Αρχική Blog Σελίδα 2926

Εφιαλτική πρόβλεψη από την Citigroup: «Μία στρατιωτική σύγκρουση στην Κορεατική Χερσόνησο θα οδηγούσε σε Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο»

0

 
Λίγες ώρες μετά τις απειλές του ηγέτη της Βόρειας Κορέας πώς θα «βουλιάξει» την Ιαπωνία και θα μετατρέψει σε «στάχτες» τις ΗΠΑ, αλλά και λίγες ώρες πριν την εκτόξευση του νέου διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου της Πιονγκγιάνγκ πάνω από την Ιαπωνία ο αμερικανικός τραπεζικός κολοσσός Citigroup προχώρησε σε εφιαλτικές προβλέψεις εστιάζοντας στη διαμάχη ανάμεσα στη Βόρεια Κορέα και τις ΗΠΑ και τον πολύ πιθανό πόλεμο που έρχεται.
Το συμπέρασμα είναι πως μία πολεμική σύρραξη στην Κορεατική Χερσόνησο μπορεί να πυροδοτήσει Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ξέσπασμα στρατιωτικής σύγκρουσης στην Κορεατική Χερσόνησο θα οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση και θα μπορούσε ίσως να καταλήξει σε παγκόσμιο πόλεμο, σύμφωνα με την κορυφαία, παγκόσμια πολιτική αναλύτρια της αμερικανικής τράπεζας.
Αν και είναι αδύνατο να υπολογίσουμε ακριβώς το μέγεθος του κινδύνου που επιβάλλει η Βόρεια Κορέα, τα παιχνίδια πολέμου που έχουν εκτυλιχθεί σε ολόκληρη την ιστορία δείχνουν τι θα μπορούσε να συμβεί ως συνέπεια, εξήγησε η Tina Fordham, managing director και επικεφαλής παγκόσμια αναλύτρια στην τράπεζα.«Μια σύγκρουση στην Κορεατική Χερσόνησο δεν θα προκαλούσε αναταράξεις μόνο στην περιοχή, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω της εγγύησης ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών. Επομένως θα διεθνοποιούνταν μέσα σε μια νύχτα», διευκρίνισε η ειδικός μιλώντας στο CNBC, στο περιθώριο της Milken Institute
Asia Summit στη Σιγκαπούρη.
Παρότι η διάρκεια και το εύρος μιας τέτοιας σύγκρουσης θα ήταν δύσκολο να μετρηθεί, η Βόρεια Κορέα παραμένει τεράστιο ρίσκο, τόνισε η Fordham.
«Είναι μακράν η μεγαλύτερη γεωπολιτική απειλή και μια απειλή που επιπλέον θα επηρέαζε τις αγορές (…) όταν εξετάζουμε τους πολιτικούς κινδύνους, κοιτάμε αν είναι πιθανό να προκαλέσουν ανατάραξη στο πετρέλαιο ή ανατάραξη στην ανάπτυξη. Και στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, αν συνέβαινε το χειρότερο, θα προκαλούνταν και τα δύο», πρόσθεσε.
Προς το παρόν, η Fordham αρνήθηκε να υπολογίσει πιθανότητες για περαιτέρω εξελίξεις στη Χερσόνησο, δεδομένης της μεταβλητότητας στη μίξη των παραγόντων που παίζουν ρόλο. Ιδιαίτερα, έκανε λόγο
για τη δυσκολία πρόβλεψης του τι μπορεί να κάνουν οι δύο ηγέτες της Βόρειας Κορέας και των ΗΠΑ.Όπως συμπλήρωσε, «όχι μόνο ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας αυξάνει τις δοκιμές, με έξι τη φετινή χρονιά, αλλά και ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας των ΗΠΑ, με έναν τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν».
«Η έλλειψη προβλεψιμότητας για τους βασικούς ηγέτες, απλά προσθέτει στις πιθανότητες παρεξηγήσεων και ατυχημάτων, το λιγότερο, και πιθανώς κάτι χειρότερο», προειδοποίησε η αναλύτρια.
Σε κάθε περίπτωση, η Fordham επέστησε την προσοχή σχολιάζοντας πως δεν πρέπει να βλέπουμε την έκβαση ως «διττή»: «Οι επενδυτές τείνουν να βλέπουν το αποτέλεσμα ως ‘’είτε θα υπάρξει σύγκρουση, είτε όχι’’», εξήγησε και κατέληξε λέγοντας πως θα μπορούσαν να υπάρξουν σημαντικές εξελίξεις κάπου μεταξύ των άκρων.
 http://www.pentapostagma.gr

«Συνδικαλιστική διαίρεση, διάσπαρτη αντιπολίτευση και απόλυτη αποφασιστικότητα του Μακρόν»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου  [email protected]  www.kalkis.eu

Εάν η απεργιακή κινητοποίηση της 12ης Σεπτεμβρίου έγινε αντιληπτή από την γαλλική κοινή γνώμη ως μια αποτυχία, η αβεβαιότητα είναι συνολική, ως προς την προοπτική των ακόλουθων κινητοποιήσεων.

Αυτό είναι το ρεζουμέ της δημοσκόπησης που έκαναν στις 13 και 14 Σεπτεμβρίου 2017 οι γαλλικές εταιρείες δημοσκοπήσεων Odoxa  και  Dentsu Consulting  για λογαριασμό της Franceinfo και της εφημερίδας Le Figaro, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ του  δημοσιογράφου Marc Landré, που είδε το φως της δημοσιότητας το βράδυ της  14ης Σεπτεμβρίου στην ηλεκτρονική Le Figaro . Τουλάχιστον, για τους Γάλλους, η απάντηση ήταν σαφής. Η κινητοποίηση της περασμένης Τρίτης κατά της μεταρρύθμισης του Κώδικα Εργασίας  ήταν «αποτυχημένη»  για το 68% των ερωτηθέντων. Μόνο οι αριστεροί συμπαθούντες, και πάλι μόνο για το 51% αυτών, χαρακτήρισαν  την ημέρα διαδηλώσεων της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 ως «επιτυχημένη».

Η πρόγνωση δε για την συνέχεια των ήδη εξαγγελθεισών  απεργιακών κινητοποιήσεων είναι πιο μοιρασμένη : το ήμισυ των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η απεργιακή δυναμική  «θα εξαντληθεί γρήγορα» και το άλλο μισό ότι «θα διευρυνθεί», ενώ το 80% των Γάλλων φοβόταν ήδη πριν  δύο εβδομάδες, «ένα κίνημα ευρείας κοινωνικής διαμαρτυρίας», μετά τα μπάνια του γαλλικού λαού. Δηλαδή αυτό το 80% έπεσε έξω στις προβλέψεις του. «Όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις, η πρόγνωση κάποιου  πιθανότατα ικανοποιεί την επιθυμία του», σημειώνει ο Gael Sliman, πρόεδρος της Odoxa: οι αριστεροί συμπαθούντες θεωρούν, κατά τα 2/3 τους, ότι αυτή η αμφισβήτηση της κυβέρνησης Μακρόν, την οποία υποστηρίζουν, θα διογκωθεί, ενώ οι φιλο-δεξιοί Γάλλοι και οι φίλοι του Μακρόν, που την καταδικάζουν, αναμένουν σχεδόν κατά το 60% τους το ξεφούσκωμά της.

Τέλος πάντων, η πλειοψηφία των Γάλλων (60%) και ένας συμπαθών του κόμματος «En marche!» στους πέντε, πιστεύουν ότι ο Μακρόν έσφαλε λέγοντας, στη γαλλική σχολή των Αθηνών στους εν Ελλάδι συμπατριώτες του, ότι δεν θα ενδώσει «σε τίποτα, ούτε στους τεμπέληδες, ούτε στους κυνικούς,  ούτε στους ακραίους». Μόνο το 26% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα Διατάγματα θα έχουν «θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση», έναντι 36% που θεωρεί ότι «δεν θα έχουν καμία επίπτωση» και 38% που θεωρεί ότι «θα έχουν μια αρνητική επίπτωση». Οι υποστηρικτές του Μακρόν είναι, χωρίς καμία έκπληξη, οι μόνοι που είναι πεπεισμένοι κατά πλειοψηφία  72%, με τη μεταρρύθμιση της Υπουργού Εργασίας.

Χωρίς καμία αμφιβολία η χρησιμοποίηση της λέξης «τεμπέλης», που προσωπικά θα τη μετέφραζα ως «τεμπελχανάς», για να χαρακτηρίσει ο Μακρόν τους αντιτιθέμενους στις μεταρρυθμίσεις του, έκανε θραύση αυτή τη βδομάδα στα γαλλικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως και η μαζική χρήση του hashtag #Νόμος εργασίαςXXL, της συνδικαλιστικής οργάνωσης CGT, για να χαρακτηρίσει τα Διατάγματα της υπουργού εργασίας Pénicaud.

Τέλος, ο Jean-Luc Mélenchon, ο οποίος προγραμμάτισε ήδη μια λαϊκή διαδήλωση για τις 23 Σεπτεμβρίου, την επαύριον δηλαδή της έγκρισης των Διαταγμάτων από το υπουργικό Συμβούλιο (22-09-2017) και 2 μέρες μετά τη νέα διαδήλωση της  CGT (21-09-2017), είναι «ο πρωταθλητής της αντιπολίτευσης ενάντια στη μεταρρύθμιση του Κώδικά Εργασίας» για το 1/3 των Γάλλων, όπως είπε  ο δημοσκόπος Gael Sliman, μπροστά από τον κομμουνιστή συνδικαλιστή Philippe Martinez (με 13% των προτιμήσεων), την ακροδεξιά Marine Le Pen (με 12% των προτιμήσεων) και τον τέως σοσιαλιστή και νυν ομαδάρχη Benoît Hamon (με 3% μόνο των προτιμήσεων). Ο ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας», Jean-Luc Mélenchon, υποσχέθηκε λοιπόν στους οπαδούς του  να «αναγκάσει να κάνει πίσω» ο Πρόεδρος της γαλλικής Δημοκρατίας, επειδή «αυτή η χώρα δεν θέλει τον κόσμο του φιλελευθερισμού». Και κάλεσε τους «ηλίθιους, τους κυνικούς, τους τεμπέλης» να βγουν στους δρόμους στις  23 Σεπτεμβρίου!

Οι αντιτιθέμενοι είναι διηρημένοι προσώρας

 Παρά τα ευρηματικά πανό όμως των διαδηλωτών που είχαν πετυχημένα υπονοούμενα ή  ρίμες στα γαλλικά, όπως π.χ. «Οι τεμπελχανάδες είναι εν κινήσει» (Les fainéants sont en marche), ή  «Μακρόν είσαι τελειωμένος, οι τεμπελχανάδες είναι στους δρόμους» (Macron, t’es foutu, les fainéants sont dans la rue), οι αντιτιθέμενοι στις μεταρρυθμίσεις είναι διηρημένοι. Και ιδιαίτερα το συνδικαλιστικό μέτωπο που είναι αποσυνδεδεμένο. Ενώ δηλαδή η συνδικαλιστική οργάνωση  CGT είναι ενάντια στον νόμο και πρωταγωνιστής των κινητοποιήσεων, τα άλλα δύο κύρια συνδικάτα, το FO και το CFDT, αν και επικριτικά των μεταρρυθμίσεων, δεν κάλεσαν τα μέλη τους να διαδηλώσουν επί του παρόντος. Αυτή η συνδικαλιστική διαίρεση αδυνατίζει την έκταση των κινητοποιήσεων  εναντίον ενός προέδρου ο οποίος έχει σίγουρα πέσει στις δημοσκοπήσεις, αλλά αντιμετωπίζει μια διάσπαρτη αντιπολίτευση. Ο Μακρόν προειδοποίησε ότι «είναι απόλυτα αποφασισμένος» και οι «κύκλοι του» δήλωσαν ότι «δεν μετανιώνει καθόλου» για τη ρήση του οι «τεμπελχανάδες».

 

 

 

Γιατί η Β. Κορέα εκτόξευσε 2ο πύραυλο πάνω από την Ιαπωνία

0

Stratfor/euro2day

Οι κινήσεις της Πιονγιάνγκ αποδεικνύουν την αυξανόμενη ικανοποίησή της για τα πυραυλικά της συστήματα. Ο πύραυλος που επέλεξε να χρησιμοποιήσει και τι δείχνει η πορεία που ακολούθησε. Πώς μπαίνει στο στόχαστρο η Γκουάμ και γιατί δεν θα σταματήσουν οι δοκιμές.

Η Βόρεια Κορέα δεν δίνει ενδείξεις ότι θα σταματήσει ή τουλάχιστον θα επιβραδύνει τις προσπάθειές της να επιτύχει μια αποτελεσματική τροχιά πάνω από την Ιαπωνία.

Στα τέλη Αυγούστου, η Πιονγιάνγκ παραβίασε τον ιαπωνικό εναέριο χώρο για πρώτη φορά εδώ και κάποια χρόνια, μια κίνηση που πυροδότησε τη διεθνή καταδίκη. Με την επόμενη δοκιμή της νωρίς σήμερα, η Βόρεια Κορέα εκτόξευσε άλλον ένα βαλλιστικό πύραυλο πάνω από το βόρειο νησί της Ιαπωνίας, Χοκάιντο.

Ο βαλλιστικός πύραυλος διάνυσε απόσταση ίση με εκείνη από το Λος Άντζελες μέχρι την Ουάσινγκτον, πριν σταματήσει στον βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό. Το μέρος της εκτόξευσης -κοντά στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Πιονγιάνγκ στην περιφέρεια της πόλης Σουνάν- ήταν το ίδιο με τη δοκιμή της 29ης Αυγούστου.

Στέλνοντας τον πύραυλο πάνω από το βόρειο ιαπωνικό νησί του Χοκάιντο, επίσης θυμίζει την προηγούμενη δοκιμή πυραύλου. Δεδομένου του μικρού γεωγραφικού της μεγέθους και της θέσης της, η Βόρεια Κορέα έχει ελάχιστες επιλογές για δοκιμές πυραύλων σε πλήρη τροχιά. Το πέρασμα πάνω από την Ιαπωνία είναι μία από τις λιγότερο προκλητικές επιλογές που έχει στη διάθεσή της η Πιονγιάνγκ και το Χοκάιντο πιθανώς επιλέχθηκε λόγω του αραιού του πληθυσμού και του περιορισμένου κινδύνου για παράπλευρες απώλειες λόγω ατυχήματος.

Στο μεσοδιάστημα από την τελευταία δοκιμή, η Βόρεια Κορέα διεξήγαγε μια ελεγχόμενη πυρηνική εκτόξευση, πιθανότατα μιας βόμβας υδρογόνου. Αυτό είναι άλλο ένα βήμα στην παράλληλη πορεία ανάπτυξης μιας βιώσιμης πυρηνικής δύναμης αποτροπής. Στον απόηχο αυτής της πυρηνικής δοκιμής -και των σκληρότερων κυρώσεων από τα Ηνωμένα Έθνη-, η Βόρεια Κορέα εξέδωσε περαιτέρω απειλές προς τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Πρώτα ρεπορτάζ υποστηρίζουν πως ο σημερινός πύραυλος διάνυσε περίπου 3.700 χιλιόμετρα για 17 λεπτά, με το απόγειό του περίπου στα 770 χιλιόμετρα. Το απόγειο, στοιχεία για την εμβέλεια και ο χρόνος της τροχιάς, όλα δείχνουν ότι το βλήμα που εκτόξευσε η Βόρεια Κορέα ήταν ένας βαλλιστικός πύραυλος μέσου βεληνεκούς.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό το εύρος δίνει τη δυνατότητα στην Πιονγιάνγκ να φτάσει αποτελεσματικά στο νησί Γκουάμ και στις αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις που υπάρχουν εκεί. Αυτό ήταν κάτι που πριν τη δοκιμή της 29ης Αυγούστου δεν ήταν σε θέση να καταφέρει.

Αυτή η τελευταία είναι η εκτόξευση πυραύλου με το μεγαλύτερο εύρος που έχει να επιδείξει η Βόρεια Κορέα (ο διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος που δοκιμάστηκε τον Ιούλιο εκτοξεύτηκε σε ανυψωμένη τροχιά, το οποίο σημαίνει πως δεν έκαναν επίδειξη της πλήρους απόστασης που μπορούσε να διανύσει).

Η Βόρεια Κορέα θα συνεχίσει να δοκιμάζει συσκευές, σύμφωνα με τις τεχνικές της απαιτήσεις. Οι δύο σχετικά επιτυχημένες δοκιμές των πυραύλων που φαίνεται πως ήταν Hwasong-12, ελάχιστης ενέργειας ή ορισμένης τροχιάς πάνω από την Ιαπωνία, δείχνουν την αυξανόμενη ικανοποίηση της Βόρειας Κορέας με την αξιοπιστία του συστήματος. Είναι πιθανό, επομένως, η Βόρεια Κορέα σύντομα να εισάγει τον πύραυλο σε λειτουργική εναλλαγή στις πυραυλικές της μονάδες, αν δεν το έχει κάνει ήδη. Η δοκιμή του Hwasong-12, του οποίου το πρώτο στάδιο πτήσης είναι παρόμοιο με του Hwasong-14 ICBM, είναι ταυτόχρονα και ένα αυξητικό βήμα προς το επόμενο στάδιο στις δοκιμές πυραύλων πάνω από την Ιαπωνία. Αυτό θα περιλάμβανε τη δοκιμή ενός Hwasong-14 ICBM πάνω από τη νησιωτική χώρα.

