Αρχική Blog Σελίδα 2969

Γιατί ο Ερντογάν ουσιαστικά έχασε το δημοψήφισμα και η επόμενη μέρα στην Τουρκία

1

  • του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ
    (Φωτ.: EPA / Γραφείο Τύπου Προεδρίας της Τουρκίας)

Με βάση τους αριθμούς ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κέρδισε το χθεσινό δημοψήφισμα για την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος και τη μετατροπή του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας από προεδρευόμενη σε προεδρική δημοκρατία.

Το «Ναι» συγκέντρωσε 2,82 μονάδες περισσότερες από το «Όχι» – 51,41% έναντι 48,59%. Έτσι, από άποψη νομική έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στις αλλαγές. Δεν έχει, όμως, αυτό που αποκαλείται πολιτική νομιμοποίηση. Η διαφορά είναι ελάχιστη για να επιφέρει τόσο σημαντικές αλλαγές, διχάζει τη χώρα και εισάγει την Τουρκία σε μακρά περίοδο αστάθειας  –όπως εκείνη που ξεκίνησε το 1839 με το Τανζιμάτ–, χωρίς να διακυβεύονται τα ίδια δημόσια αγαθά.


(Φωτ.: EPA / Tolga Bozoglu)

Ο Ερντογάν πιστεύει πως την εθνοτική πολυπλοκότητα και τις αποδομητικές τάσεις μπορεί να τις αντιμετωπίσει μόνο ένας ηγέτης με υπερεξουσίες, σαν και αυτές που θέλει ο ίδιος να εισάγει στο τουρκικό σύνταγμα. Και πως μόνο με την ενοποιητική δύναμη του Ισλάμ μπορεί να καθησυχάσει τις εθνότητες που ανησυχούν και έχουν εξεγερθεί, όπως οι Κούρδοι.

Το αν έχει δίκιο θα το κρίνουν οι εξελίξεις αλλά οι προθέσεις του δεν είναι και τόσο άδολες.

Από ιδιοσυγκρασία και αίσθηση μεγαλείου τα θέλει όλα δικά του, και πιστεύει πως μόνο αν είναι ο ηγέτης του κόμματός του, δεν αμφισβητείται από κανέναν, και παράλληλα ασκεί τα προεδρικά δικαιώματα και την εκτελεστική εξουσία θα μπορέσει να μακροημερεύσει. Δηλαδή όλα σε ένα πρόσωπο. Η έννοια της διάκρισης των εξουσιών είναι ξένη προς το πολιτικό και ιδεολογικό του πιστεύω.

Ευελπιστεί, δε, πως περιορίζοντας τους ακροδεξιούς εθνικιστές και αποδυναμώνοντας το κουρδικό κίνημα θα βρει την εκλογική μάζα που έχει ανάγκη για να αναπαράγει την εκλογική του δύναμη και να καταστήσει το κόμμα του πλειοψηφικό όσο ο ίδιος παραμένει στην ενεργό πολιτική δράση. Και έχει αυτό το δικαίωμα, τυπικά, ως το 2030. Τα χρόνια είναι πολλά για να γίνει αποδεκτή μια γραμμική αντίληψη των πολιτικών και διεθνών εξελίξεων, και η περίοδος που διανύουμε περιέχει μια τεράστια δυναμική αλλαγών. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να νουθετήσει τους μεγαλομανείς όπως τον Ερντογάν.


(Φωτ.: EPA / Deniz Torpak)

Ακόμη και αν του αναγνωρίσει κανείς το ιστορικό δικαίωμα γι’ αυτές τις συνταγματικές αλλαγές υπάρχουν προηγούμενα παραδείγματα, όπως η Γερμανία του Μπίσμαρκ, που είναι μάλλον απογοητευτικά. Και ο Μπίσμαρκ είχε διαμορφώσει ένα κράτος στα πρότυπα των δικών του δυνατοτήτων αλλά μόλις αποσύρθηκε από την εξουσία οι διάδοχοί του δεν μπορούσαν να το διαχειριστούν. (Αν μπορεί να γίνει τέτοια σύγκριση.)

Τα ίδια με τον Ερντογάν πίστευε και ο τελευταίος ουσιαστικά  σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Αμπντούλ Χαμίτ, ο οποίος θέλησε να περιορίσει τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ. Βλέποντας την Αυτοκρατορία να αποσυντίθεται από τις εξεγέρσεις διαφόρων εθνοτήτων επιχείρησε να την κρατήσει ενωμένη στο όνομα του Ισλάμ με την ενεργοποίηση του χαλιφάτου. Η αποτυχία του ήταν παροιμιώδης.

Ο Αμπντούλ Χαμίτ απέτυχε για τρεις λόγους: επειδή οι μεταρρυθμίσεις δεν ήταν δυνατόν να αναιρεθούν, επειδή οι δυτικές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την οπισθοδρόμηση και είχαν εντάξει την Τουρκία από τη Συμφωνία των Παρισίων του 1856 στο δυτικό σύστημα επιρροής, και επειδή αναδύθηκαν άλλες δυνάμεις, όπως οι Νεότουρκοι, που δεν συμφωνούσαν και κατέλυσαν το χαλιφάτο.

Και ο Ερντογάν έχει προβλήματα, και μάλιστα σοβαρά με τη Δύση.

Η Δύση χρειάζεται και σήμερα την Τουρκία, όπως και τότε, ως ανάχωμα της Ρωσίας. Συνεπώς θα ενδιαφερθεί για τις εσωτερικές εξελίξεις της και το Ισλάμ δεν μπορεί πλέον να κρατήσει καθηλωμένο το κουρδικό κίνημα, όπως έπραξαν παλαιότερα ακόμη και οι κεμαλιστές οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τον ισλαμισμό.  Από την άλλη, ο Τούρκος πρόεδρος αντιμετωπίζει τρομερά προβλήματα στο εξωτερικό (Συρία, Ιράκ, σχέσεις με Ρωσία, σχέσεις με ΗΠΑ, αντιπαράθεση με Ιράν για τον έλεγχο της μεσανατολικής περιοχής, ρήξη με την ΕΕ, και άλλα πολλά), αλλά και στο εσωτερικό.

Μπορεί ο Ερντογάν να κέρδισε το δημοψήφισμα αλλά η μείωση των δυνάμεών του στέλνει το μήνυμα πως έχει αρχίσει η πορεία αποκαθήλωσής του. Η παρατεταμένη ένταση στο εσωτερικό και το εξωτερικό υπονόμευσε την οικονομία, ενώ οι Κούρδοι στα νοτιοανατολικά  δεν είναι διατεθειμένοι να σταματήσουν την εξέγερσή τους τώρα που ο αγώνας τους έχει πάρει διεθνή απήχηση και φαίνεται να δικαιώνεται. Οι Κούρδοι δεν πρόκειται να ηρεμήσουν αν δεν πετύχουν την αυτονόμηση της περιοχής τους σε μια Τουρκία ομοσπονδοποιημένη. Είναι αυτό για το οποίο οι εθνικιστές προεκλογικά κατηγόρησαν τον Ερντογάν, και εκείνος το αρνήθηκε επίμονα.


(Φωτ.: EPA / Bart Maat)

Ο Ερντογάν τα γνωρίζει καλά αυτά και θεωρείται βέβαιο πως θα επιχειρήσει το επόμενο διάστημα ανοίγματα και προς τους Κούρδους, και προς την Ευρώπη, και προς τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Οι ξένες δυνάμεις, όμως, γνωρίζουν και αυτές πως έχουν να κάνουν με έναν αποδυναμωμένο ηγέτη τον οποίο στην ουσία κρατούν αιχμάλωτο.

Η εκλογική του αποδυνάμωση, όμως, τον καθιστά ευάλωτο και στο εσωτερικό του κόμματός του. Οι συνιδρυτές του AKP  (Γκιούλ και Αρίντς) και ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου καιροφυλακτούν για να εκμεταλλευτούν την εσωκομματική δυσαρέσκεια από τις υπεροπτικές και συμπλεγματικές, από ένα σημείο και πέρα, κινήσεις του Ερντογάν.

Ένας λαβωμένος πρόεδρος είναι ίσως αυτή τη στιγμή ό,τι καλύτερο για τις γειτονικές της Τουρκίας  χώρες, αλλά και για τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό.

Η εμπειρία των Νεότουρκων αρχικά και κεμαλιστών στη συνέχεια ήταν τραγική για τους λαούς της Ανατολίας. Εξελίχθηκαν σε πολύ χειρότερο σύστημα από τους Οθωμανούς. Και για την Τουρκία, αλλά και για την ειρήνη στην περιοχή, η λύση δεν είναι η επάνοδος των κεμαλιστών. Δεν έχουν, άλλωστε, τις δυνάμεις που απαιτούντα για την εκλογική νίκη. Και επιπλέον δεν έχουν καθόλου εκσυγχρονιστεί. Το πολιτικό τους πιστεύω είναι μια αναπαραγωγή του παρελθόντος. Και αυτό το παρελθόν είναι επικίνδυνο.

Η σημερινή τουρκική νεολαία, τα εξευρωπαϊσμένα και μορφωμένα στρώματα των πόλεων και των δυτικών περιοχών που ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα αναζητούν κάτι άλλο. Δεν τους ταιριάζει ούτε ο ισλαμισμός ούτε ο κεμαλισμός. Και το ερώτημα είναι πώς θα το πετύχουν. Σ’ αυτή  την κατεύθυνση οφείλουν να βοηθήσουν και οι δυτικές δυνάμεις και οι γειτονικές της Τουρκίας χώρες.

