Αρχική Blog Σελίδα 2896

A BORDELLO IN NEW YORK

0

11/29/17

Today’s selection — from Capital of the World by David Wallace. Polly Adler was the most famous madam in the New York of the 1920s:

“In her day and for years afterward, [Polly Adler] was one of the most fa­mous women in America. So famous in fact that, in an era when it was rare for a woman to be in business for herself, neither her name nor her address appeared on her business card. The card bore only her telephone number (Lexington 2-1099) and a drawing of a parrot, a pun on her nickname.

“Polly Adler, at the height of her renown in the 1920s and ’30s, seemed to be an intimate of everyone who was anyone in New York City: politicians, socialites, mobsters, and literary lions. But the fame wasn’t derived from being a celebrated chanteuse or the head of a company fueled by the booming stock market. Polly Adler was America’s most famous madam.
She once tried to explain why people liked her, despite the opprobrium normally associated with her profession: ‘I am one of those people who just can’t help getting a kick out of life, even when it’s a kick in the teeth.’ She also delivered the goods, once explaining her success this way: ‘My girls give a man his money’s worth [unlike] ‘whores in everything but name’ … women who marry men for money, to escape their relatives or to gain social standing.’

“But her bordellos, which would later give her best-selling 1953 autobiography its title, A House Is Not a Home, were more than just once-notorious markets for sex. Unlike other famous American brothels, such as the Chicken Ranch, or madams such as Heidi Fleiss, Polly Adler ran a business where the women were certainly an attraction but not always the main course. Despite the New York Daily News’s assertion in 1928 that ‘her career has made her name synonymous with sin,’ Polly’s place had always been more than a whorehouse for patrons; it was a clubhouse for many members of what then passed for New York’s beautiful people. In fact, ‘Going to Polly’s?’ became one of the most popu­lar catch phrases in New York in the ’20s (there is evidence that Adler herself, with her fine-tuned instinct for generating public­ity, popularized its use). Many patrons came by for drinks, back­gammon, and card games as much as for the girls.

“Despite admittedly spending half her income on bribes and kickbacks, Adler was forced to move her brothel more than a dozen times during her twenty-three-year career as a madam. All her places of business were located in elegant upper East or West Side rented apartments or brownstones, the most famous of which was probably at the Majestic at 215 West Seventy-Fifth Street. Built in 1924, the building (and her apartment) was perfect for a bordello, replete with secret doorways and hidden stairs. Her largest bordello was a brownstone at 63 West Seventieth Street between Central Park West and Columbus Avenue. In addition to rooms for the girls, the place also housed a bar, a library, and an office for Polly.

“All her bordellos were sumptuously decorated, boasting plush carpets, expensive furniture, fine paintings, and walls lined with books. Some people thought it was all a bit tacky, but for many of the members of the famed Algonquin Round Table, the legendary association of (mostly) writers that included many of the most prominent tastemakers of the era, it was just fine. In its time, Polly’s place was almost as popular with The Round Table crowd as, well, the Algonquin Hotel itself. George S. Kaufman, a Round Table member who would co-write (with Moss Hart) two of the most enduring plays of the twentieth century (The Man Who Came to Dinner and You Can’t Take It with You), even had a charge account with Polly.

“Bon vivant, actor, humorist (and Round Table member) Rob­ert Benchley was another fan of Polly with a charge account at her place; he and his friend and fellow Round Table member, the iconoclastic poet/writer/critic Dorothy Parker, became close friends of Polly in mid-1924 and would, like many others, often visit her place for a drink or two before beginning a night of par­ties or after a night at the theater (they also suggested the titles in her book walls in the bordellos). Benchley, in fact, often spent the night there, playing backgammon with Polly in exchange for a girl for that night (who were going for twenty dollars a throw), and Adler claims in her autobiography that he even did some of his magazine writing in the company of prostitutes.

“Benchley also kept a black kimono at her brothel, which was laundered and ironed by Polly’s personal maid, Lion, who also pressed his suits, washed his socks and underwear, and served him breakfast in bed. Described by Adler as a person who ‘lighted up my life like the sun,’ Benchley would also occasionally rent out the bordello for lavish parties for the political and literary crowd. At one party of his, a drunkenly despondent prostitute jumped out an open window; after checking to make sure she was okay, Benchley kept the party rolling. The Benchley/Adler friendship endured. Years later, when both he and Polly had retired to Los Angeles, they would often have drinks together at Chasens res­taurant, then Beverly Hill’s famed hangout of the stars. …

“She was never apologetic about her career. ‘If I was to make my living as a madam, I could not be concerned with either the rightness or wrongness of prostitution,’ she wrote. … ‘Prostitution exists because men are willing to pay for sexual gratification, and whatever men are willing to pay for, someone will provide.'”


 | www.delanceyplace.com

author:

David Wallace

title:

Capital of the World: A Portrait of New York City in the Roaring Twenties

publisher:

Lyons Press

date:

Copyright 2011 by David Wallace

pages:

57-60

https://delanceyplace.com/index.php

Η ανησυχητική παρακμή της δημοκρατίας στην ανατολική Αφρική

0
Πώς η Ουάσινγκτον μπορεί να βοηθήσει στην αντιστροφή της πορείας
Ο πρόεδρος της Ουγκάντα, Yoweri Museveni, σε ομιλία του κατά την έναρξη της επιτροπής Εθνικού Διαλόγου στη Juba, στο Νότιο Σουδάν, τον Μάιο του 2017. JOK SOLOMUN / REUTERS.
Περίληψη:

Η δημοκρατική πρόοδος σε ολόκληρη την Αφρική ήταν μικτή: Η κεντρική Αφρική το πάλευε πάντα, αλλά στην ανατολική και την δυτική Αφρική, τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημαντική πρόοδος. Παρόλο που η δυτική Αφρική φαίνεται να εδραιώνει την πρόοδο αυτή, η ανατολική Αφρική βρίσκεται στη μέση μιας δημοκρατικής παρακμής που είναι αναστρέψιμη στα πρώτα της στάδια, αλλά απειλεί να επιταχυνθεί.

Ο JON TEMIN είναι ανώτερος συνεργάτης του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών και προηγουμένως εργάστηκε ως μέλος του Προσωπικού Σχεδιασμού Πολιτικής στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Μετά από μήνες πολιτικού δράματος, ο πρόεδρος της Κένυας, Ουχούρου Κενυάτα, ορκίζεται για την δεύτερη θητεία του σήμερα, 28 Νοεμβρίου. Επικαλούμενο διαδικαστικές αποτυχίες, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κένυας [1] ακύρωσε τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών [που διεξήχθη] τον Αύγουστο, απόφαση που χαιρετίστηκε ως ένδειξη της αυξανόμενης δημοκρατικής ωριμότητας της Κένυας. Η αφήγηση άλλαξε, όμως, όταν ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Raila Odinga, μποϋκοτάρισε τις επόμενες εκλογές ανακοινώνοντας την απόσυρση της υποψηφιότητάς του. Ο Κενυάτα κέρδισε τις εκλογές του δεύτερου γύρου με 98% των ψήφων, λόγω της χαμηλής προσέλευσης και των απειλών προς την δικαιοσύνη [2] και την κοινωνία των πολιτών [3]. Η Κένυα [4] βρίσκεται πλέον σε ένα επισφαλές σταυροδρόμι, με την πιθανότητα μια βαθιά πολιτική ρήξη να κατακερματίσει περαιτέρω την χώρα.

29112017-1.jpg

Ο πρόεδρος της Ουγκάντα, Yoweri Museveni, σε ομιλία του κατά την έναρξη της επιτροπής Εθνικού Διαλόγου στη Juba, στο Νότιο Σουδάν, τον Μάιο του 2017. JOK SOLOMUN / REUTERS
—————————————————————————–

Αυτό που κάνει την διολίσθηση της Κένυας ιδιαίτερα ανησυχητική είναι ότι αποτελεί μέρος μιας ανησυχητικής περιφερειακής τάσης. Η δημοκρατική πρόοδος σε ολόκληρη την Αφρική ήταν μικτή -η κεντρική Αφρική το πάλευε πάντα, αλλά στην ανατολική και την δυτική Αφρική, τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημαντική πρόοδος. Παρόλο που η δυτική Αφρική φαίνεται να εδραιώνει την πρόοδο αυτή, η ανατολική Αφρική βρίσκεται στη μέση μιας δημοκρατικής παρακμής που είναι αναστρέψιμη στα πρώτα της στάδια, αλλά απειλεί να επιταχυνθεί.

Ο χώρος της πολιτικής και ο χώρος των μέσων μαζικής ενημέρωσης κατά τόπους στην ανατολική Αφρική περιορίζονται καθώς οι πρόεδροι και οι πρωθυπουργοί επιδεικνύουν τα διαπιστευτήριά τους όσον αφορά την ασφάλεια. Αρκετοί ηγέτες, όπως ο πρόεδρος της Ουγκάντα, Yoweri Museveni, και ο πρόεδρος της Ρουάντα, Paul Kagame, αλλάζουν τα συντάγματά τους προκειμένου να παραταθούν οι ήδη μακρόχρονες θητείες τους. Καμία χώρα στην ανατολική Αφρική δεν χαρακτηρίζεται ως «ελεύθερη» στις πιο πρόσφατες κατατάξεις της αμερικανικής μη κυβερνητικής οργάνωσης (ΜΚΟ) Freedom House και μόνο δύο θεωρούνται «εν μέρει ελεύθερες» (partly free). Πολλές έχουν στην πραγματικότητα εκλογικά αυταρχικά καθεστώτα που επιφανειακά σέβονται τους δημοκρατικούς κανόνες αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν αυταρχικές τακτικές. Υπάρχουν ελάχιστα προηγούμενα για αλλαγή μέσω της κάλπης: Εκτός της Σομαλίας, κανένας ηγέτης στην Ανατολική Αφρική δεν άφησε ποτέ το αξίωμά του χάνοντας εκλογές.

ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ

Η δημοκρατική παρακμή περισφίγγει μια περιοχή με πραγματική στρατηγική σημασία. Η ανατολική Αφρική μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης της ηπείρου, έχει κάνει σημαντική πρόοδο στην περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση και είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι εξτρεμιστικές ομάδες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος (ή ISIS) δραστηριοποιούνται στην Σομαλία και μερικές φορές διασχίζουν τις γειτονικές χώρες. Η μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αφρική βρίσκεται στο Τζιμπουτί, με την Κίνα και αρκετές άλλες χώρες να λειτουργούν στρατιωτικές βάσεις κοντά. Η μικρή, αυταρχική Ερυθραία είναι η κορυφαία αφρικανική πηγή [5] των ενεργά αιτούντων άσυλο στην Λιβύη. Η περιοχή συνορεύει με την Ερυθρά Θάλασσα [6], τμήμα-κλειδί των θαλάσσιων εμπορικών οδών μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Η υποχώρηση της περιοχής από την δημοκρατία απειλεί όλα αυτά τα συμφέροντα. Οι ισχυροί ηγέτες της μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμη σταθερότητα, αλλά οι αυταρχικές πρακτικές τους και η αντίσταση στην οικοδόμηση δημοκρατικών θεσμών αποδυναμώνουν τα θεμέλια του κράτους και καθιστούν πιο πιθανό να είναι ασταθείς οι αναπόφευκτες μεταβολές της ηγεσίας. Όπως διαπιστώνεται στην Σομαλία, η αποτυχημένη διακυβέρνηση και οι αδύναμες κρατικές δομές δημιουργούν συνθήκες στις οποίες ευημερούν οι εξτρεμιστές. Το ασυνεπές κράτος δικαίου και η ανοχή στην διαφθορά κάνουν [τις χώρες] έναν λιγότερο επιθυμητό προορισμό για ξένες επενδύσεις.

