Αρχική Blog Σελίδα 2899

Τα έθνη έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα

0

του Δημήτρη Τσαϊλά* Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς. Έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα. Είχε πει ο Βρετανός πρωθυπουργός, Λόρδος Palmerston, στη βουλή των Λόρδων πριν από δύο περίπου αιώνες. Αυτή η φράση του, βλέπουμε να μετουσιώνεται στη σημερινή συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Μια σχέση ανταγωνισμού αλλά και συνεργασίας στη διεθνή σκακιέρα της Γεωπολιτικής. Η Τουρκία και η Ρωσία έχουν τέσσερις τομείς αλληλεπικαλυπτόμενων συμφερόντων, που χρειάζονται ο ένας τον άλλον, αλλά με προσεκτική διαχείριση, ώστε να παράγουν ουσιαστικές δυνατότητες συνεργασίας:

-Η Ρωσική γεωπολιτική υποχώρηση στη δεκαετία του 1990 άνοιξε τα Βαλκάνια στη Τουρκία ανταγωνιστικά λόγω της απειλής. Η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η πλειοψηφία των εδαφών της πρώην Γιουγκοσλαβίας ήταν όλες πρώην Οθωμανικές κτήσεις και στην εποχή τους αποτέλεσαν το πιο προηγμένο τμήμα της οθωμανικής οικονομίας.

-Η Τουρκία αποτελεί σημαντική πηγή εισαγωγών από τη Ρωσία.

– Οι ενεργειακές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι στενές. Η Ρωσία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας. Η Τουρκία εξαρτάται από τη Ρωσία κατά 65% στο φυσικού αερίου και κατά 40% του πετρελαίου εισαγωγής.

-Η Τουρκία και η Ρωσία έχουν αμοιβαία αλλά και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην Υπερκαυκασία. Στο Αζερμπαϊτζάν, για παράδειγμα, θεωρούν τους Τούρκους, σημαντικούς εταίρους. Η Αρμενία παραμένει φιλο-ρωσική αλλά και έντονα αντι-τουρκική. Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν βρίσκονται σε αντιπαράθεση για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, που θεωρείται αμφισβητούμενο έδαφος, διεθνώς αναγνωρισμένο ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, διοικείται από τη Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ως πραγματικά ανεξάρτητο κράτος με πλειοψηφία όμως των Αρμενίων.

Οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας, οι οποίες ήταν εχθρικές κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, έχουν γενικά βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παρά την ένταση του 2015. Τα παλαιότερα, ζητήματα όπως η Τσετσενία υποχωρούν μέρα τη μέρα. Οι δύο χώρες, παρουσιάζουν θέσεις που συγκλίνουν στο Ιράν. Ακόμα και ζητήματα προστριβών, μετά την Αραβική Άνοιξη όπως η αποκλίνουσα στάση της Ρωσίας και της Τουρκίας έναντι της Συρίας και του Κουρδιστάν γενικά δεν φαίνονται  πλέον ως ένα εμπόδιο για αυτές τις δύο χώρες ώστε να αναπτύξουν τη διμερή τους σχέση με ρεαλιστικό τρόπο.

Η πρόσφατη προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας ωφελεί αμφότερες τις πλευρές. Όσον αφορά τη Ρωσία, είναι φανερό πως έχοντας δεσμούς με μια χώρα του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία, επιτρέπει στο Κρεμλίνο να προωθήσει τρεις βασικούς στόχους εξωτερικής πολιτικής:

  • Πρώτον, μπορεί να υπονομεύσει τη Δυτική συμμαχία θέτοντας ερωτήματα  σχετικά με την τουρκική αξιοπιστία ως συμμάχου. Αφού η Άγκυρα φαίνεται να αποφάσισε, την αντιαεροπορική της άμυνα να την υλοποιήσει με την απόκτηση των Ρωσικών αντιαεροπορικών συστοιχιών S-400. Αυτό αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη που προσθέτει ερωτηματικά σχετικά με το μέλλον της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ.
  • Δεύτερον, η Ρωσία ελπίζει να χρησιμοποιήσει την Τουρκία ως σημείο διέλευσης των αγωγών για εξαγωγές της ενέργειας προς τις αγορές στην Ευρώπη, αυξάνοντας έτσι το μερίδιό της Τουρκίας στην αγορά  και αποφεύγοντας τόσο τη ναυτιλιακή μεταφορά, όσο και μια πλέον εχθρική Ουκρανία. Έτσι με αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα έχει θέσει μεγάλες προσδοκίες και επενδύσει πολλά χρήματα στον Τουρκικό Αγωγό φυσικού αερίου που θα επιτρέπει στη Ρωσία να επεκταθεί στις αγορές ενέργειας της Τουρκίας και της Ευρώπης.
  • Τρίτον, η Μόσχα επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη Τουρκία για την διαχείριση των συμφερόντων της στη Μέση Ανατολή.

Συμπεράσματα

Για την Τουρκία, η Ρωσία παραμένει μια χρήσιμη εναλλακτική λύση έναντι της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες συχνά την επικρίνουν στα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δείχνουν απρόθυμοι να την ενσωματώσουν πλήρως στις δυτικές οικονομικές και πολιτικές δομές.

Ο Πρόεδρος Erdoğan παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι για το μέλλον της Τουρκίας. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες την βλέπουν ως σύμμαχο, η Ρωσία τη βλέπει ως κράτος πελάτη. Ενώ ο πρόεδρος Erdoğan μπορεί να πιστεύει ότι δύναται να ξεπεράσει τη ρωσική μέγγενη, ο Πρόεδρος Putin, ούτε αρχάριος είναι, αλλά έχει διατελέσει και  αρχηγός της Ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών (KGB).

Αντί επιλόγου θα λέγαμε, ότι οι Τούρκοι, οικοδομούν σχέσεις βάζοντας στο κρεβάτι τους μια αρκούδα. Όταν όμως, αυτή η αρκούδα είναι η Ρωσία, τότε είναι καλύτερο να παραμείνουν ξύπνιοι και να ανησυχούν.

*Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι υποναύαρχος ΠΝ ε.α.

liberal.gr

Η υπηρεσία πληροφοριών του ISIS αρνείται να πεθάνει

0
Γιατί η Emni δεν πρόκειται να εξαφανιστεί foreignaffairs.gr
Στρατιώτες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων επιθεωρούν μια καταληφθείσα αποθήκη όπλων του ISIS στην Raqqa, τον Οκτώβριο του 2017. ERIK DE CASTRO / REUTERS
Περίληψη:

Στο Ιράκ ο πόλεμος των όπλων τελείωσε, αλλά ο πόλεμος των πληροφοριών όχι. Πρώτα απ’ όλα, πολλά από τα πιο έμπειρα και αφοσιωμένα μέλη της Emni κατάφεραν να ξεφύγουν όταν έπεσε το ISIS.

Η VERA MIRONOVA είναι συνεργάτις για την Διεθνή Ασφάλεια στο Κέντρο Belfer της Σχολής Kennedy στο Harvard.
Η EKATERINA SERGATSKOVA είναι δημοσιογράφος με βάση της την Ουκρανία.
Ο KARAM ALHAMAD είναι Σύρος ανεξάρτητος δημοσιογράφος.

Στο σκοτάδι μιας ασφαλούς κατοικίας στην Μοσούλη, στο οποίο κοιμούνταν δέκα Ιρακινοί στρατιώτες, γαλαζοπράσινο φως εξακολουθούσε να φωτίζει από τα κινητά τηλέφωνα δύο αξιωματικών των μυστικών υπηρεσιών που ήταν απασχολημένοι να εντοπίσουν αυτοκίνητα αυτοκτονίας, αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (IED) και βάσεις του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) [1] και να ανακαλύψουν ονόματα μελών του ISIS. Τις πληροφορίες αυτές παρείχαν άμαχοι βαθιά μέσα στην επικράτεια του ISIS. Από την άλλη πλευρά της μάχης, η ίδια διαδικασία συνέβαινε αντίστροφα. Και εκείνες οι επιχειρήσεις ήταν, από πολλές απόψεις, πολύ πιο εξελιγμένες. Ακόμη και τώρα που η τρομοκρατική οργάνωση αποσυντίθεται, η υπηρεσία πληροφοριών της εξακολουθεί να αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση.

23112017-1.jpg

Στρατιώτες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων επιθεωρούν μια καταληφθείσα αποθήκη όπλων του ISIS στην Raqqa, τον Οκτώβριο του 2017. ERIK DE CASTRO / REUTERS
——————————————————————-

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Για πολλούς από τους πολίτες που παρείχαν πληροφορίες σχετικά με το ISIS στις ιρακινές Αρχές, το να πράττουν έτσι ήταν ο δικός τους τρόπος να αντιμετωπίσουν μια άθλια κατάσταση. «Τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Μοσούλη ήθελαν να συνεργαστούν μαζί μας επειδή ήθελαν εκδίκηση εναντίον του ISIS για την δολοφονία των μελών της οικογένειάς τους», μας είπε ένας αξιωματικός του ιρακινού στρατού. Για άλλους, η δουλειά ήταν καθαρά για υλικές παροχές – πληρωμές, των οποίων το μέγεθος εξαρτιόταν από τις παρεχόμενες πληροφορίες.

Η συλλογή πληροφοριών ήταν αρκετά εύκολη. Ένας θηλυκός πληροφοριοδότης στην Μοσούλη το έπραττε φλερτάροντας με μαχητές του ISIS. Για να μην προσελκύσει την προσοχή, κυκλοφορούσε μαζί με τις νεαρές ανιψιές και τους ανιψιούς της, αφού δεν είχε δικά της παιδιά. Μια άλλη γυναίκα εργαζόταν ως κομμώτρια και κατασκόπευε τους ηγέτες του ISIS μέσω των συζύγων τους, οι οποίες επισκέπτονταν συχνά το κομμωτήριό της.

Το δύσκολο μέρος της δουλειάς ήταν να μοιράζονται τις πληροφορίες που συγκέντρωναν. Τα εδάφη που ελέγχονταν από το ISIS περιβάλλονταν από ιρακινές και συμμαχικές δυνάμεις, οπότε ήταν αδύνατο να διαβιβαστούν προσωπικά οι πληροφορίες. Στο Ισλαμικό Κράτος υπήρχαν μέχρι και Ίντερνετ-καφέ, αλλά τουλάχιστον στη Μοσούλη, σύμφωνα με τους ντόπιους, «δεν υπήρχαν υπάλληλοι που να μην ήταν πληροφοριοδότες της Emni (της υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφάλειας του ISIS) και κανένας πελάτης που δεν ήταν μέλος του ISIS». Το ISIS ήταν επίσης καχύποπτο για τις εξελιγμένες ηλεκτρονικές συσκευές. Την ίδια μέρα που το ISIS κατέλαβε την Μοσούλη, σύμφωνα με πληροφορίες, συνέλαβε έναν πολίτη κατηγορώντας τον για κατασκοπεία επειδή φορούσε ένα αθλητικό ρολόι με GPS.

Παρόλο που ορισμένοι πληροφοριοδότες είχαν δορυφορικά τηλέφωνα, ο πιο απλός τρόπος μετάδοσης πληροφοριών ήταν μέσω ενός απλού κινητού τηλεφώνου. Αλλά το ISIS τα απαγόρευσε αυτά, πράγμα που σήμαινε ότι οι πληροφοριοδότες έπρεπε να γίνουν δημιουργικοί για να τα κρύψουν. Η θηλυκή κατάσκοπος έκρυβε το δικό της στο σουτιέν της˙ άλλοι τα έβαζαν ψηλά σε δέντρα, σε διάφορα βάζα στην κουζίνα, και μέσα σε έπιπλα. Ένας άνθρωπος μας είπε ότι έθαβε το τηλέφωνό του στον κήπο, ξεθάβοντάς το μόνο μια φορά την εβδομάδα για να στέλνει πληροφορίες.