Η Νότια Κορέα είχε προειδοποιήσει για την πιθανότητα δοκιμής πυραύλου από τη Βόρεια Κορέα ήδη από τα τέλη Αυγούστου, υπερτονίζοντας τις προετοιμασίες της εκτόξευσης και αρχικά εικάζοντας πως το βλήμα θα δοκιμαζόταν στις 9 Σεπτεμβρίου για να συμπέσει με την επέτειο ίδρυσης του κράτους της Βόρειας Κορέας.

Σε απάντηση αυτής της πιο πρόσφατης δοκιμής, η Σεούλ εκτόξευσε δικό της βαλλιστικό πύραυλο, στα ανοικτά της Νότιας Κορέας. Όσο για την Ιαπωνία, το Τόκιο τόνισε πως βρίσκεται σε επαφή με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενόσω ζυγίζει μια κατάλληλη απάντηση: οι δυο τους κάλεσαν ήδη σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Δείχνει βέβαιο, ωστόσο, πως ανεξαρτήτως περαιτέρω μέτρων που μπορεί να ληφθούν εναντίον της, αυτή δεν θα είναι η τελευταία δοκιμή πυραύλου που διεξάγει η Βόρεια Κορέα.

http://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1566257/giati-h-v-korea-ektoxeyse-2o-pyraylo-pano-apo-thn.html

Το ρωσικό παιχνίδι στην Βοσνία

0

Ίντριγκες στα Βαλκάνια

Περίληψη:

Για το Σεράγεβο, η ένταξη στο ΝΑΤΟ σημαίνει μια εγγύηση κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας. Αλλά, μια Βοσνία ευθυγραμμισμένη με το ΝΑΤΟ είναι ανάθεμα τόσο στην Μπάνια Λούκα όσο και στην Μόσχα, και θα κάνουν ό, τι μπορούν για να την σταματήσουν.

Ο JASMIN MUJANOVIC είναι πολιτικός επιστήμονας που ειδικεύεται στη νοτιοανατολική Ευρώπη και την πολιτική του μετα-αυταρχικού και μεταπολεμικού εκδημοκρατισμού. Είναι ο συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου Hunger and Fury: The Crisis of Democracy in the Balkans [1] (Hurst, 2017).

Μετά από δύο χρόνια κρίσης, η πΓΔΜ σχημάτισε τελικά μια νέα κυβέρνηση τον Ιούνιο, εγκαθιστώντας [στην εξουσία] έναν ρεφορμιστικό, κεντροαριστερό συνασπισμό που δεσμεύτηκε να επανεκκινήσει την καθυστερημένη ενσωμάτωση της χώρας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Τον ίδιο μήνα, το Μαυροβούνιο έγινε το νεώτερο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ μετά από μια ταραχώδη διαδικασία ένταξης [2] που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία. Αυτές οι εξελίξεις είναι καλά νέα για την συνολική σταθερότητα των Δυτικών Βαλκανίων, μια περιοχή που εξακολουθεί να είναι βυθισμένη στον σεχταρισμό [3] και τον επαρχιωτισμό.

07092017-1.jpg

Ένα πορτρέτο του Βλαντιμίρ Πούτιν κρέμεται μέσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Kravica της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, τον Ιούλιο του 2015. DADO RUVIC / REUTERS
—————————————————————-

Αλλά είναι επίσης σημαντικά πλήγματα για τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Ρωσίας, η οποία ελπίζει να διατηρήσει τα ακόμα μη ενσωματωμένα τμήματα της πρώην Γιουγκοσλαβίας ως «ουδέτερα» – δηλαδή έξω από τον θύλακα ΕΕ-ΝΑΤΟ [4]. Η Μόσχα προσπάθησε ενεργά να αποτρέψει τις φιλο-Δυτικές μεταβάσεις στην πΓΔΜ και το Μαυροβούνιο, μερικές φορές με δραματικό [5] και βίαιο τρόπο [6], και αναμφίβολα θα συνεχίσει να μπερδεύεται στις υποθέσεις και των δύο χωρών. Ωστόσο, ο στόχος της επόμενης βαλκανικής μάχης της Ρωσίας -ενδεχομένως της πιο σκληρής- είναι στο στρατηγικό κέντρο της περιοχής: Στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη.

ΟΙ ΒΟΣΝΙΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ

Το σχέδιο της Ρωσίας για την Βοσνία θα διαμορφωθεί από δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι η μακρόχρονη σχέση του Κρεμλίνου [7] με τον Μίλοραντ Ντόντικ (Milorad Dodik), τον σεπαρατιστή [8] πρόεδρο της Δημοκρατίας Σέρπσκα, της αυτόνομης περιοχής της Βοσνίας που κυριαρχείται από Σέρβους. Ο δεύτερος πιο ανησυχητικός παράγοντας είναι ο αναδυόμενος δεσμός μεταξύ της Μόσχας και του Ντράγκαν Τσόβιτς (Dragan Covic), του Κροατικού μέλους της τριμελούς προεδρίας της χώρας και επικεφαλής της Κροατικής Δημοκρατικής Ένωσης Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (HDZ BiH), που είναι ένα παρακλάδι της Κροατικής Δημοκρατικής Ένωσης HDZ), του σημερινού κυβερνητικού κόμματος στο Ζάγκρεμπ.

Ο στόχος της Ρωσίας είναι απλός: Να κρατήσει την Βοσνία έξω από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Η Μόσχα θέλει να διασφαλίσει ότι η χώρα παραμένει ένα εθνικά κατακερματισμένο καμένο χαρτί στην καρδιά των Βαλκανίων. Ως εκ τούτου, η Ρωσία επιδιώκει να συμμαχήσει με τους Ντόντικ και Τσόβιτς, τους δύο μεγαλύτερους υπέρμαχους του εθνικού κατακερματισμού και της δυσλειτουργίας στην Βοσνία.

Ο Ντόντικ είναι το βασικό περιουσιακό στοιχείο της Ρωσίας στην περιοχή. Ακόμα περισσότερο από τον πρόεδρο της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έναν από μακρού χρόνου σύμμαχο του Κρεμλίνου, ο Ντόντικ είναι ο Βαλκάνιος ηγέτης που υπερασπίζεται τα ρωσικά συμφέροντα, εκφράζοντας σταθερή αντίθεση στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ και ιδιαίτερα στην επιρροή των ΗΠΑ στα Βαλκάνια. Κατά τα τελευταία τρία χρόνια, ο Ντόντικ έγινε επίσης συχνός επισκέπτης της Μόσχας [9], και όσο χειρότερη γίνεται η οικονομική κατάσταση στην ανελεύθερη περιοχή του [10], τόσο πιο ανοιχτά ασκεί πίεση για ρωσική οικονομική υποστήριξη [11]. Για παράδειγμα, η πρόσφατη αποπληρωμή του από την εποχή της Γιουγκοσλαβίας χρέους της Ρωσίας [12] στην Βοσνία, ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων, αποτελούσε κατά κύριο λόγο ένεση ζωής για τον Ντόντικ [13], ο οποίος τον Ιανουάριο υπέστη κυρώσεις [14] από το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών για την πραγματοποίηση ενός αντισυνταγματικού δημοψηφίσματος [15] στα τέλη του 2016. Η Ουάσινγκτον πιστεύει ότι το δημοψήφισμα, το οποίο προσπάθησε να αποκαταστήσει μια επίσημη αργία που να σηματοδοτεί την ίδρυση της Δημοκρατίας Σέρπσκα, παραβίασε τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Ντέιτον, με το να αγνοήσει την επαναλαμβανόμενη απόφαση του Βοσνιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι η εορτή δημιουργούσε διακρίσεις κατά του μη σερβικού πληθυσμού της περιοχής.

Ο Τσόβιτς είναι μια πολύ πιο νεφελώδης προσωπικότητα. Αρχικά, είναι δύσκολο να τον διαχωρίσει κανείς από τους ευεργέτες του στο Ζάγκρεμπ. Όπως και οι εθνικιστές στην Σερβία, το κυβερνών HDZ της Κροατίας ποτέ δεν παραιτήθηκε από τους αλυτρωτικούς ισχυρισμούς του στις κροατικής πλειοψηφίας περιοχές της Βοσνίας. Πράγματι, το αδελφό κόμμα του, το HDZ BiH, λειτουργεί συχνά ως όχημα του Ζάγκρεμπ για να εκφράζει τις πιο ακραίες εθνικιστικές θέσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα λούστρο διπλωματικής αξιοπρέπειας. Όμως, οι καριέρες εξέχοντων εκπροσώπων του HDZ BiH όπως ο Μποζό Λιούμπιτς (Bozo Ljubic ) -μέλος του κροατικού κοινοβουλίου, επικεφαλής της μη κυβερνητικής Κροατικής Εθνικής Συνέλευσης της Βοσνίας, και πρώην βουλευτής της Βοσνίας- απεικονίζουν καθαρά την σχέση μεταξύ των δύο πτερύγων του HDZ.

Παρά τις αλυτρωτικές τάσεις της, η μετα-Γιουγκοσλαβική Κροατία ιστορικά ήταν καχύποπτη για την παρουσία της Μόσχας στα Βαλκάνια. Στο κάτω-κάτω, η Ρωσία είναι ο κύριος διεθνής υποστηρικτής του βασικού αντιπάλου της Κροατίας, της Σερβίας –μια στήριξη που χρονολογείται τουλάχιστον από την εποχή του Σέρβου πρώην προέδρου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Σε απάντηση, το Ζάγκρεμπ έχει παραδοσιακά κλίνει προς τις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον. Η πικρία μεταξύ της Κροατίας και της Σερβίας έχει καταλήξει ακόμη και σε μικρής κλίμακας πόλεμο δια πληρεξουσίων, με τους Σέρβους εξτρεμιστές να μάχονται υπέρ της Ρωσίας [16] στην σύγκρουση του Ντόμπας και με τους Κροάτες ριζοσπάστες να υποστηρίζουν την Ουκρανία [17].

Στην Βοσνία, ωστόσο, αυτή η περιφερειακή δυναμική έπαιζε πάντα διαφορετικά. Στην δεκαετία του 1990, το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι εργάστηκαν μαζί για να καταστρέψουν [18] τον μικρότερο γείτονά τους, τόσο με τον σιωπηρό στρατιωτικό συντονισμό ενάντια στο Σεράγεβο όσο και με τα ρητά σύμφωνα, όπως η κακορίζικη Συμφωνία του Γκρατς [19] το 1992. Η συνεργασία αυτή επέζησε με την μορφή της πολυετούς συμμαχίας [20] μεταξύ του Ντόντικ και του Τσόβιτς, οι οποίοι έχουν γίνει σταθεροί φίλοι σε μια χώρα γνωστή για μια φαινομενικά συνεχή ενδοεθνική σύγκρουση. Για τον Τσόβιτς, ο απόλυτος έλεγχος του Ντόντικ στην Δημοκρατία Σέρπσκα χρησιμεύει ως πρότυπο για την δική του προσπάθεια να δημιουργήσει μια «τρίτη οντότητα» στην Βοσνία –μια φαινομενικά μονοεθνική, κροατικά κυριαρχούμενη επαρχία στην Ερζεγοβίνη. Από την πλευρά του, ο Ντόντικ βλέπει τον Τσόβιτς ως σύμμαχο [21] στην προσπάθειά του να υπονομεύσει τις προσπάθειες της εθνικής κυβέρνησης της Βοσνίας (και των υποστηρικτών της στις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον) να δημιουργήσει μια πιο αποτελεσματική και ορθολογική διοικητική κατάσταση για το κράτος [22], το οποίο έχει σήμερα 14 διαφορετικές τοπικές κυβερνήσεις για έναν πληθυσμό κάτω των τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων.

07092017-2a.jpg

Παχύ νέφος καλύπτει την πρωτεύουσα της Βοσνίας, Σεράγεβο, τον Δεκέμβριο του 2015. DADO RUVIC / REUTERS
—————————————————————

Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία εισχώρησε ξαφνικά η Ρωσία, προκύπτουσα ως ένθερμη υποστηρικτής αυτού για το οποίο το HDZ BiH αναφέρεται ως «κροατική αυτοδιάθεση» -δηλαδή, ο κροατικός εθνικισμός στην Βοσνία. Αλλά τι συνέβη με την υποτιθέμενη αντίδραση του Ζάγκρεμπ στις βαλκανικές επιχειρήσεις της Μόσχας;

Ο ΚΡΟΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Το γεγονός είναι ότι, αντίθετα με τον πρόσφατο ισχυρισμό της Dagmar Skrpec [23] στο Foreign Affairs, η Κροατία απέχει πολύ από το να είναι ένας φάρος περιφερειακής σταθερότητας. Η χώρα βρίσκεται στο χείλος της χειρότερης πολιτικής και οικονομικής κρίσης από την εποχή της ανεξαρτησίας της [24]. Η Agrokor, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στα Δυτικά Βαλκάνια και η ραχοκοκαλιά της οικονομίας της Κροατίας, βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης [25]. Αν χρεοκοπήσει, θα αποδυναμώσει απολύτως τόσο την χώρα όσο και την περιοχή στο σύνολό της. Έτοιμη να παρέμβει είναι η υποστηριζόμενη από το ρωσικό κράτος Sberbank [26], η οποία έχει αναδειχθεί ως ο πιο επιθετικός πιστωτής της Agrokor. Η Μόσχα, με άλλα λόγια, είναι έτοιμη να καταλάβει μονομιάς ένα τεράστιο τμήμα της οικονομίας της Κροατίας -και το Ζάγκρεμπ το γνωρίζει. Έτσι, αντί να είναι ένα προπύργιο ενάντια στην ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια, η Κροατία είναι έτοιμη να γίνει το επόμενο ρωσικό ντόμινο που θα πέσει. Πρόσφατα, φίμωσε την κριτική της σχετικά με τις δραστηριότητες του Κρεμλίνου στην περιοχή (ενώ διέσπειρε τους ρεβιζιονιστικούς ισχυρισμούς που προτιμά η Μόσχα [27] σχετικά με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) με αντάλλαγμα ευνοϊκούς όρους στην διευθέτηση της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας.

Εκεί είναι που τα δύο HDZ είναι σημαντικά. Στις 24 Αυγούστου, εν μέσω της οικονομικής κρίσης της Κροατίας, ο πρέσβης της Ρωσίας στην Βοσνία, Πέταρ Ιβάντσοφ, μίλησε ορμητικά [28] για το λεγόμενο κροατικό ζήτημα της Βοσνίας, το οποίο ονόμασε «μια πραγματικότητα … που δεν μπορεί να αγνοηθεί και για την οποία πρέπει να βρεθεί λύση». Τα λόγια του Ιβάντσοφ αντανακλούσαν την ρητορική τόσο του κροατικού όσο και του βοσνιακού κόμματος HDZ, τα οποία [κόμματα] επικαλούνται την ανάγκη για περαιτέρω εθνικό κατακερματισμό στην Βοσνία για να υπερασπιστούν την θέση της κροατικής κοινότητας της χώρας. Αναφερόμενος ρητά στο «κροατικό ζήτημα», ο Ιβάντσοφ χρησιμοποίησε έναν όρο που εφηύρε τοHDZ και ο οποίος απορρίφθηκε όχι μόνο στο Σεράγεβο αλλά και στις Βρυξέλλες [29].

Ο Ivancov έκανε αυτή την ανακοίνωση την ίδια ημέρα [30] που μίλησε με τον Ντόντικ στη Μπάνια Λούκα, την πρωτεύουσα της Δημοκρατίας Σέρπσκα. Εκεί ο πρεσβευτής δεσμεύτηκε ότι η Ρωσία θα υποστηρίξει τις προσπάθειες της Δημοκρατίας Σέρπσκα να αντισταθεί σε μια πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Βοσνίας, το οποίο αποφάσισε ότι όλες οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις εκεί αποτελούν βοσνιακή κρατική περιουσία [31]. Το ζήτημα έχει κεντρική σημασία για τις ΝΑΤΟϊκές φιλοδοξίες της Βοσνίας, καθώς η συμμαχία έχει ζητήσει από το Σεράγεβο να προβεί σε πλήρη καταγραφή όλων των στρατιωτικών περιουσιακών στοιχείων στην χώρα πριν μπορέσει να συνεχιστεί η προσπάθεια ένταξης της χώρας.

