Αρχική Blog Σελίδα 2958

Εξαφανίζονται τα 2/3 της κοινωνίας.

2

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Είναι διαφορετικό πράγμα ο σεβασμός στη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου και άλλο η πολιτική κριτική στις ενέργειές του, ως πολιτικού προσώπου.

Στο θέμα αυτό η στάση μας ήταν σαφής και κατηγορηματική.

Η ζωή ενός ανθρώπου είναι ιερή. Τελεία και παύλα. Καμιά σκοπιμότητα δεν δικαιολογεί την αφαίρεσή της.

Ο πολιτικός αγώνας, όμως, ακόμη και ο σκληρός πολιτικός αγώνας, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και επιβάλλεται στις τραγικές στιγμές που ζούμε.

Το μείζον πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας αυτήν τη στιγμή είναι ότι τα 2/3 της δεν μπορούν να επιβιώσουν. Πεινάνε στην κυριολεξία.

Εκεί που οδηγούνται τα πράγματα είναι, δυστυχώς, στη στάση πληρωμών σε ό,τι έχει να κάνει με το κράτος. Δεν μπορείς να ζητάς από κάποιον να πληρώνει περισσότερα από όσα εισπράττει.  Είναι, μαθηματικώς, αδύνατον.

Η στάση πληρωμών θα φέρει, αναγκαστικά, το σαθρό πολιτικό σύστημα σε ένα αδιέξοδο: δεν θα μπορεί να κινηθεί και θα αναγκαστεί  να αναζητήσει άλλες λύσεις.

Η πεπατημένη είναι αδιέξοδη.  Για να υπάρχει χώρα πρέπει να υπάρχει λαός και έθνος. Η Ελλάδα χωρίς τους Έλληνες είναι έννοια θεωρητική. Παραπέμπει σε έναν πολιτισμό και μια, καταλυτική για την πορεία της ανθρωπότητας, ιστορία. Εκείνο που την κάνει ζωντανή είναι ο λαός της. Το έθνος που λέγεται ελληνικό. Και η συνέχειά του. Η οποία πρέπει να διαφυλαχτεί.

Άρα, η πρώτη προτεραιότητα είναι αυτός ο λαός να επιβιώσει.

Αν η Ε.Ε. δεν παρέχει στοιχειώδη εχέγγυα επιβίωσής μας, δεν μας ενδιαφέρει. Δεν μπαίνουμε στο δίλημμα του μη χείρον.

Ας μην πάρουμε το εκβιαστικό δάνειο. Θα μας αφήσουν να πτωχεύσουμε;

Ο κ. Τσίπρας και η ομάδα του έχουν αναγάγει σε μείζον ζήτημα την αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους και θα παρουσιάσουν, την όποια θετική εξέλιξη, ως μεγάλο γεγονός. Αποβλέπουν σε μια νέα πολιτική απάτη για να κερδίσουν το χαμένο εκλογικό έδαφος. Αυτό τους ενδιαφέρει.

Η μείωση του χρέους δεν θα έχει καμιά επίπτωση στη ζωή των Ελλήνων που δυστυχούν.

Τα όποια χρήματα εξοικονομήσει η κυβέρνηση, ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία,ι θα χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία και τη συντήρηση κομματικού στρατού.

Οι θεωρητικοί του συστήματος, δεξιοί και αριστεροί, προσπαθούν να μας πείσουν για την αναγκαιότητα να μειωθούν και άλλο οι μισθοί και οι συντάξεις και το παρουσιάζουν ως μείζονα εκσυγχρονισμό και μεταρρύθμιση. Εκσυγχρονισμός και μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, είναι ο αφανισμός του λαού της. Δεν είναι, για παράδειγμα, η ριζική αλλαγή των οικονομικών δομών.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου δεν ισχύουν οι κανόνες της ελεύθερης οικονομίας , ακόμη, και με κυβερνήσεις που, υποτίθεται, την υποστηρίζουν.

Οι δομές, η γραφειοκρατία και τα καρτέλ κάνουν ανίσχυρη την προσπάθεια να μειωθούν οι τιμές δια της προσφοράς και ζήτησης. Εάν μειωθούν οι τιμές, δεν θα υπήρχε πρόβλημα με τη μείωση και των μισθών και συντάξεων.

Ενώ η ζήτηση έχει μειωθεί, οι τιμές των προϊόντων ανεβαίνουν. Πως συμβαίνει αυτό; Γιατί οι κυβερνήσεις δεν αγγίζουν τις παθογένειες της οικονομίας;

Διότι από αυτές επιβιώνουν και από αυτές συντηρούνται. Αυτές αναπαράγουν το πελατειακό κράτος. Και το κράτος αυτό δεν το έθιξαν ούτε οι Ευρωπαίοι δανειστές μας. Αν ήθελαν να βοηθήσουν την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό εκεί θα εστίαζαν. Όμως, δεν έχουν κάνει καμιά αναφορά, παίζοντας τον Πόντιο Πιλάτο.

Σ αυτήν την τραγική κατάσταση με όλους απέναντι, ο λαός πρέπει να αναζητήσει μια συλλογική, και όχι ατομική λύση.  Διότι καθένας ξεχωριστά είναι ευάλωτος. Συλλογικά, όμως, δύσκολα θα εφαρμόσουν τις αντιλαϊκές πολιτικές τους.

Palestinians: Abbas Immediately Breaks Promises to Trump

0
  • Less than 24 hours after the Abbas-Trump meeting in Bethlehem, in which Abbas promised Trump and his representative, Jason Greenblatt, to cease all forms of incitement against Israel, the Palestinian Authority (PA) government in Ramallah resumed its vicious rhetorical attacks on Israel.
  • The Palestinian denial of Jewish ties and history to the land also continues full blast, despite Abbas’s pledge to Trump that Palestinians are not in conflict with Jews or Judaism.

Hard on the heels of Palestinian Authority (PA) President Mahmoud Abbas’s assurances to US President Donald Trump that he is raising Palestinians on a “culture of peace,” he continues to glorify terrorists who have Jewish blood on their hands.

Abbas, who met with Trump in Bethlehem on May 23, told reporters that he was committed to working with the new US administration to achieve a “historic peace deal with Israel.” Abbas also announced his readiness to become a “partner in the war on terrorism in our region and the world.” He claimed that he and his Palestinian Authority have been promoting “tolerance and coexistence, and spreading a culture of peace and renouncing violence.”

US President Donald Trump talks with Palestinian Authority President Mahmoud Abbas on May 23, 2017 in Bethlehem. (Photo by PPO via Getty Images)

Abbas’s sweet talk, however, did not last long. Just hours after Trump left the region, Abbas and his PA returned to their anti-Israel incitement. This stands in blinding contrast to what Abbas told Trump and his Middle East envoy, Jason Greenblatt, with whom Abbas met 48 hours after his get-together with Trump in Bethlehem.

At a meeting of Fatah leaders in Ramallah on May 25, Abbas described Palestinian prisoners held by Israel as “heroes.”

His remarks came in response to the hunger strike of more than 1,000 Palestinian prisoners, many of whom are serving lengthy terms for murdering or wounding hundreds of Israelis. The hunger strike, which began on April 17, is led by Marwan Barghouti, a senior official with Abbas’s Fatah faction who is serving five life terms in prison for his role in a spate of terror attacks that killed five Israelis during the Second Intifada (2000-2005).

Referring to the convicted terrorists as “our heroes,” Abbas lashed out at the Israeli government for its refusal to surrender to the demands of the hunger strikers.

“We will stand with them and support them,” Abbas said, referring to the convicted terrorists. “We will emerge triumphant and we won’t allow [Israel] to defeat or humiliate the prisoners.”

Abbas’s powerful message flies in the face of his promise to Trump and his representative, Jason Greenblatt, to cease all forms of incitement against Israel.

By describing the convicted terrorists as “heroes,” Abbas is in fact sending a message to all Palestinians that murdering Jews is a noble and heroic act.

Such rhetoric prompts Palestinians to launch terror attacks against Israelis. It is a clear call by Abbas for Palestinians to follow in the footsteps of terrorists and murderers.

Is this Abbas’s way of promoting a “culture of peace” among his people? Is this his version of encouraging Palestinians to renounce violence?

Less than 24 hours after the Abbas-Trump meeting in Bethlehem, in which he promised Trump and envoy Jason Greenblatt to cease all forms of incitement against Israel, the PA government in Ramallah resumed its vicious rhetorical attacks on Israel.

The attacks came in response to celebrations marking the 50th anniversary of the liberation and unification of Jerusalem. They also came in response to routine and peaceful visits by Jews to the Temple Mount in Jerusalem.

In a statement issued by the Palestinian Authority on May 24 that is reminiscent of a medieval blood libel against Jews, Israel was accused of perpetrating “black crimes” against Jerusalem and Palestinians and of defiling Islamic holy sites in the city.

It described the Jews visiting the Temple Mount as “extremist settlers” and falsely claimed that they were deliberately targeting the Al-Aqsa Mosque (on the Temple Mount). In fact, Jewish visitors never enter the mosque.

It is precisely this kind of rhetoric that drives Palestinians to launch knife and car-ramming attacks against Israelis. For the past year and a half, Abbas and his PA officials and institutions have been waging a poisonous campaign of incitement surrounding peaceful, permitted Jewish visits to the Temple Mount. The incitement has resulted in a wave of terror attacks against Israelis. How does this fit in with promoting peace?

Abbas’s prime minister, Rami Hamdallah, both before and after the meeting with Trump, has also joined the chorus of glorifying convicted terrorists.

In a statement on May 25, Hamdallah, who is often referred to by Westerners as a moderate and pragmatist, stated: “We salute the legendary steadfastness displayed by the knights of freedom, our heroic prisoners.”

Like his boss, Abbas, Hamdallah also strongly condemned the Israeli government for failing to comply with the hunger strikers’ demands, which include increased family visitations, allowing inmates to have a photograph with their families every three months, installing more TV channels and air conditioning in their cells, and increased access to university studies.

Hamdallah and Abbas are sending precisely the same message to the Palestinians: if you murder a Jew, you earn the title of “knight of freedom.” In other words, Hamdallah, too, is urging Palestinians to engage in acts of violence against Israelis.

One wonders exactly how Abbas and his officials will explain these statements to Trump and the U.S. Administration.

Experience has shown that the glorification of terrorism and jihad (holy war) only serves to encourage more Palestinians to take to the streets and stab or run over with their cars the first Jew they see.

The Palestinian denial of Jewish ties and history to the land also continues full blast, despite Abbas’s pledge to Trump that Palestinians are not in conflict with Jews or Judaism.

Hours after Trump left the region, Abbas’s spokesman, Nabil Abu Rudaineh, issued a statement that pointedly ignored any Jewish links to the land. “East Jerusalem, with its Islamic and Christian holy sites, will remain the eternal capital of the State of Palestine,” Abu Rudaineh announced. Note his deliberate omission of any reference to Jewish holy sites in the city.

This is neither a slip of the tongue nor a poorly-worded statement on the part of Abbas’s spokesman. Rather, it is an intentional denial of Jewish rights to Jerusalem, including the Western Wall, which Palestinians refer to as an integral part of the Al-Aqsa Mosque and claim has no significance to Jews. This has always been part of the Palestinian strategy — to deny Jewish rights and to delegitimize Israel.

Like his boss, Abbas, however, Abu Rudaineh seems to have a good sense of humor. He has called on Israeli Prime Minister Binyamin Netanyahu to “stop his daily incitement against Palestinians and their leaders.” And what is the content of Netanyahu’s “incitement”? His statement that a united Jerusalem will remain the undivided capital of Israel.

In the view of Abbas’s spokesperson, such a statement is clear “incitement” — not the glorification of terrorists, not the incendiary anti-Israel rhetoric and not the continued denial of Jewish history and rights.

President Trump’s visit to Israel proved to be yet another opportunity for Abbas and his Palestinian Authority to practice once again their skills of deceit and deception. In English, everything sounds great. In Arabic, however, the messages sent by Abbas to his people take on the unmistakable ring of hate.

 by Bassam Tawil

Bassam Tawil is a scholar based in the Middle East.