Από το σημείο εκείνο, τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα: Δεν ήταν εύκολο να βρεθεί καλό [τηλεφωνικό] σήμα στην Μοσούλη, οπότε οι πληροφοριοδότες έπρεπε να στέλνουν μηνύματα κειμένου από υπερυψωμένους τόπους, όπως από τους τελευταίους ορόφους κτιρίων ή από γειτονιές σε λόφους. Φυσικά, τα μέλη του ISIS το γνώριζαν επίσης, έτσι έψαχναν οποιονδήποτε πήγαινε πολύ συχνά σε αυτές τις περιοχές. Εάν έβρισκαν ένα τηλέφωνο με σχετικά μηνύματα, αυτό σήμαινε εκτέλεση για τον ιδιοκτήτη. Ένα άδειο κινητό ήταν ακόμα πιο ύποπτο. Αυτό σήμαινε βασανιστήρια.

Παρά τους κινδύνους που υπήρχαν, οι πληροφοριοδότες συνέχισαν την δουλειά τους και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία του πολέμου εναντίον του ISIS και κατά την διάρκεια σημαντικών επιχειρήσεων, όπως αυτή της Μοσούλης.

23112017-2.jpg

Ένας Ιρακινός στρατιώτης στέκεται στο ιερό Nabi Yunus στην ανατολική Μοσούλη, τον Απρίλιο του 2017. MUHAMMAD HAMED / REUTERS
——————————————————————-

ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Καθώς οι πληροφοριοδότες διακινδύνευαν την ζωή τους για να δώσουν πληροφορίες στις ιρακινές δυνάμεις σχετικά με το ISIS, οι πληροφορίες έρεαν επίσης προς την αντίθετη κατεύθυνση: Από τους συμπαθούντες το ISIS έξω από την επικράτεια της οργάνωσης προς τα εδάφη της διοίκησης και του ελέγχου του ISIS. Οι τεχνικές συλλογής τους ήταν σχετικά εξελιγμένες επειδή δεν αντλούσαν μόνο από την εμπειρία των Ιρακινών που εργάστηκαν για τις υπηρεσίες πληροφοριών του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά και από εκείνη των ξένων μαχητών [2] από διάφορες χώρες.

Στην προετοιμασία του για να αναλάβει τον έλεγχο μεγάλων ιρακινών πόλεων, το ISIS [3] άρχιζε να συλλέγει πληροφορίες διεισδύοντας σε διάφορα κρατικά όργανα εκεί. Οι ντόπιοι γνώριζαν πολλά, αλλά φοβούνταν να αναφέρουν το οτιδήποτε. Παρόλο που το ISIS επικεντρωνόταν στις υπηρεσίες ασφάλειας, διενεργούσε επίσης οικονομική κατασκοπεία. Πριν από την κατάληψη της Μοσούλης, τοποθέτησαν ανθρώπους στο μουσείο της Μοσούλης, το οποίο τελικά λεηλάτησαν. Σύμφωνα με τον διευθυντή του μουσείου, Raya Unus, πριν το ISIS αποκτήσει τον έλεγχο της πόλης, το μουσείο προσέλαβε έναν ύποπτο νέο εργάτη που κατά πάσα πιθανότητα συγκέντρωνε πληροφορίες για το πού φυλάσσονταν τα πιο ακριβά αντικείμενα.

Αφότου το ISIS πήρε τον έλεγχο μεγάλης επικράτειας, στράφηκε στην συλλογή πληροφοριών για τις περιοχές που ελέγχονταν από το Ιράκ. Οι τοπικοί οδηγοί ταξί ήταν ιδιαίτερα χρήσιμοι από την άποψη αυτή, ιδίως όσο ήταν ακόμη δυνατό να ταξιδεύουν ελεύθερα μεταξύ του ελεγχόμενου από το ISIS εδάφους και του υπόλοιπου Ιράκ. Πολλοί από τους οδηγούς συνελήφθησαν αργότερα. Επιπλέον, το 2015, στελέχη σε διάφορα ξενοδοχεία της Βαγδάτης συνελήφθησαν για συνεργασία με το ISIS. Και το 2016, ένας δάσκαλος στο Κουρδιστάν συνελήφθη όχι μόνο για την παροχή πληροφοριών στο ISIS, αλλά και για την αγορά τηλεφωνικών μονάδων για αυτούς, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες.

Ταυτόχρονα, το ISIS κατασκόπευε τους πολίτες στο έδαφός του. Για παράδειγμα, η οργάνωση χρησιμοποιούσε παιδιά για να ακούνε συνομιλίες στους δρόμους, στην αγορά, ακόμα και στις συγκοινωνίες. Οι ενήλικες σύχναζαν σε άλλους δημόσιους χώρους. «Συνήθως πήγαινα στους κουρείς στην πόλη και άκουγα περιμένοντας στην ουρά», είπε ένα μέλος της υπηρεσίας πληροφοριών του ISIS. «Πήγαινα στα τζαμιά μετά από τις προσευχές και άκουγα αυτά που έλεγαν οι άνθρωποι ενώ υποκρινόμουν ότι διάβαζα το Κοράνι».

ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ

Σε κάποιο σημείο, το ISIS φαίνεται ότι είχε διεισδύσει στις εχθρικές δυνάμεις. Ορισμένα μέλη των κουρδικών υπηρεσιών πληροφοριών υποψιάστηκαν ότι κάποια μέλη των Peshmerga ήταν συμπαθούντες το ISIS και διαβίβαζαν πληροφορίες στην ομάδα. Σύμφωνα με τον Halgurd Hikmat, εκπρόσωπο του Υπουργείου Peshmerga της KRG, «μέχρι τώρα δεν βρήκαμε μέλη του ISIS στους Peshmerga, αλλά δεν λέω ότι είναι αδύνατο». Στην Συρία, το ISIS είχε κατασκόπους σε άλλες μη κρατικές ένοπλες ομάδες. Πριν από δύο μήνες, ένας ξένος μαχητής που ανήκε στην Hayat Tahrir al Sham (πρώην Al Nusra) αναγνωρίστηκε ως πληροφοριοδότης του ISIS.

Με την σειρά του, το ISIS ανέπτυξε μια εξελιγμένη επιχείρηση αντικατασκοπείας που επικεντρώθηκε στην σύλληψη ατόμων που κατασκόπευαν από μέσα. Η αντιληπτή ανάγκη για μια τέτοια επιχείρηση ήταν κατανοητή. Όταν οι ιρακινές δυνάμεις άρχισαν να επανακαταλαμβάνουν έδαφος, πολλά τοπικά χαμηλού και μεσαίου επιπέδου μέλη του ISIS άρχισαν να σκέπτονται να συνεργαστούν με την ιρακινή κυβέρνηση για να σώσουν την ζωή τους. Με την πάροδο του χρόνου, το ISIS επίσης ανησυχούσε όλο και περισσότερο για την διείσδυση ξένων υπηρεσιών πληροφοριών. Όχι μόνο οι αεροπορικές επιδρομές του συνασπισμού στόχευσαν τους ηγέτες του ISIS με ακρίβεια, αλλά και οι ξένοι ηγέτες μιλούσαν ανοιχτά για διείσδυση στο ISIS. Όπως παρατήρησε ο Τσετσένος ηγέτης Ραμζάν Καντίροφ [4], «ακόμη και πριν το ISIS γίνει γνωστό ως ISIS, είχαμε τους πράκτορές μας εκεί».

Υπεύθυνη για το ξερίζωμα των προδοτών ήταν η δύναμη εσωτερικής ασφαλείας του ISIS, Emni, η οποία προσέλκυσε μερικά από τα πιο έμπειρα και αφοσιωμένα μέλη του ISIS και είχε την αυστηρότερη διαδικασία επιλογής. Για παράδειγμα, ήταν φυσιολογικό οι μαχητές στην Συρία να αλλάζουν οργανώσεις πολλές φορές, αλλά η Emni έπαιρνε μόνο ανθρώπους που δεν είχαν πολεμήσει ποτέ για κάποια ομάδα εκτός από το ISIS. Εκτός από τα στρατολογημένα μέλη της ομάδας Emni, το ISIS απασχολούσε έναν στρατό από πληροφοριοδότες που εργάζονταν υπό κάλυψη και θα μπορούσαν να λάβουν 5.000 δολάρια για κάθε κατάσκοπο που συλλαμβανόταν. Όχι μόνο ήταν η αμοιβή υψηλή (ο μέσος μισθός για έναν μαχητή του ISIS ήταν μεταξύ 100 και 250 δολαρίων ανά μήνα), αλλά το να είναι κάποιος πληροφοριοδότης ήταν επίσης ένας καλός τρόπος για να ξεκινήσει μια καριέρα. Ένα σχεδόν αναλφάβητο άτομο ξεκίνησε ως πληροφοριοδότης στο χωριό του έξω από τη Μοσούλη [5] και αργότερα κατάφερε να βρει δουλειά σε ένα εφετείο του ISIS στη Μοσούλη. Μερικοί πολίτες εργάζονταν ως πληροφοριοδότες της Emni επειδή αυτό βοηθούσε τις επιχειρήσεις τους. Θεωρητικά, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ξεκίνησε μια επιχείρηση υπό το ISIS, αλλά στην πράξη θα έπρεπε να τον εμπιστευόταν η οργάνωση. Και αυτή η εμπιστοσύνη μπορούσε να επιτευχθεί με την παροχή πληροφοριών στο ISIS.

Επειδή το ISIS φοβόταν τόσο πολύ μην υποστεί διείσδυση στο οργανωτικό επίπεδο, χρησιμοποιούσε διαρκώς μυστικούς πληροφοριοδότες για να παρακολουθεί τα δικά του μέλη. Για τους ξένους μαχητές, αυτή η επιτήρηση άρχιζε συνήθως πριν ακόμα ο μαχητής έρθει στην Συρία. Αρχικά, οι πληροφοριοδότες του ISIS μεταξύ των υποστηρικτών της οργάνωσης στις ξένες κοινότητες έλεγχαν τους πιθανούς μαχητές. Στην συνέχεια, τους παρακολουθούσαν συνεχώς μετά την άφιξή τους στην Τουρκία [6]. Για παράδειγμα, ένας μελλοντικός μαχητής από το Καζακστάν βιντεοσκοπούσε τον εαυτό του περνώντας στην Συρία από την Τουρκία. Ένας λαθροδιακινητής το παρατήρησε, και η Emni τον συνέλαβε αμέσως, τον φυλάκισε και αργότερα τον εκτέλεσε –όλα αυτά πριν καν μπει στην οργάνωση. Το ISIS υποψιαζόταν ότι βιντεοσκόπησε το πέρασμά του για να στείλει τις συντεταγμένες του σε μια ξένη κυβέρνηση. Μέσα στο ISIS, «όλοι βρίσκονταν σε μια σταθερή κατάσταση φόβου ότι παρακολουθούνται», αναθυμήθηκε ένας ξένος πρώην μαχητής. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν αδύνατο να συζητηθεί το οτιδήποτε, ακόμη και με ομοεθνείς φίλους στη μονάδα τους, επειδή οι πληροφοριοδότες της Emni κατέγραφαν συνομιλίες.

23112017-3.jpg

Γυναίκες ψωνίζουν στην Μοσούλη, τον Αύγουστο του 2017. THAIER AL SUDANI / REUTERS
———————————————————

Όταν συλλαμβάνονταν ύποπτοι ως κατάσκοποι, το ISIS τους έστελνε σε μια φυλακή εσωτερικής ασφάλειας. Εκεί, βρίσκονταν συχνά σε επιμέρους κελιά χωρίς εξαερισμό. Ακόμη και οι φύλακες δεν επιτρεπόταν να τους μιλάνε. Σύμφωνα με συν-κρατουμένους, οι ύποπτοι για κατασκοπεία βασανίζονταν τόσο άσχημα ώστε δεν ήταν σε θέση να περπατήσουν (τα πόδια τους ήταν πολύ πρησμένα) ή να φάνε (δεν μπορούσαν να κουνήσουν τα χέρια τους για να πιάσουν τα τρόφιμα). Οι όποιες γυναίκες, στεγάζονταν σε ειδικές γυναικείες φυλακές και ανακρίνονταν από γυναίκες μέλη της Emni.

