Αρχική Blog Σελίδα 2885

Πέντε μηνύματα από τις εκλογές στην Καταλονία

0

H ιστορική πρόκληση που έχει το μπλοκ υπέρ της ανεξαρτησίας και οι εσωτερικές διαιρέσεις. Η ενεργοποίηση της «σιωπηλής πλειοψηφίας» της Κόκκινης Ζώνης και η άνοδος των Ciudadanos. Νέοι πονοκέφαλοι για τον Ραχόι.

των Tobias Buck και Michael Stothard (Βαρκελώνη)

 Η Καταλονία εξέλεξε νέο κοινοβούλιο την Πέμπτη, σε μια τελευταία δοκιμασία δύναμης ανάμεσα στο ισχυρό τοπικό κίνημα ανεξαρτησίας και των πολιτικών κομμάτων που υποστηρίζουν την ένωση με την Ισπανία.
Η συμμετοχή έφτασε σε ιστορικό υψηλό, περισσότερο από 82%, με τα κόμματα που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία να εξασφαλίζουν άλλη μία απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Ο άλλος νικητής της βραδιάς ήταν το κόμμα κατά της ανεξαρτησίας Ciudadanos, που αναδείχθηκε το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο.

Η κίνηση υπέρ της ανεξαρτησίας κέρδισε. Τώρα έρχονται τα δύσκολα

Σε κοινοβουλευτικούς όρους, τα τρία κόμματα που υποστηρίζουν την ανεξάρτητη πολιτεία της Καταλονίας βγήκαν νικητές για άλλη μια φορά. Σε πολιτικούς όρους, εντούτοις, τώρα έρχονται αντιμέτωπα με μια ιστορική πρόκληση.

Το Esquerra Republican (ERC), το Junts per Catalunya και το CUP ελέγχουν από κοινού 70 έδρες στο εθνικό κοινοβούλιο. Στα χαρτιά, έχουν δύο περισσότερες από αυτές που χρειάζονται για να φτιάξουν κυβέρνηση υπέρ της ανεξαρτησίας στη Βαρκελώνη. Στην πράξη, αυτός ο στόχος θα μπορούσε να αποδειχθεί δύσκολος να επιτευχθεί. Οι τελευταίες εβδομάδες έχουν δείξει πιο ξεκάθαρα από ποτέ το βάθος της διαίρεσης μέσα στο στρατόπεδο των αυτονομιστών.

Το ERC, που τα πήγε χειρότερα από ό,τι αναμενόταν, έχει επανειλημμένα δείξει ότι είναι έτοιμο να ξανασκεφτεί την προσέγγισή του σχετικά με την ανεξαρτησία και να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική, σταδιακή προσέγγιση. Για τους άλλους ηγέτες της ανεξαρτησίας -κυρίως για το ριζοσπαστικό CUP-, μια τέτοια αλλαγή είναι αδιανόητη. Εντάσεις θα μπορούσαν να προκύψουν και σχετικά με το ποιος θα έπρεπε να ηγηθεί του αυτονομιστικού μπλοκ. Ο Πουτζδεμόν, ο εξόριστος ηγέτης της προηγούμενης κυβέρνησης, που βρίσκεται στις Βρυξέλλες, θα έχει πιθανότατα μεγάλες αξιώσεις.

H γεφύρωση των εσωτερικών διαιρέσεων θα είναι δύσκολη και η δοκιμασία γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη από την απλή αριθμητική. Αρκετοί από τους βουλευτές που εκλέχθηκαν με τις λίστες του ERC και του Junts per Catalunya, συμπεριλαμβανομένων και των δύο αρχηγών, είναι στη φυλακή ή εκτός χώρας.Χωρίς αυτούς, η αυτονομιστική πλειοψηφία χάνεται.

Τα κόμματα θα μπορούσαν να τους αντικαταστήσουν με υποψηφίους που βρίσκονται παρακάτω στη λίστα, αλλά αυτό θα ήταν σαν να θυσιάζουν τους πιο έμπειρους και δημοφιλείς πρωτοπόρους της κίνησης -αλλά και σαν να χάνουν ένα δυνατό πολιτικό σύμβολο.

Ακόμη και αν ξεπεράσουν αυτό το εμπόδιο, τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας έχουν πολλά να σκεφτούν. Οι τελευταίοι μήνες έχουν δείξει ότι η τρέχουσα στρατηγική για να κερδίσουν ανεξαρτησία από την Ισπανία έχει μικρές πιθανότητες επιτυχίας: Η Ισπανία αρνείται να εγκρίνει νόμιμο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας στην Καταλονία και ο εξωτερικός παράγοντας έχει δείξει απόλυτη υποστήριξη στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την κρίση η Μαδρίτη. Δείχνει απίθανο το αποτέλεσμα της Πέμπτης να αλλάξει αυτή την κατάσταση.

Ο περίφημος καταλανικός οδικός χάρτης για την ανεξαρτησία οδηγεί την κίνηση σε τοίχο. Και προς το παρόν, δεν υπάρχει νέος χάρτης.

Η επιστροφή του Τσαρλς Πουτζδεμόν

Ο πρώην ηγέτης της Καταλονίας και το κόμμα του «Μαζί για την Καταλονία» τα πήγαν καλύτερα από ό,τι προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις και οι αναλυτές. Η καμπάνια του στηρίχθηκε στην υπόσχεση να αποκαταστήσει την αυτονομία της Καταλονίας, μετά την απόφαση της ισπανικής κυβέρνησης να εφαρμόσει το άρθρο 155 του συντάγματος και να την αναστείλει. Μία από τις ιδιαιτερότητες της καμπάνιας ήταν ότι το έκανε, χωρίς να πατήσει το πόδι του σε καταλανικό έδαφος.

Ο κ. Πουτζδεμόν πέταξε για το Βέλγιο, τον Οκτώβριο, για να αποφύγει την ισπανική δικαιοσύνη. Αρκετοί από τους υπουργούς του έμειναν πίσω και βρίσκονται στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστούν. Αν και τον κ. Πουτζδεμόν τον κορόιδευαν στην Ισπανία για την απόφασή του να παραμείνει στο εξωτερικό, οι Καταλανοί εντέλει είδαν τα πράγματα διαφορετικά: για πολλούς, η ψήφος στον εξόριστο ηγέτη ήταν ψήφος για τη νόμιμη κυβέρνηση -και κατά της βίαιης καταστολής από τη Μαδρίτη.

Το ερώτημα είναι τι θα κάνει στη συνέχεια ο κ. Πουτζδεμόν. Παρά τη νίκη του μπλοκ υπέρ της ανεξαρτησίας, δεν θα είναι εύκολο να σχηματίσει νέα καταλανική κυβέρνηση. Οι νομικές εμπλοκές του επίσης θα συνεχιστούν. Αν και η Ισπανία έχει αποσύρει το διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον Καταλανό πολιτικό, μια επιστροφή στην Ισπανία θα οδηγούσε στην κράτησή του.

Η «σιωπηλή πλειοψηφία» βρίσκει τη φωνή της

Η κίνηση ανεξαρτησίας πέρασε μερικές αγχωτικές ώρες το βράδυ της Πέμπτης. Τα άσχημα νέα έφταναν μέσα από αριθμούς, που έδειχναν αύξηση της συμμετοχής στην αποκαλούμενη «Κόκκινη Ζώνη» γύρω από τη Βαρκελώνη.

Ο όρος περιγράφει τις πυκνοκατοικημένες πόλεις και τα προάστια που βρίσκονται περιμετρικά της πρωτεύουσας της Καταλονίας, όπου κατοικεί ένα μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων που έφτασαν στην περιοχή από άλλα σημεία της Ισπανίας καθώς και οι απόγονοί τους. Οι περισσότεροι μιλούν ισπανικά, όχι καταλανικά και βλέπουν τον εαυτό τους ως Ισπανούς παρά Καταλανούς.

Ιστορικά, οι πόλεις της «Κόκκινης Ζώνης» όπως οι Hospitalet και η Badalona, έχουν παρουσιάσει μεγάλα ποσοστά αποχής σε καταλανικές περιφερειακές εκλογές, αντικατοπτρίζοντας την έλλειψη δεσμών με την περιφερειακή πολιτική. Τώρα, όμως, η αδιαφορία φαίνεται να έδωσε τη θέση της στην αγανάκτηση. Συχνά τους περιέγραφαν ως «σιωπηλή πλειοψηφία», αλλά αυτοί οι ψηφοφόροι βγήκαν δυνατά την Πέμπτη για να προσπαθήσουν να εμποδίσουν τον χωρισμό Ισπανίας-Καταλονίας και να διατηρήσουν τη σύνδεση που και οι ίδιοι εκφράζουν.

Σε πολιτικούς όρους, και παρά το παρατσούκλι της «Κόκκινης Ζώνης», η άνοδος της συμμετοχής αυτών των κοινοτήτων φαίνεται ότι ωφέλησε λίγο μόνο το Σοσιαλιστικό κόμμα. Αντ’ αυτού, πολλές από τις νέες ψήφους πήγαν στο κόμμα Ines Arrimadas και το Ciudadanos, που είδε το μερίδιό του στην ψηφοφορία να «πετάει» από το 18% στο 25%.

Τελικά, η αλλαγή δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να εξασφαλίσει πλειοψηφία για το μπλοκ κατά της ανεξαρτησίας. Παρ’ όλα αυτά, όμως, για την ηγεσία των αυτονομιστών, το γεγονός ότι η «σιωπηλή πλειοψηφία» βρίσκει τη φωνή της είναι δυσοίωνο σημάδι. Σε περίπτωση που αυτό το μεγάλο αλλά μέχρι τώρα αποσπασμένο κομμάτι του εκλογικού σώματος παραμείνει εμπλεκόμενο στην περιφερειακή πολιτική, η εξασφάλιση της πλειοψηφίας για την ανεξαρτησία θα γίνει πολύ πιο δύσκολη.

Η Ines Arimadas έρχεται από μακριά, αλλά όχι αρκετά μακριά

Η ηγέτιδα του κόμματος κατά της ανεξαρτησίας Ciudadanos έχει γίνει μία από τους σταρ των εκλογών του 2017. Μετά από μία ενεργητική καμπάνια που εστίασε πολύ στο προφίλ και στην προσωπικότητά της, η Ines Arrimadas οδήγησε το κόμμα σε ιστορικό αποτέλεσμα.

Την Πέμπτη, οι Ciudadanos έγιναν το πρώτο μη εθνικό κόμμα που βρέθηκε στην κορυφή στις περιφερειακές εκλογές της Καταλονίας, παίρνοντας 37 έδρες στο κοινοβούλιο. Μετά από χρόνια ηγεμονίας των αυτονομιστών, θα προεδρεύει του μεγαλύτερου τμήματος της νομοθετικής εξουσίας.

Αυτό το επίτευγμα γίνεται ακόμα πιο αξιόλογο, δεδομένου του βιογραφικού της, που είναι σε πλήρη αντίθεση με μια τυπική πολιτική πορεία στην καταλανική πολιτική σκηνή. Η κα Arrimadas γεννήθηκε πριν από 36 χρόνια στην πόλη της Ανδαλουσίας, Jerez de la Frontera, περίπου όσο πιο μακριά γεωγραφικά και πολιτιστικά θα μπορούσε να είναι εντός της Ισπανίας. Μετακόμισε στη Βαρκελώνη στα είκοσί της και μπήκε στην πολιτική πριν από πέντε χρόνια. Είναι σύμμαχος του Albert Rivera, του εθνικού ηγέτη του Ciudadano, και το αποτέλεσμα της Πέμπτης είναι βέβαιο ότι θα βελτιώσει το εθνικό της προφίλ.

Η νίκη της, παρ’ όλα αυτά, έχει πικρή γεύση. Παρά τη δυνατή παρουσία του κόμματός της, δεν έχει στην πραγματικότητα καμία πιθανότητα να γίνει η επόμενη πρόεδρος της Καταλονίας. Ακόμη και με την υποστήριξη του συντηρητικού Λαϊκού κόμματος  και των Σοσιαλιστών (που δεν θα ήταν εύκολο γι’ αυτή να κερδίσει), της λείπουν ακόμη 10 έδρες για να έχει πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Αυτή είναι η πολιτική πραγματικότητα στην Καταλονία αυτές τις μέρες: ο ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος δεν ηγείται του μεγαλύτερου μπλοκ.

H συντριβή του κόμματος του Ραχόι

Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς χτύπημα για τις δυνάμεις κατά της ανεξαρτησίας  στην Ισπανία, ήταν επίσης άσχημο για το συντηρητικό Λαϊκό κόμμα του Μαριάνο Ραχόι, του πρωθυπουργού της Ισπανίας. Το κόμμα πήρε τη ζοφερή έβδομη θέση,κερδίζοντας μόνο τρεις έδρες στο κοινοβούλιο των 135 εδρών.

Το κυβερνών κόμμα της Ισπανίας χάνει σταθερά ψήφους για χρόνια, στην περιοχή, από το φιλελεύθερο κόμμα και εξίσου κατά της ανεξαρτησίας Ciudadano. Το τελευταίο ιδρύθηκε πριν από 11 χρόνια στην Καταλονία, κυρίως για να αντιμετωπίσει την άνοδο των αυτονομιστών στην περιοχή. Αλλά ανέβηκε απότομα και σε άλλες περιοχές της Ισπανίας, βάζοντας μια πραγματική πρόκληση στο Λαϊκό Κόμμα και την πάλαι ποτέ υψηλή συσπείρωση της συντηρητικής βάσης του.

Ο ίδιος ο κ. Ραχόι μάλλον θα δει κάποιες θετικές πτυχές στο αποτέλεσμα της Πέμπτης. Οι αυτονομιστές μπορεί να κράτησαν τον έλεγχό τους στο καταλανικό κοινοβούλιο και την κυβέρνηση, αλλά ο Ισπανός πρωθυπουργός μπορεί να παρηγορήσει τον εαυτό του με τη σκέψη ότι δεν πέτυχαν πλειοψηφία επί των ψήφων για άλλη μια φορά -ένα κατώφλι που η κίνηση ανεξαρτησίας μέχρι στιγμής έχει αποτύχει να περάσει σε εκλογές.

Το μερίδιο των ψήφων που κέρδισαν τα τρία κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας στην πραγματικότητα κατέγραψε μικρή μείωση, σε σχέση με το 2015: περιμένετε να ακούσετε πολλά γι’ αυτό από τον κ. Ραχόι και το PP.

Το πρόβλημα, τουλάχιστον στην Καταλονία, είναι ότι οι ψηφοφόροι κατά της ανεξαρτησίας φαίνεται ότι βλέπουν σαν το νέο πολιτικό σπίτι τους, το Ciudadanos, και όχι το Λαϊκό Κόμμα. Τα φτωχά αποτελέσματα των συντηρητικών το βράδυ της Πέμπτης θα υπονομεύσουν περαιτέρω τη νομιμοποίηση του κ. Ραχόι στα μάτια των Καταλανών. Κι αυτό δεν δένει καλά με οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση που σκοπεύει να δώσει λύση στην πικρή πολιτική διαμάχη.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved./euro2day

Turkey’s Looming Crisis (Η διαφαινόμενη κρίση στην Τουρκία)

0

by CONN HALLINAN

Photo by Presidencia de la República Mexicana | CC BY 2.0
Viewed one way, Turkish President Recep Tayyip Erdogan looks unassailable: He weathered last year’s coup attempt, jailed more than 50,000 opponents, fired more than 100,000 civil servants, beheaded the once powerful Turkish military, eviscerated much of his parliamentary opposition, dismissed almost half of the county’s elected officials, and rammed through a constitutional referendum that will make him an all-powerful executive following the 2019 election. In the meantime, a seemingly never-ending state of emergency allows him to rule by decree.

