Αρχική Blog Σελίδα 2982

U.S. deployed four hundred soldiers in Syria.

0

By: ISW Syria Team and Syria Direct

Operation Inherent Resolve Spokesperson Col. John Dorrian stated that the U.S. deployed roughly four hundred soldiers from the 75th U.S. Army Ranger Regiment and 11th Marine Expeditionary Unit (MEU) to Northern Syria. These forces come in addition to an estimated three hundred to five hundred U.S. Special Operations Forces (SOF) operating with the Syrian Democratic Forces (SDF) in Northern Syria. The Marines reportedly deployed to Northern Ar-Raqqa Province in order to provide “all-weather” artillery support to the SDF in operations against ISIS in Ar-Raqqa City while the Rangers deployed to Manbij in Eastern Aleppo Province in order to “deter” an open confrontation between the SDF and Turkey. U.S. Chairman of the Joint Chiefs of Staff Gen. Joseph Dunford also held an unprecedented trilateral meeting with Turkish Chief of the General Staff Gen. Hulusi Akar and Russian Chief of the General Staff Gen. Valery Gerasimov in Turkey on March 7 to deconflict ongoing operations near Manbij in Aleppo Province. Turkey will likely retaliate against these efforts to contain its operations in Northern Syria.

Meanwhile, the latest round of Geneva Talks on the Syrian Civil War concluded on March 3 without significant progress. The regime and opposition delegations agreed on an agenda for the next round of negotiations that included the regime’s demand to include talks on counter-terrorism but excluded opposition requests for direct negotiations on a political transition. Conditions are not set for a meaningful political settlement of the war as the regime remains unwilling to make concessions at the negotiating table and the opposition remains unable to guarantee any settlement on the ground.

These graphics mark the latest installment of our Syria SITREP Map made possible through a partnership between the Institute for the Study of War and Syria Direct. The graphic depicts significant recent developments in the Syrian Civil War. The control of terrain represented on the graphic is accurate as of March 3, 2017.

Τι επιδιώκει η Τουρκία; Εκπομπή 02.03.17

0

Τι επιδιώκει η Τουρκία με τις προκλήσεις της στο Αιγαίο; Πως μπορεί να αντιμετωπιστεί η διεθνής προπαγάνδα της; Πως μπορεί να επιτευχθεί ισορροπία στους εξοπλισμούς; Αυτά ήταν μερικά απο τα ερωτήματα που τέθηκαν “Τομές στην Επικαιρότητα” της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης, TV-100, την Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017.

Προσκεκλημένοι της εκπομπής ήταν:

-Ο Αντιστράτηγος ε.α. Αθανάσιος Γαληνός

-Ο γεωπολιτικός αναλυτής, συγγραφέας και εκδότης Σάββας Καλεντερίδης.

Ο Κόνδορας, η Αρκούδα και η… αλεπού στο παζάρι της Συρίας!

2
(Photo by Turkish General Staff / Handout/Anadolu Agency/Getty Images/Ideal Image)

Σε αυτό το νέο διαμορφούμενο διεθνές περιβάλλον, που διαρκώς μεταβάλλεται και εξελίσσεται, η δυναμική που αναπτύσσουν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί, δημιουργούν νέες συνθήκες και διαμορφώνουν νέους συσχετισμούς δυνάμεων. Μια περαιτέρω ένδειξη ότι η Τουρκία, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν κοινό έδαφος συντονισμού επιχειρήσεων στη Συρία είναι η συνάντηση του Τούρκου ΑΓΕΕΘΑ με τους αμερικανό και ρώσο, ομολόγούς του στην Αττάλεια. Εκτιμάται ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Τουρκία έχουν σημαντικά διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιες ομάδες είναι τρομοκράτες. Τόσο η Ρωσία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βαθιές επιφυλάξεις για την ομάδα Αχράρ αλ-Σαμ.

Αλλά οι πιο κραυγαλέες διαφορές είναι πάνω στις συριακές κουρδικές Μονάδες Προστασίας (YPG) και των συμμάχων της που μάχονται κάτω από τη σημαία των συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία θεωρεί και τις δύο αναφερόμενες ομάδες ως τρομοκράτες, λόγω των συνδέσεων του YPG με την οργάνωση Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ), το οποίο αγωνίζεται για την κουρδική αυτονομία στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Ερχόμενοι ξανά στα γεγονότα πιστεύουμε ότι ο Τούρκος στρατηγός συναντήθηκε με τον Αμερικανό και το Ρώσο, καθώς οι επιθέσεις δείχνουν ότι η Τουρκία είναι αποφασισμένη να δοκιμάσει τα όρια της αποφασιστικότητας των ΗΠΑ και της Ρωσίας, καθώς διατηρεί την ένταση με το YPG. Ο διοικητής των YPG ισχυρίστηκε ότι ο επόμενος στόχος της Τουρκίας θα είναι η πόλη της Αμπιάντ στα τουρκικά σύνορα, η οποία καταλήφτηκε από την SDF με τη στήριξη των ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2015. Θεωρείται η Αμπιάντ ως στρατηγικής σημασίας λόγω της γειτνίασής της με τη Raqqa. Ο έλεγχος αυτής της πόλης θα επιτρέψει στην Τουρκία να καταλάβει την Raqqa, αντί του SDF. Αλλά η παρουσία των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων στην περιοχή το καθιστά απίθανο και η Τουρκία ενέχει τον κίνδυνο για τυχόν μονομερείς κινήσεις που θα μπορούσαν να τη θέσουν σε σύγκρουση με τη σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Μη ξεχνάμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμευτεί να παραδοθεί η Raqqa στο SDF, και όχι στη Τουρκία.

Κάτι που οφείλουμε να κατανοήσουμε, είναι πως ο εν ενεργεία κατακερματισμός της διεθνούς κοινότητας έτσι όπως αυτή δημιουργήθηκε από το 1945 και μετά, δεν μας αφήνει περιθώρια για να κρίνουμε την όποια συμμετοχή σε ομιλίες, ακόμη και επίσημες, ως «παράσημο» για τους συμμετέχοντες. Η Τουρκία, έλαβε μέρος στην τριμερή με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία καθώς η πολυμερής διπλωματία, δεν έχει εκλείψει τελείως. Η πίτα των διακυβευμάτων στη Μέση Ανατολή, έχει μεγάλο αριθμό για διαιρέτη και οι μεγάλες δυνάμεις (εν προκειμένω ΗΠΑ και Ρωσία) επιθυμούν την απλοποίηση κατανομής συμφερόντων καθώς όπως θα θυμόμαστε, στη Συρία, ο αριθμός των συμμετρικών (κράτη) και αύμμετρων (ομάδες) δρώντων ήταν από την αρχή της κρίσης μεγάλος.

Το κεφάλαιο «Μέση Ανατολή», τόσο για ΗΠΑ όσο και για Ρωσία, οφείλει να κλείσει γρήγορα καθώς Τραμπ και Πούτιν οφείλουν να ασχοληθούν με πολύ διαφορετικά πράγματα. Χωρίς συναίνεση στη Μέση Ανατολή μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, η πολιτική και των δύο στην Ανατολική Ασία θα είναι μάλλον συγκρουσιακή και καμία από τις δύο δυνάμεις δε θέλει κάτι τέτοιο. ΗΠΑ και Ρωσία, δεν κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που θα έκανε ένας επιχειρηματίας που θα αναζητούσε το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με την ήσσονα δυνατή καταβολή κόστους. Οι Κούρδοι είναι αυτή τη στιγμή μια πολύ καλή και «φθηνότερη» σε σχέση με την απαιτητική Τουρκία. Στη διεθνή πολιτική, η πολυπλοκότητα, απλοποιείται μόνο με τον υπολογισμό του κόστους-οφέλους. Προηγούνται οι υπολογισμοί των μεγάλων δυνάμεων. Το τρίγωνο ΗΠΑ-Ρωσία-Τουρκία, δεν μπορεί να σταθεί σαν στρατηγική συνεργασία καθώς τα συμφέροντα των τριών δυνάμεων, δύσκολα συμβιβάζονται. Σε όλα αυτά, χρειάζεται να προσμετρήσουμε την ανησυχία της Δύσης για το δημοψήφισμα της Τουρκίας τον ερχόμενο Απρίλιο καθώς και την περιοχή γύρω από τον Ευφράτη που αποτελεί χώρο ζωτικών συμφερόντων του Ισραήλ.

Οι Ρώσοι και οι Τούρκοι έχουν στο παρελθόν εμπλακεί σε γενικευμένους πολέμους για τον έλεγχο και την επιρροή σε βασικές περιοχές, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα. Να μη ξεχνάμε ότι η Άγκυρα θεωρεί τη Μόσχα ως μια μόνιμη απειλή για τα συμφέροντά της. Οι πολιτικές αμφοτέρων των σημερινών ηγετών των δύο χωρών άσχετα με το τι αφήνουν να φαίνεται προς τα έξω συσσωρεύουν εντάσεις. Τόσο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και ο Βλαντιμίρ Πούτιν αντιπροσωπεύουν επιθετικούς και φιλόδοξους ηγέτες, καθοδηγούμενοι από την επιθυμία να μετατρέψουν τις χώρες τους στις αυτοκρατορίες που ήταν κάποτε. Πράγματι, και οι δύο ηγέτες αναφέρονται ως «σουλτάνος» και «τσάρος», υπονοώντας την εικόνα που ο καθένας επιδιώκει να γίνει.

Δεύτερον, η σχέση μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας έχει επηρεαστεί από στρατηγικές εκτιμήσεις και πολιτικά συμφέροντα που σχετίζονται με τη σημερινή πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Οι δύο χώρες σήμερα βλέπουν τη διαπραγμάτευση όσον αφορά την κρίση στη Συρία ως προτιμότερη λύση.

Τρίτον, στο πλαίσιο της κρίσης στην Ουκρανία με μια Δύση και το ΝΑΤΟ εναντίον του Πούτιν, τα αντικρουόμενα συμφέροντα της Ρωσίας και της Τουρκίας στη Συρία, μαζί με την έντονη αντίθεση της Τουρκίας στην ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, φέρνει τις δύο χώρες σε πορεία σύγκρουσης.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος της αναταραχής στη Μέση Ανατολή και δεν παίζει σχεδόν κανένα ενεργό ρόλο σε αυτή, παρά μόνο ως χώρα εισόδου της ΕΕ, ως αποδέκτης των άτακτων ροών των προσφύγων. Είτε από επιλογή ή όπως υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, η πολιτική της Ελλάδας μέχρι στιγμής είναι μάλλον απαθής, ενώ οι εξελίξεις στη γειτονιά μας ξεδιπλώνονται. Ανεξάρτητα από τη θεωρία σχετικά με τη θεμελιώδη σοφία αυτής της πολιτικής, τα τρέχοντα γεγονότα εκτιμώ ότι μας υποχρεώνουν να εσωτερικεύσουμε και να κατανοήσουμε τις αναδυόμενες, απειλές και ευκαιρίες, στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Είναι δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα πρότυπα, που αντανακλούν οι συχνές αλλαγές στη λεπτή ισορροπία μεταξύ των πολλών παραγόντων που εμπλέκονται. Ένα νέο κεφάλαιο έχει ανοιχθεί και βρίσκεται σε εξέλιξη, με την στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας, μια αντιπαλότητα που έχει τονίσει αντιφάσεις και αλήθειες σε διμερή και διεθνή επίπεδα.

Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία η πατρίδα μας είναι ανάγκη να ακολουθήσει τη νέα εποχή και να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις για να ενισχύσει τη θέση και τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή. Η Ελλάδα είναι ένα πολιτισμένο φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος και είναι πιστό στις αρχές της ΕΕ του ΟΗΕ και στη συνθήκη του ΝΑΤΟ. Γι” αυτό τον λόγο στις διεθνείς σχέσεις της, επιμένει στην αποχή από πράξεις που θα συνιστούσαν απειλή ή χρήση βίας. Οφείλουμε όμως να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Έχουμε την υποχρέωση να είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας σε κάθε περίπτωση όταν και όπου αυτό απαιτηθεί.

Οι ενέργειες αυτές είναι δομικές πρακτικές και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με σύνεση. Επί πλέον οι  προκλήσεις στον χώρο του Αιγαίου και της νοτιανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, εντείνονται ποιοτικά και ποσοτικά όσο πλησιάζουμε στην εξόρυξη υδρογονανθράκων και την ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Συμμετέχουμε στο διεθνές γίγνεσθαι και αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους, που ήδη διαφαίνονται στον ορίζοντα, όπως είναι η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και το πρόβλημα εισόδου του κύματος των μεταναστών και προσφύγων. Για αυτό το λόγο εκτιμάται ότι είναι απαραίτητη η προσπάθεια ευθυγράμμισης των εθνικών και των κοινών ευρωπαϊκών στόχων στον γεωπολιτικό μας χώρο.

Οφείλουμε όμως από τη δική μας πλευρά, να αποκτήσουμε μια Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας (ΠΕΑ). Ένα σχέδιο που θα έχει διάρκεια στο χρόνο, θα έχει σταθερότητα και δεν θα μεταβάλλεται με την εναλλαγή των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία. Η εξωτερική πολιτική επιβάλλεται να αποκτήσει αυτόν το νέο προσανατολισμό. Προσανατολισμό για να εξελιχθούμε σε γεωπολιτική δύναμη της Μεσογείου και του βαλκανικού χώρου. Η βασική προϋπόθεση για την επίτευξη του σκοπού, είναι η ΠΕΑ να παράσχει ένα αποτρεπτικό δόγμα με σύγχρονες αμυντικές υποδομές με σωστή τεχνογνωσία για τα θέματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής.

Ειδικότερα, τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα και οι νέες αμυντικές επιχειρησιακές δομές και αντιλήψεις θα πρέπει να έχουν ως στόχο, πώς να κάνουν τις ένοπλες δυνάμεις σύγχρονες και ικανές για την αποτελεσματική άμυνα της Ελλάδας. Μια διεξοδική αναθεώρηση της ΠΕΑ είναι πράγματι ζωτικής σημασίας σε μια εποχή όπου η γειτονιά μας μοιάζει με ένα “δαχτυλίδι της φωτιάς” και όχι ένα “δαχτυλίδι γάμου”. Προς το εθνικό μας συμφέρον, είναι σημαντική μια αναθεώρηση που δεν θα διστάζει να παρουσιάζει τις απειλές, κατά τρόπο που να είναι διαφανείς και χωρίς αποκλεισμούς.
* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ..

liberal.gr

Julien Dray : “Un député a besoin de 9 000 euros net par mois”

0

L’argent et la politique, vieux sujet qui pourrit la campagne présidentielle. Julien Dray, conseiller de François Hollande, propose une solution.

Julien Dray propose de s'attaquer aux 4 points de fragilité du statut de parlementaire.
Julien Dray propose de s’attaquer aux 4 points de fragilité du statut de parlementaire. © AFP

Netanyahu Tells Putin: We Don’t Want ISIS Terror to Replace Iranian Terror

0


Referencing Jewish holiday of Purim, Netanyahu tells Putin that Iran continues historic attempt to destroy Jewish people.

 

Prime Minister Benjamin Netanyahu said Thursday at the beginning of his meeting with Russian President Putin that Israel does not want the radical Sunni terrorism of Al-Qaida and the Islamic State group in Syria to be replaced with radical Shi’ite terrorism led by Iran.

After Putin wished Netnayahu a happy Purim, the prime minister responded by saying that in ancient Persia there was an attempt to destroy the Jewish people, but it failed, and that why holiday is celebrated to this day.
skip – bibi lands in Russia
“Today there is an attempt and the continuation of Persia, Iran, to destroy the Jewish state. They say it in the clearest terms possible, they engrave it into their ballistic missiles,” Netanyahu said.
Netanyahu said Wednesday that Iran is the main threat facing Israel, and because of this threat “shared interests are emerging” between Israel and many countries in the region, which could in turn help advance the peace process with the Palestinians.
“The force we have to contend with is mainly this: Iran and its offshoots, more and more Hamas, supplying arms, development of weaponry and general aggression in the region and beyond,” he said.

