Αρχική Blog Σελίδα 2981

Δίνουν εγγυήσεις στο PYD και απειλούν την Τουρκία

0

  • Δίνουν εγγυήσεις στο PYD και απειλούν την Τουρκία
    Οι ΗΠΑ προμηθεύουν με όπλα και πυρομαχικά τους Κούρδους της Συρίας, Οκτώβριος 2015 (φωτ.: ΑΠΕ-ΕΡΑ / Sedat Suna)

Το γράφουμε χρόνια τώρα, το κορυφαίο πρόβλημα που απασχολεί την Τουρκία, είναι το Κουρδικό, το οποίο θα καθορίσει το μέλλον της τον 21ο και τους επόμενους αιώνες. Η διεθνής κοινότητα και κυρίως οι μεγάλοι του κόσμου, είχαν αναγνωρίσει ενός είδους ασυλία στην Τουρκία εδώ και περίπου εκατό χρόνια, με βάση την οποία το τουρκικό κράτος και οι κυβερνώντες είχαν το ακαταδίωκτο να βασανίζουν, να σκοτώνουν και να γενοκτονούν τους λαούς της Ανατολίας και της Μεσοποταμίας!

Το τελευταίο διάστημα, ΗΠΑ και Ρωσία, με την πολιτική που ακολουθούν στη Συρία και την υποστήριξη που παρέχουν στους Κούρδους της βόρειας Συρίας, παρά τις έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας, οδηγούν τα πράγματα σε ένα τέτοιο σημείο, που κατά τα φαινόμενα θα τεθεί τέλος στην ασυλία που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Τι σημαίνει αυτό;

Ότι οι Κούρδοι της Συρίας, που αποτελούν πνευματικά παιδιά του Αμπντουλάχ Οτζαλάν, αποκτώντας το δικό τους αυτόνομο κράτος, θα συμπαρασύρουν και την Τουρκία και θα την υποχρεώσουν να παραχωρήσει και στους «δικούς» της Κούρδους τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα, δηλαδή αυτόνομο κράτος ή καντόνια, στα όρια της τουρκικής επικράτειας.

Μια τέτοια εξέλιξη θα υποχρεώσει την Τουρκία να αλλάξει, να απεκδυθεί τον μανδύα του γενοκτόνου και να γίνει ένα πολυεθνικό ομοσπονδιακό κράτος, όπως απαιτούν οι αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στην Ανατολία και τη Μεσοποταμία.

Ακολουθεί άρθρο του Ακίφ Μπακί, στην εφημερίδα Χουριέτ, που σκιαγραφεί τα αδιέξοδα και τις αποτυχίες της τουρκικής πολιτικής στη Συρία και το Κουρδικό και στην ουσία προδιαγράφει τις εξελίξεις, οι οποίες θα κινηθούν στην κατεύθυνση όσων αναφέρθηκαν παραπάνω.

Το άρθρο αποτελεί αυτό που λέμε case study, στο μάθημα «Πώς να αποφύγει κανείς σοβαρά λάθη στην εξωτερική πολιτική» και αξίζει να μελετηθεί εις βάθος από τους Έλληνες στρατηγιστές!

Ακίφ Μπακί, εφημερίδα Χουριέτ

Φαρμάκι στάζει το στόμα του εκπροσώπου τύπου του Πενταγώνου. Μπήκαν στην Ιεράπολη για να κάνουν επίδειξη ισχύος σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι η πόλη δεν έχει απελευθερωθεί ακόμη. Από ποιον πιστεύετε ότι την απελευθέρωσαν και σε ποιον πιστεύετε ότι κάνουν επίδειξη ισχύος; Σκοπός τους είναι να αποθαρρύνουν όσους θέλουν να επιτεθούν αλλού, εκτός από το ISIS. Ποιος πιστεύετε ότι θέλει να επιτεθεί αλλού;

«Καθήκον των Αμερικανών στρατιωτών στην Ιεράπολη είναι να καθησυχάσουν και να αποτρέψουν συγκρούσεις». Ποιον να καθησυχάσουν και ποιον να αποτρέψουν; Δεν χωνεύεται αυτό.

Αυτά τα δηλητηριώδη βέλη έχουν έναν αποδέκτη, την Άγκυρα. «Η παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών στην Ιεράπολη, είναι η απόδειξη ότι δεν υπάρχουν πια εκεί, στοιχεία του ISIS». Δηλαδή η πόλη καθάρισε από τους εχθρούς.

Και ποιος ισχυρίζεται ότι δεν απελευθερώθηκε η πόλη; Η Άγκυρα. Δηλαδή είναι εκεί για να κάνουν επίδειξη ισχύος στις ΤΕΔ. Ποιος σκέφτεται να επιτεθεί και αλλού πέρα από τον ISIS; Η Άγκυρα. Άρα προσπαθούν να εκφοβίζουν την Άγκυρα.

Αφού οι τρομοκράτες που θέλει η Άγκυρα να διώξει από την Ιεράπολη είναι το PYD… καθησυχάζουν το PYD και προσπαθούν να αποτρέψουν την Άγκυρα.

Απαγορεύεται να πληγεί άλλος στόχος εκτός του ISIS
Το Πεντάγωνο λέει λοιπόν: «Όλοι οι σύμμαχοι πρέπει να επικεντρωθούν στον πόλεμο εναντίον του ISIS. Από τη στιγμή που Αμερικανοί στρατιώτες περιπολούν το κέντρο της Ιεράπολης, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν απομείνει στοιχεία της ISIS στην πόλη». Δηλαδή εννοούν ότι «εδώ δεν έχει τρομοκράτες, να πάτε αλλού να τους κυνηγήσετε». Αφού πήραν την αλ Μπαπ, ο επόμενος στόχος της «Ασπίδας του Ευφράτη» ήταν η Ιεράπολη.

Η τουρκική κυβέρνηση έλεγε ότι δεν θα επιτρέψει την παρουσία του PYD στα Δυτικά του Ευφράτη. Η Ιεράπολη είναι στα δυτικά του Ευφράτη και είναι υπό τον έλεγχο του PYD. Αυτό ήταν απαράδεκτο για την Άγκυρα. Αλλά οι πιέσεις την Άγκυρας στη Ρωσία και στις ΗΠΑ δεν είχαν αποτέλεσμα. Δεν άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν το παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία.

Παρόλες τις επίμονες πιέσεις μας, δεν δέχτηκαν να θεωρήσουν το PYD τρομοκρατική οργάνωση. Και βρεθήκαμε στη θέση να προτιμούν το PYD αντί για την Τουρκία

Προσπαθήσαμε ακόμη και να στρέψουμε τον έναν εναντίον του άλλου, αλλά δεν τα καταφέραμε. Προσεγγίσαμε τους Ρώσους για να έχουμε ισορροπίες με τις ΗΠΑ, αλλά μάλλον αυτό δεν ήταν αρκετό για να έχουμε αποτέλεσμα. Παρόλο που χρησιμοποιήσαμε το όπλο του να προσεγγίσουμε τον έναν, για να στραφεί εναντίον του άλλου, τελικά δεν καταφέραμε να φέρουμε κανέναν από τους δύο με το μέρος μας.

Στο τέλος ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ έκανε έκκληση και στους δύο και είπε «κάντε την επιλογή σας, αποφασίστε, ή με εμάς ή με την τρομοκρατική οργάνωση». Και πάλι δεν τα καταφέραμε, δεν μπορέσαμε να τους πείσουμε. Τώρα η Ρωσία και οι ΗΠΑ ενώθηκαν εναντίον μας και έχουν το PYD υπό διπλή προστασία, και μείναμε εμείς ξέμπαρκοι.

Εμείς έχουμε πάει εκεί για να εξασφαλίσουμε την εδαφική ακεραιότητα του Άσαντ; Το PYD έγινε η εναλλακτική του ISIS και ο Άσαντ η εναλλακτική του PYD. Ο μόνος εχθρός που αναγνωρίζουν οι ΗΠΑ και η Ρωσία είναι το ISIS. Το θέτουν ως εξής: «Αν φύγει το PYD, θα έρθει ο Άσαντ, και αν φύγει ο Άσαντ θα έρθει το ISIS». Όσο πιέζουμε το PYD, εκείνο βρίσκει καταφύγιο στον Άσαντ.

Και η Ρωσία με τις ΗΠΑ παίρνουν στάση εναντίον μας, για να μην πειράξει κανένας το PYD.

Για να αποκτήσει ασυλία η οργάνωση, υψώνουν τη σημαία στου Άσαντ στο μέτωπο της ασπίδας του Ευφράτη.

Εν τω μεταξύ, ενώ στο μέτωπο έχουν παραταχθεί εναντίον των δυνάμεών μας η Ρωσία και ο Άσαντ και αποτελούν ανάχωμα για εμάς, στο κέντρο της Ιεράπολης φυλάνε σκοπιά οι στρατιώτες των ΗΠΑ. Δήθεν παραδίνεται στον Άσαντ ο έλεγχος της πόλης, αλλά στο παρασκήνιο η εξουσία εξακολουθεί και μένει στο PYD. Αυτοί τα βρίσκουν μεταξύ τους και το μόνο που μένει σε εμάς είναι να λέμε ότι υπερασπιζόμαστε την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας.

Χάνουμε και την επιλογή του Άσαντ
Δεν λειτούργησε η πολιτική που ακολουθήσαμε με την Ρωσία και τις ΗΠΑ. Το μόνο που λέγαμε ήταν «μην παίρνετε το PYD στο πλευρό σας, πάρτε εμάς». Το αποτέλεσμα: Μπορεί να μη μας ξέγραψαν, αλλά δεν μας υπολόγισαν και πήραν και το PYD στο πλευρό τους.

Μάλιστα, η στρατηγική μας χρησιμοποιήθηκε εναντίον μας. Τώρα είναι αυτοί ανέστρεψαν τη δική μας πολιτική και άρχισαν να λένε σε μας: «Ή είστε μαζί με το ISIS ή μαζί μας. Δηλαδή ή είστε με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και τους συμπολεμιστές τους το PYD και τον Άσαντ, ή με το ISIS».

Θα μας πιέσουν να δεχτούμε το PYD δείχνοντας ως απειλή το ISIS και τον Άσαντ δείχνοντας ως απειλή το PYD. Και όσο πιέζουμε εμείς για εκκαθάριση, βάζουν τον Άσαντ να φυλάει τα εδάφη του PYD, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξήσει τον έλεγχο και να διευρύνει την εξουσία του .

Και αναρωτιέται κανείς, δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε αυτή την εξέλιξη, όταν χαράσσαμε τις πολιτικές που ακολουθήσαμε στη Συρία;

Μετάφραση, σχόλιο: Σάββας Καλεντερίδης/pontos-news.gr

Why Did Islamic State Choose to Threaten China at This Time?

0

EXECUTIVE SUMMARY: As the power of the Islamic State (IS) declines, it is becoming less menacing and less able to sow fear in the world at large. The group sees threats against China as a way to renew that sense of threat. IS claims to offer hope and refuge to the Uyghur Muslims, who are subject to a campaign by the central government in Beijing, and thereby to achieve two major goals: recruiting new volunteers and attracting further attention.

On February 28, 2017, the Iraqi branch of IS issued a video, about half an hour long, threatening to strike Chinese targets. “Oh, you Chinese who do not understand what people say! We are the soldiers of the Caliphate, and we will come to you to clarify to you with the tongues of our weapons, to shed blood like rivers and avenge the oppressed.” IS addressed these threats to the people of China in their own language, Mandarin. The video shows adult warriors together with heavily armed children. It features prayers, lessons, speeches, and above all — as is common in IS videos — on-camera executions of collaborators or of those suspected of other acts against the organization. The video also shows images from the Xinjiang region in northwestern China, including Chinese police officers in the streets. China’s current president, Xi Jinping, appears in it as well.

This is not the first time IS has directed proclamations at China. Early in December 2015, the group’s propaganda arm, the Al-Hayat Media Center, issued a threatening message to China in a video that called, in Chinese, upon the “Muslim brethren” to awaken. The video includes a song in Chinese, entitled “I Am a Jihad Fighter,” which declares that “to die in a war on the battlefield is my dream” and that “no power can stop our progress.” It goes on to proclaim: “Our shameless enemy is frightened by the sight of us”; “One hundred years of slavery, let us leave this shameful memory”; “Awaken, Muslim brother, now is the time to awaken — take your faith and your courage, and fulfill the lost doctrine”. The song is aimed at recruiting volunteers among the Uyghur Muslims in China, who could pose an indirect threat to the powerful country.

The recent IS video is different from that earlier video and from other threatening messages against China in that for the first time, IS is threatening the Chinese homeland rather than solely trying to recruit Muslim Chinese. This difference raises questions. How will the Chinese government react to this threat? Will it change its policy in the Middle East? And, above all, why is IS choosing to directly confront the gigantic power to the east? And why now?

The Chinese Foreign Ministry issued a restrained response: “The Chinese government wants to cooperate with the international community in fighting the Uyghur terrorists, who in recent years have committed several very severe attacks in China and murdered hundreds of people. China fears that Muslims from the Xinjiang region, which is in its west, have gone to Syria and to Iraq in order to join the Islamic State in its war to establish an Islamic Caliphate.” It appears that Beijing is sticking with its regular call for a war on terror, directed first and foremost at the threat it perceives from the Uyghurs.

The official statement also declared that “we oppose every kind of terror and actively take part in the international community’s efforts to eradicate terror.” These words suggest that, while highlighting the concrete threat the Uyghurs pose to China, the regime does not intend to mount its own offensive against IS or alter its policy in the Middle East.

