Αρχική Blog Σελίδα 2943

Γιατί μειώνεται η ανεργία;

2

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ 

Αυτή είναι η αλήθεια πίσω από τους αριθμούς .- Ποιόν να συγχαρούμε για την μείωση της ανεργίας;

«Η πιο σημαντική θετική είδηση τα τελευταία χρόνια είναι η σταθερή μείωση των ποσοστών της ανεργίας και η σταθερή αύξηση των θέσεων εργασίας», δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας από το υπουργείο Εργασίας. Ακόμη, ανέφερε ότι «αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι αποτελέσματα που έχουν έρθει από μόνα τους, αλλά κρύβεται πίσω από αυτά μια προσπάθεια με σχέδιο και με πολύ μεγάλες δυσκολίες». (Ναυτεμπορική, 17 Ιουλίου 2017).

Διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές ο απλός αναγνώστης προφανώς θα αισθάνεται μία μικρή απορία: ποιες είναι αυτές οι «προσπάθειες», και ποιο είναι αυτό το «σχέδιο», που εμείς οι άμοιροι δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτά; Δεν θα έπρεπε, δηλαδή, ο πρωθυπουργός να αφιερώσει λίγο περισσότερο από τον πολύτιμο χρόνο του για να μας εξηγήσει πως, έστω και «με πολύ μεγάλες δυσκολίες», κατάφερε να μειώσει την ανεργία κατά 5,5 εκατοστιαίες μονάδες;  Ήταν, μήπως, που κλείσανε οι τράπεζες και μπήκαν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί; Ήταν, μήπως, που αυξήθηκαν οι φόροι και οι εισφορές σε όλα τα προϊόντα και σε όλες τις δραστηριότητες; Ήταν, μήπως, που για πολλούς μήνες τον προπερασμένο χρόνο δεν ξέραμε αν θα συνεχίσουμε να συναλλασσόμαστε σε ευρώ ή αν θα εισαγάγαμε για εθνικό μας νόμισμα την πακιστανική ρουπία; Ήταν κάτι άλλο που μας διαφεύγει; (Και τις ίδιες ερωτήσεις, βεβαίως, θα έπρεπε να θέσει κανείς και στον προηγούμενο, επίσης αντιμνημονιακό, πρωθυπουργό, ο οποίος, εκεί γύρω στο 2014, όταν είχε γίνει φανερό ότι η αύξηση της ανεργίας είχε ανακοπεί και άρχιζε η αντίστροφη πορεία αργής αλλά σταθερής μείωσής της, είχε ισχυρισθεί κάτι παρόμοια περί «σχεδίου» και «προσπάθειας» που απέδιδαν).

Η αλήθεια είναι ότι πράγματι η, καταγεγραμμένη, ανεργία δείχνει να μειώνεται. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ τον Απρίλιο του 2013 βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της, στο 27,6%. Τον Απρίλιο του 2017 είχε περιορισθεί στο 21,7%. Στην πρώτη περίπτωση οι άνεργοι ήταν 1.339.000 ενώ στην δεύτερη είχαν μειωθεί σε 1.041.000. Αυτό είναι ένα γεγονός. Υπάρχει όμως και ένα άλλο γεγονός, το οποίο κανείς δεν αναφέρει. Αφορά την παράλληλη εξέλιξη του εθνικού εισοδήματος. Καθ’ ότι, σύμφωνα με την οικονομική ορθοδοξία, (και ακόμη περισσότερο την οικονομική ορθοδοξία που επικρατεί στην χώρα μας), η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί παρά να είναι αντίρροπη με την πορεία του ΑΕΠ. Όταν μειώνεται η ανεργία τότε το ΑΕΠ πρέπει να αυξάνεται. Και, πράγματι, έτσι συμβαίνει στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Με βάση αυτήν την απλή αλήθεια, άλλωστε, σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, κατά κύριο λόγο, την πολιτική τους οι Κεντρικές Τράπεζες και τα οικονομικά επιτελεία των κυβερνήσεων. Συνέβη, όμως, κάτι αντίστοιχο, που θα ήταν και εντελώς φυσιολογικό, στην περίπτωση της Ελλάδας;

Όχι λοιπόν, δεν συνέβη! Αντίθετα, παρατηρείται κάτι εντελώς παράδοξο, το οποίο τόσο ο σημερινός Πρωθυπουργός, όσο και ο προηγούμενος, μαζί με όλους τους Υπουργούς τους, και όλους τους σχολιαστές, θα έπρεπε να το είχαν εντοπίσει και να το έχουν αναφέρει. Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα η ανεργία μειώνεται παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ μειώνεται και αυτό επίσης, την ίδια περίοδο! Το 2012, δηλαδή το τελευταίο έτος που η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, το ΑΕΠ ήταν 185 δισεκατομμύρια ευρώ σε ονομαστικούς όρους (και 191 δισεκατομμύρια σε σταθερές τιμές με έτος αναγωγής το 2010). Το έτος 2016, αντιθέτως, λίγο πριν η ανεργία βρεθεί στο μακροχρόνιο χαμηλό του Απριλίου 2017, είχε κλείσει με την χώρα να έχει δημιουργήσει ένα ονομαστικό ΑΕΠ 176 δισεκατομμυρίων, (ή 184,5 δισεκατομμυρίων σε σταθερές τιμές του 2010). Ενώ δηλαδή, από το 2012 έως το 2017 το ΑΕΠ της χώρας έχει μειωθεί αισθητά, το ίδιο έχει συμβεί και με την ανεργία! Και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο παράδοξο, για όσους, τουλάχιστον σκέπτονται με ξύλινο και αγκυλωμένο τρόπο. Είναι πάντως, κάτι, για το  οποίο θα πρέπει να υπάρξει μία εξήγηση, την οποία κανείς δεν έσπευσε να δώσει. Και ίσως θα πρέπει να δοθεί, εδώ. (Για περισσότερα βλέπε http://www.naftemporiki.gr/story/1119056/to-paradokso-tis-auksisis-tis-apasxolisis ).

Οι αιτίες για τις οποίες η ανεργία μειώνεται αργά αλλά σταθερά, παρά την παράλληλη μείωση του ΑΕΠ, δεν είναι φυσικά κανένα «σχέδιο» και καμμία «προσπάθεια», ούτε της παρούσας κυβέρνησης, ούτε και της προηγούμενης. Εάν υπήρχαν τέτοια σχέδια, τότε αυτά θα φαίνονταν στην αύξηση του ΑΕΠ, και η μείωση της ανεργίας δεν θα ήταν τόσο αργή, αλλά θα ήταν ραγδαία. Οι αιτίες, λοιπόν, είναι δύο, και δεν αναφέρονται ποτέ σε σχέση με την μείωση της ανεργίας, γιατί δεν είναι «πολιτικά ορθές», δεν φέρνουν ψήφους και δεν σε κάνουν δημοφιλή. Στην ξύλινη πολιτευτική γλώσσα εκείνων που πρώτα κατέστρεψαν την χώρα και στην συνέχεια χορεύουν πάνω στα ερείπιά της, οι αιτίες λέγονται η μεν πρώτη «εσωτερική υποτίμηση» η δε δεύτερη «καταστροφή των εργασιακών σχέσεων». Όπως, μάλιστα, είναι γνωστό, αυτές τις δύο ακατανόμαστες πραγματικότητες δεν τις οφείλουμε σε καμμία κυβέρνηση, νυν ή πρώην, αλλά στην τρισκατάρατη, εξ  ίσου ακατανόμαστη επιτροπεία των δανειστών, οι οποίοι αφού πρώτα μας υπέβαλαν σε τρομερούς εξευτελισμούς, (μέχρι και να μετρήσουμε πόσους δημόσιους υπάλληλους έχουμε μας ανάγκασαν), στην συνέχεια μας υποχρέωσαν να δεχθούμε και αυτά τα δύο δεινά. Πλην όμως, οι ανήκουστες αυτές συμφορές, είχαν σαν αποτέλεσμα, ακόμη και σε μία οικονομία ή οποία δεν αναπτύσσεται αλλά συρρικνώνεται, να μειώνεται η ανεργία! Έστω και οριακά.

Μετά από χρόνια κραιπάλης του πελατειακού κράτους οι εργασιακές σχέσεις ήταν τόσο πολύ κατεστραμμένες, (μακροπρόθεσμα εις βάρος των εργαζομένων, όπως φάνηκε), και το εργατικό κόστος τόσο υψηλό, (εις βάρος και πάλι των εργαζομένων, όπως έδειξε η συνέχεια), ώστε, όταν το 2010 η οικονομία προσγειώθηκε στην πραγματικότητα μετά το τέλος του ξεφαντώματος με τα δανεικά, το πρώτο πράγμα που αναγκάστηκαν να κάνουν οι επιχειρήσεις ήταν να προσπαθούν να ξεφορτωθούν το υπερβάλλον εργατικό δυναμικό. Και όταν δεν το κατάφερναν αυτό, τότε απλά κατέβαζαν τα ρολά και όλοι οι εργαζόμενοί τους έμεναν άνεργοι. Με την «εσωτερική υποτίμηση» και την «καταβαράθρωση των εργασιακών σχέσεων», όμως, που μας επέβαλαν οι τρισκατάρατοι ενάντια στην θέλησή μας, και παρά το γεγονός ότι η οικονομία δεν αναπτύσσεται, έγινε πλέον πιο οικονομικό και πιο εύκολο  για μία επιχείρηση να διαχειρίζεται το εργατικό της δυναμικό. Και έτσι, δειλά-δειλά, οι επιχειρήσεις άρχισαν να προσλαμβάνουν και πάλι. Αυτό φυσικά γίνεται με τους όρους της σημερινής πραγματικότητας, δηλαδή με τους όρους μίας οικονομίας στάσιμης, με χαμηλή παραγωγικότητα και χωρίς ορατή διέξοδο προς την ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό κυριαρχούν οι μορφές της μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, και οι χαμηλές αμοιβές. (Αυτό ήταν η «εσωτερική υποτίμηση»: να βρεθεί το επίπεδο εκείνο των αμοιβών που όντας αντίστοιχες της χαμηλής παραγωγικότητας θα μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία ώστε να είναι οι επιχειρήσεις βιώσιμες. Οι υψηλότερες, αναντίστοιχες με την παραγωγικότητα, αμοιβές ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στην μαζική ανεργία). Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας ήταν το 2013 60, περίπου, δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2016 είχαν περιορισθεί στα 59. Αλλά και οι καταγεγραμμένοι άνεργοι, επίσης, ήταν 300.000 λιγότεροι. Πράγμα που οφείλεται στον πολύ απλό λόγο ότι οι σημερινές αμοιβές, και οι σημερινοί όροι εργασίας, είναι πιο κοντά στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Και είναι πολύ καλύτερο το να εργάζεται κάποιος έστω και με λιγότερα από όσα έπαιρνε προ δεκαετίας, παρά να μένει στην ανεργία, απαξιούμενος εργασιακά και επαγγελματικά ο ίδιος και συνθλιβόμενος ψυχολογικά τόσο αυτός όσο και ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρός του. Στην εργασία, όποια και αν είναι αυτή, έχεις την δυνατότητα να βελτιώσεις τους όρους της ύπαρξής σου, εάν επιθυμείς και θέλεις να προσπαθήσεις. Στην ανεργία δεν μπορείς να επιχειρήσεις κάτι τέτοιο.

Βέβαια, η λύση δεν είναι να κρατάμε την οικονομία σε στασιμότητα, με όλες τις λειτουργίες της και όλους τους κλάδους της κατεστραμμένους, και να ελπίζουμε ότι τα πάντα θα βελτιωθούν σταδιακά εάν κάνουμε την αγορά εργασίας ακόμη πιο «ευέλικτη». Η «ευέλικτη» αγορά εργασίας, ειδικά για οικονομίες με εξαιρετικά αδύναμη επιχειρηματικότητα όπως η ελληνική, είναι «αναγκαία» προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη-όχι όμως και «ικανή». Για την οικονομική ανάπτυξη χρειάζονται άλλα πράγματα, που μάλλον δεν είμαστε ακόμη ώριμοι να τα υποψιασθούμε σαν κοινωνία- και, δυστυχώς, κανένας ξένος δεν μπορεί να μας τα ενσταλάξει στον συλλογικό μας εγκέφαλο, όσα Μνημόνια και αν μας επιβάλλει. Μόνο με «ίδια μέσα» θα μπορούσαμε να τα ανακαλύψουμε κάποτε, γιατί με «ίδια μέσα» τα ανακάλυψαν και όσες κοινωνίες αναπτύχθηκαν και πρόκοψαν. Τουλάχιστον όμως, γι’ αυτό το μικρό θαύμα που είναι ότι η ανεργία μειώνεται παρά το γεγονός ότι παράλληλα εμείς καταστρέφουμε την οικονομία μας  και συρρικνώνουμε και το ΑΕΠ, δεν οφείλουμε να ευχαριστήσουμε κανέναν άλλον παρά μόνο τους τρισκατάρατους δανειστές μας, για όσες «απαράδεκτες» εργασιακές μεταρρυθμίσεις μας επέβαλαν, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν σε 300.000 ανθρώπους να ξαναβρούν δουλειά, αλλά, πιθανώς, απέτρεψαν και την εκτίναξη της ανεργίας στην φάση της ανόδου της, σε ακόμη υψηλότερα, τρομακτικά, ποσοστά.

Athensvoice

 

 

 

 

 

 

 

 

A New Class Politics

0

Class is back on the agenda of the European left. That is good news. The reasons, however, are unfortunate. It is primarily the growing working-class support for right-wing parties and movements that troubles left-wing authors, activists, and organizers. Two poles have emerged in the debate.

The first can be summarized as follows: The left has become too academic, intellectual, and middle-class, focusing almost exclusively on cultural issues rather than economic ones. Therefore, it has nothing to offer to the working class. Worse, it is at times classist, meaning that it looks down upon proletarians, their ways, and their perceived ignorance, accusing them of being the hotbed of reactionary sentiments. Class struggle has been pushed aside by so-called “identity politics,” and material analysis has been replaced by postmodern gibberish. In short, the left is pushing a (neo)liberal agenda that the working class can no longer identify with.

The second pole responds thus: The position outlined above is the resentful payback of grumpy old (or young) men who missed the boat when women and minorities began to challenge simplistic interpretations of class politics in the 1960s and 70s. They try to use the left’s crisis to turn back the clock and revive a vulgar workerist Marxism that renders questions of race, gender, and sexuality secondary (at best). While there might be problems with the left’s recent negligence of economic matters, its true problems lie elsewhere: in the haunting legacy of patriarchy and whiteness, the lack of intersectional analysis, and the failure to adapt to the era of neoliberal globalization.

We share the opinion that the left has lost touch with the working class and that liberal positions have made huge inroads into leftist organizations and movements where they are regularly mistaken for being anti-capitalist or even revolutionary. At the same time, we are convinced that a European left whose class analysis does not take into account the changes in labor and class society that have occurred in the past century as well as the diversity of working-class people and their special interests and needs will fail to provide the answers we require.

In this article, we want to argue for a new class politics, based on a series of articles currently published under the title “Neue Klassenpolitik” by the German monthly ak (analyse & kritik).

Class Politics and the Left

Why has class politics largely disappeared from the radar of the European left? For a long time, terms such as “class struggle,” “exploitation,” and indeed “class” itself seemed forgotten or even ridiculed. Mentioning them elicited sneers and rolled eyes.

One reason is the class composition of today’s European left itself. Since the 1970s, it has mainly been recruiting in the middle class. This was a consequence of the student movement of the 1960s, changing class formations in the European welfare states, and the ruling class’s interest in a left whose issues could be pacified by symbolic concessions, commodification, and the modernization of labor relations (think of everything from billion-dollar start-ups based on “DIY ethics” to magazines called Business Punk). In recent decades, working-class folks have repeatedly chronicled how out of place they feel in left-wing circles.[1] We are facing a situation where many older leftists have said goodbye to politics and many younger ones have never been involved in class projects.

Then, there are structural reasons. The transformation from an industrial to a service economy has contributed to the individualization of working-class lives. Workers have become less organized and rarely articulate their collective grievances in ways that aren’t mediated by institutionalized trade unions. The changes in labor relations are only one cause of this. In many European countries, conservative as well as social democratic governments have systematically weakened independent unionism and the related working-class organizations that had constituted the backbone of the historical workers’ movement.

Yet another problem is that there still exists a popular image of the worker as a white male who does heavy lifting and runs around with a boiler suit and flat cap all day, before wasting his wages on booze, while his desperate wife struggles to feed the kids in a ramshackle apartment. Since fewer and fewer muscular and grimy proletarians are roaming the streets, many people, including left-leaning ones, have come to the conclusion that the working class no longer exists. Of course they meet cleaners, bus drivers, and deliverymen every day, but, apparently, these proletarians don’t fit the picture.

Add to this a theology of individualism that denounces anything remotely collective as coercive, defines happiness in exclusively private terms, and has made social anxiety and loneliness common features of everyday life – against this background, we might appreciate why there reigns confusion within the left about who the subjects of traditional class politics actually are.

Saving the Working Class from the Right

Whether it is the Front National in France, the FPÖ in Austria, or the AfD in Germany: Europe’s rightists portray themselves as the voice of the “common man” and as the ones who dare raise the social question. Their proposed solutions, of course, are chauvinistic and racist. They turn class conflict into a conflict of nations and cultures. They mix capital-friendly social and economic policies with empty appeals to (domestic) workers who pay a dear price for it.

Of course we can find chauvinistic attitudes among the lower classes. We can find them in any class. There are probably people in the working class so embedded in ideologies of hatred and superiority that they will always remain hostile to left-wing projects. Yet, this does not relieve us from asking the question why chauvinism is an appealing framework for working-class people to make sense of their own predicaments.

Among other factors (from the cultural hegemony of white supremacy to calculated misinformation), working-class people seem to lack viable alternatives. The political machinery controlled by what Tariq Ali has termed the “extreme center”[2] knows little friction. It offers no competing visions of society. Hardly anyone can imagine that production and distribution could be organized differently. Reactionary forces exploit this by raising questions about social and economic inequality – and by providing all the wrong answers.

Today’s left, on the other hand, feels uneasy to even address the communities that are suffering the most under the neoliberal order. This becomes obvious whenever the “working poor,” the “lower classes,” or the “ordinary people” enter the conversation. In the worst case, we meet hardly veiled contempt. Certain circles within the German left have identified the true barrier to political emancipation as the “localist,” a person formerly known as a “hillbilly” or “hick”: backward, uncultured, and equipped with an intellectual horizon that ends at the next church tower (or minaret). The hero paving the way to a better future is the opposite, the “globalist”: well-educated, multi-lingual, and worldly.

But: be it as it may, capitalism will always produce its lower classes and if those who find themselves among them – either because they never had a chance or because their elbows weren’t sharp enough to survive the capitalist rodeo – don’t feel there is anything to gain in progressive projects, they will turn to regressive ones. The left must not fuel social divisions by condemning these parts of the population as reactionary by nature. Rather, it must develop progressive visions that promise an end to social divisions of all kinds.

The communities that some leftists find so suspicious will not disappear, they will not feel more at home in a society that marginalizes them, and if the left declares them guilty of reactionary consciousness by default, they will certainly not join their ranks. Instead, they will become more radical and militant in their ill-fated tracks, with possibly disastrous outcomes.

There are, essentially, only two possibilities to relate to social groups that are susceptible to right-wing demagogy. The first is an unabashed social chauvinism, declaring them mentally and morally deprived. The other is a left-wing politics that does not exclude any particular group but cares about the well-being (and the support) of all of them, no matter the challenges and contradictions. Who ever said that radical politics was easy? The historical task of the left is to offer visions that make it attractive for as many people as possible to pursue left-wing politics. Anything less is defeatist.

The False Promise of Progressive Neoliberalism

In recent times, factions of the left have, willingly or unwillingly, entered an alliance with progressive neoliberalism. Liberal economists, modern conservatives, social democrats, and left-liberal cosmopolitans position themselves against ultra-conservatives, religious fundamentalists, and die-hard bigots. This is laudable, and in the cultural struggle that this juxtaposition outlines it is easy to choose sides. But a polarization of this sort does not address the material causes of the contradictions. It rather fits the personalization of politics, in other words: individual consciousness  (and therefore class privilege, status, and education) over social structures. It is not surprising that more than one leftist seduced by this model has made a career out of it, be it in academia, the arts, the progressive media, or an NGO.

But what does progressive neoliberalism look like on the ground? It makes competition at the top more diverse, provides access to the upper echelons of society for selected and formerly therefrom excluded individuals, and widens the horizons and opportunities of those lucky enough to stay in the game. But in its social selection, it is as brutal, reckless, and rigid as all forms of capitalist realization have ever been. A left that starts pretending that a lesser evil is no longer an evil at all is embarrassing itself.

A New Class Politics: Feminist, Anti-Racist, Internationalist

To revive class politics does not mean to rehash outdated versions of it. The class politics of the orthodox left focused on the industrial proletariat whose upper tiers enjoyed certain privileges due to the specific economic and political conditions in the industrialized nations during the Fordist era. White men provided, women took care of the household and the family, migrant laborers did the dirty work, and the masses of the colonized nations ensured profits for capitalists that allowed them to pass on enough crumbs to First World workers to keep them compliant. There is no need for retro working-class romanticism.

A new class politics does not relegate gender, race, and imperial legacy to issues that are supplementary to class relations. These issues, and the struggles they imply, are an integral part of class relations. In fact, feminist, anti-racist, and anti-colonial struggles are the base on which effective unified class struggles must be launched.

The Fordist era might be gone, but women still account for the vast majority of unwaged reproductive labor that provides capital with an able labor force. Meanwhile, millions of women have entered the labor force as well. In the Global South, this means either double the workload (for women engaged in both waged/productive and unwaged/reproductive labor) or the delegation of the reproductive duties to another woman, often a relative or a care worker from a lower level of the labor hierarchy. In the Global North, it means the commodification of housework and child-rearing, which has created an expanding low-income care work sector, mainly occupied by migrant women forced to be away from their own families. Instead of an actual transformation of the relationship between productive and reproductive labor, what we see is a modification ensuring even more profits for the rich, the superexploitation of women, and a hierarchization of unwaged reproductive labor. “Women’s jobs” have the lowest reputation and the lowest salaries – and whenever women get to do “men’s jobs,” they are paid less.

Migrant workers are highly overrepresented in precarious labor. They, too, receive lower wages than their coworkers. The example of the Gastarbeiter, the “guest worker,” who arrived in Germany in the 1960s and 70s shows how labor migration facilitated by capital created new factions of the class. Gastarbeiter were neither socially nor legally integrated into German society; they received lower wages, and had less job security than their German colleagues. They formed an underclass serving as a reserve labor army. The consequences of this are palpable to this day. Since socio-economic background is crucial for the opportunities available to people in Germany, the guest workers’ descendants are still overrepresented in low-income jobs – if they have jobs at all. Today, business associations propose a suspension of the minimum wage for refugees, while German companies use leased employees and loopholes in labor law to undercut the minimum wage for migrant workers –  all sanctioned by the government.

Globally, the divisions caused by imperialism run deep, also in the working class. Most of the goods consumed in the Global North, also by working-class people, are produced in the Global South under conditions that would be deemed scandalous in the First World. A steady stream of dark value flows to the imperialist nations due to underpaid labor, undervalued resources, and unequal exchange. The living standards of working-class people, the political representation they are used to, and the stakes their struggles entail differ greatly across the globe. A class politics that does not acknowledge this neglects one of the most glaring of capitalism’s contradictions and forsakes one of socialism’s most basic principles: internationalism. In the worst case, supposedly left-wing projects become part of protectionist and chauvinistic politics. Not only must the working classes of the Global South be included in the international class struggle, they must at its front.

Sexism, racism, and nationalism are more than just tools to divide the working class. They are ideologies deeply ingrained in capitalist history. All workers have common interests, namely to receive fair compensation for their labor, to enjoy social security in order to live dignified lives, and to determine their own destiny. However, how this plays out in their respective struggles differs greatly. The more concrete the struggles are, the more obvious the fragmentation of the class and the complications of common action become. Who profits from and who pays for the relocation of production sites? Who profits from and who pays for service economies? Who profits from and who pays for free trade?

The key for a class politics that lives up to the challenges of our time is not to deny the divisions within the class, but to name and engage with them. If we have any desire to move ahead, there is no other way.

From Common Experience to Common Praxis

Unveiling and attacking the ideologies of sexism, racism, and nationalism are mandatory for a new class politics. However, first and foremost, a new class politics must emphasize the structural expressions of these ideologies and their significance for capitalism. The analyses a new class politics must consider the specific forms of exploitation that women, migrants, workers in the Global South, oppressed peoples, social minorities, prisoners, and people entangled in workfare programs are subjected to.

A new class politics also understands that classes are not formed by drawing boards or statistical data. They are not exclusively determined by the relations of production either. Class also has a subjective dimension. Class is not only based on people finding themselves in the same position within labor relations, but on their common experiences and actions. Wage dependency is a shared reality but not a political program. Edward P. Thompson famously wrote that “class happens when some men, as a result of common experiences (inherited or shared), feel and articulate the identity of their interests as between themselves, and as against other men whose interests are different from (and usually opposed to) theirs.”[3] This is where class struggle begins.

A new class politics must clarify where and how the specific experiences of workers based on gender, race, citizenship, and other factors converge. It must reveal the overlapping interests of workers as members of the class. This makes common struggles possible. Capital tries to keep the class divided by granting certain sectors of it relative privileges over others. It is key to understand that all sectors of the class benefit more from the overthrow of capital than from their relative privileges. This might not be measured in access to cheap consumer goods or the choice of holiday destinations, but it will be measured in a sense of social security, community, and empowerment. The by far most important way to come to this understanding is through common struggle.

