Αρχική Blog Σελίδα 2925

Οι γερμανικές εκλογές και ο Donald Trump

0

Πώς διαμορφώνουν τον πολιτικό αγώνα οι γερμανο-αμερικανικές σχέσεις

Περίληψη:

Η Μέρκελ εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των παραδοσιακών συμμαχιών, υπαινισσόμενη τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Trump. Έχει επίσης υποστηρίξει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να πάρει την μοίρα της στα χέρια της.

O DOMINIK TOLKSDORF είναι διευθυντής προγράμματος για τις Διεθνείς Πολιτικές και τις Πολιτικές Ασφαλείας στο Heinrich Böll Foundation North America.

Από τότε που εξελέγη ο Donald Trump [1] ως πρόεδρος των ΗΠΑ, οι Γερμανοί έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποίησε η Infratest dimap τον Φεβρουάριο του 2017 [2], μόνο το 22% των Γερμανών ερωτηθέντων θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες [3] έναν αξιόπιστο εταίρο από 59% τον Νοέμβριο του 2016. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνα της Pew Research τον Ιούνιο του 2017 [4], το 87% των Γερμανών ερωτηθέντων δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη ότι ο Trump θα κάνει το σωστό στις παγκόσμιες υποθέσεις. Αυτό βλάπτει την γενική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα στοιχεία της Pew Research δείχνουν ότι το 62% των Γερμανών ερωτηθέντων έχουν δυσμενείς απόψεις για την χώρα. Το 2015, ο αριθμός αυτός ήταν 45% [5].

18092017-1.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην Ουάσιγκτον, τον Μάρτιο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
—————————————————————–

Δεδομένων των τόσο έντονων συναισθημάτων, είναι λογικό το γεγονός ότι ο Trump υπήρξε συχνό θέμα στην εξελισσόμενη προεκλογική εκστρατεία της Γερμανίας. Είτε είναι η απάντησή του στην βία στην Charlottesville, την ανακοίνωσή του για νέες κυρώσεις στην Ρωσία, την πίεσή του στην γερμανική κυβέρνηση για αύξηση του αμυντικού της προϋπολογισμού είτε την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ στην Γερμανία [6], δεν υπάρχει έλλειψη σανού για τους Γερμανούς πολιτικούς που θέλουν να διεκδικήσουν μια ψήφο.

Οι περισσότεροι κορυφαίοι υποψήφιοι, για παράδειγμα, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την δεξιόστροφη βία στην Charlottesville. Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (από την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση ή CDU) υποστήριξε ότι πρέπει να ληφθούν σαφή και σθεναρά μέτρα εναντίον αυτής της ρατσιστικής, ακροδεξιάς βίας. Ο κύριος αντίπαλός της, ο Martin Schulz (από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ή SPD), υιοθέτησε μια ακόμη πιο σκληρή γραμμή, καλώντας το περιστατικό «ναζιστικό τρόμο» και βρίσκοντας συγκλονιστικό το γεγονός ότι ο Trump «παρέμεινε σιωπηλός για αυτό το είδος τρομοκρατίας ή έκανε σχόλια που επιτρέπουν σε όσους διαπράττουν αυτές τις πράξεις βίας να αισθάνονται ενθαρρυμένοι».

Ο νέος νόμος περί κυρώσεων που συντάχθηκε από το Κογκρέσο και υπογράφηκε από τον Trump στις 2 Αυγούστου είναι ένα άλλο θέμα που κατανάλωσε αρκετό χρόνο συζητήσεων. Παρ’όλον ότι στοχεύει πρωτίστως τις ρωσικές εταιρείες, ο νόμος θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυρώσεις σε γερμανικές εταιρείες που συνεργάζονται με ρωσικές ομολόγους τους, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα. Αντιδρώντας στο αρχικό νομοσχέδιο, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel (SPD) κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι απειλούν την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης για να προωθήσουν τις εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ο Schulz συμφωνεί με την άποψη του Gabriel. Και η Brigitte Zypries, μια άλλη πολιτικός του SPD και υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων και Ενέργειας της Γερμανίας, υποστήριξε ότι οι κυρώσεις παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και σκοπεύουν να βλάψουν τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ρωσία.

Ένας εκπρόσωπος της Μέρκελ επιβεβαίωσε ότι [κι εκείνη] συμμερίζεται αυτές τις ανησυχίες. Εν τω μεταξύ, η Sahra Wagenknecht του αντιπολιτευτικού «Αριστερού Κόμματος» επέκρινε τον νέο αμερικανικό νόμο ως ότι προωθεί κατάφωρα τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα στην Ευρώπη. Έκανε έκκληση στην ΕΕ να άρει τις κυρώσεις της στην Ρωσία. Ο Christian Lindner του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP) ισχυρίστηκε επίσης ότι οι κυρώσεις της ΕΕ έναντι της Ρωσίας θα μπορούσαν να αρθούν σταδιακά ακόμη και χωρίς την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας του Μινσκ από την Ρωσία, μια θέση που απορρίφθηκε από την γερμανική κυβέρνηση [7].

18092017-2.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο Μάρτιν Σουλτς, ο ανταγωνιστής της από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, κατά την διάρκεια τηλεοπτικής συζήτησης στο Βερολίνο, τον Σεπτέμβριο του 2017. REUTERS TV
—————————————————

Η πίεση του Trump στη Γερμανία και σε άλλα μέλη του ΝΑΤΟ για την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τους είναι ένα άλλο θέμα που καλύφθηκε ευρέως από τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης τους τελευταίους μήνες και έχει καταλήξει στην προεκλογική εκστρατεία. Αν και η διοίκηση του Ομπάμα [8] καλούσε τακτικά τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να τηρήσουν την υπόσχεσή τους να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους στο 2% του ΑΕΠ τους μέσα σε μια δεκαετία, ο Trump αύξησε την πίεση για να το πράξουν.

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ursula von Leyen του CDU υποστήριξε ότι η Γερμανία πρέπει να συμμορφωθεί με τις πολυμερείς της δεσμεύσεις και θεωρεί τον στόχο ως κίνητρο για τον εκσυγχρονισμό του γερμανικού στρατού. Η Μέρκελ υποστηρίζει επίσης τον στόχο του 2%. Αντίθετα, οι πολιτικοί του SPD, μεταξύ των οποίων και ο Schulz, αντιτίθενται στην αύξηση των αμυντικών δαπανών για ιστορικούς λόγους. Προειδοποιούν ότι οι περισσότερες δαπάνες θα κάνουν την Γερμανία την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, ένα σενάριο που δεν τους ενδιαφέρει. Ο Gabriel παρότρυνε την Μέρκελ να προωθήσει τον αφοπλισμό και τους καλύτερους ελέγχους των εξοπλισμών, αντί να ενδώσει στην πίεση του Trump και να διακινδυνεύσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών Ευρώπη.

Ο Trump ανακοίνωσε περαιτέρω την επιθυμία του να εκσυγχρονίσει το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ, στοχεία του οποίου εδρεύουν στην Ευρώπη. Κατά την διάρκεια μιας ομιλίας στην προεκλογική εκστρατεία, ο Schulz υποσχέθηκε να διαπραγματευτεί την απόσυρση των αμερικανικών πυρηνικών όπλων από την Γερμανία αν γίνει ο επόμενος Γερμανός καγκελάριος. Ισχυρίστηκε ότι η πρόσφατη σύγκρουση μεταξύ Trump και Βόρειας Κορέας [9] καταδεικνύει την ανάγκη περιορισμού των εξοπλισμών και του πυρηνικού αφοπλισμού. Παρ’όλο που η Μέρκελ δεν σχολίασε αμέσως το θέμα, μέλη του CDU της, κατέγραψαν τις δηλώσεις του Schulz ως φτηνές προεκλογικές ρητορείες και υποστήριξαν ότι η αξιόπιστη πυρηνική αποτροπή παραμένει ένα σημαντικό μέρος της αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ. Η Katrin Göring-Eckardt, η κορυφαία υποψήφια του Κόμματος των Πρασίνων, υποστηρίζει τις εκκλήσεις του Schulz για μια Γερμανία χωρίς πυρηνικά, αλλά κατηγόρησε το SPD ότι απέτυχε να δεσμευθεί σε αυτόν τον τομέα μέχρι στιγμής.

Κάθε κόμμα έχει αποκτήσει μια κάπως διαφορετική στάση έναντι του Trump κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Παρ’όλο που το Αριστερό Κόμμα γενικά εκφράζει την δυσπιστία του στις θέσεις του σχετικά με τις ΗΠΑ, κανένα άλλο βασικό κόμμα δεν χρησιμοποιεί ανοιχτά αντιαμερικανική ρητορική. Το CDU είναι επικριτικό για τον Trump, αλλά η Μέρκελ φαίνεται απρόθυμη να παίξει ανοιχτά το αντι-Trump χαρτί στην προεκλογική εκστρατεία. Έχει πει [10] ότι στον Trump πρέπει να δείχνεται ο κατάλληλος σεβασμός επειδή κατέχει το γραφείο της προεδρίας των ΗΠΑ, ακόμη και αν ίσως διαφέρει από αυτόν σε θέματα πολιτικής. Οι πολιτικοί του SPD, σε μια προσπάθεια να διαφοροποιηθούν από την Μέρκελ, με την οποία εξακολουθούν να βρίσκονται σε κυβερνητικό συνασπισμό, έχουν υπάρξει κατά πολύ περισσότερο επικριτικοί απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Ο Schulz είπε ότι άνθρωποι όπως ο Trump, στον οποίο αναφέρεται ως «ο ανεύθυνος άνθρωπος στον Λευκό Οίκο», πρέπει να τύχουν ανοιχτής αντίστασης -κάτι που υποσχέθηκε να κάνει αν εκλεγεί. Ο Schulz επέκρινε την Μέρκελ επειδή δεν υιοθέτησε μια σκληρή στάση απέναντι στον Trump.

18092017-3.jpg

Στρατεύματα των ΗΠΑ μετά από εκπαιδευτική πτήση στο Ramstein, στην Γερμανία, τον Φεβρουάριο του 2012. ALEX DOMANSKI / REUTERS
————————————

Η δυναμική θυμίζει κάπως τις εκλογές της Bundestag του 2002, όταν ο καγκελάριος του SPD, Gerhard Schröder [11], επέκρινε σκληρά τις Ηνωμένες Πολιτείες για τα σχέδιά τους για εισβολή στο Ιράκ. Η Μέρκελ, τότε στην αντιπολίτευση, υποστήριξε την διοίκηση των ΗΠΑ και θεώρησε την στενή συνεργασία με την Ουάσινγκτον ως θεμελιώδες στοιχείο της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Schröder κέρδισε τις εκλογές, εν μέρει λόγω της σαφούς αντίθεσής του στον πόλεμο του Ιράκ. Ήταν πιθανότατα για να αποφύγει την κριτική ότι εξακολουθεί να ακολουθεί τυφλά τις Ηνωμένες Πολιτείες, που η Μέρκελ κατέστησε σαφές ότι δεν θα υποστήριζε αυτόματα τον Τραμπ σε έναν πόλεμο με την Βόρεια Κορέα.