The Uyghurs are a Muslim minority of the Chinese population in the Xinjiang region. Unlike other Muslim minorities in China, they demand political independence and are using terror tactics to that end. The regime fears the return of Uyghur fighters who, after long tenures as members of IS, will be more committed to Islamic doctrine, better trained, and more determined to wrest an independent Muslim state from China.

The question of why IS is confronting China right now can be answered by considering two facts: first, China has no military presence in the Middle East that could threaten IS; and second, despite China’s growing dependence on energy imports (oil and gas) from the Middle East, it is not part of the US-led coalition fighting IS.

On February 27, 2017, thousands of police officers, backed by helicopters and armored vehicles, attended a show of force in the Xinjiang region planned by the Chinese regime. The display was meant to demonstrate to the Uyghurs that if they keep agitating for an independent state, the regime will fight them. Over the past year, the regime has issued laws aimed at the Uyghurs prohibiting religious ceremonies. Many studies have found that China’s activities have been turning even moderate Uyghurs into radicals fighting for their identity.

In this state of affairs, with the Uyghurs subject to a hostile campaign by the central government in Beijing, IS is stepping in to offer them a refuge and a hope. IS has been suffering casualties and steadily losing territory. By assuming sponsorship of the Uyghurs, it can achieve several major goals at once: recruit new volunteers, attract attention, and boost morale. To this end, the group issued the video threatening China and portraying itself as the Uyghurs’ protectors.

As IS’s power declines, it becomes less threatening and less able to sow fear around the world. The group believes that by threatening the world’s most populous country, China, including its institutions and representations abroad, it can restore its dissipated power. China realizes, of course, that IS cannot really threaten such a powerful country, just as it cannot existentially threaten any of the world’s other powers.

During the years of its existence, IS has specialized in intimidation through abhorrent acts of terror, and it appears it will continue to do so. The video directed at China’s population and regime is intended to reinforce the threat the organization projects and refresh its supply of volunteers.

By

Roie Yellinek is a doctoral student in the department of Middle East studies at Bar-Ilan University.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Turkey tells Dutch ambassador: Don’t hurry back

0

 

 

 

 

 

 

Tit-for-tat moves as Turkey blocks Dutch embassy and Netherlands bars minister from entering consulate in Rotterdam.

Turkey said on Saturday it does nott want the Netherlands ambassador to return “for some time” as relations quickly deteriorated between the NATO allies after the Dutch government barred Turkey’s foreign minister from flying to the country.

In response to the Netherlands’ withdrawing landing permission, Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan accused the Dutch government of acting like “fascists” and “Nazi remnants”.

Turkish authorities blocked the Dutch embassy and consulate as the dispute between the two countries over Turkey’s political campaigning in Europe intensified. Turkey also closed off the residences of the Dutch ambassador, charge d’affaires, and consul general.

A senior Turkish foreign ministry official told Al Jazeera the moves were made “for security reasons”.

“We do not want the Dutch ambassador, currently on leave, to return to his post for some time. It has been explained to our counterparts that this grave decision taken against Turkey and the Dutch-Turkish community will cause serious problems diplomatically, politically, economically and in other areas,” the foreign ministry said in a statement.

Erdogan calls Dutch ‘Nazi remnants’ as rally row rages

Meanwhile, Fatma Betul Sayan Kaya, Turkey’s family affairs minister, was blocked by Dutch police from entering the Turkish consulate in Rotterdam after she drove into the country, NOS News reported.

NOS broadcast footage of Kaya stepping out of a car in front of the consulate and being stopped by police when she tried to enter. She was not arrested.

“We ask European countries, especially the Netherlands, to immediately return to democratic values they say they defend – the freedom of expression, action and assembly. They suspended all of these,” Kaya told Turkish state media by telephone.

The dispute first erupted after Dutch officials on Friday said they would not welcome a visit by Foreign Minister Mevlut Cavusoglu if he were to address a political rally in Rotterdam on Saturday.

There are some 300,000 people of Turkish origin in the Netherlands, and the rally was aimed at generating support among expats for an April 16 referendum over whether to give Turkey’s president greater powers.

It is illegal in the Netherlands to hold rallies involving another country’s politics, however.

On Saturday, the Dutch government said it had withdrawn landing permission for Cavusoglu’s plane because of “risks to public order and security”.

Netherlands is violating all international laws, conventions and human rights by not letting me enter Turkish Consulate in Rotterdam

In response, Turkey summoned the Dutch envoy to Ankara in protest over the ban, while Erdogan promised retaliation against Dutch diplomatic flights.

“You can stop our foreign minister’s plane all you want, let’s see how your planes will come to Turkey from now on,” Erdogan said at a rally in Istanbul on Saturday.

“They are Nazi remnants, they are fascists,” Erdogan said, days after he angrily compared moves to block rallies in Germany to “Nazi practices”.

Netherlands Prime Minister Mark Rutte called Erdogan’s remark comparing the Dutch to the Nazis “crazy”.

“I understand they’re angry, but this, of course, was way out of line,” he said.

The diplomatic dispute between the two NATO allies comes just days before the Netherlands goes to the polls in a March 15 election for the lower house of parliament.

The campaign has been dominated by issues of identity, with anti-Islam politician Geert Wilders set to make strong gains.

Wilders, speaking to Al Jazeera at a rally in the Dutch city of Heerlen on Saturday, said the moves by Erdogan and his ministers to campaign in foreign countries were “totally unacceptable”.

“It is uncommon and unwanted that his minister would go and campaign in Holland for a referendum to change the constitution there to make him [Erdogan] more of a dictator. He should not be allowed here at all,” said Wilders

“And after him calling Dutch people Nazis and things like that, the Turkish ambassador should be extradited from the Netherlands immediately and retract our ambassador from Ankara today.”

Erdogan also denounced Germany after Turkish leaders were prevented from rallying expats in several German cities in support of the referendum.

Many in Europe worry that Erdogan is capitalising on fears following a failed coup attempt in July to push through a more authoritarian system with few checks on his power.

Journalist and author Andrew Finkel, who has covered Turkey extensively, told Al Jazeera the spats with Europe play well to the electorate back home.

“As far as the Turkish government is concerned, they couldn’t be happier than they are today. It’s clearly an attempt to escalate the conflict,” said Finkel.

The verbal sparring could have longer-term repercussions, however.

“It’s a case of clear short-termism. They’re trying to play this national card – much in the way that Geert Wilders is playing the nationalist card. But of course, what happens the day after that … Nobody is really thinking about that, because Europe is very important to Turkey.”

Source: Al Jazeera News

A Multispeed Europe Will Be Hard to Pull Off

0
 

The  European Council, which includes leaders of EU member states, normally issues a consensus document at the end of each meeting. On Thursday, it failed to do so because one member — Polish Prime Minister Beata Szydlo — refused to approve it. The spat tells us something about the rocky future of a multispeed Europe.

Szydlo’s snub had nothing to do with the document’s content. Poland’s nationalist government tried to defeat the re-election of former Polish Prime Minister Donald Tusk as European Council president, but its protests were ignored. Tusk was first chosen in 2014 in recognition of Poland’s, and Eastern Europe’s, growing role in the bloc. But there’s bad blood between Tusk and the current Polish government’s chief ideologist and informal leader Jaroslaw Kaczynski, and Poland fought to get him removed. Szydlo, in a huff, refused to back the anodyne communique and was conspicuously late for Friday’s session.

The subsequent vote showed Poland didn’t really have a veto and that the EU has no qualms in supporting the opposition, not the government, in a member state. That’s a strong warning not just to Poland but also to Hungary, another illiberal dissident in the EU: If they insist on being ornery, the bloc could, for all practical purposes, abolish its consensus procedure and start making majority decisions. It looks like the multi-speed Europe has already arrived.

The idea of a European Union of many speeds, in which nations progress toward a federation at their own pace, might be looked upon as something of a blackmail tool for the EU’s Big Four — Germany, France, Spain and Italy — to force the other 23 EU members to accept their leadership. But if it became an official EU policy, how would it actually work? This week’s EU summit has provided some clues.

EU leaders, which make up the Council, debated what they should say later this month as they commemorate the 1957 Treaty of Rome, which opened the path toward the EU. One of the final passages in the draft document bothered Eastern European governments and independent-minded Scandinavians:

We will work together to promote the common good, on the understanding that some of us can move closer, further and faster in some areas, keeping the door open to those who want to join later, and preserving the integrity of the single market, the Schengen area, and the EU as a whole. An undivided and indivisible union, which acts together whenever possible, at different paces and intensity whenever necessary.

The language seems intended to reassure those on the slow-track that they are still part of the team. And in the white paper on the future of Europe, recently presented by European Commission President Jean-Claude Juncker, the multispeed option was illustrated with innocuous examples, such as when 12 EU countries agree to harmonize connected vehicle regulations. But that’s mainly sugar-coating.

In reality, multispeed Europe would most likely mean a core of euro zone members moving toward a fiscal union. It’s unclear which of them would want to go ahead with this, and whether those who want it would qualify, but the development would set off alarm bells to all net recipients of EU funds who are not part of the euro zone. With a two-tier budget, the net contributors would be more likely to keep most of the money inside the first tier, sharing it among the more close-knit group.

The core group, in theory, would be more likely to arrive at a consensus in all matters, such as borders, immigration, labor laws, even taxes. Inevitably, the EU would become a more German sort of organization where a discussion precedes any decision but there’s no coddling of those who don’t go along with the majority. That’s the kind of approach French presidential candidate Emmanuel Macron has been pushing in his campaign appearances. He said last week:

If the euro zone has not made progress in recent years it is because it is ashamed of itself and because it is afraid to face up to those that preferred to stay on the balcony or in the entrance hall. Let’s dare to go for a multi-speed Europe.

If the implicit threat is that the core won’t care if they stay in the EU or leave it, it’s hard to see that as very credible. There is no consensus on fiscal policies among euro members. They can’t even seem to agree on a project to introduce a single financial transaction tax, put forward by the European Commission back in 2011. The 11 nations that formed the working group on the proposed levy are the potential core of a multispeed Europe. But they’ve barely progressed, and Estonia has even dropped out of the working group.

The EU’s original sin is that it failed to define its federalist goals in specific terms, making the economic benefits of the union available to many countries that didn’t feel like sacrificing much of their sovereignty in exchange. Relegating them to second class status isn’t as easy as outvoting them the way Poland was outvoted this week. It takes federalist determination on the part of a group of economically powerful EU members. If someone is sidelined for moving too slowly, another must be prepared to move fast.

In Germany, both Chancellor Angela Merkel and her main rival in the upcoming election, Social Democrat leader Martin Schulz, are likely to show the necessary determination for a closer union; so will Macron, if he wins the French presidency. But Spanish, Italian, Dutch and Belgian leaders won’t be as psyched, given these countries’ fractured political systems and the governments’ precariousness. And in any case, it’s almost impossible to start putting the inner circle, “high-speed” group together until this year’s elections are over.

Meanwhile, the architecture talks will continue and various configurations will be tried. Belgium, Netherlands and Luxembourg on Friday invited the Visegrad Four — Poland, Hungary, Slovakia and the Czech Republic — for separate talks on the future of the EU. The Benelux countries’ leaders also plan to meet with their counterparts from the Baltics. Dutch Prime Minister Mark Rutte, who is behind the initiative, wants to try the traditional Dutch consensus-building technique in the hope that it will work better than thinly veiled exclusion threats.

Perhaps a new consensus will emerge; or maybe the Eastern European and Nordic members will simply have their own contingency plans. That’s not a desirable outcome for some of the nations that could potentially be part of the core EU. And yet, messy as multispeed is, the alternatives may just be worse.

This column does not necessarily reflect the opinion of the editorial board or Bloomberg LP and its owners.

To contact the author of this story:
Leonid Bershidsky at [email protected]

To contact the editor responsible for this story:
Therese Raphael at [email protected]

www.bloomberg.com

How Did Michael Flynn Ever Get Hired as National Security Adviser?

0

Flynn’s acknowledgment this week that he lobbied for Turkey, and the revelation that the White House knew that, raise new questions about Trump’s vetting process.

Increasingly, the central question about Michael Flynn’s tenure as national security adviser is not how it ended so soon but how it ever began in the first place.

Earlier this week, Flynn—who was forced to resign February 13, just three weeks into his job—filed forms with the Justice Department saying he had done work from August to November “that could be construed to have principally benefited the Republic of Turkey.” U.S. citizens who lobby for overseas governments are legally required to file paperwork under the Foreign Agent Registration Act. Flynn’s firm received $530,000 for the work.

On Thursday, White House Press Secretary Sean Spicer was asked whether the Trump administration was aware of Flynn’s lobbying when he was selected to be national security adviser. “I don’t believe that that was known,” he said. On Friday, however, the Associated Press reported that the White House had confirmed that the Trump transition team knew before Inauguration Day that Flynn might be required to register as a foreign agent. In fact, on November  18, mere days after the 2016 election, Representative Elijah Cummings, the ranking Democrat on the House Oversight Committee, wrote a letter to Vice President-Elect Mike Pence inquiring about Flynn’s ties to the Turkish government.

In fact, it would be laughable if Trump officials had not known, since a simple Google search could have tipped them off. On Election Day, Flynn published an op-ed in The Hill floridly praising Turkish President Recep Tayyip Erdogan as a crucial ally against ISIS and calling for the U.S. to extradite Fethullah Gulen, a Turkish religious leader and former Erdogan ally who lives in the U.S., and whom Erdogan blamed for instigating a failed 2016 coup. Flynn complained that Barack Obama had kept Erdogan at arm’s length.