Δυστυχώς αυτή η νέα συνείδηση θα διαμορφωθεί και θα λάβει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά μέσα σε ένα περιβάλλον αστάθειας στη γειτονική χώρα που θα επηρεάσει και την Ελλάδα.

pontos-news.gr

Ταγίπ Ερντογάν: Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει σουλτάνος αλλά… αιχμαλωτίστηκε

0

  • του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ο Ταγίπ Ερντογάν, ο άνθρωπος που θέλει να γίνει σουλτάνος με το δημοψήφισμα της Κυριακής 16 Απριλίου, αποτελεί την τέταρτη προσπάθεια πολιτικών που δραστηριοποιήθηκαν μέσα στο κεμαλικό καθεστώς και επιχείρησαν να ανασυστήσουν σε όποιο βαθμό θα ήταν δυνατόν, τον οθωμανισμό.

Στις 15 Οκτωβρίου 1922 καταργείται το σουλτανάτο από τον Μουσταφά Κεμάλ και στις 29 Οκτωβρίου 1923 ιδρύεται η Τουρκική Δημοκρατία. Το κεμαλικό καθεστώς δεν επέτρεπε τη δημιουργία άλλων κομμάτων, και όποια απόπειρα γινόταν, διαλύονταν.


Αντνάν Μεντερές (φωτ.: sigmalive.com)

Η πρώτη επιτυχημένη προσπάθεια έγινε μετά τον πόλεμο, όταν ο Μεντερές δημιούργησε, μαζί με άλλους πολιτικούς, το Δημοκρατικό Κόμμα που εξέφρασε μια Τουρκία συντηρητική, αγροτική, παραδοσιακή και θρησκευόμενη. Ο άνθρωπος που ήταν ο κύριος υπεύθυνος για τις ωμότητες των «Σεπτεμβριανών», ο Αντνάν Μεντερές, απαγχονίστηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα το 1961.


Τουργκούτ Οζάλ (φωτ.: tarihtebugun.org)

Η δεύτερη προσπάθεια έγινε με τον Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 1983. Ίσως ήταν ο μεγαλύτερος πολιτικός της σύγχρονης Τουρκίας. Επισήμως πέθανε, αλλά οι φήμες ότι δηλητηριάστηκε είναι έντονες. Από ένα σημείο και πέρα άρχισε να ενοχλεί το κεμαλικό κατεστημένο. Ακολούθησε ο Ερμπακάν, για τον οποίο έγινε το μεταμοντέρνο πραξικόπημα το 1997, όταν άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους, και τώρα ο Ερντογάν, ο οποίος ηγήθηκε, επιτυχώς, του ισλαμικού κινήματος.


Νετσμετίν Ερμπακάν (φωτ.: haberturk.com)

Ξεκίνησε δημιουργώντας μεγάλες προσδοκίες, και καταλήγει ως ένας αυταρχικός ηγέτης που πολλοί ανησυχούν ότι θα περιορίσει τη δημοκρατία στη χώρα του.

Αν χάσει το δημοψήφισμα, αρχίζει μια πορεία αποκαθήλωσής του.

Αν και η απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου έχει αφήσει πολλά κενά ως προς τους υποκινητές των πρωταγωνιστών του, η παράδοση στην Τουρκία τηρήθηκε. Μια μη κεμαλική κυβέρνηση αμφισβητήθηκε από το στρατό, σημαντικό μέρος του οποίου επηρεάζεται από το Κίνημα Γκιουλέν, μέντορα του Ερντογάν, με τον οποίο ο Τούρκος πρόεδρος αρνήθηκε να διαμοιραστεί την εξουσία. Ο Ερντογάν τα θέλει όλα δικά του κι αυτό θα αποτελέσει την αιτία της καταστροφής του.

Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, όπως έχει επισημάνει σε σειρά άρθρων του ο Σάββας Καλεντερίδης στο pontos-news.gr, ο Ταγίπ Ερντογάν θα είναι πολιτικός αιχμάλωτος της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν στοιχεία που τον ενοχοποιούν για οικονομικές ατασθαλίες και παραβίαση διεθνών συμφωνιών.


(Φωτ.: AP Photo / Emrah Gurel)

Η άνοδος και η μακρά παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία, όπως και η ανάδειξη κι άλλων ισλαμιστών πολιτικών όποτε τα καταπιεστικά μέτρα χαλάρωναν, δείχνει πως ο κεμαλισμός και οι Νεότουρκοι δεν μπόρεσαν να εδραιώσουν τη δύναμή τους στη χώρα. Το μεγαλύτερο ποσοστό που συγκέντρωσε το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο ίδρυσε ο Κεμάλ, ήταν 25%. Αυτή είναι, πάνω-κάτω, η δύναμη των κεμαλιστών στην Τουρκία.

Πρόβλημα αποδοχής και εδραίωσης είχαν οι Νεότουρκοι από την αρχή της δημιουργίας του κινήματός τους. Με το κίνημά τους, που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, καθαίρεσαν τον δαιμόνιο σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, και στην αρχή ξεγέλασαν με τις υποσχέσεις τους τις διάφορες εθνότητες και εθνικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκτώντας την υποστήριξή τους.

Χαρακτηριστικός είναι ο ενθουσιασμός που οι Νεότουρκοι προκάλεσαν στην Αθήνα, πρωτεύουσα του μικρού ελληνικού κράτους.

Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης επισκέφθηκε την οθωμανική –τότε– Θεσσαλονίκη και συμμετείχε στις χαρές και τα πανηγύρια των Νεότουρκων, μιλώντας μάλιστα με ενθουσιασμό για τους μελλοντικούς σφαγείς του ελληνισμού.

Είναι χαρακτηριστική η σχετική αναφορά του Δημητρίου Ζάννα, ο οποίος συμμετείχε σε μια από αυτές τις εκδηλώσεις: Καθόταν δίπλα στον Ταξίμ Πασά, τον διοικητή της Θεσσαλονίκης που λίγα χρόνια μετά παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες. «Έχετε και άλλους τέτοιους πολιτικούς στην Ελλάδα;» ρώτησε ο Ταξίμ τον Ζάννα, καθώς άκουγαν τον Δ. Ράλλη. Γρήγορα όμως οι στόχοι των Νεότουρκων έγιναν αντιληπτοί και η απήχησή τους μειώθηκε. Το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», όπως αποκάλεσαν το κίνημά τους, ουδέποτε ανέκτησε την υποστήριξη των υπηκόων της Αυτοκρατορίας και τελικώς εξέπεσε της εξουσίας το 1912 για να επανέλθει με πραξικόπημα τον Ιανουάριο του 1913.


Η ηγεσία του κόμματος «Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος»

Στη θέση του Αβδούλ Χαμίτ (1876-1909), τον οποίο εξόρισαν στη Θεσσαλονίκη και διέμενε στη «Βίλα Αλλατίνι», τοποθέτησαν τον ετεροθαλή αδελφό του Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ (1909-1918), ο οποίος προσπάθησε να παίξει το ρόλο της συνύπαρξης όσο καλύτερα μπορούσε. Οι Νεότουρκοι τον πρόβαλλαν ως μια ενωτική προσωπικότητα, ως «πατέρα του Έθνους» – ρόλος που του ταίριαζε, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς. Αλλά οι ημέρες του ήταν λίγες.

Το κίνημα των Νεότουρκων, το οποίο, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν τα πήγε καλά, ήταν η κατάληξη μιας μακράς πορείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία ξεκίνησε το 1299 και ιδρύθηκε από τον Οσμάν, ηγέτη της φυλής των Ογούζ.

Ο Οσμάν ήταν γιος του Ερτογρούλ, του πρώτου αρχηγού της νομαδικής φυλής που κατέβηκε στον μικρασιατικό χώρο από τις πηγές του Ευφράτη.

Όταν ο Ερτογρούλ πέθανε, τέσσερις άνθρωποι, που υπήρξαν συνεργάτες του και ήρθαν μαζί του από την Κεντρική Ασία, αποφάσισαν για τον διάδοχό του: ο γιος του Οσμάν, ο οποίος και επελέγη, ο Τουρχάν, αλλά και δύο Έλληνες εξισλαμισθέντες. Ο Κιοσέ Μιχάλ και ο Εβρενός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στα Γιαννιτσά και πέθανε σε ηλικία πάνω από 100 ετών.

Το γεγονός της συμμετοχής δύο Ελλήνων στην ιδρυτική πράξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδηγεί ορισμένους ιστορικούς και αναλυτές στην εκτίμηση ότι η Αυτοκρατορία συνιδρύθηκε από Οθωμανούς και Έλληνες.

Ο Οσμάν ήταν μια σημαντική προσωπικότητα, όπως και ο γιός του Ορχάν, γαμπρός του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, τον οποίο βοήθησε να ανακτήσει τη βυζαντινή εξουσία. Ήταν ένας από τους 38 Οθωμανούς αυτοκράτορες που παντρεύτηκαν και έμειναν πιστοί –τρόπος του λέγειν– στις γυναίκες τους. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και ο Μεχμέτ Ρατσίντ.

Ήταν τέτοια η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που πολλές φορές οι Οθωμανοί καλούνταν να ρυθμίσουν τις εμφύλιες διαμάχες.

Στα 625 χρόνια που κράτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έφθασε μέχρι τα περίχωρα της Βιέννης την οποία και πολιόρκησε δύο φορές χωρίς επιτυχία. Στα σουλτανικά χαρέμια υπήρξαν πολλές Ελληνίδες με τις οποίες οι σουλτάνοι έκαναν τους διαδόχους τους, και ορισμένοι σουλτάνοι επιχείρησαν να εκσυγχρονίσουν την αυτοκρατορία για να της δώσουν ανάσα ζωής.

Ο Αχμέτ Γ΄ (1703-1730), ο οποίος και εκθρονίστηκε, ήταν ο πρώτος μεταρρυθμιστής. Η μεταρρυθμιστική του προσπάθεια ονομάστηκε «Εποχή της Τουλίπας», από την αγάπη που είχε στο λουλούδι αυτό και τη συγκέντρωση κάθε είδους στους κήπους των ανακτόρων.