Of particular importance for a new class politics are the sites of common resistance, be it because workers of different backgrounds come together in rebellion against their employers, landlords, or the ruling class and its lackeys, or because other sectors of the class stand in solidarity with the resistance against the superexploitation of women, the violent policing of working-class communities of color, or the horrendous working conditions of the new industrial proletariat of the Global South. In Europe, much of this coalesces in the migrant experience, which renders migration an issue that will decide much of the continent’s political future. It is mandatory for the left not to let the relevant debates be steered by right-wing demagogues.

A politics based on common experience and action is not only superior to the abstract hailing of a supposedly homogeneous working class; it also stands against a trend that many on the left have caught on to as other options seem to be dwindling, namely to base one’s politics on humanitarian impulses. Humanitarian values are a necessary condition for a better world, but they are in no way sufficient to get us there. First, they do not keep rulers from wanting to rule. And second, they are fleeting and can be retracted at any time. In the summer of 2015, a surprising and encouraging number of people across Europe provided material necessities, shelter, and legal aid to refugees who had survived the treacherous journey forced upon them by a merciless global system. The people of Europe, conservative pundits included, congratulated themselves for their openness and generosity. Today, much of this has faded and anti-refugee sentiments are once again on the rise. It is easy to manipulate humanitarianism in a society where self-pleasing charity has replaced the outrage at injustice. A new class politics can only be built on the latter.

Conclusion

The left must not surrender class politics to the right. But neither must it surrender resistance to the right to neoliberals. For one, the triumph of the latter is everything but certain – we can already see neoliberal factions buddying up to the right.[4] Most importantly, though, the celebration of neoliberalism is a celebration for the rich and successful only. Leftists can only join in if they are willing to abandon any serious ambition to create an egalitarian, just, and (socially as well as ecologically) sustainable society – and thereform any meaningful form of leftism.

A new class politics must develop medium and longterm strategies. This requires an explanation for why certain parts of the population veer towards the political right as well as the commitment to stop this development. To engage with the motives of the supporters of right-wing politics does not mean to give in to the reactionary mood. The dangers of völkisch anti-capitalism, esoteric conspiracy theories, and deceitful third positions are real. But it is of crucial importance to link progressive values to the prospect of material and social prosperity in a way that is convincing to those who are now duped by political forces that will only increase their misery. Where the left is able to do this, people will rally around it, whether they live in an urban metropolis or a mountain hamlet, whether they go to college or learn a trade, whether they work as teachers or mechanics.

To play different social groups off against each other is not worthy any left-wing project. Only fools question that social movements fighting for the rights of those who do not conform to the norm of the white, heterosexual, cisgendered male help make the world a better place. This is particularly true for working-class people. Not only do they have as many LGBT people in their ranks as any other class, but more women and many more people of color. To see the struggles of these communities as somehow separate from, or even opposed to, working-class struggles is the result of both internal (analytical, personal, and political) shortcomings and the ideological manipulation by the enemy. It is a fatal flaw that needs to be overcome.

Notes.

[1]   Examples reach from Terry Morgan’s My Experiences as a Working-Class Anarchist to the Swedish anthology En knuten näve i fickan: Om klass, normer och vänstern (parts of which are available in English under the title Clenched Fists, Empty Pockets: True Experiences of Working-Class Activists in the Middle-Class Left) and Didier Eribon’s celebrated autobiography Returning to Reims. In Germany, Christian Baron’s recent book Proleten, Pöbel, Parasiten: Warum die Linken die Arbeiter verachten (“Proles, Plebs, Parasites: Why the Left Despises Working-Class People”) caused much controversy.

[2]   See Tariq Ali’s The Extreme Centre: A Warning (London, New York: Verso, 2015).

[3]   Edward P. Thompson, The Making of the English Working Class(London: Victor Gollancz, 1963), p. 9.

[4]   With regard to the AfD in Germany, see Sebastian Friedrich and Gabriel Kuhn, “Between Capital and Volk,” Jacobin, June 29, 2017.

Sebastian Friedrich is a freelance journalist living in Berlin. He has been an editor for the journal ak (analyse & kritik) since 2014. Gabriel Kuhn is an Austrian-born writer and translator living in Sweden. His latest book release is Antifascism, Sports, Sobriety: Forging a Militant Working-Class Culture. Selected Writings by Julius Deutsch (2017).

A New Class Politics

Κυπριακό: Ποιός εμπαίζει ποιόν;

12

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

Είναι δυνατό τη μια μέρα να συνομιλούν στο Κραν – Μοντανά για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος και την επομένη να βρίσκονται αντιμέτωποι στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας με αφορμή την έναρξη των ερευνών για φυσικό αέριο; Πόσο προετοιμασμένες ήσαν οι ενδιαφερόμενες πλευρές για τη διάσκεψη στο Κραν – Μοντανά και εξέφραζαν την αισιοδοξία τους; Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το θέμα των ενεργειακών πηγών, δηλαδή της αναλογικής κατανομής τους ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν συμπεριλαμβάνονταν καν στην ατζέντα της διάσκεψης αλλά ούτε της διάσκεψης του Μον Πελερέν του περασμένου Γενάρη, τότε είναι προφανές ότι οι διασκέψεις αυτές είχαν εικονικό χαρακτήρα αφού αγνόησαν το κύριο πρόβλημα που έχει οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές και τις ενδοκυπριακές σχέσεις στα όριά τους με την έναρξη των ερευνών στο οικόπεδο 11 από την κοινοπραξία Total και ENI. Διότι η σημερινή ένταση στην κυπριακή ΑΟΖ ήταν αναμενόμενη από τον περασμένο Δεκέμβριο με την εκχώρηση αδειών για έρευνες στην κυπριακή AOZ από την κυβέρνησή της Κυπριακής Δημοκρατίας στους ενεργειακούς κολοσσούς ExxonMobil, Total και ΕΝΙ, δηλαδή αναμένονταν οι αντιδράσεις των Τούρκων πριν από τις δύο διασκέψεις στην Ελβετία!! Εύλογα λοιπόν διερωτάσαι εάν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ενέπαιξαν τη διεθνή κοινότητα ή συνέβη το αντίθετο και τους λόγους που οδήγησαν στο προδιαγεγραμμένο ναυάγιο των συνομιλιών.

Το θέμα λοιπόν της διαχείρισης των ενεργειακών πηγών θα έπρεπε να προταχθεί όλων των άλλων θεμάτων, όπως συνέβη με τα θέματα εγγυήσεων, επεμβατικών στρατευμάτων και στρατευμάτων κατοχής. Διότι το θέμα των ενεργειακών πηγών έχει μια ιδιαιτερότητα έναντι των άλλων που υφίστανται από το 1974. Ενώ οι άλλες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος, όπως π.χ. του εδαφικού, του περιουσιακού, της διακυβέρνησης κ.α. υφίστανται παγίως από τη δημιουργία του προβλήματος μέχρι σήμερα, το πρόβλημα της αξιοποίησης του ενεργειακού πλούτου είναι πρόσφατο και εξελίσσεται ραγδαία: Συμφωνίες για τις έρευνες υπογράφονται, ναυτικές δυνάμεις συγκεντρώνονται, έρευνες διεξάγονται και εύλογα θα πρέπει να αναμένουμε στο άμεσο μέλλον συμφωνίες για την αξιοποίησή τους. Κι αν ακόμη το Κυπριακό πρόβλημα δεν επιλυθεί ποτέ, δηλαδή οι διαφορές για το εδαφικό, το περιουσιακό, τη διακυβέρνηση παραμείνουν διατηρώντας τη σημερινή de facto κατάσταση στην Κύπρο, είναι αυτονόητο ότι η ειρήνη στην Αν. Μεσόγειο απαιτεί απαντήσεις στο ενεργειακό ζήτημα και μάλιστα άμεσες. Διότι η ένταση θα κλιμακωθεί και εμπλέκονται ξένες δυνάμεις οι οποίες θα λειτουργήσουν ως υποβολείς των ανταγωνιστικών συμφερόντων τους προς τις δύο κοινότητες, στρέφοντας τη μια εναντίον της άλλης κάθε φορά που θεωρούν ότι οι συμφωνίες “αδικούν” τα συμφέροντά τους. Επομένως το δόγμα Αναστασιάδη «πρώτα η λύση (του Κυπριακού), και μετά η συζήτηση για το αέριο» το οποίο αποδέχτηκε και ο κ. Σαμαράς ως πρωθυπουργός (τότε) της χώρας μας, πολιτική που συνεχίζει να ασπάζεται η Αθήνα, οδηγεί τις συνομιλίες σε αδιέξοδο και δημιουργεί εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή που ίσως η σύγκρουση συμφερόντων τις καταστήσει ανεξέλεγκτες. Γιαυτό το δόγμα “Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα στηρίζει και συμπαρίσταται” είναι απαράδεκτο. Δεν μπορεί να αποφασίζει η Λευκωσία για τον Ελληνισμό, εμπλέκοντας και την Ελλάδα,  αλλά μόνον το εθνικό κέντρο, η Αθήνα.

Γιατί όμως ο ΟΗΕ πρωτοστάτησε στην πραγματοποίηση της διάσκεψης στο Κραν – Μοντανά, παρέστη μάλιστα ο ίδιος ο ΓΓ του, όπως και η ΕΕ δια της υπεύθυνης της εξωτερικής πολιτικής κ. Μογκερίνι αλλά και η Μ. Βρετανία δια του ΥΠΕΞ της ως εγγυήτρια δύναμη, όταν το αδιέξοδο της διάσκεψης ήταν προδιαγεγραμμένο; Βολεύει τις ισχυρές δυνάμεις, που διασφαλίζουν τα συμφέροντά των εταιρειών τους στην περιοχή, η ένταση μεταξύ των δύο κυπριακών κοινοτήτων για το φυσικό αέριο διότι  παρέχει τα προσχήματα της παρουσίας τους; Πραγματικά διερωτώμαι αν μετά την κατάληψη και της Ράκα οι δυνάμεις της Δύσης θα αποχωρήσουν από την περιοχή  ή θα παραμείνουν. Διότι η καταπολέμηση του ISIS παρείχε το πρόσχημα σε δυνάμεις, όπως π.χ. η Γαλλία και η Αγγλία που αποχώρησαν κακήν κακώς το 1956 από την περιοχή κατ’ επιταγή των δύο – τότε – υπερδυνάμεων, να επανέλθουν σήμερα που ο ενεργειακός πλούτος της Αν. Μεσογείου παρουσιάζει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον. Δεδομένου ότι τα συμφέροντα των εταιρειών τους είναι ανταγωνιστικά θα πρέπει να τα διασφαλίσουν με τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Το ενεργειακό υπερβαίνει τη λύση του Κυπριακού γιαυτό και δεν ενδιαφέρει πλέον η δυνατότητα συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων.

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

20-7-2017

 

 

Erdoğan’s Mission Impossible: Sustainable Turkish-Arab Solidarity

0

By July 20, 2017

BESA Center Perspectives Paper No. 535, July 20, 2017

EXECUTIVE SUMMARY: Turkish President Recep Tayyip Erdoğan, who firmly believes it is religion that should shape national friendships and enmities, has tried singlehandedly to inject love for the Arab into Turkish society. The desire to accomplish this has implications for Turkish foreign policy. Erdoğan’s grand design has crashed not only into the Arab Spring but also into Middle East realism. The Saudi-led Gulf siege of Qatar came as a complete shock: one Sunni brother had taken out the sword against another.

The modern Turkish language refers to an impasse without a solution as “an Arab’s hair.” To convince others he is telling the truth, a Turk swears: “I should be an Arab if I am telling a lie.” If Turks wish to describe a negative that is accompanied by something tempting, they say, “Neither an Arab’s [ugly] face nor sweets from Damascus.”

Most of the dozen or so common and rather racist Turkish proverbs denigrating Arabs and their culture date back to Ottoman times, despite the fact that during that period, Turks and Arabs lived in peace, shared a common religion, and did not have major political disputes. After the founding of the modern Turkish state in 1923, however, the Turks’ dislike of Arabs gained rational ground. Modern Turkish textbooks teach children how treacherous Arabs stabbed their Ottoman ancestors in the back during WWI, how Arabs collaborated with non-Muslim western powers against Muslim Ottomans, and how Arabs fought Ottoman soldiers in desert battlegrounds.

All that ingrained anti-Arabism in the Turkish psyche had to be reversed after a Sunni imam took over as Turkey’s prime minister in 2002. Recep Tayyip Erdoğan, now president, firmly believes religion must shape friendships and enmities between nations – and even among members of the same nation. With that in mind, he has tried systematically to inject love of the Arab into Turkish society.

Since Erdoğan came to power, the number of students enrolled at imam schools – where pupils are taught to pray in Arabic, among other classes – has risen from 60,000 to more than 1.2 million. The Education Ministry added Arabic courses to its curriculum. The state broadcaster, TRT, launched an Arabic television channel.

An exponentially growing number of Turkish Islamists and pundits rediscovered Arabia and its culture. Islam, they argue, and the umma “which one day will unite under a single banner,” should iron out its cultural and linguistic differences. Ali Bulac, a prominent Islamist columnist and one-time Erdoğan favorite (now jailed for belonging to a rival Islamist community, the Gülenists), wrote an op-ed in 2008, “Sushi and Oratorios,” criticizing world-renowned (and secular) Turkish pianist Fazil Say. He wrote, “First of all, music is not a universal product, music belongs to a time, a religion and a place. Say does not play our music, he plays Western music. Our music is Umm Kulthum, Mohammed Abdul Wahab and Abdul Khader Marari. Our people will never enjoy theater, opera, an oratorio or a symphony forced on them by the republican elites.” In Bulac’s mentality, Say’s symphonic masterpieces are not Turkish, but the tunes of Kulthum, Wahab, and Marari – all Arabs – are “ours.”

That kind of thinking has implications for Turkish foreign policy. Erdoğan and then foreign minister (later prime minister) Ahmet Davutoglu launched a charm offensive in 2009 that they hoped would make Erdoğan a “rock star” on the Arab street. To accomplish this, they reflexively confronted all things Israeli or Jewish. This tactic had the desired effect: tens of thousands of Arabs greeted Erdoğan passionately in the main squares of Beirut and Cairo.

This was good, but not enough. Erdoğan and Davutoglu devised a plan to launch a Muslim EU and Muslim NATO all in one. In that regional design, two countries were of great strategic importance: Saudi Arabia, which has regional clout; and Qatar, which has money and an ideological commitment to the Islamist cause.

The Saudi-led Gulf siege of Qatar imposed on June 5, therefore, came as a complete shock to Erdoğan and his pro-Sunni optimists. One Sunni brother had taken out the sword against another.

Once again, Erdoğan chose religious ideology as his lighthouse. He did not abandon his ideological bond with his brothers in Doha, the same bond he has with his brothers in Hamas and the Muslim Brotherhood. His pro-Qatar, pro-Hamas, and pro-Brotherhood position put him on the same wavelength as al-Qaeda, which, in a video, condemned the sanctions against Qatar and pledged support for the Brotherhood.

US Secretary of State Rex Tillerson said, “At the top of the quality chain, if I can call it that, there are elements of Muslim Brotherhood that have now become part of governments. There are members of parliament in Bahrain that are parts of government. There are members in Turkey that are parts of government.”

Not even one-time Sunni brothers in Saudi Arabia are sympathetic to the Turkish position. Erdoğan offered to build a Turkish military base in the Kingdom, but Saudi officials turned him down.

On a doctrinaire and rhetorical level, too, Erdoğan is showing signs of inconsistency. On June 13, he said Gulf sanctions on Qatar were inhumane and violated Islamic values. Which Islamic values? one might be tempted to ask. Erdoğan likened the sanctions to the death penalty, but this was the first time he had ever objected to the death penalty as imposed by his Saudi “brothers.” Naturally, the Saudis show no inclination to be educated about “Islamic values” by a man who dresses in western suits and ties.

Taha Akyol, a prominent Turkish columnist, recently noted some research conducted by the pollster Zogby in 2016. The poll found that 67% of Egyptians, 65% of Saudis, 59% of United Arab Emirates citizens, and 70% of Iraqis had an unfavorable opinion of Turkey. If “polling” had existed a century ago, similar numbers would likely have been found in Arabia.

This is the century-long Turkish alienation. Turkey is too far away and alien to Asian Muslims, too western for Middle Eastern Sunnis, too Sunni for the Shiites, and too Turkish for Arabs of all religious denominations.

View PDF

Burak Bekdil is an Ankara-based columnist. He regularly writes for the Gatestone Institute and Defense News and is a fellow at the Middle East Forum.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Όλη η αλήθεια για την πολιτική του Κίσινγκερ εναντίον της Κύπρου: Τον καίει δικό του απόρρητο έγγραφο

7

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Τη διευθέτηση του Κυπριακού με λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας που εισήγαγε και επέβαλε ο ίδιος ο Χένρι Κίσιγκερ, αποκαλύπτει απόρρητο έγγραφο του Λευκού Οίκου που αποχαρακτηρίστηκε το Νοέμβριο του 2010, έπειτα από πολύχρονες προσπάθειες ομάδας ερευνητών.

Ο Αμερικανός πρώην υπουργός Εξωτερικών, που αναφέρεται με αρνητικό τρόπο για το Νόμο για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση (Freedom of Information Act), «τιμωρείται» δεκαετίες μετά την τουρκική εισβολή, αφού ομάδα ερευνητών κατάφερε να εντοπίσει νέα απόρρητα έγγραφά του, που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο δρούσε και ο οποίος κυριαρχείτο από παράνομες ενέργειες.

Αναφέρει: «Πριν από το Νόμο για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση, συνήθιζα να λέω σε συνεδριάσεις ότι “την παρανομία την κάνουμε αμέσως. Η παραβίαση του συντάγματος παίρνει λίγο περισσότερο” (γέλια). Όμως, μετά το Νόμο για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση, φοβάμαι να λέω παρόμοια πράγματα».

Σύμφωνα με το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, ο Κίσινγκερ καθοδηγεί την τουρκική πλευρά για τον τρόπο με τον οποίο θα θέσει το αίτημα για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και ισχυρίζεται ότι στο κόλπο είναι τόσο η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή όσο και ο τότε προεδρεύων της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης, που αντικαθιστούσε τον Μακάριο μετά την πραξικοπηματική ανατροπή του από τους χουντικούς.

«Η εντύπωσή μου –δεν είναι ένα μήνυμα των Ελλήνων, αλλά η εντύπωσή μου– είναι ότι μπορούμε να πείσουμε τους Έλληνες να δεχτούν μια διζωνική λύση, αν μειωθεί το μέγεθος της περιοχής σας. Φοβούνται ότι, αν η ελληνική περιοχή είναι πολύ μικρή, το αποτέλεσμα θα είναι μαζική έξοδος από το νησί. Αυτό θα οδηγούσε… σε κάτι που είναι πολιτικά αδύνατο να το αποδεχτεί η ελληνική κυβέρνηση», αναφέρει ο Κίσινγκερ στον τότε υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Μελίχ Εσενμπέλ. Προσθέτει: «Δεν έχουν ακόμα πει ότι αποδέχονται μια διζωνική λύση, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι εφικτό να πειστούν να μετακινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, αν η περιοχή σας περιοριστεί. Ο Μπίτσιος μου μίλησε ιδίως για την περιοχή της Μόρφου και για τις περιοχές νοτίως του δρόμου Αμμοχώστου – Λευκωσίας. Νοτίως του παλιού δρόμου, ανάμεσα στο επάνω και το κάτω τμήμα του δρόμου. Δεν τον πίεσα. Ωστόσο, επεσήμανε ότι, παρόλο που θέλει την περιοχή της Μόρφου, υπάρχει τουρκικός πληθυσμός δυτικά της Κυρήνειας».

Ο Κίσινγκερ υποστηρίζει επίσης ότι: «Μίλησα με τον Κληρίδη. Μπορώ να μιλήσω με μεγαλύτερη σιγουριά για τις απόψεις του. Πιστεύω ότι θα το δεχτεί». Σημειώνεται ότι η λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας ήταν «ανάθεμα» για την Κύπρο αλλά στο τέλος επιβλήθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση στην Αθήνα και τη Λευκωσία κατά το περίφημο ταξίδι του Κλαρκ Κλίφορντ στην κυπριακή πρωτεύουσα, αφού στο μεταξύ οι Αμερικανοί φρόντισαν με διάφορους τρόπους, που άγγιζαν τα όρια της παρανομίας, να εξαφανίσουν τις αντιστάσεις των Ελλήνων και των Ελληνοκυπρίων πολιτικών.

Ο Κίσινγκερ κάνει και μία περίεργη αναφορά για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Κύπρου, ενώ δεν παραλείπει να κάνει πλάκα με τον Τούρκο ομόλογό του για τον Μακάριο. Δηλώνει τα εξής: «Η κατάσταση στο Κογκρέσο θα ήταν εντελώς διαφορετική, αν ο Μακάριος ήταν το εμπόδιο. Θα διαπιστώναμε πολύ γρήγορα στις διαπραγματεύσεις αν οι Έλληνες δέχονται τη διζωνική λύση. Αν το εμπόδιο είναι ο Μακάριος… Έχω ετοιμάσει ένα υπόμνημα –μιλάμε σαν φίλοι– για τον ελληνοκυπριακό Τύπο. Αν το πρόβλημα ήταν ο Μακάριος εναντίον των ΗΠΑ, θα μπορούσαμε να το χειριστούμε εσωτερικά. Δεν χρειάζεται να αποφασίσετε αυτή τη στιγμή. Δεν σας πιέζουμε. (…) Είπα ότι δεν ξέρω αν οι Τούρκοι θα αποδεχτούν τον Μακάριο ως πρόεδρο. Φυσικά, κάποια στιγμή ζητήσατε την επιστροφή του (γέλια)».

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ (Memorandum of Conversation) ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ: Μελίχ Εσενμπέλ, Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Σουκρού Ελεκντάγκ, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών, Νετσέντ Τεζέλ, Γενικός Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων, Ερτσουμέντ Γιαβουζάλπ, Γενικός Διευθυντής Αμοιβαίας Ασφάλειας, Ετσμέλ Μπαρούτσου, Διευθυντής Κυπριακών και Ελληνικών Υποθέσεων Δρ. Χένρι Κίσινγκερ, Υπουργός Εξωτερικών και Βοηθός του Προέδρου για τις Υποθέσεις Εθνικής Ασφάλειας, Πρέσβης Γουίλιαμ Μακόμπερ, Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία, Τζόζεφ Σίσκο, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών για τις Πολιτικές Υποθέσεις, Άρθουρ Χάρτμαν, Υφυπουργός Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, Πίτερ Γ. Ρόντμαν, του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΙ ΩΡΑ: Δευτέρα, 10 Μαρτίου 1975, 5:20 – 6:30 μ.μ. ΤΟΠΟΣ: Γραφείο του Υπουργού Εξωτερικών, Άγκυρα, Τουρκία

ΘΕΜΑΤΑ: Διακοπή βοήθειας, Κύπρος

Εσενμπέλ: Εδώ ήταν κάποτε η αίθουσα συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου. Τώρα, υπάρχει μια μεγαλύτερη στον κάτω όροφο. (Επιτρέπεται στους φωτογράφους να μπουν μέσα.) Στην Άγκυρα υπάρχουν έξι εφημερίδες.

Εσενμπέλ: Ναι. Λοιπόν, σας καλωσορίζω στην Άγκυρα, κύριε υπουργέ. Σχεδιάζαμε εδώ και πολύ καιρό αυτή την επίσκεψη. Ελπίζαμε ότι θα καταφέρνατε να έλθετε. Είναι χρήσιμο να ανταλλάξουμε απόψεις, ώστε να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε σε αυτά τα δύο θέματα – το ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας και τη συνάντησή σας με τον Μπίτσιο.

Κίσινγκερ: Κύριε υπουργέ των Εξωτερικών, θέλω να σας εκφράσω την εκτίμησή μου επειδή με δεχτήκατε, πρώτον, σε τόσο σύντομο διάστημα και, δεύτερον, σε μια περίοδο που δεν είναι εύκολη για τις σχέσεις μας, καθώς το Κογκρέσο των ΗΠΑ προέβη σε μια ενέργεια η οποία είναι εντελώς λανθασμένη και με την οποία διαφωνούμε απόλυτα. Το εκτιμάω. Ήθελα να έλθω μετά από τη συνάντησή μου με τον Μπίτσιο, επειδή υπάρχουν μερικές εξελίξεις που, όπως πιστεύω, φέρνουν τα πράγματα λίγο πιο κοντά στις τουρκικές απόψεις. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της βοήθειας, είμαι στη διάθεσή σας, αν θέλετε να συζητήσουμε το ζήτημα. Γνωρίζω ότι το συζητήσατε ήδη με τους συναδέλφους μου (Χάρτμαν και Μακόμπερ) σήμερα το πρωί.

Διακοπή βοήθειας

Εσενμπέλ: Ναι. Τους είπα ότι αντιμετωπίζουμε έντονες πιέσεις για το ζήτημα της βοήθειας –όχι διαδηλώσεις ή τα συνηθισμένα, όμως θα πρέπει να συνειδητοποιήσετε πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπιστούν αυτές οι πιέσεις–, αλλά από τα κόμματα, τους διανοούμενους και το στρατό. Τους λέμε ότι φαίνεται πως το Κογκρέσο των ΗΠΑ έχει καταλάβει το λάθος του. Όμως, θα πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι υπάρχει ένα όριο σε αυτά που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση. Πλησιάζει το τέλος της προθεσμίας. Καθώς αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε εν μέσω μιας κυβερνητικής κρίσης, ίσως να έχουμε στη διάθεσή μας μερικές ακόμα ημέρες, αλλά πολύ σύντομα το ζήτημα θα επανέλθει. Σήμερα το πρωί ο Τύπος ασκούσε κριτική σε εμένα αντί σε εσάς.

Κίσινγκερ: Αν πρέπει να ασκηθεί κριτική σε κάποιον είναι μια καλή λύση (γέλια).