 

Donald Trump’s farewell tour

0
The world has taken measure of the president and found a person not to be taken seriously. It’s the end of the American century.

 May 29, 2017

U.S. President Donald Trump adjusts his jacket after pushing past Montenegro Prime Minister Dusko Markovic the NATO Summit in Brussels, Belgium, May 25, 2017. (Kevin Coombs/Reuters)

U.S. President Donald Trump adjusts his jacket after pushing past Montenegro Prime Minister Dusko Markovic the NATO Summit in Brussels, Belgium, May 25, 2017. (Kevin Coombs/Reuters)

There is a tradition among embassy staff called the “Wheels Up Party”. An official overseas visit by a president or prime minister will inevitably mean months of gruelling preparatory work. The diplomats, security staff and advance teams from the home capital will exhaust themselves ensuring even the smallest detail has been planned out, tested and tested again before the delegation arrives.

When the leader is finally in town, it is not uncommon for embassy staff to work 24 hours straight, keeping track of every moving part, adjusting on the fly and praying that nothing goes wrong. Then, after the meetings have met and the sites have been seen, they will stand on the tarmac to watch their leader board his airplane, taxi and takeoff.

And when they can see the wheels on the aircraft retract, meaning their VIP is officially someone else’s problem now, there is a collective whoop of relief, and everyone heads back to the embassy to crack into the duty-free liquor for the biggest party of the year.

READ MORE: Obama vs Trump: A tale of two presidents in Europe

I imagine the Wheels Up parties at the American embassies in Saudi Arabia, Israel, The Vatican, Brussels and Italy this week, after President Donald Trump flew off on Air Force One, were among the biggest in living memory. I cannot think of another visit by an American leader that was in as much peril of going horribly, horribly wrong. But to the relief of many and surprise of more, it didn’t. When you think of the possible misadventures, I must assume that the mood among American diplomats was joyous.

There were still a few cringing gaffes, of course. At the NATO summit, for example, the world was treated to the sight of Trump pushing other leaders out of the way so he could preen in front of the cameras. If Alec Baldwin had acted out the scene during one of his Saturday Night Live appearances, it would have been too over-the-top to get a laugh.

We were looking so hard for these sorts of pratfalls that some important items were largely ignored. Consider that Trump chose Saudi Arabia as his first overseas visit, committed to an unprecedentedly large arms deal with Riyadh, and then invited almost every Sunni leader in the world to listen to his speech. America is now officially picking sides in the Middle East’s long and bloody Shia/Sunni rivalry. This is a move that will inevitably only increase tensions in the Middle East.

In Israel, Trump revelled in one of the coziest visits in decades between a sitting U.S. president and an Israeli leader. One White House press release had the dateline “Jerusalem, Israel” which, in the arcane world of diplomatic subtleties, was a big step towards the United States recognizing that city as the Israeli capital—another move that will only increase tensions in the region.

But even these diplomatic developments were not the real story. While Trump was feted in the Middle East, he was treated with surprising indifference in Europe. For the first time since the Second World War, an American president stood among allies, not as a first among equals, but almost like an outsider—someone who had to be invited, but who no one really was going to take very seriously.

At one point, Trump used a commemorative address to instead complain that NATO allies were being unfair to “American taxpayers”. The other leaders standing nearby exchanged wry looks; a few even seemed to roll their eyes. By all accounts, there was no scramble to appease the president, no panic among delegations about how to “defuse” the American anger. No one really cared that much. Likewise, when the president refused to endorse the Paris Climate Agreement, or NATO’s policy of mutual defence, no one was willing to bend even a little to mollify the Americans. They shrugged.

READ MORE: Trudeau’s G7 agenda meets Donald Trump’s worldview

Even a month ago, the reaction would have been entirely different. When Trump came to power there was universal agreement he had to be treated with kid gloves, he had to be taken seriously, otherwise who knows what chaos he would unleash. But now, no one seems especially worried. Rapidly, over the last few weeks, America’s rivals and allies stopped seeing the United States as the “indispensable nation” whose opinion mattered, whose approval was always necessary.

What changed? The world has a much better measure of the man now. They see him as inconsistent—even if you convinced him on Monday to support the Paris deal, he will quite likely repudiate it Tuesday morning in a tweet. He has also proven so ineffective in controlling the bureaucracy and even his own party, it is unlikely that a repudiation will change much any time soon.

And beneath all of that is Trump’s unprecedented ignorance—Merkel at one point was reduced to showing him a map of the former Soviet Union to explain Russian objectives in Eastern Europe. What is the point of trying to get his support on one issue or another when he has literally not even read the summary of the relevant briefing note?

Trump’s first world tour may well end up also being his farewell tour. Not because it will be his last, although with the accelerating pace of the Russian scandal that is not impossible. But rather because it marked the official end of the American century—when Air Force One took off and finally headed back to Washington, it left behind a new world where the United States no longer counts, where America has effectively abandoned the field to Europe, China, and Russia. Wheels up.

http://www.macleans.ca/news/world/donald-trumps-farewell-tour/

ΕΕ και Τουρκία: βίοι αντίθετοι ή ευρωπαϊσμός vs τουρκισμός

3

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΥ Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, Τμήμα ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ 29/5/2017

«Έφτασε το τέλος του Κεμαλικού εγχειρήματος του  20ου αιώνα – μία Τουρκία με προτεραιότητα τις σχέσεις της με την Ευρώπη; Σε μεγάλο βαθμό ΝΑΙ». Η αξιολόγηση της ανάλυσης του Washington Institute [1] προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας διέρχονται τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της Άγκυρας. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση οι πολίτες εννέα χωρών της ΕΕ δήλωσαν αντίθετοι με την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση με ποσοστό άνω του 77%. Η έρευνα ανέδειξε τη δυσκολία του πολιτικού εγχειρήματος από πλευράς Ευρωπαίων ηγετών να πείσουν ένα διευρυμένο ευρωπαϊκό κοινό για την όποια σκοπιμότητα ένταξης της Άγκυρας σε ένα δικαιικό και οργανωτικό χώρο με τον οποίο ελάχιστα κοινά έχει. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το Νοέμβριο του 2016 να διακόψει τις ενταξιακές συνομιλίες με την Άγκυρα (ακόμα κι αν είχε συμβολική, μη δεσμευτική αξία),  δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μία αντανακλαστική απόφαση στις στρατηγικές επιλογές Ερντογάν. Η ένταξή της είναι μία μη πολιτικά διαχειρίσιμη επιλογή.

Η Τουρκία θεωρείται, και χωροταξικά αποτελεί, μία γέφυρα προς την Ασία. Ωστόσο οι επιλογές Ερντογάν αποδόμησαν τις ούτως ή άλλως περιορισμένες προοπτικές ένταξης της στην ΕΕ. Η χώρα στρέφεται προς τον φυσικό της χώρο, την Ασία και κυρίως τη Μέση Ανατολή.

Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε είναι αν η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια στόχευε πραγματικά να αποδεχτεί την Τουρκία σε ένα χώρο δικαίου, ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την Άγκυρα η ένταξη της και η ουσιαστική, θεσμική και συνταγματική αποδοχή του ευρωπαϊκού δικαίου θα έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωση της. Κεμαλισμός, τουρκισμός και πρόσφατα νέο-οθωμανισμός αποτελούν πρότυπα απόρριψης της διαφορετικότητας, μη συμβατά με το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης.

Ο Κεμαλισμός θεμελιώθηκε σε πρότυπα απόρριψης και όχι ένταξης και αποδοχής, σε πρότυπα εξανδραποδισμού. Συνεπώς η παρακαταθήκη του δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση διαφορετικών τρόπων αντίληψης της διαφορετικότητας. Το νέο-οθωμανικό πρόταγμα του Τ. Ερντογάν όχι μόνο δεν οικοδομεί γέφυρες προς ότι δεν εμπίπτει στην προκρούστεια κλίνη του τουρκισμού αλλά πλέον στρέφεται κατά ενός σημαντικού μέρους της τουρκικής κοινωνίας. Η Τουρκία του Τ. Ερντογάν οικοδομείται αφαιρετικά και όχι μέσα από μία εποικοδομητική δυναμική σύνθεσης, συνύπαρξης.

Ο τουρκισμός ιδιαίτερα προσφέρει το απαιτούμενο πρωτογενές ιδεολογικό υλικό με βάση το οποίο διαμορφώνονται αντιλήψεις στη γείτονα. Αυτές δεν θα μπορούσαν να επαναπροσδιοριστούν με όρους ευρωπαϊκού δικαίου, αφού αποτελούν την κυρίαρχη ιδεολογία της τουρκικής κοινωνίας και πολιτικού συστήματος και προσδιορίζουν το πλαίσιο διάδρασης του κράτους με τους πολίτες. Καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και το τι είναι αποδεκτό ή μη με βάση μια ανελαστική ιδεολογική βάση. Αυτή εξάλλου ήταν και η λογική εξανδραποδισμού των Κούρδων επί δεκαετίες, αφού θεωρούνται ξένο σώμα σε μία κοινωνία που οικοδομήθηκε με βάση τη βίαιη ενσωμάτωση ή εξανδραποδισμό. Η λογική αυτή είναι εντελώς ξένη προς την παράδοση της Ευρώπης, τουλάχιστον στην μετα-πολεμική περίοδο. Στην Τουρκία η δημιουργία κράτους προηγήθηκε της δημιουργίας έθνους, ενώ «η γραφειοκρατία ανέλαβε να δημιουργήσει την τουρκική εθνική ταυτότητα» [2]. Η επιλογή αυτή νομοτελειακά δημιουργεί ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες καταστατικής ασυμβατότητας ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία.

Ουσιαστικά οι στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας ήταν πάντα περιορισμένες, τουλάχιστον όσον αφορά την ευρωπαϊκή διάσταση τους. Ο διεθνής περίγυρος της χώρας διαμορφώνεται πλέον με ρυθμούς μάλλον καταιγιστικούς για δεδομένα ιστορικού χρόνου και δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στην Άγκυρα. Τα προαπαιτούμενα για την «ομαλοποίηση» των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας είναι πολλά και εξαρτώνται αποκλειστικά από την Άγκυρα. Ωστόσο η λογική της πλήρους ένταξης ανήκει πλέον στη σφαίρα του μη εφικτού, γεγονός που καλείται να διαχειριστεί με ρεαλισμό η ελληνική πλευρά.

[1] Soner Cagaptay, «Kemalism Is Dead, but Not Ataturk», 2-5-2012, The Washington Institute

[2] Βλ. την ανάλυση και σχετική βιβλιογραφία στο Γ. Βοσκόπουλος, Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Παπαζήσης, Αθήνα, 2005

presspublica.gr/ee-ke-tourkia-vii-antitheti-evropaismos-vs-tourkismos/

Όχι μόνο η Μεταπολίτευση, αλλά ούτε ο Εμφύλιος δεν τελείωσε

7

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

  • (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Ορέστης Παναγιώτου)

Η εντολή ήταν το όπλο παρά πόδα, αλλά τόσο η Γιάλτα όσο και οι πληγές που άφησε ο Εμφύλιος δεν επέτρεψαν πολλά περιθώρια στην ηγεσία που οδήγησε στην μεταπολεμική ελληνική τραγωδία να επαναλάβει τον όλεθρο. Και οι πληγές δεν προέρχονταν μόνο από τον αδελφοκτόνο πόλεμο, αλλά και από την αποκάλυψη της εσωτερικής λειτουργίας του κόμματος.

Όχι, δεν είναι, δυστυχώς, ιστορίες για αγρίους αυτές. Δυστυχώς, όχι μόνο η Μεταπολίτευση δεν τελείωσε, αλλά ούτε καν ο Εμφύλιος.