Η δημοκρατική παρακμή είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ουγκάντα και την Τανζανία. Οι εκλογές του 2016 στην Ουγκάντα ήταν βαθιά ελαττωματικές, με την κυβέρνηση του Μουσεβενί να συλλαμβάνει επανειλημμένα τον βασικό πολιτικό αντίπαλό του, τον Kizza Besigye, κρατώντας τον για εβδομάδες κάθε φορά και τελικά κατηγορώντας τον για προδοσία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έκλεισαν πριν από τις εκλογές και περισσότεροι από δώδεκα δημοσιογράφοι [7] συνελήφθησαν το 2016. Εκείνη την χρονιά, ο Museveni υπέγραψε νομοσχέδιο για την ρύθμιση των ΜΚΟ, δίνοντας στην κυβέρνηση ευρεία διακριτική ευχέρεια να τις κλείνει και να περιορίζει την ικανότητά τους να απασχολούν αλλοδαπούς. Τον Απρίλιο, η εξέχουσα ακαδημαϊκός και ακτιβίστρια Stella Nyanzi, συνελήφθη [8] για προσβολή του Museveni στο Facebook.

Όντας στην εξουσία για 31 χρόνια, ο Museveni είναι ένας όλο και πιο αυταρχικός ηγεμόνας, με την ισχύ συγκεντρωμένη σε έναν μικρό κύκλο ανθρώπων γύρω του. Αλλά τώρα αντιμετωπίζει ένα δίλημμα: Το σύνταγμα της Ουγκάντα θέτει όριο ηλικίας στους προεδρικούς υποψηφίους, το οποίο [αυτός] θα υπερβεί στις επόμενες εκλογές. Έτσι, οι βουλευτές της Ουγκάντα, με την σαφή υποστήριξη του Μουσεβενί, εργάζονται για να αναθεωρήσουν το σύνταγμα ώστε να καταργήσουν το όριο ηλικίας, με τον κάθε βουλευτή να πληρώνεται 8.000 δολάρια για να «διαβουλευτεί» [9] με την εκλογική περιφέρειά του για την αλλαγή.

Η Τανζανία έχει πέσει ακόμη πιο χαμηλά. Οι εκλογές το 2015 έφεραν στην εξουσία τον ελάχιστα γνωστό John Magufuli. Ξεκίνησε αμέσως μια δημοφιλή εκστρατεία κατά της διαφθοράς, αλλά επίσης επέδειξε μια ισχυρή αυταρχική γραμμή, υποστηρίζοντας με ενθουσιασμό τις προσπάθειες του κυβερνώντος Κόμματος Chama Cha Mapinduzi (CCM) -το πιο μακρόχρονα κυβερνών πολιτικό κόμμα στην υποσαχάρια Αφρική- να κλείσει τον πολιτικό χώρο. Σε μια ιδιαίτερα σοκαριστική πράξη εκλογικής αδικοπραξίας, η εκλογική επιτροπή της Ζανζιβάρης απλά ακύρωσε τις εκλογές στο ημιαυτόνομο αρχιπέλαγος που το CCM ήταν έτοιμο να χάσει, και τις διεξήγαγε ξανά. Αυτό οδήγησε τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης να τις μποϊκοτάρει και έκανε την αμερικανική Millennium Challenge Corporation να αναστείλει [10] ένα αναπτυξιακό συμβόλαιο 472 εκατομμυρίων δολαρίων που ήταν στα πρόθυρα της υπογραφής.

Η κυβέρνηση του Magufuli περιορίζει επίσης την ελευθερία του Τύπου –συμπεριλαμβανομένης της κατασταλτικής νέας νομοθεσίας για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο [12]- πατάσσοντας [13] τα πολιτικά κόμματα και περιορίζοντας [14] την ελευθερία του συνέρχεσθαι. «Το CCM έχει εποπτεύσει μια σειρά νόμων και κανονισμών που πηγαίνουν ασυνήθιστα μακριά προς την συρρίκνωση του πολιτικού χώρου και την συγκράτηση της αντιπολίτευσης», σύμφωνα [15] με τον ακαδημαϊκό Dan Paget. «Όλο και περισσότερο, η νέα κυβέρνηση του CCM παρουσιάζει όχι μόνο την βεβαιότητα της ανάπτυξης, αλλά και την απειλή της δικτατορίας».

Η δημοκρατική οπισθοχώρηση είναι επίσης εμφανής και αλλού. Στο Μπουρούντι, ο πρόεδρος Pierre Nkurunziza ήταν πρόθυμος να ρίξει την χώρα στο χάος για να κερδίσει μια τρίτη θητεία˙ η βία που προκλήθηκε από την ανακοίνωση ότι θα κατέβει ξανά [στις εκλογές] ανάγκασε περισσότερους από 400.000 ανθρώπους [16] να διαφύγουν μέσω των συνόρων. Στην γειτονική Ρουάντα, ο πρόεδρος Kagame, ο οποίος ασκεί αδιαφιλονίκητη εξουσία και κυβερνά από το 2000, πρόσφατα επέβλεψε μια συνταγματική τροπολογία που θα του επιτρέψει να παραμείνει στην εξουσία μέχρι το 2034.

Το Νότιο Σουδάν, κατεστραμμένο από τον εμφύλιο πόλεμο, κυβερνάται από έναν πρόεδρο, τον Salva Kiir, ο οποίος ποτέ δεν έχει εκλεγεί σε αυτό το αξίωμα. (Εξελέγη για να ηγηθεί του ημιαυτόνομου νότιου Σουδάν πριν από την ανεξαρτησία, αλλά μια ψηφοφορία προγραμματισμένη για το 2015 εγκαταλείφθηκε λόγω του πολέμου). Οι δημοσιογράφοι και οι ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στην χώρα αντιμετωπίζουν αγωνιώδεις κινδύνους, όπως συμβαίνει στο γειτονικό Σουδάν, που κυβερνάται από τον Omar al-Bashir από το 1989. Η αυταρχική Ερυθραία δεν ασχολείται με την προκήρυξη εκλογών και ανταγωνίζεται την Αιθιοπία στο ποια θα διακριθεί στην φυλάκιση [17] των περισσότερων δημοσιογράφων στην υποσαχάρια Αφρική.

Αν μελετηθούν όλες μαζί, αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν μια αντιδημοκρατική ώθηση μεταξύ των περιφερειακών ηγετών, με ισχυρή διάχυση και ενεργά φαινόμενα μιμητισμού. Σε αντίθεση με την δυτική Αφρική, δεν υπάρχει αντίστοιχη πίεση μεταξύ των ηγετών για συμμόρφωση με τους δημοκρατικούς κανόνες. Οι καταπιεστικές τακτικές, όπως είναι οι προσπάθειες για την θέσπιση νομοθεσίας που περιορίζει τις δραστηριότητες των ΜΚΟ, τυγχάνουν μίμησης πέρα από τα σύνορα. Οι περιφερειακές οργανώσεις της ανατολικής Αφρικής, συμπεριλαμβανομένης της Διακυβερνητικής Αρχής για την Ανάπτυξη και της Κοινότητας Ανατολικής Αφρικής (Intergovernmental Authority on Development and the East African Community), δείχνουν ελάχιστο ενδιαφέρον για την προώθηση της δημοκρατίας, και πάλι σε αντίθεση με την πιο δραστήρια δυτικοαφρικανική ομόλογό τους, την Οικονομική Κοινότητα των Δυτικοαφρικανικών Κρατών (Economic Community of West African States).

ΠΩΣ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΘΕΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Τι μπορεί να γίνει για να αντιστραφεί η τάση; Το πολιτικό αδιέξοδο στην Κένυα και η προσπάθεια αλλαγής του συντάγματος στην Ουγκάντα είναι τα ζητήματα που μπορούν να σταματήσουν την δημοκρατική παρακμή ή να την επιταχύνουν, ανάλογα με τα αποτελέσματά τους. Οι δημοκρατικοί ακτιβιστές της Κένυας και της Ουγκάντας δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους αυτές τις προκλήσεις. Δεδομένης της ανικανότητας των περιφερειακών οργανισμών, η Αφρικανική Ένωση πρέπει να εμπλακεί άμεσα και να αποστασιοποιηθεί από την πρακτική της «επικουρικότητας» ή να αφήσει τις περιφερειακές οργανώσεις να ηγηθούν. Η δημοκρατική παρακμή της ανατολικής Αφρικής είναι μια ανησυχία για ολόκληρη την ήπειρο -πολιτικά, οικονομικά και για την ασφάλεια- και επιζητεί μια ηπειρωτική απάντηση.