Εσενμπέλ: Ο λαός θέλει να δράσουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα με την ενέργεια του Κογκρέσου – πραγματικά, δεν ενδιαφέρονται για τις τουρκικές ευαισθησίες. Ασφαλώς κατέστρεψαν κάτι εδώ και δεν ενδιαφέρονται. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο – ό,τι μπορούσαν να το κάνουν αδιαφορώντας για το λαό [της Τουρκίας]. Δεν είναι χρηματικό το ζήτημα.

Κίσινγκερ: Καταλαβαίνω.

Εσενμπέλ: Λένε: «Σημειώστε πρόοδο και επιστρέψτε σε εξήντα ημέρες». Αυτό είναι εντελώς λάθος.

Κίσινγκερ: Κύριε υπουργέ των Εξωτερικών, δεν χρειάζεται να σας πω ποια είναι τα αισθήματά μου. Έχω πει δημοσίως ότι δίνουμε βοήθεια στην Τουρκία όχι επειδή κάνουμε χάρη στην Τουρκία, αλλά επειδή αυτό εξυπηρετεί τα αμοιβαία συμφέροντά μας. Το είπα στο αεροδρόμιο. Αντίθετα με τα μέλη του Κογκρέσου, δεν έχω ξεχάσει ότι η Τουρκία έστειλε στρατεύματα στην Κορέα, μια χώρα όπου η Τουρκία δεν έχει συμφέροντα, και ότι οι [Τούρκοι] αιχμάλωτοι –έχουμε κάνει μια μελέτη– ήταν οι μόνοι που δεν συνεργάστηκαν ποτέ με τους Κορεάτες, και [είναι γνωστό] ότι οι Βορειοκορεάτες είναι πολύ βάναυσοι. Όπως η βοήθεια προς την Τουρκία μας «έβαλε» στις παγκόσμιες υποθέσεις, η διακοπή της μπορεί να μας «βγάλει» από τις παγκόσμιες υποθέσεις. Δεν ήταν μια ενέργεια που στρεφόταν εναντίον της Τουρκίας – ήταν μια απόπειρα να καταστραφεί η εξωτερική πολιτική μας. Κατά τη γνώμη μου, αντικατοπτρίζει βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και δεν είναι αντι-τουρκική. Πιστεύω ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Όμως, επειδή οι άνθρωποι που επιτίθενται στη βοήθεια προς την Τουρκία είναι οι ίδιοι που επιτίθενται στο σύνολο της εξωτερικής μας πολιτικής, θα είναι πιο δύσκολο. Αν γινόταν μια μυστική ψηφοφορία, θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε το αποτέλεσμα. Το πρόβλημα είναι πώς θα παραδεχτούν οι άνθρωποι αυτοί [τα μέλη του Κογκρέσου] ότι έκαναν λάθος στην πρώτη ψηφοφορία, πριν από έξι εβδομάδες. Για μερικούς από αυτούς είναι πρόβλημα πολιτικού γοήτρου. Ελπίζω ότι θα δείτε το ζήτημα σαν να έχει αρρωστήσει ένας παλιός φίλος σας και όχι σαν μια επίθεση εναντίον της Τουρκίας. Και ότι θα δείξετε υπομονή. Παραδόξως, στην Αμερική με κατηγορούν για αυτά που κάνετε – ότι με τις ενέργειές μου σας ενθαρρύνω. Ότι αν δεν υπήρχα εγώ, θα είχατε κάνει αυτό που ζητούν. Όπως σας είπε ο Μπιλ Μακόμπερ, καταθέσαμε ένα νομοσχέδιο και ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να το περάσουμε σε μία ή δύο εβδομάδες.

Μακόμπερ: Στη Γερουσία.

Κίσινγκερ: Πιστεύω ότι, αν προσφέρουμε μια δικαιολογία για να αλλάξουν άποψη σε εκείνους που αισθάνονται ενοχές, το έργο μας θα αποδειχτεί πολύ εύκολο. Αν μπορέσουμε να το κάνουμε. Μόλις ολοκληρώσω τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για τη Μέση Ανατολή, πιθανώς σε δύο εβδομάδες, θα φέρω τον Μπιλ πίσω [στις ΗΠΑ] και θα ξεκινήσουμε μια μεγάλη προσπάθεια. Κάναμε μια νομική ανάλυση, σύμφωνα με την οποία θα είναι εφικτό να αποκαταστήσουμε επιμέρους πράγματα πολύ εύκολα, αν ο πρόεδρος και η ηγεσία [της Γερουσίας] συνεργαστούν.

Εσενμπέλ: Μια αποποίηση δικαιώματος.

Κίσινγκερ: Όχι, αρκεί η ειδική εξουσιοδότηση της MAP για ποσά μέχρι 50 εκατομμύρια δολάρια. Η δυσκολία είναι ότι, αν χρησιμοποιήσουμε την αποποίηση δικαιώματος, ίσως να μην καταργήσουν το νόμο. Και μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε μόνο για ένα χρόνο. Και ίσως του χρόνου να μην μπορέσουμε να αλλάξουμε το νόμο. Γι’ αυτό το λόγο, ο πρόεδρος διστάζει να το κάνει. Ο μόνος τρόπος για να χρησιμοποιήσουμε την αποποίηση δικαιώματος είναι αν ο πρόεδρος, με τη σιωπηρή έγκριση των ηγετών και του ελληνικού λόμπι… ίσως του χρόνου το ελληνικό λόμπι να δεχτεί αποποίηση δικαιώματος. Αν, όμως, δέχεστε τεράστιες πιέσεις, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αποποίηση δικαιώματος. Ήθελα να σας εξηγήσω τις επιλογές που έχουμε.

Εσενμπέλ: Τις έχετε ήδη εξηγήσει. Είπατε ότι [η αποποίηση δικαιώματος] ίσως να είναι ο πιο εύκολος δρόμος και ότι ο νόμος θα παραμείνει εν ισχύ. Και ότι τα μέλη του Κογκρέσου διστάζουν να παραδεχτούν ότι η ενέργειά τους ήταν λανθασμένη και ότι θα πουν: «Πού είναι το πρόβλημα; Πήραν τα 50 εκατομμύρια δολάρια». Συμφωνούμε μαζί σας. Είμαστε εναντίον και δεν το θέλουμε. Τις έχετε ήδη εξηγήσει. Είπατε ότι [η αποποίηση δικαιώματος] ίσως να είναι ο πιο εύκολος δρόμος και ότι ο νόμος θα παραμείνει εν ισχύ. Και ότι τα μέλη του Κογκρέσου διστάζουν να παραδεχτούν ότι η ενέργειά τους ήταν λανθασμένη και ότι θα πουν: «Πού είναι το πρόβλημα; Πήραν τα 50 εκατομμύρια δολάρια». Συμφωνούμε μαζί σας. Είμαστε εναντίον και δεν το θέλουμε.

Κίσινγκερ: Σας ευχαριστώ. Εκτιμώ τη στάση σας.

Εσενμπέλ: Η βοήθεια είναι μια μακροπρόθεσμη ανάγκη. Η βοήθεια αποτελεί ένα ουσιώδες στοιχείο της σχέσης μας. Θέλουμε να αποκατασταθεί. Δεν μας ενδιαφέρουν προγράμματα βοήθειας σαράντα, πενήντα ημερών – δεν θέλουμε αυτού του είδους τη σχέση.

Κίσινγκερ: Συμφωνώ μαζί σας.

Εσενμπέλ: Θέλουμε να ξέρουμε πού στεκόμαστε, ώστε ο λαός [της Τουρκίας] να ξέρει ότι μπορεί να εμπιστεύεται ως σύμμαχο τις Ηνωμένες Πολιτείες και να διαγράψει κάθε αμφιβολία. Με αποποιήσεις δικαιώματος διάρκειας σαράντα ημερών δεν μπορούμε να το κάνουμε.

Κίσινγκερ: Η αποποίηση δικαιώματος δεν θα διαρκεί σαράντα ημέρες, αλλά ένα έτος. Όμως, έχετε δίκαιο από ηθική άποψη. Πρέπει να αποκατασταθεί η χορήγηση βοήθειας. Γνωρίζω ότι ο πρόεδρος θα προτιμούσε να αποκατασταθεί η χορήγηση βοήθειας για πολλούς λόγους – πρώτον, για λόγους αρχής και, δεύτερον, επειδή δεν θέλει να εξαρτάται από τον κύριο Μπραδήμα, να αφήνει τον Μπραδήμα να λέει ότι τον βοήθησε και στη συνέχεια να επιστρέφει στην αρχική γραμμή του. Είναι έτοιμος να δηλώσει ότι υπήρξε πρόοδος, αν αποφασίσει να παρακάμψει το νόμο. Θέλει να αποκατασταθεί η χορήγηση βοήθειας για λόγους αρχής και είναι έτοιμος να καταβάλλει κάθε προσπάθεια.

Εσενμπέλ: Προσεγγίσαμε τους Ευρωπαίους και τον Λουνς, και υποτίθεται ότι θα μας στείλει μια απάντηση.

Κίσινγκερ: Εμείς προσεγγίσαμε τους Γερμανούς. Έχουν αρχίσει [να σας στέλνουν];

Γιαβουζάλπ: Όχι βαρύ στρατιωτικό εξοπλισμό, μόνο δευτερεύουσας σημασίας πολεμικό υλικό. Αυτό, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τα ανταλλακτικά που χρειαζόμαστε.

Κίσινγκερ [απευθυνόμενος στον Χάρτμαν]: Αρτ, μπορείς να πας στη Βόνη και να δεις τον Γκένσερ και τον Λέμπερ; Και τον Χέιγκ.

Εσενμπέλ: Θα πρέπει να ενημερώστε τον Ετζεβίτ.

Κίσινγκερ: Ο Ετζεβίτ μάς βοήθησε πάρα πολύ. Ο Αρτ θα δει τους Γερμανούς, όταν θα επιστρέφει [στις ΗΠΑ]. Θα δει, επίσης, και τον Χέιγκ προκειμένου να πάρετε ανταλλακτικά που υπάρχουν σε πλεόνασμα στις αποθήκες. Και ο [πρέσβης Ντέιβιντ] Μπρους βοήθησε σημαντικά.

Εσενμπέλ: Οι Ευρωπαίοι πρέπει να βρουν τρόπους για να καλυφθούν οι επείγουσες ανάγκες μας. Η αεροπορία, για παράδειγμα, χρειάζεται ανταλλακτικά. Για τα υπόλοιπα υλικά που δεν υπάρχουν στις αποθήκες, ίσως θα πρέπει να κάνετε μια συμφωνία με τους Ολανδούς ή άλλους για να μας τα στείλουν.

Μακόμπερ: Αυτό είναι παράνομο.

Κίσινγκερ: Πριν από το Νόμο για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση, συνήθιζα να λέω σε συνεδριάσεις ότι «την παρανομία την κάνουμε αμέσως. Η παραβίαση του συντάγματος παίρνει λίγο περισσότερο» (γέλια). Όμως, μετά το Νόμο για την Ελευθερία στη Πληροφόρηση, φοβάμαι να λέω παρόμοια πράγματα. Θα κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια.

Εσενμπέλ: Ο πρέσβης σας μου είπε το αντίθετο. Στη Γερμανία λένε ότι καθυστέρησαν μια εβδομάδα να το κάνουν, ώστε να μην φανεί ότι έγινε αμέσως μετά από την επίσκεψή σας.

Κίσινγκερ: Απ’ όσο γνωρίζω, είναι εν ισχύ η αποστολή της βοήθειας.

Γιαβουζάλπ: Λένε ό,τι έχει ληφθεί η πολιτική απόφαση, αλλά περιμένουν την κατάλληλη χρονική συγκυρία για να τεθεί σε εφαρμογή η απολιτική απόφαση.

Κίσινγκερ [απευθυνόμενος στον Χάρτμαν]: Μίλα στον Γκένσερ και πες του ότι δίνω τεράστια σημασία σε αυτό το ζήτημα.

Εσενμπέλ: Η δυσκολία είναι ότι υπέγραψαν μια συμφωνία, αλλά δεν προσχωρούν στην εφαρμογή της – το κάνουν τμηματικά.

Κίσινγκερ: Θα στείλω τον Αρτ στη Βόνη. Αν υπάρξουν δυσκολίες, θα σκεφτώ το ενδεχόμενο να σταματήσω και εγώ στη Βόνη.

Γιαβουζάλπ: Θα ενημερώσουμε τον πρέσβη μας.

Χάρτμαν: Στη Βόνη.

Γιαβουζάλπ: Στη Βόνη.

Κίσινγκερ: Θα πρέπει να το κάνουμε σιωπηρά, ώστε να μην βγει στα δελτία των ειδήσεων. [Ο υπουργός Κίσινγκερ συσκέπτεται με τον πρέσβη Μακόμπερ.] Κάτι ακόμα για τη βοήθεια. Εξαιτίας της φύσης των πραγμάτων, θα χρειαστούμε κάποιο διάστημα. Θα χρειαστούμε δύο εβδομάδες για τη Γερουσία και, στη συνέχεια, κάποιο διάστημα ακόμα για να δούμε πώς θα αντιμετωπίσει ο Λευκός Οίκος.

Μακόμπερ: Καθώς θα υπάρξει μια διακοπή των εργασιών [της Γερουσίας], αν δεν το πετύχουμε σε δύο εβδομάδες, θα χρειαστεί να περιμένουμε ακόμα δύο μέχρι να ξαναρχίσουν οι συνεδριάσεις.

Κίσινγκερ: Δεν είναι εφικτό πριν από τον Απρίλη. Αν πετύχουμε στη Μέση Ανατολή, η επιρροή μου θα αυξηθεί έστω κι αν το ένα ζήτημα δεν έχει καμία σχέση με το άλλο. Και να το ζήτημα της Κύπρου εξελιχθεί με τον τρόπο που πρέπει, θα είναι ακόμα πιο εφικτό. Ίσως να καταργηθεί αυτόματα ο νόμος, αν υπάρξει μια διευθέτηση. Ίσως να δηλώσουμε ότι συντελέστηκε ουσιαστική πρόοδος και να προσπαθήσουμε να πείσουμε το Κογκρέσο ότι όντως υπήρξε ουσιαστική πρόοδος. Θα πρέπει να εξετάσουμε αυτό το ενδεχόμενο τον Απρίλιο. [Οι δυο αντιπροσωπείες συσκέπτονται κατ’ ιδίαν.]

Εσενμπέλ: Όπως μου υπενθύμισε ο γενικός γραμματέας, ο χρόνος πιέζει. Για μερικές ακόμα ημέρες η αντιπολίτευση δεν θα προσπαθεί να μας κλονίσει, αλλά θα αρχίσει να το κάνει όταν θα σχηματιστεί η κυβέρνηση. Ο λαός πιστεύει ότι, σύμφωνα το Τρίτο Άρθρο της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, οι σύμμαχοι θα πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλο και να μην επιβάλλουν εμπάργκο ο ένας στον άλλο, κάτι που κάνει κανείς στους εχθρούς του. Οι ΗΠΑ προμηθεύουν με όπλα 100 χώρες και έχουν επιβάλλει εμπάργκο στην Τουρκία. Αν υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση, ο λαός θα αρχίσουν να χάνει την υπομονή του.

Ελεκντάγκ: Ο λαός θεωρεί ότι είναι μια τιμωρία που επιβάλλεται στην Τουρκία επειδή δεν ακολουθεί την πολιτική γραμμή των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι το βλέπει η κοινή γνώμη που προς το παρόν είναι λίγο επιεικής, αλλά θα υπάρξει ένα ξέσπασμα οργής όταν θα σχηματιστεί η κυβέρνηση. Πώς είναι δυνατόν οι ΗΠΑ να κάνουν κάτι τέτοιο στην Τουρκία, που είναι ένας πιστός σύμμαχός τους; Οι διανοούμενοι θεωρούν ότι είναι ένας άγραφος νόμος του ΝΑΤΟ η επιβολή εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων.

Κίσινγκερ: Συμφωνώ μαζί σας. Δεν είμαι εγώ το πρόβλημά σας. Εναντιώθηκα στο εμπάργκο πριν επιβληθεί και εξακολουθώ να εναντιώνομαι μέχρι σήμερα. Υπάρχουν τρεις επιλογές: η πρώτη είναι η αποποίηση δικαιώματος, αλλά αυτό θα καταστήσει πιο δύσκολη την αλλαγή του νόμου. Αν οι πολιτικές πιέσεις που δέχεστε γίνουν πολύ μεγάλες, μπορείτε να μας ζητήσετε να το κάνουμε. Δεύτερον, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι συντελέστηκε ουσιαστική πρόοδος μέσα στο πλαίσιο του υφισταμένου νόμου. Αυτό είναι εφικτό, επειδή, παραδόξως, είναι οι Έλληνες που έχουν κάνει παραχωρήσεις και όχι οι Τούρκοι. Η τρίτη επιλογή είναι να αλλάξουμε το νόμο. Αν η εσωτερική κατάσταση εδώ γίνει πολύ πολύπλοκη, μπορείτε να ενημερώσετε τον Μπιλ. Για να αλλάξει ο νόμος είναι απαραίτητο να μιλήσουμε με μέλη του Κογκρέσου, και θα χρειαστεί να το κάνουμε ο Μπιλ, ο Αρτ κι εγώ. Υπάρχει, εξάλλου, το νομοθετικό καλαντάρι. Και δεν θέλουμε το αποτέλεσμα της ψηφοφορία να είναι αρνητικό. Υπάρχουν, λοιπόν, όλες αυτές οι πολυπλοκότητες. Αν η κατάσταση εδώ γίνει πολύ πολύπλοκη, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αποποίηση δικαιώματος. Αν το κάνουμε, θα πρέπει να είναι για λιγότερα από 50 εκατομμύρια, ώστε να μην θεωρηθεί ότι με αυτό τον τρόπο υποκαθιστούμε την αλλαγή του νόμου. Θα πρέπει να περιοριστούμε στο πολεμικό υλικό που είναι σημαντικό.

Εσενμπέλ: Λέτε ότι είναι προτιμότερος ένα μικρός αριθμός υλικού. Κάτι τέτοιο δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα εδώ. Υποθέτω ότι δεν θα το κάνουμε με μια αποποίηση δικαιώματος.

Κίσινγκερ: Δεν το έχω ακόμα σκεφτεί διεξοδικά. Μπορείτε να μας πείτε τι χρειάζεστε. Δεν θεωρούμε ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για προχωρήσουμε. Ο πρόεδρος δεν θεωρεί ότι είναι ο καλύτερος τρόπος.

Εσενμπέλ: Ούτε σε εμάς αρέσει αυτός ο τρόπος. Οι αξιωματικοί μάς λένε ότι δεν τους αρέσει. Θα πρέπει να δείτε τι θα κάνετε με τη Γερουσία. Οι άνθρωποί μας λένε ότι πρέπει να μιλήσετε στον Τζάβιτς. Ένας από τους γερουσιαστές μας τον συνάντησε και μίλησε μαζί του. Του είπε: «Είμαι φίλος της Τουρκίας. Τι είστε, πολιτικός ή διπλωμάτης;». Ο γερουσιαστής μας του απάντησε ότι είναι πολιτικός. Ο Τζάβιτς του είπε: «Το ίδιο κι εγώ, και ψήφισα εναντίον».

Κίσινγκερ: Όμως, έχουμε αρχίσει να αντιστρέφουμε τα πράγματα.

Εσενμπέλ: Μίλησα στον Ρόζενταλ κι έχασα δυο ώρες μαζί του. Είπε ότι έπρεπε να «λοξοκοιτάξει» προς τον Καραμανλή. Είπε ότι «πρέπει να δώσω κάτι».

Κίσινγκερ: Ναι, αλλά αυτό δεν έγινε το περασμένο φθινόπωρο.

Εσενμπέλ: Αυτό είναι το ανησυχητικό, ότι σκέπτονται με τόση επιπολαιότητα για την Τουρκία.

Κίσινγκερ: Δεν έχει καμία σχέση με την Τουρκία. Οφειλόταν στις ασυνήθιστες καταστάσεις που υπήρχαν πέρσι – οφειλόταν στο Γουότεργκεϊτ, στο ότι ο πρόεδρος δεν ήταν εκλεγμένος και στην προεκλογική περίοδο, όλοι ήταν τρομοκρατημένοι. Νομίζω ότι είναι λάθος να θεωρείτε ότι στρεφόταν εναντίον της Τουρκίας. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το Κογκρέσο θα είχε υιοθετήσει ένα ψήφισμα και θα το είχαμε αγνοήσει.

Mακόμπερ: Δεν πίστευαν ότι θα περάσει.

Κίσινγκερ: Δεν είναι αυτό το ζήτημα. Πίστευαν ότι θα περάσει και ότι θα βάζαμε βέτο. Όμως, έγινε μόλις ο πρόεδρος είχε δώσει χάρη στον πρόεδρο Νίξον. Τώρα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να τους βοηθήσουμε να αλλάξουν στάση. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατούσε μέχρι τον Ιανουάριο ήταν πολύ άσχημη. Σήμερα, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι αμυντική.

Μακόμπερ: Έχετε απόλυτο δίκιο. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη Γερουσία έχει αρχίσει να μεταβάλλεται. Μπορεί να το αισθανθεί κανείς. Στον Λευκό Οίκο, η μεταβολή δεν είναι εξίσου αισθητή. Στον Λευκό Οίκο, η ηγεσία είναι υπέρ της αλλαγής. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι πώς οι άνθρωποι αυτοί θα εξηγήσουν την αλλαγή στάση τους.

Κύπρος

Κίσινγκερ: Ας μιλήσουμε για την Κύπρο. Αν κάνετε κάποιες παραχωρήσεις, ίσως να καταφέρουμε να δείξουμε ότι υπήρξε πρόοδος και θα μπορούν να ισχυριστούν ότι βοηθούν στο να υπάρχει πρόοδος. Θέλω να πω το εξής για την Κύπρο. Στις προηγούμενες συζητήσεις μας για την Κύπρο, δεν ασχοληθήκαμε με τα θεμελιώδη προβλήματα. Συζητήσαμε για το αεροδρόμιο της Αμμοχώστου. Αυτό συνέβη εν μέρει εξαιτίας του Κογκρέσου. Θέλαμε να δείξουμε ότι υπάρχει πρόοδος. Όμως, όπως είπατε κι εσείς, η καρδιά του προβλήματος είναι η διοικητική διάρθρωση της Κύπρου και, ίσως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο να βρεθεί η λύση και για τα άλλα προβλήματα. Η εντύπωσή μου –δεν είναι ένα μήνυμα των Ελλήνων, αλλά η εντύπωσή μου– είναι ότι μπορούμε να πείσουμε τους Έλληνες να δεχτούν μια διζωνική λύση, αν μειωθεί το μέγεθος της περιοχής σας. Φοβούνται ότι, αν η ελληνική περιοχή είναι πολύ μικρή, το αποτέλεσμα θα είναι μια μαζική έξοδος από το νησί. Αυτό θα οδηγούσε… σε κάτι που είναι πολιτικά αδύνατο να το αποδεχτεί η ελληνική κυβέρνηση. Δεν έχουν ακόμα πει ότι αποδέχονται μια διζωνική λύση, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι εφικτό να πειστούν να μετακινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, αν η περιοχή σας περιοριστεί. Ο Μπίτσιος μου μίλησε ιδίως για την περιοχή της Μόρφου και για τις περιοχές νοτίως του δρόμου Αμμοχώστου – Λευκωσίας. Νοτίως του παλιού δρόμου, ανάμεσα στο επάνω και το κάτω τμήμα του δρόμου. Δεν τον πίεσα. Ωστόσο, επεσήμανε ότι, παρόλο που θέλει την περιοχή της Μόρφου, υπάρχει τουρκικός πληθυσμός δυτικά της Κυρήνειας.

Εσενμπέλ: Στη Λεύκα.