Μια κάκιστη διαχείριση της μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου από τους νικητές και η αίσθηση ιδιοκτησίας του κράτους δεν άφησαν περιθώρια για την επούλωση των πληγών και την είσοδο της Ελλάδας στο ορθολογικό κλίμα της Δυτικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα ανήκε στη Δύση πολιτικά, και συμμαχικά δεν είχε –και ίσως δεν έχει ακόμη– καμιά σχέση με τον τρόπο που πολιτεύονται οι Δυτικές χώρες. Για ορισμένους αυτό είναι ευτύχημα διότι η Ελλάδα συγκροτεί μια τρίτη, εναλλακτική πρόταση μεταξύ ενός εργαλειακού ορθολογισμού της Δύσης που έχει τις ρίζες του στο Διαφωτισμό και μιας ακραίας και ολοκληρωτικής θεοκρατικής αντίληψης της Ανατολής. Η Ελλάδα για τους υποστηρικτές αυτής της αντίληψης είναι ο τρίτος δρόμος που συντίθεται από τη μίξη αρχαίας Ελλάδας και Ορθοδοξίας. Και τα δύο δεν έχουν καμιά σχέση με τη σύγχρονη έκφραση του ελληνισμού.

Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, του οποίου υποτίθεται είμαστε φορείς, δεν μεταβιβάζεται γονιδιακά. Η πολιτεία κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να εξαλείψει την ελληνική κλασική παιδεία από τη Μέση Εκπαίδευση, επηρεασμένη από το ρεύμα της αποδόμησης, επικαλούμενη ως άλλοθι την ανάγκη για τεχνολογική γνώση.

Η τεχνολογική γνώση είναι απαραίτητη για την επιβίωση στον σημερινό κόσμο, αλλά χωρίς κλασική παιδεία δημιουργεί κοινωνίες τεράτων.

Η συμβίωση των ανθρώπων σε κοινωνίες ονομάστηκε πολιτισμός και έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καταπίεση των ενστίκτων και την αποδοχή ορισμένων κανόνων. Κανόνων που αποφασίζονται από όλους και γι αυτό λέγονται και δημοκρατικοί.

Ο ορθότερος ορισμός για τον πολιτισμό, που έχω υπόψη μου, είναι του Φρόιντ και λέει: πολιτισμός είναι η καταπίεση των ενστίκτων. Η εφαρμογή του ρητού είχε κάποια σημασία όσο οι άνθρωποι έρχονταν σε κοινωνία μεταξύ τους, και ο απολίτιστος ήταν ορατός και συγκεκριμένος. Έπρεπε να δώσει λόγο.

Το διαδίκτυο απελευθέρωσε τα καταπιεσμένα ένστικτα. Ένας καταπιεσμένος ψυχικός κόσμος εκδηλώνεται με βίαιο και ακραίο τρόπο εν είδει αυτοψυχανάλυσης. Και όλα κρύβονται πίσω από κάποιο ψευδώνυμο. Και εκτονώνουμε την καταπίεση και τον πρωτογονισμό μας, και δεν εκτιθέμεθα.

Ζούμε σε ένα είδος διαδικτυακής δημοκρατίας. Ο καθένας εκφράζεται όχι απλώς ελεύθερα, αλλά παραβιάζοντας αρχετυπικά στοιχεία του ανθρώπινου είδους, όπως είναι ο σεβασμός στη ζωή. Η ιερότητα της ζωής και της ύπαρξης.

Τις τελευταίες ημέρες υπήρξαμε μάρτυρες αυτής της παραβίασης. Της επαναφοράς ενός πρωτογονισμού στον δημόσιο λόγο. Και το ερώτημα είναι αυτό το μίσος που εκδηλώθηκε με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση κατά του Λουκά Παπαδήμου ήταν καταχωνιασμένο στα έγκατα της ψυχής μας και βγήκε στην επιφάνεια με καταλύτη το διαδίκτυο, ή είναι η πίεση που δημιούργησε η τεράστια κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία εδώ και επτά χρόνια;

Έχει σημασία η απάντηση στο ερώτημα. Διότι αν πρόκειται για εκδήλωση ενός καταπιεστικού φαινομένου που προκάλεσε η τελευταία κρίση, είναι διαχειρίσιμο. Αν όμως η φύση μας, ο χαρακτήρας μας ως ελληνικής κοινωνίας, διαμορφώνει πολίτες με αυτά τα διαχρονικά χαρακτηριστικά, τότε κάτι ουσιαστικότερο συμβαίνει και έχει δίκαιο ο Στέλιος Ράμφος με την κριτική που ασκεί στην κοινωνική και ατομική μας συμπεριφορά. Τότε, αυτή η ελληνική πρόταση ως τρίτου δρόμου όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά και αν υπάρχει θα είναι προβληματική.

Ο διαδικτυακός κόσμος είναι ένα σημαντικό αριθμητικό δείγμα για να καταλήξει κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα για τη συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας. Και ο κόσμος του διαδικτύου σχεδόν μοιράστηκε ως προς την ικανοποίηση ή την αποστροφή που του προκάλεσε η τρομοκρατική ενέργεια.

Η αποστροφή προς τέτοιου είδους ενέργειες είναι, υποτίθεται, χαρακτηριστικό των Δυτικών κοινωνιών, με τις οποίες είμαστε κοινωνοί των ίδιων αρχών.

Η ικανοποίηση, όμως, στο βαθμό και με τον τρόπο που εκδηλώθηκε, ξενίζει. Είναι κάτι πρωτόγνωρο. Ίσως στην αποκάλυψη του μεγέθους της να βοήθησε το διαδίκτυο.

Και με τις ενέργειες της 17 Νοέμβρη γνωρίζαμε πως υπήρχε ένα μέρος της κοινωνίας που συμφωνούσε, αλλά απέφευγε να εκφράσει δημοσίως την ευχαρίστησή του. Υποθέταμε δε ότι επρόκειτο για ένα μικρό ποσοστό της κοινωνίας. Μάλλον λάθος κάναμε.

Το διαδίκτυο σου δίνει μεν τη δυνατότητα άμεσης έκφρασης, αλλά κι εδώ το ερώτημα παραμένει. Υπήρχε πάντοτε ως θέληση, αλλά δεν δινόταν η δυνατότητα, δημόσιας ικανοποίησης από μια βίαιη ενέργεια, ή έχουμε ένα σύγχρονο φαινόμενο το οποίο προκάλεσε η κρίση, η οποία περιθωριοποίησε μεγάλα στρώματα της κοινωνίας και τα έφερε στην απόγνωση;

Υπάρχει και ένας άλλος παράγων. Όταν η εκδήλωση μιας μη αποδεκτής κοινωνικά –ίσως και νομικά– ικανοποίησης, όπως η εξύμνηση μιας ανίερης και παράνομης πράξης, λαμβάνει μαζικό χαρακτήρα, υπάρχει η αίσθηση της ατιμωρησίας. Θα συλλάβουν τη μισή Ελλάδα επειδή επικρότησε την ενέργεια;

Το ζήτημα όμως είναι ουσιαστικότερο. Συνεχίζει να έχει η ζωή την αξία και την ιερότητα που είχε από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να συμβιώνουν σε κοινωνίες; Ή ο διχασμός τείνει να γίνει τέλειος;

Και ο διχασμός, με βάση τη μετεμφυλιακή ιδεολογικά κυρίαρχη άποψη, είναι ταξικός. Αυτό είναι το αφήγημα που κυριάρχησε στην ελληνική κοινωνία το οποίο η νικήτρια παράταξη του Εμφυλίου δεν ένιωσε την ανάγκη να αντιμετωπίσει, διότι ένιωθε ικανοποίηση από την κατοχή και νομή της εξουσίας. Αυτή ήταν η πολιτική της κουλτούρα. Όπως και η πολιτική κουλτούρα της άλλης πλευράς ήταν η αναπαραγωγή ιδεολογημάτων που για κοινωνίες με πολιτικό πολιτισμό είναι προ καιρού ξεπερασμένα.

Ξεπερασμένα, όμως, για λαούς που αναπτύσσουν έναν πολιτικό πολιτισμό τον οποίο θεωρούν απαραίτητο για την οργάνωσή τους. Και τέτοιον πολιτισμό –που έχει ως βάση του την παιδεία– δεν ανέπτυξε η ελληνική κοινωνία, ούτε η ελληνική πολιτεία.

Όλος ο πολιτικός λόγος της Μεταπολίτευσης ήταν διχαστικός, στη βάση της ταξικής πάλης (και κατά συνέπεια του ταξικού μίσους), και κομματικός. Όσοι δεν είναι λάτρεις κάποιου αναρχικού ρεύματος θεωρούν απαραίτητη την ύπαρξη μιας υγιούς κρατικής δομής. Στην Ελλάδα κρατική δομή δεν αναπτύχθηκε. Αναπτύχθηκαν, και συντηρούνται μέχρι σήμερα, κομματικοί θύλακες. Παλαιότερα της Δεξιάς, μετά του ΠΑΣΟΚ, και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν ως αιτία του πελατειακού κράτους θεωρηθεί η δύσκολη οικονομική κατάσταση μιας κοινωνίας που αναγκάζει τους ανθρώπους να συρρέουν στα γραφεία βουλευτών και άλλων εκμαυλιστών του δημόσιου βίου, η εποχή μετά την ένταξη στην ΕΟΚ και η σχετική ευμάρεια που την ακολούθησε έδωσε την ευκαιρία για την αποσύνθεση αυτής της αντίληψης. Δεν έγινε όμως θεσμικά τίποτε προς αυτήν την κατάσταση, πλην του γνωστού «νόμου Πεπονή» τον οποίο γίνεται επίμονη προσπάθεια να ακυρώσουν.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το σοκ που υπέστησαν όσοι διαπίστωσαν έναν βαθύ διχασμό της ελληνικής κοινωνίας στο θέμα των ορίων αντίδρασης εναντίον ανθρώπων όπως ο Λ. Παπαδήμος, που θεωρούνται «στηρίγματα των “ξένων”».

Η διαχωριστική γραμμή που είναι και το ερώτημα αυτών των σκέψεων είναι: φθάνουμε, στις αντιδράσεις μας, μέχρι το όριο όπου αρχίζει η αμφισβήτηση της βιολογικής τους ύπαρξης, ή ξεπερνούμε το όριο αυτό;

Η έκπληξη ήταν η ευκολία με την οποία ξεπεράστηκε ο Ρουβίκωνας. Και όταν περνάς τον Ρουβίκωνα, δίνεις μια πολεμική μάχη. Όσοι πέρασαν τον Ρουβίκωνα δεν έχουν πρόβλημα –το ομολογούν, άλλωστε– για έναν δεύτερο εμφύλιο γύρο.

Γι αυτό το ερώτημα είναι: μήπως δεν τελείωσε, ακόμη, ο Εμφύλιος;

O φυλετισμός – σεχταρισμός στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο ζουν και βασιλεύουν

0

Του Μάριου Ευρυβιάδη.

Σχολιάζοντας την ομιλία του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ για το Ισλάμ κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Σαουδική Αραβία, ο γνωστός σχολιογράφος της Independent Robert Fisk έγραψε και το εξής: «Ακόμη πιο απίστευτο, o Τραμπ κατηγόρησε το Ιράν –αντί για το Ισλαμικό Κράτος– πως «πυροδοτεί σεχταριστική βία» στην περιοχή, εξέφρασε τη λύπη του για την «απελπισία» των Ιρανών, τάχατες, οι οποίοι μια μόνο μέρα πριν είχαν ελεύθερα εκλέξει έναν προοδευτικό Πρόεδρο, και απαίτησε την περαιτέρω απομόνωση της μεγαλύτερης σιιτικής χώρας στη Μέση Ανατολή».

Κατά τον Τραμπ το καθεστώς είναι πηγή της «μεγάλης αστάθειας» στη χώρα και την περιοχή (Δες επίσης Paula Rosen, «Trump goes on Iran – bashing tour», Al-Monitor, May 22, 2017).

Κατά τον Fisk, η πολυδιαφημιζόμενη ομιλία του Τραμπ υπήρξε «υποκριτική και απαξιωτική» για τους μουσουλμάνους. Αφού όμως κατηγορούσε το Ιράν, οι Σαουδάραβες αγαλιάζονταν ακούγοντάς τον. Υπενθυμίζω πως την εποχή της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη το 2011, ο Τραμπ είχε ορθά κατηγορήσει τη Σαουδική Αραβία ως υπεύθυνη (17 από τους 19 τρομοκράτες υπήρξαν Σαουδάραβες, δες «Trump Lets Saudis Off on 9/11 Evidence», May 23, 2017, Consortiumnews.com).

Είναι προφανές πως η επίσκεψη του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία είχε ως κίνητρο την «business», δηλ. τις επενδύσεις και την πώληση όπλων στο «Βασίλειο του Σκότους» –στη Σαουδική Αραβία των σαλαφιστών/τακφιριστών– που συμποσούνται στο ποσό των 350 δισ.!

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πολύ σοβαρή διάσταση που αποτελεί μέρος της όλης αυτής κατάστασης. Με την επίσκεψη στη Σαουδική Αραβία και την αμέσως μετά στο Ισραήλ, οι ενδείξεις είναι πλέον οφθαλμοφανείς πως ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει υιοθετήσει τη θέση του Ισραήλ και των νεοσυντηρητικών πως πρέπει να υπάρξει ανατροπή καθεστώτων και σε Δαμασκό αλλά και σε Τεχεράνη.

Έτσι το Ισραήλ δεν θα απειλείται από τη σιιτική συμμαχία Συρίας – Ιράν – Χεζμπολάχ και θα στηρίζονται οι ντε φάκτο πλέον σύμμαχοί του, η Σαουδική Αραβία των σαλαφιστών και το Ισλαμικό Κράτος των αποκεφαλιστών (Για την ανίερη αυτή συμμαχία, δείτε το κείμενό μου στον «Φιλελεύθερο», «Έχουν κυριολεκτικά σκυλιάσει με τον Άσαντ» 19/4/2017).

Μετά την ανατροπή του Χουσέιν του Ιράκ το 2003, η δαιμονοποίηση του Ιράν αποτελεί τον στρατηγικό στόχο των Ισραήλινων, κάτι που οι τελευταίοι όχι μόνο δεν κρύβουν αλλά και διαφημίζουν. Μπορεί βέβαια να δολοφονήσουν τον Άσαντ, όπως ζήτησε πρόσφατα επώνυμος Ισραηλινός. Όμως με το Ιράν η πολιτική τους, και των συμμάχων τους, δεν πάει πουθενά. Και δεν αναφέρομαι καν στη φιλοσυριακή θέση Ρωσίας και Κίνας.

Στην Κύπρο ο φυλετισμός και σεχταρισμός ζουν και βασιλεύουν. Η κατάσταση αυτή υπήρξε σε πολύ μεγάλο βαθμό κληρονομιά των Εγγλέζων. Φανταστείτε πως τη δεκαετία του 1920 και κατά μαρτυρία του Τζον Κίττσενερ, γνωστού χαρτογράφου και Κυβερνήτη της Κύπρου, οι Εγγλέζοι ήθελαν να φέρουν καθολικούς «μετανάστες» από τη Μάλτα και καθολικό αρχιεπίσκοπο ως ανταγωνιστή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου. Και μεταξύ 1923-’27 πολεμούσαν με νύχια και με δόντια την πολιτική της Άγκυρας να μεταφέρει τους Τούρκους της Κύπρου στην Τουρκία!

Μεγάλη επίσης ευθύνη για την εμπέδωση του σεχταρισμού, την ίδια περίοδο, φέρει και η κυπριακή Εκκλησία που δεν επέτρεψε στους κρυπτοχριστιανούς να επιστρέψουν στους κόλπους της. Οι τελευταίοι έγιναν από τους φανατικότερους μουσουλμάνους!

Πέραν των Τούρκων, ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι πως και ανάμεσα στους Έλληνες και, λόγω των Συνθηκών του 1960, έχει εμπεδωθεί θεσμικά και για καλά ο σεχταρισμός. Δεν αναγνωρίζονται, για παράδειγμα, τα ίσα δικαιώματα των Μαρωνιτών, των Λατίνων και των Αρμενίων της Κύπρου. Αυτοί είναι «παρακατιανοί» πολίτες του κυπριακού κράτους. (Δες, «Οι «παρακατιανοί» Κύπριοι: Μαρωνίτες, Αρμένιοι, Λατίνοι και το παιγνίδι των «κοινοτήτων»», 1/6/2016, «Φιλελεύθερος»).

Τι να πει όμως για τους «πλατφορμιστές» και τους λογής-λογής «δήθεν» που πολεμούν, τάχα, για μια «νέα Κύπρο», χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίος θα είναι ο φυλετισμός και ο σεχταρισμός.

Και εδώ υπάρχει ένα επίσης τρανταχτό και πρόσφατο παράδειγμα. Είναι το λεγόμενο «Σπίτι της Συνεργασίας» στη Νεκρή Ζώνη όπου χωρούν μόνο Έλληνες και Τούρκοι, όμως δεν χωρούν οι «παρακατιανοί» Αρμένιοι, Λατίνοι και Μαρωνίτες.
Εκεί υπήρξε ένα «χάπενινγκ» τον περασμένο Ιούνιο όπου παρόντες υπήρξαν όλοι οι «δήθεν». Το λεγόμενο αυτό «Σπίτι» χρηματοδοτείται από μη κυπριακούς πόρους. Τότε, σε κείμενό μου, είχα κάνει σχετικές ερωτήσεις στη διευθύντριά του, Μαρία Νεοφύτου, αναφορικά με τον σεχταρισμό που κυριαρχεί στον χώρο αυτό («Συνεργασία δεν υπάρχει, δίπλα από το «Σπίτι της Συνεργασίας» στη Νεκρή Ζώνη», «Φιλελεύθερος», 5/6/16).

Δεν πήρα και δικαιολογημένα καμία απάντηση. Καλά θα έκανε η κυρία αυτή να διαβάσει τι γράφει ο Όργουελ («Politics and the English Language») για την πολιτική εκπόρνευση της γλώσσας. Δεν το αποτολμά όμως, για λόγους που η ίδια γνωρίζει πολύ καλά, όπως πολύ καλά γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν τα πράγματα και την κατάντια του τόπου.

Σαλαφισμός

Ο Σαλαφισμός αποτελεί ένα εξαιρετικά συντηριτικό μεταρρυθμιστικό κίνημα στο σουνιτικό Ισλάμ. Το δόγμα του Σαλαφισμού συνοψίζεται ως «μια φονταμενταλιστική προσέγγιση του Ισλάμ, μιμούμενη τον Προφήτη Μωάμεθ και τους πρώτους ακολούθους του—αλ-σαλάφ αλ-σαλίχ, οι ‘ευσεβείς πρόγονοι’…Απορρίπτουν το θρησκευτικό νεωτερισμό, ή μπίντα (αίρεση) και υποστηρίζουν την εφαρμογή της σαρία (ισλαμικό νόμο)».  Το κίνημα συχνά χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: η μεγαλύτερη ομάδα είναι οι ακριβολόγοι (ή πράοι), που αποφεύγουν την πολιτική, η δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα είναι οι ακτιβιστές, οι οποίοι συμμετέχουν στην πολιτική, η μικρότερη ομάδα είναι οι τζιχαντιστές, που σχηματίζουν μία μικρή (διαβόητη ως σήμερα) μειονότητα.

Το κίνημα του Σαλαφισμού περιγράφεται συχνά ως συνώνυμο του Ουαχαμπισμού, αλλά οι Σαλαφιστές θεωρούν τον όρο «Ουαχάμπι» υποτιμητικό. Σε άλλες περιπτώσεις, ο Σαλαφισμός περιγράφεται ως ένα υβρίδιο του Ουαχαμπισμού και άλλων κινημάτων, μετά την δεκαετία του 1960.Ο Σαλαφισμός έχει συνδεθεί με την αυστηρή, πουριτανική και κατά γράμμα προσέγγιση του Ισλάμ και – ιδιαίτερα στη Δύση – με τους Σαλαφιστές τζιχαντιστές, που ασπάζονται το επιθετικό τζιχάντ ως νόμιμη έκφραση του Ισλάμ εναντίον εκείνων που θεωρούν ότι είναι εχθροί του Ισλάμ.

Σε νομικές υποθέσεις, οι Σαλαφιστές χωρίζονται μεταξύ εκείνων που, στο όνομα της ανεξάρτητης δικαστικής απόφασης (ιζτιχάντ), απορρίπτουν την αυστηρή τήρηση (τακλίντ) στις τέσσερις σχολές του νόμου (μανταχίμπ) και άλλους οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε αυτές.

Σιιτισμος

Ο Σιιτισμός είναι ένας από τους δυο κύριους κλάδους του Ισλάμ. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό σι’α που σημαίνει «μερίδιο». Η Σι’ατ Αλί (Αραβικά:σημαίνει «παράταξη του Αλή» ή «ομάδα του Αλή») είναι μια από τις τρεις παλαιότερες υποδιαιρέσεις του Ισλάμ. Οι οπαδοί της, οι Σιίτες, θεωρούν τον Αλή, τον γαμπρό του Προφήτη Μωάμεθ, ως διάδοχό του στην ηγεσία της μουσουλμανικής κοινότητας.[1] Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ οι μουσουλμάνοι διχάστηκαν εξ αιτίας του ζητήματος της διαδοχής του. Η βασική αντίρρηση προήλθε από όσους πίστευαν ότι χαλίφης μπορεί να γίνει μόνο κάποιος άνθρωπος που κατάγεται από την οικογένεια του προφήτη. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης ονομάστηκαν σιίτες, (σι’ατ Αλή, «παράταξη του Αλή»• ο Αλή ήταν εξάδελφος του Μωάμεθ και είχε παντρευτεί την κόρη εκείνου, τη Φάτιμα). Οι υποστηρικτές της άλλης άποψης, που αναγνωρίζουν ως πρώτο διάδοχο του Προφήτη Μωάμεθ τον χαλίφη Αμπού Μπακρ, ονομάζονται Σουνίτες.

Σεκταρισμός

Σεκταρισμός ή Σεχταρισμός (αγγλ. sectarism < λατ. secta) ονομάζεται η αυστηρή προσκόλληση στις πεποιθήσεις μιας σέκτας. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει την στενότητα πνεύματος και την έλλειψη ανεκτικότητας όσον αφορά την στάση και συμπεριφορά ομάδας ατόμων, που παρουσιάζεται σε θρησκευτικό, πολιτικό ή άλλο επίπεδο και εκδηλώνεται με την προσκόλληση σε μια ιδεολογία, δόγμα ή παράδοση με αδιαλλαξία και φανατισμό. Ο σεκταρισμός την περίπτωση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει διακρίσεις και αποδοκιμασία προς εκείνους που είναι εκτός σέκτας. Χρησιμοποιείται επίσης αναφορικά με ομάδες που ενυπάρχουν σε θρησκεύματα ή ομολογίες της ίδιας θρησκείας.

Πηγή. http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2017/05/o_28.html#more και apopseis.com

Turkey’s Indigenous Weapons Industry: A Rover with Rolls-Royce Ambitions

0

EXECUTIVE SUMMARY: Turkey has reduced its dependency on foreign arms technology in recent years to the advantage of its local industry, which is striving to design, develop, and build a rich menu of indigenous systems. Turkey’s goal in fostering this industry is to achieve self-sufficiency in weapons technology that it can then use to bolster its regional political clout. However, there are technological, financial, and political challenges standing in the way of reaching that goal.

A former US ambassador to Ankara once described Turkey’s regional (i.e., neo-Ottoman) foreign policy aspirations by saying that the country had “Rolls-Royce ambitions but Rover resources.” The same could be true for Turkey’s ambitious indigenous weapons programs.