Αλλά το σενάριο του 2002 είναι απίθανο να ξανασυμβεί. Ο Schulz είναι πιο μετριοπαθής στις θέσεις του από τον Schröder και ήταν απρόθυμος να διεξαγάγει μια αντι-αμερικανική εκστρατεία. Και η ίδια η Μέρκελ εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των παραδοσιακών συμμαχιών, υπαινισσόμενη τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Trump. Έχει επίσης υποστηρίξει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να πάρει την μοίρα της στα χέρια της [12]. Αυτή ήταν μια δημοφιλής κίνηση στην Γερμανία, καθησυχάζοντας πολλούς Γερμανούς ότι η Μέρκελ δεν θα διευκολύνει τον Τραμπ μετά τις εκλογές, αλλά θα συνεχίσει να επικρίνει τις ενέργειές του αν χρειαστεί.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-09-16/german-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/topics/trump-administration
[2] https://www.infratest-dimap.de/fileadmin/user_upload/dt1702_bericht.pdf
[3] https://www.foreignaffairs.com/regions/united-states
[4] http://www.pewglobal.org/2017/06/26/u-s-image-suffers-as-publics-around-…
[5] http://www.pewglobal.org/2015/06/23/1-americas-global-image/
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-06-13/keine-atombom…
[7] https://www.foreignaffairs.com/regions/germany
[8] https://www.foreignaffairs.com/topics/obama-administration
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2017-09-10/korean-mi…
[10] https://www.reuters.com/article/us-germany-election-merkel-trump-idUSKCN…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/1965-10-01/germany-looks-…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-08-15/pay-europe

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

“Μαγειρεύεται” επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Λευκό Οίκο: Ποιά η θέση του Τράμπ για το ΔΝΤ

1

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Επί παντοδυναμίας του Ρέινς Πρίμπους στο Λευκό Οίκο, όποτε έφτανε το αίτημα για την έλευση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην Ουάσιγκτον η απάντηση ήταν στερεότυπη: «Είναι νωρίς»… Με την αποχώρησή του από τη θέση του Προσωπάρχη, ως εκ θαύματος, το αίτημα επανήλθε και η απάντηση δεν ήταν αρνητική. Βέβαια, η πρώτη αποδοχή του αιτήματος αφορούσε μία συνάντηση με τον αντιπρόεδρο Μάικ Πένς, στο γραφείο του, αλλά η Αθήνα ζητούσε κάτι μεγαλύτερο και εντυπωσιακό, και όπως αποδείχθηκε, όχι άπιαστο: Μία συνάντηση του κ. Τσίπρα με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, ο ικανός διπλωμάτης Χάρης Λαλάκος, ήταν σαφής: Το ραντεβού πρέπει να γίνει με τον ίδιο τον πλανητάρχη. Είχε προηγηθεί η τηλεφωνική επικοινωνία του κ. Τσίπρα με τον κ. Πενς και η πρόσκληση που απηύθυνε ο τελευταίος στον Έλληνα πρωθυπουργό. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, η συνάντηση του κ. Τραμπ με τον κ. Τσίπρα βρίσκεται στα σκαριά και εάν δεν σημειωθεί άλλη εμπλοκή, θα πραγματοποιηθεί τους επόμενους ολίγους μήνες. Η πρωθυπουργική επίσκεψη συζητήθηκε την Πέμπτη και στη συνάντηση του υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, Νίκου Παππά με τη σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Joan O’Hara, η οποία δεν ήταν καθόλου αρνητική, παρά το γεγονός ότι δεν αποφασίζει η ίδια αλλά στην όποια εισήγησή της δίνεται πάντα σημασία. «Και οι δύο πλευρές -είπε ο κ. Παππάς- επιθυμούν την επίσκεψη και εργάζονται συστηματικά προς μια τέτοια κατεύθυνση, με στόχο όχι μια συνάντηση εθιμοτυπίας, αλλά με απτά και αμοιβαίως επωφελή αποτελέσματα». Αρχικά επικράτησε ένας σκεπτικισμός για το γεγονός ότι η προεδρία του κ. Τραμπ «μαστίζεται» από σκάνδαλα και στενοί του συνεργάτες, όπως και ο γιός του, αντιμετωπίζουν την αμερικανική Δικαιοσύνη. Όμως τα ανοικτά μέτωπα της Ελλάδας είναι πολλά και μία συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, είναι περισσότερο από επιθυμητή. Η οικονομική κρίση, που έχει διαλύσει την Ελλάδα, και η αβεβαιότητα που επικρατεί για την τρίτη αξιολόγηση, όπως και η επιθετικότητα που επιδεικνύει το ΔΝΤ αναγκάζουν τον κ. Τσίπρα να αναζητήσει συμμάχους και ο πιο σημαντικός είναι πάντα η Αμερική ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο Πρόεδρος και το κόμμα που κυβερνά. Η Αθήνα ευελπιστεί ότι θα έχει στον πλευρό της τον Λευκό Οίκο, για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα, που θα μπορούσε να προκαλέσει η υστέρηση εσόδων, η οποία είναι περισσότερο από ορατή. Εάν επιβεβαιωθούν οι φόβοι, η κυβέρνηση ίσως αναγκαστεί να αποδεχθεί κάτι που θεωρεί ανάθεμα: ένα νέο Πρόγραμμα, τον Αύγουστο του 2018 και ενώ έχει επενδύσει στην έξοδο από τα Μνημόνια ενώπιον των εκλογών, που υπό ομαλές συνθήκες θα πραγματοποιηθούν το φθινόπωρο της επόμενης χρονιάς. Η νέα κυβέρνηση του κ. Τραμπ, δεν έχει αλλάξει τη στάση της, και στο Δ.Σ. του ΔΝΤ ο Αμερικανός αντιπρόσωπος παραμένει υποστηρικτικός χωρίς να αλλάξει η πολιτική που υιοθέτησε ο προηγούμενος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα. Οι οδηγίες του πρώην υπουργού Οικονομικών, Τζακ Λιού, παραμένουν οι ίδιες: Στήριξη στην Ελλάδα και ειδικά στο αίτημά της για ελάφρυνση του χρέους με την υπόσχεση της Αθήνας σε ισχύ, για υλοποίηση όλων των μεταρρυθμίσεων που αποδέχθηκε και νομοθέτησε. Το Ταμείο επανέρχεται στην ελληνική πρωτεύουσα με την Αποστολή του, της οποίας ηγείται η κ. Ντέλια Βελκουλέσκου, η οποία παραμένει επικεφαλής έχοντας στις αποσκευές της τις ίδιες οδηγίες όπως και στο παρελθόν. Το ΔΝΤ θα επιμείνει στο ξεκαθάρισμα του τραπεζικού συστήματος και στη διευθέτηση των εργασιακών, και για τους λόγους αυτούς αναμένεται η αξιολόγηση να κυριαρχηθεί από σκληρές διαπραγματεύσεις. Αξιωματούχος του Ταμείου προσπάθησε να διορθώσει τις αρνητικές εντυπώσεις που προκάλεσαν οι τοποθετήσεις του εκπροσώπου Τζέρι Ραις για τις τράπεζες λέγοντας ότι όσα γράφονται δεν είναι όλη η αλήθεια. Όμως, αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο τραπεζικός τομέας πάσχει και ίσως αποτελέσει το θέμα των επόμενων μηνών, αφού το Ταμείο ασχολείται ήδη με το ζήτημα και τα τεχνικά κλιμάκια που βρίσκονται στην Αθήνα υποβάλλουν πολλές ερωτήσεις. Τα στρες τεστ των μη συστημικών τραπεζών διεξάγονται αυτή τη στιγμή και τα αποτελέσματα αναμένονται με αγωνία καθώς θα επηρεάσουν την όλη εικόνα των υπολοίπων τραπεζών. Οι συστημικές τράπεζες θα βρεθούν στο μικροσκόπιο τον Φεβρουάριο όταν το ΔΝΤ θα ασχοληθεί επισταμένα στο πλαίσιο της δικής του πρώτης αξιολόγησης με βάση το δικό του πρόγραμμα. Σύμφωνα με ενημερωμένη πηγή: Το ΔΝΤ εξακολουθεί να θέτει θέμα τραπεζών και να θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν νέα stress tests, αφού μερικοί υποστηρίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να χρειαστούν ρευστότητα που θα αγγίζει τα 10 δις ευρώ. Η πηγή εξήγησε ότι ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ δεν μπορούσε να είναι πιο σαφής στην ενημέρωση της Πέμπτης, λέγοντας ότι τα νέα stress tests προκύπτουν από το πλαίσιο της συμφωνίας του Ιουλίου για το επί της αρχής πρόγραμμα και είναι κάτι το οποίο έχει ήδη συμφωνήσει η ελληνική κυβέρνηση. Ο κ. Ράις προσδιόρισε μάλιστα και τον χρόνο συζήτησης του θέματος λέγοντας ότι αυτή θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης του ΔΝΤ η οποία υπενθυμίζεται ότι έχει προγραμματιστεί να αρχίσει στις 15 Φεβρουαρίου. Η πηγή είπε στο ΠΘ ότι αυτό το θέμα θα πρέπει να το διαχειριστεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και για το λόγο αυτό ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διεύθυνσης Πολ Τόμσεν και η κ. Βελκουλέσκου βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τους ομολόγους τους στην ΕΚΤ. Η κατάσταση σε ότι αφορά τις σχέσεις του ΔΝΤ και της Αθήνας περιγράφεται ως οριακή, διότι παρατηρείται έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Το Ταμείο θα αντισταθεί επίσης και στη μείωση της φορολογίας, στην οποία ευελπιστεί η κυβέρνηση ενόψει και των εκλογών, όποτε και αν διεξαχθούν αυτές. Το ΔΝΤ φαίνεται να πιστεύει ότι τα κεφάλαια των τραπεζών δεν είναι ικανοποιητικά, και έτσι δεν επιτρέπεται η άρση των capital controls, και την ίδια στιγμή, οι αξιωματούχοι του εκφράζουν ανησυχία ότι θα μπορούσε να απαιτηθεί και ανακεφαλαιοποίηση. Μιλώντας για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα, ο εκπρόσωπος Τζέρι Ράις αναφέρθηκε στην έκθεση του ΔΝΤ, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο, για την ανάγκη διασφάλισης της ευρωστίας των τραπεζών. Συγκεκριμένα, πριν από το τέλος του Προγράμματος, απαιτείται επισκόπηση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού (AQR) του τραπεζικού τομέα και τεστ προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων πριν από το τέλος του προγράμματος του ESM. Οι δανειστές θέλουν να διασφαλίσουν ότι αν χρειαστεί, θα χρησιμοποιηθούν οι πόροι που έχουν διατεθεί μέσα από το Πρόγραμμα. Ο κ. Ράις θεωρεί ότι το AQR «είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που θα εξετασθούν», επειδή αποτελεί προϋπόθεση για να ισχύει το «επί της αρχής» πρόγραμμα του ΔΝΤ με τη χώρα μας, το οποίο εγκρίθηκε με περίεργες διαδικασίες τον περασμένο Ιούλιο. Ο εκπρόσωπος είπε ότι το Ταμείο δεν εγείρει πρόσθετες απαιτήσεις αυτή τη στιγμή, τόνισε όμως ότι τα Προγράμματα εξελίσσονται. Είχε ερωτηθεί συγκεκριμένα εάν το Ταμείο συνδέει το θέμα της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού με το σύνολο της συμφωνίας του Ιουλίου Είπε: «Οι παράμετροι και οι δεσμεύσεις για το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχουν με διαφάνεια ανακοινωθεί. Δεν γνωρίζω κάτι για πρόσθετες απαιτήσεις. Το πρόγραμμα εξελίσσεται διαρκώς και εμπλουτίζεται. Αυτό είναι μια γνωστή διαδικασία». Ο κ. Ράις προχώρησε σε μία «απολογία» για το γεγονός ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε Πρόγραμμα τα τελευταία επτάμιση χρόνια, αναφερόμενος στις αρνητικές -για το Ταμείο- δηλώσεις του προέδρου της Γαλλίας Μακρόν και του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Αφού τόνισε ότι το ΔΝΤ πηγαίνει στις χώρες μετά από αίτημά τους, τόνισε τα εξής: «Το ΔΝΤ και όλοι οι υπόλοιποι λειτουργούμε με καλή πίστη, ώστε η Ελλάδα να επιστρέψει σε ένα βιώσιμο μονοπάτι. Το ΔΝΤ είναι δεσμευμένο και δείχνει σοβαρότητα στην υποστήριξη της Ελλάδος και οι πόροι που έχει κατά καιρούς δεσμεύσει  για τη χώρα το καταδεικνύουν». Αναφερόμενος στο θέμα του χρέους, ο εκπρόσωπος θύμισε ότι το ΔΝΤ είναι ο πιο ένθερμος και πιο βασικός υπέρμαχος της ελάφρυνσης του. Σημείωσε ότι το Ταμείο «δείχνει σεβασμό στη σχέση του με την Ελλάδα και δουλεύει όσο σκληρά μπορεί για να κάνει λειτουργικό το νέο πρόγραμμα». Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ S-400 Αποτελεί τεράστιο πρόβλημα, η αναταραχή που προκαλεί η Τουρκία στην ευρύτερη περιοχή, και η επιθετικότητα εναντίον των Κούρδων της Συρίας (YPG), που αποτελούν πιστούς συμμάχους του Ντόναλντ Τραμπ, και οι οποίοι «καθάρισαν» για τον Αμερικανό Πρόεδρο το Ισλαμικό Κράτος στη Ράκα και αλλού, χωρίς να χυθεί αμερικανικό αίμα. Οι κινήσεις του Αμερικανού προέδρου μετά την επιβεβαίωση της αγοράς των ρωσικών πυραύλων S-400 από τον Ερντογάν, είναι χαρακτηριστικές του τρόπου που θα πολιτευθεί για το θέμα. Και για την πράξη αυτή, αναμένεται να παιχθεί στρατηγικό παιγνίδι που αφορά και την Ελλάδα. Όταν και εφόσον επιβεβαιωθεί στην πράξη η αγοραπωλησία, και εάν μέχρι τότε οι Αμερικανοί δεν πείσουν τον Ερντογάν να ακυρώσει τη συμφωνία, όπως συνέβη πριν μερικά χρόνια με την προσπάθεια αγοράς κινέζικου πολεμικού υλικού, τότε η σύγκρουση του Τραμπ με τον Ερντογάν θα καλύψει όλα τα μέτωπα. Ο Αμερικανός πρόεδρος τηλεφώνησε την περασμένη εβδομάδα στον κ. Ερντογάν και τον προειδοποίησε για τα επικίνδυνα παιγνίδια που παίζει με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και το Ιράν. Αμερικανοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Τουρκία έκανε τη στροφή προς τη Μόσχα και την Τεχεράνη όταν οι Αμερικανοί απέρριψαν τις αιτιάσεις του Ερντογάν και εξόπλισαν τους Κούρδους του YPG. Ήταν τότε που πίστεψε ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να διαμελίσουν  την Τουρκία (ένας ισχυρισμός που δεν ισχύει, όπως τονίζουν οι αναλυτές). Η αμερικανική πλευρά έχει εντάξει την Ελλάδα στις σημαντικές χώρες-συμμάχους της και αναμένεται η σχέση αυτή να επιβεβαιωθεί με την παραχώρηση επιπλέον διευκολύνσεων από την Αθήνα προς την Ουάσιγκτον μέσω της βάσης της Σούδας, για την οποία οι Αμερικανοί ζητούν πενταετή συμφωνία συνεργασίας.
EPA/MICHAEL REYNOLDS