Κίσινγκερ: Στη Λεύκα, που προφανώς θα πρέπει να αποτελέσει τμήμα της τουρκικής ζώνης. Η εντύπωση μου από τις συνομιλίες μου με τον Μπίτσιο είναι ότι θέλει να ξεκινήσουν από την αρχή οι διαπραγματεύσεις. Και θέλει οι διαπραγματεύσεις να αρχίσουν έξω από τη Λευκωσία – για λόγους για τους οποίους όλοι συμφωνούμε. Αυτό ζητάει από τον ΟΗΕ – και θα συνεχιστούν είτε στη Νέα Υόρκη είτε στη Βιέννη είτε στη Γενεύη. Προτιμάει τη Νέα Υόρκη, αλλά αυτό είναι ένα δευτερεύον ζήτημα. Διέκρινα για πρώτη φορά μια προθυμία να συζητήσει τη διζωνική λύση, ότι η σκέψη του κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, το συσχετίζει με τη μείωση των εδαφών. Και ο πρέσβης μας έχει σχηματίσει την ίδια εντύπωση. Σε ό,τι αφορά στο να είναι ο Μακάριος ο πρόεδρος της νέας κυβέρνησης δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο να γίνει μια πρόταση στους Έλληνες. Αν αυτό είναι εφικτό, τότε είναι προς το συμφέρον όλων να παραμεριστούν τα δευτερεύοντα ζητήματα και να δούμε αν μπορεί να υπάρξει μια διευθέτηση. Σε αυτή την περίπτωση, θα γίνει διεθνώς αποδεκτή η βασική σας πρόταση –μια διζωνική λύση, αν η περιοχή περιοριστεί– και η Τουρκία θα μπορεί να κρίνει η ίδια τι είναι καλύτερο για το συμφέρον της. Και για τη βασική του νησιού. Και για τα υπόλοιπα ζητήματα, ώστε να διευθετηθούν πιο εύκολα. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησα να έλθω εδώ. Αν τους ρωτήσετε ευθέως αυτή τη στιγμή «δέχεστε τη διζωνική λύση;» θα απαντήσουν όχι. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούν να μετακινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Και πρέπει να σκεφτείτε να είναι προτιμότερο να το αφαιρέσετε από τη διεθνή ατζέντα. Η στρατηγική του Μακαρίου είναι προφανής – θέλει να αναμειχθούν οι Ρώσοι. Πριν από τρεις εβδομάδες λάβαμε μια επιστολή από τον Μπρέζνιεφ στη οποία δεν έχουμε απαντήσει και στην οποία μας ρωτούσε αν συμφωνούμε στη διεθνοποίηση. Αν οδηγηθούμε εκεί, θα είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της διζωνικής λύσης. Δεν σας το προτείνω, αλλά αυτή την εντύπωση έχω σχηματίσει για την ελληνική θέση. Το παράξενο είναι ότι η διακοπή της βοήθειας έκανε πιο ευέλικτους τους Έλληνες και όχι τους Τούρκους (γέλια). Είναι παράδοξο, αλλά αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Αν αρχίσουν διαπραγματεύσεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούμε, αντί να παραβλέπουμε το νόμο, να ισχυριστούμε ότι σημειώθηκε ουσιώδης πρόοδος. Το Κογκρέσο θα χρειαστεί πολύ θράσος για να μας αψηφήσει. Και οι Έλληνες θα έχουν κάθε λόγο να είναι επιφυλακτικοί, επειδή, αν διακοπούν [οι διαπραγματεύσεις] και αποχωρήσετε, δεν θα κερδίσουν τίποτα. Μίλησα με τον Κληρίδη. Μπορώ να μιλήσω με μεγαλύτερη σιγουριά για τις απόψεις του. Πιστεύω ότι θα το δεχτεί. Η κατάσταση στο Κογκρέσο θα ήταν εντελώς διαφορετική, αν ο Μακάριος ήταν το εμπόδιο. Θα διαπιστώναμε πολύ γρήγορα στις διαπραγματεύσεις αν οι Έλληνες δέχονται τη διζωνική λύση. Αν το εμπόδιο είναι ο Μακάριος… Έχω ετοιμάσει ένα υπόμνημα –μιλάμε σαν φίλοι– για τον ελληνοκυπριακό Τύπο. Αν το πρόβλημα ήταν ο Μακάριος εναντίον των ΗΠΑ, θα μπορούσαμε να το χειριστούμε εσωτερικά. Δεν χρειάζεται να αποφασίσετε αυτή τη στιγμή. Δεν σας πιέζουμε. Έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Καραμανλής θέλει μια γρήγορη λύση. Είπα στον Μπίτσιο ότι η οποιαδήποτε λύση θα είναι κακή για την Ελλάδα. Του είπα: «Όσο περισσότερο περιμένετε, τόσο περισσότερο το μετατρέπετε σε ένα εσωτερικό ζήτημα. Η μόνη διαφορά είναι αν θα πάρετε λίγο περισσότερο ή λίγο λιγότερα. Ό,τι κι αν πάρετε, οι επικριτές σας θα σας κατηγορήσουν ότι υπογράψατε μια κακή συμφωνία». Μου απάντησε: «Συμφωνώ μαζί σας». Ο πρέσβης μας συνάντησε τον Καραμανλή χθες το απόγευμα και ο Καραμανλής συμφώνησε με την ανάλυσή μου για την κατάσταση. Επομένως, όσα σας είπα μπορούν κατά τη γνώμη μου να γίνουν αποδεκτά από την ελληνική κυβέρνηση. Ο Καραμανλής επισήμανε ότι, πέρα από ένα ορισμένο σημείο, θα ήταν αδιανόητο να διαχειριστεί την κατάσταση – για παράδειγμα, αν υπάρξει μια μαζική έξοδος από το νησί, θα ήταν ολέθρια για αυτόν. Άρα, θα πρέπει να υπάρχουν αρκετά εδάφη χώρος για να ζει σε αυτά ο ελληνικός πληθυσμός. Είπα ότι δεν ξέρω αν οι Τούρκοι θα αποδεχτούν τον Μακάριο ως πρόεδρο. Φυσικά, κάποια στιγμή ζητήσατε την επιστροφή του (γέλια). [Έφεραν ένα χάρτη της Κύπρου και τον τοποθέτησαν πάνω σε ένα τραπέζι. Ο υπουργός Κίσινγκερ έδειξε πάνω στο χάρτη.] Είπε ότι χρειαζόταν κάτι εκεί, κάτω από το δρόμο, ανάμεσα στον παλιό και τον καινούριο δρόμο. Κάτω από τον παλιό δρόμο. Μου έδειξε κάτι στο χάρτη, αλλά δεν έδωσα σημασία επειδή δεν ήταν δική μου δουλειά να διαπραγματευτώ. Δεν είπε ότι αυτά ήταν όλα όσα ήθελε, αλλά ανέφερε συγκεκριμένα αυτές τις δυο περιοχές. Και, επιπλέον, ανέφερε το ζήτημα της εξόδου. Δεν είπε ότι πρόκειται για όλη την περιοχή ανάμεσα στους δυο δρόμους.

Εσενμπέλ: Εννοούσε διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Κληρίδη και τον Ντενκτάς, ή ανάμεσά μας.

Κίσινγκερ: Είπε ότι χρειαζόταν μια δικαιολογία για να επανέλθει στις συνομιλίες μετά από τη δήλωσή σας [για αυτόνομο κράτος]. Δεν μπορεί να επιστρέψει στις συνομιλίες για το ίδιο θέμα. Αυτό ζητάει από τον ΟΗΕ. Η ιδέα του είναι να συναντηθείτε για το Αιγαίο και φυσικά, ενώ θα συζητάτε για το Αιγαίο, κανείς δεν θα μπορεί να σας εμποδίσει να μιλήσετε και για κάτι άλλο. Όμως, δεν μπορεί να σας συναντήσει για το Αιγαίο μέχρι να αρχίσουν οι άλλες συνομιλίες.  Συμφωνεί ότι δεν πρέπει να υπάρξει διεθνοποίηση. Είπε ότι παρόλο που θα είναι ολέθρια η τάση προς μια πολεμική αντιπαράθεση, θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί αν δεν υπάρξει λύση. Δεν την επιθυμεί – και δεν το είπε με απειλητικό τρόπο. Συνειδητοποιεί ότι θα ήταν μια καταστροφή για την Ελλάδα.

Εσενμπέλ: Σε αυτό συμφωνούμε όλοι – είναι το μόνο (γέλια).

Κίσινγκερ: Είπα στον πρέσβη μας να ελέγξει μαζί του την ανάλυσή μου για την κατάσταση και, τελικά, είπε…

Εσενμπέλ: Ελπίζουμε ότι οι συνομιλίες θα ξαναρχίσουν και το ελέγξαμε μαζί τον πρέσβη σας και τον κύριο Χάρτμαν.

Κίσινγκερ: Τι συμβαίνει στη Νέα Υόρκη;

Εσενμπέλ: Συναντιούνται αυτή τη στιγμή. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει ένα ψήφισμα που θα ζητάει από το γενικό γραμματέα να καλέσει τα δυο μέρη σε συνομιλίες κάπου. Ελπίζουμε όχι στη Νέα Υόρκη.

Κίσινγκερ: Τι έχετε εναντίον της Νέας Υόρκης; Δεν θέλω να σας πιέσω.

Εσενμπέλ: Δεν πρέπει να είναι υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ούτε θα πρέπει να αναμειχθεί ο ΟΗΕ. Θα πρέπει να επιλυθεί από τους Κυπρίους. Μίλησα στο γενικό γραμματέα και συμφώνησε.

Κίσινγκερ: Τι λέτε για τη Βιέννη;

Εσενμπέλ: Ναι, προτείναμε τη Βιέννη. Μπορεί να παραστεί ο αντιπρόσωπός του, όπως είχε κάνει ο Βέκμαν.

Σίσκο: Υπό το πρίσμα των όσων είπε ο υπουργός, είναι πολύ σημαντικό να διευθετηθεί κάποιο από τα ζητήματα στη Νέα Υόρκη.

Κίσινγκερ: Δεδομένης της ματαιοδοξίας του Βαλντχάιμ, θα είναι δύσκολο να τον κρατήσουμε έξω από τις συνομιλίες (γέλια). Δεδομένου του γενικού επιπέδου των ικανοτήτων, τι ζημιά μπορεί να κάνει; (γέλια).

Εσενμπέλ: Κατέγραφε πρόχειρα τα όσα έλεγα.

Κίσινγκερ: Σήμερα το πρωί στείλαμε στον Μπίτσιο ένα μήνυμα ότι θέλουμε να επεξεργαστεί ένα προσχέδιο που θα έχει τη συναίνεση της Τουρκίας. Δεν θέλουμε να αναμειχθούμε άμεσα στην εκπόνηση του προσχεδίου, επειδή θα είμαστε συνέχεια πίσω από τα γεγονότα. Πάντως, ο Μπούφουμ έχει εντολές να εργαστεί εποικοδομητικά.

Εσενμπέλ: Θα συναντηθούμε αύριο.

Κίσινγκερ: Η δυσκολία θα είναι –να το έχετε υπόψη σας, κύριοι, όταν συσκέπτεστε μεταξύ σας– ότι οι Έλληνες δεν μπορούν να αποδεχτούν μια διζωνική διευθέτηση εκτός αν μειωθεί η περιοχή σας. Αν τους ρωτήσετε αυτή τη στιγμή αν δέχονταν τη διζωνική λύση, θα απαντήσουν όχι. Όμως, αν μπορούμε να συνδυάσουμε μερικά πράγματα ώστε να αποδεχτούν μια διζωνική διευθέτηση, θα πάρουν διαβεβαιώσεις ότι θα μειωθεί η περιοχή σας…

[Η συνάντηση τέλειωσε στις 6:30 μ.μ.]

Το έγγραφο φωτιά του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που καίει τον Χένρι Κίσιγκερ…

Πηγή: Όλη η αλήθεια για την πολιτική του Κίσινγκερ εναντίον της Κύπρου: Τον καίει δικό του απόρρητο έγγραφο http://mignatiou.com/2017/07/oli-i-alithia-gia-tin-politiki-tou-kisingker-enantion-tis-kiprou-ton-kei-diko-tou-aporrito-engrafo/

Πώς δεν έγινε η Ένωσις το 1964

2

Την περίοδο από το Ιούνιο του 1964 ως τον Δεκέμβριο του 1967, ολόκληρη η Κύπρος συνδεόταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την Ελλάδα. Στην ουσία το νησί μας ήταν ντε φάκτο ενωμένο με την Ελλάδα. Ελεγχόταν από τον ελληνικό στρατό και την Εθνική Φρουρά από τη μια άκρη ως την άλλη, μ’ εξαίρεση κάποιους τ/κυπριακούς θύλακες, που ήταν όμως σχετικά εύκολο ζήτημα η εξουδετέρωσή τους σε περίπτωση ανάγκης. Νοουμένου δε, ότι όλες οι άμεσα εμπλεκόμενες χώρες ανήκαν στην ίδια συμμαχία, το ΝΑΤΟ, νοουμένου ότι η λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν μόλις είκοσι χρόνια πίσω και η συμβολή της Ελλάδος στη νίκη εναντίον του Άξονα ήταν ακόμα πασίγνωστη στη Δύση, όπως και η αρνητική στάση της Τουρκίας, κι ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την Ένωση ήταν όχι μόνο πολύ γνωστός και είχε στηριχθεί   συναισθηματικά από πολλές χώρες, ομάδες, κόμματα, απελευθερωτικά κινήματα του εξωτερικού, διανοούμενους κ.α., τίθεται το ερώτημα πώς έγινε ώστε η διπλωματία μας να μην είχε καταφέρει να πείσει τους Δυτικούς ότι το συμφέρον όλων θα εξυπηρετείτο απόλυτα με την απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα, όταν η Ένωση συζητιόταν επίσημα πια στη Γενεύη με αμερικανική πρωτοβουλία. Πώς τα είχαμε καταφέρει ώστε η τότε ντε φάκτο Ένωση να μην ακολουθήσει τη φυσιολογική της πορεία και να μετατραπεί και σε ντε γιούρε; Πώς τα καταφέραμε δέκα χρόνια μετά να χαθεί το μέγα πλεονέκτημα και  ν’ αποδοθεί η μισή σχεδόν Κύπρος στην Τουρκία, με απρόβλεπτους κινδύνους πια για ολόκληρο το νησί;

Είναι δύσκολο να μην κάνει κάποιος τις ακόλουθες σκέψεις και να μην θέτει αυτά τα ερωτήματα:

Αν πραγματοποιείτο η Ένωση θα είχαμε τον εθνικό διχασμό  Μακαριακοί – Γριβικοί, θα είχαμε την άνοδο της Χούντας στην Ελλάδα, θα είχαμε την εντελώς λάθος κίνηση του Διγενή να δημιουργήσει την ΕΟΚΑ Β΄, τον άτυπο, εμφύλιο πόλεμο στην Κύπρο; Θα είχαμε το μίσος ανάμεσα στις ελληνικές κυβερνήσεις από τη μια, νόμιμες και παράνομες, δημοκρατικές και δικτατορικές και από την άλλη τον Μακάριο και τους υποστηρικτές του, και κατ’ ακολουθία θα είχαμε το μίσος ανάμεσα στον ελληνικό στρατό και τον Μακάριο, που θα κατέληγε στο πραξικόπημα του Ιωαννίδη το ’74, το οποίο έδωσε την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει με τους τόσους θανάτους, τους βιασμούς, τους εκτοπισμούς από τις προγονικές εστίες, τους εποικισμούς με μουσουλμάνους της Ασίας; Θα είχαμε σήμερα τον κίνδυνο που επικρέμεται, δαμόκλειος σπάθη, πάνω από όλη την Κύπρο; Και ακόμα τίθεται το δραματικό ερώτημα, αν γινόταν η Ένωση, θα ήταν σήμερα η Τουρκία η υπερδύναμη που έγινε και απειλεί καθημερινά το Αιγαίο; Και δεν θα ήταν η Ελλάς μια πολύ ισχυρότερη χώρα από ό,τι είναι σήμερα, αφού θα είχε πια τη δυνατότητα επέκτασης των χωρικών της υδάτων και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της, ώστε να μη φτάναμε ποτέ, όλοι, στην παρούσα οικονομική κρίση;

Το χειρότερο από όλα είναι ότι παραμένει ακόμα κοινωνιολογικά αδιερεύνητο το ερώτημα αν η σημερινή ελλαδική παρακμή, όπως και η επακόλουθη κυπριακή, πνευματική και οικονομική, όσο ελαφρά διαφοροποιημένη κι αν είναι η μια από την άλλη, είχαν και οι δύο ως κύριο γενεσιουργό αίτιό τους την εθνική ντροπή της αποχώρηση της Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967. Τι είδους «πολίτες» βγαίνουν από έναν στρατό που έχοντας αναλάβει μια  εκστρατεία απελευθέρωσης δουλομένων από αιώνες αδελφών, βάζει τελικά την ουρά στα σκέλια   και   εγκαταλείπει;   Ασχέτως   αιτίων  και  ενόχων,  που έλαβαν ή προετοίμασαν τέτοιες αποφάσεις, αυτοί οι πρώην έτοιμοι, πιστοί και αποφασισμένοι στρατιώτες -όπως βεβαιώνουν οι μαρτυρίες- πόσο αναμενόμενο ήταν να καταλήξουν σε ανεύθυνους τομαριστές «πολίτες», φυγόστρατους, φοροφυγάδες ζεμανφουτιστές στην πλειονότητά τους; Δεν θα ήταν δικαιολογημένοι να μην έχουν πια πίστη στην ηγεσία του έθνους και του κράτους τους, που τους πρόδωσε, τη στιγμή μάλιστα που όλα τα ΜΜΕ της μετέπειτα και μέχρι σήμερα εποχής, λαϊκίζοντας ως επί το πλείστον, τελούν υπό την ασφυκτική πίεση της υποδούλωσης του έθνους στους ξένους, με αποτέλεσμα να δίνουν μηδαμινή προσοχή στην ανίχνευση των αιτίων μιας τέτοιας  πνευματικής υποδούλωσης; Αντίθετα, μάλιστα, αντί ν’ αναζητούν τρόπους και μεθόδους επαναξιολόγησης, επιστράτευσης και προβολής των παραδόσεων και των αρετών του έθνους, τα ΜΜΕ γίνονται οι κύριοι μεταπράτες και εισαγωγείς όλων εκείνων των τρόπων που καταστρατηγούν ως άχρηστες και ξεπερασμένες αυτές τις παραδόσεις και τις αρετές του έθνους.

Από την άλλη, πώς αλλιώς παρά το λιγότερο ως «διαβρωτική», μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την επίδραση που είχε πάνω στους Κυπρίους η εγκατάλειψή τους από τη Μεραρχία, δηλαδή από την ίδια την Ελλάδα, στην οποία ολόψυχα και αγνά, μέχρι θανάτου ή ελευθερίας πίστεψαν; Η αποχώρηση της Μεραρχίας δικαίωνε απόλυτα τους άπιστους, τους αμφισβητίες, τους εχθρούς του οράματος της Ενώσεως, και πετούσε ως αφελείς και άχρηστους στον Καιάδα τους πιστούς πατριώτες. Αργότερα, με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, αυτούς τους τελευταίους θα τους έλεγαν και «προδότες», επειδή το ήθος και η εντιμότητά τους δεν τους επέτρεπαν να εγκαταλείψουν το όραμα της Ενώσεως, την ίδια την ταυτότητά τους,.

Το ερώτημα αναδύεται τεράστιο και εφιαλτικό: Είναι δυνατόν για όλην αυτή την κατρακύλα να υπήρξε Ένας και μόνον ένοχος, ο οποίος μάλιστα ως απόδειξη της πλήρους και γενικής παρακμής να θεωρείται ακόμα από μεγάλες μάζες λαού ως μέγας ήρως της Αντίστασης κατά της «ξένης συνωμοσίας»; Αλλά, ποιας «αντίστασης» και ποιας «ξένης συνωμοσίας»;   Πώς   είναι   δυνατόν  ένας  ώριμος  λαός  και   μια ώριμη ηγεσία, αρκούντως παιδευμένοι στην τραγική περιπέτεια του ανθρώπου επί της γης, να μην καταλαβαίνουν ότι το κάθε έθνος, η κάθε ομόγλωσση και ομόθρησκη ανθρώπινη, οργανωμένη ομάδα, αισθάνεται έναν υπαρκτό και άμεσο κίνδυνο επιβίωσης και γι’ αυτό φροντίζει να υπηρετεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά τον στόχο τής εν ευημερία επιβίωσής της; Πώς είναι δυνατόν ένα έθνος να εξαντλείται κυριολεκτικά σε υποκριτικές φωνασκίες περί ανήθικων «συνωμοσιών» των άλλων εθνών εις βάρος του, τα οποία δεν κάνουν άλλο παρά να επιδιώκουν τη διασφάλιση των δικών τους όρων επιβίωσης, όπως καλύτερα τους  αντιλαμβάνονται; Μια τέτοια αντίληψη του περιβάλλοντος κόσμου δεν αποτελεί παρά την ύστατη απόδειξη της αδυναμίας αυτής της ομάδας, αυτού του έθνους να επιβιώσει υπό τις παρούσες συνθήκες επί της γης.

Για τους Έλληνες η εκτροπή, υπό τη μορφή της αναζήτησης «ήθους» στους άλλους, που έθεσε σε δεύτερη, αν όχι σε ανύπαρκτη θέση την προσωπική υποχρέωση του Έλληνα πολίτη απέναντι στην πατρίδα του, φαίνεται να ευκολύνθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη μυθολογία των «υποχρεώσεων», ειδικά των Δυτικών, απέναντι στην αρχαία Ελλάδα, την οποία μόνο οι νεοέλληνες θεωρούν ως πρόγονό τους, ενώ οι Δυτικοί δύσκολα  αποδέχονται μια τέτοια πραγματικότητα, κι έχουν κάθε ευχέρεια και δικαιολογία να μην την αποδέχονται. Το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι Νεοέλληνες έχουν πολλή σχέση με την κλασσική Ελλάδα, δεν διαφοροποιεί την παρούσα κατάσταση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των παρερμηνειών και των εκτροπών, αλλά και της εκμετάλλευσης, για σκοπούς ψηφοθηρίας, εκ μέρους πλείστων ελληνικών ηγεσιών των συναισθημάτων του λαού, πρέπει ν’ αναζητηθούν οι διαλυτικές του ζόφου και καθοδηγητικές για το μέλλον απαντήσεις. Έχοντας οι πρόγονοι των Ελλήνων κερδίσει με πολύ αίμα και πολύ μόχθο ένα ύψιστο επίπεδο πολιτικής ευθύνης και πνευματικής καλλιέργειας στη διάρκεια της κλασσικής εποχής, ξέπεσαν στα χέρια άξεστων εισβολέων εξουσιαστών, οι οποίοι αφού έδειξαν αρχικά να ηττούνται πνευματικά μετατράπηκαν στη συνέχεια σε παντός είδους αντιπάλους. Ένα αποτέλεσμα ήταν να δημιουργήσει ο ελληνικός λαός για τον εαυτό του μια ισχυρότατη παράδοση «αντιδυτικισμού», στο πλαίσιο του οποίου θα πρέπει, ίσως, ν’ αναζητηθεί η απάντηση και στην αποτυχία του πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη Μακάριου Γ΄ και του λαού του -που τυφλά τον ακολούθησε- να εννοήσει και ν’ αξιοποιήσει τη στιγμή που του δόθηκε, την ευκαιρία να ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα, υπέρ μιας μεγαλύτερης Ελλάδας, δηλαδή υπέρ μιας καλύτερης ευκαιρίας όλων των Ελλήνων για επιβίωση σε συνθήκες αντίστοιχες με τις παρούσες των άλλων ευρωπαϊκών εθνών.

Το γεγονός ότι υπάρχει μαρτυρία, που ναι μεν δεν αποδεικνύεται επειδή η αμερικανική πλευρά φρόντισε την δια παντός πλήρη εξαφάνισή της, ότι ο πρώην υπ. Εξ. των ΗΠΑ, Ντην Άτσεσον, ήταν στη μισθωμένη υπηρεσία των ελληνικών συμφερόντων όταν κλήθηκε να επιτύχει «λύση» στην ελληνοτουρκική διένεξη, άλλως «κυπριακό  πρόβλημα», το γεγονός, λοιπόν, ότι δεν αποδεικνύεται αυτή η μαρτυρία (Κουράγιο Πηνελόπη, Αρμός 2013, αναφορές στην εταιρία Covington& BurlingLLPκαι  IoannidesDemetriouLLC), δεν αλλάζει καθόλου τα δεδομένα: Η ευκαιρία για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, χωρίς εδαφικές παραχωρήσεις στην Τουρκία, δόθηκε, κατ’ ακρίβεια αφέθηκε στη διάθεση των Ελλήνων αν ήθελαν και αν μπορούσαν να την αξιοποιήσουν. Ο μεν αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν ήθελε, ο δε πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν μπορούσε, έχοντας τα χέρια δεμένα από τον ίδιο τον Μακάριο: Μια πανάρχαια ιστορία ανικανότητας των Ελλήνων να συνεννοηθούν μεταξύ τους υπέρ του κοινού συμφέροντος.

Ένας Αμερικανός αξιωματούχος, ο Φίλιπς Τάλμποτ, βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ τις κρίσιμες εκείνες μέρες του Αυγούστου 1964 (πρέσβης αργότερα, 1965-1969, των ΗΠΑ στην Ελλάδα), το είπε με δικά του λόγια, έστω κι αν πολύ πιθανόν να είχε άλλα στο νου του τη δεδομένη στιγμή: «Δεν μπορούμε να βασιστούμε στους Έλληνες ότι θα δράσουν υπέρ των συμφερόντων τους» (Wecan’tcountontheGreekstoactintheirownbestinterests[1]).

Η ιστορία, σε πολύ γενικές γραμμές, έχει ως εξής: Τη σημαδιακή μέρα 9η Ιουλίου, του 1964, με την έναρξη των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στη Γενεύη, ο Ντην Άτσεσον ρώτησε τους Τούρκους αν θα τους ενδιέφερε μια βάση στην Καρπασία με αντάλλαγμα την Ένωση της υπόλοιπης Κύπρου με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι απάντησαν επί τόπου και αμέσως ότι εκείνοι ήθελαν διχοτόμηση ή ομοσπονδία, διαφορετικά ας έκανε η Ελλάδα την Ένωση ως faitaccompli(ήταν ήδη faitaccompliη Ένωση), πάντως εκείνοι δεν θα την αναγνώριζαν αλλά θα συνέχιζαν τις πιέσεις και τις απειλές. Ο Άτσεσον, όμως, έπρεπε να κλείσει το θέμα με συμφωνία κι όχι με συνέχιση των διαφορών και των απειλών, που αργά ή γρήγορα θα κατέληγαν σε πόλεμο μέσα στο ΝΑΤΟ, πράγμα εντελώς αδιανόητο και απαράδεκτο για τους Αμερικανούς. Οπότε, τους ρώτησε αν θα τους ικανοποιούσε και μια λωρίδα από Λευκωσία ως Κερύνεια μέσα στην οποία οι Τ/κύπριοι να είχαν πλειοψηφία και αυτονομία, όχι πάντως κράτος εν κράτει! Κι ακόμα, όπου υπήρχε τ/κυπριακή πλειονότητα, σε 2-3 περιοχές, να μπορούσε να αποφασίζει για τοπικά θέματα. Με την  ευκαιρία, ο γνωστός  Νιχάτ Ερίμ (ο κύριος Τούρκος συνομιλητής), εκστόμισε κάμποσες απειλές εκδίωξης των Ελλήνων κατοίκων Τουρκίας και του Πατριαρχείου, αν δεν έκλεινε σύντομα το θέμα. Πέταξε και μια κουβέντα για το Καστελλόριζο, που θα ενίσχυε την ασφάλεια της Τουρκίας κι ύστερα είπε πως πρόσφατα έγινε στην Αμερική και μια άλλη κουβέντα «λύσης» με ανταλλαγή. Η Λέσβος και η Σάμος ή η Κως να δίνονταν στην Τουρκία και η Κύπρος στην Ελλάδα.