Turkey suffers from a “sizing” malady. When, in the late 1950s, Kemal Nejat Kavur was serving as the Turkish ambassador to Moscow, Andrei Gromyko, the then Soviet Commissar for Foreign Affairs, asked him: “Your Excellency, your country has the highest number of men under arms in Europe. If you turned them against your traditional enemies, the Greeks, you would be too much for them. But if you turned them against us, it would be too small. What’s the reason for this?”

During most of the twentieth century, Turkey’s “sizing” problem revealed the secular state’s misperceptions about security threats. Today, the problem reflects a combination of the Islamist state’s illusions of grandeur, its leaders’ “conquest fetish,” a humiliating sorrow over having lost an empire (and the seat of the Caliph) within the collective memory of the Turks, and feelings of inferiority vis-à-vis the world’s major “infidel” powers.

President Recep Tayyip Erdoğan’s view is straightforward: Turkey cannot become a major regional power without military deterrence, but at the same time, it cannot trust conventional weapons suppliers from the politically western hemisphere. Therefore, for the sake of better deterrence, Turkey should rely on its own capabilities in developing arms.

There is logic to this view, but it is not the whole story.

On May 9-12 in Istanbul, Turkey’s top defense companies showcased dozens of new or enhanced systems at the country’s biggest defense show, IDEF 2017. Among the systems showcased at the Turkish stands were surface-to-surface and air-to-air missiles, dozens of armored vehicles of rich variety, a new-generation tank, corvettes, a future frigate, short- and medium-range air defense architectures, several drones, helicopters, a basic trainer aircraft and its armed version, smart ammunition, and plenty of electronic, avionics, and warfare systems and simulators. What only a decade ago was primarily an exhibition at which the Turks were buyers had transformed into a show run by the Turks.

Turkish officials proudly say local systems today account for 60% of the Turkish military’s requirements compared to only 25% a decade ago – and they are targeting 80% self-sufficiency in the next few years. There is much to cheer about that, but there are also serious problems surrounding Turkey’s self-aggrandizing behavior in building national systems.

According to the official narrative, Turkish firms are now designing and developing “100%” Turkish systems. In addition to the items listed above, their wares are said to include top-grade naval platforms (including submarines and their sub-systems), satellites and their launchers, and a fifth-generation supersonic fighter jet.

The “100% Turkish” part of that narrative is only a populist joke. Only 50-60% of the naval platforms, mainly the platforms themselves and not their critical systems, are locally built. Turkey’s first “100% Turkish” Landing Platform Dock, a much more modest aircraft carrier, is being built using Spanish naval technology. The “100% Turkish” new-generation tank boasts foreign armor and engine (even the “more Turkish” armored vehicles feature imported engines). The Turkish trainer is based on a Korean aircraft. For a reliable long-range air defense system, Ankara is negotiating to buy Russian-made S-400 systems. The Anka, the first “100% Turkish” drone and the pride of the Turkish industry, features a foreign engine, foreign landing gear, foreign landing and take-off systems, and a foreign surveillance pod – even a foreign name (“Anka” means “phoenix” in Persian). Turkey has signed two agreements with British Aerospace Systems to design and develop the “100% Turkish” fighter jet, which, too, will be powered by a foreign engine.

None of this means the Turkish defense industry is crawling. It is striving to advance and achieving some success, although not at the dizzying pace claimed by the government. Exports of defense and aerospace equipment and systems rose sharply to nearly $1.7 billion last year. But most export contracts come from friendly Muslim countries like the Gulf nations, Pakistan, Indonesia, and Malaysia. Turkey, the world’s seventeenth largest economy, is home to only two of the world’s largest 100 defense companies.

IDEF 2017 was a Turkish show, and a promising one. But the potential problems are too significant to ignore. In addition to the sizing and Rover/Rolls-Royce challenges, Turkish engineering may fail to design, develop, and produce what it intends to in terms of desired capabilities, timing, and cost. At the Istanbul show, one Turkish company executive complained about another Turkish company: “They were trying to sell me […] systems almost at the price of my whole platform. I found a better but non-Turkish system at less than half the price.” Without a political push in the few remaining politically friendly countries, Turkish defense companies may find it difficult to compete with more efficient rivals.

This could be bad news for those companies from a longer term perspective, no matter how much Ankara continues to push them. They may slide into corporate/technological laziness and fail to produce the desired technology at the desired time and cost. And that cycle might expose Turkey to the risk of operational weakness if national programs designed to equip the Turkish army turn out to be failures.

By

Burak Bekdil is an Ankara-based columnist. He regularly writes for the Gatestone Institute and Defense News and is a fellow at the Middle East Forum.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Zbigniew Brzezinski, ‘Limited’ Nuclear Warrior

0

Carter’s national security adviser helped reshape U.S. plans for World War III

Zbigniew Brzezinski, ‘Limited’ Nuclear Warrior

Zbigniew Brzezinski, the U.S. national security adviser to Pres. Jimmy Carter, died on May 26, 2017.

A refugee from Poland, his family fled to Canada via France after the 1939 German invasion, and stayed after the Red Army swept into the country at the end of  World War II.

As Carter’s chief in-house adviser on national security, Brzezinski influenced U.S. foreign policy into arming the mujahideen to fight the Soviets, the complete normalization of relations with China, and into launching Operation Eagle Claw—the failed hostage rescue attempt following the 1979 Iranian Revolution. Later in life, he was an outspoken and principled opponent of the invasion of Iraq, and a critic of the War on Terror.

Brzezinski also played an instrumental role in altering U.S. nuclear war plans, which remain closely-guarded secrets. Fortunately, declassified documents from the Carter administration have revealed key details. It’s also important to remember that America’s strategy for Armageddon hasn’t changed much since the Cold War. So Brzezinski’s and Carter’s plans are still with us to an extent, and will help guide America’s intercontinental ballistic missiles were they to ever launch.

Brzezinski’s contribution was to work with Carter and military officials to allow for a limited nuclear war with the Soviet Union. A “limited” nuclear war may sound like a contradiction in terms, but until the Carter administration, the U.S. nuclear war strategy was guided by a handful of options aimed at knocking out a combination of military sites, command-and-control centers and Soviet nuclear forces.

That’s the simplified version. In general however, this would have entailed an enormous, pre-planned attack involving hundreds or thousands of nuclear warheads. Worst of all, another possibility was a full-scale “spasm” attack—or full-scale nuclear war and the loss of millions of lives. That was probably the inevitable outcome of the other options, in any case.

Carter, Brzezinski and his chief military adviser, the whip-smart U.S. Army Gen. William Odom, seemed to believe as much. The “very likelihood of all out nuclear war is increased if all out spasm war is the only kind of nuclear war we can fight,” Brzezinski argued.

Above–crewman perform an electrical check on a Minuteman III ballistic missile in 1980. U.S. Air Force photo. At top—Zbigniew Brzezinski with Pres. Jimmy Carter in 1977. National Archives photo

The shift resulted in Presidential Directive 59, or PD-59 for short, which Carter signed on July 25, 1980. PD-59 kept much of the old plans in place, due to bureaucratic resistance centered within the U.S. Air Force’s Strategic Air Command. But the idea was to give the president additional options and a “high degree of flexibility, enduring survivability, and adequate performance in the face of enemy actions.”

Specifically, PD-59 gave the president—and the U.S. military by extension—the choice of targeting the Soviet army in the event of a war with tactical and strategic nuclear weapons while it was “on the move,” according to documents obtained in 2012 by the National Security Archive at George Washington University. Developments in military intelligence, surveillance and reconnaissance technology would make such targeting possible.

This was a “look-shoot-look” war, with a flurry of nuclear weapons hitting select targets on a rapidly-evolving battlefield, before the war quiets down and new targets pop up. But it would be less likely, in theory, to lead to a massive exchange targeting civilian population centers resulting in the end of civilization as we know it, and it would mean the United States meant business—thus contributing to deterrence.

Brzezinski had one close call. Around 2:30 a.m. on June 3, 1980, the national security adviser was asleep in bed when Odom called him, telling him that 220 Soviet submarine-launched ballistic missiles had launched toward the United States. Brzezinski opted not to wake his wife, judging that it would be preferable for her to die in her sleep. Before he could call Carter and advise a nuclear counter-attack, Odom rang again and said it was a false alarm.

The culprit was a defective computer chip inside the Cheyenne Mountain headquarters of North American Air Defense Command.

Gen. William Odom. Library of Congress photo

That was the situation Brzezinski and others wanted to avoid. But PD-59 also included the Soviets’ military industry, nuclear command centers and the “political control system”—i.e. the Soviet leadership—on the potential target list. This raises the obvious question of who precisely the United States would have negotiated with to end a war if the Kremlin’s gerontocracy had been wiped out.

Another problem is that “dropping a nuke on someone is still dropping a nuke on someone,” as Geoff Wilson of the Ploughshares Fund and Will Saetren pointed out. If the other guy has nukes, he’ll fire back. Having “limited” options could also lower the threshold against using them.

Disastrously for the Carter administration, PD-59 leaked and caused a major stir in the press. The knowledge of the plan’s existence is possibly one reason among several why the Soviets developed the partly-automated Perimeter, or “Dead Hand,” nuclear weapons control system, which became operational in 1985. Were the Soviet leadership eliminated in a “limited” decapitation strike, Perimeter would take over and nuke America back to the stone age.

After retiring from the Soviet Strategic Rocket Forces, Gen.-Col. Varfolomei Korobushin noted that PD-59 would have “been futile” due to a system which would “automatically launch all missiles remaining in our arsenal even if every nuclear command center and all our leaders were destroyed.”

Thirty-seven years after Carter signed the order, important elements of PD-59 remain in place in the United States, which is modernizing its nuclear weapons—and has a new president who wants to expand them. Meanwhile, in Russia, Perimeter is apparently still online.

Robert Beckhusen

warisboring.com

Γιατί υπάρχει νευρικότητα στην Τουρκία

0

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Ο Ερντογάν στις Βρυξέλλες με Γιούνκερ και Τουσκ. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, προσπαθεί να βρει νέες ισορροπίες σε μια περίοδο που έχει ανοίξει μέτωπα με σειρά ευρωπαϊκών χωρών.

Το πρόσφατο παρασκήνιο στις Βρυξέλλες, είτε σε επίπεδο ΝΑΤΟ είτε σε εκείνο της Ε.Ε. και της Επιτροπής, αναδεικνύει τη νευρικότητα που υπάρχει ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και τις ΗΠΑ για την εξέλιξη των πραγμάτων στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στη Συρία. Η περιοδεία του Ντόναλντ Τραμπ στην περιοχή (Σαουδική Αραβία, Ισραήλ), πέρα από τις επικοινωνιακές «γκάφες» του Αμερικανού προέδρου, είχε και έναν πιο ουσιαστικό συμβολισμό.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να θεωρεί ότι στην αιχμή του δόρατος για τη διάλυση του ISIS σε Συρία και Ιράκ είναι το Ριάντ και η Ιερουσαλήμ. Η Τουρκία απουσίαζε από την περιοδεία Τραμπ στη Μέση Ανατολή. Επίσης, η Αγκυρα δεν ήταν καν προσκεκλημένη στη μίνι σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στο Ριάντ με τη συμμετοχή του προέδρου των ΗΠΑ, του βασιλιά Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και σειράς ηγετών αραβικών χωρών, με κύριο θέμα την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.

Το ΝΑΤΟ ακολούθησε με μια δήλωση του γ.γ. Γενς Στόλτενμπεργκ, ο οποίος τόνισε ότι η συμμαχία θα εντείνει τη συμμετοχή της στον αγώνα εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, δίχως, βέβαια, άμεση εμπλοκή στο πεδίο των επιχειρήσεων. Επ’ αυτού, στις αρκετά σημαντικές διαπραγματεύσεις οι οποίες προηγήθηκαν, από την Αθήνα είχαν εκφραστεί ενστάσεις για τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ σε έναν πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας. Ωστόσο, η αποφυγή περιγραφής του ακριβούς χαρακτήρα των επιχειρήσεων λειτούργησε καθησυχαστικά για την Αθήνα.

