Αρχική Blog Σελίδα 2865

Αλβανία-Τουρκία: Μία ισχυρή και επικίνδυνη σχέση στην βόρεια «αυλή» της Ελλάδας

0

Γράφει ο Νικολάου Νικόλαος*

File Photo: Puppets of Albanian Prime Minister Edi Rama, drug trafficants and former lawmakers placed by Albanian opposition supporters in front of police officers during a protest in Tirana, Albania. EPA, MALTON DIBRA FEBRUARY 3, 2018

Η Αλβανία έχει σημαντική αξία γα την Τουρκία. Αυτό έγινε ιδιαίτερα αντιληπτό από την μεταψυχροπολεμική εποχή και έπειτα. Ως απόρροια, η τουρκική πλευρά έχει επενδύσει μεγάλο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στην ενδυνάμωση των διμερών αυτών σχέσεων  από την δεκαετία του 1990. Πλέον, η αλβανο-τουρκική σχέση έχει εδραιωθεί και η Τουρκία είναι σύμμαχος της Αλβανίας. Μία τέτοια εξέλιξη όμως δημιουργεί ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν από την ελληνική πλευρά.

Οι αλβανο-τουρκικές σχέσεις (1992-2017)

Σκοπός του άρθρου δεν είναι να προβεί σε εκτενή ιστορική αναδρομή των σχέσεων των δύο αυτών κρατών παρά μόνο να αναφέρει τα γεγονότα-σταθμούς. Ήδη από την δεκαετία του 1990 με την πτώση του καθεστώτος Ενβέρ Χότζα και την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η Τουρκία αντιλαμβανόμενη την γεωπολιτική αναβάθμιση του αλβανικού πληθυσμού και θέλοντας να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη προσέγγισε στενά την Αλβανία.

Έτσι, βασιζόμενη στο μουσουλμανικό θρήσκευμα (58,79% του αλβανικού πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι), η τουρκική πλευρά μέσω του κινήματος Φετχιουλλάχ Γκιουλέν απέκτησε μεγάλη επιρροή. Το Κίνημα συμμετείχε στην κατασκευή ισλαμικών σχολείων (μαντράσσας) ενώ το 2011 εγκαινίασε το νέο «ισλαμικό» πανεπιστήμιο Μπεντέρ στα Τίρανα.

Επίσης, η τουρκική κρατική χρηματοδοτική εταιρεία Diyanet συνεργάζεται με αλβανικές μουσουλμανικές θρησκευτικές οργανώσεις ενώ έχει αναλάβει την κατασκευή του τζαμιού στα Τίρανα που όταν ολοκληρωθεί θα αποτελεί το μεγαλύτερο τζαμί στα Βαλκάνια.

Παράλληλα, η Τουρκία προσφέρει και ανθρωπιστική βοήθεια. Τουρκικές φιλανθρωπικές οργανώσεις όπως η IHH χρηματοδοτούν κέντρα διαβίωσης ορφανών παιδιών και όχι μόνο. Κύριο ρόλο σε αυτήν την δράση διαδραματίζει η τουρκική πρεσβεία στα Τίρανα.

Στον οικονομικό τομέα η Τουρκία αποτελεί βασικό οικονομικό εταίρο της Αλβανίας. Ήδη από το 1992 τουρκικές χρηματοδοτήσεις κατέκλυσαν την Αλβανία σε μία προσπάθεια να ανταγωνιστούν την ελληνική οικονομική και επενδυτική παρουσία. Με την άνοδο όμως του ΑΚP το 2003 και την σταδιακή βελτίωση της τουρκικής οικονομίας, η τουρκική πλευρά επέστρεψε πιο δυναμική.

Τουρκικές εταιρείες έχουν επενδύσει σε στρατηγικής σημασίας τομείς της αλβανικής οικονομίας (υποδομές, ενέργεια, αεροδρόμια). Ταυτόχρονα, οι εμπορικές σχέσεις είναι πολύ καλές ιδίως από το 2010 και έπειτα.

Το 2012 η Αλβανία απορροφούσε τουρκικές εξαγωγές σε πολύ μεγάλο βαθμό. Μέχρι και το 2013 1,5 δις δολλάρια είχαν επενδυθεί από Τούρκους στην Αλβανία. Επιπλέον, οι τουρκικές αερογραμμές (Turkish Airlines) επρόκειτο να αναλάβουν την ανασύσταση των αλβανικών αερογραμμών. Τον Ιούλιο του 2017 ο Έντι Ράμα συναντήθηκε στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ» της Κωνσταντινούπολης με τον Διευθυντή της Turkish Airlines Ιλκέρ Αϋτσί και η συνάντηση αυτή επιβεβαίωσε την τουρκική υποστήριξη στην πρωτοβουλία της αλβανικής κυβέρνησης.

Η τουρκική αρωγή προς τα Τίρανα είναι εμφανής και στον διπλωματικό τομέα. Η Άγκυρα ενίσχυσε την αλβανική υποψηφιότητα στον Οργανισμό Συνεργασίας Κρατών της Μαύρης Θάλασσας το 1992 και στα μέσα της δεκαετίας του 1990 στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνδιάσκεψης. Με την άνοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερτογάν και την προβολή του νεο-οθωμανισμού, οι αλβανο-τουρκικές διπλωματικές σχέσεις ενισχύθηκαν παρά κάποιες κρίσεις. Σημαντική ήταν η τουρκική υποστήριξη και συμβολή για την είσοδο της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ. Το πόσο ουσιαστική είναι η γεωπολιτική σημασία της Αλβανίας για την Τουρκία το αποτυπώνει ο Αχμέτ Νταβούτογλου όταν υποστηρίζει ότι για να λάβει ηγετική θέση η Τουρκία δύο λαούς είναι καλό να προσεγγίσει: τους Βόσνιους και τους Αλβανούς.

Μάλιστα, η Αλβανία θεωρείται ως εξισορροπητικός παράγοντας για την τουρκική εξωτερική πολιτική στην βαλκανική χερσόνησο.

Τέλος, στον στρατιωτικό τομέα οι σχέσεις μπορούν να χαρακτηριστούν άριστες. Ευθύς αμέσως με την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η τουρκική πλευρά έσπευσε να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση του αλβανικού στρατού. Το 1992 υπέγραψαν τα δύο κράτη μία συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας που είχε ως στόχο την εκπαίδευση του αλβανικού στρατιωτικού προσωπικού, τον εφοδιασμό του αλβανικού στρατού με τουρκικά οπλικά συστήματα και την διεξαγωγή κοινών ασκήσεων.

Ένα ακόμα στοιχείο της ανωτέρω συμφωνίας είναι και το ότι δόθηκε η δυνατότητα σε τουρκικές εταιρείες να επιδιορθώσουν την βάση Πασά Λιμάν του αλβανικού ναυτικού στην επαρχία του Βλόρε. Σαν αντάλλαγμα, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν για δικούς τους λόγους.

Προκειμένου να ενισχυθεί η τουρκική στρατιωτική παρουσία ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο αφίχθη στο λιμάνι του Δυρραχίου. Έκτοτε και με την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία εκπαιδεύει τους Αλβανούς στρατιώτες, συνδράμει στον εκσυγχρονισμό του αλβανικού στρατού και στην διεξαγωγή στρατιωτικών γυμνασίων. Την δυναμική της διμερούς αυτής σχέσης φανερώνει και η κατάληξη δύο διπλωματικών κρίσεων. Η μία αφορούσε την κυβέρνηση Σάλι Μπερίσα το 2012. Η τελευταία σκόπευε να απέχει από την ψηφοφορία για την αναβάθμιση του status  της Παλαιστινιακής Αρχής στον Ο.Η.Ε.. Παρά τις τουρκικές πιέσεις για να ψηφίσει «ναι», η αλβανική στάση έμεινε σταθερή. Η δεύτερη κρίση αφορούσε τις κυρώσεις στην δραστηριότητα του Κινήματος Γκιουλέν. Τον Μάϊο του 2015 η κυβέρνηση Ερτογάν ζήτησε να κλείσουν όλα τα σχολεία που είχαν χρηματοδοτηθεί από το Κίνημα. Η αλβανική κυβέρνηση παρά τις πιέσεις αρνήθηκε. Όμως, τον Οκτώβριο του 2017 κατόπιν διεθνούς εντάλματος σύλληψης εκδοθέν από την Τουρκία συνελήφθη ο Μωχάμμεντ Αϋντογκμούς στέλεχος της παράταξης Γκιουλέν. Κατόπιν έρευνας της αλβανικής αστυνομίας και της Interpol απεδείχθη ότι είχε διαρρεύσει τουρκικά απόρρητα στοιχεία μέσω του Twitter (2013-14) και συνελήφθη στο Δυρράχιο. Οι δύο αυτές κρίσεις δεν φαίνεται να έχουν μεταβάλει ριζικά τις διμερείς σχέσεις προς το χειρότερο.                                                                                                                Απειλείται η Ελλάδα; Όλη η ανασκόπηση των αλβανο-τουρκικών σχέσεων δείχνει ότι εκείνες αποτελούν ζήτημα ασφάλειας για την Ελλάδα. Ήδη από την δεκαετία του 1990 όταν η ελληνική πλευρά διεδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα βαλκανικά ζητήματα υπήρχε καχυποψία από την Αθήνα για κάποιες κινήσεις της Τουρκίας. Η προσπάθεια προσεταιρισμού του αλβανικού μουσουλμανικού κόσμου σε συνδυασμό με την απόκτηση βάσεων στην Ανδριατική θάλασσα προκάλεσε την εντύπωση μίας «στρατηγικής» περικύκλωσης της Ελλάδας. Σήμερα, με τις κατά διαστήματα εντάσεις μεταξύ Αθήνας και Τιράνων, ο επαναπροσδιορισμός της ελληνικής στάσης μοιάζει πιο επιτακτικός από ποτέ.

Οι Τούρκοι είναι φανερό ότι προσπαθούν να προσεταιριστούν το μουσουλμανικό τμήμα των Αλβανών εντός και εκτός της Αλβανίας που είναι πολύ μεγάλο. Με άλλα λόγια η ύπαρξη ενός μουσουλμανικού «μετώπου» στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης αν συνυπολογιστεί και η καταστροφή της θρησκευτικής κληρονομιάς των Ελλήνων της νότιας Αλβανίας. Παράλληλα, δεν θα είναι περίεργο αν η τουρκική εξωτερική πολιτική ενισχύει τις αλβανικές διεκδικήσεις προκαλώντας μεγαλύτερο αναβρασμό στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις. Εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας- Αλβανίας αν συνεκτιμηθούν με το εκκρεμές ζήτημα της ονομασίας της Π.Γ.Δ.Μ. αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την τουρκική επεμβατικότητα και επίσης μπορούν να αποσπάσουν την ελληνική ηγεσία από άλλα θέματα. Με την σχεδόν αδιαμφισβήτητη επιρροή της Άγκυρας στο εσωτερικό της Αλβανίας καθίσταται δύσκολο για τις ελληνικές επιχειρήσεις και την ελληνική διπλωματία να ανακτήσουν το έδαφος που απωλέσθηκε με την οικονομική κρίση. Με τον τουρκικό στρατό να ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό την οργάνωση του αλβανικού και να χρησιμοποιεί ελεύθερα βάσεις του είναι φανερή η τουρκική κυριαρχία στην Αλβανία.