Αυτά και άλλες περίπλοκες λεπτομέρειες περί δικαιωμάτων των Τ/κυπρίων που να ήταν μεν υπόλογοι στην Αθήνα ή στον τοπικό Έλληνα νομάρχη αλλά και περί δικαιωμάτων προσφυγής τους σε διεθνείς επιτροπές και ειδικά δικαστήρια, όπως και κάποιες πιθανές παραχωρήσεις πάνω σε γεωγραφική βάση, όλ’ αυτά που «πρότεινε» ο Άτσεσον δεν ήταν, βέβαια, ούτε αφέλειες αλλ’ ούτε και αμετακίνητες αμερικανικές θέσεις, αφού ήξερε πολύ καλά ότι στη γενικότητά τους δεν ανταποκρίνονταν στις ελληνικές θέσεις και θα απορρίπτονταν από την ελληνική πλευρά. Όπως κι έγινε. Ο Έλληνας συνομιλητής, Δημήτριος Νικολαρεΐζης, διπλωμάτης που διακρίθηκε και στα γράμματα και τις τέχνες, δεν άργησε να απαντήσει στον Άτσεσον πως όλα τούτα ήταν πολύ μακριά από τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης. Εξάλλου η Ελλάδα ζητούσε αυτοδιάθεση των Κυπρίων και όχι Ένωση (αυτή ήταν αρχικά η επίσημη πολιτική) και δεν έβλεπε τώρα πώς συζητείτο η Ένωση με εδαφικές ανταλλαγές! Στο σημείο αυτό επενέβη ένας βοηθός του Άτσεσον και είπε ότι οι Έλληνες έπρεπε να καλλιεργήσουν στην Κύπρο ένα λαϊκό αίτημα υπέρ της Ένωσης[2]!

Στο μεταξύ, ενθαρρυμένοι οι Τούρκοι από την «προσφορά» του Άτσεσον επέστρεψαν με επιπρόσθετες απαιτήσεις.

Απαντώντας ο Παπανδρέου «θετικά», παίζοντας δηλαδή με μαεστρία το διπλωματικό παιγνίδι, εισηγήθηκε προς τους Τούρκους ό,τι ακριβώς θα απέρριπταν και εκείνοι και οι Άγγλοι: Μετατροπή των βρετανικών βάσεων σε νατοϊκές με Τούρκο διοικητή (ενώ θα παρέμεναν υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία), αλλά επ’ ουδενί κυρίαρχη τουρκική περιοχή στο νησί, όσο μικρή κι αν ήταν. Δέχτηκε, επίσης, δυο τ/κυπριακές περιοχές νοουμένου ότι οι Τούρκοι έπαρχοι θα διορίζονταν από την Αθήνα. Και για να δείξει ακόμα περισσότερο πόσο συμβιβαστικός μπορούσε να είναι,  πρόσφερε… και το Καστελλόριζο! Ταυτόχρονα παρουσίαζε τον Μακάριο στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, Χένρυ Λαμπουίς, να πλησιάζει επικίνδυνα τη Σοβιετική Ένωση και την Αίγυπτο. Οι Αμερικανοί έπρεπε να βιαστούν, να προλάβουν τα χειρότερα.

Ο Άτσεσον χαρακτήρισε την αντιπρόταση Παπανδρέου «εποικοδομητική συμβολή» ενώ οι Τούρκοι εκνευρίστηκαν επειδή τη βρήκαν να περιέχει λιγότερα από όσα είχαν ήδη κερδισμένα με τη Ζυρίχη. Μποϋκοτάροντας και ο Μακάριος, κατά την πάγια τακτική του, τη συμμετοχή της Ελληνικής Κυβέρνησης στις συνομιλίες, δήλωσε στις 27 Ιουλίου 1964, στην Αθήνα, ότι δεν θα δεχόταν λύση «η οποία θα συνηπήγετο εγκατάσταση βάσεων του ΝΑΤΟ εις την νήσον»! Λες και οι βρετανικές βάσεις που ο ίδιος παραχώρησε και ήδη υπήρχαν, δεν ήταν του ΝΑΤΟ! Πάντως εισέπραξε το σύνηθες ζητούμενο: Το χειροκρότημα του ΑΚΕΛ, των αυλοκολάκων και μερίδας του ανίδεου λαού.

Την ίδια μέρα, 27 Ιουλίου, ο Άτσεσον υπέβαλε στον Παπανδρέου την ιδέα της βάσης επί ενοικίω, στη θέση της κυρίαρχης.

Στις 30 Ιουλίου, ο πρέσβης τής Ελλάδος στις ΗΠΑ Αλέξανδρος Μάτσας δήλωσε ότι από όλες τις «ιδέες» μόνο εκείνη τής Ένωσης τής Κύπρου με την Ελλάδα θα εγκρινόταν από τον ελληνικό λαό, ενώ η παραχώρηση τού Καστελορίζου, η τουρκική βάση, οι οικονομικές αποζημιώσεις και τα όμοια αντιμετωπίζονταν με απέχθεια.

Στις 31 Ιουλίου, ο πρέσβης Λαμπουίς, ανέφερε στο Στέητ Ντιπάρτμεντ ότι ο Παπανδρέου του είπε: «Με τον Μακάριο είναι αδύνατο να συνεννοηθείς. Είναι εντελώς αδιάλλακτος σε όλα τα σημεία. Εκμεταλλεύεται τον ελληνικό Τύπο εις βάρος τής Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία θέλει να διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Είναι ασυγχώρητος, επειδή εκθέτει την Ελληνική Κυβέρνηση ως διαλλακτική, έτοιμη να παζαρέψει, και προβάλλει τον εαυτό του ως τον ήρωα που πολεμά τις δυτικές δυνάμεις. Αυτό που θέλει είναι  μιαν ανεξάρτητη Κύπρο στο στυλ των αραβικών κρατών». Και πρόσθεσε: «Ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξειμόνο μια λύση, η Ένωση, χωρίς μεταβατική περίοδο ανεξαρτησίας, με μια διακήρυξη των δικαιωμάτων τής τουρκικής μειονότητας. Ο μόνος τρόπος για να πάψει να υπάρχει αυτό το πρόβλημα είναι να γίνει η Κύπρος μέρος τής Ελλάδος. Η Ένωση μαζί με μια βάση τού ΝΑΤΟ, με Τούρκο διοικητή, θα πρόσφερε ασφάλεια για την τουρκική μειονότητα και για την ίδια την Τουρκία. Μια Κύπρος τύπου Κούβας υπό την αιγίδα τού Μακαρίου σίγουρα θα σήμαινε κίνδυνο για την Τουρκία και για όλους μας. Η Ελληνική Κυβέρνηση θα ήταν επίσης πρόθυμη να αποζημιώσει όποιους Τ/κυπρίους θα επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο και ήλπιζε πως η Τουρκία θα λάμβανε και κάποια οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της».

«Πάντως», τέλειωνε ο Λαμπουίς, «η κυρίαρχη βάση έχει αποκλεισθεί όπως και η ειδική θέση της τ/κυπριακής μειονότητας, όπως την προδιέγραψε ο Άτσεσον»[3].

Την 1η Αυγούστου οι Τούρκοι ειδοποίησαν ότι δεν δέχονταν για βάση μόνο την Καρπασία κι απέρριπταν και την ιδέα του Καστελλορίζου, ως πολύ μικρού για να θεωρηθεί σοβαρή παραχώρηση. Βλέποντας τη σταδιακή στροφή των Αμερικανών υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, γύρευαν (όπως και ο Μακάριος) μια ευκαιρία δημιουργίας επεισοδίων ώστε να σταματήσουν οι συνομιλίες στη Γενεύη και να επέμβουν για να διασφαλίσουν τα όσα «πρότεινε» στην αρχή ο Άτσεσον.

Με την ιδέα της «άμεσης Ενώσεως» συμφωνούσε τώρα και ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μπωλ (δηλαδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αφού σε αυτόν ανατέθηκε η επίλυση του Κυπριακού από τον Πρόεδρο Λύντον Τζόνσον), για να προληφθεί τυχόν τουρκική επέμβαση και κατ’ ακολουθία ελληνοτουρκικός πόλεμος, πράγμα, όπως ήδη ειπώθηκε, αδιανόητο για τους Αμερικανούς. Δεχόταν την ιδέα τουρκικής βάσης με συμβόλαιο ενοικίασης 99 χρόνων, εκχωρημένης στο ΝΑΤΟ. Ο Νικολαρεΐζης απάντησε ότι μόνο για μέτρια βάση του ΝΑΤΟ συζητούσε τώρα η Ελληνική Κυβέρνηση ή τουρκική συμμετοχή σε βρετανική βάση. Οι δε αρχικές εισηγήσεις του Άτσεσον για τα δικαιώματα των Τ/κυπρίων κρίνονταν υπερβολικές. Μόνο εγγυήσεις δεχόταν να δώσει η Ελλάδα. Τα πράγματα πήγαιναν τόσο καλά για την ελληνική πλευρά που όχι μόνο οι Τούρκοι αλλά και οι Αμερικανοί, σε κάποια στιγμή, υποψιάστηκαν εκείνο που έπρεπε να συμβαίνει αλλά, δυστυχώς, καθόλου δεν συνέβαινε: συμπαιγνία Παπανδρέου-Μακαρίου. Ο Μακάριος να λέει συνεχώς «όχι» κι ο Παπανδρέου να επικαλείται την αρνητική στάση του Μακαρίου ως εμπόδιο στη δήθεν δική του πρόθεση για συμβιβασμό.

Έξαλλοι οι Τούρκοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δια της βίας εξασφάλιση των «υπεσχημένων» του Άτσεσον. Ακολούθησαν οι προκλήσεις στην Τηλλυρία, οι μάχες (8-10 Αυγούστου) στην περιοχή Κοκκίνων, Μανσούρας, Λωρόβουνου και οι βομβαρδισμοί από την τουρκική αεροπορία, αδιακρίτως, από την Πόλη Χρυσοχού ως τον Πύργο Τηλλυρίας.

Εδώ ήταν που έστειλε το μήνυμα ο Παπανδρέου προς Μακάριο (και Γρίβα), «άλλα συμφωνούμε κι άλλα πράττετε»[4], επειδή ναι μεν η ένοπλη σύγκρουση απέδιδε εδαφικές ανακαταλήψεις για την ελληνική πλευρά, έτεινε, όμως, να διακόψει τις συνομιλίες που πήγαιναν καλά για την Ελλάδα κι άσχημα για όσους δεν ήθελαν την Ένωση, δηλαδή τον Μακάριο και την Τουρκία. Ταυτόχρονα, η συγκρατημένη στάση της Ελλάδας απέναντι στους τουρκικούς βομβαρδισμούς, έδωσε την ευκαιρία στον Μακάριο ν’ απευθυνθεί στη σοβιετική Ρωσία για άμεση βοήθεια. Οι Ρώσοι έδειξαν αμέσως  μεγάλο ενδιαφέρον, με προθέσεις παραχώρησης στρατιωτικής βοήθειας, πράγμα που  ανησύχησε  ιδιαίτερα  σοβαρά  τον αμερικανικό παράγοντα.

Κάτω από αυτή την πίεση, η επανέναρξη των συνομιλιών στις 11 Αυγούστου βρήκε τον Άτσεσον να μη μιλά πια για περιοχές με τ/κυπριακή πλειοψηφία αλλά για 30% τ/κυπριακό πληθυσμό και διευθετήσεις για την προστασία των τ/κυπριακών δικαιωμάτων μετά την Ένωση! Όσο για τη βάση που πρόσφεραν οι Έλληνες με ενοίκιο 25 χρόνων ήταν στην άνυδρη, βραχώδη ερημιά  του Κάβο Γκρέκο. Οι Τούρκοι λύσσαξαν και παρουσίασαν χάρτες ξεκάθαρου διαμελισμού. Ούτε και με ολόκληρη την Καρπασία με ενοίκιο, είπαν δεν δέχονταν. «Μα αυτό μας παίρνει πίσω έξι βδομάδες, εκεί που ήμασταν»[5], τους είπε ο Άτσεσον. Τότε άρχισαν να μιλούν ξανά για στρατιωτική επέμβαση κι ο Άτσεσον να τους λέει πόσο επικίνδυνο πράμα ήταν ο πόλεμος, αφού απειλούσε και η Ρωσία με επέμβαση. Στο μεταξύ ο υφυπουργός Μπωλ έστειλε μήνυμα στον Άτσεσον να συγκρατήσει τους Τούρκους γιατί τα όπλα που είχαν δεν ήταν ακριβώς δικά τους για να κάμουν πόλεμο μέσα στο ΝΑΤΟ.

Στις 16 Αυγούστου οι Τούρκοι άλλαξαν γνώμη και ήταν έτοιμοι να συζητήσουν μακροπρόθεσμη ενοικίαση μεγάλης περιοχής στην Καρπασία, φτάνει να είχαν απόλυτη ελευθερία και να κάμνουν εκεί  ό,τι θέλουν χωρίς περιορισμούς.

Το θέμα «βάση με ενοίκιο» φάνηκε προς στιγμή να είναι το σημείο σύγκλισης  των δύο πλευρών, ασχέτως διαφωνιών περί του μεγέθους της και περί άλλων λεπτομερειών. Οι Αμερικανοί άρχισαν να βγάζουν σχέδια απομάκρυνσης εκείνου που έδειχνε να είναι το τελευταίο εμπόδιο στην Ένωση κι άκουγε στο όνομα «Μακάριος», λογαριάζοντας -λάθος, όπως θα τους εξηγούσε ο πρέσβης στη Λευκωσία Τέυλορ Μπέλτσερ[6]– ότι η Μεραρχία του Παπανδρέου θα μπορούσε να παίξει ρόλο οργάνου εφαρμογής των σχεδίων τους.

Ο Παπανδρέου, από την άλλη, τους πίεζε για άμεση κήρυξη της Ενώσεως χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς συμφωνία με την Τουρκία, διαφορετικά, τους έλεγε, δεν θα εξασφαλιζόταν ψήφος υπέρ της Ένωσης στην κυπριακή Βουλή εφόσον θα υπήρχαν όροι είτε μόνιμης είτε νοικιασμένης βάσης. Επίσης, την ίδια στιγμή, τους έλεγε και το ήξεραν, ότι έπρεπε να προληφθεί η επικείμενη Συνθήκη Συμμαχίας Κύπρου-ΕΣΣΔ, που εύκολα θα περνούσε από την κυπριακή Βουλή λόγω των πρόσφατων βομβαρδισμών της τουρκικής αεροπορίας και της αδυναμίας της ελληνικής να καλύψει την Κύπρο. Ο Παπανδρέου ήταν σίγουρος πως αν προλάβαινε να κηρύξει την Ένωση και μετά ν’ αρχίσουν οι συζητήσεις με τους Τούρκους για τους όρους ενοικίασης, το μέγεθος της βάσης και άλλα συναφή, δεν θα έφταναν ποτέ σε συμφωνία· κι οι Αμερικανοί ποτέ δεν θ’ άφηναν τους Τούρκους να προχωρήσουν σε επέμβαση. Θα εύρισκαν τρόπους να τους καταπραΰνουν και να τους αποζημιώσουν με τον καιρό. Εξάλλου, στο μεταξύ η Κύπρος θα οχυρωνόταν ακόμα καλύτερα από την Ελλάδα, το ΝΑΤΟ δεν θα κινδύνευε από κανέναν, ούτε η τ/κυπριακή μειονότητα, άρα θα εξέλειπε κάθε λόγος συνέχισης της διαμάχης. Παρέμενε, όμως, ακόμα ο Μακάριος, ο οποίος αντί να συμπράξει με τον Παπανδρέου, επέμενε στην «ανεξαρτησία»… σε στυλ αραβικών κρατών!

Στις 18 Αυγούστου, ειδική έκθεση προς τον Πρόεδρο Τζόνσον από βοηθούς και μέλη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, του εξηγούσε πόσο δύσκολο ήταν από τη μια να συμφωνηθεί γραπτώς το «σχέδιο Άτσεσον», που ήταν πια η Ένωση με συζήτηση για παραχωρήσεις στους Τούρκους μετά, και από την άλλη  πόσο κοντά στη σοβιετοποίηση ήταν η Κύπρος. Συμφωνούσαν απόλυτα με την εισήγηση Παπανδρέου για «άμεση Ένωση» και συζήτηση για παραχωρήσεις στους Τουρκους  μετά [7].

Το βράδυ της 18ης Αυγούστου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Χένρυ Λαμπουίς, επαναλάμβανε με τηλεγράφημα την  επιχειρηματολογία του Παπανδρέου προς όλους τους ενδιαφερομένους, τονίζοντας πως διαφορετικά μόνο οι κομμουνιστές θά ’βγαιναν κερδισμένοι: Πρώτα να γίνει η Ένωση, να διασφαλισθεί η νατοϊκή ταυτότητα της Κύπρου και μετά η συζήτηση με τους Τούρκους για τη βάση [8]. Τα ίδια έλεγε το πρωί της 19ης ο πρέσβης Τέυλορ Μπέλτσερ από τη Λευκωσία, βάζοντας σχεδόν τις φράσεις στο στόμα του Πέτρου Γαρουφαλιά: «Κήρυξη της Ένωσης από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή της Κύπρου με αίτημα προς την Ελλάδα να τη δεχτεί». Έπρεπε, όμως, να προηγηθεί εκθρόνιση του ανθενωτικού εμποδίου, του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Μακαρίου. Πάντως ο Μπέλτσερ ξεκαθάριζε τελειωτικά ότι οι ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο, Μεραρχία και Εθνική Φρουρά, μόνο στην επιβολή της Ένωσης έπρεπε να υπολογίζονται ότι θα μπορούσαν να δράσουν. Δεν υπήρχε περίπτωση να συμπράξουν σε οτιδήποτε άλλο [9].

Ταυτόχρονα, στις 19, Ο Λαμπουίς παρέδιδε επείγον μήνυμα [10]του Προέδρου Τζόνσον προς τον Παπανδρέου. Οι Αμερικανοί ήταν ψημένοι. Ο Γαρουφαλιάς άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα του για τη Λευκωσία. Να ακυρώσει τελεσίδικα την επικείμενη συμφωνία Κύπρου-ΕΣΣΔ, που τόσο απεχθάνονταν οι Αμερικανοί και να κάνει την τελευταία απόπειρα, να πείσει τον Μακάριο να συμπράξει στην κήρυξη της Ενώσεως  δίχως να χρειασθεί να εκθρονισθεί [11].

Αυθημερόν, στις 19, πραγματοποιήθηκε η γνωστή σύσκεψη επικύρωσης της απόφασης, με προεδρεύοντα τον βασιλιά Κωνσταντίνο, που διέκοψε τον παραθερισμό του στην Κέρκυρα, και παρόντες τον Πρωθυπουργό Παπανδρέου, τον υπουργό Άμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά, τον Υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Είχε ήδη ενημερωθεί από τον Γαρουφαλιά και τον βασιλέα ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού, ο οποίος έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για την απόφαση[12]και φρόντισε, βέβαια, να ειδοποιήσει αμέσως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με τον οποίο προφανώς συνεννοήθηκε ώστε ν’ ανακοινωθεί, την ίδια μέρα, η ακύρωση του ταξιδιού του στη Μόσχα. Ποιος, όμως, ειδοποίησε και τους Άγγλους ώστε με την άφιξή του ο Γαρουφαλιάς την επομένη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας να νιώσει «αιχμάλωτός» τους με την παρουσία παντού στρατιωτών και τεθωρακισμένων τους σε καίρια σημεία, παραμένει ένα «μυστήριο»(!).

Την ίδια μέρα, 20 Αυγούστου, ο Παπανδρέου απαντούσε σε μήνυμα της 10ης Αυγούστου του Τζόνσον, ο οποίος ανησυχούσε για την κατάσταση στην Κύπρο και εισηγείτο την αποδοχή της πρότασης για παραχώρηση βάσης με ενοίκιο στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για την Ένωση, ώστε επιτέλους να επιλυθεί το πρόβλημα, να επέλθει ειρήνευση ανάμεσα στις δύο χώρες του ΝΑΤΟ και ν’ ακυρωθούν οι σχεδιασμοί της Μόσχας. Στην απαντητική του επιστολή ο Παπανδρέου,[13]την οποία παρέδωσε στον Τζόνσον ο πρέσβης στις ΗΠΑ Αλέξανδρος Μάτσας, αναφερόταν στην επίσκεψη Γαρουφαλιά στη Λευκωσία την ίδια μέρα, η οποία αποσκοπούσε, έλεγε στον Τζόνσον, στο να επιστήσει την προσοχή της Κυπριακής Κυβέρνησης στην ανάγκη διατήρησης της κατάπαυσης του πυρός και στην εδραίωση της ειρήνης. Στη συνέχεια  εξηγούσε στον Τζόνσον τη δεινή θέση στην οποία βρέθηκε η Ελλάς να μην μπορεί να προστατέψει τον κυπριακό πληθυσμό από τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας (8-10 Αυγούστου), τους οποίους αποκαλούσε κτηνώδεις και ανεύθυνους. Ζητούσε την παρέμβαση του Τζόνσον ώστε να σταματήσουν οι ανεύθυνες προκλήσεις των Τούρκων, οι οποίες αν επαναλαμβάνονταν θα ανάγκαζαν την Ελλάδα να λάβει μέρος στην άμυνα της Κύπρου και έθετε το θέμα ότι υπό συνθήκες ωμού εκβιασμού και δίωξης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης δεν μπορούσαν να γίνονται διαπραγματεύσεις. Διαβεβαίωνε, πάντως, τον Τζόνσον ότι η Ελλάς εξακολουθούσε να στηρίζει τις προσπάθειες Άτσεσον στη Γενεύη. Αναφορικά με την εισήγηση του προέδρου Τζόνσον για αποδοχή της πρότασης για παραχώρηση βάσης με ενοίκιο ορισμένου χρόνου, ο Παπανδρέου ξεκαθάριζε ότι αυτό που ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αποδεχτό πριν τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας, τώρα γινόταν ακόμα πιο δύσκολο. Και ότι η Ελλάς μελετούσε όλες τις πλευρές του ζητήματος και θα κατέβαλλε κάθε προσπάθεια ώστε να εξευρεθεί μια δίκαιη λύση.

Στην ουσία απέρριπτε ακόμα και τη θεωρούμενη από σημερινούς μελετητές «φιλελληνική» λύση της παραχώρησης βάσης εδάφους 5% της Κύπρου για 50 χρόνια, δεν αποκάλυπτε τον σκοπό της αποστολής Γαρουφαλιά, που την ίδια μέρα θα πρότεινε στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο την ατόφια, άνευ όρων Ένωση και προετοίμαζε τον Αμερικανό Πρόεδρο για τη δίκαιη απόφαση που είχε πάρει η Ελλάς. Η επιστολή αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα μόλις στις 20 Φεβρουαρίου 2014 και διαψεύδει όλους όσοι προσπάθησαν να καταλογίσουν δόλο τουπρωθυπουργού της Ελλάδος σε βάρος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ο δόλος και η απιστία βρίσκονταν μόνο στην πλευρά του Αρχιεπισκόπου.

Επίσης στις 20 Αυγούστου, με επιστολή του ο Άτσεσον προς τον Μπωλ εισηγούνταν τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου από την Ελλάδα με την προστασία του ΝΑΤΟ εναντίον οποιασδήποτε ρωσικής ή τουρκικής επέμβασης και ν’ αναλάβει ο ελληνικός στρατός τη διοίκηση της Κύπρου, να εγγυηθεί τα δικαιώματα της μειονότητας και σε κάποια στιγμή να κηρυχθεί και η Ένωση[14].

Στο Προεδρικό Μέγαρο, στη Λευκωσία, ο Γαρουφαλιάς εξήγησε στον Μακάριο το ελληνικό σχέδιο. Του είπε πως κι αν ακόμα αντιδρούσαν με επέμβαση οι Τούρκοι, πράγμα που δεν αναμενόταν, θα αποκρούονταν από τις ελληνικές δυνάμεις στο νησί  και η Ένωση θα σφραγιζόταν και με στρατιωτική νίκη. Ο Μακάριος προσπάθησε να φέρει κάποια εμπόδια ζητώντας να μπουν φράσεις στο κείμενο της διακήρυξης της Ενώσεως από την κυπριακή Βουλή περί «κατάργησης και των βρετανικών βάσεων» και αποκλεισμού ανταλλαγμάτων με βάσεις προς την Τουρκία κι όταν έπαιρνε σε όλα τις κατάλληλες απαντήσεις από τον Γαρουφαλιά, είπε και μια ξεκάθαρη ανοησία περί του αν θα μπορούσε να γίνει… αντιβασιλεύς μετά την Ένωση! Στο τέλος, την επομένη, 21 Αυγούστου, μη μπορώντας να πείσει τον Γαρουφαλιά, είπε ότι ως ιερωμένος, δεν μπορούσε τα… αίματα σε περίπτωση εισβολής και άρα απέρριπτε το σχέδιο[15]! Τη συνδιάλεξη όπου ο Γαρουφαλιάς αφηγείται τηλεφωνικώς στον Παπανδρέου από τη Λευκωσία τις διάφορες αντιδράσεις και το «αίτημα» του Αρχιεπισκόπου περί αντιβασιλείας άκουσε και το μαρτυρά σε βιντεογραφημένη συνέντευξη ο πρώην υπάλληλος της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, πρώην αγωνιστής της ΕΟΚΑ, Λουκής Καρανίκκης.