Flynn’s take was particularly surprising because he had cheered the coup on earlier in the year. “That is worth clapping for,” he said in Cleveland, adding that Erdogan “is actually very close to President Obama.” He had also complained to Seymour Hersh that Turkey hadn’t done enough to stop the flow of arms to ISIS.

Several days after the op-ed was published, The Daily Caller reported that Flynn had been hired as a lobbyist Inovo BV, a Dutch firm founded by a Turkish businessman close to Erdogan. Other outlets soon confirmed the story. Six days after the Caller’s report, Trump announced that he was naming Flynn as national security adviser.

During Friday’s White House briefing, Spicer downplayed the matter, arguing that Flynn’s decision to file (or not) was a matter for a private citizen and not the White House’s business. Each time a reporter asked whether this should have raised a red flag about Flynn’s selection to lead the National Security Council, Spicer insisted that all that mattered was whether Flynn personally followed the law, not how the handling reflected on the White House.

The fluctuating story this week raise several questions. Was Trump content hiring as his top national-security aide a man who had up until that moment been under contract to lobby for a foreign government—especially one so inter meshed with U.S. decision-making in the Middle East? Was the president personally aware of the lobbying, and if not, why did no one tell him? And why did Spicer say on Thursday that the administration had not known? Was he lying, or was he left twisting in the wind by White House officials who didn’t keep him informed? (Given the factional infighting in the White House and the administration’s penchant for needless lies, both are distinct possibilities.)

The broader question, and one that Spicer repeatedly tried to dismiss on Friday is about the president’s judgment: How on earth was Flynn ever appointed national security adviser?

Flynn’s lobbying on behalf of Turkey was not the only potentially disqualifying problem. For example, the retired general had shared bogus news items on several occasions, and his son was fired from the Trump transition effort for pumping a preposterous conspiracy theory about Clinton aides running a child-prostitution ring out of a D.C. pizzeria.

Flynn’s tenure at the Defense Intelligence Agency should probably have given Trump some pause about appointing him. His brief and hectic stint directing DIA ended with his firing by the Obama administration, which probably made him a more alluring hire for Trump but should have given pause instead. Flynn’s term suggested that while he was a brilliant intelligence officer, he was ill-suited to the management tasks required of a national security adviser.

Finally, there was the matter of Flynn’s ties to Russia, which ultimately caused his firing. In 2013, while still in uniform, he met with Russian intelligence officials, despite skepticism of many American officials. In November 2015, he traveled there for a celebration of RT, the Kremlin-backed news channel, against the advice of friends and colleagues. And during the presidential transition, Flynn spoke with the Russian ambassador to the United States, discussing sanctions levied on the Russian government by the Obama administration. Flynn then lied about those conversations, both to the public and to Pence, who repeated the denial in a CBS News interview before the election. Trump reportedly learned that Flynn had lied to Pence on January  26, but Flynn was not forced to resign until that became public knowledge.

Looking back now, Flynn’s appointment is nearly incredible—a deeply unwise choice that has reflected poorly on the White House. There is a system that is designed to avoid such catastrophic executive-branch appointments: Nominees are subject to Senate approval, which involves extensive disclosure and investigation, and sometimes forces flawed nominees to withdraw. (Just ask Andy Puzder or Tom Daschle or Linda Chavez.)

The job of the national security adviser, however, is not subject to Senate confirmation. In April 1980, the Senate Foreign Relations Committee considered whether the job should be subject to Senate approval, given the growing role and budget afforded to the post. Ultimately, the Senate opted against. Today, given the growing size, importance, and budget of the National Security Council, and given the Flynn debacle, perhaps the Senate should reconsider that decision

/www.theatlantic.com

Erdogan says Netherlands like ‘Nazis’ as row with EU spirals

0

Outburst comes after The Hague cancels landing permission for Ankara minister; Dutch PM says Turkish leader’s remarks are ‘crazy’

Turkish President Recep Tayyip Erdogan addresses supporters during a rally in Istanbul on March 11, 2017. (AFP PHOTO / OZAN KOSE)

Turkish President Recep Tayyip Erdogan addresses supporters during a rally in Istanbul on March 11, 2017. (AFP PHOTO / OZAN KOSE)

ISTANBUL, Turkey (AFP) — Turkish President Recep Tayyip Erdogan on Saturday likened a Dutch ban on his foreign minister’s visit to Nazism, in a dramatic escalation of a row over campaign events abroad for Turkey’s high stakes referendum.

The leader’s strongly-worded comments came after The Hague said it would refuse Foreign Minister Mevlut Cavusoglu’s plane permission to land ahead of a rally to gather support for boosting Erdogan’s powers.

The Dutch decision to ban Cavusoglu from visiting and holding a rally in the port city of Rotterdam came after Germany and other European nations also saw moves to block campaign events.

Unlike in Germany, however, where a string of planned rallies were barred by local authorities, in the Netherlands it was the government that stepped in to block Cavusoglu’s visit.

“They are the vestiges of the Nazis, they are fascists,” Erdogan told an Istanbul rally Saturday, days after he angrily compared moves to block rallies in Germany to “Nazi practices.”

“Ban our foreign minister from flying however much you like, but from now on let’s see how your flights will land in Turkey,” Erdogan said.

Dutch Prime Minister Mark Rutte said Erdogan was “way out of line,” Reuters reported.

“It’s a crazy remark of course,” Rutte told journalists. “I understand they’re angry, but this of course was way out of line,” Reuters said

The Turkish foreign ministry swiftly announced it had summoned the Dutch deputy ambassador in protest over the ban. The Dutch government said in a statement that its decision to bar Cavusoglu from visiting followed a Turkish threat of sanctions.

“For that reason the Netherlands has let it be known it will withdraw permission to land” for the minister’s plane, it said.

The Foreign Minister of Turkey Mevlut Cavusoglu speaks during a visit of the booth of Turkey at the tourism fair ITB in Berlin, Germany, Wednesday, March 8, 2017. (AP Photo/Michael Sohn)

The Foreign Minister of Turkey Mevlut Cavusoglu speaks during a visit of the booth of Turkey at the tourism fair ITB in Berlin, Germany, Wednesday, March 8, 2017. (AP Photo/Michael Sohn)

The Netherlands is home to some 400,000 people of Turkish origin, and Ankara is keen to harness votes of the diaspora in Europe ahead of the April 16 referendum.

Erdogan accused the Netherlands of working against the “Yes” campaign and said: “Pressure however much you like. Abet terrorists in your country however much you like.

“It will backlash, and there’s no doubt that we’ll start retaliating after April 16… We are patient. Whoever is patient will reach victory.”

The latest escalation came after a string of European towns and cities cancelled similar campaign rallies, citing logistical difficulties and security concerns.

Dutch Foreign Minister Bert Koenders had warned Thursday that his government would not facilitate Cavusoglu’s visit.

“We will not participate in a visit by a Turkish government official who wants to conduct a political campaign for a referendum,” he said.

Dutch far-right anti-Islam MP Geert Wilders celebrated the government’s ban, attributing it to “heavy PVV pressure,” in a reference to his party.

“I call on Prime Minister (Mark) Rutte, in the name of millions of Dutch people, to refuse the Turkish minister access to the Netherlands!” he tweeted earlier Saturday.

“Don’t let him land here!” wrote Wilders, whose party appears set to emerge as one of the largest in parliament in Wednesday’s vote.

The latest row came after NATO allies Turkey and Germany sparred over the cancellation of a series of referendum campaign events there.

Germany is home to 1.4 million people eligible to vote in Turkey — the fourth-largest electoral base after Istanbul, Ankara and Izmir.

Although Berlin insisted that the string of cancellations by local authorities were down to logistical reasons, Turkish officials repeatedly hit back, leading to Erdogan’s angry “Nazi” remark.

German Chancellor Angela Merkel said such rhetoric was “depressing”, belittled Holocaust victims and was “so out of place as to be unworthy of serious comment.”

Berlin has emerged as a strident critic of Ankara’s vast crackdown in the wake of the attempted putsch of last July, which has seen more than 100,000 people arrested, suspended from their jobs or sacked for alleged links to the plotters or to Kurdish militants.

Ankara has in turn accused Berlin of harboring “terrorists” and failing to respond to requests to hand over suspects from the coup as well as Kurdish militants who it believes are members of the outlawed PKK group.

Elsewhere in Europe, Austrian Chancellor Christian Kern has called for an EU ban on Turkish politicians campaigning for the referendum.

And Swiss police on Friday blocked a rally supporting a “yes” vote in the referendum, amid uncertainty over whether the Turkish foreign minister would be allowed to host a similar event planned for Zurich this weekend.

The Times of Israel Staff contributed to this report

 

Το Αιγαίο, τα νησιά και τα ψάρια του

0

του Παντελή Σαββίδη.

Οι Τούρκοι έβγαλαν το ξίφος από το θηκάρι και το κινούν ασύδοτα δεξιά και αριστερά, εγκαταλείποντας και τα τελευταία προσχήματα διπλωματικής συμπεριφοράς. Δυστυχώς δεν είναι μόνο η Τουρκία που συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, αλλά και πλήθος άλλες χώρες, ακόμη και ευρωπαϊκές, που υποτίθεται είχαν μια διπλωματική αβρότητα στον δημόσιο λόγο τους.

Χαρακτηριστική ευρωπαϊκή περίπτωση είναι ο κ. Σόιμπλε και η περιφρονητική αντιμετώπιση της Ελλάδας την εποχή της κρίσης.

Η Τουρκία δεν το κάνει αυτό μόνο με την Ελλάδα, αλλά ακόμη και με τη Γερμανία. Ο παραλληλισμός της σημερινής πολιτικής της Γερμανίας με του ναζιστικού καθεστώτος ανάγκασε τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών να υπενθυμίσει στην Άγκυρα πως ξεπερνάει την κόκκινη γραμμή της χώρας. Ελάχιστα όμως επηρεάζει αυτό τον κ. Ερντογάν, ο οποίος διαπιστώνει πως η αντιπαράθεσή του με τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του δίνει πόντους ενόψει του δημοψηφίσματος – κάτι που δεν συμβαίνει με την Ελλάδα. Η κοινή γνώμη της Τουρκίας είτε έπαθε κάποιον μιθριδατισμό στην ανάδειξη των ζητημάτων με την Ελλάδα, είτε έχει διαμορφώσει μια υποσυνείδητη αίσθηση πως δεν είναι η Ελλάδα που ευθύνεται για τα προβλήματα της Τουρκίας – δεν εντυπωσιάζεται, τουλάχιστον αυτήν την περίοδο, με την καλλιέργεια ελληνοτουρκικής κρίσης.

Γι’ αυτό είναι αδικαιολόγητη η αγενής συμπεριφορά προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ή, αν έχει συμβεί και εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, η αγενής συμπεριφορά προς Τούρκους κυβερνητικούς αξιωματούχους.

Το πλέον εύστοχο που ακούστηκε την τελευταία περίοδο ήταν η δήλωση του Έλληνα υπουργού εξωτερικών ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να είχε καλύτερο γείτονα από την Ελλάδα. Δεν είναι μόνο ο ήπιος τρόπος που η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις τουρκικές προκλήσεις, αλλά και η στρατηγική επιλογή της Αθήνας να βοηθήσει την ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας. Το αν η Τουρκία έχει αλλάξει προσανατολισμό και επιθυμεί τον ανακατεύθυνση της πολιτικής της εκτός Ευρώπης, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Για την ιστορία, να θυμίσουμε πως δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα συμπαραστέκεται στην Τουρκία σε ζωτικής σημασίας θέμα. Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες, ίσως η πρώτη, που συμπαραστάθηκαν στην Τουρκία στην επιδίωξή της για αναθεώρηση της Συνθήκης του Μοντρέ για τα Στενά.

Αφορμή για το σχόλιο αυτό αποτέλεσε η απαξιωτική δήλωση του Τούρκου υπουργού εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν γνωρίζει τη Συνθήκη της Λοζάνης. Και η απάντηση της Ελληνικής Προεδρίας: «ελάτε να σας την μάθω».

Δεν είναι αυτός διάλογος ανθρώπων που ίστανται τόσο ψηλά στην κρατική ιεραρχία. Είναι που είναι δύσκολες οι σχέσεις των δύο χωρών, δεν χρειάζονται περαιτέρω λεκτική επιβάρυνση.

Πώς έχει, λοιπόν, το θέμα των νησιών, με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης αλλά και άλλων συνθηκών που τα διέπουν;

Επιγραμματικά
Με τη Συνθήκη της Λοζάνης (24 Ιουλίου 1923) η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος και η Ικαρία ετέθησαν υπό καθεστώς μερικής αποστρατιωτικοποιήσεως. Αντιθέτως, η Λήμνος και η Σαμοθράκη (όπως και η Ίμβρος και η Τένεδος) συνδέθηκαν με το καθεστώς πλήρους ουδετεροποιήσεως της περιοχής των Στενών. Η Ίμβρος και η Τένεδος δόθηκαν στην Τουρκία υπό τον όρο παραχωρήσεως ειδικού καθεστώτος αυτονομίας. Ποτέ δεν παραχωρήθηκε.

Όπως φαίνεται από την παραπάνω επισήμανση, η Λήμνος, η Σαμοθράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος συνδέθηκαν με τα Στενά. Προσέξτε το, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η Τουρκία στον Μεσοπόλεμο επεδίωξε τον επανεξοπλισμό των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων. Την προσπάθειά της, που ξεκίνησε το 1934, υποστήριξε ενθέρμως η Ελλάδα.  Η διεθνής διάσκεψη συνήλθε στο Μοντρέ της Ελβετίας το καλοκαίρι του 1936, και με το πρωτόκολλο που υπεγράφη, επετράπη ο επανεξοπλισμός των Στενών.