mignatiou.com

Difficult Kingmakers

0

COALITION PARTNERS

If Angela Merkel wants to avoid another “grand coalition” with the Social Democrats, she’ll have to reach a deal with a group of smaller parties that don’t much like each other.

main 119143361 source Tobias Hase Michael Kappeler DPA – Christian Lindner FDP leader Dingolfing Bayern March 2017 Angela Merkel Chancellor August 2017
The leader of the Free Democrats, Christian Lindner, is no kingmaker yet, but he has been practicing. Source: Tobias Hase / Michael Kappeler / DPA

Horst Seehofer summed up the feeling of many: “I fear that, with a continuation of the Grand Coalition, many problems would rather be made worse than be solved,” the head of the Christian Social Union, a sister party to Angela Merkel’s Christian Democrats, told Handelsblatt in an interview.

What he meant is that he’d rather avoid Ms. Merkel’s Christian Democrats forming an alliance with the Social Democrats, currently led by Martin Schulz. The CDU and SPD, Germany’s two largest parties, have been in a coalition for the last four years. Both of them would much rather govern on their own after the September 24 election.

That could be difficult. Opinion polls show Ms. Merkel’s CDU clearly in the lead, but neither party will win a majority of seats in Germany’s parliament, the Bundestag. If Ms. Merkel wants to avoid another grand coalition, current polling suggests she’ll have to reach a deal with two of the smaller parties – the pro-business Free Democrats and the environmentally-friendly Greens – as well as Mr. Seehofer’s CSU. If party conventions held this weekend are anything to go by, that could be a very tall order indeed.

The Free Democrats have often been kingmakers in Germany’s post-war history by forming alliances with either the Christian Democrats or the Social Democrats.

Coalition talks in Germany are the ultimate horse trade. Each party brings a list of demands to the table. True, Ms. Merkel’s CDU is likely to be the largest force in parliament, but each of the smaller parties will feel empowered by the fact that she can’t govern without them. Each will have a series of conditions – red lines, if you will – for entering into an alliance.

Start with Mr. Seehofer’s CSU. While his Bavarian party may be in an alliance with Ms. Merkel’s CDU, this has never stopped the party from making demands of government. In an interview, Mr. Seehofer issued one particular red line: a cap on refugees entering Germany. “I will not depart from this demand in the coalition negotiations,” he said. With state elections in Bavaria set for 2018, he argued it would be “political suicide” for the CSU not to stick to its guns on this issue.

That puts Mr. Seehofer on a collision course with Ms. Merkel, who famously declared Germany open to refugees during a crisis back in 2015-2016 and has since refused to impose a cap on the number coming into the country. But it also puts him on a collision course with Ms. Merkel’s other potential coalition partners – particularly the Greens.

That’s probably why Mr. Seehofer said he “very clearly” favors a coalition with the pro-business Free Democrats, currently led by Christian Lindner. The party, which in 2013 for the first time in its post-war history failed to meet the 5-percent threshold for entering the Bundestag, looks set to make a trumphant return next Sunday. It’s currently polling around 8-9 percent. Mr. Seehofer, like others, credited Mr. Lindner with “renewing” the FDP over the last four years, moving it away from a reputation of being a party of the wealthy and giving it a social conscience, too.

The FDP, long kingmakers in Germany’s post-war history by forming alliances with both the CDU and the SPD, will have their own demands to enter any coalition. Mr. Lindner has placed a premium on upgrading Germany’s economy for the digital age. Ms. Merkel agrees in principle, warning the country could wind up in “a technical museum” unless it acts, but Mr. Lindner is likely to push her to get specific. For example, he wants to privatize Deutsche Telekom and Deutsche Post to finance an expansion of broadband internet access across the country. “We have lost time when it comes to digitalization over the last four years. That’s why we can’t come up empty again and waste the next four years,” he told Handelsblatt.

18 Angela Merkel’s Party in the Lead-01 election poll survey

More controversial is the FDP’s hard-line stance on Europe. The party rejects bailouts, demands that countries stick to deficit spending rules, and says it will block efforts to create a euro-zone budget. Some of those positions could be a potential deal-breaker not only for Ms. Merkel herself but for her third potential coalition partner, the Greens, who are much more unabashedly pro-Europe.

The Greens, led by Cem Özdemir and Katrin-Göring Eckardt, have been working hard to shed their more radical image and make themselves palatable to government. They have long backed Ms. Merkel’s stance on refugees. And while the CDU and Greens have never worked together nationally, they have formed state coalitions and said they are open to holding national talks after September’s elections. A first such effort was made back in 2013. Though the talks eventually failed, both sides said they were surprised by the amount of issues they had in common.

But there are some major sticking points. In the aftermath of the Dieselgate scandal, the Greens have called for combustion engines to be phased out. Ms. Merkel, though she favors more electric cars on the road, fears a full phase-out will be too much for a car industry that, despite its scandals, still forms the backbone of Germany’s economy. Mr. Lindner’s FDP goes further – it wants to get rid of incentives for electric cars, arguing it should be up to consumers and the industry to decide which technology wins out.

Could the Free Democrats and Greens really work together in one government? At the moment, it doesn’t seem likely. At dueling conventions in Berlin this weekend, the two parties railed against each other. The Greens derided the FDP as “Putin friendly” and “stubborn neo-liberals.” Eight kilometers away, the FDP’s deputy leader Wolfgang Kubicki suggested his green opponents “might want to have a spliff in the mornings” to calm down.

Mr. Seehofer, in our interview, also said a coalition with the Greens in particular would be “difficult”. Yet neither side has ruled out discussions after the elections to see if they can iron out their differences.

Should all of these talks fail, the Social Democrats could be waiting in the wings. The center-left party currently sits at just 23 percent in opinion polls, compared to around 36 percent for Ms. Merkel’s Christian Democrats. There are deep divisions within the party about the way forward: Foreign Minister Sigmar Gabriel has ruled out another grand coalition – to the anger of party leader Mr. Schulz who said he is open to all options.

Even so, Mr. Schulz knows it will be harder than ever to convince his party’s base of the merits of making another grand bargain. But then, it wouldn’t be the first time the draw of power led a political party to bend or break some of its party promises.

Sven Afhüppe, Dana Heide, Martin Greive, Thomas Sigmund and Barbara Gillmann of Handelsblatt contributed to this story. Christopher Cermak adapted this story for Handelsblatt Global. To contact the authors: [email protected].

https://global.handelsblatt.com/politics/difficult-kingmakers-827826?ref=MTI5ODU1

How far could the dangerous endgame in eastern Syria go?

0

By Liz Sly September 18 at 1:00 AM 

The war against the Islamic State always promised to get messy in its final stages, as the militants retreat and rival forces converge from different directions. That moment has arrived.

World powers and their local allies are scrambling to control the remote desert province of Deir al-Zour in eastern Syria, in an accelerating race that is being compared to the fall of Berlin in 1945.

Under Islamic State control since 2014, the province is three times the size of Lebanon and consists mostly of empty desert. It also happens to contain most of Syria’s oil resources. But much more is at stake: the future contours of postwar Syria; Kurdish aspirations to some form of autonomy; and the competition for influence in the Middle East among the United States, Iran and Russia.


Fighters from the U.S.-allied Syrian Democratic Forces on the northern outskirts of Deir al-Zour on Feb. 21. (Delil Souleiman/Agence France-Presse via Getty Images)

On the ground the combatants fall into two camps: one backed by Russia and Iran, the other by the United States and its allies.

Advancing from the north are the U.S. backed Syrian Democratic Forces, or SDF, a Kurdish-led coalition of Kurdish and Arab forces that is expanding the boundaries of the autonomous area they have carved out farther north. They are accompanied by American Special Operations troops and backed by U.S. airstrikes.

Making rapid progress from the east are the Syrian government and its allies, accompanied by Russian and Iranian advisers and backed by Russian airstrikes. They’re fulfilling President Bashar al-Assad’s goal of reasserting Syrian sovereignty over every inch of Syria — and also making sure the United States stays out.

The two forces came within three miles of one another last week in the city of Deir al-Zour, the provincial capital. After Syrian troops drove the Islamic State out of most of the southern portion of the city, the SDF made a dash south through the desert and is positioned at the city’s northern edge.

The potential for deadly miscalculation has been made clear: As The Washington Post’s Louisa Loveluck reported, Russian warplanes allegedly bombed an SDF position on Saturday and wounded one of the group’s fighters. Russia has denied the strike, and the United States says it is investigating what appeared to be the first Russian challenge to its presence in the province.

But the city of Deir al-Zour is not the real focus of the race. A far bigger prize lies farther south, in the towns strung out along the Euphrates Valley. They include Mayadin, where it is thought that many senior Islamic State leaders have relocated, and Bukamal, which controls the main border crossing to Iraq. Those towns, according to Col. Ryan Dillon, the U.S. military spokesman in Baghdad, are the next objectives for the U.S.-led coalition.