Εν κατακλείδει, η σχέση Αλβανίας- Τουρκίας είναι ζήτημα που πρέπει να ανησυχήσει την Αθήνα. Δημιουργείται ένας στρατηγικός άξονας Τιράνων- Άγκυρας στην βόρεια «αυλή» της ελληνικής επικράτειας. Το τι ενέργειες μπορεί να πράξει η Ελλάδα είναι θέμα άλλου άρθρου ωστόσο είναι αδήριτη ανάγκη η ελληνική ηγεσία να επανεξετάσει τις κινήσεις της και να λάβει σοβαρά υπ’όψιν το ζήτημα ασφάλειας που ανακύπτει πριν να είναι αργά. (Mεταπτυχιακός φοιτητής διεθνών σχέσεων)- [email protected]

Πηγή: Αλβανία-Τουρκία: Μία ισχυρή και επικίνδυνη σχέση στην βόρεια «αυλή» της Ελλάδας http://mignatiou.com/2018/02/alvania-tourkia-mia-ischiri-ke-epikindini-schesi-stin-voria-avli-tis-elladas/

Τα συλλαλητήρια και οι πρόθυμες ελίτ

0

του Απόστολου Αποστολόπουλου  – 

Καμία ορατή ανάγκη, κάποιος κίνδυνος για τα εθνικά συμφέροντα, δεν επιβάλλει να λυθεί το Σκοπιανό εδώ και τώρα. Το επιχείρημα ότι η λύση του Σκοπιανού στερεώνει την ειρήνη είναι οφθαλμοφανώς ανυπόστατο. Αναταραχή στην περιοχή μόνο ξένες δυνάμεις μπορούν να προκαλέσουν. Οι Βαλκάνιοι ούτε την όρεξη έχουν, πλέον, για φασαρίες ούτε διαθέτουν την απαραίτητη ισχύ. Η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στην Ευρώπη βρίσκεται στα Σκόπια και στόχος είναι να μετατραπεί σε νατοϊκή αλλά δεν κινδυνεύει η ισορροπία στα Βαλκάνια από μια μικρή καθυστέρηση.

Η πίεση των Αμερικανών για το Σκοπιανό συνδέεται με την πίεση για λύση του Κυπριακού και αγνοεί και στις δυο περιπτώσεις τα ειδικά ελληνικά συμφέροντα. Όχι διότι επικρατεί κάποιος ανθελληνισμός στην Ουάσιγκτον. Αλλά επειδή εκτιμούν ότι η Ελλάδα χωρίς να είναι ασήμαντη δεν έχει να προσφέρει κάτι το καθοριστικό στη σύγκρουση με τη Ρωσία. Ουδείς εδώ φαίνεται διατεθειμένος να πεθάνει για τις υποτιθέμενες «δυτικές αξίες». Οι εθνομηδενιστές, δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης, έχουν υπονομεύσει την ιδέα της θυσίας για την πατρίδα ενώ οι Σύμμαχοι έχουν απογοητεύσει βαθιά κάθε νοήμονα φίλο της Δύσης.

Μόλις προχθές ο Αμερικανός Τζ. Σταυρίδης, πρώην Διοικητής του ΝΑΤΟ, δήλωσε ότι η Τουρκία είναι «πολύτιμη για τη Δύση» και με κανένα τρόπο δεν πρέπει να χαθεί χάριν των Κούρδων. Για τους ίδιους λόγους και με την ίδια λογική για ποιο λόγο σε μια κρίσιμη στιγμή δεν θα θεωρηθεί χρήσιμο (για να μην πω απαραίτητο) να ικανοποιηθεί η Τουρκία με μερικά «δώρα» στο Αιγαίο και στη Θράκη; Ώστε να σταματήσει αυτά τα παιχνίδια με τον Πούτιν; Έτσι δεν έγινε με την Κύπρο; Δωράκι στην Τουρκία ήταν η διπλή εισβολή στην Κύπρο. Γιατί να μη γίνουν τα ίδια με τα Σκόπια;

Η μπόσικη ελληνική ελίτ

Η ελληνική ελίτ έχει αποδειχθεί πολύ «μπόσικη» στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων. Και πολύ κοντόθωρη γιατί ξεπουλώντας αυτή τη χώρα πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται. Ο πατριωτισμός θα ήταν προς το συμφέρον της. Μπας και διασώσει κάτι από όσα έχει. Αλλά η εθελοδουλεία την έχει μετατρέψει σε άβουλη ζύμη, την έχει αποβλακώσει. Η ελληνική και η σκοπιανή ελίτ, με τις δυο καινούργιες κυβερνήσεις τους και με την αρωγή του Μάθιου Νίμιτς, δίνουν την εικόνα ότι ιδρώνουν και λαχανιάζουν για να περάσουν με καλό βαθμό ένα «τεστ» που τους έβαλε αιφνιδίως και άνευ πραγματικού λόγου ένας δύστροπος επικυρίαρχος.

Ώστε αυτός, σαν καλός εκπαιδευτής, να αποφασίσει αν τα «στραβάδια» θα αποφοιτήσουν και θα συνεχίσουν ή θα φωνάξει τους επόμενους. Αυτό είναι το ύστατο και πραγματικό νόημα αυτού που λέγεται «σκοπιανό πρόβλημα». Μια δοκιμασία αν το «στραβάδι» θα βρει που είναι και θα φέρει πρόθυμα το μπαλάκι πίσω όταν ο κύριος το πετάξει λίγο πάρα πέρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν η τελευταία ελπίδα του πολιτειακού και πολιτικού συστήματος για μια στοιχειώδη αυτό-ανανέωση. Αλλά αυτή, η ξεδοντιασμένη από χρόνια, αριστερά, παραδόθηκε, ξέπνοη και πρόθυμη, με την πρώτη πίεση των άμυαλων εγχώριων και άπληστων ξένων ισχυρών κέντρων αποφάσεων.

Δεν είχε άλλωστε κάτι διαφορετικό να προτείνει. Το βέτο του Βουκουρεστίου ήταν κυριολεκτικά το «κύκνειο άσμα» των όποιων «δεξιών» πατριωτικών πνευματικών, πολιτικών, οικονομικών δυνάμεων του τόπου. Το έκαναν, κυνηγήθηκαν στο πρόσωπο του Καραμανλή και παρέδωσαν το πνεύμα. Πλέον ούτε μιλάνε ούτε λαλάνε. Στα αριστερά η επικράτηση των εθνομηδενιστών είναι απόλυτη με κάποιες έντιμες αλλά αδύναμες ατομικές ή συλλογικές εξαιρέσεις.

Στον «ενδιάμεσο» χώρο, της υποτιθέμενης κεντροδεξιάς ή κεντροαριστεράς, (τίτλοι πλαστοί, άνευ αντικρίσματος στην πραγματικότητα), εμφανίζονται διάφορα «παιδιά του σωλήνα» που το μόνο που αποδεικνύουν είναι ότι οι καιροσκόποι πάντα βρίσκουν διεξόδους και προστάτες για να εκτραφούν και να ευδοκιμήσουν.

Η δύναμη των συλλαλητηρίων

Τη φόρα να λυθεί μάνι-μάνι το Σκοπιανό και χωρίς προσοχή στις λεπτομέρειες (όπου

για την συνέχεια slpress.gr/politiki/ta-syllalitiria-kai-oi-prothimes-elit/

Το Μακεδονικό και η τουρκική απειλή

0

του Θοδωρή Καρναβά  – 

Ξαφνικά είδαμε την ελληνική κυβέρνηση να εμφανίζεται επισπεύδουσα όσον αφορά τη «λύση» του Μακεδονικού. Επίσημη δικαιολογία είναι ότι το πρόβλημα αυτό δεν είναι σοβαρό και πρέπει επιτέλους να διευθετηθεί άμεσα, επειδή κοστίζει στην Ελλάδα η επί δεκαετίες εκκρεμότητα. Είναι όμως έτσι; Ποια η σημασία μιας διευθέτησης με ελληνική υποχώρηση και δικαίωση της σκοπιανής αδιανόητης προπαγάνδας;

Λέγεται ότι το γειτονικό μας κράτος, ένα κράτος μικρό, αδύναμο, ετερογενές, δεν συνιστά ρεαλιστική απειλή για την Ελλάδα. Συνεπώς, δεν θα ήταν κόστος για την Ελλάδα να υποχωρήσει. Όμως, το μικρό μέγεθος και η αδυναμία των Σκοπίων θα ήταν λόγος υποχώρησης από τη δική τους μεριά και όχι από τη μεριά της Ελλάδας. Και είναι τουλάχιστον ειρωνεία ότι αυτά τα ισχυρίζονται κυρίως αυτοί που στα ελληνοτουρκικά υποστηρίζουν την ενδοτικότητα, διότι «η Τουρκία είναι ισχυρή». Και επιπλέον, κανένα κράτος δεν μπορεί να πολιτεύεται στις διεθνείς του σχέσεις με γνώμονα απλά τον εφήμερο συσχετισμό δυνάμεων.

Τι θα μπορούσε να συμβεί άραγε, αν η επιχειρούμενη περιφερειοποίηση της Ελλάδας στο πλαίσιο της ΕΕ και αλλοίωση της δημογραφικής της σύνθεσης με τα μεταναστευτικά κύματα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα ολόκληρες περιφέρειες της χώρας σε φυγόκεντρες τάσεις από τον εθνικό κορμό; Και αν, εν τω μεταξύ, η «μακεδονική» προπαγάνδα αφεθεί να υποσκάψει για χρόνια το ελληνικό εθνικό φρόνημα των βόρειων περιφερειών;

Ακόμα, είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ότι τα Σκόπια είναι πολύ πιθανό να μην επιβιώσουν ως κράτος. Αν ο «Μακεδονισμός» επιβιώσει χάριν της δικής μας ενδοτικότητας, τότε σε περίπτωση διαμελισμού του κράτους μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας, η «μακεδονική» ταυτότητα θα περιέλθει ως εργαλείο στη διάθεση της Βουλγαρίας. Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κληρονόμο του «Μακεδονισμού», ένα κράτος πιο μεγάλο και ισχυρό, με ιστορικές βλέψεις στο Αιγαίο.

Εθνική ήττα

Επιπρόσθετα, μια υποχώρηση της Ελλάδας στο ζήτημα αυτό απέναντι σε ένα εμφανώς πιο αδύναμο κράτος, θα δώσει το σύνθημα ότι η Ελλάδα είναι ευάλωτη σε οποιαδήποτε πίεση. Θα αποδυναμώσει τη διεθνή της θέση, από τη στιγμή που δε θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί θεμελιώδη δικαιώματά της. Και αυτό θα ανοίξει, παρά θα κλείσει, την όρεξη επίδοξων επεκτατικών γειτόνων.

Υπάρχει και η άποψη ότι η Ελλάδα οφείλει να κλείσει άμεσα, έστω και με κόστος, το ζήτημα αυτό, προκειμένου να επικεντρωθεί στην εξ ανατολών απειλή. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει. Για να επικεντρωθεί η Ελλάδα στην εξ ανατολών απειλή, οφείλει να σβήσει όποια άλλη εστία διεκδίκησης εναντίον της. Με την υποχώρησή της, η Ελλάδα δεν σβήνει την εστία του φαντασιακού «μακεδονικού» αλυτρωτισμού, αλλά επικυρώνει την αναζωπύρωσή της.

Τέλος, αποδοχή της εξωφρενικής προπαγάνδας των Σκοπίων δεν σημαίνει απλά μια υπογραφή εκ μέρους μας. Σημαίνει σε βάθος χρόνου την ανοχή όλου του πλέγματος των δράσεων που στηρίζουν το σφετερισμό της ιστορίας μας. Σημαίνει, μεταξύ άλλων, την ανοχή εκδηλώσεων «μακεδονικού» πολιτισμού και αλυτρωτισμού. Σημαίνει τελικά τον εθνικό και πολιτισμικό μας αυτοακρωτηριασμό. Οι συνέπειες μιας ελληνικής υποχώρησης απέναντι στην πολιτική των Σκοπίων επιφέρει μακροπρόθεσμα πολύ σοβαρές συνέπειες. Δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για το μέλλον.