So why is the man running scared?
Because the very tools that Erdogan has used to make himself into a sort of modern day Ottoman sultan are backfiring. The state of emergency is scaring off foreign investment, which is central to the way the Turkish economy functions. The loss of experienced government workers has put an enormous strain on the functioning of the bureaucracy. And the promises he made to the electorate in order to get his referendum passed are coming due with very little in the till to fulfill them.
Part of the problem is Erdogan himself. In that sense he is a bit like US President Donald Trump, who has also alienated allies with a combination of bombast and cluelessness. The Turkish President is in a war with Washington over a corruption trial, at loggerheads with Germany (and most of the European Union) over his growing authoritarianism and, with the exception of Russia, China, Qatar and Iran, seems to be quarreling with everyone these days. It is certainly a far cry from a decade ago when the foreign policy of Ankara was “Zero problems with the neighbors.” As one Turkish commentator put it, it’s now “No neighbors without problems.”
What has thrown a scare into Erdogan, however, is not so much the country’s growing diplomatic isolation, but the economy and how that might affect the outcome of presidential elections in 2019.
In the run up to the constitutional referendum last year, the government handed out loans and goodies to the average Turk. Growth accelerated, unemployment fell, and the poverty rate was reduced. But the cost of priming that pump has come due at the very moment that international energy prices are on the rise. Turkey imports virtually all of its energy, but when the price of oil was down to a little more than $30 a barrel, the budget could handle it.
The price of oil in December, however, was close to $60 a barrel, and a recent agreement between the two largest producers—Saudi Arabia and Russia—to curb production will drive that price even higher in the future. Rate hikes for gasoline and heating will be up sharply in the coming months
Turkish unemployment is over 13 percent, inflation is close to 12 percent, and the Turkish lira has fallen 12 percent against the dollar. With energy costs rising and currency value declining, Turkey is struggling through an economic double whammy.
Economist Timur Kuran of Duke University says the Turkish economy is in serious trouble. “The AKP (Erdogan’s Justice and Development Party) is doing massive long-term damage to the Turkish economy. Corruption is up, the quality of education has fallen, the courts are massively politicized, and the people are afraid to speak honestly.”  Kuran argues that any growth is based on short-term investments, so–called “hot money,” drawn in by high interest rates. “This is not a sustainable strategy. It makes Turkey highly vulnerable to a shock that might cause an outflow of resources.”
Under Erdogan Corruption does seem to be increasing. In 2013 Transparency International ranked Turkey 53ed out of 175 countries on its Corruption Perception Index. By 2016 the country had risen to 75th out of 176 countries.
Turkey’s economy is highly dependent on foreign money, but the continuing state of emergency and rule by decree is scaring off investors. Figures by the Central Bank show that Turkey is losing $1 billion a week in foreign investments. Britain, a major investor in Turkey, has reduced its investments by 20% since the declaration of the state of emergency.
The uncertainly has spread as well to Turkish citizens, who are putting their money into foreign investments in order to preserve their savings. From the end of 2016 to this November, Turks moved $17.2 billion to foreign firms.
Erdogan is blaming Turkish banks—in particular the Central Bank—for rising interest rates and the downturn in the economy. But Kemel Kilicdaroglu, leader of the centrist and secular opposition Republican People’s Party (CHP) argues that “The real reason why foreign investments other than real estate purchases are decreasing is that [foreign investors] feel insecure in a country where law, justice and press freedom are non-existent.”
The state of emergency allows the government to suppress trade union strikes, but it has been less successful in damping down what was once a AKP strong suit: rural farmers.
One of Erdogan’s economic “reforms” was to open Turkish markets to foreign competition, which has resulted in losses for the country’s live stock and agricultural growers. Meat producers are up in arms over an agreement with Serbia to import 5,000 tons of red meat, and tea, grape, tobacco and apricot growers have been hard hit by falling prices and foreign competition. Hazelnut growers were so incensed at the government’s base price for their produce that they organized a large march under the banner of “Justice for Hazelnuts.”
A study found that foreign imports had reduced the number of families involved in growing tobacco from 405,882 families in 2002 to 56,000 in 2015.
It is not so much the marches that worry Erdogan, but the fact that some 20 million rural Turks are up in arms against the government, anger that might translate into votes in 2019. In the April 2017 referendum, rural votes solidly supported the AKP, while urban centers—particularly their youth—voted no. Losing cities like Ankara and Istanbul—the city where Erdogan began his political career—was a shock for the AKP, but losses in rural areas would be a political train wreck.
While Erdogan strains to keep the economic lid on long enough to get through 2019, there are fissures opening within his own party. A wing of the AKP is not happy with Erdogan’s foreign policy disputes and the impact that they are having on the economy.
On his right, former interior minister Meral Aksener has formed the Iyi Parti or “Good Party” and says she plans to challenge Erdogan for the presidency. Aksener appeals to the more nationalist currents in the AKP and hopes to attract support from the extreme right wing National Action Party (MHP). She is currently polling around 16 percent.
Polls indicate that the “Good Party” is cutting into the AKP’s support, which has dropped to 38 percent. Erdogan needs at least 51 percent, the figure that he claims he got in the referendum (outside observers called the election deeply flawed, however). Aksener could split Erdogan’s support within the AKP and the MHP, thus denying him a majority.
Nor has the CHP thrown in the towel, Besides organizing marches by angry rural residents, Party leader Kilicdaroglu pulled off a 25-day, 280-mile “Justice March” last summer that may have involved as many as a million people.
The Peoples’ Democratic Party (HDP), Turkey’s leftist party closely tied to its Kurdish population, has been decimated by arrests and seizure of its assets, but it is still the third largest party in parliament. “It may appear that injustice has won, but this will not last,” HDP parliament member Meral Danis Bestas told Al-Monitor. “Turkey’s future truly lies in democracy, rights and freedom.”
Erdogan has enormous power and has out muscled and out maneuvered his opponents for the past 20 years. But Turks are growing weary of his rule and, if the economy stumbles, he may be vulnerable.
That’s why he is running scared.

Το σχέδιο του Πούτιν για την Συρία

0

Πώς θέλει η Ρωσία να τερματίσει τον πόλεμο

Περίληψη:

Ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, αλλά η εστίαση είναι όλο και περισσότερο σε μια μελλοντική πολιτική διευθέτηση. Η Ρωσία δεν θα μπορέσει να επιβάλει αυτή την διευθέτηση μόνη της, ούτε καν μαζί με τους συμμάχους της, το Ιράν και την Τουρκία.

Ο DMITRI TRENIN είναι διευθυντής του Κέντρου Carnegie Μόσχας και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο What Is Russia Up to in the Middle East? [1]

Μετά από σχεδόν επτά χρόνια, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας τελικά βαίνει προς το τέλος του και οι διάφορες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής βλέπουν μπροστά, σε αυτά που έρχονται στην συνέχεια. Στις 22 Νοεμβρίου, οι ηγέτες του Ιράν, της Ρωσίας και της Τουρκίας [2] συναντήθηκαν στην ρωσική πόλη Σότσι για να συζητήσουν για το μέλλον της Συρίας και στις 28 Νοεμβρίου ξεκίνησε στην Γενεύη ο πιο πρόσφατος γύρος συνομιλιών που πραγματοποίησε ο ΟΗΕ, μεταξύ των αντιπροσώπων του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ και της αντιπολίτευσης. Ένας άλλος γύρος συνομιλιών στο Σότσι σχεδιάζεται για τις αρχές του επόμενου έτους.

14122017-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, στην βάση αεροπορικών δυνάμεων Khmeimim της Συρίας, τον Δεκέμβριο του 2017. SPUTNIK PHOTO AGENCY / REUTERS
———————————————————–

Μέσω της στρατιωτικής παρέμβασης και διπλωματικών ελιγμών, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει κάνει την χώρα του έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες [3] στην συριακή διαμάχη. Η Ρωσία πήγε στην Συρία τον Σεπτέμβριο του 2015 για να κατανικήσει το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και να εμποδίσει μια προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος από εξωτερικές δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία. Πάνω από δύο χρόνια αργότερα, η στρατιωτική εμπλοκή της Μόσχας έχει αποδώσει. Το καθεστώς του Assad έχει επιβιώσει και το ISIS έχει νικηθεί. Ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, αλλά η εστίαση γίνεται όλο και περισσότερο στην μελλοντική πολιτική διευθέτηση. Η Ρωσία δεν θα μπορέσει να επιβάλει αυτή την διευθέτηση μόνη της, ούτε καν μαζί με τους συμμάχους της, το Ιράν και την Τουρκία. Αλλά θα έχει εμπλοκή στην συριακή ειρήνη [4] όπως είχε εμπλακεί και στον συριακό πόλεμο.

ΕΝΑΣ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΣ ΙΣΤΟΣ

Μεταξύ των ζητημάτων που τίθενται τώρα στην Συρία, η μοίρα του Assad ξεχωρίζει. Κατά την διάρκεια του πολέμου, η Μόσχα τον είδε ως κάποιον που έπρεπε να προστατευτεί για χάρη της πρόληψης του χάους. Τώρα δείχνει και συμπεριφέρεται σαν νικητής και ίσως να σκέφτεται ότι δεν χρειάζεται τους Ρώσους όσο το συνήθιζε. Ο Άσαντ κοιτάζει αφ’ υψηλού την αντιπολίτευση και θέλει το Κόμμα Μπάαθ να γίνει ξανά κυρίαρχο. Ωστόσο, το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται ότι η αποκατάσταση του ελέγχου του σε όλη την Συρία είναι αδύνατη και ίσως και ανεπιθύμητη, καθώς άλλες ομάδες, από την σουνιτική αντιπολίτευση έως τους Κούρδους, απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτό το αποτέλεσμα. Ο Άσαντ μπορεί να παραμείνει στην εξουσία στην Δαμασκό, αλλά το πολιτικό τοπίο της χώρας έχει αλλάξει αμετάκλητα. Ωστόσο, η Μόσχα πρέπει να αντιμετωπίσει έναν απείθαρχο Assad, ενώ θα λαμβάνει υπόψη της την επιρροή που άσκησε ο άλλος σύμμαχός του, η Τεχεράνη.

Ακόμη και χωρίς επίσημη ομοσπονδοποίηση, η Συρία είναι de facto χωρισμένη σε διάφορους θύλακες που ελέγχονται από διάφορες δυνάμεις [5]: Την κυβέρνηση Assad˙ ομάδες αντιπολίτευσης κατά του Assad˙ φιλο-τουρκικές και φιλο-ιρανικές πολιτοφυλακές˙ και τους Κούρδους. Η Ρωσία συνεργάστηκε με πολλούς παίκτες, τόσο στο έδαφος της Συρίας όσο και σε ολόκληρη την περιοχή, για να δημιουργήσει αρκετές ζώνες αποκλιμάκωσης, όπου οι μάχες έχουν σταματήσει και η αντιπολίτευση έχει επιτραπεί να παραμείνει έχουσα τον έλεγχο. Μέσα από τις προσπάθειές της στην Αστάνα, την Γενεύη και το Σότσι, η Μόσχα επεδίωξε να οικοδομήσει κοινό έδαφος μεταξύ όλων των αντίπαλων φατριών της χώρας, ανοίγοντας τον δρόμο για κάποια μορφή κυβέρνησης συνασπισμού. Ο Άσαντ διστάζει να συμφωνήσει σε μια πραγματική κατανομή εξουσίας, και το Ιράν έχει τις δικές του επιφυλάξεις. Έτσι, η Μόσχα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει πολλή πειθώ και περιστασιακές πιέσεις για να επιτύχει το αποτέλεσμα που προτιμά. Οι Ρώσοι πιστεύουν, ωστόσο, ότι μια διακοινοτική διευθέτηση κατανομής εξουσιών που μοιάζει με του Λιβάνου θα μπορούσε να είναι μια συνταγή σταθερότητας.

Η Ρωσία επιμένει στην εδαφική ενότητα της Συρίας. Η Μόσχα ακολουθεί παρόμοια στάση απέναντι στο Ιράκ, όπου πρόσφατα αρνήθηκε να υποστηρίξει την ανεξαρτησία του Ιρακινού Κουρδιστάν. Στην Συρία, όπως και στο Ιράκ, όμως, η Ρωσία ευνοεί την πραγματική αυτονομία των Κούρδων. Στην διάρκεια πολλών δεκαετιών, η Μόσχα έχει μακροχρόνια σχέση με τις κουρδικές ομάδες στη Μέση Ανατολή, μερικές φορές βοηθώντας τις πολιτικά και στρατιωτικά. Η Ρωσία είναι συνηθισμένη να εξισορροπεί τις σχέσεις της με τους Κούρδους και τους Άραβες, Τούρκους και Ιρανούς γείτονές τους, και η ίδια φιλοξενεί μια μικρή κουρδική διασπορά που διευκολύνει τις ρωσο-κουρδικές επαφές και τα λόμπι για τα κουρδικά συμφέροντα. Στο τέλος, ωστόσο, είναι το εθνικό συμφέρον της Ρωσίας να διατηρεί επαφές με όλους τους σχετικούς παίκτες που θα κερδίσει.

Η Ρωσία, φυσικά, δεν είναι η μόνη εξωτερική δύναμη στην Συρία. Ακόμη και όταν η Μόσχα υποστήριζε το καθεστώς Assad με την αεροπορική της δύναμη, το Ιράν και οι συμμαχικές του πολιτοφυλακές πολεμούσαν επί του πεδίου. Μετά τον πόλεμο, η Τεχεράνη θέλει να θεσμοθετήσει την παρουσία της στο έδαφος της Συρίας, τόσο για να επηρεάσει το μέλλον της χώρας αυτής όσο και για να διατηρήσει μια φυσική σύνδεση με τον βασικό περιφερειακό σύμμαχό της, την Χεζμπολάχ.

Η Ρωσία κατανοεί τα συμφέροντα του Ιράν χωρίς να τα συμμερίζεται, αλλά κατανοεί επίσης [τα συμφέροντα] του Ισραήλ και επιδιώκει να επιτύχει ισορροπία μεταξύ των δύο. Η Μόσχα ενστερνίζεται [6] τις ανησυχίες για την ασφάλεια του Ισραήλ σχετικά με την παρουσία ένοπλων σιιτικών ομάδων πολύ κοντά στα σύνορά του και ελπίζει να χρησιμοποιήσει την ρωσική διασπορά στο Ισραήλ για οικονομικό, χρηματοοικονομικό και τεχνολογικό όφελος. Αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει το Ιράν, μια περιφερειακή δύναμη και έναν γείτονα που προσφέρει επίσης ευκαιρίες σε αρκετούς τομείς, από τις πωλήσεις όπλων μέχρι την πυρηνική ενέργεια. Έτσι, στην Συρία, η Ρωσία θα επιδιώξει να προχωρήσει σε συμβιβασμό μεταξύ Ιράν και Ισραήλ με βάση τα νόμιμα συμφέροντα του καθενός. Οι Ιρανοί σιίτες σύμμαχοι ίσως να παραμείνουν στην Συρία, αλλά θα πρέπει να κρατήσουν απόσταση από το Ισραήλ.

14122017-2.jpg

Ένα ρωσικό βομβαρδιστικό χτυπά στόχους του Ισλαμικού Κράτους στην βορειοανατολική Συρία, τον Νοέμβριο του 2017. REUTERS TV
—————————————————————-

Η αλληλεπίδραση της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες [7] στην Συρία επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην στρατιωτική αποσυμφόρηση, η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη συμβάντων μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών. Η Μόσχα και η Ουάσινγκτον έχουν επίσης συνεργαστεί για την δημιουργία ζωνών αποκλιμάκωσης, αλλά ο διπλωματικός συντονισμός του Κρεμλίνου με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ λιγότερο έντονος υπό την διοίκηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, από όσο υπό τον προκάτοχό του, Μπαράκ Ομπάμα. Το 2015 και το 2016, οι Ρώσοι εξακολουθούσαν να διασκεδάζουν την σκέψη να αναπτύξουν από κοινού και να εφαρμόσουν μια διπλωματική λύση με τους Αμερικανούς. Αλλά σήμερα, χάρη στο μειωμένο ενδιαφέρον και την έλλειψη εμπλοκής από την Ουάσινγκτον, η Μόσχα συνεργάστηκε με τους Τούρκους και τους Ιρανούς αντί με αυτήν.

Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΝΟΨΕΙ

Η Ρωσία συνειδητοποιεί ότι με τον πόλεμο να φθίνει και την ανοικοδόμηση να επίκειται [8], άλλοι θα αρχίσουν να προχωρούν στην Συρία, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Η Μόσχα θα επιδιώξει να συνεργαστεί μαζί τους για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι της προσοδοφόρας προσπάθειας ανοικοδόμησης, η οποία θα χρηματοδοτηθεί από διεθνείς δωρητές. Το κύριο πλεονέκτημα της Ρωσίας είναι η επιρροή της στην Δαμασκό, όπου παραμένει ο κύριος εγγυητής της ασφάλειας του καθεστώτος Assad. Αυτή η επιρροή μπορεί να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι άμεσες απειλές για τον Assad καθίστανται λιγότερο συναφείς. Αλλά προς το παρόν, καθώς η κατάσταση στην Συρία ενδέχεται να παραμείνει επισφαλής επί χρόνια, η Ρωσία θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στην χώρα για το άμεσο μέλλον.

Η Μόσχα, εξάλλου, εννοεί να εξασφαλίσει τα δικά της βασικά συμφέροντα στην Συρία, όποια και αν είναι η ισορροπία της πολιτικής εξουσίας στην χώρα. Μεταξύ αυτών είναι μια μόνιμη αεροπορική και ναυτική παρουσία εντός της χώρας. Σύμφωνα με τις συμβάσεις μίσθωσης που υπογράφηκαν το 2015 και το 2016 με την Δαμασκό, τόσο η βάση αεροπορικών δυνάμεων Khmeimim όσο και η ναυτική εγκατάσταση στην Tartus, η οποία αναβαθμίζεται σε κανονική ναυτική βάση, θα παραμείνουν σε ισχύ επί δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου. Οι συριακές ένοπλες δυνάμεις θα εξακολουθήσουν να βασίζονται σε ρωσικά όπλα και εξοπλισμό και οι Ρώσοι στρατιωτικοί ειδικοί θα συνεχίσουν να συμβουλεύουν και να εκπαιδεύουν τους Σύρους συναδέλφους τους. Αυτό θα σφραγίσει τον ρόλο της Συρίας ως το κύριο γεωπολιτικό και στρατιωτικό πάτημα της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή.