Η πλειονότητα των ύποπτων ως κατάσκοποι εκτελέστηκαν, αλλά κάποια στιγμή οι ντόπιοι αθωώνονταν και απελευθερώνονταν. Σύμφωνα με έναν ξένο πρώην μαχητή του ISIS (και αργότερα κρατούμενο του ISIS), ένας υποτιθέμενος κατάσκοπος για τον οποίο δεν διέθεταν σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του μπορούσε να δωροδοκήσει την Emni για να επιταχύνει την διαδικασία, και ορισμένοι ντόπιοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν διασυνδέσεις για να απελευθερωθούν. Ένας πολίτης φυλακίστηκε με κατηγορίες κατασκοπίας, αλλά αργότερα απελευθερώθηκε. Είπε: «Βγήκα μόνο επειδή ένας από τους συγγενείς μου είχε υψηλή θέση στην οργάνωση. Με βοήθησε, αλλά αργότερα το μετάνιωσε γιατί του κόστισε μια προαγωγή». Για τους ξένους που κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία, η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή. Ένα μέλος του ISIS, το οποίο φυλακίστηκε με ανθρώπους που αργότερα εκτελέστηκαν ως κατάσκοποι της FSB [7], δήλωσε ότι «ένας από αυτούς, μισός Καζάκος, μισός Καμπαρντίνος [Κιρκάσιος], ήταν για πολύ καιρό φίλος ενός ανώτερου ρωσόφωνου [8] μέλους της Emni, επίσης από την [Δημοκρατία] Καμπαρντίνο-Μπαλκάρια [στμ: Η Δημοκρατία της Καμπαρντίνο-Μπαλκάρια είναι ομοσπονδιακό υποκείμενο της Ρωσίας, στα σύνορα με την Γεωργία]. Αλλά ούτε καν αυτό δεν βοήθησε».

Οι εκτελέσεις των τοπικών κρατουμένων γίνονταν συνήθως δημόσια, ως προειδοποίηση. Στους ξένους μαχητές συχνά επιβαλλόταν να ομολογήσουν την ενοχή τους σε βίντεο πριν από την εκτέλεσή τους. Αυτά τα βίντεο στην συνέχεια διανέμονταν για διεθνή κατανάλωση. Ήταν κοινώς γνωστό στην φυλακή ότι μετά την εξομολόγηση κάποιος θα εκτελεστεί, οπότε πολλοί ξένοι αρνούνταν να το πράξουν, προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο.

Βεβαίως, όλα αυτά ήταν αμφιλεγόμενα ακόμη και μέσα στο ISIS και ορισμένοι μαχητές αρνήθηκαν να συνεργαστούν με την Emni για ηθικούς λόγους. Η Emni προφανώς προσπάθησε κατά καιρούς να στρατολογήσει σωματοφύλακες ανώτερων ηγετών, αλλά πολλοί αρνήθηκαν να κατασκοπεύσουν τους ανθρώπους που έπρεπε να προστατεύουν. Μερικοί κανονικοί μαχητές ήταν πιο φωνητικοί στην αντίθεσή τους, και υπήρξαν περιπτώσεις επιθέσεων εναντίον πληροφοριοδοτών της Emni. Για παράδειγμα, ένας Τυνήσιος ξένος μαχητής υποψιάστηκε ότι ο ταξιτζής του ήταν μέλος της Emni επειδή, αν και φορούσε πολιτικά ρούχα, είχε πιστόλι και μια χειροβομβίδα στο αυτοκίνητο. Ο μαχητής τον κάρφωσε με ένα μαχαίρι. Πράγματι, υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι στην φυλακή επειδή επιτέθηκαν σε μέλη της Emni.

Με την πάροδο του χρόνου, τέτοιες αντιπαραθέσεις κλιμακώθηκαν και ορισμένες μονάδες του ISIS μέχρι που επιτέθηκαν σε φυλακές της Emni. Για παράδειγμα, το 2015, όταν η Emni συνέλαβε ένα 16χρονο κορίτσι από το Καζακστάν, ο πατέρας της, ο οποίος ήταν σε μονάδα επίθεσης του ISIS, πήρε περίπου δέκα μαχητές με βαριά όπλα στην φυλακή για να ζητήσει την απελευθέρωση της κόρης του. Οι φρουροί της φυλακής της Emni, φοβισμένοι για την ζωή τους, την άφησαν να φύγει. Αργότερα, όλοι όσοι συμμετείχαν στην επίθεση συνελήφθησαν ή εξαφανίστηκαν.

Παρόλο που μια τόσο περίπλοκη εσωτερική εποπτεία προστάτευε την οργάνωση, επίσης αύξησε την δυσπιστία στην οργάνωση και την ηγεσία της, κάτι που οδήγησε σε εσωτερικές συγκρούσεις και στην τελική πτώση του ISIS.

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Στο Ιράκ [9], ο πόλεμος των όπλων τελείωσε, αλλά ο πόλεμος των πληροφοριών όχι. Πρώτα απ’ όλα, πολλά από τα πιο έμπειρα και αφοσιωμένα μέλη της Emni κατάφεραν να ξεφύγουν όταν έπεσε το ISIS. Σε σύγκριση με τους μαχητές του ISIS, απολάμβαναν σχετική ελευθερία κινήσεων, οπότε όταν άρχισε η ιρακινή επιχείρηση στην Μοσούλη, πολλοί πράκτορες μετακινήθηκαν σε απελευθερωμένα εδάφη, από τα οποία ενημέρωναν το ISIS για τις κινήσεις των ιρακινών δυνάμεων. Ακόμη και τώρα, η παρουσία τους δεν αποτελεί μυστικό για τους ντόπιους πολίτες. Αρχικά, οι άνδρες στις απελευθερωμένες περιοχές μέχρι που αρνήθηκαν να ξυρίσουν τις γενειάδες τους, φοβούμενοι ακόμη ότι η Emni του ISIS που παρέμεινε πίσω θα σημείωνε τους ανθρώπους που παραβίαζαν τις πολιτικές [προσωπικής] περιποίησης [που είχε θεσπίσει το ISIS]. Σύμφωνα με ένα ανώτερο μέλος της Emni που πλέον κρύβεται, υπάρχουν περίπου 1.500 μέλη του ISIS που βρίσκονται στην Μοσούλη και είναι έτοιμοι να πάρουν τα όπλα.

Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν το ISIS θα μπορέσει να εισχωρήσει ξανά σε τοπικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Η ιρακινή Φυλετική Δύναμη Κινητοποίησης (Tribal Mobilization Force, TMF), η οποία αποτελείται κυρίως από τοπικές σουνιτικές ομάδες, αντικατέστησε τους μη τοπικούς Σιίτες ομολόγους της (τους PMU) και είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια σε πολλές περιοχές. Αν και οι αξιωματικοί της TMF απολαμβάνουν μεγαλύτερης εμπιστοσύνης από τους ντόπιους από όσο οι PMU, ορισμένοι πολίτες (και άλλες ένοπλες ομάδες) ανησυχούν ότι η TMF έχει ήδη υποστεί διείσδυση από το ISIS. Και αυτές οι ανησυχίες μπορεί να είναι έγκυρες. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης πριν από την ανάπτυξη των δυνάμεών της πέρσι, η TMF αναγνώρισε και συνέλαβε έναν κατάσκοπο του ISIS. Σύμφωνα με τον Faisal Jabar, ηγέτη μιας από τις ομάδες της TMF που σταθμεύουν στην Δυτική Μοσούλη, «Αυτοί οι κίνδυνοι είναι πολύ πραγματικοί, αλλά κάνουμε το καλύτερο δυνατό για να τους μειώσουμε. Για παράδειγμα, για να συμμετάσχει κάποιος στην ομάδα μας, δεν πρέπει να έχει υπάρξει υπό το ISIS στην Μοσούλη, πρέπει να έχει συστάσεις από την κοινότητα και εμείς ελέγχουμε το όνομά του με υπηρεσίες ασφαλείας τόσο στο Κουρδιστάν όσο και στην Βαγδάτη». Αλλά δεν είναι όλες οι ομάδες τόσο σχολαστικές, ειδικά όταν είναι δύσκολο να βρεθούν ικανοί υποψήφιοι.

Η επίλυση του προβλήματος των υπηρεσιών πληροφοριών του ISIS απαιτεί από τις ιρακινές δυνάμεις να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του τοπικού πληθυσμού και να αυξήσουν την συνεργασία σε θέματα πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών ένοπλων ομάδων και χωρών. Θα γίνει ευκολότερη η σύλληψη ενός πληροφοριοδότη του ISIS εάν οι ένοπλες ομάδες που βρίσκονται στην ίδια πόλη μοιράζονται πληροφορίες. Και αυτό δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα στο Ιράκ. Οι ξένοι της Emni (και ιδιαίτερα η ηγεσία της) ήταν από εκείνους με τις περισσότερες πιθανότητες να δραπετεύσουν από το Ιράκ και την Συρία και να κατευθυνθούν αλλού -συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης [10]. Μερικοί εξακολουθούν να εργάζονται για την Emni και ως εκ τούτου μπορούν απλά να ξαναπιάσουν τις δραστηριότητες του ISIS σε έναν νέο τόπο.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/iraq/2017-11-22/isis-intelligenc…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/tags/isis
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-10-27/lives-foreign-fighter…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-10-13/inside-isis-dys…
[4] https://www.golos-ameriki.ru/a/kadyrov-intelligence-isis-experts/3187220…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2017-01-10/fight-mosul
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2017-09-04/turkeys-new-al…
[7] http://nypost.com/2015/01/14/isis-child-executioner-kills-russian-spies-…
[8] https://www.foreignaffairs.com/regions/russian-federation
[9] https://www.foreignaffairs.com/regions/iraq
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-04-04/why-isis-beats-al-qae…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

ΕΚΠΟΜΠΗ: Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

1

Οι “Εναλλακτικές Εκδόσεις” επανεξέδωσαν το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου “Η γένεση του ολοκληρωτισμού” Με αφορμή την επανέκδοση η εκπομπή “Τομές στην Επικαιρότητα” της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης TV-100 πραγματοποιούν σήμερα συζήτηση με προσκεκλημένους:

πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος, καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης,

Σωκράτης Δεληβογιατζής καθηγητής Φιλοσοφίας ΑΠΘ,

Γιώργος Καραμπελιάς Εκδότης, Συγγραφέας.

Ώρα 9μμ Πέμπτη 23 Νοεμβρίου. TV-100.  Επανάληψη Σάββατο απο 5μμ-6μμ.

Θα μιλήσουμε γενικότερα για τον ολοκληρωτισμό. Πως είδε το φαινόμενο η Χάνα Άρεντ και ποιές μορφές έχει σήμερα.