Δυστυχώς η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να περιλάβει ρητή αναφορά στην άρση αποστρατιωτικοποιήσεως της Λήμνου και της Σαμοθράκης στο κείμενο της Συμβάσεως.

Η Σύμβαση του Μοντρέ, όμως, κατήργησε ρητώς τη Σύμβαση της Λοζάνης, ορίζοντας στο προοίμιό της ότι τα συμβαλλόμενα μέρη «απεφάσισαν να αποκαταστήσωσι την παρούσα Σύμβαση εις την Σύμβασιν την υπογραφείσαν εν Λωζάννη τη 24η Ιουλίου 1923». Επομένως, η κατάργηση ολόκληρης της Συμβάσεως για τα Στενά του 1923 επέφερε και την κατάργηση των διατάξεων αποστρατιωτικοποιήσεως της Λήμνου και της Σαμοθράκης.

Σε ό,τι αφορά τα Δωδεκάνησα
Όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είχαν απελευθερωθεί από τον ελληνικό στόλο το 1912-13, με την εξαίρεση των Δωδεκανήσων που είχαν καταληφθεί κατά τη διάρκεια του ιταλοτουρκικού πολέμου το 1911-12 από την Ιταλία.

Σύμφωνα με την ατυχήσασα Συνθήκη των Σεβρών, όλα τα νησιά του Αιγαίου –περιλαμβανομένης της Ίμβρου και της Τενέδου– που βρίσκονταν υπό ελληνική κατοχή, πέρασαν υπό ελληνική κυριαρχία. Αντιστοίχως, τα Δωδεκάνησα, περιλαμβανομένου του Καστελόριζου, εκχωρήθηκαν στην Ιταλία. Την ίδια ημέρα ο Βενιζέλος με τον Ιταλό υπουργό εξωτερικών Τομάσο Τιτόνι υπέγραψαν συμφωνία για εκχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα με την εξαίρεση της Ρόδου που θα παρέμενε άλλα πέντε χρόνια υπό ιταλική κυριαρχία.

Η Μικρασιατική Καταστροφή επέτρεψε τον Οκτώβριο του 1922 στην Ιταλία να καταγγείλει τη Συμφωνία Τιτόνι-Βενιζέλου, ενώ στη Συνδιάσκεψη της Λοζάνης η Τουρκία παραιτήθηκε υπέρ της Ιταλίας από τα δικαιώματά της επί των Δωδεκανήσων.

Μετά το τέλος του Β΄ ΠΠ το μεγαλύτερο αγκάθι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν η τύχη των Δωδεκανήσων.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, τα Δωδεκάνησα κατελήφθησαν από τους Γερμανούς. Τον Μάιο του 1945 παραδόθηκαν προσωρινά στους Συμμάχους και πέρασαν υπό βρετανική στρατιωτική κατοχή. Η τύχη των νησιών συζητήθηκε επανειλημμένως μεταξύ των Συμμάχων από τον Σεπτέμβριο του 1945. Μετά από πολλές περιπέτειες, με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 εκχωρήθηκαν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, με τον όρο της αποστρατιωτικοποίησης.

Η πρόταση ήταν σοβιετική, μεσούντος του Εμφυλίου, αλλά έγινε δεκτή από τους Αμερικανούς οι οποίοι ανησυχούσαν μήπως η Ελλάδα πέσει στο σοβιετικό στρατόπεδο, οπότε θα είχαν διασφαλίσει την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Ο όρος παραβιάστηκε πολλές φορές από ξένες (και αμερικανικές) δυνάμεις.

Μετά την εισβολή στην Κύπρο και τον κίνδυνο κατάληψης των ανατολικών ελληνικών νησιών από την Τουρκία, η Ελλάδα αποδέχεται ότι τα νησιά είναι στρατιωτικοποιημένα, επικαλούμενη το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ περί νόμιμης άμυνας.

Αυτή είναι, πολύ επιγραμματικά, η ιστορία των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (και των Δωδεκανήσων) την οποία γνωρίζουμε όλοι και δεν χρειάζεται να τη διδάξει ο ένας στον άλλον. Καιρός να την τηρήσουμε για ειρηνική συνύπαρξη.

pontos-news.gr

Μοιραία κατάληξη.

13

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το σχόλιο συντάχθηκε απο Ειδικό Συνεργάτη της ιστοσελίδας.

Διάβασα, χθές, ότι το δελτίο της ΕΡΤ κυμαίνεται γύρω στο 1,6%. Για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιέφερε το δελτίο της ΕΡΤ αλλά της ΕΡΤ3 στην οποία εργάσθηκα περί τα 25 χρόνια. Με λογικούς συνειρμούς, το δελτίο της ΕΡΤ3 θα κυμαίνεται στο ίδιο ποσοστό ή και παρακάτω. Δεν χρειάζεται να αναλύσω το γιατί. Θα ήμουν ευτυχής αν βρίσκεται σε υψηλοτερα ποσοστά.

Είναι θλιβερό το γεγονός και προδίδει μια αναξιοπιστία της κρατικής τηλεόρασης. Διότι, τι άλλο μπορεί να σημαίνει  να μη σε εμπιστεύονται για την ενημέρωσή τους οι πολίτες οι οποίοι, μάλιστα, καταβάλλουν από το υστέρημά τους τη λειτουργία της κρατικής τηλεόρασης.

Ήταν μια μοιραία κατάληξη. Την περιμέναμε. Διότι, από τότε που η ΝΔ έκλεισε, απαράδεκτα την ΕΡΤ, κυριάρχησε μια αντίληψη πολιτικής ταύτισης με το σημερινό κυβερνών κόμμα, το Συριζα. Και μια κυριαρχία των αναρχοαυτόνομων αντιλήψεων, που επίσης, αποδομούσαν τις λεπτές ισορροπίες που είχαν, επι χρόνια, διαμορφωθεί.

Ένα μέσο ενημέρωσης, και μάλιστα κρατικό,  προβάλει όλες τις απόψεις και δεν ταυτίζεται ούτε με κόμματα, ούτε με πρόσωπα, ούτε με κοινωνικά κινήματα.

Είναι η συνταγή που δεν ακολούθησαν στην κρατική τηλεόραση μετά το κλείσιμό της από την τότε συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ- ΝΔ. Με δύο λόγια, ακόμη και αν η τότε κυβέρνηση ήθελε να ανοίξει την ΕΡΤ όπως ήταν πριν κλείσει, οι εργαζόμενοι, με διάφορα προσχήματα θα απέρριπταν την πρόταση γιατί είχαν αποφασίσει πως «η τηλεόραση θα ανοίξει με το Συριζα». Όπερ και εγένετο, βεβαίως, αλλά τέτοιες αντιλήψεις και τέτοιες συμπεριφορές, εγγράφονται στο υποσυνείδητο της κοινής γνώμης και, κάποτε, πληρώνονται.

Λάθος, ήταν και η ταύτιση δημοσιογράφων, παρουσιαστών και, γενικώς, της κρατικής τηλεόρασης με κοινωνικά κινήματα τύπου Σκουριές, ή με αγωνιστικές καταλήψεις κλπ. Οι προσωπικές αντιλήψεις δεν πρέπει να επηρεάζουν το δημοσιογραφικό έργο που για να αναγνωριστεί, πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, αντικειμενικό.

Στην κρατική τηλεόραση, πάντοτε η πολιτική εξουσία επεδίωκε να ασκήσει πολιτικό έλεγχο, και στο παρελθόν. Και, βεβαίως, αυτή η προσπάθεια την οδήγησε σε απαξίωση, περιορίζοντας και τότε, τα ποσοστά τηλεθέασης που, ποτέ βεβαίως, δεν έπεσαν τόσο χαμηλά, όσο σήμερα, αν και ο ανταγωνισμός ήταν μεγαλύτερος και ισχυρότερος.

Οι εργαζόμενοι, όμως, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, είχαν αντιληφθεί ότι έπρεπε να κάνουν όσο γίνεται καλύτερα και πιο αντικειμενικά τη δουλειά τους για να μπορέσουν να τη διατηρήσουν. Είχαν συνείδηση των λεπτών ισορροπιών.

Πίστευαν, δηλαδή, πως η κρατική τηλεόραση υπήρχε για να ενημερώνεται ο κόσμος και μέσω αυτής της ανάγκης ενημέρωσης, διατηρούσαν και αυτοί την εργασία τους.

Η αντίληψη αυτή άλλαξε, με τη νεότερη γενιά των εργαζομένων, αρκετά πριν κλείσει η ΕΡΤ και πριν εμφανιστεί, ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη ο Συριζα. Κυριάρχησε η αντίληψη ότι η κρατική τηλεόραση υπάρχει για να έχουν οι εργαζόμενοι δουλειά και έπεται η ενημέρωση. Η οποία, ενημέρωση, θα γινόταν σύμφωνα με τις ιδεοληψίες  των εργαζομένων.

Οι ιδεοληψίες αυτές, καθώς οι παλαιότεροι σιγά σιγά αποχωρούσαν, έγιναν πλειοψηφικές. Μια αναρχοαυτόνομη αντίληψη άρχισε να κυριαρχεί που επέτρεπε στον οποιοδήποτε εργαζόμενο βρισκόταν στο στούντιο κατά τη διάρκεια μιας εκπομπής να ασκεί κριτική, κατά τρόπο προκλητικό πολλές φορές, στα όσα υποστήριζε ο προσκεκλημένος ομιλητής. Με το χρόνο, αυτό θεωρήθηκε εργασιακό δικαίωμα και στον αναρχοαυτόνομο κόσμο θεωρείται δεδομένο.

Θεωρήθηκε, επίσης, εργασιακό δικαίωμα, η διαμαρτυρία στις σκάλες κατά της επίσκεψης στην ΕΡΤ3 του Διοικητή του Γ! Σ.Σ. Σύνθημα της διαμαρτυρίας ήταν «έξω οι στρατοκράτες από την ΕΡΤ3». Σημειωτέον, ότι οτ κτήριο στο οποίο στεγάζεται η ΕΡΤ3 ανήκει στο Γ! Σ.Σ., έχει, μάλιστα, και αριθμό Μητρώου.

Μια άλλη διαλυτική παρενέργεια ήταν η διαμορφωθείσα ως κυρίαρχη αντίληψη πως το πρόγραμμα και γενικώς η διοίκηση έπρεπε να διαμορφώνεται από το σύνολο των εργαζομένων, από τη Γενική Συνέλευση των εργαζομένων, δηλαδή. Αυτό, οδήγησε, κυρίως επι Συριζα, στην αναζήτηση σε καίριες διοικητικές θέσεις, ακόμη και του Γενικού Διευθυντή, όχι ανθρώπων που ήσαν ικανοί και είχαν τη γνώση να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα και να τηρήσουν τις αναγκαίες ισορροπίες αλλά, ανθρώπων, συνήθως άβουλων που ήταν αρεστοί στην πληθώρα των αναρχοαυτόνομων τάσεων.

Αντιλαμβάνεστε, ότι τέτοιου είδους οργανισμοί δεν είναι κρατικές τηλεοράσεις μια δυτικής δημοκρατίας αλλά πειραματικά εργαστήρια αναρχοαυτόνομων και αντιεξουσιαστικών αντιλήψεων.

Μπορεί η πολιτεία αλλά και η κοινωνία να αρέσκονται σ αυτήν την λογική και αυτήν την πολιτική αντίληψη. Αλλά, το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που βλέπουμε. Η πλήρης απαξίωση της κρατικής τηλεόρασης για την οποία όλοι, όσοι περάσαμε από εκεί θλιβόμαστε. Διότι από την εργασία μας  σ αυτήν μπορέσαμε να επιβιώσουμε και να πετύχουμε ό,τι  μπορεί να πετύχει ένας εργαζόμενος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Διότι από αυτήν διαμορφώσαμε μια διαλεκτική σχέση με την κοινωνία η οποία, ακόμη και σήμερα διατηρείται. Και, αυτό, αν θέλετε, είναι το μείζον.

Η απαξίωση της κρατικής τηλεόρασης θα συνεχιστεί διότι σημαντικό μέρος του πληθυσμού, πλέον, αναζητά την ενημέρωση στο διαδίκτυο και διότι, όπως και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ομολογούν με ανησυχία, μια νέα κυβέρνηση, δύσκολα θα διατηρήσει αυτό το καθεστώς. Και θα τη διευκολύνει στα όποια σχέδιά της, η άσχημη εικόνα.  Κρίμα, διότι η μετάβαση στο νέο και η συνύπαρξη με το παλιό θα μπορούσε να γίνει με πιο αξιοπρεπείς όρους.

 

 

 

 

 

 

Balkans must join the EU eventually, European leaders say

0
View of the meeting room during a European Union summit in Brussels, Belgium, March 9, 2017. REUTERS/Olivier Hoslet/Pool

 By Robin Emmott | BRUSSELS

More Balkan states can still join the European Union if they stick to a path of economic and democratic reform, Europe’s leaders said on Thursday at a summit meant to cement the bloc’s long-term commitment to stabilize a region mired in political crisis.

EU leaders placed the Balkans high on the agenda of their summit in Brussels to show that despite ethnic tensions and the scars from wars fought in the 1990s, the region is a priority for the European Union, particularly as Russia also seeks to increase its influence there.