Μια Βοσνία ευθυγραμμισμένη με το ΝΑΤΟ είναι ανάθεμα τόσο στην Μπάνια Λούκα όσο και στην Μόσχα και θα κάνουν ό, τι μπορούν για να την σταματήσουν. Έτσι, σε μια μέρα, η Ρωσία έγινε υπέρμαχος τόσο των κροατικών όσο και των σερβικών εθνικιστικών αιτιών στην Βοσνία. Με το να οικοδομεί αυτόν τον συνασπισμό του χάους, το Κρεμλίνο κοιτάζει μπροστά προς τις γενικές εκλογές του 2018 στην Βοσνία. Ειδικότερα, η Μόσχα ανησυχεί για το γεγονός ότι βλέπει να διαμορφώνεται μια πραγματική μεταρρυθμιστική συμμαχία [32].

Τα φιλονικούντα αστικά το αριστερά κόμματα της Βοσνίας κινούνται προς ένα σύμφωνο συνασπισμού το οποίο για καιρό τους ξεγλιστρούσε. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης στην Δημοκρατία Σέρπσκα και μεταξύ των Κροατών ανταγωνιστών του HDZ, εδραιώνουν τις τάξεις τους. Το συνταγματικό καθεστώς της Βοσνίας, με τα βυζαντινικά στρώματα εθνοτικών ποσοστώσεων, είναι τέτοιο που τα κόμματα που δεν έχουν εθνοτική βάση δυσκολεύονται να μεταφράσουν τις ψήφους τους σε κυβερνητικές έδρες. Αλλά μια συντριπτική πλειοψηφία δεν είναι απαραίτητη για μια σταδιακή αλλαγή. Μια χούφτα στρατηγικών νικών από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης -όπως η κατανίκηση της επιλογής του Ντόντικ για την σερβική έδρα της Βοσνιακής προεδρίας το 2014 από τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μλάντεν Ιβάνιτς- μπορεί να δημιουργήσει ανοίγματα. Πράγματι, έτσι κατάφερε η χώρα να υποβάλει τελικά αίτηση υποψηφιότητας για την ΕΕ κατά το παρελθόν έτος [33]. Με το να επιτρέψει απλώς την υποβολή της αίτησης, ο Ιβάνιτς μετέβαλε σημαντικά την παρεμποδιστική στάση του Νικόλα Σπίριτς (Nikola Spiric), τον υποστηριζόμενο από τον Ντόντικ προκάτοχό του.

Αν το 2018 δει μια παρόμοια νίκη της αντιπολίτευσης, τότε η Βοσνία, όπως και η πΓΔΜ [34], θα ανανεώσει γρήγορα την προσπάθειά της να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ -ένα ευκολότερο και σημαντικότερο σχέδιο από όσο η ένταξη στην ΕΕ. Για το Σεράγεβο, η ένταξη στο ΝΑΤΟ σημαίνει μια εγγύηση κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας. Και με την επιφυλακτικότητα για την Ρωσία να μεγαλώνει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, αμφότερες θα μπορούσαν να βοηθήσουν να προωθηθεί η Βοσνία στην διαδικασία ένταξης.

Η Ρωσία, ωστόσο, θα αισθανθεί ότι δεν μπορεί να αφήσει την Βοσνία να γλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά της. Ακόμα και οι εμβαθυνόμενες ρίζες της στην Σερβία [35] θα είναι σε μεγάλο βαθμό μάταιες εάν χάσει την λαβή της στο τραυματισμένο κέντρο των Βαλκανίων. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το επόμενο έτος θα αποτελέσει σημείο καμπής για τα σχέδια της Ρωσίας στην περιοχή. Αν οι πληρεξούσιοι της Μόσχας στην χώρα διατηρήσουν την εξασθενίζουσα λαβή τους στην εξουσία το 2018, η Ρωσία πιθανότατα θα αποσυρθεί στις σκιές, με τον στόχο της να κρατήσει την Βοσνία έξω από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ να εξασφαλίζεται για άλλη μια φορά. Αλλά αν το αμάλγαμα των ρεφορμιστικών δυνάμεων κάνει μια σημαντική πρόοδο, τότε η Μόσχα θα αναγκαστεί να ανταποκριθεί με οποιοδήποτε μέσο κρίνει απαραίτητο.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/bosnia-herzegovina/2017-09-06/ru…

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.hurstpublishers.com/book/hunger-and-fury/
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/bosnia-herzegovina/2015-12-15/mo…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/bosnia-herzegovina/2016-12-20/dy…
[4] https://www.occrp.org/en/spooksandspin/leaked-documents-show-russian-ser…
[5] http://foreignpolicy.com/2016/11/08/this-is-what-it-looks-like-when-russ…
[6] https://www.ft.com/content/eb566424-2c20-11e7-9ec8-168383da43b7
[7] https://www.opendemocracy.net/od-russia/jasmin-mujanovi%C4%87/moscow%E2%…
[8] http://www.reuters.com/article/us-bosnia-serbs-secession-idUSKBN0NG0NB20…
[9] http://www.b92.net/eng/news/region.php?yyyy=2017&mm=02&dd=28&nav_id=100633
[10] http://www.dw.com/en/corruption-no-freedom-of-speech-and-dubious-referen…
[11] http://in.reuters.com/article/bosnia-russia-loan-idINL6N0RK2XL20140919
[12] http://www.reuters.com/article/russia-bosnia-debt-idUSR4N1F102X
[13] http://vijesti.ba/clanak/371228/rusija-je-pristala-na-isplatu-klirinskog…
[14] http://www.reuters.com/article/us-usa-sanctions-bosnia-dodik-idUSKBN1512WI
[15] http://blogs.lse.ac.uk/europpblog/2016/09/26/republika-srpska-referendum/
[16] http://www.dw.com/en/serbian-mercenaries-fighting-in-eastern-ukraine/a-1…
[17] https://www.vecernji.hr/vijesti/u-ukrajini-nisu-placenici-vec-ljudi-koji…
[18] http://www.nytimes.com/1992/10/22/world/serbs-and-croats-now-join-in-dev…
[19] https://books.google.com/books?id=DEdcBAAAQBAJ&lpg=PA146&dq=graz%20agree…
[20] https://www.slobodnaevropa.org/a/dodik-covic-most-bih/28218996.html
[21] http://balkans.aljazeera.net/vijesti/dodik-i-covic-saveznici-u-destrukciji
[22] http://ba.n1info.com/a201299/Vijesti/Vijesti/BiH-drzava-sa-preglomaznim-…
[23] http://www.foreignaffairs.gr/articles/71357/dagmar-skrpec/i-kroatia-i-ro…
[24] http://www.balkaninsight.com/en/article/croatia-s-far-right-will-profit-…
[25] https://www.economist.com/news/europe/21726073-how-did-firm-had-near-mon…
[26] http://www.balkaninsight.com/en/article/russian-sberbank-wants-fulfilmen…
[27] http://www.balkaninsight.com/en/article/croatian-mp-blames-alija-izetbeg…
[28] http://vijesti.ba/clanak/372361/ruski-ambasador-treba-rijesiti-hrvatsko-…
[29] https://www.slobodnaevropa.org/a/evropski-parlament-federalizacija-bih/2…
[30] http://ba.n1info.com/a181171/Vijesti/Vijesti/Sastanak-Dodik-i-Ivancov-Od…
[31] http://www.balkaninsight.com/en/article/court-rejects-bosnian-serb-claim…
[32] http://www.balkaninsight.com/en/article/bosnia-s-next-elections-could-be…
[33] http://www.ecfr.eu/article/commentary_bosnia_herzegovinas_eu_candidacy_s…
[34] http://www.politico.eu/article/macedonia-nato-nikola-dimitrov-renews-pus…
[35] https://www.voanews.com/a/united-states-sees-russia-humanitarian-center-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Βγάλτε από το τραπέζι τον προληπτικό πόλεμο με την Βόρεια Κορέα

0
Οι κίνδυνοι της σκληρής ρητορικής του Trump
Περίληψη:

Ο Κιμ δεν είναι τρελός, ούτε η βαναυσότητά του απαιτεί έναν προληπτικό πόλεμο. Η αδιάκοπη συζήτηση για τον πόλεμο χρησιμεύει μόνο για να ενισχύσει την χειρότερη αφήγηση της Βόρειας Κορέας για την αδιάκριτη εχθρότητα της Αμερικής.

Ο JOHN DELURY είναι αναπληρωτής καθηγητής στην Μεταπτυχιακή Σχολή Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Yonsei.

Η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει φέρει ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump [1] στην πολιτική της Βόρειας Κορέας [2] είναι ρητορική -αλλά οι στρατηγικές συνέπειες μπορεί να είναι τεράστιες. Από την άποψη της πραγματικής πολιτικής, η «στρατηγική υπευθυνότητα» της κυβέρνησης Trump οφείλει περισσότερα στην «στρατηγική υπομονή» της κυβέρνησης Μπαράκ Ομπάμα [3] από ό, τι οι αρχιτέκτονές τους ή οι επικριτές τους θα ήθελαν να παραδεχτούν. Η κεντρική ώθηση της πολιτικής είναι να δελεάσει το Πεκίνο να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Πιονγκγιάνγκ, όπως επιχειρήθηκε στον τελευταίο γύρο των κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και σε πολυάριθμες προεδρικές αναρτήσεις στο Tweeter. Πράγματι, αντί να αποκοπεί από το παρελθόν, ο Trump φαίνεται να έχει κληρονομήσει μια εσφαλμένη αντίληψη ότι η Κίνα είναι το κλειδί για την επίλυση του προβλήματος της Βόρειας Κορέας.

06092017-3.jpg

Εκτόξευση πυραύλων κατά την διάρκεια βορειοκορεατικής στρατιωτικής άσκησης σε αχρονολόγητη φωτογραφία που κυκλοφόρησε από την Κορεατική Κεντρική Υπηρεσία Τύπου της Βόρειας Κορέας. KCNA / VIA REUTERS
—————————————————————–

Ωστόσο, παρά την υποκείμενη συνέχιση της [ίδιας] πολιτικής, σημειώθηκε σημαντική μεταστροφή στον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση [Τραμπ] μιλά για την Βόρεια Κορέα. Ο πρόεδρος αναφέρεται συγκαλυμμένα σε προληπτικά χτυπήματα και οι ανώτεροι σύμβουλοί του προωθούν ρητά τον «προληπτικό πόλεμο». Αυτές οι ιδέες εμφανίζονται συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και έχουν ενταχθεί κανονικά στην δημόσια συζήτηση. Η λεγόμενη στρατιωτική επιλογή, μια ακραία θέση πριν από ένα χρόνο, αποτελεί πλέον μέρος της κύριας συζήτησης.

Αυτό είναι κάτι καινούργιο και αξίζει μια γρήγορη ανασκόπηση του γρίφου της Βόρειας Κορέας από την εποχή του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, για να δούμε το γιατί. Η μόνη φορά που υπήρξε μια τέτοια πολεμική ρητορική ήταν την άνοιξη του 1994. Την εποχή εκείνη, με την Πιονγκγιάνγκ στα πρόθυρα του να ξεπεράσει το πυρηνικό κατώφλι, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας William Perry [4] ήταν έτοιμος να παρουσιάσει στον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον ένα σχέδιο επίθεσης για την καταστροφή του πυρηνικού σταθμού Yongbyon [5]. Η κρίση, η οποία έβραζε για ένα χρόνο, ξεφούσκωσε λόγω μιας διπλωματίας που οδήγησε στο Συμφωνημένο Πλαίσιο ΗΠΑ-ΛΔΚ, το οποίο πάγωσε το πρόγραμμα πλουτωνίου της Βόρειας Κορέας και αργότερα επέτρεψε ένα μορατόριουμ για τις πυραυλικές δοκιμές. Η συζήτηση περί χτυπημάτων εξαφανίστηκε.

Όμως, το Συμφωνημένο Πλαίσιο ξηλώθηκε κατά την διάρκεια της διοίκησης του Μπους και όταν η Πιονγιάνγκ προετοιμαζόταν να δοκιμάσει έναν βαλλιστικό πύραυλο μεγάλης εμβέλειας τον Ιούνιο του 2006, ο Perry και ο Ashton Carter, ο μελλοντικός υπουργός Άμυνας, έγραψαν ένα άρθρο γνώμης υπέρ ενός χτυπήματος στον πύραυλο [6] που βρισκόταν στην βάση εκτόξευσης. Αλλά η πρόταση Perry-Carter ήταν μια απόκλιση, ήταν η εξαίρεση που απέδειξε τον κανόνα του μηδενικού ενδιαφέροντος για στρατιωτικές επιλογές στην κορεατική χερσόνησο. Το Ιράκ ήταν αρκετά κακό. Ο Μπους άφησε την εκτόξευση να συμβεί και αργότερα μέσα σε εκείνο το έτος διπλασίασε τις προσπάθειες για πολυμερή διπλωματία μέσω των Εξαμερών Συνομιλιών.

Αυτές οι συνομιλίες διαλύονταν κατά την εποχή που ο Ομπάμα αναλάμβανε καθήκοντα και η κυβέρνησή του επικεντρώθηκε σε κυρώσεις και πιέσεις (μέσω της Κίνας) και όχι σε επιστροφή στον διάλογο και την διαπραγμάτευση. Όπως ο Μπους και ο Κλίντον πριν από αυτόν, ο Ομπάμα απέρριψε τον πόλεμο ως βιώσιμη λύση. Παρ’ όλο που «θα μπορούσαμε να καταστρέψουμε την Βόρεια Κορέα, προφανώς, με το οπλοστάσιό μας» [7], δήλωσε ο Ομπάμα στον Charlie Rose το 2016, ο πόλεμος θα είχε απαράδεκτο «ανθρωπιστικό κόστος» και θα έθετε σε κίνδυνο τον «ζωτικό μας σύμμαχο», τους Νοτιοκορεάτες που «ζουν ακριβώς δίπλα».

Γιατί λοιπόν η προοπτική ενός Δεύτερου Κορεατικού Πολέμου έχει γίνει κάτι κανονικό στο αμερικανικό κοινό; Είναι αυτό λάθος του Trump; Η γλώσσα της «φωτιάς και οργής» του Trump [8], μαζί με λιγότερο γραφικές αλλά εξίσου δυσοίωνες δηλώσεις αξιωματούχων της διοίκησης, τροφοδοτούν την μετατόπιση των αντιλήψεων για την απειλή που θέτει η Βόρεια Κορέα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο όσον αφορά τις ικανότητες όσο και τις προθέσεις. Οι συχνές αναφορές της διοίκησης στις στρατιωτικές επιλογές, μεγεθυνόμενες από την αδιάκοπη κάλυψη των μέσων ενημέρωσης [9], προκαλούν το δημόσιο άγχος και την ανοικτή στάση απέναντι στον πόλεμο ως λύση. Ο Trump δε θα αλλάξει ποτέ το ρητορικό του παιχνίδι. Αλλά το ευρύ κοινό μπορεί και πρέπει να αναλογιστεί την αληθινή φύση της απειλής, εάν παρουσιάζει έναν σαφή και παρόντα κίνδυνο για τους Αμερικανούς, και το πιο σημαντικό, εάν αξίζει όλη η συζήτηση για τον πόλεμο ως βιώσιμη λύση.

Η βελτίωση των δυνατοτήτων των όπλων της Βόρειας Κορέας είναι αναμφισβήτητη. Η χώρα έχει σημειώσει ξεκάθαρη πρόοδο στην οικοδόμηση ενός ICBM με πυρηνική κεφαλή που θα μπορούσε να χτυπήσει μια αμερικανική πόλη. Ο Jeffrey Lewis [10] στο Κέντρο James Martin για Μελέτες Μη Διάδοσης [των πυρηνικών] δηλώνει ότι η Βόρεια Κορέα έχει ήδη περάσει την «γραμμή τερματισμού» [11]. Παρ’ όλο που η χώρα μπορεί πάντα να συνεχίζει να τελειοποιεί και να ενισχύει την ικανότητά της να αποτρέπει το δεύτερο κύμα των πυρηνικών χτυπημάτων, αποτελεί ουσιαστικά ήδη άμεση απειλή για το έδαφος των ΗΠΑ. Οι ειδικοί παρακολουθούν αυτή την διαδικασία να ξεδιπλώνεται εδώ και χρόνια και δεν εκπλήσσονται τρομερά από το γεγονός ότι καταλήξαμε εδώ. Αλλά οι άνθρωποι που ζουν στο Ντένβερ θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν επειδή αισθάνονται σαν να ζουν ξαφνικά κάτω από την σκιά ενός σύννεφου [πυρηνικών] μανιταριών βορειοκορεατικής προέλευσης.

Φυσικά, η ικανότητα από μόνη της δεν είναι ούτε απειλή ούτε επιβεβαίωση. Όλα εξαρτώνται από την σχέση της ικανότητας με τον κάτοχό της -η Ρωσία ή η Κίνα θα μπορούσαν να ξεκινήσουν πυρηνικές επιθέσεις στο Ντένβερ, αλλά κανείς δεν δίνει σε αυτή την πιθανότητα πολύ βάση. Και εδώ είναι που οι αντιλήψεις μας για τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, και τις προθέσεις του μπαίνουν στο παιχνίδι.

Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι ο Κιμ είναι τρελός, γεγονός που ενθαρρύνεται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα σχόλια της διοίκησης του Trump. Σύμφωνα με το διαρρεύσαν αντίγραφο της τηλεφωνικής κλήσης με τον πρόεδρο των Φιλιππίνων, Rodrigo Duterte, ο Trump ρώτησε αν ο Kim ήταν «σταθερός ή όχι σταθερός» και αναφέρθηκε σε αυτόν ως «ο τρελός με τα πυρηνικά όπλα» [12]. Η πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Nikki Haley, το έθεσε ακόμα πιο ωμά όταν είπε ότι «αυτός δεν είναι ένα λογικό πρόσωπο» [13]. Αυτά τα σχόλια τροφοδοτούν την δημόσια φαντασία, που ήδη βλέπει τον πατέρα του Κιμ ως κακό παράφρονα και μεταφέρει την φήμη φυσικά στον γιο. Ο πόλεμος γίνεται λογικός αν ο Kim δεν είναι [λογικός], αφού μπορεί να κάνει κάτι τρελό, ακόμα και αυτοκτονικό, σαν το να ξεκινήσει έναν θερμοπυρηνικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο πατέρας του Kim, Kim Jong Il, σε αντίθεση με την δημοφιλή εικόνα, αποδείχθηκε καλά ενημερωμένος και εξαιρετικά ορθολογιστής, σύμφωνα με εκτιμήσεις των παγκόσμιων ηγετών που τον αντιμετώπισαν, όπως η [πρώην] υπουργός Εξωτερικών, Madeleine Albright, ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Kim Dae- jung και ο [πρώην]πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Junichiro Koizumi. Όσο για τον Kim Jong Un, μόνο μια χούφτα ξένοι έχουν περάσει χρόνο μαζί του. Αλλά δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι λογικές του ικανότητες είναι μειωμένες και πολύ λίγοι ειδικοί περί την Βόρεια Κορέα αμφισβητούν την ψυχική του σταθερότητα. Η κοινότητα [των υπηρεσιών] πληροφοριών μοιάζει να συμφωνεί. Ο διευθυντής της CIA, Mike Pompeo, δήλωσε πρόσφατα ότι θεωρεί τον Κιμ έναν λογικό δρώντα [14] ο οποίος «ανταποκρίνεται σε αντίξοες συνθήκες». Οι αντιλήψεις του κοινού περί αυτού του αντιπάλου είναι επομένως σε ασυμφωνία με την αξιολόγηση των ειδικών εντός και εκτός της κυβέρνησης.

Όπως και ο διευθυντής της CIA, οι κορυφαίοι σύμβουλοι της εθνικής ασφάλειας της Trump φαίνεται να αποδέχονται την αρχή της ορθολογικότητας του Κιμ. Για αυτούς, το πραγματικό ερώτημα φαίνεται να είναι λιγότερο σχετικά με την λογική του από όσο για τις συνέπειες της αντιλαμβανόμενης σκληρότητάς του. Ο Σύμβουλος της Εθνικής Ασφάλειας, H.R. McMaster, αναφέρει την δολοφονία του ετεροθαλή αδελφού του Κιμ στην Μαλαισία ως απόδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν έναν ηγέτη του οποίου η βαρβαρότητα τον καθιστά απρόβλεπτο και «πολύ, πολύ επικίνδυνο» [15]. Πρόσφατα, ο McMaster προχώρησε περαιτέρω, υποστηρίζοντας ότι η «κλασική θεωρία αποτροπής» του είδους που εμπόδισε τον πόλεμο με την Σοβιετική Ένωση δεν ισχύει για «ένα καθεστώς που φυλακίζει και δολοφονεί όποιον φαίνεται να αντιτίθεται σε αυτό το καθεστώς [16], συμπεριλαμβανομένων των μελών της ίδιας της οικογένειας [του ηγέτη], με την χρήση αερίου νεύρων σαρίν σε ένα δημόσιο αεροδρόμιο». Ο McMaster απαντάται στα ειδησεογραφικά δελτία ως ο κορυφαίος υποστηρικτής των στρατιωτικών επιλογών [17] στην κορεατική χερσόνησο εντός της διοίκησης [Τραμπ].

Η ιδέα ότι η βιαιότητα του Κιμ από μόνη της τον βάζει σε μια κατηγορία και παρουσιάζει μια μοναδική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες για την οποία αξίζει να ληφθεί υπόψη ο προληπτικός πόλεμος, φαίνεται λανθασμένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν, τελικά, αποτρέψει βίαιους, πυρηνικά οπλισμένους δικτάτορες στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένου του Στάλιν και του Μάο [18]. Έχουν επίσης στενές στρατιωτικές συμμαχίες με βίαιους δικτάτορες, συμπεριλαμβανομένης της Νότιας Κορέας. Είναι αλήθεια ότι η βαναυσότητα του Κιμ θα μπορούσε να του επιτρέψει να δεχθεί εξαιρετικές ταλαιπωρίες για τον λαό του ώστε να εξασφαλίσει την ασφάλεια του καθεστώτος του και την επιβίωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας. Πράγματι, η ικανότητα της χώρας να απορροφά τον πόνο είναι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο οι κυρώσεις ήταν τόσο αναποτελεσματικές στο να σταματήσουν την επιδίωξη των πυρηνικών όπλων. Αλλά η βαναυσότητα του Κιμ, όπως αποδεικνύεται από την θυματοποίηση των μελών της οικογένειάς του λόγω πολιτικών επιταγών και της ευημερίας του λαού του λόγω των συμφερόντων ασφαλείας, δεν τον καθιστά απρόβλεπτο. Ούτε σημαίνει ότι ο Κιμ δεν μπορεί να δελεαστεί με διπλωματική πρωτοβουλία για την βελτίωση των σχέσεων. Η βαναυσότητα δεν είναι ίδια με την μηδενική απερισκεψία, κάτι που θα χρειαζόταν ο Κιμ για να χτυπήσει πρώτος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το αμερικανικό κοινό φαίνεται πολύ πρόθυμο να υποτιμήσει τις στρατιωτικές δυνατότητες της Βόρειας Κορέας και να υπερεκτιμήσει την τάση του Κιμ να τις χρησιμοποιήσει. Ένας προληπτικός πόλεμος δεν θα ήταν μόνο «τραγικός σε μια απίστευτη κλίμακα» [19], όπως επεσήμανε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, James Mattis, θα ήταν απίστευτα ανόητος, αφού είναι περιττός και μπορεί να αποφευχθεί. Μαζί με τη Νότια Κορέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ζήσουν με -και να αποτρέψουν μια- πυρηνική Βόρεια Κορέα για όσο χρειάζεται. Η Ουάσιγκτον μπορεί επίσης να εμπλακεί με την Πιονγιάνγκ πολύ πιο εντατικά από ό, τι έχει κάνει τα τελευταία οκτώ χρόνια. Χρησιμοποιώντας άμεση διαπραγμάτευση και οικονομική εμπλοκή, σε στενό συντονισμό με την Σεούλ, υπάρχει μια καλή πιθανότητα να εκτρέψει την τρέχουσα πορεία της Πιονγιάνγκ ή τουλάχιστον να σταματήσει τις [στρατιωτικές] δυνατότητες εκεί που βρίσκονται [σήμερα] και να τις μετατρέψει σε λιγότερο απειλητικές με το να μειώσει την εχθρότητα.

06092017-4.jpg

Ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Moon Jae-in, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, και ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Shinzo Abe, στο Αμβούργο της Γερμανίας, τον Ιούλιο του 2017. CARLOS BARRIA / REUTERS
——————————————————————

Εν τω μεταξύ, θα ήταν φρόνιμο η διοίκηση του Τραμπ να απελευθερωθεί από τα δεσμά της «στρατηγικής υπομονής» και να καταρτίσει ένα νέο σχέδιο που να αγνοεί το Πεκίνο αντί να το περιμένει, ένα σχέδιο το οποίο ανιχνεύει το τι θα έκανε ο Κιμ ως αντάλλαγμα για την άρση των κυρώσεων, αντί για το τι θα σταματήσει να κάνει από τον φόβο ενός εμπάργκο. Ο Kim έχει δείξει από την στιγμή που ανέλαβε την εξουσία ότι δεν ενδιαφέρεται για στενούς δεσμούς με τον Κινέζο ηγέτη Xi Jinping, γεγονός που περιορίζει την μόχλευση του Πεκίνου (και αυξάνει εκείνη της Ουάσιγκτον). Η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει το αμβλύ όργανο της πρόκλησης οικονομικού πόνου μειώνοντας το εμπόριο και τις επενδύσεις, αλλά δεν μπορεί να ενεργήσει ως εγγυητής ή ακόμα και μεσίτης μιας συμφωνίας. Η στρατηγική του Trump θα πρέπει να είναι να ασχοληθεί άμεσα με την Πιονγκγιάνγκ ενώ θα συντονίζεται στενά με την Σεούλ (και το Τόκιο).

Ανεξάρτητα από την πολιτική κατεύθυνση της διοίκησης, το αμερικανικό κοινό θα έκανε καλά να προβληματιστεί κριτικά για την έξαρση της πολεμικής ρητορικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες [20] σκόνταψαν στον πόλεμο στο παρελθόν και το μετάνιωσαν αργότερα τρομερά. Ο Κιμ δεν είναι τρελός, ούτε η βαναυσότητά του απαιτεί έναν προληπτικό πόλεμο. Η αδιάκοπη συζήτηση για τον πόλεμο χρησιμεύει μόνο για να ενισχύσει την χειρότερη αφήγηση της Βόρειας Κορέας για την αδιάκριτη εχθρότητα της Αμερικής. Πολύ χειρότερα, η αδικαιολόγητη αδιαφορία για τις ζωές στη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία όπως υποδηλώνεται από σχόλια σαν του γερουσιαστή Lindsey Graham σχετικά με την ανάγκη διεξαγωγής του πολέμου τώρα, ενώ οι άνθρωποι που θα πεθάνουν είναι «εκεί πέρα», μπορούν να βλάψουν μακροχρόνια την συμμαχία των ΗΠΑ και της Νότιας Κορέας καθώς και την αμερικανική αξιοπιστία με τους συμμάχους και τους εταίρους της στην Ασία, οι οποίοι όλοι παρακολουθούν την πολιτική αλλά και ακούνε την ρητορική.

Ήδη, ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Moon Jae-in [21], θεώρησε απαραίτητο να καθησυχάσει δημοσίως τον λαό του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα αναλάβουν μονομερή στρατιωτική δράση στην χερσόνησο χωρίς την έγκρισή του και ότι απλώς δεν θα επιτρέψει έναν δεύτερο κορεατικό πόλεμο να λάβει χώρα. Οι λέξεις έχουν σημασία. Οι Αμερικανοί πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συζητήσουν την πολυπλοκότητα της αντιμετώπισης της απειλής που παρουσιάζει η Βόρεια Κορέα με μια γλώσσα που προωθεί την ασφάλεια και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, των συμμάχων τους και των φίλων τους στην περιοχή. Και αυτή η συζήτηση θα πρέπει να βασίζεται σε μια νηφάλια εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2017-08-22/take-prev…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/topics/trump-administration
[2] https://www.foreignaffairs.com/regions/north-korea
[3] https://www.foreignaffairs.com/authors/barack-obama
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2001-11-01/prepari…
[5] http://www.pbs.org/wgbh/pages/frontline/shows/kim/themes/lessons.html
[6] http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2006/06/21/AR200606…
[7] https://www.cbsnews.com/news/president-obama-north-korea-challenge-south…
[8] https://www.nytimes.com/2017/08/09/opinion/trumps-fire-and-fury-warning-…
[9] http://www.38north.org/2017/08/aabrahamian081517/
[10] https://www.foreignaffairs.com/authors/jeffrey-lewis
[11] http://www.apple.com
[12] https://www.washingtonpost.com/politics/trump-calls-kim-jong-un-a-madman…
[13] http://edition.cnn.com/2017/03/08/politics/nikki-haley-north-korea-kim-j…
[14] https://www.youtube.com/watch?v=a0Fak6Vy6Hs
[15] http://abcnews.go.com/Politics/week-transcript-high-alert-north-korea/st…
[16] http://abcnews.go.com/Politics/week-transcript-13-17-lt-gen-mcmaster-ant…
[17] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/mattis-and-tiller…
[18] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/1994-07-01/uncerta…
[19] http://www.military.com/daily-news/2017/05/19/mattis-war-north-korea-tra…
[20] https://www.foreignaffairs.com/regions/united-states
[21] https://www.foreignaffairs.com/articles/south-korea/2017-06-14/good-moon…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

The Russian-Saudi rapprochement and Iran

0

Would Russia draw closer to Saudi Arabia and risk losing Iran?

Russian President Vladimir Putin shakes hands with Saudi Deputy Crown Prince Mohammed bin Salman during a meeting at the Kremlin on May 30 [Pavel Golovkin/AFP]
Russian President Vladimir Putin shakes hands with Saudi Deputy Crown Prince Mohammed bin Salman during a meeting at the Kremlin on May 30 [Pavel Golovkin/AFP]

by 

Leonid Issaev is a Lecturer at the Higher School of Economics

 Nikolay Kozhanov is academy associate at the Russia and Eurasia Program, Chatham House.

In mid-July, the Russian Ministry of Foreign Affairs finally issued an agreement to Ahmed Al Wahishi who in early autumn will take up his duties as ambassador of Yemento Moscow. Al Wahishi is the fourth candidate proposed by the Saudi-backed PresidentAbd-Rabbu Mansour Hadi in the past year. Moscow rejected the previous three.

Over the last year, Saudi Arabia has been actively lobbying the Kremlin to accept Hadi’s nominations. Russia’s decision to concede comes after years of it opposing Saudi Arabia’s intervention in Yemen and the government it backs. Even if it did not get involved in the conflict, Moscow silently acknowledged and backed Iran’s interests in Yemen. In 2015, Sergey Lavrov warned that Russia would not allow the conflict in Yemen to escalate into a war against Iran.

So is Moscow’s acceptance of Hadi’s ambassador signalling a change in Russian-Iranian relations and a possible rapprochement with Saudi Arabia? Is Moscow risking losing its close ties with Tehran?

Russia drawing closer to Saudi Arabia?

A number of developments in recent months have signalled a possible rapprochement between Russia and Saudi Arabia.

The two countries have made a joint effort to push for further cutting of oil production to help bring up prices. Since the beginning of this year, Russian Minister of Energy Alexander Novak and his Saudi counterpart Khalid al-Falih have been seeking to conclude an agreement on reducing output.

In late May, then Deputy Crown Prince Mohammad bin Salman went to Russia to discuss with President Vladimir Putin the oil market and the situation in Syria. The visit came just three weeks before Crown Prince Mohammed bin Nayef was removed and bin Salman took his position. While in Moscow, the latter said that “relations between Saudi Arabia and Russia are going through one of their best moments ever”.

Two months later, Moscow and Riyadh signed a preliminary military cooperation agreement worth $3.5bn. The Saudis have requested transfer of technology to accompany the signing of the deal.

In recent months, the two countries have also made significant progress on Syria. Under the patronage of Riyadh, Egypt provided a platform for negotiations between Moscow and the Syrian opposition.

The importance of this step for the Kremlin is obvious. Russia is extremely interested in concluding an agreement on de-escalation zones, the implementation of which is not possible exclusively within the framework of the tripartite initiative of Russia, Iran and Turkey, without the involvement of other actors. From this perspective, the role Saudi Arabia played in the signing of the two Cairo agreements between Russia and the Syrian opposition on East Ghouta and Rastan is very important.

Closer Russian-Saudi relations were seen as a positive step in Tel Aviv, Russia’s “silent partner” in the Middle East. In recent years, Israel itself has enjoyed closer ties with Riyadh and its ally Abu Dhabi.

Divergence with Iran

Moscow’s acceptance of Hadi’s ambassador nomination would not be the first time Russian and Iranian foreign policy have diverged. Although Russia did not side with the Saudi-led coalition in Yemen, it also does not necessarily approve of Iran’s war games.

For Iran, the Yemeni conflict, first of all, is a great way to weaken its main rival in the region – Saudi Arabia. Iran uses this conflict to draw the kingdom into a long-running and extremely costly war. Russia, which for many years has been seeking to strengthen and develop its relations with Saudi Arabia, is much less interested in violating the status quo on the Arabian Peninsula.

Any moves that might be perceived in Tehran as open disregard for its national interest or the formation of a Russian-Saudi alliance will have serious consequences on Russian-Iranian relations.

Iran and Russia also have divergent interests in Syria. Russia is largely driven by its security concerns and confrontation with the West, while Iran is pursuing to establish a regional foothold through dangerous sectarian policies

Currently, Iran and Russia have decided to ignore some of these differences in order to focus on propping the Syrian regime. But once a settlement of the Syrian conflict approaches, these issues would inevitably resurface.

The military coordination between the two countries has also been patchy. Neither is in a hurry to create joint command structures. Their coordination is occasional, and in most cases, the sides simply prefer to take parallel paths to the same destination. Moreover, on a number of occasions, Iran undermined Russian attempts to establish a ceasefire in Syria by provoking further local bloodshed.

And even significant efforts to improve bilateral relations have not led to the desired breakthrough in either economic or political sphere. Since the beginning of the new rapprochement in 2013, Moscow and Tehran have been steadily failing to boost the development of trade and investment cooperation. Russian and Iranian interests have also directly clashed over territorial ownership of the Caspian Sea and its legal status.