Barak Ravid

www.haaretz.com/

Ο καυγάς για την Ευρώπη των «πολλών ταχυτήτων»

0

Financial Times.

Μια ιδέα που υπερασπίστηκε ο Ντ. Κάμερον έρχεται τώρα να προβληθεί ως λύση στο ευρωπαϊκό πρότζεκτ. Οι καυγάδες και οι ανησυχίες για τις εξελίξεις, οι διέξοδοι και τα μηνύματα πριν τη Ρώμη.

 Η ιδέα είναι τόσο παλιά όσο και η συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ, ωστόσο το Βερολίνο και το Παρίσι θεωρούν ότι είναι η κατάλληλη για να δώσει νέα πνοή στο μέλλον του μπλοκ μετά το Brexit: η «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων».
Στο Παλάτι των Βερσαλλιών τη Δευτέρα το βράδυ, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, με τον Ισπανό και τον Ιταλό ομόλογό τους, σκιαγράφησαν το όραμά τους για μια ένωση πολλών ταχυτήτων.

Ο κ. Ολάντ επεσήμανε: «Η ένωση δεν είναι ομοιομορφία». Η κ. Μέρκελ δήλωσε: «Μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων είναι απαραίτητη, αλλιώς πιθανότητα θα ‘’κολλήσουμε’’».

Στην πραγματικότητα ήταν ο Βίλλυ Μπραντ, ένας από τους προκατόχους της κ. Μέρκελ, που επινόησε τον όρο «πολλών ταχυτήτων» το 1974, μόλις έναν χρόνο αφότου προσχώρησε η Βρετανία. Από τότε, η φράση αντανακλά την νομική πραγματικότητα μιας ένωσης που εδώ και καιρό έχει εγκαταλείψει την πρακτική του να ενεργεί ως μονάδα.

Το ευρώ, η ζώνη ελεύθερης διέλευσης Σένγκεν, οι εσωτερικές υποθέσεις, τα πνευματικά δικαιώματα και οι δημοσιονομικοί κανόνες –σε όλες αυτές τις πολιτικές η ΕΕ ήδη δέχεται ευέλικτους συνασπισμούς χωρών που επιθυμούν ολοκλήρωση με διαφορετικούς ρυθμούς ή σε ορισμένες περιπτώσεις δέχεται κάποιοι να επιλέγουν να απέχουν από τέτοιους συνασπισμούς. «Είναι ένα θέμα που υπάρχει στο τραπέζι σχεδόν από την αρχή», εξηγεί ο Καρλ Μπιλντ, ο πρώην Σουηδός πρωθυπουργός.

Και όμως, η ιδέα των πολλών ταχυτήτων παραμένει επίμαχη και πιθανότατα υπονοεί διαφορετικά επίπεδα συμμετοχής σε κάτι που υποτίθεται πως είναι μια συμμαχία ίσων. Πράγματι, πρόκειται για την κύρια αφορμή για καυγάδες στη διάρκεια των συζητήσεων που γίνονται για μια φιλόδοξη ευρωπαϊκή διακήρυξη που θα σηματοδοτήσει την 60η επέτειο από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης αυτό το μήνα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα συζητήσουν το ζήτημα την Παρασκευή που θα συναντηθούν, χωρίς τη Βρετανία, για να σχεδιάσουν τη μελλοντική πορεία της ένωσης των 27.

Για κάποια από τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ, η ιδέα των πολλών ταχυτήτων αναγνωρίζει την πραγματικότητα, προσφέροντας νομιμότητα σε εκείνους που στοχεύουν σε πιο γρήγορους ρυθμούς ολοκλήρωσης. «Σήμερα είναι μια ιδέα που είναι απαραίτητη», τόνισε ο κ. Ολάντ μιλώντας στην εφημερίδα Le Monde. «Διαφορετικά, η Ευρώπη θα κατακερματιστεί».

Τα νεαρότερα μέλη βλέπουν ένα πιο απειλητικό αβαντάζ. «Είναι πολύ επικίνδυνο», ανέφερε ένας ανώτατος Ευρωπαίος διπλωμάτης που εμπλέκεται στις συζητήσεις για τη διακήρυξη της Ρώμης. Η ανησυχία είναι ότι για να προασπιστεί η Ευρώπη πολλών ταχυτήτων ως αυτοσκοπός, εξαλείφει κομμάτια της ίδιας της ταυτότητας της ένωσης, δίνοντας πρόσβαση σε διαφορετικά επίπεδα συμμετοχής και επιδεινώνοντας τους διχασμούς Ανατολής και Δύσης στη μετανάστευση, το νόμισμα και το κράτος δικαίου.

Με την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις πρωτεύουσες να έχει ήδη «ξεφτίσει» λόγω των κρίσεων στην ευρωζώνη και στο προσφυγικό, «το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή», πρόσθεσε ο διπλωμάτης. «Αλλιώς υποβαθμίζεται σε ένα debate του ‘’κάνεις ή δεν κάνεις’’ (…) αν αξίζεις να είσαι μέλος αυτού του club».

Πανικός εξαπλώθηκε τον περασμένο μήνα σε κάποιες πρωτεύουσες της ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, όταν η κ. Μέρκελ άρχισε να εξετάζει δημόσια το ενδεχόμενο μιας Ευρώπης «διαφόρων ταχυτήτων» -που, όχι μόνο θα δώσει στις χώρες περισσότερη ευελιξία στον ρυθμό ολοκλήρωσης, αλλά θα επιτρέψει και περιορισμό, «πάγωμα» ή βελτιστοποίηση της ολοκλήρωσης σε κάποιους τομείς.

Το όραμά της είναι μια μίξη των πέντε σεναρίων που σκιαγράφησε ο Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο πρόεδρος της Κομισιόν, στην έκθεσή του για το «μέλλον της Ευρώπης» την προηγούμενη εβδομάδα. Στη διάρκεια δείπνου με τον κ. Γιούνκερ, η καγκελάριος έδειξε ενδιαφέρον για μια ΕΕ που «κάνει λιγότερα με μεγαλύτερα αποτελέσματα».

Όπου είναι απαραίτητο, αυτό θα ισχυροποιήσει τη συλλογική δράση των χωρών που είναι πρόθυμες να το κάνουν -για παράδειγμα στην εποπτεία των τραπεζών ή σε κοινές μεταναστευτικές πολιτικές- ενώ θα δώσει τέλος στον υποχρεωτικό συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε άλλους τομείς, όπως η περιφερειακή ανάπτυξη, η υγεία ή κάποια κομμάτια της κοινωνικής πολιτικής. Στην ουσία, αυτό θα προσφέρει περισσότερο χώρο σε εκείνους που διαφωνούν με την ένωση, ενώ ταυτόχρονα θα επιτρέψει στη Γερμανία να κρατήσει μεγαλύτερη απόσταση στις πολιτικές, από κράτη που δείχνουν πως δυσκολεύονται να ακολουθήσουν, όπως η Ελλάδα.

Κάποιοι ανώτατοι διπλωμάτες στις Βρυξέλλες θεωρούν, επίσης, πως η κ. Μέρκελ στέλνει μια κεκαλυμμένη προειδοποίηση σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, οι οποίες έχουν αρνηθεί να στηρίξουν ευρωπαϊκά σχέδια για το διαμοιρασμό προσφύγων. Καθώς η ΕΕ επανεξετάζει το ρόλο της –και τα διαρθρωτικά ταμεία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που έχει αφιερώσει στα νέα της μέλη- θα εξετάσει ακόμη και το τι αναμένεται να πάρουν πίσω αυτοί οι αποδέκτες.

«Η διαφοροποίηση πάντα ήταν ένας τρόπος άσκησης πίεσης σε άλλα κράτη μέλη», ανέφερε ο Γιάννης Εμμανουηλίδης του think tank European Policy Center. «Χρησιμοποιείται ως παράγοντας που θα κάνει τους άλλους να συμφωνήσουν ή θα επιτρέψει σε άλλους να προχωρήσουν αν είναι έτοιμοι. Δεν είναι σύμπτωση το ότι η Μέρκελ μιλούσε για την Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και έπειτα από μια βδομάδα ήταν στη Βαρσοβία».

Αυτή τη στιγμή, νομικά, λίγα εμποδίζουν τις χώρες που επιθυμούν πιο εκτεταμένη ολοκλήρωση σε τομείς όπως η άμυνα ή η δημοσιονομική πολιτική. Οι τρόποι υπάρχουν και προβλέπονται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Κύριο εμπόδιο φαίνεται πως είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης.

Υπάρχει, ακόμα, μια κάποια ειρωνεία στο ότι η ιδέα που προασπίστηκε ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός –το να δοθεί τέλος στην αντίληψη πως όλα τα μέλη δένονται με ακόμη στενότερη ένωση- μεταπλάθεται ως εργαλείο που θα αναζωογονήσει το ευρωπαϊκό πρότζεκτ. Ο Εμανουέλ Μακρόν, υποψήφιος για τη γαλλική προεδρία, το περιέγραψε λέγοντας πως η Ευρώπη «τολμά να υιοθετήσει τις πολλές ταχύτητες».

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει καθυστερήσει, υποστήριξε ο κ. Μακρόν, επειδή η ευρωζώνη «ντρέπεται για τον εαυτό της (…) και φοβάται να υψώσει το ανάστημά της σε εκείνους που προτιμούν να μείνουν απ’ έξω ή να κινούνται γύρω γύρω».

Αλλά σύμφωνα με τους επικριτές, είναι αυτή η συσσώρευση ευρωσκεπτικιστικών και φεντεραλιστικών πολιτικών που ενέχει κινδύνους: η ενεργή προώθηση της ιδέας μιας ένωσης πολλών ταχυτήτων θα απομονώσει κι άλλο τους αντιφιλελεύθερους ηγέτες στην Πολωνία και την Ουγγαρία και θα τους προσφέρει δικαιολογία για να αγνοήσουν βασικές αρχές της ευρωπαϊκής συμμετοχής, περιλαμβανομένων και των δημοκρατικών προτύπων.

Αφότου συναντήθηκε με την κ. Μέρκελ τον περασμένο μήνα, ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, ο πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος της Πολωνίας, προειδοποίησε πως μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων θα οδηγήσει «στην κατάρρευση και ουσιαστικά στην εξάλειψη της ΕΕ με την τρέχουσα έννοιά της».

«Και αυτό σίγουρα δεν είναι το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε από τη Ρώμη», ανέφερε ένας από τους εκπροσώπους Ευρωπαίου ηγέτη που προετοιμάζει τη σύνοδο.

των Alex Barker, Paul McClean και Stefan Wagstyl

Ευρώπη πολλών ταχυτήτων: παιχνίδια με τη φωτιά. Ανοίγει το “Κουτί της Πανδώρα”;

0

Π. Ήφαιστος  


Οι συζητήσεις των για μια «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»
ενδέχεται να φέρουν το οριστικό τέλος για την ΟΝΕ αλλά και για την ΕΕ στο σύνολό της. Το γεγονός ότι συζητείται «επισήμως» ή σε παρασυναγωγές μεγάλων κυρίως κρατών είναι ισχυρή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει  καλά στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας. [something is rotten in the state of Danmark: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ].

Είναι πολιτικά επικίνδυνο εάν άτομα που κατέχουν θέσεις ευθύνης αλλά και οι πολίτες δεν γνωρίζουν ότι κάτω από τις ιδεαλιστικές διακηρύξεις το εγχείρημα της ΕΕ ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά εύθραυστο και αμφίπλευρα κινούμενο. Ουσιαστικά μονίμως σχοινοβατούσε πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το γεγονός ότι με σπασμωδικές κινήσεις κράτη-άσπονδοι φίλοι κινούνται προς ουσιαστική διάσπαση του εγχειρήματος υποδηλώνει το πόσο ανησυχητικές είναι οι υποβόσκουσες αντιθέσεις και τα ανυπέρβλητα προβλήματα.

Με τις σεισμικές πλάκες σε έντονη διέγερση λόγω νέων Αμερικανικών στρατηγικών προσανατολισμών, θανατηφόρων πληγμάτων λόγω ΟΝΕ κατά πολλών κρατών μελών, προσφυγικού προβλήματος, αστάθειας στις εγγύς περιφέρειες και μεγάλων στρατηγικών ανακατατάξεων στο πλανητικό επίπεδο, οι παρασυναγωγές μερικών μεγάλων κρατών για να στηθούν πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος θυμίζει α) την ρήση «τα παιδία παίζει» και β) το γεγονός που από καιρό πολλοί επισημάνουν για το έλλειμμα στρατηγικής σκέψης στην Ευρώπη. Αντί τουλάχιστον έστω και καθυστερημένα –έπρεπε να γίνει αρχές του 1990– να γίνει μια μεγάλη Διάσκεψη για να συζητηθούν εις βάθος τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικοοικονομικά ζητήματα της μεταψυχροπολεμικής εποχής ηγέτες ολοφάνερα πολύ μικρού πολιτικού αναστήματος ροκανίζουν τα κλαριά πάνω στα οποία επισφαλώς κάθονται, αυτοί και τα κράτη τους.

Για την Ελλάδα αυτές οι εξελίξεις είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας, ιδιαίτερα εάν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι χωρίς να υπάρχει ο παραμικρός λόγος –μερικά οικονομικά μέτρα πριν την κρίση ή μόλις διαφάνηκε το 2009-10 θα οδηγούσαν σε πολιτικοοικονομικό ορθολογισμό– εγχώριες ανίκανες «ηγεσίες» οδήγησαν την χώρα στην άβυσσο ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων. Αυτή η πολιτικοοικονομική καταβύθιση της Ελλάδας ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγάλα αδιέξοδα και μεγάλους κινδύνους εάν όπως φαίνεται η διαδικασία ολοκλήρωσης οδηγηθεί σε κατακερματισμό, αναίρεση των νομιμοποιητικών της θεμελίων και ενίσχυση των ήδη πανίσχυρων φυγόκεντρων τάσεων.

Για να καταλάβουμε το πόσο σημαντικές είναι οι εξελίξεις απαιτείται να γίνει κατανοητό τι είναι αυτό που οι πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας και πολλοί επιστημονικοί φορείς δεν γνώριζαν. Ότι δηλαδή η ΕΕ δεν ήταν ένα ανθόσπαρτο πεδίο. Ήταν πάντα επισφαλές εγχείρημα και μετά το 1990 κινείται μέσα σε στρατηγικό και πολιτικό ναρκοπέδιο. Λόγω πολλών παθημάτων μιας χώρας, της Ελλάδας, που καθόταν πάνω σε ένα βουνό ψευδαισθήσεων και αφελών διεθνιστικών δογμάτων, κανείς θα ανέμενε πως πολιτικοί και επιστημονικοί φορείς αλλά και οι πολίτες θα φρόντιζαν να μάθουν το Α, Β, Γ … Ω κάποιων πραγμάτων. Να το κάνουμε σαφές: Πολλές συμφορές που μας πλήττουν  οφείλονται σε μεγάλο έλλειμμα στοιχειώδους γνώσης. Άγνοιας του Αλφαβηταρίού της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής.

Ένα περιβάλλον το οποίο είναι πλημμυρισμένο με διεθνισμούς και παγκοσμιόπληκτα ιδεολογήματα και θεωρήματα, δεν προσφέρεται για σοβαρή σκέψη, για διάβασμα που προσφέρει αληθινή γνώση και για υιοθέτηση υπεύθυνων και ορθολογιστικών στάσεων, θέσεων και αποφάσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον το κράτος και η φιλοπατρία δεν μπορούν να είναι θέσφατα η δε κρατική ισχύς δεν θεωρείται προϋπόθεση ευημερίας, ασφάλειας και επιβίωσης. Στουρνάρια και κράχτες ιδεολογημάτων και θεωρημάτων, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα, δεν θα μπορούσαν να δουν ότι η άκαιρη και άσκοπη ένταξη στην ΟΝΕ πριν γίνουμε ανταγωνιστικοί θα ήταν θανατηφόρα. Εάν δεν μάθουμε, έστω και την ύστατη στιγμή,  να σκεπτόμαστε και να λειτουργούμε πολιτικοοικονομικά και στρατηγικά ορθολογιστικά το μέλλον είναι δυσοίωνο.