Εμφατική απουσία

Από όλες αυτές τις συζητήσεις απουσίαζε εμφατικά ο ρόλος της Τουρκίας στην επιχείρηση αποσυναρμολόγησης της εξουσίας του Ισλαμικού Κράτους στην περιοχή. Αντιθέτως, η Τουρκία απασχόλησε κυρίως λόγω του «βέτο» για τη συνεργασία ΝΑΤΟ με την Αυστρία (κάτι που η «Κ» είχε αποκαλύψει ήδη από τις 18 Δεκεμβρίου). Η σημασία της επίσκεψης του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις Βρυξέλλες δεν αφορά τόσο τη διάσκεψη ηγετών του ΝΑΤΟ όσο τις επαφές που είχε με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η σαφής προσπάθεια του κ. Ερντογάν να βρει κάποιες νέες ισορροπίες με τις Βρυξέλλες, σε μια περίοδο που έχει ανοίξει μέτωπα με σειρά ευρωπαϊκών χωρών συνιστά αφενός ένδειξη πίεσης, αφετέρου απόδειξη των πολύ βαθύτερων σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στην Τουρκία και την Ε.Ε., οι οποίες δεν μπορεί απλώς να ακυρωθούν εν μια νυκτί.

Είναι αμφίβολο ότι η πίεση του κ. Ερντογάν προς την Ε.Ε. και την Κομισιόν μπορεί να φέρει αποτελέσματα ως προς τις ειλημμένες αποφάσεις των «μεγάλων παικτών» (ΗΠΑ και Ρωσία) στη Συρία. Επίσης, είναι σαφές ότι πιθανή προώθηση κάποιας ρύθμισης που θα προβλέπει την επαναφορά της θανατικής ποινής θα ακυρώσει άνευ επιστροφής την όποια ευρωπαϊκή προοπτική. Προφανώς, πιθανή επαναπροσέγγιση μεταξύ Αγκυρας και Βρυξελλών είναι προς το απόλυτο συμφέρον και ενδιαφέρον της Αθήνας.
Ωστόσο, στην παρούσα φάση, υπερκείμενα των «χαμηλής πτήσης» ζητημάτων που αφορούν τις ευρωτουρκικές σχέσεις είναι εκείνα της ασφαλείας, τα οποία δεν περνούν τόσο από τις Βρυξέλλες όσο από την Ουάσιγκτον και –ώς ένα βαθμό λόγω της εμπλοκής στη Συρία– από τη Μόσχα.

Νευρικότητα

Η προφανής απόφαση για χρήση όλων των συμμαχικών –προς την Ουάσιγκτον– δυνάμεων εναντίον των τζιχαντιστών αυξάνει τη νευρικότητα στην Αγκυρα, όπου η συγκεκριμένη πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως περίπου υπονομευτική κίνηση για την ασφάλεια της χώρας.

Ο κ. Ερντογάν εκμεταλλεύεται όσα συμβαίνουν μεν, για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους στην Τουρκία, αντιλαμβάνεται δε ότι είναι πολύ πιθανόν η κατάσταση στη Συρία να εξελιχθεί κατά τρόπο απολύτως ανεξέλεγκτο.

Ως προς το αμιγώς περιφερειακό πλαίσιο, η Αθήνα φαίνεται να προχωρά κανονικά στην κατεύθυνση της ολοένα και πιο έντονης συμμετοχής της Ελλάδας σε όσο περισσότερες συμμαχικές ασκήσεις είναι δυνατόν. Θα πρέπει να αποκλείεται πιθανή συμμετοχή Ελληνικών Δυνάμεων σε πιθανή επέκταση των αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων που θα διεξαχθούν στο ερχόμενο χρονικό διάστημα. Δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται και η αυξημένη χρήση της Σούδας, είτε η συμφωνία για τη χρήση των βάσεων επεκταθεί στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα είτε όχι. Οσοι παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις σε αυτό το θέμα εκτιμούν ότι οι εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί.

Πέραν αυτών, στην Αθήνα υπάρχει ανησυχία και για τις εξελίξεις σε χώρες οι οποίες βρίσκονται σε αμεσότερη γειτνίαση με την Ελλάδα, όπως η Λιβύη. Εκεί, φαίνεται ότι η αναγνωρισμένη κυβέρνηση δυσκολεύεται να διατηρήσει την εξουσία και είναι πολύ πιθανό πως εντός των επόμενων μηνών ή και εβδομάδων η Τρίπολη θα αλλάξει ξανά χέρια.

“Καθημερινή”

Why Eastern Syria is Essential to Containing Iran

0

by Jonathan Spyer The Jerusalem Post May 26, 2017

http://www.meforum.org/6717/eclipsing-caliphate-the-fight-for-eastern-syria

Originally published under the title “Race for the Ruins.”

Islamic State lacks the manpower to defend its diminishing territory in eastern Syria, as suggested by this U.S. military propaganda leaflet.

Events taking place in a remote stretch of southeast Syrian desert in recent days reveal the current direction of US Middle East strategy.

An observable ratcheting up of US and allied air and special forces activity in eastern Syria is currently under way. This in turn appears to derive from a new, hard-nosed understanding of the nature of the strategic game in the large, strife-ridden area covering what was once Syria and Iraq.

On Thursday, May 18th, US aircraft launched strikes on a column of Assad regime vehicles including tanks and earth-movers, 18 miles from the town of al-Tanf, on the Syrian-Iraqi border. The strikes took place after the vehicles entered an agreed deconfliction zone around the town. US and British special forces are currently training “vetted partner forces,” i.e. Syrian Sunni Arab rebels, in the town.

This was the second occasion in recent weeks that US aircraft have directly engaged against Assad’s forces. On the first occasion, the target was the al-Shayrat airbase. That raid took place on April 6. It was a clear retaliation for the regime’s use of sarin gas at Khan Sheikhoun on April 4. The Shayrat raid was generally interpreted as a belated attempt to enforce the American “red line” against further regime use of chemical weapons. As such, it was not widely seen as indicating a more general change of policy.

The attack on the column near al-Tanf, by contrast, was not preceded by any unusual regime activity, apart from the approach of the column itself, and its too close vicinity to Western forces. On Monday, the pro-opposition website Syria Direct quoted an un-named US military spokesman as saying that “if pro-regime forces move further south or east from their current positions, this will be considered a threat.” The website also reported that regime forces are preparing to move toward the Badia area, a stretch of desert to the north east of al-Tanf.

The battle for the territorial holdings of the Islamic State in Syria is reaching its final phase.

What is the significance of this butting of heads?

The battle against the territorial holdings of the Islamic State in Iraq and Syria is reaching its final phase. The re-conquest of Mosul is almost done. The assault on Raqqa city, the capital city of the Caliphate is about to begin. It is set to be a hard and bloody fight. But its eventual outcome is not in question. Islamic State as an entity controlling ground will be destroyed. At which point the movement will revert back to its former status as a clandestine terror network. As the eclipse of the Caliphate draws near, the race is opening up to inherit its former domains.

The competitors in this contest are Iran and its various allies and proxies, and forces associated with the West and the Sunni Arab states.

The Iranians and their allies want to penetrate IS territory from west to east – with the Iraqi Shia militias pushing westwards from Tel Afar and Assad regime forces and pro-Assad militias (including Hizballah) probing east.

The regime forces nosing around in al Tanf are in the process of seeking to seize border areas with both Jordan and Iraq. The US is determined to prevent that. The town of Deir al-Zour and the surrounding oil rich areas will form an important part of the prize.

US-backed Syrian Democratic Forces (SDF) fighters on the northern outskirts of Deir Ezzor, Syria.

Pro-Western forces, meanwhile are pushing north from Jordan and south from the Kurdish-controlled area north of the IS enclave. The forces engaged on this side are the Syrian Democratic Forces (SDF), dominated by the Kurdish YPG, and the Maghawir a-Thawra (Commandos of the Revolution, formerly the New Syrian Army) rebels, supported by the US, UK and Jordan, from the south.

The outcome of this contest is of strategic significance, despite the remote and arid nature of much of the territory concerned. The Iranians want to create a contiguous line of territory controlled by themselves and their allies stretching from Iraq into Syria, and thence to the Mediterranean Sea and the border with Israel.

Islamic State has formed a buffer against the achievement of this goal. But Islamic State, in the usual manner of Sunni Salafi organizations when they control territory, declined to be satisfied with the stewardship of a small domain. Instead, the Sunni jihadis elected to declare war on the West, using the territory as a base to hold and execute captured Western prisoners, to prepare attacks against Western civilian targets, to administer a regional network of franchise groups, and to attempt genocide against a non-Muslim population, the Yezidis. As a result, the West, unsurprisingly, made it a goal to destroy the Islamic State.

Iran wants to control a contiguous line of territory stretching from Iraq to the Mediterranean Sea and Israel’s borders.

The question now is who will inherit. The Americans, it appears, have understood that to stand a chance of re-establishing influence and standing in the region, and beginning the process of turning back the Iranian advance, it is necessary to have skin in the game, i.e., to develop reliable proxies and have them control ground, in this pivotal area.

Only thus can a contiguous line of Iranian control from the Iraq-Iran border to the Mediterranean and Israel be prevented. Only thus will the US be able to prevent an eventual outcome in Syria and in Iraq entirely favorable to the Iranians. Hence the development by the US Department of Defense of the relationships with the YPG and elements among the Jordan-supported Sunni Arab rebels in the south.

It is worth also noting that the outcome in eastern Syria is not of primary interest to the Russians. Russia wants to preserve the regime in existence and to keep its naval investments in Latakia Province. Neither of these interests is threatened by events further east. Controlling the east is an Iranian and Assad regime goal only.

The outcome in eastern Syria is not of primary interest to the Russians.

The outcome of this emergent contest will be of deep interest also to Israeli strategic planners. While some recent analysis has suggested that Israel favors or should favor allowing IS to continue in existence as a quasi-state, it is obvious that this is no longer an option. Syria as a state has largely ceased to exist. The question now, as it is parceled out into zones of influence, is who will gain and who will lose.

Alongside the military jockeying on the ground, the diplomatic processes in Astana and Geneva will sputter on. Their eventual outcome, though, will depend on the balance of forces on the ground. Iran wants its contiguous line not least in order to move weaponry and fighters both in preparation for and no less importantly in the course of a future war with Israel. Preventing this is an Israeli national security interest par excellence.

This emergent US strategy has not yet been officially confirmed. Indeed, Defense Secretary James Mattis was quoted by Agence France Presse after the al-Tanf strike as denying that the raid heralded any “increased role” for the US in the Syrian war.

The pattern on the ground suggests otherwise. The US administration has defined the Iranians and the Sunni jihadis of IS as its main adversaries in the region. Eastern Syria is an area where the defeat of the latter by pro-Western forces will constitute also a setback also for the former. This is a game which is now afoot. Much depends on its outcome.

Jonathan Spyer, a fellow at the Middle East Forum, is director of the Rubin Center for Research in International Affairs and author of The Transforming Fire: The Rise of the Israel-Islamist Conflict (Continuum, 2011).

Οι εθνικιστές της πΓΔΜ θα φέρουν την χώρα στην καταστροφή;

0

Πώς πρέπει να ανταποκριθεί η Δύση

Οι συνέπειες αυτής διαμάχης εντός της πΓΔΜ ξεπερνούν την χώρα. Διακυβεύεται η όλη προσπάθεια της Δύσης να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές αξίες και να σταθεροποιήσει τις νεοσύστατες δημοκρατικές κυβερνήσεις στα Βαλκάνια ως προπύργιο κατά των περαιτέρω εκδηλώσεων ενδοεθνικής βίας.

Ο EDWARD P. JOSEPH είναι εκτελεστικός διευθυντής στο Institute of Current World Affairs και λέκτορας της Πανεπιστημιακής Σχολής Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.
Ο OGNEN VANGELOV είναι μεταπτυχιακός μελετητής στο κολέγιο Vanier στο Queen’s University, στον Καναδά.