A sign of the problematic relationship between the two countries has surfaced during Rouhani’s last visit to Moscow in March, which ended with no significant agreements.

Most of the documents signed during the visit were either non-obligatory memoranda of understanding or supplementary agreements to add some minor details to existing treaties.

The risk of abandoning Iran

Russia has pursued pragmatic policies, independent of Iran, including drawing closer to Saudi Arabia, but there is a limit to how far it can go. Any moves that might be perceived in Tehran as open disregard for its national interests or the formation of a Russian-Saudi alliance will have serious consequences on Russian-Iranian relations.

While Russia and Iran have a lot of issues to argue about, they also have a number of common interests in Syria, Iraq and Afghanistan, in Eurasian transit routes, the situation in Transcaucasia and Central Asia as well as in oil and gas markets.

If Russian-Iranian relations were to deteriorate, this would make dialogue on these issues extremely difficult. It would most definitely hurt Russian interests in Central Asia and Arab countries under strong Iranian influence. Russia would also risk losing joint projects with Iran in the oil and gas sphere.

In other words, Moscow has too much to lose from souring relations with Tehran.

Leonid Issaev is a lecturer at the National Research University Higher School of Economics.

Nikolay Kozhanov is academy associate at the Russia and Eurasia Program, Chatham House, and a visiting lecturer on the political economy of the Middle East at the European University, St. Petersburg.

The views expressed in this article are the author’s own and do not necessarily reflect Al Jazeera’s editorial policy.

http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2017/08/russian-saudi-rapprochement-iran-170817154056810.html

Is there really a Turkey-Iran rapprochement?

0

Can common concerns about US policies in the Middle East and Kurdish statehood ambitions bring Turkey and Iran together?

Iran's President Hassan Rouhani and Turkey's President Recep Tayyip Erdogan pose for photographs during a meeting in Ankara in 2014 [Umit Bektas/Reuters]

iran’s president hassan rouhani and turkey’s president recep tayyip erdogan pose for photographs during a meeting in ankara in 2014 [umit bektas/reuters]
by Galip Dalay
Galip Dalay is a senior associate fellow at the Al Jazeera Centre for Studies and research director at Al Sharq Forum. 

Turkish-Iranian relations have always defied any general characterisation. The two neighbours have never had a straightforward alliance, feud, cooperation or rivalry. Instead, their relationship always carried all these elements simultaneously. There have been times in which the relationship has seemed to be tilting one way or another, and this has generated more debate, controversy and confusion about the nature and future course of the relations between the two countries.

We are now passing through such a period. Turkish-Iranian relations are now being seen as moving towards cooperation, if not alliance-building. Such a characterisation, however, is premature and is reading too much into diplomatic niceties.

In recent times, the diplomatic traffic between Ankara and Tehran seems to have intensified. As recently as August, a large Iranian military delegation headed by military chief of staff Mohammad Hossein Bagheri visited Ankara, meeting their military counterparts as well as President Recep Tayyip Erdogan. The latter is also expected to pay a visit to Tehran soon. 
This recent uptick in diplomatic activity should be seen in the context of a recent convergence of concerns and threat perceptions in the Middle East. However, it should not be interpreted as anything more than that, as Turkey and Iran continue to have diverging, if not conflicting, interests, especially in Iraq and Syria. 

Common concerns

A number of common concerns have recently emerged between Turkey and Iran, which has facilitated the recent thaw in relations. Two factors have been particularly important.
First of all, the struggle to establish a post-Arab Spring regional order has generated anxiety in both Ankara and Tehran. The most obvious manifestation of this struggle was on full display during the latest Gulf crisis. Neither Iran nor Turkey regarded this crisis as an isolated confrontation between Qatar and the Gulf-Arab coalition. 
The Saudi-Emirati-Egyptian axis is trying to establish a new regional order supported by the Trump administration and Israel, and condoned by countries like Jordan. The logical other of this alliance is political Islam, and by extension Turkey, and the publicly announced enemy is Iran. Therefore, this new regional order, if imposed, would be detrimental to the interests of both regional powers.
Turkey and Iran both opposed the Saudi-led block’s moves against Qatar. In fact, during the initial phase of the crisis, Iranian Foreign Minister Javad Zarif paid a rare visit to Turkey to discuss, among other issues, what was happening in the Gulf.
Two issues cause particular concern in Turkey and Iran: the perceived opacity of US policy and the political ambitions of the Kurds.
Secondly, the struggle for the post-Arab Spring regional order has coincided with another one to determine the post-ISIL futures of Iraq and Syria. The more territories the Islamic State of Iraq and the Levant (ISIL, also known as ISIS) loses, the more rivalries emerge over who should control them. 
Two issues cause particular concern in Turkey and Iran: the perceived opacity of US policy and the political ambitions of the Kurds. Iran is anxiously awaiting whether the US will switch its regional policy from ISIL-first to Iran-first policy in the near future. Turkey, on the other hand, is disturbed by the fact that it can’t figure out the durability of US for the Kurds in Syria and the end goal of this partnership in Syria.  
Both countries are also concerned about the overall aims of the US’ Syria policy. The prospect of Kurdish statehood in Iraq and of autonomy in Syria and the potential spillover effect these could have on the Kurdish population in Turkey and Iran generate much anxiety in both capitals.
The emergence of the Syrian Kurdish bloc led by the Democratic Union Party (PYD) as a major player in Syria has pushed Turkey to re-evaluate its Syrian policy. It has prioritised pushing back against the gains of the Syrian Kurds over regime change in Syria and this new strategy has become the thorniest issue in Turkish-American relations. 
The cooperation that emerged between the US and the PYD during the ISIL siege of the Syrian Kurdish town of Kobane between September 2014 and February 2015 acquired a much more solid grounding with the creation of the Syrian Democratic Forces (SDF), the backbone of which is the PYD’s military wing, the People’s Protection Units (YPG).
The PYD, which Turkey considers an affiliate of the Kurdistan Workers’ Party (PKK) and a national threat, has expanded its territorial gains, received international recognition and legitimacy and acquired military equipment and skills as a result of this partnership. Ankara has perceived US’ use of SDF as the primary force in the fight against ISIL even outside of the Kurdish-majority areas as evidence of Washington’s long-term commitment to the Syrian Kurds. In a sense, for Turkey the de-ISIL-ification of these areas has turned into their SDF-ification or PYD-isation. 
Iran, too, is concerned with Kurdish political ambitions, particularly those of the Iraqi Kurds. The independence of Iraqi Kurdistan would diminish the status of Iraq – a Shia-majority country over which Iran has a significant level of influence – in terms of population, geography, hydrocarbon wealth, and water resources. An independent Iraqi Kurdistan is also likely to be closer to the West, Turkey, Israel, and arguably Gulf states than to Iran.
Kurdish statehood could also create plenty of domestic trouble for Iran. The ties of the Iranian Kurdish population and parties with their Iraqi Kurdish brethren are more solid than those with Turkish Kurds. Aside from the PKK’s Iranian affiliate the Kurdistan Free Life Party (PJAK – created in 2004), all other Iranian Kurdish parties have deep historical ties with the Iraqi Kurdish parties. In fact, the leadership of the Iranian Kurdish parties, Kurdistan Democratic Party of Iran (KDP-I) and the left-wing Komala, are residing in Iraqi Kurdistan.

Diverging interests

Yet these shared concerns don’t translate into shared interests in Turkish-Iranian relations. Although both countries are worried about Kurdish statehood, Turkey’s interests lie in minimising the PKK-PYD threat, while the political projections of Iraq’s Kurdistan Democratic Party (KDP) are rather tolerable (even if Ankara opposes its latest push for independence, it is still much less of a threat than an autonomous pro-PKK body in northern Syria).
For Iran, it is the opposite: The break-off of Iraqi Kurdistan bodes ill for its policies in Iraq and it would do anything to prevent it; the PKK and PYD’s presence in Syria and Iraq, however, is no more than a nuisance.
Turkey has been in alignment with the Kurdish conservative nationalist current, spearheaded by Massoud Barzani’s KDP, whereas the Marxist-nationalist current led by the PKK has had working ties with Iran and its allies such as the Iraqi central government until recently. 
This is why despite Iran’s anxiety about PYD’s expanding partnership with the US and territorial control, it still keeps its cold peace with the group. The reflection of this policy is that Iran and the PKK‘s Iranian offshoot PJAK have kept the ceasefire they concluded in 2011. 
Apart from the Kurdish issue in Iraq, Iran and Turkey have other diverging interests. Ankara has been disturbed by the twin processes of the centralisation and sectarianisation of the Iraqi state. In principle, Ankara supports the strengthening of the central government in order to curb the irredentist aspirations of Iraqi Kurdistan, but this could mean the domination of sectarian politics as the Shia groups retain more state power – a trend already in place in the country’s security architecture.
This process was in full force under the pro-Iranian premiership of Nouri al-Maliki between 2006 and 2014 and his policies were arguably largely supported by Iran. Tehran now also supports the Iraqi central government’s sectarian policies and use of Shia militias in the areas that have been cleared from ISIL. This runs the risk of further aggravating Turkey’s allies in Iraq – the Iraqi Sunnis and the KDP.
Ankara and Tehran have divergent interest in Syria as well. Although Turkey has stopped calling for regime change in Damascus, it is still not in a position to condone the total elimination of the opposition. Like the regime, Iran seems to favour inflicting as much destruction on the opposition as possible. At the same time, it is striving to convince Turkey to open channels with the regime, using the Syrian Kurdish territorial expansion as a pretext.
Putting aside principles or normative considerations, the complete elimination of the opposition or Turkey’s opening towards the regime would bode ill for Turkish interests, as its ties to the opposition are one of the most important points of leverage (however fast it may be diminishing) it has in the Syrian negotiations.
Unless and until Turkey believes that it is establishing some balance of interests or influence vis-a-vis Iran in Iraq and Syria, any cooperation with its eastern neighbour will remain fraught with latent or overt tensions and grievances.
The US support for the Syrian Kurds is what is primarily motivating Turkey to seek closer relations with Iran as well as Russia. Any change in US policy towards the Syrian Kurds will have a direct impact on Ankara’s relations with Tehran.
The fuel for Turkish-Iranian rapprochement was provided by their shared concerns. Nevertheless, the level at which they can cooperate remains conditional and constrained by their divergent interests in the region. 
Galip Dalay is a senior associate fellow on Turkey and Kurdish Affairs at the Al Jazeera Centre for Studies, and research director at Al Sharq Forum.
The views expressed in this article are the author’s own and do not necessarily reflect Al Jazeera’s editorial policy.

Και ο Ερντογάν πέρασε τον Ρουβίκωνά του: Τι φέρνουν οι S-400 στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή;

0

Του Παντελή Δ. Καρύκα

File Photo: President of Turkey Tayyip Erdogan speaking during a ceremony. EPA, PRESIDENTIAL PRESS OFFICE HANDOUT, EDITORIAL USE ONLY SEPTEMBER 13, 2017

Όπως ανακοινώθηκε από τη Μόσχα και την Άγκυρα και μάλιστα από επίσημα χείλη οι δηλώσεις των οποίων δεν χωρούν αμφισβήτησης, οι υπογραφές για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία έπεσαν μαζί με την σχετική προκαταβολή.

Ο Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και η Μόσχα, δεν μπλοφάριζαν. Ή τουλάχιστον έτσι δείχνει το πράγμα. Το δεδομένο είναι πάντως ότι οι πύραυλοι επισήμως αγοράστηκαν. Τον αν θα παραδοθούν ή αν τελικά θα αναπτυχθούν είναι ένα άλλο ζήτημα που θα ειδωθεί εν καιρώ. Σε κάθε περίπτωση ο Ερντογάν προχώρησε στην υπέρτατη, μέχρι τώρα, πρόκληση έναντι των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, έβαλε τη Ρωσία στην Ανατολία. Και ναι μεν οι S-400 δεν είναι συμβατοί με τις δυτικές – νατοϊκές υποδομές της Τουρκίας, αλλά η Ρωσία έχει ήδη αναπτύξει τους πυραύλους αυτούς στην Συρία και ενδεχομένως μπορούν να παράσχουν τη βοήθειά τους στους Τούρκους όψιμους συμμάχους τους.

Η Μόσχα δεν μπορεί παρά να τρίβει τα χέρια της με ικανοποίηση από την εξέλιξη που το Κρεμλίνο ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να ονειρευτεί. Η Μόσχα δεν τρέφει, προφανώς, ψευδαισθήσεις για τα αποτελέσματα της εν λόγω αγοράς, αν τελικά ολοκληρωθεί. Αυτό που με βεβαιότητα όμως γνωρίζει είναι ότι επιτυγχάνει ρήγμα, αδιάφορου βάθους, για την ώρα, στην συνοχή του ΝΑΤΟ.

Ο Ερντογάν με την σειρά του επίσης με την αγορά των S-400 ασκεί πλέον ασφυκτική πίεση στη Δύση επιδιώκοντας την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων κυρίως στη Μέση Ανατολή, ενόψει και του τερματισμού του πολέμου στην Συρία που πλέον δεν φαίνεται μακρινός.

Ο στόχος του είναι γνωστός, η αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στην Συρία. Ο Τούρκος σουλτάνος μέχρι τώρα απειλούσε. Τώρα όμως η απειλή είναι απτή και πλέον ορατή. Ωστόσο η απειλή αγγίζει περισσότερο το Ισραήλ και πολύ λιγότερο τη Δύση και το ΝΑΤΟ. Η ισραηλινή αεροπορία είναι που θα εγκλωβιστεί στο αντιαεροπορικό δίχτυ που απλώνεται βόρεια – βορειοανατολικά του εβραϊκού κράτους.

Ήδη το Ισραήλ ανησυχεί ιδιαίτερα με την ανεπτυγμένη στην Συρία ρωσική αντιαεροπορική ομπρέλα. Για αυτό και πραγματοποιεί επιδείξεις ισχύος σε Συρία και Λίβανο για να δει αντιδράσεις και να «ζυγίσει» καταστάσεις. Βασικός αντίπαλος του Ισραήλ δεν είναι η Συρία, ούτε η Τουρκία, αλλά το Ιράν. Αλλά από την στιγμή που Ρωσία και Τουρκία στηρίζουν το Ιράν και το καθεστώς Άσαντ και η Χεζμπολάχ εξαρτώνται από την στήριξη όλων των ανωτέρω, για το Ισραήλ είναι όλοι εν δυνάμει αντίπαλοι. Και η Ιερουσαλήμ δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο απρόβλεπτος Ερντογάν δεν χρησιμοποιήσει τους S-400 για να καλύψει το Ιράν. Ούτε γνωρίζει πως θα αντιδρούσε η Μόσχα σε ενδεχόμενη ισραηλινή αεροπορική προσβολή στο ιρανικό έδαφος.

Πιθανόν είναι επίσης το Ισραήλ να ακολουθήσει την στρατηγική του εμμέσου πλήγματος πλήττοντας Άσαντ ή Χεζμπολάχ που είναι και οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αταίριαστης συμμαχίας που έχει σχηματιστεί μεταξύ της σουνιτικής Τουρκίας, του σιιτικού Ιράν και της χριστιανικής Ρωσίας.

Κατά συνέπεια η επιλογή Ερντογάν να προχωρήσει στην αγορά των ρωσικών πυραύλων έχει ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες στη Μέση Ανατολή, κατ’ αρχήν. Φυσικά θα μπορούσε να έχει ανάλογες συνέπειες και όσον αφορά Ελλάδα και Κύπρο.

Ειδικά στην περίπτωση της Κύπρου και κυρίως της κυπριακής ΑΟΖ η απόκτηση των S-400 αποτελεί σημαντικό πρόβλημα και εμπόδιο στην κάλυψη αυτής από την Ισραηλινή αεροπορία.

Για την Ελλάδα το πρόβλημα εφόσον οι S-400 καταστούν επιχειρησιακοί είναι εξόφθαλμα φανερό πως δεν χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Το τι μέλλει γενέσθαι απομένει να το δούμε. Ωστόσο η κίνηση Μόσχας και Άγκυρας θα προσθέσει άλλη μια θρυαλλίδα στην ταραγμένη Μέση Ανατολή, με επιπτώσεις σε Αιγαίο και Κύπρο.

Πηγή: Και ο Ερντογάν πέρασε τον Ρουβίκωνά του: Τι φέρνουν οι S-400 στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή; http://mignatiou.com/2017/09/ke-o-erntogan-perase-ton-rouvikona-tou-ti-fernoun-i-rosiki-s-400-sti-mesi-anatoli/

Κόφι Ανάν στο Athens Democracy Forum: «Η κρίση βοηθά να κερδίζει έδαφος ο λαϊκισμός»

0

Με βασικό ζήτημα την επαγρύπνηση για τη δημοκρατία η τοποθέτηση του πρώην γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο Athens Democracy Forum.