Ενθαρρυντικά, οι πολίτες υποστηρίζουν ευρέως την δημοκρατική διακυβέρνηση: Μια δημοσκόπηση του Afrobarometer διαπιστώνει ότι μεταξύ των περιφερειών της ηπείρου, η απαίτηση για δημοκρατία είναι υψηλότερη στην ανατολική Αφρική [18]. Οι εγχώριες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει να αναζητήσουν τρόπους για να τονίσουν αυτό το αίτημα και να αξιοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα που αντιτίθεται στην διακυβέρνηση των ισχυρών ανδρών. Θα χρειαστούν εξωτερική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της ισχυρής και ευέλικτης χρηματοδότησης και της πολιτικής κάλυψης που μπορούν να προσφέρουν οι ξένοι.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εξισορροπήσουν πολλά νήματα δέσμευσης με την ανατολική Αφρική χωρίς να ευνοούν υπερβολικά τα αντιτρομοκρατικά μέτρα, αναγνωρίζοντας ότι η καταστολή και η αποτυχημένη διακυβέρνηση είναι μεταξύ των άμεσων αιτιών του εξτρεμισμού. Κατά την διάρκεια της διοίκησης του Μπαράκ Ομπάμα, ορισμένοι περιφερειακοί ισχυροί άνδρες απήλαυσαν μεγάλη επιείκεια από την Ουάσινγκτον σχετικά με την δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην περίπτωση του Museveni, η εμπλοκή των ΗΠΑ ήταν συχνά επικεντρωμένη στο εξωτερικό -ιδίως για την διατήρηση της συμμετοχής της Ουγκάντας στις προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Σομαλία- οδηγώντας τον να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα του ασκείτο περιορισμένος έλεγχος για τις ενέργειές του στο εσωτερικό της χώρας του. Το μήνυμα αυτό μεγεθύνθηκε υπό την διοίκηση του Donald Trump, δεδομένης της απροθυμίας του [νέου προέδρου] να υπερασπιστεί τα δημοκρατικά πρότυπα, όπως αποδεικνύεται από την απουσία σχετικών ανώτερων αξιωματούχων, όπως ένας βοηθός υπουργός Εξωτερικών [αρμόδιος] για την δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εργασία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιλογές πολιτικής εάν οι ηγέτες τους αναγνωρίσουν ότι τα αμερικανικά συμφέροντα απειλούνται από την δημοκρατική παρακμή της ανατολικής Αφρικής. Ο υπουργός Εξωτερικών, Rex Tillerson, δικαίως υποστηρίζει [19] ότι «οι Αρχές που αγνοούν το κράτος δικαίου και αλλάζουν τα συντάγματά τους για προσωπική τους ωφέλεια αποτελούν εμπόδια στην ανάπτυξη ευημερούντων, ελεύθερων κοινωνιών». Όταν οι συνταγματικές αλλαγές ωθούνται προς όφελος των νυν [ηγετών], οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ανταποκρίνονται με το να αναθεωρούν αυτόματα όλη την ξένη βοήθεια [που δίνουν] και να επανεξετάζουν όλα τα προγράμματα που θα μπορεί να είναι ευνοϊκά για την εκτελεστική εξουσία [των χωρών αυτών]. Η Ουάσινγκτον πρέπει επίσης να υιοθετήσει μια στρατηγική για την προώθηση της δημοκρατίας και της χρηστής διακυβέρνησης σε επίπεδο περιφέρειας και όχι ανά χώρα, δεδομένων των φαινομένων διάχυσης που παρατηρούνται. Τέλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ενισχύσουν την υποστήριξή τους προς το Τμήμα Πολιτικών Υποθέσεων της Αφρικανικής Ένωσης, το σκέλος του οργανισμού που είναι επιφορτισμένο με την προώθηση της δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά συχνά στερείται προσωπικού και πόρων. Εναπόκειται στην Αφρική να αντιστρέψει την δημοκρατική παρακμή, η οποία απειλεί όχι μόνο τις ατομικές ελευθερίες αλλά και την σταθερότητα και την ευημερία επίσης, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες σίγουρα μπορούν να βοηθήσουν.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/east-africa/2017-11-27/alarming-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-11-15/why-kenyas-supreme-co…
[2] http://www.independent.co.uk/news/world/africa/kenyan-president-uhuru-ke…
[3] https://www.hrw.org/blog-feed/kenya-elections-2017#blog-307966
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/africa/2017-10-25/kenyas-elector…
[5] http://www.africanews.com/2017/11/07/eritrea-top-african-contributor-to-…
[6] http://foreignpolicy.com/2016/03/17/africas-700-billion-problem-waiting-…
[7] https://freedomhouse.org/report/freedom-world/2017/uganda
[8] http://www.latimes.com/world/la-fg-zambia-opposition-treason-2017-htmlst…
[9] http://af.reuters.com/article/africaTech/idAFKBN1CT1FU-OZATP
[10] https://www.mcc.gov/news-and-events/release/stmt-032816-tanzania-partner…
[11] https://www.news24.com/Africa/News/journalists-suffocating-in-magufulis-…
[12] https://www.article19.org/resources.php/resource/38674/en/tanzania:-cybe…
[13] https://www.news24.com/Africa/News/tanzanian-police-raid-opposition-part…
[14] http://allafrica.com/stories/201705100485.html
[15] https://www.journalofdemocracy.org/article/tanzania-shrinking-space-and-…
[16] https://data2.unhcr.org/en/situations/burundi
[17] https://cpj.org/imprisoned/2016.php
[18] http://afrobarometer.org/sites/default/files/publications/Policy%20paper…
[19] https://www.state.gov/secretary/remarks/2017/11/275755.htm

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η πώληση όπλων και οι αξίες της αριστεράς στην Ελλάδα.

7

Η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ε.Ε. για την Εξωτερική Πολιτική και Άμυνα Φεντερίκα Μοργκερίνι θα φέρει στο ευρωκοινοβούλιο ψήφισμα για την απαγόρευση πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία. Μακάρι. Για να πέσουν οι μάσκες. Και των ξένων και των δικών μας, αριστερών. Είναι δυνατόν, αριστεροί, που πέρασαν τη ζωή τους σε διαδηλώσεις υπέρ των ειρηνιστικών κινημάτων να μεθοδεύουν την πώληση όπλων σε ένα καθεστώς που γενοκτονεί στην Υεμένη; Ο κ. Τσίπρας και οι σύντροφοί του μας μιλούν συνεχώς για την αριστερά και τις αξίες της. Είναι η πώληση όπλων σε ένα καθεστώς που δολοφονεί (το ίδιο κάνει και η άλλη πλευρά, το Ιράν), κίνηση αριστερών αξιών; Ή, προσχώρησαν για τα καλά στη γλυκιά γοητεία της μπουρζουαζίας. Με τα συντρόφια να στριμώχνονται για μια καλύτερη θέση στη νέα νομενκλατούρα;

Αν όχι τώρα το θέμα της ονομασίας, πότε; Φαίνεται “αλλαγή πολιτικού τοπίου” στα Σκόπια

1

Ανάλυση Γιώργος Σκαφιδάς

File Photo: Greek Minister of Foreign Affairs Nikos Kotzias (L) is invited by the Former Yugoslav Republic of Macedonia Prime Minister Zoran Zaev (R) to their talks at the Government building in Skopje, the Former Yugoslav Republic of Macedonia, 31 August 2017. EPA, GEORGI LICOVSKI / POOL NOVEMBER 29, 2017

Το πολιτικό τοπίο έχει αλλάξει άρδην εντός των Σκοπίων τους τελευταίους μήνες, με τα νέα δεδομένα να γεννούν ελπίδες για πιθανή συμφωνία με την Ελλάδα στο θέμα της ονομασίας. «Εάν όχι τώρα, πότε;», διαμηνύουν όσοι τείνουν να βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο.

Χωρίς λύση άλλωστε στο ονοματολογικό, δεν γίνεται να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ (πρωτίστως) και ΕΕ (δευτερευόντως).

Βρυξέλλες, Ουάσιγκτον, Αθήνα και Σκόπια συμφωνούν «επί της αρχής» ως προς το στρατηγικό στόχο της ένταξης της ΠΓΔΜ στους ευρωατλαντικούς θεσμούς (με την Ελλάδα να θέτει ενστάσεις ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις). Για κάποιους μάλιστα (σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον), η εν λόγω ένταξη θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ανάχωμα απέναντι στην επέκταση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια (μετά και την ένταξη του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ τον Ιούνιο του 2017).

Για άλλους δε, όπως η Ελλάδα, η ενταξιακή πορεία των Σκοπίων θα μπορούσε να λειτουργήσει σταθεροποιητικά στα Βαλκάνια, δημιουργώντας νέες προοπτικές ανάπτυξης στη βάση σχέσεων καλής γειτονίας. Τα μεγαλύτερα εμπόδια για μια λύση στο θέμα της ονομασίας δεν είναι πλέον εδώ.

Ο σλαβομακεδονικός αλυτρωτισμός, όπως αυτός εκφράστηκε από τον πρώην πρωθυπουργό Νίκολα Γκρούεφσκι, δεν ασκεί πλέον την εξουσία στη γείτονα. Η παράταξη VMRO-DPMNE του Γκρούεφσκι απώλεσε τα ηνία στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2016, έπειτα από δέκα χρόνια διακυβέρνησης (2006-2016). Ο ίδιος ο Γκρούεφσκι κινδυνεύει μάλιστα σήμερα ακόμη και με φυλάκιση, κατηγορούμενος για σωρεία σκανδάλων.

Το κόμμα της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης (SDSM) του Ζόραν Ζάεφ κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού στα τέλη του περασμένου Μαΐου, με την υποστήριξη δύο αλβανικών κομμάτων. Η πρώτη επίσκεψη που πραγματοποίησε, μάλιστα, τον περασμένο Ιούνιο, ο νέος υπουργός Εξωτερικών της ΠΓΔΜ (και πρώην πρεσβευτής των Σκοπίων στις ΗΠΑ) Νίκολα Ντιμιτρόφ ήταν στην… Αθήνα.

Η εσωτερική πολιτική μεταστροφή έμελλε να επισφραγιστεί κατά τις δημοτικές εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου, με την παράταξη του Γκρούεφκσι να «κερδίζει» μόλις 5 δήμους (από 56 που ήλεγχε) και την παράταξη του νέου πρωθυπουργού Ζάεφ να «κερδίζει» 57 (από 4) συμπεριλαμβανομένης και της υπερδημαρχίας των Σκοπίων.

Όσο για τη ρητορική των Ζάεφ και Ντιμιτρόφ, αυτοί δείχνουν να απομακρύνονται από τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό των προκατόχων τους. Αποκηρύττουν δημοσίως τον «εξαρχαϊσμό» της διακυβέρνησης Γκρούεφσκι και όσα «αρχαϊκά» άφησε πίσω του το πρόγραμμα «Σκόπια 2014».

Παράλληλα, αφήνουν να εννοηθεί ότι μπορεί να μετονομάσουν σε «Κίρο Γκλιγκόροφ» το αεροδρόμιο «Μέγας Αλέξανδρος», και να κατεδαφίσουν τα αλυτρωτικά μνημεία της προηγούμενης κυβέρνησης… εάν βρουν τα χρήματα που απαιτούνται για να καλυφθεί το κόστος των κατεδαφίσεων.

Μέχρι στιγμής ωστόσο, πέρα από θεωρητικές δηλώσεις, δεν έχει υπάρξει καμία έμπρακτη κίνηση εμπρός εκ μέρους της νέας ηγεσίας των Σκοπίων. Λέγεται ότι κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα τον περασμένο Ιούνιο, ο Σκοπιανός ΥΠΕΞ Ντιμιτρόφ δεν συζήτησε καν το ονοματολογικό με τον κ. Κοτζιά.

Το εν λόγω θέμα πρόκειται, ωστόσο, να συζητηθεί κατά τη συνάντηση που θα έχει το Δεκέμβριο (στις 11 και 12 του μήνα) στις Βρυξέλλες ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς με τους διαπραγματευτές της Ελλάδας, Αδαμάντιο Βασιλάκη, και της ΠΓΔΜ, Βάσκο Ναουμόφσκι.

Μένει να φανεί εάν η σκοπιανή πλευρά θα προσέλθει στη συνάντηση του Δεκεμβρίου με προτάσεις μόνο επί της διαδικασίας ή και επί της ουσίας του ονοματολογικού.

Συναντήσεις για το ίδιο θέμα έχουν πάντως πραγματοποιηθεί και άλλες διεθνώς το τελευταίο διάστημα (στο «Saint Antony’s College» στην Οξφόρδη προ ημερών για παράδειγμα), φανερώνοντας κινητικότητα αλλά και… προσδοκίες. Εν έτει 2017 είναι σαφές ότι υπάρχουν ενδείξεις προόδου στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Οι εν λόγω ενδείξεις δίνουν, μάλιστα, τροφή και σε σενάρια ότι το 2018 θα είναι το έτος επίλυσης του θέματος (δέκα χρόνια μετά το ελληνικό βέτο στο Βουκουρέστι, συμπτωματικά).

Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα έχουμε πρόωρες εκλογές το 2018, ούτε στα Σκόπια… αλλά ούτε και στην Ελλάδα (για την Ελλάδα… κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος, ειδικά μετά τον Αύγουστο του 2018 οπότε και ολοκληρώνεται το ελληνικό πρόγραμμα).

Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι «θα έπρεπε» να υπάρξει συμφωνία για την ονομασία της ΠΓΔΜ μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2018. Για να γίνει, βέβαια, αυτό, θα πρέπει πρώτα η ΠΓΔΜ να έρθει κοντά στην ελληνική θέση για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή.