Στη διάρκεια των δύο ημερών (20 και 21 Αυγούστου, αν όχι και από τις 19, όταν ενημερώθηκε από τον Κυπριανού για το σχέδιο) που ο Μακάριος «συζητούσε» με τον Γαρουφαλιά προκειμένου ν’ αποτρέψει την Ένωση, ενεργούσε μέσω Λυσσαρίδη, ώστε να ειδοποιηθεί ο Παπανδρέου από τον γιο του Ανδρέα (που στο μεταξύ είχε μετακινηθεί από ενωτικός, βοηθός στον πατέρα του,  σε οπαδό του «ανεξαρτησιακού»  Μακαρίου), να αποσύρει την πρόταση, αλλιώς ο Μακάριος θα την παρουσίαζε στον λαό ως παγίδα διχοτόμησης εφόσον ήταν αμερικανόπνευστη! (Επρόκειτο για «συμπαιγνία» Ελλάδας-ΗΠΑ για επιβολή της διχοτόμησης, θα έλεγε αργότερα ο Μακάριος στον πρέσβη της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκο Κρανιδιώτη[16]). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κυπριακός λαός τότε, σε πολύ μεγάλο ποσοστό (αν όχι και κατά πλειονότητα, αφού μιλούμε για το ΑΚΕΛ, συν σοβαρή μερίδα της εμποροβιομηχανικής δεξιάς, του τύπου, κ.α.) στήριζε τον Μακάριο και τη διαβρωτική του «πολιτική» κατά της Ελλάδος, της Μεραρχίας και της Ενώσεως. Υπάρχει γι’ αυτό σωρεία στοιχείων και μαρτυριών, όπως αίφνης τα άρθρα του Σάββα Παύλου του 1998, με τίτλο «Μεραρχία, Συγγνώμη!»[17].

Μια τέτοια, λοιπόν, καταγγελία εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για αμερικανόπνευστη και διχοτομική τάχα πρόταση εκ μέρους της Ελλάδας θα έμπαζε αστραπιαία την Κύπρο σε εμφύλια, ένοπλη αντιπαράθεση, με τον Μακάριο και τους πιστούς του από τη μια και την Μεραρχία και την Εθνική Φρουρά από την άλλη. Η κατάσταση που θα δημιουργούνταν θα ήταν ιδανική για την Τουρκία να εισβάλει.
Αναγκαστικά υποκύπτοντας σ’ ένα τέτοιο εκβιασμό ο Γεώργιος Παπανδρέου, για να μη θέσει σε κίνδυνο την Κύπρο, ειδοποίησε τον Γαρουφαλιά να αποσύρει την προς Μακάριο πρόταση άμεσης κήρυξης της Ενώσεως. Αγανακτισμένος ο Γαρουφαλιάς, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από την πλάτη του, καθυστερούσε να το πράξει κι επέμενε με τον Μακάριο, μέχρι που έλαβε την τελική άρνηση του Αρχιεπισκόπου (21/8) με τη «δικαιολογία» ότι ως ιερωμένος δεν ήθελε… αίματα, που πιθανόν να προέκυπταν αν παρ’ ελπίδα επενέβαιναν οι Τούρκοι (στους οποίους, βέβαια, οι Αμερικανοί, όπως το λεν καθαρά όλα τα έγγραφα, δεν θα επέτρεπαν ποτέ να επέμβουν στρατιωτικά και να υπάρξει ενδονατοϊκή σύρραξη). Πιεσμένος, όμως, τώρα, από τους Αμερικανούς ο Παπανδρέου, ταυτόχρονα με την οδηγία για απόσυρση της πρότασης προς τον Μακάριο, ειδοποίησε τους Αμερικανούς ότι αποδεχόταν την πρόταση συμφωνημένης Ενώσεως με παραχώρηση βάσης με 5% έδαφος επί ενοικίω[18], αν και ζητούσε και σ’ αυτό περαιτέρω «βελτιώσεις». Οπότε επενέβη ο παλιός συνεργάτης και στενός φίλος του Γεωργίου Παπανδρέου, Λουκής Ακρίτας, για να του υπενθυμίσει ότι ήταν μέγα σφάλμα να αποδεχθεί την πρόταση των Αμερικανών αφού οπωσδήποτε αυτήν κι αν απέρριπτε ο Μακάριος! Αντίθετα, θα έπειθε (ήδη τον είχε πεπεισμένο) τον λαό ότι επρόκειτο για προδοσία. Οπότε τι θα έκανε ο Παπανδρέου; Εκείνο που ακριβώς προσπαθούσε ν’ αποφύγει; Πραξικόπημα δια της Μεραρχίας και δια της Εθνικής Φρουράς, με απρόβλεπτες συνέπειες αν αντιστέκονταν η φρουρά τού Μακαρίου, οι ένοπλοι του Λυσσαρίδη και το ΑΚΕΛ (που επίσης διέθετε όπλα); Έτσι ο Γ. Π. απέσυρε και αυτή την πρόταση, προειδοποιώντας ξανά τους Αμερικανούς για την επικίνδυνη προσέγγιση Κύπρου Σοβιετικής Ένωσης. Οι Αμερικανοί προσπάθησαν τότε, μια τελευταία φορά (23/8) όπως δείχνουν τα έγγραφα 479 secretκαι 462 secret: Εφόσον οι Τούρκοι είχαν ήδη επίσης απορρίψει το 5% έδαφος επί ενοικίω (22/8)[19], θα βρίσκονταν ανεπανόρθωτα εκτεθειμένοι μπροστά σε ένα γεγονός εφαρμογής της Ενώσεως με πρόθεση συζήτησης παραχώρησης εδάφους 5% με ενοίκιο… μετά! Πώς θα συζητούσαν κάτι που είχαν απορρίψει; Η Ελλάς θα είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί τέτοια συζήτηση μετά την Ένωση. Με αυτή τη λογική ο Υπ. Εξ. Των ΗΠΑ Ντην Ρασκ στο έγγραφο secret479 (F.R.U.S. σ. 286-288 και Αρχείο Α. Ρ.), της 23ης Αυγούστου 1964, ζητά από την Ελλάδα να κηρύξει την Ένωση και μιλά ακόμα και για ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ που θα καλούσε την Τουρκία να παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα στην Κύπρο και να αποσύρει την εκεί ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. Τελικά, όμως, ο Παπανδρέου δεν μπορούσε να «αγνοήσει» τον Μακάριο και το συμπέρασμα είναι ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν πραγματοποιήθηκε η Ένωση ήταν η απουσία αλληλοσεβασμού και ειλικρινούς συνεννόησης μεταξύ Παπανδρέου-Μακαρίου, για την οποία αποκλειστικός ένοχος ήταν, δυστυχώς, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όπως πολύ καλά το ξέρει η Ιστορία.

Ότι επρόκειτο για τη μοναδική ευκαιρία πραγματοποίησης της Ενώσεως άνευ οποιονδήποτε ανταλλαγμάτων στην Τουρκία αποδεικνύεται από ακόμα ένα γνωστό έγγραφο της 22ας  Αυγούστου 1964[20], του Άτσεσον προς τον υπ. Εξ. των ΗΠΑ και στους Αμερικανούς πρέσβεις Άγκυρας, Αθηνών Λονδίνου, Νέας Υόρκης στο οποίο δηλώνει ξεκάθαρα ότι «μόλις οι Έλληνες είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν την Ένωση θα μπορούν να πουν ότι είναι χωρίς όρους, όπως πράγματι και θα είναι, αφού οι Τούρκοι θα έχουν χάσει το λεωφορείο». (“When Greeks were ready to produce Enosis, they could say that it was unconditional as it would indeed be since the Turks would have missed the bus”).

Στο έγγραφο secret479 της 23ης Αυγούστου, που αποτελείται από πέντε σελίδες και απευθύνεται προς τον Άτσεσον και τους Αμερικανούς πρέσβεις Αθηνών, Άγκυρας και Λονδίνου, ο Ντην Ρασκ περιγράφει μια «νέα πορεία δράσης» (“newproposedcourseofaction”), επειδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε κρίνει ότι οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη είχαν τερματισθεί («hadrunitscourse»). Η Ελληνική Κυβέρνηση, έλεγε ο Ρασκ, θα έπρεπε «να προχωρήσει με τα σχέδια της για την πραγματοποίηση της Ενώσεως», ενώ οι ΗΠΑ αναλάμβαναν την ευθύνη «ώστε ούτε οι Τούρκοι ούτε οποιαδήποτε άλλη εξωτερική δύναμη να επέμβει με στρατιωτική ενέργεια». (“We will undertake to see that neither the Turks nor any other power will intervene with military force”).Η διαβεβαίωση αυτή επαναλαμβάνεται στο έγγραφο δύο φορές. Ενδιάμεσα τίθεται ο μοναδικός όρος προς την Ελλάδα, να διαπραγματευθεί με την Τουρκία μετά την ολοκλήρωση της Ενώσεως (“onceEnosisisconcluded”) με στόχο την παραχώρηση στην Τουρκία βάσεως με ενοίκιο για 50 χρόνια. Και να διαβεβαιώσει η Ελλάς τον τ/κυπριακό πληθυσμό για τα μειονοτικά του δικαιώματα. Επειδή, όμως, συνέχιζε ο Ρασκ, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν θα ήταν πρόθυμη να συζητήσει με την Τουρκική, αφού η τελευταία είχε ήδη απορρίψει την ιδέα της βάσης με ενοίκιο,  μπορούμε, συνέχιζε, να υποδείξουμε στους Έλληνες ότι μια μετα-ενωσιακή Κύπρος θα έχει να αντιμετωπίσει δύσκολα προβλήματα. Π.χ. την παρουσία της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ., την οποία αναμφίβολα η Τουρκική Κυβέρνηση θα επέμενε να διατηρήσει, εκτός κι αν η νομικίστικη πλευρά μπορούσε να διευθετηθεί με κάποια συμφωνία. Θα είναι μια δύσκολη περίοδος, κατέληγε, αν και η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε να περάσει ένα ψήφισμα που να καλεί τούς Τούρκους να εγκαταλείψουν τα δικαιώματά τους και να φύγουν από την Κύπρο. («…theUNGeneralAssemblymightpassaresolutioncallingupontheTurkstorelinquishtheserightsandgetout»).

Την επομένη, 24 Αυγούστου, Ο Λαμπουίς από την Αθήνα υπερθεμάτιζε [21]λέγοντας ότι οπωσδήποτε ο Παπανδρέου δεν έπρεπε ν’ αναλάβει καμμίαν απολύτως δέσμευση απέναντι στους Τούρκους εκτός από την προσφορά καταλλήλων εγγυήσεων στη τ/κυπριακή μειονότητα. Και αν, συνέχιζε ο Λαμπουίς, ο Ρέυμοντ Χέαρ (πρέσβης στην Άγκυρα) ήταν ακόμα σε διαδικασία προσπάθειας να πείσει τους Τούρκους να δεχτούν την πρόταση 5% έδαφος με ενοίκιο, θα έπρεπε να σταματήσει αμέσως. Θα ήταν απρόβλεπτες οι συνέπειες αν τυχόν οι Τούρκοι μεταπείθονταν, πράγμα βέβαια που ήταν απίθανο, αφού ο Ινονού είχε δηλώσει ξεκάθαρα στον Χέαρ (έγγραφο 363, σημ. 14 προηγουμένως) ότι δεν υπήρχε περίπτωση να στηρίξει ενώπιον της Κυβέρνησής του την πρόταση. Αν το έκανε, είπε, «θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής του καριέρας».

Το αγγλικό έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1964 (DEFE  11/456, no10368) του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών, του κακόφημου πλέον παγκοσμίως Φόρεϊν Όφις, απευθύνθηκε, πολύ καθυστερημένα προς το αμερικανικό, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και αφού έκανε μια εκτενή ανάλυση της κατάστασης, με δυο λόγια κατέληξε: «Οι Τούρκοι… από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η Ένωση με τον τρόπο που σχεδιάζεται τώρα, δεν θα μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τις ελάχιστες από τις απαιτήσεις τους σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα». («OnceEnosishadbeenachievedinthemannernowsuggestedtheTurkswouldstandnoreasonablechanceofsecuringtheirminimumrequirements»). Δηλαδή δεν θα έπαιρναν τίποτε.

Γι’ αυτό ακριβώς είχε τεράστια σημασία η ομόφωνη απόφαση της Ελλάδος (Πρωθυπουργού Παπανδρέου, Αρχηγού Αντιπολιτεύσεως Κανελλόπουλου, Βασιλέα Κωνσταντίνου, Υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, Κωστόπουλου και Γαρουφαλιά) την 19η Αυγούστου και η άμεση κάθοδος στη Λευκωσία την επομένη, 20 Αυγούστου, του υπ. Άμ. Πέτρου Γαρουφαλιά για λήψη άμεσης απόφασης. Ακόμα και η μια μέρα καθυστέρησης, που σπατάλησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος μέχρι να στήσει τον εκβιασμό σε βάρος του Παπανδρέου και ν’ απαντήσει αρνητικά, ήταν αναγκαία ώστε να επιβληθεί και να εδραιωθεί η απόφαση πριν αρχίσουν οι Άγγλοι τις μεμψιμοιρίες.

Υπάρχουν, βέβαια, και άλλα έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι μέσα σε εκείνες τις μέρες μπορούσε να εξασφαλισθεί η άνευ όρων, η «ατόφια», η άνευ εδαφικών παραχωρήσεων στην Τουρκία, Ένωση. Ακόμα και έγγραφο (24/8) του ιδιαίτερα αγγλόφιλου  αμερικανού πρέσβη στη Βρετανία, Ντέηβιντ Μπρους, με το οποίο παραδέχεται ότι παρά τις δυσκολίες, υπό τις συνθήκες η Ένωση είναι η πιο επιθυμητή λύση [22].

Όλα τα έγγραφα που αναφέρθηκαν εδώ και άλλα, υπάρχουν στην πρωτότυπη μορφή τους η/και μεταφρασμένα, στο βιβλίο Κουράγιο Πηνελόπη, Αθήνα, Αρμός 2013.

Συμπληρωματικά θα πρέπει εδώ να γίνει αναφορά και σε μια από τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν, η οποία μόλις πρόσφατα ήρθε στο φως και δείχνει πόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για τη μη πραγματοποίηση της Ενώσεως το 1964. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του Γιώργου Πετούση Στα χρόνια Θητείας – Η πρώτη ΕΣΟ της Εθνικής Φρουράς, Λεμεσός 2017. Πρόκειται για μια λεπτομερώς απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον μόνο επιζώντα, Οργανωτικό Γραμματέα επαρχίας Λεμεσού, της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου, κ. Τάκη Μαραθεύτη, ο οποίος μαζί με ομάδα αντιπροσώπων της ΠΕΚ είχαν επισκεφθεί τον πρωθυπουργό  Γεώργιο Παπανδρέου, στις 17 Σεπτεμβρίου 1964 στο Καστρί, με σκοπό να μάθουν τι ακριβώς είχε συμβεί ώστε να μην είχε πραγματοποιηθεί η Ένωση τον προηγούμενο μήνα, Αύγουστο του 1964. Εκεί, εμβρόντητοι, είδαν και άκουσαν τον Πρωθυπουργό να δείχνει ενώπιόν τους τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο -που επίσης έφτασε την ίδια ώρα για προκαθορισμένη συνάντηση- και να λέει: «Ιδού ο ένοχος, αυτός θα τουρκέψει την Κύπρο»! Στην ομάδα της ΠΕΚ παρόντες ήταν και οι πατέρες των μεγάλων ηρώων μας Γρηγόρη Αυξεντίου και Κυριάκου Μάτση, Πιερής Αυξεντίου και Χριστοφής Μάτσης. Με τον τρομερό λόγο του Πρωθυπουργού για την ενοχή του Αρχιεπισκόπου ο γερο-Πιερής μόλις που πρόλαβε να ψιθυρίσει «αλίμονο, άδικα εσκοτωθήκαν τα παιδκιά μας» κι έπεσε λιπόθυμος στο πάτωμα.

Κατά την ιδία μαρτυρία, ο Τάκης Μαραθεύτης δέχτηκε μετά συμβουλές αλλά και απειλές να μη αφηγείται το γεγονός επειδή κινδύνευε η ζωή του. Ο ίδιος έπαψε να επισκέπτεται τότε τον Αρχιεπίσκοπο. Εκείνος, όμως, όταν πλησίαζε το τέλος της ζωής του ζήτησε να δει τον Μαραθεύτη για να κλάψει και να παραδεχτεί ότι «είχε δίκιο» και ότι έδειξε πολλή ανδρεία όταν ζήτησε ευθέως να μάθει από τον πρωθυπουργό Παπανδρέου την αλήθεια για τον Αύγουστο του 1964.

Το να γράφουν οι παλαιοί ιστορικοί και άλλοι ερευνητές τις μισές αλήθειες, αφού δεν είχαν υπόψη όλα τα στοιχεία στην εποχή τους, όταν δρούσαν υπό το βάρος του μύθου και των ωφελημάτων που τους παρείχε η Κυβέρνηση Μακαρίου και οι επίγονές της διακυβερνήσεις είναι ένα πράγμα, αλλά το να μένουν και οι νεότεροι ιστορικοί προσκολλημένοι σε τέτοιες μόνο «πηγές», πώς αλλιώς να το δει κανείς παρά ως ένα ακόμα σύμπτωμα της παρούσας, γενικευμένης παρακμής μας;

Από την άλλη δεν πρέπει ν’ αποφεύγουμε να αναγνωρίζουμε και να εξάγουμε τα σωστά συμπεράσματα από τις εντυπωσιακές ομοιότητες των συνομιλιών της Γενεύης του 1964 με τις συνομιλίες που διεξάγονται σήμερα, με πρώτιστο στόχο όπως πάντα την αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής με μια υποφερτή «λύση» του κυπριακού προβλήματος.

Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των απέναντί μας εμπλεκομένων δυνάμεων εξακολουθεί ν’ αποβλέπει σε κάποιου είδους «διχοτόμηση», άλλως, με τη σημερινή ορολογία σε μια μορφή «συνομοσπονδίας».

Η τακτική που ακολούθησε το 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο συνομιλητής της ελληνικής πλευράς, η οποία βρισκόταν και τότε, όπως σήμερα, σε θέση αδυναμίας -σήμερα σε ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία λόγω των επιπτώσεων της εισβολής του 74- ήταν εκείνη της επίδειξης συνεχούς καλής θελήσεως, συμβιβαστικής διάθεσης και πρόθεσης κάποιων υποχωρήσεων σε θέματα εθνικών συμφερόντων ώστε να διασφαλισθούν τα υπέρτερα. Η τακτική εκείνη αντιμετώπιζε διπλή εχθρική αντίσταση, τόσο από έξω όσο και από μέσα. Από έξω ήταν η Τουρκία με τις συνεχείς απειλές και τις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις της και από μέσα ήταν η «πατριωτική» αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των υποστηρικτών του, που επιζητούσαν τον τερματισμό των συνομιλιών παρουσιάζοντας στον λαό την τακτική Παπανδρέου ως αποτέλεσμα αδυναμίας και σκέτης υποταγής στα ξένα συμφέροντα, που δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στο αρχικά προτεινόμενο  διχοτομικό αποτέλεσμα.

Η πραγματικότητα, όμως, η οποία  και επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα σήμερα, ήταν ότι ο πρωθυπουργός Παπανδρέου αγωνιζόταν με τον σοφότερο και δη τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπό τις συνθήκες, με στόχο την επίτευξη του βέλτιστου, που στο τέλος αποδείχτηκε ότι μπορούσε να φτάσει και στο μέγιστο δυνατό κέρδος, αν είχε τη συμπαράσταση και όχι την υπόσκαψη και την αντίσταση εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Οι διεθνείς πολιτικές συνθήκες τότε και ειδικά η ψυχροπολεμική αντιπαλότητα σοβιετικής Ρωσίας και Η.Π.Α., σε συνδυασμό με την τουρκική αδιαλλαξία, απέφεραν τελικά για την ελληνικά συμφέροντα εκείνο ακριβώς που επεδίωκε η ελληνική πλευρά. Ακόμα και η «αντίσταση» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των συν αυτώ, συνέβαλε με τον τρόπο της στην αλλαγή πρόσληψης, την εκ νέου ερμηνεία εκ μέρους των Αμερικανών των συμφερόντων τους. Αν ήταν ειλικρινά ενωτικές οι προθέσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, θα συναινούσε με το ελληνικό σχέδιο και η Ένωση θα ήταν από τότε γεγονός. Όλα τα τραγικά και καταστροφικά που ακολούθησαν θα αποφεύγονταν.

Οι σημερινές συνθήκες είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Η αντιπαλότητα Ρωσίας-ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι εκεί άσβεστη και αναλλοίωτη, ίσως σήμερα να υποβόσκει μεταξύ τους ακόμα πιο εκρηκτική η σύγκρουση. Επίσης η τουρκική αδιαλλαξία δεν είναι απλώς η ίδια, αλλά έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Έχει αρχίσει πια να υπαγορεύει παντού τις αχαλίνωτες επιθυμίες της. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, όπως και τότε, ενεργεί επίσης και η δική μας εσωτερική «αντίσταση» στις συνομιλίες. Έχουμε τις ίδιες, όπως και τότε «πατριωτικές» διακηρύξεις εναντίον των ξένων μεσολαβητών (του ΟΗΕ) και εναντίον των δικών μας συνομιλητών. Πολύ πιο δύσκολα σήμερα αυτές οι «αντιστασιακές» διακηρύξεις κρύβουν τα αληθινά τους, ψηφοθηρικά κίνητρα λόγω των ασυγκρίτως περισσότερων ελευθεριών των σύγχρονων ΜΜΕ.

Τίποτε δεν αποκλείει ανατροπές στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, ακόμα και ριζικές αλλαγές στις θέσεις και στις μεταξύ τους σχέσεις των υπερδυνάμεων ή αλλαγές και εκ νέου ερμηνείες στην πρόσληψη των δυτικών και ειδικά των  αμερικανικών συμφερόντων, που έχουν τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση του δικού μας μέλλοντός. Ας διαλογισθούν ψυχραιμότερα και λιγότερο ορμητικά απ’ ό,τι στο παρελθόν οι προτείνοντες θεαματικές αναστροφές στην τακτική των χαμηλών τόνων, των επίμονων, συμβιβαστικών προθέσεων συνομιλιών της πλευράς μας. Το πρόσφατο παρελθόν μας, αν το μελετούμε με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, έχει πολλά να μας διδάξει ώστε να μη χαθούμε στο τέλος για τους ίδιους λόγους που απωλέσαμε την Ένωση το 1964.

Σημειώσεις


 [1]Έγγραφο Lyndon Baines Johnson Library, National Security Files, National Security MeetingsFile, Vol. 2, top secret, δημοσιευμένο στηνέκδοση Foreign Relation of the United States (F.R.U.S.), Volume XVI, 1964-1968, CYPRUS; GREECE; TURKEY σ. 174-179, μεταφρασμένο και σχολιασμένο στα ελληνικά στο ΚουράγιοΠηνελόπη, Αρμός 2013, σ. 218-226.

 [2]ΈγγραφοDepartment of State, Central Files, POL 23-8 CYP, 114secret, στηνέκδοσηForeign Relation of the United States, ό.π.(F.R.U.S), σ. 183-184.

 [3]Έγγραφοό.π.D.S., C.F., POL 23-8 CYP, 190 secret, F.R.U.S. σ. 206-208.

 [4]Σπύρου Παπαγεωργίου Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα του Κυπριακού, Τόμος Β΄, σ. 113.

 [5]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 121, Cyprus, Vol. 12, Airgram A-86, Second Memorandum on Turkish-Cypriot Minority Rights(ΑρχείοΑ. Ροδίτη) καιD.S., C.F., POL 27 CYP, 383 secret, F.R.U.S. σ. 250-252.

 [6]D.S., C.F., POL 27 CYP, 357secret, F.R.U.S. σ. 279-280.

 [7]L.B.J. Library, N.S.F.,Memos to the President, McGeorge Bundy, Vol. 6. Secret.  F.R.U.S. σ. 266-268

 [8]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 13,345secret (ΑρχείοΑ.Ρ.).

 [9]Ό.π.343 secret (ΑρχείοΑ.Ρ.).            .

[10]Αναφέρεται στο Το Κυπριακό και οι Συνωμότες του, του Ε. Ν. Τζελέπη, Θεμέλιο 1965. Το περιεχόμενο του μηνύματος, κατά τον Τζελέπη, ήταν μόνο η προειδοποίηση  στην Ελλάδα ότι ως χώρα του ΝΑΤΟ δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να βοηθά την Κύπρο αν η Κύπρος υπέγραφε στρατιωτική συμφωνία με την ΕΣΣΔ. Για το θέμα της συμφωνίας βρισκόταν ήδη στην Αθήνα ο Υπ. Εξ. της Κύπρου, Σπύρος Κυπριανού, για να ενημερώσει τον Πρωθυπουργό. Την ίδια μέρα και μετά τη σύσκεψη που ακολούθησε, επίσημη ανακοίνωση ανέφερε ότι ο Κυπριανού ακύρωσε το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ.

[11]Σωτήρη Ριζά, Ένωση, Διχοτόμηση, Ανεξαρτησία, Βιβλιόραμα 2000, σ. 153-154, 157.

[12]Πέτρου Γαρουφαλιά, Ελλάς και Κύπρος, Μπεργαδής, Αθήνα 1982.

[13]Lyndon B.Johnson Library, Special Head of State Correspondence, Box 19, Greece Presidential Correspondence, με τον τίτλο Αρ. 30. 8/20/64 Msg fm Papandreou responding to above (tab 29) re Cyprus situation. Για δε ν την ακρίβεια της μετάφρασης παραθέτωολόκληρη τηντελευταία παράγραφο της επιστολής Παπανδρέου: “Your suggestion concerning the lease of a base in Cyprus to Turkey is a most delicate and intricate problem. We have to take into account the inhabitants of the island. What would have been very difficult to accept before the air-raids has become even more difficult now. We are studying all aspects of this question and we shall make every possible efforts for finding a fair solution. With personal regards, Sincerely yours, GEORGE A. PAPANDREOU”.

[14]D.S., C.F., POL 27 CYP, 439 secret(ΑρχείοΑ.Ρ.).

[15]  Πέτρου Γαρουφαλιά ό.π.