Κατά την έναρξη της ομιλίας του αναφέρθηκε στον Αριστοτέλη, ο οποίος παραδέχτηκε πρώτος πως ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι πολιτικό ον, γεννιέται και πεθαίνει ως μέλος μιας κοινωνίας. Μάλιστα ο πρώην γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, τόνισε πως συμφωνεί με πολλές από τις ιδέες του Αριστοτέλη και τον χαρακτήρισε ακόμα επίκαιρο.

Ο κ. Ανάν, είπε πως μόνο η δημοκρατία είναι το πολιτικό σύστημα που φέρνει μεταξύ άλλων την αειφόρο ανάπτυξη και την Ειρήνη, ενώ υπογράμμισε πως οι εκλογές είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας, στις οποίες οι πολίτες πρέπει να συμμετάσχουν περισσότερο και όχι να απομακρύνονται.

Ο πρώην γ.γ του ΟΗΕ σημείωσε πως υπάρχει ένα έλλειμμα, μια κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των θεσμών και του πολιτικού συστήματος. «Οι δημοκρατικές ελευθερίες υποχωρούν επί 11 συναπτά έτη» είπε ο κ. Ανάν και πρόσθεσε «διώχνεται η προσέλευση στις κάλπες, αυτό δείχνει μειούμενη εμπιστοσύνη των πολιτών σε κόμματα και θεσμούς».

Ο κ. Ανάν τόνισε πως η οικονομική και προσφυγική κρίση βοηθά να κερδίζει έδαφος ο λαϊκισμός. Ως βασικές δυσκολίες για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα δημοκρατικά καθεστώτα σύμφωνα με τον πρώην γ.γ είναι η απώλεια σημαντικού κομματιού δικαιωμάτων και εισοδημάτων των πολιτών- αποτέλεσμα πολιτικών λιτότητας-η αύξηση της ανισότητας καθώς και το γεγονός ότι οι αγορές εξακολουθούν να κερδίζουν.

«Ο Αριστοτέλης τόνισε τη σημασία της μεσαίας τάξης για να υπάρξει δημοκρατία, όταν ο πλούτος βρίσκεται στα χέρια λίγων μπορεί να υπάρξει αταξία, η μεσαία τάξη είναι η ραχοκοκαλιά της δημοκρατίας» υποστήριξε ο κ. Ανάν και συμπλήρωσε πως οι «κυβερνήσεις φαίνονται αδύναμες απέναντι στις παγκόσμιες αγορές. Κάποιοι έσωζαν τράπεζες και οι άνθρωποι έχαναν τα σπίτια τους» υπογράμμισε αναφερόμενος στην αμερικανική κρίση του 2008.

Αν και έκανε λόγο για κρίση αποτελεσματικότητας των δημοκρατικών κυβερνήσεων εντούτοις ζήτησε να επιχειρηθεί η αναμόρφωση του πολιτεύματος προς την κατεύθυνση που δεν θα δημιουργεί στους πολίτες η εντύπωση των ανισοτήτων.

«Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να σπείρουν το σπόρο της διχόνοιας ανάμεσα στις δημοκρατικές κοινωνίες, δεν πρέπει να το επιτρέψουμε αυτό. Η δημοκρατία εμπνέει ακόμα ολόκληρο την πλανήτη, το τίμημα της δημοκρατίας είναι η αέναη επαγρύπνηση ας μείνουμε λοιπόν σε αυτό» είπε καταλήγοντας στην ομιλία του.

Παράλληλα ο Κόφι Ανάν έκανε εκτενή αναφορά στην ανάπτυξη της Κίνας η οποία κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να κερδίσει υποδομές και έργα σε παγκόσμια κλίμακα, και εμφανίστηκε εξαιρετικά ανήσυχος για τα όσα συμβαίνουν στη Μιανμάρ.

Αν και στο παρελθόν υπήρξαν προκλήσεις για την υφήλιο, αντιμετωπίστηκαν, είπε ο κ. Ανάν γιατί υπήρχαν ηγέτες που μπορούσαν να συνεργαστούν σε πολλά επίπεδα, κάτι που σήμερα δεν διαφαίνεται τόνισε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Παρά τις πρώτες διαδηλώσεις, ο Macron δεν εγκαταλείπει τις μεταρρυθμίσεις και επιτέθηκε προκαταβολικά στους τεμπέληδες, στους κυνικούς και στους ακραίους»

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Ο Philippe Martinez, γραμματέας του κομμουνιστικού συνδικάτου CGT, δήλωσε στο Europe 1 : «Είναι μια πρώτη κινητοποίηση που υπόσχεται να είναι επιτυχής». Αυτά ήταν τα λόγια του, λίγο πριν την αναχώρηση της παρισινής πομπής,  αξιολογώντας  την πρόσκλησή του για τη διαδήλωση εναντίον των Διαταγμάτων του Κώδικα Εργασίας. Η πρώτη μέρα κινητοποίησης κατά της μεταρρύθμισης συγκέντρωσε  την Τρίτη περισσότερα από “400.000” άτομα σε ολόκληρη τη Γαλλία, σύμφωνα με τις διοργανώτριες συνδικαλιστικές οργανώσεις CGT, Solidaires, FSU και Unef και 223.000 σύμφωνα με την αστυνομία. Ένα πρώτο “επιτυχημένο” τεστ, αν και αυτή η συμμετοχή παραμένει κάτω από την αντίστοιχη  εναντίον του νόμου του εργατικού δικαίου, επί Ολάντ, στις 9  Μαρτίου 2016. Η τελευταία είχε συγκεντρώσει 500.000 άτομα σύμφωνα με τους διοργανωτές, 224.000 σύμφωνα με την αστυνομία. Η κύρια πομπή αυτής της εθνικής κινητοποίησης διαδήλωσε στην πρωτεύουσα. Στο Παρίσι, σύμφωνα με τα στοιχεία   της αστυνομίας, υπήρξαν 24.000 διαδηλωτές και 60.000 σύμφωνα με τα στοιχεία της CGT. Ως σύγκριση, κατά την πρώτη ημέρα κινητοποίησης  της 9ης Μαρτίου του 2016, οι διαδηλωτές ήταν  29.000 άνθρωποι  σύμφωνα με την αστυνομία και 100.000 σύμφωνα με τους διοργανωτές.

Να πούμε ότι  αυτός ο πόλεμος των αριθμών δεν είναι καθόλου πρωτότυπος και ευχάριστος. Κάθε φορά το ίδιο γίνεται. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι διοργανώθηκαν διαδηλώσεις σε 180 πόλεις της Γαλλίας στις οποίες συμμετείχε ο Jean-Luc Mélenchon στη Μασσαλία και ο Benoît Hamon στο Παρίσι, και οι δυο υποψήφιοι πρόεδροι της Γαλλίας, ο Pierre Laurent, γραμματέας του ΚΚ Γαλλίας και ευρωβουλευτές της «Ανυπότακτης Γαλλίας». Δεν συμμετείχαν οι Ρεπουμπλικάνοι και το κόμμα της Merine Le Pin. Δεν συμμετείχαν επισήμως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις : FO,  CFDT, CFE-CGC, CFTC ή Unsa. Ορισμένα μέλη της βάσης των τελευταίων οργανώσεων συμμετείχαν βέβαια στις διαδηλώσεις, παρά την αποχή των ηγεσιών τους. Δεν συμμετείχαν φυσικά οι εργοδοτικές οργανώσεις της Γαλλίας. Συμμετείχαν συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι (προβλέπεται να μειωθούν κατά 120.000 σε βάθος πενταετίας) και σιδηροδρομικοί (φοβούνται ότι θα ανέβει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησής τους από τα 57 έτη που είναι σήμερα) είτε για λόγους συμπαράστασης, είτε γιατί φοβούνται ότι θα έρθει και η δική τους η σειρά, αφού οι μεταρρυθμίσεις αφορούν κυρίως τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Συμμετείχαν τέλος και φορτηγατζήδες, δημιουργώντας κάποια κυκλοφοριακά προβλήματα στη Γαλλία, όχι ιδιαίτερης έντασης.

Και στο μεταξύ έχουν προαναγγελθεί δυο νέες διαδηλώσεις : η μια στις 21 από την CGT και η άλλη στις 23 Σεπτεμβρίου από τον Mélenchon. Εδώ παίζεται το διασπαστικό παιχνίδι επικυριαρχίας μεταξύ των δυο.

Η πλειοψηφία του Μακρόν παραμένει «γαλήνια»

Αυτή η μέρα ήταν μια πρώτη δοκιμασία για την κυβέρνηση στους δρόμους και έπεται συνέχεια, όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια στιγμή, η υπουργός Εργασίας Muriel Pénicaud, δήλωσε ότι «είμαστε αρκετά ικανοί στη Γαλλία και ώριμοι να εφεύρουμε μια γαλλικού τύπου ευελιξία με ασφάλεια (flexisécurité)», χωρίς να σχολιάζει την κοινωνική διαμαρτυρία. Ερωτηθέντες από το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) οι βουλευτές του κυβερνητικού κόμματος  «La République en marche» δήλωσαν ότι ήταν «γαλήνιοι» αλλά «προσεκτικοί» για την κινητοποίηση. «Είμαστε βέβαιοι ότι προχωράμε προς τη σωστή κατεύθυνση», δήλωσε η Cendra Motin, αντιπρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης. «Δεν είμαι βέβαιος ότι η κινητοποίηση σήμερα είναι τεράστια», δήλωσε επίσης στον Τύπο ο βουλευτής Olivier Véran. «Η αμφισβητούμενη μεταρρύθμιση στους δρόμους εγκρίθηκε από τους Γάλλους στις κάλπες. Είναι φυσικό να φτάσουμε μέχρι το τέρμα» και «δεν υπάρχει αντιδημοκρατικό πραξικόπημα όπως ισχυρίζεται ο Jean-Luc Mélenchon», σύμφωνα με δημοσίευμα του Arnaud Focraud στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche στις 12-09-2017.

Την ίδια ημέρα ο Μακρόν βρισκόταν στις γαλλικές Αντίλλες για να συντονίσει τις ενέργειες αποκατάστασης των βαρύτατων ζημιών που υπέστησαν οι κάτοικοί τους αλλά και για συμπαράσταση. Ένας σχολιαστής του καναλιού France 24 είπε πως η εκεί μετάβασή του αυτό το χρονικό διάστημα ήταν ένα είδος «αντιπερισπασμού» ενάντια στις διαδηλώσεις στη μητροπολιτική Γαλλία, αφού βέβαια η αντιπολίτευση τον κατηγόρησε στο μεταξύ  ότι άργησε η κυβέρνησή του να παρέμβει.

Εκείνο όμως που προκάλεσε σάλο στη Γαλλία ήταν οι δηλώσεις του Μακρόν που έγιναν την περασμένη Παρασκευή (08-09-2017) από την γαλλική αρχαιολογική σχολή της Αθήνας ενώπιον της εκεί γαλλικής παροικίας η οποία λέγεται ότι ψήφισε  κατά 80% τον Μακρόν. Τι είπε ; Στιγμάτισε τους «τεμπέληδες», τους «κυνικούς» και τους «ακραίους» συμπατριώτες του, σύμφωνα με την ανταποκρίτρια της ηλεκτρονικής LE MONDE Solenn de Royer.

Ο Μακρόν, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή αναμόρφωση και να ενθαρρύνει τις γαλλικές εταιρείες να επενδύσουν στην Ελλάδα, επωφελήθηκε από την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα την Πέμπτη και την Παρασκευή και θέλησε  να στείλει το μήνυμά του στον πολιτικό κόσμο στη Γαλλία : «και δεξιά και αριστερά». Μπροστά στη γαλλική κοινότητα της Ελλάδας, ο Μακρόν είπε : «Είμαι απόλυτα αποφασισμένος, δεν θα υποκύψω με τίποτα, ούτε στους τεμπέληδες, ούτε στους κυνικούς, ούτε στους ακραίους». «Και σας ζητώ να έχετε την ίδια αποφασιστικότητα», συνέχισε. «Μην ενδώσετε στους εγωιστές, τους απαισιόδοξους ή στους εξτρεμιστές. Δεν θέλω άλλος πρόεδρος σε 15 χρόνια να σας πει ότι «τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα».

Ερωτηθείς λίγο αργότερα για αυτούς τους δακτυλοδεικτούμενος «τεμπέληδες» , το περιβάλλον του προέδρου αρνήθηκε να τους  χαρακτηρίσει περαιτέρω, λέγοντας πως ήταν μια «ελεύθερη έκφραση». Ο πρόεδρος έχει εχθρό την «τεμπελιά». Κάποιοι το ερμήνευσαν ότι μάλλον φωτογράφισε την πολιτική αδράνεια των προκατόχων του François Hollande και Nicolas Sarkozy.

Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για μένα να δούμε προσεχώς κατά πόσο οι Γάλλοι «απεχθάνονται» πράγματι ή όχι «τις μεταρρυθμίσεις».

 Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι οικονομολόγος.

 

 

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες

3

Κώστας Λαπαβίτσας  Γιώργος Διαγουρτάς  Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Επικοινωνιακή καταιγίδα δημιούργησε η κυβέρνηση, με αποκορύφωμα την ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, για να πείσει τον ελληνικό λαό ότι η χώρα «έχει γυρίσει σελίδα», περνάμε σε «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» και αφήνουμε πίσω τη σκληρή εποχή των μνημονίων.

Οι πολιτικοί στόχοι του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ειδικεύεται στη δημιουργία εικονικής πραγματικότητας, είναι προφανείς. Ταυτόχρονα φτιάχνεται και ένα νέο προφίλ για τον Αλέξη Τσίπρα, του «σοβαρού» πρωθυπουργού που έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και ανοίγει το δρόμο της «δίκαιης» ανάπτυξης.

Αμήχανη και ενοχλημένη παρακολουθεί η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία δεν έχει τίποτε ουσιαστικό να πει και αποδεικνύεται σαφώς κάτω των περιστάσεων. Αντίστοιχα αμήχανη είναι και η «κεντροαριστερά», η οποία ανασυντάσσεται χωρίς να έχει κάτι διαφορετικό να προτείνει.

Με ελαφριά ειρωνεία παρακολουθούν οι ηγετικοί κύκλοι της χώρας, οι οποίοι είναι πλήρως ικανοποιημένοι από τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν τον θέλουν στην κυβέρνηση.

Πιο αμήχανος από όλους παρακολουθεί ο ελληνικός λαός, ο οποίος δεν βλέπει πουθενά στην πραγματική ζωή την «αλλαγή σελίδας», ίσα-ίσα το αντίθετο, αλλά μετά από εφτά χρόνια μνημονιακού ολέθρου θέλει να ελπίσει σε κάτι καλύτερο.

Επείγει, λοιπόν, να γίνει μια σύντομη ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας για να δούμε που πραγματικά βρισκόμαστε.

Συνοπτικά μιλώντας, η ελληνική οικονομία έχει σταθεροποιηθεί σε πολύ χαμηλή βάση μέσω της φτώχειας και της καταστροφής του παραγωγικού ιστού που επέβαλαν τα μνημόνια. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη, ή σοβαρός λόγος, για να περιμένουμε ταχύρρυθμη ανάπτυξη, όσο η χώρα θα λειτουργεί μέσα στο σκληρό μνημονιακό πλαίσιο, είτε υπάρχουν τυπικά τα μνημόνια, είτε όχι. Η κρίση της Ευρωζώνης έχει ουσιαστικά τελειώσει, αλλά οι συνθήκες που αφήνει πίσω της είναι εξαιρετικά δύσκολες για τη χώρα μας.

Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα μέσα στην οποία η Ελλάδα θα πρέπει να βρει καινούργιο δρόμο. Οι προοπτικές και οι δυνατότητες υπάρχουν, όπως συνοπτικά θα αναλυθεί παρακάτω, αλλά απαιτούν κοινωνικές ανατροπές.

Το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας στο θέμα αυτό είναι η ολική αποτυχία του πολιτικού συστήματος, η οποία πλέον έχει πάρει ιστορικές διαστάσεις. Η ανάλυση της πολιτικής κατάστασης και των βημάτων που απαιτούνται θα ακολουθήσει σε αμέσως επόμενες αναρτήσεις.

  1. Η βαθιά αδυναμία της συνολικής ζήτησης

Η αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας από το 2010 και μετά φαίνεται με απλό τρόπο στο Σχήμα 1:

Σχήμα 1 : Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (σε εκατ. €, έτος αναφοράς 2010, με εποχική διόρθωση)

Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Τα μνημόνια επέβαλαν ραγδαία συρρίκνωση το 2010-2, οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια 25% του ΑΕΠ από το 2008, αλλά η οικονομία έχει ουσιαστικά σταθεροποιηθεί από το 2013. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η κατάσταση είναι στάσιμη, πράγμα που ισχύει σαφώς και για την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι μεγαλόσχημοι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης είναι καθαρά επικοινωνιακή προπαγάνδα. Αν υπάρξει βελτίωση το επόμενο διάστημα, θα γίνει από πολύ χαμηλή βάση και με χαμηλούς ρυθμούς.