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΘΝΟΣ

Πηγή: Αν όχι τώρα το θέμα της ονομασίας, πότε; Φαίνεται “αλλαγή πολιτικού τοπίου” στα Σκόπια http://mignatiou.com/2017/11/an-ochi-tora-to-thema-tis-onomasias-pote-fenete-allagi-politikou-topiou-sta-skopia/

Η τύχη αρχίζει να εγκαταλείπει τον Μακρόν

0

LUKE BAKER / REUTERS

Κατά την ταχεία άνοδό του προς τη γαλλική προεδρία, ο Εμανουέλ Μακρόν είχε θεωρηθεί ορισμένες φορές «τυχερός στρατηγός», δηλαδή ένας ηγέτης που είχε τα απαραίτητα προσόντα αλλά και γερή δόση τύχης που τον βοήθησε να πετύχει τον στόχο του. Ο ηλικίας 39 ετών Γάλλος πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε μια σειρά τυχερών γι’ αυτών συμπτώσεων, ιδίως το σκάνδαλο που εκτροχίασε την προεκλογική εκστρατεία του κεντροδεξιού αντιπάλου του και προηγούμενου στις δημοσκοπήσεις, Φρανσουά Φιγιόν. Ομως, έξι μήνες αφότου ο Μακρόν βρέθηκε στο παλάτι των Ηλυσίων, υπάρχουν ενδείξεις πως η τύχη του ενδέχεται να έχει αρχίσει να τον εγκαταλείπει.

Ειδικότερα η αβέβαιη πολιτική κατάσταση στη Γερμανία έχει περιπλέξει το σχέδιό του να μεταρρυθμίσει την Ευρωζώνη, στόχο που έχει θέσει στο επίκεντρο της προεδρίας του και ο οποίος εξαρτάται από τη συνεργασία Γαλλίας και Γερμανίας. Και ενώ οι αλλαγές που προώθησε στην αρχή στην εργασιακή νομοθεσία προκάλεσαν μικρότερη αντίδραση από το αναμενόμενο, το σχέδιό του να αλλάξει το συνταξιοδοτικό σύστημα και το σύστημα επιδομάτων μπορεί να μη γίνει τόσο εύκολα αποδεκτό. Από δημοσιονομικής απόψεως, ένας από τους βασικούς στόχους του Μακρόν είναι να μειώσει το γαλλικό έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία.

Στο εσωτερικό του κόμματος του Μακρόν, ορισμένα μέλη είναι ανήσυχα εξαιτίας της αρχηγοκεντρικής δομής, που είναι αντίθετη με τη δεοντολογία που τον οδήγησε στην προεδρία. Η πραγμάτωση των μεγαλύτερων φιλοδοξιών του Μακρόν εξαρτάται από την οικοδόμηση μιας βαθιάς και διαρκούς σχέσης με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ, η θέση της οποίας έχει εξασθενήσει, μετά 12 έτη παραμονής στην εξουσία, εξαιτίας των άκαρπων προσπαθειών να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας. «Χωρίς ισχυρό εταίρο θα είναι προφανώς πιο δύσκολο να φέρουμε εις πέρας το φιλόδοξο ευρωπαϊκό εγχείρημα του προέδρου», λέει ο Γάλλος κυβερνητικός εκπρόσωπος Τύπου Βενιαμίν Γκριβό.

Από μία άποψη το γεγονός πως η Μέρκελ συνομιλεί τώρα με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) για τον σχηματισμό κυβέρνησης είναι θετικό για τον Μακρόν διότι το SPD τηρεί πιο φιλοευρωπαϊκή στάση. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως το SPD θα υποστηρίξει την ατζέντα του Μακρόν. Οι ιδέες Μακρόν περί μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης, περιλαμβανομένων της δημιουργίας προϋπολογισμού, του διορισμού υπουργού Οικονομικών και της δημιουργίας διακριτού κοινοβουλίου, ίσως να είναι υπερβολικά φιλόδοξες για τους Γερμανούς. Ο Ζαν Πιζανί Φερί, κορυφαίος οικονομολόγος και πρώην σύμβουλος του Μακρόν, θεωρεί πως η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει ο Μακρόν είναι να μην αποδώσει η ευρωπαϊκή στρατηγική του, διότι η εσωτερική του ατζέντα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή. Και αυτή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Γερμανία και την ευρύτερη Ευρωπαϊκη Ενωση.

“Καθημερινή”

Η αποτυχία της αμερικανικής ελίτ

1
ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ.
Το να βρίσκει κάποιος ένα άλλοθι για να εξηγήσει τις δικές του αποτυχίες είναι πάντοτε μια εύκολη, αλλά όχι υπεύθυνη λύση. Η παραδοσιακή αμερικανική ελίτ κινδυνεύει να πέσει σε μια τέτοια παγίδα. Η ρωσική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις των ΗΠΑ είναι ένα σοβαρό θέμα που διερευνάται και είναι βέβαιο ότι θα δοθούν απαντήσεις τους επόμενους μήνες. Δεν μπορεί όμως να κρύβεται μόνο ο Πούτιν πίσω από λάθη του αμερικανικού κατεστημένου, εντός και εκτός ΗΠΑ.

Η αμερικανική ελίτ «έχασε» ουσιαστικά την επικοινωνία με ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Δεν άκουγε τις αγωνίες του και δεν συνομιλούσε μαζί του. Εγκλωβίσθηκε στην τυραννία μιας αφόρητης πολιτικής ορθότητας, η οποία οδήγησε σε διαζύγιο με την… άλλη Αμερική. Ασφαλώς έπαιξαν ρόλο τα emails των Δημοκρατικών και τα κατευθυνόμενα social media. Μια δημοκρατία που είναι όμως τόσο ευάλωτη σε τέτοιες παρεμβάσεις έχει πρόβλημα, δικό της. Το γεγονός ότι εξέλεξε έναν πρόεδρο που τσαλαπατά θεσμούς και ιδεώδη δεκαετιών αντανακλά βαθύτερες δομικές αδυναμίες. Και να μην ήταν ο Τραμπ, κάποιος άλλος θα είχε εκφράσει την οργή και το αντισυστημικό ρεύμα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι εξωτερικές αποτυχίες. Η Μόσχα έχει καταφέρει να επιβάλει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στη Μέση Ανατολή. Το έκανε με τρόπο άγριο, αλλά μόνο έτσι παίζεται το παιχνίδι σε αυτή την περιοχή. Εδωσε το σήμα ότι στηρίζει με φανατισμό τους συμμάχους της, όπως στην περίπτωση της Συρίας, και έχει διευρύνει πολύ το στρατηγικό της αποτύπωμα. Αυτά συνέβησαν γιατί η Αμερική ήταν απούσα ή έκανε λάθος επιλογές. Η φύση όμως απεχθάνεται το κενό. Ο Πούτιν άρπαξε την ευκαιρία.

Είναι συνεπώς ώρα για περισυλλογή και αυτοκριτική. Οι ΗΠΑ πρέπει να αποφασίσουν τι ρόλο θα παίξουν στο παγκόσμιο σκηνικό, μέχρι πού αντέχουν τις παραδοσιακές τους μεταπολεμικές στρατηγικές υποχρεώσεις και ποιες περιοχές είναι ύψιστης προτεραιότητας γι’ αυτές. Η Κίνα ανεβαίνει ραγδαία, η Ρωσία δημιουργεί ευκαιρίες με ανορθόδοξο τρόπο, η Ευρώπη ψάχνεται. Ο Τραμπ πρεσβεύει μια εσωστρεφή αναδίπλωση, οι επιτελείς του το αντίθετο. Η εικόνα είναι θολή και η έκβαση ενός συνεχιζόμενου μπρα ντε φερ αβέβαιη.

Η προοδευτική αμερικανική ελίτ, όμως, πρέπει να σκύψει με λίγη ταπεινοφροσύνη και πολύ ρεαλισμό πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ. Καλές είναι οι δικαιολογίες, αλλά στο τέλος της ημέρας ήταν οι δικές της αδυναμίες και τα λάθη της που ανέδειξαν έναν Τραμπ πρόεδρο και έκαναν τον Πούτιν «μάγκα» παγκοσμίως.

“Καθημερινή”

Iran Reshapes the Middle East

0

By George Friedman  Nov 29, 2017  Geopolitical Futures.

Iran has always seen itself as being in competition with the Arab states for domination of the Persian Gulf. Its ambitions were put on hold in the late 1980s, at the end of an eight-year war with Iraq that cost Iran more than a million casualties. The war ended in a military draw, but strategically it blocked Iran’s hopes for expanding its power westward. The war against the Islamic State, particularly in Iraq, has opened that door again.

The Iranian Surge

The primary burden of the fighting in Iraq fell on the Iraqi army, coupled with several Shiite militias, which fought a long battle of attrition to defeat IS. Embedded in the Iraqi army, and in direct control of the militias, were Iranian advisers. The United States had advisers and troops there too, but the Iranians were far more effective at gaining influence in the predominantly Shiite army. The U.S. reluctantly accepted this state of affairs – it needed IS defeated, but it didn’t want to absorb the casualties that would result from the long, grinding battle that was required. Instead, the U.S. relied on airstrikes.

There obviously had to be some degree of coordination among the Iraqi forces and militias – enough, at least, to prevent fratricide. That means there had to be some coordination with Iranian advisers, who were effectively commanding some units of the Iraqi army. How much coordination is unclear, but IS was defeated in the end, and Iran was left in control of at least a significant portion of the military force in Iraq. Given Iran’s influence and presence around Basra in southern Iraq, the Iranians are in a powerful position inside Iraq, with no major forces in position to contain them. And they are free to send more forces into Iraq if they wish.

Iran is also in a strong position in Syria. Together, Iran and Russia have prevented the collapse of the Assad government. Lebanon’s Hezbollah has been deeply involved in the fighting in Syria, with a large number of Iranian officers deployed with it, and Iranian forces are scattered in support of Assad’s Syrian army. The Russians are already discussing an endgame in which Assad regains the parts of Syria he lost. Whether that happens or not, the pressure is off the Assad regime now. Moreover, Russia has already said it plans to reduce its presence in Syria, which leaves the Iranians as the primary influence on the Syrians, deepening a relationship that existed even before the civil war broke out.

Yemen is another area of Iranian strength. In Yemen, bordering Saudi Arabia to the south, the Iranians are supporting the Shiite Houthi rebels. As the Houthis grew stronger in recent years, Saudi Arabia, the United Arab Emirates and others launched airstrikes against them. The airstrikes failed to defeat the Houthis, and now they’re even more powerful. A missile was fired from Yemen toward Riyadh early this month. It was allegedly an Iranian-made missile, and a warning to the Saudis to get out of Yemen.

It is important not to overstate Iran’s strength. It is clearly influential, and the door to more power is open, but Iran is not yet positioned to exert decisive military force in the Middle East. At the same time, Iran’s achievements shouldn’t be understated either. It is the most influential power in Iraq and has a significant number of forces there. It more or less controls the most powerful military force in Lebanon and has limited capabilities in Syria. It also has at least advisers in Yemen. Finally, Iran has even made inroads in Saudi Arabia’s sphere of influence. Qatar’s relationship with Iran is part of the reason it has been boycotted by much of the Arab world.

Iranian President Hassan Rouhani speaks during Russian-Iranian-Turkish talks at the Black Sea resort in Sochi, Russia, Nov. 22,2017. MIKHAIL SVETLOV/Getty Images

The Potential Coalition

Saudi Arabia is currently the greatest threat to Iran’s ambitions. In the 1960s, when the Shah of Iran was still in control, Iran fought a war against the Saudis in Oman. Their relationship remained hostile after the Iranian revolution. Part of the issue is religion: Saudi Arabia is the heartland of Sunni Islam, Iran of Shiite Islam. But there are deeper issues.