Οι διαμφισβητούμενες εκλογές του 2016 αναδεικνύουν τα ακατέργαστα ρήγματα μιας χώρας. Η έντονη πόλωση φέρνει διαδηλωτές στο δρόμο. Μια επίσημη έρευνα επικρέμαται πάνω από το πιο ισχυρό πρόσωπο του έθνους, το οποίο ενεργεί για να αποτρέψει την διαδικασία. Αντί να αντιταχθούν σε αυτήν την καταφανή παραβίαση αρχών, οι Ρεπουμπλικανοί των ΗΠΑ είτε ανασηκώνουν τους ώμους τους είτε παρέχουν έμμεση στήριξη στον αρχηγό που τώρα είναι καταπολεμούμενος. Η Μόσχα παρακολουθεί την κατάσταση με χαρά, προσπαθώντας να σπείρει αμφιβολίες για τα θεσμικά όργανα της χώρας -και μάλιστα για την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας.

Παρ’ όλο που οι παραλληλισμοί είναι εντυπωσιακοί, η παραπάνω περιγραφή δεν αναφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας [1], μια μικρή βαλκανική χώρα που αποδεικνύεται γρήγορα ότι αποτελεί παράδειγμα του τι συμβαίνει στις δημοκρατίες όταν οι ηγέτες μπορούν να αγνοούν το κράτος δικαίου. Καθώς η σταθερότητα της πΓΔΜ κρέμεται από μια κλωστή, οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές στο Κογκρέσο των ΗΠΑ έχουν εισέλθει ανεύθυνα στην κρίση -και με αυτόν τον τρόπο ενθάρρυναν την εντατικοποίηση της ανάμειξης της Ρωσίας.

24052017-1.jpg

Η αστυνομία της πΓΔΜ συνοδεύει τραυματίες βουλευτές, συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Zoran Zaev, κοντά στην βουλή των Σκοπίων, τον Απρίλιο του 2017. OGNEN TEOFILOVSKI / REUTERS
——————————————

ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΠΟΥ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΥΕΙ

Η κακή συμπεριφορά της κυβέρνησης στα Σκόπια, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες, κινητοποιείται από την απειλή ποινικών διώξεων. Ο αυταρχικός πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Νίκολα Γκρουέφσκι, είναι αντικείμενο πολλών ερευνών που ξεκίνησαν πέρυσι από ειδικούς εισαγγελείς. Οι κατηγορίες ξεκίνησαν για πρώτη φορά το 2015, όταν ο ηγέτης του αντιπολιτευτικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Zoran Zaev, δημοσιοποίησε μια σειρά από υποκλαπείσες συνομιλίες που φάνηκαν να αποκαλύπτουν συστηματική κατάχρηση από ανώτερους αξιωματούχους στην κυβέρνηση Gruevski, πιθανώς συμπεριλαμβανόμενης ακόμη και συνωμοσίας για να καλύψουν μια δολοφονία. Οι εντυπωσιακές αποκαλύψεις πυροδότησαν επίμονες διαδηλώσεις και αυξανόμενη ένταση, θέτοντας την πΓΔΜ σε βίαιη αντιπαράθεση.

Η παρέμβαση στην κρίση από την ΕΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε στην Συμφωνία του Przino [2], η οποία έκανε δυνατή την ειδική δίωξη και ανάγκασε τον κάποτε αήττητο Γκρουέφσκι να αποχωρήσει τον Ιανουάριο του 2016 εν αναμονή νέων εκλογών τρεις μήνες αργότερα. Με δεδομένο τον πλήρη έλεγχο της δικαστικής εξουσίας από την κυβέρνησή του τότε, ο Γκρουέφσκι αρχικά υπολόγισε εσφαλμένα ότι θα επηρεάσει εύκολα τον ειδικό εισαγγελέα και ότι κανένα δικαστήριο στην πΓΔΜ δε θα δεχόταν αποδεικτικά στοιχεία από παράνομες μαγνητοφωνήσεις. Η μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, ιδίως όσον αφορά τους όρους για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, καθυστέρησε τις εκλογές μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο. Μόλις ολοκληρώθηκαν, το εθνικιστικό κόμμα VMRO-DPMNE του Γκρουέφσκι απέτυχε για λίγο να εξασφαλίσει μια πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο: Το κόμμα κέρδισε 51 έδρες έναντι 49 για την σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση του Zaev στην βουλή των 120 εδρών. Ο αυταρχικός Γκρουέφσκι απέτυχε επίσης να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, καθώς τα αλβανικά κόμματα απέρριψαν το αίτημά του για τερματισμό της ειδικής δίωξης. (Οι εθνοτικοί Αλβανοί μετρούν περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού της πΓΔΜ και αποτελούν συνεχή εταίρο συνασπισμού στις κυβερνήσεις της χώρας).

Το «σχέδιο Β» του Γκρουέφσκι ήταν να προσπαθήσει να αναγκάσει για νέες εκλογές με το πρόσχημα [3] ότι η πολιτική κρίση έφτασε σε αδιέξοδο μετά από μερικούς μήνες κωλυσιεργιών του VMRO-DPMNE και μην αφήνοντας την νέα πλειοψηφία να εκλέξει πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Θα προσπαθούσε στην συνέχεια να επηρεάσει τα αποτελέσματα μέσω ενός συνδυασμού νοθείας και εκφοβισμού. Από τον Μάρτιο, ο συνεργάτης του Γκρουέφσκι, ο πρόεδρος Gjorge Ivanov, αρνείται στον Zaev να δημιουργήσει μια κυβέρνηση, κλιμακώνοντας την κρίση. Πριν από δύο εβδομάδες, το αδιέξοδο οδήγησε σε μια βίαιη αντιπαράθεση. Ο Ζάεφ κατάφερε να πραγματοποιήσει μια ψηφοφορία για τον νέο πρόεδρο της βουλής ο οποίος τυχαίνει να είναι Αλβανός. Εξαγριωμένοι ότι η νέα πλειοψηφία επέλεξε Αλβανό πρόεδρο βουλής, οι οπαδοί της VMRO-DPMNE εισέβαλαν στο Κοινοβούλιο [4] ενώ η αστυνομία παρακολουθούσε, και μάλιστα μερικοί από αυτούς ακολούθησαν τον όχλο, χτυπώντας μέλη της αντιπολίτευσης. Μια σκανδαλώδης φωτογραφία [5] από την σκηνή δείχνει τον Zaev με αίμα να αναβλύζει από το μέτωπό του, καθώς προσπαθεί να ηρεμήσει τους θορυβώδεις επιτιθέμενους.

Ο Γκρουέφσκι και ο Ιβάνοφ ανακήρυξαν τους εαυτούς τους ως πατριώτες υπερασπιστές της πλειοψηφίας των εθνοτικά «Μακεδόνων» ενάντια στην προοπτική μιας κυβέρνησης υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών και των εταίρων τους στον [πολιτικό] συνασπισμό Αλβανών, η οποία ισχυρίζονται ότι θα θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της πΓΔΜ. Το VMRO-DPMNE πρότεινε ότι ο Ζάεφ και οι Σοσιαλδημοκράτες είναι προδότες που συγκατατέθηκαν στην υποτιθέμενη αποσχιστική πλατφόρμα των Τιράνων [7], ένα σύνολο [8] αιτημάτων από ορισμένα αλβανικής πλειοψηφίας πολιτικά κόμματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν εταίρους για συνασπισμό. Μεταξύ των στόχων της πλατφόρμας είναι να καταστεί η αλβανική γλώσσα επίσημη γλώσσα σε όλη την χώρα, παράλληλα με την «μακεδονική».

Αλλά ο ίδιος ο Γκρουέφσκι είχε ανεχθεί την ίδια πλατφόρμα στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να σχηματίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία με αλβανικά κόμματα που, νωρίτερα, τον είχαν απαρνηθεί. Είχε μοιραστεί την εξουσία με την αλβανική Δημοκρατική Ένωση για την Ενσωμάτωση (Democratic Union for Integration, DUI) από το 2008 και ο Αλβανός νέος πρόεδρος της βουλής υπήρξε κάποτε υπουργός Άμυνας στην κυβέρνησή του. Στην πραγματικότητα, ο Γκρουέφσκι ισχυρίστηκε αυτόν τον αλβανικό αλυτρωτισμό μόνο αφού το DUI αρνήθηκε να του προσφέρει στήριξη για να σχηματίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, αντίθετα, αποφάσισε να στηρίξει την αντιπολίτευση. Για να καλύψει την απόφασή του να αλλάξει γνώμη και να δώσει στον Zaev την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (μια κίνηση που έγινε υπό άμεση πίεση από την ΕΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες), ο Ivanov επέμεινε [9] ότι ο Zaev δεσμεύθηκε να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της πΓΔΜ.

Η κρίση δεν θα τελειώσει τώρα που ο Zaev ανέλαβε καθήκοντα. Θα εισέλθει απλώς σε μια νέα φάση. Ο Γκρουέφσκι και το VMRO-DPMNE θα συνεχίσουν τις προσπάθειές τους να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση και να αναγκάσουν την διεξαγωγή νέων εκλογών προκειμένου να αποφύγουν την φυλάκισή τους. Για άλλη μια φορά, εξωτερικοί παράγοντες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ΕΕ και η Ρωσία θα έχουν μια κρίσιμη, ακόμη και αποφασιστική, επιρροή στην μικροσκοπική χώρα, η οποία έχει μόλις δύο εκατομμύρια κατοίκους και δεν είναι μεγαλύτερη από την πολιτεία του Βερμόντ.

Δυστυχώς, η πΓΔΜ έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, παρακινούμενοι από την ανησυχία τους για το φιλανθρωπικό έργο του επενδυτή George Soros. Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί, μέλη της Βουλής και της Γερουσίας, συμπεριλαμβανομένου του γερουσιαστή Mike Lee της Γιούτα, ζήτησαν από τον υπουργό Εξωτερικών, Rex Tillerson [10], να διερευνήσει «πόσα χρήματα χρησιμοποιούνται … από την USAID για να υποστηρίξουν κεντροαριστερές πολιτικές ομάδες και να προωθήσουν κεντροαριστερές πολιτικές σε κυρίαρχα έθνη» μέσα από το έργο του Σόρος και του φιλο-δημοκρατικού ιδρύματός του Open Society Foundation. Η USAID και το Open Society Foundation βοήθησαν γενναιόδωρα και διαφανώς τις δημοκρατικές διαδικασίες στην πΓΔΜ και την περιοχή τα τελευταία 25 χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης σχεδίων στα Υπουργεία του Γκρουέφσκι. Σύμφωνα με τον διευθυντή του Open Society for Europe, Goran Buldioski, οι ψευδείς ισχυρισμοί έγιναν για πρώτη φορά [11] «σε ένα φυλλάδιο που διανεμήθηκε στο Κογκρέσο από μια σκοπιανή ομάδα, την Stop Operation Soros, η οποία δημιουργήθηκε από τον Cvetin Chilimanov, τον επικεφαλής του ειδησεογραφικού πρακτορείου της χώρας και πρώην υπάλληλο του γραφείου του Προέδρου» και έγιναν άκριτα δεκτοί από τους γερουσιαστές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Ταυτόχρονα, η Ρωσία και οι αυταρχικοί όπως ο Γκρουέφσκι και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν [12], έχουν χαρακτηρίσει το Soros και την Open Society ως «απειλή για την εθνική ασφάλεια» [13], υποστηρίζοντας ότι ο δισεκατομμυριούχος στηρίζει οργανώσεις και ομάδες με αποκλειστικό σκοπό να υπονομεύσουν την κυριαρχία των χωρών αυτών. Σε μια περιοχή όπου εξακολουθεί να κυριαρχεί η ηθική εξουσία των ΗΠΑ, η προώθηση αυτής της θεωρίας συνωμοσίας από την Ουάσινγκτον είναι μια ηθική προαγωγή όχι μόνο για τους Γκρουέφσκι και Ορμπάν, αλλά και για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

Παρότι μοιράζεται την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και το κυριλλικό αλφάβητο με την πΓΔΜ, η Ρωσία παραδοσιακά είχε δώσει αμελητέα προσοχή στην χώρα, ειδικά σε σύγκριση με τον μεγαλύτερο γείτονά της, την Σερβία. Όλα αυτά άλλαξαν μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου των υποκλαπεισών συνομιλιών το 2015 και όταν η κυβέρνηση του Γκρουέφσκι αντιμετώπισε την ενδεχόμενη πτώση της. Η Ρωσία θεώρησε [14] την κυβέρνηση σύμμαχο στα σχέδια περί των αγωγών της στην περιοχή, τα οποία βρήκαν αντίσταση από την ΕΕ. Τα τελευταία χρόνια, το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας άρχισε να εκδίδει τακτικές δηλώσεις [15] προς υποστήριξη του Γκρουέφσκι και πρόσφατα αύξησε σημαντικά το προσωπικό του στην πρεσβεία του στα Σκόπια. Ο υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, επιτέθηκε επανειλημμένα στην Δύση για παρεμβάσεις κατά του Γκρουέφσκι [16] και το Υπουργείο Εξωτερικών ισχυρίστηκε μέχρι ότι η Δύση παρεμβαίνει στις υποθέσεις της πΓΔΜ προκειμένου να πραγματοποιήσει το σχέδιό της για μια «μεγαλύτερη Αλβανία» [17].