Ο κυριότερος λόγος για τη στασιμότητα είναι η έλλειψη συνολικής ζήτησης. Η ζήτηση έχει συντριβεί από την οικονομική πολιτική των μνημονίων, η οποία επιβεβαιώθηκε με την δεύτερη αξιολόγηση του Τρίτου Μνημονίου απαιτώντας τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2021 και πολύ μεγάλα για δεκαετίες μετά, ώστε να μπορεί η Ελλάδα να εξυπηρετεί το γιγαντιαίο εξωτερικό της χρέος.

Τα πλεονάσματα κάνουν αναγκαία την υψηλότατη φορολογία που πλήττει την κατανάλωση και τις επενδύσεις, χτυπώντας τη συνολική ζήτηση. Απαιτούν ακόμη περικοπές στις δημόσιες δαπάνες που επίσης πλήττουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Τέλος, η μεγάλη αδυναμία των τραπεζών δρα περιοριστικά στις πιστώσεις για κατανάλωση και επενδύσεις και άρα δεν στηρίζει τη συνολική ζήτηση.

Κατανάλωση

Πιο συγκεκριμένα, η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών είναι ουσιαστικά στάσιμη από το 2013 και μετά, όπως φαίνεται στο Σχήμα 2. Παρά τις καυχησιολογίες της κυβέρνησης, η αύξηση του όγκου της κατανάλωσης που παρατηρήθηκε το 2ο τρίμηνο του 2017 ήταν μόλις 0,75% (με εποχική διόρθωση).

Σε καμία περίπτωση αυτή η ανεπαίσθητη αύξηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένδειξη επιτάχυνσης της ελληνικής οικονομίας και αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Η πραγματικότητα των χαμηλών μισθών και της υψηλής φορολογίας θα συνεχίσει να δρα περιοριστικά στην κατανάλωση, άρα και στη συνολική ζήτηση, τα επόμενα χρόνια.

Σχήμα 2: Κατανάλωση Νοικοκυριών (δείκτης όγκου, έτος αναφοράς 2010, σε εκατομμύρια €)

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Ακριβώς την ίδια εικόνα δείχνουν και τα μηνιαία στοιχεία του δείκτη όγκου εργασιών στο λιανικό εμπόριο στο Σχήμα 3. Ο λιανικός κλάδος χτυπήθηκε σκληρά από τα μνημόνια και παραμένει ουσιαστικά στάσιμος μετά το 2013. Δεν υπάρχει απολύτως καμία ένδειξη ταχύρρυθμης ανόδου του λιανικού εμπορίου την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ.

Σχήμα 3 : Λιανικό Εμπόριο (δείκτης όγκου εργασιών, 2010=100)

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Επενδύσεις

Αντίστοιχη εικόνα κατάρρευσης μέχρι το 2013 την οποία έχει ακολουθήσει στασιμότητα δείχνουν και οι επενδύσεις στο Σχήμα 4. Δεν υπάρχει ορατή διαφορά κατά την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, παρά τις κυβερνητικές δηλώσεις για αντιστροφή του επενδυτικού κλίματος, το 2ο τρίμηνο του 2017 οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 4,58%.

Σχήμα 4: Επενδύσεις (Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου)

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Η κυρίαρχη άποψη που εκφράζεται από τα συστημικά ΜΜΕ και την αντιπολίτευση ότι απαιτούνται «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή στην ουσία αντεργατικά μέτρα και απορρύθμιση των αγορών, ο οποίες θα ενθαρρύνουν τους ιδιώτες επενδυτές οδηγώντας σε επενδυτική έκρηξη στερείται πλήρως ρεαλισμού. Η Ελλάδα έχει βιώσει βαθύτατες τέτοιες «μεταρρυθμίσεις» στα πλαίσια των μνημονίων, χωρίς αποτέλεσμα, όπως φαίνεται στο Σχήμα 4.

Εξίσου αβάσιμη είναι η άποψη, την οποία προβάλλει κατά κόρον και η κυβέρνηση, ότι «το νέο αναπτυξιακό μοντέλο» που έχουν δημιουργήσει τα μνημόνια θα λειτουργήσει ελκυστικά για τους ξένους επενδυτές, φέρνοντας κύμα ξένων επενδύσεων που θα προωθήσουν την ανάπτυξη. Πρόκειται για ανενδοίαστη προπαγάνδα που δεν στηρίζεται πουθενά. Όπως δείχνει το Σχήμα 5, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις στη χώρα μας ποτέ δεν είχαν σημαντικό ύψος την περίοδο από το 2001 και μετά. Στο αποκορύφωμά τους το 2006 μόλις και έφτασαν το 2% του ΑΕΠ. Κατά τη διάρκεια της κρίσης κατέρρευσαν εντελώς.

Σχήμα 5 : Εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, %ΑΕΠ

Πηγή : UNCTAD

Η ελαφριά ανάκαμψη των άμεσων ξένων επενδύσεων μετά το 2013, ακόμη και αυτή η σχετικά σημαντική αύξηση που παρατηρήθηκε το 2016, φτάνοντας τα 3,1 δις δολ., πάνω από 1,5% του ΑΕΠ, δεν δείχνει καθόλου ότι η Ελλάδα «έχει γυρίσει σελίδα», όπως ισχυρίζεται ο Αλέξης Τσίπρας. Το αντίθετο μάλιστα. Η αύξηση αυτή είναι καθαρά προϊόν του μεγάλου κύματος ιδιωτικοποιήσεων λόγω των απαιτήσεων του 3ου μνημονίου για πώληση της δημόσιας περιούσιας.

Ξένο κεφάλαιο, συχνά κερδοσκοπικό, απόκτησε πλήθος περιουσιακών στοιχείων, όπως η παραχώρηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην FRAPORT, η πώληση του 51% του ΟΛΠ στην COSCO καθώς και η πώληση δραστηριοτήτων των τραπεζών σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Από τα περίφημα 3,1 δις άμεσων ξένων επενδύσεων το 2016 μόλις 200 εκ ήταν επενδύσεις σε νέες παραγωγικές μονάδες. Αυτή ήταν «ψήφος εμπιστοσύνης» των ξένων στο περιβόητο «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» …

Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία ότι οι δύο κύριοι συντελεστές της ιδιωτικής ζήτησης στη χώρα μας – κατανάλωση και επενδύσεις – έχουν πληγεί βαριά μέσα στο μνημονιακό πλαίσιο. Η αδυναμία και των δύο είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αδυναμία του τραπεζικού τομέα και την ανικανότητά του να στηρίξει την ανάπτυξη.

Τράπεζες

Το κύριο πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που δημιουργήθηκαν κυρίως κατά την περίοδο της κρίσης. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν στο ανώτερο σημείο τους το 1ο τρίμηνο του 2016. Έχουν μειωθεί τον τελευταίο χρόνο λόγω των εκτεταμένων διαγραφών σε εμπορικά και καταναλωτικά δάνεια και όχι εξαιτίας της βελτίωσης εξυπηρέτησης των δανείων από τους δανειολήπτες[1].Στο τέλος του Ιουνίου του 2017, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έφταναν στο 42,7% για τα στεγαστικά δάνεια, το 53,6% για το καταναλωτικά και το 44,4% για το επιχειρηματικά.

Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες από τους όρους του 3ου μνημονίου να περιορίσουν δραστικά  τα προβληματικά δάνεια και προχωρούν σε συστηματικούς πλειστηριασμούς και πωλήσεις σε ξένους κερδοσκόπους.

Ταυτόχρονα οι τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα ελλειμματικών καταθέσεων. Οι καταθέσεις παραμένουν στα χαμηλά επίπεδα του Ιουνίου του 2015, όταν και ολοκληρώθηκε το δεύτερο μεγάλο κύμα φυγής χρηματικών κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα από την έναρξη των κρίσης. Παρά τις ηχηρές δηλώσεις διαφόρων παραγόντων, μεγάλα στρώματα καταθετών διατηρούν αποταμιεύσεις ίσως και 100 δις ευρώ είτε σε καταθέσεις σε τράπεζες του εξωτερικού, είτε σε χαρτονομίσματα σε θυρίδες και αλλού.

Αντιμέτωπες με αυτά τα μεγάλα προβλήματα, οι τράπεζες δεν αυξάνουν το δανεισμό τους, ενώ παράλληλα επιχειρούν να βελτιώσουν την κερδοφορία τους μέσω εξορθολογισμού του κόστους, πράγμα που έχουν όντως πετύχει την τελευταία διετία. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η ζήτηση, καθώς η μείωση, ή η αδυναμία του τραπεζικού δανεισμού δεν μπορεί να στηρίξει την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Η αδυναμία της ιδιωτικής ζήτησης είναι ο κύριος λόγος της αναπτυξιακής στασιμότητας την οποία δείχνει το Σχήμα 1. Η θεραπεία που επέβαλε η Τρόικα σταθεροποίησε την οικονομία συντρίβοντας τη ζήτηση, άλλα έφερε και τη στασιμότητα. Χωρίς άμεση τόνωση της ζήτησης θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα βραχυπρόθεσμα.

Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να το διαπιστώσουμε. Το 3ο και το 4ο τρίμηνο του 2017 η ανάπτυξη πιθανότατα θα επιταχυνθεί φτάνοντας κάπου ανάμεσα στο 1,5-2% για ολόκληρο το χρόνο. Ο λόγος θα είναι ξεκάθαρα η αύξηση της τουριστικής κίνησης που θα δώσει μια σωτήρια ώθηση στη ζήτηση. Αν όμως κάποιοι προσδοκούν ότι η τουριστική αύξηση θα λύσει το συνολικό πρόβλημα ζήτησης της χώρας, πόσο μάλλον της αναδιάρθρωσης της παραγωγής, τότε έχουν χάσει κάθε αναλυτική ικανότητα.

Η αδυναμία της ιδιωτικής ζήτησης και η αναπτυξιακή στασιμότητα είναι το άμεσο πρόβλημα της οικονομίας που απαιτεί συντονισμένη και καίρια απάντηση, ιδίως για το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας. Την απάντηση στις σημερινές συνθήκες μπορεί να τη δώσει μόνο ο δημόσιος τομέας, αυξάνοντας τις δημόσιες επενδύσεις, αλλά και τη δημόσια κατανάλωση και τονώνοντας έτσι τη συνολική ζήτηση. Μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε όντως να αλλάξει τη βραχυπρόθεσμη εικόνα της οικονομίας, συμπαρασύροντας και τον ιδιωτικό τομέα σε άνοδο των επενδύσεων και σε κατανάλωση.

Ας μη βιαστούν οι πολέμιοι του κράτους (και ιδίως του σοσιαλισμού) να μιλήσουν για κρατισμό και διάφορα άλλα ευφάνταστα που κατά καιρούς ακούγονται. Το ζητούμενο σήμερα είναι η δυναμική επανεμφάνιση του δημόσιου τομέα για να λειτουργήσει ως σωτήριος μηχανισμός που θα βγάλει την οικονομία από το τέλμα. Τα αποτελέσματα θα είναι ευεργετικά για τον κόσμο της εργασίας, δημιουργώντας αμέσως νέες σταθερές θέσεις απασχόλησης.

Θα υπάρξει έτσι βάση για να σχηματιστεί μια νέα και ελπιδοφόρα σχέση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που θα περιλαμβάνει την ολική αναδιάρθρωση και των δύο. Δυστυχώς, μέσα στο πλαίσιο των μνημονίων που επιβάλλουν τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα για την εξυπηρέτηση του χρέους, η λύση αυτή είναι αδύνατη.

2.Η παραγωγική αδυναμία και τα τραύματα της εργασίας

Τα βαθύτερο και πλέον δομικό πρόβλημα της οικονομίας όμως έχει να κάνει με την ίδια την παραγωγή, όπου τα μνημόνια έχουν επιφέρει μεγάλη ζημία. Οι μακροχρόνιες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας έχουν εξασθενήσει και απαιτούν συστηματική θεραπεία. Τα μεγαλύτερα τραύματα βρίσκονται στο χώρο της εργασίας που σήκωσε και το κύριο βάρος της κρίσης.

Ανεργία

Η υψηλότατη ανεργία παραμένει βασικό αναπτυξιακό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Τα μνημόνια έδωσαν συντριπτικό χτύπημα στη μισθωτή εργασία και μάλιστα χτύπησαν τις παραγωγικές ηλικίες. Η ανεργία βέβαια μειώνεται σταδιακά από το 2014 και τη διετία της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η μείωση συνεχίστηκε.  Από το 1ο τρίμηνο του 2015 μέχρι το 1ο τρίμηνο του 2017 η ανεργία μειώθηκε από το 26,6% στο 23,3%, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 155000. [2][3] Αλλά παρά τη σχετική μείωση (σε μεγάλο βαθμό πλασματική, όπως θα δούμε παρακάτω), η ανεργία παραμένει εξαιρετικά υψηλή, η υψηλότερη στην Ε.Ε.

Χαρακτηριστικό του τι έχει συμβεί στο χώρο της παραγωγής είναι ότι οι νέες θέσεις εργασίας είναι στην πλειοψηφία τους ευέλικτης μορφής και χαμηλόμισθες. To ποσοστό των συμβάσεων μερικής απασχόλησης έχει αυξηθεί από 10% το 1ο  τρίμηνο του 2015 σε 10,5% το 1ο τρίμηνο του 2017 και εξακολουθεί να αυξάνεται. Σύμφωνα με το ΕΡΓΑΝΗ το ποσοστό των νέων προσλήψεων με σύμβαση μερικής απασχόλησης το 1ο επτάμηνο του 2017 ανέρχεται σε 38,33%, [4]έναντι 34,52% το 1ο επτάμηνο του 2015. [5]Σχεδόν τα τρία τέταρτα των μερικώς απασχολούμενων είναι στην πραγματικότητα υποαπασχολούμενοι. Δεν πρόκειται καθόλου περί υπερβολής να ειπωθεί ότι η πραγματική ανεργία ξεπερνά το 30%.[6]

Οι νέες θέσεις εργασίας προέρχονται κυρίως από τον τομέα των υπηρεσιών (εμπόριο,ξενοδοχεία, κ.τ.λ.), ενώ μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας στον πρωτογενή τομέα και τις κατασκευές. Όπως φαίνεται στο Σχήμα 6, δεν έχει υπάρξει καμία πραγματική αναδιάρθρωση της εργασίας στην ελληνική οικονομία, με ενίσχυση του παραγωγικού τομέα και σχετική υποχώρηση των υπηρεσιών. Απεναντίας, η αναδιάρθρωση μέσω των μνημονίων ευνόησε τον κλάδο των υπηρεσιών, ο οποίος έχει τις μικρότερες παραγωγικές δυνατότητες.

Σχήμα 6: Ποσοστό εργαζομένων κατά ευρείες κατηγορίες επαγγελμάτων

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ. Σημείωση : Mε (- – -) διαγράμμιση αποτυπώνεται το άθροισμα του ποσοστού των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων εκπαίδευσης, των καλλιτεχνών και όλων των υπόλοιπων επαγγελματικών κατηγοριών.

Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι η μεγαλύτερη αύξηση των νέων θέσεων εργασίας προέρχεται από αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό, που είναι επί της ουσίας οι λεγόμενοι «μπλοκάκηδες», όπως φαίνεται στο Σχήμα 7. Υπάρχει πλέον ένα ευρύτατο στρώμα γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, λογιστών, κ.τ.λ. που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες και όχι ως μισθωτοί σε επιχειρήσεις προκειμένου να μην επιβαρύνονται οι τελευταίες από το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών.

Πρόκειται για μια νέα μορφή σχέσης εργασίας προς όφελος των εργοδοτών που τα χρόνια των μνημονίων, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της υψηλότατης ανεργίας έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στην αγορά εργασίας. Η εκμετάλλευση του στρώματος αυτού αποφέρει μεν κέρδη, αλλά δεν προσφέρει κανένα παραγωγικό πλεονέκτημα στην οικονομία σε βάθος χρόνου.

Σχήμα 7 : Εργαζόμενοι κατά θέση στο επάγγελμα

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Παραγωγικότητα

Στα πλαίσια αυτά και παρά τα συντριπτικά χτυπήματα στην εργασία, η (ήδη χαμηλή) παραγωγικότητα των εργαζόμενων της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να εμφανίζει πτωτικές τάσεις ακόμη και μετά τη σταθεροποίηση της οικονομίας, όπως φαίνεται στο Σχήμα 8. Πρόκειται για εντυπωσιακή εξέλιξη η οποία δείχνει τις καταστροφικές συνέπειες των μνημονίων.

Σχήμα 8: Παραγωγικότητα (αλυσωτοί δείκτες όγκου, 2010=100)

Πηγή : EUROSTAT

Οι μνημονιακές πολιτικές επιδείνωσαν την εξέλιξη της παραγωγικότητας, καθώς έστρεψαν την οικονομία ακόμη περισσότερο προς τον κλάδο των υπηρεσιών και την παραγωγή προϊόντων μέσης και χαμηλής τεχνολογίας που δεν απαιτούν υψηλά εργαζόμενους με υψηλή κατάρτιση. Επιπρόσθετα, η Ελλάδα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού της, το οποίο λόγω της υψηλής ανεργίας και των χαμηλών μισθών, έχει μεταναστεύσει φτάνοντας ίσως και τις 400000. Νέοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου αναζήτησαν εργασία στο εξωτερικό και ακολούθησαν το δρόμο της μετανάστευσης, με αρνητικές συνέπειες για την παραγωγικότητα.