“The Western Balkan countries have an unequivocal European perspective,” said Jean-Claude Juncker, the head of the European Commission which is leading membership negotiations with Albania, Bosnia, Kosovo, Montenegro, Macedonia and Serbia.

“We are not stepping away, but stepping in,” he said.

Two years ago, Juncker said no new countries would join the EU during his mandate at the Commission, which runs until 2019.

Officials said that was a technicality because the Balkans were not ready to join. But some in the region say the message damaged the EU’s credibility.

Britain will hold a special summit on the Western Balkans in 2018, Prime Minister Theresa May said, while German Chancellor Angela Merkel also stressed the importance of the region.

Thursday’s meeting did not prescribe new EU policies for the Balkans, but diplomats said European leaders would try to visit more often to encourage reform.

“For the countries in the Balkans, that matters,” said a senior EU official. “There’s a sense that their European path has slipped away. But their only path is toward the EU.”

Russia, which is trying to exploit its historic links in the region to challenge EU and U.S. involvement, opposes the accession of Balkan states into the EU.

It refuses to recognize the independence of Kosovo and opposes Montenegro’s membership of the U.S.-led NATO alliance.

The Balkan countries are at various stages of reforms aimed at paving the way for EU membership, with Serbia seen as a linchpin whose development could pull up others.

But despite some progress over the past five years, reforms across the region to the judiciary and the business climate have stalled, allowing organized crime to flourish and encouraging more migrants to head north to the EU.

Britain’s May warned of “the potential for increased instability and the risks … to our collective security.”

Macedonia is mired in a political crisis, while Serbia does not recognize the independence of Kosovo, its former province, and accuses it of seeking a war with Belgrade.

In Montenegro, both pro-Western and opposition parties are boycotting the parliament following a recent vote in which they say people were intimidated to back the government.

(Reporting by Robin Emmott; Editing by Mark Trevelyan)

http://www.reuters.com/article/us-eu-summit-balkans-idUSKBN16G32S

Rex Tillerson Might Be the Weakest Secretary of State Ever

0
There are five avenues to power at Foggy Bottom, and they’re all blocked to the current man in charge.
While much of America’s political class is transfixed by the debate about connections between Russia and the White House, a quieter but perhaps more consequential drama is playing out at Foggy Bottom. It concerns the startling diminution of Secretary of State Rex Tillerson and perhaps the entire department that he heads. Normally the most important position in the cabinet, the secretary of state has had little impact on the Trump administration so far. And, if anything, his role appears headed for further decline.

The secretary of state draws his or her power less from the U.S. Constitution or the laws than from five sources: backing from the president, advice and support from his or her department’s career officials, admiration from and alliances with other leaders in the government, praise from the press and public, and positive evaluations of his or her competence and power by foreign diplomats. These individuals and groups do not act independently but rather depend on each other and interact to build up or tear down the secretary’s power. Perceptions and reality blend as to be seen as powerful or weak, and that can readily become self-fulfilling in the Washington echo chamber.

Trending Articles

More U.S. Troops Bound for Afghanistan, As Marines,…

The ‘Forever War’ gets a new lease on life under the Trump administration, but the White House has yet to set out a…

These dynamics have worked against Tillerson until now. And though he still has some time to reverse them, he does not have much.

Even more than most cabinet members who have extensive responsibilities detailed by law, the power of the secretary of state depends on the incumbent’s relationship with the president. He or she needs to be able to speak for the president, and audiences both domestic and foreign need to know that this is the case. This is demonstrated not only by presidential statements of praise but also by the secretary’s presence at meetings with foreign leaders and in important policymaking deliberations.

Tillerson’s position here is very weak. President Donald Trump has shown his lack of faith in him by vetoing his choice for the No. 2 position in his department, Elliott Abrams. Tillerson has also been absent for most of Trump’s meetings with visiting leaders. He likewise does not seem to be playing a central role in the few foreign-policy decisions that the Trump administration has made: He does not appear to have been consulted before then-National Security Advisor Michael Flynn took the White House podium to announce that Iran was now “on notice” not to conduct further provocative missile tests; there is no evidence that his advice was sought when Trump huddled with Japanese Prime Minister Shinzo Abe in January after a North Korean missile launch; nor does he appear to have been involved in Trump’s equivocation on whether he still supported a two-state solution in the Middle East. Most dramatically, he has not been able to stave off Trump’s proposal for deep cuts in the budget for diplomacy and foreign aid.

Tillerson might compensate for this lack of support by strong backing from his department. This would not only arm him with information and arguments to make his voice heard but would show other audiences that he has earned the respect of diplomatic professionals. Tillerson unfortunately is weak here as well. News stories indicate that he remains distant from his officials, many of whom have been removed or have resigned, and convey dissatisfaction and negative evaluations of his performance by foreign service officers. A minor indicator was his ignorance of the protocol to be followed when he met his Russian counterpart and neglected to make the standard introductory remarks. This shows that Tillerson was disconnected from his building’s expertise, that he ignored what he was told, or that his subordinates went out of their way to embarrass him.

The news stories are based on leaks, of course, but the very fact that many people in the State Department are willing to express their dismay is a troubling sign. More importantly, these press stories tell everyone in Washington, including foreign embassies, that Tillerson is ineffective. Even if these descriptions are incorrect, by influencing widespread perceptions they undermine him. The fact that Tillerson has not been meeting with reporters, and even temporarily halted the daily departmental press briefings, has contributed to the sense of his being peripheral.

Some people in this position can compensate by drawing on independent support from political elites and the public at large. This was true for Colin Powell, who served as secretary of state under George W. Bush. Although from the start he was not the president’s right-hand man, he was able to retain a seat at the table because of his independent standing as a major national figure based on his previous high-visibility service as national security advisor and chairman of the Joint Chiefs of Staff, which Tillerson lacks.

When he was secretary of state during the John F. Kennedy and Lyndon Johnson administrations, Dean Rusk was not in the president’s inner circle — especially under Kennedy — nor did he have any independent base of support. But in addition to working well with those in his building, he was valued by his peers, especially Secretary of Defense Robert McNamara and National Security Advisor McGeorge Bundy, for his steadiness and good judgment. As a result, he was never excluded from the flow of information or crucial meetings. Although it is too early to tell how Tillerson is regarded by Secretary of Defense James Mattis and National Security Advisor H.R. McMaster, there is no evidence that they have come to rely heavily on him.

Another possible source of support for the secretary is the foreign diplomatic corps with which he interacts. Several of his predecessors like Powell or Rusk already had favorable reputations abroad when they took office, and John Kerry, Barack Obama’s second-term secretary of state, was central to foreign policy less because of his close relations with Obama than because of his deep involvement with multiple international negotiations — including the Iran nuclear deal and his efforts to secure a cease-fire in Syria and an Israeli-Palestinian peace deal — and ties to many international diplomats.

Tillerson is pretty much a blank slate to most of his foreign peers and their ambassadors.

Tillerson is pretty much a blank slate to most of his foreign peers and their ambassadors. Perhaps he can gain strength from impressing and influencing them, but this is likely to be difficult unless he can start major negotiations — and bring them to a successful conclusion.These sources of power are not independent of each other. The more the secretary is seen as enjoying the president’s confidence, the more he or she gains respect from others in the cabinet and professional diplomats, both American and foreign. Conversely, the president is less likely to keep his or her secretary close if the latter is viewed as weak or ineffective by other audiences. The role of the press is important here less as a describer of the scene than as a means of keeping all the other players informed and rendering independent judgments of its own. Washington is a small community, and reputations develop quickly and matter a great deal.

With these weaknesses reinforcing each other, Tillerson is on a downward spiral. Reversing it will require open support from the president, most obviously by his scrapping the diplomatic and foreign aid budget cuts, ratifying Tillerson’s choice of top subordinates, including him in high-profile meetings, and endorsing some of his policies, such as not withdrawing the United States from the Paris climate change agreement. In parallel, Tillerson needs to assert the role of the State Department in issues of trade and migration that are central to Trump’s concerns. Meeting with the press and displaying command of the issues would also be important steps.

Without measures like these, Tillerson and his department are likely to recede even further into the background. This would not be unprecedented: William Rogers played only a small role in Richard Nixon’s foreign policy. But since Trump is not Nixon, and McMaster is not likely to become Henry Kissinger, under the current administration the result would likely be the diminution not only of the secretary of state but of diplomacy as well.

Photo credit: KEVIN DIETSCH/Pool/Getty Images)

Rex Tillerson Might Be the Weakest Secretary of State Ever

Η καλή εξωτερική πολιτική είναι αόρατη

0

Γιατί το βαρετό είναι καλύτερο

Οι συμμαχίες και οι διπλωματικές σχέσεις είναι σαν την ασφάλιση: Όσο πολύ κι αν την χρειάζεστε σε μια κρίση, μπορείτε να έχετε πρόσβαση σε αυτήν μόνο αν έχετε πληρώσει τα ασφάλιστρά σας κανονικά επί μακρόν.

Ο JAMES GOLDGEIER είναι πρύτανης της Σχολής Διεθνούς Υπηρεσίας στο American University.
Η ELIZABETH N. SAUNDERS είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington.

Στην προσπάθειά του να κάνει την «Αμερική Μεγάλη και Πάλι» βάζοντας «Πρώτα την Αμερική», ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, πέρασε τις πρώτες εβδομάδες της θητείας του διαταράσσοντας τις σχέσεις με συμμάχους και αντιπάλους. Διαμαρτυρήθηκε στον πρωθυπουργό της Αυστραλίας [1] σχετικά με αυτό που αποκάλεσε «χαζή συμφωνία» [2] που έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνώντας να μετεγκατασταθούν περίπου 1.250 πρόσφυγες από την Αυστραλία στις Ηνωμένες Πολιτείες˙ πρότεινε στον πρόεδρο του Μεξικού ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να βοηθήσουν να φροντίσει κάποιους «δύσκολους άνδρες» [3] εκεί˙ και δήλωσε [4] στον Γάλλο πρόεδρο François Hollande ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πάρουν «επιστροφή χρημάτων» για τα χρόνια που ηγούνται του ΝΑΤΟ. Προφανώς, παραμένει επίσης αποφασισμένος να θεσπίσει μια εκτελεστική εντολή για την προσωρινή απαγόρευση της μετανάστευσης από επτά Μουσουλμανικές χώρες, παρά τις πρώτες δικαστικές αποφάσεις εναντίον των προσπαθειών του.

Ο Micah Zenko και η Rebecca Lissner, από το Council on Foreign Relations, έχουν περιγράψει την προσέγγιση του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική ως «τακτικό συναλλακτισμό» (tactical transactionalism) [5], δηλαδή «ένα πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής που επιδιώκει διακριτικές νίκες (ή την αρχική εντύπωσή της δια του tweeter), αντιμετωπίζει τις εξωτερικές σχέσεις σε διμερές επίπεδο και όχι πολυδιάστατα, και αντιστέκεται στην εναρμόνιση των μέσων που είναι απαραίτητα για μια αποτελεσματική μεγάλη στρατηγική».

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι απλώς για την οποιαδήποτε συμφωνία. Δεν είναι καν η έλλειψη μιας συνολικής μεγάλης στρατηγικής από τον Τραμπ. Το πρόβλημα είναι ότι η επιτυχής εξωτερική πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Αυτό συχνά σημαίνει την εκ των προτέρων πληρωμή για οφέλη που είναι δύσκολο να δούμε μέχρι [αυτά] να χαθούν, ή που θα είναι προφανή μόνο όταν χρειαστούν πραγματικά. Μερικές φορές, η επιτυχής εξωτερική πολιτική σημαίνει ακόμα και να περάσουν οι πραγματικές νίκες απαρατήρητες.

Η αόρατη εξωτερική πολιτική δεν δελεάζει έναν πρόεδρο ο οποίος νοιάζεται για επιδείξεις και φανταχτερές επιτυχίες. Μολονότι η αρχική καταιγίδα δραστηριοτήτων του Τραμπ φαίνεται να έχει ηρεμήσει τις τελευταίες ημέρες, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι έχει μετατραπεί στο είδος των ήσυχων, συνηθισμένων ενεργειών που κάνουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ να λειτουργεί ομαλά. Οι προσπάθειες αυτές δεν είναι δραματικές, αλλά είναι απαραίτητες, και η απουσία τους θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

02032017-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, μιλά κατά την διάρκεια της συνάντησής του με τους επικεφαλής των εταιρειών ασφάλισης υγείας στον Λευκό Οίκο στην Ουάσινγκτον, στις 27 Φεβρουαρίου 2017. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
—————————————————–

ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΑ

Οι πολιτικές που επικρίνει ο Trump έχουν κάτι κοινό. Το ελεύθερο εμπόριο, οι συμμαχίες, και η μη θολή διπλωματία, όλα έρχονται με δημόσιες δαπάνες και λιγότερο ορατά οφέλη. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών καθιστούν φθηνότερο για όλους να αγοράσουν καταναλωτικά αγαθά, όπως οι τηλεοράσεις˙ αλλά επειδή μια τέτοια παροχή απλώνεται σε όλους τους Αμερικανούς, ο οποιοσδήποτε αγοραστής στο Best Buy δεν είναι πιθανό να αφιερώσει πολύ σκέψη στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Σίγουρα παρατηρεί, ωστόσο, το κόστος όταν ένα εργοστάσιο κλείνει στην πόλη του.