Πριν από λίγες ημέρες, κατά την προεκλογική εκστρατεία στην Τουρκία για το δημοψήφισμα, ο βρετανός πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη ενθουσιασμένος από την καλή πορεία του «Όχι», έγραψε –δήθεν διπλωματικά– πως ίσως ανθίσουν και πάλι οι τουλίπες. Πολλοί δεν κατάλαβαν τι ακριβώς υπονοούσε ο πρόξενος, αλλά οι άνθρωποι του Ερντογάν, που αντιλήφθηκαν το υπονοούμενο, του απάντησαν σκληρά. Ο πρόξενος θυμήθηκε την πρώτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Αχμέτ Γ΄, ο οποίος στην ιστορία είναι συνδεδεμένος με τις τουλίπες.

Η επόμενη σημαντική μεταρρύθμιση έγινε από τον σουλτάνο Σελίμ Γ΄ (1789-1807) και αφορούσε, κυρίως, το στρατό. Και αυτός εκθρονίστηκε.

Ο χρόνος περνούσε, η Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε προκλήσεις και εξασθενούσε, αλλά η ύπαρξή της ήταν χρήσιμη στη Δύση ως ανάχωμα στη Ρωσία. Κατά τους Δυτικούς υπολογισμούς (αγγλογάλλων), η Αυτοκρατορία θα επιβίωνε μόνο αν προέβαινε σε μεταρρυθμίσεις.

Ο σουλτάνος Αβδούλ Μετσίντ Α΄ (μικρή φωτο) υπογράφει το 1839 δύο διατάγματα, το Χάτι ι Σερίφ και το Χάτι ι Χουμαγιούν και εισάγει τη χώρα στην περίοδο του Τανζιμάτ. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις, υποχρεώνουν στην αναγνώριση της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων αλλά και στην ίση αντιμετώπιση των εθνοτήτων.

Οι αγγλογάλλοι βοηθούν την Αυτοκρατορία να αντιμετωπίσει επιτυχώς τους Ρώσους στον Κριμαϊκό Πόλεμο, και αμέσως με τη λήξη του, με τη Συνθήκη των Παρισίων (1856), την εντάσσουν ουσιαστικά στη Δύση. Ήταν η πρώτη προσπάθεια, περισσότερο επιτυχής, ίσως, από τη σημερινή για ένταξη των Οθωμανών στη Δύση. Άρχισαν να δίνονται δάνεια, να αυξάνεται το χρέος και να αντιμετωπίζονται κρίσεις.

Είναι η αρχή της αποδόμησης. Αυτό που ήταν αναγκαιότητα για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας, ο εκσυγχρονισμός της δηλαδή, αποτέλεσε και την αιτία της αμφισβήτησής της. Τα διατάγματα βοήθησαν στην ανάδειξη των εθνοτήτων και η ανάδειξη αυτή στην αποδόμηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αλλά η υποχώρηση ήταν, πλέον, αδύνατη. Αυτή την υποχώρηση επιχείρησε ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ (1876-1909), ο οποίος αναζήτησε έναν συνδυασμό του καινούριου με το παλιό. Να αποδεχθεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις αλλά να επαναφέρει και το χαλιφάτο, ως ενοποιητικό στοιχείο όλων των μουσουλμάνων της αυτοκρατορίας. Απέτυχε διότι ήταν, πλέον, αργά.

Το εθνικό κίνημα των Τούρκων αναδύθηκε με τους Νεότουρκους και επιδίωξε –και πέτυχε– την αντικατάσταση της Αυτοκρατορίας με αυτό που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Ανεξαρτήτως της εμφανίσεως του Κεμάλ, μια μορφή Τουρκίας θα αναδυόταν. Το κεμαλικό κίνημα βασίστηκε στην καταστολή και την εθνική εκκαθάριση, την οποία πέτυχε με τη γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής. Η κατάληξή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητική για τους Τούρκους.

Παρά τις εκκαθαρίσεις δεν κατάφερε να εδραιωθεί ούτε καν στην τουρκική κοινωνία, η οποία, όταν αφήνεται ελεύθερη, αμφισβητεί τις κεμαλικές επιλογές. Η μακρόχρονη παρουσία του Ερντογάν αυτό υποδηλοί. Αλλά και η πρόταση των Τούρκων ισλαμιστών διέρχεται και αυτή κρίση. Στην Τουρκία έχει διαμορφωθεί μια κρίσιμη μάζα με επιρροή στη δημόσια σφαίρα και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, που δεν είναι ούτε κεμαλική ούτε ισλαμική. Το δημοψήφισμα δεν μπορεί να καταγράψει αυτές τις διαφοροποιήσεις, αλλά ακόμη και αν ο Ερντογάν κερδίσει με μικρή πλειοψηφία, το μήνυμα της αμφισβήτησης θα είναι σαφές.

Μια ήττα του Τούρκου προέδρου θα επιταχύνει τις εξελίξεις. Αλλά και μια νίκη του δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα. Ο Ερντογάν θα «νερώσει» πολύ το κρασί του το επόμενο διάστημα. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζει, τα οποία δεν μπορεί να λύσει, αλλά και διότι είναι αιχμάλωτος της Δύσης.

Οι εξελίξεις θα είναι καταλυτικές.

pontos-news.gr

Ταγίπ Ερντογάν: ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Σουλτάνος αλλά… αιχμαλωτίστηκε.

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Ο Ταγίπ Ερντογάν, ο άνθρωπος που θέλει να γίνει Σουλτάνος με το δημοψήφισμα της Κυριακής 16 Απριλίου, αποτελεί την τέταρτη προσπάθεια πολιτικών που δραστηριοποιήθηκαν μέσα στο κεμαλικό καθεστώς και επιχείρησαν να ανασυστήσουν σε όποιο βαθμό θα ήταν δυνατόν, τον οθωμανισμό.

Στις 15 Οκτωβρίου 1922 καταργείται το σουλτανάτο από το Μουσταφά Κεμάλ και στις 29 Οκτωβρίου 1923 ιδρύεται η Τουρκική Δημοκρατία.

Το κεμαλικό καθεστώς δεν επέτρεπε τη δημιουργία άλλων κομμάτων και όποια απόπειρα γινόταν, διαλύονταν.

Η πρώτη πετυχημένη προσπάθεια έγινε  μετά τον πόλεμο όταν ο Μεντερές, δημιούργησε, μαζί με άλλους πολιτικούς, το “Δημοκρατικό Κόμμα” που εξέφρασε μια Τουρκία συντηρητική, αγροτική, παραδοσιακή και θρησκευόμενη.

Ο άνθρωπος που ήταν ο κύριος υπεύθυνος για τις ωμότητες των «Σεπτεμβριανών», ο Αντνάν Μεντερές, απαγχονίστηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα το 1961.

Η δεύτερη προσπάθεια έγινε με τον Τουργκούτ Οζάλ ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 1983. Ίσως ήταν ο μεγαλύτερος πολιτικός της σύγχρονης Τουρκίας. Επισήμως, πέθανε αλλά οι φήμες ότι δηλητηριάσθηκε είναι έντονες. Από ένα σημείο και πέρα άρχισε να ενοχλεί το κεμαλικό κατεστημένο.

Ακολούθησε ο Ερμπακάν, για τον οποίο έγινε το μεταμοντέρνο πραξικόπημα το 1997 όταν άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους και, τώρα, ο Ερντογάν, ο οποίος ηγήθηκε, επιτυχώς,  του ισλαμικού κινήματος. Ξεκίνησε δημιουργώντας μεγάλες προσδοκίες και, καταλήγει, ως ένας αυταρχικός ηγέτης που πολλοί ανησυχούν ότι θα περιορίσει τη δημοκρατία στη χώρα του. Αν χάσει το δημοψήφισμα, αρχίζει μια πορεία αποκαθήλωσής του.

Αν και η απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου έχει αφήσει πολλά κενά ως προς τους υποκινητές των πρωταγωνιστών του, η παράδοση στην Τουρκία τηρήθηκε. Μια μη κεμαλική κυβέρνηση, αμφισβητήθηκε από το στρατό, σημαντικό μέρος του οποίου επηρεάζεται από το Κίνημα Γκιουλέν, μέντορα του Ερντογάν, με τον οποίο ο τούρκος πρόεδρος αρνήθηκε να διαμοιραστεί την εξουσία. Ο Ερντογάν τα θέλει όλα δικά του και αυτό θα αποτελέσει την αιτία της καταστροφής του.

Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, όπως έχει επισημάνει σε σειρά άρθρων του ο Σάββας Καλεντερίδης στο pontos-news, ο Ταγίπ Ερντογάν θα είναι πολιτικός αιχμάλωτος της Δύσης και, κυρίως, των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν στοιχεία που τον ενοχοποιούν  για οικονομικές ατασθαλίες και παραβίαση διεθνών συμφωνιών.

Η άνοδος και η μακρά παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία, όπως και η ανάδειξη και άλλων ισλαμιστών πολιτικών όποτε τα καταπιεστικά μέτρα χαλάρωναν, δείχνει πως ο κεμαλισμός, και οι Νεότουρκοι, δεν μπόρεσαν να εδραιώσουν τη δύναμή τους στη χώρα.  Το μεγαλύτερο ποσοστό που συγκέντρωσε το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο ίδρυσε ο Κεμάλ, ήταν 25%. Αυτή είναι, πάνω κάτω η δύναμη των κεμαλιστών στη Τουρκία.

Πρόβλημα αποδοχής και εδραίωσης, είχαν οι Νεότουρκοι από την αρχή της δημιουργίας του κινήματός τους.