[16]Νίκου Κρανιδιώτη Ανοχύρωτη Πολιτεία, Εστία 1985, Πρώτος τόμος, σ. 228

[18]Πράγμα, βέβαια, που επιβεβαιώνει, πέραν της προς Τζόνσον επιστολής, ότι δεν είχε προ-συμφωνήσει με τους Αμερικανούς την παραχώρηση βάσης 5% με ενοίκιο, αλλά μόνο συζήτηση της πρότασης μετά την Ένωση, που οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να καρποφορήσει. Επιπρόσθετα ούτε οι Τούρκοι δέχονταν τέτοια συμφωνία για «συζήτηση». Άρα, η ελληνική πρόταση προς τον Μακάριο για άμεση, ατόφια Ένωση ήταν καθαρή. Ο μόνος λόγος που ο Γαρουφαλιάς δεν ανέφερε στον Μακάριο τα περί «συζήτησης με τους Τούρκους μετά την Ένωση», ήταν για να μην τον διευκολύνει ν’ αρνηθεί. Γι’ αυτό και ο Μακάριος, μη έχοντας σοβαρά, αντίθετα επιχειρήματα, αντέταξε κωμικά τέτοια περί ταυτόχρονης κατάργησης των βρετανικών βάσεων, περί διορισμού του ως αντιβασιλέως και τελικά περί αιμάτων, που… δεν θα άντεχε! Πέτυχε στο τέλος να μείνει εκτεθειμένος απέναντι στην Ιστορία επειδή δεν συνεργάστηκε έντιμα με την Ελλάδα στη δεδομένη συγκυρία, που ήταν αποτέλεσμα κοπιωδών, επιδεξιότατων προσπαθειών του Γεωργίου Παπανδρέου, ώστε να επιτευχθεί η Ένωσις, στην πραγματοποίηση της οποίας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε ορκισθεί.

[19]L.B.J. Library, N.S.F., CountryFile, Box122, Cyprus, Vol. 13, 363 secret, στο F.R.U.S. σ. 280-281 και Αρχείο Α. Ρ. Είναι σ’ αυτό το ίδιο έγγραφο που ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Ρέυμοντ Χέαρ, αποκαλύπτει ότι έμεινε έκπληκτος όχι τόσο επειδή ο Φεριντούν Ερκίν, Υπ. Εξ. του Ινονού, του είπε ότι η Τουρκία παρά να υπογράψει 5% έδαφος με ενοίκιο προτιμούσε να μείνουν τα πράματα ως είχαν ή ακόμα καλύτερα να γινόταν η Ένωση χωρίς συμφωνία (“better let things goon as they are orevenhaveenosis with no arrangement”), αλλά επειδή συνέχισε για να του πει ότι η Τουρκία ήλπιζε τώρα στην… ομοσπονδία! Κι όταν ο έκπληκτος Χέαρ τον ρώτησε από πού του κατέβηκε τέτοια ιδέα, ο Ερκίν απάντησε πως πάντως «δεν ήταν αποτέλεσμα συνομιλιών με τους Ρώσους»! «Αλλά εγώ», γράφει ο Χέαρ, «δεν είχα καθόλου υπονοήσει τους Ρώσους»! Πολύσύντομα θ’ ακολουθούσε ρωσοτουρκική συμφωνία και στις 3 Δεκεμβρίου 1964 ο Υπουργός Εξωτερικών τής Σοβιετικής Ένωσης Αλεξέι Γκρομύκο θα μιλούσε στον Υπουργό Εξωτερικών τής Κύπρου Σπύρο Κυπριανού για «δύο κοινότητες» παρά το γεγονός ότι ο Κυπριανού τού «εξήγησε» ότι ο «εν λόγω όρος ήταν απαράδεκτος.» («Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα…», ο. π. Τόμος Γ’, σ. 48). Λίγο αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου 1965 σε συνέντευξή του ο Γκρομύκο στην «Ιζβέστια» προχώρησε και ευθέως στην ομοσπονδία: «…Ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών έκαμεν ωσαύτως λόγον περί ομοσπονδιακής μορφής διακυβερνήσεως’ δια την Κύπρον…» (εφημερίδες Λευκωσίας «Πατρίς», «Ελευθερία», «Φιλελεύθερος» 22.1.1965). Η ομοσπονδία ήταν η πραγματική πολιτική τής Σοβιετικής Ένωσης, την οποία τόσο το ΑΚΕΛόσο και οΜακάριος πρόβαλλαν ως ανιδιοτελή σύμμαχο, μαχομένη δήθεν στο πλευρό τους υπέρ των δικαίων τού κυπριακού λαού και υπέρ, βεβαίως, τής… ατόφιας Ένωσης – το τελευταίο πράγμα που ήταν δυνατό να εξυπηρετήσει τούς σκοπούς τής Ρωσίας!

[20]D.S., C.F., POL 27 CYP, 462 secret(ΑρχείοΑ.Ρ.).

[21]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 14,387 secret και ΑρχείοΑ.Ρ.

[22]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 14,911 secret και ΑρχείοΑ.Ρ.

Ο ζωγραφικός πίνακας (“Η πράσινη γραμμή στη Λευκωσία”, 1964) που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Μιχάλη Κάσιαλου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

In Poland, an Assault on the Courts Provokes Outrage

0

Protesters in front of the presidential palace in Warsaw on Tuesday urged the Polish president to reject a bill changing the judiciary system. CreditAdam Chelstowski/Agence France-Presse — Getty Images

WARSAW — Step by step, the Polish government has moved against democratic norms: It increased government control over the news media, cracked down on public gatherings and restricted the activities of nongovernmental organizations.

Now the party in power is moving aggressively to take control of the last major independent government institution, the courts, drawing crowds into the streets and possible condemnation by the European Union.

The party is pushing to jam several bills into law; one would force all the nation’s top judges to resign, except those it appointed. Another bill, already approved by Parliament, would ultimately give the government control over who can even be considered for a judgeship.

In Brussels on Wednesday, a top European Union official said that if the changes were made, Poland might slip outside the bloc’s definition of a democracy.

“Each individual law, if adopted, would seriously erode the independence of the Polish judiciary,” said Frans Timmermans, first vice president of the European Commission. “Collectively, they would abolish any remaining judicial independence and put the judiciary under full political control of the government.”

The drive to control the courts comes barely two weeks after President Trump paid a triumphant visit to Warsaw and praised the populist and nationalist Law and Justice Party, which controls the government. Now, if the party prevails, its success could be the final chapter in Poland’s long progression from a model Eastern European nation — and one of the first former Communist nations to join the union — to what its opponents are calling an illiberal democracy.

Three former Polish presidents, including Lech Walesa, have released a manifesto against the proposed changes, saying “we do not consent to taking away our basic civic freedoms.” And a coalition of more than 175 artists and scientists signed an open letter on Wednesday calling the government’s move a “coup d’état.”

With the legacy of the Solidarity movement, Poland entered the post-Soviet era with a head start on other post-Soviet nations politically, and its strong agricultural sector allowed it to quickly emerge as an economic success.

But its status as a regional star has been endangered by the rise of the Law and Justice Party. Since assuming power in late 2015, the party has moved to co-opt or weaken potential rivals, beginning with the Constitutional Tribunal, which could have declared its moves unconstitutional. Now dominated by government supporters, the tribunal provides a reliable rubber stamp for government initiatives.

Law and Justice supporters have been put in charge of public television and radio, which now adhere to a firmly pro-government line. Independent oversight was removed from the secret services. The justice minister was named chief prosecutor, formerly a separate and more independent post. New regulations were imposed on public assemblies.

Still, at least one previous step to pull Poland to the right, a nearly total ban on abortions proposed last fall, was defeated after mass protests.

“This is a call for a right-wing revolution,” said Jerzy Stepien, the director of the Institute of Civic Space and Public Policy at Lazarski University, and a former president of the Constitutional Tribunal. “If we have people in power who feel themselves above the law, we are in a revolutionary situation.”

In the lower house of Parliament this week, as opposition leaders struggled to beat back the governing party’s push to pass its legislation, people on both sides delivered emotional speeches frequently interrupted by chants.

“You could have been reformers of the Polish judiciary,” an enraged Wladyslaw Kosiniak-Kamysz, from the opposition Peasants Party, said to stone-faced lawmakers from the Law and Justice Party. “But you have become its executioners wearing a mask of justice.”

Photo

The Law and Justice party leader, Jaroslaw Kaczynski, in Parliament on Wednesday. CreditAgencja Gazeta/Reuters

Things turned especially ugly during a debate at midnight on Tuesday in Parliament when an opposition politician, Borys Budka, presumed to speak for the former Polish president from Law and Justice, who was killed in a 2010 plane crash. “If Lech Kaczynski were alive, he wouldn’t allow this,” Mr. Budka declared.

An enraged Jaroslaw Kaczynski — the former president’s twin brother and, as leader of Law and Justice, the most powerful political figure in Poland — seized the lectern and fired back: “Do not wipe your traitorous mugs with the name of my late brother. You are scoundrels.”

Law and Justice has long maintained that the 2010 crash was an assassination, perhaps involving Russia and members of the political opposition.

 “You murdered him,” Mr. Kaczynski shouted.

Ewa Kopacz, the prime minister under the previous center-right government, declared herself flabbergasted. “This man is crazy with hate,” she said of Mr. Kaczynski. “He cannot control his emotions.”

The conflict over the judiciary has been simmering for some time. One proposed law, already approved by Parliament and awaiting President Andrzej Duda’s signature, would reconfigure the National Council of the Judiciary, which chooses those eligible to become judges, so that government-appointed members would essentially have veto power.

A second bill, introduced late last week, would force all current members of the Supreme Court to resign, including several who have been feuding with the government, and replace them with judges selected by the governing party’s minister of justice.

“Their goal is to create political control over the judiciary,” said Adam Bodnar, Poland’s official ombudsman, who has come out against the bills. “I don’t have doubts about it.”

Mr. Kaczynski and other Law and Justice officials contend that opponents are overreacting to an honest attempt by the government to reform a dysfunctional and highly unpopular court system and to root out corrupt judges and liberal ideologues who want to thwart the will of the people.

Law and Justice, Prime Minister Beata Szydlo said, has “stood on the side of the people, and nobody will make us turn back from this way — not even by shouting here and stamping your feet!”

To become law, a bill must have three readings in the Sejm, the lower house of Parliament, then be passed by the Senate and signed by the president. The government’s decision to use procedural maneuvers to fast-track the Supreme Court bill appears to have caught opponents off guard.

“There were no public consultations, no public hearings,” said Kamila Gasiuk-Pihowicz of the opposition party Modern. “There should have been experts’ opinions, but there’s no time for that.”

President Duda tried to suggest a compromise in a nationwide address. He said he would sign the bill on his desk involving the appointment of judges only if an amendment were added so that new judges must get 60 percent of the vote in Parliament rather than a simple majority. Since Law and Justice has only a slim majority in the Sejm, this would force the governing party to find at least one other party to vote with it. If that amendment is not added, Mr. Duda said, he will refuse to sign the Supreme Court law.

It was a rare disagreement between Mr. Duda, a former Law and Justice member who became independent when he was elected president, and Mr. Kaczynski. Opponents were not sure whether this signaled a true split between the two leaders or was some sort of a trick.

“We don’t know if the president is acting really with some sort of noble intentions or whether he’s just playing a game,” said Mr. Stepien, the former president of the Constitutional Tribunal.

As opponents sought to slow the bill’s passage, opposition leaders asked Poles to continue to take to the streets. Some protesters have set up a tent camp outside Parliament, vowing to keep a round-the-clock vigil. “I had to be here,” said Lidia Leipert, a lawyer who joined the throng after work.

Agnieszka Wierzbicka, a nutritionist, said she was already resigned to losing this round.

“I think our protest is nothing but symbolic now,” she said. “Will it change anything? I highly doubt it. But that doesn’t make it invalid. It is important for history.”

Russia’s Strategy: Built on Illusion

0

By George Friedman Jul 19, 2017

 Strong powers can underplay their hands and afford to make mistakes. Weak powers, on the other hand, need to exaggerate their power and be far more precise in its use. Power is like money; the less you have, the more you need to flaunt it and the fewer mistakes you can afford to make. But by trying to convince others that they have more power than they actually do, they run the risk of squandering a scarce resource. It’s nearly impossible to both flaunt power and preserve it at the same time.

This is the core strategic problem of Russia. On the one hand, it is still trying to find its way more than 25 years after the collapse of the Soviet Union, an event President Vladimir Putin has referred to as “the greatest political catastrophe” of the 20th century. In the lives of nations, a quarter of a century is not very long, and the reverberations of the catastrophe are still being felt. On the other hand, Russia lives in a complex and dangerous region, and appearing weak can be the biggest threat to its well-being. Therefore, like a wealthy person coming into hard times, Russia must simultaneously try to appear more powerful than it is and meticulously manage what power it has.

Russia’s Geographic Weakness

Since the fall of the Soviet Union, Russia has faced two fundamental problems. The first is geographic. The second, which we’ll return to later, is economic.

Russia’s main geographic problem is that it needs to maintain a buffer zone to its west to stem the risk of attack from the European Peninsula. Russia has been invaded three times, once by France and twice by Germany. In each case, it survived because of strategic depth. The Baltics, Belarus and Ukraine created the buffer zone that gave Russia room to retreat and exhaust the enemy. Although the weather also played a role, distance was the main challenge for attacking armies. Even in World War I, Germany was unable to sustain the gains it won. In the Napoleonic Wars and World War II, the enemy was ground down and defeated.

After World War II, Russia’s buffer zone expanded dramatically. A second tier of nations to the West – Poland, Czechoslovakia, Hungary and Romania – came under Soviet dominion. Soviet power pushed into central Germany. For the first time in its history, it had strategic depth such that an attack from the European Peninsula was unthinkable.

But maintaining the force that was needed to hold this deep buffer exceeded Soviet resources. The drop in oil prices, the inherent inefficiency in the economy, and the cost of defending what it had won in World War II had become unsustainable, and the Soviet Union collapsed. It first lost the deep buffer of Eastern Europe, and two years later, it lost the critical elements of its core buffer, the Baltics and Ukraine.

An argument can be made that given the situation on the European Peninsula, the threat to Russia has evaporated. But nothing in Russia’s history permits such complacency. In 1932, Germany was a weak and divided liberal democracy. Six years later, it was the most powerful military force in Europe. Russia understands the speed with which European (and American) intentions and capabilities can change. It must therefore continue to pursue strategic depth.

 

When the Baltic countries were brought into NATO, the Russians were unable to respond. But Ukraine was a different matter. It had become independent but was not absorbed by the West. It was also a critical part of Russia’s buffer. Ukraine is vast, and the cost of crossing it from the west is high. When Western countries, particularly the U.S., appeared to support the establishment of a pro-Western government in Kiev during the 2004 Orange Revolution, Russia believed they actually intended to undermine Russian security. A Ukraine armed or controlled by the West would make Russia very difficult to defend. The U.S. claimed the Orange Revolution was about human rights, but the Russians saw that as a cover. The Russians fought back with covert operations designed to install a pro-Russian government in Kiev. The Americans responded by supporting the uprising in 2014, and the Russians saw this too as a hostile act.

But Russia was in no position to do anything about it. Its intelligence services failed to understand or prevent what happened in Kiev. The Russians had to do something to demonstrate they were not impotent. So Russia formally annexed Crimea, a region that was historically Russian, and where Russian force was already overwhelming. This convinced the Americans that Russia was an aggressive power. Russia found itself in a strategic confrontation that outstripped its resources but which it could not abandon.

But with Russia unable to challenge Western forces and with the U.S. uninterested in an extended conflict with Moscow, the result was a frozen conflict in Ukraine. There was an implicit agreement: Russia would accept a pro-Western government in Kiev so long as that did not include a military alliance or deployment of Western forces in Ukraine. The U.S. and Europe would accept the status quo so long as the Russians did not become aggressive. The Russians had a buffer against the West, and the West had a buffer against Russia.

This achieved a solution the West could live with because Ukraine was not a fundamental interest. But for the Russians, it was only minimally acceptable. Ukraine was vital to Russian interests and this solution was only just short of a defeat.

Economic Constraints

Russia decided it had to act to increase its strength. But it was dealt another blow in 2014, when oil prices began to decline as a result of increased supplies and constrained demand. And this brings us back to Russia’s second fundamental problem: its economic weakness. Russia is dependent on an economic variable it can’t control. It remains heavily reliant on oil exports but it can’t dictate the price of oil. At a time when it needed to expand its military power, it was facing deep economic constraints. This was precisely the problem the Soviet Union faced in the 1980s. It had to increase its military force while its major export, energy, plunged in price. This problem was instrumental in the Soviet Union’s collapse. To avoid repeating this scenario, the Russians had to decrease their defense budget rather than increase it.

After the dual shocks of 2014, Russia could either acknowledge its weakness or attempt to appear more powerful than it was. But if it acknowledged its problems, Russia was afraid, reasonably so, that the U.S. could impose a more aggressive policy on Moscow. Russia was forced into the maneuver of a formerly wealthy man down on his luck. It had to appear convincingly more powerful than it was, with the attendant danger of using up resources it couldn’t afford to spend. It pursued this strategy through low-cost, low-risk actions.

One such action was in Syria. The intervention there served no Russian strategic interests. There was speculation that Russia was interested in pipelines or ports. But no one believed that Russia’s commitment to Bashar Assad was so deep that it would intervene to save him. In reality, the Russians intervened to show that they could, and to prove that they could deal with the United States and Turkey as equals. From a strategic standpoint, it made little sense. From a psychological standpoint, it made some sense. The forces it sent were limited, and while they may have prevented the fall of Assad, they are now as bogged down as the Americans, unable to win and unable to leave. But being as bogged down as the Americans was not a problem. To the contrary, it made Russia a player on a bigger stage.

Russia’s second low-risk action was an old Soviet strategy: using its intelligence forces in a destabilization campaign. The goal of the Russian campaign was not so much to interfere in political campaigns as to be seen as interfering. The Soviets also played this game in the 1980s, supporting various radical groups in Europe. Of course, the Soviet Union collapsed anyway. Actions taken by weak nations designed to make them appear stronger than they are always fail in the long run. A country’s real power is durable, but illusions are fleeting.

The Russians are delighted that they have convinced some that they control Donald Trump. Not only does this breed instability in the United States, but it gives a sense of overwhelming, if covert, Russian power. If they actually did try to control Trump, then their reputation for incompetence in such matters proceeds them, since being able to blackmail Trump had value only if it were kept secret. And the coup of the century (or several centuries) would be the biggest secret of all time. But the point was not to control Trump, but to destabilize the United States. And while it has certainly created an uproar, the fact remains that American power is intact, and so is Russian power. The balance of power has not changed.

Russia has achieved what it needed to in Syria and in its destabilization campaign. It appears to be stronger than it is. But Russia’s fundamental problems have not been addressed. Its strategic depth has been compromised if not lost, and its economy is staggering as oil prices remain low. The Russians have no solutions to these problems so instead they are engaging in a series of very impressive bluffs. But in the end, they are merely buying time, not solving their strategic problem.

The post Russia’s Strategy: Built on Illusion appeared first on Geopolitical Futures

 

«Ο Emmanuel Macron βαδίζει ήδη γρήγορα, αλλά πάνω σε αυγά»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Ο Emmanuel Macron συγκάλεσε στις 17 Ιουλίου την 1η Αυτοδιοικητική Διάσκεψη στην Γερουσία, έχοντας ήδη ανακοινώσει τη 2η που θα γίνει στις 2 Δεκεμβρίου 2017. Στην διάσκεψη αυτή συμμετείχαν μετ’επαίνων, για αυτήν τη θεσμοθέτηση, οι Γάλλοι τοπικοί αιρετοί άρχοντες με τα συνδικαλιστικά τους όργανα, όμως η συζήτηση, αν και ξεκίνησε καλά, ήταν εξαιρετικά τεταμένη στη συνέχεια. Γιατί ; Διότι ο Γάλλος πρόεδρος τους ζήτησε μια σειρά περιοριστικών μέτρων, όπως :

@ να περιορίσουν τις λειτουργικές δαπάνες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ 36.000 τον αριθμό) κατά 13 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος πενταετίας, ενώ προεκλογικά προέβλεπε 10 δις οικονομίες, μέσα από μια «εξυπνότερη οικονομική διαχείριση» στην εξειδίκευση της οποίας θα συμβάλουν εμπειρογνώμονες εγνωσμένου κύρους.

@ να περιορίσουν κατά 70.000 υπαλλήλους σε βάθος πενταετίας τους υπαλλήλους της γαλλικής Αυτοδιοίκησης, σε σύνολο 120.000 δημοσίων υπαλλήλων (εκ των οποίων οι 50.000 αφορούν στην Κεντρική εξουσία) που θα πρέπει να εκλείψουν  κυρίως λόγω της συνταξιοδότησής τους.

@ να περιορίσουν κατά το ένα τρίτο τον αριθμό των εκλεγομένων σήμερα αυτοδιοικητικών αιρετών αρχόντων (δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων), σε αντιστοίχηση με τον ήδη ανακοινωθέντα περιορισμό κατά το ένα τρίτο και στον αριθμό των εκλεγομένων σήμερα βουλευτών και γερουσιαστών. Κάτι που απηχεί και το λαϊκό αίσθημα στη Γαλλία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες.

@ να απαλλάξουν το 80% των νοικοκυριών τους που δεν ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ οικογενειακού εισοδήματος από τον τοπικό «Φόρο κατοίκησης» (Taxe d’habitation) ο οποίος επιβάλλεται και εισπράττεται απευθείας από τους ΟΤΑ.  Δηλαδή, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά που κερδίζει λιγότερα από 5.000 ευρώ το μήνα δεν θα πληρώνουν πλέον τον εν λόγω τοπικό Φόρο. Κάτι που διερευνάται κάθε 1η Ιανουαρίου από τον αρμόδιο ΟΤΑ. Τον εν λόγω φόρο τον πληρώνει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, ή ο ενοικιαστής ή ο δωρεάν φιλοξενούμενος. Η αφαίρεση αυτού του αυτοτελούς τοπικού πόρου, που αντιστοιχεί στο 36 με 40% των ίδιων πόρων των γαλλικών ΟΤΑ, θα αναπληρωθεί με αντίστοιχη  κρατική επιχορήγηση η οποία όμως δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί (!) και ευλόγως αυτό προκαλεί ανησυχία στους αιρετούς αλλά και ικανοποίηση στους Φορολογούμενους. Σκεφτείτε να μας καταργούσαν αύριο τον ΕΝΦΙΑ. Το υπόλοιπο 20% των νοικοκυριών, που υπερβαίνουν το παραπάνω εισοδηματικό όριο, θα συνεχίσουν να καταβάλουν τον «Φόρο κατοίκισης».

Οι παραπάνω εξαγγελθείσες μειώσεις από την κυβέρνηση, οι οποίες θα συνοδεύουν ένα πρόγραμμα επενδύσεων 50 δις ευρώ,  θα πρέπει να συμβάλουν στην σκοπούμενη αθροιστική εξοικονόμηση κατά 60 δις ευρώ το χρόνο των δημοσίων δαπανών της Γαλλίας, σε βάθος πενταετίας, που ήταν οι δεύτερες υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση  το 2014 με χαμηλή οικονομική ανάπτυξη. Ο Μακρόν δεν δίστασε να ζητήσει περικοπή 850 εκατ. Ευρώ και από τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας Pierre de Villiers, ο οποίος λόγω της διαφωνίας του παραιτήθηκε! Και τούτο για να ελεγχθεί το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και να οδηγηθεί στην οικονομική ανάπτυξη η γαλλική οικονομία.

Όμως όπως γράφει η Marie-Pierre Bourgeois  στην ηλεκτρονική La gazette des communes στις 18 Ιουλίου, οι αυτοδιοικητικοί φορείς  επαίνεσαν μεν ομόφωνα  την ακολουθούμενη  μεθοδολογία του Γάλλου προέδρου για την παραπάνω διάσκεψη, η οποία ανοίγει τον διάλογο μεταξύ του κράτους και των ΟΤΑ, αλλά είναι αντίθετοι με τα χαμηλότερα λειτουργικά έξοδα και την απαλλαγή από τον «φόρο κατοίκισης». Ένα τέτοιο μέτρο, ισχυρίζονται οι αιρετοί, περιορίζει πολύ  την δημοσιονομική αυτονομία των ΟΤΑ οι οποίοι θα χάσουν έτσι έναν από τους κύριους φόρους των οποίων μπορούν να καθορίζουν τον φορολογικό συντελεστή.

Έτσι ο  Emmanuel Macron, βαδίζοντας πάνω σε αυγά, άνοιξε ήδη γρήγορα και το 2ο πιο επικίνδυνο κοινωνικό μέτωπο : με τους Δημάρχους και τους Περιφερειάρχες οι οποίοι είναι πολιτική δύναμη, έχουν διασυνδέσεις και μηχανισμούς αγώνα, είναι πολύ κοντά στον πολίτη τον οποίο φυσικά και θα μπορούσαν να επηρεάσουν. Θυμίζω ότι το 1ο κοινωνικό μέτωπο εθνικής εμβέλειας, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη επίσης, είναι με τους συνδικαλιστικούς φορείς των μισθωτών, αναφορικά με την μεταρρύθμιση του γαλλικού «κώδικα εργασίας». Βλέπε το σχετικό άρθρο μου : «Η Μητέρα των Μαχών και η ανυπέρβλητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Μακρόν» (http://www.anixneuseis.gr/?p=171087). Εξ ου και η χθεσινή φιλική και συσπειρωτική συνεύρεση του Emmanuel Macron με τον Πρωθυπουργό, τους υπουργούς και τους βουλευτές του κόμματός του, αλλά και του συνεργαζόμενου κεντρώου κόμματος MoDem, για να προλάβει την πιθανή δημιουργία «εσωτερικής αντιπολίτευσης». Κάτι που ο ίδιος έζησε ως εφιάλτη, όταν ήταν υπουργός οικονομικών του Ολάντ, με πρωταγωνιστή τον Benoît Hamon, μετέπειτα υποψήφιο πρόεδρο των σοσιαλιστών.