Οι περιορισμοί στο εμπόριο έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα: Οι πολιτικές τύπου «Buy America» που υπερασπίζεται ο Trump θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος [6] για ένα ευρύ τμήμα του αμερικανικού κοινού. Όπως έχει αναφερθεί ευρέως, μια έρευνα από τα συστατικά των προϊόντων υπό την επωνυμία Trump [7] αποκαλύπτει ότι ακόμα και ο ίδιος ο Trump δεν νομίζει ότι το να «αγοράζει αμερικανικά» είναι πάντα η καλύτερη συμφωνία για τους Αμερικανούς επιχειρηματίες.

Οι οικονομολόγοι έχουν από καιρό κατανοήσει τα συμπυκνωμένα κόστη και τα διάχυτα οφέλη του εμπορίου, τα οποία καθιστούν τα κόστη πολιτικά προεξάρχοντα και τα οφέλη πιο δύσκολο να πουληθούν. Λιγότερο προφανές είναι ότι τα οφέλη των συμμαχιών και της διπλωματίας είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό αόρατα. Το μόνο είδος της διπλωματίας για το οποίο μιλά ποτέ ο Trump είναι για την επίτευξη συμφωνιών, αλλά μια καλύτερη αναλογία για την περισσότερη διπλωματίας [8] είναι η προληπτική φροντίδα [9]: Είναι σταδιακή και περιλαμβάνει την ροπή προς συμμαχίες, εμπορικούς εταίρους, και άλλες στρατηγικά σημαντικές χώρες. Οι συμμαχίες και οι διπλωματικές σχέσεις είναι σαν την ασφάλιση: Όσο πολύ κι αν την χρειάζεστε σε μια κρίση, μπορείτε να έχετε πρόσβαση σε αυτήν μόνο αν έχετε πληρώσει τα ασφάλιστρά σας κανονικά επί μακρόν.

Η προληπτική φροντίδα των συμμαχιών είναι βαρετή, αλλά απαραίτητη. Τα οφέλη είναι δύσκολο να μετρηθούν (αν και η εφημερίδα New York Times έκανε πρόσφατα μια γενναία προσπάθεια να ποσοτικοποιήσει [10] τι κερδίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από τις συμμαχίες τους: Βγάζουμε 699 δισεκατομμύρια δολάρια από τις εμπορικές συναλλαγές με τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μόνο), αλλά αν οι συμμαχίες εξαφανιστούν, θα υπάρξουν μεγάλα και προφανή κόστη.

Η τακτική διπλωματία [11] λειτουργεί επίσης με αυτόν τον τρόπο: Οι περισσότερες διπλωματικές επισκέψεις του προέδρου και του υπουργού Εξωτερικών στο εξωτερικό δεν γίνονται για να εξασφαλίσουν σημαντικές ευκαιρίες, αλλά μάλλον για να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις υπάρχουσες διπλωματικές συνεργασίες. Η φαινομενική περιθωριοποίηση [12] του υπουργού Εξωτερικών, Rex Tillerson, από την λήψη αποφάσεων και την δημόσια διπλωματία του Τραμπ θα είχε νόημα μόνο για έναν πρόεδρο ο οποίος βλέπει την διπλωματία ως περιθωριακή.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΟΛΠΟ ΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

Ο Thomas Schelling, ο βραβευμένος με Νόμπελ μελετητής που αποβίωσε στα τέλη του περασμένου έτους [13], σημείωσε ότι όλοι μας έχουμε την τάση να δίνουμε προτεραιότητα στην βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση έναντι των μακροπρόθεσμων ωφελημάτων. Αυτό σημαίνει, όπως περιγράφει ο Schelling [14], ότι «πολλοί από εμάς έχουμε μικρά κόλπα που κάνουμε στους εαυτούς μας για να προχωρήσουμε τα πράγματα που οφείλουμε να κάνουμε ή να μας απομακρύνουν από τα πράγματα που δεν πρέπει».

Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη ήταν το πιο σημαντικό τέχνασμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για να δίνει προσοχή στο μακροπρόθεσμο (τουλάχιστον από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Οι ελίτ συμφώνησαν ότι μια απελευθέρωση του εμπορικού περιβάλλοντος, ένα ισχυρό δίκτυο συμμαχιών και μια συστηματοποιημένη διπλωματία παρέχουν αξιόλογα οφέλη.

Εκτός από το να παρέχει οφέλη που είναι δύσκολο να δούμε, όπως το χαμηλότερο κόστος των αγαθών χάρη στο εμπόριο, αυτό το τέχνασμα σταματά επίσης τους πολιτικούς από το να εμπλέκονται σε πολιτικές όπως ο προστατευτισμός, [πολιτικές] που μοιάζουν σαν μια γρήγορη νίκη αλλά μπορεί να είναι σοβαρά επιζήμιες. Ο δασμός Smoot-Hawley εισήχθη το 1930 για να προστατεύσει την οικονομία των ΗΠΑ από τον ξένο ανταγωνισμό, αλλά κατέληξε να παρατείνει την Μεγάλη Ύφεση. Μετά από αυτή την θλιβερή εμπειρία, ο νόμος για αμοιβαίες εμπορικές συμφωνίες (Reciprocal Trade Agreements Act, RTAA) [15] άλλαξε το θεσμικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο ορίστηκε η αμερικανική πολιτική εμπορίου. Η νέα μορφή βοήθησε να γίνει πιο εύκολη η αντίσταση στον προστατευτισμό δίνοντας στον πρόεδρο προωθημένη εξουσία έναντι του Κογκρέσου για να διαπραγματεύεται εμπορικές συμφωνίες, μειώνοντας την απαίτηση για την έγκριση του Κογκρέσου σε μια απλή πλειοψηφία αντί για μια πλειοψηφία των δύο τρίτων, και προσδένοντας τις αμερικανικές δασμολογικές μειώσεις με τις αμοιβαίες δασμολογικές περικοπές των άλλων χωρών. Όλα τα παραπάνω δημιούργησαν [16] όλο και πιο ανθεκτική πολιτική στήριξη για το ελεύθερο εμπόριο.

Οι συμμαχίες και η καθημερινή διπλωματία εξαναγκάζουν το κοινό να πληρώσει το κόστος για τις πολιτικές εξασφάλισης που μπορεί να χρειαστούν όταν τα πράγματα γίνουν δύσκολα. Έχουν επίσης βοηθήσει να κρατηθούν μακριά οι μεγάλοι πόλεμοι επί 70 χρόνια, τόσο άμεσα, μέσω των καλών σχέσεων με τους συμμάχους και τους εταίρους, όσο και έμμεσα, μέσω της ισορροπίας δυνάμεων που οι ισχυρές συμμαχίες βοηθούν να ενισχυθούν.

Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο οι επιπλήξεις του Τραμπ [17] στον πρωθυπουργό της Αυστραλίας Malcolm Turnbull ήταν τόσο σοκαριστικές. Οι επικριτές -συμπεριλαμβανομένων πολλών πρώην ρεπουμπλικανών αξιωματούχων της εξωτερικής πολιτικής [18]- σημείωσαν ότι η Αυστραλία υπήρξε πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ, συμβάλλοντας με στρατεύματα σε όλες σχεδόν τις συγκρούσεις στις οποίες έχουν εμπλακεί οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στο Ιράκ το 2003. Οι συνεισφορές της Αυστραλίας σε συγκρούσεις στην Ασία -πάνω από 17.000 Αυστραλοί υπηρέτησαν στον πόλεμο της Κορέας και πάνω από 60.000 στον πόλεμο του Βιετνάμ- είναι μια σημαντική υπενθύμιση της σημασίας της Αυστραλίας για την μελλοντική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ασία έναντι της ανερχόμενης Κίνας.

02032017-2.jpg

Ένας ακτιβιστής ζωγραφίζει το συνοριακό τείχος ΗΠΑ-Μεξικού μεταξύ Ciudad Juarez και New Mexico ως σύμβολο διαμαρτυρίας κατά της νέας μεταναστευτικής μεταρρύθμισης του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, στην πλευρά του Ciudad Juarez, στο Μεξικό, στις 26 Φεβρουαρίου του 2017. JOSE LUIS GONZALEZ / REUTERS
—————————————–

Σίγουρα, οι περισσότερες ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών εξακολουθούν να υποστηρίζουν μια μορφή της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, αλλά θα πρέπει να βγουν μπροστά καθώς ο Trump την αμφισβητεί. Πράγματι, υπάρχουν σημαντικοί θύλακες υποστήριξης ακόμα και μέσα στην διοίκηση του Τραμπ. Αμφότεροι ο Tillerson και ο James Mattis, νέοι υπουργοί του Τραμπ στο Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας, αντίστοιχα, εξέφρασαν ισχυρή υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ κατά τις ακροάσεις επιβεβαίωσης του διορισμού τους, παρά τον ισχυρισμό του προέδρου [19] ότι η συμμαχία είναι «παρωχημένη»˙ και ο αντιπρόεδρος Mike Pence εξέφρασε ισχυρή υποστήριξη για το ΝΑΤΟ στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου φέτος.

ΜΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟ

Συνήθως, όταν ανησυχούμε για την εγχώρια υποστήριξη προς την διεθνή τάξη, ανησυχούμε για την κοινή γνώμη (για παράδειγμα, οι μελετητές έχουν [20] συζητήσει [21] εάν [22] η δημόσια υποστήριξη για την διεθνή τάξη έχει διαβρωθεί, ιδιαίτερα σε μια εποχή κομματικής πόλωσης). Ωστόσο, η άνοδος του Τραμπ δεν είναι απλά μια ιστορία λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην φιλελεύθερη τάξη. Ακόμα και οι απόψεις των ανθρώπων για το εμπόριο, το οποίο μπορεί να επηρεάσει τις θέσεις εργασίας και τους μισθούς, δεν ταιριάζουν απαραίτητα με την οικονομική ιδιοτέλειά τους ξεκάθαρα [23]. Αντίθετα, οι εμπορικές προτιμήσεις αντικατοπτρίζουν συχνά οικονομικές ή κοινωνικές ανησυχίες -με άλλα λόγια, διαμορφώνονται από πολλές από τις ίδιες δυνάμεις που καθοδήγησαν την ψήφο στις προεδρικές εκλογές, και όχι από τις ιδιαιτερότητες της εμπορικής πολιτικής.

Οι περισσότεροι ψηφοφόροι μάλλον δεν σκέφτονται πολύ για τις συμμαχίες και την διπλωματία όταν προσέρχονται στις κάλπες, αλλά ακόμη και αν το έκαναν, είναι αμφίβολο ότι θα έστρεφαν τα πυρά τους στους μακρόχρονους εταίρους των ΗΠΑ, όπως έκανε ο Trump στις πρώτες εβδομάδες [της θητείας] του. Πράγματι, όπως ανέφεραν οι Times [24], σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από την αποκάλυψη του ενοχλητικού τηλεφωνήματος με την Αυστραλία, οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν κατά πόσον οι χώρες ήταν σύμμαχοι ή εχθροί των Ηνωμένων Πολιτειών. Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, ποια ήταν η χώρα που βγήκε κορυφαία στον κατάλογο των συμμάχων; Η Αυστραλία.

Ο Trump έκανε αυτά τα ζητήματα εξέχοντα με το να υφάνει μια αφηγηματική εκστρατεία [25] γύρω από τις ανησυχίες για τους Αμερικανούς που θα χάσουν την δουλειά τους λόγω των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου και τις υπερβολικές πληρωμές για την υποστήριξη των πλούσιων συμμάχων. Στην συνέχεια τύλιξε αυτά τα ζητήματα με ρητορική σχετικά με τα πιο σκανδαλώδη λάθη που έχουν κάνει οι ελίτ τα τελευταία χρόνια, κυρίως από το φιάσκο του πολέμου στο Ιράκ και την οικονομική κρίση του 2008, για να επιδιώξει να πείσει το κοινό ότι ήταν απαραίτητη μια νέα προσέγγιση επτά δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με λίγα λόγια, η πηγή της σημερινής επίθεσης στην διεθνή τάξη δεν είναι το δημόσιο, ούτε οι κομματικές ελίτ, αλλά μάλλον είναι ο ίδιος ο πρόεδρος, με τον σύμβουλο του Λευκού Οίκου, Στηβ Μπάνον, στο πλευρό του. Όλα αυτά θα περιπλέξουν σοβαρά οιεσδήποτε προσπάθειες για την αποκατάσταση της πίστης στην τάξη. Δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα καλύτερης ανταλλαγής μηνυμάτων -θα είναι πάντα δύσκολο να κάνεις τους ψηφοφόρους να ξεσηκωθούν για κάτι τόσο αφηρημένο όπως η φιλελεύθερης διεθνής τάξη.

Αντ’ αυτού, είναι στο χέρι αυτών των ελίτ που εξακολουθούν να αναγνωρίζουν και να δίνουν προτεραιότητα στα αόρατα οφέλη που το σύστημα έχει παράσχει, να το προστατεύσουν ή να το προωθήσουν. Εκείνοι μέσα διοίκηση του Τραμπ, όπως ο Tillerson, ο Mattis, και ο πρόσφατα διορισθείς Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, H.R. McMaster, καθώς και οι λίγοι σύμμαχοί τους στο Κογκρέσο -ιδιαίτερα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα- μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο εάν είναι πρόθυμοι να αναλάβουν το ρίσκο, και αν ο Τραμπ τους ακούσει.

Κάποιος θα πρέπει να πει στον Trump να κάνει ένα ταξίδι στην Γερμανία χωρίς να προσδοκά να φέρει στην πατρίδα μια συμφωνία. Κάποιος θα πρέπει να του υπενθυμίσει ότι οι ισχυρές συμμαχίες με την Αυστραλία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα θα είναι χρήσιμες αν υπάρξει μια αντιπαράθεση με την Κίνα, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια η Κίνα δεν έχει συμμάχους. Κάποιος θα πρέπει να επισημάνει στον Trump ότι ο προστατευτισμός στο εμπόριο οδηγεί σε αυξήσεις των τιμών στα Walmart.