Η ειρήνευση στην Συρία δεν θα είναι λιγότερο δύσκολη από τη νίκη του πολέμου εκεί. Η Ρωσία αντιμετωπίζει ένα άλλο δύσκολο έργο, ένα έργο για το οποίο τα «εργαλεία» που διαθέτει είναι λιγότερο ενδιαφέροντα, για το οποίο οι ανταγωνιστές της έχουν περισσότερους πόρους, και στο οποίο οι περιστασιακοί σύμμαχοί της -στην Δαμασκό, την Τεχεράνη και την Άγκυρα- θα επιδιώξουν να προωθήσουν τις δικές τους ατζέντες, που μερικές φορές είναι αντιθετικές με εκείνη της Μόσχας. Η επιτυχία στο διπλωματικό μέτωπο θα είναι ακόμη πιο δύσκολη από τη νίκη στο πεδίο της μάχης.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-12-13/putins-plan-syria

Σύνδεσμοι:
[1] http://carnegie.ru/2017/11/29/what-is-russia-up-to-in-middle-east-pub-74866
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-11-29/iran-and-russia…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/ukraine/2016-04-18/russias-perpe…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2016-03-15/putins-long-ter…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-08-10/jihad-wins-idlib
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2017-04-13/putins-self-se…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-05/how-stand-kremlin
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-10-04/dont-fund-syria…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η απατηλή στρατηγική εθνικής ασφάλειας του Trump

0

Πώς η διοίκησή του αγνοεί τι έκανε την Αμερική σπουδαία

Περίληψη:

Από τότε που ανέλαβε ο Τραμπ, η θέση των ΗΠΑ στον κόσμο έχει κατακρημνιστεί. Δημοσκοπήσεις σε 37 χώρες αποκαλύπτουν ότι μόνο το 22% των ανθρώπων στο εξωτερικό πιστεύουν τώρα ότι μπορούν να βασίζονται στις ΗΠΑ ότι θα κάνουν το σωστό, σε σύγκριση με 64% μόλις έναν χρόνο πριν. Αλλά και μέσα στις ΗΠΑ η εικόνα δεν είναι πλέον καθησυχαστική. Τον Νοέμβριο του 2017, σύμφωνα με τον [οργανισμό δημοσκοπήσεων] Gallup, το 72% του αμερικανικού λαού δήλωσε ότι ήταν δυσαρεστημένο με τον τρόπο που τα πράγματα πηγαίνουν εγχωρίως, από 62% το 2016.

Ο MELVYN P. LEFFLER είναι καθηγητής στην έδρα Compton στο Κέντρο Miller του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Safeguarding Democratic Capitalism: U.S. Foreign Policy and National Security, 1920–2015. [1]

Με τι μοιάζει μια εξωτερική πολιτική τύπου «Πρώτα η Αμερική»; [2] Το απόγευμα της Δευτέρας, ο πρόεδρος Donald J. Trump προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, με ομιλία του στην Ουάσιγκτον, στην ευρέως αναμενόμενη δήλωση της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (National Security Strategy statement, NSS) [3] της διοίκησής του. Αν και η φράση «Πρώτα η Αμερική» παραπέμπει στους απομονωτιστές της δεκαετίας του 1930 [4], οι οποίοι πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιβιώνουν και να ευημερούν ανεξάρτητα από το τι συνέβαινε στην Ευρώπη και την Ασία, η στρατηγική «America first» που περιγράφεται στην NSS είναι μακράν του να είναι απομονωτική. Εμπλέκει όλες τις περιοχές του κόσμου, εκφράζει υποστήριξη για τα παγκόσμια αγαθά και μέχρι που αναγνωρίζει και την σημασία της ηγεσίας των ΗΠΑ σε πολυμερείς θεσμούς. Στην πραγματικότητα, όπως έχουν επισημάνει πολλοί σχολιαστές, η ουσία της δήλωσης δεν είναι τόσο διαφορετική από πολλών από τους προκατόχους του.

22122017-1.jpg

Ο Donald Trump, παρουσιάζοντας την στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της διοίκησής του, τον Δεκέμβριο του 2017. CARLOS BARRIA / REUTERS
———————————————————————–

Αλλά παρ’ όλη την επιφανειακή ομοιότητά της και την ρητορική υιοθέτηση της μακράς και δικομματικής παράδοσης της αμερικανικής ηγεσίας, η NSS [5] παραβλέπει τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της ιστορίας -και ως εκ τούτου καταλαβαίνει θεμελιωδώς λανθασμένα το τι ήταν αυτό που έκανε τις Ηνωμένες Πολιτείες μεγάλη δύναμη εξ αρχής. Η γλώσσα του εγγράφου μπορεί με πολλούς τρόπους να ακούγεται οικεία. Αλλά η ζοφερή κοσμοθεωρία στον πυρήνα της απειλεί να υπονομεύσει τις στρατηγικές που έχουν κάνει εδώ και καιρό την παγκόσμια ηγεσία των ΗΠΑ να λειτουργεί.

ΕΝΑΣ ΚΑΤΑ ΧΟΜΠΣ ΚΟΣΜΟΣ

Οι σύμβουλοι του Trump χαρακτηρίζουν την στρατηγική τους ως «ρεαλισμό με αρχές» – «με αρχές» διότι θεωρεί ότι η προώθηση των αμερικανικών αξιών εξαπλώνει την ειρήνη και την ευημερία σε ολόκληρο τον κόσμο, «ρεαλισμός», διότι αναγνωρίζει την κεντρική θέση της ισχύος στην διεθνή πολιτική, αρθρώνει ξεκάθαρα τα εθνικά συμφέροντα, και επιβεβαιώνει ότι τα κυρίαρχα κράτη είναι η καλύτερη ελπίδα για παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα. Στο τελευταίο τμήμα της, η NSS υποκλίνεται επιδέξια στις αμερικανικές αξίες -το κράτος δικαίου, την δημοκρατία, την ελευθερία- αλλά δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις προτεραιότητες της διοίκησης Trump. Τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού «αποτελούν τον αληθινό μας Πολικό Αστέρα», λέει. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνεχίζει, δεν θα επιβάλουν τις αξίες τους ούτε θα τις αφήσουν να παρεμποδίσουν τις προσπάθειες να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις και να ανταγωνιστούν έντονα. «Το μέλλον που αντιμετωπίζουμε εναπόκειται σε εμάς να το κερδίσουμε ή να το χάσουμε», υποστηρίζει.

Η σύγκρουση είναι η κυρίαρχη αλληγορία του εγγράφου: «Ένα κεντρικό συνεχές στην ιστορία είναι ο ανταγωνισμός για την ισχύ». Και σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η νίκη δεν είναι εξασφαλισμένη. «Δεν υπάρχει ιστορικό τόξο που να διασφαλίζει ότι το αμερικανικό ελεύθερο πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα επικρατεί αυτομάτως». Σύμφωνα με τον Trump και τους συμβούλους του [6], η χώρα έχει αποκοιμηθεί από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ενώ οι απειλές έχουν αυξηθεί ανά την υδρόγειο. Η NSS επιμένει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι πλέον «εφησυχασμένες» όταν πρόκειται για αυτούς τους «αυξανόμενους πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς».

Όλα αυτά φτιάχνουν την εικόνα ενός Hobbesιανού κόσμου, με απειλές που προέρχονται από μη κρατικούς φορείς (τζιχαντιστές και διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις), ρεβιζιονιστικές δυνάμεις (Κίνα και Ρωσία), και άτιμες δικτατορίες (Ιράν και Βόρεια Κορέα). Απέναντι σε τέτοιες απειλές, σύμφωνα με το έγγραφο, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να επιδιώξει τέσσερα πρωταρχικά συμφέροντα: Την προστασία της πατρίδας και του «αμερικανικού τρόπου ζωής»˙ την προώθηση της ευημερίας˙ την διατήρηση της ειρήνης μέσω της ισχύος˙ και την προώθηση της αμερικανικής επιρροής σε όλο τον κόσμο.

Για την αντιμετώπιση αυτών των συμφερόντων, η NSS του Trump βασίζεται σε θέματα που εμφανίστηκαν σε στρατηγικές δηλώσεις προηγούμενων διοικήσεων. Η οικονομική δύναμη είναι το κλειδί της στρατιωτικής ισχύος [7]. Η αδυναμία προσκαλεί τις προκλήσεις και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει ως εκ τούτου να διατηρήσουν την στρατιωτική τους υπεροχή, να ηγηθούν στον κόσμο και να διαπραγματευτούν από θέση ισχύος –θέματα που ανατρέχουν στην NSC-68 [8], το πιο διάσημο έγγραφο στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου. Και καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ανησυχούν πλέον για μια μοναδική δύναμη που να κυριαρχεί στους πόρους της Ευρώπης και της Ασίας, η NSS του Trump, όπως και άλλες δηλώσεις στρατηγικής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, τονίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επικεντρωθούν στις περιφερειακές ισορροπίες και να αποτρέψουν δυσμενείς γεωπολιτικές αλλαγές στην Ευρώπη , την Ασία-Ειρηνικό και τη Μέση Ανατολή. Κάνει επίσης έκκληση να γίνουν περισσότερα για να στοχευθούν οι τρομοκρατικές απειλές και οι διεθνικές εγκληματικές οργανώσεις στις πηγές τους και να αντιμετωπιστούν οι πιθανές απειλές προτού φθάσουν στο αμερικανικό έδαφος -ισχυρισμοί που μοιάζουν με την ρητορική στις οδηγίες εθνικής ασφάλειας της διοίκησης του Κλίντον και είναι πολύ κοντά στην σκέψη της διοίκηση του George W. Bush περί προετοιμασίας και πρόληψης.

Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, η NSS καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι στρατιωτικές ικανότητες πρέπει να λειτουργούν «σε ένα πλήρες φάσμα συγκρούσεων, σε πολλαπλά πεδία ταυτόχρονα». Αυτή η διατύπωση είναι εντυπωσιακά παρόμοια με την συζήτηση για την υπεροχή σε πλήρες φάσμα κατά τα χρόνια του Κλίντον [9]. Και ο σκοπός αυτών των «υπέρτερων» στρατιωτικών δυνατοτήτων δεν είναι απλώς η αποτροπή και η επικράτηση αλλά η «διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντος και η προστασία των συμφερόντων μας», μια φράση που αντικατοπτρίζει την ρητορική του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Dick Cheney, και των Αμερικανών πολιτικών με επιρροή όπως ο Paul Wolfowitz και ο Scooter Libby, όταν άρχισαν να διαμορφώνουν τις στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών για την περίοδο μετά το Ψυχρό Πόλεμο, το 1991 και το 1992.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ Vs ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Παρ’ όλες αυτές τις ομοιότητες, ωστόσο, το νόημα αυτής της NSS αποτελεί μια εντυπωσιακή αποστασιοποίηση. Αναφέρει τις αξίες και τα ιδανικά, αλλά δεν υπάρχει ιδεαλισμός. Ο «ρεαλισμός με αρχές», όπως υποστηρίζει το έγγραφο, «καθοδηγείται από τα αποτελέσματα, όχι από την ιδεολογία». Wilsonιανές εκκλήσεις για μια κοινότητα ισχύος δεν εμφανίζονται˙ οι ελπίδες για μια δημοκρατική ειρήνη λείπουν˙ οι προσδοκίες για ηγεμονική σταθερότητα είναι εκτός εικόνας˙ δεν υπάρχει καν αναφορά στην επίδραση της κλιματικής αλλαγής. Η διεθνής τάξη του Trump είναι αναρχική, χαρακτηριζόμενη από συνωμοτικές και επιθετικές αντίπαλες δυνάμεις και αδίστακτους μη κρατικούς δρώντες. Ο αγώνας είναι το όνομα του παιχνιδιού˙ μόνο οι πιο δυνατοί επιβιώνουν. Υπάρχει αυτοπεποίθηση, αλλά δεν υπάρχει αισιοδοξία.

Και αυτή η αυτοπεποίθηση φαίνεται περίεργα κακοβαλμένη, επειδή η δήλωση στρατηγικής αφθονεί αμφισημιών και αντιφάσεων. Καταγράφει τα συμφέροντα, αλλά αποτυγχάνει να βάλει προτεραιότητες. Οι απειλές ορίζονται, αλλά δεν κατατάσσονται. Η στρατηγική αφορά την σύνδεση των μέσων με τους σκοπούς, τους πόρους και τις δεσμεύσεις. Αλλά οι στρατηγιστές του Trump δεν εξηγούν το πώς θα συμβεί αυτό. Η επίτευξη της ευημερίας, προτείνουν, είναι το κλειδί για την ισχύ και την ασφάλεια. Αλλά το τμήμα [της δήλωσης] για την ευημερία είναι γεμάτο με ασυνέχειες. Η NSS του Trump τονίζει την φορολογική μεταρρύθμιση (όχι τις φορολογικές περικοπές) και την δημοσιονομική ευθύνη, αλλά ο πρόεδρος πρόκειται να υπογράψει νομοθεσία που θα προσθέσει πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια στο έλλειμμα τα επόμενα δέκα χρόνια [10]. Κάνει έκκληση για ηγεσία στην έρευνα και την τεχνολογία όταν η διοίκησή του περικόπτει την κυβερνητική στήριξη για αυτούς τους ίδιους σκοπούς. Υπογραμμίζει το «δίκαιο», το «αμοιβαίο» και το «διμερές» εμπόριο, όταν μια τέτοια στρατηγική αναφέρεται πίσω στις εμπορικές πρακτικές που συνέβαλαν στα κλειστά εμπορικά μπλοκ και τις αυταρχικές πρακτικές που οδήγησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πράξη, η διοίκηση [του Τραμπ] ακολουθεί μια στρατηγική διαμάχης και φτώχειας, όχι ευημερίας.

Δυστυχώς, ο Trump φαίνεται να παραβλέπει το χάσμα μεταξύ της δήλωσης της στρατηγικής της διοίκησής του και της δικής του ρητορικής και δράσης. Η NSS του τονίζει ξανά και ξανά ότι η Ρωσία δεν είναι μόνο ρεβιζιονιστική δύναμη, αλλά και έθνος που επιδιώκει να «παρεμβαίνει στις εγχώριες πολιτικές υποθέσεις χωρών ανά τον κόσμο». Ωστόσο, στις εισαγωγικές παρατηρήσεις του για το έγγραφο, [11] ο Τραμπ παρέλειψε αυτή την ρωσική συμπεριφορά και τόνισε την αποτελεσματικότητα της ανταλλαγής [μυστικών] πληροφοριών με το Κρεμλίνο. Ομοίως, η NSS υπογραμμίζει την αξία της διπλωματίας και την αναβάθμιση των διπλωματικών δυνατοτήτων, παρόλο που πολλές βασικές θέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών παραμένουν κενές και ο πρόεδρος θέλει να μειώσει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εξωτερικών κατά ένα τρίτο. Υπογραμμίζει την οικονομική διπλωματία, την χρησιμότητα των κυρώσεων και την ανάγκη ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών με τους συμμάχους και τους εταίρους, παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος έχει αντιταχθεί στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, παραγκώνισε την συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Νότια Κορέα [12] και απείλησε επανειλημμένα να αναστείλει την NAFTA.

ΠΑΡΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ο Trump και οι στρατηγιστές του δεν κατανοούν τις στρατηγικές που έκαναν την Αμερική σπουδαία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την διάρκεια των διοικήσεων του Harry Truman [13] και του Dwight Eisenhower [14], οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί αναγνώρισαν ότι η διεθνής σκηνή δεν ήταν παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Είδαν ότι ο κόσμος ήταν αλληλεξαρτώμενος και ανταγωνιστικός˙ ότι η ευημερία εγχωρίως εξαρτάται από την οικονομική ανάπτυξη στο εξωτερικό˙ ότι η [εθνική] κυριαρχία έπρεπε να τιμηθεί, αλλά να περιοριστεί˙ και ότι οι σύμμαχοι έπρεπε να διαβεβαιώνονται ακόμη και όταν οι αντίπαλοι αποτρέπονταν. Επίσης συνειδητοποίησαν ότι ο ρόλος του κράτους έπρεπε να συμφιλιωθεί με την δυναμική της αγοράς, προκειμένου να παρέχεται προσωπική ασφάλεια εγχωρίως και να διασφαλίζεται η εθνική ασφάλεια στο εξωτερικό. Ούτε αυταπατώντο για μαγικά οφέλη στις ελεύθερες αγορές. Αντί να πανηγυρίζουν την απορύθμιση ως το κλειδί για την ευημερία -όπως κάνει ο Trump- αναγνώρισαν τα διαρθρωτικά προβλήματα που οδήγησαν δεκάδες εκατομμύρια απογοητευμένων πολιτών σε όλο τον κόσμο να στηρίξουν αυταρχικά και ολοκληρωτικά κινήματα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα που είχαν προκαλέσει δύο Παγκόσμιους Πολέμους και μια μεγάλη ύφεση, εκείνοι και οι διάδοχοί τους αγωνίστηκαν να εξισορροπήσουν τα οφέλη μιας δυναμικής αγοράς με τις αδικίες και τις ανισότητες που παρήγαγε. Αυτές οι διοικήσεις αντιλήφθηκαν ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε όχι μόνο να δομήσουν και να απελευθερώσουν τις δυνάμεις της αγοράς, αλλά και να ρυθμίσουν και να αντισταθμίσουν τις εξαρθρώσεις που προκάλεσαν.