Dillon denied there is any kind of “race” underway with the Syrian army and its allies. “We’re there just to defeat ISIS and to set the conditions for follow-on stability in the region,” he said, using another name for the Islamic State.

But Syria and its allies also are aiming to take these towns, which control access to the Iraqi border and would enable Iran to reopen the Tehran-Baghdad-Damascus land route it maintained before the Syrian war.

Syria and Iran have made no secret of their intent to stop the United States and its allies from taking the area. One of Assad’s closest advisers, Bouthaina Shaaban, told Hezbollah’s Al-Manar TV station on Friday that it was Syria’s “strategic intent” to block the United States and its allies, equating their presence to that of the Islamic State.

“Whether it’s the Syrian Democratic Forces or [the Islamic State] or any illegitimate foreign force in the country … we will fight and work against them so our land is freed completely from any aggressor,” she added, according to comments quoted by Iran’s Press TV.

Experts also aren’t buying American denials of a race for territory. Nicholas Heras of the Center for a New American Security thinks it is a race the United States probably will win. Syrian government forces lack the capacity to retake large areas from the Islamic State, he said, and may struggle to make gains.

“Assad is playing a game of chicken with a superpower. Even with Russia’s backing, his forces’ position is still just now being reestablished in eastern Syria,” he said. “If Assad pushes the U.S. military, it can push back, and much harder.”

But Aron Lund, a Syria analyst who writes for the Century Foundation, questioned whether the United States has the appetite for a war with the Assad regime, Iran and Russia that could perhaps spill across the region. Much will depend on whether the Trump administration’s pledges to roll back Iranian influence in the region extend that far, he said.

Until now, encounters between the two sides — including one near Raqqa and another at the U.S. outpost at Tanf on the Syrian-Iraqi border — have been settled through deconfliction agreements that draw lines delineating where rival armies may operate. “They do seem to get pretty far with these talks,” Lund said.


A Russian soldier looking through the scope of a sniper rifle during a Russian Defense Ministry media tour on the outskirts of Deir al-Zour on Sept. 17. (Dominique Derda/Agence France-Presse via Getty Images)

But those agreements are ad hoc affairs, crafted only after an area has been seized and a clash seems imminent, giving both sides an incentive to snatch territory. And with the Islamic State so far putting up little resistance in the province, there is a risk that events on the ground will outpace the drawing of lines.

All eyes now are on the Euphrates River, which serves as an informal demarcation line. Both sides will have to cross the river, in opposite directions, if they are to fulfill their goals —  and both say they are planning to do so. Unverified photographs posted on social media last week purportedly showed Russian pontoon bridges being positioned in preparation for Syrian troops to cross over.

Once the river is breached, the race will be on in earnest for control of the eastern Syrian desert. Whether that race will prompt a wider war is still an open question.

 Liz Sly is the Post’s Beirut bureau chief. She has spent more than 15 years covering the Middle East, including the Iraq war. Other postings include Africa, China and Afghanistan.

Μήπως μπλοφάρουν;

0
Όπως θα γνωρίζετε, στις 25 Σεπτεμβρίου, η αυτόνομη περιφερειακή διοίκηση των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ, πραγματοποιεί δημοψήφισμα με το ερώτημα της ανεξαρτησίας της περιοχής απο το Ιράκ.
Οι Κούρδοι του Βορείου Ιράκ, έχουν, παραδοσιακά, καλές σχέσεις με την Τουρκία, εξαρτώνται απο αυτήν, λόγω εξαγωγής του πετρελαίου τους απο το Τσειχάν και, βεβαίως, εξαρτώνται και απο τις ΗΠΑ. ΗΠΑ και Τουρκία αντιτίθενται στο δημοψήφισμα. Αντιθέτως, το υποστηρίζει το Ισραήλ. Μου είναι αδύνατον να πιστέψω πως σε ένα μείζονος σημασίας ζήτημα για την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και του Ισραήλ, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ έχουν διαφορετικές θέσεις. Μήπως οι αμερικανοί μπλοφάρουν;

Σε κλοιό πιέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας – Ιράν οι Κούρδοι του Ιράκ

0

Ο ηγέτης των Κούρδων Μπαρζανί πιέζεται να αναβάλει το δημοψήφισμα της 25ης Σεπτεμβρίου.

Προτού ακόμη ολοκληρωθεί η συντριβή του Ισλαμικού Κράτους, το Ιράκ απειλείται από νέο κύκλο αιματηρών, εμφύλιων συγκρούσεων. Αφορμή το δημοψήφισμα που έχουν εξαγγείλει για τις 25 Σεπτεμβρίου οι Αρχές του ιρακινού Κουρδιστάν με το ερώτημα της ανεξαρτησίας.

Η κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης, υπό τον πρωθυπουργό Χάιντερ αλ Αμπάντι, έχει διαμηνύσει στον ηγέτη των Κούρδων, Μασούντ Μπαρζανί, ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να εμποδίσει τον διαμελισμό της χώρας. Σύμφωνα με αραβικά Μέσα, η Βαγδάτη θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητήσει με τους Κούρδους, σε κάποια φάση, την προοπτική ενός συναινετικού διαζυγίου, αλλά εκείνο που αποτελεί «κόκκινη γραμμή» είναι η απόφαση των Κούρδων να συμπεριλάβουν το Κιρκούκ.

Η πόλη-κλειδί

Η στρατηγικής σημασίας και πλούσια σε πετρέλαια πόλη με τον μεικτό πληθυσμό (Κούρδοι, Αραβες, Τουρκμένιοι κ.ά.) δεν περιλαμβανόταν στα όρια της αυτόνομης περιοχής που ελέγχει η υπό τον Μπαρζανί Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση (KRG). Εγκαταλείφθηκε όμως από τον ιρακινό στρατό στα χέρια του Ισλαμικού Κράτους το καλοκαίρι του 2014. Οι Κούρδοι μαχητές (Πεσμεργκά) κατάφεραν να εκπορθήσουν τους τζιχαντιστές και δεν είναι πρόθυμοι να παραδώσουν στη Βαγδάτη ό,τι κέρδισαν με αίμα και κόπο.

Το δημοψήφισμα του Μπαρζανί προκαλεί μεγάλη ανησυχία σε Τουρκία και Ιράν, δύο χώρες που έχουν μεγάλες κουρδικές μειονότητες με πλούσια ιστορία αλυτρωτικών προσπαθειών. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών προειδοποίησε τους Κούρδους του Ιράκ ότι «θα πληρώσουν το τίμημα» εάν επιμείνουν στο δημοψήφισμα – και μάλλον δεν εννοούσε μόνο βαριά οικονομικά αντίποινα, όπως θα ήταν ο τερματισμός της διοχέτευσης του κουρδικού πετρελαίου μέσω του τουρκικού τερματικού σταθμού στο Τσεϊχάν.

Οσο για το Ιράν, αν και δεν θεωρείται πιθανή η άμεση στρατιωτική ανάμειξή του, δεν αποκλείεται να εμπλακεί σε έναν «πόλεμο μέσω αντιπροσώπων», δηλαδή μέσω σιιτικών, φιλοϊρανικών φατριών που διατηρούν παραστρατιωτικές οργανώσεις στο Ιράκ.

Ηδη η Ταξιαρχία του Ιμάμη Αλι, που ελέγχεται από τον πρώην πρωθυπουργό Νούρι αλ Μαλίκι, προειδοποίησε ότι θα επιτεθεί στους Κούρδους για να καταλάβει το Κιρκούκ αν δεν ματαιωθεί το δημοψήφισμα στην πόλη. Ανάλογη προειδοποίηση απηύθυνε η Οργάνωση Μπαντρ, το μεγαλύτερο ιρακινό πολιτικό κόμμα, που έχει στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη.

Το ζωηρό ενδιαφέρον του Ιράν υπογράμμισε και η πρόσφατη επίσκεψη του στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί, επικεφαλής των Φρουρών της Επανάστασης, στη Βαγδάτη και στις κουρδικές πόλεις Αρμπίλ και Σουλεϊμανίγια. Οπως ανέφεραν αραβικά και κουρδικά Μέσα, ο Ιρανός στρατηγός είπε στους Κούρδους συνομιλητές του: «Μέχρι τώρα εμποδίζαμε τις Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης (PUM) να σας επιτεθούν, αλλά δεν θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Δείτε τι έγινε στο Μαντάλι. Ηταν μόνο η αρχή». Στις 11 Σεπτεμβρίου, φιλοϊρανοί παραστρατιωτικοί κατέλαβαν το Μαντάλι, καθαίρεσαν τον Κούρδο δήμαρχο και ανακοίνωσαν ότι η πόλη δεν θα συμμετάσχει στο δημοψήφισμα.

Ταυτόχρονα με τον Σολεϊμανί περιόδευσε στις ίδιες πόλεις ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Μπρετ Μακ Γκουρκ, ο οποίος ξεκαθάρισε στους Κούρδους ηγέτες ότι, αν επιμείνουν στο δημοψήφισμα, δεν θα έχουν καμία βοήθεια από τις ΗΠΑ και τους πίεσε να το αναβάλουν. Η μόνη υπολογίσιμη στήριξη στον Μπαρζανί ήρθε από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου, ο οποίος εξέφρασε επισήμως την ανοιχτή υποστήριξη της χώρας του στη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους.

Οταν έκλειναν αυτές οι σελίδες, υπήρχαν ενδείξεις για ενδεχόμενη αναβολή του δημοψηφίσματος, κάτι για το οποίο πίεζαν το κουρδικό κόμμα Γκοράν και άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Ακόμη κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, η δυναμική προς την κουρδική ανεξαρτησία που έχουν δημιουργήσει οι εξελίξεις στο Ιράκ και στη Συρία φαίνεται πολύ δύσκολο, μεσοπρόθεσμα, να αντιστραφεί.

“Καθημερινή”

Οι Εγγλέζοι χρησιμοποιούν τα Σκόπια ως «χρήσιμους ηλίθιους» και ο Ντιμιτρόφ δεν το καταλαβαίνει!

1
Οι Εγγλέζοι χρησιμοποιούν τα Σκόπια ως «χρήσιμους ηλίθιους» και ο Ντιμιτρόφ δεν το καταλαβαίνει

Συνεχίζει τα «φάουλ» ο υπουργός Εξωτερικών των Σκοπίων, Νίκολα Ντιμιτρόφ, ο οποίος επιμένει στην προσπάθεια να «χώσει» το πολυεθνικό κρατίδιό του σε ΕΕ και ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία ΠΓΔΜ, ενώ γνωρίζει ότι αυτό δεν γίνεται και εξάλλου το έχει αποδεχτεί και ο ίδιος ότι πρώτα πρέπει να βρεθεί κοινά αποδεκτή ονομασία με την Ελλάδα σε διμερές επίπεδο.

