες: εκπέμπει από τον Υμηττό και λαμβάνει από τα Γεράνεια.

Το πρόβλημα φαίνεται ότι δημιουργήθηκε από βλάβη του τηλεχειρισμού του πομπού στον Υμηττό, με αποτέλεσμα ο χαλασμένος πομπός να εκπέμπει συνεχώς «θόρυβο» και να μη μπορεί ο ελεγκτής να επικοινωνήσει με τα αεροσκάφη. Πιθανότατα, λόγω της διστατικής φύσης του Σταθμού (με τον πομπό και τον δέκτη σε διαφορετικές τοποθεσίες), οι ελεγκτές άκουγαν την ακατάληκτη λήψη από την κεραία λήψης στα Γεράνεια και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι εκεί εντοπίζεται η βλάβη, δηλαδή στον δέκτη, ενώ η βλάβη στην πραγματικότητα ήταν στον Υμηττό!

Όταν δεν βρέθηκε βλάβη στα Γεράνεια, η επόμενη υπόθεση ήταν ότι κάποιος τρίτος εκπέμπει και δημιουργεί παρεμβολές, ενώ στην πραγματικότητα οι “παρεμβολές” προέρχονταν από τον πομπό του Υμηττού! Επιπλέον, από δημοσιογραφικές αναφορές και τεχνικών της ΥΠΑ, προκύπτει η ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι σε μεταγενέστερο χρόνο οι τεχνικοί βρέθηκαν στον Υμηττό και διαπίστωσαν ότι “το κόκκινο φωτάκι του πομπού ήταν ενεργοποιημένο”, δηλαδή ο πομπός είχε διεγερθεί σε κατάσταση εκπομπής χωρίς εντολή από την κονσόλα τηλεχειρισμού. Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν απενεργοποιήθηκε άμεσα ο πομπός αυτός ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ο Έλεγχος Εναερίου Κυκλοφορίας με το δευτερεύον σύστημα;

Υπενθυμίζουμε ότι όταν υπάρχει δεύτερο παράλληλο σύστημα (Backup RCS) με τηλεχειριζόμενους πομπούς και δέκτες στις ίδιες τοποθεσίες με το κύριο σύστημα, η προϋπόθεση για να λειτουργήσει το εφεδρικό είναι η απενεργοποίηση του κύριου συστήματος ώστε να διακοπούν οι ακατάληπτες και ακούσιες εκπομπές από τον κύριο πομπό, που “φιμώνουν” και το κύριο αλλά και το δευτερεύον σύστημα.

Η μη απενεργοποίηση του κύριου συστήματος, όπως παραδέχεται η ΥΠΑ στην ανακοίνωση της Τρίτης, «προκειμένου να γίνει ορθή διάγνωση του προβλήματος», είναι αδιανόητη απόφαση, όταν το τίμημα είναι το κλείσιμο του FIR Αθηνών για 8 ώρες! Ας μην ξεχνάμε ότι το πρωταρχικό ζητούμενο σε όλα τα συστήματα ελέγχου εναερίου κυκλοφορίας είναι η αδιάλειπτη λειτουργία (100% uptime). Οποιοδήποτε άλλο ζητούμενο δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ως σημαντικότερο από την απαίτηση αδιάλειπτης λειτουργίας.

Κανονική λειτουργία του πρωτεύοντος συστήματος (Main VCS)

Το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘ/Μ) βρίσκεται σε εγκαταστάσεις στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού και συνδέεται μέσω ψηφιακών ζεύξεων (απευθείας μισθωμένες γραμμές του ΟΤΕ) με 12 Τηλεπικοινωνιακούς Σταθμούς (ΤΣ) ανά την επικράτεια, από τη Ρόδο μέχρι την Κέρκυρα και από τη Θάσο μέχρι την Κρήτη. Ο κεντρικός ΤΣ της Αττικής είναι μοιρασμένος σε δύο κορυφές: η εκπομπή γίνεται από τον Υμηττό, ενώ η λήψη γίνεται από τα Γεράνεια (σχήμα 1). Ο πομπός του Υμηττού εκπέμπει μέσω ψηφιακής διασύνδεσης με ένα σύστημα τηλεχειρισμού που μετατρέπει τη φωνή του ελεγκτή σε ψηφιακή μορφή, ενεργοποιεί εξ αποστάσεως τον πομπό στην κορυφή του βουνού, όπου ένας δεύτερος μετατροπέας ψηφιακού σε αναλογικό σήμα εκπέμπει τη φωνή του ελεγκτή σε αναλογική διαμόρφωση ΑΜ. Το αεροσκάφος λαμβάνει την εκπομπή από τον Υμηττό, όμως η απάντησή του λαμβάνεται από την κεραία λήψης στα Γεράνεια όπου και πάλι με την ίδια μετατροπή (αναλογικό σε ψηφιακό στην κορυφή του βουνού και πάλι ψηφιακό σε αναλογικό στην κονσόλα του ελεγκτή) φτάνει στο ΚΕΠΑΘ/Μ στο Ελληνικό.

Τεχνικό πρόβλημα

Εάν το σύστημα τηλεχειρισμού του πομπού του Υμηττού αντιμετωπίσει κάποιο τεχνικό πρόβλημα, είναι δυνατόν είτε οι εκπομπές του να είναι ακατάληπτες (λόγω προβληματικής μετατροπής ψηφιακού σήματος σε αναλογική διαμόρφωση), είτε να εκπέμπει θόρυβο χωρίς σχετική εντολή από τον ελεγκτή. Στην περίπτωση αυτή, ο πομπός που αντιμετωπίζει αυτό το τεχνικό πρόβλημα, εκπέμπει ακατάληπτα σήματα προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας πρόβλημα στις ραδιοεπικοινωνίες οπουδήποτε εντός εμβελείας (σχήμα 2). Ο ελεγκτής από το Ελληνικό, λαμβάνει τα σήματα μέσω της κεραίας λήψης των Γερανείων, όμως δεν είναι σε θέση ο ίδιος να αντιληφθεί την προέλευσή τους, και άρα αναφέρει άμεσα το πρόβλημα στο τεχνικό τμήμα της ΥΠΑ. Σε αυτό το σημείο ξεκινά το συντομότερο δυνατόν η διαδικασία της διάγνωσης της βλάβης και η αποκατάσταση της επικοινωνίας ώστε να συνεχίσει η εναέρια κυκλοφορία στο FIR Αθηνών.

Δευτερεύον σύστημα (Backup RCS)

Ακριβώς για τις περιπτώσεις βλαβών και τεχνικών προβλημάτων στο κύριο σύστημα, ένα δευτερεύον είναι εγκατεστημένο παράλληλα, χρησιμοποιώντας εντελώς ξεχωριστό τεχνικό εξοπλισμό (ξεχωριστή κονσόλα, ξεχωριστές γραμμές σύνδεσης και ξεχωριστούς πομπούς και κεραίες στην κορυφή του βουνού). Όμως, για την περίπτωση δυσλειτουργίας του κύριου πομπού του Υμηττού και την ακούσια εκπομπή ακατάληπτων εκπομπών, είναι προφανές ότι για να λειτουργήσει το δευτερεύον σύστημα, είναι απαραίτητη προϋπόθεση να απενεργοποιηθεί το κύριο ώστε να σταματήσουν οι ακούσιες και ακατάληπτες εκπομπές στην συχνότητα επικοινωνίας με τα αεροσκάφη (σχήμα 3). Εάν δεν απενεργοποιηθεί το κύριο σύστημα, είναι πρόδηλο και δεν μπορεί να λειτουργήσει το δευτερεύον γιατί και αυτό λειτουργεί στην ίδια συχνότητα και θα λαμβάνει τον ίδιο θόρυβο στον δέκτη του.

Όσο για τα αεροσκάφη που ήδη βρίσκονταν στον αέρα τη στιγμή της εμφάνισης του προβλήματος στις επικοινωνίες, αυτά συνέχισαν να κινούνται με το προηγούμενο ίχνος και ύψος μέχρι που πλησίασαν αρκετά ώστε να αποκατασταθεί απευθείας επικοινωνία με τις συχνότητες της Προσέγγισης και του Πύργου Ελέγχου και να πάρουν τις κατάλληλες οδηγίες για να προσγειωθούν με ασφάλεια (σχήμα 4). Πολύ σωστά, όμως, τα αεροσκάφη που ήταν έτοιμα να απογειωθούν, καθηλώθηκαν άμεσα ώστε να μην βρεθούν σε περιοχή χωρίς ραδιοκάλυψη μετά την απομάκρυνσή τους από την περιοχή του αεροδρομίου.

flight.com.gr

Από τους «Whiz Kids» του McNamara στους «χακί συμβούλους» του Ν. Δένδια: ένα επικίνδυνο déjà-vu

11
USA; Elections; Biden; Trump;

του Στέφανου Καραβίδα, Επισμηναγού (Ι) ε.α.

Η ιστορία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων στη δεκαετία του 1960 προσφέρει ένα από τα πιο διδακτικά παραδείγματα του πώς η τεχνοκρατική υπεροψία, όταν αποκόπτεται από τη στρατιωτική εμπειρία και τη θεσμική ισορροπία, μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγική αποτυχία. Ο Robert McNamara, ο μακροβιότερος υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ (1961-1968), περιτριγυρισμένος από τους περίφημους «Whiz Kids» – νέους, λαμπρούς επιστήμονες-αναλυτές με υπόβαθρο στη στατιστική, τα οικονομικά, τη διοίκηση επιχειρήσεων, τις στρατηγικές σπουδές και άλλα “πιασάρικα” πεδία – πίστεψε ότι ο πόλεμος, η άμυνα και η αποτροπή μπορούν να μετρηθούν, να μοντελοποιηθούν και να διοικηθούν όπως μια εταιρεία.

Το πρόβλημα δεν ήταν η τεχνοκρατική υπερεπάρκειά τους, αλλά η έλλειψη ενσυναίσθησης και επαφής με το πεδίο και την εκτός γραφείου πραγματικότητα, που τους έφερε σε σύγκρουση με τα αμερικανικά επιτελεία. Οι στρατιωτικοί προειδοποιούσαν ότι οι αριθμοί δεν αντικαθιστούν την εμπειρία πεδίου, ότι οι δείκτες απόδοσης δεν ισοδυναμούν με νίκη και ότι η πολιτική καθοδήγηση χωρίς κατανόηση της στρατιωτικής πραγματικότητας παράγει ψευδαισθήσεις ελέγχου. Το αποτέλεσμα στο Βιετνάμ είναι γνωστό: στρατηγικό αδιέξοδο, θεσμική αποδόμηση εμπιστοσύνης και βαθύ τραύμα στις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις των ΗΠΑ. Αυτή η ιστορική εμπειρία με διαφορετικά συμφραζόμενα, αλλά παρόμοιες λογικές, παρατηρείται σήμερα στο ΥΠΕΘΑ, (και) μέσω του πολυνομοσχεδίου για τις Ένοπλες Δυνάμεις που φέρει την υπογραφή του Νίκου Δένδια.