Η διοίκηση Trump υποθέτει ότι η στρατηγική της, «Πρώτα η Αμερική», θα συγκεντρώσει σεβασμό στο εξωτερικό και θα κερδίσει υποστηρικτές εγχωρίως. Αυτό είναι απατηλό. Από τότε που ανέλαβε το αξίωμα του ο Τραμπ, η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο έχει κατακρημνιστεί. Οι δημοσκοπήσεις σε 37 χώρες αποκαλύπτουν [15] ότι μόνο το 22% των ανθρώπων στο εξωτερικό πιστεύουν τώρα ότι μπορούν να βασίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι θα κάνουν το σωστό, σε σύγκριση με το 64% μόλις έναν χρόνο πριν. Η εγχώρια εικόνα δεν είναι πλέον καθησυχαστική. Τον Νοέμβριο του 2017, σύμφωνα με τον [οργανισμό δημοσκοπήσεων] Gallup, το 72% του αμερικανικού λαού δήλωσε ότι ήταν δυσαρεστημένο με τον τρόπο που πηγαίνουν τα πράγματα εγχωρίως, από 62% το 2016. Αν ο Trump ελπίζει πραγματικά να κάνει την Αμερική σπουδαία, θα πρέπει να ξανασκεφτεί την στρατηγική του.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-21/trumps-delusional-nat…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Safeguarding-Democratic-Capitalism-National-1920-…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-08-15/saving-america-first
[3] https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2017/12/NSS-Final-12-18-20…
[4] https://www.theatlantic.com/politics/archive/2017/01/trump-america-first…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-12-19/nationa…
[6] https://www.foreignaffairs.com/topics/trump-administration
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/1991-06-01/roots-a…
[8] https://history.state.gov/departmenthistory/short-history/koreanwar
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/2003-11-01/clintons-strong-defen…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-12-01/reckles…
[11] https://www.theatlantic.com/international/archive/2017/12/nss-trump-prin…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-09-15/trump-retreats-korean…
[13] https://www.foreignaffairs.com/topics/truman-administration
[14] https://www.foreignaffairs.com/topics/eisenhower-administration
[15] http://www.pewglobal.org/2017/06/26/u-s-image-suffers-as-publics-around-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η ισορροπία του αυταρχισμού στην Ευρώπη

0
Η επίκληση του άρθρου 7 κατά της Πολωνίας δεν θα είναι αρκετή
Η Theresa May και ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Mateusz Morawiecki, στο παλάτι Belvedere στην Βαρσοβία, τον Δεκέμβριο του 2017. AGENCJA GAZETA / REUTERS
Περίληψη:

Με το να επικαλεστεί το άρθρο 7, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της προστασίας του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Αλλά για να ξεφύγει από την ισορροπία του αυταρχισμού, η ΕΕ θα πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα.

Ο R. DANIEL KELEMEN είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Νομικής στο Πανεπιστήμιο Rutgers.


Την Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε ένα ιστορικό βήμα προς την υπεράσπιση του κράτους δικαίου στην Πολωνία [1]. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Επιτροπή ενεργοποίησε το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή τον μηχανισμό επιβολής κυρώσεων της ΕΕ για τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών που παραβιάζουν τους θεμελιώδεις κανόνες της Ένωσης όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Η κίνηση αυτή έρχεται μετά από δύο χρόνια αποτυχημένου διαλόγου, ο οποίος είδε την κυβέρνηση της Πολωνίας, που ελέγχεται από το λαϊκιστικό κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης (PiS) [2], να αγνοεί τις προειδοποιήσεις της Επιτροπής και να προωθεί μια σειρά μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην καθιέρωση συνολικού πολιτικού ελέγχου επί του δικαστικού σώματος.

24122017-1.jpg

Η Theresa May και ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Mateusz Morawiecki, στο παλάτι Belvedere στην Βαρσοβία, τον Δεκέμβριο του 2017. AGENCJA GAZETA / REUTERS
——————————————————————-

Αντιμέτωπη με μια τόσο απροκάλυπτη παραβίαση των κανόνων της ΕΕ, η Επιτροπή κατέληξε στο ότι υπάρχει «σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης του κράτους δικαίου στην Πολωνία» και ζήτησε από τις εθνικές κυβερνήσεις στο Συμβούλιο της ΕΕ να ψηφίσουν για το εάν συμφωνούν. Αυτό θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει στην αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου της Πολωνίας στην ΕΕ και σε άλλες κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης της χρηματοδότησης της ΕΕ.

Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου στην Πολωνία από την Επιτροπή είναι μια ευπρόσδεκτη κίνηση. Ωστόσο, τα πολιτικά μπορεί να εμποδίσουν την ΕΕ να λάβει πιο αποφασιστικά μέτρα για να αποτρέψει την Πολωνία από το να διολισθήσει προς την κατεύθυνση της απολυταρχίας [3]. Όπως γράψαμε με τον Mitchell Orenstein σχεδόν πριν από δύο χρόνια σε αυτό το περιοδικό [4], στην κρίση της Πολωνίας η ΕΕ υφίσταται τις συνέπειες της αδράνειάς της έναντι της διολίσθησης της Ουγγαρίας προς τον αυταρχισμό. Αυτό παραμένει αλήθεια και σήμερα, και η Ουγγαρία δεσμεύθηκε να ασκήσει βέτο σε οποιεσδήποτε κυρώσεις κατά της Πολωνίας, κάτι που θα απαιτούσε ομόφωνη ψήφο από τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Προς το παρόν, τα πολιτικά της ΕΕ είναι παγιδευμένα σε μια ισορροπία του αυταρχισμού [5]. Σε αυτή την απερίσκεπτη σταθερή κατάσταση, η ένωση έχει πολιτικοποιηθεί αρκετά ώστε οι σύμμαχοι των εν λόγω ημι-αυταρχικών κυβερνήσεων σε επίπεδο ΕΕ να έχουν τόσο τα εργαλεία όσο και τα κίνητρα για να τα προστατεύσουν από την μομφή˙ αλλά η ΕΕ δεν έχει πολιτικοποιηθεί επαρκώς ώστε οι αντίπαλοι των κυβερνήσεων αυτών να παρέμβουν για να τα χαλιναγωγήσουν ή να σπάσουν την λαβή τους στην εξουσία. Ειρωνικά, η ΕΕ, η οποία έχει κάνει τόσα πολλά για να προωθήσει την δημοκρατία σε ολόκληρη την Ευρώπη -πράγματι κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 2012 μερικώς για τον λόγο αυτόν- προσφέρει τώρα ένα ασφαλές καταφύγιο (και άφθονη χρηματοδότηση) σε ημι-αυταρχικά καθεστώτα, όπως αυτά της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Η τελευταία δράση της Επιτροπής σχετικά με την Πολωνία είναι ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά η ΕΕ δεν θα ξεφύγει από αυτήν την ισορροπία του αυταρχισμού μέχρις ότου αντιμετωπίσει και την κατάσταση στην Ουγγαρία.

24122017-2.jpg

Πολίτες στην Βαρσοβία διαμαρτύρονται για τον νέο πολωνικό νόμο για την δικαιοσύνη, τον Νοέμβριο του 2017. KACPER PEMPEL / REUTERS
—————————————————————-

ΚΑΚΕΣ ΠΑΡΕΕΣ

Γιατί η ΕΕ αντιμετώπισε πιο έντονα τις επιθέσεις κατά του κράτους δικαίου στην Πολωνία από ό, τι στην Ουγγαρία; Εν μέρει, η διαφορά μπορεί να εξηγηθεί από τον κατάφωρα αντισυνταγματικό χαρακτήρα της επίθεσης της κυβέρνησης του PiS στην ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και της αυθάδους απόρριψης των προσπαθειών της Επιτροπής για διάλογο. Παρόλο που ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν κατέλαβε με επιτυχία την δικαστική εξουσία στην Ουγγαρία, η κυβέρνησή του είχε μια κοινοβουλευτική υπερ-πλειοψηφία που του επέτρεψε να τροποποιήσει το σύνταγμα για να καταφέρει την κατάληψη αυτή. Και όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όντως αμφισβήτησε πτυχές των μεταρρυθμίσεων της Ουγγαρίας στην δικαιοσύνη, η κυβέρνηση Orban τουλάχιστον προσποιήθηκε ότι έλαβε σοβαρά υπόψη τις καταγγελίες αυτές και έκανε κάποιες επιφανειακές αλλαγές για να τις αντιμετωπίσει.

Το PiS, αντίθετα, στερείτο της συνταγματικής υπερ-πλειοψηφίας και συνεπώς έπρεπε να συνεχίσει την δικαστική του κατάληψη με έναν κατάφωρα αντισυνταγματικό τρόπο -περιλαμβανομένης της παράνομης διάλυσης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και της θέσπισης ενός πρόσφατου νομοσχεδίου που θα υποχρέωνε το 40% των δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας να συνταξιοδοτηθεί. Αντί να παίζει νομικά την γάτα με το ποντίκι με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Βαρσοβία είτε αγνόησε είτε απέρριψε αδιάφορα τις ανησυχίες της Επιτροπής. Ο Jaroslaw Kaczynski, ο επικεφαλής του PiS και de facto ηγέτης της πολωνικής κυβέρνησης, σχολίασε αυτό το καλοκαίρι ότι βρήκε «διασκεδαστικές» τις ερωτήσεις της ΕΕ σχετικά με το κράτος δικαίου.

Ωστόσο, η ηπιότερη αντίδραση της ΕΕ στις επιθέσεις κατά του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία είναι επίσης θέμα κομματικής πολιτικής. Το κόμμα του Όρμπαν, το Fidesz, είναι μέλος του συνασπισμού των κεντροδεξιών κομμάτων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ). Το ΕΛΚ διαθέτει πολυάριθμες έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο˙ οι ηγέτες που συνδέονται με τον συνασπισμό αυτόν, όπως ο πρόεδρος Jean-Claude Juncker, κυριαρχούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή˙ και οι επικεφαλής κυβερνήσεων του ΕΛΚ, με επικεφαλής την γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, αποτελούν ένα ισχυρό μπλοκ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το ίδιο το Fidesz είναι από καιρό πιστό μέλος του ΕΛΚ, παρέχοντας ψήφους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που βοηθούν το κόμμα να κυριαρχεί στη νομοθεσία της ΕΕ. Με την σειρά τους, οι ηγέτες του ΕΛΚ υπερασπίστηκαν σταθερά την κυβέρνηση Orban από την κριτική και την απειλή κυρώσεων. Και, παρόλο που η Επιτροπή ήταν κατά καιρούς επικριτική έναντι του Fidesz, ποτέ δεν ξεκίνησε τις διαδικασίες του άρθρου 7 κατά της Ουγγαρίας ή ούτε καν δεν έκανε το πιο προκαταρκτικό βήμα της ενεργοποίησης του λεγόμενου του Πλαισίου του Κράτους Δικαίου (Rule of Law Framework), με το οποίο θα ξεκινούσε έναν διάλογο με την κυβέρνηση του μέλους σχετικά με τις απειλές στο κράτος δικαίου. Πράγματι, πρόσφατα, την 14η Δεκεμβρίου ο Juncker στάθηκε δίπλα-δίπλα [6] με τον Orban και ευχαρίστησε τον «καλό φίλο Viktor» για την συνεργασία του.

Ο Kaczynski έχει λιγότερους φίλους. Η κυβέρνηση του PiS δεν απολαμβάνει της προστασίας ενός ισχυρού κόμματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως το ΕΛΚ -είναι μέλος μιας μικρής, περιθωριακής ομάδας εθνικιστών που ονομάζεται Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (ECR). Το μόνο άλλο σημαντικό κόμμα του ECR είναι το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, που εγκατέλειψε το ΕΛΚ το 2009 ως ανεπαρκώς ευρωσκεπτικιστικό. Οι Τόρηδες προσπάθησαν να προστατεύσουν τους συμμάχους του PiS, υποστηρίζοντάς τους ακόμη και καθώς η συντριπτική πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου -συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων μελών του ΕΛΚ- ψήφισαν τον Νοέμβριο καταδικάζοντας την επίθεση της Πολωνίας στο κράτος δικαίου. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May έπαιξε επίσης τον ρόλο της: Κατά την διάρκεια μιας επίσκεψης στην Βαρσοβία στις 21 Δεκεμβρίου, άφησε να εννοηθεί [7] ότι η κυβέρνησή της μπορεί να στηρίξει την Πολωνία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λέγοντας: «Αυτά τα συνταγματικά ζητήματα είναι κατά κανόνα -και πρέπει να είναι πρωτίστως- θέμα της κάθε χώρας και μόνο». Αλλά με το Ηνωμένο Βασίλειο σύντομα να αποχωρεί από την ΕΕ, η Μέι έχει μικρή επιρροή και το PiS βρίσκεται σχεδόν απομονωμένο.

24122017-3.jpg

Ο Jean-Claude Juncker (δεξιά) και ο Viktor Orban στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, τον Οκτώβριο του 2015. ERIC VIDAL / REUTERS
———————————————————————

ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ

Ωστόσο, το PiS είναι σχεδόν και όχι απολύτως απομονωμένο. Αντίθετα με τους συμμάχους του στο ΕΛΚ, ο Orban δεσμεύτηκε να ασκήσει βέτο σε οποιεσδήποτε κυρώσεις κατά της Πολωνίας στο κρίσιμο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας του άρθρου 7, που απαιτεί την ομόφωνη ψήφο των κυβερνήσεων της ΕΕ. (Για τον Orban, η αλληλεγγύη με τους εκλεγμένους αυταρχικούς προφανώς υπερτερεί της πίστης στο ΕΛΚ). Έτσι, η άρνηση της ΕΕ να αντιμετωπίσει τις διολισθήσεις από την δημοκρατία και τις επιθέσεις στο κράτος δικαίου στην Ουγγαρία -μια αποτυχία που μπορεί να ανιχνευθεί σε μεγάλο βαθμό στην κομματική πολιτική- τώρα την καθιστά ανίκανη να επιβάλει ουσιαστικές κυρώσεις στην Πολωνία.

Βέβαιος ότι οι φίλοι του στην Βουδαπέστη θα ασκήσουν βέτο σε τυχόν κυρώσεις, ο Πολωνός πρόεδρος Andrzej Duda που συνδέεται με το PiS, έσπευσε να υπογράψει δύο νομοσχέδια στα οποία αντιτάχθηκε η Επιτροπή -τα οποία μαζί θα έδιναν στο PiS τον έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Δικαστηρίων και του Ανώτατου Δικαστηρίου- μόλις λίγες ώρες μετά την δρομολόγηση της διαδικασίας του άρθρου 7. Όλες οι ενδείξεις υποδεικνύουν ότι το PiS θα προχωρήσει με την δικαστική κατάληψή του τους ερχόμενους μήνες, απολύοντας νυν δικαστικούς και αντικαθιστώντας τους με πιστούς στο κόμμα, όπως έκανε και ο Όρμπαν στην Ουγγαρία.

Μέχρις ότου το ΕΛΚ θα είναι διατεθειμένο να αντιμετωπίσει τον ισχυρό άνδρα της Βουδαπέστης, η ΕΕ θα παραμείνει παγιδευμένη σε αυτήν την ισορροπία του αυταρχισμού. Η κομματική πολιτική σε επίπεδο ΕΕ ακολουθεί ένα είδος αντίστροφης αρχής του μέσου όρου (Goldilocks principle): Ούτε πολύ κρύο, ούτε πολύ ζεστό, αλλά απλώς λάθος. Υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τα ευρωπαϊκά κόμματα να προστατέψουν τις ημι-αυταρχικές κυβερνήσεις που δίνουν ψήφους στους συνασπισμούς τους. Αλλά επειδή οι πολίτες των περισσοτέρων χωρών δεν δίνουν προσοχή στα πολιτικά στο επίπεδο της ΕΕ, άλλα κόμματα των συνασπισμών αυτών, όπως οι Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ στο ΕΛΚ, δεν έχουν κανένα πολιτικό κόστος στο να υποστηρίζουν ηγέτες όπως ο Orban.

Η ΕΕ, εν τω μεταξύ, εξακολουθεί να δίνει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ [8] για την χρηματοδότηση αυτών των κυβερνήσεων, ουσιαστικά επιδοτώντας [9] τον ήπιο αυταρχισμό τους. Ωστόσο, χάρη στους κανόνες για τα πολιτικά κόμματα σε επίπεδο ΕΕ [10], απαγορεύεται δια νόμου στους συμμάχους των πολιορκούμενων κομμάτων της αντιπολίτευσης στην Ουγγαρία και την Πολωνία να παρέχουν οποιαδήποτε οικονομική ή υλική βοήθεια σε αυτά.

Με το να επικαλεστεί το άρθρο 7, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της προστασίας του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Αλλά για να ξεφύγει από την ισορροπία του αυταρχισμού, η ΕΕ θα πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα. Η ιστορία, δυστυχώς, υποδηλώνει ότι οι αυταρχικοί θύλακες σε επίπεδο κράτους μπορούν να παραμείνουν για πολλά χρόνια σε κατά τα άλλα δημοκρατικές ομοσπονδίες. Πριν η ΕΕ μπορέσει να ελπίσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την συνταγματική δημοκρατία στην Βαρσοβία, κεντροδεξιοί ηγέτες όπως η Μέρκελ, ο Γιουνκέρ και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, θα πρέπει να θέσουν τις αρχές πάνω από την πολιτική, και να ξεκινήσουν να αμφισβητούν -ή τουλάχιστον να αποφασίσουν να σταματήσουν να προστατεύουν- τους συμμάχους τους στην Ουγγαρία.