Η Ελλάδα δεν αντέδρασε στην πολιτική Τίτο περί «μακεδονικού» έθνους επί 45 χρόνια και αυτό μας έφερε μπροστά στο κράτος των Σκοπίων το 1990. Ο λόγος ήταν μάλλον ότι δεν έπρεπε να ενοχληθεί ο Τίτο, σύμμαχος της Δύσης εναντίον των Σοβιετικών. Έπειτα, η Ελλάδα δεν αντέδρασε απέναντι στην 25ετή προπαγάνδα του κράτους των Σκοπίων και αυτό μας έφερε εδώ σήμερα. Ο λόγος ήταν μάλλον ότι δεν ήθελε η πολιτική ελίτ μας να ενοχλήσει τους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Αν η Ελλάδα δεν αντιδράσει αποτελεσματικά τώρα, θα έχει επαναλάβει το ίδιο σφάλμα. Κι αργότερα οι συνέπειες θα είναι πιθανά μη αντιστρεπτές.

slpress.gr/ethnika/to-makedoniko-kai-i-tourkiki-apeili

Μπιτσάκης για Μακεδονία: Οι αριστεροί αντιεθνικιστές βλέπουν μόνο τον ελληνικό εθνικισμό

0

 Ευτύχης Μπιτσάκης Τετάρτη, 31 Ιανουάριος, 2018


Το πρόβλημα δεν είναι σημερινό και ο ελληνικός εθνικισμός δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Εθνικισμός σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, των Μουσουλμάνων και των Πομάκων της Θράκης. Οξύνθηκε όμως τελευταία με την επιμονή των Σλαβομακεδόνων της FYROM να ονομάζουν τους εαυτούς τους Μακεδόνες και το κράτος τους Μακεδονία. Λοιπόν;

Ο αριστερός αντιεθνικιστής θα αντιτείνει: Κάθε λαός έχει δικαίωμα να επιλέγει το όνομα του έθνους ή της κρατικής του υπόστασης. Σύμφωνοι. Όμως με μια προϋπόθεση: ότι δεν θα πλαστογραφεί την ιστορία, δεν θα διεκδικεί τίτλους ή εδάφη που δεν του ανήκουν, και δεν θα απειλεί γειτονικούς λαούς. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι υπάρχει έθνος Σλαβομακεδόνων (επ’ αυτού φαντάζομαι έχουν γνώμη οι ιστορικοί). Το έθνος αυτό δικαιούται να επιλέξει όποιο όνομα θέλει, σεβόμενο τα αυτονόητα τα οποία σημείωσα.

Τι γίνεται λοιπόν με τη γειτονική Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη FYROM; Κατ’ αρχάς, στη FYROM συνυπάρχουν δύο εθνότητες: οι Σλαβομακεδόνες και οι Αλβανοί. Ας αγνοήσουμε όμως τις μεταξύ τους διαφορές και ας ασχοληθούμε μόνο με την ισχυρότερη εθνότητα: τους Σλαβομακεδόνες. Επίσης ας αναγνωρίσουμε το καθεστώς του έθνους σε αυτή την εθνότητα. Και ρωτάμε: Πότε εμφανίστηκαν οι Σλάβοι στον ελληνικό χώρο, και ειδικά στην ιστορική Μακεδονία; Γνωστό: τον 6ο, 7ο, 8ο αιώνα μ.Χ. Δηλαδή χίλια χρόνια περίπου μετά το Μακεδονικό βασίλειο και τον Αλέξανδρο. Δεν πάσχω από κανένα είδος προγονοπληξίας. Οι Μακεδόνες εξάλλου θεωρούνταν βάρβαροι από τους κατοίκους της Νότιας Ελλάδας. Είναι γνωστό ότι τα σλαβικά φύλα έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο και βαθμιαία αφομοιώθηκαν. Έμειναν βεβαίως τα τοπωνύμια, που πολλά επιβιώνουν μέχρι και σήμερα, παρ’ όλες τις μετονομασίες στις οποίες προχώρησε το ελληνικό κράτος. Όμως συμπαγείς σλαβικοί πληθυσμοί, πλειοψηφικοί, υπήρχαν μόνο σε ορισμένες περιοχές της βόρειας ελληνικής Μακεδονίας, και κυρίως στη βόρειο Μακεδονία, στη σημερινή FYROM. Πού στηρίζεται λοιπόν ο σλαβομακεδονικός, όψιμος και ανιστορικός εθνικισμός και ο συνακόλουθος αλυτρωτισμός;

Σημείωσα ότι η ιστορία δεν είναι σημερινή. Ένα παράδειγμα: Στη Γυάρο, στη δεκαετία του ’40 προς ’50, εκτός από Έλληνες, είχε και πολλούς Σλαβομακεδόνες κρατούμενους. Οι σχέσεις Ελλήνων-Σλαβομακεδόνων ήταν άψογες. Όμως οι τελευταίοι ήταν κάπως κλεισμένοι στον εαυτό τους, πράγμα κατανοητό αν σκεφτούμε και τα δικά τους μαρτύρια (διωγμοί, φυλακίσεις, εκτελέσεις) από το εθνικόφρον ελληνικό κράτος. Ως εδώ καλά. Όμως οι συμπαθείς Σλαβομακεδόνες ονόμαζαν από τότε τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Τι εννοούσαν μ’ αυτό;

(Μια προσωπική παρένθεση. Το 1948-49 ήμουν στη Γυάρο, στα «ανήλικα». Διαφώνησα με την 9η Ολομέλεια του ΚΚΕ για τους Σλαβομακεδόνες και εισέπραξα την πρώτη μου απομόνωση. Τέλος η παρένθεση).

Πώς φτάσαμε λοιπόν στη σημερινή διαμάχη; Είναι γνωστό ότι επί Τουρκοκρατίας στη Βαλκανική ζούσε ένα μωσαϊκό λαών: Έλληνες, Σλάβοι, Αλβανοί, Βλάχοι, Εβραίοι, Σαρακατσαναίοι κ.λπ. Παρά τις διαφορές, εθνοτικές και θρησκευτικές, οι λαοί αυτοί συνυπήρχαν, ειρηνικά κατ’ αρχάς, στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι ο Ρήγας οραματιζόταν μια ομοσπονδία λαών στη Βαλκανική. Η σχετική ωρίμανση της εθνικής συνείδησης των υπόδουλων είχε ως συνέπεια μια σειρά επαναστάσεις και τη συγκρότηση εθνικών κρατών. Αλλά η «οριστική» ρύθμιση της Βαλκανικής έγινε με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ως αποτέλεσμα των συμφερόντων των «μεγάλων δυνάμεων» και γενικότερα των τότε συσχετισμών δύναμης. Ο χώρος που αντιστοιχούσε στην, ας πούμε, ιστορική Μακεδονία κόπηκε στα τρία: Ελληνική Μακεδονία, Βουλγαρική και Βόρεια. Ανταλλαγή πληθυσμών, μεταναστεύσεις, διωγμοί, η Ελληνική Μακεδονία έγινε Ελληνική, η Βουλγαρική έγινε Βουλγαρική, και οι Σλαβομακεδόνες περιορίστηκαν κυρίως στη μετέπειτα FYROM.

Ήτανε δίκαιη η κατάτμηση της Βαλκανικής; Η απάντηση είναι γνωστή: Η Μακεδονία κόπηκε στα τρία. Η Βόρεια Ήπειρος δόθηκε στην Αλβανία, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου στην πολυεθνική Γιουγκοσλαβία, η Ανατολική Θράκη στην Τουρκία. Η «πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων» εφοδιάστηκε με νέα πυρίτιδα.

Δηλαδή: Οι αντιθέσεις μεταξύ των συγκροτημένων πλέον εθνών παγιώθηκαν. (Το έθνος δεν είναι «κατασκευή», αλλά το εθνικό κράτος συμβάλλει με τους μηχανισμούς του στην ολοκλήρωση της εθνικής συνείδησης.) Παρά ταύτα η Βαλκανική πέρασε μια μακρά περίοδο χωρίς πολέμους. Η «σοσιαλιστική» Γιουγκοσλαβία ειδικά κατόρθωνε να εξισορροπεί τις εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των εθνοτήτων της. Ως προς την τότε «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», το όνομά της δεν δημιουργούσε πρόβλημα για την Ελλάδα επειδή, πρώτον, η δημοκρατία αυτή δεν αποτελούσε κράτος και, δεύτερον, από την ονομασία προέκυπτε ότι επρόκειτο για μέρος της άλλοτε ενιαίας (ποιας ενιαίας;) Μακεδονίας.

Πώς ανατράπηκε λοιπόν η ασταθής έστω ισορροπία στη Βαλκανική; Ποιος έβαλε τη θρυαλλίδα στην μπαρουταποθήκη; Και πώς αντέδρασαν τότε πολλοί από τους αριστερούς αντιεθνικιστές μας;

Θυμίζω τα γεγονότα: Πρώτος πόλεμος (1991) με επικεφαλής τις ΗΠΑ «υπέρ της ελευθερίας των Κροατών και των Σλοβένων». Δεύτερος πόλεμος (1999) «υπέρ των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου». Οι τρομοκράτες του UCK, χρηματοδοτούμενοι και εξοπλισμένοι από τις ΗΠΑ, άλλοτε ονομάζονταν από τους Αμερικανούς τρομοκράτες και άλλοτε προστατευόμενοι και σύμμαχοι. Αποτέλεσμα: η καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας, η ραδιενέργεια από το απεμπλουτισμένο ουράνιο, η απόσχιση της Κροατίας και της Σλοβενίας το 1991 και της Βοσνίας το 1992. Η πολυεθνική Γιουγκοσλαβία δεν υπήρχε πλέον (κατά τον Κλαρκ, οι Αμερικανοί σχεδίαζαν τη διάλυσή της από τη δεκαετία του ’80).

Και οι τότε (και νυν;) αντιεθνικιστές μας; Υποστήριξαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας χάριν της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των Κοσοβάρων.

Αλλά επί Τίτο το Κόσοβο ήταν αυτόνομο. Και οι ΗΠΑ αργότερα σαμπόταραν συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία για την αυτονομία του Κοσόβου στα πλαίσια της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας. Γιατί;

Ο ανθρωπισμός των αντιεθνικιστών μας είναι αντιφατικός και τυφλός: Αντιεθνικιστές αυτοί, υποστήριξαν τις εθνικιστικές συμμορίες του UCK. Δέχτηκαν όλη τη χαλκευμένη προπαγάνδα εναντίον των Σέρβων και δεν διέκριναν τα κίνητρα των επιδρομέων. Και η κατάληξη: Η πολυεθνική Γιουγκοσλαβία ανήκει στο παρελθόν. Στο «απελευθερωμένο» Κόσοβο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, η πείνα και η πορνεία. Και οι ΗΠΑ εγκατέστησαν μεγάλη στρατιωτική βάση στο Κόσοβο, το οποίο προστέθηκε στον κατάλογο των προτεκτοράτων που δημιουργούν οι ΗΠΑ, οξύνοντας και τροφοδοτώντας υπαρκτές αντιθέσεις στην Ευρώπη, στην Ασία και όχι μόνο. Τι λένε σήμερα οι αριστεροί αντιεθνικιστές μας για τα τότε; Και τι λένε για την αποδοχή, εκ μέρους τους, του σχεδίου Ανάν για τη διχοτόμηση της Κύπρου;

Και η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας; Η Ελλάδα ορθώς δέχτηκε την προσωρινή ονομασία Πρώην… Γιατί όμως τα δύο μεγάλα κόμματα (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) δεν αξιοποίησαν το πακέτο Πινέιρο (1992) ώστε να επιτύχουν τότε μια αμοιβαία δεκτή ονομασία, τότε που η FYROM ήταν σχεδόν ανύπαρκτη διεθνώς; Επειδή το μικροκομματικό συμφέρον υπερίσχυσε του εθνικού, όπως συνήθως. Έκτοτε η FYROM αναγνωρίσθηκε ως Μακεδονία περίπου από 100 κράτη. Οι συνέπειες είναι γνωστές. Δηλαδή: Κατά την επίσημη και ανεπίσημη προπαγάνδα, οι Σλαβομακεδόνες είναι οι Μακεδόνες, απόγονοι του Αλεξάνδρου, απόγονοι των αρχαίων, ιδιοκτήτες του ήλιου της Βεργίνας, τον Αλέξανδρο τον έκαναν αεροδρόμιο, σε διάφορες χώρες παρελαύνουν ντυμένοι σαν αρχαίοι Έλληνες (όπως κάνουν και οι «δικοί μας» αρχαιόπληκτοι…). Κατά την προπαγάνδα τους οι «Μακεδόνες» (Σλαβομακεδόνες) είναι γηγενείς, ενώ οι Έλληνες έχουν υποσαχάρια καταγωγή. Αλλά θα αντιτείνει κανείς ότι αυτά είναι ανεπίσημη προπαγάνδα. Λάθος! Η αδιαλλαξία του Γκρουέφσκι είναι γνωστή: μόνο όνομα, Μακεδονία. Ο ίδιος άλλωστε έχει θέσει πρόβλημα «μακεδονικής μειονότητας» στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, αριστεροί αντιεθνικιστές κατηγορούν την Ελλάδα ότι δεν αναγνωρίζει τη «μακεδονική» και την τουρκική μειονότητα. Οι χάρτες και τα σχολικά εγχειρίδια επίσης δεν είναι ιδιωτική υπόθεση και οι χάρτες περιλαμβάνουν και την ελληνική Μακεδονία. Οι ΗΠΑ τούς αναγνώρισαν ως Μακεδονία, και φυσικά οι αμερικανοτραφείς που κυβερνούν αυτή τη χώρα ελπίζουν στη στήριξη των ΗΠΑ για να καμφθεί η ελληνική κυβέρνηση. Κυβέρνηση, ΜΜΕ, ιεράρχες, αγωνίζονται υπέρ ιερών και οσίων. Χάρτες που περιλαμβάνουν όλη τη Μακεδονία, ο επικεφαλής της «Μακεδονικής Εκκλησίας» Στέφανος ζητάει τη Θεσσαλονίκη, κ.λπ., κ.λπ.