Οι συνέπειες αυτής της διαμάχης ξεπερνούν την πΓΔΜ. Διακυβεύεται η όλη προσπάθεια της Δύσης να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές αξίες και να σταθεροποιήσει τις νεοσύστατες δημοκρατικές κυβερνήσεις στα Βαλκάνια ως προπύργιο κατά των περαιτέρω εκδηλώσεων ενδοεθνικής βίας. Ήδη, χάρη στις εθνικιστικές εκκλήσεις του VMRO-DPMNE, αυξάνονται οι εντάσεις μεταξύ της πλειοψηφίας των Σκοπιανών και της αλβανικής μειονότητας. Οι εθνοτικοί Αλβανοί, μαζί με τον Σόρος, έχει δηλωθεί ότι είναι μαζί με εκείνους που θέλουν να «απειλήσουν την ύπαρξη της χώρας» [18].

Ο αντιδημοκρατικός κυνισμός βρίσκεται επίσης σε εξέλιξη στην γειτονική Σερβία, όπου τα δημοκρατικά θεσμικά όργανα και η ελευθερία του Τύπου έχουν υποστεί επίθεση κατά την διάρκεια της θητείας του πρωθυπουργού Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Πρόσφατα, οι μεγάλες διαδηλώσεις κατά της κυριαρχίας του Βούτσιτς έχουν μειωθεί. Εν τω μεταξύ, η Ρωσία συνεχίζει να παρουσιάζεται στο σερβικό και στο σκοπιανό κοινό ως εναλλακτική λύση στην ευρωατλαντική ένταξη, προωθώντας μια ατζέντα για ένα «έδαφος ουδέτερων κυρίαρχων κρατών [19]» στα Βαλκάνια, στα οποία θα περιλαμβάνεται η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η πΓΔΜ , το Μαυροβούνιο και η Σερβία. Η πόλωση αυξάνεται και στην Βοσνία, καθώς ο Μίλοραντ Ντόντικ, ο ηγέτης της Σερβικής οντότητας «Συμμαχία Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών» της χώρας, προωθεί μια ολοένα και πιο θρασεία και επικίνδυνη εκστρατεία υπέρ της απόσχισης. Το Κοσσυφοπέδιο, το οποίο μοιράζεται μια συχνά διαπερατή συνοριακή γραμμή με την πΓΔΜ, είναι βυθισμένο σε πικρή διαμάχη και συνεχή δυσπιστία μεταξύ των κυρίαρχων εθνοτικά Αλβανών και των μειονοτικών Σέρβων στην χώρα, αντιμετωπίζει μια απόσχιση προς βορρά. Εάν η πΓΔΜ καταρρεύσει στο χάος, οι επιπτώσεις στην περιοχή θα είναι γρήγορες.

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ

Σε αυτή την ασταθή κατάσταση, είναι κρίσιμο για την Ουάσινγκτον να ηγηθεί. Όπως πάντα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δίνουν μόνο διαλείπουσα προσοχή στα Βαλκάνια. Αρχικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πιέσουν το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες να συμφωνήσουν όχι μόνο στην παροχή βοήθειας και κινήτρων αλλά και στην απομόνωση, στην μαύρη λίστα (την άρνηση θεωρήσεων βίζα) και την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των παραγόντων που υποκινούν την κρίση και υπονομεύουν την δημοκρατία και να εμποδιστούν [οι παράγοντες αυτοί] από το να κερδίζουν ή να διατηρούν την εξουσία. Σε εθνικό επίπεδο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Rex Tillerson, θα πρέπει να παροτρύνει τους Ρεπουμπλικάνους στην Γερουσία να σταματήσουν τις ανάρμοστες, επικίνδυνες και αβάσιμες επιθέσεις τους κατά της USAID και του Soros.

Μετά από αυτό, ο Tillerson πρέπει να στραφεί στο θέμα που έχει παραμελήσει ο καθένας από τους πρόσφατους προκατόχους του: Να αντιμετωπίσει την ελληνική διαμάχη με την πΓΔΜ για το όνομα της χώρας αυτής. Ζητώντας από την πΓΔΜ να αλλάξει το όνομά της, η Αθήνα έχει μπλοκάρει την προσπάθεια της χώρας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Η Ενδιάμεση Συμφωνία που μεσολαβήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και υπογράφηκε από την Ελλάδα και την πΓΔΜ το 1995, επέτρεψε στην πΓΔΜ να εισέλθει σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό υπό την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ωστόσο, η Αθήνα συνεχίζει -παραγνωρίζοντας την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου ότι η Ελλάδα παραβιάζει την συμφωνία- να εμποδίζει την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την πρόοδό τους προς την ένταξη στην ΕΕ. Αυτό με την σειρά του άνοιξε την πόρτα στον φτηνό εθνικισμό και αυταρχισμό του Γκρουέφσκι. Μόνο η ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ μπορεί πραγματικά να σταθεροποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας και να εξουδετερώσει την όψιμη τάση για βία, απόσχιση ή ακόμα και διάλυση.

Και μόνο οι νηφάλιοι, αποφασισμένοι ηγέτες στην Ουάσινγκτον, εργαζόμενοι επειγόντως με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους, μπορούν να αποτρέψουν τα χειρότερα στην πΓΔΜ και την περιοχή.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/macedonia/2017-05-23/will-macedo…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/southeastern-europe/2017-01-12/a…
[2] http://europa.eu/rapid/press-release_STATEMENT-15-5372_en.htm
[3] http://www.balkaninsight.com/en/article/macedonia-parliament-stuck-in-lo…
[4] https://www.rferl.org/a/macedonia-parliament-speaker-blocked-from-office…
[5] http://www.aljazeera.com/news/2017/04/stun-grenades-protesters-storm-par…
[6] http://www.balkaninsight.com/en/article/macedonian-president-rejects-awa…
[7] http://www.mia.mk/en/Inside/RenderSingleNewsNewsCategory/61/133599404
[8] http://www.balkaninsight.com/en/article/albanianians-parties-in-macedoni…
[9] http://meta.mk/en/ivanov-hands-over-the-mandate-zaev-guarantees-the-pres…
[10] https://www.lee.senate.gov/public/index.cfm/2017/3/gop-senators-call-on-…
[11] http://foreignpolicy.com/2017/03/28/soros-gop-letter-open-society-macedo…
[12] https://savageminds.org/2017/04/18/george-soros-public-enemy-and-human-s…
[13] http://www.truthrevolt.org/news/russia-declares-soros-groups-undesirable…
[14] https://www.bloomberg.com/view/articles/2015-05-19/macedonia-the-latest-…
[15] http://berlinpolicyjournal.com/balkan-troubles/
[16] http://www.voanews.com/a/russia-lavrov-warns-us-eu-on-macedonia/3779923….
[17] http://www.balkaninsight.com/en/article/russia-jumps-into-macedonia-elec…
[18] http://www.voanews.com/a/macedonian-president-warns-of-albanian-threat-t…
[19] https://medium.com/@balkaninsight/putins-party-signs-military-neutrality…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τα επίχειρα της αδιαφορίας για την παιδεία.

27

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η τρομοκρατική επίθεση κατά του πρώην Πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου είναι μια απολύτως καταδικαστέα πράξη. Απολύτως καταδικαστέα είναι και τα δημοσιεύματα στο διαδίκτυο που επιχαίρουν για την ενέργεια. Διότι δύο είναι οι αρχές στις οποίες βασίζεται ο πολιτισμός και η συλλογική συμβίωση: η ελευθερία και ο σεβασμός της ύπαρξης του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση και τα δύο καταπατώνται.

Ακραίας μορφής αρνητικό σχόλιο ήταν του δημοσιογράφου κ. Γιώργου Φιλιππάκη που αφού επικροτούσε την ενέργεια κατά του κ. Παπαδήμου, ευχόταν να συνέβαινε κάτι ανάλογο και κατά του κ. Στουρνάρα.

Ο κ. Φιλιππάκης συνελήφθη, ύστερα απο σχετική καταγγελία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με δημοσιεύματα.

Λανθασμένη ενέργεια σε μια διαδικτυακή δημοκρατία.

Το διαδίκτυο είναι γεμάτο απο εκδηλώσεις μίσους και άλλων, ενδεχομένως, παράνομων εκφράσεων. Αν η διαδικασία που θα ακουλουθηθεί θα είναι οι συλλήψεις, τότε η μισή Ελλάδα θα καταδιώκεται.

Το κείμενο του κ. Φιλιππάκη ήταν απαράδεκτο. Ενδεχομένως, και κολάσιμο ποινικά. Αλλά και η ενέργεια των αρχών αψυχολόγητη.

Εκείνο που διαπιστώθηκε μετά την επίθεση κατά του κ. Παπαδήμου, ήταν μια ανοικτή, απροκάλυπτη, με ονοματεπώνυμο, έκφραση ικανοποίησης απο μεγάλο μέρος της διαδικτυακής κοινότητας. Και το ερώτημα είναι αν αυτό το μίσος ήταν καταχωνιασμένο στις ψυχές των Ελλήνων πάντοτε και εκδηλώνεται με τη δυνατότητα που παρέχει το διαδίκτυο ή, έχει παραχθεί απο τις πολιτικές που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Ό,τι και να είναι, η πολιτεία πληρώνει, τώρα, τα επίχειρα της αδιαφορίας της για την παιδεία. Και ειδικότερα την κλασική παιδεία, την οποία, η παρούσα κυβέρνηση θέλει να εξαλείψει, παντελώς, απο τη μέση εκπαίδευση.

Διότι ένας λαός πεπαιδευμένος με τις διαχρονικές αξίες του ανθρώπινου πολιτισμού θα είχε εδραιωμένη την πεποίθηση πως η ζωή του ανθρώπου είναι ιερή. Και όχι μόνο δεν θα επέχαιρε αλλά θα καταδίκαζε τη δημόσια υποστήριξη ενεργειών που αποβλέπουν στην αφαίρεση της ζωής οποιουδήποτε.

Οπότε, δεν θα χρειαζόταν η κατασταλτική παρέμβαση των αρχών. Με την καταστολή δεν λύνονται τα προβλήματα που δημιούργησε η χρόνια αδιαφορία για την παιδεία και την επιβίωση του λαού. Η κατασταλτική παρέμβαση είναι εκδήλωση αδυναμίας της πολιτείας.

Έστω και τώρα, ας προβληματιστούν οι αρμόδιοι φορείς πως κάτι ριζικό πρέπει να αλλάξει στην παιδεία. που δεν θα υπαγορεύεται απο τα αιτήματα των καταληψιών.