Καταρχάς, θα μπορούσαν να αποπέμψουν το Fidesz από το ΕΛΚ, κάνοντας μια σαφή πολιτική δήλωση ότι οι επιθέσεις του κόμματος στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη, την ελευθεροτυπία, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν θέση στην συμμαχία της δημοκρατικής κεντροδεξιάς. Πρέπει επίσης να καταστήσουν σαφές ότι στον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ, αρχής γενομένης από το 2021, η χρηματοδότηση της ΕΕ θα συνδέεται με τον σεβασμό των δημοκρατικών αξιών. Τέλος, θα μπορούσαν να κάνουν το από μακρού χρόνου καθυστερημένο βήμα της ενεργοποίησης του άρθρου 7 και κατά της κυβέρνησης του Όρμπαν, μια κίνηση που θα μπορούσε να αποτρέψει την Ουγγαρία από το να ασκήσει βέτο στις κυρώσεις [11] κατά της πολωνικής κυβέρνησης.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/hungary/2017-12-22/europes-autho…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/poland/2017-07-26/assault-poland…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/central-europe/2017-11-03/why-po…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/poland/2017-12-18/rise-polands-f…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/poland/2016-01-07/europes-autocr…
[5] https://www.cambridge.org/core/journals/government-and-opposition/articl…
[6] https://tvnewsroom.consilium.europa.eu/event/european-council-december-2…
[7] https://www.reuters.com/article/eu-poland-britain/british-pm-may-says-co…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-07-27/investing-illi…
[9] https://www.ft.com/content/ecf6fb4e-d900-11e7-a039-c64b1c09b482
[10] http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:32014R1141…
[11] https://www.politico.eu/article/eu-can-still-block-hungarys-orban-veto-o…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Back in time for Christmas dinner: the modern desire for a bygone age

0

December 22, 2017

Christmas dinner with all the trimmings. Shutterstock/rawpixel.com

Nostalgia is now a key strategic consideration for business and retail. The marketisation of our fondness for a remembered past has stimulated the endless reboots of 1980s movie classics and children’s television series, the remarketing of retro videogames and even the re-appreciation of vintage commercials.

Beyond providing us with emotional access to objects and things from our previous and personal “lived” experiences, there are also aspects of today’s “retro revolution” that appeal to imagined experiences of a more distant past. This has been particularly evident in our desires to find inspiration when it comes to eating.

The BBC’s Back in Time for Dinner and Back in Time for Christmas are examples of consumer curiosity to seek out, understand and rediscover forgotten ways of eating and drinking.

As we approach Christmas, it seems that our insatiable curiosity – and desire – for more real, more authentic, and more fun than even that which we are personally familiar with might mean looking past the Christmas dinner of our own memories to that of the ancestral memory instead.

Christmas dinner as the “real thing”

For many, the contemporary British Christmas dinner conjures up images of turkey, stuffing, roast potatoes, gravy, pigs in blankets, sprouts, pudding and, of course, the copious festive tubs of chocolates. The instantly recognisable blend of features of the Christmas dinner are so essential to the holiday experience that they have been appropriated by various businesses on the high street – whether it is Greggs’ Festive Bakes, Subway’s Festive Feast Sub or Pret A Manger’s Christmas Lunch sandwiches.

The very special, moreish (and mass marketed) nature of the contemporary “taste of Christmas” echoes the work of psychoanalytic philosopher Slavoj Žižek on the dynamics of “surplus-enjoyment” and insatiable, bottomless desire. It is conceivable that Christmas dinner has become for many, what Žižek might call, “the Real Thing”.

It is not so much that the taste of Christmas dinner has become iconic, or that the food itself satisfies us like no other. It is what Christmas dinner represents – happiness, togetherness, material abundance. These are the “real” things which we can never have too much of and we are forever trying to fill ourselves up with.

As a consequence, people often find themselves always wanting more over the festive period. Ultimately, this insatiability culminates in the copiousness and lavishness of the Christmas Day feast. Though this often is not the end, thanks to the leftovers. And we are destined to recreate the feast without fail every year afterwards. Some might even wish that it could be Christmas every day, as it were.

The notion of a pure surplus of enjoyment surrounding Christmas dinner could mean that enjoyment of it is premised on a ceaseless quest to realise and quench abstract desires. While we might have everything and more right now for a great Christmas dinner, that is still never quite good enough.

Christmas feasting through the ages

The trappings of the modern Christmas dinner originate in Victorian England, between the birth of urban industrialisation and modern consumer culture. The prototype of what we eat now is captured in representations of the Cratchit family dinner in the Dickens classic, A Christmas Carol. Although Dickens did not himself conceive of what would become the modern Christmas dinner, authors such as Cathy Kaufman make it clear that “his story was a road map for middle and working-class pleasures at the precise moment when both meal structures and the nature of Christmas celebrations were changing.”

The changes catalysed by the Victorians are not just seen in their foods of choice but also in accompaniments they introduced to the dinner table (the Christmas cracker,for example). They constructed Christmas dinner as a way of signifying conviviality, playfulness and community – a way of staging desire.

A Christmas cracker. Shutterstock/MonkeyBusinessImage

Before Victorian times, feasting at Christmas served a more raucous and crude means of breaking up the hardship and scarcity of the cold winter months. In the late Middle Ages and Tudor England for example, the feasting during Christmas time may have often been organised less elaborately around various pies, whatever game birds were in availability, or the meat of livestock that could not overwinter and needed to be culled. There may also have been a great divide between what the rich and the poor ate during Yuletide Feasting.

A new old desire

To tap into consumers’ insatiable desire for more fun, more authentic and more real festive experiences The National Trust has promoted the opportunity to experience a historic Christmas where visitors can enjoy a period-specific “Tudor Christmas feast beside a roaring log fire”.

Various businesses provide full-service catering based on authentic Victorian-themed food, tea carts and props – and a host of restaurants now offer “Victorian Christmas” menus and themed dining experiences. Elsewhere, the BBC and The Telegraph each provide DIY guides “to making your very own Victorian Christmas”.

The taste of modern Christmas as we know it now certainly fills us up. But ultimately it never fully satisfies consumer desire. We forever want more and consumers might slowly be realising that this little bit extra might not be available to them in the present but rather lies buried in the past ready for excavation.

Disclosure statement

James Cronin does not work for, consult, own shares in or receive funding from any company or organisation that would benefit from this article, and has disclosed no relevant affiliations beyond their academic appointment.

https://theconversation.com/back-in-time-for-christmas-dinner-the-modern-desire-for-a-bygone-age-86717

Fake Brexit or No Brexit

0

 

If a hard Brexit is economically unacceptable to British business and Parliament, a soft Brexit is politically unacceptable to EU leaders, and a fake Brexit is unacceptable to almost everyone, just one alternative remains: no Brexit. That would mean revoking Britain’s withdrawal notice under Article 50 of the Treaty on European Union.

LONDON – Since last year’s Brexit referendum, the United Kingdom has been likened to a suicide who jumps off a 100-storey building and, as he falls past the 50th floor, shouts “so far, so good.” This comparison is unfair to suicides. The real economic and political message today is “so far, so bad.”

The “deal” to begin negotiations for a post-Brexit relationship, announced at the EU summit on December 15, followed Prime Minister Theresa May’s capitulation on all of the demands made by European leaders: €50 billion ($59 billion) of budget contributions, European court jurisdiction over the rights of EU citizens in Britain, and a permanently open border with Ireland.

The last concession was a game changer. The open border in Ireland has forced May to abandon her promise to “take back control” from the EU and its regulatory framework, as confirmed in the summit communiqué: “In the absence of agreed solutions, the United Kingdom will maintain full alignment with those rules of the Internal Market and the Customs Union which, now or in the future, support North-South cooperation.”

The result of this crucial concession on Ireland is that both scenarios usually proposed for Britain’s relationship with the EU can now be dismissed. With no parliamentary majority to revoke the agreement, a “hard Brexit,” in which Britain breaks free of EU regulations and trades simply on the basis of World Trade Organization rules, is no longer possible. And a “soft Brexit,” which attempts to preserve the commercial benefits of EU membership without the political obligations, is equally impossible, because European leaders reject any such “cherry-picking” – and now have the whip hand over Britain.

If hard and soft Brexit are both excluded, what other options are there? The obvious one, apparent after May’s , is some form of associate EU membership, similar to Norway. Britain would retain many of its current commercial privileges, in exchange for complying with EU rules and regulations, including free movement of labor, contributing to the EU budget, and accepting the jurisdiction of EU law. While May foolishly rejected all three of these conditions early this year, the likely result of the Brexit negotiations will be to blur all her “red lines” out of existence.

While businesses, investors, and economists would welcome such a Norwegian-style “fake Brexit,” it would carry a huge political cost. Britain would have to adhere to EU laws, regulations, and legal judgments in which it would no longer have any say. Instead of a rule-maker, the United Kingdom would become a “rule-taker” – or, in the emotive language adopted recently by Brexit hardliners, Britain would be reduced from an imperial power to a “vassal state” or a “colony” of the EU.

This “rule-taker” status is what the UK has already requested for a two-year “transition period,” beginning in April 2019. May claims that this will be a “strictly time-limited” arrangement, while she negotiates a free-trade agreement with the EU. But the EU has repeatedly made clear that two years is too short a period to negotiate even a simple FTA, never mind the “imaginative, bespoke” deal that May is seeking.

In truth, there is almost no chance of Britain ever negotiating the “deep and special partnership” May has promised. It is simply inconceivable that European leaders would offer Britain’s service industries access to the EU single market without imposing the legal and budgetary conditions accepted by Norway and Switzerland.

What, then, will happen at the end of the transition period in April 2021? The only plausible answer is a further transition, if only to avoid an economically devastating rupture in trade regulations just before the UK general election due in 2022. And, assuming the transition is extended from 2021 to, say, 2023, aren’t further extensions likely, probably evolving into a quasi-permanent arrangement? Norway’s EU relationship via the European Economic Area, also designed as a brief transition, has now lasted 24 years.

This “Hotel California” scenario, in which “you can check out any time you like, but you can never leave,” would ultimately enrage both Brexiteers and Remainers. So what are the other options?

If a hard Brexit is economically unacceptable to British business and Parliament, a soft Brexit is politically unacceptable to EU leaders, and a fake Brexit is unacceptable to almost everyone, that leaves just one alternative: no Brexit.

It is still entirely possible to abandon Brexit by revoking Britain’s withdrawal notice under Article 50 of the Treaty on European Union. This decision would have to be made by Parliament before the treaty deadline of March 29, 2019, and it would probably have to be ratified by another referendum.

A necessary condition for this sequence of events would be the collapse of May’s government, perhaps caused by a Brexiteer revolt against the “vassal state” conditions imposed by the EU during the transition period. Under these circumstances, a general election would almost certainly produce a Labour-led coalition based on a promise to “think again” about Brexit. This was exactly the scenario suggested last month by one of May’s few remaining loyalists, Health Secretary Jeremy Hunt, who became the first senior Tory to admit publicly that Brexit might never happen if zealous Euroskeptics ever rebelled against May.

For the time being, the threat of a Labour government has been sufficient to intimidate Brexit hardliners. But the forced quiescence of the Euroskeptics makes it more certain that May will negotiate a “vassal state” transition that evolves into the Euroskeptics’ nightmare of an inescapable “Hotel California,” based on the Norway model.

As the Brexit hardliners grasp this logical conundrum, they could well decide to bring down May and risk a general election rather than collaborate in Britain’s demotion to “vassal statehood.” The suicide jumper is still falling, and, until he passes the first-floor window, we will not know whether he is attached to a bungee cord.

Οι χώρες με τις πιο άθλιες συνθήκες ζωής

0

Παιδιά διαδηλώνουν στην Σαναά (φωτ.: EPA / Yahya Arhab)

Σε ποια χώρα του κόσμου οι κάτοικοί της θα αντιμετωπίσουν τις πιο άθλιες συνθήκες το 2018; Το ερώτημα αυτό έθεσε στους αναλυτές με τους οποίους συνεργάζεται το Intelligence Unit (EIU), μια αδελφή εταιρεία του Economist. Δυστυχώς, υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση της πρωτιάς. Για τις αναπτυγμένες χώρες, ακόμη, το βραβείο διεκδικεί η Ελλάδα.

Ας δούμε τι γράφει, σε περίληψη, το έγκριτο περιοδικό:

Οι Αμερικανοί εξοργισμένοι από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και οι Βρετανοί σε απόγνωση για το Brexit θα συνεχίσουν να συζητούν για το ποια χώρα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση. Ωστόσο, καμιά δεν διεκδικεί τη νίκη του παγκόσμιου ανταγωνισμού της πιο άθλιας χώρας.

Μεταξύ των πλούσιων χωρών, μπορεί να υποτεθεί ότι αυτή θα είναι η Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να υποφέρει μετά από μια καταστροφική υποβάθμιση λόγω της κρίσης του ευρώ. Οι Έλληνες ήταν οι πιο στρεσαρισμένοι άνθρωποι στον κόσμο σε πρόσφατη έρευνα της Gallup. Αλλά το 2018 η οικονομία τους θα πρέπει να αναπτυχθεί ξανά.

Η Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να βιώσει ένα διπλό πλήγμα το 2018. Όχι μόνο θα υποφέρει κάτω από τη φρικιαστική δικτατορία του Κιμ Γιονγκ Ουν, αλλά θα μπορούσε να αντιμετωπίσει φυσική καταστροφή εάν ο πόλεμος των λέξεων με τον Τραμπ μετατραπεί σε πραγματικό πόλεμο. Αυτή η προοπτική είναι τρομακτική, αλλά, ακόμη απίθανη.

Η Βενεζουέλα έχει ισχυρές πιθανότητες, παρόλο που είναι χώρα μεσαίου εισοδήματος με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Χάρη στη χρόνια κακοδιαχείριση, η οικονομία της έχει συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο από το 2014 και η EIU προβλέπει μια περαιτέρω οδυνηρή πτώση 6% το 2018. Ο πληθωρισμός θα ξεπεράσει το 1.000%. Οι περιορισμοί στις συναλλαγματικές ισοτιμίες θα σημαίνουν ακραίες ελλείψεις σε τρόφιμα και ιατρική περίθαλψη. Η χρεοκοπία και η εικονική οικονομική κατάρρευση είναι πολύ πιθανά. Αντί να αντιμετωπίσει αυτά τα δεινά, ο πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο να επιτεθεί στην αντιπολίτευση, συχνά βίαια. Οι προεδρικές εκλογές που θα πρέπει να γίνουν το 2018 δεν θα είναι δίκαιες, αν γίνουν.

Ίσως να είναι προτιμότερο να βρίσκεσαι εκεί παρά στην Υεμένη. Ήταν, ήδη, η φτωχότερη χώρα στον αραβικό κόσμο ακόμα και πριν από τον σημερινό εμφύλιο πόλεμο. Ωστόσο, από τις αρχές του 2015 σκοτώθηκαν περισσότεροι από 10.000 πολίτες και εκτοπίστηκαν εσωτερικά τρία έως τέσσερα εκατομμύρια (τα κλειστά σύνορα καθιστούν δύσκολη την εγκατάλειψη της χώρας).

Η Υεμένη βρίσκεται τώρα στο χείλος της πείνας και υποφέρει από τη μεγαλύτερη επιδημία χολέρας στη σύγχρονη ιστορία (πάνω από 750.000 ύποπτες περιπτώσεις και αυξάνονται).

Τα χειρότερα βρίσκονται μπροστά. Αυτό είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί, ίσως σκεφτείτε. Δυστυχώς, αρκετές χώρες στην υποσαχάρια Αφρική θα δώσουν στην Υεμένη μια αίσθηση ότι υπάρχουν και χειρότερα. Ο κατάλογος περιλαμβάνει το Μπουρούντι (μία από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, που οδεύει προς μια βαθιά δικτατορία) την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (όπου η βία των διαφόρων σεκτών δεν επιτρέπει τη βοήθεια και οι ροές προσφύγων αυξάνουν τον κίνδυνο διάσπασης της χώρας σε μουσουλμανικό βορρά και χριστιανικό νότο), τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (όπου μια εντεινόμενη πολιτική κρίση κινδυνεύει να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, εν μέσω βίας που εκτόπισε περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017).

Τα νεότερα και πιο λυπηρά
Ωστόσο, ο ατυχής νικητής του μη βραβείου της EIU είναι η νεότερη χώρα του κόσμου, το Νότιο Σουδάν. Έγινε ανεξάρτητη το 2011 και βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης σχεδόν όλο το διάστημα της ύπαρξής της. Ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 150% από τις αρχές του 2016. Η περίοδος των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών θα διαρκέσει ως τον Ιούλιο του 2018 αλλά οι εκλογές, είτε θα είναι προβληματικές είτε δεν θα γίνουν. Ή θα μπορούσαν να προοιωνίζονται μια βαθύτερη καταστροφή. Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι οι επίμονες φυλετικές διαμάχες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γενοκτονία.

Η χώρα έχει υποχωρήσει σε όλα εκτός από το όνομά της. Η σύγκρουση μεταξύ του στρατού και των φυλετικών πολιτοφυλακών έχει οδηγήσει σε ευρεία εθνοκάθαρση. Τα απλήρωτα στρατεύματα λαφυραγωγούν τα κονβόι που παρέχουν βοήθεια με τη συνδρομή συνωμοτών. Το ένα τρίτο των Σουδανέζων του Νότου έχει εγκαταλείψει τα σπίτια του για να αποφύγει το θάνατο. Πολλοί βρίσκονται σε στρατόπεδα των Ηνωμένων Εθνών και οι γυναίκες βιάζονται εάν τολμήσουν να βγουν για καυσόξυλα. Περίπου έξι εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν έντονα το φαινόμενο της πείνας και 1,7 εκατομμύρια βρίσκονται στο χείλος της πείνας. Εάν η ασφάλεια παραμείνει φτωχή και οι βροχοπτώσεις είναι πενιχρές (και πάλι), η χώρα θα μπορούσε εύκολα να εισέλθει σε κρίση. Πουθενά δεν θα είναι πιο άθλια το 2018.

