Αρχική Blog Σελίδα 2937

Κρατώντας την Ευρώπη ασφαλή

0
Η αντιτρομοκρατία στην ήπειρο
Άνδρες της καταλανικής αστυνομίας περιπολούν στην οδό Las Ramblas όπου ένα βαν έπεσε πάνω σε πεζούς, στην Βαρκελώνη, στις 18 Αυγούστου 2017. REUTERS/Sergio Perez

Λίγο πριν τις 23:00 την Πέμπτη, στις 14 Ιουλίου του 2016, ένα φορτηγό 19 τόνων έστριψε σε έναν παραθαλάσσιο χώρο περιπάτου στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου τα πλήθη είχαν συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσουν τα πυροτεχνήματα για την Ημέρα της Βαστίλης….

Περίληψη:
Οι ευρωπαϊκές χώρες άργησαν να ανταποκριθούν στην ανάδυση του ISIS. Αλλά έχουν τώρα την ευκαιρία να παρακάμψουν παλιές προκαταλήψεις, να επανεξετάσουν τις αντιτρομοκρατικές στρατηγικές τους, και να επενδύσουν σε σύγχρονες μεθόδους νοημοσύνης. Ακόμη και εκείνα τα κράτη που υπερηφανεύονται δικαιολογημένα σχετικά με την αστυνομία τους και την ικανότητά τους να έχουν πρόσβαση και να αναλύουν πληροφορίες, μπορούν να μάθουν από τα πρόσφατα γεγονότα.

Ο DAVID OMAND είναι επισκέπτης καθηγητής στο Τμήμα Σπουδών Πολέμου στο King College του Λονδίνου και στο Sciences Po, στο Παρίσι. Υπηρέτησε ως Συντονιστής Ασφάλειας και Πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου από το 2002 ως το 2005.

Λίγο πριν τις 23:00 την Πέμπτη, στις 14 Ιουλίου του 2016, ένα φορτηγό 19 τόνων έστριψε σε έναν παραθαλάσσιο χώρο περιπάτου στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου τα πλήθη είχαν συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσουν τα πυροτεχνήματα για την Ημέρα της Βαστίλης. Το φορτηγό επιτάχυνε, οργώνοντας το πλήθος των ανθρώπων στον χώρο περιπάτου. Μέχρι την στιγμή που η γαλλική αστυνομία πυροβόλησε τον οδηγό, το φορτηγό είχε διανύσει 1.800 μέτρα, σκοτώνοντας 84 άτομα [1] και τραυματίζοντας εκατοντάδες άλλα. Αυτή η επίθεση έλαβε χώρα μετά από λιγότερο από τέσσερις μήνες από τότε που τρεις τρομοκράτες σκότωσαν 32 άτομα με εκρήξεις στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου των Βρυξελλών [2] και σε ένα βαγόνι του μετρό κοντά στο σταθμό του μετρό Maelbeek των Βρυξελλών. Και αυτό ήρθε οκτώ μήνες [3] αφότου μια ομάδα νεαρών ανδρών σκότωσαν 130 ανθρώπους στο Παρίσι, στην πιο θανατηφόρα επίθεση στην Γαλλία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος ή ISIS, ανέλαβε την ευθύνη και για τις τρεις επιθέσεις.

18082017-1.jpg

Άνδρες της καταλανικής αστυνομίας περιπολούν στην οδό Las Ramblas όπου ένα βαν έπεσε πάνω σε πεζούς, στην Βαρκελώνη, στις 18 Αυγούστου 2017. REUTERS/Sergio Perez
——————————————————————————–

Αυτές οι επιθέσεις έχουν εκθέσει τις βαθιές ρωγμές στην προσέγγιση της ηπειρωτικής Ευρώπης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών δεν ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους αρκετά γρήγορα. Τα πορώδη σύνορα της Ευρώπης [4] επιτρέπουν στους τρομοκράτες να διασχίζουν την ήπειρο με ευκολία. Άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν μείνει πίσω από το Ηνωμένο Βασίλειο στην ανάπτυξη ικανοτήτων και νομικών πλαισίων για την συλλογή ψηφιακών πληροφοριών και στην καλλιέργεια της αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των πολλών υπηρεσιών τους.
Στον απόηχο των επιθέσεων, η ηπειρωτική Ευρώπη έχει τώρα μια μοναδική ευκαιρία να μεταρρυθμίσει τις υποδομές των υπηρεσιών πληροφοριών της. Οι ηγέτες της αναγνωρίζουν την ανάγκη για δράση. Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι [5], ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ επέβαλε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δηλώνοντας ότι «η Γαλλία είναι σε πόλεμο» [6]. Μια εξεταστική επιτροπή της γαλλικής Βουλής για την επίθεση του Παρισιού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη δεν ήταν ικανή στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εντοπίζοντας ελλείψεις [7] στην γαλλική δομή πληροφοριών και στην επικοινωνία μεταξύ των φορέων των πληροφοριών και της επιβολής του νόμου. Οι βελγικές Αρχές έχουν αποδεχθεί ότι οι αντιτρομοκρατικές πολιτικές τους είναι ανεπαρκείς: Οι Βέλγοι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης προσέφεραν τις παραιτήσεις τους λόγω των προφανών αποτυχιών της βελγικής δομής πληροφοριών.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει τώρα να δεσμευτούν για διαρκείς μεταρρυθμίσεις, αυξάνοντας τις επενδύσεις και αίροντας τους φραγμούς στην ανταλλαγή πληροφοριών. Η ψήφος του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την ΕΕ δεν θα κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Ωστόσο, δημιουργεί επίσης μια ευκαιρία να δημιουργηθούν άλλα, ισχυρότερα δίκτυα διεθνούς συνεργασίας σε όλη την ήπειρο και πέρα από αυτήν.

Καθώς ανταποκρίνονται στην απειλή του ISIS, οι κυβερνήσεις καλά θα κάνουν να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τέσσερα βασικά διδάγματα από την ιστορία. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να ξεχνούν την σημασία της κατανόησης του εχθρού, την διαμόρφωση ρεαλιστικών στόχων που συνάδουν με τις δημοκρατικές αξίες, το να παραμένουν ευέλικτες απέναντι σε μια απειλή που είναι απίθανο να παραμείνει στατική, και, πάνω απ’ όλα, το να σφυρηλατούν συνεργασίες βασισμένες σε κερδισμένη εμπιστοσύνη.

ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ

Επεισόδια από την δεκαετία του 1990 και τα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα απεικονίζουν το πρώτο βασικό δίδαγμα από την επιτυχή καταπολέμηση της τρομοκρατίας: Την σημασία της κατανόησης της φύσης της απειλής. Όταν οι μυστικές υπηρεσίες κάνουν λανθασμένη διάγνωση κινδύνου αφότου μια συνομωσία έχει αποκαλυφθεί ή μετά από μια επίθεση, οι κυβερνήσεις είναι λιγότερο πιθανό να επενδύσουν για να προκαταλάβουν μελλοντικές απειλές.

Καθ’ όλη την δεκαετία του 1990, παρά τα διάφορα προειδοποιητικά σημάδια, οι βρετανικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες απέτυχαν να αντιληφθούν την πιθανή σημασία της απειλής από ισλαμιστικές τρομοκρατικές ομάδες. Το 2000, η βρετανική Υπηρεσία Ασφαλείας αποκάλυψε τον πρώτο πυρήνα Ισλαμιστών κατασκευαστών βομβών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά αντιμετώπισαν την ανακάλυψη ως ένα εφάπαξ συμβάν, δεδομένου ότι κατά την εποχή εκείνη δεν φαινόταν παρόμοια με άλλες απειλές που είχε αντιμετωπίσει η υπηρεσία πληροφοριών. Αργότερα εκείνο το έτος, η Υπηρεσία Ασφαλείας συνέλαβε έναν Πακιστανικό μικροβιολόγο ο οποίος έψαχνε για δείγματα παθογόνων και εξοπλισμό ύποπτο ως κατάλληλο για την κατασκευή βιολογικών όπλων. Για άλλη μια φορά, όμως, η υπηρεσία πληροφοριών είδε το επεισόδιο ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Στην πραγματικότητα, οι βρετανικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες αργότερα ανακάλυψαν ότι ήταν μέρος ενός σχεδίου της αλ Κάιντα για την ανάπτυξη βιολογικών όπλων. Δεν θα είναι παρά μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 που η βρετανική κοινότητα πληροφοριών και ασφάλειας θα αντιληφθεί την πιθανή κλίμακα της απειλής από ριζοσπαστικοποιημένους εξτρεμιστές και θα επενδύσει αρκετούς πόρους ως απάντηση.

Η κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ ήταν παρόμοια αργή στο να κατανοήσει την έκταση του κινδύνου που θέτει η αλ Κάιντα. Τον Ιανουάριο του 1993, ο Mir Aimal Kansi, ένας Πακιστανός τζιχαντιστής, πυροβόλησε δύο υπαλλήλους της CIA έξω από την έδρα του οργανισμού στο Langley της Virginia. Η CIA απάντησε οχυρώνοντας την περίμετρο ασφαλείας της, αλλά η αξιολόγηση της αντιτρομοκρατικής στρατηγικής της δεν άλλαξε. Ακριβώς έναν μήνα αργότερα, ένα φορτηγό-βόμβα της αλ Κάιντα εξερράγη κάτω από τον βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, σκοτώνοντας έξι άτομα, αλλά αποτυγχάνοντας να καταστρέψει το κτίριο. Οι μυστικές υπηρεσίες έχουν την τάση να μην εξετάζουν τόσο σοβαρά τα αίτια μιας παρ’ ολίγον αστοχίας από όσο κάνουν για τα αίτια μιας πραγματικής καταστροφής. (Οι αεροπορικές εταιρείες, αντίθετα, εξετάζουν τακτικά τα παρ’ ολίγον ατυχήματα για να παίρνουν μαθήματα.) Έτσι, μετά τις επιθέσεις του 1993, έμαθαν πολύτιμα μαθήματα τακτικής -για παράδειγμα, πώς να προστατεύσουν ένα κτίριο από επίθεση- αλλά έχασαν το μεγαλύτερο μήνυμα: Ότι η αλ Κάιντα συνωμοτούσε ενεργά για να προκαλέσει μαζικές απώλειες στο έδαφος των ΗΠΑ.

Πέντε χρόνια αργότερα, η αλ Κάιντα ανατίναξε τις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Κένυα και την Τανζανία, σκοτώνοντας περισσότερους από 200 ανθρώπους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, διέταξε χτυπήματα με πυραύλους κρουζ σε στόχους στο Αφγανιστάν και το Σουδάν. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν έγινε στόχος υψηλής προτεραιότητας για τις υπηρεσίες πληροφοριών. Αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξακολουθούσε να υποτιμά σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο τρομοκρατικής επίθεσης στις ίδιες στις Ηνωμένες Πολιτείες και έκανε λίγα για να ενισχύσει την ασφάλεια της χώρας˙ οι μεταγενέστερες επιθέσεις την 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήρθαν ως επί το πλείστον ως σοκ.

Όταν οι μυστικές υπηρεσίες κατανοήσουν την απειλή που αντιμετωπίζουν, είναι πιο πιθανό να υιοθετήσουν συνετές μεταρρυθμίσεις. Τον Απρίλιο του 1993, ο Προσωρινός Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός πυροδότησε μια τεράστια βόμβα-φορτηγό στο City του Λονδίνου, προκαλώντας ζημιές αξίας πάνω από 700 εκατομμύρια δολάρια, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας 44 άλλους. Οι βρετανικές Αρχές, οι οποίες κατανόησαν την φύση της απειλής μετά από δεκαετίες πολέμου κατά του IRA, εκτίμησαν ότι η ομάδα είχε τα εκρηκτικά, το προσωπικό και τους πόρους για να συνεχίσει να αποτελεί κίνδυνο. Η υπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων στον τομέα της ασφάλειας ήταν σαφής. Μέσα σε λίγους μήνες, η βρετανική κυβέρνηση είχε δημιουργήσει το «ατσάλινο δαχτυλίδι», έναν κλοιό ασφαλείας από σημεία ελέγχου και κάμερες επιτήρησης γύρω από το Σίτι του Λονδίνου που κάλυπτε σε κάθε σημείο εισόδου και τα μείζονα κτήρια. Η αστυνομία, η τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και ιδιωτικές εταιρείες συνεργάστηκαν για να κάνουν την υποδομή του Λονδίνου πιο ανθεκτική.

Η Γαλλία επίσης προσάρμοσε με επιτυχία την αντιτρομοκρατική στρατηγική της αφότου η Ισλαμική Ένοπλη Ομάδα ξεκίνησε μια σειρά επιθέσεων την δεκαετία του 1990, ελπίζοντας να αποτρέψει την Γαλλία από το να παρέμβει στον αγώνα της ομάδας να καταλάβει την εξουσία στην Αλγερία. Οι γαλλικές Αρχές κατανόησαν τα κίνητρα της ομάδας και τις μεθόδους που ήταν πιθανό να χρησιμοποιήσει και γρήγορα ενίσχυσαν τον μηχανισμό ασφαλείας της Γαλλίας. Η κυβέρνηση θεσμοθέτησε ως έγκλημα την διασύνδεση με τρομοκράτες, για παράδειγμα όταν κάποιος τους παρέχει όχημα, και εισήγαγε ευέλικτες προδικαστικές διαδικασίες υπό την ηγεσία εξειδικευμένων δικαστών στην αντιτρομοκρατία και δίκες σε ειδικά δικαστήρια. Αυτές οι κινήσεις κατέστησαν ευκολότερο το να καταδικάζονται οι τρομοκράτες και τους στέρησε από τοπική υποστήριξη.

18082017-2.jpg

Ένας Βέλγος στρατιώτης περιπολεί σε έναν εμπορικό δρόμο στο κέντρο των Βρυξελλών μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Βέλγιο, Νοέμβριος του 2015. YVES HERMAN / REUTERS
——————————————————————————

Σήμερα, ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές μυστικές υπηρεσίες άργησαν να αναγνωρίσουν την απειλή που θέτει το ISIS. Έχουν αποτύχει σε μεγάλο βαθμό να συνδυάσουν την εργασία των εγχώριων και εξωτερικών μυστικών υπηρεσιών τους και έχουν αποτύχει να ενσωματώσουν το έργο της αστυνομίας με εκείνο των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών τους. Επί πολύ καιρό, έχουν αγνοήσει τους κινδύνους που ενυπάρχουν στο σύστημα ανοικτών συνόρων Σένγκεν, που αφήνει την ασφάλειά τους να εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των γειτόνων τους. Ως αποτέλεσμα, τα δίκτυα των τρομοκρατών [8], χαλυβδωμένα από τον πόλεμο στο Ιράκ και την Συρία, κατέχοντας ευρωπαϊκά διαβατήρια, και κρυβόμενα ανάμεσα στους πολλούς μετανάστες χωρίς χαρτιά στην Ευρώπη [9], τώρα φτάνουν σε όλη την ήπειρο.

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ

Το δεύτερο δίδαγμα είναι η σημασία της δημιουργίας ενός σαφούς και ρεαλιστικού στρατηγικού στόχου, ενός στόχου στον οποίο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν να ανταποκριθούν μένοντας πιστές στις δημοκρατικές αξίες τους. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, George W. Bush, δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα κάνει ό, τι χρειαστεί για να καταστρέψει την αλ Κάιντα. Ενέκρινε μέτρα ανήκουστα για καιρό ειρήνης, συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων παραδόσεων [στμ: κρατουμένων σε άλλες χώρες με ελαστικότερους νόμους για τις ανακρίσεις], την κράτηση χωρίς δίκη, τα βασανιστήρια, και την στοχευμένη δολοφονία μαχητών του εχθρού μακριά από οποιοδήποτε αναγνωρισμένο πεδίο μάχης.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος της απάντησης των ΗΠΑ στην 11η Σεπτεμβρίου έχει αποδειχθεί αντιπαραγωγικό. Η ρητορική του λεγόμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» εξέφρασε αποφασιστικότητα, αλλά οδήγησε τους πολιτικούς να αντιδρούν υπερβολικά στην απελπισία τους για να εξασφαλίσουν «νίκες». Το να επικρατεί κάποιος σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο δεν είναι το ίδιο με τη νίκη σε τακτικές εμπλοκές ή ακόμα και σε μια μάχη ή δύο, και πολλά από τα εξαιρετικά μέτρα που εφάρμοσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως η χρήση των βασανιστηρίων, συνέβαλαν στην ενίσχυση των εξτρεμιστικών αφηγήσεων και έβλαψαν το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Η εισβολή και κατοχή του Ιράκ βοήθησε να παραχθεί μια νέα γενιά τρομοκρατών. Το πρόγραμμα drone της εποχής Μπους, που ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει επεκτείνει έκτοτε, έχει σκοτώσει ένα μεγάλο μέρος της ανώτερης ηγεσίας της αλ Κάιντα και διαταράξει την ικανότητά της να εξαπολύει οργανωμένες επιθέσεις. Αλλά η οργάνωση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική απειλή μέσω των δεσμών της με το «Μέτωπο αλ-Νούσρα» στην Συρία, και οι αναπόφευκτες τυχαίες δολοφονίες αμάχων από χτυπήματα των drones παρείχαν έτοιμο υλικό για την εξτρεμιστική προπαγάνδα.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου συγκλόνισαν επίσης την βρετανική κυβέρνηση. (Εξήντα επτά Βρετανοί πολίτες έχασαν την ζωή τους εκείνη την ημέρα, στην μεγαλύτερη ενιαία απώλεια βρετανικών ζωών σε μια τρομοκρατική επίθεση). Αρχικά, το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε με παρόμοιο τρόπο με τις Ηνωμένες Πολιτείες˙ μέχρι τον Οκτώβριο, οι αμερικανικές και βρετανικές ένοπλες δυνάμεις πολεμούσαν δίπλα-δίπλα στο Αφγανιστάν. Αλλά οι αντιτρομοκρατικές στρατηγικές τους σύντομα απόκλιναν. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες πίεζαν με τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», η βρετανική κυβέρνηση υιοθέτησε μια στρατηγική για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας γνωστή ως CONTEST, που είχε ως στόχο να «περιορίσει τον κίνδυνο από την τρομοκρατία για το Ηνωμένο Βασίλειο και τα συμφέροντά του στο εξωτερικό, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να συνεχίσουν την ζωή τους ελεύθερα και με εμπιστοσύνη». Η κυβέρνηση προσπάθησε να καθησυχάσει τους τουρίστες, να ενθαρρύνει τις επενδύσεις και να σταθεροποιήσει τις αγορές. Αυτή η προσέγγιση έδωσε έμφαση στην συνέχιση και την επανάληψη της καθημερινότητας. Σε αντίθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την υιοθέτηση ακραίων μέτρων, διατήρησαν μια ανώμαλη κατάσταση, παίζοντας στην αφήγηση των τρομοκρατών.

18082017-3.jpg

Το διώροφο λεωφορείο με τον αριθμό 30, μετά την επίθεση της 7ης Ιουλίου 2005 στην πλατεία Τάβιστοκ στο κεντρικό Λονδίνο, μια ημέρα μετά. DYLAN MARTINEZ / REUTERS
——————————————————————————–

Μέχρι στιγμής, η βρετανική προσέγγιση έχει δουλέψει. Από την 11η Σεπτεμβρίου 2001, υπήρξε μόνο μια μείζων επιτυχημένη επίθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο: Οι βομβιστικές επιθέσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου 2005, που σκότωσαν 52 ανθρώπους. Αλλά η απειλή παραμένει σοβαρή. Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν ανατρέψει πολλές μεγάλες επιθέσεις της αλ Κάιντα, συμπεριλαμβανομένης μιας σοφιστικέ συνομωσία να καταρριφθούν αμερικανικά αεροσκάφη πάνω από τον Ατλαντικό το 2006. Τον Φεβρουάριο, ο Βρετανός υπουργός Ασφαλείας δήλωσε ότι τουλάχιστον επτά επιθέσεις είχαν σταματήσει μόνο τους προηγούμενους 18 μήνες. Μέσω της στενής συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας Ασφαλείας και της αστυνομίας, υποστηριζόμενη από τις άλλες βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, η κυβέρνηση έχει εντοπίσει με επιτυχία και ασκήσει δίωξη σε εκατοντάδες τρομοκράτες (υπήρχαν 255 συλλήψεις σχετιζόμενες με την τρομοκρατία σε έναν μόνο χρόνο, μεταξύ του Μαρτίου 2015 και του Μαρτίου του 2016 ) χωρίς να παραβιάσει σημαντικά τις πολιτικές ελευθερίες.

Αυτό το μάθημα είναι σημαντικό για τους νυν ηγέτες της Ευρώπης. Από τις επιθέσεις στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες [10], οι κυβερνήσεις έχουν αυξήσει την προστασία στις πολυσύχναστες δημόσιες εκδηλώσεις. Αλλά υπάρχουν όρια στο τι μπορούν να κάνουν. Ένας συνδυασμός αποτελεσματικών πληροφοριών και προστατευτικών μέτρων ασφαλείας μπορεί σχεδόν να εξαλείψει τον κίνδυνο της επίθεσης για ένα μικρό αριθμό στόχων υψηλής αξίας, όπως ένας παγκόσμιος ηγέτης ή ένας πυρηνικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. (Το ISIS μπορεί επίσης να εξετάζει τέτοιους στόχους˙ τον περασμένο Νοέμβριο, οι ερευνητές βρήκαν βίντεο [11] ενός ανώτερου υπάλληλου σε μια βελγική πυρηνική εγκατάσταση στο διαμέρισμα ενός μαχητή που συνδέεται με την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι).

Ωστόσο, θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ότι οι τρομοκράτες θα επικεντρωθούν σε πιο «μαλακούς» στόχους -σταθμούς μετρό, πολιτιστικά κέντρα, χώρους συναυλιών- όπως έχει γίνει πρόσφατα στην Δανία, το Βέλγιο και την Γαλλία. Σε απάντηση, οι Αρχές θα πρέπει να κάνουν ό, τι μπορούν για να εξασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς όταν χρησιμοποιούν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ή συναθροίζονται σε δημόσιους χώρους, ακόμη και αν η κυβέρνηση δεν μπορεί να εξαλείψει τον κίνδυνο. Θα πρέπει να αναπτύξει περισσότερους ένοπλους αστυνομικούς σε περιοχές υψηλού κινδύνου και να εκπαιδεύσει τις μονάδες ταχείας αντίδρασης για να αντιδρούν στα είδη των επιθέσεων που έπληξαν την Βομβάη, το Ναϊρόμπι, την Κοπεγχάγη, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες, όπου μικρές ομάδες ενόπλων έχουν ορμήσει σε όλη την πόλη.

Η κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, όπως αυτή που επέβαλλε η Γαλλία, μπορεί να εξουσιοδοτήσει τις Αρχές να λάβουν λογικά άμεσα μέτρα για την προστασία του κοινού. Αλλά δεν αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση. Εάν μέτρα όπως η ευρεία ανάπτυξη στρατιωτών στους δρόμους παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Αρχές κινδυνεύουν να δημιουργήσουν μια νέα κανονικότητα -μια κανονικότητα που το κοινό θα σκέπτεται ότι οι τρομοκράτες έχουν επιβληθεί σε αυτούς.

Όταν αξιωματούχοι επικοινωνούν με το κοινό σχετικά με τον κίνδυνο της τρομοκρατίας, θα πρέπει να μετριάζουν τις προσδοκίες. Είναι δύσκολο να σταματήσει κανείς εκείνους που είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν την ακραία βία για την επιδίωξη ενός ιδεολογικού στόχου, ειδικά αν είναι πρόθυμοι να πεθάνουν για την αιτία τους. Δηλώσεις που δεσμεύονται να εξαλείψουν τον κίνδυνο μιας μελλοντικής επίθεσης μπορεί να υπόσχονται πάρα πολλά -και ίσως να πείσουν το κοινό να αποδεχθεί ασθενέστερη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους στην επιδίωξη της απόλυτης ασφάλειας. Αντ’ αυτού, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να παρέχουν μια ειλικρινή και πειστική αφήγηση που να εξηγεί τα αίτια των επιθέσεων και να ορίζει έναν σαφή οδικό χάρτη για το τι μπορεί να αναμένει το κοινό στην συνέχεια.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΟΥ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΟΥ

Ένα τρίτο μάθημα είναι ότι οι πολιτικοί πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί στην προσαρμογή των στρατηγικών και των μεθόδων τους, καθώς η τζιχαντιστική απειλή εξελίσσεται. Για να γίνουν πιο ευέλικτες, οι μυστικές υπηρεσίες πρέπει να υιοθετήσουν μια κοινή προσέγγιση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, όπως ακριβώς και οι σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις βασίζονται σε κοινό σχεδιασμό αποστολών και διοίκησης. Το 2003, για παράδειγμα, το Ηνωμένο Βασίλειο δημιούργησε το Κοινό Κέντρο Ανάλυσης Τρομοκρατίας (Joint Terrorism Analysis Centre), στο οποίο προσωπικό από τις μυστικές υπηρεσίες, την αστυνομία, τον στρατό και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες αναλύουν και επεξεργάζονται πληροφορίες μαζί. Έναν χρόνο αργότερα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε μια παρόμοια οργάνωση, το Εθνικό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας (National Counter¬terrorism Center). Η γαλλική κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή που έχει συσταθεί μετά την επίθεση του 2015 στο Παρίσι, ζήτησε από την γαλλική κυβέρνηση να συγκροτήσει μια παρόμοια κοινή οργάνωση στο Παρίσι για να ξεπεραστούν τα προβλήματα συντονισμού μεταξύ των πολλών γαλλικών αστυνομικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Η Βρετανική Υπηρεσία Ασφαλείας παρέχει μια περιπτωσιολογική μελέτη για το πώς ένας οργανισμός πληροφοριών μπορεί να γίνει πιο ευέλικτος. Μετά την επίθεση του Ιουλίου του 2005 στο Λονδίνο, ο οργανισμός έχει συστήσει οκτώ περιφερειακά κέντρα αντιτρομοκρατίας, που εδρεύουν δίπλα σε αντιτρομοκρατικές μονάδες της αστυνομίας, έξω από την πόλη σε σημεία που θεωρούνται πιο ευάλωτα στην ριζοσπαστικοποίηση. Με το να αποκεντρώσει τις έρευνες και συνεργαζόμενη στενά με τα περιφερειακά αστυνομικά τμήματα, η Υπηρεσία Ασφαλείας μπόρεσε να κατανοήσει καλύτερα τις τοπικές κοινότητες. Άλλες χώρες που επηρεάστηκαν από την τζιχαντιστική ριζοσπαστικοποίηση [12] θα πρέπει να εξετάσουν αυτό το μοντέλο. Σε ένα ελπιδοφόρο πρώτο βήμα, η Γαλλία έχει ήδη ανακοινώσει την δημιουργία μιας ντουζίνας περιφερειακών «κέντρων επανένταξης και υπηκοότητας» [13], για να βοηθήσει στον εντοπισμό πιθανών τζιχαντιστών και να εμποδίσει τους εξτρεμιστές από το να τους ριζοσπαστικοποιήσουν.

ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ

Το τελικό και πιο σημαντικό μάθημα είναι ότι οι χώρες πρέπει να δημιουργούν συνεργασίες με βάση την κερδισμένη εμπιστοσύνη. Σε εθνικό επίπεδο, οι πολιτικοί πρέπει να επανεξετάσουν τις σχέσεις μεταξύ της αστυνομίας και των μυστικών οργανισμών, μεταξύ των εξωτερικών και εσωτερικών υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών, μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών υπηρεσιών, καθώς και μεταξύ των κυβερνητικών οργανισμών και του ιδιωτικού τομέα, επιδιώκοντας την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, όπου είναι δυνατόν, με το να κανονίσουν περισσότερες πολλαπλές αποστολές εγγράφων, για παράδειγμα.

18082017-4.jpg

Σε επιφυλακή. Κοντά στον Πύργο του Άιφελ, στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 2016. REUTERS / PHILIPPE WOJAZER
————————————————————————-

Σε διεθνές επίπεδο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των εταίρων τους εντός και εκτός της ΕΕ για την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών που μπορεί να οδηγήσουν σε κοινές ατραπούς και κοινές επιχειρήσεις. Και πρέπει να δημιουργήσουν καλές σχέσεις με τις εταιρείες τεχνολογίας των ΗΠΑ που ίσως να κατέχουν δεδομένα ζωτικής σημασίας για το σταμάτημα μελλοντικών επιθέσεων. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να διαπραγματευθούν διμερείς συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, που να παρέχουν τις απαραίτητες νομικές εγγυήσεις για τις εταιρείες ώστε να ανταποκριθούν σε θεμιτά αιτήματα χωρίς να παραβούν την νομοθεσία των ΗΠΑ. Οι κυβερνήσεις της ΕΕ πρέπει επίσης να εξετάσουν την αναθεώρηση των νόμων για την διατήρηση των δεδομένων (data). Η επιμονή, για λόγους προστασίας της ιδιωτικής ζωής, σε σύντομες περιόδους διατήρησης των δεδομένων έχει εμποδίσει τις ποινικές διώξεις κατά το παρελθόν.

Το να επενδυθούν περισσότερα στην ψηφιακή ευφυΐα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Οι επαγγελματίες των πληροφοριών κατανοούν την αξία της χύδην πρόσβασης στις επικοινωνίες στο Internet (μεταξύ της Συρίας και της Ευρώπης, για παράδειγμα), όντες σε θέση να «χακάρουν» τις συσκευές που χρησιμοποιούνται από τρομοκράτες και εγκληματίες, και χρησιμοποιώντας τεχνικές άντλησης δεδομένων για τον εντοπισμό υπόπτων. Το 2010, για παράδειγμα, οι βρετανικές Αρχές ματαίωσαν τα σχέδια μιας ομάδας τζιχαντιστών να βομβαρδίσουν το Χρηματιστήριο του Λονδίνου μέσω της αποκάλυψης των ηλεκτρονικών τους επικοινωνιών. Αλλά οι αποκαλύψεις για τα προγράμματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης της αμερικανικής και της βρετανικής κυβέρνησης από τον πρώην συμβασιούχο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (National Security Agency, NSA), Έντουαρντ Σνόουντεν, έχουν μειώσει την εμπιστοσύνη του κοινού στην χρήση τέτοιων τεχνικών. Είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη σε ολόκληρη την Ευρώπη όσον αφορά την χρήση των μεθόδων αυτών, υπό αυστηρές νομικές εγγυήσεις και με ανεξάρτητη εποπτεία. Οι ηγέτες θα πρέπει να αναγνωρίσουν τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι μυστικές υπηρεσίες και να υπερασπιστούν τις μεθόδους τους ως ουσιώδεις για την δημόσια ασφάλεια. Για να πάρουν μαζί τους τα μικρότερα κράτη, οι μεγαλύτερες δυνάμεις όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία θα πρέπει να τα προσεγγίσουν προσφέροντας υποστήριξη και εκπαίδευση. Το Club de Berne, ένα όργανο εκτός ΕΕ όπου οι επικεφαλής των εσωτερικών μυστικών υπηρεσιών των χωρών της ΕΕ, της Νορβηγίας και της Ελβετίας συνεδριάζουν τακτικά και επιβλέπουν το Counter Terrorist Group, το οποίο συνδέεται με την ΕΕ, θα ήταν ένα καλό φόρουμ για τον συντονισμό αυτών των προσπαθειών.

ΑΚΕΦΙΕΣ ΤΟΥ BREXIT;

Η ψήφος του Ηνωμένου Βασιλείου για να αποχωρήσει από την ΕΕ, ή αλλιώς το Brexit [14], εισήγαγε μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με την σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η μεγαλύτερη δύναμη της Ευρώπης σχετικά με τις πληροφορίες και έχει από καιρό επωφεληθεί από την στενή συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την συλλογή πληροφοριών και στοιχείων ασφαλείας. Παραμένει στην αιχμή των ψηφιακών πληροφοριών -έχει περίπου 5.500 ανθρώπους που εργάζονται σε αυτόν τον τομέα, σε σύγκριση με τους 2.800 της Γαλλίας και τους 1.000 της Γερμανίας. Αυτή την στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο απολαμβάνει εξαιρετικές διμερείς και πολυμερείς σχέσεις με τις άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών. Αυτό θα πρέπει να συνεχιστεί, αλλά οι πολιτικοί θα πρέπει να επιδείξουν ψυχραιμία για να εξασφαλίσουν ότι οι ανάγκες ασφαλείας της Ευρώπης στο σύνολό της τοποθετείται πάνω από τα πολιτικά συμφέροντα των μεμονωμένων ηγετών της.

Οι πολιτικοί πρέπει να είναι έτοιμοι να συνεργαστούν σε διεθνές επίπεδο μέσω άτυπων δικτύων, αντί να σπαταλούν χρόνο οραματιζόμενοι νέα θεσμικά όργανα της ΕΕ, όπως μια ευρωπαϊκή CIA ή FBI. Για παράδειγμα, ένα αποτελεσματικό διεθνές δίκτυο θα μπορούσε να αναπτυχθεί μεταξύ των αντιτρομοκρατικών κέντρων, ειδικά για να μοιραστεί εκτιμήσεις απειλών (κατά προτίμηση με βάση ένα συμφωνημένο σύνολο επιπέδων προειδοποίησης). Οι διάφοροι Ευρωπαίοι συντονιστές των εθνικών πληροφοριών, σε συνεργασία με τον Αμερικανό διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα άλλο τέτοιο δίκτυο. Και το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει ένας σημαντικός παίκτης στο Club de Berne. Οι επαγγελματίες πληροφοριών και ασφάλειας σε όλη την Ευρώπη ελπίζουν ειλικρινά ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει πλήρως δεσμευμένο, ακόμη και καθώς δικαιολογημένα λυπούνται για την ευρύτερη αναστάτωση που θα προκαλέσει το Brexit.

Η ΕΕ έχει κάνει πολλά για την προώθηση της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας με παράλληλη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το κοινό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης επιταχύνει την έκδοση υπόπτων μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, ένας μηχανισμός που το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποίησε για να επιστρέψει έναν ύποπτο τρομοκράτη στην Ιταλία ώστε να προσαχθεί σε δίκη μετά το δεύτερο κύμα της απόπειρας επιθέσεων στο Λονδίνο το 2005. Η Europol παρέχει μια πολύτιμη οδό μέσω της οποίας η κάθε αστυνομία μπορεί να έρχεται σε επαφή με μια άλλη. Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν II επιτρέπει στην αστυνομία να μοιράζεται πληροφορίες για υπόπτους, καθώς και οι διευθετήσεις ανταλλαγής πληροφοριών Σένγκεν ΙΙΙ παρέχουν ένα δίκτυο για την ανταλλαγή DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων και βάσεων δεδομένων οχημάτων (το Ηνωμένο Βασίλειο είχε πρόσφατα ενταχθεί σε αυτό το δίκτυο αλλά μετά το Brexit θα πρέπει να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία). Οι πολιτικοί θα πρέπει τώρα να θεσπίσουν ρυθμίσεις για να εξασφαλίσουν την συνέχιση της συνεργασίας σε θέματα επιβολής του νόμου μόλις το Ηνωμένο Βασίλειο αποσυρθεί από την ΕΕ.

Η στενή συνεργασία Βρετανίας-ΕΕ δεν θα πρέπει να γίνει εμπόδιο στην δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου κρατών, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, για την βελτίωση της συλλογής πληροφοριών για τις τρομοκρατικές και εγκληματικές οργανώσεις εντός και εκτός των συνόρων της Ευρώπης. Αλλά θα χρειαστεί καλή πολιτική ικανότητα από όλες τις πλευρές για να πλοηγηθούν οι σκληρές διαπραγματεύσεις περί τη νέα σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ, ενώ θα δημιουργούνται πιο ισχυρά, αμοιβαία επωφελή δίκτυα για την ανταλλαγή πληροφοριών και την συνεργασία ασφάλειας σε ολόκληρη την Ευρώπη και πέραν αυτής.

Οι ευρωπαϊκές χώρες άργησαν να ανταποκριθούν στην ανάδυση του ISIS. Αλλά έχουν τώρα την ευκαιρία να παρακάμψουν παλιές προκαταλήψεις, να επανεξετάσουν τις αντιτρομοκρατικές στρατηγικές τους, και να επενδύσουν σε σύγχρονες μεθόδους νοημοσύνης. Ακόμη και εκείνα τα κράτη που υπερηφανεύονται δικαιολογημένα σχετικά με την αστυνομία τους και την ικανότητά τους να έχουν πρόσβαση και να αναλύουν πληροφορίες, μπορούν να μάθουν από τα πρόσφατα γεγονότα.

Πάνω απ’ όλα, ο στόχος πρέπει να είναι η διατήρηση της ομαλότητας -και να αυξηθεί η ικανότητα να επανέρχεται γρήγορα όταν είναι αναγκαίο. Τούτο θα στερήσει από τους τρομοκράτες εκείνο που επιδιώκουν περισσότερο: Να ανατροφοδοτήσουν τον δημόσιο φόβο και να διαταράξουν την καθημερινή ζωή των ελεύθερων και δημοκρατικών κοινωνιών. Δεν πρέπει να τους επιτραπεί να το πετύχουν.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/keeping-europe-safe

* Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 44 (Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2017) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2016-07-15/another-bloody…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/belgium/2016-03-23/isis-next-target
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2015-11-15/isis-big-mistake
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2015-11-16/europes-real-b…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2015-11-17/frances-perpet…
[6] http://www.bbc.com/news/world-europe-34836367
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2016-07-17/french-intelli…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/2016-07-26/myth-l…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2015-12-09/dont-fe…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/belgium/2016-03-24/absurdity-isis
[11] http://www.nytimes.com/2016/03/26/world/europe/belgium-fears-nuclear-pla…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-03-24/french-connection
[13] https://www.theguardian.com/world/2016/may/09/france-to-set-up-a-dozen-d…
[14] https://www.foreignaffairs.com/tags/brexit

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η ευρωζώνη δεν θα αντέξει ένα Italexit

1

του Adriano Bosoni

Οι σχέσεις αγάπης – μίσους των Ιταλών με το ευρώ και οι προτάσεις για αποχώρηση από την ευρωζώνη και παράλληλο νόμισμα από τους ευρωσκεπτικιστές. Οι εκλογές και η «ασπίδα» από το Σύνταγμα.

Αν και η κατάσταση είναι σχετικά ήρεμη στις δυο βασικές οικονομίες της ευρωζώνης, η επόμενη μεγάλη πρόκληση για τη νομισματική ένωση θα έρθει από την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία, την Ιταλία.

Η χώρα πρέπει να διενεργήσει γενικές εκλογές τον Μάιο και η ψηφοφορία θα διενεργηθεί εν μέσω δυσαρέσκειας με το κατεστημένο, που σε πολλές περιπτώσεις περιλαμβάνει και τον ευρωσκεπτικισμό.

Δεδομένου του μεγέθους της Ιταλικής οικονομίας και του βάθους των προβλημάτων της, τα πολιτικά της χώρας μπορεί να έχουν επιπτώσεις πολύ πέρα των συνόρων της Ιταλίας.

Η Ιταλία ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ευρωζώνης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και η απόφασή της να ενταχθεί στο μπλοκ ήταν αμφιλεγόμενη, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό. Ορισμένοι παρατηρητές υποστήριζαν πως η Ιταλία δεν ήταν προετοιμασμένη να μπει στη νομισματική ένωση, ενώ άλλοι προειδοποιούσαν πως η εγκατάλειψη της λίρας, που οι ιταλικές κυβερνήσεις υποβάθμιζαν συχνά προκειμένου να ανακτήσει η χώρα ανταγωνιστικότητα σε περιόδους κρίσης, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία.

Οι πιο αισιόδοξοι σχολιαστές έλεγαν πως η συμμετοχή στην ευρωζώνη θα ανάγκαζε τις ιταλικές αρχές να είναι πιο πειθαρχημένες δημοσιονομικά. Στο τέλος, η Ρώμη πήρε την απόφαση -για γεωπολιτικούς κυρίως λόγους- να είναι μεταξύ των ιδρυτών της ευρωζώνης, με τον ίδιο τρόπο που ήταν ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τη δεκαετία του 1950.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την είσοδο του ευρώ ήταν δύσκολα για την Ιταλία. Τη δεκαετία του 1990, η οικονομία της χώρας αναπτύσσονταν με ετήσιο μέσο ρυθμό 1,6%, ρυθμό παρόμοιο με αυτόν της Γερμανίας και της Γαλλίας. Μέχρι τη δεκαετία του 2000, η μέση ετήσια ανάπτυξη ήταν 0,4%. Σήμερα, η ιταλική οικονομία είναι μικρότερη απ’ όσο ήταν στην αρχή της δεκαετίας. Επιπλέον, η ανεργία παραμένει πεισματικά υψηλά (γύρω στο 11%, έναντι του 9% που είναι ο μέσος όρος στην ευρωζώνη), ενώ οι ιταλικές τράπεζες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα υψηλά επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το χρέος της ιταλίας ξεπερνά το 130% του ΑΕΠ και είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ευρωζώνη, μετά το Ελληνικό. Ακόμα χειρότερα, η ιταλική κυβέρνηση δέχεται συνεχώς πιέσεις από την Κομισιόν να μειώσει το έλλειμμά της. Αν και Ρώμη και Βρυξέλλες συνήθως καταλήγουν σε συμβιβαστικές λύσεις στις διαφωνίες τους, εν μέσω χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης η Ρώμη δεν έχει και πολλές επιλογές, παρά να μειώνει επανειλημμένα τις δαπάνες για να κρατά υπό έλεγχο το έλλειμμα της χώρας.

Σε αυτό το φόντο, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη που πολλοί Ιταλοί δεν ενθουσιάζονται ιδιαίτερα με το ευρώ. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, μόνο το 53% των Ιταλών στηρίζουν το κοινό νόμισμα –το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο στήριξης μετά την Κύπρο. Η οικονομική υποχώρηση της Ιταλίας εξηγείται από πολλούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της δυσκολίας της χώρας να εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, της παρουσίας ισχυρών διαπλεκόμενων συμφερόντων, του εγγενώς ασταθούς πολιτικού συστήματος, της μεγάλης «γκρίζας» οικονομίας και της γήρανσης του πληθυσμού.

Όμως σε μια περίοδο που πολλοί Ιταλοί δεν ελπίζουν πως η κατάσταση θα βελτιωθεί, το να επιρρίπτονται ευθύνες στο ευρώ (και στους ανεπαρκείς ηγέτες και τη διαφθορά) για την οικονομική σήψη της Ιταλίας, είναι ένα αφήγημα που έχει απήχηση σε πολλούς ψηφοφόρους.

Αυτό εξηγεί γιατί τα τρία από τα τέσσερα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα στην Ιταλία –το αντισυστημικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων, η ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά και, σε μικρότερο βαθμό, το κεντροδεξιό Forza Italia- επικρίνουν γενικά την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη ειδικότερα. Το «στρατόπεδο» των ευρωσκεπτικιστών, όμως, είναι διχασμένο και είναι απίθανο να σχηματιστεί κυβερνητικός συνασπισμός που θα περιλαμβάνει και τα τρία αυτά κόμματα, μετά τις επόμενες εκλογές.

Όμως, κατά κάποιον τρόπο, τα κόμματα αυτά έχουν ήδη νικήσει. Υπό την πίεση των αντιπάλων του, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, η βασική φιλοευρωπαϊκή δύναμη της Ιταλίας, έχει γίνει πιο επικριτικό έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα όπως η μετανάστευση και οι στόχοι για το έλλειμμα.

Δημοψήφισμα

Όμως, η δυσαρέσκεια με το ευρώ δεν σημαίνει απαραίτητα και επιθυμία για κατάργησή του. Πολλοί Ιταλοί που αντιτίθενται στο κοινό νόμισμα, ανησυχούν για τις οικονομικές επιπτώσεις της κατάργησής του. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί δίλημμα για τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα της Ιταλίας. Από τη μια πλευρά, η κριτική κατά του ευρώ είναι σημαντικό κομμάτι της λαϊκιστικής και εθνικιστικής ατζέντας τους. Από την άλλη, γνωρίζουν πως η προοπτική αποχώρησης από την ευρωζώνη τρομάζει και διώχνει πολλούς ψηφοφόρους.

Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων αποτελεί παράδειγμα: αν και μέλη του κόμματος συχνά μιλούν υπέρ της διενέργειας δημοψηφίσματος για τη συμμετοχή της Ιταλίας στην ευρωζώνη, ωστόσο η ιδέα αυτή δεν έχει προστεθεί στην εκλογική πλατφόρμα του κόμματος. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, που προσπάθησε να βρει ισορροπία μεταξύ της επίθεσης κατά του ευρώ και του να καθησυχάσει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους πως οι καταθέσεις τους δεν κινδυνεύουν. Ως αποτέλεσμα, η θέση του κόμματος για το ευρώ ήταν ασυνεπής και συχνά αντιφατική.

Το δημοψήφισμα

Υπάρχει και μια άλλη επιπλοκή: το Ιταλικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει δεσμευτικά δημοψηφίσματα για διεθνείς συνθήκες. Για να φύγει η Ιταλία από την ευρωζώνη, θα πρέπει πρώτα να τροποποιήσει το σύνταγμά της. Δεδομένου του πολιτικού κατακερματισμού της Ιταλίας, είναι αμφίβολο αν η κυβέρνηση που θα αναλάβει την εξουσία μετά τις επερχόμενες εκλογές θα μπορέσει να εξασφαλίσει στήριξη στο Κοινοβούλιο για μια συνταγματική αλλαγή. Συνεπώς, ορισμένα μέλη του Κινήματος των Πέντε Αστέρων μιλούν υπέρ της διενέργειας μη δεσμευτικού δημοψηφίσματος για να δουν πόσο δημοφιλές είναι το κοινό νόμισμα, προτού σχεδιάσουν τα επόμενα βήματά τους.

Είτε διενεργηθεί δημοψήφισμα είτε όχι, αν τα γεγονότα βγουν εκτός ελέγχου, θα μπορούσαν να προκαλέσουν την έξοδο της Ιταλίας από την  ευρωζώνη. Μια εκλογική νίκη των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μαζική φυγή καταθέσεων από τις ιταλικές τράπεζες, καθώς υπό τον φόβο μιας πιθανής επιστροφής στη λίρα, οι καταθέτες θα μετέφεραν τα χρήματά τους εκτός χώρας.

Μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση θα μπορούσε επίσης να εισάγει ένα παράλληλο νόμισμα (ιδέα που έχουν σκεφτεί και η Λέγκα του Βορρά, και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, και η Forza Italia), να απαιτήσει επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας, ή να αποσυρθεί από τις δημοσιονομικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτά τα σενάρια πιθανότατα θα έφερναν την Ιταλία στο χείλος της ανάγκης οικονομικής βοήθειας από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση –βοήθεια που μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση θα μπορούσε να αποφασίσει να μην ζητήσει, προτιμώντας να αφήσει ολόκληρο το σύστημα να καταρρεύσει.

Φυσικά, πολλά πράγματα θα μπορούσαν να συμβούν προτού η Ιταλία φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις θα μπορούσαν να κάνουν μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση να δώσει τη θέση της σε μια πιο συνεργάσιμη κυβέρνηση. Αυτό είναι που συνέβη το 2011, όταν η κεντροδεξιά κυβέρνηση του πρώην πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι, παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από μια τεχνοκρατική κυβέρνηση που ήταν υπεύθυνη για την εφαρμογή έκτακτων μέτρων. Όμως οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στην Ιταλία έχουν αλλάξει από το 2011, και σε μια μελλοντική κρίση, το εκλογικό σώμα μπορεί να είναι πιο πρόθυμο να κάνει βουτιά στο κενό απ’ ότι ήταν στην αρχή της δεκαετίας.

Θέμα πλεονεκτήματος

Οι ενέργειες της Ιταλίας δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν το μέγεθος της οικονομίας της χώρας και, κατ’ επέκταση, του εύρους της ζημιάς που μπορεί να προκαλέσει στους γείτονές της. Μια έξοδος της Ιταλίας από την ευρωζώνη θα μπορούσε να είναι επώδυνη για τη χώρα, σίγουρα, άλλα θα δημιουργούσε και κίνδυνο μετάστασης σε όλη την Ευρώπη, όχι μόνο λόγω των δισεκατομμυρίων ευρώ ιταλικού χρέους που διακρατούν άλλες τράπεζες στην ευρωζώνη. Αν και η νομισματική ένωση θα μπορούσε να επιβιώσει από μια έξοδο της Ελλάδας πριν από δυο χρόνια, ωστόσο ίσως να μην επιβιώσει από μια έξοδο της Ιταλίας σήμερα.

Το μέγεθος της ιταλικής οικονομίας επηρεάζει τη συμπεριφορά της χώρας τουλάχιστον με δυο τρόπους. Πρώτον, δίνει στους πολιτικούς λόγο να πιστεύουν πως έχουν πλεονέκτημα όταν απαιτούν παραχωρήσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους. Ένας άλλος είναι ότι επιτρέπει στους ευρωσκεπτικιστές ηγέτες να υποσχεθούν στους ψηφοφόρους πως υπάρχει ένα λαμπρό μέλλον για τη χώρα εκτός ευρωζώνης. Έτσι, η Ιταλία διαφέρει από τις μικρότερες οικονομίες, όπως η ελληνική ή η πορτογαλική, όπου οι ηγέτες είχαν ελάχιστα «πατήματα» όταν διαπραγματεύονταν με τους διεθνείς πιστωτές. Ακόμα και στο αποκορύφωμα των κρίσεών τους, τα περισσότερα μέλη των κατεστημένων της Ελλάδας και της Πορτογαλίας (και η πλειονότητα των εκλογικών σωμάτων σε κάθε χώρα) θεώρησαν πως η αποχώρηση από την ευρωζώνη θα καθιστούσε φτωχότερες και πιο απομονωμένες τις χώρες τους. Στην Ιταλία, η υπόσχεση «να γίνει η Ιταλία και πάλι μεγάλη» φαίνεται πιο εύκολο να «πουληθεί» στους ψηφοφόρους.

Τέλος, η κατάσταση της Ιταλίας θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις για την μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Μετά τις γερμανικές εκλογές τον Σεπτέμβριο, οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί της Ευρώπης θα αρχίσουν να συζητούν τρόπους για να γίνει πιο ανθεκτική η νομισματική περιοχή έναντι μελλοντικών κρίσεων. Η Γαλλία, η Ισπανία και άλλα μέλη της ευρωζώνης ήδη έχουν κάνει προτάσεις για να αντιμετωπιστεί το γεγονός πως η ευρωζώνη είναι μια νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική ένωση και για να αυξηθεί η οικονομική σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών, περιλαμβανομένων των μεγαλύτερων μεταφορών πόρων από τον πυρήνα προς την περιφέρεια του μπλοκ.

Τα ερωτήματα για το ποιανού τα χρήματα θα ξοδεύονται, πώς και πού, είναι κεντρικά στις διαπραγματεύσεις αυτές. Τα περισσότερα σχέδια για ενίσχυση των δαπανών σε όλη την ΕΕ και την εισαγωγή μέτρων διαμοιρασμού του ρίσκου, προέρχονται από τη Νότια Ευρώπη. Δεν εκπλήσσει που οι πιο εύπορες οικονομίες στον Βορρά βλέπουν με επιφύλαξη τα σχέδια να ξοδεύονται τα δικά τους χρήματα αλλού.

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης συχνά παίζουν το «χαρτί» της αλληλεγγύης,υποστηρίζοντας πως για να είναι μια πραγματική «ένωση» η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει τα ρίσκα και οι πόροι να μοιράζονται μεταξύ των μελών της. Εν τω μεταξύ, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης παίζουν το «χαρτί» του ηθικού κινδύνου, υποστηρίζοντας πως θα συμφωνήσουν να κάνουν συμβιβασμό για τον πλούτο τους, μόνο αν οι Νότιοι δεσμευτούν για δημοσιονομική υπευθυνότητα.

Οι διαπραγματεύσεις θα εκθέσουν τις διαφορετικές απόψεις που έχουν η Γερμανία και η Γαλλία ως προς το μέλλον της ευρωζώνης αλλά θα εγείρουν επίσης αμήχανα ερωτήματα ως προς το τι θα πρέπει να γίνει με την Ιταλία. Η Γερμανία και η Γαλλία καταλαβαίνουν την ανάγκη για μια σταθερή και ευημερούσα Ιταλία.

Το Παρίσι βλέπει επίσης τη Ρώμη ως έναν σημαντικό εταίρο όταν πιέζει για μεταρρυθμίσεις που ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα της Μεσογειακής Ευρώπης. Όμως η κάθε πλευρά έχει έναν βαθμό δυσπιστίας. Η Γερμανία ανησυχεί για την πολιτική αστάθεια της Ιταλίας και την χρηματοοικονομική ευθραυστότητα, και η πρόσφατη απόφαση της Ρώμης να «λυγίσει» τους κανόνες της ΕΕ για να διασώσει κάποιες προβληματικές τράπεζες, λίγα έχει προσφέρει για να αλλάξει η αντίληψη του Βερολίνου για τους ηγέτες της Ιταλίας. Η Ιταλία, με τη σειρά της, επικρίνει την πολιτική υπεροχή της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει εκνευριστεί με την έλλειψη συνεργασίας με τη Γαλλία για την αντιμετώπιση των μεταναστών που φτάνουν στις Ιταλικές ακτές.

Η δυσφορία της Ιταλίας με το status quo στην Ευρώπη δεν θα πρέπει να παίρνεται ελαφρά. Αντιμετωπίζοντας ισχνή οικονομική ανάπτυξη και υψηλή ανεργία, πολλοί Ιταλοί είναι δυσαρεστημένοι με τις παρούσες συνθήκες και ανησυχούν για το μέλλον τους. Το μεγαλύτερο μέρος του θυμού τους επικεντρώνεται σε εσωτερικά ζητήματα, όμως μέρος του μείγματος είναι και τα αντι-ευρωπαϊκά αισθήματα.

Η συσσώρευση της δυσφορίας που σχετίζεται με την ΕΕ, είτε για την λιτότητα είτε για τη μετανάστευση, θα συνεχίσει να δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και τον ευρωσκεπτικισμό στην Ιταλία, δημιουργώντας σημαντικές προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Euro2day.gr

No Brexit from the South China Sea

0

Author: Donald R. Rothwell, ANU 

The recent statements by senior UK ministers regarding the future deployment of British warships in the South China Sea provoked an inevitable response from China and speculation as to when these actions may actually take place.

But care needs to be exercised in reading too much into what has been said. Unlike the United States, the UK does not have a distinct freedom of navigation program.

Helicopters fly over the Royal Navy's new aircraft carrier HMS Queen Elizabeth, as it arrives in Portsmouth, Britain, 16 August 2017 (Photo: Reuters/Peter Nicholls).

For example, in December 2016, when the Asia Times sought a clarification from the British Embassy in Washington on this issue, the Embassy indicated that ‘the UK does not conduct freedom of navigation operations, although it will continue to exercise its right to navigate through internationally recognised air ways and international waters as needed’.

The UK’s denial over conducting freedom of navigation operations (FONOPS) aligns with the recent statements by UK Foreign Secretary, Boris Johnson, and UK Defence Secretary, Sir Michael Falon, neither of whom directly mentioned FONOPS. In speaking about two new UK aircraft carriers that are expected to enter service by 2023, Boris Johnson said that ‘one of the first missions of our two vast new aircraft carriers will be to sail through the Straits of Malacca’. Sir Michael Fallon was less precise, observing that ‘We haven’t mapped out the initial deployments yet but, yes, you would expect to see these carriers in Indo-Pacific Ocean’.

On any interpretation, 2020 is the earliest that one of the new UK carriers will be sighted in the Asia Pacific — and the South China Sea in particular — and a great deal can happen in the meantime. In this respect, the applicable international law relationships between China and the United States, and China and the UK, need to be understood.

Both China and the UK, along with 164 other countries, are parties to the 1982 UN Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), which entered into force in 1994. The United States is notably not a party to UNCLOS, and this immediately diminishes its capacity when engaging with China to promote adherence to the convention and law of the sea more generally. The UK and China are therefore better placed to address their law of the sea relationships through the UNCLOS framework.

This brings us to FONOPS, whether conducted formally as part of a challenge to excessive maritime claims — which is the US practice — or just as part of normal assertion of a navigational right. Navigation by foreign warships has long been contentious. The first decision of the International Court of Justice in 1949, in a casebrought by the UK against Albania, affirmed that the right of innocent passage through the territorial sea applied equally to warships and merchant vessels.

This right was subsequently recognised in Article 14 of the 1958 Geneva Convention on the Territorial Sea and Contiguous Zone.

The successor convention, UNCLOS, has a series of provisions that recognise the navigational rights of all ships — including warships — in the territorial sea, international straits, archipelagic sea lanes, and in the exclusive economic zone and high seas. All of these bodies of waters are present in or adjacent to the South China Sea. Accordingly, any movement of foreign warships through those waters represents an exercise of the entitlement of the freedom of navigation.

Unsurprisingly, the closer a foreign warship is to the coast, the more the adjacent coastal state will want to exercise certain controls or seek guarantees as to its security. The right of innocent passage reflects this concern and, according to UNCLOS, all foreign ships in the territorial sea must not engage in threatening activities.

China, however, seeks to impose additional conditions on foreign warships within its territorial sea. Upon ratifying the UNCLOS in 1996, China indicated that provisions ‘concerning innocent passage through the territorial sea shall not prejudice the right of a coastal State to request, in accordance with its laws and regulations, a foreign State to obtain advance approval from or give prior notification to the coastal State for the passage of its warships through the territorial sea of the coastal State’.

The UK has rejected this type of assertion made by China and others and in 1997 indicated that it did not accept UNCLOS declarations that ‘purport to require any form of notification or permission before warships or other ships exercise the right of innocent passage or freedom of navigation’.

These differing positions between China and the UK on the UNCLOS regarding prior notification and authorisation for warship navigation, which is also contested by the Netherlands, Germany, Italy and the United States, sets the scene for UK carrier navigation through the South China Sea in 2020 and beyond.

Donald R. Rothwell is Professor of International Law at the College of Law, The Australian National University.

http://www.eastasiaforum.org/2017/08/16/no-brexit-from-the-south-china-sea/

US and China must set ground rules for freedom of navigation patrols

0

Mark Valencia says after three such patrols under the Trump administration, the two sides appear to have settled into a predictable pattern of provocation and condemnation. Why not take the opportunity to agree on a modus vivendi?

 PUBLISHED : Wednesday, 16 August, 2017
 
   On August 10, the top-of-the-line USS destroyer John S. McCain made a “non-innocent” passage within 12 nautical miles of China-claimed and occupied Mischief Reef in the South China Sea. This “freedom of navigation operation” indirectly challenged China’s sovereignty claim to the low-tide feature.

The US defence department describes the premise of its freedom patrols thus: “Since the founding of the nation, the United States has asserted a vital national interest in preserving the freedom of the seas and necessarily called upon its military forces to preserve that interest.”

Based on this premise – and perhaps realising it may not become a party to the UN Convention on the Law of the Sea, which enshrined freedom of navigation in international law – the US initiated in 1979 the “freedom of navigation operation” programme to contest “unilateral acts of other states designed to restrict the rights and freedom of the international community”.

China considers these US operations a violation of its national laws requiring prior permission for warships to enter its 12-nautical-mile territorial sea and views them as a threat to its security.

So the two have a legal dispute in which – according to the US – China is in the wrong.

 Despite US protestations to the contrary, these operations also have a political significance for both friends and foes. To the region and beyond, they are an indication of the status of the Sino-US relationship and the US resolve to contest China’s claims and actions in the South China Sea.

During Barack Obama’s presidency, there were six somewhat legally confused and confusing freedom operations. The last of those occurred last October. When some seven months went by without any such operations, there was hope that an understanding had been reached between the two to avoid accidents and misunderstandings. However, that hope was dashed on May 24 when the USS Dewey made a “non-innocent” passage within 12 nautical miles of Mischief Reef. China objected strenuously; the foreign ministry said the warship had “trespassed” near islands over which China has “indisputable sovereignty”.

Then, on July 2, another destroyer, the USS Stethem, sailed within 12 nautical milesof China’s long claimed and occupied Triton Island in the Paracels. China reacted strongly – in part because it was a repeat of a similar patrol in January 2016 and therefore unusually provocative, and because China has long considered the Paracels unquestionably its own, despite revanchist claims by Vietnam.

Indeed, China’s defence ministry used harsh language in condemning the Stethem’s actions, saying they “seriously damaged the strategic mutual trust between the two sides” and undermined the “political atmosphere” in the development of Sino-US military ties. It warned that the Chinese military would bolster its efforts in the waters, including “an increase in the intensity of air and sea patrols”.

 This strong reaction was considered significant, especially since the US was at the time requesting China’s help in restraining North Korea’s nuclear weapons and missile development programmes. Not surprisingly, President Xi Jinping (習近平) told Trump in a phone call that “negative factors” were affecting US-China relations. It seemed that the more the US pursued these operations, the more they would damage US-China trust and confidence at a critical time.
Despite US protestations to the contrary, these operations have a political significance for both friends and foes

But, despite these strong words from China and the increasingly pressing US need for China’s help with North Korea, the US persisted with the freedom patrols. In the most recent operation, two Chinese frigates shadowed the USS John S. McCain and sent multiple radio warnings. China’s foreign ministry spokesperson condemned the destroyer’s actions, and the US responded.

It would appear that there is an agreement between the two to disagree. This “clash of principles” may have settled into a modus vivendi – a pattern in which each side does more or less what the other expects and will tolerate.

However, this situation is unstable and there are various triggers that could lead to conflict. For example, clashes could break out if China were to physically interfere with the US patrols or the activities of US ally the Philippines in its legitimate maritime areas, or if the US were to attempt to blockade or otherwise force China’s troops off the features it occupies.

Another scenario would be if Japanese warships joined those of the US in a freedom of navigation operation, or undertook one on their own.

 The US Navy – and the world – should also be aware that China considers the Paracels to be very different politically and legally from the Spratlys. The former have long been under China’s control and some features and military facilities are substantial and strategic.
To China, the freedom operations are different from US surveillance probes

Moreover, to China, the freedom operations against its claims are very different from US intelligence, surveillance and reconnaissance probes in its “near seas”. While the US considers these probes to be protected by the principle of freedom of navigation, China – with good reason – considers them violations of its law and the Law of the Sea, as well as direct threats to its security. Thus it is likely to continue to protest and even interfere with them, and more incidents and accidents are likely.

That is why China and the US should take this opportunity to build on any modus vivendi regarding freedom of navigation operations and negotiate guidelines for intelligence, surveillance and reconnaissance operations off each others’ coasts.

Mark J. Valencia is an adjunct senior scholar at the National Institute for South China Sea Studies, Haikou, China

 This article appeared in the South China Morning Post print edition as:
http://www.scmp.com/comment/insight-opinion/article/2106914/us-and-china-must-set-ground-rules-freedom-navigation

Η καινούργια Διασπορά

0

του Αλέξη Παπαχελά.13.08.2017

Τ​​ο ελληνικό καλοκαίρι σαγηνεύει. Δεν είναι μονάχα ο ήλιος, τα χρώματα και οι παρέες που βρίσκονται έπειτα από καιρό. Ούτε τα απρόσμενα γλέντια και τα προγραμματισμένα πανηγύρια. Για όσους ζουν σε αυτόν τον τόπο είναι μια τεράστια βαλβίδα ασφαλείας. Ακόμη και ο πιο κατατρεγμένος, φτωχοποιημένος Ελληνας βρίσκει τον τρόπο να πάρει ανάσες. Δεν χρειάζεται πολλά άλλωστε για να το κάνει. Ενας φιλοσοφημένος φίλος μου λέει συχνά πως αν είχαμε περάσει ό,τι έχουμε περάσει τα τελευταία χρόνια και ζούσαμε σε μια βόρεια χώρα, θα είχαμε αποσυρθεί όλοι μαζί σε κάποια μεγάλη ψυχιατρική κλινική. Ο ήλιος, οι χαλαρές παρέες και τα καλοκαιρινά γλέντια σβήνουν και συγχωρούν πολλά.

Μη φοβάστε, δεν έχω ακόμη προσχωρήσει στην άποψη ότι μας ζηλεύουν οι ξένοι και γι’ αυτό κατασκεύασαν τα μνημόνια, για να μας εκδικηθούν ή να μας πάρουν τον ήλιο και τη θάλασσα. Εχει πολλή ζέστη, αλλά όχι τόση…

Το ελληνικό καλοκαίρι έχει όμως και μια μαγική επιρροή στους Ελληνες που άφησαν τον τόπο τους και τα κατάφεραν μακριά, σε μέρη που είναι πολύ φιλόξενα για άριστους και σοβαρούς επαγγελματίες, αλλά δεν προσφέρουν τα υπόλοιπα… Αυτοί οι συμπατριώτες μας έρχονται στον τόπο τους τα καλοκαίρια και ξαναδυναμώνει μέσα τους αυτός ο πολύ ισχυρός ομφάλιος λώρος με την πατρίδα τους. Ζουν και αναπνέουν Ελλάδα, έστω για λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Στις μεσημεριανές συζητήσεις αναρωτιούνται γιατί αυτή η χώρα δεν μπορεί, παρά τα όσα της χάρισε η φύση, τον αυθορμητισμό και τη ζεστασιά, να σταματήσει να διώχνει τα καλύτερα μυαλά της και να κλωτσάει τις μεγάλες ευκαιρίες της. Τους νοιάζει, τους πονάει η Ελλάδα. Ειδικά όσους έφυγαν τη δεκαετία της κρίσης, καθώς δεν πρόκειται για ανθρώπους που έριξαν πίσω τους μαύρη πέτρα θέλοντας να ξεχάσουν την απερίγραπτη φτώχεια και την Ελλάδα του 1920. Εχουν ακόμη δεσμούς, φίλους, ανεκπλήρωτα όνειρα που δεν έχουν σβήσει. Αγαπούν τον τόπο, αλλά έχουν μπολιασθεί με τον επαγγελματισμό, τη συλλογικότητα και τις αρχές που απέκτησαν μακριά από αυτόν.

Αυτή η καινούργια Διασπορά μπορεί εντέλει να είναι και η πιο μεγάλη μας ελπίδα. Μην ξεχνάμε πως Ελληνες της Διασποράς ονειρεύθηκαν μια ανεξάρτητη Ελλάδα στην πιο σκοτεινή της περίοδο, έγιναν η ατμομηχανή που την έσυρε και την τριπλασίασε τις κρίσιμες περιόδους της. Τους έχουμε ανάγκη αυτούς τους Ελληνες για να μας βγάλουν από την παρακμή και τη μιζέρια. Γιατί υπάρχει και ο κίνδυνος να συνηθίσουμε και να γίνουμε μια μεγάλη χασιέντα για ξένους, όπου οι μισοί θα δουλεύουν σερβιτόροι και οι υπόλοιποι θα μονολογούν: «Εντάξει, μωρέ· τον ήλιο και τη θάλασσα ποτέ δεν θα μας τα πάρουν». Χρειαζόμαστε τη φιλοδοξία τους, τους στόχους, τη θετική ενέργειά τους.

“Καθημερινή”

Η Κίνα, η Τουρκία και το Αιγαίο Αρχιπέλαγος: Οι Τούρκοι αντιγράφουν τους Κινέζους στην Ανατολική Μεσόγειο

0

Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης

Απόσταση Αιγαίου από Σινική Θάλασσα: 5.501 μίλια. Πηγή: Google Map, 2017 AUGUST 16, 2017   Το Αιγαίο Αρχιπέλαγος απέχει 5.501 μίλια από τη Νότια Σινική Θάλασσα. Έχουν όμως και κάτι κοινό. Οι δυο θάλασσες αποτελούν τις πρώτες θάλασσες στην ιστορία του πλανήτη Γη μια και αποτελούσαν τις θάλασσες των δυο πιο αρχαίων πολιτισμών. Βέβαια, η Νότια Σινική Θάλασσα, με έκταση 1.351 εκατ. τετραγωνικά μίλια, είναι περίπου 17 φορές μεγαλύτερη από το Αιγαίο Αρχιπέλαγος που έχει έκταση 82.626 τετραγωνικά μίλια.

Σε αυτές τις δύο θάλασσες παίζεται το πιο δύσκολο παιγνίδι που έχει σχέση με το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 82).

Για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η Τουρκία προσπαθεί να μιμηθεί την Κίνα στις παράνομες θέσεις της για τα νησιά, βραχονησίδες, χωρικά ύδατα και ΑΟΖ.

Η Θάλασσα της Νότιας Κίνας, που εμείς την ονομάζουμε Σινική Θάλασσα, είναι μια τεράστια θάλασσα που συνορεύει με έθνη που περιέχουν περίπου 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας διασχίζει τα νερά της, τα οποία παρέχουν επίσης τεράστιες ποσότητες τροφής ενώ ο βυθός της είναι πλούσιος σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Διάσπαρτα στη θάλασσα είναι πολύ μικρά κομμάτια εδάφους, συχνά μικροσκοπικά, που συχνά βρίσκονται κάτω από τα νερά κατά τη διάρκεια της παλίρροιας.

Αυτά ανήκουν σε δύο κύριες ομάδες, τα Νησιά Paracel στο βόρειο τμήμα της θάλασσας και τα Spratly Islands στο νότιο τμήμα.

Η Κίνα, η Ταιβάν, οι Φιλιππίνες, το Βιετνάμ, το Μπρουνέι και η Μαλαισία διεκδικούν την κυριαρχία σε ορισμένα από αυτά τα μικροσκοπικά εδάφη και στα ύδατα και η σύγκρουση, μερικές φορές, παίρνει μεγάλες διαστάσεις.

Η Κίνα, μέσω του χάρτη των “εννέα γραμμών” και πολλών δηλώσεών της, ισχυρίστηκε τουλάχιστον την κυριαρχία πάνω σε όλα τα νησιά και τους βράχους της Σινικής Θάλασσας και τα δικαιώματα επί των παρακείμενων υδάτων. Τα άλλα πέντε ενδιαφερόμενα κράτη εγείρουν αντικρουόμενους ισχυρισμούς σχετικά με τα χαρακτηριστικά της γης, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν πολυάριθμες επιπλέον αλληλεπικαλυπτόμενες και αντικρουόμενες αξιώσεις σε σχέση με τα παρακείμενα ύδατα και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται.

Ούτε η τεράστια έκταση της θάλασσας ούτε το μικρό μέγεθος των αμφισβητούμενων περιοχών δεν εμπόδισαν την κλιμάκωση της έντασης τα τελευταία χρόνια. Οι ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και τους πόρους έχουν ανεβάσει σε υψηλό βαθμό την ένταση και οι αντίπαλοι εθνικισμοί στα κράτη που συμμετέχουν στη διαδικασία ανάβουν πυρκαγιές στα ύδατα.

Έτσι, φτάσαμε στην Τρίτη 12 Ιουλίου 2016, όπου το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο της Χάγης, έκδωσε την απόφασή του για την αντιδικία μεταξύ της Κίνας και των Φιλιππίνων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Η απόφαση των πέντε δικαστών, 501 σελίδων, που αναμενόταν με αγωνία από την διεθνή κοινότητα ήταν ομόφωνη υπέρ των Φιλιππίνων και κατέδειξε τις κινεζικές παραβιάσεις του Δίκαιου της Θάλασσας στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Η Δημοκρατία των Φιλιππίνων κατέφυγε στο Δικαστήριο τον Ιανουάριο του 2013 και η απόφαση την ικανοποιεί στην πλειοψηφία των θεμάτων. Η Κίνα πάντως αρνήθηκε από την αρχή την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν συμμετείχε στις διαδικασίες.

ΧΑΡΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

Πηγή: Tufts University, Fletcher School, Law of the Sea, A primer

 

Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διακεκομμένη γραμμή της Κίνας (όπως δείχνει η κόκκινη γραμμή του παραπάνω χάρτη) είναι παράνομη και αυθαίρετη, και τα ιστορικά δικαιώματα που προβάλει η Κίνα δεν έχουν καμία ισχύ με βάση το διεθνές δίκαιο και τα νησιά Spratly δεν αποτελούν νησιά όπως αυτά ορίζονται από το UNCLOS. Η διακεκομμένη γραμμή περιλαμβάνει περίπου 2.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιου χώρου, περιοχή ίση με περίπου 22% της γης της Κίνας.

  Η μη οριοθέτηση ΑΟΖ

Ο παραπάνω χάρτης, με την μπλε γραμμή, δείχνει την θεωρητική οριοθέτηση της ΑΟΖ αυτών των κρατών με βάση την ίση απόσταση (μέση γραμμή). Ξεκάθαρα φαίνεται ότι η Κίνα μέσα σε αυτή την κόκκινη γραμμή περιλαμβάνει μέρος της ΑΟΖ των άλλων πέντε κρατών. Το πιο σημαντικό σημείο αυτής της απόφασης για την Ελλάδα θα ήταν να βλέπαμε τι είδος απόφαση θα έπαιρνε το Διαιτητικό Δικαστήριο σε σχέση με την οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Κίνας και Φιλιππίνων. Όμως, δεν ζητήθηκε από το Δικαστήριο να οριοθετήσει τις θαλάσσιες ζώνες και ιδιαίτερα αυτή της ΑΟΖ που θα είχε τεράστια σημασία για εμάς.

Οι διαφορές προκύπτουν κυρίως όταν οι χώρες έχουν αλληλοκαλυπτόμενους ισχυρισμούς σχετικά με χωρικά ύδατα μήκους 12 ναυτικών μιλίων ή ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων που προέρχονται από «νησιά» ή «βράχους» όπως προβλέπεται από το UNCLOS.