Για να σταθούμε λίγο ακόμη στην Ελλάδα, μετά από πολλά παθήματα απαιτείται εν τέλει να γίνει κατανοητό ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ποτέ δεν ήταν γραμμικό και μονοσήμαντο. Γραμμική και μονοσήμαντη ήταν η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα εξ ου και η αλληλουχία φρικτών λαθών.

Το εγχείρημα της ολοκλήρωσης υποκινήθηκε από συγκεκριμένους λόγους, κυρίως τον φόβο νέου πολέμου μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι καταστροφές των δύο πολέμων, η συρρίκνωση της ισχύος των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που έφερε το τέλος της αποικιοκρατίας, η ανάδυση δύο υπερδυνάμεων με μεγάλες οικονομίες, η απειλή της ΕΣΣΔ την οποία ο Στάλιν δεν έκρυβε και τα διλήμματα ασφαλείας για την έκρηξη νέων ενδό-Ευρωπαϊκών πολέμων, καθώς και άλλα συναφή και συμπαρομαρτούντα, ήταν όλα γεγονότα και εξελίξεις που συνηγορούσαν για κάποιου είδους συνεργασία στην Δυτική Ευρώπη.

Τέσσερις ήταν οι κύριες προσεγγίσεις. Οι τρεις συγγενείς ιδεαλιστικές/θεσμικές/οικονομιστικές προσεγγίσεις, δηλαδή ο φεντεραλισμός, ο λειτουργισμός και ο νεολειτουργισμός. Η τέταρτη, απέναντί τους, η διακυβερνητική προσέγγιση την οποία ενσάρκωσε με αναλύσεις και πολιτικά εμπράγματα ο Πρόεδρος Ντε Γκολ.

Παρά την παρωχημένη προσδοκία των 3 πρώτων ότι μέσα από ελιτιστικά προσδιορισμένους θεσμούς θα κατασκευαστεί μια υπερεθνική οικονομική ανθρωπολογία ως επαρκής προϋπόθεση πολιτικής ένωσης, το 1957 άρχισε μια διαδικασία αποκλειστικά οικονομικής συνεργασίας με δημιουργία ενιαίου δασμολογίου, τελωνειακής ένωσης και κοινής αγοράς.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η οικονομική ολοκλήρωση όπως εξελίχθηκε δεν θα ήταν εφικτή εάν οι ΗΠΑ μετά το δόγμα Τρούμαν και την δημιουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας δεν κάλυπτε στρατηγικά την Ευρώπη. Ακολούθησαν οι συμφωνίες του 1954-55 που κυριολεκτικά έδεσαν χειροπόδαρα το δυτικό γερμανικό κράτος της μεταπολεμικά διαιρεμένης Γερμανίας και η Διάσκεψη της Μεσσήνης και οι Συνθήκες του 1957 που δρομολόγησαν ένα αμιγώς οικονομικό εγχείρημα προικισμένο με συντονιστικούς υπερεθνικούς θεσμούς.

Το εγχείρημα μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο πεδίο οικονομικής συνεργασίας και συγκρότησης ενός δικαιακού συστήματος ρύθμισής του (του «κοινοτικού κεκτημένου» ή acquis communautaire). Εκολάφθηκε και διαμορφώθηκε, επαναλαμβάνεται και υπογραμμίζεται, μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο. Η αμερικανική παρουσία δεν απέτρεπε μόνο την Σοβιετική απειλή αλλά επιπλέον κατεύναζε και σταθεροποιούσε τα στρατηγικά προβλήματα της Ευρώπης, ιδιαίτερα το «Γερμανικό ζήτημα» (βλ. στο τέλος παράθεση των θεωρήσεων του Josef Joffe).

Κανείς δεν κατανοεί τι συνέβη και πόσο μεγάλο λάθος ήταν το άλμα στο κενό του 1992 με την ΟΝΕ, εάν δεν κατανοήσει ότι το 1990 ο κόσμος εισήλθε σε μια μακρά μετάβαση που οδηγούσε στο αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Αντί περισυλλογής και με την στρατηγική των ΗΠΑ σε πλήρη εξέλιξη, το εγχείρημα της ΟΝΕ αποτέλεσε ένα άλμα μέσα στο ναρκοπέδιο της υψηλής πολιτικής. Οι προϋποθέσεις για κοινωνική και πολιτική ολοκλήρωση, όμως, δεν υπήρχαν, κάτι που δύο δεκαετίες μετά είναι ορατό από όλους. Μια πολιτική ένωση απαιτεί Πολιτικό και Κοινωνικό γεγονός. Απαιτεί Ευρωπαϊκό έθνος, ευρωπαϊκό κοινωνικοπολιτικό σύστημα και ευρωπαϊκή πολιτική δικαιοσύνη. Όλα δηλαδή παντελώς ανέφικτα. Μολαταύτα, το άλμα στο κενό της ΟΝΕ έγινε.

 

Οι τάσεις μετά το 1990 καταμαρτυρούσαν, επίσης, ότι αργά ή γρήγορα θα είχαμε μετακίνηση του στρατηγικού κέντρου βάρους των ΗΠΑ λόγω μεγάλων και διαρκών πλανητικών ανακατανομών ισχύος.

Ο πρόεδρος Τραμπ και οι διακηρύξεις του προς την κατεύθυνση επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών προσανατολισμών δεν είναι έκπληξη ή κεραυνός εν αιθρία. Το έβλεπαν ήδη από το 1990 όσοι δεν τυφλώθηκαν από την νηπιακών προδιαγραφών ιδεαλιστική ρητορική.

Αυτές τις ολοφάνερες τάσεις δεν τις πρόσεξαν πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες οι οποίοι εξ αντικειμένου αποτελούσαν μικρογραφία προγενέστερων ηγετικών μορφών της αμέσως μετά τον πόλεμο περιόδου. Το διεθνές σύστημα ήταν τότε, συνεχίζει να είναι άναρχο (βλ. παρεμβαλλόμενο πίνακα). Αυτή η εγγενής αναρχία με οτιδήποτε αυτό σημαίνει αφορά και την Ευρώπη (βλ. την θέση-σταθμός του Hedley Bull στο τέλος για τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το φαινόμενο του πολέμου ως τάση που υποβόσκει παρόμοια με κάθε άλλο διακρατικό πεδίο).

Αυτό το έλλειμμα στρατηγικής σκέψης δεν είναι τυχαίο ούτε αποτελεί μυστήριο: Κάτω από αμερικανική στρατηγική κάλυψη, όλοι ασχολούνταν με την ελευθέρα κυκλοφορία των καταναλωτικών προϊόντων τους διοικητικούς μηχανισμούς στα πεδία της «χαμηλής πολιτικής» και τις νομικές ρυθμίσεις. Τα στρατηγικά αφέθηκαν στις ΗΠΑ. Ακόμη και Ακαδημαϊκές έδρες στα πεδία της στρατηγικής δεν δίνονταν (ο υποφαινόμενος την δεκαετία του 1990 παρά την διεθνή βιβλιογραφική παρουσία στα πεδία της στρατηγικής και της διπλωματίας έδωσε αγώνα για μια τέτοια έδρα Jean Monnet την οποία τελικά πήρε). Το αποτέλεσμα ήταν να ατροφήσει η στρατηγική σκέψη στην Ευρώπη και η στρατηγική ανάλυση και αποφάσεις να μετατοπιστούν στις ΗΠΑ. Αυτό εν πολλοίς ισχύει μέχρι σήμερα.

Συνεχίζοντας την συντομογραφική αναφορά σε αξονικά ζητήματα που θα διαταραχθούν εκ βάθρων εάν τελικά το εγχείρημα της ολοκλήρωσης οδηγηθεί σε πολλές ταχύτητες –στην πράξη βέβαια μετά το 1992 λόγω ΟΝΕ και περισσότερο μετά την κρίση οι διαφορετικές ταχύτητες και οι ιεραρχήσεις ισχύος αποτελούν γεγονός– υπογραμμίζεται ότι η στρατηγική παράμετρος και η Αμερικανική στρατηγική κάλυψη είναι η μια όψη του νομίσματος.

Η άλλη  ονομάζεται πρόεδρος Ντε Γκολ. Συνοπτικά γιατί είναι ζητήματα που αναλύθηκαν σε εκτενέστερα κείμενα, ο Ντε Γκολ το 1966 επέβαλε τον «Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου». Δηλαδή, ανεξαρτήτως τι λένε οι Συνθήκες για ψηφοφορίες κτλ, «να συζητούν μέχρι να συμφωνήσουν», δηλαδή ομόφωνες αποφάσεις. Αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση που υπό τις περιστάσεις των δεκαετιών 1960-1980 παράλληλα με την Αμερικανική στρατηγική κάλυψη συγκροτήθηκε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα.

Πρώτον, όλες οι αποφάσεις εφεξής ήταν ομόφωνες-συναινετικές. Αυτό γράψαμε στο παρελθόν, έστω και υπό τις ιδιόρρυθμες στρατηγικές συνθήκες που προαναφέραμε εξελίχθηκε ως η «κοσμοθεωρία της ΕΕ» (http://www.ifestosedu.gr/11EUkosmotheoria.htm).

Τουτέστιν, όχι μόνο ισοτιμία αλλά και ισότητα ανεξαρτήτως μεγέθους και ισχύος των μελών. Οι αποφάσεις ήταν πιο αργές και βασανιστικές αλλά εμπεδωμένες και αποδεκτές. Ταυτόχρονα, είχαμε μια ακόμη εξέλιξη, δηλαδή την έναρξη των Διακυβερνητικών Διασκέψεων και άλλων συναντήσεων αρχής γενομένης με το Συμβούλιο Αρχηγών.

Τα διακυβερνητικά όργανα  ενισχύθηκαν και τα υπερεθνικά όργανα είχαν μεν δυνατότητα πρωτοβουλιών πλην κατά βάση ήταν εντολοδόχοι των διακυβερνητικών οργάνων.

Ενώ δηλαδή λειτουργικά η οικονομική ολοκλήρωση προχωρούσε ο διακυβερνητισμός υπερίσχυε. Το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα διέθετε ένα ιδιόμορφο σύστημα περιφερειακής συνεργασίας πλην κατά βάση διατηρούσε όλες τις ιδιότητες ενός διακρατικού συστήματος (βλ. Hedley Bull στο τέλος)

Η Εθνική Ανεξαρτησία, η κρατική κυριαρχία, οι εθνικές πολιτικές παραδόσεις, οι πολιτισμοί και τα συστήματα εθνικής διανεμητικής δικαιοσύνης ενισχύθηκαν. Δηλαδή είχαμε τόσο οικονομική αλληλεξάρτηση όσο διακυβερνητική υπερίσχυση, υπό συνθήκες όμως συναινετικών αποφάσεων που εμπέδωναν την ισοτιμία ή ακόμη και την ισότητα. Σίγουρα αυτή η δομή όπως είχε εξελιχθεί μετά το 1966 ήταν το πλέον εμπεδωμένο αντί-ηγεμονικό σύστημα της σύγχρονης εποχής. Αυτός ήταν βασικά ο κύριος συνεκτικός και νομιμοποιητικός ιστός του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης επί δεκαετίες και αυτός είναι που δυναμιτίζεται με τα σχέδια για πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος.

Δεύτερον, το όλο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συνοψίζω, σχοινοβατούσε ταυτόχρονα πάνω σε πολλά σχοινιά: Σχοινιά στρατηγικά στο επίπεδο της Ατλαντικής Συμμαχίας, σχοινιά υπερεθνικότητας / διακυβερνητισμού στο επίπεδο των Ευρωπαϊκών θεσμών, σχοινιά διεθνιστικής ιδεαλιστικής ρητορικής και εθνικών κοσμοθεωριών και σχοινιά κοινωνικών ισορροπιών ανάλογα με το πώς επενεργούσαν οι συναινετικές / ομόφωνες αποφάσεις ή εάν αυτές καταστρατηγούνταν οδηγώντας σε εντάσεις. Ένωση ποτέ δεν υπήρξε.

Αυτό που είχαμε ήταν μια ρευστή και εύπλαστη ενοποιητική διαδικασία υπό συνθήκες διακυβερνητικών αποφάσεων και όχι κάποια Ένωση όπως πολλές ιδεαλιστικές διακηρύξεις άφηναν να εννοηθεί. Βέβαια, για αποφυγή κάθε παρανόησης, το κεκτημένο της οικονομικής συνεργασίας ήταν και συνεχίζει να είναι πολύ σημαντικό, εξ ου και ένα σημαντικό επιχείρημα μετά το 1990 ήταν ότι πρώτιστο μέλημα για την Ευρώπη όχι να κάνει άλματα (στο κενό) αλλά να διασφαλίσει το κεκτημένο αυτό.

Τρίτον, αρχές της δεκαετίας του 1970 κυρίως γύρω από την «έκθεση Tindemans» έγιναν αντίστοιχες με τις σημερινές σκέψεις για μια «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων». Οι σκέψεις αυτές συζητήθηκαν εκτεταμένα και εγκαταλείφθηκαν τάχιστα και αιτιολογημένα.

Αυτό γιατί ένα εγχείρημα που παραφουσκώθηκε εξαρχής με ιδεαλιστικές διακηρύξεις μια ιεράρχηση στην βάση ισχύος αφενός θα αποδυνάμωνε την προαναφερθείσα κοσμοθεωρία των συναινετικών αποφάσεων που λειτουργούσε συνεκτικά και αφετέρου θα οδηγούσε σε εντάσεις τόσο μεταξύ των ισχυρών κρατών-μελών όσο και μεταξύ των ισχυρών και των λιγότερο ισχυρών κρατών.

Αποφάσισαν, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε τότε, να μην παίξουν με την φωτιά καθότι τέτοια βήματα θα διασπούσαν το εγχείρημα πνευματικά, πολιτικά και οικονομικά.

Ουσιαστικά, μπροστά σε αυτά τα μεγάλα διλήμματα τα κράτη-μέλη επαναπαύθηκαν στην πολυτέλεια της Αμερικανικής στρατηγικής κάλυψης και περιορίστηκαν σε ένα αυστηρά διακυβερνητικό συντονισμό στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό, πάλι, υπό Αμερικανική εποπτεία (συμφωνία Gymnich 1974).

Στα οικονομικά και θεσμικά πεδία μέχρι και το 1990 επικράτησε το «καλύτερα σιγά παρά γρήγορα και επικίνδυνα». Τελικά βέβαια, η κοσμοθεωρία της ισοτιμίας εμπεδώθηκε και εδραιώθηκε και αυτό που διακυβεύεται μετά το 1992 και εντονότερα σήμερα είναι κατά πόσο πλήττεται οπότε το μέλλον του κοινοτικού εγχειρήματος είναι εξαιρετικά αβέβαιο.

Τέταρτον, αυτές οι ούτως ή άλλος σχοινοβασίες όπως είναι αναμενόμενο βρέθηκαν σε αναταράξεις το 1989-92 όταν εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων λόγω τέλους του Ψυχρού Πολέμου, της Αμερικανικής Νέας Τάξης, της Γερμανικής επανένωσης και των κρίσεων στις περιφέρειες, οδήγησαν ακόμη και σε στρατιωτικές προετοιμασίες στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Συντομεύουμε λέγοντας ότι αφενός οι ΗΠΑ την δεκαετία του 1990 διαιώνισαν προσωρινά την στρατηγική παρουσία με αντάλλαγμα οι Ευρωπαίοι να τους «βοηθούν» στις «επεμβάσεις» για τα «ανθρώπινα» δικαιώματα. Επιπλέον, οι Γάλλοι, σπασμωδικά και απελπισμένα, το 1991 δέχθηκαν το τετελεσμένο της Γερμανικής επανένωσης με όρο την δημιουργία της ΟΝΕ.