Αυτές οι ίδιες ελίτ ίσως επίσης να πρέπει να υπενθυμίσουν στον Trump ότι ορισμένες νίκες στην εξωτερική πολιτική πρέπει να μείνουν αόρατες -ότι δεν θα είναι σε θέση να πάρει δημόσια εύσημα για ορισμένες από αυτές. Η σταθερότητα στις κρίσεις, η πρόληψη της τρομοκρατίας, η συλλογή πληροφοριών, και πολλές άλλες πτυχές της εξωτερικής πολιτικής είναι σε μεγάλο βαθμό κάτι σαν τα σκυλιά που δεν γαβγίζουν, το σχέδιο που απαιτεί χρόνο για να αποφέρει καρπούς, ή την ιστορία που πρέπει να παραμείνει μυστική μέχρι κάποια μέρα μακριά στο μέλλον .

Οι ελίτ πρέπει ακόμα να αντιμετωπίσουν τις επικρίσεις της υπάρχουσας τάξης που ο Trump έχει εκμεταλλευθεί. Το κόστος του ελεύθερου εμπορίου όντως επιβαρύνει δυσανάλογα ορισμένους Αμερικανούς˙ ο ειδικός επί του εμπορίου στο Council on Foreign Relations, Edward Alden, έχει δείξει λεπτομερώς [26], την αποτυχία της κάθε διοίκησης από του John F. Kennedy και μετά στο να αποδώσουν την υπεσχημένη βοήθεια προς τους εργαζομένους που έμειναν πίσω λόγω της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης, βοήθεια η οποία θα προέκυπτε από τις εμπορικές προσαρμογές. Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ χρειάζεται να δουν σοβαρά το να δαπανήσουν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, όπως έχουν υποσχεθεί να κάνουν (μόνο η Εσθονία, η Ελλάδα, η Πολωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες το κάνουν) -όχι επειδή η επίτευξη του στόχου θα έχει σημαντικές συνέπειες στην άμυνα, αλλά μάλλον για να διατηρήσουν την πολιτική υποστήριξη από τον κύριο χορηγό του ΝΑΤΟ.

Οι επιδόσεις της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης έχουν γραφτεί με αόρατο μελάνι. Αλλά είναι εξαιρετικά ισχυρές [27]. Αν δεν είμαστε επιτυχείς στο να την υπερασπιστούμε, τα οφέλη της μπορεί τελικά να γίνουν ξεκάθαρα φανερά -ακριβώς επειδή θα έχουν εκλείψει.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-02-28/good-fo…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/no-gday-mate-on-c…
[2] https://twitter.com/realDonaldTrump/status/827002559122567168
[3] http://www.cnn.com/2017/02/01/politics/malcolm-turnbull-donald-trump-pen…
[4] http://www.politico.com/story/2017/02/trump-foreign-leaders-phone-calls-…
[5] http://foreignpolicy.com/2017/01/13/trump-is-going-to-regret-not-having-…
[6] https://www.washingtonpost.com/posteverything/wp/2017/01/12/i-have-a-sto…
[7] https://www.washingtonpost.com/news/fact-checker/wp/2016/08/26/how-many-…
[8] https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2016/03/23/obamas-sym…
[9] http://www.newyorker.com/magazine/2017/01/23/the-heroism-of-incremental-…
[10] https://www.nytimes.com/interactive/2017/01/16/world/trump-military-role…
[11] http://politicalviolenceataglance.org/2016/11/28/trump-and-diplomacy-tim…
[12] http://www.politico.com/magazine/story/2017/02/rex-tillerson-is-already-…
[13] https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2016/12/13/thomas-sch…
[14] https://learning.hccs.edu/faculty/robert.tierney/phil1301/substantive-co…
[15] http://chicagounbound.uchicago.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=8966&cont…
[16] http://web.stanford.edu/class/polisci243c/readings/v0002109.pdf
[17] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/no-gday-mate-on-c…
[18] http://www.mcclatchydc.com/news/politics-government/article130427384.html
[19] http://www.thetimes.co.uk/article/brexit-will-be-a-great-thing-you-were-…
[20] http://www.belfercenter.org/sites/default/files/legacy/files/IS3202_pp00…
[21] https://www.princeton.edu/~hmilner/forthcoming%20papers/The%20Center%20S…
[22] http://www.realclearworld.com/articles/2016/11/07/how_the_elite_misjudge…
[23] http://repository.upenn.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1338&context=asc…
[24] https://www.nytimes.com/interactive/2017/02/03/upshot/which-country-do-a…
[25] https://www.nytimes.com/2016/10/20/world/americas/donald-trump-foreign-p…
[26] http://www.cfr.org/competitiveness/failure-adjust/p38288
[27] http://blog.lareviewofbooks.org/essays/america-america/

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Οι Τούρκοι ψηφοφόροι σε θολά νερά

0
Πώς είναι το να αντιτάσσεται κανείς στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του Ερντογάν
Η γέφυρα του Βοσπόρου που ενώνει την ευρωπαϊκή με την ασιατική πλευρά της πόλης, καλύπτεται από ομίχλη στην Κωνσταντινούπολη, στις 4 Απριλίου του 2010. MURAD SEZER / REUTERS
Περίληψη:

Η συμμαχία των συντηρητικών και των εθνικιστών από την οποία εξαρτάται ο Ερντογάν από το 2002 φαίνεται να ραγίζει καθώς αντιμετωπίζει την κίνηση του Ερντογάν να κατοχυρώσει τις ήδη ευρείες εξουσίες του μέσα στο τουρκικό σύνταγμα.

Ο UMAR FAROOQ είναι ανταποκριτής των The Los Angeles Times και έχει κάνει ρεπορτάζ για τα Foreign Policy, Christian Science Monitor, The Wall Street Journal, και άλλα μέσα.

Μια ξάστερη βραδιά στην περιοχή Μπεσίκτας της Κωνσταντινούπολης, μια ντουζίνα αστυνομικοί κοιτούσαν εκατοντάδες ανθρώπους που επιβιβάζονταν σε ένα φέρι-μποτ στον Βόσπορο. Οι επιβάτες θα παρακολουθούσαν μια εκδήλωση για την κινητοποίηση της υποστήριξης υπέρ την ψήφου «όχι» σε ένα συνταγματικό δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για τις 16 Απριλίου. Εξίσου επιφυλακτικοί λόγω της αστυνομίας και λόγω κάποιων τυχόντων σαμποτέρ υπέρ του «ναι», ένα ζευγάρι διοργανωτών χτυπούσε φιλικά την πλάτη κάθε επιβάτη πριν του επιτρέψει την είσοδο στο πλοίο.

«Δεν πρόκειται να είναι μια δίκαιη ψηφοφορία, γι’ αυτό πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να κάνουμε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι το ‘όχι’ μπορεί να κερδίσει», φώναξε ο Γιουσούφ Αλπ, ένας νεαρός αριστερός διοργανωτής, πάνω από τις επευφημίες των επιβατών καθώς το πλοίο απομακρύνθηκε μέσα στο λυκόφως. Οι διοργανωτές δεν μπορούσαν να αποκτήσουν άδεια από την τοπική κυβέρνηση να χρησιμοποιούν χώρο στην στεριά, οπότε έλαβαν την βοήθεια ενός φίλου ο οποίος είναι ιδιοκτήτης του σκάφους. Μετά από τρεις ώρες υμνολογιών, οι επιβάτες, με το ηθικό τους ψηλά, μάζεψαν τις κονκάρδες και τα αυτοκόλλητα που είχαν ένα απλό «όχι» πάνω τους, πριν πορευθούν προς τα σπίτια τους.

10032017-1.jpg

Υποστηρικτές του αντιπολιτευτικού φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP) κρατούν πλακάτ με το «Όχι» στα τουρκικά και τα κουρδικά κατά την διάρκεια εκδήλωσης για το συνταγματικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου, στο Ντιγιαρμπακίρ, στην Τουρκία, στις 2 Μαρτίου 2017. SERTAC KAYAR / REUTERS
———————————————————-

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις από δύο από τις παλαιότερες δημοσκοπικές εταιρείες της Τουρκίας, την Metropoll και την A&G, έχουν δείξει ότι οι Τούρκοι είναι ομοιόμορφα κατανεμημένοι στην πορεία προς το δημοψήφισμα, με την διαφορά μεταξύ του αριθμού των ψηφοφόρων του φιλοκυβερνητικού «ναι» και του «όχι» να είναι λιγότερο από 5%. Το στρατόπεδο του «όχι» ελπίζει όχι μόνο να πείσει τους επί μακρού χρόνου επικριτές της κυβέρνησης να συμμετάσχουν στις τάξεις του, αλλά και να συνδεθεί με τους αναποφάσιστους που μερικές δημοσκοπήσεις τους έχουν δώσει ποσοστό μέχρι και 20%.

Εάν εγκριθούν οι τροπολογίες, θα είναι η κορυφαία πολιτική νίκη του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθιστώντας τον το πιο ισχυρό Τούρκο ηγέτη μετά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Θα ανοίξουν τον δρόμο ώστε ο Ερντογάν να θέσει υποψηφιότητα για δύο επιπλέον πενταετείς θητείες όταν λήξει η τρέχουσα το 2019. Εν τω μεταξύ, θα καταργήσουν το γραφείο του πρωθυπουργού και θα δώσουν την ευθύνη για τον διορισμό του υπουργικού συμβουλίου στον πρόεδρο, ο οποίος δεν θα χρειαστεί έγκριση από το κοινοβούλιο για τους διορισμούς του. Ο πρόεδρος θα έχει επίσης την εξουσία να διαλύει μονομερώς το κοινοβούλιο, συνδέοντας ουσιαστικά τους βουλευτές με την πολιτική ατζέντα του.

Επιπλέον, οι τροπολογίες θα δώσουν στον πρόεδρο την εξουσία να νομοθετεί μονομερώς μέσω επίσημων διαταγμάτων, εφ’ όσον τα διατάγματα αυτά δεν παραβιάζουν τις ατομικές ελευθερίες που ήδη κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Το πρόβλημα είναι ότι με το νέο σύστημα, ο δικαστικός κλάδος, ο οποίος θα αποφασίζει σχετικά με την συνταγματικότητα των οποιωνδήποτε διαταγμάτων, θα είναι επίσης ουσιαστικά κάτω από τον έλεγχο του προέδρου, καθώς ο πρόεδρος θα ελέγχει τον διορισμό των δικαστών στα κορυφαία δικαστήρια της χώρας.

Αυτές οι αλλαγές έρχονται μετά από πολύ καιρό. Ο Ερντογάν, ο οποίος ηγήθηκε της χώρας ως πρωθυπουργός από το 2003 ως το 2014 και ως πρόεδρος από το 2014, έχει από καιρό πει ότι ένα νέο σύνταγμα που αντανακλά με ακρίβεια την «εθνική βούληση» είναι ο τελικός πολιτικός του στόχος. Υποστηρίζει ότι η πολιτική ισχύς πρέπει να συγκεντρώνεται σε έναν κλάδο για να ξεπεραστούν τα προβλήματα του «δυσλειτουργικού» κοινοβουλίου της Τουρκίας.

Αυτό είναι ένα επιχείρημα που πολλοί Τούρκοι βρίσκουν παράλογο -εκτός από μια περίοδο πέντε μηνών το 2015 που πυροδότησε νέες εκλογές, το ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) του Ερντογάν έχει απολαύσει μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο από το 2002. Και μετά την καταστολή των διαδηλωτών στο Πάρκο Gezi της Κωνσταντινούπολης το 2013, ο Ερντογάν απογύμνωσε ασύστολα εξουσίες από κάθε κλάδο της κυβέρνησης. «Είχα φίλους που σκοτώθηκαν στο Gezi», μου είπε η Nehir Sevim, μια αριστερή ακτιβίστρια που συμμετείχε στις διαδηλώσεις του 2013. «Από τότε, έχουμε σκοτωθεί από τρομοκράτες σε βομβιστικές επιθέσεις, και έχουμε φυλακιστεί. Η κυβέρνηση είναι μισή δικτατορία ήδη, αλλά το κάνουν παράνομα. Με αυτό το δημοψήφισμα, θα γίνει νόμιμα˙ θα γραφτεί στο ίδιο το Σύνταγμα».

Από την εποχή των διαδηλώσεων στο Gezi, το δικαστικό σύστημα της Τουρκίας έχει εκκαθαριστεί από χιλιάδες επικριτές του Ερντογάν. Ο θεσμός τώρα αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις τακτικές ομιλίες του Ερντογάν που κατηγορεί ανηλεώς τους αντιπάλους του ως παραγγελίες για φυλάκιση σημαντικών δημοσιογράφων και διανοούμενων. Τον περασμένο Μάιο, ο Ερντογάν ανάγκασε σε παραίτηση τον προσεκτικό επικριτή του, τον πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου. Μετά από αυτό, ο Ερντογάν ξεκίνησε να προεδρεύει επί του υπουργικού συμβουλίου και των συνεδριάσεων της εθνικής ασφάλειας, παρότι το σύνταγμα προβλέπει σε μεγάλο βαθμό την προεδρία ως εθιμοτυπική. Από την πλευρά του, ο αντικαταστάτης του Νταβούτογλου, ο Μπινάλι Γιλντιρίμ, δήλωσε ότι η Τουρκία θα πρέπει να νομιμοποιήσει αυτό που είναι ήδη ένα de facto προεδρικό σύστημα.