Λοιπόν; Στην Ελλάδα υπάρχουν εθνικιστές: μέρος της πολιτικής ηγεσίας και της εκκλησίας (Άνθιμος εναντίον Στεφάνου…), απόγονοι των χουντικών, ακροδεξιοί του παρακράτους και, φυσικά, τα πιο καθυστερημένα στρώματα της κοινωνίας μας. Αλλά η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα και το «πατριωτικό» ελληνικό κεφάλαιο συνεργάζεται επωφελώς με τους «Σκοπιανούς» εκμεταλλευόμενο τη φτηνή εργατική δύναμη και τις αγορές τους, σε βάρος της ελληνικής εργατικής τάξης. Λοιπόν; Κατά τον 19ο αιώνα περίπου ολοκληρώθηκε κατά κάποιον τρόπο η εθνογένεση στα Βαλκάνια. Να δεχτούμε ότι οι Σλαβομακεδόνες αποτελούν έθνος. Γιατί όμως οι Σλαβομακεδόνες διεκδικούν τίτλους και εδάφη που δεν τους ανήκουν; Επειδή η συγκρότησή τους σε κράτος ήταν προϊόν ξένης επέμβασης και της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η πρώην και νυν (προπαντός η τελευταία) πολιτική «ελίτ» για να σωθεί έπαιξε –τι άλλο;– το χαρτί του εθνικισμού. Ταυτόχρονα επιδιώκει την είσοδο στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ με την απροσχημάτιστη βοήθεια των ΗΠΑ. Να υπάρξει λοιπόν, μετά το Κόσοβο, και δεύτερο προτεκτοράτο των ΗΠΑ στην περιοχή μας. Να δημιουργηθεί και εκεί δεύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ, ορμητήριο για νέους πολέμους «υπέρ της Δημοκρατίας».

Οι αριστεροί αντιεθνικιστές μας βλέπουν μόνο τον ελληνικό εθνικισμό. Δεν βλέπουν τα στρατηγικά παιχνίδια των ΗΠΑ πίσω από τις γελοιότητες των Σλαβομακεδόνων. Να εργαστούμε για τη συνεργασία των δύο λαών. Αυτό πρέπει να κάνουν οι αριστεροί, αντί να υποστηρίζουν έναν όψιμο εθνικισμό, χειραγωγούμενο από τις ΗΠΑ και ο οποίος αποβλέπει στην ενσωμάτωση αυτής της χώρας στην ΕΕ και στην πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ. Να οργανώνουμε συναντήσεις και συνέδρια με Σλαβομακεδόνες. Τους ρώτησαν όμως οι οργανωτές ποια είναι η θέση τους για τη «Μακεδονία», την ΕΕ και το ΝΑΤΟ;

Οι αριστεροί είναι διεθνιστές και γι’ αυτό πατριώτες. Η ελληνική Αριστερά ήταν πάντα πατριωτική. Απόδειξη: ο ρόλος της στην Κατοχή, οπότε μάλιστα το πατριωτικό επικάλυψε το ταξικό, με τις γνωστές συνέπειες. Αλλά οι αριστεροί αντιεθνικιστές φαίνεται ότι συγχέουν τον εθνικισμό με τον πατριωτισμό. Για μερικούς από αυτούς, εξάλλου, το έθνος είναι κατασκευή, η ιστορία απλή αφήγηση, και όμως οι ίδιοι, σε αντίφαση με τις γενικότερες ιδέες τους, υποστηρίζουν τον όψιμο και αμερικανοκινούμενο εθνικισμό των Σλαβομακεδόνων. Οι όψιμοι νεο-εθνικιστές της FYROM δημιουργούν και αυτοί τη «μυθολογία» τους, αναζητώντας (όπως όλοι οι εθνικιστές) ανύπαρκτους τίτλους καταγωγής και εδάφη στα οποία κάποτε κατοίκησαν, αλλά όπου δεν ήταν ούτε γηγενείς ούτε πλειοψηφία. Αυτός ο όψιμος, παραληρηματικός εθνικισμός δεν ενοχλεί τους αντιεθνικιστές μας, που προτείνουν να αναγνωρίσουμε το Μακεδονικό έθνος, την ταυτότητα και τη γλώσσα του; Γενικότερα: Οι νέοι εθνικισμοί, Κροάτες, Σλοβένοι, Κοσοβάροι, Αλβανοί, Σλαβομακεδόνες, Τσάμηδες, είναι μόνο εκδήλωση υπαρκτών προβλημάτων; Είναι άσχετοι με τη στρατηγική των ΗΠΑ στα Βαλκάνια; Οι Σλαβομακεδόνες προφανώς δεν θα μας κάνουν πόλεμο. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα;

Και η επίσημη ελληνική Αριστερά; Να αγωνιστεί εναντίον του αντιδραστικού ελληνικού εθνικισμού, και για την ειρηνική συμβίωση και συνεργασία των δύο λαών. Όνομα; Το μόνο αντίστοιχο με την υπαρκτή πραγματικότητα: Βόρεια Μακεδονία. Η FYROM είναι αυτό ακριβώς: Το βόρειο τμήμα της ιστορικής Μακεδονίας. Και η ελληνική κυβέρνηση; Με το βέτο, και χωρίς να το θέλει, προσφέρει υπηρεσία στον λαό της FYROM: τους γλιτώνει, επί του παρόντος, από την ενσωμάτωση την ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Αλλά: αν οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ θελήσουν να στηρίξουν την Αθήνα ως προς το όνομα, επειδή δεν θα το κάνουν από αντικειμενική κρίση, θα ζητήσουν ίσως από τη ΝΔ περαιτέρω στήριξη και εμπλοκή στα έργα τους στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ κ.λπ. «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Αλλά τι ήταν οι Δαναοί μπροστά στα αμερικανικά βομβαρδιστικά;

Τέλος: αριστερή εφημερίδα, αφού ορθώς καταγράφει τα εγκλήματα των «ιμπεριαλιστών» κ.λπ., ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα με την πολιτική της θα σπρώξει τους «Μακεδόνες» στην αγκαλιά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, «όπως η πολιτική του Μιλόσεβιτς έσπρωξε τους Κοσοβάρους στην αγκαλιά του Μπους». Μα οι «Μακεδόνες» μας διεκδικούν με πάθος αυτή την αγκαλιά, όπως την ποθούσαν και οι Κοσοβάροι και παλαιότερα οι Κροάτες. Δεν χρειάζεται λοιπόν ελληνικό «σπρώξιμο». Βούλγαροι, Κροάτες, Σέρβοι, Κοσοβάροι, Αλβανοί, όλοι αγωνίζονται να ενταχθούν στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Τι σημαίνει αυτός ο έρωτας; Πρώτον, είναι μια απόδειξη της αποτυχίας να οικοδομηθούν σε αυτές τις χώρες σοσιαλιστικές κοινωνίες και σοσιαλιστική συνείδηση. Δεύτερο, οι πολιτικές ηγεσίες έπαιξαν το χαρτί του εθνικισμού. Οι ΗΠΑ με τις επεμβάσεις τους όξυναν τις υπαρκτές αντιθέσεις και με τον πόλεμο αποσταθεροποίησαν τα Βαλκάνια. Οι Σλαβομακεδόνες έγιναν Μακεδόνες. Οι Αλβανοί εργάζονται σιωπηρά και συστηματικά για τη Μεγάλη Αλβανία. Και οι αντιεθνικιστές μας υποστηρίζουν αυτούς τους όψιμους και ως έναν βαθμό αμερικανοκίνητους εθνικισμούς αντιφάσκοντας με την ίδια την ιδεολογία τους.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/apopsin/mpitsakis-gia-makedonia-oi-aristeroi-antiethnikistes-vlepoyn-mono-ton-elliniko-ethnikismo#ixzz562BrCBTL
Follow us: @alfavita on Twitter | alfavita.gr on Facebook

Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω

13

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο στην κοινωνική ανοχή που όταν ξεπεραστεί αναπτύσσεται μια χειμαρρώδης δυναμική που δεν επιτρέπει στο ποτάμι να γυρίσει πίσω. Οι μεγάλοι ηγέτες διαισθάνονται αυτό το σημείο και φροντίζουν να μην το ξεπερνούν, ακόμα και αν σκέφτονται να κάνουν σημαντικότατες αλλαγές. Ο κανόνας δεν ισχύει για όσους πιστεύουν πως η κοινωνία είναι υποχείριό τους επειδή κάποια στιγμή τους εμπιστεύθηκε.

Και αυτήν την πολιτική εμπειρία βιώνουμε σήμερα, επί ΣΥΡΙΖΑ.

Στην Ελλάδα βρισκόμαστε σ’ αυτό το σημείο. Η κοινωνία όχι μόνο αντιδρά αλλά η κινητοποίησή της έχει πάρει χαρακτηριστικά κινήματος. Αυτοοργανωμένου κινήματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Σκοπιανό πρέπει να λυθεί. Αλλά πώς; Οι προτάσεις που έγιναν δημοσίως γνωστές και το όλο περίγραμμα της λύσης παραπέμπει σε μια σαλαμοποίηση του ζητήματος εντελώς προβληματική. Διαφαίνεται ένα όνομα, ίσως και σλαβικής προφοράς, αλλά μόνο για χρήση στους διεθνείς οργανισμούς. Το erga omnes δεν θα αφορά το συνταγματικό όνομα το οποίο θα χρησιμοποιείται στο εσωτερικό. Και το όνομα αυτό είναι «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Έγινε, επίσης, γνωστό από τον υπουργό εξωτερικών της γειτονικής χώρας πως δεν συζητείται ούτε το θέμα της ταυτότητας (άλλωστε και στο παρελθόν ο Μάθιου Νίμιτς είχε πει πως δεν έχει αρμοδιότητα να το συζητήσει), αλλά ούτε και το θέμα της ονομασίας της γλώσσας. Ο Νίκος Κοτζιάς, παρόλο που θα πίκρανε τον Καραμανλή τον νεότερο, αποκάλυψε πως το 1977 επί πρωθυπουργίας του θείου του και ιδρυτή της ΝΔ η Ελλάδα αποδέχθηκε την ονομασία της γλώσσας της γειτονικής χώρας ως «μακεδονικής» στο πλαίσιο σύσκεψης του ΟΗΕ στην Αθήνα.