Πέμπτο, όλα αυτά που έλαβαν χώρα αρχές της δεκαετίας του 1990 δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε στρατηγικό και πολιτικοοικονομικό ανορθολογισμό που υπονόμευαν τα κεκτημένα στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Υπενθυμίζουμε ότι οι Γάλλοι επί δεκαετίες αξίωναν Ευρωπαϊκή νομισματική επιτροπή για να ελέγχει την Κεντρική Τράπεζα της οικονομικά πανίσχυρης Γερμανίας. Αντί αυτού οι ιδεαλιστικές απογειώσεις των Ντε Λορ και άλλων οδήγησαν στην … Ένωση. Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).

Χαρακτηριστικά ο τότε Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών αποχώρησε λέγοντας: ονομάστε την όπως θέλετε «ένωση» δεν θα είναι και το ΗΒ δεν συμμετείχε στην ΟΝΕ.

Καταλήγοντας επισημαίνουμε ότι μετά τον Ψυχρό Πόλεμο αντί μιας μεγάλης Διάσκεψης για να μιλήσουν στρατηγικά, τα κράτη της Ευρώπης έκτιζαν τον ένα πύργο μετά τον άλλο πάνω στην κινούμενη στρατηγική άμμο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου.

Ήδη τέλος της δεκαετίας του 1990 οι πρωτεργάτες της ΟΝΕ έλεγαν ότι απέτυχε πλην τα στουρνάρια!! στην Αθήνα (δικαιολογούνται αυτά τα σκληρά υπονοούμενα λόγω των φρικτών και θανατηφόρων πληγμάτων κατά της Ελληνικής κοινωνίας), αγράμματα και πελατειακά περιπλεγμένα όπως ήταν, συν πολύ απασχολημένοι με παρελάσεις πάνω σε κοινωνικοπολιτικές, τηλεοπτικές και επιστημονικές πασαρέλες, ουδέν άκουγαν.

Προκάλεσαν το μοιραίο: Επειδή για όποιον είχε μάτια μπορούσε να δει ότι η Ελλάδα «δεν θα αντέξει τον ανταγωνισμό, το «κλείδωμα» στην ΟΝΕ (αναμενόμενα αυτό) θα μετατραπεί σε φυλακή χωρίς δυνατότητα απόδρασης.» (ΟΝΕ: Ο μηχανισμός της καταστροφής και έγκαιρες προειδοποιήσεις http://wp.me/p3OlPy-CS). Όσοι βέβαια τολμούσαν να λένε αυτό που απορρέει από την στοιχειώδη γνώση του Αλφαβηταρίου, γίνονταν στόχος «δολοφονίας χαρακτήρα» από ετοιμοπόλεμους του παρακμασμένου πολιτικοοικονομικού και επικοινωνιακού συστήματος. Αυτό δεν εκπλήττει. Αυτό που εκπλήττει είναι ότι τα ίδια ισχύουν και μετά το 2010 ενώ ο καθείς πρέπει να γνωρίζει ποιοι είναι οι δράστες της συμφοράς.

Ολοκληρώνουμε λοιπόν λέγοντας πως το γεγονός ότι οι ηγέτες μεγάλων κρατών μιλούν για πολλές ταχύτητες είναι μείζον ζήτημα και προοίμιο πολλών άλλων εξελίξεων. Βασικά δυναμώνουν γνωστές φυγόκεντρες τάσεις και αποτελούν εξελίξεις που επιταχύνουν ριζικές αλλαγές στην Ευρώπη.

Ολοφάνερα η Ευρώπη μετασχηματίζεται ραγδαία προς την κατεύθυνση ιεράρχησης των πραγμάτων όχι στην βάση της επί μακρόν διακηρυγμένης κοινοτικής αλληλεγγύης, ισοτιμίας και ισότητας αλλά στην βάση κριτηρίων ισχύος. Όμως, όπως είπαμε άλλα κριτήρια και παράγοντες είναι που συγκροτούσαν και συγκρατούσαν το εγχείρημα.

Τα πράγματα όπως εξελίσσονται αποτελούν την λογική απόληξη καταστάσεων που δημιουργήθηκαν λόγω λανθασμένων αποφάσεων την δεκαετία του 1990.

Όμως, και για μια σειρά άλλων λόγων. Αφορούν την Αμερικανική στρατηγική η οποία υπό τον νέο πρόεδρο προσανατολίζεται διαφορετικά αναζητώντας νέες πλανητικές ισορροπίες. Επίσης την ωρίμανση της Γερμανικής ισχύος (την οποία ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν ξέρουν πως θα διαχειριστούν) και την σχεδόν βεβαία μετάλλαξη ή τερματισμό της ΟΝΕ. Επιπρόσθετα, σχετίζονται με το μείζον ζήτημα των νέων στρατηγικών ελιγμών του Λονδίνου (Brexit το λένε αλλά δεν είναι κάτι πολύ ευρύτερο φέρνει) και ασφαλώς με την σταδιακή κίνηση προς νέες ισορροπίες με την Ρωσία, στις περιφέρειες και στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων πλανητικά.

Η Ευρώπη για κάθε ένα που έχει μάτια βλέπει ότι είναι πλέον ένα στρατηγικό και πολιτικό σκορποχώρι. Απλά η κίνηση προς την «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» καταμαρτυρεί απίστευτη στρατηγική επιπολαιότητα, έλλειμμα στρατηγικής σκέψης και αβάστακτο πολιτικοοικονομικό ανορθολογισμό.

Πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος σημαίνουν επάνοδο στην λογική της άνισης ανάπτυξης εντός ενός πεδίου  κρατών διαφορετικού μεγέθους, διαφορετικής ισχύος και διαφορετικών οικονομικών δυνατοτήτων. Σε ένα τέτοιο πεδίο μόνο ισορροπία δυνάμεων μπορεί να διασφαλίσει την σταθερότητα και η ανάπτυξη ανισοτήτων και ανισορροπιών οδηγεί μαθηματικά στην αστάθεια. Αυτό λέει η διακρατική εμπειρία και μάλιστα πρωτίστως η όχι και τόσο μακρινή Ευρωπαϊκή εμπειρία.

Οι πνευματικές, ψυχολογικές και υλικές συνιστώσες οι οποίες μαζί με την στρατηγική σταθερότητα που πρόσφεραν οι ΗΠΑ λειτουργούσαν συνεκτικά και νομιμοποιητικά, κυριολεκτικά θα τιναχθούν στον αέρα εάν το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα αναδομηθεί, συγκροτηθεί και ιεραρχηθεί στην βάση των διαφορών, της ισχύος και των ηγεμονικών συμφερόντων.

Η λογική της άνισης ανάπτυξης, το κυριότερο δηλαδή δίλημμα πολέμου, θα εξαλείψει την «κοσμοθεωρία» της συνύπαρξης μέσα σε μια πολιτικοοικονομική δομή ισότιμων κρατών μελών τα οποία με την πρακτική των ομόφωνων/συναινετικών αποφάσεων μετά το 1966 εμπράγματα συναλλάσσονταν ως ίσα ανεξαρτήτως ισχύος.

Θεμελιώδη κριτήρια και παράγοντες της μεταπολεμικής δομής θα τεθούν υπό αίρεση ή θα παύσουν να ισχύουν με αποτέλεσμα να ανοιχθεί το κουτί της Πανδώρας των αιτιών πολέμου που πάντα υπέβοσκαν στα θεμέλια.

Κοινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς

  • προσδοκίες για οικονομική αλληλεγγύη,
  • προυποθέσεις για σμίλευση κοινού μετώπου έναντι τρίτων στα οικονομικά πεδία,
  • πρακτικών διαφάνειας και προβλέψιμων συμπεριφορών που μειώνουν τον φόβο της (διακρατικής) πολιτικοοικονομικής εξαπάτησης,
  • προϋποθέσεις διακρατικής δημοκρατίας που διασφάλιζαν οι μετά το 1966 πρακτικές των ομόφωνων/συναινετικών αποφάσεων,
  • προϋποθέσεις απουσίας ηγεμονικών συμπεριφορών που οφείλονταν όπως είπαμε στις ομόφωνες/συναινετικές αποφάσεις μετά το 1966
  • προσδοκίες ότι δεν κινδυνεύει το επί δεκαετίες σταθεροποιημένο νομικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο συνεργασίας,
  • προϋποθέσεις που διασφαλίζουν τους εθνικούς πολιτισμούς, τις εθνικές ταυτότητες και την εθνική ανεξαρτησία των κρατών-μελών
  • προϋποθέσεις ίσων όρων σμίλευσης κοινών συμφερόντων και διαπραγμάτευσης στην βάση αυτή με τρίτους
  • προϋποθέσεις που θρέφουν εμπράγματα το αίσθημα των μελών ότι η συμμετοχή τους στην Κοινότητα τα ενδυναμώνει και τα καθιστά ανταγωνιστικά στην ανελέητα ανταγωνιστική διεθνή πολιτική.

Πολλές θεσμικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες ταχύτητες τινάζουν όλες αυτές και άλλες συναφείς προϋποθέσεις που συγκροτούσαν μια κάποια «Ευρωπαϊκή ιδέα» που συνηγορούσε με την άποψη πως η συμμετοχή στην Κοινότητα ενισχύει, διασφαλίζει και διαφυλάττει μια θεσμική και πολιτικοοικονομική δομή συνεργασίας. Μείζον, αξονικό και κεντρικό, επαναλαμβάνεται ξανά, είναι η κοινοτική μέθοδος νοούμενη ως συναινετικές/ομόφωνες αποφάσεις μέσα σε μια δομή όπου υπάρχουν υπερεθνικοί θεσμοί πλην είναι ουσιαστικά εντολοδόχοι και όπου απουσιάζουν ιεραρχήσεις με όρους ισχύος και δη ηγεμονικής.

Ολοκληρώνουμε υπογραμμίζοντας: Πολλές ταχύτητες στην βάση ιεραρχήσεων ισχύος σημαίνει ηγεμονισμό, ηγεμονισμός και κοινοτισμός είναι έννοιες ασυμβίβαστες και δολοφονούν τον δεύτερο, στην προκειμένη περίπτωση το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το ευρωπαϊκό διακρατικό σύστημα επανέρχεται στις πρακτικές της ισορροπίας δυνάμεων και των συνεχών εξισορροπήσεων τις οποίες το εγχείρημα της ολοκλήρωσης είχε ως κύριο σκοπό να τερματίσει.

Συναφείς αναλύσεις

Π. Ήφαιστος, ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΤΟΥ «ΓΥΑΛΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ» ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΤΟΝ ΑΞΥΠΝΗΤΟ. ΣΕ ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ http://wp.me/p3OlPy-1sg

ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ (μεταμοντέρνος) στην ΕΕ. Αφορμή για επισημάνσεις περί νέων Σοδόμων και Γομόρρων ή περί της ανάγκης αλλαγής Παραδείγματος. http://wp.me/p3OqMa-1iz

 Π. Ήφαιστος, εθνοκράτος versus ωφελιμιστικός διεθνισμός και το θολό ιδεολογικό Βασίλειο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης http://wp.me/p3OlPy-1kW

ΝΤΕ ΓΚΟΛ, ΤΣΟΡΤΣΙΛ, ΘΑΤΣΕΡ: Πίσω στα θεμελιώδη. Με εισαγωγή Π. Ήφαιστος http://wp.me/p3OlPy-1ju

Π. Ήφαιστος, ΠΕΡΙ «ΕΥΡΩΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ» VERSUS ΠΟΛΙΤΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ή ΤΟ BREXIT ΩΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ http://wp.me/p3OlPy-1jj http://wp.me/p3OqMa-1ck

Π. Ήφαιστος, ΒΡΕΤΑΝΙΑ – ΕΕ: ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΕΕ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1992 ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΙΝΟΥΜΕΝΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΕΙΣΜΙΚΕΣ ΠΛΑΚΕΣ http://wp.me/p3OlPy-1jg

ΕΔΩ BREXIT ΕΚΕΙ BREXIT ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ BREXIT; ΤΟ BREXIT ΕΙΝΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ: ΒΡΕΤΑΝΙΑ – https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/permalink/976607629150513/

ΕΕ: ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΕΕ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1992 ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΙΝΟΥΜΕΝΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΕΙΣΜΙΚΕΣ ΠΛΑΚΕΣhttp://wp.me/p3OlPy-1jg

Π. Ήφαιστος, EE: ΤΟ «ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΟ» ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ http://wp.me/p3OlPy-1gC – http://wp.me/p3OqMa-19E

Η ΑΒΑΣΤΑΚΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΤΕΧΝΟΣΦΑΙΡΑΣ http://wp.me/p3OlPy-134 

Ευρωπαϊκή ένωση: Πρότυπο ενός εθνοκρατοκεντρικού κόσμου ή μιας υπερκρατικής δεσποτείας;* http://wp.me/p3OlPy-Nl 

Περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη; Απάντηση: Όση πρέπει σύμφωνα με την εθνοκρατοκεντρική της φύση http://wp.me/p3OlPy-PI 

ΤΟ ΘΟΛΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ http://wp.me/p3OlPy-CO 

ΟΝΕ: Ο μηχανισμός της καταστροφής και έγκαιρες προειδοποιήσεις http://wp.me/p3OlPy-CS 

Η Ευρώπη σε Σταυροδρόμι: Οι προϋποθέσεις μιας Εθνοκρατοκεντρικής ΕΕ http://wp.me/p3OlPy-uy 

Θα επιβιώσει ή δεν θα επιβιώσει η ΕΕ; http://wp.me/p3OlPy-sz 

ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2009-12 ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΕ http://wp.me/p3OlPy-sn 

Π. Ήφαιστος, Ευρωπαϊκή πολιτική – ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Βιβλιογραφικές αναφορές http://wp.me/p3OqMa-19l

 

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos

www.ifestos.edu.gr / www.ifestosedu.gr – [email protected]

Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/

Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/

ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/

Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/

Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/

Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμόςhttps://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

Κονδυλης Παναγιώτης– https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/

Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/

Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμόςhttps://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/

Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτηςhttps://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/

Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/

Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/

Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos

Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB

«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos

Οι υποθέσεις εργασίας αποτελούν κεντρικά ζητήματα που διερευνώνται σε όλα σχεδόν τα βιβλία του διδάσκοντος για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ο πίνακας από το Ευρωατλαντικές σχέσεις

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΕ – «4 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»

Stanley Hoffman, 1966: «παράδοξο Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης »

«Για τρεις λόγους, η ενοποιητική διαδικασία υπήρξε το θύμα και το αποτέλεσμά της η επιβίωση του έθνους – κράτους. Ο ένας λόγος χαρακτηρίζει κάθε διεθνές σύστημα και οι άλλοι δύο μόνο το Ευρωπαϊκό σύστημα. Η εσωτερική λογική και ο τρόπος εξέλιξης κάθε διεθνούς συστήματος βρίσκεται στην διαφορά των εσωτερικών του συντελεστών, στις γεωϊστορικές συνθήκες που το χαρακτηρίζουν και τις εξωτερικές επιδιώξεις των μονάδων που το συνθέτουν. Κάθε σύστημα χαρακτηριζόμενο από κατατεμαχισμό [σημείωση: δηλαδή οργανωμένο σε ανεξάρτητες, ετερογενείς, ανομοιογενείς και κυρίαρχες μονάδες], τείνει, με την δυναμική που αναπτύσσει η ενυπάρχουσα ανισότητα να αναπαραγάγει την ετερότητα».