Φυσικά, υπάρχουν κι εκείνοι που υποστηρίζουν τα συνταγματικά τεχνάσματα του Ερντογάν. Οι υποστηρικτές του επισημαίνουν την ταραχώδη δεκαετία του 1990, όταν μια σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού κατέρρευσαν, καταλήγοντας σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα το 1997, που ανέτρεψε το μητρικό κόμμα και τον μέντορα του ΑΚΡ, τον πρωθυπουργό Νετσμετίν Ερμπακάν. Ο σθεναρά κοσμικός στρατός της Τουρκίας κατηγόρησε τον Ερμπακάν ότι ήταν πάρα πολύ ισλαμιστής επειδή η κυβέρνηση συνασπισμού του πίεσε για μεταρρυθμίσεις που περιλάμβαναν την άρση των περιορισμών σχετικά με τις γυναίκες που φορούν μαντίλες στον δημόσιο τομέα. Μετά από εκείνο το πραξικόπημα, οι ισλαμιστές, συμπεριλαμβανομένου του Ερντογάν, φυλακίστηκαν και αποκλείστηκαν από την πολιτική, μόνο για να ανασυνταχθούν ως AKP και να κερδίσουν μια ολοκληρωτική πλειοψηφία το 2002. Μέχρι και το 2008, τα δικαστήρια προσπαθούσαν να απαγορεύσουν το ΑΚΡ κατηγορώντας το ότι οι πολιτικές του παραβιάζουν το κοσμικό σύνταγμα. Μόλις το 2013 οι νομοθέτες ήταν σε θέση να άρουν πλήρως την απαγόρευση της μαντίλας για τις υπαλλήλους του δημοσίου. Για τους υποστηρικτές του Ερντογάν, ο δικαστικός κλάδος εξακολουθεί να ελέγχεται από μια κοσμική ελίτ που δεν σέβεται το λαϊκό αίσθημα.

Ωστόσο, η πιθανότητα το δικαστικό σώμα να υπονομεύει το όραμα του Erdogan φαίνεται ανύπαρκτη, ακόμη και σε ισλαμιστές στα δεξιά του ΑΚΡ του Ερντογάν. «Είναι γελοίο», δήλωσε ο Temel Karamollaoglu, ο οποίος έχασε την κοινοβουλευτική έδρα του μετά το πραξικόπημα του 1997 και τώρα είναι επικεφαλής του κόμματος Saadet, ενός μικρού αλλά ισχυρού ισλαμικού κινήματος που εξακολουθεί να παραμένει προσκολλημένο στην ιδεολογία του Ερμπακάν. (Ο Ερμπακάν είχε γελοιοποιήσει τους Τούρκους που προσπαθούσαν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Ερντογάν, τουλάχιστον αρχικά, έκανε την ένταξη στην ΕΕ κεντρικό μέρος της πλατφόρμας του κόμματός του, αντλώντας εκατομμύρια ψήφους από μη-ισλαμιστές φιλελεύθερους). Τα στελέχη του ΑΚΡ, μου είπε ο Karamollaoglu, «είναι σε θέση να κάνουν ό, τι θέλουν˙ δεν υπάρχει κανένας λόγος για τις τροπολογίες αυτές».

Η αντίθεση του Karamollaoglu στις τροπολογίες έχει προσελκύσει την οργή των οπαδών του ΑΚΡ, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι είναι πολύ κοντά στο κοσμικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το οποίο έχει αντιταχθεί στις τροπολογίες του Ερντογάν. «Δεν είναι συχνό το να συμφωνούμε με το CHP», λέει ο Karamollaoglu, «αλλά στην προκειμένη περίπτωση, είμαστε στην ίδια πλευρά. … Το σύνταγμα δεν είναι απλά ένας νόμος˙ είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο, και χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια έγκριση της πλειοψηφίας».

Ο μόνος σύμμαχος του ΑΚΡ στο κοινοβούλιο, το συντηρητικό Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος (MHP), επίσης παρουσιάζει ρωγμές υπό την πίεση του δημοψηφίσματος. Τον Ιανουάριο, λίγες ώρες αφότου ο επικεφαλής του κόμματος, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανακοίνωσε ότι θα υποστηρίξει τις τροπολογίες, ο αναπληρωτής του, ο Atila Kaya, παραιτήθηκε. «Η πίστη μου στον εθνικισμό και η κατανόησή μου για τον τουρκικό εθνικισμό», ανακοίνωσε, «επιβάλλει στην συνείδησή μου να πω ‘όχι’ στην συνταγματική τροποποίηση». Ακολούθησε ένα κύμα αποστασιών μεταξύ των κορυφαίων κομματικών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής της υπερ-εθνικιστικής ομάδας του MHP, «Γκρίζοι Λύκοι». Ορισμένες εκτιμήσεις τοποθετούν το ήμισυ του εκλογικού σώματος του MHP στο στρατόπεδο του «όχι».

Αλλά εκείνοι που μιλούν ανοιχτά για τις συνταγματικές αλλαγές είναι αντιμέτωποι με μια χρηματοδοτούμενη από την κυβέρνηση εκστρατεία που τους έχει χαρακτηρίσει ως υπαρξιακή απειλή, όχι διαφορετική από το αυτονομιστικό Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), ή εκείνους που κατηγορούνται για την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου. «Ποιος λέει όχι;», είπε ο Ερντογάν σε ένα πλήθος που ζητωκραύγαζε στην Άγκυρα τον Φεβρουάριο. «Το PKK λέει όχι. Ποιος λέει όχι; Όσοι θέλουν να διαιρέσουν και να κόψουν αυτή την χώρα, λένε όχι. Ποιος λέει όχι; Εκείνοι που αμφισβητούν την σημαία μας λένε όχι».

Όταν ήρθε η ώρα να ψηφιστεί το αν θα γίνει το δημοψήφισμα, οι βουλευτές του ΑΚΡ το έκαναν σημαντικό θέμα να δείξουν την αφοσίωσή τους προς τον Ερντογάν, κρατώντας τα ψηφοδέλτια για να τους τραβήξουν φωτογραφίες οι συνάδελφοί τους. Και τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση έχει συλλάβει πολλούς για μοίρασμα φυλλαδίων ή απλά επειδή φώναζαν συνθήματα ζητώντας από τους πολίτες να ψηφίσουν «όχι» στο δημοψήφισμα. Μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν αρνηθεί να δημοσιεύσουν συνεντεύξεις ή άρθρα από ανοιχτά αντιτιθέμενους, και παρουσιαστές εκπομπών έχουν απολυθεί επειδή εξέφρασαν τις απόψεις τους.

10032017-2.jpg

Οι υποστηρικτές του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν ανεμίζουν εθνικές σημαίες κατά την διάρκεια μιας δίκης στρατιωτών που κατηγορούνται για απόπειρα δολοφονίας του Ερντογάν τη νύχτα του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου, στην Mugla, στην Τουρκία, στις 8 Μαρτίου 2017. KENAN GURBUZ / REUTERS
————————————————

Μέσα από όλα αυτά, ο πρώην πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιούλ, και ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, οι άνδρες που βοήθησαν να διαμορφωθεί το ΑΚΡ, ήταν εμφανώς απόντες από τις κομματικές εκδηλώσεις υπέρ του «ναι». Αμφότεροι ο Γκιουλ και ο Νταβούτογλου έχουν επικρίνει το μονομερές στυλ ηγεσίας του Ερντογάν, και υπάρχουν εικασίες, και ελπίδα, μεταξύ των συντηρητικών Τούρκων ότι το δίδυμο αυτό θα μπορούσε να σχηματίσει ένα νέο πολιτικό κόμμα.

Η Τουρκία είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά την απόπειρα πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης το περασμένο καλοκαίρι -κάτι που θα συνεχιστεί «μέχρι να ηρεμήσουν όλα είναι να επιστρέψουν σε τάξη», όπως είπε ο Ερντογάν. Προς το παρόν, η χώρα διοικείται με διατάγματα που εκδίδονται από την Άγκυρα. Εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι που κατηγορούνται για δεσμούς με τους πραξικοπηματίες ή με άλλες «τρομοκρατικές» ομάδες έχουν απολυθεί, τα διαβατήριά τους ακυρώθηκαν, και έχουν αποκλειστεί δια βίου από το να εργαστούν στον δημόσιο τομέα –μια τιμωρία που ένας συνταγματολόγος αποκαλεί «πολιτικό θάνατο». Και μαζί με τους στρατιώτες που πιάστηκαν με τα όπλα στα χέρια το βράδυ της 15ης Ιουλίου, χιλιάδες καθηγητές, ακαδημαϊκοί και δικαστές κατηγορούνται τώρα για τρομοκρατία. Τουλάχιστον 180 μέσα ενημέρωσης έχουν κλείσει και 150 δημοσιογράφοι φυλακίστηκαν για «προσβολή» του Ερντογάν ή για το ότι υποστηρίζουν «τρομοκρατικές» ομάδες μέσα από την δουλειά τους. Εκατοντάδες μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί έχουν κλείσει, με τις πόρτες τους να είναι τώρα σφραγισμένες με ένα έγγραφο με βουλοκέρι παρόμοιο με μια μεσαιωνική διαταγή από σουλτάνο.

Η ατμόσφαιρα θυμίζει στους συντηρητικούς το πραξικόπημα τον Φεβρουάριο του 1997, που προκάλεσε τις συλλήψεις χιλιάδων υποτιθέμενων ισλαμιστών λόγω του υπερβάλλοντα ζήλου του κοσμικού στρατού. «Σήμερα είμαστε ήδη υπό ένα πραξικόπημα διαφορετικού χρώματος», μου είπε η Huda Kaya, μια βουλευτής από το HDP η οποία ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία στο κίνημα διαμαρτυρίας κατά της απαγόρευσης της μαντίλας πριν από δύο δεκαετίες. Η Kaya, μαζί με μια ντουζίνα άλλους βουλευτές του HDP, τώρα αντιμετωπίζει κατηγορίες για τρομοκρατία για ομιλίες της που οι εισαγγελείς λένε ότι υποστήριζαν το ΡΚΚ. Περισσότεροι από πέντε χιλιάδες εργαζόμενοι του HDP είναι υπό κράτηση, και η Άγκυρα έχει αντικαταστήσει 80 φιλοκουρδικές τοπικές διοικήσεις με γραφειοκρατικούς επιστάτες, μέρος μιας εκστρατείας που φαίνεται να στοχεύει στο ξερίζωμα της κουρδικής αντιπολίτευσης ενόψει του δημοψηφίσματος.

Ο Ερντογάν αποκάλεσε την εκστρατεία υπέρ του «όχι» ως «κακή» γιατί δήθεν επιδιώκει για να επιβάλει εκ νέου περιορισμούς, όπως οι νόμοι που κρατούσαν τις μαντηλοφορούσες εκτός εργασίας στον δημόσιο τομέα. Η μεγαλύτερη ομάδα της χώρας για τα δικαιώματα των ισλαμιστών γυναικών, KADEM, έχει κάνει κομβικό σημείο της εκστρατείας της υπέρ του «ναι» το φάντασμα μιας νέας απαγόρευσης της μαντίλας από ένα αντιδημοκρατικό δικαστικό σώμα. Για την Kaya, η οποία πέρασε έναν χρόνο στην εξορία μετά το πραξικόπημα του 1997 επειδή διαμαρτυρόταν για την απαγόρευση, αυτή η ρητορική είναι μια προφανής και μικροπρεπής απόπειρα εκμετάλλευσης του ρήγματος μεταξύ κοσμικών και συντηρητικών της Τουρκίας. «Το AKP θέλει να φοβίσει τους ανθρώπους να ψηφίσουν ‘ναι’, λέγοντάς τους ότι ένα άλλο [πραξικόπημα] σαν της 28ης Φεβρουαρίου θα μπορούσε να αναιρέσει τις μεταρρυθμίσεις τους», είπε. «Αλλά είναι μια διαφορετική Τουρκία σήμερα: Δεν είναι μόνο οι Κούρδοι που αγωνίζονται. Δεν είναι μόνο οι συντηρητικοί και οι θρησκευόμενοι -είναι όλα τα είδη των ανθρώπων που αντιτίθενται σε αυτό το σχέδιο».

Η συμμαχία των συντηρητικών και των εθνικιστών από την οποία εξαρτάται ο Ερντογάν από το 2002 φαίνεται να ραγίζει καθώς αντιμετωπίζει την κίνηση του Ερντογάν να κατοχυρώσει τις ήδη ευρείες εξουσίες του μέσα στο τουρκικό σύνταγμα. Αν του δοθεί μια ευκαιρία να το πετύχει, το στρατόπεδο του «όχι» θα μπορούσε να καταφέρει μια ήττα στον Ερντογάν στις 16 Απριλίου. Όμως ο Ερντογάν έχει κι άλλες επιλογές στο τραπέζι, συμπεριλαμβανομένης της καθυστέρησης του δημοψηφίσματος ή του να ζητήσει νέες εκλογές που θα μπορούσαν να δώσουν στο ΑΚΡ πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να τροποποιήσει το σύνταγμα χωρίς δημοψήφισμα. Ωστόσο, είτε κερδίσει είτε χάσει στις 16 Απριλίου, ο Ερντογάν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να προσπαθεί να πολώσει τους Τούρκους σε μια φαντασιακή μάχη για την ίδια την ύπαρξή τους.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2017-03-09/turkish-voters…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition