Αρχική Blog Σελίδα 361

Ο Ερντογάν θέλει πυρηνικά: Τι θα σήμαινε μια τουρκική βόμβα για τη Μέση Ανατολή

1

Russia Today

Η Άγκυρα προειδοποιεί ότι μια επιλεκτική και βασισμένη στη χρήση ισχύος προσέγγιση στο ιρανικό πυρηνικό ζήτημα θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτή αντίδραση

Murad Sadygzade
Του Murad Sadygzade, Προέδρου του Middle East Studies Center, Επισκέπτη Λέκτορα στο HSE University (Μόσχα)

Στην Άγκυρα, η ιδέα ότι η Τουρκία θα μπορούσε κάποτε να επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων δεν απουσίαζε ποτέ εντελώς από τις στρατηγικές συζητήσεις. Τις τελευταίες ημέρες, ωστόσο, έχει αποκτήσει πιο αιχμηρή διάσταση, καθώς η περιοχή γύρω από την Τουρκία ολισθαίνει προς μια λογική όπου η ωμή αποτροπή αρχίζει να φαντάζει ως η μόνη αξιόπιστη γλώσσα που απομένει.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει επεκταθεί πολύ πέρα από τη συνετή, προσανατολισμένη στη διατήρηση του status quo στάση που τη χαρακτήριζε στο παρελθόν. Η Άγκυρα έχει τοποθετήσει τον εαυτό της ως διαμεσολαβητή στην Ουκρανία και στη Γάζα, έχει επιδιώξει σκληρούς στόχους ασφάλειας μέσω διαρκών επιχειρήσεων και επιρροής στη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη, και έχει εμπλακεί σε ανταγωνιστικά μέτωπα από την Ανατολική Μεσόγειο έως το Κέρας της Αφρικής.

Ο Πρόεδρος Recep Tayyip Erdoğan έχει επί μακρόν παρουσιάσει αυτή την ενεργητική πολιτική ως διόρθωση μιας διεθνούς τάξης την οποία θεωρεί δομικά άδικη. Το σύνθημά του ότι «ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από πέντε» — αναφορά στο United Nations Security Council — εκφράζει τη δυσαρέσκεια απέναντι σε ένα σύστημα όπου μια στενή ομάδα δυνάμεων διατηρεί μόνιμα προνόμια, συμπεριλαμβανομένης μιας de facto αποκλειστικής αξίωσης στην ύψιστη στρατιωτική ισχύ.

Σε αυτό το αφήγημα, η πυρηνική ανισότητα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα επισημάνει τα διπλά μέτρα και σταθμά της παγκόσμιας πυρηνικής τάξης, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα κράτη τιμωρούνται για την «ασάφειά» τους, ενώ άλλα παραμένουν στο απυρόβλητο. Οι αναφορές του στο Ισραήλ είναι κεντρικές, καθώς το τεκμαιρόμενο αλλά μη δηλωμένο πυρηνικό καθεστώς του αντιμετωπίζεται ευρέως ως κοινό μυστικό που δεν ενεργοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς επιβολής όπως άλλες περιπτώσεις ύποπτης διάδοσης.

Αυτή η ασυμμετρία ενοχλούσε επί χρόνια την Άγκυρα, αλλά απέκτησε μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα μετά τον πόλεμο στη Γάζα που ξεκίνησε το 2023, όταν ο Ερντογάν ανέδειξε ανοιχτά το ισραηλινό οπλοστάσιο και διερωτήθηκε γιατί οι διεθνείς μηχανισμοί επιθεώρησης δεν εφαρμόζονται στην πράξη σε όλους τους περιφερειακούς δρώντες.

Παρά ταύτα, για χρόνια η συζήτηση αυτή αφορούσε κυρίως ζητήματα δικαιοσύνης και νομιμοποίησης, και όχι δήλωση πρόθεσης. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η αίσθηση ότι η ίδια η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας ρηγματώνεται — και μάλιστα σε μια στιγμή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κλιμακώνουν την πίεση προς το Ιράν.

Η τουρκική ηγεσία έχει προειδοποιήσει ότι, εάν το Ιράν υπερβεί το πυρηνικό κατώφλι, άλλα κράτη της περιοχής θα σπεύσουν να ακολουθήσουν, και η Τουρκία ενδέχεται να αναγκαστεί να συμμετάσχει στην κούρσα, ακόμη και αν δεν επιθυμεί δραματικές μεταβολές στην ισορροπία δυνάμεων.

Αυτό αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της νέας έντασης στη συζήτηση. Τα μηνύματα της Άγκυρας δεν συνιστούν πρωτίστως συναισθηματική αντίδραση προς την Τεχεράνη. Η Τουρκία και το Ιράν παραμένουν ανταγωνιστές, αλλά οι μεταξύ τους τριβές έχουν διαχειριστεί μέσω πραγματιστικής διπλωματίας, ενώ η Άγκυρα έχει σταθερά ταχθεί κατά μιας στρατιωτικής λύσης στο ιρανικό πυρηνικό ζήτημα.

Ο Ερντογάν έχει εκ νέου παρουσιάσει την Τουρκία ως διαμεσολαβητή, επιμένοντας στην αποκλιμάκωση και απορρίπτοντας στρατιωτικά βήματα που θα μπορούσαν να σύρουν την περιοχή σε ευρύτερο χάος.

Ο καταλύτης είναι ο φόβος ότι οι κανόνες δεν λειτουργούν πλέον ως κανόνες. Όταν η επιβολή γίνεται επιλεκτική και όταν η εξαναγκαστική ισχύς εφαρμόζεται με τρόπους που φαίνεται να αγνοούν τη συνολική σταθερότητα, τα κίνητρα αλλάζουν για κάθε μεσαία δύναμη που βρίσκεται εντός της ζώνης επιπτώσεων. Το μήνυμα από την Άγκυρα είναι σαφές: εάν η Μέση Ανατολή εισέλθει σε μια εποχή όπου η πυρηνική ικανότητα αντιμετωπίζεται ως η μόνη απόλυτη εγγύηση έναντι απειλών που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση καθεστώτων, τότε η Τουρκία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να παραμείνει η εξαίρεση.

Αυτή η λογική είναι επικίνδυνη ακριβώς επειδή είναι μεταδοτική. Μετατρέπει τη διάδοση των πυρηνικών σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Σε μια ασταθή περιοχή όπου η εμπιστοσύνη είναι εύθραυστη και η μνήμη του πολέμου παραμένει νωπή, η ιδέα των πυρηνικών όπλων ως ασπίδας έναντι εξωτερικής παρέμβασης μπορεί να φαντάζει σκληρά ορθολογική. Εάν η κατοχή πυρηνικών αυξάνει το κόστος μιας επέμβασης σε μη αποδεκτά επίπεδα, μπορεί να εκληφθεί ως η απόλυτη αποτροπή — ως εγγύηση ότι οι εξωτερικοί δρώντες θα το σκεφτούν δύο φορές. Όμως η ίδια λογική που υπόσχεται ασφάλεια σε έναν παράγοντα παράγει ανασφάλεια για όλους τους υπόλοιπους.

Στην πράξη, τροφοδοτεί μια κούρσα εξοπλισμών της οποίας το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι η σταθερότητα, αλλά ένα πυκνό περιβάλλον αποτροπής, όπου οι λανθασμένοι υπολογισμοί καθίστανται πιθανότεροι, η διαχείριση κρίσεων δυσκολότερη και οι συμβατικές συγκρούσεις πιο εύφλεκτες, καθώς η πυρηνική σκιά βαραίνει κάθε κλιμακούμενο στάδιο.

Η ανανεωμένη αίσθηση επείγοντος αντικατοπτρίζει επίσης μια ευρύτερη παγκόσμια μετατόπιση. Ο ανταγωνισμός εξοπλισμών εντείνεται πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Η αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου εξοπλισμών, η κανονικοποίηση των κυρώσεων ως εργαλείου στρατηγικού εξαναγκασμού και η επανεμφάνιση λογικών τύπου «μπλοκ» σε πολλαπλά μέτωπα ενισχύουν την εντύπωση ότι η αυτοσυγκράτηση δεν επιβραβεύεται πλέον. Για την Τουρκία — ένα κράτος που θεωρεί τον εαυτό του υπερβολικά ισχυρό για να είναι απλός πελάτης και ταυτόχρονα υπερβολικά εκτεθειμένο για να είναι πλήρως αυτόνομο — ο πειρασμός είναι η αναζήτηση μοχλών ισχύος που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η πυρηνική «λανθάνουσα ικανότητα», ακόμη και χωρίς την κατοχή πραγματικής βόμβας, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό διαπραγματευτικό χαρτί.

Ωστόσο, το άλμα από τη φιλοδοξία στην επιχειρησιακή δυνατότητα δεν είναι απλό. Η Τουρκία διαθέτει σημαντικά στοιχεία για την ανάπτυξη ενός σοβαρού πολιτικού πυρηνικού προφίλ, και οι δυνατότητες αυτές επηρεάζουν τις αντιλήψεις. Η χώρα έχει επενδύσει σε ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της πυρηνικής μηχανικής και έχει αναπτύξει ένα οικοσύστημα ερευνητικών ιδρυμάτων, εκπαιδευτικών και πειραματικών αντιδραστήρων, επιταχυντικών εγκαταστάσεων και εφαρμογών πυρηνικής ιατρικής.

Πιο εμφανές παράδειγμα αποτελεί το έργο του πυρηνικού σταθμού στο Άκουγιου, σε συνεργασία με τη Ρωσία, το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός εκπαίδευσης και θεσμικής συσσώρευσης εμπειρίας, παρότι η μεταφορά τεχνολογίας είναι περιορισμένη και το έργο παραμένει ενταγμένο σε ένα πλαίσιο εξωτερικής εξάρτησης.

Η Τουρκία επισημαίνει επίσης το εγχώριο δυναμικό σε φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένου του ουρανίου και ιδίως του θορίου, το οποίο συχνά παρουσιάζεται ως μακροπρόθεσμο στρατηγικό πλεονέκτημα. Τα αποθέματα φυσικών πόρων δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ικανότητα κατασκευής όπλων, μειώνουν όμως ένα σημαντικό εμπόδιο: την ανάγκη για διαρκείς και ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες. Ως εκ τούτου, η Τουρκία μπορεί πειστικά να παρουσιαστεί ως κράτος που, εάν το επέλεγε, θα μπορούσε να μεταβεί από μια ειρηνική πυρηνική επάρκεια σε μια λανθάνουσα στάση πυρηνικού εξοπλισμού.

Το πραγματικό σημείο συμφόρησης δεν είναι απλώς υλικό. Είναι πολιτικό και νομικό. Η Τουρκία είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons (NPT) και λειτουργεί εντός ενός πλέγματος διεθνών δεσμεύσεων που θα καθιστούσε ένα ανοιχτό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων εξαιρετικά δαπανηρό. Μια αποχώρηση από τη Συνθήκη ή σοβαρές παραβιάσεις θα πυροδοτούσαν σχεδόν βέβαια εκτεταμένες κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση και ρήξη με βασικούς οικονομικούς εταίρους. Σε αντίθεση με κράτη που έχουν προσαρμόσει τις οικονομίες τους σε συνθήκες μακροχρόνιας πολιορκίας, η Τουρκία είναι βαθιά ενσωματωμένη στο παγκόσμιο εμπόριο, τις χρηματοπιστωτικές ροές και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Το βραχυπρόθεσμο σοκ μιας κρίσης διάδοσης θα ήταν σοβαρό — και η Άγκυρα το γνωρίζει.

Γι’ αυτό, το πιθανότερο σενάριο, εάν η Τουρκία κινούνταν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση, δεν θα ήταν μια θεαματική και δημόσια επιτάχυνση. Θα ήταν μια προσεκτική, αμφίσημη στρατηγική που θα διεύρυνε τη «λανθάνουσα ικανότητα» (latency), διατηρώντας παράλληλα περιθώριο διπλωματικών ελιγμών. Η λανθάνουσα ικανότητα μπορεί να σημαίνει επενδύσεις σε τεχνογνωσία, σε υποδομές διττής χρήσης, σε πυραυλικά και διαστημικά προγράμματα που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν, καθώς και σε επιλογές κύκλου καυσίμου που παραμένουν δικαιολογήσιμες σε πολιτικό πλαίσιο. Μπορεί επίσης να σημαίνει καλλιέργεια εξωτερικών σχέσεων που συντομεύουν τους χρονικούς ορίζοντες χωρίς να αφήνουν σαφή ίχνη.

Σε αυτό το σημείο η συζήτηση καθίσταται ακόμη πιο ευαίσθητη, διότι ο κίνδυνος διάδοσης δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να κατασκευάσει ένα κράτος, αλλά και το τι μπορεί να λάβει. Η Μέση Ανατολή στοιχειώνεται επί δεκαετίες από το ενδεχόμενο μυστικών μεταφορών τεχνολογίας — είτε μέσω μαύρων αγορών, είτε μέσω κρατικής υποστήριξης στο παρασκήνιο, είτε μέσω άτυπων ρυθμίσεων ασφάλειας.

Τους τελευταίους μήνες, η συζήτηση γύρω από το Pakistan έχει καταστεί ιδιαίτερα επίκαιρη, όχι μόνο επειδή πρόκειται για μία από τις ελάχιστες μουσουλμανικές χώρες με πυρηνικά όπλα, αλλά και επειδή το Ισλαμαμπάντ διατηρεί ιστορικά στενούς δεσμούς ασφάλειας με μοναρχίες του Κόλπου.

Η Saudi Arabia έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν θα αποδεχθεί μια περιφερειακή ισορροπία στην οποία μόνο το Iran διαθέτει πυρηνικό όπλο. Σαουδάραβες αξιωματούχοι έχουν κατά καιρούς υπονοήσει ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει βόμβα, το Ριάντ θα αισθανθεί υποχρεωμένο να το εξισορροπήσει για λόγους ασφάλειας. Οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν απόδειξη ενεργού προγράμματος όπλων, συνιστούν όμως πολιτική προετοιμασία: διαμορφώνουν προσδοκίες και κανονικοποιούν την ιδέα ότι η διάδοση μπορεί να παρουσιαστεί ως αμυντική και όχι αποσταθεροποιητική πράξη.

Παράλληλα, στον περιφερειακό λόγο έχουν διατυπωθεί ασυνήθιστα ρητές αναφορές σε ενδεχόμενες ρυθμίσεις πυρηνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων επιχειρημάτων ότι το Πακιστάν θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να επεκτείνει μια μορφή αποτρεπτικής «ομπρέλας» στη Σαουδική Αραβία. Ακόμη και όταν τέτοιες αναφορές έχουν εν μέρει επικοινωνιακό χαρακτήρα, υπογραμμίζουν ότι η στρατηγική συζήτηση στην περιοχή μετατοπίζεται από το ταμπού στον σχεδιασμό σεναρίων έκτακτης ανάγκης.

Μόλις ανοίξει αυτή η «πόρτα», η Τουρκία εισέρχεται αναπόφευκτα στη φαντασία των περιφερειακών ισορροπιών. Η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία συνδέονται μέσω επικαλυπτόμενων συνεργασιών άμυνας και πολιτικού συντονισμού, ενώ αναλυτές συζητούν όλο και συχνότερα την ανάδυση ευέλικτων σχημάτων ασφάλειας που λειτουργούν παράλληλα ή εν μέρει εκτός των επίσημων δυτικών πλαισίων. Η ιδέα ότι τεχνολογία, τεχνογνωσία ή εγγυήσεις αποτροπής θα μπορούσαν να κυκλοφορούν εντός τέτοιων δικτύων αποτελεί εφιαλτικό σενάριο για τα καθεστώτα μη διάδοσης, διότι συμπιέζει τους χρόνους και μειώνει τη διαφάνεια από την οποία εξαρτώνται οι διεθνείς μηχανισμοί επιτήρησης.

Για την Άγκυρα, αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Η ευκαιρία έγκειται στο ότι η Τουρκία θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτρεπτική της θέση χωρίς να επωμιστεί το πλήρες κόστος μιας ανοιχτής ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Ο κίνδυνος είναι ότι θα μπορούσε να παγιδευτεί σε μια αλυσιδωτή διάδοση την οποία δεν θα μπορεί να ελέγξει, προκαλώντας ταυτόχρονα δυτική αντίδραση που θα αναδιαμορφώσει την οικονομία και τις συμμαχίες της.

Εδώ ακριβώς το ζήτημα αποκτά βαθύτατα γεωπολιτική διάσταση. Μια πυρηνικά οπλισμένη Τουρκία δεν θα μεταμόρφωνε μόνο τη Μέση Ανατολή. Θα αναδιαμόρφωνε το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας και θα αμφισβητούσε τη λογική που διέπει εδώ και δεκαετίες τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση. Οι δυτικές πρωτεύουσες έχουν διαχειριστεί και περιορίσει την Τουρκία μέσω ενός μείγματος κινήτρων, θεσμικών δεσμών, αμυντικής συνεργασίας και πίεσης. Η συμμετοχή της Τουρκίας στο NATO, οι οικονομικοί της δεσμοί με την Ευρώπη και η παρουσία αμερικανικών πυρηνικών όπλων στο Ιντσιρλίκ, στο πλαίσιο των συμμαχικών ρυθμίσεων, αποτελούσαν στοιχεία ενός ευρύτερου στρατηγικού πλαισίου στο οποίο η Τουρκία θεωρούνταν «αγκυροβολημένη» στη Δύση, ακόμη και όταν ήταν πολιτικά δύσκολη.

Εάν η Τουρκία αποκτούσε δικά της πυρηνικά όπλα, αυτή η «αγκύρωση» θα αποδυναμωνόταν δραματικά. Η Άγκυρα θα αποκτούσε ένα επίπεδο στρατηγικής αυτονομίας που καμία απειλή κυρώσεων δεν θα μπορούσε πλήρως να εξουδετερώσει. Παράλληλα, θα αποκτούσε τη δυνατότητα ανάληψης μεγαλύτερων ρίσκων υπό την προστασία πυρηνικής αποτροπής — μια δυναμική που ανησυχεί τις δυτικές πρωτεύουσες, καθώς θα μπορούσε να ενθαρρύνει πιο συγκρουσιακή περιφερειακή συμπεριφορά. Οι διαφωνίες της Τουρκίας με δυτικούς εταίρους είναι ήδη έντονες, από την ενεργειακή πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο έως τη Συρία, τις αμυντικές προμήθειες και τα όρια της συμμαχικής αλληλεγγύης. Μια πυρηνική αποτροπή θα καθιστούσε αυτές τις διαφορές δυσκολότερα διαχειρίσιμες, καθώς η τελική κλιμακωτική υπεροχή δεν θα ανήκε πλέον αποκλειστικά στις παραδοσιακές πυρηνικές δυνάμεις.

Ταυτόχρονα, μια τουρκική βόμβα θα μπορούσε να επιταχύνει την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση — όχι μόνο επειδή η Δύση θα αντιδρούσε με πίεση, αλλά και επειδή η ίδια η ανάπτυξη μιας τέτοιας ικανότητας θα συνιστούσε ιδεολογική δήλωση: ότι η Άγκυρα απορρίπτει μια ιεραρχία καθορισμένη από τη Δύση. Θα ήταν ο πιο δραματικός τρόπος με τον οποίο η Τουρκία θα δήλωνε ότι δεν αποδέχεται μια δευτερεύουσα θέση σε ένα σύστημα που θεωρεί υποκριτικό.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η Τουρκία βρίσκεται στο κατώφλι παραγωγής πυρηνικού όπλου. Τα πολιτικά εμπόδια παραμένουν τεράστια και οι τεχνικές προκλήσεις θα ήταν σημαντικές, ιδίως εάν η Άγκυρα επιχειρούσε να αναπτύξει πλήρως αυτόνομες δυνατότητες υπό διεθνή επιτήρηση. Ένα αξιόπιστο πρόγραμμα όπλων απαιτεί εμπλουτισμό ουρανίου ή διαδρομή πλουτωνίου, εξειδικευμένη μηχανική, αξιόπιστο σχεδιασμό κεφαλής, αυστηρά καθεστώτα δοκιμών ή προηγμένες δυνατότητες προσομοίωσης, ασφαλές σύστημα διοίκησης και ελέγχου και μέσα παράδοσης ικανά να επιβιώσουν και να διαπεράσουν άμυνες. Η Τουρκία διαθέτει πυραυλικά προγράμματα που θεωρητικά θα μπορούσαν να προσαρμοστούν, αλλά η μετατροπή μιας περιφερειακής πυραυλικής δύναμης σε στιβαρή πυρηνική αρχιτεκτονική παράδοσης δεν είναι απλή υπόθεση.

Ο πιο άμεσος κίνδυνος δεν είναι ότι η Τουρκία θα εμφανίσει αιφνιδίως μια βόμβα, αλλά ότι η περιοχή οδεύει προς μια «εποχή κατωφλίου», στην οποία πολλαπλά κράτη καλλιεργούν την ικανότητα να καταστούν πυρηνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κρίσεις καθίστανται πιο επικίνδυνες, διότι οι ηγέτες υποθέτουν τις χειρότερες προθέσεις και οι εξωτερικές δυνάμεις ενδέχεται να αισθάνονται πίεση να πλήξουν πρώτες αντί να αναμένουν. Η ειρωνεία είναι ότι ένα όπλο που προορίζεται να αποτρέψει την παρέμβαση μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα παρέμβασης, εάν οι αντίπαλοι φοβηθούν ότι «ο χρόνος τελειώνει».

Η κλιμάκωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έναντι του Ιράν, σε συνδυασμό με τη λογική της κούρσας εξοπλισμών που διαχέεται τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και παγκοσμίως, καθιστά αυτό το σπιράλ πιο πιθανό. Η αβεβαιότητα αποτελεί καύσιμο της διάδοσης, διότι πείθει τα κράτη ότι το μέλλον θα είναι πιο επικίνδυνο από το παρόν και ότι η αναμονή συνιστά στρατηγικό σφάλμα.

Η ρητορική της Τουρκίας, επομένως, πρέπει να αναγνωστεί τόσο ως προειδοποίηση όσο και ως απειλή. Η Άγκυρα διαμηνύει ότι μια επιλεκτική και βασισμένη στη χρήση ισχύος προσέγγιση στο ιρανικό πυρηνικό ζήτημα θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτή αντίδραση. Παράλληλα, διαμηνύει στους περιφερειακούς ανταγωνιστές της ότι δεν θα αποδεχθεί ένα μέλλον στο οποίο θα είναι στρατηγικά εκτεθειμένη σε μια γειτονιά όπου άλλοι διαθέτουν την «ύστατη ασφάλεια».

Η τραγικότητα έγκειται στο ότι ακριβώς έτσι αποδομούνται οι πυρηνικές τάξεις. Δεν καταρρέουν όταν ένα κράτος ξυπνά και αποφασίζει να ρισκάρει. Καταρρέουν όταν πολλαπλά κράτη καταλήγουν ταυτόχρονα στο συμπέρασμα ότι οι υφιστάμενοι κανόνες δεν τα προστατεύουν πλέον και ότι η αποτροπή — όσο επικίνδυνη κι αν είναι — αποτελεί το μοναδικό διαθέσιμο υποκατάστατο. Σε μια σταθερή περιοχή, ένα τέτοιο συμπέρασμα θα μπορούσε να αναχαιτιστεί. Στη Μέση Ανατολή, όπου οι πόλεμοι αλληλοεπικαλύπτονται, οι συμμαχίες μεταβάλλονται και η εμπιστοσύνη είναι σπάνια, μπορεί ταχύτατα να καταστεί κυρίαρχη αντίληψη.

Εάν ο στόχος είναι να αποτραπεί μια περιφερειακή πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση, η πρώτη προϋπόθεση είναι να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της ιδέας ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι η ασφάλεια μπορεί να επιτευχθεί χωρίς υπέρβαση του πυρηνικού κατωφλίου. Αυτό σημαίνει αποκλιμάκωση της έντασης γύρω από το Ιράν, αλλά και αντιμετώπιση των βαθύτερων ασυμμετριών που καθιστούν το σύστημα, στα μάτια φιλόδοξων μεσαίων δυνάμεων, μη νομιμοποιημένο και άδικο.

Χωρίς αυτή τη διόρθωση, η τουρκική συζήτηση περί πυρηνικών δεν θα παραμείνει θεωρητική. Θα ενταχθεί σε έναν ευρύτερο περιφερειακό επαναϋπολογισμό ισχύος — έναν επαναπροσδιορισμό που ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει μια ήδη ασταθή περιοχή σε πυρηνικοποιημένη αρένα, όπου κάθε κρίση θα φέρει μαζί της το ενδεχόμενο καταστροφής.

Russia Today

Τι μας δίδαξε ένα Ομοσπονδιακό Δικαστήριο — και τι οφείλουν να μάθουν τα Πανεπιστήμια για τη διάκριση μεταξύ Αντισιωνισμού και Αντισημιτισμού

1

17 Φεβρουαρίου 2026

counterpunch.org

Michel DeGraff

Φωτογραφία: Nathaniel St. Clair

«Το αντι-ισραηλινό αίσθημα δεν συνιστά, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, αντισημιτικό λόγο.»

Η φράση αυτή — την οποία επικαλέστηκε ο Ομοσπονδιακός Δικαστής των ΗΠΑ Richard G. Stearns στη Βοστώνη — βρίσκεται στον πυρήνα της δικαστικής απόφασης της 5ης Ιανουαρίου 2026, με την οποία απορρίφθηκαν οι ομοσπονδιακές αξιώσεις εις βάρος μου στην υπόθεση Sussman κατά MIT. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι η διδασκαλία μου και η φιλοπαλαιστινιακή μου δράση στο Massachusetts Institute of Technology (MIT) συνιστούσαν αντισημιτισμό, παρενόχληση, συκοφαντική δυσφήμιση και αντίποινα κατά Εβραίων και Ισραηλινών φοιτητών και εργαζομένων, καθώς και ότι το MIT τα ανεχόταν παρανόμως.

Η απόφαση του Δικαστή Stearns έχει σημασία ακριβώς για όσα έκανε — και για όσα δεν έκανε. Στο στάδιο εξέτασης αιτήματος απόρριψης (motion to dismiss), το δικαστήριο απλώς θεωρεί, χάριν συζήτησης, ότι οι ισχυρισμοί — ακόμη και αν είναι συκοφαντικοί — είναι αληθείς και αποφαίνεται μόνο ως προς το αν συγκροτούν νομικά βάσιμη αξίωση, χωρίς διερεύνηση πραγματικών περιστατικών ή κρίση αξιοπιστίας. Επομένως, αναφορές στην απόφαση σε «παρενόχληση», «βαθιά ανησυχητική» ή «αποκρουστική» συμπεριφορά αντανακλούν, στην καλύτερη περίπτωση, αυτή τη δικονομική παραδοχή περί των ισχυρισμών ή, στη χειρότερη, υποδηλώνουν λανθάνουσες προκαταλήψεις — όχι δικαστική διαπίστωση της αλήθειάς τους.

Ακόμη και υπό αυτή την, ευνοϊκή για τους ενάγοντες, παραδοχή, το δικαστήριο έκρινε ότι οι ομοσπονδιακές αξιώσεις δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα νομικά κριτήρια. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, επικαλέστηκε δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο του Πρώτου Ομοσπονδιακού Εφετείου στην υπόθεση Stand With Us κατά MIT, το οποίο απέρριψε την αντίληψη ότι η πολιτική αντίθεση προς το Ισραήλ συνιστά αυτομάτως αντισημιτισμό.

Η διάκριση αυτή θα έπρεπε να είναι αυτονόητη· ωστόσο, διαβρώνεται σταδιακά τόσο στην ανώτατη εκπαίδευση όσο και στον δημόσιο βίο. Όλο και συχνότερα, ο όρος «αντισημιτισμός» απογυμνώνεται από το νόημά του, χρησιμοποιούμενος ως γενικός χαρακτηρισμός για κάθε λόγο επικριτικό προς το Ισραήλ — συχνά μέσω διευρυμένων ορισμών που συγχέουν μια ρατσιστική πολιτική ιδεολογία με μια θρησκευτική ταυτότητα, όπως συμβαίνει με τον «λειτουργικό ορισμό του αντισημιτισμού» της International Holocaust Remembrance Alliance (IHRA).

Ακαδημαϊκοί, όπως η Sahara Aziz, προειδοποιούν ότι ο ορισμός της IHRA αποσκοπεί στη φίμωση λόγου προστατευόμενου από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ σχετικά με το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Ο Ισραηλινός εβραϊκής καταγωγής φιλόσοφος Adi Ophir έχει περιγράψει αυτού του είδους τον εργαλειακό ορισμό ως τον «ρητορικό Σιδηρού Θόλο» του Ισραήλ.

Υπό έντονη φιλοϊσραηλινή πίεση — συμπεριλαμβανομένης αγωγής από το Louis D. Brandeis Center for Human Rights Under Law, το οποίο συγκαταλέγεται μεταξύ των εναγόντων στην υπόθεση Sussman κατά MIT — το Harvard University υιοθέτησε τον ορισμό της International Holocaust Remembrance Alliance (IHRA), προκαλώντας επικρίσεις από προσωπικότητες όπως ο Kenneth Roth. Όταν αυτοί οι ορισμοί διοχετεύονται σε υποδομές «doxxing» και μαύρων λιστών όπως το Canary Mission, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: η πολιτική κριτική αντιμετωπίζεται ως λόγος μίσους βασισμένος σε ταυτότητα.

Οι συνέπειες αυτού του «ρητορικού Σιδηρού Θόλου» περιλαμβάνουν σιωπή που υπαγορεύεται από τον φόβο και (αυτο-)λογοκρισία — ακόμη και σε ιδρύματα όπως το Massachusetts Institute of Technology, όπου η πρότασή μου για Σεμινάριο του Φθινοπώρου 2024 με τίτλο «Γλώσσα και γλωσσολογία για την αποαποικιοποίηση και την απελευθέρωση στην Αϊτή, την Παλαιστίνη και το Ισραήλ» απορρίφθηκε από το Τμήμα Γλωσσολογίας, παρότι η αποστολή του MIT περιλαμβάνει την «προαγωγή της γνώσης». Ακόμη και το MIT OpenCourseWare, του οποίου το σύνθημα είναι «Ξεκλειδώνοντας τη Γνώση», καταλήγει να «κλειδώνει» τη γνώση όταν πρόκειται για την Παλαιστίνη — όπως συνέβη με τα βίντεο της Σειράς Ομιλιών του Φθινοπώρου 2024 που προέκυψε από το σεμινάριο το οποίο απορρίφθηκε.

Αυτό το σύστημα καταστολής αξιοποιεί την απειλή ακαδημαϊκών κυρώσεων (όπως αναστολή φοίτησης ή αποβολή), απέλασης και ακόμη και αγωγών — ορισμένες εκ των οποίων βασίζονται σε αποδεδειγμένα ψευδείς κατηγορίες — για να λειτουργήσει. Οι ισχυρισμοί διακινούνται ως να ήταν γεγονότα, ακόμη και στο Κογκρέσο. Φήμες πλήττουν υπολήψεις και βίζες ανακαλούνται πριν ελεγχθούν τα αποδεικτικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, κατά τον συγγραφέα, αποτελεί η χρήση από την κυβέρνηση Τραμπ φιλοϊσραηλινών ιστοσελίδων «doxxing» όπως το Canary Mission, κατά παράβαση — όπως υποστηρίζει — των δικαιωμάτων της Πρώτης Τροπολογίας. Έτσι ερμηνεύεται και η σιωπή παθητικών παρατηρητών, συμπεριλαμβανομένων «προοδευτικών» συναδέλφων που, κατά την άποψή του, παρακολουθούν χωρίς αντίρρηση τη γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα. Αυτοί είναι οι «Progressives Except for Palestine» («Προοδευτικοί πλην Παλαιστίνης») — ή «PEPs», όρος που προέρχεται από το βιβλίο Notes on Resistance των Noam Chomsky και David Barsamian.

Η δικαστική απόφαση δεν αρνείται ότι ο αντισημιτισμός υφίσταται ούτε ότι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Απορρίπτει όμως κάτι διαφορετικό: την ολοένα συχνότερη πρακτική να θεωρείται η κριτική προς το Ισραήλ εκ προοιμίου αντισημιτική — μια κατηγορία που μπορεί να ενεργοποιήσει έρευνες, πειθαρχικές διαδικασίες, αγωγές και δημόσια διαπόμπευση. Αυτή η εννοιολογική ολίσθηση έχει καταστεί εργαλείο περιορισμού της συζήτησης γύρω από τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη — συχνά υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης του μίσους. Το αποτέλεσμα είναι ένας συρρικνωμένος πανεπιστημιακός διάλογος, όπου ορισμένες απόψεις αντιμετωπίζονται εκ των προτέρων ως ιδιαιτέρως ύποπτες.

Η δική μου θέση είναι απλή: ο Σιωνισμός είναι ένα σύγχρονο πολιτικό εγχείρημα· ο Ιουδαϊσμός και η εβραϊκή ταυτότητα αποτελούν μια θρησκεία χιλιετιών και ένα πλούσιο φάσμα ταυτοτήτων. Η εξομοίωσή τους διαγράφει τους αντισιωνιστές Εβραίους και ενισχύει τον κακόπιστο ισχυρισμό ότι τα παλαιστινιακά αιτήματα για ίσα δικαιώματα συνιστούν αυτομάτως μίσος και επίθεση κατά των Εβραίων και της εβραϊκής ταυτότητας. Παράλληλα, συσκοτίζει τον ρόλο του χριστιανικού Σιωνισμού και άλλων μη εβραϊκών ρευμάτων σιωνισμού. Μπορούμε — και οφείλουμε — να καταπολεμήσουμε τον αντισημιτισμό χωρίς να μετατρέπουμε αυτόν τον αγώνα σε πρόσχημα αστυνόμευσης του πολιτικού λόγου. (Έχω αναπτύξει εκτενέστερα τα επιχειρήματα αυτά σε άρθρο μου στην εφημερίδα φοιτητών του MIT, The Tech, με τίτλο «Έκκληση για θάρρος απέναντι στην άνοδο του φασισμού, του αντισημιτισμού και του αντιπαλαιστινιακού ρατσισμού και της γενοκτονίας».)

Τι σημαίνουν όλα αυτά για φοιτητές, διοικητικό προσωπικό και μέλη ΔΕΠ;

Ας εξετάσουμε την περίπτωση του Prahlad Iyengar, υποψήφιου διδάκτορα, τον οποίο το Massachusetts Institute of Technology απέβαλε τον Οκτώβριο του 2025 έπειτα από φιλοϊσραηλινή εκστρατεία πίεσης που είχε ξεκινήσει έναν χρόνο νωρίτερα από τον πρόεδρο της MIT Israel Alliance και τον πρόεδρο του Grad Hillel. Στόχος τους ήταν το ακαδημαϊκό του δοκίμιο με τίτλο «On Pacifism», που δημοσιεύθηκε στο φοιτητικό έντυπο Written Revolution. Η εκστρατεία κλιμακώθηκε από διαδικτυακές καταγγελίες σε εσωτερικές πειθαρχικές διαδικασίες, οι οποίες κινήθηκαν από τον τότε αντιπρόεδρο του Hillel, ενεργώντας ως Κοσμήτορας Φοιτητικής Ζωής. Η ποινή που επιβλήθηκε στον Iyengar, τον Οκτώβριο του 2025, ήταν η αποβολή — η αυστηρότερη δυνατή κύρωση στο MIT — παρά τις επιστολές που ζητούσαν αυτοσυγκράτηση και τήρηση της δέουσας διαδικασίας από οργανισμούς όπως το FIRE, το παράρτημα της AAUP στο MIT, το MIT Council on Academic Freedom και η Middle East Studies Association.

Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με το επιχείρημα του Iyengar, η αποβολή για τη δημοσίευση ενός ακαδημαϊκού δοκιμίου ισοδυναμεί — κατά τον συγγραφέα — με παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας και αποτελεί παράδειγμα αυτού που η Palestine Legal έχει περιγράψει ως «εξαίρεση της Παλαιστίνης» στην ελευθερία της έκφρασης: δηλαδή, τη μεταχείριση της φιλοπαλαιστινιακής συνηγορίας ως εκτός των ορίων της ελεύθερης έκφρασης.

Η αποβολή του Iyengar αναδεικνύει, επίσης, ανησυχητικά θεσμικά δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στις υποθέσεις Stand With Us κατά MIT και Sussman κατά MIT, το MIT επικαλέστηκε την Πρώτη Τροπολογία προς υπεράσπισή του — και το έπραξε επιτυχώς στην πρώτη υπόθεση το 2025. Πιο πρόσφατα, στις 25 Ιανουαρίου 2026, στη «Δέκατη Πέμπτη Ένστασή» του στην υπόθεση Sussman κατά MIT, το MIT υποστήριξε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος «John Doe» αποκλείονται στον βαθμό που επιδιώκουν να υποχρεώσουν το MIT, μέσω ομοσπονδιακού ή πολιτειακού δικαίου, να απαγορεύσει ή να τιμωρήσει λόγο προστατευόμενο από την Πρώτη Τροπολογία. Ωστόσο, αυτός ακριβώς ο «προστατευόμενος λόγος» ήταν, κατά τον συγγραφέα, που το MIT δεν προστάτευσε όταν απέβαλε τον Iyengar στις 8 Οκτωβρίου 2025 για τη δημοσίευση του δοκιμίου του.

Επιπλέον, στην υπόθεση Sussman κατά MIT, ο «Καθηγητής Roe» (ψευδώνυμο), κατά του οποίου ο «John Doe» διατύπωσε κατηγορίες περί αντισημιτισμού, βρισκόταν σε θέση εξουσίας έναντι του Doe ως μεταδιδακτορικού συνεργάτη στο εργαστήριό του. Αντιθέτως, ο Iyengar, υποψήφιος διδάκτορας, αποβλήθηκε αφού ο πρόεδρος του Grad Hillel και ο πρόεδρος της MIT Israel Alliance τον κατηγόρησαν ως «εγχώριο τρομοκράτη» για την άσκηση των δικαιωμάτων του βάσει της Πρώτης Τροπολογίας.

Κατά τον συγγραφέα, το MIT, μέσα από αυτή τη νομική «ακροβασία», επιδιώκει αφενός να προστατεύσει τα δικαιώματα του Καθηγητή Roe βάσει της Πρώτης Τροπολογίας και αφετέρου να επιβάλει τη μέγιστη δυνατή κύρωση σε έναν φοιτητή με σαφώς μικρότερη θεσμική ισχύ για την άσκηση των ίδιων δικαιωμάτων. Ο συγγραφέας αναφέρει επίσης ότι υπέστη διακρίσεις όταν το MIT — κατά τον ισχυρισμό του — λογόκρινε τη διδασκαλία του σχετικά με την Παλαιστίνη, μείωσε τον μισθό του και τον απομάκρυνε από το Τμήμα Γλωσσολογίας, κατά παράβαση δικαιωμάτων που προστατεύονται από τη νομοθεσία της Μασαχουσέτης.

Η επιλεκτική εφαρμογή κανόνων, υποστηρίζει, μετατρέπει την «καταπολέμηση του αντισημιτισμού» σε πρόσχημα για την καταστολή λόγου σχετικού με την Παλαιστίνη.

Υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα στη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου του MIT που δημιουργεί ένταση με τη θέση του Δικαστή Richard G. Stearns περί διάκρισης μεταξύ αντι-ισραηλινού αισθήματος και αντισημιτισμού. Το MIT, σύμφωνα με το κείμενο, επέτρεψε στην ηγεσία του Hillel — μιας ρητά σιωνιστικής οργάνωσης — να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στις πειθαρχικές διαδικασίες εις βάρος φιλοπαλαιστινίων φοιτητών που διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα. Κατά τον συγγραφέα, μια τέτοια σύγκρουση συμφερόντων ενσωματώνει αντιπαλαιστινιακές διακρίσεις στον πυρήνα της πειθαρχικής δομής.

Η διαδικασία που οδήγησε στην αποβολή του Iyengar ξεκίνησε από τον Will Sussman, τότε πρόεδρο του Grad Hillel. Ο Sussman, σύμφωνα με το άρθρο, έχει επανειλημμένα εξισώσει την κριτική προς το Ισραήλ με αντισημιτισμό, τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στη δικαστική προσφυγή του κατά του συγγραφέα και του MIT.

Σε πρόσφατη ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του για τη Συνέλευση της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ο Sussman δεσμεύθηκε να πει «όχι» στον Zohran Mamdani και στον αντισημιτισμό. Άρθρο της εφημερίδας The Algemeiner, που καλύπτει θετικά την υποψηφιότητά του, χαρακτηρίζει «αντισημιτική» την αντίθεση του Mamdani στον ορισμό της IHRA και τη στήριξή του στο κίνημα Boycott Divestment Sanctions (BDS) υπέρ της παλαιστινιακής απελευθέρωσης. Ο ίδιος ο Sussman φέρεται να θεωρεί τον Mamdani «απειλή για την εβραϊκή κοινότητα». Παράλληλα, ο σύμμαχός του στο Κογκρέσο, Tim Walberg, καταδίκασε το BDS ως «αντισημιτικό» σε επιστολή του τον Δεκέμβριο του 2025 προς το MIT, διαμαρτυρόμενος για την αποχώρηση καθηγητή του MIT από συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ.

Τα δικαστήρια δεν μπορούν, από μόνα τους, να αναχαιτίσουν αυτή τη γενικευμένη εκστρατεία κατά των δικαιωμάτων μας βάσει της Πρώτης Τροπολογίας και κατά του κινήματος Boycott Divestment Sanctions (BDS), υπό το πρόσχημα της «καταπολέμησης του αντισημιτισμού», όπως συνέβη στην υπόθεση Sussman κατά MIT και στις επιστολές της Επιτροπής Παιδείας και Εργασίας της Βουλής των Αντιπροσώπων προς το Massachusetts Institute of Technology. Ωστόσο, η δικαστική σαφήνεια μπορεί να βοηθήσει τα πανεπιστήμια να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους. Η απόφαση του Δικαστή Richard G. Stearns — και το δεσμευτικό προηγούμενο του Πρώτου Ομοσπονδιακού Εφετείου στο οποίο παραπέμπει — υπογραμμίζει τρεις αρχές που τα ιδρύματα οφείλουν να θεωρούν αδιαπραγμάτευτες: οι καταγγελίες δεν είναι γεγονότα· η πολιτική κριτική προς το Ισραήλ δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, αντισημιτισμό· και τα δικαιώματα της Πρώτης Τροπολογίας υπερισχύουν αβάσιμων επικλήσεων του Τίτλου VI. Το MIT και άλλα ιδρύματα πρέπει να εφαρμόζουν αυτές τις αρχές με συνέπεια και με ουσιαστικές εγγυήσεις δέουσας διαδικασίας. Εν τω μεταξύ, ακόμη και ειδικοί εισηγητές του ΟΗΕ έχουν απευθυνθεί στον πρόεδρο του MIT προειδοποιώντας για παραβιάσεις της ελευθερίας λόγου των φοιτητών.

Οι πιέσεις της λεγόμενης «Εξαίρεσης της Παλαιστίνης» δεν περιορίζονται στον πανεπιστημιακό χώρο. Ήδη αναφέρθηκε η πολιτική συμμαχία του Will Sussman με τον βουλευτή Tim Walberg, πρόεδρο της Επιτροπής Παιδείας και Εργασίας της Βουλής (HCEW). Οι πολιτικοί αυτοί παράγοντες επιχείρησαν να ορίσουν τα «αντισημιτικά περιστατικά» τόσο ευρέως ώστε να συμπεριλάβουν σε αυτά την αντίθεση προς το Ισραήλ, τον Σιωνισμό και τους Σιωνιστές — μια προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με τη δικαστική επιμονή στη διάκριση μεταξύ «αντι-ισραηλινού αισθήματος» και «αντισημιτικού λόγου». Οι προαναφερθείσες επιστολές του Κογκρέσου προς το MIT, τον Μάρτιο του 2024 και τον Δεκέμβριο του 2025, καταδεικνύουν πώς αυτή η σύγχυση μπορεί να υιοθετηθεί και να ενισχυθεί από το ίδιο το κράτος, θέτοντας φοιτητές και εργαζομένους σε κίνδυνο μέσω της εξίσωσης της φιλοπαλαιστινιακής συνηγορίας με λόγο μίσους.

Όταν οι κατηγορίες περί αντισημιτισμού εργαλειοποιούνται, όλοι ζημιώνονται. Οι Εβραίοι φοιτητές δικαιούνται προστασία από πραγματικό αντισημιτισμό — όχι από διαδηλώσεις κατά της γενοκτονίας, ορισμένες από τις οποίες ηγούνται αντισιωνιστές Εβραίοι φοιτητές, όπως η ομάδα MIT Jews for Collective Liberation. Οι Παλαιστίνιοι φοιτητές και οι σύμμαχοί τους — συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος — που διαμαρτύρονται για τη γενοκτονία στη Γάζα, δικαιούνται προστασία από πραγματικό αντιπαλαιστινιακό ρατσισμό και διακρίσεις λόγω συσχέτισης, οι οποίες, κατά τον συγγραφέα, απειλούν καριέρες και την ευημερία των ίδιων και των οικογενειών τους. Οι μαύροι, καστανοί και ΛΟΑΤΚΙ+ φοιτητές, καθώς και άλλες φυλετικοποιημένες και μειονοτικές ομάδες, δικαιούνται προστασία από κάθε μορφή ρατσισμού.

Αυτές οι δεσμεύσεις είναι συμβατές με μια ισχυρή κουλτούρα ελευθερίας του λόγου — μάλιστα εξαρτώνται από αυτήν — διότι τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να διαγνώσουν ούτε να αποδομήσουν το μίσος εάν πρώτα φιμώσουν την έρευνα και τη διαφωνία. Το «μίσος», άλλωστε, δεν φέρει ετικέτα στο μανίκι του. Μόνο μέσω της διερεύνησης και της συζήτησης μπορούμε να εντοπίσουμε ποιος μισεί ποιον και με ποιον σκοπό. Αυτό ακριβώς αποτελεί αντικείμενο μαθημάτων που διδάσκω επί δεκαετίες στο MIT, όπως τα «Black Matters» και «Κρεολικές γλώσσες και ταυτότητες της Καραϊβικής», στο πλαίσιο της μελέτης του αντιμαύρου ρατσισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Καραϊβική.

Η απόφαση του Δικαστή Richard G. Stearns στην υπόθεση Sussman κατά MIT, επιβεβαιώνοντας μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ αντισιωνισμού και αντισημιτισμού, συνιστά ένα σημαντικό θετικό προηγούμενο: μια νομική ασπίδα στην οποία φοιτητές και μέλη ΔΕΠ σε κάθε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ μπορούν πλέον να στηριχθούν για να υπερασπιστούν τον νόμιμο πολιτικό λόγο έναντι αβάσιμων κατηγοριών περί αντισημιτισμού.

Ποια διδάγματα οφείλουν να αντλήσουν το MIT και τα λοιπά ακαδημαϊκά ιδρύματα;

Πρώτον, ακρίβεια. Όπως κατέδειξε το δικαστήριο, τα πανεπιστήμια οφείλουν να πάψουν να μετατρέπουν αμφισβητούμενη πολιτική κριτική σε ενοχή βάσει ταυτότητας μέσω ορισμών. Η αγωγή Sussman κατά MIT αποτελεί χαρακτηριστική μελέτη περίπτωσης αυτής της σύγχυσης στο οπλοστάσιο της λεγόμενης «lawfare». Κατά τον συγγραφέα, η στόχευση ήταν ο εκφοβισμός και η φίμωση. Η δικαστική του νίκη αποδεικνύει, όπως υποστηρίζει, ότι η αντίσταση είναι δυνατή — με πίστη στις αϊτινές παροιμίες «Twou manti pa fon» («Οι τρύπες όπου κρύβεται το ψέμα δεν είναι βαθιές» ή, κατά τα λόγια του Martin Luther King, «κανένα ψέμα δεν ζει για πάντα») και «Verite se kon lwil nan dlo» («Η αλήθεια είναι σαν το λάδι στο νερό» — πάντα αναδύεται).

Δεύτερον, διαδικασία. Οι πειθαρχικές αποφάσεις πρέπει να βασίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία και σε ηθικές αρχές, όχι σε διαδικτυακά πλήθη, μαύρες λίστες, πολιτικές πιέσεις ή συγκρούσεις συμφερόντων. Το Massachusetts Institute of Technology, κατά τον συγγραφέα, οφείλει να επανεξετάσει την προσέγγισή του στην επιτήρηση του λόγου των φοιτητών: να πάψει να αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως απειλή, να σταματήσει να καταστέλλει την αλήθεια και να εξαλείψει συγκρούσεις συμφερόντων που, εξ αρχής, θέτουν φιλοπαλαιστίνιους φοιτητές σε μειονεκτική θέση λόγω εξωθεσμικών παρεμβάσεων.

Τρίτον, λογοδοσία. Το MIT διαθέτει ήδη εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου — τα λεγόμενα «red lights» και τη διαδικασία αξιολόγησης «elevated risk» — που παρέχουν αυστηρή καθοδήγηση ως προς το ποιες οντότητες μπορούν να χρηματοδοτούν ή να συνεργάζονται με το ίδρυμα και τα μέλη ΔΕΠ. Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν σχεδιαστεί για την πρόληψη κινδύνων φήμης και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, κατά τον συγγραφέα, θα έπρεπε να εφαρμοστούν ώστε να διακοπεί άμεσα κάθε συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ — συνεργασία την οποία διαμαρτυρήθηκαν ο Prahlad Iyengar και άλλα μέλη της MIT Coalition for Palestine. Το πλαίσιο «red lights» και «elevated risk» θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, ως προληπτικό μέτρο μετά τις αποκαλύψεις για τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Jeffrey Epstein. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι θα πρέπει πλέον να εφαρμοστεί και στο πλαίσιο των εξελίξεων στη Γάζα, υπογραμμίζοντας ότι και οι ζωές των Παλαιστινίων έχουν ίση αξία.

Ο συγγραφέας εκφράζει την ελπίδα ότι η συγκεκριμένη απόφαση — σε συνδυασμό με το προηγούμενο του Πρώτου Ομοσπονδιακού Εφετείου — θα βοηθήσει το MIT και τα υπόλοιπα ιδρύματα να επανέλθουν σε αρχές συνεπείς με την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία του λόγου. Τα πανεπιστήμια, τονίζει, οφείλουν να αντιμάχονται τον αντισημιτισμό και κάθε μορφή μίσους χωρίς να μετατρέπουν αυτή την αντίσταση σε πρόσχημα φίμωσης διαμαρτυριών κατά της γενοκτονίας — της ακραίας μορφής μίσους. Τα πανεπιστήμια πρέπει να αποτελούν χώρους όπου οι δύσκολες αλήθειες για τις παγκόσμιες προκλήσεις συζητούνται και εκφράζονται, όχι όπου καταπνίγονται μέσω δικαστικών διαδικασιών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο Michel DeGraff είναι γλωσσολόγος, εκπαιδευτικός και υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με ερευνητικό έργο που εστιάζει στη γλωσσολογία της απελευθέρωσης. Μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του MIT από το 1996, υπηρετεί σήμερα ως Faculty-at-Large στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, μετά την απομάκρυνσή του από το Τμήμα Γλωσσολογίας το 2024 — ενέργεια που έχει αμφισβητήσει ως αντίποινα για την υπεράσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Είναι συνιδρυτής και συνδιευθυντής της MIT–Haiti Initiative, η οποία αναπτύσσει ανοικτούς εκπαιδευτικούς πόρους στην αϊτινή κρεολική και προωθεί ισότιμες παιδαγωγικές πρακτικές στην Αϊτή και πέραν αυτής. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Akademi Kreyòl Ayisyen και εξελέγη Fellow της Linguistic Society of America το 2022. Το έργο και ο ακτιβισμός του εξετάζουν πώς οι γλωσσικές ιεραρχίες διασταυρώνονται με τη φυλή και την εξουσία και πώς η γλώσσα μπορεί να αξιοποιηθεί για αποαποικιοποίηση και απελευθέρωση.

counterpunch.org


Ρωσία στον Ύπατο Βορρά

0

RAND

Ρωσική Στρατηγική και Κίνδυνοι Κλιμάκωσης στον Ύπατο Βορρά μετά τον Πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας

Michelle Grisé, Yuliya Shokh, Stephanie Pezard, Alexandra T. Evans, Joe Haberman, Miriam Pasternak Jørgensen, Mark Cozad
Έρευνα — Δημοσιεύθηκε 17 Φεβρουαρίου 2026

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο Ύπατος Βορράς (High North) έχει διαδραματίσει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στη ρωσική στρατηγική σκέψη. Η περιοχή φιλοξενεί ένα ευρύ φάσμα ρωσικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένου σημαντικού μέρους του πυρηνικού οπλοστασίου της χώρας· παρέχει πλούσια βάση φυσικών πόρων για τη ρωσική οικονομία· και προσφέρει πρόσβαση σε θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και διαμετακόμισης στρατηγικής σημασίας, τις οποίες η Ρωσία εκτιμά ότι θα καταστούν ολοένα και πιο ανταγωνιστικές λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα, η ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο NATO — στις 4 Απριλίου 2023 και στις 7 Μαρτίου 2024, αντίστοιχα — υπερδιπλασίασε τα χερσαία σύνορα της Ρωσίας με τη Συμμαχία. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε σε μεταβολές στις ρωσικές αντιλήψεις περί κινδύνου κλιμάκωσης και στρατιωτικής αντιπαράθεσης στον Ύπατο Βορρά, οδηγώντας σε προσαρμογές των διακηρυγμένων στρατηγικών στόχων και της στρατιωτικής διάταξης της Ρωσίας στην περιοχή.

Υπό το πρίσμα αυτών των αλλαγών στο περιβάλλον ασφάλειας, ερευνητές της RAND Corporation εξέτασαν τις ρωσικές αντιλήψεις για τον Ύπατο Βορρά και αξιολόγησαν τον κίνδυνο κλιμάκωσης στην περιοχή τα επόμενα χρόνια. Προσδιόρισαν ποικίλα σενάρια κλιμάκωσης που αφορούν ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης στον Ύπατο Βορρά και διοργάνωσαν διαδικτυακά εργαστήρια με ειδικούς στη ρωσική εξωτερική πολιτική και στα ζητήματα της Αρκτικής, προκειμένου να αναλύσουν τα σενάρια αυτά και να εντοπίσουν παράγοντες που θα μπορούσαν να κλιμακώσουν ή να αποκλιμακώσουν την κατάσταση.

Βασικά Ευρήματα

  • Οι συνολικοί στόχοι της Ρωσίας στον Ύπατο Βορρά περιλαμβάνουν την προάσπιση της εθνικής της ασφάλειας και της εδαφικής της ακεραιότητας, τη διατήρηση του καθεστώτος της ως μεγάλης δύναμης και την προστασία του οικονομικού δυναμικού της περιοχής.
  • Η πρόσφατη διεύρυνση του NATO έχει ενισχύσει τις ρωσικές αντιλήψεις περί απειλής στον Ύπατο Βορρά. Ωστόσο, ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας εμπόδισε τη Ρωσία να υλοποιήσει πλήρως τους στόχους της ως προς τη στρατιωτική της διάταξη στην περιοχή. Η απόφαση της Μόσχας να μετακινήσει συμβατικές δυνάμεις από τον Ύπατο Βορρά προς την Ουκρανία υποδηλώνει ότι θεωρεί τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία ως υψηλότερη στρατιωτική προτεραιότητα σε σύγκριση με ένα ενδεχόμενο μέτωπο στον Βορρά.
  • Η Ρωσία ενδέχεται να μην επιθυμεί στρατιωτική κλιμάκωση μιας κρίσης που περιορίζεται αποκλειστικά στον Ύπατο Βορρά, ελλείψει ενδείξεων για ευρύτερη μεταβολή της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος.
  • Παρά την ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο NATO, ο Ύπατος Βορράς παραμένει περιοχή σχετικής σταθερότητας. Εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια περιορισμένης συνεργασίας μεταξύ της Ρωσίας και των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών.
  • Το οικονομικό δυναμικό του Ύπατου Βορρά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της ρωσικής μετάβασης σε οικονομία ειρηνικής περιόδου μετά το πέρας του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας. Η περιοχή θα αποτελέσει σημαντικό δείκτη αξιολόγησης των ρωσικών προτεραιοτήτων τα επόμενα χρόνια. Ο βαθμός στον οποίο η Ρωσία προχωρήσει σε νέες επενδύσεις στον Ύπατο Βορρά ενδέχεται να καταδείξει κατά πόσο θεωρεί τη λήξη των εχθροπραξιών στην Ουκρανία ως οριστική.

[pdf-embedder url=”http://www.anixneuseis.gr/wp-content/uploads/2026/02/RAND_RRA3446-1.pdf”]

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ – «ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ»!

0

Το ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση

“Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΔΕΝ ΕΚΠΟΙΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΕΙΤΑΙ!

Με αφορμή τη δημοσίευση και προσπάθεια πώλησης στο διαδίκτυο σπάνιων φωτογραφικών ντοκουμέντων από τον τουφεκισμό των διακοσίων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, που δικαιολογημένα έχει συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία, θεωρούμε υποχρέωσή μας να καταθέσουμε τα εξής:

Για πρώτη φορά βλέπουμε μερικά από τα πρόσωπα των διακοσίων κομμουνιστών της Καισαριανής, των μαρτύρων και ηρώων μας, που με αξιοπρέπεια και αποφασιστικότητα, ευθυτενείς και αλύγιστοι, προχωρούν προς το εκτελεστικό απόσπασμα. Πρόκειται, όπως όλα δείχνουν, για ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της Εθνικής Αντίστασης, που δικαίως συγκινεί και κάνει υπερήφανους όλους τους Έλληνες. Όλους, «πλην Λακεδαιμονίων», αν κρίνουμε από τον βανδαλισμό του Μνημείου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, το βράδυ της Κυριακής, μόλις η υπόθεση πήρε πανελλήνιες διDIMOαστάσεις.

Χαιρόμαστε που η Ελληνική Δημοκρατία κινήθηκε άμεσα για να θέσει υπό την κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου τις εμβληματικές αυτές φωτογραφίες κι ελπίζουμε στο αίσιο πέρας της προσπάθειας για την απόκτησή τους. Ωστόσο δεν μπορεί να γίνει ανεκτό η ιστορική μας μνήμη και η πολιτισμική μας κληρονομιά να αποτελούν αντικείμενο αθέμιτης και παράνομης συναλλαγής. Δεν επιτρέπεται να βγαίνουν σε πλειστηριασμό πολύτιμες φωτογραφίες και ιστορικά έγγραφα της περιόδου της Κατοχής αλλά και αρχαιολογικοί  και άλλοι πολιτισμικοί θησαυροί που άρπαξαν οι κατακτητές από την πατρίδα μας. Η Ελληνική Δημοκρατία έχει χρέος να εγγυηθεί την οργανωμένη προστασία, τη διάσωση και την ανάδειξη των ιστορικών αυτών τεκμηρίων και των πολιτισμικών μας θησαυρών κλείνοντας το δρόμο στους αναθεωρητές της Ιστορίας αλλά και στους εμπόρους της ιστορικής μνήμης.

Επιπροσθέτως, δεν επιτρέπεται η παραμικρή ανοχή απέναντι στη δόλια προσπάθεια της γερμανικής κυβέρνησης που, με πολιορκητικό κριό τα περιβόητα γερμανικά ταμεία, ιδρύματα και εκπαιδευτικά προγράμματα, επιχειρεί να θέσει υπό τον έλεγχό της την ιστορική μνήμη της Κατοχής και της Αντίστασης και να «ξεπλύνει» την ενοχή της για τα τερατώδη εγκλήματα που διέπραξε το Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα. Πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της επαίσχυντης τακτικής της Ο.Δ.Γ. είναι η πραγματοποίηση, χθες, ημερίδας στον δήμο Παύλου Μελά, όπου λειτούργησε ένα από τα πιο φρικτά ναζιστικά κολαστήρια σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, με χρηματοδότηση «από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών από πόρους του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον – με τη στήριξη του Γενικού Προξενείου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη» σύμφωνα με την επίσημη πρόσκληση. Μία προσπάθεια γερμανικής διείσδυσης σε έναν από τους πιο εμβληματικούς τόπους μαρτυρίου, Αντίστασης και θυσίας ανάλογη της απόπειράς της, πριν μερικά χρόνια, να διεισδύσει μέσω χρηματοδότησης στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Μία απόπειρα που έπεσε στο κενό χάρη στη γενικευμένη αντίσταση του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, δημοτικών παρατάξεων της Καισαριανής, Αντιστασιακών Οργανώσεων και άλλων φορέων, αλλά κυρίως του λαού της Μαρτυρικής Πόλης που καταψήφισε τον ανιστόρητο δήμαρχο!

Η δημιουργία ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα, όπου θα συγκεντρωθεί και θα οργανωθεί με επιστημονικό τρόπο η παρουσίαση των ντοκουμέντων της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, που θα είναι πλήρως προσβάσιμα για όλους, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των Μουσείων Εθνικής Αντίστασης και Ολοκαυτωμάτων που υπάρχουν σε μαρτυρικούς τόπους της πατρίδας μας, θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα για την αποτελεσματική προστασία και ανάδειξη της ιστορικής μνήμης. Σημειώνουμε, επιπλέον, ότι η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και της μεγαλειώδους Εθνικής μας Αντίστασης πρέπει να λάβει τη θέση που της ανήκει στη διδακτέα ύλη των σχολείων της πατρίδας μας. Μόνο έτσι θα διαμορφωθούν ελεύθεροι και δημοκρατικοί πολίτες με συνείδηση της ιστορίας και της ταυτότητας του τόπου τους.

Τονίζουμε, για μία ακόμη φορά, ότι η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για την Ελληνική Δημοκρατία. Δεν λείπουν τα τεκμήρια και οι καταγραφές για τη διεκδίκηση, αντίθετα διαθέτουμε πλήθος ισχυρών  ιστορικών, επιστημονικών, νομικών και πολιτικών εργαλείων στη διάθεσή μας. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση!

Καλούμε την κυβέρνηση με τη στήριξη των πολιτικών κομμάτων να προχωρήσει, επιτέλους, στην υλοποίηση της σχεδόν ομόφωνης απόφασης της Βουλής των Ελλήνων της 17ης Απριλίου 2019. Πρόκειται για μία επιβεβλημένη και εξαιρετικά επίκαιρη πράξη απόδοσης δικαιοσύνης, προάσπισης της δημοκρατίας και πραγματικής συμφιλίωσης των λαών. Η σθεναρή και μεθοδική διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών είναι, εξάλλου, η πιο αποστομωτική απάντηση απέναντι στους επιλήσμονες και τους αναθεωρητές της ιστορικής αλήθειας!

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ!

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

https://esdoge.gr/”

Η Ταϊβάν στον 21ο αιώνα

0
Στις 16 Φεβρουαρίου 2026 το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ) διοργάνωσε επιστημονική ημερίδα με θέμα “Η Ταϊβάν στον 21ο αιώνα: Από την ιστορική εκκρεμότητα στην γεωοικονομική και γεωπολιτική πρόκληση”.
 
Η ιστορία της Ταϊβάν μέσα από τους αιώνες έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η πορεία της ως αυτόνομης οντότητας κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου παρουσιάστηκαν από τον κ. Κωνσταντίνο Τσιμώνη, Επίκουρο Καθηγητής Κινεζικής Πολιτικής και Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο του Προγράμματος Κινεζικών Σπουδών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
 
Την σκυτάλη παρέλαβε ο κ. Φλώρος Φλούρος, Επικεφαλής του Προγράμματος “Πολιτική Οικονομία της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας” στο ΙΔΟΣ και Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις στην Πάφο της Κύπρου. Ο κ. Φλούρος ανέλυσε το οικονομικό προφίλ της Ταϊβάν και την παγκόσμια τεχνολογικη πρωτοπορία της, ιδιαίτερα στον τομέα των ημιαγωγών τελευταίας γενιάς. 
 
Ο κ. Πλάμεν Τόντσεφ, Επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών στο ΙΔΟΣ, παρουσίασε τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ταϊβάν, ως συνάρτηση των κοινωνικών διεργασιών και του δημοκρατικού πολιτεύματος της αυτοδιοικούμενης νήσου. Στην συνέχεια, στάθηκε στις γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ταϊβάν και ιδιαίτερα στην δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. 
Το πάνελ και την συζήτηση που ακολούθησε συντόνισε ο καθ. Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, Διευθυντής του ΙΔΟΣ.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε την συζήτηση εδώ:

Με το κεφάλι στην άμμο: Το χάσμα ανάμεσα στη μεγαλοπρεπή ρητορική της Τουρκίας και την απουσία της από το Μόναχο

1

Yavuz Baydar
17 Φεβρουαρίου

Δεν πέρασε απαρατήρητο: η Τουρκία ήταν αόρατη στη Munich Security Conference. Συνιστά η απουσία της την αποκρυστάλλωση ενός μοτίβου απομονωτισμού και μοιρολατρίας, μεταμφιεσμένου σε «στρατηγική αυτονομία»;

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου συγκλήθηκε και φέτος τον Φεβρουάριο, όπως συμβαίνει επί έξι δεκαετίες — μια σύναξη προέδρων, πρωθυπουργών και υπουργών Εξωτερικών που συζητούν τα κρισιμότερα ζητήματα της παγκόσμιας τάξης. Το μέλλον της Ουκρανίας, οι σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, οι αναδιατάξεις στη Μέση Ανατολή, η διατλαντική συνοχή, η αναδυόμενη πολυπολική αρχιτεκτονική — όλα βρέθηκαν στην ατζέντα.

Ωστόσο, μέσα στο πυκνό πρόγραμμα και τις διμερείς επαφές υψηλού επιπέδου, μια ηχηρή απουσία ξεχώρισε. Η Τουρκία, μέλος του NATO από το 1952, μια χώρα με στρατηγική γεωγραφική θέση στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, δεν εκπροσωπήθηκε ούτε από τον πρόεδρό της ούτε από τον υπουργό Εξωτερικών της.

Η χώρα που κάποτε προέβαλλε τον εαυτό της ως αναντικατάστατη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης εκπροσωπήθηκε μόνο από τον υπουργό Οικονομίας, Mehmet Şimşek.

Ακόμη και αυτή η συμβολική παρουσία αποδείχθηκε βραχύβια. Ο Σιμσέκ επρόκειτο να συμμετάσχει σε πάνελ για το μέλλον της Συρίας — μιας σύγκρουσης στην οποία η Τουρκία έχει εμπλακεί βαθιά για περισσότερο από μια δεκαετία, φιλοξενώντας εκατομμύρια πρόσφυγες και διατηρώντας στρατιωτικές επιχειρήσεις πέραν των συνόρων της. Λίγο πριν από τη συνεδρία, αποσύρθηκε.

Ο λόγος; Η πρόσκληση δύο Σύρων Κούρδων ηγετών, του Mazloum Abdi και της Ilham Ahmed, στη Διάσκεψη. Αντί να εμπλακεί σε ουσιαστική συζήτηση για την ανοικοδόμηση της Συρίας, την επιστροφή των προσφύγων ή την περιφερειακή ασφάλεια, η Τουρκία επέλεξε την αορατότητα αντί του διαλόγου.

Πώς η στρατηγική τύφλωση μεταμφιέζεται σε «λαμπρή απομόνωση»

Το επεισόδιο αυτό συμπυκνώνει ένα ευρύτερο μοτίβο: την ώρα που ο κόσμος συγκαλεί συνόδους κορυφής για να συζητήσει τα περιγράμματα μιας νέας παγκόσμιας τάξης — από την Ουάσιγκτον έως τις Βρυξέλλες, από το Πεκίνο έως τη Μπραζίλια — η Τουρκία έχει καταστεί φάντασμα στο συμπόσιο της μεγάλης ισχύος. Δεν συμμετέχει ουσιαστικά στις συζητήσεις για μείζονα ζητήματα, όπως η γεωπολιτική, το περιβάλλον και το εμπόριο.

Αυτή η αυτο-αποξένωση είναι αξιοσημείωτη και έχει συνέπειες. Όπως λέγεται κυνικά στους διπλωματικούς κύκλους: επέλεξε να μην βρίσκεται στο τραπέζι, αλλά στο μενού.

Η ηγεσία και η ρητορική της «πολύτιμης μοναξιάς»

Η ηγεσία της μιλά με μεγαλοστομία για τη μετατροπή της χώρας σε «παγκόσμια δύναμη», για την «πολύτιμη μοναξιά» («değerli yalnızlık»), σαν η απομόνωση να αποτελεί παράσημο τιμής και όχι σύμπτωμα διπλωματικής αποτυχίας.

Όμως αυτή η ρητορική αλαζονεία αποκρύπτει μια βαθύτερη παθογένεια: στρατηγική τύφλωση σε συνδυασμό με μια ασταθή εξωτερική πολιτική, που έχει καταστήσει την Τουρκία απρόβλεπτη — άρα και αναξιόπιστη — ακριβώς τη στιγμή που το διεθνές σύστημα αναδιαμορφώνεται.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Τουρκία συναντά την ιστορική αποτυχία. Διαφαίνεται ως το τρίτο καταστροφικό σφάλμα μεγα-στρατηγικών διαστάσεων μέσα σε τρεις δεκαετίες — κάθε φορά συσσωρεύοντας τις συνέπειες της προηγούμενης, περιορίζοντας ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια ελιγμών της χώρας και μετατρέποντας ό,τι θα έπρεπε να είναι γεωπολιτικά πλεονεκτήματα σε βάρη.

Το Πρώτο Σφάλμα: Η άρνηση της δημοκρατικής μετάβασης στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 δεν σήμανε απλώς το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού, αλλά μια ριζική αναδιάταξη της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Δυτικοί σύμμαχοι σε ολόκληρη την ήπειρο αξιοποίησαν τη συγκυρία για να μετασχηματιστούν. Η Ιταλία διέλυσε τα δίκτυα Gladio. Η Ελλάδα επιτάχυνε την ευρωπαϊκή της πορεία εντός της European Union. Η Ισπανία και η Πορτογαλία είχαν ήδη εδραιώσει ζωντανές δημοκρατίες. Ακόμη πιο εντυπωσιακά, πρώην χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας — η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Βουλγαρία και τα κράτη της Βαλτικής — υιοθέτησαν δημοκρατική διακυβέρνηση και εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η Τουρκία, ωστόσο, επέλεξε διαφορετική πορεία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ οι σύμμαχοί της στο NATO αποδόμησαν τις δομές του «βαθέος κράτους», το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας διατήρησε σφιχτά τον επιτηρητικό του ρόλο. Αντιστάθηκε έντονα στις παραινέσεις των συμμάχων για δημοκρατικό μετασχηματισμό.

Αντί να αξιοποιήσει τη μεταψυχροπολεμική συγκυρία για εκδημοκρατισμό και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις εμπόδισαν εκλεγμένες κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε ουσιαστικές δημοκρατικές αλλαγές και να αντιμετωπίσουν το κουρδικό ζήτημα, ώστε να περιοριστεί η βία. Ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες, φοβούμενοι αντίποινα, συμμορφώθηκαν.

Το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» της 28ης Φεβρουαρίου 1997 συμπύκνωσε αυτό το αντιδραστικό ένστικτο: με άρματα μάχης, μνημόνια του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και δικαστικές διώξεις, ανατράπηκε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση χωρίς τυπική κατάληψη της εξουσίας.

Ενώ τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αναθεωρούσαν συντάγματα, καθιέρωναν πολιτικό έλεγχο επί των ενόπλων δυνάμεων και προετοιμάζονταν για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Τούρκοι στρατηγοί διατηρούσαν τα προνόμια του Ψυχρού Πολέμου.

Η χώρα που θα μπορούσε να ηγηθεί του εκδημοκρατισμού στην Ευρασία κατέληξε ουραγός της δημοκρατίας, προσκολλημένη σε ένα παρωχημένο δόγμα εθνικής ασφάλειας — σε μεγάλο βαθμό λόγω της δεκαετίες διαρκούς καταστολής των κουρδικών αιτημάτων αναγνώρισης — το οποίο ταύτιζε τον πολιτικό πλουραλισμό με υπαρξιακή απειλή. Αυτή η «τετράστερη ακαμψία» υπήρξε ο βασικός παράγοντας που άνοιξε τον δρόμο για την εκλογική επικράτηση του AKP και των ισλαμιστών.

Το Δεύτερο Σφάλμα: Το ευρωπαϊκό όνειρο που σπαταλήθηκε

Αν η δεκαετία του 1990 υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία, η δεκαετία του 2000 ξεκίνησε με υποσχέσεις. Η υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην Eυρωπαϊκή ΈΕνωση, που επισημοποιήθηκε το 1999, και η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το 2005, έμοιαζαν να προσφέρουν έναν οδικό χάρτη υπέρβασης του δημοκρατικού ελλείμματος. Η πρώτη περίοδος διακυβέρνησης του AKP υπό τον Recep Tayyip Erdoğan φάνηκε αρχικά να υιοθετεί τη μεταρρυθμιστική ατζέντα — συνταγματικές τροποποιήσεις, πολιτικός έλεγχος επί των ενόπλων δυνάμεων, μεταρρυθμίσεις για τα πολιτιστικά δικαιώματα.

Ύστερα ήρθε η αναστροφή. Επικαλούμενος την παρελκυστική στάση της Γαλλίας του Σαρκοζί και τις επιφυλάξεις της Γερμανίας της Μέρκελ ως προς την τουρκική ένταξη, ο Ερντογάν επέλεξε μια απότομη απόκλιση πορείας: αναιρώντας βασικές μεταρρυθμίσεις, τροποποιώντας τον Νόμο περί Δημοσίων Συμβάσεων και επιτιθέμενος στην ελευθερία της έκφρασης και των μέσων ενημέρωσης, ενώ παράλληλα περιθωριοποιούσε τη μεταρρυθμιστική πτέρυγα στο εσωτερικό του κόμματός του.

Οι διαδηλώσεις στο Πάρκο Γκεζί το 2013 αποτέλεσαν σημείο καμπής. Αυτό που ξεκίνησε ως περιβαλλοντική κινητοποίηση και εξελίχθηκε σε ευρύτερη πολιτισμική εξέγερση μετατράπηκε σε δημοψήφισμα για το ολοένα και πιο αυταρχικό ύφος διακυβέρνησης του Ερντογάν. Η αντίδρασή του — βίαιη καταστολή, θεωρίες συνωμοσίας περί ξένων δυνάμεων, συνολική απόρριψη θεμιτών αιτημάτων — αποκάλυψε το κενό της δημοκρατικής του ρητορικής.

Η τελευταία δεκαετία σημαδεύτηκε από τη μετατροπή της Τουρκίας σε αυταρχικό καθεστώς: εκκαθαρίσεις μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, φυλακίσεις δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών, εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, συνταγματικές αλλαγές που συγκέντρωσαν την εξουσία σε ένα προεδρικό σύστημα χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα και ελέγχους.

Η κατάρρευση της ευρωπαϊκής προοπτικής

Η ενταξιακή διαδικασία στην European Union, που κάποτε αποτελούσε την άγκυρα της Τουρκίας στις δημοκρατικές νόρμες, βρίσκεται σήμερα σε ερείπια — όχι λόγω ευρωπαϊκής αδιαλλαξίας, αλλά εξαιτίας συνειδητών επιλογών της Άγκυρας.

Η Τουρκία εγκατέλειψε μονομερώς τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης, τα ίδια τα ορόσημα που είχε δεσμευθεί να εκπληρώσει. Η χώρα που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε δημοκρατική γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής δεν έγινε τελικά ούτε το ένα ούτε το άλλο — υπερβολικά αυταρχική για την Ευρώπη, υπερβολικά ασταθής για αποτελεσματική περιφερειακή ηγεσία.

Σήμερα κατατάσσεται στην κορυφή των ευρωπαϊκών κρατών με τον υψηλότερο αριθμό πολιτικών κρατουμένων — τουλάχιστον 40.000, σύμφωνα με τον βουλευτή του φιλοκουρδικού κόμματος DEM, Ömer Faruk Gergerlioğlu, και οργανώσεις παρακολούθησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Τρίτο Σφάλμα: Η περιθωριοποίηση στη διαμόρφωση της νέας τάξης

Και έτσι επιστρέφουμε στο Μόναχο και στη συγκυρία του παρόντος. Καθώς οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν τη στρατηγική τους μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς διαμορφώνονται νέες συμμαχίες γύρω από την τεχνολογία, το κλίμα και την οικονομική ασφάλεια, η Τουρκία βρίσκεται εκτός της αίθουσας όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Το επεισόδιο του Μονάχου αποτελεί απλώς το πιο πρόσφατο σύμπτωμα μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει διολισθήσει σε τακτικό οπορτουνισμό χωρίς στρατηγική συνοχή: αγορά ρωσικών πυραύλων S-400 ενώ παραμένει μέλος του NATO, παρεμβάσεις στη Λιβύη και τη Συρία χωρίς σαφείς τελικούς στόχους, εναλλαγή μεταξύ προκλήσεων και προσπαθειών επαναπροσέγγισης με γειτονικές χώρες, επιδίωξη συναλλακτικών σχέσεων χωρίς εμπιστοσύνη και προβλεψιμότητα.

Το γεγονός και μόνο ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με Σύρους Κούρδους εκπροσώπους λέει πολλά. Ήταν μια ευκαιρία να επιδείξει διπλωματική ωριμότητα, να εμπλακεί ουσιαστικά με δρώντες που ελέγχουν εδάφη όμορα με τα σύνορά της, να συμβάλει στη διαμόρφωση της συζήτησης για το μέλλον της Συρίας.

Αντί γι’ αυτό, η Άγκυρα επέλεξε την υπαναχώρηση — να απουσιάσει από κρίσιμες συζητήσεις εξαιτίας του ποιοι άλλοι ενδέχεται να βρίσκονταν στην αίθουσα. Αυτή δεν είναι η συμπεριφορά μιας περιφερειακής δύναμης με αυτοπεποίθηση. Είναι η στάση ενός κράτους παγιδευμένου στις ίδιες του τις ιδεολογικές ακαμψίες και στις εμμονές του περί ασφάλειας.

Η ρητορική της «πολύτιμης μοναξιάς» επιχειρεί να επαναπλαισιώσει τη διπλωματική απομόνωση ως αρχών ανεξαρτησία. Όμως δεν υπάρχει τίποτα πολύτιμο στην περιθωριοποίηση. Περισσότερο θυμίζει μια στάση «βλέποντας και κάνοντας» — μια ιδιότυπη μορφή διπλωματικής μοιρολατρίας.

Η τουρκική οικονομία ισορροπεί στα όρια της κρίσης. Η δημοκρατική της οπισθοδρόμηση την αποκλείει από τα δυτικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Η αξιοπιστία της ως συμμάχου αμφισβητείται στην Ουάσιγκτον, στις Βρυξέλλες και στις περιφερειακές πρωτεύουσες. Και τώρα, τη στιγμή που σχεδιάζεται η αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος του 21ου αιώνα, η Τουρκία επιλέγει τη θέση της στο τραπέζι των διαβουλεύσεων βασιζόμενη αποκλειστικά στις «καλές προσωπικές σχέσεις» μεταξύ του Recep Tayyip Erdoğan και του Donald Trump.

Τρεις δεκαετίες, τρεις ιστορικές αποτυχίες — καθεμία θεμελιωμένη πάνω στην προηγούμενη. Μια χώρα που ξεκίνησε τη μεταψυχροπολεμική εποχή με τεράστιες δυνατότητες — νεανικό πληθυσμό, στρατηγική γεωγραφική θέση, συμμετοχή στο NATO, υποψηφιότητα ένταξης στην European Union, πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς που εκτείνονται σε τρεις ηπείρους — έχει συστηματικά σπαταλήσει τα πλεονεκτήματά της μέσω στρατηγικής μυωπίας και αυταρχισμού, παραμένοντας προσκολλημένη σε μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα πατριαρχισμού.

Το ερώτημα που πλέον στοιχειώνει το μέλλον της Τουρκίας παραμένει το ίδιο τολμηρό όπως και πριν: Θα αποτινάξει αυτό το έθνος τα δεσμά που επέβαλε στον εαυτό του; Μπορεί να ξαναβρεί το θάρρος να εκδημοκρατιστεί, τη σοφία να ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική αρχών αντί για συναλλακτική, την ταπεινότητα να αναγνωρίσει ότι η «πολύτιμη μοναξιά» δεν είναι παρά απομόνωση με άλλο όνομα;

Ή μήπως οι ιστορικοί θα καταγράψουν τις αρχές του 21ου αιώνα ως την περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επέλεξε την περιθωριοποίηση, ανταλλάσσοντας την υπόσχεση δημοκρατικής ηγεσίας με τη μοναδική ψευδαίσθηση αυταρχικής ισχύος — περιβαλλόμενη από συνθήματα περί ενός «μεγάλου, χρυσού παρελθόντος»;

Όπως όμως κατέστησε σαφές ο πρωθυπουργός του Καναδά, Mark Carney: «Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική».

Ο Yavuz Baydar είναι διακεκριμένος τούρκος δημοιογράφος ο οποίος γράφει για το ιστολόγιό του: Το Palomar διατίθεται δωρεάν· ωστόσο, για να στηρίξετε την προσπάθειά μου υπέρ της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, θα εκτιμούσα αν εξετάζατε το ενδεχόμενο συνδρομής επί πληρωμή. Αυτό διασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την προσβασιμότητα του Palomar για όλους.

Συγκρατημένη αισιοδοξία για συμφωνία ΗΠΑ- Ιράν

0

Έναρξη των συνομιλιών με απειλές: Την ώρα που οι αντιπροσωπείες Ιράν και ΗΠΑ βρίσκονταν στην Γενεύη και οι έμμεσες διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει, ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ απείλησε τον Ντόναλντ Τραμπ ότι θα βυθίσει το αεροπλανοφόρο που αυτός στέλνει στην περιοχή (πιθανότατα αναφερόταν στο USS Abraham Lincoln), υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι «οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, που άλλοτε είναι απειλητικές, άλλοτε υπαγορεύουν τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει, αποκαλύπτουν μια επιθυμία να κυριαρχήσει στο ιρανικό έθνος».

Κινήσεις στο πεδίο και αύξηση πίεσης: Παράλληλα με τις απειλές, η Τεχεράνη προχώρησε και σε μια ακόμη κίνηση που έχει σαν στόχο να αποδείξει την ετοιμότητα της απέναντι σε μια επίθεση από τις ΗΠΑ -οι οποίες συνεχίζουν να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην Μέση Ανατολή- με τις ιρανικές Αρχές να ανακοινώνουν το μερικό κλείσιμο των στενών του Ορμούζ εξαιτίας άσκησης του πολεμικού ναυτικού των Φρουρών της Επανάστασης που διεξάγει στην περιοχή.

Τι έγινε στις συνομιλίες στη Γενεύη; Την ίδια ώρα που αυτά ανακοινώνονταν, στην Γενεύη οι διαπραγματευτικές ομάδες συνέχιζαν τις συνομιλίες. Από τα όσα δήλωσε ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί μετά το πέρας της διαδικασίας, υπήρξε πρόοδος στις διαπραγματεύσεις και ότι υπάρχει πλέον παράθυρο ευκαιρίας για μια συμφωνία, αλλά ότι για αυτό θα απαιτηθεί χρόνος. Αργότερα αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι Ιρανοί ζήτησαν μια διορία δύο εβδομάδων για να επιστρέψουν με συγκεκριμένες προτάσεις στις συνομιλίες σχετικά με τα θέματα που ακόμα τους χωρίζουν.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Νομικά εμπόδια στην επιστροφή των φωτογραφιών της Καισαριανής

0

Το Crain’s Militaria: Η πλατφόρμα συλλεκτικών στρατιωτικών αντικειμένων του Βέλγου Tim de Craene βρέθηκε στο επίκεντρο, μετά την ανάρτηση προς πώληση σπάνιων φωτογραφιών που φέρονται να απεικονίζουν την εκτέλεση των 200 ελλήνων κομμουνιστών στην Καισαριανή (1944). Η αυθεντικότητα και η νόμιμη προέλευσή τους εξετάζονται, ενώ το ελληνικό κράτος διερευνά τη δυνατότητα χαρακτηρισμού τους ως ιστορικού υλικού και την ενδεχόμενη απόκτησή τους.

Η δύσκολη διεκδίκηση των φωτογραφιών: 82 χρόνια μετά, το ελληνικό κράτος εξετάζει την αυθεντικότητα των πιθανών φωτογραφιών της εκτέλεσης και αναζητά τρόπους απόκτησής τους, καθώς η επιστροφή τους προσκρούει σε σύνθετα νομικά εμπόδια και, σύμφωνα με ειδικούς, η πιο ρεαλιστική λύση θεωρείται η απευθείας αγορά.

Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής: Ο δημοτικός σύμβουλος κι ερευνητής Κώστας Γαβριλάκης αναδεικνύει πως οι φωτογραφίες των εκτελέσεων δεν θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί πουθενά αλλού παρά στο Σκοπευτήριο. Περιγράφει με λεπτομέρεια τη διαδρομή των εκτελεσμένων, τα υψώματα και τα κυπαρίσσια που φυτεύτηκαν για τους 20 ήρωες, ενώ ο δήμαρχος Ηλίας Σταμέλος τονίζει ότι οι εικόνες ανήκουν στην ιστορία της Καισαριανής και στο ΚΚΕ, καταδικάζοντας τον βανδαλισμό του μνημείου.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τραμπ: Ισχυρότερες από ποτέ οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις – Θέλω να επισκεφθώ την Ελλάδα

0

Ηγετική χαρακτήρισε την παρουσία της χώρας μας στο ΝΑΤΟ ο Αμερικανός πρόεδρος 

(AP Photo/Jacquelyn Martin)

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις «ισχυρότερες από ποτέ», κατά την τελετή επίδοσης των διαπιστευτηρίων του νέου πρέσβη της Ελλάδας στις ΗΠΑ, Αντώνη Αλεξανδρίδη.

Κατά την επίσημη προσφώνησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η φιλία Ελλάδας και ΗΠΑ είναι «ισχυρή, ιστορική και βασισμένη στην κοινή δημοκρατική και πνευματική κληρονομιά», επισημαίνοντας ότι προσβλέπει στην περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων.

«Ηγετική παρουσία στο ΝΑΤΟ»

Ο Τραμπ αναφέρθηκε στην πορεία της Ελλάδας προς την επίτευξη του στόχου του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ, σημειώνοντας ότι η Αθήνα επιδεικνύει «πραγματική ηγετική παρουσία» εντός της Συμμαχίας. «Η ειρήνη διασφαλίζεται μέσω της ισχύος», τόνισε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμησή του για το θάρρος που, όπως είπε, επέδειξε η Ελλάδα επιλέγοντας την αποχή κατά την υιοθέτηση, από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, του πλαισίου καθαρών μηδενικών εκπομπών. Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε λόγο για μια ρύθμιση που θα επιβάρυνε καταναλωτές, επιχειρήσεις και το παγκόσμιο εμπόριο.

Τέλος, αναφέρθηκε στις προοπτικές ενίσχυσης της συνεργασίας στον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένων συνομιλιών για την κατασκευή αμερικανικών φρεγατών στην Ελλάδα, καθώς και στη διεύρυνση των διμερών σχέσεων στους τομείς του εμπορίου και των επενδύσεων.

Κατά την ίδια συνάντηση, σύμφωνα με τον Εθνικό Κήρυκα ζήτησε από τον Αλεξανδρίδη να μεταφέρει «τους θερμούς μου χαιρετισμούς» προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, εκφράζοντας παράλληλα τον θαυμασμό του για την Ελλάδα και την πρόθεσή του να την επισκεφθεί.

ΕΘΝΟΣ

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο επενδύει στην επιμόρφωση των μελών του: Έναρξη νέων δωρεάν επιμορφωτικών προγραμμάτων

0

Θεσσαλονίκη, 18/2/2026

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μέσω του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (ΚΕΔΙΒΙΜ), ανακοινώνει την έναρξη νέων δωρεάν επιμορφωτικών προγραμμάτων, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά στους/στις φοιτητές/τριες, το διοικητικό και διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο της διαρκούς ενίσχυσης των γνώσεων, των δεξιοτήτων και της επαγγελματικής τους ανάπτυξης.

Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η επιμόρφωση της κοινότητας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και η ενίσχυση του ακαδημαϊκού και επαγγελματικού της προφίλ, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας και της κοινωνίας της γνώσης.

Οι βασικοί τομείς επιμόρφωσης περιλαμβάνουν:

·       Ψηφιακά συστήματα και σύγχρονα εργαλεία διοίκησης

·       Ενίσχυση ψηφιακών δεξιοτήτων

·       Ακαδημαϊκή ακεραιότητα και Τεχνητή Νοημοσύνη

·       Εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης στην καθημερινή εργασία

·       Υποστήριξη υπεύθυνης έρευνας και καλών ακαδημαϊκών πρακτικών

Επιπρόσθετα, εγκαινιάζοντας μια νέα συνεργασία με την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, πραγματοποιείται κύκλος επιμορφώσεων σχετικών με επίκαιρα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα, το χρονοδιάγραμμα και τη διαδικασία συμμετοχής:

«Κάνε το Άλμα στη Φοιτητική σου Ζωή: Ομαδικό Coaching για Προσωπική και Ακαδημαϊκή Ανάπτυξη», διάρκειας 150 ωρών διδακτικών ωρών, το οποίο θα διεξαχθεί από τον Μάρτιο του 2026 έως τον Μάιο του 2026.   https://kedivim.auth.gr/programs/programme-618/

«AI και Ακαδημαϊκή Ακεραιότητα: Πώς η Βιβλιοθήκη και το Turnitin Υποστηρίζουν Υπεύθυνη Έρευνα», διάρκειας 2 ωρών, το οποίο θα διεξαχθεί την Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2026, 16.00 μ.μ. – 18.00 μ.μ. 

https://kedivim.auth.gr/programs/programme-641/

«Ακαδημαϊκή Ακεραιότητα στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ): Νέες Λειτουργίες του Turnitin και οι Προκλήσεις της ΤΝ», διάρκειας 2 ωρών , το οποίο θα διεξαχθεί την Τρίτη, 10 Μαρτίου 2026, 12.00 μ.μ. – 14.00 μ.μ.

https://kedivim.auth.gr/programs/programme-639/

«Αποτελεσματική χρήση του συστήματος Ηλεκτρονικής Γραμματείας Προσωπικού», διάρκειας 2 ωρών, το οποίο θα διεξαχθεί την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου- Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου και Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026 (12:00-14:00)

https://kedivim.auth.gr/programs/programme-646/

«Ενίσχυση ψηφιακών δεξιοτήτων των διοικητικών υπαλλήλων: Διαχείριση περιεχομένου στην πλατφόρμα WordPress» διάρκειας 4 ωρών (2 δίωρα) , το οποίο θα διεξαχθεί την Τρίτη 3 Μαρτίου και Πέμπτη 5 Μαρτίου 12:00 μ.μ.-14:00 μ.μ.

https://kedivim.auth.gr/programs/programme-645/

Με σταθερή προσήλωση στην ποιότητα, την καινοτομία και τη διά βίου μάθηση, το Πανεπιστήμιο σχεδιάζει και υλοποιεί δράσεις εκπαίδευσης και κατάρτισης που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της επιστήμης και της κοινωνίας, προσφέροντάς τις δωρεάν στα μέλη της πανεπιστημιακής του κοινότητας, ενισχύοντας έμπρακτα την ισότιμη πρόσβαση στη γνώση και την επαγγελματική εξέλιξη.

Πάνδημο αίτημα

0

Απο τον Σύλλογο Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση.

Πάνδημο έχει πλέον καταστεί το αίτημα  να αποκτηθούν από την ελληνική πολιτεία οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. που εμφανίστηκαν σε δημοπρασία στο Ebay.

Χάρη στην άμεση κινητοποίηση και πίεση των κομμάτων της Αριστεράς, των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και πολλών συλλογικών φορέων, το Υπουργείο Πολιτισμού, μετά από δύο 24ωρα ‘αφωνίας’, δεσμεύτηκε δημόσια ότι θα αγοράσει τις φωτογραφίες, εφόσον είναι γνήσιες, και θα τις αποδώσει στη Βουλή των Ελλήνων.

Η δημοσιοποίηση των φωτογραφικών αυτών ντοκουμέντων δεν μας θυμίζει μόνο τη ναζιστική βαρβαρότητα, αλλά και ότι μεγάλο μέρος των εκτελεσμένων αγωνιστών είτε ήταν πολιτικοί κρατούμενοι επί Μεταξά είτε τους είχε συλλάβει η Χωροφυλακή επί Κατοχής και τους παρέδωσε στους κατακτητές, που τους έστησαν στον τοίχο.

Οι μαζικές συλλήψεις αριστερών που ήταν ‘φακελωμένοι’ από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας, ξεκίνησαν αμέσως μετά την εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ενωση (22/6) και συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι του 1941, τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία, όπως προκύπτει από σχετικό φάκελο του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA).

Η Ιστορία δεν είναι ουδέτερη. Έχει πρόσωπα, έχει ονόματα χαραγμένα με αίμα στη συλλογική μνήμη. Οι ‘200’ δεν ήταν αριθμός. Ήταν εργάτες, δάσκαλοι, φοιτητές.

Τους είπαν ‘απάτριδες’, ‘πράκτορες’, ‘συμμορίτες’, αυτοί που υπηρέτησαν τους Ναζί. Οι ίδιοι με τον μανδύα της ‘νόμιμης’, κατ’ ευφημισμόν, εξουσίας συνέχισαν τις διώξεις και προσπάθησαν να διαγράψουν τη μνήμη τους.  Η θυσία τους όμως παραμένει ζωντανή υπενθύμιση ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται.

Είναι ευθύνη κάθε δημοκρατικής κοινωνίας να τιμά αυτούς που αντιστάθηκαν στον φασισμό — όχι με τυπικές τελετές, αλλά με παιδεία, ιστορική αλήθεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Η δημιουργία ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, όπου θα συγκεντρωθούν και θα παρουσιαστούν τα διάσπαρτα ντοκουμέντα της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των  Μουσείων Εθνικής Αντίστασης που λειτουργούν σε μαρτυρικούς τόπους, θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα για την προστασία και ανάδειξη της ιστορικής μνήμης.

Καλούμε την κυβέρνηση και τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, υλοποιώντας την σχεδόν ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων στις 17 Απριλίου 2019. να προχωρήσουν στη σθεναρή και μεθοδική διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Θα είναι η πιο αποστομωτική απάντηση  στους επιλήσμονες και τους αναθεωρητές της ιστορικής αλήθειας!

Αθήνα 17/2/2026

Νίκος Ιγγλέσης: τα «ήρεμα νερά» ως αντίτιμο της υποταγής

4

Του Νίκου Ιγγλέση

16/02/2026

 

Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν και η σύγκληση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα επιβεβαίωσαν την επιλογή της Αθήνας για διατήρηση της πολιτικής των «ήρεμων νερών» και της «κανονικότητας» στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Η πολιτική αυτή δεν είναι καινούργια. Είχε επισήμως εξαγγελθεί με την Κοινή Διακήρυξη των Αθηνών, το Δεκέμβριο του 2023 και βασίζεται στη διαχρονική πολιτική κατευνασμού της Ελλάδας έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων, απειλών και επιβολής τετελεσμένων.

Ικανοποίηση εξέφρασε η Κυβέρνηση Μητσοτάκη και όλος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Καταγράψαμε με ειλικρίνεια, είπαν, τις διαφορετικές απόψεις, συμφωνήσαμε ότι τα όποια θέματα θα τα λύνουμε μόνοι μας, διατηρούμε τους διαύλους επικοινωνίας ανοικτούς και «δεν χάσαμε κανένα νησί», όπως είπε η Ντ. Μπακογιάννη.

Κάτι σαν θρίαμβος δηλαδή, αν δεν υπολογίσουμε ότι με την πολιτική αυτή η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στο υπάρχον status quo, δεν μπορεί να επεκτείνει την κυριαρχία της, να ασκήσει τα κυριαρχικά δικαιώματά της και απενοχοποιεί, σε διεθνές επίπεδο, την επιθετική δράση της Τουρκίας.

Ο Ερντογάν δήλωσε: «Τα υφιστάμενα ζητήματα, στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αν και είναι περίπλοκα, δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Αρκεί να υπάρχει καλή πίστη, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση επίλυσης». Οι Τούρκοι, όμως, έχουν τη δική τους ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου, όπως π.χ. ότι τα νησιά δεν έχουν δικαίωμα σε ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα, παρά μόνο σε χωρικά ύδατα και αυτά περιορισμένα.

Από την πλευρά του ο Κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε: «Η οριοθέτηση των συνόρων στο Αιγαίο είναι η μόνη διαφορά που θα μπορούσε να οδηγηθεί σ’ ένα διεθνές όργανο. Οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή μεταξύ μας. Αν όχι τώρα, πότε;». Αναφερόταν, χωρίς να το κατονομάσει, στο casus belli αν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της μέχρι τα 12 ν.μ.

Το casus belli που ισχύει επί 30 χρόνια, από το 1995, αποτελεί το άλλοθι των ελληνικών κυβερνήσεων για τη μη άσκηση του μονομερούς κυριαρχικού δικαιώματος της επέκτασης των χωρικών  υδάτων στο Αιγαίο και την Α. Μεσόγειο. Μια επέκταση που, αφού έχει προηγηθεί το κλείσιμο των κόλπων και η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης, θα επεκτείνει την κυριαρχία της χώρας μας. Τα χωρικά ύδατα είναι σαν το έδαφος και σ’ αυτά ασκείται πλήρης κυριαρχία (όχι απλώς κυριαρχικά δικαιώματα όπως στην ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα).

Όμως, ακόμα κι αν κάποια στιγμή ο Ερντογάν αποδεχτεί τις παρακλήσεις του Μητσοτάκη «να αρθεί κάθε απειλή μεταξύ μας»,  κρίνοντας συμφέρουσα, για τον ίδιο, την άρση του casus belli, αυτό θα γίνει με ανάλογα ανταλλάγματα και αφού θα έχει προηγηθεί ισχυρή δέσμευση της Ελλάδας ότι δε θα κάνει χρήση ή θα κάνει περιορισμένη χρήση (π.χ. μόνο στις ηπειρωτικές ακτές ή σε κάποια νησιά δυτικά του 25ου Μεσημβρινού) του κυριαρχικού δικαιώματός της.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων από τις εκβολές του Έβρου μέχρι το Καστελλόριζο και τη Γαύδο έπρεπε να είχε γίνει. Πρέπει να γίνει τώρα και παράλληλα να καταγγέλλεται σε όλα τα fora και με κάθε ευκαιρία η Τουρκία για την επιθετική απειλή της. Όχι να τη χαϊδεύουμε, να την παρακαλάμε και να την απενοχοποιούμε.

Σημειώνουμε ότι η Τουρκία έχει χωρικά ύδατα 12 ν.μ. στον Εύξεινο Πόντο και στις ακτές της στη Μεσόγειο. Η Κύπρος έχει χωρικά ύδατα 12 ν.μ. σ’ όλη την ακτογραμμή του νησιού. Η Ελλάδα έχει πρόσφατα επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της στα 12 ν.μ. μόνο στο Ιόνιο μέχρι το ακρωτήριο Ταίναρο. Αυτό το status quo επιβεβαιώνει απλά τους τουρκικούς ισχυρισμούς ότι το Αιγαίο είναι ειδική περίπτωση, ως κλειστή ή ημίκλειστη θάλασσα, όπου δεν μπορούν να ισχύσουν οι πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS). Για τον ίδιο λόγο θα είναι ένα πρόσθετο λάθος, όπως κάποιοι προτείνουν, η επέκταση των χωρικών υδάτων μόνο στις νότιες ακτές της Κρήτης.

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)

Η Τουρκία ομιλεί συνεχώς για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, γιατί η ΑΟΖ δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Η Ελλάδα ομιλεί για μια μόνη διαφορά, που είναι αυτή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Μόνο, που δεν μπορούν να γίνουν δύο οριοθετήσεις. Η υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει μόνο το βυθό και το υπέδαφος αυτού. Η ΑΟΖ περιλαμβάνει την υφαλοκρηπίδα και τη θάλασσα πάνω από αυτήν. Αλλά η συνολική ΑΟΖ χρειάζεται πρώτα να ανακηρυχθεί και αυτό δεν έχει τολμήσει να το κάνει μέχρι σήμερα η Ελλάδα. Γιατί;

Αντίθετα η Τουρκία, από το 2020, έχει καταθέσει στον ΟΗΕ τα, κατά την άποψή της, όρια της υφαλοκρηπίδας της (Γαλάζια Πατρίδα) που περιλαμβάνουν το μισό Αιγαίο (ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού) και όλη τη θαλάσσια περιοχή, πέραν των 6 ν.μ., νοτίως των ακτών της Κρήτης, Κάσου, Καρπάθου, Ρόδου και Καστελλόριζου μέχρι των ακτών της Κύπρου.

Η ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ λύνει, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, το πρόβλημα της οριοθέτησης στο Αιγαίο (όχι στην Α. Μεσόγειο). Όλη σχεδόν η θάλασσα του Αιγαίου βρίσκεται μεταξύ αντικριστών (αντικείμενων) ελληνικών ακτών. Οι δυτικές ακτές της Σαμοθράκης και της Λήμνου με αυτές της Χαλκιδικής, οι δυτικές ακτές της Λέσβου με αυτές των Βόρειων Σποράδων και της Θεσσαλίας, οι δυτικές ακτές της Χίου με αυτές της Εύβοιας, οι δυτικές ακτές της Σάμου και των Δωδεκανήσων  με αυτές των Κυκλάδων κλπ.

Η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα να διεκδικεί αυτές τις θαλάσσιες περιοχές γιατί οι ακτές της δεν έχουν προβολή σ’ αυτές, μεσολαβούν τα ελληνικά νησιά. Γι’ αυτό δεν μιλάει για ΑΟΖ, αλλά, για την υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας, επάνω στην οποία, υποτίθεται, επικάθονται όλα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Η ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ θα προστάτευε από τη σημερινή λεηλασία και τα αλιεύματα του Αιγαίου, αφήνοντας προς οριοθέτηση μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα της θάλασσας μεταξύ των ανατολικών ακτών των νησιών του Αιγαίου και των ακτών της Μ. Ασίας. Θάλασσα που στο μεγαλύτερο μέρος ήδη καλύπτεται από τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών.

Τέλος, η ανακήρυξη της ΑΟΖ θα διευκόλυνε την εν συνεχεία οριοθέτησή της με αυτήν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία, το 2011, οριοθέτησε υφαλοκρηπίδα με την κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου (ΤΔΒΚ), δηλαδή ουσιαστικά οριοθέτησε με τον εαυτό της. Επίσης, το 2019 υπέγραψε με την κυβέρνηση της Τρίπολης το αυθαίρετο και παράνομο (οι δύο χώρες δεν έχουν αντικείμενες ακτές) Τουρκολιβυκό Μνημόνιο οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Η Ελλάδα γιατί δεν οριοθετεί ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία;

Έναντι όλων αυτών ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε στην Άγκυρα ότι η οριοθέτηση των συνόρων στο Αιγαίο μπορεί να οδηγηθεί σ’ ένα διεθνές όργανο! Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για το αντίτιμο των «ήρεμων νερών».

Διμερείς οι διαφορές

Η Τουρκία επιδιώκει όλες οι διαφορές της με την Ελλάδα να συζητούνται σε διμερές επίπεδο χωρίς την επέμβαση τρίτων. Αυτό θα της επιτρέψει να προωθήσει τα συμφέροντά της κυρίως προς την Ευρώπη χωρίς να αντιμετωπίζει τις ενστάσεις ή ακόμη και πιθανό veto της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Άγκυρα ενδιαφέρεται για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, την κατάργηση της visa για τους τούρκους πολίτες και για τη συμμετοχή της στις αμυντικές πρωτοβουλίες της ΕΕ. Γι’ αυτό επιδιώκει οι ευρωτουρκικές διαφορές, όπως η μη αναγνώριση ενός κράτους- μέλους (Κύπρος) και η απειλή πολέμου κατά ενός άλλου, καταστούν ελληνοτουρκικές.

Οι πολιτικές της Αθήνας που επιδιώκουν να εμφανίζουν μια κανονικότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και αυτές της Λευκωσίας που βασίζονται στις ενδοκοινοτικές συνομιλίες με στόχο μια Διζωνική-Δικοινωτική Ομοσπονδία όχι μόνο απενοχοποιούν τον τουρκικό επεκτατισμό, αλλά, αποθαρρύνουν τους όποιους φίλους και συμμάχους του Ελληνισμού.

Τα «ήρεμα νερά» δεν είναι όραμα, αλλά αυταπάτη που σύντομα θα πληρωθεί πολύ ακριβά.

 Πηγή : www.ellinikiantistasi.gr