Μια “οριοθέτηση θαλάσσιων ορίων” είναι ένας τρόπος καθορισμού του ορίου μεταξύ αυτών των επικαλυπτόμενων περιοχών. Με τόσες πολλές διαμάχες σχετικά με την κυριαρχία των νησιών και των βράχων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και τόσα πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά γης που βρίσκονται πιο κοντά από 200 μίλια (και μερικές φορές πιο κοντά σε 12 μίλια), οι επικαλυπτόμενες αξιώσεις να έχουν πολλαπλασιαστεί.

Η εξαίρεση οριοθέτησης ΑΟΖ και χωρικών υδάτων δημιούργησε περισσότερα προβλήματα και περιόρισε σημαντικά τις αποφάσεις του δικαστηρίου. Όπως θα καταστεί σαφές και παρακάτω, ο αποκλεισμός των διαφορών “που περιλαμβάνουν ιστορικούς κόλπους ή τίτλους”, “στρατιωτικές δραστηριότητες” και “δραστηριότητες επιβολής του νόμου” προκαλεί κατ’ ελάχιστο δύσκολα ζητήματα που το δικαστήριο δεν μπόρεσε να ξεπεράσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλα σημαντικά ζητήματα.

Πάντως, η παράγραφος που ήταν καταπέλτης για την Κίνα αναφέρει: «Το Δικαστήριο συμπέρανε ότι, το γεγονός ότι η Κίνα έχει ιστορικά δικαιώματα στις πλουτοπαραγωγικές πηγές των υδάτων της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, τέτοια δικαιώματα εξαφανίστηκαν μια και ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια της ΑΟΖ όπως αυτή προβλέπεται από την Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας».

Αυτή την παράγραφο πρέπει, μελλοντικά, να την θυμόμαστε γιατί κάτι παρόμοιο προσπαθεί να προβάλει και η Τουρκία στο Αιγαίο. Επιπλέον, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα επτά τεχνητά νησιά που δημιούργησε η Κίνα και τόνισε ότι τα νησιά αυτά δεν έχουν δικαιώματα και δεν καλύπτονται από το UNCLOS.

Επίσης σημείωσε ότι το Άρθρο 121,3 του UNCLOS, που ορίζει τι ακριβώς είναι ένα νησί, απαιτεί να έχει μια «σταθερή κοινότητα ανθρώπων».

Το Δικαστήριο κράτησε, επίσης, μια εχθρική προς την Κίνα στάση αναφέροντας ότι « Η Κίνα έχει παραβιάσει τα κυριαρχικά δικαιώματα των Φιλιππίνων στην ΑΟΖ της με (α) την παρεμβολή στα δικαιώματά της στα θέματα αλιείας και εξερεύνησης πετρελαίου, (β) με την κατασκευή τεχνητών νησιών και (γ) με την αδιαφορία της να σταματήσει τους Κινέζους αλιείς από το να ψαρεύουν στην ΑΟΖ της.

Μόνο σε μια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έλαβε απόφαση γιατί θεώρησε ότι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Αυτή αφορούσε το θέμα των στρατιωτικών δραστηριοτήτων των δυο πλευρών το οποίο εξαιρείται από την δικαιοδοσία του UNCLOS.

Η κυβέρνηση της Κίνας, όπως αναμενόταν, ανακοίνωσε μετά την απόφαση ότι δεν την αναγνωρίζει μια και είχε δηλώσει από την αρχή της υπόθεσης ότι «ούτε θα την αποδεχτεί ούτε θα την αναγνωρίσει».

Οι Κινέζοι παριστάνουν τους Τούρκους στη Σινική Θάλασσα Ο ΧΑΡΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ 10η ΓΡΑΜΜΗ

Πηγή: LIMITS IN THE SEAS No. 143 CHINA MARITIME CLAIMS IN THE SOUTH CHINA SEA December 5, 2014 Office of Ocean and Polar Affairs Bureau of Oceans and International Environmental and Scientific Affairs U.S. Department of State

Σε αυτό τον χάρτη βλέπουμε ότι η Κίνα παριστάνει την Τουρκία διότι δεν δίνει δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών στην νήσο Ταιβάν προσθέτοντας την 10η διακεκομμένη γραμμή που δεν υπήρχε στην αρχική κόκκινη γραμμή της Κίνας που δημιουργήθηκε το 2009.

Σήμερα οι νέοι κινεζικοί χάρτες έχουν προσθέσει αυτή την 10η γραμμή.

Ο παραπάνω χάρτης, που συντάχθηκε από το ΥΠΕΞ των ΗΠΑ το 2004, απεικονίζει τη διακεκομμένη γραμμή με έναν αριθμό που αντιστοιχεί σε κάθε παύλα μόνο για περιγραφικούς σκοπούς.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Κίνα δεν αναθέτει αριθμούς στις παύλες. Οι παύλες δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες και διαχωρίζονται μεταξύ τους μεταξύ των 106 (παύλες 7 και 8) και 274 (παύλες 3 και 4) ναυτικών μιλίων.

Οι παύλες βρίσκονται σε σχετικά κοντινή απόσταση από τις ακτές της ηπειρωτικής χώρας και τα παράκτια νησιά των παράκτιων κρατών που περιβάλλουν τη θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Η παύλα 1 είναι 50 ν.μ. από την ηπειρωτική ακτή του Βιετνάμ και 36 ν.μ από το παράκτιο νησί Ly Son του Βιετνάμ. Η παύλα 3 είναι 75 ν.μ από το πλησιέστερο νησί της Ινδονησίας, Pulau Sekatung. Η παύλα 4 είναι 24 ν.μ από την ακτή της Μαλαισίας στο νησί Borneo. Η παύλα 5 είναι 35 ν.μ. από το πλησιέστερο σημείο της νοτιοανατολικής νήσου Balabac των Φιλιππίνων. Η παύλα 9 είναι 26 ν.μ. από το νησί Y’Ami, το βορειότερο νησί των Φιλιππίνων στο στενό Luzon.

Ο Ρόλος των Υδρογονανθράκων

Ο κύριος λόγος, βέβαια, για αυτή την μεγάλη διαμάχη των 6 κρατών δεν είναι τίποτε άλλο από την διαμάχη για τον πλούτο της ΑΟΖ σε υδρογονάνθρακες. Οι Κινέζοι υπέγραψαν το Δίκαιο της Θάλασσας και ανακήρυξαν ΑΟΖ γιατί είχαν αντιληφθεί, αρκετά νωρίς, τον τεράστιο ορυκτό πλούτο που υπήρχε στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και αποφάσισαν να αυξήσει παράνομα την ΑΟΖ τους για να αποκτήσουν το μεγαλύτερο ποσοστό των υδρογονανθράκων στην περιοχή.

Σύμφωνα με την Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ σε μια μελέτη που έγινε την περίοδο 1993/94 είχε υπολογιστεί ότι στην περιοχή υπήρχε περισσότερο φυσικό αέριο από πετρέλαιο. Οι Αμερικανοί είχαν υπολογίσει, τότε, ότι το 70% των υδρογονανθράκων στην περιοχή ήταν φυσικό αέριο και ότι η Θάλασσα της Νότιας Κίνας περιλάμβανε 266 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια.

Η κρατική κινέζικη εταιρία China National Offshore Oil (CNOOC) έχει υπολογίσει ότι η περιοχή διαθέτει 125 δις. βαρέλια πετρελαίου και 500 τρις. κυβικά πόδια φυσικού αερίου. Αλλά μια νέα αμερικανική μελέτη της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, που έγινε το 2010, δείχνει με πιθανότητα 95% να υπάρχουν, τουλάχιστον 750 εκατ. βαρέλια πετρελαίου, με πιθανότητα 50% να υπάρχουν 2 τρις. βαρέλια και με μια πιθανότητα 5% να υπάρχουν πάνω από 5 τρις. βαρέλια πετρελαίου.

Η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση του Βιετνάμ

Στις πρόσφατες δεκαετίες, το Βιετνάμ έχει διακριθεί αρκετές φορές ως έθνος που δεν φοβάται να σταθεί απέναντι στην Κίνα. Από τις συνοριακές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1970 και της δεκαετίας του ’80 με την επικύρωση του UNCLOS το 2012, το Ανόι έχει επιδείξει την προθυμία του να αντισταθεί στο Πεκίνο. Αλλά τον περασμένο μήνα, σε ένα σημάδι της μεταβαλλόμενης ισορροπίας ισχύος μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, το Βιετνάμ ενέδωσε στον εκφοβισμό του Πεκίνου.

Η συνθηκολόγηση αφορούσε την Talisman, θυγατρική της ισπανικής ενεργειακής εταιρείας Repsol. Στα μέσα Ιουνίου, η βιετναμέζικη κυβέρνηση εξουσιοδότησε την Talisman να παραχωρήσει το τρυπάνι για εξερεύνηση φυσικού αερίου στο μπλοκ 136-03 της Θάλασσας της Νότιας Κίνας. Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Κίνα, αλλά στην ΑΟΖ του Βιετνάμ. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα με βάση UNCLOS, το Βιετνάμ διέθετε εξ ολοκλήρου τα δικαιώματά να εγκρίνει αυτές τις γεωτρήσεις. Αλλά η Κίνα δεν ήταν καθόλου άνετη με αυτή την δραστηριότητα του Βιετνάμ.

Οι Κινέζοι πιστεύουν προφανώς ότι τα νησιά Spratly, κοντά σε αυτή την περιοχή εξερεύνησης, δικαιούνται τη δική τους ΑΟΖ – παρόλο που το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο στη Χάγη έκρινε διαφορετικά σε μια απόφαση ορόσημο το 2016.

Η Κίνα δεν σέβεται τους διεθνείς νόμους που δεν επιβάλλονται με κυρώσεις, οπότε η ηγεσία στο Πεκίνο απέστειλε τον αντιπρόεδρο της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής να απαιτήσει από το Βιετνάμ να σταματήσει τη γεώτρηση στο μπλοκ 136-03.

Όταν το αίτημα απορρίφθηκε, το Πεκίνο αποσύρθηκε από μια συνάντηση για την ασφάλεια των συνόρων Κίνας-Βιετνάμ. Όταν το Βιετνάμ συνέχισε την εξόρυξη, η Κίνα κάλεσε τον πρεσβευτή του Βιετνάμ στο Πεκίνο για να τον ενημερώσει ότι η στρατιωτική παρέμβαση ήταν στο τραπέζι αν το Talisman δεν σταματούσε την εξόρυξη. Αλλά η πολιτική ηγεσία του Βιετνάμ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί σε μια πολεμική ρήξη. Ένιωσαν ότι δεν μπορούσαν να βασιστούν στις Η.Π.Α. για να βοηθήσει το Βιετνάμ, αν ξέσπαγε μια αντιπαράθεση με την Κίνα, και έτσι συνθηκολόγησαν.

Η κυβέρνηση του Βιετνάμ διέταξε την Talisman να μαζέψει το εντελώς νόμιμο έργο γεώτρησης και να απομακρυνθεί από την περιοχή. Η Repsol επιβεβαίωσε στις 2 Αυγούστου ότι ανέστειλε τη γεώτρηση, αφού είχε επενδύσει περίπου 27 εκατομμύρια δολάρια στο έργο.

Ο David Shear, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, δήλωσε ότι δεν θα ήταν δύσκολο για την κυβέρνηση Τραμπ να υποστηρίξει το διεθνές δίκαιο σε αυτή την περίπτωση.

Την σημασία συμμόρφωσης με το UNCLOS, μερικές τυχαίες ναυτικές ασκήσεις κατά τη διάρκεια των εβδομάδων της γεώτρησης, και μερικές ήρεμες κουβέντες μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Βιετνάμ. Αλλά δεν υπήρχε τέτοια διάθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε το Βιετνάμ υπέκυψε στην πίεση. Αυτή η συνθηκολόγηση αποδεικνύει τη μεγάλη επιρροή που έχουν χάσει οι ΗΠΑ στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Δείχνει ότι οτιδήποτε μπορεί να πει το διεθνές δίκαιο, στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, το Πεκίνο είναι βασιλιάς. Η Κίνα γράφει τους κανόνες και αποφασίζει ποιος μπορεί και δεν μπορεί να ασκήσει ασκήσεις και ποιες τοποθεσίες είναι αποδεκτές ή απαράδεκτες για διάφορες οικονομικές δραστηριότητες.

Αντίκτυπος των αποφάσεων του Δικαστηρίου

Αν και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως τεράστια νίκη για τις Φιλιππίνες, καθώς και μια νίκη για την έννοια της ειρηνικής επίλυσης διαφορών, η εφαρμογή τους παραμένει ανοικτό θέμα. Η απόφαση είναι οριστική και δεσμευτική σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 296 του UNCLOS, στο οποίο η Κίνα είναι συμβαλλόμενο μέρος. Παρά ταύτα, μέχρι πρόσφατα, το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας δήλωσε ότι η κατάσταση στο αμφισβητούμενο Scarborough Shoal στη Σινική Θάλασσα “δεν έχει αλλάξει και δεν θα αλλάξει.”

Σήμερα είναι σαφές ότι η Κίνα δεν θα συμμορφωθεί, αλλά δεν είναι σαφές εάν ο Πρόεδρος της Φιλιππίνων, Rodrigo Duterte, θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ως μοχλό για να επηρεάσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Μέχρι στιγμής, ο Πρόεδρος Duterte απειλεί να αμφισβητήσει το Πεκίνο εάν αρχίσει να εξάγει αέριο εντός της ΑΟΖ των Φιλιππίνων στη Σινική Θάλασσα. Ωστόσο, δήλωσε επίσης ότι είναι διατεθειμένος να θέσει την απόφαση του Δικαστηρίου στην άκρη, για να διευκολύνει καλύτερες σχέσεις με την Κίνα που αποτελεί ένα τραγικό λάθος και δημιουργώντας ένα πολύ κακό προηγούμενο.

Η Κίνα έχει λάβει κάποια περιορισμένα μέτρα για να μετριάσει τις εντάσεις επιτρέποντας κάποια πρόσβαση στους ψαράδες των Φιλιππίνων στο Scarborough Shoal, διατηρώντας παράλληλα τον συνολικό έλεγχο της πρόσβασης.

Αλλά, μια άλλη σοβαρή απειλή έχει γεννηθεί και ονομάζεται «υπεραλίευση». Η Θάλασσα της Νότιας Κίνας είναι ένας από τους σημαντικότερους τόπους αλιείας στον κόσμο, απασχολώντας περισσότερα από 3,7 εκατομμύρια ανθρώπους με τζίρο δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Ωστόσο, μετά από δεκαετίες ελεύθερης αλιείας, τα αποθέματα συρρικνώνονται, απειλώντας την επισιτιστική ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη των ταχέως αναπτυσσόμενων εθνών που στηρίζονται σε αυτά.

Αυτή η διαμάχη για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των αλιέων. Σήμερα, ορισμένα ύδατα έχουν λιγότερα από το ένα δέκατο των αποθεμάτων που είχαν πριν από έξι δεκαετίες. Και τα ψάρια υψηλής αξίας, όπως ο τόνος και η σφυρίδα, γίνονται όλο και πιο σπάνια.

Πάντως, η ήττα της Κίνας στο Διεθνές Δικαστήριο αποτελεί και ήττα της Τουρκίας που προσπαθεί, παραβιάζοντας το Δίκαιο της Θάλασσας, να αυξήσει την θαλάσσια περιοχή που θέλει να ελέγξει στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο. Βέβαια, εμείς πρέπει να προετοιμαστούμε για την αντίδραση της Τουρκίας, σε περίπτωση που η ελληνοτουρκική διαφορά οδηγηθεί σε ένα από τα Διεθνή Δικαστήρια, και υπάρξει απόφαση υπέρ των ελληνικών θέσεων. Προβάλλει, εμφανώς πλέον ο κίνδυνος η Τουρκία να μη σεβαστεί την απόφαση και να την αγνοήσει, έχοντας σαν προηγούμενο την στάση της Κίνας όταν, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα κράτος αρνείται να εφαρμόσει απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου.

Ο καθηγητής Θεόδωρος Καρυώτης και το βιβλίο του “Η ΑΟΖ της Ελλάδας”

Πηγή: Η Κίνα, η Τουρκία και το Αιγαίο Αρχιπέλαγος: Οι Τούρκοι αντιγράφουν τους Κινέζους στην Ανατολική Μεσόγειο http://mignatiou.com/2017/08/i-kina-i-tourkia-ke-to-egeo-archipelagos-i-agkira-antigrafi-tin-kina-stin-anatoliki-mesogio/

Η ανακήρυξη της ΑΟΖ προϋποθέτει Στρατηγική Θαλάσσιας Ισχύος και μέσα εφαρμογής της  

3

Μέχρι την πρώτη συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (1958) το δικαίωμα της αλιείας των παρακτίων κρατών μπορούσε να ασκηθεί μόνο εντός των χωρικών υδάτων το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να επεκταθεί πέραν των 12 ν.μ. Λόγω αυτού του γεγονότος προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας μίας οικονομικής ζώνης εντός της οποίας τα παράκτια κράτη θα είχαν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των πηγών τους, ενώ τα τρίτα κράτη δεν θα αποκλείονταν από την άσκηση των βασικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τον θεσμό της ελευθερίας των θαλασσών. Υπό μία έννοια λοιπόν η αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) εμφανίστηκε προκειμένου να αντισταθμίσει τις οικονομικές ανάγκες των παρακτίων κρατών χωρίς, από την άλλη πλευρά, να αυξήσει το εύρος των χωρικών υδάτων.

Ορισμένα γνωστά παραδείγματα των διαφορών για την ΑΟΖ περιλαμβάνονται στον «πόλεμο του βακαλάου» μεταξύ της Βρετανίας και της Ισλανδίας. Μια σειρά από συγκρούσεις της δεκαετίας 1950 και της δεκαετίας του 70 μεταξύ των δύο χωρών κατά τη διάρκεια αλιευτικών δικαιωμάτων στο Βόρειο Ατλαντικό.

Επίσης η Νορβηγία και η Ρωσία αμφισβητούν τόσο τα χωρικά ύδατα όσο και την ΑΟΖ, σε σχέση με το αρχιπέλαγος των Spitsbergen. Τον Απρίλιο του 2010, καταρχήν επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών που υπόσχεται να επιλύσουν τη διαφορά τους. Η θάλασσα της Νότιας Κίνας είναι μια τοποθεσία όπου υφίσταται μια συνεχιζόμενη διαμάχη μεταξύ πολλών γειτονικών παρακτίων κρατών.