Άρα στο εσωτερικό το όνομα «Δημοκρατία τη Μακεδονίας», η γλώσσα «μακεδονική» και η ταυτότητα «μακεδονική». Η διεθνής ονομασία αναζητείται και τα αλυτρωτικά ζητήματα παραπέμπονται σε συνομιλίες στο μέλλον. Θα λάβουν δε μια μορφή κατοχύρωσης, απροσδιόριστης προς το παρόν.

Το πολιτικό σύστημα φέρει τεράστιες ευθύνες για τον επιπόλαιο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε και αυτό το ζήτημα από τη στιγμή της δημιουργίας του, όπως και άλλα εθνικά θέματα. Γι’ αυτό και η απαξίωσή του στην κοινωνία είναι μεγάλη και καθολική.

Αυτήν την απαξίωση εκμεταλλεύτηκε ο Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του και κέρδισαν τις εκλογές και την ανοχή της κοινωνίας. Αλλά πολύ γρήγορα και αυτοί απέδειξαν πως βαδίζουν πάνω στις ίδιες σταθερές που κράτησαν την Ελλάδα καθηλωμένη στην υπανάπτυξη από την ημέρα που έγινε «ανεξάρτητο» κράτος. Διαφθορά, ρουσφέτι, μίζα, πελατειακή νοοτροπία. Όλα τα αναπαρήγαγαν στον ακραίο βαθμό ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το θέμα είναι ότι ο λαός το αντιλήφθηκε. Και ακόμη και όσοι ευεργετήθηκαν βρίσκονται πλέον στους δρόμους.

Η αγανάκτηση είχε συσσωρευθεί. Μια σπίθα χρειαζόταν για να σηκωθούν από τις καρέκλες τους. Και η σπίθα αυτή δόθηκε με το «Μακεδονικό». Ο κόσμος ένιωσε πως του τα πήραν όλα και τώρα του αμφισβητούν την ταυτότητα. Ε, αυτό ξεχείλισε το ποτήρι.

Ανοίγοντας το Σκοπιανό ο κ. Τσίπρας έπαιξε εν ου παικτοίς. Επιχείρησε να εκμεταλλευθεί ένα ευαίσθητο εθνικό θέμα αποβλέποντας σε πολιτικά και εκλογικά οφέλη. Στόχος του ήταν να διασπάσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κάτι που εν μέρει ίσως και να το πέτυχε.

Η ομάδα που κυβερνά δεν έχει κανένα πρόβλημα να διχάσει σε ακραία όρια την κοινωνία προκειμένου να πετύχει την παραμονή της στην εξουσία. Η συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης ανησύχησε τους κυβερνητικούς εταίρους και τώρα κάνουν το παν για να μην πετύχει η αυριανή συγκέντρωση της Αθήνας.

Με διάφορους τρόφιμους του βαθέος ή και του ρηχού κράτους δημιούργησαν ήδη κλίμα ανασφάλειας και κρατικής τρομοκρατίας, το οποίο έρχονται οι ίδιοι, υποτίθεται, να διαχειριστούν διαλύοντας ουσιαστικά τη συγκέντρωση από άποψη χωροταξίας. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν οι μπαχαλάκηδες και οι Ρουβίκωνες.

Είναι, όμως, αργά. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Και οι κυβερνώντες θα το συνειδητοποιήσουν όσα παρακρατικά μέσα και αν χρησιμοποιήσουν.

Η kolotuba πέρασε στο διεθνές πολιτικό λεξιλόγιο ως όρος που χαρακτήριζε τον κ. Τσίπρα. Τώρα με την πρακτική της κυβέρνησης στο πολιτικό λεξιλόγιο θα περάσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως όρος που θα σηματοδοτεί την κατάντια ενός πάλαι ποτέ αυτοαποκαλούμενου αριστερού κινήματος.

Στρατηγικές και επιχειρησιακές παράμετροι της τουρκικής επιχείρησης στο Αφρίν

0

Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου* Παρασκευή 02 Φεβρουαρίου 2018 liberal

Η έναρξη της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Κλάδος Ελαίας» εναντίον του κουρδικού καντονιού του Αφρίν στην Βόρεια Συρία, συνάδει πλήρως με το επιθετικό δόγμα Erdogan, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την προληπτική (preemptive-proactive ) χρήση στρατιωτική ισχύος, όπου διακυβεύονται ζωτικά τουρκικά εθνικά συμφέροντα.

Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, προεδρεύοντος του Τούρκου Προέδρου υπέδειξε την πιθανότητα δημιουργίας μιας αυτόνομης κουρδικής οντότητας στο έδαφος της Συρίας ως υπαρξιακή απειλή (existential threat) για την ενότητα του τουρκικού κράτους, λόγω της δυνητικής διασύνδεσής της με το κουρδικό στοιχείο που εδράζεται εντός της τουρκικής επικράτειας, αναβιώνοντας το εφιαλτικό «σύνδρομο των Σεβρών» για την τουρκική ηγεσία.

Σε αντιστοιχία με τις εξελίξεις στο εσωτερικό πεδίο, όπου ο Erdogan πιέζεται από την τουρκική αντιπολίτευση ενόψει των κρίσιμων εκλογών το 2019, το νέο τουρκικό δόγμα επιζητεί να καταστήσει την Τουρκία, διαμορφωτή των εξελίξεων σε περιφερειακό επίπεδο, επενδύοντας στην στρατηγική ανάκτηση της πρωτοβουλίας (Regaining the initiative at a strategic level) και στις επιχειρησιακές δυνατότητες της Άγκυρας στο πεδίο της μάχης.

Το πρώτο δείγμα του ανωτέρω δόγματος αποτέλεσε η περιορισμένης κλίμακας επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», όπου τουρκικές ειδικές δυνάμεις με την συνδρομή τουρκικών τεθωρακισμένων και φίλα προσκείμενων στην Άγκυρα ισλαμιστικών ομάδων της συριακής αντιπολίτευσης, επέδραμαν κατά των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους στην Αλ Μπαμπ (AL Bab) και των Κούρδων της YPG δυτικά της Μανμπίτζ (Manbij).

Η επιχείρηση εναντίον των Κούρδων στο Αφρίν σηματοδοτεί την δεύτερη επιχείρηση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλαίσιο των effects based operations, ήτοι των επιχειρήσεων που στοχεύουν πρωτίστως να επιτύχουν αποτελέσματα σε στρατηγικό επίπεδο, εν αντιθέσει με την συμβατική αντίληψη που επικεντρώνεται στον πόλεμο φθοράς (attrition) και εκμηδένισης (annihilation).

Πράγματι, η επιχείρηση αφενός λογίζεται ως ο συνδετικός κρίκος μιας επιχείρησης εναντίον της Manbij, αφετέρου δεν στοχεύει στην εκμηδένιση των κουρδικών δυνάμεων στο Αφρίν, παρά στην διασπορά τους, στην εξασθένιση της κουρδικής άμυνας και στην πλήρη απομόνωσή τους. Είναι χαρακτηριστικό πως η τουρκική επίθεση πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα από 6 προγεφυρώματα, από την ορεινή περιοχή του Barsaya, αντί των πεδινών περιοχών της Azaz στοχεύοντας σε τακτικό επίπεδο στην κατάληψη των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το Αφρίν και στην περικύκλωσή του.

Ο πρωταρχικός στόχος της επιχείρησης στο Αφρίν για την Τουρκία συνίσταται στο να κατορθώσει να ασκήσει επιρροή στους στρατηγικούς σκοπούς των εμπλεκομένων στην Συρία κυρίως στις ΗΠΑ και την Ρωσία, εξισορροπώντας (balancing) μεταξύ των δύο Μεγάλων Δυνάμεων εν είδει Επιτήδειου Ουδέτερου. Συνεπώς αντί απλώς της εξάλειψης των δέκα χιλιάδων μαχητών της YPG, η Τουρκία επιθυμεί να καταστεί ισχυρός παίκτης στο επιχειρησιακό περιβάλλον, επηρεάζοντας καταλυτικά την οριστική διευθέτηση της Συρίας μετά το πέρας του πολέμου.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Erdogan, το τουρκικό σχέδιο δεν αφορά μόνο το Αφρίν αλλά και τον θύλακα του Μανμπίτζ (Manbij), όπου εδρεύουν και αμερικανικές δυνάμεις, εξαιτίας των οποίων δεν προχώρησε η επόμενη φάση της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη». Περιλαμβάνει επίσης μετά την εκκαθάριση του καντονιού του Αφρίν, την εγκαθίδρυση στην περιοχή, ενός φιλικού προς την Τουρκία καθεστώτος.

Από τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής κρίσιμα ερωτήματα:

Α)Για ποιον λόγο οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν δυναμικά στην τουρκική επιχείρηση αποτρέποντάς την, όπως έκαναν και θα κάνουν πιθανότατα αν απειληθεί ο θύλακας του Μανμπίτζ (Manbij);

Β)Για ποιόν λόγο η Ρωσία επέτρεψε την τουρκική επιχείρηση και που αποσκοπεί;

Γ)Πως θα αντιδράσει η πλευρά του  Bashar al-Assad στην συνεχιζόμενη τουρκική επιθετικότητα;

Δ)Ποια τα ευρύτερα στρατηγικά κέρδη του Τούρκου Προέδρου Erdogan;

Ε)Τι σηματοδοτεί η επιχείρηση στο Αφρίν για τις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν στην τουρκική επιχείρηση, κυρίως γιατί η τουρκική επέμβαση μέχρι το Αφρίν, δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα στην συριακή κυβέρνηση του B. Assad να διατηρήσει υπό τον έλεγχό του το σύνολο της συριακής επικράτειας.

Η αμερικανική ηγεσία, έχοντας σπεύσει να δηλώσει πως οι κουρδικές δυνάμεις στο Αφρίν δεν εντάσσονται στις δυνάμεις που με την υποστήριξη των Αμερικανών μάχονται το Ισλαμικό Κράτος, ουσιαστικά μετατοπίζουν το ζήτημα στην συριακή και την ρωσική πλευρά. Η αμερικανική ηγεσία όμως είναι ξεκάθαρα αντίθετη σε μια προέλαση των τουρκικών δυνάμεων εναντίον της Μανμπίτζ, τον βασικό στόχο του τουρκικού επιτελείου, γεγονός που πιστοποιείται τόσο από το τηλεφώνημα Trump στον Τούρκο Πρόεδρο, όσο και από δηλώσεις ανώτερων Αμερικανών αξιωματούχων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον ,αν θα ρισκάρει ο Τούρκος πρόεδρος μια αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ στο μέτωπο της Μανμπίτζ, ή θα σταματήσει την προέλαση των δυνάμεών του, όπως συνέβη και στην προηγούμενη επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη».

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, η Ρωσία αναμφισβήτητα παρείχε την μεγαλύτερη διευκόλυνση στην τουρκική επιχείρηση, επιτρέποντας στην τουρκική αεροπορία να επιχειρεί ανεμπόδιστη. Η ρωσική στάση δύναται να εξηγηθεί υπό το πρίσμα των συμφωνιών της Αστάνα και του Σότσι μεταξύ Μόσχας – Τεχεράνης – Άγκυρας, όπου Τουρκία και Ιράν συγκλίνουν εναντίον μιας αυτόνομης φιλοδυτικής κουρδικής οντότητας στη Συρία , ενώ η Μόσχα ευνοεί μια περιορισμένη και ελεγχόμενη από το καθεστώς Assad, κουρδική μειονότητα.

Παραταύτα η ολική στήριξη της Ρωσίας στην τουρκική επιχείρηση δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, παρά είναι πιθανό η Μόσχα να περιορίσει την δράση των τουρκικών αεροπορικών δυνάμεων, συγχρονίζοντάς το τέμπο της τουρκικής προέλασης με το αντίστοιχο των συριακών δυνάμεων στην επαρχία Ιντλίμπ νοτίως του Αφρίν, δίνοντας χρόνο στις δυνάμεις του Assad να επικεντρωθούν στην περιοχή γύρω από την Deir ez Zor πιέζοντας τους Κούρδους των YPG να τους παραδώσουν τα σημεία που έχουν υπό την κατοχή τους.