Το πολυνομοσχέδιο ως τεχνοκρατικό κατασκεύασμα

Το πρόβλημα του πολυνομοσχεδίου δεν είναι μία ή περισσότερες μεμονωμένες διατάξεις, αλλά η φιλοσοφία του. Παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός», «εξορθολογισμός» και «ευθυγράμμιση με βέλτιστες διεθνείς πρακτικές», όμως πίσω από αυτή τη γλώσσα, διακρίνεται μια τεχνοκρατική προσέγγιση της άμυνας, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως οργανισμός κόστους και όχι ως θεσμός εθνικής αποτροπής.

Όπως και στην περίπτωση McNamara, η πολιτική ηγεσία φαίνεται να αντλεί κύρια επιρροή από συμβούλους με διοικητικό, νομικό ή οικονομικό προσανατολισμό και λιγότερο από στρατιωτικούς με επιχειρησιακή οπτική και γνώση της ελληνικής στρατηγικής ιδιαιτερότητας. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη συμβούλων – είναι απαραίτητοι – αλλά το ποιοι έχουν τον τελικό λόγο και ποια αντίληψη για τον πόλεμο και την αποτροπή κυριαρχεί.

Υποβάθμιση της στρατιωτικής κρίσης

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία του πολυνομοσχεδίου είναι η συστηματική μετατόπιση βάρους από τη στρατιωτική κρίση και εμπειρία προς τη διοικητική εποπτεία. Ρυθμίσεις που αφορούν δομές διοίκησης, αξιολόγηση, σταδιοδρομία, εξέλιξη και οργανωτική αρχιτεκτονική, παρουσιάζονται ως ουδέτερες και καινοτόμες, αλλά στην πράξη αναδιανέμουν εξουσία και πάσχουν από κλαδισμό και μάλιστα “χακί”.

Όταν η πολιτική ηγεσία και ο στενός κύκλος συμβούλων της, αποκτούν αυξημένο έλεγχο σε ζητήματα που παραδοσιακά ανήκουν στην επαγγελματική στρατιωτική σφαίρα, τότε αποδυναμώνεται το δόγμα της αποστολής (mission command) και ενισχύεται η λογική της συμμόρφωσης. Αυτό δεν παράγει ευέλικτες, μαχητικές Ένοπλες Δυνάμεις· παράγει φοβικές, άβουλες και απαξιωμένες στη συνείδηση του Προσωπικού στρατιωτικές ηγεσίες, όπως και μοιραία, φοβικά επιτελεία, προσανατολισμένα στην εσωτερική ισορροπία και όχι στην επιχειρησιακή αριστεία, ωθώντας μεμονωμένα τα στελέχη στον προσωπικό καιροσκοπισμό.

Αγνόηση της ελληνικής στρατηγικής πραγματικότητας

Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ του 1960, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια στρατηγικών πειραματισμών. Αντιμετωπίζει συγκεκριμένη, μόνιμη και αναθεωρητική απειλή, με γεωγραφική εγγύτητα και καθημερινή στρατιωτική τριβή. Σε αυτό το περιβάλλον, η αποτροπή δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά καθημερινή πράξη ισχύος, ετοιμότητας και αξιοπιστίας.

Το πολυνομοσχέδιο, ωστόσο, φαίνεται να αντιμετωπίζει τις ΕΔ ως δομή που πρέπει να «εξυγιανθεί» εσωτερικά, χωρίς να απαντά πειστικά στο ερώτημα:
Πώς ενισχύεται η αποτρεπτική ισχύς αύριο το πρωί;

Οι οργανωτικές αλλαγές δεν συνδέονται σαφώς με επιχειρησιακά αποτελέσματα. Η μέριμνα για το προσωπικό προβάλλεται ρητορικά, αλλά συνοδεύεται από ρυθμίσεις που αυξάνουν την ανασφάλεια και μειώνουν την προβλεψιμότητα της σταδιοδρομίας. Όπως και στο παράδειγμα του McNamara, η μέτρηση αντικαθιστά την κατανόηση.

Οι σύμβουλοι και το φιλτράρισμα της πληροφορίας

Η κεντρική ομοιότητα με την εποχή των «Whiz Kids» δεν είναι οι αριθμοί, αλλά το φιλτράρισμα της πληροφορίας. Όταν η πολιτική ηγεσία ακούει πρωτίστως συμβούλους που προωθούν μια προϋπάρχουσα αντίληψη «εκσυγχρονισμού», τότε η  εύλογη και τεχνοκρατικά διατυπωμένη διαφωνία, εκλαμβάνεται ως συντεχνιακή αντίσταση και όχι ως επαγγελματική προειδοποίηση.

Αυτό όμως μοιραία οδηγεί σε στρατηγική τύφλωση:

  • Οι επιτελείς εκφράζονται λιγότερο ελεύθερα.
  • Οι εναλλακτικές και πιθανόν ρεαλιστικότερες λύσεις απαξιώνονται.
  • Οι αποφάσεις ακολουθούν (μίκρο)πολιτικές σκοπιμότητες, όχι τη στρατιωτική λογική.

Ακριβώς αυτό, ήταν το μοιραίο λάθος του McNamara.

Συμπέρασμα: ο κίνδυνος δεν είναι η πρόθεση, αλλά η λογική

Το πολυνομοσχέδιο Δένδια δεν είναι επικίνδυνο επειδή επιδιώκει αλλαγές. Είναι επικίνδυνο επειδή ενσωματώνει μια λογική διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων που ιστορικά έχει αποτύχει: την ιδέα ότι η άμυνα μπορεί να «βελτιστοποιηθεί» χωρίς βαθιά ενσωμάτωση της στρατιωτικής εμπειρίας, στον πυρήνα της λήψης αποφάσεων.

Ακόμα χειρότερα, οι «αλλαγές» προδίδουν έναν «χακί» κλαδισμό, που στο πλαίσιο μιας αυτιστικής οπτικής περί «αρχαιότητας των Κλάδων», αντιλαμβάνεται ΠΝ και ΠΑ ως «υποστηρικτικούς Κλάδους», οι οποίοι απλά οφείλουν να ακολουθούν. Στο πλαίσιο μίας απροσδιόριστης «διακλαδικότητας», γίνεται επέμβαση στη λειτουργία τους, στη βάση «συμπερασμάτων» που αφορούν αποκλειστικά τον ΕΣ!

Η «υπερτροφία» της πυραμίδας και το «ταμπού» της επέκτασης της Θητείας

Τα παραδείγματα τόσο του ΥΕΘΑ όσο και του «πρόθυμου» ΑΓΕΕΘΑ, εστιάζουν κλαδικά σε «Μονάδες, Τάγματα και Λόχους» του ΕΣ, όπου υπάρχει «συσσώρευση χαμηλόβαθμων αξιωματικών». Αν και η «υπερτροφία» της πυραμίδας σε μεσαίους βαθμούς έχει αποδομηθεί τεχνοκρατικά και με στοιχεία από τις Ενώσεις αποστράτων, δεν πρέπει να παραβλέπεται  ότι ο ΕΣ βασίζει την πολεμική του λειτουργία με μεγάλο αριθμό επιστράτων για τους οποίους θα απαιτηθούν χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί. ΥΕΘΑ και ΑΓΕΕΘΑ αμφότεροι ωστόσο, αποφεύγουν να προσδιορίζουν τη ρίζα του προβλήματος, που έχει να κάνει με τη μειωμένη θητεία και το πάγωμα προσλήψεων ΕΠΟΠ την προηγούμενη δεκαετία, με τους υπηρετούντες, να “ωριμάζουν” βαθμολογικά. Εάν οι εισερχόμενες στις ΕΔ κλάσεις κληρωτών απέδιδαν τα απαιτούμενα, η «πληθώρα» στους μεσαίους βαθμούς δεν θα ήταν θέμα συζήτησης! Όμως το θέμα της Θητείας αποτελεί ακόμη «ταμπού», ενώ αναζητείται το «φινλανδικό μοντέλο», το οποίο τόσο διαφημίστηκε πρόσφατα. Ίσως να το συμπαρέσυραν στη δίνη τους οι φρεγάτες Constellation…

Χακί» κλαδισμός

Έτι περαιτέρω, ο ΑΓΕΕΘΑ σε μία κακή τεχνικά ομιλία, στη συζήτηση του πολυνομοσχεδίου, αναρωτήθηκε «Εάν για τη λειτουργία ενός όπλου, υπάρχουν 5 αξιωματικοί αντί ενός με τους υπόλοιπους να είναι υπαξιωματικοί, ποιος θα διοικεί ποιον»; Του υπενθυμίζεται ότι η Αρχαιότητα είναι Βαθμός και έτσι λειτουργούν οι Πολεμικές Μοίρες της ΠΑ, όπου όλα τα στελέχη είναι Αξιωματικοί. Έτσι, σε μία τετράδα αεροσκαφών που αποτελεί τη βασική μονάδα μάχης, οι Ιπτάμενοι μπορούν να είναι όλοι Σμηναγοί, ακόμη και συμμαθητές. Εκτός και εάν η αντίληψη περί Πειθαρχίας είναι διαφορετική ανά Κλάδο.

Ανέφερε επίσης ως «παραφαινόμενο», να επιλέγουν υποψήφιοι με υψηλές βαθμολογίες Σχολές Υπαξιωματικών αντί των ΑΣΕΙ. Αυτή η ελιτίστικη και απαξιωτική συνάμα οπτική, αγνοεί ότι το να αποκτήσει κάποιος τεχνικές γνώσεις και να σταδιοδρομήσει ως τεχνικός κορυφαίων τεχνολογικά οπλικών συστημάτων, όπως αυτά που διαθέτουν ΠΑ και ΠΝ, αποτελεί υψηλού επιπέδου επιλογή σταδιοδρομίας και όχι αποφυγή ευθύνης!