Το σήμα της TV-100 μεταδίδεται:

Μέσω της Digea στην Κεντρική Μακεδονία

Απο την OTE TV οπουδήποτε

Διαδικτυακά απο τη διεύθυνση:

www.fm100.gr

και

http://www.anixneuseis.gr/?page_id=47224

 

Η ευκαιρία της Γερμανίας για επανεκκίνηση

0
Γιατί οι αποτυχημένες συνομιλίες για κυβερνητικό συνασπισμό θα μπορούσαν να είναι κάτι καλό
Οι ηγέτες των κομμάτων του συνασπισμού που δεν πραγματοποιήθηκε, με τον Peter Altmaier (δεξιά) στο μπαλκόνι των γραφείων της Γερμανικής Κοινοβουλευτικής Εταιρείας στο Βερολίνο, στις 30 Οκτωβρίου 2017. AXEL SCHMIDT / REUTERS.
Περίληψη:
Οι νέες εκλογές προσφέρουν στα καθιερωμένα κόμματα της Γερμανίας την ευκαιρία να μιλήσουν στην καρδιά των ανησυχιών των ψηφοφόρων. Τώρα, με την εκ των υστέρων γνώση που διαθέτουν, τα μεγάλα κόμματα θα παραδεχθούν πιθανώς ότι δεν είχαν το σωστό μήνυμα κατά την διάρκεια των τελευταίων εκλογών.

Η SUDHA DAVID-WILP είναι ανώτερη διατλαντική συνεργάτης και αναπληρώτρια διευθύντρια του Γραφείου Βερολίνου του German Marshall Fund of the United States.

Το Σαββατοκύριακο, ο Christian Lindner, ο νεαρός πρόεδρος του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (FDP), διέλυσε τις ελπίδες ότι το Βερολίνο θα σχηματίσει μια μαύρη-πράσινη-κίτρινη συμμαχία «Τζαμάικα» μαζί με το συντηρητικό μπλοκ της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και τους Πράσινους. Ύστερα από δύο μήνες διαπραγματεύσεων, μετά την σαφή αλλά συγκρατημένη νίκη του CDU στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου [1], ο Lindner αποχώρησε από τις συνομιλίες, λέγοντας ότι τα κόμματα απέτυχαν να βρουν έναν τρόπο να κυβερνήσουν μαζί. Όπως δήλωσε στον Τύπο την Δευτέρα το πρωί, δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσουν σε μια «κοινή ιδέα για το πώς θα εκσυγχρονίσουν την Γερμανία».

22112017-1.jpg

Ο πρόεδρος του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP) Christian Lindner, η ηγέτης της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Γερμανίας (CDU) Άνγκελα Μέρκελ, η αρχηγός του Γερμανικού Πράσινου Κόμματος Katrin Goering-Eckardt και ο επικεφαλής του γραφείου της γερμανικής καγκελαρίας Peter Altmaier, στο μπαλκόνι των γραφείων της Γερμανικής Κοινοβουλευτικής Εταιρείας κατά την διάρκεια των διερευνητικών συνομιλιών για την συγκρότηση νέας κυβέρνησης συνασπισμού που διεξήγαγε το CDU/CSU στο Βερολίνο, στις 30 Οκτωβρίου 2017. AXEL SCHMIDT / REUTERS
—————————————————————–

Κανείς δεν είπε ότι θα ήταν εύκολο για αυτό το εκλεκτικό κουαρτέτο, με το συντηρητικό CDU, το αδελφό κόμμα του, την Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU), το υπέρ των επιχειρήσεων FDP και τους αριστεριστές Πράσινους, να οικοδομήσουν μια συμφωνία συνασπισμού ενώ διακυβεύονται τα βασικά τους θέματα –το μεταναστευτικό , οι φόροι και το περιβάλλον. Με την κατάρρευση των συνομιλιών για τον συνασπισμό, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και το σταθερό της κέντρο, εισέρχονται σε αχαρτογράφητα εδάφη ακριβώς την ώρα που η ήπειρος περιμένει την καθοδήγηση του Βερολίνου για πλήθος δύσκολων θεμάτων, όπως η ευρωπαϊκή άμυνα, η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης και το Brexit.

Η συνήθης οδός για την διαμόρφωση μιας κυβέρνησης στη μεταπολεμική Γερμανία, όσο σκληρή κι αν ήταν η προεκλογική εκστρατεία, είναι να συνασπιστούν ένα κεντροδεξιό και ένα κεντροαριστερό κόμμα μαζί με έναν δευτερεύοντα εταίρο. Αυτό δεν συνέβη για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της Μέρκελ στην εξουσία˙ έχει κυβερνήσει δύο φορές σε έναν ευρύ συνασπισμό με τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες [2] (SPD). Η διακυβέρνηση από το μέσο επίπεδο (governance from the middle) έχει αλλάξει το γερμανικό πολιτικό τοπίο, επιτρέποντας στα λαϊκίστικα κόμματα να αναδυθούν στα άκρα και να παρεμποδίσουν τον σχηματισμό φυσικών πλειοψηφιών. Αυτή την φορά, ωστόσο, το SPD, με επικεφαλής τον Martin Schulz, απέρριψε την δημιουργία ενός ευρέος συνασπισμού. Το κόμμα πρέπει να ανακάμψει από μια ιστορική απώλεια στις εκλογές και επίσης δικαιολογημένα να εμποδίσει το λαϊκιστικό δεξιό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» [3] (AfD) το οποίο άρπαξε έδρες στην Bundestag για πρώτη φορά μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, από το να κατακτήσει τον πολυπόθητο ρόλο του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο.

Επιφανειακά, φαίνεται σαν ο Lindner να αψήφησε την πολιτική παράδοση, και πολλοί βιάστηκαν να τον αποκηρύξουν ως ανεύθυνο και εγωιστή για το ότι έβαλε τις ανάγκες του κόμματός του πάνω από εκείνες της χώρας του. Ο Lindner ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι τα πολιτικά χάσματα μεταξύ των κομμάτων ήταν υπερβολικά μεγάλα για να γεφυρωθούν και ότι επομένως ήταν καλύτερα να αποφύγει έναν γάμο που ήταν δεδομένο ότι θα τερματιστεί με διαζύγιο.

Και μπορεί να έχει δίκιο. Η Γερμανία χρειάζεται μια επανεκκίνηση για να συμμαζέψει το κατακερματισμένο πολιτικό της σύστημα. Συνεπώς, οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια εποχή νέας πολιτικής ηγεσίας και επίσης να δώσουν στα καθιερωμένα κόμματα την ευκαιρία να ξανακερδίσουν τους βασικούς ψηφοφόρους τους και να μειώσουν την ελκυστικότητα του AfD.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για όσους ενεπλάκησαν στις μαραθώνιες διαπραγματεύσεις να είναι πικροί. Ο Lindner θα μπορούσε να αποχωρήσει νωρίτερα. Αντί γι’ αυτό, περίμενε μέχρι το τέλος της προθεσμίας του Σαββατοκύριακου για να δηλώσει ανερυθρίαστα, με μια φαινομενικά προσχεδιασμένη δήλωση, ότι «είναι καλύτερο να μην κυβερνά παρά να κυβερνά άσχημα». Οι Πράσινοι λένε ότι το κοινό έδαφος ήταν στον ορίζοντα και ότι το FDP δεν έδωσε κανέναν συγκεκριμένο λόγο για την αποχώρησή του. Και φυσικά, η απόφαση του FDP να αποχωρήσει από τις συνομιλίες για τον συνασπισμό αναμφίβολα θα παρατείνει την αστάθεια στην Ευρώπη. Και όμως είναι γι’ αυτούς τους λόγους που χρειάζεται μια ισχυρή γερμανική κυβέρνηση. Το πολιτικό αδιέξοδο και οι νέες εκλογές είναι ασυνήθιστες για την Γερμανία, αλλά δεν θα οδηγήσουν αναγκαστικά σε μια πολιτική κρίση εάν τα καθιερωμένα κόμματα κατορθώσουν να ανασυνταχθούν.

Σε περίπτωση που η Γερμανία επιστρέψει στις κάλπες, υπάρχει σίγουρα μια δυνατότητα το AfD να αποκτήσει περισσότερες έδρες κατηγορώντας τα καθιερωμένα κόμματα ότι απέτυχαν να φτιάξουν μια κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, ψηφοφόροι που προηγουμένως ψήφισαν το AfD ενδέχεται να αισθάνονται ότι είχαν την ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν κατά τις τελευταίες εκλογές και τώρα θα επιστρέψουν στους συντηρητικούς ή στο SPD. Ο Lindner έχει επίσης ελιχθεί σωστά, αντανακλώντας την ρητορική του νεαρού Αυστριακού ομολόγου του, Sebastian Kurz [4], σχετικά με την ανάγκη για αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές και, ως εκ τούτου, έχει κλέψει κάποιους [ψηφοφόρους] από την βάση του AfD. Η εμμονή του FDP κατά την διάρκεια των συνομιλιών για τον συνασπισμό θα μπορούσε επίσης να το καταστήσει πιο ελκυστικό κόμμα, ένα κόμμα χαρακτηρισμένο ως ότι καθοδηγείται από αρχές και όχι από πολιτική σκοπιμότητα.

Για τα καθιερωμένα κόμματα, οι νέες εκλογές προσφέρουν την ευκαιρία να μιλήσουν στην καρδιά των ανησυχιών των ψηφοφόρων. Τώρα, με την εκ των υστέρων γνώση που απέκτησαν, τα μεγάλα κόμματα θα παραδεχθούν πιθανώς ότι δεν είχαν το σωστό μήνυμα κατά την διάρκεια των τελευταίων εκλογών. Το SPD δεν κέρδισε ψήφους με το να μιλά ακατάπαυστα για την ανάγκη επιστροφής της δικαιοσύνης στην γερμανική κοινωνία, και η υπόσχεση της Μέρκελ για περισσότερα από τα ίδια, δεν κατάφερε να διασκεδάσει τις ανησυχίες για τη μετανάστευση, την τρομοκρατία και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αμφότερα τα κόμματα έχουν τώρα την ευκαιρία να αποκαταστήσουν τις απώλειες που αντιμετώπισαν κατά τις τελευταίες εκλογές με το να απευθυνθούν στις βασικές τους εκλογικές περιφέρειες και να σχεδιάσουν στρατηγικές που να αντιμετωπίζουν το αίσθημα στην πρώην Ανατολική Γερμανία ότι η περιοχή, η οποία έχει γίνει προπύργιο του AfD, έχει μείνει πίσω.

Το ζήτημα μιας νέας ηγεσίας θα είναι επίσης στην ατζέντα. Ο Λίντνερ ξέρει ότι βρίσκεται σε αυτό για πολύ καιρό, ενώ οι Πράσινοι, το SPD και οι συντηρητικοί πρέπει τελικά να βρουν νέες προσωπικότητες για να οδηγήσουν τα κόμματά τους προς τα εμπρός. Στο κάτω-κάτω, τα νέα πρόσωπα μπορούν να αναβιώσουν ένα κόμμα. Ακόμα και η Μέρκελ πρέπει να εξετάσει σύντομα την στρατηγική της εξόδου της, και είναι καλύτερα να το κάνει ενώ είναι δημοφιλής και στην θέση του οδηγού. Εάν τα καθιερωμένα κόμματα ξανακερδίσουν την δύναμή τους και διαχύσουν την δύναμη των λαϊκιστικών κομμάτων στα δεξιά και στα αριστερά, η Γερμανία θα μπορούσε να επιστρέψει ξανά στις ημέρες της παραδοσιακής πολιτικής συνασπισμών. Αυτό θα οδηγούσε σε μια ισχυρότερη Γερμανία και, συνεπώς, σε μια ισχυρότερη Ευρώπη.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-11-21/germanys-chan…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-09-24/merkels-next-…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-09-25/future-german…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-09-29/handling-alter…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/austria/2017-10-15/austria-tilts…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Italy to be included in the Cyprus-Greece-Egypt Trilateral of 2018

0
The Cypriot governmental spokesman Nikos Christodoulides said that the trilateral cooperation among Cyprus, Greece and Egypt “will expand with the participation of Italy, following an initiative of President of Cyprus Nicos Anastasiades”, reports the CNA.According to relevant statements on Wednesday, November 22, Christodoulides explained that two months ago, Anastasiades suggested  “the expansion of the trilateral cooperation to include Italy, a proposal which was accepted by the parties.”