εν είναι όμως μόνο τι έχει συμφωνήσει να πράξει, είναι ότι τόσο το ΝΑΤΟόσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση επίσης το έχουν κάνει ξεκάθαρο στα Σκόπια: «συμφωνήστε πρώτα με την Ελλάδα» τους λένε.
Βεβαίως, οι κακιές γλώσσες ψιθυρίζουν ότι είναι οι Εγγλέζοι που φιτιλιάζουν τους Σκοπιανούς (το είχαν κάνει και στις αρχές του 1990, όταν τους παρότρυναν να μην υποχωρήσουν στο όνομα), οι οποίοι Εγγλέζοι επειδή έχουν το BREXIT μπροστά τους και απέναντί τους δύο ελληνικές ψήφους στην Ε.Ε., Αθήνας και Λευκωσίας, προσπαθούν να «ασκήσουν» πιέσεις στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων, όπως και η Ελλάδα πιέζει τη Βρετανία στο Κυπριακό «πατώντας» στο BREXIT.
Μάλιστα οι Εγγλέζοι έφτασαν στο σημείο να δηλώνουν, σε μια… μεταφυσική υπέρβαση της διπλωματίας, ότι υποστηρίζουν την ένταξη των Σκοπίων στην Ε.Ε. την ώρα που εκείνοι αποχωρούν τρέχοντας.
Μιλώντας την Πέμπτη στο Reuters o Νίκολα Ντιμιτρόφ, το οποίο είναι βρετανικό πρακτορείο ειδήσεων -ανεξάρτητα εάν δηλώνει διεθνές-, δήλωσε:
«Εάν έχουμε εξασφαλίσει αρκετά ως προς τις μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας, ελπίζουμε ότι θα φτάσουμε στη φάση (της έναρξης των ενταξιακών συνομιλιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση) και σε μία συμφωνία για το όνομα παραλλήλως».
Κάλεσε δε την Αθήνα «να μας δει ως συμμάχους… μακροπρόθεσμα, είναι και προς το ελληνικό συμφέρον να έχει έναν νομοταγή γείτονα στα βόρεια σύνορά της».
Η ΠΓΔΜ, όπως είπε, ελπίζει ότι έχει κάνει αρκετά προκειμένου να πείσει την EE, ωστόσο παραμένει η μακρά διαμάχη της με την Ελλάδα.
Ο Νίκολα Ντιμιτρόφ ή δεν έχει αίσθηση τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση, μην το θεωρείτε απίθανο, ή ψεύδεται ασυστόλως λέγοντας ότι η χώρα του έχει «εξασφαλίσει αρκετά ως προς τις μεταρρυθμίσεις».
Η χώρα του παραμένει μια βαθιά βαλκανική μπανανία, ένα αποτυχημένο κράτος με δυστυχισμένους ή παραμυθιασμένους ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι αρχαίοι Μακεδόνες, με εξτρεμιστές μεταξύ των Αλβανών της χώρας και παράλληλα εξτρεμιστές ενός παρανοϊκού βουλγαρόφωνου ψευδομακεδονικού εθνικισμού.
Και όταν μιλάμε για εξτρεμιστές δεν εννοούμε απλώς στις απόψεις, είναι γνωστό ότι όλοι αυτοί οι μουρλοί οπλοφορούν.
Εάν θεωρεί ο Νίκολα Ντιμιτρόφ ότι το άκρως προβληματικό και επικίνδυνο για την ασφάλεια της Ευρώπης κρατίδιό του, που μεταξύ των άλλων τροφοδοτεί με τζιχαντιστές και το Ισλαμικό Κράτος, έχει κάνει κάποιες «μεταρρυθμίσεις», τότε η απάντηση έχει δοθεί από την ίδια την ΕΕ που θεωρεί ότι όλοι τους οι Βαλκάνιοι είναι ανέτοιμοι.
Εκτός όμως από ανέτοιμοι για να θεωρηθούν δυτικά κράτη, έχουν προειδοποιηθεί αυστηρά από την Ελλάδα, από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ότι με μακεδονικά μασκαριλίκια δεν θα μπουν ποτέ στην ΕΕ. Θα μείνουν για πάντα εκεί, ένα μπάφερ κράτος, μέχρι να χαθούν από τον χάρτη.
Μιλώντας πάντα στο Reuters ο Νίκολα Ντιμιτρόφ διευκρίνισε ότι η πρόταση των Σκοπίων, τον περασμένο μήνα, να χρησιμοποιήσει την ονομασία πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έγινε δεκτή με θέρμη από την Ελλάδα.
Η διαπίστωση ότι η πρότασή του «δεν έγινε δεκτή με θέρμη» είναι η δική του πραγματικότητα. Η ελληνική πραγματικότητα είναι ότι τους έκλεισε η πόρτα καταπρόσωπο ηχηρά.
Ο Νίκολα Ντιμιτρόφ καλά θα κάνει να πάψει να συμβουλεύεται τους Εγγλέζους. Να θυμάται ότι εξαιτίας των εγγλέζικων συμβουλών η χώρα του είναι όμηρος της ψευδομακεδονικής ψευδοϊδεολογίας. Οι Σκοπιανοί να γίνουν κανονικοί άνθρωποι και να βρουν μια ταυτότητα δική τους. Επειδή αυτοί έχουν ταυτοτικό πρόβλημα δεν θα κλέβουν την ιστορία των γειτόνων τους, Ελλάδας, Αλβανίας και Βουλγαρίας, για να λύσουν τα υπαρξιακά τους.
Τι γλώσσα μιλάνε στα Σκόπια; Βουλγάρικα μιλάνε. Τα ψευδομακεδονικά τους δεν υπάρχουν, βουλγάρικα είναι. Ας συμβιβαστούν επιτέλους με τη βουλγαρική τους ταυτότητα και να βάλουν τέλος στο παραμύθι.
tribune.gr

Για πρώτη φορά κατατέθηκε η ιδέα για κυρώσεις στην Τουρκία: Η αγορά των S-400, παραβιάζει νόμους των ΗΠΑ

0

Η αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν ίσως παραβιάζει αμερικανικό νόμο που προβλέπει την αυτόματη επιβολή κυρώσεων, ανέφερε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπεν Κάρντιν (Δημοκρατικός από το Μέριλαντ), σε επιστολή του σε υπουργούς της κυβέρνησης του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Στο μεταξύ, η πολεμική μεταξύ της Ουάσιγκτον και της ‘Αγκυρας έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις. Ο γερουσιαστής αναφέρει ότι η αγορά των ρωσικών πυραύλων από την Τουρκία παραβιάζει τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, που ψηφίστηκαν πριν από μερικούς μήνες. Βάσει του σχετικού νόμου πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις εναντίον οιουδήποτε που έχει σημαντικές δοσοληψίες με τη Ρωσική Ομοσπονδία στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. «Είναι υποχρεωτική η επιβολή κυρώσεων και αυτό αποτελεί δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών ώστε να αποτρέψουν τη Ρωσία από το να πλήξει την Αμερική και τις συμμάχους της στο μέλλον», δηλώνει ο κ. Κάρντιν στην επιστολή του που έχει αποδέκτες τον υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και τον υπουργό Οικονομικών Στηβ Μνιούτσιν. «Ως σύμμαχος των ΗΠΑ, είναι ατυχές που η Τουρκία εμφανίζεται να συμμαχεί με τη Μόσχα στην κρίσιμη αυτή περίοδο», γράφει. Ως γνωστόν, το σύστημα S-400 αποτελεί το πλέον προηγμένο στην κατηγορία του ρωσικό σύστημα. Σχεδιάστηκε για την αντιμετώπιση αμερικανικών αεροσκαφών και έχει βεληνεκές σχεδόν 400 χλμ. έχοντας την ικανότητα εμπλοκής 80 στόχων ταυτόχρονα.

US Democratic Senator from Maryland Benjamin Cardin delivers remarks during a press conference in the US Capitol in Washington, DC, USA. EPA, SHAWN THEW

Ρωσικά, προσκείμενα στο Κρεμλίνο, ΜΜΕ όπως το RT και το Sputnik πανηγύρισαν για την συμφωνία πώλησης των πυραύλων στην Τουρκία, χαρακτηρίζοντάς την ως διπλωματικό χτύπημα, καθώς η Μόσχα προσπαθεί να απομακρύνει την Τουρκία από τη Δύση. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα POLITICO, αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ εξέφρασαν την ανησυχία τους για την ύψους 2,5 δισ. δολαρίων συμφωνία λόγω και της ένταξης της ρωσικής στρατιωτικής τεχνογνωσίας σε μια χώρα μέλος της συμμαχίας. Εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ ανέφερε μάλιστα πως η συμμαχία δεν είχε σχετική ενημέρωση από την Άγκυρα. Την ίδια ώρα ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν δήλωνε πως το ΝΑΤΟ πρέπει να μέμφεται μόνο τον εαυτό του καθώς καθυστέρησε να ανταποκριθεί στα τουρκικά αιτήματα προμήθειας αντιβαλλιστικών συστημάτων. «Το ΝΑΤΟ τρελάθηκε γιατί προχωρήσαμε στην συμφωνία για τους S-400. Τι να κάναμε; Να σας περιμέναμε; Φροντίζουμε τους εαυτούς μας», δήλωσε και πρόσθεσε πως έχει ήδη καταβληθεί η σχετική προκαταβολή. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, από την πλευρά του, ανέφερε ότι η αγορά των S-400 δεν πληροί τα δεδομένα του ΝΑΤΟ, οι χώρες μέλη του οποίου διαθέτουν συμβατά, μεταξύ τους, οπλικά συστήματα. Η εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών χαρακτήρισε την συμφωνία Ρωσίας-Τουρκίας ασύμβατη με την συμφωνία μεταξύ των χωρών μελών του ΝΑΤΟ για απόσυρση σοβιετικών οπλικών συστημάτων. Το Πεντάγωνο, τέλος, εξέφρασε την ανησυχία του για την συμφωνία. «Εκφράσαμε την ανησυχία μας σε Τούρκους αξιωματούχους σχετικά με την προμήθεια των S-400. Ένα δυτικό αντιβαλλιστικό σύστημα παραμένει η καλύτερη επιλογή για την άμυνα της Τουρκίας, από όλες τις πιθανές απειλές», ανέφερε εκπρόσωπος του Πενταγώνου. Ο Κάρντιν, πάντως, με την επιστολή του, ζητά από την αμερικανική κυβέρνηση να εξετάσει επίσης το κατά πόσο η αγορά του ρωσικού συστήματος επηρεάζει την συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, αλλά και την αμερικανική βοήθεια σε θέματα ασφαλείας προς την Άγκυρα, που περιλαμβάνει και τις πωλήσεις αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Το τυχόν πάγωμα πωλήσεων αμερικανικών όπλων στην Τουρκία υπήρξε αντικείμενο συζήτησης και στην επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας πριν λίγες μέρες.

EPA, MICHAEL REYNOLDS

http://mignatiou.com

Τζέφρεϊ Πάιατ: Αέριο στην Ευρώπη μέσω Ελλάδoς

0

Οι ΗΠΑ έχουν ως στόχο την ανάδειξη της Βόρειας Ελλάδας σε «πύλη εισόδου» για τη μεταφορά αερίου και αγαθών προς τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, υπογραμμίζει στην «Κ» ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Τζέφρεϊ Πάιατ.

Μιλά για αμερικανικό επενδυτικό ενδιαφέρον στο ενεργειακό πλέγμα της περιοχής, επισημαίνει τη σημασία των αγωγών ΤΑΡ και IGB όπως και ενός πλωτού τερματικού στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, αλλά και της σιδηροδρομικής διασύνδεσης με τη Βουλγαρία.

Διαπιστώνει μεγάλο ενθουσιασμό για περισσότερη αμερικανική παρουσία στη Βόρεια Ελλάδα, κάτι που όπως τονίζει όντως θα συμβεί τους επόμενους 12 μήνες στην πορεία προς τη ΔΕΘ του 2018, οπότε οι ΗΠΑ θα είναι η τιμώμενη χώρα. Ο έμπειρος Αμερικανός διπλωμάτης τονίζει ότι εργάζεται για να πραγματοποιηθεί σύντομα επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στον Λευκό Οίκο, ενώ εγκωμιάζει την εξαιρετικά στενή αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, με βασικό άξονα τη «ζωτικής σημασίας» βάση της Σούδας.

kathimerini.gr

Η νέα κανονικότητα και η ανάγκη για Hγέτη

5

 Άγγελος Συρίγος – 17 Σεπτεμβρίου 2017

Το σύνηθες ερώτημα που ακούγεται ανά την Ελλάδα είναι: γιατί δεν έχουμε πολιτικούς ηγέτες που να εμπνέουν και να εκφράζουν μεγάλες ιδέες; Ουσιαστικά υπονοείται ότι κάπου πρέπει να υπάρχει μία πεφωτισμένη ηγεσία που θα έλθει και θα τα αλλάξει-διορθώσει όλα.