Και ερχόμαστε στην ουσία του προβλήματος των «χακί» αλλαγών. Οι εξ Υπαξιωματικών τεχνικοί της ΠΑ και του ΠΝ, οι οποίοι είναι περιζήτητοι στον ιδιωτικό τομέα, αναλαμβάνουν στις επιστασίες τους καθήκοντα και ευθύνες Αξιωματικών και στερείται λογικής να καταδικάζονται σε όλον τον υπηρεσιακό τους βίο, ως φέροντες γαλόνια, αντί διακριτικών, που ανταποκρίνονται στα υψηλά τους καθήκοντα. Επίσης, καθότι οι Μηχανικοί προέλευσης ΑΣΕΙ είναι αναλογικά λίγοι, η συντριπτική πλειοψηφία της τεχνικής υποστήριξης σε ΠΑ και ΠΝ αποτελείται από στελέχη εξ Υπαξιωματικών. Στα περισσότερα μάλιστα Σμήνη και αντίστοιχες επιστασίες του ΠΝ δεν υπάρχουν καν στελέχη από ΑΣΕΙ. Εφόσον «5 αξιωματικοί δεν μπορούν να γνωρίζουν ποιος θα διατάζει ποιον», στην ίδια λογική το αντίστοιχο θα ίσχυε και για 5 Υπαξιωματικούς. Απλοϊκή σαφώς δικαιολογία για αδικαιολόγητες και ασυλλόγιστες αλλαγές.

Ελιτισμός εκτός κοινωνικής πραγματικότητας

Όλα αυτά προδίδουν έναν ελιτισμό που παραπέμπει σε φεουδαλικές νοοτροπίες «ευγενών» και «πληβείων» οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Οι εξ Υπαξιωματικών Συνάδελφοι δεν αποτελούν απλά τη «ραχοκοκαλιά του Στρατεύματος». Αποτελούν κόσμημα και περιουσία των ΕΔ, όντας στελέχη με Φρόνημα, Ηθικό, Επαγγελματισμό, Φιλοπατρία όμοια με των εξ ΑΣΕΙ Συναδέλφων τους.

Οι «προπάτορές» τους Υπαξιωματικοί, στις δεκαετίες 50’, 60’, 70’, 80’ σε πολύ πιο δυστοπική κοινωνική πραγματικότητα, εισήλθαν στις ΕΔ χωρίς πρότερες δεξιότητες και υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Παρόλα αυτά ανταπεξήλθαν, απέδωσαν, αξιοποίησαν τις ευκαιρίες και την εμπιστοσύνη των ΕΔ, εξελίχθηκαν, προόδευσαν αυτοί και οι οικογένειές τους στο πλαίσιο της κοινωνικής κινητικότητας, ενώ τους απονεμήθηκαν βαθμοί ανώτερων Αξιωματικών. Είναι λοιπόν οξύμωρο, οι σημερινοί νέοι εξ Υπαξιωματικών Συνάδελφοι, με πολύ περισσότερες δεξιότητες και απείρως υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, να στερούνται κινήτρου, εξέλιξης και προοπτικής.

Παρότι οι οικονομικές εξαγγελίες και υποσχέσεις έχουν επίσης αποδομηθεί (δανεισμός από το μέλλον που θα στερηθούν), ο πυρήνας της αντίδρασης δεν είναι οικονομικός, αλλά βαθιά ΑΞΙΑΚΟΣ. Οι εν ενεργεία και εν αποστρατεία Στρατιωτικοί αποτελούν ένα σώμα. Οι εν αποστρατεία μάλιστα που μέσω όλων των Ενώσεων και των Φορέων τους, πρωτοστατούν υπέρ ης απόσυρσης του νομοσχεδίου, δεν έχουν να χάσουν «προνόμια και κεκτημένα», όπως στο πλαίσιο του κοινωνικού αυτοματισμού κατηγορούνται από «έμμισθους της επικοινωνίας», οι εν ενεργεία συνάδελφοί τους. Ανησυχούν ως Πολίτες-Οπλίτες πλέον, για τις επιπτώσεις των κυοφορούμενων αλλαγών στη λειτουργία των ΕΔ.

Εμμονές και Ενσυναίσθηση

Εναντίον του πολυνομοσχεδίου έχουν τοποθετηθεί πρώην Υπουργοί , ΑΓΕΕΘΑ, Αρχηγοί Γενικών Επιτελείων, πλην Αεροπόρων, δεκάδες ανώτατοι και ανώτεροι ε.α Αξιωματικοί και το σύνολο των Ενώσεων και Φορέων ε.ε και ε.α Στρατιωτικών. Όταν όλοι οι παραπάνω τεχνοκράτες της Άμυνας, κατά μόνας ή συλλογικά ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΝ, το ΥΠΕΘΑ δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένο στη σπειροειδή βύθιση που το έχουν παρασύρει οι δικοί του «Whiz Kids». Σε σχέση με τη λειτουργία του ΥΠΕΘΑ, απαιτείται ισορροπία πολιτικού ελέγχου και στρατιωτικής αυτονομίας, εμπιστοσύνη στα Επιτελεία, μεταρρυθμίσεις που ξεκινούν από την αποστολή – όχι από το οργανόγραμμα, επαφή με την πραγματικότητα και το Προσωπικό και κυρίως ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ! Η ελληνική στρατηγική πραγματικότητα απαιτεί μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη μαχητική ικανότητα και όχι απλώς τη διοικητική τάξη. Η απουσία σαφούς σύνδεσης μεταξύ οργανωτικών αλλαγών και επιχειρησιακών αποτελεσμάτων αποτελεί σοβαρό θεσμικό έλλειμμα. Καταληκτικά, το πολυνομοσχέδιο ξυπνά ταξικά ζητήματα που ήταν εν υπνώσει και αποξενώνουν Συναδέλφους διαφορετικών προελεύσεων, ενώ εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις και τη στρατηγική κουλτούρα, τα οποία χρήζουν επανεξέτασης, πριν παγιωθούν μη αναστρέψιμες δομικές αδυναμίες.

 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΟ FIR ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ

5

Την Κυριακή παρουσιάστηκε σοβαρή δυσλειτουργία στο δίκτυο επικοινωνιών της ΥΠΑ, επηρεάζοντας την επικοινωνία πιλότων και ελεγκτών και τη λειτουργία τηλεφωνικών γραμμών στο κέντρο ελέγχου περιοχής Αθηνών – Μακεδονίας. Τα αεροδρόμια λειτουργούσαν κανονικά αλλά δεν μπορούσαν να στείλουν τα αεροπλάνα πέραν της περιοχής τους.

Οι συχνότητες επικοινωνιών λειτουργούν με πομπούς, δέκτες και αναμεταδότες σε όρη. Περνάνε από γραμμές και κέντρα του παλαιού ΟΤΕ, σήμερα Deutsche Telekom.

Η φύση της βλάβης

Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, σε κάποιο σημείο του συστήματος κύριου και εφεδρικού, δημιουργήθηκε θόρυβος, ο οποίος επηρέασε εκτεταμένα όλα τα επιμέρους συστήματα. Ο θόρυβος αυτός δεν συνδέεται με τα radar (τα οποία λειτουργούσαν κανονικά) αλλά με τις συχνότητες και τις τηλεφωνικές γραμμές, γεγονός που υποδηλώνει πρόβλημα σε υποδομές.

Χαρακτηριστικό είναι ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προέδρου του συλλόγου των Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφαλείας Εναέριας Κυκλοφορίας κ. Κανδεράκη στο kontra news δεν υπήρχε ο θόρυβος αυτός στα συστήματα με υποδομές της ίδιας της ΥΠΑ – αλλά σε αυτά που περνάνε μέσω ΟΤΕ. Το φαινόμενο διήρκεσε περίπου από τις 9 το πρωί έως τις 5 το απόγευμα, ενώ εξετάζεται εάν σχετίζεται με τον πάροχο cosmote telecom ή με κάποιο τεχνικό εξοπλισμό.

Διαδικασίες ασφάλειας και αντίδρασης

Η διερεύνηση του πώς ακριβώς δημιουργήθηκε ο θόρυβος βρίσκεται σε εξέλιξη, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να πρόκειται για τυπική τεχνική βλάβη που, αν και σπάνια, προβλέπεται ως πιθανότητα σε πολύπλοκα δίκτυα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως ενεργοποιούνται προκαθορισμένες διαδικασίες από τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας.

Η αεροναυτιλία είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε όταν το σύστημα αποτυγχάνει να αποτυγχάνει με τρόπο ασφαλή για τις πτήσεις.

Οι Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί Ασφαλείας Εναέριας Κυκλοφορίας καλούνται διαρκώς να στηρίζουν το αεροπορικό έργο με εξοπλισμό προηγούμενων δεκαετιών, που απαιτεί συνεχή συντήρηση και τεχνική επαγρύπνηση.
Ακόμη και με την εισαγωγή νεότερων συστημάτων, τα προβλήματα δεν θα εκλείψουν πλήρως, καθώς θα προστεθούν νέες προκλήσεις, όπως οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κυβερνοασφάλεια.
Το Eurocontrol εξάλλου αναφέρει λεπτομερώς κάθε μήνα καθυστερήσεις στην Ευρώπη που οφείλονται σε συστήματα και σε άλλους λόγους.

Ανάγκη για εφεδρείες και εκσυγχρονισμό

Η πρόσφατη εμπειρία αναδεικνύει την ανάγκη για ακόμη περισσότερες εφεδρείες σε κρίσιμα συστήματα όχι μόνο στην Αθήνα αλλά σε ολόκληρο το δίκτυο της χώρας. Η ύπαρξη πολλαπλών, ανεξάρτητων ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΩΝ επιπέδων ασφαλείας μειώνει σημαντικά την πιθανότητα εκτεταμένων επιπτώσεων από μια μεμονωμένη βλάβη.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών δεν μπορεί να αποκοπεί από το καθεστώς ιδιοκτησίας τους.

Η εξάρτηση από υποδομές, που ανήκουν εν μέρει ή πλήρως σε ξένα εταιρικά σχήματα, δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για το επίπεδο ελέγχου και ευελιξίας του ελληνικού κράτους σε κρίσιμες στιγμές.

Δημόσιος έλεγχος υποδομών

Η παραχώρηση των αεροδρομίων σε γερμανικό όμιλο και η μεταβίβαση του ΟΤΕ σε γερμανικά συμφέροντα έχουν τροφοδοτήσει τον φόβο ότι ανάλογη πορεία μπορεί να ακολουθήσει και η αεροναυτιλία.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η θέση ότι όλες οι κρίσιμες υποδομές μιας χώρας – από τις τηλεπικοινωνίες έως τις μεταφορές – οφείλουν να παραμένουν υπό ουσιαστικό κρατικό έλεγχο.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, σε ορισμένα κράτη όπου βασικές υποδομές είχαν δοθεί πλήρως σε ιδιώτες, παρατηρείται τάση επανακρατικοποίησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο, μια κατ’ εξοχήν καπιταλιστική οικονομία, το οποίο έχει προχωρήσει σε μερική επανακρατικοποίηση των σιδηροδρόμων, με εταιρείες όπως η South Western Railway να επιστρέφουν σταδιακά σε δημόσιο έλεγχο.

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΗ

Το συμβάν αναδεικνύει στην επικαιρότητα και ένα άλλο ζήτημα. Τις κυβερνοεπιθέσεις που μπορεί να δεχθεί το σύστημα του FIR. Και αν είναι συχνές τι γίνεται;

Το αρχικό σύστημα internet δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του αμερικανικού στρατού, λεγόταν ARPANET και η φιλοσοφία του ήταν αν κοπεί ή επηρεαστεί ένα μέρος των επικοινωνιών πως θα λειτουργήσει το υπόλοιπο. Ήταν, δηλαδή, ένα σύστημα που μπορούσε να λειτουργήσει τοπικά, περιφερειακά. Δεν υπήρχε κέντρο που αν χτυπηθεί να καταρρεύσει ολόκληρο.

Αν η δομή του συστήματος FIR Αθηνών βασιζόταν σε αυτήν την φιλοσοφία θα μπορούσε με την κυβερνοεπίθεση στο κέντρο να λειτουργήσουν τα άλλα συστήματα οπότε η βλάβη να ήταν πολύ μικρότερη ή και να είχε αποτραπεί.

Το χάος που προκλήθηκε στα ελληνικά αεροδρόμια, με πτήσεις καθηλωμένες και το FIR Αθηνών κλειστό, δεν είναι απλώς ένα ακόμη «τεχνικό πρόβλημα». Είναι ένα καμπανάκι για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε κρίσιμες υποδομές στη χώρα: με λογική συγκεντρωτισμού σε έναν κόσμο που απαιτεί ανθεκτικότητα.

Η Ελλάδα εκτός απο το FIR Αθηνών έχει και ένα ακόμη FIR Μακεδονίας. Το οποίο, μόνο κατ όνομα λέγεται Μακεδονίας. Όλη η χρήση του γίνεται απο την Αθήνα. 

Πέραν του ότι αυτό δείχνει την ολοκληρωτική δομή και νοοτροπία ενός κράτους που δεν κατάφερε στα 200 τόσα χρόνια του βίου του να αποκτήσει σοβαρές δομές, είναι και άκρως επικίνδυνο.

Η ανθεκτικότητα των σύγχρονων συστημάτων βασίζεται και στην αποκέντρωση και την αποκεντρωτική λειτουργία τους.

Αν λειτουργούσε το FIR Μακεδονίας θα μπορούσε να γίνει απο εκεί η διαχείριση των πτήσεων και η Ελλάδα να μην εξευτελιζόταν διεθνώς (ευτυχώς δεν θρηνήσαμε και θύματα).

Αλλά το αθηναϊκό κατεστημένο προτιμά να ξευτελίζει την χώρα παρά να την οργανώσει με σύγχρονη αποκεντρωτική λογική.  

Ο πολυπολικός κόσμος του 2026

1

Του Νίκου Ιγγλέση

06/01/2026

Η επιδρομή των Αμερικανών στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου της Ν. Μαδούρου επιβεβαιώνει, στην αυγή του καινούργιου χρόνου, το γεωπολιτικό πλαίσιο ενός πολυπολικού, αλλά και άναρχου, άκρως ανταγωνιστικού και αβέβαιου κόσμου. Τα κράτη και τα έθνη βρίσκονται σε αέναη μάχη για να εξασφαλίσουν ασφάλεια (με την ευρεία έννοια) η οποία επιτυγχάνεται μόνο μέσω της συνεχούς ενδυνάμωσής τους σ’ όλους τους τομείς, σκληρής και ήπιας ισχύος.

Η απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας μπορεί να εντυπωσιάζει ως προς την εκτέλεσή της, αλλά, δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε θα είναι η τελευταία. Θυμίζουμε τη σύλληψη, το 1989, του Προέδρου του Παναμά Μ. Α. Νοριέγκα, επίσης με την κατηγορία ως διακινητή ναρκωτικών. Όπως την ανατροπή και εν συνεχεία εκτέλεση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ ως κατόχου πυρηνικών όπλων, ή τον πόλεμο κατά του Μ. Άσαντ στη Συρία ως κατόχου χημικών όπλων ή του Μ. Καντάφι στη Λιβύη ως δικτάτορα.

Η ανακατανομή ισχύος επιτρέπει σε κάποια κράτη να αυξήσουν τους διαθέσιμους πόρους τους, να βελτιώσουν τις στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητές τους, να αυξήσουν τη διεθνή επιρροή και τον πλούτο τους, περιορίζοντας αντιστοίχως τις ικανότητες των αντιπάλων τους. Αυτό λαμβάνει χώρα σ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας.

Οι «εραστές» του Διεθνούς Δικαίου πρέπει, επειγόντως, να κατέβουν από το «ροζ συννεφάκι τους» πριν τους κατασπαράξουν  οι κυνικοί ορθολογιστές. Μπορεί Διεθνές Δίκαιο να υφίσταται, αλλά, η ερμηνεία του είναι θέμα ισχύος στον ΟΗΕ, στους Διεθνείς Οργανισμούς και επί του πεδίου.

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναδύθηκε ο διπολικός κόσμος Δύσης – Ανατολής, με δύο τελείως διαφορετικά ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά συστήματα. Η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ και η ήττα, αργότερα, των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν σηματοδότησαν το τέλος του διπολισμού. Σηματοδότησαν τα όρια των δύο πόλων.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της, στην αρχή της δεκαετίας του ’90, αναδύθηκε ο μονοπολικός κόσμος της παγκοσμιοποίησης. Ένα ενιαίο ιδεολογικό – οικονομικό σύστημα που, με τη συμμετοχή και της «κομμουνιστικής» Κίνας, κυριάρχησε διεθνώς. Τότε κάποιοι μίλησαν για «Το τέλος της Ιστορίας». Μόνο που κάτι τέτοιο δε θα υπάρξει ποτέ, γιατί πάντοτε θα μεταβάλλονται οι επί μέρους συντελεστές ισχύος.

Σήμερα έχουμε την επιστροφή σ’ ένα νέο εθνοκεντρικό σύστημα. Οι παλιές συμμαχίες αποδυναμώνονται και οι υπερκρατικές ολοκληρώσεις, όπως αυτή της ΕΕ, αμφισβητούνται. Το εθνικό συμφέρον κυριαρχεί και καθορίζει όλες τις πολιτικές επιλογές. Όμως, ο σημερινός πολυπολικός κόσμος δεν αποτελείται από ισοδύναμους πόλους. Υπάρχουν ισχυροί, λιγότερο ισχυροί και σχετικά αδύναμοι.

Ο πρώτος και σημαντικότερος πόλος παραμένει αυτός των ΗΠΑ, ιδιαίτερα υπό τη σημερινή καθοριστική ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν υπάρχει κανένα σημαντικό διεθνές ζήτημα που να μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς την εμπλοκή της Ουάσιγκτον. Πρόσφατα παραδείγματα οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία.

Η ισχύς των ΗΠΑ πηγάζει από πολλούς παράγοντες:

– Τη γεωγραφική θέση τους, με την εκτεταμένη πρόσβαση στους δύο μεγαλύτερους ωκεανούς και τη σχετικά περιορισμένη ισχύ των γειτόνων τους (Καναδάς, Μεξικό). Η επαναφορά του «Δόγματος Μονρόε» από τη Διοίκηση Τραμπ (βλέπε: ΗΠΑ-Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας 2025) αποσκοπεί στο να αποκλείσει από το Δυτικό Ημισφαίριο οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση κάθε άλλης ανταγωνιστικής δύναμης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η επίθεση – στρατιωτική και οικονομική – κατά της Βενεζουέλας και η εκδίωξη των Κινέζων από τη Διώρυγα του Παναμά.

– Την αποκλειστική δυνατότητα έκδοσης του δολαρίου ως του κύριου αποθεματικού νομίσματος στον κόσμο. Όλες οι τιμές, από τα πολύτιμα μέταλλα, τους υδρογονάνθρακες, τις πρώτες ύλες και τα τρόφιμα καθορίζονται στο αμερικανικό νόμισμα.

– Την κυριαρχία τους στο διεθνές τραπεζικό σύστημα και στη διαχείριση των επενδυτικών κεφαλαίων (funds).

– Τους πλούσιους φυσικούς πόρους, την ενεργειακή αυτάρκεια και την ισχυρή παραγωγική βάση τους στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα.

– Την πρωτοπόρα τεχνολογία τους ιδιαίτερα στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας και του διαστήματος.

– Την ύπαρξη ισχυρών συμμαχιών. Το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, την Ιαπωνία, Ν. Κορέα και Αυστραλία στον Ειρηνικό, τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες στον Κόλπο, καθώς και τη διατήρηση στρατιωτικών βάσεων σ’ όλες τις σημαντικές περιοχές της υφηλίου. Οι αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες είναι ίσες με αυτές των δέκα επόμενων κρατών με τους υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς (Κίνας και Ρωσίας συμπεριλαμβανομένων).

– Ο εμπορικός πόλεμος με τους δασμούς που επέβαλλε η Διοίκηση Τραμπ προς όλες σχεδόν τις χώρες, φιλικές ή μη, αποσκοπεί στον επαναπατρισμό των αμερικανικών επιχειρήσεων, που την περίοδο της παγκοσμιοποίησης είχαν εγκατασταθεί σε χώρες χαμηλού κόστους και παράλληλα στη μείωση των μεγάλων εμπορικών ελλειμμάτων με ΕΕ, Καναδά, Μεξικό, Ιαπωνία κλπ.

– Επίσης, η αυστηρή αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών αποσκοπεί στην προστασία της κοινωνικής συνοχής, σε μια χώρα ήδη πολυφυλετική – πολυπολιτισμική. Όλα έχουν στόχο την ενίσχυση της αμερικανικής ισχύος – MAGA.