As a result, Italy’s premier will participate in the next Summit about to  take place in he first half of 2018, in the Greek island of Crete.

“It is important to have partnerships with both EU member states and countries in the wider region, with a view to taking joint actions for problems faced by countries,” Cyprus government spokesman Nicos Chistodoulidis said, adding that the trilateral meeting with Jordan will be attended by the Jordanian king and the Greek prime minister”, read ANA-MPA.

Meanwhile, reports the Greek state news agency, “the Energy Ministers of Cyprus, Greece, Italy and Israel will meet on December 5 with the European Commissioner responsible for the EastMed pipeline.”…/IBNA

http://balkaneu.com/italy-to-be-included-in-the-cyprus-greece-egypt-trilateral-of-2018/

New strategic policies due to the demarcation of EEZs in Eastern Mediterranean

0

According to IBNA’s well informed sources, ever since November 2014, when the first Trilateral Summit between Greece, Cyprus and Egypt which had then taken place in Cairo, there was a first kind of agreement on the demarcation of the EEZ between Greece and Egypt.

Already since 2003, Cyprus and Egypt, have delimited the EEZ between them, which was the first delimitation them, after a two-year negotiation. The Egyptian demand for a 30km increase in its EEZ due to its longer than Cyprus’ coastline was solved, as during that same time there was a negotiation to demarcate the EEZ between Egypt and Saudi Arabia. The then Minister of Commerce of Cyprus, Nikos Rolandis, who had participated in the negotiations, had stressed to his Egyptian counterparts that they might be expected (by the Saudis) to increase their EEZ because Saudi Arabia had a longer coastline than Egypt. An argument that most probably worked as the demarcation started as planned.

According to the explanation given to IBNA by a high governmental official from Greece during the 1st Trilateral Summit in Cairo, the Egyptian side accepted the inclusion of Castelorizo and Strongyli islands. This development significantly restricted the Turkish EEZ in the Mediterranean. However, the deep political involvement of the Muslim Brotherhood that was still part of the Egyptian Al-Sissi government did not leave room for EEZ demarcation moves at that time. In the years that followed things remained sterile too. Like a government official told IBNA, no progress had been made because of Egypt’s stance, which, even after the Greek  government had changed and Alexis Tsipras had become the country’s new premier, Egypt did nothing to alter or improve things.

An indicative of how much inconvenience the situation was causing to the Greek side was the “intense” manner of Greek Prime Minister Alexis Tsipras towards the Egyptian President El-Sisi during the 4th Trilateral meeting, in Cairo. As IBNA knows, Alexis Tsipras asked Sisi to find out why there was delay in negotiations. The Egyptian President said he was unaware of the situation and asked for the assistance of his ministers, which enabled the continuation of the now completed delimitation process, according to information.

The demarcation and the short-term designation of the Greece-Egypt EEZ as well as the unilateral demarcation and declaration of the Cypriot EEZ with Turkey, also leads to the demarcation of sea borders between Greece and Cyprus. This opens the way to exploration and extraction procedures of natural resources that have been discovered in the underwater area of ​​the largest marine area in the Eastern Mediterranean.

Completing the demarcation and declaration of EEZs among the Eastern Mediterranean countries creates a field of cooperation for the benefit of security and stability in the region. As for Turkey’s role in the region, it needs to be redefined by the Turkish side so that it could participate perhaps in the most profitable energy company in the world…/IBNA

http://balkaneu.com/new-strategic-policies-due-to-the-demarcation-of-eezs-in-eastern-mediterranean/

The US Betrayal of Kurdistan Is a Warning Sign for Israel

0

By November 22, 2017

 BESA Center Perspectives Paper No. 651, November 22, 2017

EXECUTIVE SUMMARY: Israel would be unwise to rush into a peace agreement with the Palestinians based on the urging of the “moderate Sunni axis” with which it currently shares common cause against Iran. The Kurdish experience, as well as the peace agreements with Egypt and Jordan, prove that Israel cannot depend on fair-weather allies to protect its own security.

The Kurdish people have an inalienable right to national self-determination, just like any other nation. The Kurds, who number some 30 million people, are the largest national group in the world to have no state of their own. The international community is obligated to see to it that they are done historic justice by supporting their dream of being a free nation in their own land.

A referendum was held in September among the Iraqi Kurds over whether or not they should declare independence, against the backdrop of threats from Turkey, Iran, the Iraqi government, and even Bashar Assad. Joining those voices were other states, including the US and Europe, all warning the Kurds – especially head of the Kurdish region Masoud Barzani – not to attempt a one-sided declaration of independence. The neighboring countries feared a snowball effect on their own minorities, especially their resident Kurds. More distant states feared another war in oil-rich regions such as northern Iraq that could lead to a much wider conflict.

The referendum showed that a vast majority, over 90% of those voting, supported independence. This resulted in Barzani’s acquiring powerful leverage over the Iraqi government, which was naturally unnerved by the results and tried its best to convince him not to declare independence.

The two main issues in the dialogue between Barzani and the Iraqi regime are:

  1. delineating the borders of the Kurdish region and determining whether the oil fields and the nearby city of Kirkuk are within those borders; and
  2. answering the question of what happens to the oil that flows underground in the Kurdish region. Are the profits Iraqi or do they belong to the Kurds?

Barzani is not, however, the only Kurdish actor on the stage. Jalal Talabani, his rival, did not support the push for Kurdish independence and was of the opinion that the Kurds must remain within the national framework of Iraqi sovereignty. He was the Iraqi president (mainly a ceremonial post) from 2005 to 2014, and died in Germany on October 3, 2017. A pragmatist, Talabani based his opinion on the realistic understanding that a declaration of independence would have a severely negative effect on the Kurds, because the surrounding states would do their utmost to ensure its failure. They would not balk at the idea of starving the Kurds into submission by putting their region under siege.

The differences between Barzani and Talabani are nothing new. The two families have been at odds for decades, and in the second half of the twentieth century there were actual battles between the two involving weapons and resulting in dead and wounded. The Iraqi regime knew this and took advantage of it by setting one side against the other. The factionalism of the Kurds prevented them from taking a united stand, and the neighboring states – Turkey, Iran, and Syria – were able to use this factionalism for their own ends.

The dispute led to these facts on the ground: the Iraqi army, supported by Shiite militias, moved towards Kirkuk, and the Kurdish Peshmerga fighting force left the city without doing battle. Within two days, the Iraqis took over the city and its adjacent oil field without resorting to violence, neutralizing an important part of the leverage Barzani was hoping to wield during negotiations with the Iraqi government.

The Pershmega are not united, reflecting the ongoing internal dispute among the Kurds. Some follow Barzani’s orders, while others act under the continuing influence of Talabani. The forces guarding Kirkuk were under the sway of Talabani and gave up the struggle against the Iraqi army, to Barzani’s dismay. The internal strife among the Kurds distances them from their dream of independence and will continue to do so as long as they cannot agree on its parameters.

The tragedy that has befallen the Kurds is even greater because their fighters, part of the coalition led by the US, were the most important force fighting ISIS. They were given weapons, funding, and training by their coalition partners, and shed their blood in hand-to-hand fighting against ISIS. Hundreds of Peshmerga fighters were killed and wounded in the long, exhausting battle to liberate Mosul from the ISIS jihadists.

The Kurds expected the world, headed by the US, to stand behind them once ISIS was defeated, remembering their great contribution to that defeat and supporting their demand for independence. Those hopes were dashed very quickly. The official American stand turned out to be, “We have no intention of interfering in internal Iraqi affairs” – that is, Washington will not support the Kurdish demand for independence led by Barzani, despite the referendum and the Kurdish people’s historic rights. Those Kurds who longed for independence feel betrayed by the nation with whom, for whom, and in whose name they fought a lengthy and bloody struggle with ISIS in which Kurdish victims were sacrificed.

It is possible that the American stand is based on Talabani’s approach, one that saw no need – certainly not an immediate one – to declare independence and preferred that the Kurds integrate into the Iraqi state for good. Naturally, Talabani’s loyalty to the Iraqi regime is being explained by rumors of bribery, jobs, and other favors he and his men allegedly received from Iraq and Iran. On the other hand, there are rumors that Barzani received his own favors from the Saudis, who are interested in preventing a Shiite axis led by Iran. Mideast news sources are full of these hard-to-prove stories. (Anyone who thinks Donald Trump invented the concept of “fake news” is unfamiliar with the media and political discourse of the Middle East.)

For the last several years, and particularly since the July 2015 Iran nuclear agreement, there has been a discernible warming of relations between Israel and the Arab nations that feel threatened by Tehran. Those include Saudi Arabia, the Emirates, Kuwait, Egypt, and Jordan. As a result, there are Israeli pundits, army officers, and politicians who view the current regional situation as a golden opportunity. They believe Israel must seize the moment by accepting the Arab peace proposals, establishing a Palestinian state, and embarking on a new era of cooperation with the “moderate Sunni axis” in order to bring peace and security to Israel and the entire region. Why? Because all these states fear Iran as much as Israel does, if not more.

But let us suppose the Iranian threat disappears because Israel launches a successful attack on Tehran’s nuclear facilities. As a result, war breaks out between Israel and Iran (including Hezbollah), Israel sacrifices hundreds of soldiers and civilians – and the Iranian problem ceases to exist. Will the Arab and Western worlds be grateful to Israel and act to protect its interests?

The answer is simple: look to the Kurds. What happened to them will happen to Israel. The Kurds fought ISIS, sacrificed their soldiers and people, and were thrown to the wolves once they had outlived their usefulness. That is exactly what will happen to Israel once it saves the Arab states from the Iranian threat. And why not? The immediate interests of each state, not the moral rights of the Kurds and the Israelis, are what make the world go round.

Israel may indeed be the darling of the “moderate Sunni axis” – for as long as there is an Iranian threat. Once that is gone, the possible fracturing of Iran into ethnic components (on the lines of the former USSR, Yugoslavia, and Czechoslovakia) will obviate the need for good relations with Israel. For this reason, Israel would do well not to give up land for a piece of paper with the word “peace” stamped on it. That paper can easily fly away in the desert wind while the words on it fade in the blazing Middle Eastern sun.

There are two unassailable confirmations of this phenomenon. The first is Israel’s peace with Egypt. That peace was the result of Anwar Sadat’s need for economic assistance from the West, which insisted that peace with Israel precede the granting of aid to ensure that the money would not be squandered on wars.

That peace treaty did not stand in Hosni Mubarak’s way when he allowed Hamas and its supporters to smuggle arms from Sinai to Gaza. It was in Mubarak’s interest to bring about a war between Israel and Hamas, because it allowed Israel to do Egypt’s dirty work with the Palestinian branch of the Muslim Brotherhood (Hamas). As soon as Sinai became a haven of jihadism and began fighting Egypt, the weapons smuggling from Sinai to Gaza ceased abruptly. In short, the peace between Israel and Egypt exists so long as it suits Egyptian interests.

The second confirmation is the peace with Jordan, which was the product of Yitzchak Rabin’s and King Hussein’s shared interest in preventing a Palestinian state from being established. This common interest prompted wide-ranging cooperation between the two countries. However, Hussein’s son, Abdullah II, changed his father’s policies and is a strong backer of the idea of a Palestinian state in the West Bank with its capital in East Jerusalem. He acts against Israel in every international forum, as if he were one of its greatest enemies. He relates to the peace treaty as an agreement to refrain from war and no more, while enjoying its attendant economic benefits.

The clear conclusion from the Kurdish, Egyptian, and Jordanian situations is that Israel must not jeopardize its existence, security, and interests by placing them in bankrupt Arab insurance companies. Israel must strengthen its position in the Land of Israel and create local governing “emirates” for the powerful West Bank Arab families while battening down Israeli control of the rural areas. No peace treaty can give Israel a lasting insurance policy. The sooner Israel and the world internalize this truth the better.