Erdogan Trains His Broom on a Sweep of Turkey’s Governing Party

0
  The New York Times.
President Recep Tayyip Erdogan of Turkey, center, at a meeting of provincial leaders from the Justice and Development Party in Ankara in November. CreditAdem Altan/Agence France-Presse — Getty Images

ANKARA, Turkey — Looking ahead to elections next year, President Recep Tayyip Erdogan of Turkey has been conducting a vigorous housecleaning, pledging a “serious renewal” of his governing party.

Almost every weekend, the president is in local districts and cities overseeing party elections. In recent months, his micromanagement has even reached into the ranks of municipal governments, forcing the resignations of six mayors from some of Turkey’s most important cities, including the capital, Ankara.

Most of those who were pushed out had failed to deliver a yes vote during the April referendum that approved constitutional changes that would give Mr. Erdogan expanded powers as president if he were to be re-elected.

Indeed, the referendum failed in 17 of Turkey’s 30 largest cities — reflecting growing concerns that the president was acquiring too much clout.

Mr. Erdogan’s response has proved risky: Not all the mayors were unpopular and all were elected, prompting opponents to condemn the moves as undemocratic. The sweep also proved a wrenching political exercise, exposing internal dissension within Mr. Erdogan’s own party.

But the president has evidently calculated that the changes will pay off before nationwide municipal elections next year. Political rivals suggest that Mr. Erdogan may even be preparing to call early presidential elections in July, if it appears that his popularity is slipping.

The moves against the mayors come after the president already imprisoned and fired tens of thousands of police officers, judges, civil servants, journalists and academics in the aftermath of last year’s failed coup. In the largely Kurdish southeast, he replaced the mayors in 82 of 103 municipalities.

After his victory in the April referendum, he reassumed the leadership of his Justice and Development Party, or AKP, in May and then started a cull within the organization he had founded, swiftly changing 19 seats on its 50-member executive board.

More personnel changes are expected in coming months, Turkish political journalists are reporting, as the party holds a series of regional congresses ahead of a general party congress early next year.

“This is in fact our people’s demand,” Mr. Erdogan told a biannual party congress in October. “We have to undertake this renewal process, need for change, and demand for refreshing, with our own will. If we do not do this ourselves, our people will do it at the ballot boxes.”

Mr. Erdogan remains by far the most prominent and popular politician in Turkey. But his party has slipped to 43 percent from 49 percent in popular support, according to one recent opinion poll.

His officials and even family members have been tainted by growing accusations of corruption, including that ministers accepted bribes worth millions of dollars, a case now before a United States federal court.

The Erdogan-backed referendum only narrowly passed in April, an indication that he cannot take the presidential race for granted, particularly in Turkey’s largest cities. Government officials say the mayors were not performing satisfactorily.

“Municipal services have stalled,” a presidential adviser explained recently in an interview. He spoke on condition of anonymity in accordance with standard protocol in the presidency. “That’s why people are not happy.” he said. “That’s why President Erdogan is saying we need a shake-up.”

Mr. Erdogan has been warning party members that they must win 51 percent of the vote to secure the presidential election, a harder task than winning a simple majority under the parliamentary system.

“What is more natural than us strengthening our party with new names?” he asked in the same October speech. “The reason we are discussing this issue so much is the current difficult conditions. These hard roads cannot be walked with tired bodies.”

Photo

Melih Gokcek, left, with Mr. Erdogan in 2014. The president forced out Mr. Gokcek from his post as mayor of Ankara after 23 years. CreditSipa, via Associated Press

One of the aims is to bring in new energy and fresh ideas because Turkey’s electorate is becoming increasingly younger, Mehdi Eker, vice president of the AKP and member of Parliament, said in an interview. “We are a young population,” he said. “The median age is something like 32.”

One of the first things the new mayor of Ankara has done is to extend public transportation to run all night, a decision popular with the youth. Another measure has lowered the minimum age for holding public office to 18 from 25.

Yet despite Mr. Erdogan’s dominance of the party, the mayors did not go meekly. Several resisted for weeks, reluctant to step down.

Perhaps the chief resister was Melih Gokcek, an ebullient self-promoter who had served 23 years as mayor of Ankara, and whose position had seemed unassailable.

After several meetings with the president, he eventually yielded. “Not because I am unsuccessful, not because I am tired,” he told city officials and supporters at a final council meeting on Oct. 28. “Only and only, I am fulfilling Recep Tayyip Erdogan’s request.”

There was no love lost between Mr. Gokcek and Mr. Erdogan, both former mayors, and both ambitious businessmen and politicians.

Mr. Gokcek wielded enormous patronage in Ankara through his municipal construction projects and local welfare programs, and with more than four million followers on Twitter, he was a potential political rival to Mr. Erdogan.

Yet many residents and local officials were glad to see him gone, complaining of corrupt practices and ill-judged construction projects that have created unsustainable urban sprawl and even a shortage of water.

The Chamber of City Planners in Ankara fought 600 court cases against Mr. Gokcek over the years, challenging the legality of much of his municipal work, said Orhan Sarialtun, the group’s president.

Political opponents criticized the manner of the mayor’s dismissal, but did not shed many tears.

“We are objecting to his resignation because it is against democracy,” said Aylin Nazliaka, a member of Parliament from Ankara who has been in dispute with the former mayor for years. “However Melih Gokcek is of such a nature that no one can defend him,” she said.

Putting a new broom to his administration and changing mayors who could not deliver the vote makes political sense, said Soner Cagaptay, an author and political analyst. Mr. Erdogan cannot afford to lose the big cities, especially Istanbul, his hometown and power base, Mr. Cagaptay said.

But the vetting has left a bitter taste. The mayor of Balikesir, the rich industrialist Edip Ugur, complained that his family had been threatened and resigned in tears from the party and from his job on Oct. 30.

In an interview in December at a sprawling conference center, his last project as mayor, developed on land that was once a city slum, Mr. Ugur said that Mr. Erdogan had wooed him assiduously to join his new party back in 2001. They had enjoyed success because the party had been open to discussion and new ideas, he said.

Reading from his resignation speech, Mr. Ugur lamented that the party was turning into an autocracy and was devouring its own.

“Does loyalty seem to be overtaking meritocracy,” he asked. “This reform and innovation within the AK Party is turning into an autophagy.”

Rusen Cakir, an experienced political columnist and founder of a live-streaming outlet, Medyascope TV, said the decisions may leave the party weaker, even if they concentrate more power with the president.

“The greatest secret of his success has always been teamwork,” Mr. Cakir said of Mr. Erdogan in a recent video blog. “At every stage he shuffled his team, but he always worked with very strong teams each time.”

But the president was no longer sharing power with strong players. “Step by step, he purged everyone who is capable of standing on their own feet,” Mr. Cakir said. “He does not share power anymore, he allocates.”

Ποιοι και τι είναι οι Ευαγγελιστές που στηρίζουν τον Τραμπ

5

 του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ο Ντόναλντ Τραμπ σε ομιλία του πριν από τις αμερικανικές εκλογές (φωτ.: EPA / Michael Reynolds)

Οι αναλυτές έχουν αποδώσει τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, στις προεδρικές εκλογές, στην ευρεία υποστήριξη που του παρείχε το Ευαγγελικό ρεύμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα συντηρητικό θρησκευτικό ρεύμα με πολιτικά χαρακτηριστικά το οποίο αγνοούμε στην Ελλάδα. Και, όμως, η παρουσία του και η επιρροή του στις ΗΠΑ, όπου διαμορφώνονται οι παγκόσμιες εξελίξεις, είναι σημαντική.

 Είναι άγνωστο αν ο Ντόναλντ Τραμπ βασιστεί και στις επόμενες εκλογές στους Ευαγγελικούς. Αλλά τους χρειάζεται τώρα που απειλείται από την αμερικανική δικαιοσύνη, για να αντιμετωπίσει κατηγορίες συνεργασίας με τη Ρωσία. Μπορούν να τον βοηθήσουν οι Ευαγγελικοί, όπως ελπίζει να κάνουν και οι Εβραίοι;

Ο Τίμοθι Κέλερ είναι ιερέας της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας της Νέας Υόρκης και έγραψε ένα ενδιαφέρον κείμενο στο New Yorker. Ορισμένα, σύντομα, σημεία του θα μας βοηθήσουν να πάρουμε μια ιδέα περί τίνος πρόκειται. Ποιοι είναι οι Ευαγγελικοί, ποια η επιρροή τους και ποιο το μέλλον τους και η σχέση τους με την πολιτική.

Αιώνες, τώρα, κινήματα ανανέωσης εμφανίζονται στον Χριστιανισμό και πήραν διαφορετικές μορφές και ονόματα. Ένα από αυτά ήσαν και οι Ευαγγελικοί. Οι οπαδοί του Μάρτιν Λούθερ τόνιζαν το δόγμα της σωτηρίας μόνο απο την πίστη και ο κληρικός του Κέιμπριτζ Charles Simeon ηγήθηκε του ανανεωτικού κινήματος Low Church στην Εκκλησία της Αγγλίας, υιοθετώντας τον όρο.

Οι πέραν του Ατλαντικού αφυπνισθέντες τον 18ο αιώνα από τον Wesley ονομάζονταν, επίσης, συχνά «Ευαγγελικοί».

Στη δεκαετία του 1940 και του 1950, ο Μπίλι Γκράχαμ και άλλοι προώθησαν τη λέξη για να περιγράψουν τους εαυτούς τους και τον θρησκευτικό χώρο που επιζητούσαν να δημιουργήσουν μεταξύ μιας πολιτιστικής υποχώρησης που υιοθετούσε το φονταμενταλιστικό κίνημα, και της  απομάκρυνσης των κυριότερων αποχρώσεων του Προτεσταντισμού από τα ιστορικά χριστιανικά δόγματα. Σε κάθε μια από αυτές τις φάσεις, ο όρος είχε κάπως διαφορετικό νόημα, αλλά εξακολουθεί να εμφανίζεται επειδή έχει περιγράψει ένα σύνολο βασικών ιστορικών πεποιθήσεων και παρορμήσεων.

Ο Τίμοθι Κέλερ περιγράφει την εμπειρία του: «Όταν ήμουν χριστιανός στο κολέγιο, στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, η λέξη “Ευαγγελικός” σήμαινε ακόμα μια εναλλακτική λύση στη νοοτροπία του φονταμενταλισμού.  Λίγο αργότερα πήγα στο Θεολογικό Σεμινάριο Gordon-Conwell, για να προετοιμαστώ για το λειτούργημα του πρεσβυτέρου. Στα χρόνια αυτά, υπήρχε τόσο μεγάλη ενέργεια στο κίνημα που από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 είχε επισκιάσει τον πρωταρχικό κύκλο του Προτεσταντισμού ως κυρίαρχου κλάδου της χριστιανικής εκκλησίας στις ΗΠΑ.

»Όταν μετακόμισα στο Μανχάταν για να ξεκινήσω μια νέα εκκλησία, το 1989, οι περισσότεροι άνθρωποι που γνώρισα βρήκαν την εκκλησία και το λειτούργημά της περίεργο στη κοσμική Νέα Υόρκη, αλλά δεν το θεώρησαν απειλή. Σήμερα, ενώ το όνομα δεν είναι πλέον άγνωστο στην πόλη, η σημασία του έχει αλλάξει δραστικά. Οι συντηρητικοί ηγέτες, που έγιναν πιο αναγνωρισμένοι χάρη στο κίνημα, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό αυτόν τον επαναπροσδιορισμό».

Ωστόσο, οι πολιτικοί αναλυτές βοήθησαν, επίσης, καθώς επιδίωξαν να προσδιορίσουν ένα κρίσιμο μπλοκ ψηφοφόρων. Περισσότερο από το 80% αυτών των ανθρώπων ψήφισε υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, οι Ευαγγελιστές έχουν γίνει άνθρωποι με δύο ιδιότητες: αυτοπροσδιορίζονται ως χριστιανοί και είναι πολιτικά επιθετικοί, συντηρητικοί. Παλαιότερα, το “Ευαγγελικός” χρησιμοποιείτο για να δηλώσει ανθρώπους υψηλού επιπέδου ηθικής. Τώρα, στη δημοφιλή χρήση της, η λέξη είναι σχεδόν συνώνυμη με τον “υποκριτή”.

Οι Ευαγγελικοί πιστεύουν γενικά στην εξουσία ολόκληρης της Βίβλου, σε αντίθεση με τους Προτεστάντες της κεντρικής γραμμής, οι οποίοι θεωρούν πολλά μέρη ως ξεπερασμένα, σύμφωνα με τον ιστορικό David Bebbington, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Ο Ευαγγελισμός στη σύγχρονη Βρετανία. Μια ιστορία από το 1730-1980». Θεωρούν επίσης ότι η Βίβλος είναι η ύψιστη αρχή, σε αντίθεση με τους Καθολικούς, που την εξισώνουν με την εκκλησιαστική παράδοση.

Επιπλέον, οι αρχαίες Σύνοδοι της Εκκλησίας, όπως η Σύνοδος των Αποστόλων και η Σύνοδος της Νίκαιας, καθώς και άλλες, γίνονται αποδεκτές κατά κυριολεξία, χωρίς επιφύλαξη. Και, πάλι, σε αντίθεση με πολλούς στην κύρια γραμμή του Προτεσταντισμού, οι Ευαγγελικοί πιστεύουν ότι ο Ιησούς πραγματικά υπήρξε ως Υιός του Θεού προτού γεννηθεί, ότι γεννήθηκε από παρθένο και ότι αναστήθηκε από νεκρός. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Bebbington, μια άλλη καθοριστική Ευαγγελική αρχή είναι η πίστη στην αναγκαιότητα του προσηλυτισμού, η πεποίθηση ότι όλοι χρειάζονται μια βαθιά αλλαγή στη ζωή τους η οποία θα επέλθει με τη συνάντηση με το Θεό.

Σε πολλά μέρη της χώρας, ο Ευαγγελισμός χρησιμεύει ως πολιτική ή λαϊκή θρησκεία που γίνεται αποδεκτή εξ ορισμού ως μέρος της κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του ατόμου. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό σημαίνει ότι το πολιτικό είναι πιο καθοριστικό από τις θεολογικές πεποιθήσεις, κάτι που δεν συνέβαινε ιστορικά. Και, λόγω της τεράστιας προσοχής που τα μέσα ενημέρωσης δείχνουν στην Ευαγγελική ψήφο, ο όρος έχει τώρα αποφασιστικά πολιτικό νόημα στη λαϊκή χρήση.

Ωστόσο, υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος Ευαγγελισμός, ο οποίος δεν είναι πολιτικά ευθυγραμμισμένος.

Στις ΗΠΑ, υπάρχουν εκατομμύρια Ευαγγελιστών που διαχέονται σε ολόκληρη την κεντρική γραμμή των προτεσταντικών συγκεντρώσεων, καθώς και σε περισσότερες, θεολογικά συντηρητικές, ομάδες, όπως οι Σύνοδοι του Θεού, η Σύμβαση των Βαπτιστών του Νότου και η Λουθηρανική Εκκλησία, η Σύνοδος του Μισσούρι. Όμως, το πιο σημαντικό, η μεγάλη πλειοψηφία των ταχέως αναπτυσσόμενων Προτεσταντικών εκκλησιών στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική μοιράζονται όλες αυτές τις πεποιθήσεις. Και στις ΗΠΑ, ενώ ο Ευαγγελισμός των λευκών γηράσκει και φθίνει, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Ευαγγελισμό, γενικά. Η τεράστια ενέργεια των εκκλησιών στον παγκόσμιο Νότο και την Ανατολή έχει αρχίσει να μεταφέρεται στις πόλεις της Βόρειας Αμερικής, όπου ένας νέος, πολυεθνικός Ευαγγελισμός αυξάνεται σταθερά. Οι μη-δυτικοί ιεραπόστολοι έχουν ξεκινήσει τη δημιουργία χιλιάδων νέων εκκλησιών στις πόλεις από τη δεκαετία του ΄70.

Στην πόλη της Νέας Υόρκης, ακόμα και στο Μανχάταν, ο Τίμοθι Κέλερ λέει πως έχει δει πολλές εκκλησίες που ξεκίνησαν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και είναι Ευαγγελικές. Μόνο μια μειοψηφία τους είναι λευκοί και δεν είναι ευθυγραμμισμένες με κανένα πολιτικό κόμμα. Κατά την άποψή του, αυτές οι εκκλησίες τείνουν να είναι πολύ πιο αφοσιωμένες στη φυλετική δικαιοσύνη και τη φροντίδα των φτωχών από ό,τι συνήθως γίνεται στον Ευαγγελισμό των λευκών. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαν να ονομαστούν φιλελεύθερες.