Ως προς το τρίτο ερώτημα, ο Assad αναμφισβήτητα γνωρίζει πως ο Τούρκος Πρόεδρος θα επιθυμούσε την αποπομπή του προς ευόδωση των σχεδίων του. Προσώρας, ανέχεται την τουρκική επίθεση εναντίον του Αφρίν, για να πιέσει τους Κούρδους να καταφύγουν στον συριακό στρατό και να παραδώσουν σ αυτόν τις περιοχές που έχουν υπό την κατοχή τους.

Πιθανότατα όμως ,αν διαπιστωθεί ότι η τουρκική προέλαση είναι ανεξέλεγκτη, ο Σύριος ηγέτης να αλλάξει στάση, βοηθώντας με ενισχύσεις από τα ανατολικά, τις κουρδικές δυνάμεις στο Αφρίν.

Ως προς το τέταρτο ερώτημα, αναμφίβολα η επιχείρηση Κλάδος Ελαίας είναι ένα πολύ μεγάλο ρίσκο του Tayyip Erdogan. Η επιτυχία της θα κριθεί στο αν θα καταφέρουν οι τουρκικές δυνάμεις να εκκαθαρίσουν το Αφρίν ως το προσεχές καλοκαίρι. Υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες στο ανωτέρω εγχείρημα, ένας εκ των οποίων αφορά την ικανότητα των εμπροσθοφυλακών των ισλαμικών μονάδων-συμμάχων του τουρκικού στρατού ενώ δεν θα πρέπει να υποτιμάται η εξαιρετική μαχητική ικανότητα των Κούρδων, όπως διαπιστώθηκε στο Κομπάνι.

Επιπρόσθετα,οι καιρικές συνθήκες αναμφίβολα θα επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης, καθώς το όρος Barsaya κατελήφθη πρόσφατα λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες ημέρες όπου οι συνεχείς βροχοπτώσεις εμπόδισαν την τουρκική προέλαση.

Σε στρατηγικό επίπεδο όμως, ήδη ο Erdogan έχει επιτύχει δύο σημαντικά οφέλη.

Το πρώτο έγκειται στο γεγονός, ότι ισχυροποιήθηκε σημαντικά στο εσωτερικό πεδίο, έχοντας και την πλήρη στήριξη της αντιπολίτευσης, ενώ συσπείρωσε ακόμα περισσότερο τους οπαδούς του. Το δεύτερο, είναι ότι προσώρας κατορθώνει εν τοις πράγμασι να καταστήσει την Τουρκία βασικό συνομιλητή των διεργασιών για το μέλλον της Συρίας, κάνοντας πράξη το δόγμα Davutoglu για αυτόνομη πορεία της Άγκυρας σε περιφερειακό επίπεδο.

Παραταύτα, οι επικίνδυνες διπλωματικές και στρατηγικές ακροβασίες του Τούρκου προέδρου ενδέχεται να τον εμπλέξουν πολύ βαθιά στην δίνη της συριακής κρίσης, αναγκάζοντας την Τουρκία να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που προκύπτουν από την αντιφατικότητα των επιλογών του.

Εν κατακλείδι, η τουρκική επιχείρηση κατά των Κούρδων στο Αφρίν πρέπει να προβληματίσει την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ένας έμμεσος αντίκτυπος αφορά την de facto αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάννης εξαιτίας της διασύνδεσής της με το κουρδικό ζήτημα. Θα πρέπει η ελληνική πλευρά να επαγρυπνεί μετά την ουσιαστική διάλυση της συμφωνίας Sykes Picot που καθόριζε την Μέση Ανατολή για το ενδεχόμενο επαναχάραξης συνόρων λόγω των επερχόμενων διευθετήσεων στο μέτωπο της Συρίας, γεγονός που θα ακυρώσει de facto την συνθήκη της Λωζάννης.

Είναι βέβαιο ότι ο Erdogan δεν αναφέρθηκε τυχαία στην Αθήνα σε τροποποίηση η αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάννης, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Mehmet Cavusoglu σε συζήτηση στην Τουρκική Βουλή ανέφερε πως έχει συσταθεί ειδική ομάδα εργασίας στο υπουργείο Άμυνας για το θέμα, η οποία επεξεργάζεται όλα τα σενάρια.

Κυρίως όμως η τουρκική επιχείρηση στο Αφρίν αποκαλύπτει πτυχές των δυνατοτήτων των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Η αεροπορική επιδρομή της έναρξης κατόρθωσε να διατηρεί 72 αεροσκάφη συνολικά (ανά τμήματα των 25-30 αεροσκαφών) στον αέρα ενώ υπολογίζεται απ’ το Τουρκικό Επιτελείο ότι είχε 95% επιτυχία την πρώτη ημέρα. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί από την ελληνική πλευρά στην συμβολή των αναβαθμισμένων δυνατοτήτων των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στο επίπεδο των logistics (διοικητική μέριμνα) στην ανωτέρω επιχείρηση, ειδικά στην δυνατότητα ανεφοδιασμού των τουρκικών αεροσκαφών από αέρος.

Η τουρκική αεροπορική δύναμη, χρησιμοποιώντας κατευθυνόμενα όπλα (precision guided weapons), έβαλλε κατά των προωθημένων κουρδικών φυλακίων από σημαντική απόσταση ενώ σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης (mopping up operations), κατέχουν τα τουρκικά μη επανδρωμένα οχήματα φέροντα οπλισμό (Bayraktar). Επιπρόσθετα, χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά νέα οπλικά συστήματα τουρκικής κατασκευής, όπως το ελικόπτερο Τ-129.

Είναι σαφές πως η τουρκική επιχείρηση στο Αφρίν θα σηματοδοτήσει σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο της περιφερειακής ασφάλειας. Κυρίως όμως θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα εξελίξεων τόσο στην ίδια την Τουρκία, όσο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ενώ εμμέσως δύναται να επηρεάσει και το status quo της Ανατολικής Μεσογείου.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Θ. Λαμπρόπουλος είναι ειδικός Επιστήμονας Άμυνας και Ασφάλειας, Κέντρο Μελετών Ασφάλειας της Γενεύης, Geneva Centre for Security Policy.

liberal.gr

Φωτογραφία: APImages

Να μην περάσει το Παρακράτος του Συριζα.

0
Θορυβημένοι απο τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης προσπαθούν, αφελώς και βλακωδώς, να δημιουργήσουν προϋποθέσεις αποτυχίας της λαϊκής συγκέντρωσης στην Αθήνα.
Έβαλαν τους τρόφιμους του παρακράτους να απειλήσουν ότι θα αιματοκυλήσουν τη συγκέντρωση. Προβάλουν την ιστορία με τις σφαίρες και τη συνδέουν με την συγκέντρωση. Παίρνει το κλίμα η αστυνομία και ανακοινώνει πως θα δημιουργήσει ζώνες ασφαλείας για να μη φαίνεται ενιαία συνέχεια των συγκεντρωμένων και να αρχίσουν να σπεκουλάρουν.
Ό, τι έκανε το παρακράτος μέχρι τη δικτατορία το μετέρχεται σήμερα μια κυβέρνηση που λέει πως είναι αριστερά. Θα τρίζουν τα κόκαλα των ανθρώπων που έπεσαν για τις ιδέες τους. Τέτοια ταύτιση και τέτοια ενεργοποίηση παρακρατικών μηχανισμών έχουμε να δούμε απο τη δεκαετία του 50 και του 60.
Στην αρχή δεν ήμουν απο τους ενθουσιώδεις υποστηρικτές των συγκεντρώσεων. Τώρα, πιστεύω πως πρωτίστως για το όνομα αλλά και στη συνέχεια για τη Δημοκρατία πρέπει να πάμε στην Αθήνα όσοι μπορούμε. Και όσοι αδυνατούμε να υποστηρίξουμε την λαϊκή κινητοποίηση. Και απο Δευτέρα η αγανάκτηση του κόσμου να διαχυθεί σε όλη την Ελλάδα. Με επι τόπου συγκεντρώσεις. Να μην περάσει το παρακράτος του Συριζα.

AFTER ISIS TWO IRAQS EMERGE IN IRAN’S SHADOW

0

When he describes the three years he spent fighting the Islamic State (ISIS) militant group everywhere from the banks of the Tigris to the Makhoul mountains and Iraq’s desert frontier with Syria, Mohammed Jassem doesn’t call himself a soldier.

Fresh from battle, flushed with victory, Mohammed Jassem is a Shiite holy warrior, a mujahid.

On his battered mobile phone, Jassem is playing a grainy video of the fighting in November 2017 in the deserts around al-Qa’im, the last ISIS-held town in Iraq before the vital strategic link in the militants’ once expansive supply network was liberated.

Orange tracer bullets illuminate the inky blue of the night’s sky as Jassem and his fellow mujahideen play their part in what they view as a centuries’ old battle of good versus evil, Sunni versus Shiite. Hunkered down behind a bank of sand, barely a dune, hundreds of high caliber rounds rip through the air just inches above their heads. The phone’s tiny speakers fail to do justice to the automatic gunfire, heavy and relentless.

“Look,” Jassem implores, wide-eyed. He turns and smiles before returning his eyes to screen.

A gray-haired former factory worker from Iraq’s deeply devout Shiite south, Jassem is one of the tens of thousands of Iraqis that rallied to the Hahid Shabi or Popular Mobilization Forces in the summer of 2014.

As ISIS overran vast swathes of the country and looked poised to take the capital, Baghdad, the leader of Iraq’s highest Shiite religious authority, Ayatollah Sistani, issued a fatwa, or religious edict, compelling all the faithful to protect their homeland from ISIS.

GettyImages-610087080 (1)Members of the Popular Mobilisation Units supporting the government forces stand on the outskirts of the holy Iraqi city of Najaf on September 24, 2016, as take part in a military parade from Karbala to Najaf to review the military equipment to be used in the operation to re-take the city of Mosul from Islamic State (IS) groupHAIDAR HAMDANI/AFP/GETTY IMAGES

The militias were joined by Sunnis, Yazidis, Christians and other minorities, but in far lower numbers. As ISIS were pushed back from Tikrit and then Sunni strongholds in Fallujah, Ramadi and finally Mosul, it was the Shiite fighters—prominently backed by Iran—that led the way. Many Shiites now view the victory not only as a force of will, but an act of God.

Jassem’s brigade—Liwa Ali al-Akhbar—is affiliated to the Shrine of Imam Hussein in the southern city Karbala and views Sistani as its spiritual guide. By law, all of the militias that make up the Hashid Shaabi are under the authority of the Iraqi Prime Minister Haider al-Abadi, but the reality is far more complex. When they formed in 2014, the brigades coalesced around varied power structures: religious institutions, political parties, ethnic groups or old or defunct fighting groups. While they were fighting ISIS, the militias had a common goal. Now that ISIS is defeated, militia fighters have varying visions for the future of Iraq.

For Jassem, a former Iraqi special forces fighter under Saddam Hussein and later a factory worker, the competing aspirations of the various militias do not represent a problem. He sees no contradiction between following both Abadi and Sistani: “We have no orders. This is the prime minister’s discretion and he knows what we should do in the future. In addition to Ayatollah Sistani’s vision.”

For Jassem’s commander, Ali Hamdani, meanwhile, the fight against ISIS remains integral to any discussion of a new Iraq. Speaking to Newsweek at the end of 2017, Hamdani was buoyed by a string of victories—including, in July 2017, the fall of Mosul—but he still felt that the fight against the Sunni insurgent group was ongoing. In his deep baritone, Hamdani warned that stamping out the embers from the fire ISIS lit in the Iraq will at least take two more years.

This is why it is integral, he said, to keep the Hashid Shaabi fighters in liberated Sunni areas of Iraq—where they are at best viewed warily and at worst considered an occupying force. “In all areas of Iraq we have sacrificed. Those areas liberated by the Hashid Shaabi are where they should remain, to maintain security,” he says.