Το εργατικό δυναμικό της χώρας – ο κύριος παράγοντας της παραγωγικότητας – έχει δεχθεί τεράστια πλήγματα, όσους λόγους και αν βγάζουν οι κυβερνώντες για το «υψηλό επίπεδο» των Ελλήνων εργαζομένων. Πρόκειται για μια από τις πιο προβληματικές επιπτώσεις των μνημονίων.

Κόστος εργασίας

Η μείωση του κόστους εργασίας – κυρίως μέσω της ανεργίας – ήταν φυσικά ένας από τους κεντρικούς σκοπούς των μνημονιακών πολιτικών με στόχο την ανάκτηση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας από πλευράς ελληνικών επιχειρήσεων.

Η μισθολογική κατάρρευση είναι εμφανής στο Σχήμα 9, το οποίο δείχνει τη ραγδαία μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας από το σημείο που είχε φτάσει το 2009. Το μέσο πραγματικό κόστος εργασίας πλέον βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2001, χρονιά εισόδου της χώρας στην ΟΝΕ. Την ίδια στιγμή το ονομαστικό κόστος εργασίας έχει μειωθεί περίπου κατά 450 ευρώ ανά εργαζόμενο την τελευταία διετία και βρίσκεται στα επίπεδα του 2004. Η μισθωτή εργασία σήκωσε το βάρος των μνημονίων και μέσω της ανεργίας και μέσω της κατάρρευσης των μισθών.

Σχήμα 9 : Πραγματικό και ονομαστικό κόστος ανά εργαζόμενο

Πηγη : AMECO

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η μείωση του κόστους εργασίας ουσιαστικά σταμάτησε το 2013, όπως επίσης φαίνεται στο Σχήμα 9. Το μέσο μισθολογικό κόστος έχει πάψει να υποχωρεί παρά το γεγονός ότι ο μεγάλος όγκος των νέων θέσεων απασχόλησης είναι χαμηλόμισθος. Σε ορισμένους κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας και στα υψηλά μισθολογικά στρώματα του κλάδου των υπηρεσιών, οι μισθοί παρέμεναν στα επίπεδα του 2009. Σε κάποιους τομείς, ιδίως της υψηλής τεχνολογίας, έχουν υπάρξει και αυξήσεις μισθών, λόγω της έλλειψης ειδικευμένου προσωπικού.

Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει σταματήσει να βελτιώνεται και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας, σε συνδυασμό μάλιστα με την πτώση της παραγωγικότητας. Η παράλογη και αντιφατική πολιτική των μνημονίων δεν θα μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρη. Πρόκειται για παραγωγική αυτοκτονία από την πλευρά της χώρας μας.

Μια σαφή ένδειξη της παραγωγικής αδυναμίας που επέφεραν τα μνημόνια δίνει η βιομηχανική παραγωγή, η οποία, μετά από πλήρη κατάρρευση κατά την πρώτη περίοδο των μνημονίων, σταθεροποιήθηκε σχετικά το 2013-4. Η ανάκαμψη που παρατηρείται μετά το 2015 είναι ασθενική και ευμετάβλητη. Οι μνημονιακές πολιτικές έχουν κυριολεκτικά ρημάξει τον βιομηχανικό ιστό της χώρας.

Σχήμα 10 : Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής (εποχικά διορθωμένος, 2010=100)

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

3.Ο προβληματικός εξωτερικός τομέας

Η αδυναμία του παραγωγικού ιστού και η ζημία που προκάλεσαν τα μνημόνια φαίνεται επίσης και στον εξωτερικό τομέα της ελληνικής οικονομίας. Τα μνημόνια σταθεροποίησαν τις εξωτερικές συναλλαγές απαλείφοντας το γιγαντιαίο έλλειμμα του 2008-9. Παρά την ακατάσχετη φιλολογία περί «εξωστρέφειας» όμως, η έλλειψη αναδιάρθρωσης προς όφελος των κλάδων που θα μπορούσαν να στραφούν με επιτυχία προς τις διεθνείς αγορές μαζί με την αδυναμία ανόρθωσης της ανταγωνιστικότητας έχουν κάνει την ελληνική οικονομία εξαιρετικά αδύναμη στην παγκόσμια αγορά.

Στο Σχήμα 11 φαίνεται καθαρά ότι η μείωση του εξωτερικού ελλείμματος προήλθε κυρίως από την συντριβή των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς η κατανάλωση και οι επενδύσεις κατέρρευσαν. Η υποχώρηση της συνολικής ζήτησης ήταν το κλειδί για την επίτευξη εξωτερικής σταθεροποίησης.

Αλλά η έλλειψη συστηματικής παραγωγικής ανασυγκρότησης συνέβαλλε στην πλήρη αδυναμία των εξαγωγών να κερδίσουν έδαφος διεθνώς. Από το 2013 και μετά, καθώς παύει ουσιαστικά να βελτιώνεται η ελληνική ανταγωνιστικότητα, η κατάσταση στις εξωτερικές συναλλαγές δεν βελτιώνεται και μάλιστα εμφανίζει στοιχεία επιδείνωσης.

Σχήμα 11 : Ισοζύγιο Αγαθών-Υπηρεσιών (δείκτες όγκου, έτος αναφοράς 2010, Εποχικά Διορθωμένα στοιχεία, σε εκατομμύρια €)

Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Πιο συγκεκριμένα, όπως δείχνει το Σχήμα 12, ο κύριος μοχλός σταθεροποίησης των εξωτερικών συναλλαγών μέχρι το 2013 ήταν η κατάρρευση των εισαγωγών αγαθών (όχι υπηρεσιών) και η σχετικά μικρή αύξηση των εξαγωγών αγαθών. Μετά το 2013 οι εξαγωγές αγαθών συνέχισαν αν αυξάνονται αργά, αλλά επιταχύνθηκαν και πάλι οι εισαγωγές αγαθών. Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι, καθώς σταθεροποιήθηκε η ελληνική οικονομία και άρχισε να παρατηρείται μια μικρή άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής, εμφανίστηκε ξανά το πρόβλημα του ελλείμματος δεδομένου ότι η ελληνική βιομηχανία έχει μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές.

Δηλαδή, στην ουσία δεν έχει αλλάξει τίποτε δομικό στον παραγωγικό ιστό της ελληνικής οικονομίας. Τα μνημόνια την εξασθένισαν δραματικά, αλλά δεν την απάλλαξαν από τις βαθιές της αδυναμίες. Αυτό είναι το «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» που υπόσχεται ο πρωθυπουργός.

Σχήμα 12 : Εισαγωγές-Εξαγωγές  αγαθών και υπηρεσιών (τιμές 2010, σε εκατομμύρια €)

Πηγή : AMECO

Την απάντηση στην παραγωγική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας και στη δυσκολία αλλαγής μπορεί να δώσει μόνο μια στοχευμένη βιομηχανική πολιτική με έμφαση στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα, που θα αλλάξει τη δομή της ελληνικής οικονομίας και τη θέση της στην παγκόσμια αγορά. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται δημόσιες υγιείς τράπεζες που θα στηρίξουν την παραγωγή.

Είναι εμφανές ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει μέσα στο μνημονιακό πλαίσιο που χάραξαν οι δανειστές και το οποίο θα καθορίζει την πορεία της χώρας τις επόμενες δεκαετίες. Απαιτείται πολιτική τομή και κοινωνική ανατροπή.

Τα βαθιά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας – και αυτά που αφορούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την τόνωση της ζήτησης και αυτά που αφορούν την παραγωγική αναδιάρθρωση – πηγάζουν από το μνημονιακό πλαίσιο που πλέον έχει γίνει καθεστώς μέσα στην ΟΝΕ και την ΕΕ.

Αλλά το βαθύτερο πρόβλημα για άλλη μια φορά είναι η παντελής αποτυχία του πολιτικού συστήματος και η αδυναμία του να προσφέρει άλλη διέξοδο στην κοινωνία και τη χώρα. Οι επιπτώσεις και οι πολιτικές επιλογές που σήμερα υπάρχουν θα αναλυθούν σε επόμενη ανάρτηση.

[1]http://www.bankofgreece.gr/BogEkdoseis/Report_Operational_Targets_for_NPEs_GR_September_2017.pdf

[2]http://www.statistics.gr/el/statistics?p_p_id=documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN&p_p_lifecycle=2&p_p_state=normal&p_p_mode=view&p_p_cacheability=cacheLevelPage&p_p_col_id=column-2&p_p_col_count=4&p_p_col_pos=1&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_javax.faces.resource=document&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_ln=downloadResources&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_documentID=252682&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_locale=el

[3]http://www.statistics.gr/el/statistics?p_p_id=documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN&p_p_lifecycle=2&p_p_state=normal&p_p_mode=view&p_p_cacheability=cacheLevelPage&p_p_col_id=column-2&p_p_col_count=4&p_p_col_pos=1&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_javax.faces.resource=document&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_ln=downloadResources&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_documentID=262375&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_locale=el

[4] http://www.ypakp.gr/uploads/docs/10622.pdf

[5]http://www.ypakp.gr/uploads/docs/9952.pdf

[6]Οι υποαπασχολούμενοι είναι οι μερικώς απασχολούμενοι που θα επιθυμούσαν εργασία πλήρους  απασχόλησης

 

Νέα εποχή για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Η Ελλάδα παραμένει σημαντική για τις ΗΠΑ

0

Γράφει ο Αλέξανδρος Δρίβας

File Photo: Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσιπρας με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στις Βρυξέλλες. Φωτογραφία ΑΠΕ-ΜΠΕ SEPTEMBER 12, 2017

Στη διεθνή πολιτική, υπάρχει μια πτυχή πολύ σημαντική που είναι αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας αλλά λαμβάνει χώρα και στην πολιτική πρακτική, όταν οι δρώντες αποφασίζουν για ζητήματα που οδηγούν σε εξελίξεις. Είναι οι σχέσεις που έχουν οι μικρές και μεσαίες χώρες (small/weak states) με τις μεγάλες δυνάμεις (great powers/superpowers).

Mια τέτοια περίπτωση συναντούμε στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν χαρακτηριστεί ως σχέσεις στρατηγικής σημασίας και όχι άδικα καθώς τόσο το εύρος όσο και το βάθος των διμερών σχέσεων είναι πολύ σημαντικά.

Το παρελθόν των ελληνοαμερικανικών σχέσεων είναι αξιόλογο ωστόσο, η ρευστή εικόνα της διεθνούς πολιτικής οδηγεί στην σκέψη για τη δυναμική των ελληνοαμερικανικών σχέσεων στο μέλλον.

Το πολυπολικό σύστημα βελτιώνει τις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Ουάσινγκτον

Το κοινό σύστημα αξιών που μοιράζονται Ελλάδα και ΗΠΑ είναι σίγουρα ένας ποιοτικός παράγοντας που κρατά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών σε ένα σταθερό πλαίσιο. Παρόλα αυτά, ο πολιτικός ρεαλισμός είναι εκείνος που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις διακρατικές σχέσεις. Από αυτόν τον κανόνα, δεν μπορούν να αποτελέσουν εξαίρεση οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και το status quo των δύο πόλων που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκειά του, έκανε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις να προσδιορίζονται περισσότερο από αυτό καθ’αυτό το διπολικό σύστημα παρά να αυτοπροσδιορίζονται από τις ίδιες τις χώρες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε, αποτελούσε ουσιαστικά τον κυρίαρχο τρόπο διαμόρφωσης της ελληνοαμερικανικής ατζέντα.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε είναι ζωντανή και στο παρόν. Η διαφορά έγκειται στο οτι δεν υφίσταται διπολικό σύστημα και έτσι οι ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ των δύο στρατηγικών συμμάχων έχουν πολλαπλασιαστεί. Κάποιες δε από αυτές τις ευκαιρίες, συνιστούν και αναγκαιότητες και για τις δύο χώρες.

Η έλλειψη Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας εντός της Ε.Ε καθιστά την Ελλάδα σημαντική για τις ΗΠΑ

Η Ε.Ε βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι πολλαπλών κρίσεων. Ο προβληματισμός των ΗΠΑ για την κατάσταση που οποία επικρατεί στην Γηραιά Ήπειρο, είναι δεδομένος. Η Ε.Ε πέραν της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τις χώρες του Νότου, της δράσης του ισλαμικού φονταμενταλισμού σε ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχει ακόμη καταφέρει να υλοποιήσει ένα πλαίσιο κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Οι ΗΠΑ δίνουν μεγάλη σημασία σε χώρες που βρίσκονται σε νευραλγικές περιοχές. Μια από αυτές τις χώρες, είναι η Ελλάδα. Η ευρύτερη ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε «ζώνη των κρίσεων». Λιβύη και Συρία συνιστούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου.

Το «ρήγμα» των Βαλκανίων είναι ξανά «ενεργό» ενώ η Αίγυπτος προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Μέσα σε ένα τέτοιο περιφερειακό περιβάλλον, η σταθερότητα σπανίζει και οι ΗΠΑ έχουν κάθε όφελος να δράσουν έτσι ώστε Ελλάδα και Κύπρος να παραμείνουν οι θετικές εξαιρέσεις στην περιοχή, προσπαθώντας να αναπληρώσουν το κενό που αφήνει η έλλειψη μιας συντονισμένης κοινής εξωτερικής πολιτικής από πλευράς της Ε.Ε.

Ο νέος δίαυλος μιας αποτελεσματικής ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.

Οι εποικοδομητικές διμερείς σχέσεις, ενισχύονται όταν είναι αμοιβαία επωφελείς. Οι ΗΠΑ στήριξαν την Ελλάδα κατά την περίοδο του Προέδρου Ομπάμα στις διαπραγματεύσεις της Αθήνας με την Ε.Ε και το ΔΝΤ ενώ επίσημα εξέφρασαν πολλές φορές τον προβληματισμό τους για την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται στην Ε.Ε ως μέθοδος εξόδου από την οικονομική κρίση.

Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας για τις ΗΠΑ έχει αναβαθμιστεί από τη στιγμή που συντρέχουν εξελίξεις σαν αυτές που περιγράφτηκαν. Η Ουάσινγκτον θεωρεί πως Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ μπορούν να δημιουργήσουν μια περιφερειακή συνεργασία η οποία θα εγγυάται την μη μετατροπή της περιοχής από ζώνη κρίσεων σε πεδίο γενικευμένης σύρραξης.

Αυτή η περιφερειακή συνεργασία περιλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό, τις νέες προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν από κοινού Ελλάδα και ΗΠΑ. Πρώτον, την συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Δεύτερον, την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας και της διατήρησης της ελεύθερης ναυσιπλοϊας στην περιοχή η οποία επιτρέπει την απρόσκοπτη διεξαγωγή των εμπορικών δραστηριοτήτων.

Η σύγχρονη διεθνής πολιτική δεν μπορεί να ασκηθεί αν η ατζέντα των διμερών σχέσεων δεν περιλαμβάνει και ζητήματα χαμηλής πολιτικής (τουρισμός, προώθηση ιδιωτικών πρωτοβουλιών κ.α) και υψηλής πολιτικής (άμυνα, ασφάλεια κ.α).

Οι ασύμμετρες απειλές που λαμβάνουν χώρα στη Μεσόγειο, ο κίνδυνος μιας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια, αποτελούν κοινούς τόπους προβληματισμών για Ελλάδα και ΗΠΑ.

Η αναζήτηση ενός περιφερειακού ρόλου για την Ελλάδα που θα αξιοποιεί την μεγάλη ακτογραμμή που περιβάλλει την επικράτειά της, τις καλές σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο, την επιρροή που μπορεί να ασκήσει ξανά στα μεταβαλλόμενα Βαλκάνια, τη συμμετοχή της στην Ε.Ε, τη σημαντική παρουσία της στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο και τη συνεχή εμβάθυνση των σχέσεών της με το Ισραήλ, μπορεί να είναι αμοιβαία επωφελής και για τις ΗΠΑ και για την Ελλάδα.

Οι παραδοσιακά καλές σχέσεις που διατηρούν οι δύο χώρες, μπορούν να αναβαθμιστούν και να αποκτήσουν μια νέα δυναμική κατά την περίοδο που οι κίνδυνοι στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου πολλαπλασιάζονται. Άλλωστε, το κοινό σύστημα αξιών που μοιράζονται Ελλάδα και ΗΠΑ έγκειται εν πολλοίς στην αντιμετώπιση των προβλημάτων με την οπτική των μεταμφιεσμένων ευκαιριών.

Συντονιστής στο Παρατηρητήριο Ανατολικής Μεσογείου στον Τομέα Ρωσίας Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ) του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Αναλυτής στο Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων(ΚΕΔΙΣΑ).

Πηγή: Νέα εποχή για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Η Ελλάδα παραμένει σημαντική για τις ΗΠΑ http://mignatiou.com/2017/09/nea-epochi-gia-tis-ellinoamerikanikes-schesis-i-ellada-parameni-simantiki-gia-tis-ipa/