View PDF

This article was published on Arutz Sheva on October 23, 2017.

Dr. Mordechai Kedar is a senior research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies. He served for 25 years in IDF military intelligence specializing in Syria, Arab political discourse, Arab mass media, Islamic groups, and Israeli Arabs, and is an expert on the Muslim Brotherhood and other Islamist groups.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Lt. Col. (res.) Dr. Mordechai Kedar

Lt. Col. (res.) Dr. Mordechai Kedar

Lt. Col. (res.) Dr. Mordechai Kedar is a lecturer of Arabic studies and Middle East studies at Bar-Ilan University and a research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies. Email: [email protected]

«Παγώνει» ο μετασχηματισμός της Ευρωζώνης

0

JAN STRUPCZEWSKI / REUTERS

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης συνασπισμού στη Γερμανία σημαίνει πως θα «παγώσουν» τα φιλόδοξα σχέδια για μετασχηματισμό της Ευρωζώνης, υποστηρίζουν αξιωματούχοι της.

Οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν το βράδυ της περασμένης Κυριακής όταν το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) αποχώρησε από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων έπειτα από εβδομάδες προκαταρκτικών συνομιλιών, βυθίζοντας τη σημαντικότερη οικονομία της Ευρωζώνης στην πολιτική αβεβαιότητα και ενισχύοντας τις πιθανότητες για διενέργεια νέων εκλογών. Οι ηγέτες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης σκόπευαν να καθορίσουν, στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου, την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν, ώστε να ενισχύσουν την ενοποίηση της Ευρωζώνης, με την άποψη της Γερμανίας να έχει βαρύνουσα σημασία. «Οσο η Γερμανία δεν έχει σαφή θέση, δεν θα συναινέσει εξ ορισμού σε οτιδήποτε. Συνεπώς, το πιθανότερο είναι να καθυστερήσουμε», είπε υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ευρωζώνης που εμπλέκεται στις συζητήσεις για την ενοποίηση. Υποτίθεται πως η Σύνοδος Κορυφής του Δεκεμβρίου θα αποτελούσε την αρχή διαπραγματεύσεων που θα οδηγούσαν στη λήψη αποφάσεων τον Ιούνιο του 2018, με κύριο αντικείμενο κατά πόσον θα έπρεπε να αποκτήσει η Ευρωζώνη κοινό προϋπολογισμό, υπουργό Οικονομικών και ξεχωριστό Σώμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η προσπάθεια για εμβάθυνση της ενοποίησης της Ευρωζώνης, την οποία προωθεί ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, περιλαμβάνει επίσης τον μετασχηματισμό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), δηλαδή του κοινού ταμείου οικονομικής διάσωσης της Ευρωζώνης, σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και τη δημιουργία μηχανισμού για την χρεοκοπία κρατών-μελών.

Ορισμένοι αξιωματούχοι υποστήριξαν πως η πιθανή καθυστέρηση στην έναρξη των συνομιλιών για την ενοποίηση της Ευρωζώνης δεν αποτελεί μεγάλο ζήτημα, διότι οι συνομιλίες αφορούν τη μελλοντική αρχιτεκτονική της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ). «Δεν υπάρχει λόγος που να καθιστά ιδιαίτερα επείγουσα τη λήψη νέων αποφάσεων, οπότε δεν πιστεύω πως αποτελεί αυτό πραγματικό πρόβλημα», λέει τρίτος αξιωματούχος της Ευρωζώνης. «Η προθεσμία του Ιουνίου μπορεί πάντοτε να μετακινηθεί, αν χρειαστεί», πρόσθεσε.

Ωστόσο, άλλοι αξιωματούχοι επισήμαναν πως το αρχικό χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων είχε οριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε τα κράτη-μέλη να εκμεταλλευθούν το «παράθυρο ευκαιρίας» του 2018, δηλαδή μια χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχει εκλογική αναμέτρηση σε κράτος- μέλος πλην της Ιταλίας, ή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αν υπάρξει καθυστέρηση στην έναρξη των διαπραγματεύσεων, η λήψη αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων, ορισμένα εκ των οποίων είναι ευαίσθητα από πολιτικής απόψεως, θα μετατεθεί χρονικά προς το 2019, χρονιά εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για τον σχηματισμό της επόμενης Ευρωπαϊκής Επιτροπής και για την επιλογή νέου διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και νέου προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ορισμένοι αξιωματούχοι λένε τώρα πως εξετάζεται η αναβολή της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης τον Δεκέμβριο. Αν, όμως, γίνει κανονικά η Σύνοδος, τότε είναι πιθανό η εντολή που θα δώσουν τα κράτη-μέλη στην Κομισιόν, ώστε να παρουσιάσει προτάσεις για την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωζώνης, να είναι πιο περιορισμένη.

“Καθημερινή”

Stalingrad

0

By George Friedman  Nov 22, 2017

Note from George: I wanted to let you know about a slight change that you may have already noticed. Beginning this week, Friedman’s Weekly is now the GPF Weekly. I am the founder of Geopolitical Futures, but this company is much more than just me. When I’m out traveling the world and our publication proceeds without a hitch, that’s because of their hard work. I believe our flagship product should reflect as much.

On Nov. 19, 1942, the Soviet Union launched Operation Uranus. Its goal was to envelop and destroy the German army fighting in the city of Stalingrad. Uranus closed the noose on the Germans a few days later

I have been writing about the four great battles of 1942 that extinguished the Axis powers’ chances of winning World War II. So far, I’ve written about Midway, Guadalcanal and El Alamein. Now, it is time to write about the most massive, brutal and crucial of those four battles: Stalingrad. It was a battle that stretched over five months, from late August 1942 to early February 1943, but Operation Uranus was its decisive moment. As with the other battles I’ve discussed, Stalingrad did not win the war for Russia. What it did was make a German victory impossible.

Intelligence Failures

The Battle of Stalingrad had its origins in a pivotal German miscalculation at the start of the war. Operation Barbarossa, the code name for Germany’s invasion of the east, was designed to destroy the Soviet Union, securing Germany’s eastern flank and thereby guaranteeing German control of continental Europe. The invasion began on June 22, 1941.

But the Germans made a critical error even before the invasion began. Barbarossa was a three-pronged attack. One was into the Baltic states and then toward Leningrad (modern-day St. Petersburg), the second was toward Moscow, and the third was into the south, designed to capture Ukraine and then the Caucasus. Formulating the plan in this way violated one of the principles of warfare, one sacred to the German high command: the concentration of forces. By dividing their forces, none of the Germans’ goals were achieved. Leningrad held out in spite of Germany’s blockade, the Germans were stopped just outside of Moscow, and the southern thrust wasn’t set up to succeed.

The Germans’ blunder was rooted in an intelligence failure. The Abwher, Germany’s military intelligence, severely underestimated the size of Soviet reserves. Based on those estimates, German high command mistakenly believed it didn’t need to concentrate its forces. The Germans envisioned an initial battle of encirclement to capture Soviet armies, followed by an advance against feeble reserves, ending in victory well before the end of winter 1941.

The German plan also didn’t account for Japan’s attack on Pearl Harbor that December. Germany had hoped the Japanese would attack Siberia, pinning down the Soviet army stationed there. After Pearl Harbor, however, the Soviets knew that Siberia was secure. Japan could fight on only one front at a time, and the United States would keep it busy. This freed up the Soviets to shift their eastern forces – forces that German intelligence thought would be irrelevant to the European war – to Moscow, where they were instrumental in blocking the German advance.

This intelligence failure cost the Germans a victory in 1941. They might have knocked the Soviet Union out if they had taken Moscow, but that’s unclear. Leningrad was a strategic sideshow. But the war could certainly have been won in the south. And the crucial battle in the south was at Stalingrad.

The Meat Grinder

Modern wars and economies run on oil, and the Soviets’ major source of oil was Baku, in Azerbaijan. The city in the South Caucasus had been developed by the Nobel Brothers (the family for whom the prize is named) in the mid-to-late 19th century and had been Europe’s first major source of oil. Had the Germans focused their entire invasion on the south and captured the land bridge between the Volga and the Don rivers, Baku’s oil wouldn’t have been able to flow to Soviet factories, and no amount of lend-lease could have made up for it. But because of their faulty intelligence, the Germans felt as though they could have all three goals in 1941. They were wrong.

By the next spring, the Germans had realized their mistake. It was now Stalin who fell victim to bad intelligence. Stalin believed (and the Germans led him to believe) that the main German assault in 1942 would be toward Moscow. Instead, Germany concentrated its forces in a thrust toward the Volga, the Don and the city of Astrakhan, intent on cutting off Baku. Stalin was stunned when the Germans launched Case Blue in the south.

By August 1942, the Germans had reached Stalingrad. It was a way station for them that they expected to take easily before crossing the Volga and advancing toward Astrakhan. The Soviets immediately understood the threat that Case Blue posed, but their forces were concentrated in the wrong place.

Without a massed army to throw into the fight, the Soviets implemented a meat grinder strategy. They shipped poorly trained, poorly armed troops across the Volga to be annihilated by the Germans. The Soviets’ hope was that this would buy them time to shift their forces south for a counterattack. The Germans misunderstood the threat. They thought Stalin was sending tens of thousands of soldiers to their deaths simply to keep the Germans off-balance, and they decided that the Soviets were on their last legs. Instead of withdrawing from Stalingrad and engaging in a battle maneuver – the sort of thing the Germans were best at – they accepted the worst kind of warfare for themselves: a static urban battle that put the attackers at a massive disadvantage.

Soviet soldiers in 1942 during the battle of Stalingrad. -/AFP/Getty Images

Some have said that Hitler and Stalin saw Stalingrad first and foremost as a potential propaganda victory; that they were less concerned with its strategic value and more concerned with capturing or defending a city named after the Soviet leader. That just wasn’t the case. Stalin had to keep Hitler from crossing the Volga. Hitler was sure that the Soviets were down to a suicide strategy and that if Germany could hold on a little longer, the Soviets would fall and the road to Astrakhan would be clear. Their mistakes were understandable, and German generals saw things the same way, despite what they said in their postwar memoirs.

While the static battle raged, in September and October, the Soviets were stealthily massing forces north and south of the city. On Nov. 19, 1942, they launched their counterattack, Operation Uranus. Soviet forces struck to the north and south of Stalingrad, encircling it and trapping the German Sixth Army, which had been fully committed to the battle. The Soviets targeted troops allied with Germany – Italian, Romanian and Hungarian – knowing they were the least motivated and least resilient. The Germany knew this too, but they didn’t have enough troops to hold the line so they had no other choice but to use their allies.

Once they had the city surrounded, the Soviets held firm. Rather than suffer more casualties entering Stalingrad, they opted to try to starve the Germans out. Hitler told the Sixth Army to hold and did not try to relieve it until the end of December. Withdrawal would mean that the war was lost. In the meantime, the Germans launched a weak offensive into the Caucasus in a last-ditch bid to take Baku directly. Crossing the Caucasus in early winter, however, was impossible.

What If

Baku was there for the taking in 1941, but by 1942, the Soviets were ready for war. Even after the start of the Battle of Stalingrad, Germany may have been able to recover if it could have given the Soviet troops in the city an alternative to the meat grinder. The troops there were trapped between the ruthlessness of the Germans and the ruthlessness of their compatriots. For the Soviet soldiers on the west bank of the Volga, the slogan was, “There is no land east of the Volga.” They faced certain death from the Soviet secret police, the NKVD, if the retreated, and certain death from the Germans if they were captured. This failure on the part of the Germans to give the Soviet troops in Stalingrad an incentive to surrender was a great failure. It cost them time and, eventually, the battle.