 

 

Turkey Leaks Secret Locations of U.S. Troops in Syria

0

Ankara has long been angered by the alliance between Washington and Kurdish factions. But a new report exposing secret American bases is a dangerous way to strike back.

ISTANBUL—In the latest display of Turkish anger at U.S. policy in Syria, the state news agency has divulged the locations of 10 U.S. military bases and outposts in northern Syria where the U.S. is leading an operation to destroy the so-called Islamic State in its self-styled capital of Raqqa.The list published by the Anadolu news agency points to a U.S. presence from one end to the other of the Kurdish self-administration region—a distance of more than 200 miles. The Anadolu news agency even listed the number of U.S. troops in several locations and in two instances stipulated the presence of French special forces.

Turkey has openly criticized the Trump administration—and the Obama administration before it—for relying in the battle against ISIS on a militia led by Kurds affiliated with the Kurdistan Workers Party or PKK. A separatist movement now at war with Turkey, the PKK has been listed by the U.S., EU, and Turkey as a terror organization.

To avoid the appearance of allying with such a group, the U.S. military set up the Syrian Democratic Forces, which have a large component of Arab recruits. But they are led by officers from the People’s Protection Units (YPG), the Syrian affiliate of the PKK.

Although Turkey’s powerful president, Recep Tayyip Erdoğan, regularly vents his anger at the U.S., it is still highly unusual for a NATO ally to reveal details of a U.S. military deployment during active operations in a war zone. But the U.S. operation in Syria is in many respects an unusual case. Not only is the United States acting against the express wishes of NATO ally Turkey, which says its national security is directly endangered, it’s also operating without the permission of the Assad regime.

After a meeting Monday evening, Turkey’s National Security Council charged that weapons provided to the Syrian Kurdish YPG militia had come into the possession of the PKK. “This shows that both are the same organization,” it said, adding that other countries were using a “double standard” for terror groups, an apparent reference to the U.S. alliance with the YPG militia.

The U.S. has denied repeatedly that arms it is supplying to the Kurdish fighters have seeped into the PKK war against the Turkish state, and the Turkish government did not back up its allegations with evidence

Two U.S. bases in Syria—in Rmeilan, in northern Hasaka province, and Kharab Ishq, near Kobani in Aleppo province—already were well-known before Anadolu published them. Anadolu said Rmeilan, in Syria’s oil-producing district, was set up in November 2016, and is big enough to handle transport aircraft, while the base south of Kobani, set up in March 2016, is used only by military helicopters.

The eight outposts, often hidden behind signs warning of a “prohibited area,” are being used both for active military operations, such as shelling into the city of Raqqa, and for desk jobs such as training and operational planning, the report said.

It claimed bases used for military operations house artillery batteries with high maneuverability, multi-barrel rocket launchers, various mobile equipment for intelligence, and armored vehicles for general patrols and security.

In Hasaka province, the U.S. has three outposts, all used to train Kurdish militia members, according to Turkish security officials. Anadolu even gave the number of U.S. Special Forces troops it believed were stationed at two of the three outposts.

There are three U.S. military outposts in Syria’s Raqqa province, Anadolu said. French special forces troops are stationed at two of them. It said one of the locations serves as a communication center for the International Coalition fighting ISIS and is also used to disrupt ISIS communications.

In Manbij, which the Kurdish YPG militia captured last August, the U.S. now has two outposts. The U.S. sends out patrols, the agency noted acerbically, to protect the Kurdish People’s Protection Unit (YPG) forces from Syrian rebels operating out of the Turkish controlled part of Syria known as the Jarablus pocket.

Turkish security officials confirmed the accuracy of the Anadolu list to The Daily Beast.

The publication is certain to spark ire in the U.S. military, which is leading the operation against ISIS.

Spokesmen for Operation Inherent Resolve, the U.S.-led coalition fighting ISIS, and for the U.S. Central Command in Tampa, Florida, asked The Daily Beast not to publish the detailed information reported by Anadolu.

“The discussion of specific troop numbers and locations would provide sensitive tactical information to the enemy which could endanger Coalition and partner forces,” wrote Col. Joe Scrocca, coalition director of public affairs.

“Publishing this type of information would be professionally irresponsible and we respectively [sic] request that you refrain from disseminating any information that would put Coalition lives in jeopardy.”

Col. John Thomas, spokesman at the Central Command, also asked The Daily Beast to refrain from publishing details of coalition operations, on the grounds it would be “potentially harmful to the lives of those involved.”

In fact, Anadolu had already published the information Monday on its Turkish language service and then issued it on its English language services Tuesday. In addition, some of the locations on the Anadolu list were already known in public. The Iranian Tasnim news agency, for example, last November published the names of two bases and two outposts, and the Jusour Center, a Syrian think tank, published the locations of two additional outposts in April.

GETTY

thedailybeast.com

—with additional reporting by special correspondent Duygu Guvenc from Ankara.

Το Καστελόριζο είναι ο κύριος στόχος του Ερντογάν: Πολύτιμη για την Ελλάδα η αξία του ακριτικού νησιού

0

Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης

Η φωτογραφία ελήφθη το 2016 όταν βρέθηκε στο Καστελόριζο για λίγες ώρες το υποβρύχιο του Πολεμικού Ναυτικού «Ματρώζος». Το υποβρύχιο είναι το νεότερο τύπου 214 που εντάχθηκε στο στόλο του ΠΝ και βρισκόταν στην Ανατολική Μεσόγειο στο πλαίσιο της νατοϊκής επιχείρησης «Active Endeavour». Σκοπός της παρουσίας του σύγχρονου υποβρυχίου στο ακριτικό νησί ήταν, όπως αναφέρουν στρατιωτικές πηγές, η επίδειξη σημαίας. Φωτογραφία ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ JULY 19, 2017

Προσπαθώ, μάταια, από την δεκαετία του 1980 να ενημερώσω τις ελληνικές κυβερνήσεις και τον ελληνικό λαό για την αξία του Καστελόριζου. Ακόμα και, σήμερα, τα δελτία καιρού στις ελληνικές τηλεοράσεις δεν περιλαμβάνουν το ακριτικό νησί, διότι κείται πολύ ανατολικότερα από τους χάρτες που χρησιμοποιούν. Επίσης, κάποιοι αγνοούν και βασικά στοιχεία της γεωγραφίας αναφέροντας ότι το Καστελόριζο είναι το νοτιότερο μέρος της Ευρώπης.

Η Κύπρος είναι το νοτιότερο μέρος της Ευρώπης και το Καστελόριζο αποτελεί το ανατολικότερο μέρος της Ευρώπης.

Η Ελλάδα ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το Καστελόριζο, όταν πληροφορήθηκε το περίφημο Σχέδιο Άτσεσον του 1964. Στο αρχικό σχέδιο, η Κύπρος θα παραχωρείτο ολόκληρη στην Ελλάδα εκτός της Καρπασίας, όπου θα εγκαθίστατο μια στρατιωτική βάση της Τουρκίας παρόμοια με τις Βρετανικές βάσεις στο νησί, χωρίς χρονικά περιθώρια. Επιπλέον το Καστελόριζο θα παραχωρείτο στην Τουρκία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απέρριψε αμέσως αυτό το σχέδιο. Ο Άτσεσον πρότεινε μια αλλαγή που προέβλεπε ότι η Τουρκία θα διατηρούσε την Καρπασία μόνο για 50 χρόνια και η Τουρκία το απέρριψε. Έχουν περάσει από τότε 53 χρόνια, αλλά φαίνεται ότι οι Τούρκοι εξακολουθούν να εποφθαλμιούν το σύμπλεγμα του Καστελόριζου (Μεγίστη, Ρω και Στρογγύλη).

Όπως έχω τονίσει, χρόνια πριν, το Σχέδιο Άτσεσον ήταν προσεκτικά σχεδιασμένο. Όταν δει κανείς πόσο μικρό είναι το Καστελόριζο, εύκολα θα αντιληφθεί ότι η Τουρκία δεν επιθυμούσε μια τέτοια ανταλλαγή, αλλά ούτε και η Ελλάδα να παραδώσει ελληνικό έδαφος, όσο μικρό και να ήταν αυτό. Αλλά ο Άτσεσον είχε άλλο πράγμα στο μυαλό του.

Οι Αμερικανοί, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώριζαν την αξία των υδρογονανθράκων και είχαν αρχίσει μυστικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο για τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της περιοχής. Τότε βέβαια υπήρχε μόνο η έννοια της υφαλοκρηπίδας, αλλά οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι και τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα. Έτσι σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ θα ανήκε στην Τουρκία.

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο επίκεντρο των τουρκικών προκλήσεων, διότι κατέχει μια πλεονεκτική και κομβική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Δυστυχώς, κάποιοι Έλληνες αναλυτές αναφέρουν ότι τo μικρό αυτό νησί αποτελεί το κλειδί για την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ. Το Καστελόριζο δεν αποτελεί κλειδί για την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ. Κανένα τμήμα της ελληνικής επικράτειας δεν αποτελεί κλειδί για την ανακήρυξη της ΑΟΖ. Το Καστελόριζο αποτελεί το κλειδί για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ.

Προξενεί εντύπωση ότι, μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζεται η σύγχυση ανάμεσα στις έννοιες ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει λύσει αυτά τα προβλήματα από την εποχή του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου που αυτές τις ημέρες κοιτά από ψηλά με καμάρι πόσο καλά θωρακισμένη είναι η ΑΟΖ του νησιού του.

Η Κύπρος από βρετανική αποικία έγινε κράτος και, από το 1960 μέχρι σήμερα, συμπεριφέρεται σαν κράτος. Αυτό είναι και το τραγικό πρόβλημα της Ελλάδας που δεν γνωρίζει να συμπεριφέρεται σαν κράτος. Το μαρτυρικό νησί προχωράει στον σχεδιασμό του για την αξιοποίηση της ΑΟΖ του με πολύ καλά προγραμματισμένα βήματα, αξιοποιώντας τις συμμαχίες που έχει κτίσει στην πιο επικίνδυνη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Ας δούμε τις προσγειωμένες δηλώσεις του Νίκου Χριστοδουλίδη, Κυβερνητικού Εκπροσώπου της Κύπρου πουν κάνουν τον Ερντογάν έτοιμο για εγκεφαλικό: «H νέα NAVTEX της Τουρκίας είναι η προσφιλής τακτική της Άγκυρας όπως τη βιώνουμε εδώ και πολλά χρόνια, αν θυμάμαι καλά από το 2011 που ξεκίνησαν, αν θέλετε, πιο συγκεκριμένα οι δραστηριότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός της ΑΟΖ. Οι ενεργειακοί σχεδιασμοί στο τεμάχιο 11, στην κυπριακή ΑΟΖ συνεχίζονται χωρίς κανένα πρόβλημα. Αμέσως μετά την έκδοση της οδηγίας προς ναυτιλλομένους έχουμε προχωρήσει στην έκδοση οδηγίας που ακυρώνουμε αυτό που επιχείρησε η Τουρκία να κάνει, την ίδια στιγμή έχουμε ήδη προβεί σε ενέργειες σε διπλωματικό επίπεδο. Συνεχίζουμε να έχουμε την ίδια προσέγγιση. Δεν θα κάνουμε, αν θέλετε, τη χάρη στην Τουρκία να δημιουργήσουμε σε ένα δημόσιο επίπεδο μια κρίση στη Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που δεν υφίσταται. Μπορώ να σας πω ότι οι ενεργειακοί μας σχεδιασμοί και συγκεκριμένα στο τεμάχιο 11 συνεχίζονται χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και η δική μας προσέγγιση συνοψίζεται στην σοβαρότητα, ψυχραιμία και λίγα λόγια»

Οι Παράνομες Απαιτήσεις της Τουρκίας

Η Τουρκία προσπαθεί για πολύ καιρό τώρα να πείσει την διεθνή κοινότητα ότι η περιοχή ανάμεσα στο Καστελόριζο, την Κρήτη και την Κύπρο είναι μέρος της τουρκικής ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη παραβίαση όλων των κανόνων του Δίκαιου της Θάλασσας.

Από το 2011, η Τουρκία κυκλοφορεί τον παρακάτω χάρτη που δείχνει την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι ξεκάθαρα μια εξόφθαλμη παραβίαση των κανόνων του UNCLOS.

Χάρτης της παράνομης ΑΟΖ της Τουρκίας

ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Καρυώτης, Η ΑΟΖ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνης, 2014, σελ. 194.

Δίνουν στη Ρόδο, στην Κάρπαθο και το Καστελόριζο μόνο 6 ν.μ. χωρικά ύδατα και όχι υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Δίνουν ελάχιστη υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ στο βόρειο τμήμα της Κρήτης και παριστάνουν ότι έχουν, σε μεγάλη έκταση, μια τεράστια υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ που συνορεύει με την Αιγυπτιακή ΑΟΖ. Υποτίθεται ότι αυτή η οριοθέτηση είναι σύμφωνη με την αρχή της ευθυδικίας που είναι η προσφιλής της οριοθέτηση.

Εάν η Τουρκία προσκομίσει κάποια ημέρα, αυτό τον χάρτη, σε ένα διεθνές δικαστήριο θα πάθει μεγάλη ζημιά. Οι αυξανόμενες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος και η εγκληματική αμέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων να ανακηρύξουν μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) θέτουν σε κίνδυνο τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα σε μια περίοδο που η Ελλάδα εμφανίζεται τρωτή απέναντι σε διεθνείς πιέσεις.

Η Έκθεση της CIA

Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα παράμετρος της ελληνοτουρκικής διένεξης που έχει σχέση με τη θέση της CIA για το θέμα των υδρογονανθράκων του Αιγαίου. Σε μια απόρρητη έκθεσή της που γράφτηκε το 1984 και της έδωσε την ονομασία «Μνημόνιο»,* που έχει αποχαρακτηριστεί από τον δημοσιογράφο Μιχάλη Ιγνατίου και καλύπτει όλα τα θέματα της ελληνοτουρκικής διαφοράς όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας από τα 6 στο 12 ν.μ., τον εναέριο χώρο, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και την στρατικοποίηση μερικών ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου.

Στις 31 σελίδες αυτού του μνημονίου γίνεται μια προσπάθεια από την CIA να είναι ουδέτερη σ’ αυτή την πολύ σημαντική διένεξη για την Αμερική. Βέβαια, αναφέρουν ότι η Τουρκία για πολλά χρόνια τώρα έχει προειδοποιήσει την Ελλάδα ότι η αύξηση των χωρικών της υδάτων στο Αιγαίο θα αποτελεί casus belli, αλλά οι Αμερικανοί δεν παίρνουν θέση σε αυτό το θέμα.

Τέλος, αυτό το μνημόνιο στην σύνοψη των θέσεών του αναφέρει: “Έτσι, ενώ η διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία είναι πιθανότερο να απορρέει από μια στρατιωτική σύγκρουση στη Κύπρο, θα μπορούσε να επεκταθεί στο Αιγαίο και πιθανώς στην Θράκη – μόνο και μόνο γιατί οι Έλληνες αναγνωρίζουν το ευκρινές στρατιωτικό πλεονέκτημα της Τουρκίας σε μια σύγκρουση που θα περιορίζεται μόνο στο νησί.

Οι Έλληνες θα έχουν μια μικρή υπεροχή σε εναέριες εμπλοκές στο Αιγαίο και θα κρατήσουν τις θέσεις τους στη θάλασσα. Στα σύνορα με την Θράκη, το πολύ δύσκολο έδαφος θα αντισταθμίσει την υπεροχή της Τουρκίας σε στρατό ξηράς και ο πόλεμος εκεί μάλλον θα τελειώσει με στασιμότητα.»

Οι δραματικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, και οι παράνομες ΝΑVTEX και NOTAM που εκδίδει η Τουρκία δεσμεύοντας την περιοχή από το Καστελόριζο μέχρι την Κύπρο, αναμφίβολα δημιουργεί μια νέα επικίνδυνη κατάσταση στην περιοχή.

Ο Σουλτάνος, αντιλαμβανόμενος ότι η παρουσία πολεμικών σκαφών των ΗΠΑ, της Γαλλίας και του Ισραήλ του έχουν κόψει τους παληκαρισμούς στην ΑΟΖ της Κύπρου , ετοιμάζεται να δημιουργήσει μια κατάσταση όμοια με τα Ίμια, στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία του NAVTEX έγινε έξω από το Καστελόριζο. Το Καστελόριζο, η Ρω και η Στρογγύλη είναι οι κύριοι στόχοι της Τουρκίας από την εποχή που ήταν Πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος ειδοποίησε τότε τους Αμερικανούς ότι κατάληψη ενός νησιού σημαίνει πόλεμο.

Η κυβέρνηση Ρέιγκαν, παρόλον ότι αντιπαθούσε τον Παπανδρέου, σταμάτησε τα σχέδια της Τουρκίας. Κανείς πάντως δεν γνωρίζει, σήμερα, τις προθέσεις της κυβέρνησης Τραμπ. Κλειδί είναι ο Ρεξ Τίλλερσον που γνωρίζει καλά την περιοχή και είναι γνώστης της έννοιας της ΑΟΖ.

Ήρθε, τώρα, η ώρα για μια τετραμερή συνάντηση, που έχει αδικαιολόγητα καθυστερήσει, ανάμεσα στο Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Έχουν σημαντικά κοινά συμφέροντα στην γειτονιά τους και η στενότερη συμμαχία σε θέματα γεωστρατηγικής, οικονομίας, υδρογονανθράκων και ασφάλειας. Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν φημίζεται να παίρνει πρωτοβουλίες, ήρθε η ώρα να σταθεί στο ύψος των κρίσιμων αυτών στιγμών του ελληνισμού και να γίνει αυτή η συνάντηση το ταχύτερο δυνατόν.

Πηγή: Το Καστελόριζο είναι ο κύριος στόχος του Ερντογάν: Πολύτιμη για την Ελλάδα η αξία του ακριτικού νησιού http://mignatiou.com/2017/07/to-kastelorizo-ine-o-kirios-stochos-tou-erntogan-politimi-gia-tin-ellada-i-axia-tou-akritikou-nisiou/

Κυπριακό: τέλος εποχής;

1
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*  16.07.2017 

Μ​​​​πορείτε να μου προσδιορίσετε το περιεχόμενο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας στο Κυπριακό;». Το ερώτημα τόσο προς φοιτητές των διεθνών σχέσεων όσο και προς πολιτικούς σπανίως απαντάται με επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά είναι η καραμέλα στο ξύλινο λεξιλόγιο του Κυπριακού. Καιρός να αποκηρύξουμε τέτοια σχήματα! ζητά μία μερίδα του κόσμου στην Κύπρο. Φταίει ο εθνικισμός των δύο πλευρών που ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις, απαντούν κάποιοι άλλοι.

Η εντός εξαμήνου κατάρρευση δύο διασκέψεων του ΟΗΕ εν μέρει μόνον δικαιολογείται από την προχειρότητα που προετοιμάσθηκαν. Η κυρίαρχη αίσθηση είναι ότι υπάρχει κάποιο θεμελιώδες λάθος από ελληνικής πλευράς. Η απάντηση κρύβεται στις επιλογές που έγιναν μετά το 1974. Το σοκ της εισβολής ακολούθησε η αίσθηση της συντριπτικής ισχύος του αντιπάλου. Η προσδοκία που υιοθετήθηκε εξ ανάγκης ήταν ότι οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν στα σπίτια τους μέσω μίας αόριστης επικρατήσεως του διεθνούς δικαίου. Προς την επίτευξη του στόχου επελέγη ως πλέον κατάλληλη η διεθνοποίηση του Κυπριακού. Η επιλογή αυτή ήταν απότοκος της συμμετοχής της Κύπρου στο κίνημα των αδεσμεύτων κατά τη δεκαετία του 1960. Απέβλεπε στη μεσολάβηση του ΟΗΕ, της διεθνούς κοινότητας αλλά και των ΗΠΑ, της Δύσης, της ΕΣΣΔ ή τέλος πάντων όποιου είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει τους Τούρκους για να αλλάξει κάπως η κατάσταση.

Στην πράξη η διεθνοποίηση του Κυπριακού εκφυλίσθηκε σε συλλογή ψηφισμάτων από διεθνείς οργανισμούς με σχεδόν αποκλειστικά ηθική αξία. Οι λόγοι ήσαν πολλοί. Ο μηχανισμός του ΟΗΕ είναι ατελής ως προς τη λήψη κυρώσεων. Ο Ψυχρός Πόλεμος και η μεγάλη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας για την άμυνα της Δύσης προσδιόρισαν τη στάση των μεγάλων δυτικών δυνάμεων. Δεν ήθελαν διαδικασίες στις οποίες θα μπορούσε να παρέμβει και η Σοβιετική Ενωση.

Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική πλευρά πιέσθηκε και τελικώς αποδέχθηκε τη διεξαγωγή διακοινοτικών συνομιλιών. Το πλαίσιο των συνομιλιών έθεσαν οι δύο «συμφωνίες κορυφής», όπως ονομάσθηκαν, το 1977 και το 1979. Αυτομάτως η διαφορά περιορίσθηκε στο επίπεδο των δύο κοινοτήτων του νησιού. Για να σωθούν τα προσχήματα, οι διακοινοτικές συνομιλίες ετέθησαν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Ηταν μία βολική εξέλιξη. Η Δύση διασφάλιζε τη διαχείριση της διαφοράς εντός της «οικογενείας». Για την Τουρκία ήταν περίπου ιδανική κατάσταση. Η Κυπριακή Δημοκρατία υποβιβάζεται σε ελληνοκυπριακή κοινότητα. Συνομιλητής του διεθνώς αναγνωρισμένου Κυπρίου Προέδρου είναι ο εκάστοτε ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας (αυτό φάνηκε και στις δύο διασκέψεις του ΟΗΕ στην Ελβετία όπου ο Αναστασιάδης χάρισε και την τυπική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας). Η εισβολή και κατοχή μετατρέπεται σε διαμάχη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία διά του στρατού της απλώς διασφαλίζει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων μέχρι να βρεθεί λύση μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε όλα τα άλλα.

Παράλληλα, οι διακοινοτικές συνομιλίες κρύβουν το μεγάλο πρόβλημα: την αποχώρηση του τουρκικού στρατού. Δεν μπορούν να μιλούν οι Τουρκοκύπριοι εξ ονόματος της Τουρκίας για τον κατοχικό στράτο. Θέμα συζητήσεως είναι μόνον ο τρόπος λειτουργίας του νέου κράτους. Χαμένη στις λεπτομέρειες η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχασε τη μεγάλη εικόνα της απελευθερώσεως του νησιού. Η πρόοδος στο Κυπριακό που έβλεπε ο ΟΗΕ υπήρχε μόνον σε αυτά τα επιμέρους.

Οι διακοινοτικές συνομιλίες βόλεψαν εν μέρει και τις ελλαδικές κυβερνήσεις. Αφ’ ης στιγμής το βάρος των διαπραγματεύσεων επωμίσθηκαν οι δύο κοινότητες του νησιού, δόθηκε η δυνατότητα στην Ελλάδα να διατηρεί καλύτερες καθημερινές σχέσεις με την Τουρκία. Τέλος, η διαφορά μεγεθών μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας είναι τόσο δυσανάλογη που και η ελληνοκυπριακή πλευρά προτιμά να εθελοτυφλεί συνομιλώντας με κάποιον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Ενα από τα πλεονεκτήματα της καταρρεύσεως των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά ήταν ότι η αφωνία των Τουρκοκυπρίων έδειξε ποιος είναι ο πραγματικός συνομιλητής.

Το λάθος της Τουρκίας είναι ότι αυτή η κατάσταση τής δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι το Κυπριακό επιλύθηκε το 1974. Στην πραγματικότητα τέτοιου τύπου διεθνή προβλήματα για μεσαίου μεγέθους δυνάμεις όπως η Τουρκία, λύνονται μόνον με την υπογραφή μίας νέας συνθήκης ειρήνης. Το πρόβλημα φάνηκε με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Για να διατηρηθούν οι ισορροπίες είχαμε τη μεθόδευση του Σχεδίου Ανάν. Η πιθανότητα ανευρέσεως μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων νοτίως του νησιού ήταν που οδήγησε κατά το τελευταίο εξάμηνο σε νέα κλιμάκωση των διαπραγματεύσεων. Δεν υπήρχαν όμως οι αντικειμενικοί όροι για επίλυση του προβλήματος.

Πού βρισκόμαστε τώρα; Το πλαίσιο του ΟΗΕ παραμένει αυτό της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Εάν επιλέξουμε να ξεφύγουμε από αυτό, θα έλθουμε σε διάσταση με τη διεθνή κοινότητα. Ορθώτερο θα ήταν να επαναπροσδιορίσουμε πλήρως το περιεχόμενο αυτών των όρων. Οι προβλέψεις του Σχεδίου Ανάν και οι πρόσφατες συνομιλίες δείχνουν ως εξαιρετικά φιλόδοξη μία τέτοια επιδίωξη.

Παράλληλα, είναι σαφές ότι η κατάσταση προς την οποία κινείται σε αυτή τη φάση το Κυπριακό είναι αυτή της μη λύσης ως λύσης. Με αυτό το δεδομένο θα ήταν πιο χρήσιμο να τροποποιηθεί «προσωρινά» το κυπριακό Σύνταγμα με στόχους την προστασία των Τουρκοκυπρίων και την ουσιαστική συμμετοχή τους στους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχει τη δυνατότητα να δείξει μονομερώς πώς φαντάζεται μία αμοιβαίως αποδεκτή και δημοκρατική λύση για την μελλοντική Κύπρο.

Και κάτι τελευταίο. Στο Κυπριακό κυριαρχεί η πιπίλα των «χαμένων ευκαιριών». Ο επόμενος γύρος των συνομιλιών, οψέποτε ξαναρχίσουν, θα έχει ύστερα από πολλά χρόνια κυρίαρχο πάνω στο τραπέζι το θέμα της αποχωρήσεως των τουρκικών στρατευμάτων. Είναι μία μεγάλη επιτυχία της ελληνικής πλευράς.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

“Καθημερινή”