GettyImages-812682012 (1)Iraqis flash the sign for victory next to a portrait of Shiite cleric Grand Ayatollah Ali al-Sistani as they celebrate in the streets of the holy city of Najaf on July 11, 2017 a day after the government’s announcement of the ‘liberation’ of the embattled city of MosulAFP PHOTO / HAIDAR HAMDANI

With that sacrifice has also come hard-won experience. After three years of war against a fearsome opponent, the Hashid are battle-hardened. For four months, Hamdani led his forces against elite ISIS fighters in the Makhoul mountains. “They were unable to capture even one foot of territory in those mountains.” In the full four-year campaign against ISIS, the Liwa Ali Akhbar lost 285 fighters— lionised by the community as martyrs—and 1,400 were wounded.

Hanging over the liberation of Mosul and other areas seized from ISIS has been the role of Iran, which openly backed the Hashid Shaabi militias (as well as Abadi) and whose top general, Qasem Soleimani, was pictured leading Shiite battalions in the early days of the conflict. President Donald Trump has been outspoken in his criticism of Tehran’s role in the Middle East, while both Saudi Arabia and Israel have eyed cautiously Iran’s growing military and political presence in Iraq.

Iraq’s Kurds have also criticized Iran. Before the battle to defeat ISIS was over, the coalition against the militants—the Hashid, government soldiers, the international community and the Kurdish Peshmerga—imploded, with Iraqi forces driving the Kurds from Kirkuk, a contested city seized by Kurdish forces early in the war. Iraqi Kurdistan’s regional government accused Iran, and Suleimani in particular, of orchestrating the attacks.

The Hashid deny that Soleimani was anywhere near the battlefield, although he was in Iraqi Kurdistan, apparently in the city of Sulaymaniyah, according to the Hashid Shaabi. After Kirkuk, Secretary of State Rex Tillerson said it was time for the Hashid Shaabi’s Iranian advisers to “go home.” Baghdad responded by warning the U.S. against meddling in its affairs, and by early 2018—with Abadi facing an election in May—the role of the Shiite militias and their Iranian backers in Iraqi politics was as prominent as ever.

One of Abadi’s key challengers in the upcoming elections is Hashid Shabi commander Hadi al-Amiri, who rose to prominence through the Badr Organization, an Iraqi paramilitary group backed by Iran. Abadi has countered by enlisting the support of Sistani and the powerful Shiite cleric Muqtada al-Sadr. Al-Sadr, who became the figurehead for the Shiite insurgency against the U.S. in the mid to late 2000s by raising the Mahdi Army. Along with Sistani, Al-Sadr has become Iraq’s king-maker.

But such political and international concerns do not trouble Hamdani, who rejects the narrative that the Hashid are either Iranian proxies or in the pocket of Iran. He evokes the Iran-Iraq War—fought between 1980 and 1988—as evidence of why Iranian and Iraqis could never fight alongside each other. “There are no Iranian fighters with us, and I say this truthfully. We fought against Iran over 20 years ago, for eight years,” he says, standing and retrieving a picture from the shelf in his small office of militia fighters gathered on the battlefield. “Do you see any Iranians in this picture?” he asks.

GettyImages-615372936 (1)Iraqi Shiite cleric Moqtada al-Sadr (L); Abu Mahdi al-Mohandis (C), the deputy chairman of the Iraqi Popular Mobilisation forces and Hadi al-Amiri (R), who is in charge of the Shiite Muslim Badr Brigades, give a joint press conference on October 18, 2016 in the holy city of Najaf. Iraqi forces were making gains as tens of thousands of fighters advanced on Mosul in an unprecedented offensive to retake the city from the Islamic State group.HAIDAR HAMDANI/AFP/GETTY IMAGES

In the Sunni Triangle

The central Iraqi city of Tikrit was one of the first to be liberated from ISIS, in April 2015, and where once the streets echoed with the sounds of war—the explosion of a mortar round, the high frequency thud of automatic gunfire—now children run and play.

As the sun bathes Tikrit in a deep golden glow, just before it falls beyond the horizon, a wedding procession wends its way through the town. White cars wrapped in pink ribbon like birthday presents honk their horns as they pass the bombed-out husk of a half-finished mosque, or a dilapidated apartment building slumped to one side, its lower floors smashed into splinters of concrete.

For Iraq’s Sunnis, a Baghdad that is not only backed by Tehran but also in many ways indebted to the Shiite Iranians, any gratitude at liberation from ISIS has come alongside concern about a revival of the bitter sectarian conflict that tore through Iraq following the U.S. invasion in 2003.

At the height of the fightback against ISIS, before Iraqi forces had regained control of most of Iraq’s Sunni majority cities, the sectarianism that has plagued the country for decades played itself out once more.

In Anbar province in the cities of Fallujah, Ramadi and elsewhere atrocities were reported. Hundreds of Sunni men disappeared from Fallujah in the aftermath of the fighting after the city was liberated in June 2016. Shiite militiamen posed for grisly pictures with the desecrated bodies of ISIS fighters. In later operations to liberate ISIS’s Iraqi capital of Mosul, the U.S.-backed operation ensured the haashid were kept in the rear-guard liberating towns and installations away from the densely populated city.

Barely a mile into Tikrit, the president of the provincial council Ahmed Alkareem governs local affairs from behind two reinforced concrete walls. An accountant by training, and a member of a prominent local Sunni tribe he was elected to his post in 2013 just before the rise of ISIS, before the militants were able to convince the peoples of Iraq’s beleaguered Sunni Triangle they offered a better future than Baghdad. It is something Alkareem thinks could well happen again.

GettyImages-474703858An Iraqi fighter from the Shiite popular mobilisation unit arranges a bullet belt in the outskirts of Baiji refinery north of Tikrit, in the Salahaddin province, during a joint operation with the Iraqi army to retake the remaining area of the oil refinery from Islamic State (IS) group jihadists, on May 25, 2015AHMAD AL-RUBAYE/AFP/GETTY IMAGES

While life has returned to Tikrit, funding from the international community and a handful of NGOs has not completely repaired the damage done to the city’s general hospital. In the town of Bayji, 45 miles to the north, homes still lie in ruins and its inhabitants still live as refugees four years after the town was liberated.

Alkareem explains Salahdin province has been neglected by the government in Baghdad, relative to Anbar province which was liberated later. He accepts that Anbar, where ISIS had more time to do more damage and where the battle to expunge the militants was more costly was in need of assistance but addes that this does not mean Salahdin was not also in need to aid. “Those things are true of us as well,” the provincial president says.

Alkareem feels the window for the government to keep the minority Sunnis on side is slowly closing and he has little faith their concerns will be met before it is too late. “At first a lot of people were feeling sympathetic to ISIS because they thought it was a revolution against the government,” he says.

“However, unfortunately the federal government isn’t taking advantage of this change in the people’s way of thinking. They are not reaping the benefits,” he adds as he explains that as local Sunnis feel their rights continue to be trampled upon and if salaries and unemployment are not improved then history could repeat itself.

Alongside getting Saladin’s oil refinery, its fertilizer factory and other manufacturing plants in the area back up to speed, problems caused by local militias have become chief among Alkareem’s concerns. The roads in and out of Tikrit are lined with the benevolent faces of Ayatollah Sistani and Muqtada Al-Sadr, its checkpoints are manned by fighters from Al-Sadr’s Sarraya al-Salam brigade.

The problems of a long term paramilitary presence on the ground in Sunni Iraq has become a reality in Saladin province. Alkareem explains that the Hashid he deals with are now more interested in material gain and power than enforcing security. “The existence of such groups carrying weapons in our area is not a good thing. They are interfering with the residents as well as the government. A lot of the government dealings, they are interfering with. Their role is becoming more materialistic than it is security.”

GettyImages-903762556An Iraqi boy walks in the street searching in the rubble for copper to sell in the old city of Mosul on January 9, 2018. Along the waterfront of the Tigris River in Iraq’s war-torn Mosul, gaping holes in hotel walls reveal little but enormous heaps of rubble. Six months since Iraqi forces seized the country’s second city from Islamic State group jihadists, human remains still rot in front of the Al-Nuri mosque.AHMAD AL-RUBAYE/AFP/GETTY IMAGES

Alkareem explains the majority of the what he terms “interference” predominantly involves Shiite militiamen and the Sunni residents. As far as he is concerned, in the Sunni heartlands that fuelled and supported the ISIS advance the hashid have to be removed unless history is to repeat itself.

“The federal government, for their part, needs to strengthen the security forces. We don’t want people from the south coming and guarding our places,” he says.” We can do that on our own.”

The provincial president was elected to his post in 2013. His government was forced to flee Tirkit as it was overrun by ISIS, taking up residence in neighboring Samarra, one of the northernmost points in Iraq to withstand the militants’ advance. For months the city was subject to relentless attacks. Nevertheless, at the end of the struggle, and as southern Iraq celebrates, Alkareem counsels caution to the unfettered optimism he hears from his countrymen.  “I don’t see a very bright future,” he says.

http://www.newsweek.com/after-isis-two-iraqs-emerge-irans-shadow-797370?utm_source=email&utm_medium=morning_brief&utm_campaign=newsletter&utm_content=headline&spMailingID=2865292&spUserID=MjAwODQ2NjQzNDES1&spJobID=970068806&spReportId=OTcwMDY4ODA2S0

Τι σχεδιάζουν για τη Θεσσαλονίκη; – Ένα επικίνδυνο σενάριο

1

  • (Σκίτσο: l’Allemand Sakurai, 2004)

Υπάρχουν τρεις εικόνες για να δει κανείς μια νέα μικρή Γιάλτα. Και ο φόβος είναι μη βρεθεί στη λάθος πλευρά των νέων, αδιαφανών, συνόρων. Η πρώτη εικόνα είναι η μεγάλη: Λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο διάσημος Αμερικανός γεωπολιτικός Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι είχε γράψει ένα άρθρο στο American Interest στο οποίο διαπίστωνε πως η αμερικανική μοναξιά στην κορυφή της διοίκησης του κόσμου είχε τελειώσει. Του λοιπού, η Αμερική θα έχει συγκάτοικο. Μπορεί, έλεγε ο Μπρεζίνσκι, να είμαστε η πιο ισχυρή δύναμη στον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να τον διοικήσουμε μόνοι μας.

Πρότεινε τη συνδιοίκηση σε συνεργασία με την Ρωσία και την Κίνα. Αλλά, επειδή θεωρούσε πως ήταν δύσκολη η τριμερής, έγραψε πως θα έπρεπε η Αμερική να συνεργαστεί είτε με τη Ρωσία είτε με την Κίνα.

Οι εξελίξεις στη διεθνή σκηνή δείχνουν πως ο Μπρεζίνσκι είχε δίκαιο. Υπάρχει κανείς σήμερα που πιστεύει πως οι ΗΠΑ μπορούν να διοικήσουν μόνες τον κόσμο;

Αλλά και οι σχέσεις μεταξύ των τριών ισχυρών δυνάμεων αποτελούν ένα πολύπλοκο ασταθές φαινόμενο. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως και στη Φυσική το πρόβλημα της ισορροπίας ανακύπτει μεταξύ τριών σωμάτων.

Πάντως, κάποιας μορφής συνεννόηση, αργά ή γρήγορα θα επέλθει. Και η συνεννόηση προϋποθέτει επαναδιαπραγμάτευση των δικών μου και των δικών σου. Δεν είναι αυτό μια Νέα Γιάλτα;

Η δεύτερη είναι η μεσαία εικόνα: Το οπτικό πεδίο σ’ αυτήν την εικόνα είναι η Ευρώπη, τα Βαλκάνια, η κεντρική Ασία και η Μέση Ανατολή.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε αναταραχή. Ο συριακός πόλεμος έχει ήδη μπει στη μετά ISIS εποχή. Η Τουρκία απειλεί να αλλάξει στρατόπεδο, οι Αμερικανοί φέρονται σαν αρσακειάδες. Οι ισορροπίες στην περιοχή ανατρέπονται και κύριος ρυθμιστής εμφανίζεται η Ρωσία. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται για την περιοχή γι αυτό και η συμπεριφορά τους αυτή. Μάλλον δεν είναι έτσι.