Beyond Stalingrad, if the Germans had reached Astrakhan, there would have been no Allied invasion of France. With the eastern front secure, Germany would have been able to transfer the majority of its forces to the west. The oil from Baku would have fueled Hitler’s war machine through Allied bombing, and the Germans could have built aircraft to respond in kind. Instead, they underestimated the reserves and resilience of the Soviets; they failed to understand that Stalingrad could be bypassed on the way to Astrakhan; and unlike Stalin, they didn’t have agility to shift strategy quickly.

The Wehrmacht was not broken at Stalingrad, but by 1943, it was out of serious offensive options. The Germans needed to make peace, and apparently there were contacts with the Soviets. But the Germans insisted on retaining a great deal of their conquests. The Soviets had no reason to accept any such offer. They knew that if the Germans kept any captured territory, they would rebuild and strike again. And they knew that Germany was facing a war of attrition on two fronts that it could no longer win.

Midway and Guadalcanal dashed any hopes of a Japanese victory in the Pacific War. El Alamein closed the door on the Germans’ effort to cut off the Suez Canal. And Stalingrad eliminated the possibility of a Soviet defeat. These facts stem from geopolitical realities. The Japanese needed to control the flow of raw materials to Japan. They could jump out to an early lead over the U.S., but unless they could compel the U.S. to sue for peace, they couldn’t hold their advantage. The Germans needed the Soviets’ resources, but like the Japanese, they needed to win quickly or they wouldn’t win at all. They couldn’t sustain a two-front war.

German and Japan were both mighty powers with crippling vulnerabilities that they tried to rectify through war. For a time, they were able to create the illusion that they were stronger than they were. It was an illusion so powerful that they themselves began to believe it. They became blind to the fact that to win, everything had to go perfectly. In any human endeavor, nothing goes perfectly.

The post Stalingrad appeared first on Geopolitical Futures.

Will Trump follow the law and sanction Turkey?

0
 November 21 at 6:01 AM  The Washington Post

Defense Secretary Jim Mattis and Turkish Defense Minister Nurettin Canikli attend the first day of the NATO Defense Ministers council in Brussels on Nov. 8. (Stephanie Lecocq/EPA-EFE/REX/Shutterstock)

America’s NATO partner Turkey has purchased an advanced Russian missile system called the S-400. Under the latest Russian sanctions law passed by Congress and signed by President Trump, the administration is required to sanction Turkey and cut off all U.S. arms sales to that country for doing business with a banned Russian firm. But will Trump actually do it?

I put this question to U.S. Ambassador to NATO Kay Bailey Hutchison this past weekend at the Halifax International Security Forum. Her answer was a definite maybe. She said the Trump administration has made Turkey aware of the ramifications of doing a deal with the Russian defense sector, but the administration hasn’t yet decided what to do about it.

“We are going to deal with a tough issue bilaterally, I don’t know that a decision has been made on that question. I don’t know what the answer will be,” Hutchison said.

The Turkish government told the Trump administration it bought the S-400 because it needed something fast, according to Hutchison, and the Turks have promised Washington they won’t connect the S-400 to the NATO defense umbrella.

More broadly, I asked her, can Turkey even be a credible NATO ally as it grows closer to the Russian military and acquires systems that directly threaten NATO capabilities?

“Obviously, it’s a great concern, there’s no doubt about it,” Hutchison said. “But on the other hand, Turkey is a very valuable ally in NATO. … They have answered the call every time NATO has made a call.”

Meanwhile, Defense Secretary Jim Mattis is trying to move forward with U.S.-Turkey defense cooperation despite the possible sanctions. He met with Turkish Defense Minister Nurettin Canikli in Brussels on Nov. 8. After the meeting, Mattis seemed to play down Turkey’s missile system purchase from Russia.

“That’s a sovereign decision for Turkey,” Mattis said. “Clearly, it will not be interoperable with NATO.  So they’re going to have to consider that if they go forward.”

One U.S. official briefed on the meeting said Mattis is trying to secure new U.S. arms sales to Turkey while the administration debates the sanctions issue. One item Mattis and Canikli are discussing is Turkey’s purchase of the Large Aircraft Infrared Countermeasures [LAIRCM] system, which protects large planes from getting hit by antiaircraft missiles. The idea is to pitch it to Turkish President Recep Tayyip Erdogan as a means of protecting the planes he flies on, appealing to his fear of another military coup.

The Pentagon declined to comment. But former U.S. ambassador to Turkey Eric Edelman said that Mattis’s attempts to woo Erdogan back toward a U.S. friendly position are unlikely to work.

“This is another fool’s errand,” he said. “It won’t succeed because Erdogan has no interest in pursuing this. His interests are served by a bad U.S. relationship. That’s why the Turkish government keeps whipping up anti-American sentiment in the press.”

Of course, the S-400 is only one of several major irritants in the U.S.-Turkey relationship. Erdogan has jailed a dozen Americans under charges they participated in last year’s coup attempt. His officials regularly accusethe United States of supporting terrorists in Syria. His thugs have beaten up peaceful protesters on the streets of Washington.

But the Russian missile purchase is unique because Congress has the power and intention to intervene. Both Republicans and Democrats in Congress are committed to making sure Trump implements the new Russia sanctions, which were levied as punishment for Russia’s interference in the U.S. elections.

“I think the administration understands this is actionable,” Ben Cardin (Md.), the ranking Democrat on the Senate Foreign Relations Committee, told me, referring to Turkey’s purchase of the S-400. “Our relationship with Turkey is really getting awful.”

Le Monde: Οι συνέπειες της γερμανικής πολιτικής κρίσης

0
Ξεπερνούν τα όρια του Ρήνου και του Οντερ

Η Γερμανία βυθίστηκε σε σοβαρή πολιτική κρίση από την οποία θα υποφέρει ολόκληρη η Ευρώπη. Η διακοπή των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης σχηματισμού στο Βερολίνο, η υποχώρηση της επιρροής της Αγγελα Μέρκελ και η εποχή αβεβαιότητας που ανοίγει αυτή η αποτυχία ξεπερνά τα όρια του Ρήνου και του Οντερ και αποτελεί μία πολύ κακή είδηση για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αναφέρει στο κύριο άρθρο της η γαλλική Le Monde.

Η γερμανική πολιτική κρίση έρχεται σε μία στιγμή που η ευρωπαϊκή δυναμική αρχίζει να επανακάμπτει έπειτα από διαδοχικές κρίσεις που έπληξαν τα τελευταία δέκα χρόνια την Ευρώπη: κρίση του ευρώ, κρίση χρέους και προσφυγική κρίση μαζί με το κύμα των τρομοκρατικών επιθέσεων που αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές χώρες και την άνοδο του λαϊκισμού.

Παράλληλα, η Ευρώπη έχει να αντιμετωπίσει την επαχθή διαδικασία του Brexit και να ανασυνταχθεί για να αντεπεξέλθει στην απαγκίστρωση των υπό τον Ντόναλντ Τραμπ Ηνωμένων Πολιτειών από την ευρωπαϊκή άμυνα.

Οι εκλογές στην Αυστρία, την Ολλανδία και κυρίως τη Γαλλία με τις εκλογικές νίκες κεντρώων πολιτικών δυνάμεων σταθεροποίησαν το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο και κινητοποίησαν μία ευρωπαϊκή δυναμική γύρω από το δίδυμο Μέρκελ-Μακρόν υπό την προϋπόθεση μίας τέταρτης θητείας της γερμανίδας καγκελαρίου.

Από τις γερμανικές εκλογές όμως τα χριστιανικά κόμματα και η ίδια η Αγγελα Μέρκελ βγήκαν αποδυναμωμένα, ενώ ένα ακροδεξιό κόμμα, το AFD, έκανε ηχηρή είσοδο στο γερμανικό γερμανικό κοινοβούλιο για πρώτη φορά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ολες οι ελπίδες στράφηκαν στην προοπτική σχηματισμού τριμερούς κυβέρνησης συνασπισμού, η οποία δεν ευοδώθηκε.

Για την Ευρώπη, η κρίση του Βερολίνου είναι μία ατυχής είδηση. «Ο πρόεδρος της Γαλλίας δεν έχει προς το παρόν ακόμη την ισχύ για να πάρει μόνος τα ηνία…έχει ανάγκη την Αγγελα Μέρκελ, όπως εκείνη έχει ανάγκη τον ίδιο», σύμφωνα με την ανάλυση του Christophe Bonnefoy της Le Journal de la Haute Marne.

Η ευθύνη για την κατάρρευση των συνομιλιών του σχήματος «Τζαμάικα» ανήκει στον πρόεδρο των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος προτιμά το σενάριο νέων εκλογών το 2018 με την ελπίδα να ενισχύσει τη δύναμη του κόμματός του που πλήρωσε ακριβά την προηγούμενη συμμετοχή του στην κυβέρνηση (2009-2013) χάνοντας στις προηγούμενες εκλογές την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση.

«Ομως το φάσμα μίας βαθιάς και μακροχρόνιας κρίσης την οποία επιβάλλει στη χώρα του και την Ευρώπη πηγάζει από μία κοντόφθαλμη άποψη για την πολιτική», αναφέρεται στο κύριο άρθρο της Le Monde.

«…Η Γερμανία δεν είναι μόνο η πρώτη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι επίσης ο πόλος σταθερότητας της Ενωσης και ο σημαντικός εταίρος της Γαλλίας στο σύνολο του ευρωπαϊκού σχεδίου. Η πολιτική ηγεσία της Γερμανίας πρέπει να συνειδητοποιήσει τις ευθύνες της και ως προς αυτό το θέμα», προσθέτει.

Μήπως όμως η Ευρωπαϊκή Ενωση απαλλάχθηκε από τους γερμανούς φιλελεύθερους;

«Και αν η αποτυχία του “συνασπισμού Τζαμάικα” δεν αποτελεί αναγκαστικά “κακή είδηση” για την Ευρώπη που πολλοί προεξοφλούν , έως και φοβούνται; Στην πράξη, εάν ο πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας , ο σοσιαλδημοκράτης Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ και η Αγγελα Μέρκελ καταφέρουν να αποτρέψουν τις πρόωρες εκλογές, τελικά θα είναι το ίδιο το πλέον ευρωσκεπτικιστικό κόμμα του τεθνεώτος τζαμαϊκανού σχήματος , το FDP, που θα βρεθεί στο περιθώριο», γράφει ο Jean Quatremer στη Liberation.

«Εάν η Αγγελα Μέρκελ καταφέρει τελικά να κυβερνήσει χωρίς τους μετριοπαθείς ευρωσκεπτικιστές του FDP , η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που επιδιώκει ο Εμανουέλ Μακρόν θα βγει ενισχυμένη», συνεχίζει.

Ο ευρωσκεπτικισμός του FDP μετέτρεψε την ελληνική κρίση χρέους σε συστημική κρίση της ευρωζώνης

«Είτε στο πλαίσιο ενός μεγάλου συνασπισμού με τους σοσιαλδημοκράτες του SPD, που δεν φαίνεται πολύ πιθανός, ή μίας κυβέρνησης μειοψηφίας CDU/CSU/Πράσινων, που θα υποστηρίζεται ad hoc από το SPD, η καγκελάριος θα έχει στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη ελευθερία δράσης στα ευρωπαϊκά ζητήματα και θα μπορούσε να αποδεχθεί αυτό που αρνείτο το FDP», επισημαίνει ο Quatremer.
« “Ο Κρίστιαν Λίντνερ βρίσκεται σε μία παρεκτροπή τύπου Γεργκ Χάιντερ (παλαιού ηγέτη του αυστριακού ακροδεξιού FPO)”, σύμφωνα με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, συμπροεδρεύοντος της ομάδας των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θεωρεί ότι με ένα κοκτέιλ οικονομικού εθνικισμού, ευρωσκεπτικισμού και άρνησης της μετανάστευσης θα μπορέσει να προσελκύσει ένα μέρος των ψηφοφόρων του AfD. Από την άποψη αυτή, όσοι ήλπιζαν ότι ο Λίντνερ θα ήταν ένας νέος Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, ο πολύ φιλοευρωπαίος υπουργός Εξωτερικών του Χέλμουτ Σμιτ και στην συνέχεια του Χέλμουτ Κολ, απογοητεύθηκαν», σύμφωνα με τη Liberation.