The first is oil. The domination of oil resources by the Saudis and related principalities on the west coast of the Persian Gulf created a perpetual threat to Iran because of the military power it bought. In addition, U.S. guarantees to Saudi Arabia intended to assure the flow of oil supplies from the Persian Gulf gave the Saudis an invulnerability that their own military force couldn’t provide.

At the moment, Saudi Arabia is facing extreme difficulties. The decline in the price of oil has created economic and political problems for Riyadh, which has always used its oil wealth to maintain stability. The introduction of a 32-year-old crown prince, and his decision to arrest some of the key figures in the kingdom, creates a level of internal instability that is unpredictable.

Given this domestic situation, Saudi Arabia’s ability to protect itself from Iran is unclear. The Saudis have already demonstrated the limits of their air power in Yemen. The historical expectation was that first the British, then the Americans, would guarantee their national security. But that was when the Persian Gulf was an indispensable supplier of the world’s oil. The price of oil is down, but as important, the sources of oil have multiplied, along with producers’ eagerness to sell it. Saudi oil is simply not that important anymore.

The Saudis have been reaching out to the Israelis. Israel can certainly provide military hardware. But the fact is that Israel could be facing its own threat from Iran, and its military is actually relatively small and isn’t designed for large-scale foreign deployments. Because of the size of its force, Israel can’t sustain extended, high-attrition warfare of the sort Iran endured in the 1980s. So the Iranians can threaten Israel with the one strategy that is most dangerous to it: a war of attrition. It’s a distant possibility but one that Israel must consider. Simply put, Israel can’t promise Saudi Arabia much more than materiel, no matter what the Saudis offer in return, and materiel is the one thing the Saudis have in abundance already.

The greatest long-term threat to Iran’s interests, however, is Turkey. The Turks face a fundamental geopolitical question. When the Iranians were relatively confined, Turkey was able to focus on domestic affairs, not venturing deeply into Syria or Iraq. But now, Turkey must decide whether it can live with Iran as the major regional power, or it must assert its own claims on the region. Turkey, by geography and inherent military capability, can block Iran if it chooses to make the effort and take the risk, but at the moment it is working with Iran, particularly on Kurdish issues. Eventually, Turkey will have to choose between the Kurdish issue and the broad strategic issue. Part of that will be determined by the U.S. position on various Kurdish factions and the U.S. vision for dealing with Iran.

A Test of U.S. Disengagement

The U.S. is capable of containing Iran but only with a substantial force. The U.S. has been at war since 2001. At this point, it doesn’t have a clear strategy for the Middle East. In Iraq, the American approach has been to block both Sunnis and Shiites from dominating the country – while reducing the number of U.S. forces present. This left it in the position of having to rely on forces controlled or influenced by Iran to defeat the Islamic State. In Syria, U.S. strategy has been to create a proxy force to overthrow Assad. That has failed. American guarantees to Saudi Arabia and Israel are still in place, but what they mean at this point is unclear. Israel has no need for direct U.S. involvement except under the most extreme war-of-attrition scenario. As for the Saudis, the guarantee the U.S. gave and delivered on during Desert Storm was a very different situation. Oil prices and supply being what they are, it’s not clear what that guarantee is worth.

The U.S. is not configured to deal with the new reality – one that it helped create by invading Iraq and then leaving it, and by supporting the Arab Spring in Syria, which turned into a disaster. These U.S. policies led to the rise of IS, and the fight against IS in turn opened the door to Iran in Iraq and, to a lesser extent, in Syria. Washington has been obsessed with Iranian nuclear capabilities and didn’t anticipate that Iran’s conventional capability and political influence would turn out to be more effective. At this point, it’s not clear what the American interest is in the region and what price it’s prepared to pay to pursue it.

The Middle East has a new and radically different shape. For the moment, Iran has been freed to assert itself. But it still has a long way to go to assert significant power. Apart from the United States, it faces a potential coalition of Saudi Arabia, Israel and Turkey. Each has its weaknesses, but Iran does too, and together they can manage the problem and probably will. Don’t forget the Sunni jihadists, either. Defeated in the guise of IS, they have merely dispersed, not surrendered. And Iran has been their enemy. Thus the Iranian surge must be placed in context. It has changed the dynamic of the Middle East, but it remains vulnerable.

The post Iran Reshapes the Middle East appeared first on Geopolitical Futures.

Η Ελλάδα στη σκιά της «Υψηλής Πύλης»

0

του Απόστολου Αποστολόπουλου  – 

Εν όψει της επίσκεψης Ερντογάν στη χώρα μας τον Δεκέμβριο, επανέρχεται στο προσκήνιο η διαπίστωση ότι στις σχέσεις μας με την Τουρκία επικρατεί φόβος. Ο δικός μας φόβος είναι ότι η Τουρκία κάποια στιγμή δεν θα περιοριστεί σε απειλητικές διακηρύξεις, αλλά θα θελήσει να πάρει με βία αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι δικό της στο Αιγαίο ή/και στη Θράκη.

Ο φόβος δεν ήταν εξαρχής το χαρακτηριστικό των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σταδιακά, όμως, η ελληνική ελίτ και ακολούθως οι πολίτες, πήραν την κάτω βόλτα, το δρόμο του εγωισμού, της αδιαφορίας για τα κοινά, της απάτης, και τελικά της παρακμής. Αντίστροφα, στην Τουρκία, με τους κεμαλιστές και τον Ερντογάν, σχηματιζόταν ο πυρήνας μιας εθνικής αστικής τάξης.

Μοιραία, η σχετική ισορροπία με την Τουρκία στην οικονομία και τη στρατιωτική ισχύ κατέληξε στις σημερινές ανισότητες, ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Η αρχικά σθεναρή στάση της Ελλάδας μετατράπηκε σε φόβο, ως μεταδοτικό νόσημα από την πολιτική και κοινωνική ελίτ σε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας.

Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι απλό: καμία απαίτηση της Τουρκίας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την Ελλάδα χωρίς απώλεια εθνικού χώρου ή κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τελεία και παύλα. Τέτοια θέματα λύνονται μόνο με πόλεμο, από αρχαιοτάτων χρόνων. Η εναλλακτική λύση είναι η προδοσία, η παράδοση χωρίς μάχη. Και πάλι τελεία και παύλα.

Γι’ αυτό όλες οι επισκέψεις και επαφές κάθε είδους στο ανώτατο επίπεδο Ελλάδας-Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι μεν άχρηστες, αλλά δεν έδωσαν κάποια λύση, έστω προσωρινή. Ούτε η επίσκεψη Ερντογάν εντός του Δεκεμβρίου θα δώσει. «Λύση» θα έρθει, όπως προαναφέρθηκε, με πόλεμο ή προδοσία.

Δύο στρατόπεδα

Ο λόγος της επίσκεψης Ερντογάν μάλλον ανιχνεύεται στις πρόσφατες συνομιλίες Τσίπρα-Τραμπ. Στο πλαίσιό τους, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι ο Ερντογάν είναι φίλος του. Με τέτοιους φίλους ο Ερντογάν δεν χρειάζεται εχθρούς.

Η Τουρκία τείνει να ενταχθεί σε αντίπαλο στρατόπεδο των ΗΠΑ, αν και ακόμα, παρά τις απειλές, δεν έχει επέλθει ρήξη. Υπενθυμίζουμε, εδώ, ότι τα δυο στρατόπεδα συγκροτούν από τη μια η Ρωσία με Ιράν-Ιράκ-Συρία και την Τουρκία να συγκλίνει. Από την άλλη, οι ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία (όπου ο πρίγκιπας/διάδοχος Σαλμάν συνέλαβε την αφρόκρεμα της ηγεσίας του κράτους), το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τους Κούρδους και λοιπά. Η Ελλάδα (ως βοηθητική, δευτερεύουσα, δύναμη) εντάσσεται σε αυτή την πλευρά.

Φοβική ελίτ

Κανείς δεν αρνείται ότι η Τουρκία με τις απαιτήσεις της δημιουργεί εντυπώσεις στο διεθνές επίπεδο. Αλλά, ας μην υπερβάλλουμε. Εντυπωσιάζονται μόνο όσοι θέλουν να εντυπωσιαστούν για λόγους σκοπιμότητας. Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις καθιστούσαν σαφές ότι δεν θα παραχωρήσουν απολύτως τίποτα και ασκούσαν σε όλη την επικράτεια τη νόμιμη εξουσία τους, τότε το δίλημμα αν θέλουν ή όχι πόλεμο, θα το είχαν η Τουρκία και οι ξένοι. Αλλά η ελληνική ελίτ φοβάται – και με τον Σημίτη το διαλάλησε σε όλη την υφήλιο.

Όσο η Τουρκία αυξάνει τις απαιτήσεις της, τόσο φέρνει πιο κοντά την πολεμική σύγκρουση, καθώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με ειρηνικό τρόπο. Η Τουρκία, αν διεκδικεί χωρίς να πράττει, θα θεωρηθεί απλώς λογού και άτολμη. Λογικά, αν συνεχίσει αυτή την πολιτική, κάποια στιγμή θα επιτεθεί στην Ελλάδα. Η ελληνική πλευρά νομίζει ότι μπορεί να αποφύγει τη σύγκρουση, κάνοντας συνεχείς υποχωρήσεις, χωρίς άμεση πρακτική επίπτωση. Κάνει, όμως, μεγάλο λάθος.

Η ένοπλη σύγκρουση, με τα σημερινά δεδομένα είναι αναπόφευκτη, διότι η Τουρκία κάποια στιγμή θα πρέπει να μετατρέψει τις λεκτικές απαιτήσεις σε απτό κέρδος, όπως στην Κύπρο. Το ζητούμενο είναι η αφορμή και οι κατάλληλες συνθήκες. Η ελληνική πλευρά έχει αφήσει στην Τουρκία την απόλυτη πρωτοβουλία ως προς την επιλογή του πεδίου, του χρόνου και του είδους της σύγκρουσης.

Ανυπόστατη θεωρία

Η θεωρία ότι, αν η Τουρκία έχανε έδαφος και πληθυσμό στην περιοχή των Κούρδων, θα αποζημιωνόταν με κέρδη σε Αιγαίο και Θράκη δεν έχει λογική.

  • Πρώτον, επειδή το Αιγαίο και η Θράκη δεν μπορούν να παραχωρηθούν, αλλά μόνο να κατακτηθούν με πόλεμο, καθιστώντας αυτή την περιοχή παραγωγής/διέλευσης πετρελαίου/αερίου ανασφαλή.
  • Δεύτερον, επειδή η Ελλάδα, η πιο υπάκουη χώρα των Βαλκανίων, φαίνεται ότι μένει εκτός ανακατατάξεων. Όχι απλώς επειδή είναι υπάκουη, αλλά επειδή, επιπρόσθετα, συγκροτεί μαζί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο τα «μετόπισθεν» της Δύσης έναντι της Ρωσίας. Επίσης, αποτελεί και παράγοντα περιορισμού της τουρκικής αυθάδειας.
  • Τρίτον, επειδή, ως φαίνεται, τα σχέδια διαμελισμού της Τουρκίας (απώλεια εδαφών υπέρ των Κούρδων) εξόκειλαν μαζί με το αποτυχημένο πραξικόπημα.
  • Τέταρτον, επειδή οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέρον να θέλουν να χάσουν το μονοπώλιο κυριαρχίας στο Αιγαίο υπέρ της άστατης Τουρκίας. Ούτε η Ρωσία έχει λόγους περαιτέρω ενίσχυσης του Ερντογάν.