Η Κίνα

Το δεύτερο πόλο του παγκόσμιου συστήματος αποτελεί σήμερα η Κίνα. Η ισχύς της γιγαντώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της παγκοσμιοποίησης. Πολυεθνικές επιχειρήσεις από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και άλλες χώρες μετέφεραν μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων τους στην Κίνα για να επωφεληθούν του χαμηλού κόστους παραγωγής και να εκμεταλλευτούν την τεράστια εσωτερική αγορά της.

Αυτή η εισαγωγή κεφαλαίων και τεχνολογίας απογείωσε τους ρυθμούς ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας και δημιούργησε, με τη συνδρομή του κράτους, μια εγχώρια αστική τάξη ανταγωνιστική αυτής των ανεπτυγμένων χωρών. Η Κίνα έγινε το «εργοστάσιο του κόσμου».

Η ισχύς της Κίνας βασίζεται στο ελεύθερο εμπόριο για να μπορεί να εξάγει την πλεονάζουσα παραγωγή της. Γι’ αυτό στηρίζει τις πολιτικές της παγκοσμιοποίησης και αντιτίθεται στη δασμολογική προστασία που επέβαλε η Διοίκηση Τραμπ. Παράλληλα χρηματοδοτεί, σε διάφορες χώρες, υποδομές όπως σιδηροδρομικά δίκτυα, λιμάνια, δρόμους κλπ που διευκολύνουν την εξαγωγή των προϊόντων της (One Belt One Road).

Παρ’ όλο που η Κίνα δε διαθέτει επαρκείς ενεργειακούς πόρους, η παραγωγική ισχύς της σε συνδυασμό με την σημερινή πρωτοκαθεδρία της στην εξόρυξη και ιδιαίτερα στην επεξεργασία των σπάνιων γαιών τη φέρνει σε συνεχή αντιπαράθεση με τις άλλες ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες.

Το θέμα της Ταϊβάν, που η Κίνα θεωρεί ότι είναι τμήμα της επικράτειάς της, αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης του Πεκίνου με τις ΗΠΑ, αλλά και τις υπόλοιπες χώρες του Δυτικού Ειρηνικού (Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Φιλιππίνες, Βιετνάμ, Μαλαισία κλπ). Μια ανάκτηση της Ταϊβάν από την Κίνα θα σήμαινε, εκτός των άλλων, τη μεγάλη επέκταση της κινεζικής ΑΟΖ στον Ειρηνικό και θα έσπαγε την αλυσίδα των νησιών που την περιβάλλουν. Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό και για τις δύο πλευρές. Η Κίνα, ως δεύτερος πόλος, αποτελεί την κύρια απειλή για τις ΗΠΑ.

Η Ρωσία

Μετά τη διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης σε 15 ανεξάρτητα κράτη, η Ρωσία επιχείρησε να ανασυνταχθεί υπό την ηγεσία του Β. Πούτιν. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης συνεργάστηκε με τις κυβερνήσεις και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις της Δύσης. Σύντομα έγινε ο κύριος προμηθευτής υδρογονανθράκων της ΕΕ και ιδιαίτερα της Γερμανίας.

Παρά τις προσπάθειες ενσωμάτωσης, το ΝΑΤΟ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τη Ρωσία περισσότερο ως αντίπαλο, παρά ως συνεταίρο και αυτό, κυρίως, λόγω του πυρηνικού  οπλοστασίου της που την καθιστούσε επίφοβη δύναμη. Γι’ αυτό το ΝΑΤΟ επεκτεινόταν σταδιακά με την ένταξη των χωρών της Α. Ευρώπης, μέχρι που η επέκταση αυτή έφτασε στα σύνορα της Ουκρανίας. Η αντίδραση της Μόσχας ήταν αναπόφευκτη, αλλά, όχι σωστά σχεδιασμένη.

Η εξέγερση του Μαϊντάν, που έφερε μια φιλοδυτική κυβέρνηση στο Κίεβο το 2014 και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, αμέσως μετά, προδιέγραψαν την πορεία των πραγμάτων. Το 2022 τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ουκρανία και σύντομα κατέλαβαν το 20% περίπου των εδαφών της. Στη συνέχεια, όμως, ο πόλεμος μετατράπηκε «σε πόλεμο χαρακωμάτων» με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν και ελάχιστα κέρδη. Στο Κίεβο δόθηκε χρόνος και μπόρεσε να ανασυνταχθεί με την τεράστια στρατιωτική και οικονομική βοήθεια των χωρών του ΝΑΤΟ. Μετά τέσσερα χρόνια πολέμου οι Ρώσοι δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν ούτε ολόκληρη την επαρχία του Ντονέτσκ στα ανατολικά. «Η Ρωσία κερδίζει» λένε πολλοί. Μόνο που πρόκειται για μάχες εβδομάδων, με δεκάδες νεκρούς, για την κατάληψη  ενός ή δύο χωριών που στο μεταξύ έχουν γίνει σωροί ερειπίων. Απόλυτος πολεμικός παραλογισμός.

Παράλληλα οι Ουκρανοί πλήττουν στόχους στο εσωτερικό της Ρωσίας με πυραύλους και drones. Διυλιστήρια, αγωγοί, λιμάνια, αεροδρόμια δέχονται καθημερινές επιθέσεις. Τα πολεμικά πλοία της Ρωσίας έχουν αποσυρθεί από τις βάσεις τους στην Κριμαία για να αποφύγουν τα ουκρανικά πλήγματα. Χρειάστηκε η συνδρομή στρατευμάτων της Β. Κορέας για την απελευθέρωση ρωσικών εδαφών της περιφέρειας του Κουρσκ που είχαν καταλάβει οι Ουκρανοί. Όλα αυτά μειώνουν το διεθνές γόητρο της Μόσχας ως μιας ικανής στρατιωτικά δύναμης, πέραν του πυρηνικού οπλοστασίου.

Η ΕΕ, οι ΗΠΑ και οι G7 έχουν επιβάλει πολλά πακέτα οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, κατά μεγάλων εταιρειών της και κατά προσώπων. Περίπου 210 δις ευρώ ρωσικών κρατικών κεφαλαίων έχουν δεσμευτεί στις χώρες της ΕΕ. Οι εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου προς την Ευρώπη έχουν συρρικνωθεί δραματικά με προοπτική να μηδενιστούν. Η Μόσχα έχει αναγκαστεί να πουλάει τα ορυκτά καύσιμά της στην Κίνα, την Ινδία και άλλες χώρες με σημαντική έκπτωση. Σημειώνεται ότι περίπου το 40% των εισπράξεων του ρωσικού προϋπολογισμού προέρχεται από τις εξαγωγές καυσίμων. Η οικονομία της Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια, έχει μετατραπεί σε πολεμική λόγω των επιχειρήσεων στην Ουκρανία.

Η Ρωσία έχει ξοδέψει τεράστιο πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό κεφάλαιο στην Ουκρανία χωρίς να μπορεί να πετύχει μια στρατηγική νίκη. Αντίθετα συσπείρωσε το ΝΑΤΟ και ενώ επεδίωκε να το κρατήσει μακριά από τα σύνορά της απέκτησε νέα κοινά σύνορά 1.300 χιλιομέτρων, μετά την ένταξη της Φιλανδίας σ’ αυτό. Έχοντας εγκλωβιστεί στο ουκρανικό αδιέξοδο η Ρωσία υποχώρησε σε διεθνές επίπεδο. Δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί ούτε το συμμαχικό της καθεστώς Άσαντ στη Συρία, ούτε μπορεί να στηρίξει σήμερα τη Βενεζουέλα.

Η Ρωσία είναι μια μεγάλη σε έκταση χώρα, με πλούσιους ενεργειακούς και άλλους ορυκτούς πόρους και μεγάλο πυρηνικό οπλοστάσιο, αλλά, με περιορισμένη παραγωγική δυνατότητα. Κατά συνέπεια, έχει  απόλυτη ανάγκη την Κίνα κινδυνεύοντας όμως να βρεθεί, μεσοπρόθεσμα, σε πολιτικο-οικονομική εξάρτηση από την τελευταία. Αυτό θέλει να αποφύγει η Διοίκηση Τραμπ και μεσολαβεί για την επίτευξη μιας συνθήκης ειρήνης στην Ουκρανία. Αυτήν την πολιτική αντιστρατεύονται οι Ευρωπαίοι με επικεφαλής τη «Συμμαχία των προθύμων». Πρόκειται για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες γεωπολιτικές θεωρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου η Δυτική Ευρώπη ήταν παρακολούθημα του αμερικανικού πόλου μέσω θεσμών όπως το ΝΑΤΟ και η τότε ΕΟΚ – στο οικονομικό σκέλος. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της επέτρεψε στις ευρωπαϊκές χώρες να υιοθετήσουν την, αρχικώς αμερικανικής έμπνευσης, παγκοσμιοποίηση. Η ΕΟΚ έγινε ΕΕ, η εθνική κυριαρχία των κρατών άρχισε να μεταβιβάζεται στην α-εθνική κυβέρνηση των Βρυξελλών. Τα εθνικά νομίσματα αντικαταστάθηκαν από το ευρώ. Η υπερεθνική ΕΕ έγινε η «αιχμή του δόρατος» της παγκοσμιοποίησης.

Όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν με τη συνειδητοποίηση των Αμερικανών, υπό τη Διοίκηση Τραμπ, ότι η παγκοσμιοποίηση αποδυναμώνει επικίνδυνα τις ΗΠΑ. Η αποκαλούμενη Δύση διασπάστηκε σε δύο αντιτιθέμενους πόλους, τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό. Το χάσμα είναι ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό. Δεν είναι μόνο η διαφορετική θεώρηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και το ρόλο της Ρωσίας στην παγκόσμια γεωπολιτική αρχιτεκτονική. Είναι οι δασμολογικοί φραγμοί για την προστασία της εθνικής παραγωγής. Είναι η απόρριψη του έωλου αφηγήματος για την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή και η επιστροφή στους υδρογονάνθρακες. Είναι η αντίθεση στην αντικατάσταση του γηγενούς πληθυσμού με την εισβολή λαθρομεταναστών. Είναι η άρνηση μετατροπής των κοινωνιών από εθνικές σε πολυπολιτισμικές. Είναι η αντίθεση στη WOKE ατζέντα που αμφισβητεί την οικογένεια ως το βασικό κοινωνικό κύτταρο.

Η ΕΕ δεν μπορεί να αποδεχτεί μια επιστροφή σε εθνοκεντρικές πολιτικές όπως οι ΗΠΑ. Πυλώνας της ΕΕ είναι η υπέρβαση των εθνικών συμφερόντων προς όφελος της παγκοσμιοποιημένης αγοράς με την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, αγαθών και ανθρώπων. Οποιαδήποτε επιστροφή στην αρχή του «εθνικού συμφέροντος» θα σημαίνει τη διάλυση της ΕΕ.

Οι αντιφάσεις και οι αδυναμίες της ΕΕ έχουν οδηγήσει τις περισσότερες κυβερνήσεις της να μιλούν για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας, οικονομικής και τεχνολογικής απεξάρτησης, ενεργειακής ασφάλειας και αμυντικής θωράκισης. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι εύκολο να υλοποιηθεί. Μέσα στο σημερινό πολυπολικό κόσμο η ΕΕ είναι ένας αδύναμος πόλος. Η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία διαφοροποιούνται σε πολλά θέματα. Ισχυρές πολιτικές δυνάμεις στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Πολωνία και άλλες χώρες διεκδικούν την εξουσία έχοντας την ενθάρρυνση της νέας Αμερικανικής Διοίκησης. Η ΕΕ αλλάζει, αλλά, όχι προς την κατεύθυνση της «περισσότερης Ευρώπης», όπως προσδοκούν οι ευρωλάγνοι, αλλά προς την αποσύνθεση.

Η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος

Ο γεωπολιτικός χάρτης της Μ. Ανατολής και της Α. Μεσογείου ενδιαφέρει άμεσα τις δύο κρατικές οντότητες του Ελληνισμού: Την Ελλάδα και την Κύπρο. Η αναθεωρητική Τουρκία, με ιδεολογικό όχημα το σουνιτικό Ισλάμ, φιλοδοξεί να γίνει ηγεμονική δύναμη της περιοχής. Επιχειρεί να ανασυστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Τουρκία κατέχει εδώ και 52 χρόνια τη Βόρεια Κύπρο, η οποία αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο προβολής ισχύος στην Α. Μεσόγειο. Ο τουρκικός στρατός δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από την Κύπρο με τις διαπραγματεύσεις περί μιας Διζωνικής -Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και ΜΟΕ (Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης). Η Κύπρος θα απελευθερωθεί μόνο όταν υπάρξει μια ευρύτερη ήττα και υποχώρηση των νέο-οθωμανών της Άγκυρας.

Η Τουρκία ελέγχει τη Συρία, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, με εξαίρεση τις βορειοανατολικές  περιοχές των Κούρδων και τη ζώνη των Δρούζων στα σύνορα με το Ισραήλ. Τουρκικές δυνάμεις βρίσκονται στο βόρειο Ιράκ, το Κατάρ, τη δυτική Λιβύη και τη Σομαλία, ενώ η Αλβανία της παρέχει ναυτικές διευκολύνσεις.

Η Τουρκία είναι μια μεγάλη πληθυσμιακά χώρα με αξιόλογη βιομηχανική παραγωγή, ελέγχει τα Στενά και άρα τον Εύξεινο Πόντο, έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμητικά στρατό του ΝΑΤΟ, και έχει αναπτύξει σημαντικά την αμυντική βιομηχανία της. Όλα αυτά την καθιστούν χρήσιμο εταίρο για ορισμένες από τις Μεγάλες Δυνάμεις (π.χ. Ρωσία), την ΕΕ, αλλά και άλλα κράτη (π.χ. Πακιστάν).

Τις τουρκικές φιλοδοξίες δυσχεραίνει η έλλειψη ενεργειακών πόρων. Γι’ αυτό οι Τούρκοι αγόρασαν δύο ερευνητικά σκάφη και τέσσερα θαλάσσια γεωτρύπανα για αναζήτηση υπεράκτιων υδρογονανθράκων. Γι’ αυτό το Δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και το τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Το διακύβευμα βρίσκεται στην, πολλά υποσχόμενη, Α. Μεσόγειο.

Ο τουρκικός επεκτατισμός και οι πληρεξούσιοί του (π.χ. Αδελφοί Μουσουλμάνοι) αποτελούν ευρύτερη απειλή για τις χώρες της περιοχής. Ο Ελληνισμός που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του τουρκικού αναθεωρητισμού χρειάζεται ενίσχυση όλων των συντελεστών ισχύος του και συμμαχίες με  χώρες που έχουν κοινά συμφέροντα, αν επιθυμεί να επιβιώσει.

* Το άρθρο αυτό θίγει, λόγω χώρου, μόνο μερικές πτυχές του γεωπολιτικού πλαισίου στις αρχές του 2026. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες που επιδρούν στις εξελίξεις.

 Πηγή : www.ellinikiantistasi.gr

Carnegie: το κόστος της αδύναμης ευρωπαϊκής αντίδρασης στη Βενεζουέλα

0

Carnegie

Οι διεθνείς κανόνες είναι τόσο ισχυροί όσο τα δημοκρατικά κράτη που τους στηρίζουν. Μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, οι Ευρωπαίοι έχουν άμεσο συμφέρον να διατυπώσουν ένα πειστικό επιχείρημα υπέρ του διεθνούς δικαίου, αλλά αποφεύγουν να το πράξουν.

της Rosa Balfour
Δημοσιεύθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν τόσο το διεθνές όσο και το εσωτερικό τους δίκαιο με την απαγωγή του αυταρχικού ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Η επιχείρηση, που ακολούθησε μήνες βομβαρδισμών κατά μικρών σκαφών στην Καραϊβική Θάλασσα, δείχνει με ενάργεια ότι η διάβρωση της δημοκρατίας στο εσωτερικό και η υπονόμευση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Το διεθνές δίκαιο υπήρξε πάντοτε εύθραυστο, επιλεκτικά εφαρμοζόμενο και αντανάκλαση ισχύος και συμφερόντων, όχι μόνο κανόνων και ιδεωδών. Ακόμη και η ατελής εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει τη στήριξη των δημοκρατικών κρατών και των διεθνών θεσμών. Ωστόσο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές αντιδράσεις στην αμερικανική ενέργεια απέτυχαν να προσφέρουν αυτή την αναγκαία υπεράσπιση.

Πέραν ορισμένων πιο ρητών δηλώσεων από τη Γαλλία, τη Νορβηγία και την Ισπανία, τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη υποβάθμισαν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αποδεχόμενα την κατάσταση ως τετελεσμένο γεγονός και περιοριζόμενα στην έκφραση μιας ελπίδας ότι, εφεξής, θα ληφθούν υπόψη οι διεθνείς κανόνες και οι δημοκρατικές επιδιώξεις του λαού της Βενεζουέλας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας πλέον γνώριμος συμβιβασμός ανάμεσα στην προσπάθεια αποφυγής της οργής του Αμερικανού προέδρου και στην επανάληψη του συνήθους καταλόγου αρχών. Πρόκειται, συνοπτικά, για την ιστορία της ευρωπαϊκής διαχείρισης της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ το 2025.

Οι υποτονικές ευρωπαϊκές αντιδράσεις αντανακλούν τη βαριά σκιά της επιρροής της Ουάσιγκτον στην ήπειρο, η οποία εντείνεται από τους φόβους ότι η Γροιλανδία θα μπορούσε να αποτελέσει τον επόμενο σταθμό του τυχοδιωκτισμού του Τραμπ ή από τις ολέθριες συνέπειες μιας ενδεχόμενης εγκατάλειψης της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η στήριξη της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες αποτελεί ένδειξη αδυναμίας και αφέλειας. Οι γεωπολιτικοί καιροί έχουν αλλάξει, λέει το επιχείρημα: ευθυγραμμιστείτε με τους ισχυρούς και απορρίψτε τις αρχές της παλαιάς διεθνούς τάξης.

Άλλοι θα ισχυριστούν ότι η ενέργεια του Τραμπ στη Βενεζουέλα είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα μακρύ ιστορικό παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου — από την εισβολή στο Ιράκ έως τα πρόσφατα πλήγματα στο Ιράν, για να μη γίνει λόγος για τη διακοσίων ετών ιστορία του αμερικανικού στρατιωτικού παρεμβατισμού στη Λατινική Αμερική. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η αμερικανική δράση δεν διαφέρει ηθικά από τη Ρωσία στην Ουκρανία ή το Ισραήλ στη Γάζα, η διεθνής τάξη ουδέποτε υπήρξε πραγματικά, και η προσκόλληση στις σκονισμένες αρχές της ισοδυναμεί με άρνηση της πραγματικότητας.

Ωστόσο, υπάρχουν άφθονοι στρατηγικοί και πραγματιστικοί λόγοι για τους οποίους η Ευρώπη θα έπρεπε να υπερασπιστεί με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τους διεθνείς κανόνες στον κόσμο που η Ουάσιγκτον διαμορφώνει ραγδαία. Η στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα αποτελεί εφαρμογή της πρόσφατης Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, με το «παράρτημα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε, με στόχο την «αποκατάσταση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στη Δυτική Σφαίρα».

Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος αναδρομικά δικαιολόγησε την επιχείρηση στη Βενεζουέλα ως ενέργεια κατά της διακίνησης ναρκωτικών, αντιλαμβάνεται το Δυτικό Ημισφαίριο ως χώρο νόμιμης αμερικανικής δράσης ανεξαρτήτως του διεθνούς δικαίου. Αυτό αντανακλά μια γεωπολιτική αντίληψη «σφαιρών επιρροής», σύμφωνα με την οποία οι μεγάλες δυνάμεις επιβάλλουν έλεγχο και επιτρέπουν εδαφικό αναθεωρητισμό στις αντίστοιχες γειτονιές τους: η Ρωσία στην Ανατολική Ευρώπη, η Κίνα στη Νότια Σινική Θάλασσα και οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Δυτικό Ημισφαίριο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί μια μορφή σφαίρας επιρροής στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μεταξύ άλλων χάρη στην ικανότητά της να προσελκύει νέα κράτη-μέλη. Όμως χρειάζεται να μπορεί να διακυβερνά αυτόν τον χώρο σύμφωνα με τους δημοκρατικά και συλλογικά αποφασισμένους κανόνες και τα συντάγματά της, και όχι να διαμορφώνεται από την αμερικανική «πολιτισμική» ιδεολογία ή από τη Μεγάλη Τεχνολογία (Big Tech). Οφείλει να υπερασπίζεται τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ προκειμένου να προστατεύσει τη Γροιλανδία και τη Δανία, να διασφαλίσει ότι η τύχη της Ουκρανίας εδράζεται στο διεθνές δίκαιο και τη δικαιοσύνη, να διαχειριστεί τις σχέσεις με εταίρους όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και να προωθήσει τις φιλοδοξίες της μελλοντικής διεύρυνσής της προς τα Βαλκάνια, την Ουκρανία και τη Μολδαβία.

Ο εδαφικός αναθεωρητισμός στην Ευρώπη, χωρίς διεθνείς αρχές και χωρίς ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης βασισμένο σε κανόνες, θα μπορούσε να απελευθερώσει δυνητικά καταστροφικές συνέπειες, όχι μόνο σε εύθραυστες και διαιρεμένες περιοχές όπως τα Βαλκάνια και ο Νότιος Καύκασος, αλλά και για υφιστάμενα κράτη-μέλη της ΕΕ των οποίων το συνταγματικό καθεστώς εξακολουθεί να αμφισβητείται, όπως η Κύπρος, ή ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία.

Ένας δεύτερος στρατηγικός λόγος για τον οποίο οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να στηρίξουν αταλάντευτα τις διεθνείς αρχές είναι η οικοδόμηση καλύτερων σχέσεων με τις χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου. Η ευρωπαϊκή ρητορική προς αυτές είναι εμποτισμένη με γλώσσα που αντλείται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, αλλά η πρακτική εφαρμογή των αρχών αυτών αφήνει πολλά να επιθυμεί — για να το θέσουμε επιεικώς. Η αξιοπιστία της Ευρώπης στον κόσμο έχει διαβρωθεί εδώ και καιρό, γεγονός που έχει υπονομεύσει τόσο την αναζήτησή της για εταίρους στη στήριξη της Ουκρανίας όσο και την προσπάθειά της να βρει νέους εμπορικούς εταίρους, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδιαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία γύρω από τα προστατευτικά τους συμφέροντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε πάντοτε διχασμένη μεταξύ μιας περιφερειακής και μιας παγκόσμιας εστίασης. Πρόσφατα έχει κλίνει προς την πρώτη, όμως η γεωπολιτική και οικονομική πραγματικότητα δείχνει ότι πρόκειται για ψευδές δίλημμα. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούν σφαίρες επιρροής και η Ρωσία και η Κίνα την πολυπολικότητα, οι Ευρωπαίοι χρειάζεται να οικοδομήσουν βαθύτερους δεσμούς με χώρες ανά τον κόσμο που συμμερίζονται παρόμοιες αξίες και προωθούν νέες προσεγγίσεις στην κλιματική αλλαγή, τη διεθνή δικαιοσύνη και την οικονομική ανάπτυξη. Πάνω απ’ όλα, οι Ευρωπαίοι οφείλουν να είναι πολύ πιο ανοιχτοί στη μεταρρύθμιση του διεθνούς συστήματος, ώστε αυτό να καταστεί πιο συμπεριληπτικό.

Ένας επιπλέον λόγος για την υπεράσπιση των αρχών της τάξης που βασίζεται σε κανόνες είναι η ανάγκη να ανακτηθεί η γλώσσα των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας από εκείνους που πλέον την κακοποιούν. Οι εκ των υστέρων δικαιολογήσεις για την ανατροπή του Μαδούρο κυμάνθηκαν από την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησής του έως τον ρόλο του στη διακίνηση ναρκωτικών, για τον οποίο η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ τον είχε ήδη απαγγείλει κατηγορίες.

Η ομιλία του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς στο Μόναχο τον Φεβρουάριο του 2025 και η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών βρίθουν αναφορών στην ελευθερία του λόγου και την πολιτική ελευθερία, απογυμνωμένων από το αρχικό τους περιεχόμενο. Η γλώσσα των «συμφωνιών» του Προέδρου Τραμπ έχει μετατρέψει τη διπλωματία και τη διαμεσολάβηση σε επιχειρηματική συναλλαγή. Φιλορωσικοί πολιτικοί στην Ευρώπη χρησιμοποιούν τη λέξη «ειρήνη» ως συνώνυμο της συνθηκολόγησης της Ουκρανίας.

Η σταδιακή οικειοποίηση της γλώσσας των διεθνών αρχών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εγκυμονεί τον κίνδυνο τόσο να απογυμνωθούν οι κανόνες αυτοί από τη θεμελιώδη αξία τους όσο και να στερηθούν όσοι παραμένουν προσηλωμένοι στην υπεράσπισή τους τα επιχειρήματα για την προώθηση του σκοπού τους. Οι συνέπειες της διάβρωσης των δημοκρατικών κανόνων στο εσωτερικό και στο διεθνές πεδίο θα διαρκέσουν περισσότερο από τον παρόντα ευρωπαϊκό φόβο —ή τη γοητεία— απέναντι στη γεωπολιτική των σφαιρών επιρροής.

Carnegie

Trump’s Illegal Attack on Venezuela and Its Consequences

0

 
Written by  and 

Justina Uriburu is a Lecturer (Assistant Professor) in International Law at the University of Manchester and Co-Director of the Manchester International Law Centre. She is an Editor of EJIL: Talk!…

Early on Saturday morning, 3 January, the United States attacked Venezuela. Aerial strikes were carried out in Caracas, Miranda, La Guaira, and Aragua, alongside covert operations conducted by special forces on the ground – actions later described by President Donald Trump as ‘an assault like people have not seen since World War II’. From an operational standpoint, the attack appears to have been a complete success: US forces apprehended and extracted President Nicolás Maduro and his wife, Cilia Flores, without US casualties. Numerous Venezuelans, however, were reported to have been killed in the operation, including scores of civilians. Hours later, the United States unsealed an indictment in the Southern District of New York, charging Maduro and several other individuals, including his wife and son, with drug-related offences as well as the possession of machine guns and destructive devices. Capping the episode in a late-morning press conference at Mar-a-Lago, President Trump announced that the United States would ‘run the country’ until a ‘safe, proper and judicious transition’ could take place.

The fact is that President Trump’s attack on Venezuela was plainly illegal. It amounted to a flagrant and grave violation of the fundamental prohibition on the use of force enshrined in Article 2(4) of the United Nations Charter, and a severe breach of US law. None of this seeks to convey sympathy for, or endorsement of, the Maduro administration, whose authoritarian practices are well documented. But the illegality of the conduct of the United States does not hinge on the character or track record of the government whose leadership it has sought to remove.

Precisely because the attack was manifestly unlawful, legal analysis cannot, on its own, exhaust the explanation of these events, nor can it predict the course they may take. This does not render legal analysis irrelevant. On the contrary, such a task remains essential for understanding how international law is invoked, bent, or disregarded as an instrument of power. At this stage, international law also provides a benchmark against which to assess other States’ reactions as the situation unfolds, including in the context of ongoing criminal proceedings and future engagement of the United States with Venezuela. Crucially, the manner in which States across the world respond to US actions will likely shape international law for years to come – for the better or very much for the worse.

The first part of this post situates the attack on Venezuela within the longer trajectory of US practice in the Americas; it then reconstructs and examines the justifications provisionally advanced in the case of Venezuela. The second part turns to the personal situation of President Maduro and his wife, focusing on the procedural barriers that may bear upon their criminal prosecution in the United States. The third part zooms out again to address perhaps the most arresting element of the Mar-a-Lago press conference: the announcement that the United States will ‘run’ Venezuela and exploit its oil reserves through American companies. We leave important questions concerning the legality of these actions under US law to others; likewise, further analyses of the many and complex international law issues of this episode can be found here and here.

(1) Venezuela – a target of ‘American dominance in the Western Hemisphere’

In an important sense, the attack on Venezuela represents a sharp break in US foreign policy. The United States has largely eschewed the language of international law in characterising its attack on Venezuela, and has made no effort at all to act multilaterally. At the same time, however, the Trump administration’s policy toward Venezuela exhibits significant continuities with past US practice in Latin America and the Caribbean. Even within the era of the UN Charter – with its unequivocal prohibition on the use of force except in self-defence or under the authorisation of the Security Council – the United States has repeatedly intervened in the region, through a combination of military action, the funding of paramilitary groups, and support for coups d’état, including against democratically elected presidents.

One antecedent stands out as a particularly close historical parallel. In 1989, the US military abducted the ruler of Panama, General Manuel Noriega, in the context of an invasion of the country. Prior to the invasion, Noriega had been criminally indicted in the United States for his role in the importation of cocaine into US territory. Following his abduction, Noriega served seventeen years in US custody before being extradited to France and subsequently returned to Panama, where he remained imprisoned until his death. Thirty-six years ago, the United States relied on a combination of arguments: (a) the right to self-defence; (b) the protection of the integrity of the Panama Canal under the Panama Canal treaties; and (c) the promotion of democracy. It also referred to its objective of seizing and arresting Noriega, an indicted drug trafficker.

These grounds were widely regarded as spurious at the time, a view that we share (see, for example, here and here). First, there had been no armed attack against the United States, nor any imminent threat capable of triggering the right of self-defence. Second, the Panama Canal treaties had not been breached – and, in any event, a breach of the instruments would not have authorised unilateral military intervention. Third, and finally, international law does not recognise a unilateral right to use force to promote democracy. Moreover, it could not be said, then or now, that international law permits a State to forcibly enter the territory of another State to extract an individual for the purpose of asserting domestic criminal jurisdiction. The attack on Panama, like this weekend’s attack on Venezuela, was simply illegal. In fact, several of these historical arguments have since become textbook examples of impermissible justifications under the jus ad bellum.

In the context of the current attack on Venezuela, the United States has not yet articulated a final and comprehensive legal justification for its actions. This may change as US officials settle on an explanation in the coming days. For the time being, however, justificatory exercises remain a moving target. Secretary of State Marco Rubio suggested that the operation constituted a lawful effort to take custody of accused criminals (Maduro and his wife), for which a degree of armed force was necessary to ensure the safety of US personnel, echoing justifications used in the apprehension of General Noriega. Meanwhile, during the press conference, President Trump obliquely referred to several additional potential justifications. First, he referred to the claim that drugs originating in Venezuela had killed ‘countless Americans’, an assertion that has been contested in the media (see, for example, here and here). However, as recently discussed on EJIL: The Podcast!, transnational drug trafficking has never been regarded in international law as constituting an armed attack. The causal chain required to characterise such activity as an armed attack against the United States would have to be stretched beyond recognition, resting on multiple factual assumptions that remain unproven. President Trump further invoked the dangers Maduro was said to pose to Venezuela, the region, and to the United States, claiming that he had ‘waged a ceaseless campaign of violence, terror and subversion against the USA’. He also appeared to connect the attack to assertions that Venezuela has sent dangerous individuals into the United States (including prison gangs and persons released from mental institutions), that it had seized American property and oil infrastructure, and that it had acquired weapons capable of threatening US interests and lives. None of these circumstances, taken individually or cumulatively, provides a legal basis for the use of force under international law.