«…Με το FDP, η Γερμανία θα είχε μία κυβέρνηση ισχυρής πλειοψηφίας, αλλά ελάχιστα διατεθειμένη να διευκολύνει την επιδίωξη του Εμανουέλ Μακρόν (ενίσχυση της ολοκλήρωσης της ευρωζώνης, οικονομική αλληλεγγύη, κοινός προϋπολογισμός)…

Κανείς δεν έχει ξεχάσει στις Βρυξέλλες ότι ανάμεσα στο 2009 και το 2013, ο ευρωσκεπτικισμός των Φιλελευθέρων εμπόδισε το Βερολίνο και κατά συνέπεια την ευρωζώνη, να ανταποκριθεί κατά τον προσήκοντα και επαρκή τρόπο στην ελληνική κρίση. Και ότι προκάλεσε τον εκφυλισμό ενός τοπικού προβλήματος σε συστημική κρίση που λίγο έλειψε να διαλύσει το κοινό νόμισμα…κατά τη διάρκεια των εφιαλτικών αυτών ετών για το ευρωπαϊκό σχέδιο και την Ελλάδα, η Μέρκελ αναγκάσθηκε να στηριχθεί στο SPD, που τότε βρισκόταν στην αντιπολίτευση, για να πιέσει τους συμμάχους της και να αποδεχθεί αυτό που αρχικά είχε αρνηθεί, καθυστερώντας την επίλυση της κρίσης…

Στην Ευρώπη τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς συμφωνία ανάμεσα στις δύο όχθες του Ρήνου

…Εκ των πραγμάτων, για να προωθήσει τις ιδέες του, ο Εμανουέλ Μακρόν έχει ανάγκη από την υποστήριξη της Γερμανίας: στην Ευρώπη, τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς μία συμφωνία ανάμεσα στις δύο όχθες του Ρήνου, καθώς καμία χώρα δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί την ηγεσία μίας μόνο μεγάλης χώρας. Πολύ συχνά ξεχνάμε ότι η γερμανική “ισχύς” κατά τη διάρκεια της κρίσης της ευρωζώνης στηρίχθηκε στην οικονομική και χρηματοπιστωτική επιρροή της. Ποτέ δεν πρότεινε τίποτε, αρκούμενη να παίζει άμυνα απέναντι στις γαλλικές προτάσεις. Ομως, ήταν η συχνά δύσκολη συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες που κάθε φορά παρέσυρε τους εταίρους τους. Κοντολογής, εάν η καγκελάριος κατορθώσει να βγει από αυτήν την επικίνδυνη κατάσταση, θα μπορούσε να βρεθεί σε θέση να απαλλαγεί από ορισμένες γερμανικές ιερές αγελάδες. Και αυτό θα επέτρεπε την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης της ευρωζώνης προς την κατεύθυνση που επιδιώκει ο Εμανουέλ Μακρόν. Τέχνη του τζούντο, κατά κάποιον τρόπο…», καταλήγει ο δημοσιογράφος της Liberation.

“Το Βήμα”

Ζιμπάμπουε: Η άνοδος και η πτώση της «Γκούτσι Γκρέις»

0
Ποια είναι η αντιδημοφιλής σύζυγος του Ρόμπερτ Μουγκάμπε – Οι κατηγορίες για αλόγιστες σπατάλες, η ρήξη με το νούμερο 2 της κυβέρνησης Εμερσον Μνανγκάγκουα και οι φιλοδοξίες διαδοχής
Ζιμπάμπουε: Η άνοδος και η πτώση της «Γκούτσι Γκρέις»
Η Γκρέις Μουγκάμπε έγινε γνωστή με το παρατσούκλι «Γκούτσι Γκρέις» για τα πανάκριβα ψώνια από διάσημους οίκους μόδας. Σε ένα ξεφάντωμα αγορών στο Παρίσι φέρεται να ψώνισε ρούχα και αξεσουάρ αξίας 75.000 δολαρίων.
Ακόμη και πριν από τα δραματικά γεγονότα της περασμένης εβδομάδας, τα οποία ήταν η αρχή της πτώσης της «Γκούτσι Γκρέις», το 2017 δεν ήταν μια σπουδαία χρονιά για τη γυναίκα του Ρόμπερτ Μουγκάμπε. Υπήρξε εκείνο το περιστατικό στο οποίο η πρώτη κυρία της Ζιμπάμπουε επιτέθηκε σε ένα νεαρό μοντέλο στο Γιοχάνεσμπουργκ – και έκανε χρήση της διπλωματικής ασυλίας της για να αποφύγει μια ενοχλητική δικαστική υπόθεση.
Επειτα ήταν η σκληρή διαμάχη με τον Εμερσον Μνανγκάγκουα, αντιπρόεδρο και αντίπαλό της για τη διαδοχή του συζύγου της. Ηταν τέτοια η αντιζηλία τους που η Γκρέις αναγκάστηκε να διαψεύσει δημοσίως τις φήμες ότι σχεδίαζε να τον δηλητηριάσει.
Ακολούθησε η κατάρρευση της οικονομίας της Ζιμπάμπουε και της προσωπικής δημοτικότητάς της. Οι πολιτικές φιλοδοξίες της Γκρέις Μουγκάμπε έχουν να κάνουν τόσο με τη δίψα για εξουσία όσο και με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης για την ίδια και τα παιδιά της: έχει δύο γιους και μία κόρη με τον 93χρονο πρόεδρο.
Την περασμένη εβδομάδα κυκλοφόρησε η είδηση ότι ήταν στη Ναμίμπια για δουλειές, την ώρα που ο σύζυγός της παρέμενε κρατούμενος σε κατ’ οίκον περιορισμό από τον στρατό στη Χαράρε.
Μια ιστορία αγάπης
Πίσω από την άνοδο, και την πτώση της, βρίσκεται μια ιστορία αγάπης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Γκρέις, μια νεαρή διαζευγμένη γυναίκα που είχε βρει δουλειά ως δακτυλογράφος του προέδρου, διαπίστωσε ότι ο Μουγκάμπε τής έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
«Ερχόταν κοντά μου και με ρωτούσε για την οικογένειά μου. Ηθελε να μάθει πράγματα για τη ζωή μου, αν ήμουν παντρεμένη πριν, τέτοια πράγματα… Δεν ήξερα ότι αυτό θα οδηγούσε κάπου. Ημουν πολύ ντροπαλή εκείνη την εποχή» είπε η Γκρέις σε μια σπάνια συνέντευξη το 2013.
Υπήρχαν μερικά εμπόδια στη σχέση τους. Το ένα ήταν η διαφορά ηλικίας – ο πρόεδρος Μουγκάμπε είναι 40 χρόνια μεγαλύτερος από την Γκρέις. Και ήταν ήδη παντρεμένος, με τη Σάλι Μουγκάμπε, η οποία έπασχε τότε από καρκίνο σε τελικό στάδιο. «Αισθάνθηκα λίγο άβολα όταν μου έκανε πρόταση γάμου ενώ ήταν ακόμη παντρεμένος με τη Σάλι» ομολόγησε η Γκρέις.
Η Σάλι πέθανε το 1992. Η Γκρέις και ο Ρόμπερτ παντρεύτηκαν το 1996 σε μια τεράστια τελετή στην οποία συμμετείχαν 40.000 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου του Νέλσον Μαντέλα. Το ζευγάρι είχε ήδη δύο παιδιά – το τρίτο θα γεννιόταν έναν χρόνο αργότερα.
Στην αρχή, καθώς αγωνιζόταν να βγει από τη σκιά της δημοφιλούς Σάλι, η Γκρέις ήταν μια ήσυχη πρώτη κυρία. Εμφανιζόταν στο πλευρό του συζύγου της σε επίσημες εκδηλώσεις, αλλά δεν έδειχνε ενδιαφέρον για την πολιτική. Δημόσια επικεντρωνόταν στο φιλανθρωπικό έργο της, ιδιωτικά στις θρυλικές σπατάλες. Εγινε γνωστή με το παρατσούκλι «Γκούτσι Γκρέις» για τα πανάκριβα ψώνια από διάσημους οίκους μόδας. Σε ένα ξεφάντωμα αγορών στο Παρίσι φέρεται να ψώνισε ρούχα και αξεσουάρ αξίας 75.000 δολαρίων.
Βίαιο ταμπεραμέντο
Εξίσου διαβόητο άρχισε να γίνεται το βίαιο ταμπεραμέντο της. Το 2009 ένας βρετανός φωτογράφος προσπάθησε να της τραβήξει μια φωτογραφία έξω από ένα ξενοδοχείο στο Χονγκ Κονγκ. Ο φωτογράφος ισχυρίστηκε ότι τον κυνήγησαν οι σωματοφύλακές της, οι οποίοι τον ακινητοποίησαν, ενώ η Γκρέις τον γρονθοκόπησε επανειλημμένα στο πρόσωπο. Από τότε, η πρώτη κυρία έχει εμπλακεί σε πολλά βίαια περιστατικά εκτός της Ζιμπάμπουε: στη Σιγκαπούρη, στη Μαλαισία και πρόσφατα στη Νότια Αφρική, όπου τον Αύγουστο κατηγορήθηκε για επίθεση εναντίον ενός νεαρού μοντέλου.
Η Γκρέις υπήρξε επικεφαλής σε αρκετές αποτυχημένες επιχειρήσεις εξόρυξης και δημιούργησε μια αυτοκρατορία γαλακτοκομικών με πέντε μονάδες που ανήκαν προηγουμένως σε λευκούς. Οι πρώην ιδιοκτήτες εκδιώχθηκαν στη διάρκεια της αμφιλεγόμενης διαδικασίας «μεταρρύθμισης της γης» στη Ζιμπάμπουε.
Το 2014 άρχισε να παρουσιάζεται σιγά-σιγά ως δυνητική διάδοχος του συζύγου της. Εγινε επικεφαλής της οργάνωσης γυναικών του κυβερνώντος κόμματος, θέση που της έδωσε λόγο στο παντοδύναμο όργανο λήψης αποφάσεων του κόμματος, το πολιτικό γραφείο. Η πρώτη κυρία είχε την ενεργό υποστήριξη της νεολαίας του κόμματος Zanu-PF, και πολλοί πολιτικοί συγκεντρώθηκαν γύρω της για να σχηματίσουν μια ομάδα που ονομάζεται «Generation 40» (G40-Γενιά 40) – μια ομάδα νεότερων ηγετών που σκόπιμα δίνει έμφαση στην ηλικιακή διαφορά από την παλαιά φρουρά του κόμματος.
Αλλά η σπάταλη, κακότροπη πρώτη κυρία παρέμεινε βαθιά αντιδημοφιλής στον ευρύτερο πληθυσμό και δεν ήταν η μοναδική υποψήφια για τον θρόνο.
Τα τελευταία χρόνια ο Μνανγκάγκουα είχε αναδειχθεί πιθανός διάδοχος του συζύγου της, εν μέρει λόγω της υποστήριξης από τις ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας της χώρας και από τους βετεράνους του αντάρτικου αγώνα για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε από τους βρετανούς αποικιοκράτες τη δεκαετία του 1970.
Η κίνηση του Ρόμπερτ Μουγκάμπε να απολύσει τον Μνανγκάγκουα την περασμένη εβδομάδα φάνηκε να διευθετεί τη σύγκρουση υπέρ της, αλλά η παρέμβαση του στρατού έβαλε τέλος στις ηγετικές φιλοδοξίες της «Γκούτσι Γκρέις».
“Το Βήμα”