Γκιαούρηδες

Η σημαντική διαφορά από το παρελθόν είναι ότι στην Τουρκία αναπτύσσεται μια «εθνική αστική τάξη» φιλόδοξη, ριψοκίνδυνη και επιθετική, αλλά όχι απρόσεκτη και αστόχαστη, όπως, για παράδειγμα, ήταν η ελληνική με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αλλά, όπως επί Βενιζέλου στην Ελλάδα, έτσι και επί Ερντογάν στην Τουρκία, η εθνική αστική τάξη φαίνεται διαιρεμένη – υπέρ και κατά του Ερντογάν. Αντιμάχονται κοσμικοί και ισλαμιστές. Αυτό, βέβαια, υπονομεύει την προοπτική της.

Η ελληνική ελίτ δεν θέτει θέμα αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Αντίθετα, κατά κάποιο τρόπο προσφεύγει στη σκέπη του ισχυρού γείτονα: ένας «γκιαούρης», λοιπόν, ενώπιον του οθωμανικού μεγαλείου.

Η αντιμετώπιση της Τουρκίας ως αυτοτελούς παράγοντα ισχύος στην περιοχή είναι πλέον υπόθεση των ισχυρών (ΗΠΑ, Ρωσίας, ενδεχομένως Κίνας, ασφαλώς και Βρετανίας). Η κατάσταση παραπέμπει ιστορικά στις παραμονές της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, η οποία διέσωσε την Ελληνική Επανάσταση όταν έπνεε τα λοίσθια.

Εμείς θα υποτονθορύζουμε περί περασμένων μεγαλείων. Αν και οι εθνομηδενιστές έχουν αναλάβει το έργο να τα απαλείψουν από τη μνήμη μας, για να μη στενοχωριόμαστε. Το πώς θα τους ανταμείψουμε για τον κόπο τους θα φανεί στις εκλογές.

slpress.gr

Flynn’s Deeds Are Much Worse Than We Thought

0
  John Locher/AP

We’ve known since during the campaign, indeed even before he joined Donald Trump’s campaign, that Flynn had attended a high profile Moscow gala in December 2015 seated next to Russian President Vladimir Putin. That’s not against the law though. Nor is it even inherently improper. We didn’t know at the time he had failed to properly notify the Pentagon of his activities or about money he had been paid – a general officer has continued such responsibilities to the Department of Defense after they retire. In any case, while there have been reasons to doubt the totality of what Flynn was up to, what he was actually caught doing seemed mainly to be a matter of not declaring things or making FARA filings about things he would be entitled to do if he had.

For some time, much the same seemed to be the case in Flynn’s work on behalf of Turkish interests. It is certainly not good to have a presidential nominee’s top foreign policy advisor in the pay of a foreign government. But again, at first at least, the problems on the Turkish front seemed more like a problem of non-filing and non-disclosure than activities that were criminal in themselves. To be clear, in both cases I’m not saying this ‘innocent’ explanation was clearly the case, only that such an innocent explanation was plausible on the basis of the known facts.

 But progressively over recent months and then especially over recent weeks a different picture has emerged that makes such an innocent explanation unsustainable. During the failed Turkish coup in July 2016, Flynn was pushing the line that the Erdogan government was an incipient Islamist regime which should be displaced by the historically secular Turkish military. The coup failed. A short time later Flynn had gone into business as an agent of the Turkish government, all undisclosed and unfiled. Most critically he was, according to multiple published reports, negotiating payments for what would clearly have been illegal acts on American soil, some of which it seems he would have carried out while running the National Security Council.

Here’s a passage from a just-released article from the Daily Beast …

Zarrab’s plight was reportedly raised by Turkish interests in a December 2016 meeting with Flynn, who was designated to be President Trump’s national security adviser. Flynn was supposedly offered $15 million to arrange Zarrab’s release and to kidnap an exiled Turkish cleric living in Pennsylvania, Fethullah Gulen, and bring him to Turkey. (Turkish president Recep Tayyip Erdogan accuses Gulen, a former ally, of orchestrating a failed 2016 coup.)

Zarrab is a Turkish-Iranian gold trader who’s on trial in the US and whose crimes may implicate high-level members of the Turkish government.

There are also multiple signs that Flynn’s work with Russian interests lined up with or intersected with his work on behalf of the Turks. There is as yet no proof. But we should not dismiss the possibility that the two were related or that Russian interests were operating through the Turkish dealings.

In any case, the big picture is that this was clearly no longer a matter of Flynn getting tripped up by paperwork on non-filings and thus making himself vulnerable to prosecutorial pressure to cooperate in providing evidence against Donald Trump. The picture looks far more sinister. Flynn, a recently retired three-star general, was basically selling his expertise to various foreign interests, reportedly negotiating to commit serious felonies on American soil on behalf of foreign governments, and working to keep it all secret. The Foreign Agents Registration Act is very lightly enforced and indifferently followed. But knowing that someone like Flynn was in the pay of multiple foreign governments and acting as their agent – perhaps proposing to do so while he was literally running US foreign and defense policy – is exactly why the law exists and should exist.

Flynn’s work was so indiscriminate, so open to committing substantive crimes (i.e., not just paperwork violations) and so covert as to make it appear that he was up for anything, like you could not put anything past him. And when I mean, ‘anything’ I really mean anything.

Now, how is it that someone like this could ascend to near the pinnacle of the US military? The explanations I’ve heard in the past had it that Flynn was an accomplished and highly skilled intelligence officer. He did well as long as he was operating within a chain of command which could channel his enthusiasms and sometimes poor or outlandish judgment. Once he took on executive authority, as he did as head of the Defense Intelligence Agency, that all fell apart. As long as Flynn had a superior to give him defined and constrained missions he was good at carrying them out. Once left to his own devices, his own strategies, it all went bad.

I’ve long thought that the close relationship he appears to have struck up with the arch-schemer and Iran-Contra scandal operative Michael Ledeen might be some key to making sense of his behavior.

But I think all that is out the door. Those factors may contribute to what Flynn was up to or what happened to him. But they’re not enough on their own. Flynn looks like a man who was desperate to make money fast and seemingly willing to contemplate almost anything to get it. Think about it – being paid by a foreign government to kidnap a legal American resident and send them to another country? Or consider, as now seems to be the case, that he was discussing taking payments to protect an indicted sanctions buster while he was serving as the head of the National Security Council – the person in the US government who has access to more secret information than anyone save the President.

I don’t have any illusions that the highest echelons of the US officer corps are untouched by greed and corruption. There is a well-tended path that top generals can and often do take sitting on corporate boards of defense contractors or operating as consultants where they can make very good money after they retire. In Flynn’s case, two years running the NSC would have set him up for putting up a private sector shingle that could have netted him a small fortune in just a few short years. Clearly, there’s more going on here than the desire to make a lot of money, at least money that could have been scooped up over three or four years rather than seven or eight months.

It is very hard not to reach the conclusion that something happened to Flynn, some clear break or event that put him on the course he was on by 2015, only months after he left the DIA.

ABOUT THE AUTHOR

Josh Marshall is editor and publisher of TalkingPointsMemo.com.

Feds Flip Turkish Crook; Did He Rat on Michael Flynn?

0

Flynn allegedly discussed getting paid $15 million to help free Reza Zarrab. Now Zarrab is working with federal prosecutors, including possibly Robert Mueller.

Reza Zarrab, a Turkish businessman accused of violating U.S. sanctions on Iran, has pleaded guilty and will testify against his co-defendant, a federal court heard Tuesday. Zarrab’s cooperation with federal prosecutors could have implications for Michael Flynn, who allegedly plotted on behalf of Turkish interests to help free Zarrab.

Zarrab, a 34-year-old Turkish-Iranian gold trader, is at the center of an Iran sanctions-busting case in which he used his companies and Turkish state-run banks to trade cash for gold in order to secretly buy oil from Iran. A former deputy general manager of one of those banks, Mehmet Atilla, is charged as part of that same conspiracy.

Atilla’s lawyers complained that co-defendant Zarrab had vanished in the weeks before trial was to start, an indication that he was no longer cooperating with them but instead federal prosecutors. He is expected to testify Tuesday or Wednesday.

Zarrab’s plea deal was unsealed, and he admitted to seven charges listed in a superseding information filed in the case on Oct. 26, 2017.

The seven-count superseding information, filed under seal on Oct. 16 2017, charged Zarrab with conspiracy to defraud the U.S., conspiracy to violate the International Emergency Economic Powers Act, bank fraud, conspiracy to commit bank fraud, money laundering, and conspiracy to commit money laundering. The new charge relates to his bribery attempts while in a U.S. prison.

Zarrab paid a corrections officer to smuggle alcohol and a cellphone into the administrative prison used as a federal jail, according to the superseding information.

Zarrab’s cooperation with federal prosecutors raised speculation that he was also cooperating with special counsel Robert Mueller’s inquiry into Flynn, because it seemed unlikely prosecutors would offer a plea deal to Zarrab in exchange for his cooperation for the comparatively lower-profile trial of Atilla.

Shortly after Zarrab seemed to flip, Flynn’s lawyers terminated a joint defense agreement with the Trump defense team last week. Flynn’s lawyer reportedly met with members of the Mueller probe on Monday, ABC News reported, a further indication that the embattled ex-national security adviser is also pursuing a plea deal.

Zarrab’s plight was reportedly raised by Turkish interests in a December 2016 meeting with Flynn, who was designated to be President Trump’s national security adviser. Flynn was supposedly offered $15 million to arrange Zarrab’s release and to kidnap an exiled Turkish cleric living in Pennsylvania, Fethullah Gulen, and bring him to Turkey. (Turkish President Recep Tayyip Erdogan accuses Gulen, a former ally, of orchestrating a failed 2016 coup.)

The Zarrab case has roiled the upper echelons of the Turkish government and stems from a 2013 corruption scandal, which allegedly revealed that top-level ministers took bribes to sign off on the sanctions evasions—and even allegedly captured Erdogan and his son talking about how to hide money.

Erdogan has repeatedly raised Zarrab’s release with U.S. officials from the Obama and Trump administrations. Zarrab even retained friends of President Donald Trump, Rudy Giuliani and Michael Mukasey, to negotiate a diplomatic release with the top levels of the Trump and Erdogan administrations.

After the jury was selected Monday, Atilla’s lawyers asked the judge to delay the trial so they could prepare for a mystery witness.

“The government should also make clear that the mystery witness is Mr. Reza Zarrab,” Judge Richard Berman wrote in a ruling denying the motion to postpone trial on Monday. “This is something that experienced counsel knew or should have known about for months.”

https://www.thedailybeast.com/turkish-businessman-reza-zarrab-pleads-guilty-with-possible-implications-for-michael-flynn?via=newsletter&source=DDAfternoon

Οι «σύντροφοι» του ΣΥΡΙΖΑ επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος: Λένε «ναι» στη διζωνική του Κίσιγκερ

1

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ο προεδρικός υποψήφιος του ΑΚΕΛ Σταύρος Μαλάς (δεξιά) με τον γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνο Ρήγα. Φωτογραφία ΑΠΕ-ΜΠΕ NOVEMBER 29, 2017

Δεν με εξέπληξε η υποστήριξη που πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στην υποψηφιότητα του “εκλεκτού” του ΑΚΕΛ, κ. Σταύρου Μαλά στις κυπριακές προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν τον Ιανουάριο. Πρόκειται ασφαλώς για πολύ κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση καθώς οι Βρετανοί -και όχι μόνο αυτοί- ακονίζουν τα μαχαίρια τους για να σύρουν τον επόμενο Πρόεδρο της Κύπρου στην υπογραφή συμφωνίας που θα μετατρέπει το νησί σε τουρκικό προτεκτοράτο.

Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ και η υποστήριξή του στον ευπρεπή κ. Μαλά, ήταν αναμενόμενη. Άλλωστε το κόμμα που κυβερνά την Ελλάδα είναι «αδελφό» με το ΑΚΕΛ. Τους ενώνει και το «συντροφικό μίσος» προς το ΚΚΕ, με το οποίο το ΑΚΕΛ διέκοψε σχέσεις.

Το ΚΚΕ είναι και το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα, το οποίο -πολύ ορθά- καταδίκασε τη λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας (ΔΔΟ), η οποία είναι άκρως φιλοτουρκική και έντονα ρατσιστική. Το χειρότερο όλων μετατρέπει την Κύπρο σε νέο Λίβανο με όλες τις συνέπειες που ζούμε από μακριά για τη δυστυχισμένη αυτή χώρα.

Αυτό που με εξέπληξε στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ, που σίγουρα έχει το δικαίωμα να επιλέγει όποιον υποψήφιο θέλει και εμάς δεν μας πέφτει λόγος, είναι η υποστήριξη προς τη λύση που επιθυμεί διακαώς η ηγεσία του ΑΚΕΛ. Είναι η λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, που θα καταστρέψει την Κύπρο και το λαό της, και τους Ελληνοκύπριους, αλλά και τους λίγους Τουρκοκύπριους που απέμειναν.

Η απόφαση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ είναι εντελώς αψυχολόγητη.

Πρώτον, έπρεπε να γνωρίζουν ότι την απαίσια λύση της διζωνικής επέβαλε ο Χένρι Κίσιγκερ μετά την εισβολή και στη συνέχεια η κυβέρνηση του Τζίμι Κάρτερ εξανάγκασε τον Μακάριο να την αποδεχθεί, πράγμα που έφερε βαρέως μέχρι το θάνατο του.

Δεύτερον, δεν δικαιολογούνται να μην ξέρουν ότι την ρατσιστική διζωνική τη «σέρβιραν», ως σχέδιο Ανάν, το 2004, ο τότε Πρόεδρος Τζόρτζ Μπους και ο τότε αντιπρόεδρος Ντι Τσέϊνι, τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ καταδίκαζε και διαδήλωνε εναντίον τους όταν επρόκειτο για τις δράσεις τους εναντίον των λαών της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής. Είναι κακοί οι Μπους και Τσέινι όταν παρεμβαίνουν στο Ιράκ, την Παλαιστίνη, στην Κούβα και αλλού, και καλοί όταν προσπαθούν να χαρίσουν την Κύπρο στην Τουρκία; Έτσι δεν είναι «σύντροφοι»;

Γράφει η ανιστόρητη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ: “Η υποψηφιότητα του Σταύρου Μαλά, αποτελεί μια εγγύηση ενότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και το εχέγγυο στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν σε μια δίκαιη, μόνιμη και βιώσιμη λύση, στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, όπου όλοι και όλες οι κάτοικοι του νησιού, θα ζήσουν σε μια επανενωμένη Ευρωπαϊκή Κυπριακή Δημοκρατία”.

Το σημείο αυτό της ανακοίνωσης παραπληροφορεί και κρύβει ότι η λύση που υποστηρίζει και ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί συνταγή καταστροφής για το Νησί της Αφροδίτης.

Βοηθήστε τον κ. Μαλά όσο θέλετε, στείλτε και συντρόφους να τον ψηφίσουν. Όμως δεν έχετε κανένα δικαίωμα, ως αριστερό κόμμα που θέλετε να λέγεστε, να υποστηρίζετε τη λύση που «σοφίστηκε» ο Χένρι Κίσιγκερ και εκβιαστικά επιβλήθηκε στον Μακάριο.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Παρατήρησα ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, όταν αναφέρεται στο Κυπριακό, αποφεύγει -όπως ο διάολος το λιβάνι- τις λέξεις «Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία». Τι όχι; Και αν δεν με απατά η μνήμη μου, τις απέφυγε μιλώντας και με τον Πρόεδρο Τραμπ.

Το ίδιο κάνει και ο υπουργός του των Εξωτερικών. Ο Νίκος Κοτζιάς, με έγκριση του κ. Τσίπρα, έφερε τα πάνω-κάτω στο Κυπριακό και ανάγκασε την Τουρκία να μαζευτεί στη γωνία. Ανάγκασε τον Τσαβούσογλου να παραδεχθεί ότι και με τη λύση της διζωνικής, θα παραμείνουν στο νησί τα τουρκικά στρατεύματα, η Τουρκία θα παραμείνει εγγυήτρια δύναμη και θα διατηρήσει τα επεμβατικά της δικαιώματα. Αυτό θέλετε «σύντροφοι» του ΣΥΡΙΖΑ. Αν μας επιτρέπετε, σας λέμε ότι δεν θα πάρουμε…

Πηγή: Οι «σύντροφοι» του ΣΥΡΙΖΑ επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος: Λένε «ναι» στη διζωνική του Κίσιγκερ http://mignatiou.com/2017/11/i-sintrofi-tou-siriza-epanalamvanoun-to-idio-lathos-lene-ne-sti-dizoniki-tou-kisigker/

Σχέσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ μετά το 2014

1

Σήμερα, τρία χρόνια μετά τα γεγονότα στην Κριμαία, το επίπεδο των σχέσεων ανάμεσα στη Ρωσία από την μια πλευρά και το ΝΑΤΟ με την Ευρωπαϊκή Ένωση από την άλλη, είναι στην περιοχή του παγωμένου μηδέν. Εκτός αυτού, τα γεγονότα στην Κριμαία, ενίσχυσαν τη στρατιωτική δράση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, γεγονός που η Ρωσία εκλαμβάνει ως απειλή για την εθνική της ασφάλεια.

Παράγοντες ενίσχυσης της έντασης

Η πρώτη παραδοχή που πρέπει να κάνουμε στο συγκεκριμένο θέμα είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα γεγονότα του 2008 και του 2014.

Για την Ρωσία, η επιχείρηση προσάρτησης της Κριμαίας ήταν μία προληπτική αντίδραση της Μόσχας σε μία απειλή κατά των συμφερόντων της, μετά την αλλαγή κυβέρνησης στο Κίεβο. Αντίστοιχα, η επιχείρηση καταναγκασμού της Γεωργίας να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, ήταν απάντηση σε μία άμεση και ξεκάθαρη στρατιωτική επιθετικότητα, με θύματα Ρώσους στρατιωτικούς μελών της ειρηνευτικής δύναμης.

  • Η κριμαϊκή επιχείρηση της Ρωσίας οδήγησε σε ανατροπή της γεωστρατικής και πολιτικής κατάστασης. Το 2008 η ρωσική παρέμβαση και η επακόλουθη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση του status quo κατά την ρωσική πλευρά.
  • Η κρίση στη Νότια Οσετία διήρκησε ένα μήνα περίπου. Η ουκρανική κρίση διαρκεί μέχρι σήμερα, έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της Κριμαίας και μετεξελίχθηκε σε αντιπαράθεση του Κιέβου με τις αυτοανακηρυχθείσες περιοχής του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ.
  • Τέλος, ριζική είναι η διαφορά στην επίδειξη των επιτευγμάτων της ρωσικής στρατιωτικής μεταρρύθμισης, η οποία, κατά την ρωσική πλευρά, οδήγησε σε άνοδο της πολεμικής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεών της.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να θυμίσουμε πως ο σύντομος πόλεμος στον Καύκασο, αποκάλυψε τις περιορισμένες δυνατότητες των ρωσικών στρατευμάτων, να διεξάγουν μεγάλης έκτασης επιχειρήσεις, καθώς και την τεχνολογική και οργανωτική τους υστέρηση. Η νίκη τότε είχε αποδοθεί στην αριθμητική υπεροχή της ρωσικής πλευράς. Τα παραπάνω, ίσως λειτούργησαν «καταπραϋντικά» για τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

Η εν συνεχεία συμμετοχή της Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις για την ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος, σύμφωνα με το σχέδιο των Μεντβέντεφ – Σαρκοζί, προφανώς δημιούργησε την ψευδαίσθηση σε πολλούς, ότι η Ρωσία υποχώρησε στις πιέσεις της Δύσης. Προφανώς, δεν έλαβαν υπόψη τους ότι η Μόσχα είχε πετύχει τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους που είχε θέσει και δεν ενδιαφερόταν για κάτι παραπάνω. Ωστόσο, εκείνο που μάλλον δεν μελετήθηκε επαρκώς τότε, ήταν η κατηγορηματική επιδίωξη της Ρωσίας να υπερασπιστεί τα εθνικά της συμφέροντα και πέραν των συνόρων της, με προσφυγή μάλιστα, στην στρατιωτική ισχύ.

Μόνο με βάση τα παραπάνω μπορεί να ερμηνευτεί η έκπληξη ή μάλλον καλύτερα το σοκ που βίωσε η Δύση και το ΝΑΤΟ τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 2014. Η ταχύτητα και η μυστικότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, κατέλαβε εξαπίνης το ΝΑΤΟ, πράγμα που ομολόγησαν δημόσια ανώτατοι επιτελικοί αξιωματικοί του.

Εν μέρει, βέβαια, μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα του μειωμένου ρόλου που διαδραμάτιζε η ατλαντική συμμαχία μετά την λήξη του Ψυχρού πολέμου, κυρίως όμως με το χαμηλό επίπεδο των αναλύσεων των υπηρεσιών του για την Ρωσία. Προφανώς, μελετώντας το πυρηνικό οπλοστάσιο,   την αντιπυραυλική άμυνα της Ρωσίας, αλλά και τις εξελίξεις στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίας, το ΝΑΤΟ δεν έδωσε τόσο μεγάλη προσοχή σε άλλα ζητήματα. Όπως και να είχαν όμως τα πράγματα, παραμένει το γεγονός της πλημμελούς κατανόησης της Ρωσίας από τους δυτικούς θεσμούς.

Η επιχείρηση στην Κριμαία θεωρήθηκε από πολλούς ως ένα υπόδειγμα πετυχημένης υλοποίησης της στρατηγικής fait accompli, δηλαδή του τετελεσμένου γεγονότος. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μία ασήμαντη σύγκρουση η οποία εξελίχθηκε ραγδαία, χωρίς να αφήνει στον αντίπαλο χρόνο για να αναστοχαστεί την στρατηγική και την τακτική του, υποχρεώνοντάς τον πρακτικά, να αποδεχτεί την κατάσταση. Το συμπέρασμα όμως, εκ των υστέρων, είναι ότι το ΝΑΤΟ κατανόησε πως η Ρωσία πλέον είναι έτοιμη να διεξάγει προληπτικές επιχειρήσεις που θα αποσκοπούν στην αλλαγή του status quo και οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα μία μακρόχρονη κρίση.