Δηλαδή, –Διαιωνίστηκε και ενισχήθηκε το έθνος-κράτος, –Ενισχύθηκε η κρατική κυριαρχία, οι θεσμοί, ο πολιτισμός, η οικονομία των κρατών μελών καθώς και η θέση τους στο διεθνές σύστημα. -Η ετερότητα αναπαράγεται και αυξάνεται

Hedley Bull, 1982: Μορφή Χαρακτήρας του Ευρωπαϊκού Πολιτικού Συστήματος

«Δεν υπάρχει υπερεθνική κοινότητα στην Δυτική Ευρώπη. Υπάρχει μια ομάδα κρατών (επιπλέον, εάν υπήρχε μια υπερεθνική εξουσία στη Δυτική Ευρώπη θα ήταν πηγή αδυναμίας και όχι ισχύος ως προς την αμυντική πολιτική. Αυτό που είναι πηγή ισχύος στην Ευρώπη είναι το έθνος-κράτος – δηλαδή η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία – και η ικανότητά τους να εμπνεύσουν πίστη και νομιμοφροσύνη στα θέματα του πολέμου). Υπάρχει ένα κονσέρτο κρατών, των οποίων η βάση είναι μια περιοχή ως προς την οποία πιστεύεται πως υπάρχουν κοινά συμφέροντα μεταξύ των μεγαλυτέρων δυνάμεων. Η ιστορία των Ευρωπαίων είναι μια ιστορία εγγενούς-ενδημικής σύγκρουσης. Εάν πρόσφατα απέκτησαν τη συνήθεια της συνεργασίας (σημείωση: στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης), αυτό έγινε υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ και υπό την απειλή εξ ανατολών. Ακόμη και η απλή σκέψη ότι τα ευρωπαϊκά κράτη συνιστούν μια “κοινότητα ασφαλείας” ή μια “περιοχή ειρήνης” είναι ευσεβής πόθος, εάν αυτό σημαίνει ότι πόλεμος μεταξύ τους δεν θα υπάρξει ξανά, και όχι ότι δεν υπήρξε τα τελευταία χρόνια και ότι είναι εκτός λογικής εάν υπάρξει ξανά».

Δηλαδή: Αμφισβητήθηκε η βιωσιμότητα της ολοκλήρωσης στη βάση ωφελιμιστικών κριτηρίων, -έθεσε ερωτηματικά για τον χαρακτήρα των συγκλίσεων, επειδή αυτές, πρωτίστως, στηρίζονται στην (εφήμερη;) συμφωνία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, -έθεσε ερωτήματα για το κατά πόσον το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι τρωτό στις διεθνείς διακυμάνσεις και ευάλωτο σε ενδοευρωπαϊκές ανακατατάξεις. – έθεσε ερωτήματα για την σχέση της σταθερότητας της Ευρώπης σε αναφορά με την διεθνή κατανομή ισχύος και τις στρατηγικές δομές. -άφησε ανοικτό το θέμα των διλημμάτων ασφαλείας και των ηγεμονικών συμπεριφορών.

Kenneth Waltz, 1979: Η σημασία της κατανομής ισχύος και των στρατηγικών δομών

Πριν τον πόλεμο, το βασικό αίτιο πολέμου ήταν τα διλήμματα ασφαλείας. Η συνεργασία ήταν δύσκολη λόγω της ανησυχίας μεγαλύτερων σχετικών κερδών από την άλλη πλευρά. Ο διπολισμός εξάλειψε ή αποδυνάμωσε μερικούς από αυτούς τους παράγοντες και έκανε τα κράτη της δυτικής Ευρώπης «καταναλωτές ασφαλείας».

Για πρώτη φορά οι καθοριστικοί παράγοντες της Ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας βρίσκονταν εκτός Δυτικής Ευρώπης. τα θέματα πολέμου και ειρήνης συνδέονταν με την διπολική αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων και την κατανομή ισχύος που αυτή δημιουργούσε και η οποία ευνοούσε την διαδικασία ολοκλήρωσης: « Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, υπό την σκιά των υπερδυνάμεων, διαπίστωσαν γρήγορα πως ο πόλεμος μεταξύ τους είναι αντιπαραγωγικός και σύντομα άρχισαν να πιστεύουν πως είναι, επίσης, αδύνατος. Επειδή η ασφάλεια όλων βασιζόταν στις επιλογές λλων και όχι στις δικές τους, ήταν εφικτό να γίνουν ενοποιητικά βήματα »

Josef Joffe το 1984: «Οι αμερικανοί σώζουν τους ευρωπαίους από τους εαυτούς τους».

«η θεωρία των συμμαχιών υποστηρίζει, τα κράτη συνασπίζονται για να εξασφαλίσουν την ασφάλειά τους. Στην περίπτωση του ΝΑΤΟ, όμως, τα κράτη μέλη συνασπίσθηκαν επειδή η ασφάλειά τους εξασφαλιζόταν από έναν ισχυρό εξωτερικό συντελεστή ο οποίος πρόσφερε αξιόπιστα εσωτερική και εξωτερική τάξη και ασφάλεια στην Δυτική Ευρώπη. … χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Δυτική Ευρώπη μπορεί να επιστρέψει σε εξισορροπητικές διαδικασίες της προπολεμικής περιόδου αντί να προχωρήσει στην ενοποιητική διαδικασία. Ο αδύναμος θα αισθανθεί ξανά ανησυχία για τις προθέσεις του ισχυρού και ο ισχυρός – όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία – θα αρχίσουν, για ακόμη μια φορά, να ανησυχούν για τις προθέσεις αλλήλων. … Η επαγωγική συνέπεια μιας Δυτικής Ευρώπης πλην τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια πυρηνική Γερμανία με άλλα Ευρωπαϊκά κράτη να ακολουθούν … Οι Ηνωμένες Πολιτείες, απαλλάσσοντας τους Ευρωπαίους από την ανάγκη μιας αυτόνομης άμυνας απομάκρυνε τα συστημικά αίτια των συγκρούσεων στα οποία οφείλονται τόσοι πολλοί Ευρωπαϊκοί πόλεμοι στο παρελθόν. Με το ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΑΛΛΟΥΣ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ«

Δηλαδή, τονίστηκαν: -η σημασία των δομικών και στρατηγικών παραμέτρων, -ο σταθεροποιητικός ρόλος των ΗΠΑ, -Οι υποβόσκουσες τάσεις όσον αφορά το Γερμανικό ζήτημα, -Ο ευάλωτος χαρακτήρας των ενδοευρωπαϊκών ισορροπιών και της ενδοευρωπαϊκής κατανομής ισχύος

Russia, Turkey and the Black Sea A2/AD Arms Race

0

Russian cruiser Moskva. Wikimedia Commons/Mil.ru

Will Turkey build its A2/AD capabilities to counter Russia’s growing A2/AD assets in the Black Sea and Syria?

While the Chinese A2/AD “bubble” in the South China Sea gives headaches to the United States and its allies in the Asia-Pacific region, further to the north, the newest Russian “bubble” is about to go online against Japan in the disputed Kuril Islands. Meanwhile, on the other end of Eurasia, in Russia’s Kaliningrad enclave, another A2/AD zone challenges NATO’s position in Eastern Europe.

Now, two more Russian “bubbles” in the Black Sea and Syria are threatening Turkey and NATO’s southeastern flank.

The Bear builds a new lair in the Black Sea and the eastern Mediterranean

In May 2014, Russian defense minister Sergei Shoigu announced a $2.43 billion naval buildup program. The plan included the deployment of new land-based air defense systems by 2020 in addition to new surface combatants and submarines to bolster Russia’s Black Sea fleet.

As Moscow implemented the sea component of its new Black Sea strategy, Russian president Vladimir Putin announced in March 2015 that Russia had positioned Bastion mobile coastal defense missile systems (SSC-5 in NATO nomenclature) in Crimea. On August 12, RT reported that the most advanced anti-air defense missile system in Russia’s inventory, the S-400 “Triumph,” had been deployed to the peninsula to augment the formidable air defense capabilities of S-300v4 (SA-23 Gladiator) batteries and PANTSIR S-1 gun-missile systems. The ongoing refurbishment of Soviet-era bunkers and reanimation of early-warning radar stations, in conjunction with the deployment of high-tech electronic-warfare equipment, has transformed Crimea into the epicenter of a nearly impenetrable A2/AD zone in the Black Sea.

The land-based anti-air warfare (AAW), anti-surface warfare (ASuW) and early warning capabilities that are integral components of this A2/AD strategy provides Russia’s small Black Sea fleet with impressive long-range defensive and offensive means. In September, Russian chief of general staff Valery Gerasimov stood on solid ground when he claimed that his country had regained supremacy in the Black Sea, which was lost to Turkey in the late 1990s. In a bid to underline the effectiveness of the sea denial strategy now in place, Gerasimov said that Russia’s “Black Sea Fleet should be able—and it has already demonstrated this capability—to destroy a potential enemy’s amphibious force on the way, starting from the ports of embarkation.” He added that “the Black Sea Fleet has all essential means of reconnaissance capable of identifying targets as far as 500 kilometers away and means of attack.”

About 1,000 kilometers (620 miles) to the south, off the coast of the Syrian port city of Tartus, the scene is virtually the same. The Kuznetsov carrier battle group, notwithstanding its impressive AAW and ASuW capabilities, is placed under the aegis of an impressive array of land-based, long-range Bastion anti-ship cruise missiles (ASCM), S-300 and S-400 surface-to-air missile (SAM) systems, as well as air-launched cruise missiles (ALCM).

Land dominating the sea, defense overcoming offense

The Russians are building land-based A2/AD systems to support their naval fleets for a good reason. Just like the Chinese, Russian strategic planners drew the right conclusions after the Gulf War by adopting A2/AD principles, which bar enemy forces from entering, operating in, or remaining in the region of conflict.

This naval strategy is characterized by missile warfare and coastal defense systems that carry the strengths of a naval fleet without its vulnerabilities, thus playing a prominent role in littoral operations. Indeed, in a tactical engagement in the littorals, numerous land-based ASCM and SAM systems can either reinforce the fleet’s firepower in a cost-effective way or batter the adversary fleet and give the coastal state’s fleet the opportunity to engage the enemy on more favorable terms.

To translate all these facts into a working naval strategy, prominent strategists such as Wayne Hughes and James Holmes argue that an A2/AD strategy implemented through “a fortress fleet” and reinforced with minelayers, submarines, land-based air support, and coupled with land-based ASCMs, SAMs and electronic-warfare systems, represents the most cost-effective and hardest-to-counter method of controlling littorals and nearby seas.

Recent events have proven the merits of A2/AD. In October 2016, a series of ASM attacks against several U.S. Arleigh Burke-class destroyers by Yemen’s Iran-backed Houthi rebels demonstrated that defending surface combatants—even against outdated missiles—is a very expensive task. The Yemen incident proved that attacked ships could egress without a scratch, but the economic cost of mounting an effective defense could be unbearable for many navies. The stakes are so high that no one can risk cutting corners.

The theory and practice of modern naval warfare shows that a fleet’s capability to control the sea, project force and strike land targets is severely hampered in littoral regions because it requires a large and expensive concentration of force—especially shipborne defensive AAW weaponry. This problem is all the more pressing for a fleet such as that of Turkey, which has home ports and littorals within range of Russia’s new A2/AD zones.

Beyond naval and military affairs, Russian “bubbles” also pose a threat to Turkish trade routes. For a country whose economic well-being depends on foreign trade, Russia’s A2/AD zone in Syria, if left unchecked, could pose a near-existential threat in the future.

Why Turkey should change its naval priorities

Against this Russian challenge, Turkey’s naval strategy is premised on presumptions from an era when its navy held relative supremacy in quantitative and qualitative terms in the Black Sea, the Aegean Sea and the eastern Mediterranean. Turkish naval strategy currently aims to defend the homeland and neutralize threats against its rights and interests in peripheral seas. Accordingly, the Turkish Navy’s primary mission is to establish sea control (although Ankara does not indicate whether that control would be absolute or limited). Secondary and tertiary missions are force projection and striking land from the sea, respectively. Sea denial takes only fourth place.

This perspective has shaped the Turkish Navy’s modernization projects. At present, Turkey’s shopping list envisions an impressive force structure influenced by a Mahanian vision of naval strategy that is geared toward sea control and force projection: the planned development and building of I-class stealth frigates (basically enlarged Ada-class corvettes) armed with sixteen anti-ship missiles (ASM) each, TF-2000 AAW frigates, two planned landing helicopter docks (LHD) based on Spain’s Juan Carlos I class amphibious assault ships (each worth $1 billion and planned to host F-35Bs) and fast combat-support ships.

Turkey, however, must face the grim reality. In the Black Sea, the ongoing and planned deployment of modern, stealthy surface combatants like the Admiral Grigorovich-class frigates, modified Buyan M-class corvettes, and the commissioning of the sixth and last Varshavyanka-class (Improved Kilo) diesel electric submarines have tipped the scales in Russia’s favor. Furthermore, while becoming increasingly unpredictable as well as aggressive, Moscow is close to establishing two very powerful A2/AD zones flanking Turkey from the north and south, severely restricting the country’s ability to maneuver at sea and in the air. As such, the Turkish side should reformulate its naval strategy by establishing its own A2/AD capabilities to assert and exercise sea control.

Today, establishing sea control is an expensive and cumbersome undertaking for a navy, especially in narrow and semi-closed seas and littoral regions surrounding Turkey. Unless a sudden breakthrough creating a singularity in anti-missile technologies comes about (such as efficient direct-energy weapons), land-based A2/AD strategies, with their potential for launching saturation attacks, will prevail over ship-based defense.

The good news is that Turkey has made some progress with weapon systems that could be used to establish an A2/AD zone. For some time, Turkey’s defense industries have been working on developing indigenous ASM and ALCM technologies. Under the first category, the ATMACA (“Hawk”) project, in progress since 2009, aims to develop an indigenous ASM with capabilities and range similar to the Harpoon Block II, which is slated for replacement from the Turkish Navy’s surface and submarine platforms.

Regarding ALCM, Turkey’s stand-off munition (SOM), the B-1 model, is said to have a greater range than 180 kilometers (100 nautical miles) and comes equipped with an imaging infrared (IIR), automatic target recognition-capable seeker that enables it to hit moving surface targets. This missile has already been integrated into the Turkish Air Force’s F-4E 2020 Terminator aircraft and F-16 Block 40 aircraft. Also under development are an extended-range variant and a stealthier model specifically designed to fit into the internal bays of F-35s.

These innovations, while impressive, are not enough. Turkey needs to discover the tactical potential of long-range cruise missile technology and translate it into a realistic and cost-effective naval strategy. In this respect, it must invest in and develop coastal missiles with ranges of up to 300 kilometers (about 160 nautical miles), along with the required mobile launchers and target acquisition and tracking systems. In contrast to long-range air and missile defense technologies, Turkey seems to possess the needed technical capability to quickly develop and mass-produce high-precision ASCMs.

Given its geographic position—dominating choke points between the Black Sea and the Mediterranean, and long coastlines bordering narrow and semi-closed seas—land-based mobile weapons and sensor systems will be a great boost to the Turkish Navy. Establishing a long- and short-range integrated AAW shield is equally important. With such a collection of toys, Turkey could deny its littorals to any adversary and threaten and harass them in the Aegean Sea, the eastern Mediterranean and the southern half of the Black Sea.

A2/AD: The last viable option to fall back on in a chaotic world

Irrespective of Russia’s intentions (or recent signs of a Russian–Turkish rapprochement in Syria), Ankara has other good reasons to invest in A2/AD capabilities.

For one, at a time when Turkey faces rapid technological advances and an uncertain strategic environment, it should opt for a cautious and defensive naval posture. The deep uncertainty that the incoming U.S. administration creates over the future of NATO and the new security situation in Turkey’s neighborhood necessitates the creation of an A2/AD bubble sooner rather than later. An A2/AD bubble would allow Turkey to deny the surrounding seas and skies to countries that may act against its national interests.

A robust A2/AD system would also allow Turkey to respond to Donald Trump’s criticism during the presidential campaign that NATO allies have to do their part, chip in and not free-ride on U.S. security guarantees and boost their capabilities by increasing their defense budget. Thus, Turkey, with help from its NATO allies, should strive to create its own A2/AD shield and bolster its own defense and that of the West.