Έτσι οι σύγχρονες εξελίξεις, οδήγησαν στη διεθνή καθιέρωση της ΑΟΖ κατά την τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας το 1982. Στο κεφάλαιο V, στο άρθρο 55 της σύμβασης αναφέρεται, ότι η ΑΟΖ είναι μια θαλάσσια ζώνη, η οποία μπορεί να επεκταθεί μέχρι το εύρος των 200 ν.μ. (370 χλμ.) πέραν των χωρικών υδάτων στην οποία το παράκτιο κράτος έχει ειδικά δικαιώματα στην έρευνα και εκμετάλλευση των θαλάσσιων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ενέργειας από τη θαλάσσια στήλη, τα θαλάσσια ρεύματα και τον υπερκείμενο αέρα (αιολική ενέργεια). Επιπλέον τα παράκτια κράτη επέτυχαν και άλλα δικαιώματα εντός της ΑΟΖ που αφορούν στη δικαιοδοσία ή αποκλειστική αρμοδιότητα, στην τοποθέτηση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων και άλλων εγκαταστάσεων, στη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας και στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ρύπανση.

Υπάρχει μια συνεχιζόμενη «διαμάχη» μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας που αφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και κατ’ επέκταση θα λέγαμε και στην ΑΟΖ που η κάθε χώρα μπορεί να διεκδικήσει. Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας. Αλλά στο τέλος του 1986 διακήρυξε ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα και σύναψε συμφωνία με τη Σοβιετική Ένωση και ορισμένα παράκτια κράτη, με τη μέθοδο της «μέσης γραμμής». Αργότερα η Τουρκία ήρθε σε συμφωνίες με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, με παρόμοιο τρόπο, όπως με τη Σοβιετική Ένωση.

Προκειμένου για τη Μεσόγειο και το Αιγαίο, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τη «στενότητα» της θάλασσας καθότι είναι φανερό το πρόβλημα από την «επικάλυψη» μεταξύ των ΑΟΖ 200 ν.μ. των ομόρων παρακτίων κρατών και η ανάγκη καθορισμού των ΑΟΖ στην βάση της «μέσης γραμμής», σε σχέση με την απόσταση από την ακτογραμμή των ενδιαφερομένων κρατών. Υπό το πρίσμα λοιπόν αυτό πρέπει να εξετάσουμε τον ακραίο ρεαλισμό και την προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας, καθώς και τη συνολική της αναθεωρητική στάση ως προς τις διεθνείς συνθήκες οι οποίες κατοχυρώνουν εν τοις πράγμασι τις Ελληνικές θέσεις.

Η γεωγραφία δεν ευνοεί τη Τουρκία, ειδικά στην περιοχή του συμπλέγματος της Μεγίστης (Καστελλόριζου) οι Τούρκοι δεν μπορούν με τίποτε να δεχθούν μέρος ελληνικής ΑΟΖ, η οποία μαζί με τμήμα της ΑΟΖ της Κύπρου περιορίζουν τη δική τους εκεί ακριβώς που διαφαίνεται η ύπαρξη πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων. Το ζήτημα λοιπόν της ΑΟΖ εμπλέκεται άμεσα με τα ενεργειακά και με τις νέο-οθωμανικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, που έχουσα πλήρη αντίληψη των απαιτήσεων έχει φροντίσει και φροντίζει για το αμυντικό σκέλος προβολής ισχύος  καθώς και για το διπλωματικό που στην παρούσα φάση συνίσταται στην δημιουργία τετελεσμένων και  την αμφισβήτηση  του status quo.

Το πρόβλημα της Ελλάδος και των εκφραστών της εξωτερικής πολιτικής είναι η εφαρμογή μιας πολιτικής ρεαλισμού που θα οδηγήσει στην παρουσία της χώρας στον φυσικό γεωπολιτικό χώρο της, στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν νοείται μια ναυτική δύναμη σαν την χώρα μας σε μια περιοχή σημαντικότατη για την παγκόσμια ναυσιπλοΐα και εμπόριο να είναι απούσα ειδικά όταν κανείς άλλος στην περιοχή δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες σε ναυτική ισχύ.

Αυτό το γεωστρατηγικό χώρο προσπαθεί η Τουρκία να καλύψει προσπαθώντας κατ’ επέκταση, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των Βαλκανίων με εργαλείο τους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς, να προχωρήσει στον πλήρη έλεγχο της Ευρασίας έχοντας σχεδόν αποκλειστικά την διαχείριση των δρόμων του πετρελαίου.

Ο έλεγχος των Βαλκανίων με την υιοθέτηση Κοσσόβου, Μουσουλμάνων Βοσνίας, Σκοπίων και Αλβανίας και τα προβλήματα στην Βουλγαρία από την εκεί τουρκική μειονότητα, έχει μπει σε στάδιο υλοποίησης. Η παρουσία τους στην Αδριατική ήδη αρχίζει να γίνεται αισθητή με την μόνιμη παρουσία ναυτικής μοίρας στην Αλβανία. Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, σχεδιάζονται χρόνια και τηρούνται με ευλάβεια.

Η κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ έχει να κάνει, κατά πρώτον, με το θαλάσσιο χώρο νοτίως της Κύπρου και βέβαια τα εκεί κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου  για τα οποία ήδη Κύπρος και Ισραήλ έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες για την ΑΟΖ. Κατά δεύτερο έχει να κάνει με την προσέγγιση του Ιράν.

Όταν η Τουρκία θα πιστέψει ότι έχει ολοκληρώσει το στρατηγικό της σχεδιασμό, τότε εκτιμάται ότι, θα προχωρήσει στην απαραίτητη κρίση στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο στην Ελληνική και Κυπριακή ΑΟΖ μέσω της οποίας θα επιδιώξει την πλήρη αναθεώρηση του «status quo» της περιοχής με την διχοτόμηση του και τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων.

Για τους παραπάνω λόγους η ένταση και η προκλητικότητα θα βαίνουν  αυξανόμενες καθώς οι Τούρκοι θα χρησιμοποιούν την πολεμική τους ισχύ, για τη «διόρθωση» αυτού που θεωρούν ως ιστορική και γεωγραφική  αδικία.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, εντελώς απλοϊκά πρέπει να γίνει απώτερος σκοπός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο πλήρης έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων της ευρύτερης νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν στιγμές έντασης από τους βασικότερους παίκτες στη περιοχή δράσης. Ως εκ τούτου ποτέ πριν δεν είχαν οι ναυτικές δυνάμεις της Πατρίδας μας— το Πολεμικό Ναυτικό, Πεζοναύτες και Λιμενικό Σώμα — στα πλαίσια της διακλαδικότητας, την κατάλληλη ευκαιρία μαζί, να δημιουργήσουν μια ενοποιημένη θαλάσσια στρατηγική.  Αυτή η στρατηγική που θα τονίζει μια προσέγγιση και θα ενσωματώνει την θαλάσσια ισχύ με όλα τα άλλα στοιχεία της εθνικής ισχύος, καθώς και εκείνες των φίλων και συμμάχων μας.  Αυτές οι συγκυρίες δίδουν κατεύθυνση ώστε η θαλάσσια ισχύς να εφαρμοστεί σε όλο γεωστρατηγικό πεδίο συμφερόντων μας για την προστασία μας.  Η δέσμευσή μας για την προστασία της πατρίδας και νίκης του έθνους μας σε πιθανούς πολέμους συνδυάζεται με μια αντίστοιχη δέσμευση για την πρόληψη ή αν επιθυμείτε την αποτροπή του πολέμου.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α. ΠΝ.

liberal.gr

Russiagate: Another Watergate?

0

Russian leaders have always closely followed US presidential elections, yet they have only twice attempted to seriously affect the outcomes: during the elections of 1968 and 2016. New evidence reveals that the 1972 Watergate drama was rooted in President LBJ’s 1968 “October Surprise” and President Richard Nixon’s Machiavellian response.  

Few Americans are aware of the hugely detrimental effects of Watergate on US and Israeli national security prior to and during the 1973 Yom Kippur War. Given the enormous challenges the US and Israel are currently facing, more may now be at stake than Trump’s presidency.

Russiagate   

The term “Russiagate” refers to the 2016 theft by Russia of the DNC’s emails and hacking of Hillary Clinton’s insecure server to provide opposition research favorable to Donald Trump.

“I love it,” responded Donald Trump, Jr., to an email from Russian lawyer Natalia Veselnitskaya, promising “high level and sensitive information that would incriminate Hillary.” On June 9, 2016, Donald Trump, Jr., Trump son-in-law Jared Kushner, and former Trump campaign manager Paul Manafort met with Veselnitskaya and a group of Russian American lobbyists.

While she represented the Putin government at the meeting, Veselnitskya was also associated with Washington research firm Fusion GPS, which provides opposition research for both Democrats and Republicans.  Her true aim was to lobby against the US Congress’s Magnitsky Act, which sanctions pro-Kremlin moguls guilty of human rights abuses.

As of this writing, investigators have uncovered no evidence of any law breached by any Trump, although that can change. Special prosecutor Bob Mueller has assembled a grand jury to continue his investigation. (Moreover, we have just learned that in pursuance of financial issues, Mueller got approval for an unprecedented FBI morning raid of Manafort’s home two weeks ago. Stay tuned.)

Watergate and LBJ’s 1968 Bromance with Kosygin

The term “Watergate” refers to the 1972 illegal break-in of DNC headquarters in Washington by Richard Nixon’s secret police unit, the “plumbers.” Four decades later, we have learned that the road to Watergate was paved in the 1968 US presidential election.

At the time, the Kremlin backed Lyndon Johnson’s [LBJ’s] vice president, Hubert Humphrey, based on the assessment of both Prime Minister Alexi Kosygin and Russian Ambassador to the US Anatoly Dobrynin that he was the more “stable and predictable” candidate. Note that the minority KGB held a different view. In the eyes of their Washington Resident, KGB General Oleg Kalugin, Nixon – the staunch, anti-communist Republican –was more capable than liberal Democrat Humphrey of taking “…giant steps that could lead to a marked improvement in Soviet-US relations.”

In 1968, Soviet Premier Kosygin, not General Secretary Leonid Brezhnev, was responsible for negotiations with the US. When Nixon took an early September lead in the polls after the August 20 Soviet invasion of Czechoslovakia, the Kremlin, as Dobrynin reveals, “… took an extraordinary step, unprecedented in the history of Soviet-American relations, by secretly offering Humphrey…financial aid.”  Humphrey turned it down, but never told anyone of the offer (including LBJ) for fear of a backlash. By today’s standards, he could have unleashed a Russiagate.

LBJ’s “October Surprise” – Bombing Halt

On October 25th, LBJ received a letter from Kosygin apprising him that, after weeks of talks, Hanoi had finally agreed to come to the negotiating table with Saigon. Peace talks could begin right away – 14 hours after an LBJ bombing halt. To former Secretary of State Dean Rusk, Kosygin’s letter “smelled of vodka and caviar.” As Rusk explained to this writer on July 26, 1974, he knew Kosygin was eager to have a Moscow summit to kick off SALT I and minimize the detrimental effects on the Russo-US relationship of Russia’s 1968 invasion of Czechoslovakia. 

Both LBJ and Kosygin knew this “October Surprise” could slash Nixon’s lead in the polls and help elect Humphrey – but Nixon got wind of the ploy. The powerful Chinese-American lobbyist Anna Chennault, known as “Little Flower” or “Dragon Lady” and head of Republican Women for Nixon, became Nixon’s back channel to South Vietnamese President Nguyen Van Thieu via his embassy in Washington. Nixon’s message to Thieu was to refuse to attend the Paris peace talks, with the promise that South Vietnam would receive more favorable treatment if he won.

The FBI, however, had bugged the South Vietnamese embassy and “Little Flower’s” phone, and on November 2, 1968, LBJ learned of Nixon’s communication with Thieu. Furious, LBJ threatened Nixon that he would go public with the allegation that Nixon had committed treason by throwing a monkey wrench into the Paris peace negotiations.

Unlike today’s politicians, however, LBJ ultimately decided to put the interests of the country before politics. Said the late Nixon speechwriter turned New York Times columnist William Safire, “Nixon probably would not be president if it were not for Thieu.”

Nixon’s Bromance with Brezhnev

Brezhnev’s bromance with Nixon – an unexpected phenomenon – was soon in full bloom, and following their May 22, 1972 summit, the two leaders signed both SALT I and an ABM treaty and agreed to large-scale emigration to Israel of Soviet Jews. Nixon should have felt he was a shoo-in against any Democratic candidate – yet days after the summit, he ordered the plumbers to break into the Watergate Hotel. Why?

1972 Watergate Rooted in 1968 “October Surprise”

In America’s Stolen Narrative, Robert Parry demonstrated that it stuck in Nixon’s craw that evidence of his treason was still in the possession of LBJ or the Democratic Party. Any published evidence of his 1968 sabotage of the Vietnam peace talks could sink his election prospects. Nixon’s extension of the war to 1973 had cost the lives of 20,763 US soldiers, with 111,230 wounded. About a million Vietnamese also died.

To Nixon’s horror, on June 14, 1971, The New York Times began publishing leaker Daniel Ellsberg’s Pentagon Papers on the Vietnam War. Fearing disclosure, Nixon wanted those files at any cost. Thus he ordered his plumbers to firebomb and break into the Brookings Institution, the think tank of the Democratic Party. “You’re to break into the place, rifle the files, and bring them in,” he ordered his chief of staff, Bob Haldeman.

Fortunately, the Brookings plan was scuttled. But Nixon sent his plumbers twice to the Watergate Hotel, the first time on May 28th, 1972, days after the Moscow summit. They bugged the facility, but the files they retrieved did not satisfy Nixon. They were sent in again on June 17, and that time, they were caught. After White House tapes established Nixon’s guilt beyond a reasonable doubt, he resigned.

But what happened to LBJ’s “X file?” In an interview with Johnson’s NSA, Walter Rostow, on July 30, 1974, this writer learned that after LBJ’s death in 1973, Rostow had given the file to the LBJ Library with instructions that it not be opened for 50 years. It was declassified after 20.

Putin’s Bromance with Trump

Trump’s bromance with Putin in 2016-17 evokes Nixon’s with Brezhnev in 1972-74.  By 2012, Russia’s 2009 “reset” with the US, as attempted by Secretary of State Hillary Clinton, was over. As Putin saw it, she had fomented the huge demonstrations against him during Russia’s parliamentary elections in October 2012.

Moreover, it can be inferred from the US Congress’s investigation of Clinton’s unsecured and illegal server that Putin’s hackers must have learned that the Obama administration, led by Clinton, was covertly seeking regime change in Libya and Syria. The Americans were consequently arming rebels who had morphed into jihadists. In 2015, Putin militarily intervened in Syria to protect both his investments there and the Syrian dictator, Assad.

The turning point for Putin likely came in the summer of 2016, when former CIA Director Mike Morell – a Hillary adviser – recommended, with her support, the “killing [of] Russians in Syria.” Unsurprisingly, Putin became an open supporter of Donald Trump. “We liked President Trump … because … he was willing to restore American-Russian relations.”

Unlike any other Russian leader, Putin – the “cool calculator of Russia’s national interests,” in Kissinger’s words – was mesmerized by the Trump campaign. He declaimed to interviewer Oliver Stone, “[Trump] knew the fiber in the souls of the people … [he] knew how to play to their hearts.” He also rhapsodized about Trump’s “protection of traditional [family] values.”

Putin’s “Almost” Bombing Halt in Syria

Almost a half century after LBJ’s 1968 “October Surprise” bombing halt in Vietnam, President Barack Obama sought a ceasefire and bombing halt in Syria in October 2016. Like Nixon, Putin channeled Machiavelli. His complying with the halt would have helped Obama’s candidate, Hillary. He said time had run out, and in any case, “Our foreign ministry says we would have to talk to the new administration [hopefully Trump’s].”

Still believing Hillary would likely win, Putin resorted to harsh Cold War rhetoric and even canceled a US-Russian agreement on the disposal of weapons-grade plutonium. On election night, however, there were champagne corks popping in the Kremlin.

A consequence of Trump’s election, however, was Democrat fury over Russia’s hacking of the DNC’s and Hillary’s e-mails. Choosing to blame Hillary’s defeat on Putin rather than on the candidate, they sought to make any contact the Trump team had had with Russia radioactive.

Brezhnev’s Deception

While he appears eager to restore relations with Russia, Trump should remain vigilant. Russian leaders care about Russian national interests. Indeed, Brezhnev – even as he was consoling Nixon about Watergate at San Clemente in the summer of 1973 – was involved in a serious deception.  

At that time, it was assumed that Russia had infuriated Egypt by refusing to provide modern weapons to it or to Syria. Anwar Sadat had expelled most of Russia’s military advisers, and it was widely believed that there would be no war with Israel anytime soon. But while Brezhnev issued general warnings to Nixon about possible war in the Middle East, he did not reveal that Russia’s tiff with Egypt had been overcome.  Russian military experts were already aiding Sadat’s generals for a surprise Egyptian and Syrian attack on Israel on Yom Kippur.

This truth, unknown for decades, resided in the Russian archives. On July 15, 1972, Gorbachev’s foreign policy adviser, the late Anatoly Chernyaev, wrote in his secret diary:    

Egypt’s premier Sidki was persuaded to come to Moscow, and … I think, they have settled it … they must have given much to him, if not all he wanted.

The ruse was confirmed by the Egyptian government-controlled Ruz al-Yusuf magazine, which reported that “various [Egyptian] government agencies spread rumors” about the Russo-Egyptian rift to support the deception. Eventually, Sadat himself called it “a strategic cover – a splendid strategic distraction for our going to war.”

“Egypt will not invade”

During this period, Kissinger described Nixon as “loaded” with alcohol and often incapacitated. Meanwhile, his NSA, General Alexander Haig, was appointed Chief of Staff. Much like Trump’s own newly appointed Chief of Staff, General John Kelly, Haig held the White House together during the chaos of Watergate.

“Domestic Considerations” [Watergate]

With war now in the offing, Israel needed 72 hours to prepare full mobilization. But, because of the ruse and the failures of US intelligence during Watergate, the Israel Defense Force [IDF] didn’t get that precious time. Nevertheless, recovering from its initial shock, the IDF regrouped, crossed the Suez Canal, and began encircling Egypt’s 3rd Army Corps.  IDF tanks began to head towards Cairo.

Dobrynin would later recall that Sadat phoned Moscow begging for help. Brezhnev then sent a message to Nixon suggesting a joint intervention by the US and Russia to restore peace, with a veiled threat that Russia was ready to act alone if necessary.

The US went on Defcon 3 (combat alert), and the normally cool Dobrynin furiously demanded an explanation. Kissinger told him the action was “mostly determined by domestic considerations [read: Watergate]” and “not to be taken by Moscow as a hostile act.”