Με το κίνημά τους, που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, καθαίρεσαν τον δαιμόνιο Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ και, στην αρχή, ξεγέλασαν με τις υποσχέσεις τους τις διάφορες εθνότητες και εθνικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκτώντας την υποστήριξή τους.

Χαρακτηριστικός είναι ο ενθουσιασμός που οι Νεότουρκοι προκάλεσαν στην Αθήνα, πρωτεύουσα του μικρού ελληνικού κράτους. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης, επισκέφθηκε την οθωμανική- τότε-  Θεσσαλονίκη και συμμετείχε στις χαρές και τα πανηγύρια των Νεότουρκων, μιλώντας, μάλιστα, με ενθουσιασμό, για τους μελλοντικούς σφαγείς του ελληνισμού.

Είναι χαρακτηριστική η σχετική αναφορά του Δημητρίου Ζάννα, ο οποίος συμμετείχε σε μια από αυτές τις εκδηλώσεις. Καθόταν δίπλα στον Ταξίμ Πασά, το διοικητή της Θεσσαλονίκης που λίγα χρόνια μετά παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες. «Έχετε και άλλους τέτοιους πολιτικούς στην Ελλάδα;» ρώτησε ο Ταξίμ το Ζάννα, καθώς άκουγαν τον Δ. Ράλλη.

Γρήγορα, όμως, οι στόχοι των Νεότουρκων έγιναν αντιληπτοί και η απήχησή τους μειώθηκε. Το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», όπως αποκάλεσαν το κίνημά τους , ουδέποτε ανέκτησε την υποστήριξη των υπηκόων της Αυτοκρατορίας και, τελικώς, εξέπεσε της εξουσίας το 1912 για να επανέλθει με πραξικόπημα τον Ιανουάριο του 1913.

Στη θέση του Αβδούλ Χαμίτ  (1876-1909), τον οποίο εξόρισαν στη Θεσσαλονίκη και διέμενε στη «Βίλα Αλλατίνι»,  τοποθέτησαν τον ετεροθαλή αδελφό του Μεχμέτ Ε! Ρεσάτ (1909- 1918), ο οποίος προσπάθησε να παίξει το ρόλο της συνύπαρξης όσο καλύτερα μπορούσε. Οι Νεότουρκοι τον προέβαλλαν ως μια ενωτική προσωπικότητα, ως «πατέρα του Έθνους» ρόλος που του ταίριαζε, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς. Αλλά, οι ημέρες του ήταν λίγες.

Το «κίνημα των Νεότουρκων, το οποίο, όπως δείχνουν τα πράγματα δεν τα πήγε καλά, ήταν η κατάληξη μιας μακράς πορείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία ξεκίνησε το 1299 και ιδρύθηκε από τον Οσμάν, ηγέτη της φυλής των Ογούζ.

Ο Οσμάν ήταν γιός του Ερτογρούλ, του πρώτου αρχηγού της νομαδικής φυλής που κατέβηκε στο μικρασιατικό χώρο από τις πηγές του Ευφράτη.

Όταν ο Ερτογρούλ πέθανε, τέσσερις άνθρωποι, που υπήρξαν συνεργάτες του και ήρθαν μαζί του από την Κεντρική Ασία, αποφάσισαν για το διάδοχό του: ο γιός του Οσμάν, ο οποίος και επελέγη, ο Τουρχάν αλλά και δύο Έλληνες εξισλαμισθέντες. Ο Κιοσέ Μιχάλ και ο Εβρενός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στα Γιαννιτσά και πέθανε σε ηλικία πάνω από 100 ετών.

Το γεγονός της συμμετοχής δύο Ελλήνων στην ιδρυτική πράξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οδηγεί ορισμένους ιστορικούς και αναλυτές στην εκτίμηση ότι η Αυτοκρατορία συνιδρύθηκε από Οθωμανούς και Έλληνες.

Ο Οσμάν ήταν μια σημαντική προσωπικότητα, όπως και ο γιός του Ορχάν, γαμπρός του Ιωάννη ΣΤ! Καντακουζηνού, τον οποίο βοήθησε να ανακτήσει τη βυζαντινή εξουσία. Ήταν ένας από τους 38 Οθωμανούς αυτοκράτορες που παντρεύτηκαν και έμειναν πιστοί – τρόπος του λέγειν- στις γυναίκες τους. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σουλειμάν ο Μεγαλοπρεπής και ο Μεχμέτ Ρατσίντ.

Ήταν τέτοια η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που πολλές φορές οι Οθωμανοί καλούνταν να ρυθμίσουν τις εμφύλιες διαμάχες.

Στα 625 χρόνια που κράτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έφθασε μέχρι τα περίχωρα της Βιέννης την οποία και πολιόρκησε δύο φορές χωρίς επιτυχία. Στα σουλτανικά χαρέμια υπήρξαν πολλές ελληνίδες με τις οποίες οι σουλτάνοι έκαναν τους διαδόχους τους και ορισμένοι σουλτάνοι επιχείρησαν να εκσυγχρονίσουν την αυτοκρατορία για να της δώσουν ανάσα ζωής.

Ο Αχμέτ Γ! (1703-1730), ο οποίος και εκθρονίστηκε, ήταν ο πρώτος μεταρρυθμιστής. Η μεταρρυθμιστική του προσπάθεια ονομάστηκε «Εποχή της Τουλίπας», από την αγάπη που είχε στο λουλούδι αυτό και τη συγκέντρωση κάθε είδους στους κήπους των ανακτόρων.

Πριν από λίγες ημέρες, κατά την προεκλογική εκστρατεία στην Τουρκία για το δημοψήφισμα, ο βρετανός πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη ενθουσιασμένος από την καλή πορεία του «Όχι», έγραψε- δήθεν διπλωματικά- πως ίσως ανθίσουν και πάλι οι τουλίπες. Πολλοί δεν κατάλαβαν τι ακριβώς υπονοούσε ο πρόξενος αλλά οι άνθρωποι του Ερντογάν, που αντιλήφθηκαν το υπονοούμενο, του απάντησαν  σκληρά. Ο πρόξενος, θυμήθηκε την πρώτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Αχμέτ Γ!, ο οποίος στην ιστορία είναι συνδεδεμένος με τις τουλίπες.

Η επόμενη σημαντική μεταρρύθμιση έγινε από το Σουλτάνο Σελίμ Γ! (1789-1807) και αφορούσε, κυρίως, στο στρατό. Και αυτός εκθρονίστηκε.

Ο χρόνος περνούσε, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε προκλήσεις και εξασθενούσε αλλά η ύπαρξή της ήταν χρήσιμη στη Δύση, ως ανάχωμα στη Ρωσία. Κατά τους δυτικούς υπολογισμούς (αγγλογάλλων), η αυτοκρατορία θα επιβίωνε μόνο αν προέβαινε σε μεταρρυθμίσεις.

Ο Σουλτάνος Αβδούλ Μετσίντ ο Α!, υπογράφει το 1839 δύο διατάγματα, το Χάτι ι Σερίφ και το Χάτι ι Χουμαγιούν και εισάγει τη χώρα στην περίοδο του Τανζιμάτ. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις, υποχρεώνουν στην αναγνώριση της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων αλλά και στην ίση αντιμετώπιση των εθνοτήτων.

Οι αγγλογάλοι βοηθούν την αυτοκρατορία να αντιμετωπίσει, επιτυχώς, τους Ρώσους στον Κριμαϊκό Πόλεμο και αμέσως με τη λήξη του, με τη Συνθήκη των Παρισίων (1856) την εντάσσουν, ουσιαστικά στη Δύση. Ήταν η πρώτη προσπάθεια, περισσότερο επιτυχής, ίσως, από τη σημερινή για ένταξη των Οθωμανών στη Δύση.

Άρχισαν να δίνονται δάνεια, να αυξάνεται το χρέος και να αντιμετωπίζονται κρίσεις.

Είναι η αρχή της αποδόμησης. Αυτό που ήταν αναγκαιότητα για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας, ο εκσυγχρονισμός της, δηλαδή, αποτέλεσε και την αιτία της αμφισβήτησής της. Τα διατάγματα βοήθησαν στην ανάδειξη των εθνοτήτων και η ανάδειξη αυτή στην αποδόμηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αλλά, η υποχώρηση ήταν, πλέον, αδύνατη.

Αυτή την υποχώρηση επιχείρησε ο σουλτάνος, Αβδούλ Χαμίτ, (1876-1909), ο οποίος αναζήτησε έναν συνδυασμό του καινούριου με το παλιό. Να αποδεχθεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις αλλά να επαναφέρει και το χαλιφάτο, ως ενοποιητικό στοιχείο όλων των μουσουλμάνων της αυτοκρατορίας.

Απέτυχε διότι ήταν, πλέον, αργά.

Το εθνικό κίνημα των Τούρκων αναδύθηκε με τους Νεότουρκους και επεδίωξε- και πέτυχε- την αντικατάσταση της Αυτοκρατορίας με αυτό που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Ανεξαρτήτως της εμφανίσεως του Κεμάλ, μια μορφή Τουρκίας θα αναδύετο.

Το κεμαλικό κίνημα βασίστηκε στην καταστολή και την εθνική εκκαθάριση την οποία πέτυχε με τη γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής. Η κατάληξή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητική για τους τούρκους.

Παρά τις εκκαθαρίσεις δεν κατάφερε να εδραιωθεί ούτε καν στην τουρκική κοινωνία, η οποία, όταν αφήνεται ελεύθερη αμφισβητεί τις κεμαλικές επιλογές.

Η μακρόχρονη παρουσία του Ερντογάν αυτό υποδηλοί.

Αλλά, και η πρόταση των τούρκων ισλαμιστών διέρχεται και αυτή κρίση. Στην Τουρκία έχει διαμορφωθεί μια κρίσιμη μάζα με επιρροή στη δημόσια σφαίρα και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, που δεν είναι ούτε κεμαλική ούτε ισλαμική.

Το δημοψήφισμα δεν μπορεί να καταγράψει αυτές τις διαφοροποιήσεις αλλά, ακόμη και αν ο Ερντογάν κερδίσει με μικρή πλειοψηφία, το μήνυμα της αμφισβήτησης θα είναι σαφές.

Μια ήττα του τούρκου προέδρου θα επιταχύνει τις εξελίξεις. Αλλά, και μια νίκη του δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα. Ο Ερντογάν θα «νερώσει» πολύ το κρασί του το επόμενο διάστημα. Όχι, μόνο λόγω των πολιτικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζει, τα οποία δεν μπορεί να λύσει, αλλά και διότι είναι αιχμάλωτος της Δύσης.

Οι εξελίξεις θα είναι καταλυτικές.

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σάββας Καλεντερίδης για το δημοψήφισμα στην Τουρκία – Ποια είναι η πρόβλεψή του

0

  • (Φωτ.: EPA / Sedat Suna)

Του Σάββα Καλεντερίδη

Το έχουμε ξαναγράψει σε προηγούμενο άρθρο μας, ότι ο Ερντογάν, μετά το 2009, οπότε και εξουδετέρωσε τις βασικές εστίες αντίστασης και υπονόμευσης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και του ιδίου, στους κόλπους του βαθέος τουρκικού κράτους και των Ενόπλων Δυνάμεων, άρχισε να αλλάζει και να μεταμορφώνεται.

Έτσι, αφού εξουδετέρωσε τους «εξωτερικούς» αντιπάλους, άρχισε βήμα-βήμα να στρέφεται και να εξουδετερώνει τον έναν μετά τον άλλον τους εσωκομματικούς του αντιπάλους.

Τελευταίος σε αυτή την κατηγορία ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος δεν βρίσκεται στη φυλακή απλώς γιατί ο Ερντογάν δεν θέλει να φυλακίσει ένα άτομο που διατέλεσε πρωθυπουργός της τουρκικής Δημοκρατίας, ο οποίος μάλιστα ήταν δική του επιλογή. Και λέμε ότι θα έπρεπε να είναι στη φυλακή με βάση τις πρακτικές που εφαρμόζει ο Ερντογάν, γιατί ο Ερντογάν έχει στοιχεία για τις σχέσεις του Νταβούτογλου με τον Γκιουλέν, αλλά και για τις επαφές που είχε με Αμερικανούς παράγοντες ώστε να είναι αυτός που θα αναλάβει τα ηνία κατά τη μετά Ερντογάν εποχή.


(Φωτ.: EPA / Sedat Suna)

Αφού λοιπόν εξουδετέρωσε όλους τους εσωκομματικούς του αντιπάλους και αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό το αντίπαλον δέος, που ήταν το δίκτυο Γκιουλέν, ο Ερντογάν θέλησε να προχωρήσει στη συνταγματική μεταρρύθμιση με σκοπό η Τουρκική Δημοκρατία να μετεξελιχθεί από προεδρευομένη σε προεδρική. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ενός ανδρός αρχή, ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας και ειδικότερα στην περίπτωση Ερντογάν.

Όταν πριν από δύο μήνες ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία για το σημερινό δημοψήφισμα, ο κόσμος ήταν παγωμένος και οι τάσεις στην τουρκική κοινωνία ήταν προς το «Όχι», γιατί ο κόσμος θεωρούσε ότι το υφιστάμενο σύστημα εξασφάλιζε μια σταθερότητα και μια ασφάλεια στον κόσμο, αφού στην περίπτωση που ένα άτομο επικίνδυνο για τα συμφέροντα της Τουρκίας έπαιρνε την εξουσία, ως πρωθυπουργός, υπήρχαν ασφαλιστικές δικλείδες όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η δικαστική εξουσία, που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δίχτυ ασφαλείας.


Από διαδήλωση υπέρ του «Όχι» (φωτ.: EPA / Tumay Berkin)

Με το νέο σύστημα, που προτείνει ο Ερντογάν, υπάρχει κίνδυνος όλες οι εξουσίες να περάσουν στα χέρια ενός ανθρώπου, εξέλιξη που θεωρείται πλήγμα για τη Δημοκρατία και δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.

Όμως όσο περνούσαν οι μέρες, ο Ερντογάν πήρε την κατάσταση στα χέρια του και σταδιακά άρχισε να αλλάζει το κλίμα υπέρ του «Ναι». Οι παράγοντες που οδήγησαν σ’ αυτό είναι το γεγονός ότι η παράταξη του «Ναι» έχει ηγέτη, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με την παράταξη του «Όχι». Επίσης, η παράταξη του «Ναι» είχε στη διάθεσή της το σύνολο της κυβέρνησης και των κρατικών μηχανισμών, περίπου το 75% του συνόλου των ΜΜΕ, αλλά και πακτωλό χρημάτων.

Η παράταξη του «Όχι» αναγκάστηκε να κάνει προεκλογική εκστρατεία σε κλίμα εκφοβισμού και τρομοκρατίας, και μάλιστα με πενιχρά μέσα.


Συγκέντρωση υπέρ του «Ναι» (φωτ.: EPA / Cem Turkel) 

Ένας άλλος παράγοντας που οδήγησε στη μεταστροφή της κοινής γνώμης και των ψηφοφόρων, είναι η στρατηγική έντασης και σύγκρουσης που επέλεξε ο Ερντογάν με την Ευρώπη και τον χριστιανικό κόσμο.

Τα επεισόδια με την Ολλανδία, τη Γερμανία, την Αυστρία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που απαγόρευσαν προεκλογικές συγκεντρώσεις του «Ναι» και έφθασαν μέχρι και σε απέλαση υπουργού, συσπείρωσαν την τουρκική κοινή γνώμη γύρω από τον Ερντογάν, δίνοντας για πρώτη φορά προβάδισμα στο «Ναι» έναντι του «Όχι». Από κει και μετά η παράταξη του «Όχι» –χωρίς ηγέτη, χρήμα, μέσα και στρατηγική– δεν μπόρεσε να αντιστρέψει το κλίμα.

Έτσι φτάσαμε να περιμένουμε μια νίκη του «Ναι», που θα είναι ξεκάθαρα μια νίκη του Ερντογάν, με ένα ποσοστό που θα κυμαίνεται γύρω στο 55%.

Τι σημαίνει μια τέτοια εξέλιξη, είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς.

Ο Ερντογάν την επόμενη μέρα θα έχει να διαχειριστεί μια διχασμένη κοινωνία, μια εύθραυστη οικονομία και ένα εξαιρετικά ρευστό και επικίνδυνο για τα στρατηγικά συμφέροντα αλλά και για την ενότητα της Τουρκίας γεωπολιτικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα το τελευταίο, το γεωπολιτικό περιβάλλον και οι εξελίξεις στο Ιράκ και τη Συρία, μπορεί να αποδειχτούν ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι για τον ίδιο.

Η απόφαση του Μεσούτ Μπαρζανί, που θεωρείται φίλος του, να ανακηρύξει την ενσωμάτωση του Κιρκούκ και την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, θα είναι ένα δύσκολο τεστ για τον ίδιο.

Θα το αντέξει;

pontos-news.gr

Τα σύμβολα, η σημασία τους και το Άγιο Φως.

27

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Είναι τόσο άπειρος και πολύπλοκος ο κόσμος που όποιος μιλά με βεβαιότητες διαπράττει, μάλλον, επιπολαιότητα.

Αλλά και οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι τόσο σύνθετες, αλληλοεπηρεαζόμενες και εξελισσόμενες που πολιτικές και φιλοσοφικές θεωρίες οι οποίες μεσουράνησαν στο παρελθόν, βρίσκονται κάποια στιγμή στο ναδίρ.  Το συμπέρασμα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι, όπως προκύπτει από μεγάλους στοχαστές,  σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη.

Οι θρησκείες, όλες οι θρησκείες, ήταν μια εμπειρία που προηγήθηκε και συνυπήρξε με την επιστημονική. Ήρθαν σε σύγκρουση αλλά, βρήκαν έναν κοινό τόπο παράλληλης πορείας. Το γεγονός ότι άντεξαν στο χρόνο (οι θρησκείες) κάτι σημαίνει.

Τίποτε αληθινό να μην περιέχουν, περιλαμβάνουν ένα σύνολο συμβολισμών που αναπαράγουν τις κοινωνίες. Η εμπειρία των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας , αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, πέραν των αμφισβητήσεων περί «Κρυφού Σχολειού» και άλλων τινών.

Και σήμερα, οι ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού συσπειρώνονται γύρω από την ενορία και την Εκκλησία τους.

Οι θρησκείες αποτέλεσαν μια αναγκαιότητα το περιεχόμενο της οποίας προσδιορίστηκε και από πολιτισμικά χαρακτηριστικά των κοινωνιών στις οποίες λειτούργησαν.

Σε μια εξαιρετική του ανάλυση στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης TV-100, ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος, από τους πλέον καλούς γνώστες των χριστιανικών ομολογιών αλλά και άλλων θρησκειών, διέκρινε την Ορθοδοξία από τις Δυτικές Ομολογίες σε ζητήματα καθοριστικής σημασίας που έχουν να κάνουν με την ιστορική και πολιτισμική πορεία των λαών που τις έχουν αποδεχθεί.

Απλοϊκά και με δύο λόγια, η Σταύρωση για την Ορθοδοξία σημαίνει μια απροϋπόθετη αποδοχή του «Άλλου» αν θελήσει να συνυπάρξει με την κοινωνία στην οποία διαβιεί. Το ότι η Εκκλησία θα χρησιμοποιήσει τους όρους αμαρτία και μετάνοια έχει να κάνει με τη δική της ορολογία.

Στη Δύση, η θεολογική και φιλοσοφική βάση της οποίας οικοδομήθηκε πάνω στην έννοια του Δικαίου, η επιστροφή αυτή δεν είναι απροϋπόθετη. Αμάρτησες, θα τιμωρηθείς. Είναι, για τη Δύση, θέμα δικαιοσύνης.

Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουν να κάνουν με τις διαφορετικές πολιτισμικές προσλήψεις των λαών.

Σε μια επίσκεψή μου στο Άγιο Όρος, ένας από τους πιο εμβληματικούς Γέροντες, που διετέλεσε ηγούμενος αρκετών μονών και διακρίνεται για την πνευματικότητα και την παιδεία του, έλεγε πως «δεν με ενδιαφέρει ο εαυτός μου, ας ταπεινωθώ για να αποδεχθώ τον άλλο».

Αν δεν είναι κανείς εξοικειωμένος με το λόγο και τη θεολογία μιας θρησκείας και μιας Εκκλησίας, δύσκολα μπορεί να καταλάβει τέτοιες προσεγγίσεις. Έχουν, όμως, ένα βαθύτερο νόημα ουσίας και συμβολισμού.

Η σύντομη αυτή αναφορά γίνεται για να θέσει το ερώτημα αν έχουν κάποια σημασία δηλώσεις στελεχών του κυβερνώντος κόμματος κατά της μεταφοράς του «Αγίου Φωτός».

Επειδή πρόκειται για κοινοβουλευτικά ή κομματικά στελέχη της αριστεράς που σημαίνει ότι διαθέτουν και μαρξιστική και γενικότερη παιδεία, προβάλλει το ερώτημα γιατί η επίθεση κατά ενός παραδοσιακού συμβολισμού που ικανοποιεί μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

Η απάντηση είναι καιροσκοπισμός και φθηνή δημαγωγία σε έναν χώρο που υπάρχει αντίστοιχο ακροατήριο. Μεγάλο μέρος μαρξιστών αριστερών αποδέχεται με ικανοποίηση την αμφισβήτηση της θρησκείας, αμφισβήτηση η οποία εδραιώνεται στη μαρξιστική ρήση περί «οπίου του λαού» και στις αντιλήψεις του Διαφωτισμού, ο οποίος στη θέση της θρησκείας τοποθέτησε την επιστήμη.

Αν και έχουμε εισέλθει στη μετα, μετα νεωτερική εποχή, (δύο τα μετά), εδώ αρχίζει ένας μακρύς διάλογος που δεν έχει τέλος. Δεν θα μπούμε στην ουσία του διότι δεν είναι ο κατάλληλος χώρος, ούτε και  αυτός είναι ο στόχος του σημειώματος.

Η σχέση, όμως, θρησκείας και αριστεράς είναι ένα μεγάλο ζητούμενο διαστάσεις του οποίου συζητήθηκαν στο ομώνυμο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν την άνοδο του Συριζα στην εξουσία.

Πάντως, και στο συνέδριο αυτό και στην πραγματική ζωή, υπάρχουν πολλοί αριστεροί με βαθύ σεβασμό στη θρησκεία. Δεν έχει νόημα η αριθμητική απαρίθμηση αλλά θα αναφερθούν δύο μόνο περιπτώσεις: του Χαρίλαου Φλωράκη και του Μανώλη Γλέζου.

Και αν ο Φλωράκης δεν βρίσκεται στη ζωή για να επιβεβαιώσει αυτά που οι αγιορείτες πατέρες διεμήνυσαν στους  υπεύθυνους του ΚΚΕ περί επιθυμίας του για θρησκευτική κηδεία, ο Μανώλης Γλέζος ζει και δεν διέψευσε όσα διέρρευσαν για την τελευταία επιθυμία του, μετά την επίσκεψή του στον αρχιεπίσκοπο.

Υπάρχει και μια άλλη, πιο αγοραία σκοπιμότητα στην αντίδραση των στελεχών του Συριζα. Θεωρούν- κατά την άποψή τους- τη θρησκεία εύκολο στόχο στην προσπάθειά τους να αναπαράγουν τα αριστερά τους άλλοθι, τώρα, που οδηγούν την ελληνική κοινωνία σε αδυναμία ακόμη και βιολογικής επιβίωσης.

Ο Μάρξ και στη συνέχεια οι μαρξιστές θεωρητικοί, θεωρούσαν ως “σε τελευταία ανάλυση καθοριστικό στοιχείο” την οικονομία. Οι ημέτεροι αριστεροί μαρξιστές, αντί να φροντίσουν για την οικονομική επιβίωση των προλετάριων και των άλλων εργαζομένων, ψηφίζουν, αφειδώς, τα οικονομικά μέτρα που παρουσιάζονται στη βουλή, προκειμένου να σώσουν τα προνόμιά τους ως νομενκλατούρας. Και νομίζουν πως με την επίθεση στην Εκκλησία και το «Άγιο Φως», αναπαράγουν το αριστερό τους άλλοθι.

Δεν έχουν καταλάβει ούτε το ρόλο της Ορθοδοξίας ούτε την καταλυτική σημασία της στην επιβίωση ενός ολόκληρου λαού.

Θα προτιμούσαν στη θέση της το δικό τους δόγμα. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, παράλληλα με τις σπουδές διατηρούσα στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» τη σελίδα για το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ. Είχα γνωρίσει όλα τα συνδικαλιστικά στελέχη εκείνης της εποχής στο χώρο των πανεπιστημίων.

Εμβληματική φυσιογνωμία υπήρξε καθοδηγητής αριστερής νεολαίας ο οποίος διετέλεσε και διαπρεπής δημοσιογράφος, αργότερα, στην Αθήνα. Δυστυχώς, δεν ζει σήμερα.

Στην αρμοδιότητά  του, φαίνεται, περιλαμβάνονταν και η προσπάθεια επηρεασμού  των Μέσων Ενημέρωσης.

Όταν είχα τις επιφυλάξεις μου σε κάτι από όσα έλεγε, πηγαίναμε στο σπίτι του, αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του. Μονίμως κατέβαζε τα άπαντα του Λένιν. Και αφού το έλεγε ο Λένιν έπρεπε να το πιστέψω χωρίς δεύτερη κουβέντα. Δεν καταλάβαινα γιατί αλλά, μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με αυτήν την αντίληψη.

 

The Burden of Israel’s 1967 Victory

0

The collective yearning among Israelis for a decisive, 1967-style victory is unrealistic.

In June 1967, the Israel Defense Force (IDF) waged war alone against Egypt, Jordan, and Syria. It achieved a stunning victory in six days.

The military skill demonstrated by the Israelis was remarkable – so much so that battles from the Six-Day War continue to be studied at war colleges around the world.

Israel’s military achievement had another extremely important effect. It went a long way towards convincing the Arab world that Israel cannot be easily destroyed by military force; Israel is a fact the Arabs must learn to live with. Indeed, ten years later – after Egypt had lost another war to Israel, this one in 1973 – its president, Anwar Sadat, came to Jerusalem (November 1977) to offer peace.

The swift and decisive victory of 1967 became the standard to which the IDF aspired – and the kind of victory expected by Israeli society in future engagements. This is problematic, considering the ways Israel’s opponents have changed and the means they now deploy.

The unrealistic anticipation that victories on the scale of 1967 should be the end result of any military engagement hampers clear thinking and impedes the adoption of appropriate strategy and tactics. Moreover, it encourages what is often an impossible hope for a quick end to conflict. In the absence of a clear-cut and speedy outcome, Israelis lose confidence in the political as well as the military leadership.

Unrealistic expectations of 1967-scale victories hamper clear thinking about strategy and tactics.

Israelis, many of whom have limited military experience, still long for decisive victories in the Gaza and South Lebanon arenas. The wars in which the IDF has participated so far in the twenty-first century, which appeared to end inconclusively, left many Israelis with a sense of unease. They miss the victory photographs of the 1967 war.

Slogans of the Israeli right, such as “Let the IDF Win,” reflect this frustration. Similarly, the left claims that Judea and Samaria can be safely ceded to a Palestinian state because these territories can be reconquered, as they were in 1967, if they become a base for hostile actors. The calls for the destruction of Hamas also bear witness to a lack of understanding of the limits of military power.

But grand-scale conventional war, in which the IDF faces large armored formations and hundreds of air fighters as it did in 1967, is less likely today. The 1982 Lebanon War was the last to display such encounters. Since 1982, Israel has scarcely fought any state in a conventional war.

To a significant extent, the statist dimension in the Arab-Israeli conflict has itself disappeared. Egypt and Jordan are at peace with Israel. Syria and Iraq are torn by domestic conflict and are hardly in a position to challenge Israel militarily. Many other Arab countries, such as the Gulf and Maghreb states, have reached a de facto peace with Israel, an orientation buttressed by the common Iranian threat.

Some of the world’s deadliest non-state military forces are deployed close to Israel’s border with Syria.

For the past three decades, Israel has been challenged primarily by sub-state actors, such as Hamas (a Sunni militia) and Hezbollah (a Shiite militia). Such organizations have a different strategic calculus from that of states. Because of their religious-ideological zeal, they are more difficult to deter than states, and their learning curve is much slower.

It took Egypt three military defeats (1948, 1956, and 1973) and a war of attrition (1968-70) within a span of 25 years to give up the goal of destroying Israel. In contrast, Hezbollah has been fighting Israel for a longer period and remains as devoted as ever to its goal of the elimination of the Jewish state. The heavy price inflicted upon Gaza since 2007 by the Israeli military has not changed the strategic calculus of the Hamas leadership, which still aspires to Israel’s demise.

Hamas and Hezbollah do not possess arsenals of tanks and air fighters, which would be easy targets for Israel. The decentralized structure of their military organizations does not present points of gravity that can be eliminated by swift and decisive action. Moreover, their use of civilian populations to shield missile launchers and military units – a war crime – makes IDF advances cumbersome and difficult due to slower troop movement in urban areas and the need to reduce collateral damage among civilians. Urbanization among Israel’s neighbors has greatly reduced the empty areas that could have been used for maneuvering and outflanking. The use of the subterranean by Israel’s foes, be it in Gaza or South Lebanon, is another new element that slows advances.

The patient, attritional use of force is the best approach for dealing with Israel’s current conflicts.

It is naïve to believe the IDF can or should win quickly and decisively every time it has to flex its muscles. Yitzhak Rabin warned several times during his long career against the expectation of a “once and for all” victory. The defeat of Israel’s new opponents requires a different strategy: attrition.

Israel is engaged in a long war of attrition against religiously motivated enemies who believe both God and history are on their side. All the IDF can do is occasionally weaken their ability to harm Israel and create temporary deterrence. In Israeli parlance, this is called “mowing the grass” – an apt metaphor, as the problem always grows back.

The patient, repetitive use of force is not glamorous, but it will eventually do the trick. Unfortunately, many Israelis do not understand the particular circumstances of the great 1967 victory. They have lost patience and do not realize that time is, in fact, on Israel’s side.

by Efraim Inbar
BESA Center Perspectives

http://www.meforum.org/6642/the-burden-of-israel-1967-victory

Originally published under the title “The Burden of the 1967 Victory.”

Efraim Inbar, professor emeritus of political studies at Bar-Ilan University and founding director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies (1991-2016), is a Shillman-Ginsburg fellow at the Middle East Forum.

Why We Need Political Islam

0

MADRID – US President Donald Trump has put on the back burner an executive order that would designate the Muslim Brotherhood as a terrorist group. He should leave it there permanently. Inclusive governments that are seen to represent the overwhelmingly devout Muslim societies of the Arab world are a vital antidote to global jihadism.

To be sure, the Muslim Brotherhood has not always fully embodied democratic values. In Egypt, for example, President Mohamed Morsi’s government treated democracy as a winner-take-all proposition – and was ousted after little more than a year.

But addressing such shortcomings by ostracizing legitimate religious-political options merely reinforces jihadist recruiters’ argument that violence is the only way to secure reform. That’s what happened when Abdel Fattah el-Sisi – Morsi’s successor after the 2013 coup d’état – adopted a zero-sum approach to the Muslim Brotherhood.

Where Islamist parties have been given space for political action, they have shown a capacity to take advantage of it, often advocating political participation as a superior alternative to violence. And, indeed, Islamist parties, including the Muslim Brotherhood, are engaged in legitimate political activities in several countries – activities that have often driven them to moderate their views.

Politics, unlike religion, is a realm not of eternal truths, but of rational calculations. To govern effectively, one must build alliances and coalitions, including with secular and liberal parties. Given this, political engagement naturally tends to pull parties toward moderation, a phenomenon we have seen time and again in the Arab world.

In Morocco, when the Justice and Development Party (PJD) entered politics in 1997, “Islamization” was at the heart of its electoral platform. Likewise, Tunisia’s Ennahda (Renaissance) party was originally shaped by the legacy of the Iranian revolution and the thinking of radical Islamist critics of Western values, such as Sayyid Qutb, a leading Muslim Brotherhood theorist in the 1950s.

But both the PJD and Ennahda – which came to power in their respective countries in 2011 – have for years been edging toward moderation, even secularization. They have deemphasized some of their radical principles to accommodate key tenets of secular democracy, such as cultural pluralism and freedom of expression.

In 2003, in response to a terror attack in Casablanca, the PJD created a clear division between the political party and the religious movement that created it, and unconditionally renounced violence. Unlike a jihadist group, which would have happily taken credit for such an attack, the PJD wanted to make it clear that it neither inspired nor condoned such actions. In 2015, Ennahda, too, separated the movement that promotes religious values from the party that adheres to the secular logic of the political game.

Critics who argue that these parties were merely maneuvering tactically are not entirely wrong. But such tactical moves can lead to strategic and even ideological shifts. Indeed, once separated from the constraints of religious dogma, the political branches of both parties distanced themselves from their fundamentalist Islamist roots.

Involvement in politics also had a moderating impact on Egypt’s Muslim Brotherhood. While Morsi was president, he respected Egypt’s peace agreement with Israel and even played a key role in brokering a ceasefire in the 2012 conflict between Israel and Hamas. Those decisions demonstrated his resolve to uphold Egypt’s role as a force for regional stability, which implied refusing to allow his ideology to drive him toward a radical foreign policy.

Algeria’s Islamists took a slightly different route, moderating their politics after their defeat in the devastating civil war of the 1990s. While the memory of that civil war is now fading, the example of the conflicts in Syria and Libya – together with the political engagement of Islamist parties, such as the Movement for the Society of Peace – is enough to drive most young Algerians away from jihadism.

Just as political participation can encourage moderation, political exclusion can reinforce radicalism. Consider the case of Hamas, which is not a global jihadist movement, but rather a nationalist Islamist organization whose iron-fisted rule in Gaza brooks no dissent.

One might argue that the international community’s refusal to recognize Hamas’s victory when it came to power in an election in 2006 stymied the movement’s potential for moderation. After all, in contrast to global jihadist groups like the Islamic State and al-Qaeda, Hamas has often flirted, however obliquely, with a more conciliatory approach toward Israel.

Even without political recognition, Hamas has reportedly decided to publish a new charter without the rampant anti-Semitism found in the current one. There is also reason to believe that Hamas would accept a two-state solution, and declare its independence from the Muslim Brotherhood, in order to facilitate its reconciliation with Egypt and other leading Arab states.

If Hamas does prove itself to be moving toward greater political pragmatism, it should be encouraged. In particular, Israel should treat Gaza as if it were an independent state and promote its stability. This means ending Israel’s blockade – which has served only to fuel more extremism and war – and granting Gazans control over their own seaport for trade and travel.

Creating space for benign expressions of Islam in the public sphere is essential to defeat global jihadism. Only when the war against jihadism shifts from the battlefield to the political arena can Arab societies move toward a more secure and prosperous future.

Shlomo Ben-Ami, a former Israeli foreign minister, is Vice President of the Toledo International Center for Peace. He is the author of Scars of War, Wounds of Peace: The Israeli-Arab Tragedy.

www.project-syndicate.org

Trump Campaign Chief ‘Worked for Montenegrin Independence’

0

Paul Manafort, who managed President Donald Trump’s election campaign, said that he was hired by Russian tycoon Oleg Deripaska to help Montenegro gain independence in a referendum in 2006.

Manafort managed Trump’s campaign between March 2016 and August 2016. Photo: Youtube.

American consultant Paul Manafort has said that he was hired by the Russian tycoon Oleg Deripaska, former owner of Montenegro’s KAP aluminum plant and one of the largest investors in the country,  to support Montenegro’s independence referendum in 2006 – but Deripaska declined to respond to BIRN’s inquiry about the claim.

BIRN contacted Deripaska’s EnPlus group in Moscow, his Russian headquarters, and the Brussels-based PR agency FTI Consulting, hired by the billionaire to run his Montenegrin business, after Manafort, who later became Donald Trump’s election campaign chief, confirmed that he worked for Deripaska to help the country separate from Serbia in 2006.

“I have always publicly acknowledged that I worked for Mr. Deripaska and his company, Rusal [aluminium group] to advance its interests,” Manafort said after the Associated Press reported on March 22 that he had signed a contract to work for Deripaska in 2006 for $10 million a year.

“For example, one of the projects involved supporting a referendum in Montenegro that allowed that country to choose membership in the EU, a measure that Russia opposed. I did not work for the Russian government,” he insisted.

According to a memo quoted in the Associated Press report, Manafort pitched his services to Deripaska in 2005, after the Russian had already invested millions of dollars in the KAP aluminium plant in Podgorica.

Manafort managed Trump’s campaign without pay between March 2016 and August 2016, when he resigned after investigators in Ukraine found handwritten ledgers showing $12.7 million in cash payments allocated for him.

The money reportedly came from the party of former Ukrainian president Viktor Yanukovych, who was ousted amid massive corruption allegations.

Manafort’s attorney denied that he received “any such cash payments.”

On March 23, Manafort confirmed that he worked for Deripaska, a Russian billionaire with close ties to Putin, but rejected the Associated Press report alleging that the work was aimed at furthering the political interests of Russian President Vladimir Putin in the US and other countries, such as Montenegro.

But according to the US media, diplomatic cables from 2006 described Deripaska as almost a state actor in Russia – “a more-or-less permanent fixture” on Putin’s agenda, and “among the 2-3 oligarchs Putin turns to on a regular basis”.

Deripaska responded to the Associated Press report on March 28 in a paid advertisement that ran in the Washington Post and the Wall Street Journal.
Deripaska said in the advertisement that he would be willing to testify before the US Congress on the issue, and said that the AP story generated “a massive and aggressive disinformation attack” against him.

He did not, however, commented on his alleged meddling in Montenegro’s referendum process in 2006.

Deripaska’s and the Kremlin’s support for Montenegro’s independence has been widely rumored in the country since 2006, although relations between the Moscow and Podgorica have cooled in recent years after Montenegro pushed harder for membership of NATO.

Disputes over Russian investment in the country’s most important industrial asset, the Aluminum Plant Podgorica, KAP, also contributed to a cooling of relations.

On December 7 last year, Deripaska announced he was personally suing Montenegro for “hundreds of millions of euros” over the loss of his investment in the KAP plant.

Ten years earlier, he had been welcomed as a crucial investor who could revive Montenegrin heavy industry and attract thousands of Russian tourists to the country’s coast.

The opposition at that point, which mostly supported staying in the joint state with Serbia, claimed that Montenegrin independence would never have happened without the Russians, who at the time were the main foreign investors and made up most of the foreign tourists in the country.

Milo Djukanovic’s government during this period maintained strong political ties with Moscow.

Russian financial support for independence returned to the public debate during the campaign for elections last October’s parliamentary.

Then Prime Minister Djukanovic and the strongest pro-Russian opposition group, the Democratic Front, traded barbs for months about who got money from Moscow to propagate Russian interests in Montenegro.

The opposition claimed that the Russian influence in Montenegro strengthened because of Djukanovic and that in 2006, on the eve of the independence referendum, the veteran PM received “hundreds of millions of dollars from Moscow” to split from Serbia.

“Russian interests and influence came to Montenegro during the Djukanovic government. Since 2005, Djukanovic has closely communicated with Russian officials, informal centres of power, the Russian mafia and intelligence structures,” said Nebojsa Medojevic, one of the opposition leaders, ahead of the October elections that were marred by an alleged Russian plot to overthrow Djukanovic.

In 2011, speculation about alleged financial aid from Moscow for the Montenegrin referendum was fuelled by Russia’s then Defence Minister Sergey Shoygu who said that Russia “lent 300 million dollars to Montenegro” to revive the aluminium business as it was already certain that the KAP plant would go bankrupt.

The opposition has urged the prosecution to investigate and determine whether that money funded the KAP plant or was used for the independence referendum campaign.

But after last October’s elections, when relations with Russia hit a new low, Djukanovic has openly accused Moscow of financing the opposition in Montenegro and playing a role in the alleged coup plot.

Djukanovic said the opposition Democratic Front wanted to ensure that “forces imposed from the outside come to power in Montenegro, immorally and undeservedly… to pick up crumbs from the Russian table, the source of payment for their betrayal of Montenegro”.

The Front denied claims that it had received money from Moscow to unseat Djukanovic, accusing Djukanovic himself of having received tens of millions of euros from Russia years ago.

On December 13 meanwhile, Russian Foreign Minister Sergey Lavrov said Djukanovic had “betrayed Russia” over his pursuit of Montenegrin membership of NATO.

Dusica Tomovic
BIRN

Podgorica

www.balkaninsight.com

Mayor threatens to fire municipal workers if they vote ‘no’-Villagers threatened with cut in agricultural subsidies if they vote ‘no’ in referendum

0
Ökkeş Namlı

Ökkeş Namlı, mayor of the Düziçi Municipality in Osmaniye province, has threatened to fire municipal workers if they vote “no” in a referendum on Sunday  on a switch to an executive presidency, the haberdar news website reported on Thursday.

Speaking in the presence of ruling Justice and Development Party (AKP) deputies, AKP member Namlı said: “If they eat the bread of the AKP and do not vote [‘yes’], may they get no benefit from it. I am talking before the district head of the party and its deputies. While your children are there [jobless], I am vile if I keep them [those who vote ‘no’ in the referendum] there [as municipal workers].”

Namlı said those people who work for the municipality and vote “no” are vile and dishonest as well.

In a similar development, a district governor in the Tutak district of the eastern province of Ağrı has threatened to cut off agricultural subsidies granted to residents if their villages vote against a constitutional reform package that will be put to a public vote this Sunday.

The ruling AKP, backed by the Nationalist Movement Party (MHP), pushed through the legislation that President Recep Tayyip Erdoğan says will bring the strong leadership needed to prevent a return of the fragile coalition governments of the past.

The Republican People’s Party (CHP) and the pro-Kurdish Peoples’ Democratic Party’s (HDP) fear the reform will fuel authoritarianism.

The reform will enable Erdoğan to appoint and dismiss government ministers, take back the leadership of the ruling party and govern until 2029.

The plans foresee presidential and general elections in 2019, with a maximum of two five-year terms.

Villagers threatened with cut in agricultural subsidies if they vote ‘no’ in referendum

A district governor in the Tutak district of the eastern province of Ağrı has threatened to cut off agricultural subsidies granted to the residents if their villages vote against a constitutional reform package that will be put to a public vote this Sunday, according to pro-Kurdish Peoples’ Democratic Party (HDP) deputy Dirayet Taşdemir.

Turkey will vote on a constitutional reform package in the referendum which will introduce an executive presidency if approved. The reforms will greatly increase President Recep Tayyip Erdoğan’s powers while weakening Parliament.

Taşdemir, who submitted a parliamentary question meant for Prime Minister Binali Yıldırım, asked him about the claims raised by the villagers of the Tutak district.

According to the villagers, Tutak district governor Erkan İsa blocked the payment of agricultural subsidies to them, and if a “yes” vote does not emerge from the ballot box in those villages, the agricultural subsidies will be completely cut off.

Taşdemir asked Yıldırım whether an investigation has been launched into the claims.

 

By

TM

Paralyzed by ill-treatment in Sivas prison, Turkish police officer dies at 33

0
These two images were taken days before Kadir Eyce was sent to jail for depositing money in Bank Asya, a Gülen movement-linked lender, and after he was released pending trial. (Photo: Turkey Purge)

Kadir Eyce, a 33-year-old police officer who was jailed due to alleged links to the Gülen movement, has died several weeks after he was released from prison due to health problems.

According to photos and tweets posted by family members on Twitter, Eyce had been denied food and water in jail, thereby losing 45 kilograms in three months.

A lawyer representing Eyce told Turkish media that when he was arrested he weighed 90 kilograms. Pictures posted on social media also revealed the extent of the ill-treatment against the jailed police officer, causing serious concern about the fate of thousands of civilians who have been kept in prisons under poor conditions across the country.

The police officer reportedly died at a Sivas Hospital on Tuesday. He was denied treatment at the hospital even though he was suffering from severe gastrointestinal pain for days. They only allowed him to receive treatment in his cell. When he was finally transferred to a hospital, it was almost too late. “His body was beyond recognition,” said Emel Eyce, the wife of the police officer.

Turkey experienced a military coup attempt on July 15 that killed over 240 people and wounded more than a thousand others. Immediately after the putsch, the Justice and Development Party (AKP) government along with President Recep Tayyip Erdoğan pinned the blame on the Gülen movement.

Although the movement strongly denies having any role in the putsch, the government initiated a widespread purge aimed at cleansing sympathizers of the movement from within state institutions, dehumanizing its popular figures and putting them in custody.

There have been many cases of suicide and death in prison, some of which were found to be suspicious, of people who have been affected by the purge of Gülen movement followers.

(Turkey Purge)

By

TM

Albanian Defense Minister, sees Greece as a “hostile country” for Albania

0

 

– Mimi Kodheli (Minister of Defence, Albania)

 

 

 

 

 

 

 

 

Kodheli to Kammenos: “Relax sir”,,, about your military statements for Albania

Kodheli referred to the Albanian Military as “brave”, but she, did not explained to the reporter that in which the battle or war, the Albanian military, fought!

Kodheli, has spoken for Albanian TV News 24, for relations with NATO, Greece, in the eve of leaving for the Ministry of Defense of Albania

For Kammenon: “It is intolerable that a NATO Minister, to wear military uniform and threaten an ally and neighbor.” In a NATO Meeting, I told Kammenos , to be relaxed ….. No any comment about the visit of Kammenos in Kosovo, and because it did not meet with government member of Kosovo.

For Greece: “Russia and Greece, are two countries that attempting to receive classified information from the Ministry of Defense of Albania. This has happened in the past, but in my mandate, I have not been allowed to leak this information.”

For NATO: “Albania is a member of NATO and has to increase 2% of the its finances, to be ranked with fifth states that have paid fees for financial NATO”. But Kodheli did not mention Greece as the main country that pays obligations to NATO, replacing Greece, with Turkey, in this case.

For NATO in Balkans: “We will support Montenegro to joint NATO, to create a total coperture in Balkan Region. Albania will continue also to support the rights of the Albanian in the Region. Kodheli referred to the Albanian Military as “brave”, but she, did not explained to the reporter, that in which the battle or war, the Albanian military, fought!

In addition, Minister Kodheli has spoken also for the Albanian Military Forces as contributor to the NATO in Afganistan Irak and Greece (Aegean Sea) and the special relations between USA and Albania.

Anyway, Albania, is the first NATO country to police forces, cross double in number, by the armed forces. Albania has 16 thousand policemen, while only 9 thousand active military armed forces. And yet, it is the place, No: One, in Europe, cannabis that produces and traffics in all of Europe.

In the meeting of National Security of the Albanian Parliament, Kodheli stated that: “The protection of Albania, is in Alert, due to an attack from Greece” ..

Πηγή: http://smarkos.blogspot.gr/2017/04/defense-albanian-minister-sees-greece.html

www.echedoros-a.gr

Το Θείον Πάθος στις χριστιανικές ομολογίες

7

Το Θείον Πάθος στις χριστιανικές ομολογίες είναι το θέμα της εκπομπής “Τομές στην Επικαιρότητα” την Πέμπτη 13 Απριλίου.

Προσκεκλημένος ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος καθηγητής της Ανωτάτης εκκλησιαστικής Ακαδημίας και επισκέπτης καθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Καίμπριτζ.

Η εκπομπή μεταδίδεται κάθε Πέμπτη απο τις 9μμ-10μμ και επαναλαμβάνεται το Σάββατο απο τις 5μμ-6μμ απο την Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης TV-100.

Το σήμα της TV-100 μεταδίδεται:

Μέσω της Digea στην Κεντρική Μακεδονία

Απο την OTE TV οπουδήποτε

Διαδικτυακά απο τη διεύθυνση: www.anixneuseis.gr

και www.fm100.gr