To be sure, there is no point in overlooking Turkey’s weakening relations with its NATO partners in the aftermath of the failed coup of July 2016. While both Western criticism of Turkey’s deteriorating democratic standards and Turkish criticism of lack of U.S. and European support for Ankara’s security problems emanating from Iraq and Syria are valid, these concerns should be balanced in relation to greater Western and Turkish strategic interests in the Mediterranean, the Caucasus and the Middle East. In other words, policymakers in Ankara, Washington, Brussels and other Western capitals should ask themselves whether they could afford to “lose” each other at a time when the global scene gets increasingly chaotic and dangerous.

And if Ankara’s relations the West do break down, the A2/AD bubble will be an even more critical asset. For instance, should Turkey’s dormant disputes with Greece in the Aegean Sea and Cyprus resurface, the Hellenic Navy would likely enjoy backing from its sister EU navies. In that case, the Turkish Navy’s “power projection” platforms would be of very little use. A land-based defensive A2/AD bubble, on the other hand, would give Turkey a much-needed deterrent shield and keep its sea lanes open, something that expensive, easy-to-kill offensive “power projection” platforms may not achieve.

That means withdrawing from prestigious—but strategically dubious—projects (especially the $2 billion LHD idea) and investing in A2/AD solutions. In an era where even the mighty nuclear aircraft carriers and carrier battle groups are considered increasingly obsolete in “power projection” roles in the littorals and events in its neighborhood are susceptible to radical change, Turkey would be well advised to revise its naval priorities and focus first and foremost on building effective A2/AD zones in its neighboring seas instead of building expensive offensive capabilities with doubtful effectiveness. As Sun Tzu once said, “the skillful warriors first make themselves invincible and await the enemy’s moment of vulnerability.”

Bleda Kurtdarcan is a lecturer at Galatasaray University School of Law in Istanbul, where he teaches public international law. He obtained his Ph.D. from Galatasaray University in 2014 and his LLM from Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne in 2005. He specializes in law of armed conflict, law of the sea, maritime security and the privatization of military services. He is the co-author of the book titled (in Turkish) Wars and Weapons of the Future: An Appraisal of Autonomous Weapon Systems, Lasers, and Computer Network Attacks Under the Law of Armed Conflict.

Barın Kayaoğlu is an assistant professor of world history at the American University of Iraq, Sulaimani. He obtained his doctorate in history from the University of Virginia, and he is currently working on his first book, based on his Ph.D. dissertation, on U.S. relations with Turkey and Iran from World War II to the present and pro- and anti-Americanism in the two countries. You can follow him on www.barinkayaoglu.com, Twitter (@barinkayaoglu), and Facebook (Barın Kayaoğlu).

Image: Russian cruiser Moskva. Wikimedia Commons/Mil.ru

http://nationalinterest.org/feature/russia-turkey-the-black-sea-a2-ad-arms-race-19673?page=show

 

Σκληρές συζητήσεις με τους Ρώσους αναμένουν τον Ερντογάν στη Μόσχα.

0

Μάρτιος 1, 2017

Alexander Mercouris,The Duran

[Σοβαρό μήνυμα προς πολλούς αποδέκτες, που προφανώς αντλείται από αρμόδιες πηγές, είναι το κατωτέρω άρθρο τακτικού συνεργάτη ρωσικών μέσων διεθνούς ενημέρωσης, που εξηγεί τα στρατιωτικά δεδομένα που υπαγόρευσαν την ρωσική ανοχή στη τουρκική εισβολή στη Συρία και προεικάζει (;) τον τελεσιγραφικό χαρακτήρα που πρόκειται να προσλάβουν οι συνομιλίες Πούτιν και Ρώσων επιτελών με τον Ερντογάν τον Μάρτιο. Η διεξοδική ανάλυσή του είναι απολύτως διαφωτιστική και χρησιμότατη για κατανόηση, πρόβλεψη, διερεύνηση και ενδεχομένως σχεδιασμούς.]

Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού

Ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν θα συναντηθεί στη Μόσχα , στις 9 και 10 Μαρτίου, με τον Πρόεδρο Πούτιν και κορυφαία στελέχη της ρωσικής κυβέρνησης για σκληρές, όπως αναμένεται, συζητήσεις για τις διμερείς σχέσεις και για τον πόλεμο στη Συρία, μετά την τουρκική κατάληψη της πόλης Αλ Μπάμπ.

Τα τουρκικά ΜΜΕ έγραψαν ότι θα συζητηθεί το πλήρες φάσμα των τούρκο-ρωσικών σχέσεων, οικονομικών και στρατιωτικών  -συμπεριλαμβανομένου αναμφίβολα και του αιωρούμενου θέματος της πώλησης των προηγμένων αντιαεροπορικών πυραύλων S-400 στη Τουρκία- και φυσικά του πολέμου στη Συρία.

Στο θέμα των πυραύλων, δεδομένου ότι η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και ότι η αποτελεσματικότητα των S-400 συνίσταται στο ότι οι ΗΠΑ ελάχιστα ξέρουν γι’ αυτούς, υποπτεύομαι πως οι Ρώσοι θα είναι πολύ επιφυλακτικοί να τους πωλήσουν στους Τούρκους, με κίνδυνο να υπονομευθεί το σύστημα και να κοινοποιηθεί στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ.

Πέραν των οικονομικών σχέσεων, οι συζητήσεις Πούτιν και Ερντογάν θα εστιαστούν στη Συρία. Οι δύο χώρες συμφώνησαν μιαν ανακωχή μεταξύ του συριακού στρατού και των τζιχαντιστών ανταρτών που υποστηρίζει η Τουρκία και η ανακωχή αυτή σε μεγάλο βαθμό γίνεται σεβαστή. Η Τουρκία είναι επίσης συνοργανώτρια με τη Ρωσία της ειρηνευτικής διάσκεψης της Αστάνα (πρωτεύουσας του Καζακστάν).

Λαμβανομένης υπόψη της εξάχρονης πεισματικής προσπάθειας της Τουρκίας να ανατρέψει την κυβέρνηση της Συρίας, η παράδοση με διαπραγματεύσεις της πόλης Αλ Μπαμπ από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους στον τουρκικό στρατό είναι ευνόητο ότι προκαλεί ανησυχίες.

Ωστόσο αξίζει να θυμηθούμε ότι η ρωσική αεροπορία βοήθησε τους Τούρκους να καταλάβουν την πόλη, παρέχοντας στον τουρκικό στρατό αεροπορική υποστήριξη, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αλ Μπαμπ με τη συγκατάθεση των Ρώσων.

Υπάρχει επομένως σήμερα ένας βαθμός συνεργασίας μεταξύ Ρώσων και Τούρκων στη Συρία, αν και είναι πιθανόν ότι ο βαθμός της συνεργασίας αυτής είναι περιορισμένος και ότι μπορεί να δει κανείς και αυτό γρήγορα μπορεί να καταρρέει.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιοι είναι οι λόγοι της συνεργασίας των Ρώσων με τους Τούρκους στη Συρία. Το βασικό κίνητρο για τους Ρώσους είναι ότι έχουν ανάγκη τους Τούρκους για να διατηρήσουν σε λειτουργία τόσο τις ειρηνευτικές συνομιλίες όσο και την ανακωχή. Κρίσιμος παράγων είναι και οι περιορισμένες δυνάμεις του συριακού στρατού. Τα γεγονότα μετά την κατάληψη του Χαλεπιού εξεικονίζουν τα συνεχή προβλήματα που καλείται ν’ αντιμετωπίσει.

Ο στρατός της Συρίας αναγκάσθηκε να στείλει ενισχύσεις για να αποκρούσει επιθέσεις του Ι.Κ. στις περιοχές της Παλμύρας και του Ντέιρ Εζόρ και να εξουδετερώσει μιαν απόπειρα των τζιχαντιστών να αποκόψουν τον δρόμο Χανάσερ, που συνδέει το Χαλέπι με περιοχές της ενδοχώρας υπό κυβερνητικόν έλεγχο, στην κεντρική και νότιο Συρία.

Ταυτόχρονα ο συριακός στρατός θα έπρεπε να βρει άνδρες να προστατέψει και το ίδιο το Χαλέπι, όσο προήλαυνε προς τη στρατηγική πόλη Αλ Μπαμπ, βόρεια του Χαλεπιού. Παράλληλα έχει να ανασχέσει μια μεγάλη και επικίνδυνη συγκέντρωση πολεμιστών της Αλ Κάϊντα στη βόρεια επαρχία Χάμα, ενώ διατηρεί υπό πίεση το βασικό οχυρό της Αλ Κάϊντα, που είναι η επαρχία Ιντλίμπ.

Τέλος, αναγκάσθηκε να διαθέσει δυνάμεις για την εκκαθάριση της υπαίθρου πέριξ της Δαμασκού και να ανακτήσει τον έλεγχο του Ουαντί Μπαραντά, προκειμένου να αποκαταστήσει τον εφοδιασμό με νερό της πρωτεύουσας, παράλληλα διατηρώντας την ασφάλεια σ’ αυτήν και στις άλλες πόλεις υπό τον κυβερνητικό έλεγχο.

Τόσο πολλές επιχειρήσεις σε τόσα ευρύτατα διεσπαρμένα μέτωπα διαστέλλουν στο έπακρο τις περιορισμένες δυνάμεις του συριακού στρατού και θέτουν τους άνδρες του υπό σοβαρή πίεση, όσο και εάν αισθάνονται ότι έχουν τώρα τον αέρα της νίκης.

Πολύ απλά ο συριακός στρατός δεν μπορεί να έχει παντού και ταυτόχρονα την συντριπτική υπεροχή, γι’ αυτό κάποτε είναι υποχρεωμένος να αναδιπλωθεί και γι’ αυτό οι προωθήσεις του –αντίθετα προς των αντιπάλων του, όταν συμβαίνουν- είναι σταδιακές.

Οι επικρίσεις των διαφόρων ανακωχών που διαπραγματεύθηκαν οι Ρώσοι παραβλέπουν τη σημασία αυτού του παράγοντα: Ακριβώς επειδή είναι περιορισμένα τα μέσα του συριακού στρατού και τόσο άκρως εκτεταμένες οι υποχρεώσεις του, περισσότερο ωφελημένος από τις εκεχειρίες είναι ο στρατός της Συρίας και όχι οι αντίπαλοί του, εφ’ όσον οι ανακωχές του δίνουν τον απαραίτητο χρόνο και χώρο να αναπαυθεί και ανεφοδιασθεί και να συγκεντρώσει δυνάμεις εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Ο πόλεμος στη Συρία είναι ένας εξαντλητικός πόλεμος φθοράς. Οι περιορισμένες δυνατότητες του συριακού στρατού σημαίνουν ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Οι εκεχειρίες είναι αναγκαίο στοιχείο του είδους πολέμου που έχει να διεξαγάγει ο στρατός της Συρίας. Η ουσία είναι πως τον κερδίζει.

Αφού ο συριακός στρατός δεν έχει αρκετές δυνάμεις για να είναι παντού ισχυρός, έχει ανάγκη την ανακωχή με τους ενόπλους που υποστηρίζει η Τουρκία για να επικεντρώσει την επίθεσή του στους δυο πιο επίφοβους εχθρούς του: την Αλ Κάϊντα στα δυτικά της Συρίας και το Ι.Κ. στα ανατολικά. Αυτή είναι η στρατιωτική πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τη συμφωνία των Ρώσων, για την εκεχειρία και τις συνομιλίες της Αστάνα, με τον Ερντογάν και την Τουρκία και το γιατί, εφ’ όσον είναι στο χέρι των Τούρκων ν’ αποφασίσουν αν θα υπάρξει εκεχειρία, οι Ρώσοι είναι αναγκασμένοι να συνεργαστούν με τους Τούρκους και να συγκατανεύσουν στην κατάληψη του Αλ-Μπαμπ από αυτούς.

Οι Ρώσοι σίγουρα δεν άναψαν τον Αύγουστο στον Ερντογάν το πράσινο φως να εξαπολύσει την επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη και να στείλει στρατεύματα στο εσωτερικό της Συρίας. Αντίθετα αιφνιδιάστηκαν άσχημα όταν το έκανε ο Ερντογάν. Δεδομένης όμως της πραγματικής ανάγκης να εξασφαλιστεί η τουρκική υποστήριξη για την διατήρηση της εκεχειρίας, οι Ρώσοι υποχρεώθηκαν να κρύψουν την οργή τους και να συνεργαστούν με τους Τούρκους στη Συρία, αν και σε περιορισμένο βαθμό μόνο και χωρίς επίσημη δήλωση στήριξης στην επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» ή στην εκεί τουρκική παρουσία.

Στο θέμα του Αλ Μπαμπ, με δεδομένο τον μεγάλο βαθμό στον οποίο συνδέθηκε το προσωπικό κύρος του προέδρου Ερντογάν με την κατάληψη της πόλης από τον τουρκικό στρατό, οι Ρώσοι – με την ανάγκη που έχουν της συνεργασίας του Ερντογάν για την διατήρηση της εκεχειρίας- δεν είχαν άλλη επιλογή από το να βοηθήσουν τον Ερντογάν να καταλάβει την Αλ-Μπαμπ.

Μια απόπειρα του συριακού στρατού να καταλάβει την πόλη θα διακινδύνευε άμεση σύγκρουσή του με τον τουρκικό στρατό, ενώ η άλλη ολέθρια επιλογή θα ήταν να αφεθεί η Αλ-Μπαμπ στον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους. Οποιαδήποτε από τις δύο αυτές επιλογές θα κινδύνευε να οδηγήσει σε κατάρρευση τη ρώσο-τουρκική συνεργασία στη Συρία, με τον Ερντογάν να πιστεύει πως οι Ρώσοι εργάζονται εναντίον του. Ευνόητο ότι η εκεχειρία μπορούσε να καταρρεύσει, ανανεώνοντας τις συγκρούσεις των φιλοτουρκικών ομάδων ενόπλων με τον στρατό της Συρίας και πολλαπλασιάζοντας τα προβλήματά του.

Εάν τα πραγματικά δεδομένα στη Συρία ανάγκασαν τους Ρώσους να συνεργασθούν με τον Ερντογάν και να συγκατατεθούν στην τουρκική κατάληψη του Αλ Μπαμπ, θα χρησιμοποιήσουν ωστόσο κατά βεβαιότητα τις συνομιλίες της Μόσχας για να καθορίσουν τα όρια κινδύνου, προειδοποιώντας τον Ερντογάν για το μέχρι που θα του επιτρέψουν να πάει. Αναμφίβολα θα του αποκλείσουν οποιαδήποτε περαιτέρω προώθηση προς το Χαλέπι και πιθανότατα θα τον προειδοποιήσουν εναντίον τουρκικής επέκτασης προς την Ράκα, η οποία θα προκαλούσε σύγκρουση με τους Κούρδους.

Υπάρχουν αντικειμενικά σοβαροί λόγοι γιατί ο πρόεδρος Ερντογάν μπορεί να δεχτεί αυτές τις κόκκινες γραμμές. Ο συνάδελφός μου Άνταμ Γκάρι περιέγραψε τη συνθηκολόγηση του Ι.Κ. στο Αλ Μπαμπ ως αντικατάσταση μιας «σχετικά ασθενούς δυνάμεως κατοχής» με μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου.»

Αμφισβητώ ότι ο τουρκικός στρατός είναι «μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου». Μολονότι ο τουρκικός στρατός είναι πράγματι στα χαρτιά ο δεύτερος μεγαλύτερος στο ΝΑΤΟ, αποδείχτηκε κάτ’ επανάληψη χειρότερος από τους τζιχαντιστές του Ι.Κ. σε σειρά μαχών γύρω και μέσα στην Αλ Μπαμπ. Σε κάποιο βαθμό αυτό μπορεί να οφείλεται στην αποδιοργάνωση του με τις μαζικές εκκαθαρίσεις αξιωματικών, που ακολούθησαν την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου. Είναι όμως κυρίως συνέπεια της απροθυμίας του προέδρου Ερντογάν να αντιμετωπίσει τους τεράστιους πολιτικούς κινδύνους της αποστολής μεγάλων αριθμών στρατευσίμων τουρκικού πεζικού στη Συρία.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τουρκικές δυνάμεις τη Συρία είναι ισχνές στο πεδίο και ευάλωτες σε επιθέσεις είτε από το Ι.Κ. είτε από την καλά οργανωμένη κουρδική πολιτοφυλακή, το YPG.

Μέχρι τώρα η αμερικανική και η ρωσική διπλωματία εμπόδισαν μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας μεταξύ των τούρκων στρατιωτικών στη Συρία και του YPG. Δοθέντος ωστόσο ότι και οι δυο θεωρούν αλλήλους θανάσιμους εχθρούς, εύκολα φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινε και πως σε τέτοια περίπτωση θα πολλαπλασιάζονταν τα προβλήματα του Ερντογάν στη Συρία.

Η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» είναι πράγματι ένα καλό παράδειγμα των επαναληπτικών διπλωματικών σφαλμάτων του Ερντογάν. Τον Αύγουστο, την επαύριο της πραξικοπηματικής απόπειρας και παράλληλα με τις προσπάθειες να τα φτιάξει με τη Μόσχα, βρήκε και άρπαξε μιαν ευκαιρία για να αιφνιδιάσει τους Ρώσους, εξαπολύοντας την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» και να στείλει στρατεύματα μέσα στη Συρία. Όπως πάντα, ωστόσο, δεν καλοεξέτασε τους κινδύνους και τις τελευταίες βδομάδες βρέθηκε πολύ κοντά στην επικίνδυνη θέση να βλέπει το στρατό του καθηλωμένο και υποκείμενο σε βαριές απώλειες. Για να αποφύγει την καταστροφή, πρώτα αναγκάσθηκε να φωνάξει τους Ρώσους σε βοήθεια και τελικά υποχρεώθηκε να κλείσει συμφωνία με τους τζιχαντιστές του Ι.Κ. για να δεχτούν να αποχωρήσουν από την Αλ Μπαμπ.

Έχοντας τώρα πάρει την Αλ Μπαμπ –και διασώζοντας έτσι το κύρος του- η λογική επιλογή για τον Ερντογάν θα ήταν να φύγει όσο βρίσκεται επάνω και να αξιοποιήσει τα κέρδη του με την «Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη» για να βελτιώσει τη θέση του στις συνομιλίες ειρήνευσης της Αστάνα για το μέλλον της Συρίας. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα του ήταν δύσκολο να δεχτεί τις κόκκινες γραμμές της Μόσχας.

Το πρόβλημα όμως με τον πρόεδρο Ερντογάν είναι ότι δεν είναι καθόλου το είδος του ανθρώπου που μπορεί κανείς να εμπιστευτεί ότι θα ακολουθήσει τη λογική. Υπάρχει δυστυχώς πραγματικός κίνδυνος ότι, έχοντας καταλάβει το Αλ Μπαμπ, η «επιτυχία» θα του ανέβει στο κεφάλι και –ξεχνώντας πόσο κοντά βρέθηκε εκεί στην καταστροφή- θα ορμήσει πάρα πέρα και θα ποντάρει για περισσότερα. Ακούγεται ήδη μια παρανοϊκή κουβέντα για τη σύσταση ενός «προτεκτοράτου» της Τουρκίας στη Βόρειο Συρία, μια περιπέτεια που με τον χρόνο μπορεί να εμπλέξει την Τουρκία σε περισσότερες συρράξεις επί συριακού εδάφους με την κυβέρνηση της Συρίας, τους Κούρδους, το Ιράν και τη Ρωσία, που η Τουρκία δεν είναι σε θέση να επωμισθεί και πού απλά θα εξαντλήσουν τους πόρους της.

Ο Πρόεδρος Πούτιν και οι Ρώσοι θα προσπαθήσουν αναμφίβολα να εξηγήσουν όλα αυτά στον Πρόεδρο Ερντογάν όταν έρθει στη Μόσχα τον Μάρτιο.

Υπήρξαν στιγμές στη διάρκεια του περασμένου χρόνου όπου ο Πρόεδρος Ερντογάν έδειχνε αναλαμπές κατανόησης αυτής της πραγματικότητας και των ορίων μέσα στα οποία θα πρέπει να περιορίζονται οι ενέργειες της Τουρκίας. Ωστόσο ουδέποτε φάνηκε ικανός να το κάνει επί πολύ και δείχνει από ιδιοσυγκρασία ανήμπορος να εγκαταλείψει τις υπερφίαλες φιλοδοξίες του για τον εαυτό του και για την Τουρκία. Η επιτυχία ή αποτυχία των συνομιλιών της Μόσχας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο και μέχρι ποιου βαθμού θα σταθεί ικανός να επιτρέψει στους υπολογισμούς του προσωπικού του συμφέροντος να τιθασεύσουν τα αισθήματά του. Αλλά δυστυχώς κανένας που παρακολούθησε προσεκτικά την σταδιοδρομία του Ερντογάν δεν θα πόνταρε σε αυτό το παραμικρό ποσό.

ΣΚΛΗΡΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ

Μουσείο Ποντιακής Γενοκτονίας ή Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού;

1
  • (Φωτ.: Βαλεντίνα Ουσταμπασίδου)

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε στη Βουλή τη δημιουργία Μουσείου της Ποντιακής Γενοκτονίας, και η Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας αντέδρασε έντονα διότι, όπως, υποστηρίζει, δεν πρέπει να δημιουργηθεί Μουσείο για τη Γενοκτονία των Ποντίων, αλλά Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού.

Η ανακοίνωση είναι ατυχής για τους εξής λόγους:

  • Δημιουργεί, δημοσίως, κλίμα έντασης μεταξύ προσφυγικών σωματείων, γεγονός που δεν διευκολύνει την –απολύτως αναγκαία– συνεργασία μεταξύ τους για την επιτυχία όχι απλώς στενών παραδοσιακών στόχων, αλλά ακόμη και εθνικών.
  • Αποδυναμώνει επιχειρήματα και εξασθενεί τη διεθνή προβολή του ζητήματος της Γενοκτονίας, προσθέτοντας στη διαχείρισή της και άλλα προβλήματα, πέραν αυτών που οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, διοικούντες διαχρονικά τα ποντιακά σωματεία, έχουν προκαλέσει και αρνούνται να επιλύσουν.
  • Εξασθενεί το αναγκαίο αρραγές μέτωπο απέναντι στην Τουρκία, τον άμεσο δράστη και αποδέκτη του αιτήματος της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.
  • Μειώνει το αναγκαίο κύρος συνεργασίας με άλλες εθνικές και εθνοτικές προσπάθειες για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας (Αρμενίων, Ασσυρίων κτλ.).
  • Οπαδοποιεί τον αναγκαίο διάλογο για την επιστημονική προσέγγιση και λύση του σχετικού ζητήματος που εγείρεται. Αν υπάρχει επιστημονική και ιστορική βάση για τη διαμόρφωση κοινών αιτημάτων όλων των προσφυγικών σωματείων, μόνο ως αποτέλεσμα διαλόγου που θα βασίζεται σε ιστορικά και άλλα επιστημονικά δεδομένα θα μπορούσε να τελεσφορήσει.


Το στρατόπεδο «Παύλου Μελά», όπου προτάθηκε να στεγαστεί το Μουσείο Γενοκτονίας των Ποντίων

  • Η ανακοίνωση εκφράζει ενόχληση για τη δημιουργία Μουσείου Ποντιακής Γενοκτονίας. Είναι απορίας άξιον γιατί. Γιατί θα πρέπει ο προσφυγικός ελληνισμός να διαθέτει ένα και μοναδικό μουσείο όλων των προσφύγων; Σε τι θα πείραζε να δημιουργηθεί Μουσείο Ποντιακής Γενοκτονίας και παράλληλα να δημιουργηθούν και άλλα μουσεία προσφύγων από άλλες περιοχές;
  • Διατυπώνει την απολύτως απαράδεκτη πρόταση να δημιουργηθεί ένα και μόνο μουσείο όλου του προσφυγικού ελληνισμού και αυτό στην Αθήνα. Γιατί στην Αθήνα; Η αντίδραση σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν καταλυτική. Αρκετά με το συγκεντρωτισμό.
  • Με εντελώς ανεξήγητο και αδικαιολόγητο τρόπο, αποδίδει την σχετική πρωτοβουλία σε βουλευτή Θεσσαλονίκης (ενώ είναι ιδέα του υπουργού Άμυνας). Ενώ δήθεν κάνει κριτική στον συγκεκριμένο βουλευτή, στην ουσία τον εξυπηρετεί αφού του αποδίδει την επιτυχή κατάληξη για τη δημιουργία ενός έργου που για χιλιάδες Ποντίους έχει ιδιαίτερη σημασία.

Επί της ουσίας
Κακώς –κάκιστα–, υπάρχει μια εσωτερική διαμάχη του οργανωμένου προσφυγικού ελληνισμού γύρω από το θέμα της Γενοκτονίας και ποιοι πληθυσμοί την υπέστησαν.

Ο όρος Γενοκτονία έγινε αποδεκτός στο Διεθνές Δίκαιο το 1948 με ειδική σύμβαση που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Ιστορικοί, νομικοί και άλλοι επιστήμονες ασχολούνται, ακόμη και σήμερα, με τον όρο αυτόν, ενώ διεξάγονται και πολλά σχετικά συνέδρια. Υπάρχει μια σαφής διάκριση, σε ό,τι μας αφορά, μεταξύ νομικής και ιστορικής προσέγγισης.

Από την πλευρά της ιστορικής προσέγγισης, τα στοιχεία που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας –όχι μόνο από Έλληνες ιστορικούς αλλά και από Τούρκους– ικανοποιούν πλήρως τις προϋποθέσεις του ορισμού της Γενοκτονίας. Από πλευράς νομικής, το ζήτημα προσεγγίζεται διαφορετικά. Η νομική του προσέγγιση, αν διαπιστωθεί ότι το έγκλημα συνετελέσθη, θα εγείρει άλλου είδους αξιώσεις από την ιστορική δικαίωση των θυμάτων. Πρωτίστως, στην περίπτωση αυτήν, τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει αναδρομική ισχύς του εγκλήματος. Αλλά αυτό είναι θέμα ενδελεχούς διερεύνησης από τους νομικούς. Και από ό,τι γνωρίζω, γίνεται.

Στην Ελλάδα, όπου ο δημόσιος διάλογος σε όλα τα ζητήματα είναι πολύ φτωχός, δεν συζητούνται ούτε η ιστορική προσέγγιση ούτε η νομική διάσταση της τραγωδίας.

Θέλει πολλή δουλειά να γίνει, και προπαντός πνεύμα ενότητας και αλληλεγγύης για να προσεγγιστούν νηφάλια όλα αυτά τα ζητήματα. Και δυστυχώς, τέτοιο πνεύμα δεν υπάρχει.

Ενώ πολλοί επιστήμονες προσφυγικής καταγωγής έχουν ασχοληθεί και συνεχίζουν να ασχολούνται σε βάθος με το ζήτημα, δεν υπάρχει ούτε ο κοινός χώρος ούτε ο κοινός φορέας που νηφάλια θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις μιας μόνιμης συνάντησής τους και ενός συνεχούς, επίμονου και επίπονου διαλόγου μεταξύ τους.


Εκδηλώσεις μνήμης Γενοκτονίας, Μάιος 2016 (φωτ.: Βασίλης Τσενκελίδης)

Η μικρή μου εμπειρία από τον λεγόμενο «οργανωμένο ποντιακό χώρο» με οδηγεί στο (προσώρας) συμπέρασμα ότι η όλη προσπάθειά του εξαντλείται σε γραφειοκρατικές διεκπεραιώσεις – αρκετές από τις οποίες είναι αναγκαίες, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση για υπέρβαση των αγκυλώσεων αυτών, ελπίδα που δυστυχώς δεν ικανοποιήθηκε στις τελευταίες ποντιακές εκλογές.

Η αναπαραγωγή των γνωστών διχαστικών στερεοτύπων αποτελεί δόγμα –στον «οργανωμένο ποντιακό χώρο»– που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, με μια εμμονή στην τυπολατρία που δεν την έχουν ούτε τα εθνικά κράτη. Για παράδειγμα, η Ελλάδα και η πΓΔΜ βρήκαν τον τρόπο να διεξάγουν συνομιλίες μεταξύ τους, όπως και οι Ελληνοκύπριοι με τους Τουρκοκύπριους, αλλά αυτό θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως μεταξύ των ποντιακών σωματείων.

Σε αυτήν την αδυναμία έχει προστεθεί μία ακόμη: ένα σημαντικό μέρος των Ποντίων υποκλίνεται με απέραντο σεβασμό στα πολλά και τραγικά δεινά που υπέστη ο μικρασιατικός ελληνισμός, αλλά εγείρει ερωτήματα κατά πόσο οι φρικαλεότητες που υπέστη θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις του όρου Γενοκτονία. Όχι ως προς τη βαναυσότητά τους, αλλά στη βάση άλλων διαστάσεων.

Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο σε έναν επιστημονικό διάλογο ο οποίος δεν έγινε, και η έναρξη του οποίου είναι απόλυτη αναγκαιότητα. Η ταπεινή μου γνώμη –χωρίς το κύρος του ειδικού– είναι πως και στην περίπτωση αυτή μπορούμε να μιλάμε για Γενοκτονία.

Από εδώ, όμως, ξεκινά μια ακόμη τραγωδία.

Τα προβλήματα και οι αδυναμίες μας είναι πολλές απέναντι σε έναν διεθνώς δρώντα (την Τουρκία) και στους εσωτερικούς αποδομιστές για να οδηγούμαστε, ως απόγονοι προσφύγων, σε ολοένα και περισσότερους διχασμούς.

Τι θα πρέπει να γίνει;

  • Καταρχάς να υπάρξουν συναντήσεις που θα εκτονώσουν την ένταση, η οποία δεν θα πρέπει να λαμβάνει δημόσιο χαρακτήρα. Δεν εξυπηρετεί κανέναν η δημόσια αντιπαράθεση.
  • Να επιχειρηθεί να γίνει κατανοητή από όλα τα προσφυγικά σωματεία η αναγκαιότητα ίδρυσης Μουσείου Ποντιακής Γενοκτονίας.
  • Να υπάρξει συντονισμένη και κοινή προσπάθεια δημιουργίας μουσείου προσφυγικών σωματείων από άλλες περιοχές της Θράκης και της Μικράς Ασίας. Και μάλιστα, με ενεργό και δυναμική συμμετοχή και συμπαράσταση των Ποντίων.


«Θυμήσου τα θύματα, απότρεψε τη γενοκτονία» λέει η αφίσα του ΟΗΕ που σχεδιάστηκε για την Παγκόσμια Ημέρα
Μνήμης των Θυμάτων των Γενοκτονιών (φωτ.: un.org)

  • Να δημιουργηθεί ένα συντονιστικό όργανο όλων των προσφυγικών σωματείων, ώστε οι όποιες διαφορές να συζητούνται και να λύνονται εντός αυτού.
  • Να γίνουν προσπάθειες να πειστεί η ελληνική διπλωματία να συμπεριλάβει τη Γενοκτονία στα θέματα που την απασχολούν. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με επιστημονική τεκμηρίωση.
  • Να υπάρξει άμεσα κοινό φόρουμ όλων των επιστημόνων (ιστορικών, νομικών κτλ.) που ασχολούνται με το θέμα της Γενοκτονίας.

Αυτά για αρχή. Θα επανέλθω αναλύοντας γιατί ο ποντιακός ελληνισμός –και πολύ περισσότερο ο ευρύτερος προσφυγικός– μπορεί να λειτουργήσει μόνο με τη μορφή δικτύου.

Ελπίζω να μη συνεχίσουμε να βγάζουμε, μόνοι, τα μάτια μας.

pontos-news.gr

Τελειώνουν την Ευρώπη.