Η απάντηση είναι απλή: Η πολιτική ηγεσία αντανακλά αυτό που είναι ο λαός, ή ορθότερα, αυτό που θέλει ο λαός. Δεν μπορεί να προκύψει πεφωτισμένη ηγεσία από έναν λαό που δεν ψηφίζει με υψηλόφρονα κριτήρια.

Ένα από τα πράγματα που έχουμε επιτύχει ύστερα από χρόνια επίσημης ανεξαρτησίας είναι ότι η πολιτική ηγεσία δεν μας προκύπτει, αλλά εκλέγεται. Παρά τα φημολογούμενα (και συχνά βάσιμα) περί εκλεκτικών προτιμήσεων κάποιων πρεσβειών προς Έλληνες πολιτικούς ηγέτες, οι εκλογείς δεν πιέζονται από κάποιον Αμερικανό, Γερμανό ή Ρώσο κατά την επιλογή του τοπικού βουλευτή τους.

Κατώτερες των περιστάσεων

Δεν είναι τυχαίο ότι, τουλάχιστον στη νεότερη ελληνική ιστορία, κατά τη χρονική στιγμή που ξεσπούν οι σοβαρές κρίσεις, οι πολιτικές μας ηγεσίες είναι κατώτερες των περιστάσεων. Έχουν εκλεγεί για άλλο σκοπό, κατά κανόνα για την ικανοποίηση των μικροκομματικών, απολύτως ωφελιμιστικών σε ατομικό επίπεδο προσδοκιών των ψηφοφόρων: για το διορισμό (διαχρονικό αίτημα), για την μείωση των φόρων (επίσης διαχρονικό με πλέον εμβληματική την περίοδο Θεόδωρου Δηλιγιάννη πριν το 1897), για την τοποθέτηση του δημοσίου υπαλλήλου σε καλύτερη υπηρεσία, για τη μετάθεση του στρατευμένου, για να γυρίσει το παιδί από τον πολυετή πόλεμο (βλ. 1920), για το σβήσιμο της κλήσεως κ.λ.π. Οι δε κρίσεις γίνονται πιο σοβαρές λόγω του ότι οι ανεπαρκείς ηγεσίες επιχειρούν να ανταποκριθούν, συνήθως λαϊκίζοντας.

Ενδεικτικώς μπορούμε να θυμηθούμε την περίπτωση του Δημητρίου Ράλλη με τη συνέχιση του πολέμου το 1897 που κατέληξε σε συνθηκολόγηση. Το οίκαδε των Βασιλοφρόνων το 1920 που αντικαταστάθηκε με υπερδιπλασιασμό του στρατού μας στη Μικρά Ασία. Την εκδίκηση μετά το 1945 (σε συνδυασμό με τις συνθήκες εμφυλίου πολέμου). Και σ’ αυτά τα χρόνια την κατάργηση της μνημονιακής μιζέριας με ένα άρθρο, ένα νόμο.

Ενώ κατά τη στιγμή της κρίσεως δεν υπάρχουν ικανές πολιτικές ηγεσίες, αυτές εμφανίζονται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και κατά κανόνα ωθούν τη χώρα πολύ πέραν των θεωρητικών της δυνατοτήτων. Πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Ελευθέριος Βενιζέλος 12 χρόνια μετά την ατιμωτική ήττα του 1897 και ο Καραμανλής έξι χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου και ακολούθως μετά την κυπριακή τραγωδία.

Η εμφάνιση σοβαρών ηγεσιών μετά την κρίση είναι ευεξήγητη. Οι ηγέτες εμφανίζονται όταν τους αναζητά ο λαός. Για την ακρίβεια εμφανίζονται, επειδή ακριβώς τους αναζητά ο λαός. Τί πιθανότητες είχε να εκλεγεί πριν το 2010 ένα άτομο με ηγετικές ικανότητες που θα μπορούσε να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά πράγματα της χώρας; Μηδενικές. Σήμερα, όμως, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι η λύση στα προβλήματά μας δεν μπορεί να έλθει δια νομοθετικών πρωτοβουλιών αλλά μόνον μέσα από σκληρή δουλειά.

Η νέα κανονικότητα

Ποιός θα είναι αυτός ο πολιτικός ηγέτης; Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι δεν προκύπτει εκ παρθενογενέσεως. Προέρχεται από το υπάρχον πολιτικό σύστημα και έχει αφήσει αξιομνημόνευτο αποτύπωμα σοβαρότητας στη δουλειά του.

Οι λοιποί ανεπαρκείς πολιτικοί αντιδρούν με την αντίληψη του μεσογειακού δάσους που καίγεται από τις φλόγες: θεωρούν ότι θα αναγεννηθούν (όπως και το μεσογειακό δάσος). Στην πραγματικότητα το δάσος που θα ξαναβγεί, θα είναι εντελώς διαφορετικό από το παλαιό. Θα είναι ένα νέο δάσος. Όπως συμβαίνει και με τις πυρκαγιές, κάποια λίγα δένδρα (δηλαδή κάποιοι πολιτικοί) από το παλαιό δάσος θα επιβιώσουν. Τα υπόλοιπα, όμως, θα εξαφανισθούν για πάντα.

Έχοντας αυτές τις ιστορικές εμπειρίες υπ’ όψιν, η ακριβοπληρωμένη αποτυχία της κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας φέρνει πιο κοντά στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Είναι ενδεικτικό ότι μετά από τόσα χρόνια εξακολουθούμε να λέμε ότι περνάμε κρίση. Η κρίση υπονοεί ότι βρισκόμαστε για ένα σχετικώς σύντομο χρονικό διάστημα σε μία εξαιρετική και δύσκολη φάση που έχει διαταράξει την ομαλή μας πορεία. Αυτό, όμως, που ζούμε δεν είναι πλέον κρίση. Είναι η νέα μας κανονικότητα, στην οποία θα ζούμε τα επόμενα πολλά χρόνια.

Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιο γρήγορα θα προβάλλει η απαίτηση για σοβαρή λύση των προβλημάτων μας. Τόσο πιο γρήγορα θα αναζητήσουμε το κάτι διαφορετικό στην πολιτική μας ηγεσία. Ακόμη και οι σωτήρες χρειάζονται κάποιον να τους καλέσει.

Η νέα κανονικότητα και η ανάγκη για Hγέτη

Η Ενδιάμεση Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ.: Ένα ιστορικό της διαμάχης για το όνομα

1

Γράφει ο Νικόλαος Θ. Παούνης

Aπό την παρουσία του Γενικού Προξένου των Σκοπίων στο Τορόντο στην αλυτρωτική εκδήλωση Ilinden Picnic 2017 της οργάνωσης United “Macedonians” Organization of Canada η οποία είχε διαφημισθεί και στην εφημερίδα  Toronto Star. Στο φόντο φαίνονται ξεκάθαρα ο χάρτης της “Μεγάλης Μακεδονίας” και η σημαία με αστέρι της Βεργίνας. SEPTEMBER 16, 2017

1). Σύντομο Ιστορικό των σχέσεων Ελλάδας-Π.Γ.Δ.Μ.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (поранешна Југословенска Република Македонија)[1], ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από το ομοσπονδιακό σχήμα της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας στις 17 Σεπτεμβρίου 1991, κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος. Υπέρ της ανεξαρτησίας ετάχθη η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων, ήτοι το 96,4%.[2]

Η Ελλάδα εξαρχής εξέφρασε την αντίρρηση της ως προς τη χρήση του συνταγματικού ονόματος της χώρας (“Δημοκρατία της Μακεδονίας”-Република Македонија), θεωρώντας ότι αφορά αδιαμφισβήτητη πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά του Ελληνισμού, καθώς επίσης υποστήριξε ότι η χρήση του από το νεοσύστατο κρατίδιο, υποκρύπτει αλυτρωτικούς και αναθεωρητικούς σχεδιασμούς. Δύο μήνες αργότερα (17 Νοεμβρίου 1991), τέθηκε σε εφαρμογή το ισχύων Σύνταγμα της χώρας, το οποίο δέχτηκε μερικές τροποποιήσεις τον Ιανουάριο του 1992.[3]

Οι Διατάξεις των άρθρων 3 και 74 περί «μεταβολής των συνόρων» (οι οποίες αναθεωρήθηκαν με τις τροποποιήσεις του Ιανουαρίου), και του άρθρου 49 για «την προστασία της σλαβομακεδονικής μειονότητας στις γειτονικές χώρες», αποτέλεσαν σημείο τριβής του νεοπαγούς κράτους με τον περίγυρο του.[4] Παρόλα ταύτα, η Βουλγαρία υπήρξε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε το γειτονικό κρατίδιο με το συνταγματικό του όνομα (15 Ιανουαρίου 1992).

Τον Απρίλιο του 1992, έλαβε χώρα στην Αθήνα Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλή, στη διάρκεια του οποίου συμφωνήθηκε η απόρριψη του λεγόμενου «Πακέτου Πινέϊρο»[5], και κάθε πρότασης που θα περιέχει στην ονομασία του γειτονικού κρατιδίου τον όρο «Μακεδονία» και τα παράγωγα του.[6] Τον Απρίλιο του 1993, o O.H.E. με την ομόφωνη απόφαση υπ.αρ. 817 (S/RES/817/07/04/1993), αποδέχεται το αίτημα ένταξης της γειτονικής χώρας στους κόλπους του, με την προσωρινή ονομασία «the former Yugoslav Republic of Macedonia» (F.Y.R.O.M.), και προσωρινά χωρίς το δικαίωμα ανάρτησης συμβόλου κυριαρχίας (σημαίας), έως ότου υπάρξει αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία με την Ελλάδα για το ζήτημα της ονομασίας, καθότι στο μεταξύ ξεκίνησαν διμερείς διαπραγματεύσεις.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1994, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου θεωρώντας ότι η Π.Γ.Δ.Μ. τηρούσε αδιάλλακτη στάση στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, καθώς επίσης και στο ζήτημα της Σημαίας (χρήση του δεκαεξάκτινου Ήλιου της Βεργίνας), αποφάσισε την επιβολή ασφυκτικού οικονομικού αποκλεισμού (embargo).[7]

Οι Η.Π.Α. ανέλαβαν διπλωματικές πρωτοβουλίες για την εκτόνωση της κατάστασης, και στις 4 Σεπτεμβρίου 1995, ο υφυπουργός των Εξωτερικών Richard Holbrooke κατόπιν απευθείας επαφών σε Αθήνα και Σκόπια, ανακοίνωσε την επίτευξη συμφωνίας για επανάληψη του διμερούς διαλόγου σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών, με στόχο την υπογραφή μιας Ενδιάμεσης Συμφωνίας (Interim Accord). Ο διάλογος θα τελούσε υπό την αιγίδα του Cyrus Vance.[8]

2). Η Ενδιάμεση Συμφωνία (Interim Accord). Άρθρα και Εδάφια.

Το τελικό κείμενο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υπεγράφη στη Νέα Υόρκη στις 13 Σεπτεμβρίου 1995, μεταξύ των Υπουργών των Εξωτερικών Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ, κυρίων Παπούλια και Crvenkovski αντίστοιχα.[9]

Τα συμβαλλόμενα μέρη αφού διατύπωσαν την προσήλωση τους στις Αρχές του Κ.Χ. των Η.Ε. σχετικά με τη διατήρηση της περιφερειακής ειρήνης, του σεβασμού της ισχύουσας μεθοριακής γραμμής, και την αποχή από πράξεις βίας και αμοιβαίων παρεμβάσεων στις εσωτερικές τους υποθέσεις, συμφώνησαν μέσα από 23 συνολικά Άρθρα, να προωθήσουν μια σειρά ζητημάτων προκειμένου να βελτιώσουν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών, και να βελτιστοποιήσουν τη διμερή συνεργασία. Ουσιαστικά επρόκειτο για διατάξεις- εγγυήσεις προσανατολισμένες στην εξυπηρέτηση των μονομερών αλλά και των κοινών συμφερόντων.[10]

Στα Άρθρα 1-8 γίνονταν μνεία σε σειρά Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (Μ.Ο.Ε.) μεταξύ των δύο χωρών.