Unlike during the Cuban Missile crisis, where the US went on Defcon 3 and even Defcon 2, the combat alert was revoked after one day. Nixon, in an attempt to soothe Brezhnev, conceded that “he might have lost his cool a bit during the crisis, but that could be explained partly by the siege of his political opposition and personal enemies who were using the pretext of Watergate to undermine his authority.”

Nixon’s military aid to Israel helped save her, but it did not save his presidency. Forced to resign after 15 months of agony, he ended up with only one friend, Leonid Brezhnev, who supported him to the end. America and Trump should heed the lesson.

The repercussions of an agonized, weakened, and finally vacated Nixon presidency were felt not only in the Middle East but also in southeast Asia. Shaken by Watergate, Congress cut military aid to South Vietnam. Thus, instead of peace in Vietnam came a large conventional invasion by the North Vietnamese. Saigon fell in 1975. Three falling dominoes became communist countries: South Vietnam, Laos, and Cambodia.

Watergate and the fall of Vietnam severely depressed the spirit of the American people and weakened the presidency for years. Moreover, it encouraged the Kremlin’s joint interventionism with Cuba in several Third World regions.

Preventing Russiagate from Becoming Another Watergate

Russiagate is not Watergate – yet. The leaks, denials, cover-ups, and even witness-tampering show politically naive novices stumbling and scrambling to protect themselves while learning on the job. These kinds of obstacles can be overcome.

There is nothing more dangerous to the US than a president politically paralyzed and isolated by long-term investigations in the face of nuclear and other major geopolitical threats. The most significant challenges to the nation arise from deep partisan disunity at home and selfish rivalries over power and revenge. In contrast to Nixon in 1960 and LBJ in 1968, when neither leader protested a lost election but put the country first, the leaders of today are placing personal and party interests first.

Haunted by the spirit of Watergate, the forging of national unity within the US – the indispensable world power – is the most crucial mission currently faced by our national leaders. May they rise to the task.

After Nixon’s resignation, image by Pip R. Lagenta via Flickr CC

By

Dr. Jiri Valenta and his wife, Leni, are the principals of The Institute of Post Communist Studies and Terrorism (jvlv.net). A prominent author and speaker, Jiri served for a decade as a professor and coordinator of Soviet and East European Studies at the US Naval Post-Graduate School and was a consultant to senior members of Reagan administration. Jiri is the author of Soviet Intervention in Czechoslovakia 1968: Anatomy of a Decision (Johns Hopkins Press), and the Valentas recently published Washington and Moscow: Confrontation or Cooperation? at the BESA Center.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Τι συμβαίνει στη Θράκη;

4

ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Η Τουρκία προσπαθεί «συστηματικά να κινητοποιήσει άτομα τουρκικής καταγωγής που διαμένουν σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. για ίδιους σκοπούς». Παράλληλα οι τουρκικές υπηρεσίες στο εξωτερικό «ασκούν πίεση» και «παρακολουθούν» κάποια από αυτά τα άτομα. Αυτά δεν τα λέει κάποιος πωρωμένος με θεωρίες συνωμοσίας ή περιδεής με τον νεο-οθωμανισμό του Ερντογάν. Περιέχονται στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2017 για την Τουρκία.

Θα ήταν μεγάλη ανοησία να θεωρήσουμε ότι οι τουρκικές πρακτικές πιέσεως και παρακολουθήσεων περιορίζονται στη Γερμανία ή στην Ολλανδία και δεν αναπτύσσονται και στην ελληνική Θράκη. Ενδεικτικά της καταστάσεως είναι τα τεκταινόμενα στη γειτονική μας Βουλγαρία. Η Τουρκία ενοχλήθηκε από τις θέσεις του κεμαλικού αρχηγού του «Κινήματος Δικαιωμάτων και Ελευθεριών» Αχμέτ Ντογάν, που παραδοσιακά ψήφιζε η μουσουλμανική μειονότητα της χώρας. Με ευθεία παρέμβαση διέσπασε το κόμμα του και δημιούργησε ένα άλλο. Στις βουλγαρικές εκλογές του Μαρτίου του 2017 Τούρκοι θρησκευτικοί ηγέτες, καθώς και υπουργοί, βουλευτές και δήμαρχοι του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος σεργιάνιζαν στη Βουλγαρία υποστηρίζοντας το νέο κόμμα. Παράλληλα, υποψήφιοι βουλευτές του αντίπαλου μουσουλμανικού κόμματος πληροφορούνταν ότι τους είχε απαγορευθεί η είσοδος στην Τουρκία. Οι βουλγαροτουρκικές σχέσεις οξύνθηκαν και τελικώς η Βουλγαρία ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από την Αγκυρα.

Δείγματα για τη δράση των τουρκικών υπηρεσιών έχουμε και στη Θράκη. Τον Φεβρουάριο του 2017, με αφορμή μια δικαστική διένεξη, αποκαλύφθηκε μέσα από τουρκικά δημόσια έγγραφα ότι το προξενείο Κομοτηνής παρακολουθούσε συστηματικά τρεις Ελληνες δημοσιογράφους μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας. Εκεί φάνηκε ότι το κυνήγι μαγισσών, που ξεκίνησε στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, έχει μεταφερθεί και στην ελληνική Θράκη. Στο τουρκόφρον τμήμα της μειονότητας ο καθένας υποπτευόταν τον άλλον ως πράκτορα του Γκιουλέν και (το πιο σημαντικό) ως εν δυνάμει εχθρό του Ερντογάν. Τα δίκτυα που επί χρόνια έστηνε το προξενείο Κομοτηνής αδρανοποιήθηκαν ή και διαλύθηκαν.

Η επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού στη Θράκη τον Ιούνιο του 2017 συνδέεται με την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκαταστήσει την επιρροή της μέσα στη μειονότητα. Το πιο ανησυχητικό, όμως, σημάδι για τις προθέσεις της Τουρκίας προέκυψε κατά τον ανασχηματισμό της τουρκικής κυβερνήσεως την 19η Ιουλίου. Ενας ασήμαντος βουλευτής που δεν είχε αναλάβει ούτε υφυπουργός ορίσθηκε αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως. Πρόκειται για τον Χακάν Τσαβούσογλου (συνεπωνυμία με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών) που γεννήθηκε στην Κομοτηνή. Ποιο είναι το προσόν του εκτός από την αφοσίωσή του στον Ερντογάν; Αναδείχθηκε πρόεδρος του συλλόγου Τούρκων Δυτικής Θράκης, μιας αλυτρωτικής οργανώσεως που λειτουργεί ως παράρτημα του τουρκικού κράτους. Αρμοδιότητα του νέου αντιπροέδρου είναι οι Τούρκοι που διαμένουν εκτός Τουρκίας. Οι δύο κρατικοί φορείς τους οποίους εποπτεύει έχουν κατηγορηθεί από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες για δύο κυρίως πράγματα. Αφενός ότι κατευθύνουν τουρκικές χρηματοδοτήσεις προς τις φιλοτουρκικές και φιλοϊσλαμικές οργανώσεις στα Βαλκάνια και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αφετέρου ότι αποτελούν το προκάλυμμα διαφόρων επιχειρήσεων των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών.

Το 1989 η Αθήνα ξύπνησε ένα πρωί ανακαλύπτοντας ότι είχαν εκλεγεί στη Θράκη δύο ανεξάρτητοι μουσουλμάνοι βουλευτές. Το σύστημα ξεκουνήθηκε και ασχολήθηκε σοβαρά με την κατάσταση στην περιοχή. Καρπός εκείνης της περιόδου είναι το καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας που θεσπίσθηκε το 1991. Τα πράγματα όμως δεν πάνε με τον αυτόματο πιλότο. Υπάρχουν υπόγειες διεργασίες μέσα στη μειονότητα που οργανώνονται από την Τουρκία και διαφεύγουν της προσοχής. Το πλέον πρόσφατο καμπανάκι ήταν το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2014. Οι δύο νομοί Ροδόπης και Ξάνθης είχαν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα στον εκλογικό χάρτη της Ελλάδος. Στη Θράκη υπάρχουν συγκεκριμένες πληγές που πυορροούν εδώ και χρόνια. Για να μην επαναληφθούν αντίστοιχες εκπλήξεις με αυτές του 1989, θα πρέπει η ελληνική πολιτεία να τις κλείσει άμεσα.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

“Καθημερινή”

«Το αλεξικέραυνο της Brigitte μπορεί να γειώσει τους κεραυνούς σκεπτικισμού και καχυποψίας ενάντια στον Emmanuel Macron ;»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Λίγο πάνω από το ένας στους τρεις Γάλλους (το 36%) είναι ικανοποιημένος με την μέχρι τώρα δράση του Emmanuel Macron,  ως προέδρου, 100 ημέρες μετά την εκλογή του, σύμφωνα με μια νέα δημοσκόπηση της εταιρείας δημοσκοπήσεων IFOP, που διενεργήθηκε για λογαριασμό αυτή τη φορά της εφημερίδας Le Figaro και είδε το φως της δημοσιότητας την Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017. Η προηγούμενη είχε γίνει στις 23-07-2017 από την ίδια εταιρεία για λογαριασμό της εφημερίδας Le journal du  dimanche. Τι λέει η νέα δημοσκόπηση ; Ο  Macron είναι αντιμέτωπος με τον σκεπτικισμό των Γάλλων, όπως γράφει ο δημοσιογράφος  Jean–Baptiste Garat της Le Figaro. Σε ίδιο χρονικό διάστημα το 2012, ο François Hollande συγκέντρωνε την ικανοποίηση του  46% των ερωτηθέντων. Δίχως βέβαια να ανακοινώνει ότι θα μειώσει την επιδότηση ενοικίου και θα αλλάξει τις εργασιακές σχέσεις.

Σχεδόν τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων (64%) δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τον  Emmanuel Macron, και μάλιστα το 19% από αυτούς «πολύ δυσαρεστημένοι». Όταν λίγες μέρες μετά την εκλογή του στις 7 Μαΐου το 62% των Γάλλων δήλωναν ικανοποιημένοι σε προηγούμενη έρευνα της εταιρείας IFOP. Ενώ, σήμερα,  Τρίτη, δηλαδή την 100η μέρα του  Macron στην προεδρία του, η πενταετής θητεία του θα συνεχιστεί μέσα στην καχυποψία. Μόνο το 23% (όσοι περίπου τον είχαν ψηφίσει στον 1ο γύρο των εκλογών) των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι τα πράγματα αλλάζουν «αρκετά καλά» στη Γαλλία, έναντι 39% με αντίθετη άποψη και 38% για τους οποίους «δεν αλλάζουν», γράφει ο δημοσιογράφος Gaël Vaillant στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal du dimanche στις 12-08-2017.

Φαίνεται να πλήττει σκληρά τη δημοτικότητα του Macron η εξαγγελθείσα για την 1η Οκτωβρίου 2017 μείωση κατά 5 ευρώ το μήνα για όλους τους δικαιούχους του «Προσωποποιημένου Επιδόματος Στέγασης» (την επιδότηση ενοικίου τους δηλαδή), ήτοι απώλεια 60 ευρώ το χρόνο για 6.500.000 Ωφελούμενους. Μόνο το 26% των ερωτηθέντων συμφωνεί με αυτήν την εξαγγελία.

Οι Γάλλοι, ωστόσο, είναι πιο μοιρασμένοι σχετικά με την τήρηση των προεκλογικών υποσχέσεων του Macron. Εάν το 45% πιστεύουν ότι ο αρχηγός του κράτους τηρεί τις δεσμεύσεις του, το 55% έχουν αντίθετη άποψη. Η αναπροσαρμογή του επιδόματος  ενηλίκων ατόμων με ειδικές ανάγκες και της κατώτατης σύνταξης, αρχής γενομένης από το 2018, είναι από τα πιο κατακριτέα  μέτρα της θητείας του (για το 71% των Γάλλων). Η ψήφιση του νόμου για την «ηθικοποίηση της πολιτικής ζωής»  ικανοποιεί το 55% των Γάλλων ερωτηθέντων, ενώ η προτεινόμενη μεταρρύθμιση του «κώδικα εργασίας» μόνο το 31%.

Το 44% των Γάλλων «τείνουν μάλλον να εμπιστεύονται» τον πρόεδρό τους για την ικανότητά του να «μειώσει το χρέος και το δημόσιο έλλειμμα» της Γαλλίας. Σε όλα τα άλλα θέματα, ωστόσο, η πλειοψηφία δεν τον εμπιστεύεται. Π.χ. για την «αποτελεσματική καταπολέμηση της τρομοκρατίας» (35% τον εμπιστεύονται, το 50% δεν τον εμπιστεύονται). Για τη «μείωση της ανεργίας» (30%  τον εμπιστεύονται έναντι 56% που δεν τον εμπιστεύονται). Για την «αποτελεσματική καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης» (23% τον εμπιστεύονται έναντι 60% που δεν τον εμπιστεύονται).

Θα μπορούσε όμως ο Macron να αποδειχθεί τυχεράκιας ; Κομμάτι δύσκολο αλλά ίσως, αν δούμε την σχετική ανάλυση που κάνουν στην ηλεκτρονική εφημερίδα Le Parisien οι δημοσιογράφοι της  Ava Djamshidi, Philippe Martinat και Valérie Hacot στο άρθρο τους «Comment l’Elysée veut profiter de la popularité de Brigitte Macron» στις 13-08-2017. Και τι γράφουν σε αυτό ; Ότι έχει δοθεί η υπόσχεση πως «η πρώτη κυρία, της οποίας το στάτους  σύντομα θα προσδιοριστεί, δεν θα αναμιχθεί με την πολιτική. Αλλά θα παίξει πολύ ενεργό ρόλο δίπλα στον σύζυγό της, κάνοντάς τον να επωφεληθεί  από την απίστευτη δημοτικότητα της». Θα γίνει κατά κάποιο τρόπο το «αλεξικέραυνό» του.

«Ενώ η δημοτικότητα του Emmanuel Macron πέφτει στις δημοσκοπήσεις, το χαμόγελο της συζύγου του, Brigitte Macron, 64 ετών, ακτινοβολεί. Άγνωστη στο ευρύ κοινό πριν από τρία χρόνια, αυτή η πρώην καθηγήτρια φιλολογίας, γιαγιά με 7 εγγόνια, απολαμβάνει πρωτοφανούς δημοτικότητας», σημειώνουν.

Για να επεξηγήσει μια τέτοια δημοτικότητα, η Michèle Marchand, γνωστή επικοινωνιολόγος στον γαλλικό πολιτικό κόσμο, που την πήρε υπό την προστασία της, επικαλείται «τη διαφορά ηλικίας μεταξύ των συζύγων, την εμφάνιση και την καλοσύνη της».  «Είναι η πρώτη φορά που έχουμε ένα τέτοιο ζευγάρι στο προεδρικό μέγαρο Elysee!», σημειώνει η διευθύντρια της εταιρείας επικοινωνίας Bestimage  η οποία διαχειρίζεται ανεπίσημα  την εικόνα της. «Η Brigitte είναι η εκδίκηση των μεταπολεμικών γυναικών «boomeuses», αναλύει η Nathalie Rozborski από την πλευρά της, ειδήμων επί των τάσεων, της εταιρείας συμβούλων NellyRodi. «Μοιάζει με τις γυναίκες που βλέπουμε με υπερηφάνεια.  Αλλά δεν ακούμε (ακόμη)». Η πρώτη κυρία θα πρέπει να βγει από την αφάνεια στο τέλος του μήνα – ή ίσως και νωρίτερα-,  ψιθυρίζουν σε γυναικεία περιοδικά.

Από την εκλογή του συζύγου της μέχρι σήμερα, δεν έχει πει κουβέντα δημοσίως, ικανοποιούμενη σε   εμφανίσεις πρωτοκόλλου. «Θέλει να είναι διακριτική», λέει η Sophie Cluzel, υφυπουργός για τα άτομα με αναπηρία στην κυβέρνηση του Édouard Philippe, ένα θέμα για το οποίο η Brigitte Macron είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, όπως έγραψα στις Ανιχνεύσεις στις 21-07-2017 (http://www.anixneuseis.gr/?p=171670), δεχόμενη 200 επιστολές κατά μέσο όρο την ημέρα κυρίως από γονείς με αυτιστικά παιδιά. «Σε αυτήν γράφουν οι Γάλλοι» διαβεβαιώνει η υφυπουργός, «γι’αυτό και είναι πολύ εμπλεκόμενη». «Αλλά ξέρει ότι όταν κάνει μια σχετική επίσκεψη κάπου, θα επισκιάσει την ουσία του θέματος. Για να αποφευχθεί αυτό, το κάνει μακριά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Δεν επιδιώκει τα φώτα της δημοσιότητας».

Προσωπικά εκτιμώ ότι αν διαθέτει τόσο υψηλή δημοτικότητα η Brigitte Macron, όπως ισχυρίζονται οι παραπάνω επικοινωνιολόγοι, θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει τον Emmanuel Macron, όπως τον βοήθησε αποδεδειγμένα να φέρει σε πέρας πολιτικά το απίστευτο σλόγκαν «ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, εμπρός», διαλύοντας σύμπασα την αντιπολίτευσή του, πλην του Jean-Luc Mélenchon. Τώρα όμως το διακύβευμα δεν είναι η νίκη στις εκλογές, αλλά η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και του επιπέδου διαβίωσης πολυπληθών κοινωνικών ομάδων και η αλλαγή των εργασιακών σχέσεών τους, προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα και η απασχόληση της Γαλλίας και η πτώση των χρόνιων ελλειμμάτων της.

Όσοι εφήρμοσαν τέτοιες πολιτικές, ακόμα και στην πειθαρχημένη Γερμανία του Σρέντερ, την πάτησαν πολιτικά (δεν αναφέρομαι φυσικά στην Ελλάδα γιατί τα γνωρίζουμε). Θα επιμείνει ο Macron στο όνομα ότι κατέβηκε και κέρδισε τις εκλογές με γνωστή την περιοριστική πολιτική του ; Έτσι δείχνει με βάση τα νομοσχέδια που ψήφισε η πλειοψηφία του μέχρι τώρα.  Θα είναι τόσο μεγάλη η βαρύτητα της υψηλής δημοτικότητας (και για πόσο καιρό ακόμα 😉 της Brigitte Macron για να αντισταθμίσει τη σίγουρη χασούρα που διαφαίνεται ήδη στον ορίζοντα της Γαλλίας ; Δεν το πιστεύω, ιδιαίτερα αν της χορηγήσει και ειδικό προϋπολογισμό στον οποίο αντιτίθενται ήδη πάνω από 300.000 Γάλλοι.