Οι Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ μετά το 2014 έλαβαν μία σειρά μέτρα με πρώτο και κύριο την European Reassurance Initiative (ERI), η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των συμμάχων και κυρίως των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στην σταθερή επιδίωξη των Η.Π.Α. να διασφαλίζει και να εγγυάται την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα των χωρών αυτών, έναντι της ρωσικής επιθετικότητας. Η ERI περιλαμβάνει:

  • αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ
  • αύξηση του αριθμού των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων
  • δημιουργία αποθεμάτων για τις περιόδους κρίσης
  • ανάπτυξη των υποδομών
  • ανάπτυξη των σχέσεων με τα νέα μέλη του ΝΑΤΟ

Ο προϋπολογισμός της ERI για το 2015 ήταν 985 εκατομμύρια δολάρια, το 2016 περίπου 790 εκατομμύρια δολάρια, ενώ για το 2017 το ποσό αυτό τετραπλασιάστηκε κι έφτασε τα 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι δαπάνες για την ενίσχυση της παρουσίας των νατοϊκών δυνάμεων αυξήθηκε κατά δύο σχεδόν φορές και ξεπέρασαν το 1 δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ 1,9 δισεκατομμύρια διατέθηκαν για την ανάπτυξη στρατιωτικών αποθεμάτων στην Ευρώπη.

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως για το 2016 οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας ήταν 3,8 τρισεκατομμύρια ρούβλια, δηλαδή περίπου 63 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το 4,5% του Α.Ε.Π., χωρίς να συμπεριλαμβάνει 800 δισεκατομμύρια ρούβλια (13 δισεκατομμύρια δολάρια ή 1% του Α.Ε.Π.) για την πληρωμή των δανείων του κλάδου της πολεμικής βιομηχανίας. Κοντολογίς, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας είναι το 5,4% των συνολικών δαπανών των χωρών – μελών του ΝΑΤΟ. Για το διάστημα 2017 – 2019 η Ρωσία σχεδιάζει να αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες στο επίπεδο των 2,7 – 2,8 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων.

Ποιες απειλές βλέπει η Ρωσία

Η Ρωσία τα τελευταία χρόνια αναπτύσσει το στρατιωτικό της δυναμικό. Βασικές της προτεραιότητες είναι η Αρκτική και η Κριμαία, τα νοτιοδυτικά της σύνορα, δηλαδή οι παραμεθόριες περιοχές με την Ουκρανία.

Στις τελευταίες περιοχές έχει αναπτύξει τρεις αυτοκινούμενες μεταρχίες: την 114η στην περιοχή του Σμολένσκ και του Μπριάνσκ, την 3η στο Βορόνεζ και το Μπέλγκοροντ και την 150η στην περιοχή του Ροστόφ. Επανασυστάθηκε η 1η μεραρχία τεθωρακισμένων στο Οντίντσονο και η 8η μεραρχία στο Νοβοτσερκάσκ, ενώ στην πόλη του Βορόνεζ επανήλθε η διοίκηση της 20ης στρατιάς.

Οι μετακινήσεις αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι μέχρι το 2014 η Ρωσία δεν ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς στα σύνορα με την Ουκρανία. Δεδομένης όμως της αλλαγής της κατάστασης αλλά και τουσυνεχιζόμενου υβριδικού πολέμου στις ανατολικές περιοχές, προέκυψε η ανάγκη να καλυφθεί το κενό στην άμυνα αυτής της στρατηγικά κρίσιμης για την άμυνα της Ρωσίας περιοχής, αλλά και να ενισχυθεί η δυνατότητά της να αντιδράσει εγκαίρως.

Αντίστοιχες κινήσεις γίνονται σε σε άλλες στρατιωτικές περιοχές. Στην Κεντρική στρατιωτική επιτροπή ανασυστάθηκε η 90η μεραρχία τεθωρακισμένων στο Τσελιάμπινσκ, ενώ στη Νότια στρατιωτική επιτροπή η 42η μηχανοκίνητη μεραρχία στην Τσετσενία. Θα πρέπει να σημειωθεί πως πολλές από αυτές τις αποφάσεις συνδέονται όχι τόσο με την αύξηση των δυνάμεων, αλλά με περικοπές και ανασχηματισμούς στα πλαίσια του μεταρρυθμιστικού προγράμματος 2000 – 2020.

Στις βορειοανατολικές περιοχές της Ρωσίας, δηλαδή εκείνες που συνορεύουν με τις χώρες της Βαλτικής, οι κινήσεις της είναι πολύ προσεκτικές, αλλά και στοχευμένες. Έτσι στην περιοχή του Καλίνινγκραντ ιδρύθηκε η διοίκηση του 11ου σώματος στραρού, ενώ το 7ο ανεξάρτητο μηχανοκίνητο σύνταγμα της φρουράς, μετανομάστηκε σε ταξιαρχία.

Προβλήματα αντιμετωπίζει η Ρωσία με τον στόλο της Βαλτικής, όπου στα μέσα του 2016 η πολιτική ηγεσία της χώρας αναγκάστηκε να αποστρατεύσει το σύνολο των ανώτατων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου και του αντιναύαρχου Βίκτωρ Κραβτσούκ, για “σοβαρές παραλείψεις στην οργάνωση της πολεμικής ετοιμότητας, της καθημερινής εκπαίδευσης του προσωπικού, την μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την παράταξη του προσωπικού, την αδιαφορία έναντι των υφισταμένων, καθώς επίσης και για απόκρυψη της πραγματικής κατάστασης στις υπηρεσιακές αναφορές”. Την ίδια περίοδο καταγράφηκε απότομη αύξηση της εγκληματικότητας στους κόλπους του πολεμικού ναυτικού.

Η Λευκορωσία

Ξεχωριστή είναι η περίπτωση της Λευκορωσίας, η οποία συνδέεται στενά με την Ρωσία και στρατιωτικά και πολιτικά. Το καθεστώς Λουκασένκο εν γένει, ακολουθεί την πολιτική της Μόσχας σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο και συμμερίζεται τις απόψεις της σχετικά με τον εκ Δυσμάς κίνδυνο του ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι το Μινσκ ακολουθεί μία δική του εξωτερική πολιτική, αποφεύγοντας την άμεση αντιπαράθεση με τη Δύση και, επιπλέον, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις θέσεις της Μόσχας. Αυτό φάνηκε τόσο στην άρνησή του να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, όσο και στην εξαιρετική προσεκτική πολιτική του στο ζήτημα της Κριμαίας. Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε πως η Ρωσία δεν έχει σημαντική στρατιωτική παρουσία στην Λευκορωσία, αφού διαθέτει στα εδάφη αυτής της χώρας μόνο συστήματα ραντάρ και προειδοποίησης για πυραυλική επίθεση, καθώς και σταθμούς τηλεπικοινωνιών. Το 2016 οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία για τη δημιουργία ενιαίου περιφερειακού συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία ρωσικής αεροπορικής βάσης που όμως δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι στιγμής.

Η γεωστρατηγική σημασία της Λευκορωσίας έγκειται στον αποκαλούμενο “διάδρομο του Σουβάλσκ”, η κατάληψη του οποίου μπορεί να αποκόψει εντελώς τις χώρες της Βαλτικής από την χερσαία επικοινωνία της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως η Λευκορωσία είναι μία “υγειονομική ζώνη” ανάμεσα στην Ρωσία και το ΝΑΤΟ, πράγμα που υποχρεώνει τους δύο αντιπάλους να μην επιθυμούν καμία αλλαγή στο υφιστάμενο status quo. Εννοείται πως η Ρωσία θα αντιμετωπίσει ως casus beli κάθε προσπάθεια αποσταθεροποίησης του καθεστώτος στην Λευκορωσία ή έστω την αύξηση της στρατιωτικής και πολιτικής πίεσης του ΝΑΤΟ προς αυτή την χώρα.

Η Ουκρανία

Το μέτωπο με την Ουκρανία, η Αρκτική και η Κριμαία, δείχνουν να είναι οι άμεσες προτεραιότητες της Ρωσίας αυτήν την περίοδο.

Η Κεντρική Ασία και η ρωσική Άπω Ανατολή είναι έμμεσες προτεραιότητες ως προς την ανακατονομή της ισχύος των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.

Κατά την κυρίαρχη σχολή σκέψης της ρωσικής ηγεσίας, οι βασικοί κίνδυνοι για την εθνική ασφάλεια της χώρας προέρχονται από το ΝΑΤΟ αλλά και από τις φιλοδοξίες ορισμένες ασιατικών κρατών.

Η Μόσχα προφανώς δεν επιθυμεί την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ, πολύ δε περισσότερο μία στρατιωτική σύγκρουση μαζί του. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική της συμμαχίας, συμπεριλαμβανομένων της ERI και των μεγάλων στρατιωτικών ασκήσεων κοντά στα ρωσικά σύνορα, αλλά και η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών – μελών του ΝΑΤΟ, μαζί με την ανάπτυξη του αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος, προκαλεί νευρικότητα και εκλαμβάνεται ως απειλή για την ασφάλεια της Ρωσίας και, κυρίως για την περιοχή του Καλίνινγκραντ.

Ανεξάρτητα όμως από την ένταση που κυριαρχεί, το επίπεδο διακινδύνευσης παραμένει χαμηλό, αφού και οι Η.Π.Α. και η Ρωσία, είναι ικανοποιημένες από την υπάρχουσα κατάσταση. Οι μεν ΗΠΑ αύξησαν με μικρό κόστος τα στρατιωτικά τους αποθέματα, ενισχύοντας έτσι το αίσθημα ασφάλειας των συμμάχων τους, η δε Ρωσία, δεν θεωρεί αυτές τις κινήσεις ως άμεση απειλή για την ίδια.

Εκείνο που θα προκαλέσει σίγουρα τη ρωσική αντίδραση, απρόβλεπτη εν πολλοίς, είναι μία πιθανή ένταση στην δραστηριότητα της συμμαχίας κοντά στα ρωσικά σύνορα. Σε μία τέτοια περίπτωση, πολύ πιθανόν η Ρωσία να λάβει συμπληρωματικά, ασύμμετρα μέτρα για την διασφάλιση των βορειοδυτικών της συνόρων. Ας μην λησμονούμε την ύπαρξη πολυάριθμων ρωσόφωνων κοινοτήτων και στις τρεις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά.

Ούτε η Ρωσία, ούτε το ΝΑΤΟ αυτή την περίοδο, έχουν κανένα συμφέρον για την αλλαγή προς το καλύτερο. Το επίπεδο των μεταξύ τους σχέσεων, είναι ικανοποιητικό, αφού και οι δύο πλευρές αποφεύγουν κινήσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά. Συνεχίζονται οι επαφές σε ανώτατο επίπεδο μεταξύ του αρχηγού του γενικού επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων Βαλέρι Γκεράσιμοφ με τον αρχηγό των νατοϊκών στρατευμάτων στην Ευρώπη, αλλά και με τον ομόλογό του των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Καταβάλλονται επίσης προσπάθειες για πολιτικές διαβουλεύσεις, χωρίς ωστόσο να θίγονται θεμελιώδη ζητήματα, όπως αυτό της Κριμαίας. Θα λέγαμε ότι μάλλον κυριαρχεί ένα πνεύμα real politic ανεξάρτητα από τις επίσημες δηλώσεις και των δύο πλευρών. Το πόσο θα διαρκέσει αυτή η περίοδος, είναι κάτι που θα το μάθουμε στο μέλλον.

πηγή φωτό

Σχέσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ μετά το 2014