Ειδικότερα στο  Άρθρο 1 προβλεπόταν η αναγνώριση της Π.Γ.Δ.Μ. από την Ελλάδα με το όνομα που αναφέρονταν στην παρούσα Συμφωνία, ενώ παράλληλα θα συνάπτονταν το ταχύτερο δυνατό διπλωματικές σχέσεις και θα ιδρύονταν Γραφεία Συνδέσμων σε Αθήνα και Σκόπια.

Στο 2ο Άρθρο αναγνωρίζονταν η μονιμότητα των ισχυόντων συνόρων, ενώ στο Άρθρο 3 τα δύο μέρη δήλωναν ευθαρσώς ότι σέβονται μεταξύ τους την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία, καθώς επίσης δεσμεύονταν να απέχουν από πράξεις υπονόμευσης των προειρημένων.

Στο Άρθρο 4 οι δύο χώρες αποποιούνταν τον οποιοδήποτε επιθετικό σχεδιασμό, ο οποίος θα αποσκοπούσε στη μεταβολή της υπάρχουσας μεθορίου. Στο 5ο Άρθρο Ελλάδα και Π.Γ.Δ.Μ. αναλάμβαναν την υποχρέωση να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις με στόχο την εξεύρεση βιώσιμης λύσης στο επίμαχο ζήτημα του ονόματος. Παράλληλα καλούνταν να διευθετήσουν τις λεπτομέρειες για την ομαλή διεξαγωγή του εμπορίου και των συναλλαγών.

Στο Άρθρο 6 η Π.Γ.Δ.Μ. δεσμεύονταν πως οι Συνταγματικές Διατάξεις (Προοίμιο, Άρθρα 3 και 49), επ’ ουδενί λόγω δεν αποτελούσαν βάση διεκδίκησης περιοχών των γειτονικών χωρών, και αφορμή για επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των, προκειμένου να προστατευθούν πρόσωπα που θεωρούνται πολίτες των συγκεκριμένων χωρών.

Το Άρθρο 7 είχε ιδιαίτερη σημασία για την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, καθότι αφενός αποθαρρύνονταν κάθε εχθρική και προπαγανδιστική κρατική ή ιδιωτική πρωτοβουλία, αφετέρου αποσύρονταν ο «Ήλιος της Βεργίνας» από τη σημαία της γείτονας χώρας.

Με το 8ο Άρθρο αναλήφθηκε η υποχρέωση να απέχουν αμφότερα τα Μέρη, από την προβολή οποιουδήποτε κωλύματος όσον αφορά τη διακίνηση προσώπων και αγαθών. Τα Άρθρα 9 και 10 αναφέρονται στα ανθρώπινα και πολιτιστικά δικαιώματα.

Ειδικότερα με το Άρθρο 9 τα δύο Μέρη δεσμεύονταν να συντονίσουν τη δράση τους σύμφωνα με το σύνολο των βασικών διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου, όπως ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, η Τελική Πράξη του Ελσίνκι, η Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών κ.α.

Στο Άρθρο 10 γίνονταν μνεία στην αναγκαιότητα βελτίωσης των ανθρώπινων επαφών μεταξύ των πολιτών των δύο χωρών, σε όλα τα επίπεδα.

Το Άρθρο 11 εστίαζε στις σχέσεις της F.Y.R.O.M. με τους Διεθνείς και Πολυμερείς Οργανισμούς, ενώ η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να μην αντιταχθεί σε πιθανό αίτημα εισδοχής της γειτονικής χώρας, ως μέλος σε Δ.Ο. Παράλληλα η Ελλάδα αναγνώριζε την ανάγκη για οικονομική υποστήριξη της Π.Γ.Δ.Μ. από τους ανάλογους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Μέσω των Άρθρων 12-14 ρυθμίζονταν οι συμβατικές σχέσεις.

Ειδικότερα στο Άρθρο 12 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, αναλαμβάνονταν η υποχρέωση να λογίζονται υπόψη οι διμερείς Συμβάσεις που διαμείφθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας στις 18 Ιουνίου 1959, ήτοι: α) Σύμβαση επί των αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων, β) Συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, γ) Συμφωνία περί υδρο-οικονομίας. Τα Μέλη καλούνταν να συνάψουν και νέες Συμβάσεις όπου κρίνονταν αναγκαίο, πλην όμως σύμφωνες με το «πνεύμα» του παρόντος Άρθρου.

Στο 13ο Άρθρο αναγνωρίζονταν η γεωγραφική «ιδιαιτερότητα» της Π.Γ.Δ.Μ. ως «Κράτος Περίκλειστο», και η Ελλάδα καλούνταν να εφαρμόσει τις ισχύουσες διατάξεις του Δίκαιου της Θάλασσας, για ανάλογες περιπτώσεις.

Στο Άρθρο 14 Ελλάδα και F.Y.R.O.M. ενθαρρύνονταν να αναπτύξουν σε αμοιβαία βάση σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας, να προάγουν ζητήματα τηλεπικοινωνιών, ελεύθερης διακίνησης των πολιτών, εμπορικών μεταφορών και συναλλαγών, και γενικότερα να ενδυναμώσουν τη διμερή οικονομική συνεργασία.

Στα επόμενα πέντε Άρθρα (15-20), ρυθμίστηκαν οι εμπορικές, περιβαλλοντικές και οι νομικές σχέσεις των συμβαλλομένων. Στο 15ο Άρθρο τονίζονταν η ανάγκη για βελτίωση της συνεργασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και την περαιτέρω σύσφιξη των οικονομικών σχέσεων (τομέας επενδύσεων κεφαλαίου, βιομηχανική συνεργασία), ενώ η βελτίωση της διεπιστημονικής συνεργασίας, και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας προβλέπονταν στο Άρθρο 16.

Στο Άρθρο 17 τα δύο Μέλη καλούνταν να εντείνουν τη διασυνοριακή συνεργασία στην κατεύθυνση προστασίας του περιβάλλοντος και της εξάλειψης των μορφών ρύπανσης στις παραμεθόριες περιοχές, ενώ στο επόμενο Άρθρο (18), δεσμεύονταν να συνεργαστούν σε περίπτωση φυσικών καταστροφών.

Σύμφωνα με το Άρθρο 19 οι δύο χώρες θα κατέβαλλαν κοινές προσπάθειες για την επίσπευση των τελωνειακών και μεθοριακών διατυπώσεων, καθώς επίσης και την απλούστευση της διαδικασίας έκδοσης θεωρήσεων προς τους πολίτες.

Στο Άρθρο 20 λαμβάνονταν μέριμνα για τη συνεργασία σε υποθέσεις καταστολής του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας, του εμπορίου ναρκωτικών, και μια σειρά άλλων ποινικών παραβάσεων.

Τέλος στα Άρθρα 21-23 προβλέπονταν οι τελικές διατάξεις της Συμφωνίας.

Στο Άρθρο 21 οι δύο χώρες δεσμεύονταν ότι θα επιλύουν την οποιαδήποτε διαφορά, με ειρηνικά μέσα. Εφόσον υπάρχει δυσεπίλυτη διάσταση απόψεων σχετικά με την ερμηνεία άρθρων της Συμφωνίας, προβλέπονταν η δυνατότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, πλην του ζητήματος της ονομασίας (Άρθρο 5 παρ.1).

Στο Άρθρο 22 διασαφηνίζονταν ότι η τρέχουσα Συμφωνία δεν στρέφονταν εναντίον τρίτης κρατικής οντότητας. Μέσω του Άρθρου 23 ρυθμίζονταν η ισχύς της Συμφωνίας. Προβλέπονταν η έναρξη εφαρμογής της, τριάντα ημέρες μετά την υπογραφή του τελικού κειμένου.

Η Σύμβαση θα παρέμενε σε ισχύ έως ότου αντικατασταθεί από μια οριστική Συμφωνία (μεταβατικός χαρακτήρας Συμφωνίας). Η οριστική Συμφωνία θα προέκυπτε όταν οι συνθήκες για την επίλυση του ονόματος θα κρίνονταν πολιτικά ώριμες. Ωστόσο, μετά την παρέλευση επτά ετών, θα μπορούσε οποιοδήποτε Μέρος να αποσυρθεί, υπό τον όρο ότι πρωτίστως θα ειδοποιούσε γραπτώς το έτερο Μέρος για την εν λόγω πρόθεση. Η αποχώρηση από την Ενδιάμεση Συμφωνία, θα ολοκληρώνονταν δώδεκα μήνες μετά την γραπτή επίδοση του συγκεκριμένου αιτήματος. Η Ενδιάμεση Συμφωνία αν και ανέβαλε (η μετατόπισε) χρονικά την οριστική επίλυση της διαφοράς για την ονομασία, έδωσε την ευκαιρία στις δύο χώρες για μια πολιτική προσέγγιση, και αύξηση των οικονομικών συναλλαγών. Μετά το 1995 η Ελλάδα καθίσταται ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Π.Γ.Δ.Μ. γεγονός το οποίο σταδιακά δημιουργεί 5.000 νέες θέσεις εργασίας.[11]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Interim Accord. Greece and the Former Yugoslav Republic of Macedonia. Interim Accord with related letters, signed at New York on 13 September 1995. International Court of Justice: Application of the Interim Accord of 13 September 1995. International Court of Justice: Counter Memorial. Case Concerning the Application of Article 11 (1), of the Interim Accord. 19 January 2010. Security Council S/RES/817 07 April 1993. Απόφαση Συμβουλίου Ασφαλείας υπ.αρ.817/1993. Security Council S/RES/845 18 June 1993. Απόφαση Συμβουλίου Ασφαλείας υπ.αρ.845/1993. Βαληνάκης Γ. Ντάλης Σ. Το ζήτημα των Σκοπίων. Εκδόσεις Σιδέρης 1994. Μαλλιάς Α. Ανάλυση της Απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (Προσφυγή της Π.Γ.Δ.Μ. κατά της Ελλάδος). ΕΛΙΑΜΕΠ. 2012. Νομοθετικό Διάταγμα 402 της 2/23 Μαΐου 1974 ΦΕΚ Α 141. Περί κυρώσεως της από 23 Μαΐου 1969 Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών και του προσηρτημένου αυτή παραρτήματος. Ροζάκης Χρήστος. Πολιτικές και Νομικές Διαστάσεις της μεταβατικής Συμφωνίας της Νέας Υόρκης, μεταξύ Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ. Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (Αθήνα Εκδόσεις Σιδέρης 1996). Σωτηρόπουλος Βασίλειος. Κείμενο Προσφυγής της Π.Γ.Δ.Μ. κατά της Ελλάδας. Τζιαμπίρης Α. Διεθνείς Σχέσεις και Μακεδονικό ζήτημα. ΕΛΙΑΜΕΠ. Αθήνα 2003. Έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος (όπως στην εκάστοτε παραπομπή). [1] Η Π.Γ.Δ.Μ. καταλαμβάνει συνολική έκταση 25.300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, και έχει συνολικό πληθυσμό 2.071.278 κατοίκων, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις (2015). Συνορεύει στα βόρεια με την Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο, στα δυτικά με την Αλβανία, ανατολικά με την Βουλγαρία και στα νότια με την Ελλάδα. Μεγαλύτερα αστικά κέντρα θεωρούνται τα Σκόπια (Скопје), το Τέτοβο (Тетово) και τα Μπίτολα (Битола). [2] Βαληνάκης Γ. Ντάλης Σ. Το ζήτημα των Σκοπίων. Σελ.38. [3] https://www.icrc.org. [4] Άρθρο 49: The Republic cares for the status and rights of those persons belonging to the Macedonian people in neighbouring countries, as well as Macedonian expatriates, assists their cultural development and promotes links with them. The Republic cares for the cultural, economic and social rights of the citizens of the Republic abroad. [5] Το Πακέτο Πινέϊρο η Καλύτερη Λύση για το θέμα της ΠΓΔΜ λέει ο Πορτογάλος Πολιτικός. In.gr 16/11/2004: http://news.in.gr/greece/article/?aid=580718 [6] Μέσω του λεγόμενου «Πακέτου Πινέϊρο» μεταξύ άλλων προτείνονταν η ονομασία «Νέα Μακεδονία» (Нова Македонија). [7] Facts on the Macedonian-Greek Name Dispute. Risto Karajkov. 03/04/2008. Osservatorio Balcani e Caucaso Transeuropa: http://www.balcanicaucaso.org/eng/Materials/Facts-on-the-Macedonian-Greek-Name-Dispute-39899 [8] Πως Γεννήθηκε το Μακεδονικό. The Macedonian Society of Great Britain. Δεκέμβριος 2004: http://www.macedonia.org.uk/makedo_gr.htm [9] Ενδιάμεση Συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ, Interim Accord Greece-FYROM (1995): https://www.scribd.com/doc/19318513-Interim-Accord-Greece-FYROM-1995 [10] Ροζάκης: Πολιτικές και Νομικές Διαστάσεις της μεταβατικής Συμφωνίας της Νέας Υόρκης, μεταξύ Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ. (Αθήνα Εκδόσεις Σιδέρης 1996). Σελ.17-36. [11] Τζιαμπίρης Α. Διεθνείς Σχέσεις και Μακεδονικό ζήτημα. Σελ.102-104. Share this:

Πηγή: Η Ενδιάμεση Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ.: Ένα ιστορικό της διαμάχης για το όνομα http://mignatiou.com/2017/09/i-endiamesi-simfonia-metaxi-elladas-ke-p-g-d-m-ena-istoriko-tis-diamachis-gia-to-onoma/

Μήπως οδηγούμαστε από την παρακμή στην κατάρρευση;

22

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Υπάρχει ένα σενάριο που θέλει τη Γερμανία, σε συνεργασία με τη Γαλλία, μετά τις γερμανικές εκλογές να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ανασύστασης μιας νέας Ευρώπης. Κατά το σενάριο αυτό θα δρομολογηθούν εξελίξεις που θα αναδείξουν νέες πολιτικές ηγεσίες. Και στην Ελλάδα.

Μακάρι. Διότι ούτε με την Ευρώπη που βιώνουμε, ούτε με τις ηγεσίες που έχουμε στη χώρα μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με τη στενομυαλιά του, θα συνεχίσει να καθορίζει τις τύχες της Ευρώπης, όπως και η χώρα του. Ούτε από τον Σόιμπλε ούτε από τη Γερμανία μπορεί να ελπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ότι θα οδηγήσουν την ήπειρο σε κάποιο όραμα. Η Γερμανία ως κράτος και οι Γερμανοί ως λαός έχουν έναν δυναμισμό για τον εαυτό τους. Δεν κατάφεραν να διαχειριστούν ευρύτερα σύνολα από τότε που απέκτησαν σύγχρονη κρατική υπόσταση. Υποτίθεται πως το ρόλο αυτό στην Ευρώπη τον διαδραμάτιζε η Γαλλία, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο πως έχει σήμερα τη δυνατότητα να το κάνει.

Είναι ορατή μια ευρωπαϊκή παρακμή σε έναν κόσμο που αλλάζει. Και αλλάζει ριζικά. Όπως συμβαίνει κάποιες σπάνιες φορές στην ιστορία. Είναι οι στιγμές που είτε έχεις ηγεσία που οδηγεί οραματικά έναν λαό, ή έχεις διαχειριστές που αναζητούν, απλώς, μια θέση στην παγκόσμια ιεραρχία.

Αν για την Ευρώπη μιλάμε για παρακμή, για τη χώρα μας, την Ελλάδα, μπορούμε να μιλάμε για κατάρρευση; Δυστυχώς, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Οι κοινωνίες παρακμάζουν και καταρρέουν. Εκτός και αν φροντίσουν, από νωρίς, για τη σωτηρία τους.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία λένε πως κατέρρευσε από τις επιθέσεις των βαρβάρων. Οι βάρβαροι, όμως, επιτίθεντο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πολλά χρόνια πριν από την κατάρρευσή της. Αλλά δεν μπόρεσαν να την κατακτήσουν. Πότε το πέτυχαν; Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε καθώς αποσυντέθηκε εσωτερικά. Το ίδιο και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είχε παραδοθεί πολλά χρόνια πριν από την Άλωση.

Πρώτο δείγμα μιας παρακμής είναι η ποιότητα της πολιτικής ηγεσίας. Η σημερινή ελληνική πολιτική ηγεσία δεν είναι ούτε καν μέτρια. Στο σύνολό της.

Είναι απόλυτη ανάγκη να υπάρξει πολιτική αλλαγή στη χώρα. Η παρούσα κυβέρνηση δεν μπορεί να πετύχει τίποτε. Ούτε να στηρίξει τις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις σε περίοδο κρίσης –κάτι που θα περίμενε κανείς από μια κυβέρνηση με το δικό της πρόσημο–, ούτε να αποκτήσει την αξιοπιστία των επενδυτών. Αντιθέτως, κάνει ό,τι μπορεί για να τους αποθαρρύνει. Και δεν αναφέρομαι στις Σκουριές.

Οι άνθρωποι που διεκδικούν τη διακυβέρνηση μιας χώρας έχουν συνήθως κάποια στοιχειώδη οράματα. Ο δικός μας πρωθυπουργός δεν έχει κανένα. Η μόνη ικανότητά του είναι να εκμεταλλεύεται την ευπιστία ενός λαού που ευρισκόμενος σε πολύ δύσκολη κατάσταση πιάνεται από τα μαλλιά του.

Η εμβέλεια της σκέψης του Αλέξη Τσίπρα για τις αναγκαίες στη χώρα επενδύσεις φθάνει μέχρι την εταιρεία καθαρισμού πολυκατοικιών και την εταιρεία εστίασης. Ρωτήθηκε στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη Θεσσαλονίκη τι θα χρηματοδοτεί η Τράπεζα Επενδύσεων την οποία θέλει να δημιουργήσει. Και η απάντησή του περιορίστηκε στον καθαρισμό και την εστίαση. Μέχρι εκεί μπορεί.

Η πολιτική αλλαγή, λοιπόν, είναι αναγκαία για τη χώρα. Αλλά και ποιος θα έρθει; Η Ελλάδα χρειάζεται έναν πολιτικό φορέα χωρίς τα βάρη του παρελθόντος και με ικανά πρόσωπα να διαχειριστούν και να εμπνεύσουν. Δυστυχώς, δεν υπάρχει. Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα, σε σχέση με την κυβέρνηση, να είναι πιο αξιόπιστη για τους επενδυτές. Αλλά μέχρι εκεί – αν και στην τραγική κατάσταση που βρισκόμαστε δεν είναι λίγο. Αλλά και αυτής το επενδυτικό όραμα εξαντλείται στην Eldorado Gold. Σε έναν τομέα επενδύσεων που δεν τον έχει ανάγκη η χώρα, ή μάλλον είναι ο πιο καταστρεπτικός για τη χώρα.

Όποιος εγείρει επιφυλάξεις για κάποιο είδος επένδυσης δεν σημαίνει πως είναι κατά των επενδύσεων.

Αυτό το προπαγανδιστικό παραμύθι που κατά κόρον χρησιμοποίησε η Αριστερά από την αντίθετη πλευρά, για να απαξιώσει την επιχειρηματικότητα, δεν μπορεί να το επικαλείται και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση για να περάσει την αντίληψή της χωρίς κριτική. Δεν θα περάσουμε από το ένα άκρο του εκκρεμούς στο άλλο. Αν θέλετε, και αυτό είναι ένα στοιχείο της πολιτικής και πολιτιστικής μας υπανάπτυξης. Ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει την παρακμή και σιγά σιγά τη δημιουργία των προϋποθέσεων για κατάρρευση της χώρας.

«Λέγοντας κατάρρευση» γράφει ο Τζάρεντ Ντάιαμοντ στο ομότιτλο βιβλίο του «εννοώ μια δραματική μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού και/ή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνθετότητας, σε σημαντική έκταση και για μεγάλη χρονική περίοδο. Το φαινόμενο των καταρρεύσεων συνιστά ακραία μορφή αρκετών ηπιότερων τύπων παρακμής μιας κοινωνίας». Και δυστυχώς, τέτοια φαινόμενα παρακμής η ελληνική κοινωνία έχει να επιδείξει πολλά.

Το ένα λοιπόν μεγάλο ερώτημα είναι, όταν επέλθει η πολιτική αλλαγή από τη σημερινή παρακμιακή κατάσταση υπάρχει όραμα για τη χώρα; Προς τα πού θα στραφεί, τι είδους επενδύσεις θα επιδιώξει, έχει διασφαλίσει τις προϋποθέσεις διαφάνειας του δημόσιου βίου και διαχείρισης των κοινών από άτομα ικανά;

Η πολιτεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και οι άνθρωποι που τη συγκροτούν αφήνουν ερωτηματικά για κάτι τέτοιο.

Το άλλο μεγάλο ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει ως κοινωνικό σχηματισμό, είναι αν συναισθανόμαστε τον κίνδυνο εγκλωβισμού μας από τους γείτονες. Η υπερεπέκταση γειτονικών χωρών και η ακμή τους μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο παρακμής για μια χώρα. Μπορούμε –και πώς– να επιβιώσουμε στο γειτονικό μας περιβάλλον; Έχουμε το ανθρώπινο και τεχνικό δυναμικό αλλά και τις οικονομικές δυνατότητες για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις;

Για να γίνω πιο σαφής, έχει η Ελλάδα τη δυνατότητα να απαντήσει στη στρατιωτική κλιμάκωση που επιχειρεί η Τουρκία με την αγορά των S-400 και, ενδεχομένως, των αεροπλάνων F-35; Μπορεί να περιορίσει τις εντάσεις με τους άλλους γείτονες;

Αν και προσωπικά δεν πιστεύω πως το σενάριο με τις αγορές της Τουρκίας θα εξελιχθεί ομαλά, ο δυνάμει κίνδυνος υπάρχει. Δεν μπορεί μια κοινωνία να μην σκέπτεται πώς θα τον αντιμετωπίσει για να διασφαλίσει το μέλλον της – όταν, μάλιστα, ο κίνδυνος αποδόμησης της κοινωνίας αυτής (και αναφέρομαι στην ελληνική) είναι ορατός.

Κανείς δεν τολμά να μιλήσει σήμερα για την ανάγκη θωράκισης της χώρας. Θα χαρακτηριστεί πολεμοκάπηλος και εθνικιστής, σε μια εποχή που ο όρος είναι απαξιωμένος. Δεν θα πει κανείς τίποτε, όμως, για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες, για να έχουν δουλειά, συνεργάζονται με το διεθνές δουλεμπόριο για να μεταφέρον πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική στην Ελλάδα. Άλλο ένα φαινόμενο παρακμής.

Το τραγικότερο, βεβαίως, όλων είναι ότι τίποτε από όλα αυτά δεν απασχολεί τον δημόσιο λόγο.

Τα παρακμιακά φαινόμενα είναι ορατά και πολλά. Οδηγούν σε κατάρρευση ή υπάρχει οδός σωτηρίας;