12

 του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Πριν από λίγες ημέρες, στις στήλες αυτές αναρτήθηκε κείμενο με το ερώτημα αν θα υπάρχει η Ε.Ε. το 2025. Στο κείμενο παρατίθεντο  τα πέντε σενάρια που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη «Λευκή Βίβλο» της,  για την μετεξέλιξη της Ευρώπης, ενόψει της πανηγυρικής Συνόδου Κορυφής στις 25 Μαρτίου στη Ρώμη. Φέτος η Ε.Ε. συμπληρώνει 60 χρόνια από την υπογραφή της ιδρυτικής της διακήρυξης.

Η Επιτροπή, κατά πληροφορίες προέκρινε το σενάριο οι χώρες- μέλη να προχωρήσουν όλες μαζί. Χθες, οι ηγέτες των, τριών, από τις έξη, ιδρυτικών χωρών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, συν την Ισπανία, επέλεξαν την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων κατά τη συνάντησή τους στις Βερσαλλίες. Ένα φάντασμα άρχισε να πλανιέται πάνω από την Ευρώπη.

Χωρίς αμφιβολία, αν η πρόταση του Διευθυντηρίου επικρατήσει, και συνήθως αυτή επικρατεί, η Ευρώπη που γνωρίζαμε, έστω με τις κρίσεις της, θα αποτελεί παρελθόν.

Αυτή η καταστροφή της κοινής πορείας των Ευρωπαϊκών χωρών και λαών χαροποιεί διαφορετικά και, υποτίθεται αντιτιθέμενα, μέρη του πολιτικού φάσματος.

Χαροποιεί, πρώτον την ευρωπαϊκή ακροδεξιά για λόγους που έχουν αναλυθεί. Η ακροδεξιά θέλει μια επιστροφή στην ισχυροποίηση των εθνικών κρατών με αποκλεισμό του ξένου και του διαφορετικού και με επαναφορά του προστατευτισμού.

Χαροποιεί αμφιλεγόμενες, κυρίαρχες στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, ηγεσίες  τύπου Ολάντ (αριστερός, σοσιαλδημοκράτης), Ραχόι (δεξιός), Τσεντιλιόνι (κεντροαριστερά, τύπου Θεοδωράκη, Γ. Παπανδρέου, Σημίτη κλπ) και Μέρκελ (χριστιανοδημοκράτισσα).

Ικανοποιεί, διότι οδηγεί σε μια πορεία αποσύνθεσης της Ευρώπης, την αριστερά ( από ομάδες του σημερινού Σύριζα μέχρι το Λαφαζάνη και τις εξωκοινοβουλευτικές , ακροαριστερές σέχτες που σε μια Ελλάδα χειμαζόμενη έχουν κυρίαρχο λόγο στην επιβολή της βούλησής τους).

Δυστυχώς, είναι μια πορεία αντίθετη με τα συμφέροντα των μη προνομιούχων λαών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Των λαών, δηλαδή, κυρίως, του νότου που μέσω της Ένωσης διεκδικούσαν μια, μερική, έστω, ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου στην ήπειρο, πλούτου που, για διάφορους λόγους, συσσωρεύεται στις βόρειες περιοχές.

Θα αναρωτηθείτε, γιατί, η Ιταλία και η Ισπανία δεν είναι νότιες χώρες; Ναι, νότιες είναι αλλά πρώτον διαθέτουν μια βιομηχανική παράδοση και υποδομή και δεύτερον, οι ηγεσίες και οι ηγέτιδες τάξεις τους προσδοκούν πως σε μια Ευρώπη με λιγότερα μέλη στον σκληρό πυρήνα της, η κατανομή των ωφελειών υπέρ των χωρών τους θα είναι  καλύτερη.

Για την Ελλάδα, με μια πολιτική ηγεσία που αγγίζει τα όρια του μηδενός, με την απουσία υποδομών παραγωγής, με την εξάλειψη των μεσαίων στρωμάτων και την απουσία αστικής τάξης και με την παντελή εξαφάνιση της διανόησής της, η εξέλιξη θα αποτελέσει μια ακόμη τραγωδία.

Θα μπορούν να χορεύουν καθημερινά, όσοι άνοιξαν το χορό, το πρωί, μόλις ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ του Όχι.  Και θα μπορούν να επιλέγουν ηγέτες του εκτοπίσματος του κ. Τσίπρα και των στελεχών του Συριζα. Ή, ακόμη και χειρότερους. Ο Συριζα και η ελληνική αριστερά επιδιώκουν τη δημιουργία μιας Ελλάδας στα δικά τους μέτρα, με την εξώθηση σε παραίτηση και υπερορία όλων των δυναμικών στρωμάτων του ελληνικού λαού για να αναπαράγουν την εξουσία τους. Την εξουσία των κουπονιών σίτισης και της εξάρτησης από το κόμμα και το κράτος.

Διότι, όσοι από τους πολίτες της χώρας μπορούν θα αναζητήσουν τις τύχες τους αλλού.

Αυτό, ‘όμως, σημαίνει παντελή αποσύνθεση της χώρας.

Ας ελπίσουμε ότι κανένας από τους σημερινούς ηγέτες της Ένωσης- και κυρίως η κ. Μέρκελ- δεν θα βρίσκεται στη θέση του την επόμενη χρονιά, μήπως και το σενάριο δεν υλοποιηθεί Αν και επιλογές τέτοιου είδους, δεν γίνονται μόνο από τα κυβερνώντα κόμματα στις οργανωμένες  ευρωπαϊκές κοινωνίες.

 

Η ευρωζώνη προετοιμάζεται για τα χειρότερα

0

Άννα Φαλτάιτς.

Η αβεβαιότητα που προκαλεί ο εκλογικός κύκλος οδηγεί τα κράτη-μέλη να εξετάζουν τις επιλογές τους στο ενδεχόμενο διάλυσης της ευρωζώνης. Πώς διαμορφώνονται οι ισορροπίες για την Ελλάδα. Ο κίνδυνος για την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική τάξη της Ευρώπης.

Η φετινή χρονιά θα αποδειχθεί αποφασιστική για την ευρωζώνη. Μεταξύ Μαρτίου και Σεπτεμβρίου, η Ολλανδία, η Γαλλία και η Γερμανία διενεργούν εκλογές, τα αποτελέσματα των οποίων θα βοηθήσουν ώστε να αποφασιστεί το μέλλον του κοινού νομίσματος της Ευρώπης. Εκλογές ενδέχεται να διενεργήσει και η Ιταλία μέχρι το τέλος του έτους. Λόγω της αβεβαιότητας, οι μεγάλοι «παίκτες» της ευρωζώνης κάνουν κινήσεις ώστε να προετοιμαστούν για ό,τι θα φέρει το μέλλον.

Στην Ιταλία, η κυβέρνηση «κρέμεται από μια κλωστή». Ασχέτως όμως αν η χώρα διενεργήσει εκλογές, το γεγονός πως σχεδόν το ήμισυ του εκλογικού σώματος στηρίζει κόμματα που θέλουν αποχώρηση από την ευρωζώνη, θα φέρει τις διεθνείς αγορές και τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης στην κόψη. Η ανησυχία θα είναι ακόμα μεγαλύτερη αφού «αντάρτες» του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος ανακοίνωσαν ότι δημιούργησαν ένα νέο πολιτικό κόμμα, που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος έναντι του ευρωσκεπτικιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων στις επόμενες εκλογές.

Το κόμμα με τις υψηλότερες δημοσκοπικές επιδόσεις στη Γαλλία, το Εθνικό Μέτωπο, θέλει και αυτό να διενεργήσει δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη.

Εν τω μεταξύ, η απειλή εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει. Η Αθήνα πρόσφατα υποσχέθηκε να εφαρμόσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις για να λάβει την επόμενη δόση από το δάνειο διάσωσης, όμως ορισμένα μέτρα περιλαμβάνουν πολιτικά ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι συντάξεις και οι εργασιακοί κανόνες, και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν πολιτική αστάθεια ή κοινωνικές αναταραχές.

Καθώς ο κυβερνητικός συνασπισμός της χώρας έχει οριακή πλειοψηφία εδρών στη Βουλή, θα μπορούσε να καταρρεύσει ακόμα και αν λίγοι μόνο βουλευτές αλλάξουν στάση. Και οι πρόωρες εκλογές στη χώρα θα μπορούσαν να μετατραπούν σε δημοψήφισμα για τη συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Τώρα που το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας βρίσκεται στα «χέρια» θεσμικών δανειστών, η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη δεν θα ήταν τόσο καταστροφική όσο θα ήταν πριν από πέντε χρόνια. Ωστόσο, η αναταραχή που θα προκαλούσε θα μπορούσε να εξαπλωθεί στους άλλους «αδύναμους κρίκους» της ευρωζώνης, περιλαμβανομένης της Ιταλίας και της Ισπανίας. Επιπλέον, αν συμβεί σύντομα μετά το Brexit, το Grexit θα βάθαινε τις αναταραχές στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα μπορούσε να επηρεάσει τις εκλογές και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Η αβεβαιότητα έχει κάνει τα μέλη της νομισματικής ένωσης να αρχίσουν να εξετάζουν τις επιλογές τους. Την προηγούμενη Πέμπτη, για παράδειγμα, το νομοθετικό σώμα της Ολλανδίας ενέκρινε έρευνα για τη μελλοντική σχέση της Ολλανδίας με το ευρώ. Επισήμως, το θέμα πυροδοτήθηκε από τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις που έχουν για τους Ολλανδούς καταθέτες και συνταξιούχους οι πολιτικές χαμηλών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όμως η έρευνα, τα ευρήματα της οποίας θα ανακοινωθούν αργότερα φέτος, θα προσπαθήσει να απαντήσει επίσης σε ερωτήματα όπως το αν και πώς η Ολλανδία θα μπορούσε να φύγει από την ευρωζώνη. Η έρευνα αποκαλύπτει πόσο σοβαρά παίρνουν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα σε όλη την ευρωζώνη την πιθανότητα διάλυσής της.

Το ότι η έρευνα προτάθηκε από ένα κεντρώο κόμμα, τους Χριστιανοδημοκράτες και όχι από το Ευρωσκεπτικιστικό Κόμμα της Ελευθερίας, δείχνει πως ίσως έχει πολιτικά κίνητρα. Ξεκινώντας την έρευνα λίγο πριν τις εκλογές της 15ης Μαρτίου, τα μετριοπαθή κόμματα ίσως προσπαθούν να στείλουν μήνυμα στους ψηφοφόρους πως και αυτοί ανησυχούν για τις επιπτώσεις που είχαν στην οικονομία της χώρας το κοινό νόμισμα και οι δημοσιονομικές πολιτικές. Ταυτόχρονα, όμως, η έρευνα δείχνει πως οι Ολλανδοί πολιτικοί ανησυχούν για το μέλλον της νομισματικής ένωσης και θέλουν να ξέρουν ποιες θα είναι οι επιλογές τους στην περίπτωση τελικής κρίσης στην ευρωζώνη. Δεδομένης της απειλής ενός δημοψηφίσματος για τη συμμετοχή στην ευρωζώνη στη Γαλλία, την Ιταλία ή την Ελλάδα, οι φόβοι τους είναι βάσιμοι.

Η Ολλανδία αποτελεί σημαντικό «παίκτη» στη Βόρεια Ευρώπη. Έχοντας γύρω της τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η χώρα επικεντρώνει μεγάλο μέρος της εξωτερικής πολιτικής της στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή.

Οι απόψεις της ως προς το πώς θα πρέπει να κυβερνάται η ευρωζώνη είναι γενικά κοντά σε αυτές της Γερμανίας. Οι δυο χώρες, για παράδειγμα, έχουν επικρίνει τα σχέδια για τη διάσωση χωρών της Νότιας Ευρώπης. Εν τούτοις, η Ολλανδία κατανοεί τη σημασία της Γαλλο-Γερμανικής συμμαχίας στην «καρδιά» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι βασικός υπέρμαχος της Ευρωπαϊκής ενοποίησης τις τελευταίες έξι δεκαετίες.

Για τον λόγο αυτόν, η χώρα είναι απίθανο να ενεργήσει μόνη της. Αν επιταχυνθεί η κρίση στην ΕΕ, τότε η Ολλανδία πιθανότατα θα προσπαθήσει να ευθυγραμμίσει τις πολιτικές της με αυτές των παραδοσιακών της συμμάχων, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, καθώς και με τη στρατηγική της Γερμανίας.

Η Γερμανία, όμως, αντιμετωπίζει τα δικά της, σκληρά ερωτήματα. Αν και μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος της χώρας –και ιδιαίτερα οι συντηρητικοί ψηφοφόροι- δεν εγκρίνουν το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, ωστόσο η κυβέρνηση στο Βερολίνο θέλει να αποτρέψει κλιμάκωση της κρίσης στην Ελλάδα εν όψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου. Συνεπώς, η Αθήνα πιθανότατα τελικά θα καταλήξει σε συμφωνία με τους πιστωτές της, έστω και αν αυτό θα γίνει μόνο για να αποτραπεί χρεοκοπία της χώρας τους επόμενους έξι μήνες.

Συγκριτικά, η γερμανική κυβέρνηση θα έχει λιγότερη επιρροή στη Γαλλία και την Ιταλία, χώρες που αποτελούν πολύ πιο σοβαρή απειλή για το μέλλον της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αν οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις κερδίσουν εξουσία στη Γαλλία ή την Ιταλία, το Βερολίνο θα έμπαινε σε mode κρίσης και θα προσπαθούσε αμέσως να καταλήξει σε συμφωνία με τις νέες κυβερνήσεις στο Παρίσι ή τη Ρώμη.

Όμως κάποιες από τις απαιτήσεις τους –όπως οι προτάσεις του Εθνικού Μετώπου για εισαγωγή δασμών σε όλες τις εισαγωγές της Γαλλίας ή για φορολόγηση επιχειρήσεων που προσλαμβάνουν ξένους εργαζόμενους, περιλαμβανομένων των πολιτών της ΕΕ- θα είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν χωρίς να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η έρευνα του Ολλανδικού κοινοβουλίου δείχνει πως η διάλυση της ευρωζώνης, ή τουλάχιστον η αναδιαμόρφωσή της, είναι μια πιθανότητα που οι κυβερνήσεις αρχίζουν να συνυπολογίζουν όταν εξετάζουν τις επιλογές τους για το μέλλον. Και το γεγονός πως μια κεντρώα ομάδα ηγήθηκε της πρότασης για την έρευνα αποκαλύπτει πως τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα δεν είναι πλέον τα μόνα που αμφισβητούν τη μοίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, το 2015, το Ολλανδικό υπουργικό συμβούλιο συζήτησε σχέδιο για την αντικατάσταση της περιοχής Σένγκεν με ένα μικρότερο μπλοκ που θα απαρτίζεται από χώρες της Βόρειας Ευρώπης.

Όταν ιδρύθηκε η ευρωζώνη, βασικός στόχος της ήταν να φέρει τη Γαλλία και τη Γερμανία τόσο κοντά, ώστε να είναι αδιανόητος ένας ακόμα μεταξύ τους πόλεμος. Όμως ο διακανονισμός αυτός έχει φέρει τα μέλη της σε μια απίθανη κατάσταση. Αν διαλυθεί η ευρωζώνη, η κατάρρευσή της θα προκαλούσε μια σταθερή αποξένωση των μελών της -ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας- θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική τάξη της Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά, αν η ευρωζώνη παραμείνει ενωμένη και συνεχίσει να προκαλεί τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων και να εγείρει αμφιβολίες μεταξύ κυβερνήσεων και χρηματαγορών, τότε η συνέχειά της θα βρίσκεται υπό μόνιμη απειλή.

Ο συνεχής κίνδυνος, με τη σειρά του, θα έβλαπτε την οικονομία της Ευρώπης και θα οδηγούσε σε άνοδο ακόμα περισσότερων ακραίων εθνικιστικών και λαϊκιστικών πολιτικών κινημάτων στο μέλλον.

Άννα Φαλτάιτς[email protected]