Από την άλλη πλευρά, αυτές οι πολυπολιτισμικές εκκλησίες παραμένουν επίμονα συντηρητικές σε θέματα όπως το σεξ εκτός γάμου. Φαίνονται, στους περισσότερους, σαν ένα παράξενο μίγμα φιλελεύθερων και συντηρητικών απόψεων, αν και οι ίδιοι βλέπουν μια ισχυρή εσωτερική συνοχή μεταξύ αυτών των απόψεων. Ανθίστανται στις σύγχρονες συμφωνίες ηθικής που ο σημερινός προοδευτισμός και ο συντηρητισμός επιδιώκουν να επιβάλλουν στους υποστηρικτές τους, επιμένοντας ότι οι αληθινοί πιστοί πρέπει να πλησιάσουν κάθε ένα από τα ιερά θέματα. Αλλά αυτές οι νεώτερες Ευαγγελικές εκκλησίες απλά δεν θα παίξουν με αυτούς τους κανόνες.

Οι σημερινοί Ευαγγελιστές, επίσης, είναι πιο ευάλωτοι σε πολιτικά κινήματα που απευθύνονται στο δικό τους συμφέρον, ακόμα και σε αντίθεση με τις βιβλικές διδασκαλίες. Ωστόσο, ο σημερινός Ευαγγελισμός είναι πολύ πιο ανθεκτικός από οποιαδήποτε άλλη μορφή του. Οι νεότερες μορφές του αφορούν περισσότερο τις θεολογικές και ιστορικές ρίζες και είναι πιο ανθεκτικές στον σύγχρονο ατομικισμό από τον παλαιότερο Ευαγγελισμό των λευκών.

pontos-news.gr

Γιατί να πληρώνουμε;

15

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Αν κάτι δεν μπορεί να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία από τον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης, είναι η ακραία αντίφασή του. Πριν από τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ μάς συνιστούσε να μην πληρώνουμε, όπου μπορούμε να το κάνουμε –από φόρους μέχρι διόδια–, γιατί αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον. Τώρα που είναι στην κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ μάς συνιστά με επιμονή πως πρέπει να καταβάλλουμε όλες μας τις υποχρεώσεις διότι αυτό επιβάλλει, πάλι, το εθνικό συμφέρον.

Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να μας πει πως εθνικό συμφέρον είναι το δικό του συμφέρον. Αλλά το ερώτημα το δικό μας είναι γιατί να πληρώνουμε.

Οι φόροι είναι υπέρογκοι, και όταν από αυτούς τους υπέρογκους φόρους τους οποίους καταβάλλουμε με τεράστιο κόπο δημιουργείται ένα πλεόνασμα το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποιες αλλαγές στην ελληνική οικονομία, έστω και μικρού επιπέδου, η κυβέρνηση το διανέμει εξαγοράζοντας, ουσιαστικά, ψήφους ενόψει των εκλογών.

Από τους φόρους που καταβάλλουμε πληρώνεται η αστυνομία. Χωρίς να έχω τίποτε με την αστυνομία, –και, πολύ περισσότερο, με τους αστυνομικούς–, και χωρίς να επιρρίπτω στο θεσμό την ευθύνη, η αστυνομία δεν μας παρέχει καμιά προστασία. Οποιοσδήποτε θέλει μπορεί να βιαιοπραγήσει σε βάρος μας χωρίς να έχει καμία επίπτωση.

Πολλές φορές, μάλιστα, στην προσπάθειά μας να αμυνθούμε, μπορεί να βρεθούμε κατηγορούμενοι.

Οποιοσδήποτε μπορεί να μπει στο σπίτι μας και να μας ληστέψει. Αν είμαστε εκεί καλύτερα να υποστούμε τα βασανιστήρια στα οποία θα μας υποβάλουν γιατί διαφορετικά μπορεί να βρεθούμε κατηγορούμενοι για υπερβολική αντίδραση, αν επιβιώσουμε. Απλώς, θα περάσουμε στη ρουτίνα του αστυνομικού δελτίου. Αν μας ληστέψουν το σπίτι ή το κατάστημα εν τη απουσία μας, η αστυνομία θα μας ζητήσει να δηλώσουμε τα αντικείμενα που μας πήραν και, αν τα βρει, θα μας ειδοποιήσει να τα παραλάβουμε. Αν δεν τα βρει, πάνε χαμένα. Σε ερώτηση αν θα κάνουν κάτι, η απάντηση είναι: τι να κάνουμε;

Η αστυνομία είναι απούσα από την καθημερινή ζωή του πολίτη. Είναι όμως πολυπληθής στις φρουρές των δημόσιων προσώπων. Όταν η πολιτεία δεν μας προσφέρει τίποτε στο επίπεδο της ασφάλειας, για ποιο λόγο να καταβάλλουμε τους φόρους μας; Ποιες υπηρεσίες μας προσφέρει η αστυνομία για να την πληρώνουμε;

Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος στους διορισμούς στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι κυβερνήσεις, όποτε θέλουν, διορίζουν και εκεί που το προσωπικό είναι υπεράριθμο. Γιατί να πληρώνουμε τα κυβερνητικά ρουσφέτια;

Οργανωμένες ομάδες όποτε θέλουν εισέρχονται στα πανεπιστήμια ή άλλους δημόσιους χώρους και καταστρέφουν. Το φαινόμενο είναι επαναλαμβανόμενο. Η κυβέρνηση δεν παίρνει κανένα μέτρο προφύλαξης της δημόσιας περιουσίας. Προφανώς, το υλικό που καταστρέφεται πρέπει να αντικατασταθεί. Γιατί να το ξαναπληρώσουμε από τους φόρους μας, όταν δεν λαμβάνεται καμιά μέριμνα διαφύλαξής του;

Υπάρχει ένα δόγμα ότι τα έργα που γίνονται στην πρωτεύουσα μπορούν να χρηματοδοτούνται και από τον προϋπολογισμό. Αλλά για τις τεράστιες ανάγκες της περιφέρειας πρέπει να βρεθούν χρήματα από ευρωπαϊκά ή άλλα προγράμματα. Για ποιο λόγο να πληρώνουμε όλοι οι άλλοι Έλληνες πολίτες που ζούμε εκτός πρωτευούσης για να απολαμβάνουν οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου; Δούλοι τους είμαστε; Γιατί δεν εφαρμόζεται η αρχή της τοπικής αξιοποίησης των φόρων; Έχουμε αντιληφθεί πως η δομή των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών αλλάζει και τείνει προς τη λειτουργία της κρατικής οντότητας με βάση την πόλη και τις ανάγκες της;

Η κυβέρνηση έκρινε σκόπιμο να αναλάβει το κράτος την αστική συγκοινωνία της Θεσσαλονίκης. Πέραν του γεγονότος ότι τα δρομολόγια αραίωσαν και κάποιες ώρες θα προτιμούσες να εργάζεσαι σαν δούλος σε ορυχεία παρά να μετακινείσαι με τον ΟΑΣΘ, από πού και ως πού δεν γίνεται κανένας έλεγχος για το ποιος πληρώνει εισιτήριο; Γιατί το έλλειμμα πρέπει να καλυφθεί από τον προϋπολογισμό, διότι αυτό θα γίνει, ώστε να κάνει την εκλογική της πολιτική η κυβέρνηση με δικά μας χρήματα;

Ο κατάλογος ανάλογων περιπτώσεων θα μπορούσε να συνεχιστεί. Αλλά δεν έχει καμιά σημασία διότι δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Την ποιότητα της δημοκρατίας και την ποιότητα της καθημερινής μας ζωής τις διαμορφώνουμε εμείς οι ίδιοι. Δεν υπάρχει καμιά αντίδραση στα φαινόμενα που περιγράφηκαν, που σημαίνει πως ο κόσμος, έστω και σιωπηρά, τα αποδέχεται. Η λογική τού «τι να κάνουμε» είναι για κοινωνίες μοιρολατρικές. Τα 500 χρόνια σκλαβιάς μάς έμαθαν μια υπακοή στο ντοβλέτι εκτός των περιπτώσεων που μπορούμε να χαθούμε μέσα στη μάζα.

Αλλά τα προβλήματα δεν περιορίζονται εδώ. Στην Ελλάδα υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα προάσπισης των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών από την πολιτεία. Τα δικαιώματα αυτά δεν καταπατούνται μόνο με την περιστολή τους, αλλά και από την απροθυμία της πολιτείας να τα υπερασπίσει.

Οργανωμένες μειοψηφίες μπορούν να διακόψουν με βίαιο τρόπο μαθήματα στα πανεπιστήμια, να εισβάλουν σε χώρους μέσων ενημέρωσης και να καταστρέψουν τις υποδομές τους, να βιαιοπραγήσουν κατά πολιτών που δεν τους είναι αρεστοί λόγω της ενδυμασίας τους ή του κουρέματός τους. Και καμιά προστασία δεν παρέχεται από τη συντεταγμένη πολιτεία.

Σ’ αυτόν τον κόσμο που προβάλλεται ως δημοκρατικός κυριαρχούν οι ισχυροί, ή οι μειοψηφίες που χρησιμοποιούν βία.

Η κρίση επιδείνωσε ενδημικά φαινόμενα της ελληνικής πολιτείας. Ένας άτυπος φασισμός και ολοκληρωτισμός είναι διάχυτος στην ατμόσφαιρα, ο οποίος καλύπτεται από την ολοκληρωτική αρχή «ο καθένας κάνει ό,τι θέλει». Αλλά ο καθένας κάνει ό,τι θέλει στη ζούγκλα. Και συνήθως, με αυτήν την –υποτίθεται– δημοκρατική αρχή, κυριαρχούν οι ισχυροί.

Δεν έχουμε άλλα περιθώρια αναβολής. Χρειάζεται να αντιδράσουμε. Αλλά και για την αντίδραση απαιτείται κάποια πρωτοβουλία για συλλογική δράση. Εκτός και αν από ένα χαοτικό φαινόμενο προκύψει μια αναπάντεχη σύγκλιση.

Μήπως δεν πρέπει να πληρώνουμε για να προβληματιστεί το σύστημα; Και μήπως δεν πρέπει να ψηφίζουμε για να εκδηλώσουμε την αντίθεσή μας στον τρόπο που λειτουργεί;

Η απόπειρα θανατικής καταδίκης της ΑΟΖ και της Αιγιαλίτιδας Ζώνης: Κίνδυνος η “Δημιουργική Ασάφεια”

0

Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης

Πλοία του Ελληνικού Ναυτικού. Φωτογραφία hellenicnavy.gr DECEMBER 23, 2017

Ξαφνικά οι Υπουργοί Νίκος Κοτζιάς και Δημήτρης Βίτσας ανέτρεψαν το σκηνικό των Ελληνοτουρκικών σχέσεων. Υποψιάζομαι ότι όλα αυτά σχεδιάστηκαν στην επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στον Λευκό Οίκο. Φαίνεται ότι εκεί έγινε η σύσταση στον Έλληνα Πρωθυπουργό να συναντήσει τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα και να τα βρούνε.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κουράστηκαν να παρακολουθούν την ελληνοτουρκική διένεξη από το 1973 και αποφάσισαν να δράσουν. Έτσι οι δηλώσεις των κ. Κοτζιά και Βίτσα έπιασαν τους πάντες στον ύπνο με αυτές τις πολύ παράξενες και επικίνδυνες παρεμβάσεις τους.

Το χορό ξεκίνησε πρώτος ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς. Μιλώντας στην εκπομπή της ΕΡΤ1 «Η Επόμενη Ημέρα», ανέφερε πως «για την αιγιαλίτιδα, εμείς θα προχωρήσουμε στον προσδιορισμό της, τμηματικά. Η θεωρία ότι όλα αυτά πρέπει να γίνουν μια και έξω αποδείχτηκε επί δεκαετίες ότι δεν οδήγησε πουθενά. Στο όνομα του μαξιμαλισμού, δηλαδή, δεν γίνεται τίποτα».

Αυτό αποτελεί μια απαράδεκτη και επικίνδυνη θέση διότι χάνουμε και το επιχείρημα ότι η Τουρκία είναι το μοναδικό κράτος που έχει κάνει τμηματική επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης, έχοντας 12 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα και στην Μεσόγειο και 6 ν.μ. στο Αιγαίο.

Να υπενθυμίσουμε εδώ στον κ. Κοτζιά ότι όλα τα παράκτια κράτη του πλανήτη Γη έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων. Παλαιότερα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στις διάφορες ανεπίσημες συναντήσεις των δυο κρατών, υπήρξαν συζητήσεις για διαφορετικά εύρη της αιγιαλίτιδας ζώνης και είχαν συζητηθεί σενάρια 6 ν.μ., 8 ν.μ., 10 ν.μ., και 12 ν.μ. χωρίς όμως να καταλήξουν πουθενά.

Η σημερινή κυβέρνηση σκέπτεται να χαράξει μια αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. στο Ιόνιο Πέλαγος και μετά να προχωρήσει σε μια αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. στην  Νότια Κρήτη! Δηλαδή η Βόρεια Κρήτη θα έχει διαφορετικό εύρος από την Νότια Κρήτη;

Είναι πράγματι ανατριχιαστική η «δημιουργική ασάφεια» της πρώτης αριστερής κυβέρνησης της Ελλάδας. Ετοιμαζόμαστε για επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης «κατά περιοχές» και επομένως ετοιμαζόμαστε για επέκταση του εναέριου χώρου μας επίσης κατά περιοχές. Λίγη ντροπή δεν υπάρχει;

Ο Νίκος Κοτζιάς βρίσκεται στη Ρώμη για να διαπραγματευθεί το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης που είναι, όπως ήδη αναφέραμε, αναφαίρετο δικαίωμα και μη διαπραγματεύσιμο του παράκτιου κράτους.

Μια και ετοιμαζόμαστε για εύρος 12 ν.μ. στο Ιόνιο σκέφτεται ο ΥΠΕΞ να πάει και στα Τίρανα να κουβεντιάσει τα 12 ν.μ. με την κυβέρνηση της Αλβανίας; Οι ελληνικές κυβερνήσεις, από την εποχή της κυβέρνησης Κώστα Σημίτη, έχουν διαπραγματευθεί το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εναέριου χώρου με την Τουρκία και κάτι τέτοιο ετοιμάζεται να κάνει και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Ο κύριος Κοτζιάς δεν αντιλαμβάνεται ότι στην UNCLOS το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εναερίου χώρου είναι αποκλειστικό δικαίωμα του παράκτιου κράτους και ασκείται μονομερώς;

Μετά τον Νίκο Κοτζιά ήρθε η σειρά του Αν.Υπουργού Αμυνας  Δημήτρη Βίτσα να κάνει μια πομπώδη δήλωση για την ανακήρυξη της Ελληνικής ΑΟΖ,  που δεν ανήκει στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Άμυνας αλλά του Υπουργείου Εξωτερικών.

Πως είναι δυνατόν ο οξύθυμος ΥΠΕΞ να επιτρέψει στον Βίτσα να μπει στα δικά του χωράφια; Έτσι, σε συνέντευξη του στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, ο κ. Βίτσας σχολίασε σχετικά: «Με ποιο ακριβώς τρόπο θα ασκηθεί το δικαίωμά μας, είναι ένα άλλο θέμα, που έχει να κάνει με κυβερνητικές αποφάσεις. Ευελπιστούμε και εργαζόμαστε, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να ανακηρύξουμε την ελληνική ΑΟΖ. Είναι ένα ζήτημα που έχει να κάνει – επειδή όλα αυτά έχουν το χαρακτήρα των διμερών και πολυμερών σχέσεων – με τον καθορισμό και τη λειτουργία των ενεργειακών δρόμων και με την αξιοποίηση βέβαια του υποθαλάσσιου πλούτου».

Είναι όμως επικίνδυνα ανόητο να ανακοινώνουμε ότι θα ανακηρύξουμε ΑΟΖ! Την ΑΟΖ κύριε Βίτσα πρώτα την ανακηρύσσεις και μετά την ανακοινώνεις. Φαίνεται ότι κανείς Έλληνας πολιτικός δεν έμαθε τίποτα από τον αείμνηστο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο. Όπως, επανειλημμένα, έχω γράψει ο καλύτερος τρόπος ανακήρυξης ΑΟΖ είναι να γίνει με Προεδρικό Διάταγμα και να ανακοινωθεί μετά την δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, όπως έκανε και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ το 1983.

Υποψιάζομαι ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται όχι μόνο για τμηματική επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης αλλά και για τμηματική ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ, που απαγορεύεται από την UNCLOS. Επιπλέον, χάνεται ένα άλλο επιχείρημα που έχουμε έναντι της Τουρκίας, αφού η Άγκυρα έκανε τμηματική ανακήρυξη ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα

Ένα μάθημα Δίκαιου Θάλασσας στους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Μια και η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει διαβάσει τα 320 Άρθρα, τα 9 Παραρτήματα και τις 2 Αποφάσεις της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας που στα αγγλικά λέγεται UNCLOS (United Nations Convention on the Law of the Sea), θα ήταν χρήσιμο να της υπενθυμίσουμε τις κύριες διατάξεις που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την πατρίδα μας.

Τα δυο άρθρα του UNCLOS που μας αφορούν άμεσα είναι τα Άρθρα 56 και 121. Τα άρθρα αυτά είναι ο κύριος λόγος που η Τουρκία ψήφισε κατά της UNCLOS στην Νέα Υόρκη στις 30 Απριλίου 1982 και αρνείται μέχρι σήμερα να προσχωρήσει σε αυτό.