Above all, the response to the threats Venezuela was said to pose to the United States was distinctively couched in a newly launched, overarching foreign policy for the region, one that revives older doctrines of continental power. In Saturday’s press conference, President Trump declared that ‘American dominance in the Western Hemisphere will never be questioned again’. This posture will not surprise those who have read the recently released National Security Strategy, in which the nineteenth-century Monroe Doctrine has been resuscitated through what is now termed the ‘Trump Corollary’. In its original form, the Monroe Doctrine proclaimed that European colonisation and political intervention in the Western Hemisphere would be perceived as a threat to the security of the United States. Its later articulation under President Theodore Roosevelt asserted a corresponding US power to intervene as a regional police force. In the National Security Strategy, this administration has now vowed to ‘restore American preeminence in the Western Hemisphere’, to ‘protect our homeland and our access to key geographies throughout the region’, and to ‘deny non-Hemispheric competitors’ the ability to control strategically vital assets.

Much has been written about the Monroe Doctrine; for the purposes of this post, it suffices to recall that it has long been regarded as incompatible with the principles of self-determination, the prohibition of the use of force, territorial integrity, and the principle of non-intervention. These are bedrock principles of modern international law. Moreover, within the Americas, they have been progressively codified in rejection of the Monroe Doctrine.

(2) Can Maduro and his wife be prosecuted in US territory?

Regardless of the illegality of the use of force against Venezuela, a separate and narrower question arises: can Nicolás Maduro and his wife be criminally prosecuted in US territory? Answering this question has little to do with the serious, systematic, and widely condemned authoritarian practices that have characterised the Maduro administration. It turns, instead, on the rules governing the immunities and inviolability of State officials, as well as on the limits of States’ enforcement jurisdiction.

Immunity

To begin with, it is well established that, as President of Venezuela, Nicolás Maduro would enjoy immunity ratione personae (also known as personal immunity) from the criminal jurisdiction of foreign States, as well as inviolability from measures of physical constraint. Scholarship has long debated whether exceptions exist to this form of immunity, applicable only to the so-called troika (Heads of State, Heads of Government and Ministers for Foreign Affairs). Within the United Nations, however, diplomatic practice appears to have converged on a negative answer. The International Law Commission, which has featured the question of the immunity of State officials from foreign criminal jurisdiction in its programme of work since 2007, does not currently identify any extant exceptions to immunity ratione personae.

The United States could contend that Maduro is not the lawful president of Venezuela, pointing to his illegitimate electoral victory in 2024. Similarly, the United States may argue that, as it does not subjectively recognise Maduro as President of Venezuela, he is not entitled to the immunities attached to that office within the United States. Statements by Secretary of State Marco Rubio suggest that the United States may press these arguments. However, both are fairly shaky. As an objective matter, even as the legitimacy of the most recent presidential elections in Venezuela was widely contested, what matters under international law is which entity exercises effective control over the territory (see, for example, the Great Britain/Costa Rica arbitration and Lauterpacht’s analysis at 87–88). The Maduro administration retained effective control over the territory until his forcible removal; likewise, it continued to represent Venezuela before the United Nations. One might question whether this is the right position, or whether contemporary international law is too protective of dictators and tyrants; nonetheless, under the dominant view of the contemporary law of immunities, Maduro would seem entitled to Head of State immunity before US courts. By contrast, the argument that this immunity can be overcome by unilateral non-recognition cannot be reconciled with the idea of legal immunities at all.

The position of Cilia Flores, Maduro’s wife, calls for a different analysis. Since 2015, she has served as a deputy in the National Assembly of Venezuela. State officials who do not enjoy personal immunity, as is her case, may nevertheless benefit from immunity ratione materiae (also known as functional immunity) in respect of acts performed in an official capacity. The International Law Commission has been engaged in examining possible exceptions to this form of immunity. While this work has yet to be finalised, the draft provisions presently under discussion do not include drug trafficking among the crimes for which immunity ratione materiae would be excluded (see here).

Legal consequences of forcible kidnapping

A further procedural obstacle arises from the manner in which Maduro and his wife were brought to US territory. Under international law, the exercise of enforcement jurisdiction on the territory of another State requires either the consent of the territorial State, which was not given in this case, or a permissive rule of international law, which does not exist here. The unconsented exercise of coercive powers on Venezuelan territory therefore constitutes an internationally wrongful act in its own right. It is also accepted that the abduction of an individual without the consent of the State on whose territory that person was located violates international human rights law, insofar as deprivation of liberty must occur only in accordance with procedures established by law.

US judicial practice may nevertheless be invoked as a means of circumventing this twofold problem. Most international lawyers will recall the case United States v. Alvarez-Machaín, in which the Supreme Court of the United States held that the forcible abduction of a Mexican national from Mexican territory by US Drug Enforcement Administration agents did not preclude his criminal prosecution before the US courts. The manner in which the defendant had been brought before the US courts was deemed irrelevant to their capacity to exercise jurisdiction, a position commonly encapsulated in the maxim male captus, bene detentus.

The existence of legal precedent within the United States does not mean that male captus, bene detentus is generally accepted under international law. The reactions to Alvarez-Machaín are illustrative. For example, the Inter-American Juridical Committee observed that, by upholding the jurisdiction of US courts to try Alvarez-Machaín, the United States had disregarded its obligation to return him to the State from whose jurisdiction he had been removed (see CJI/RES.II-15/92, ‘Legal opinion on the decision of the Supreme Court of the United States of America’). The Committee further warned that, if the reasoning of the judgment were carried to its logical conclusion, the ‘international juridical order would be irreversibly damaged by any state that attributes to itself the power to violate with impunity the territorial sovereignty of another state.’ It also underscored the incompatibility of abduction with the right to due process, a right protected by international law regardless of the gravity of the crimes alleged.

This reaction was not isolated. In the aftermath of the judgment, a coalition of Latin American States, together with Spain, addressed a letter to the United Nations expressing the view that it would be desirable for the International Court of Justice to render an advisory opinion on the conformity with international law of acts involving the extraterritorial exercise of a State’s coercive power and the subsequent exercise of its criminal jurisdiction. The matter was placed on the agenda of the Sixth Committee of the General Assembly. Although it was ultimately never taken up, this episode revealed the absence of widespread agreement with the approach followed in US courts.

(3) A US-run Venezuela?

It remains unclear if the United States actually intends to establish a fully-fledged military occupation of Venezuela; although President Trump asserted that the United States would ‘run the country’, subsequent statements have been more evasive on this point. Should this nevertheless be the case, Article 21 of the Charter of the Organization of American States, by which the United States is bound, would be directly engaged. That provision stipulates that: ‘The territory of a State is inviolable; it may not be the object, even temporarily, of military occupation or of other measures of force taken by another State, directly or indirectly, on any grounds whatever. No territorial acquisitions or special advantages obtained either by force or by other means of coercion shall be recognized.’

The United States would be further subject to a robust set of international legal rules under the Fourth Geneva Convention and customary international law. In particular, it would be barred from profiting from the exploitation of Venezuelan natural resources, including Venezuelan oil. The International Court of Justice has recently clarified the limits imposed by international law on the conduct of occupying powers. In its advisory opinion on the Legal Consequences arising from the Policies and Practices of Israel in the Occupied Palestinian Territory, including East Jerusalem, the Court held that ‘the use by the occupying Power of natural resources must not exceed what is necessary for the purposes of the occupation’ and that such use ‘must be sustainable, and it must avoid environmental harm.’ [¶124] The Court further observed that policies of resource exploitation contrary to the law of occupation ‘could be contrary to the principle of permanent sovereignty over natural resources.’ [¶125]

If, by contrast, the United States were to seek to exercise control over Venezuela’s domestic affairs through coercion, influence, or the manipulation of the standing authorities – that is, without deploying ‘boots on the ground’ – the principle of non-intervention would come into play. That principle, enshrined in customary international law, is also robustly articulated in Articles 19 and 20 of the OAS Charter. Such a mode of engagement would be rather unsurprising in light of recent practice in the region, in which the Trump administration has resorted to the threat of specific harms to induce particular forms of behaviour from other governments (see, for example, here, here, and here).

Conclusion

The attack on Venezuela and the abduction of Nicolás Maduro and his wife to stand trial in the United States represent serious breaches of international law. The United States has barely sought to justify its actions in legal terms, opting instead to lean on the language of raw power, regional dominance, and national interest. International legal norms could not, on their own, stop a determined United States from flouting its solemn commitments, nor can they prevent President Trump from engaging in further attacks on Venezuela or other States, as he has already threatened to do by explicitly mentioning Colombia and Cuba in the Mar-a-Lago press conference. It also seems unlikely that other States will collectively enforce these norms against the United States in defence of Venezuela, particularly not in defence of Maduro. One might reasonably wonder what is left for international law to say or do in this context – or indeed, what is left of international law.

Yet it would be a mistake to abandon international law. Even now, international law can serve important functions: it can keep the conflict in the foreground, and, eventually, provide a benchmark for working out the next steps. In particular, how the world community reacts to the United States’ attack on Venezuela in the coming weeks and months will matter mightily. Unambiguous protests in defence of bedrock international legal norms can still serve a critical agenda-setting role. Even the small step of laying down a marker is vital. The alternative of acquiescence can only serve to validate the transition of the UN Charter’s rigid prohibition on the use of force into a far more permissive system.

So far, the response of the world community has been mixed. A few States have protested the attack on Venezuela as a violation of international law (for example, Colombia, Mexico, Spain, China, and Belarus), while a few have celebrated the deposal of Maduro (for example, Argentina and El Salvador). Most States have been much more hesitant, expressing concern over the attack and loosely insisting on respect for the will of the people of Venezuela going forward (for example, Great Britain, Canada, Germany, and the European Union). However, these lukewarm responses are ultimately untenable, and much will turn on how these positions resolve in the coming days.

ejiltalk.org