Εξάλλου ας μη ξεχνάμε ότι εκτός από τους συμπαθούντες Γάλλους αυτού του προεδρικού διδύμου, υπάρχουν και οι αντιδραστικοί Ματσό συμπατριώτες τους που απορρίπτουν μετά βδελυγμίας τέτοιου είδους ηλικιακές διαφορές αλλά και σχέσεις μαθητή με καθηγήτρια. Ο γράφων τοποθετείται στους πρώτους κι όχι στους δεύτερους. Θαυμάζει δε τη διαχρονική ερωτική αφοσίωση του Macron στην ίδια γυναίκα. Μέχρι τώρα είχαμε εθιστεί στις σκανδαλιστικές προεδρικές παρασπονδίες. Ονόματα να μη λέμε. Συνειδήσεις να μη θίγουμε. Του προτείνω δε να επιδείξει ανάλογη αφοσίωση στο πρόγραμμά του, έστω κι αν καταστραφεί ο ίδιος πολιτικά. Είναι ακόμα πολύ νέος. Το παράδειγμα του Σρέντερ είναι πολύ διδακτικό. Ο ίδιος έχασε πολιτικά, αλλά η χώρα του και οι Γερμανοί κέρδισαν μεσοπρόθεσμα.

 

 

Les bateaux des ONG ne patrouillent plus dans les eaux libyennes

0

Conséquence de l’interdiction faite aux navires étrangers par le pouvoir libyen de pénétrer dans les eaux situées au large de son territoire.

Dimanche soir, le bateau affrété par MSF était le seul navire humanitaire a être resté au large des côtes libyennes.
Dimanche soir, le bateau affrété par MSF était le seul navire humanitaire a être resté au large des côtes libyennes. © AFP/ ANGELOS TZORTZINIS

ΗΠΑ και Βόρεια Κορέα: μοιραία παρεξήγηση ελέω πυρηνικής αποτροπής.

5

Αλέξανδρος Δρίβας, ΑΥΓ. 13, 2017 

Οι διεθνείς συσχετισμοί.

            Ακόμη και ολόκληρο το έργο του Morton Kaplan πάνω στη συστημική προσέγγιση, δεν επαρκεί για να χαρακτηρίσουμε το διεθνές σύστημα όπως αυτό είναι σήμερα. Πολλοί υποστηρίζουν πως είναι ένα ασταθές πολυπολικό σύστημα. Άλλοι, ένα σταθερό πολυπολικό, λόγω της διασποράς της πυρηνικής αποτροπής (αρκετές χώρες, διαθέτουν πυρηνικά όπλα). Σε κάθε περίπτωση, άπαξ και βρισκόμαστε στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνές σύστημα που βρίσκεται σε μετάβαση. Η πολυπολική του υφή (είτε είναι σταθερή είτε ασταθής) παρέχει ένα άνοιγμα βεντάλιας επιλογών για τους δρώντες του συστήματος έτσι ώστε να προχωρήσουν σε δημιουργία συμμαχιών με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από αυτήν που μπορούσε να παρέχει ένα διπολικό σύστημα.

Η περιφέρεια της Ασίας, αποτελεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα της μετάβασης που βιώνει η διεθνής κοινότητα. Σε αυτήν την Ήπειρο, υπάρχουν 5 πυρηνικές δυνάμεις,(Κίνα, Ινδία, Πακιστάν, Ρωσία, Βόρεια Κορέα) η πρώτη οικονομία του πλανήτη (Κίνα), η πιο δυναμική οικονομία του πλανήτη που πρόκειται σε λίγες δεκαετίες να ξεπεράσει την αμερικανική, αφήνοντάς την στην Τρίτη θέση (Ινδία), οι δύο πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου (Κίνα και Ινδία) και βέβαια η όλο και μεγαλύτερη παραγωγή και μεταφορά πλούτου. Κάποιος θιασώτης της μεθόδου αναζήτησης διεθνών ισορροπιών ισχύος με τη χρήση της πυρηνικής αποτροπής, θα υποστήριζε πως υπάρχει σταθερότητα. Το πρόβλημα ανάγνωσης της μεταβατικής εποχής του διεθνούς συστήματος και προσώρας, Ηρακλείτειας μεταβλητότητάς του, έγκειται ακριβώς εκεί. Στη χρήση μιας θεωρίας που δημιουργήθηκε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ο οποίος διέπονταν από αξιολογήσεις και ερμηνείες μηδενικού αθροίσματος.

Η πυρηνική αποτροπή που πολλαπλασιάζει την διεθνή αναρχία.

            Η πλαισίωση των συγκρούσεων γύρω από την πυρηνική αποτροπή, διατήρησε στη ζωή τον πλανήτη μας απομακρύνοντας τον πυρηνικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στον Ψυχρό Πόλεμο. Το σκεπτικό ήταν απλό: Αν δύο δυνάμεις κατέχουν πυρηνικά όπλα, λόγω του τεράστιου κόστους χρήσης βίας, θα αποφασίσουν ορθολογικά και θα προτιμήσουν τη διπλωματική/πολιτική οδό προκειμένου να λύσουν τις διαφορές τους. Κατά κάποιον τρόπο, υπάρχει ένα παράδοξο. Μέσω μιας άτυπης απειλής χρήσης βίας, οι δυνάμεις που κατέχουν πυρηνικό οπλοστάσιο θα αναγκαστούν να σεβαστούν έναν από τους θεμέλιους λίθους του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, που είναι η ειρηνική επίλυση των διαφορών. Πού όμως πάσχει αυτή η θεωρία;

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Ψυχρός Πόλεμος ταυτίστηκε με τον διπολισμό. Οι 2 δρώντες (ιστορικά ανφέρονται οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ) πλαισιώνονται από πυρηνική αποτροπή λόγω μηδενικού αθροίσματος. Όσο λιγότεροι σε αριθμό είναι οι δρώντες, τόσο πιο απλοποιημένο -και επομένως, προβλέψιμο- είναι ένα παίγνιο μεταξύ τους. Τι γίνεται όταν οι δρώντες που κατέχουν πυρηνικά αυξάνονται;

Λίγα χρόνια πριν, και ενώ στο κέντρο των συζητήσεων βρισκόταν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός Stephen Walt, δημοσίευσε στο περιοδικό Foreign Policy ένα κείμενο που ουσιαστικά ανοίγει τη συζήτηση για το μέλλον της πυρηνικής αποτροπής και αν αυτή (έστω σαν θεωρητικό υπόδειγμα) ακολουθεί την αλλαγή του διεθνούς συστήματος. Το άρθρο φέρει τίτλο: «Deal or No Deal? Actually, That’s Not the Right Question».[1] Η μελέτη περίπτωσης του διακεκριμένου ακαδημαϊκού, αφορά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Δύσης και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Συνοπτικά, ο Walt θεωρεί πως το μέγα ζητούμενο στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν θα έπρεπε να είναι η πυρηνική τεχνολογία που μπορεί να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά το Ιράν, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπάρχει η πυρηνική αποτροπή η οποία εξισορροπεί τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Σε επίπεδο πρακτικής, τα πράγματα είναι ίσως λίγο περισσότερο περίπλοκα. Ένα κράτος Α, αποφασίζει να προβεί σε δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου σε τακτικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει πως η απόκτηση πυρηνικής τεχνολογίας για λογαριασμό της σκληρής ισχύος, είναι ένα μέσο και όχι μια στρατηγική. Το κράτος Α, όπως και κανένα κράτος Α, δεν έχει ως στρατηγική το να καταστεί πυρηνική δύναμη γιατί θεωρεί βέβαιο πως θα κληθεί να πολεμήσει με πυρηνικά όπλα ή θα λάβει χώρα σε μια πυρηνική σύρραξη. Ουσιαστικά, το κράτος Α ενδιαφέρεται να αποκτήσει πυρηνικά όπλα για να ανοίξει τη βεντάλια πολιτικών του επιλογών. Επειδή ακριβώς γνωρίζει οτι η κατοχή πυρηνικών όπλων του εξασφαλίζει περιθώρια κινήσεων προκειμένου να μπορέσει να επιτύχει τη στρατηγική του (π.χ να καταστεί περιφερειακή δύναμη σε κάποια περιφέρεια του πλανήτη). Πιο συγκεκριμένα, το κράτος Α ελαχιστοποιεί τις απειλές που μπορεί να δεχτεί προκειμένου να ακυρώσει-αναβάλλει μελλοντικά του σχέδια. Με άλλα λόγια, η κατοχή πυρηνικών όπλων βοηθά το κράτος Α να χρειάζεται τις διαπραγματεύσεις όλο και λιγότερο. Ένα φανταστικό κράτος Β , δεν μπορεί να αναγκάσει το κράτος Α σε συγκεκριμένη συμπεριφορά (συμμόρφωση) με βάση τους κανόνες του. Το πλεονέκτημα απειλής που έχει το κράτος Β έναντι του κράτους Α, μηδενίζεται όταν το κράτος Α δημιουργήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.

Επομένως, σε ένα σύστημα που η εξωτερική εξισορρόπηση, (δημιουργία συμμαχιών) δεν έχει τακτοποιηθεί σε δύο συμμαχίες, (όπως ο Ψυχρός Πόλεμος) όσοι περισσότεροι έχουν πυρηνικά όπλα τόσο αυξάνεται η διεθνής αναρχία που επικαλέιται ο δομικός ρεαλισμός. Από τη στιγμή που το κράτος Α γνωρίζει οτι η πυρηνική σύγκρουση δεν είναι συμφέρουσα για το κράτος Β, (η πυρηνική αποτροπή πλαισιώνει μια σύγκρουση και ταυτόχρονα εκτινάσσει σε δυσθεώρητα ύψη το κόστος της σύγκρουσης) εξασφαλίζει στον εαυτό του κινήσεις για τις οποίες δεν μπορεί να απειληθεί, αυξάνοντας τελικά το κόστος του κράτους Β (μέσα από ανταλλάγματα) προκειμένου να ακολουθήσει μια πολιτική συμπεριφορά. Το δίπολο «καρότο και μαστίγιο» δέχεται ανεπανόρθωτη πληγή και μαζί με αυτό, η ίδια η ουσία των διαπραγματεύσεων. Ο ζωολογικός κήπος που μπορεί να φτιάξει η πυρηνική αποτροπή (θεωρητικά) στην πολιτική πραγματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ζούγκλα.

Γιατί θα είναι μοιραίο λάθος το να προβούν οι ΗΠΑ σε επιχείρηση εναντίον της Β. Κορέας;

            Η Β. Κορέα είναι η ζωντανή απόδειξη πως ένα κράτος που δεν διατηρεί κανέναν συντελεστή ισχύος, μπορεί να καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ζωές εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Βόρεια Κορέα επίσης, είναι η απόδειξη οτι τα πυρηνικά οπλοστάσια δεν πρέπει να αποκτηθούν από μικρές και μεσαίες δυνάμεις (λόγω της προώθησης περαιτέρω διεθνούς αναρχίας).

Το σκεπτικό των ΗΠΑ έχει ως εξής: Η Βόρεια Κορέα απειλεί συνεχώς τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, συμμάχους των ΗΠΑ. Σύντομα, Τόκιο και Σεούλ θα ζητήσουν περαιτέρω βοήθεια από τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει πως οι ΗΠΑ θα χρειαστεί να καταβάλλουν κόστος. Η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Τόκιο και τη Σεούλ είναι πρακτικά, εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Η Κίνα θα εκλάβει ως επιθετική ενέργεια τον επανεξοπλισμό της Ιαπωνίας και βέβαια δε θα επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να περικυκλωθεί από το τρίγωνο ΗΠΑ-Ν.Κορέα- Ιαπωνία. Οι ΗΠΑ θεωρούν οτι όσο περισσότερο ισχυροποιείται η Κίνα, (κυρίως ο μεταβολισμός της οικονομικής της ισχύος σε στρατιωτική ισχύ) τόσο πιο δύσκολη θα είναι μια επιχείρηση κατά της Βορείου Κορέας. Η Ουάσινγκτον θεωρεί πως η Βόρεια Κορέα είναι σινικός βραχίονας και όσο το Πεκίνο στηρίζει την Πιονγκ-Γιανγκ η Κίνα θα μπορεί να απειλεί τις ΗΠΑ δι’ αντιπροσώπου, ο οποίος δεν μπορεί να καταταχθεί στους ορθολογικούς δρώντες μιας και ανήκει στην κατηγορία «κράτη-παρίες» (rogue states).

Αποτέλεσμα αυτού του τύπου απειλής κατά των ΗΠΑ, (αν η Βόρειος Κορέα καταφέρει να βάλει πυρηνικά σε πυραύλους) θα είναι ο περιορισμός κινήσεων της Ουάσινγκτον στην παμπλουτη σινοαμερικανική ατζέντα. Το momentum όμως, δεν ευνοεί τις ΗΠΑ για μια σειρά από λόγους: Πρώτον, οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη αποφασίσει τι είδους σχέσεις επιθυμούν με τη Ρωσία. Μια σχέση Ουάσινγκτον-Μόσχας σαν αυτή που διατηρούσε η πρώτη με το Πεκίνο κατά τα χρόνια του Νίξον, θα μπορούσε να καταστήσει αποτελεσματική την απειλή των ΗΠΑ έναντι της Βορείου Κορέας και της Κίνας. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει δύναμη-καταλύτης της σύγκρουσης μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων του διεθνούς συστήματος που έχουν τον πρώτο λόγο στην περιφέρεια που λαμβάνει χώρα η κρίση. Τρίτον, αν υποθέσουμε πως η Ρωσία θα κρατήσει μια ευμενώς ουδέτερη στάση στο ζήτημα της Βορείου Κορέας απέναντι στις ΗΠΑ, τότε θα περιμένει ανταλλάγματα σε αντίστοιχα ζωτικά ζητήματα για τη Μόσχα (Ουκρανία και Μέση Ανατολή) τα οποία οι ΗΠΑ προσώρας, δεν έχουν αποφασίσει αν διατίθνεται να καταβάλλουν. Τέταρτον, η Μέση Ανατολή και το μεγάλο ζήτημα της Συρίας, δεν έχει διευθετηθεί και σε περίπτωση μιας πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Βορείου Κορέας, κράτη και ομάδες που μάχονται στη Μέση Ανατολή θα καιροσκοπήσουν παρατείνοντας το χάος στην περιοχή. Πέμπτον, τα ποσά που πιθανόν θα χαθούν από τον επενδυτικό πανικό, ίσως προκαλέσουν ισοπέδωση της διεθνούς οικονομικής τάξης. Τέλος, η Κίνα διεμήνυσε στις ΗΠΑ οτι μονομερής επιθετική κίνηση των ΗΠΑ κατά της Βορείου Κορέας, δε θα αφήσει αδρανές το Πεκίνο. Την ίδια ώρα, δυνάμεις των ΗΠΑ βρίσκονται στη Νότια Κινεζική Θάλασσα κάτι που εξοργίζει του Κινέζους ιθύνοντες.

Η επίλυση μιας κρίσης δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Σίγουρα όμως στέκεται σε κάποιους πυλώνες. Ένας από τους πυλώνες είναι η ανισότητα μεταξύ των δρώντων που λαμβάνουν χώρα στην κρίση. Όσο πιο αδύναμος είναι ένας δρώντας, τόσο πιο πιθανό είναι να υποχωρήσει και έτσι η εκτόνωση μιας κρίσης να είναι πιο εύκολο να λάβει χώρα. Δεύτερον, ο αριθμός των δρώντων.Όπως βλέπουμε στη Συρία, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δρώντων σε μια σύγκρουση τόσο πιο πιθανό είναι το συνακόλουθο χάος. Τρίτον, η ορθή θέση διακυβευμάτων μεταξύ των διαπραγματευόμενων/συγκρουόμενων πλευρών. Η ορθή θέση των διακυβευμάτων, καθορίζει εν πολλοίς την ύπαρξη (ή μη) περιοχών εκτόνωσης της σύγκρουσης. Η ανεκτή διέξοδος είναι απαραίτητη έτσι ώστε να μην ωθηθεί κάποιος δρώντας σε μια αρνητικά απρόβλεπτη αντίδραση.

Λάθος η απειλή του Αμερικανού Προέδρου που θα κοστίσει.

            Ο νομπελίστας Νορβηγός Thomas Schelling , στο έργο του «The Strategy of Conflict», έχει θέσει σαν κεντρική έννοια την απειλή. Η απειλή στις διαπραγματεύσεις είναι σύμφωνα με αυτόν, πολύ πιο αποτελεσματική από τη χρήση της βίας. Μεγάλη σημασία δίνει ο Νορβηγός στην αξιοπιστία της απειλής. Πριν διατυπωθεί μια απειλή, οφείλει ο δρώντας που τη διατυπώνει να είναι σίγουρος οτι μπορεί να την πραγματοποιήσει. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μειωθεί η αξία του ως διακυβευτή και η αποτρεπιτκή του φήμη θα πληγεί καθώς όχι μόνο ο δρώντας που δέχθηκε την απειλή θα τον αγνοήσει, αλλά και άλλοι δρώντες, που βρίσκονται εκτός της σύγκρουσης/διαπραγμάτευσης θα τον θεωρήσουν αναξιόπιστο και αδύναμο. Η εκπομπή σήματος αδυναμίας, μειώνει την αίσθηση ασφάλειας των δρώντων που πριν την φανέρωση της αναξιόπιστης απειλής, ήταν σύμμαχοι με τον δρώντα που την διατύπωσε.

Η απειλή του Αμερικανού Προέδρου εναντίον της Βορείου Κορέας οτι θα αντιμετωπίσει φωτιά και οργή, αν δεν πραγματοποιηθεί, τότε η Βόρεια Κορέα, θα συμπεριφερθεί ακόμη πιο ακροσφαλώς. Η Βόρεια Κορέα, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα καθώς γνωρίζει οτι βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία) εκ των οποίων οι δύο (Κίνα και Ρωσία) επιθυμούν τη διατήρηση του υπάρχοντος status quo στη Βόρεια Κορέα. Σε συνδυασμό με την μη πραγματοποίηση της απειλής και αναλογιζόμενοι το μηδενικό πολιτικό κόστος που έχει μια χώρα σαν τη Βόρεια Κορέα, αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη προκλητικότητα από την Πιονγκ-Γιανγκ η οποία με τη σειρά της, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η πιθανότητα δημιουργίας μιας αυτεκπληρούμενης σύγκρουσης, δεν είναι μικρή. Ας ελπίσουμε να μην έχει συνεχώς αύξουσα τάση αν και η ελπίδα, βγήκε τελευταία από το Κουτί της Πανδώρας.

https://www.thinknews.gr/diethni/analysi-ipa-ke-v-korea-mirea-parexigisi-eleo-pyrinikis-apotropis/