Άρθρο 56 Δικαιώματα, δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους στην αποκλειστική οικονομική ζώνη

Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη το παράκτιο κράτος έχει:

α) κυριαρχικά δικαιώματα που αποσκοπούν στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, των υπερκειμένων του βυθού της θάλασσας υδάτων, του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους αυτού, ως επίσης και με άλλες δραστηριότητες για την οικονομική εκμετάλλευση και εξερεύνηση της ζώνης, όπως η παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους

β) δικαιοδοσία, όπως προβλέπεται στα σχετικά άρθρα της παρούσας σύμβασης, σχετικά με: i) την εγκατάσταση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών, ii) τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα, iii) την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος

γ) άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του και την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, στην αποκλειστική οικονομική του ζώνη, το παράκτιο κράτος λαμβάνει υπόψη του τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των άλλων κρατών και ενεργεί κατά τρόπο συνάδοντα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σχετικά με το βυθό της θάλασσας και το υπέδαφός του θα ασκούνται σύμφωνα με το μέρος VI.

Το βασικό επιχείρημα, στο οποίο μπορεί να βασιστεί κανείς για να αποδείξει ότι η ΑΟΖ είναι sui generis, προκύπτει από μια ανάλυση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των κρατών σ’ αυτή τη ζώνη.

Στην ΑΟΖ ένα μόνο κράτος, το παράκτιο κράτος, στο οποίο ανήκει η ζώνη, έχει κυριαρχικά δικαιώματα για οικονομικούς σκοπούς και δικαιοδοσία για ορισμένες άλλες δραστηριότητες,  ενώ τα άλλα κράτη έχουν επίσης ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις μέσα στην ΑΟΖ.

Έτσι από τη μια μεριά η ΑΟΖ δεν μπορεί να ανήκει στην αιγιαλίτιδα ζώνη, όχι μόνο γιατί το UNCLOS ξεκάθαρα αναφέρει ότι η ΑΟΖ αρχίζει μετά την αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά και γιατί τα άλλα κράτη έχουν ορισμένα δικαιώματα στην ΑΟΖ, που δεν θα μπορούσαν να τα ασκήσουν, εάν η ΑΟΖ ήταν μέρος της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Επίσης η ΑΟΖ δεν μπορεί να ανήκει ούτε στην ανοιχτή θάλασσα, γιατί το νομικό καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας χαρακτηρίζεται από τη συνολική επικράτηση της αρχής της ελευθερίας. Η ανοιχτή θάλασσα είναι μια ζώνη όπου δεν υπάρχει «κυριαρχία», δηλαδή είναι μια ζώνη κοινής χρήσης από όλα τα κράτη, κάτι βέβαια που δεν ισχύει για την ΑΟΖ.

Επιπλέον η έννοια της ΑΟΖ έχει γίνει κατανοητή ως μια προστατευτική ζώνη, όπου το παράκτιο κράτος θα διατηρεί έναν σοβαρό έλεγχο των ζώντων και μη πλουτοπαραγωγικών πηγών του.

Επίσης η απόσταση των 200 ν.μ. περιλαμβάνει στις περισσότερες περιπτώσεις όλη την υφαλοκρηπίδα του παράκτιου κράτους, η οποία μέχρι τότε είχε οριστεί ως μία απόσταση όπου το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 200 μέτρα

Άρθρο 121 Καθεστώς των νήσων

Νήσος είναι μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά τη μέγιστη πλημμυρίδα. Εκτός όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης που εφαρμόζονται στις άλλες ηπειρωτικές περιοχές.

Οι βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.

Το Άρθρο 121, παράγραφος 2, του UNCLOS ήταν αυτό που πολέμησε η Τουρκία όσο τίποτε άλλο όλα τα χρόνια της διάσκεψης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς αντιδρούσαν η ελληνική και η κυπριακή αντιπροσωπεία όταν έβλεπαν ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονταν για πόλεμο. Είχαμε πάντα τη φαρέτρα μας έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο. Η UNCLOS αποτέλεσε μια μεγάλη νίκη για τα ελληνικά νησιά και ιδιαίτερα για το ξεχασμένο σύμπλεγμα του Καστελόριζου.

Το Καστελόριζο απέχει 80 μίλια από τη Ρόδο, 170 μίλια από την Κύπρο, αλλά μόνο 1 μίλι από την Τουρκία. Έχει έκταση 5 τετραγωνικών μιλίων και κατοικείται από περίπου 400 κατοίκους, ενώ στο τέλος του 19ου αιώνα είχε 10.000 κατοίκους.

Βέβαια αυτή η «νίκη του Καστελόριζου» δεν ήταν καθόλου εύκολη. Άρχισε το 1973 και τελείωσε το 1982. Οι αντιπροσωπείες της Ελλάδας, της Κύπρου, του Τρινιντάντ-Τομπάγκο και του Ηνωμένου Βασιλείου, που συμμετείχαν στην 3η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, πρωτοστάτησαν για τη δημιουργία του ανωτέρω άρθρου.

Η Τουρκία δέχεται ότι όλα τα νησιά δικαιούνται να έχουν τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις ηπειρωτικές ακτές, πλην όμως ότι τα νησιά του Αιγαίου αποτελούν μια «ειδική περίσταση», στερούμενα έτσι του δικαιώματος αυτού. Αλλά το UNCLOS του 1982 αναφέρει ρητά (άρθρο 121, παράγραφο 2) ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι η ΑΟΖ ενός νησιού καθορίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζεται και για τις ηπειρωτικές περιοχές. Επομένως η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ΑΟΖ τα ίδια επιχειρήματα που προβάλλει για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, ότι δηλαδή τα νησιά μας δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ότι «κάθονται» πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας, γιατί η ΑΟΖ δεν έχει κανένα γεωλογικό «παρελθόν».

Άλλωστε η UNCLOS έχει καταργήσει τη γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδας και έτσι η Τουρκία έχει απωλέσει και αυτό το επιχείρημα.

Από τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 μέχρι το 1973 το Αιγαίο Αρχιπέλαγος ελεγχόταν και κυριαρχούνταν, από στρατιωτική, οικονομική και πολιτιστική άποψη, από την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η Τουρκία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την κατάσταση και ποτέ δεν αμφισβήτησε το ισχύον  νομικό καθεστώς.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1973, όταν ανακαλύφθηκαν κοιτάσματα πετρελαίου έξω από τη νήσο Θάσο από την αμερικανική εταιρεία Oceanic Exploration. Εκείνη την περίοδο, βασικά για λόγους πολιτικής εσωτερικής κατανάλωσης, οι δικτάτορες που κυβέρνησαν την Ελλάδα από το 1967 μέχρι το 1974 ανακοίνωσαν ότι τα κοιτάσματα ήταν μεγάλης εμπορικής αξίας, χωρίς να αντιληφθούν τις διεθνείς επιπτώσεις αυτής της πράξης τους.

Η Τουρκία αμέσως αντέδρασε και την 1η Νοεμβρίου 1973 έδωσε στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων TRAO δικαιώματα εξερεύνησης υδρογονανθράκων στο ανατολικό Αιγαίο. Η περιοχή στην οποία η Τουρκία έδωσε δικαιώματα εξερεύνησης ξεκάθαρα επικάλυπτε της περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας των νησιών Λήμνου, Σαμοθράκης, Αγίου Ευστρατίου, Λέσβου και Χίου.

Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι πριν το 1973 δεν υπήρξε καμία παραβίαση της αιγιαλίτιδας ζώνης μα και του εναερίου χώρου μας και, το πιο σημαντικό, καμία βλέψη στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος. Έτσι από το 1973 άρχισαν οι παραβιάσεις της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εναερίου χώρου μας και το 2017 έχουν φτάσει σε πρωτόγνωρο επίπεδο και αγγίζει τις 3.000 παραβιάσεις στον αέρα και 1.700 στις θάλασσα.

Ο Εφιάλτης της Συνεκμετάλλευσης

Εάν όλες αυτές οι εξελίξεις οφείλονται σε αμερικανική πρωτοβουλία, τότε δεν πρέπει να εκπλαγούμε εάν έχει τεθεί στο τραπέζι και το θέμα της συνεκμετάλλευσης. Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν την λέξη «συνεκμετάλλευση» για πρώτη φορά το 1975. Οι ΗΠΑ ζήτησαν τότε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να ξεκινήσει συνομιλίες για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου,  αλλά αυτός αρνήθηκε να το κάνει, κάτι που ενόχλησε πολύ τους Αμερικανούς τότε.

Αργότερα, οι Αμερικανοί ζήτησαν το ίδιο από τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και αυτός αρνήθηκε να το κάνει. Είναι προφανές ότι ορισμένα σενάρια επανέρχονται και μια και ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι Κωνσταντίνος Καραμανλής αλλά ούτε και Ανδρέας Παπανδρέου, φοβούμαι ότι  δεν θα έχει πρόβλημα να δεχθεί αυτή την πρόταση από τους Αμερικανούς φίλους του.

ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΧΑΓΗ

Σε μια μεγάλη αντιπαράθεση για τα νησιά του Αιγαίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση μεταξύ του Τούρκου ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου και βουλευτών του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, ο Τσαβούσογλου είπε μεταξύ άλλων για την ελληνοτουρκική διαφορά στο Αιγαίο: «Ή να τα επιλύσουμε μέσω διπλωματίας, ή να προσφύγουμε στο διεθνές δικαστήριο, ή να στείλουμε στρατό και να τα πάρουμε τα νησιά. Εμείς συνεχίζουμε τη διπλωματία με την Ελλάδα. Αν δεν συμφωνήσουμε, η Εθνοσυνέλευση θα αποφασίσει για τις εναλλακτικές και εμείς θα τις εφαρμόσουμε.»

Εμείς πρέπει να απορρίψουμε τα δύο εναλλακτικά σενάρια , πόλεμο και διπλωματία και να προσφύγουμε  στην Χάγη. Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει την επίλυση μέσω διπλωματίας για αυτό ανακοίνωσε, μετά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, ότι θα αρχίσει ο διάλογος για την υφαλοκρηπίδα, αλλά αυτή είναι μια συνταγή που έχει ξαναχρησιμοποιηθεί και δεν έχει φέρει αποτέλεσμα.

Είναι δύσκολο και ίσως παράτολμο να επιχειρήσει κανείς να προβλέψει τι είδους απόφαση θα λάβει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε περίπτωση που τελικά παραπεμφθεί σ’ αυτό η ελληνοτουρκική διαφορά για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ του Αιγαίου.

Έχοντας όμως υπόψη τις προηγούμενες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου σε παρεμφερείς διαφορές, μπορούμε να εικάσουμε ότι το Δικαστήριο θα χρησιμοποιήσει σ’ αυτή την περίπτωση την αρχή της «ίσης απόστασης – ειδικών περιστάσεων» και της ευθυδικίας (equity), αντί μόνο της αρχής της ίσης απόστασης.

Η απραξία των κυβερνήσεων της Ελλάδας τα τελευταία τριάντα χρόνια να μην ανακηρύξουν ΑΟΖ και να προβούν σε  ταυτόχρονη οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Κύπρο, αποτελεί μια τεράστια παράλειψη και πρέπει άμεσα να διορθωθεί.

Έτσι, πριν δεχτούμε να προσφύγουμε  στην Χάγη, πρέπει να προηγηθεί  η οριοθέτηση των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου και η οριοθέτηση των ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου.

Το επόμενο βήμα θα είναι μια συνάντηση της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου για να οριστεί το τριεθνές σημείο επαφής των τριών ΑΟΖ, το οποίο θα δίνει πλήρη επήρεια στο Καστελόριζο και στη Στρογγύλη και μετά να σταλούν οι γεωγραφικές συντεταγμένες στην έδρα του ΟΗΕ στην Νέα Υόρκη.

Η Τουρκία θα αντιδράσει άμεσα και θα έχει δύο εναλλακτικές λύσεις. Η μία θα είναι κήρυξη πολέμου στα τρία κράτη και η άλλη να απευθυνθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ζητώντας την παρέμβαση  του διεθνούς δικαστηρίου ως θιγόμενο κράτος.

Η Τουρκία θα μπορεί να ζητήσει παρέμβαση της Χάγης, κάτι που δικαιούται να πράξει, αφού όμως αναγνωρίσει προηγουμένως την αρμοδιότητα της Χάγης, αλλά η θέση της θα είναι πιο αδύναμη , εάν υπάρχει αυτή η τριεθνής οριοθέτηση, που θα πρέπει να διαθέτει και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ελλάδα και η Κύπρος για να αποδεχτούν να συμμετέχουν σε μία τέτοια διαδικασία θα απαιτήσουν από την Τουρκία να αποδεχθεί ότι το Διεθνές Δικαστήριο θα οριοθετήσει και τις ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου με την Τουρκία, διαφορετικά δεν θα δεχτούν να μεταβούν στην Χάγη.

Πάντως το Διεθνές Δικαστήριο, δυστυχώς, όχι μόνο φαίνεται να διστάζει να ακολουθήσει ένα προηγούμενο (precedent) σε περιπτώσεις οριοθέτησης, αλλά επίσης δεν έχει δημιουργήσει ορισμένους κανόνες, προς τους οποίους τα ενδιαφερόμενα κράτη θα μπορούσαν να στραφούν για καθοδήγηση.

Αν και δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι μια ζώνη 12 ν.μ. γύρω από τα νησιά θα είναι η εμπειρική μέθοδος για τις επόμενες αποφάσεις οριοθέτησης του Διεθνούς Δικαστηρίου, μπορούμε ωστόσο να υποστηρίξουμε ότι είναι ξεκάθαρο ότι η ΑΟΖ ενός νησιού δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το διεθνώς καθιερωμένο και αναγνωρισμένο μέγιστο της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Εάν δοθεί στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου μια ζώνη 12 ν.μ., τότε η ΑΟΖ της Τουρκίας θα είναι περιορισμένη. Εάν η οριοθέτηση γίνει με βάση το UNCLOS, η Τουρκία θα λάβει μόνο το 7,5% της συνολικής έκτασης του Αιγαίου.

Αλλά, μιας και το Διεθνές Δικαστήριο, με τις τελευταίες αποφάσεις του, έχει δώσει έμφαση στις αρχές της δικαιοσύνης (επιείκειας), η περιοχή που θα λάβει η Τουρκία θα είναι περίπου 10-12% του συνόλου της ΑΟΖ του Αιγαίου, υποθέτοντας βέβαια ότι τα ελληνικά νησιά δικαιούνται μιας ζώνης 12 ναυτικών μιλίων. Εάν μελετήσει κανείς τη διεθνή πρακτική στο θέμα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, θα παρατηρήσει ότι, σε σύνολο 216 συμβάσεων οριοθέτησης αυτών των θαλασσίων ζωνών, η αρχή της μέσης απόστασης (μέση γραμμή) ακολουθήθηκε σε 168 περιπτώσεις, δηλαδή σε ποσοστό 77,77%.

Το κύριο πρόβλημα που θα έχει η Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι αυτό του Καστελόριζου και της Στρογγύλης, διότι το Δικαστήριο, σε περιπτώσεις που ένα νησάκι βρίσκεται μπροστά σε έναν τεράστιο ηπειρωτικό χώρο ενός άλλου κράτους, ποτέ δεν δίνει «πλήρη επήρεια» σ’ αυτό το νησάκι.

Παρά το γεγονός ότι το θέμα της Χάγης έχει διαιρέσει τους Έλληνες ειδικούς σε χαμένους και κερδισμένους, προσωπικά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι η ουσία του θέματος. Το Δικαστήριο εκδίδει «αποφάσεις», τις οποίες όλα τα κράτη οφείλουν να αποδέχονται, ανεξάρτητα,  εάν έχασαν ή κέρδισαν.

Μέχρι πρόσφατα όλα τα  κράτη του κόσμου σεβάστηκαν τις αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων με εξαίρεση την Κίνα, που δημιουργεί ένα κακό προηγούμενο και ίσως η Τουρκία θα ήθελε να ακολουθήσει το παράδειγμα της σε μια αρνητική για αυτήν απόφαση της Χάγης.

Σημασία έχει ότι μια απόφαση της Χάγης, που θα γίνει σεβαστή από όλους, θα επιλύσει την ελληνοτουρκική διένεξη και η Ελλάδα δεν θα κινδυνεύει από τον τουρκικό επεκτατισμό, θα είναι ελεύθερη να κάνει γεωτρήσεις για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και θα μπορεί να αξιοποιήσει στο έπακρον την αλιευτική της δυνατότητα και να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο της ΑΟΖ για αιολική ενέργεια.

Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι όσοι προτείνουν προσφυγή στην Χάγη είναι σχεδόν «προδότες». Αλλά με αυτό το σκεπτικό θα ήταν προδότες και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, οι οποίοι επέμεναν ότι η διένεξή μας με την Τουρκία έπρεπε να καταλήξει στην Χάγη.

Η Τουρκία με επιθετικότητα και ασύστολο θράσος συνεχίζει για σαράντα χρόνια τώρα μια επιθετική και επεκτατική πολιτική στο Αιγαίο και τα τελευταία χρόνια και στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου, προβάλλοντας συνεχώς διεκδικήσεις, παραβιάζοντας όλους τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.  Ας σταματήσουμε, επιτέλους, το «φοβικό σύνδρομο» και να γίνει λοιπόν το 2018 η χρονιά της Χάγης.

Πηγή: Η απόπειρα θανατικής καταδίκης της ΑΟΖ και της Αιγιαλίτιδας Ζώνης: Κίνδυνος η “Δημιουργική Ασάφεια” http://mignatiou.com/2017/12/i-apopira-thanatikis-katadikis-tis-aoz-ke-tis-egialitidas-zonis-kindinos-i-dimiourgiki-asafia/