Πρώτον διότι αν δεν ενδιαφερθούν για όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε δεν θα είναι υπερδύναμη. Θα αυτοϋποβιβαστούν σε απλή δύναμη. Το θέλουν;

Δεύτερον, αν δεν ενδιαφέρονταν για την περιοχή δεν θα ενδιαφέρονταν και για την συμπεριφορά της Τουρκίας. Δεν θα τους ενδιέφερε το ΝΑΤΟ. Άρα και για το αν η Τουρκία θα έφευγε από το ΝΑΤΟ.

Τρίτον, ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος της αμερικανικής ελίτ ενδιαφέρεται για την τύχη του Ισραήλ. Με την Αμερική απούσα από την περιοχή, το Ισραήλ μόνο του δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις σύνθετες καταστάσεις.

Οι ΗΠΑ είναι παρούσες στην περιοχή, δεν θα αποχωρήσουν αλλά και δεν μπορούν να τη διαχειριστούν μόνες τους. Θα έρθουν σε μια συνεννόηση με τη Ρωσία.

Νά τη πάλι η νέα Γιάλτα.

Στα Βαλκάνια, τα ανατολικά –ας τα ονομάσουμε έτσι– είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα δυτικά, οι έξι δηλαδή χώρες (Αλβανία, FYROM, Σερβία, Κοσσυφοπέδιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο) θέλουν να μπουν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Επειδή υπάρχουν πολλά προβλήματα (ορισμένες περιοχές όπως το Κοσσυφοπέδιο δεν αναγνωρίζεται από χώρες της ΕΕ) καθιερώθηκε η ονομασία WB6 (Western Balkans 6 – Δυτικά Βαλκάνια 6). Αλλά τα έξι μάλλον γίνονται πέντε. Η Ισπανία επ’ ουδενί θέλει να προχωρήσει η διαδικασία με το Κοσσυφοπέδιο, το οποίο βλέπει όπως τη δική της Καταλονία. Βλέπετε, οι σοβαρές χώρες έχουν πολιτική και επιμένουν στην εφαρμογή της.

Τα κύρια χαρακτηριστικά στα δυτικά Βαλκάνια είναι η έξαρση των εθνικισμών και αλυτρωτισμών, η διαφθορά, η διακίνηση ναρκωτικών, η παρακμή, η υποχώρηση του τρόπου διακυβέρνησης, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, ο κίνδυνος από την επιστροφή τζιχαντιστών από τη Μέση Ανατολή, η θρησκευτική αντιπαράθεση ακόμη και μεταξύ ορθοδόξων (Σκόπια-Σερβία-Βουλγαρία), η παρουσία της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας αλλά και του Ιράν.

Σε μια συνάντηση που έγινε τέλη Νοεμβρίου στην Ουάσινγκτον, την οποία οργάνωσε το Atlantic Council, διαπιστώθηκε πως οι Αμερικανοί άφησαν μια τρύπα στα Βαλκάνια την οποία επιχείρησε να καλύψει η Ρωσία. Κατά τους Αμερικανούς, η Ρωσία βρίσκεται πίσω από τα αποτυχημένα πραξικοπήματα στο Μαυροβούνιο και τη FYROM.

Το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ ενοχλεί η επιρροή που έχει η Ρωσία στη Σερβία. Μια επιρροή που γίνονται συντονισμένες προσπάθειες να περιοριστεί αν όχι να εξαλειφθεί.

Στην ίδια συνάντηση προτάθηκε η επιστροφή των Αμερικανών στη βάση Bondsteel του Κοσσυφοπεδίου διαψεύστηκε ότι θα συμβεί, από την αμερικανική πρεσβεία στο Βελιγράδι. Ωστόσο, υπάρχουν και επίσημες δηλώσεις για το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή.

Η Ρωσία δεν θέλει να φέρει τα Βαλκάνια στην αγκαλιά της, ούτε έχει τα μέσα για να το κάνει. Θέλει απλώς να παρεμποδίσει τη Δύση. Να της πει «είμαι κι εγώ εδώ». Να ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία σταθεροποίησής τους. Και είναι διατεθειμένη να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες σε κρυφές προσπάθειες για υπονόμευση της τοπικής πολιτικής, επιθέσεις στον κυβερνοχώρο ενάντια σε κρίσιμες υποδομές και προσπάθειες για εφαρμογή οικονομικής πίεσης μέσω του ενεργειακού εφοδιασμού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ανακοινώσει στις 6 Φεβρουαρίου την πολιτική της για τα Βαλκάνια, αλλά πλέον στην περιοχή αναμιγνύεται και η Μεγάλη Βρετανία, η οποία έχει και τον τρόπο και τη μέθοδο για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Παρούσα είναι και η Τουρκία αλλά και η Κίνα, κυρίως, με επενδύσεις στον οικονομικό τομέα. Όλες αυτές οι χώρες διεκδικούν μερίδιο από την περιοχή.

Μπορεί τα Βαλκάνια να ελεγχθούν από έναν; Μήπως στο μεγάλο τραπέζι της νέας Γιάλτας βάλουν και την περιοχή;

Τελευταία έχουμε τη μικρή εικόνα. Αφορά την Ελλάδα.

Η χώρα έχει αρκετά ανοιχτά μέτωπα τα οποία επιχειρεί να κλείσει, αλλά δείχνει αδύναμη να το πετύχει – παρά μόνο με απώλειες. Ορισμένες επιλογές της, όπως οι τριμερείς με Κύπρο και Αίγυπτο από τη μια και Κύπρο και Ισραήλ από την άλλη, είναι σωστές κινήσεις. Αλλά –ίσως και λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και της αδυναμίας του πολιτικού της προσωπικού– η χώρα δεν μπόρεσε να διαδραματίσει σοβαρό ρόλο στα Βαλκάνια. Απώλεσε και το όποιο κύρος τής έδινε η φαντασιακή της πρόσληψη από τους βαλκανικούς λαούς.

Βασική αδυναμία της Ελλάδας ήταν, επίσης, η κυρίαρχη αντίληψη που διατρέχει το σύνολο του πολιτικού της προσωπικού ότι τα πάντα πρέπει να περνούν από την Αθήνα.

Κύριος άξονας για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία είναι η αναστροφή της κατακόρυφης μείωσης κατά 70% του ΑΕΠ της περιοχής τα τελευταία 15 χρόνια και η πορεία προς την ανάπτυξη. Η πόλη δεν διαθέτει αξιόλογη αστική τάξη.

Η Ρωσία εμμέσως δραστηριοποιείται και στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει πληθώρα υποδομών και θεσμών που ελέγχει μέσω επιχειρηματικής δραστηριότητας. Θα μπορούσαν όλα αυτά να συμβούν χωρίς την ανοχή της Ουάσινγκτον;

Οι ΗΠΑ απουσιάζουν από τη Θεσσαλονίκη και την κεντρική Μακεδονία. Με την αποχώρησή τους από τα Βαλκάνια, οι Αμερικανοί σταμάτησαν και τη συμμετοχή στη ΔΕΘ. Φέτος είναι η τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση. Τι σημαίνει αυτό; Επιστροφή ή απλώς ενδιαφέρον για μία και μόνο χρονιά;

Θα δραστηριοποιηθούν στη Θράκη και συγκεκριμένα στον Έβρο και οικονομικά και στρατιωτικά. Ανοικτά της Αλεξανδρούπολης θα αγκυροβολήσει πλοίο στο οποίο θα μεταφέρεται το σχιστολιθικό αέριο των ΗΠΑ υπό μορφήν LNG και θα διανέμεται στην ευρύτερη περιοχή. Η εγκατάσταση αμερικανικής μονάδας ελικοπτέρων έχει ανακοινωθεί.

Δεν αποκλείεται η μικρή ή μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία τους στη Θράκη να συνδυαστεί με τις βάσεις που διαθέτουν στη Βουλγαρία. Τι σημαίνει αυτό; Περικύκλωση της Ρωσίας ή αποδυνάμωση του ρόλου της Τουρκίας;

Υπάρχει κάποιος γεωπολιτικός αναλυτής που αποκλείει αμερικανορωσική διαπραγμάτευση που θα περιλαμβάνει την ευρύτερη περιοχή από τη Μέση Ανατολή μέχρι τα Βαλκάνια;

Η Γιάλτα διένειμε χώρες. Μήπως η νέα Γιάλτα θα διανείμει περιοχές; Και σ’ αυτήν την περίπτωση για πού προορίζουν τη Θεσσαλονίκη;

pontos-news.gr

Never mind Brexit, or even Europe. The future is Eurasian

0

In this new age, the notion that Europeans are special – that a wall separates them from Asia – is quickly being exposed as a pious fiction

Europe is disappearing. Not because – as you often hear – we are returning to a world of small nations, proud and sovereign, but because Europe is being replaced by a much vaster and more interesting geographic unit: Eurasia, the combination of the two continents of Europe and Asia, stretching from Lisbon to Shanghai or Jakarta. The rise of Asia forces us to place the continents on the same level, no longer separated by different levels of historical development. New connecting infrastructure, trade and the permeability of borders are drawing the whole of Eurasia together.

The important question today is not what Europe will look like in the future, but what Eurasia will become. What balance will the western peninsula of the supercontinent – the European Union – be able to establish with Russia, China and India? What dangerous game of influence will these four main actors be playing in the crowded space created by the end of the cold war and the rise of Asian economic power? Influence now flows in both directions, no longer only from west to east. In this new Eurasian age, the notion that Europeans are special – that a wall separates them from Asia – is quickly being exposed as a pious fiction.

As Britain leaves the European Union, it might want to make sure it does so for the right reasons. If it hopes to leave in order to ward off outside influences and recreate a strong British identity, the clash with political reality will be a painful one. If Europe is too small a stage for dealing with the political challenges of today, what must be said of a tiny island on its periphery?

Brexit takes two basic forms: nostalgia and change, past and future. Like Janus, Brexiteers gaze in different directions, while agreeing that Europe is not the solution. Some look to a mythical past before the European Union; others place all their hopes in a future when Britain will rejoin a quickly changing world, a world that no longer looks to Europe for inspiration.

If the great question of our century is how Europe and Asia will be connected, the UK could yet become one of the most important hinges holding the supercontinent together. Let it embrace its immigrant communities, so many of them coming from South Asia and Hong Kong. Indeed, as the case of Hong Kong itself illustrates, no one is better able to take advantage of economic opportunities in large, turbulent, fast-growing economies than those who left them behind. Britain can be a driver of economic growth in India, Indonesia and elsewhere in Asia – and greatly benefit from it. With Japan, it can establish privileged partnerships in the development of robotics, AI and self-driving vehicles.

Second, let it take full advantage of its specialisation in services and, first of all, financial services. While Germany and China head to an inevitable clash about who will lead the next industrial revolution, Britain is in possession of that elusive gold dust that Asian manufacturing powerhouses will be missing for a long time: cutting-edge services and finance. This gives it leverage over China, but it also offers endless possibilities for cooperation and trade, starting with the question of how best to finance and hedge China’s mammoth infrastructure and development investments.

More fundamentally, exiting the European Union provides new degrees of freedom. The UK would do well to think more deeply – and more seriously – about how to use them. No longer committed to one of the sides, it can work as a go-between. Outside the single market, it may adapt its rules and regulations to this goal. On occasion, it may opt to place itself between the European Union and the Asian giants, profiting from both. It may be more open to learn from a world in the midst of a great upheaval. Its small size will force it to learn. In brief, Britain may become a bridge between Europe and Asia. It may become part of the fundamental infrastructure connecting the two ends of the supercontinent.

In this, a post-EU Britain would be trying to emulate the way in which Singapore was quickly able to replace access to the Malaysian hinterland with trade and investment links with more distant markets. Just as Singapore became an Asian country more deeply connected with Europe and the United States than with its Asian neighbours, Britain could in just a couple of decades vastly expand its links with four of the five largest economies of the 21st century: China, Japan, India and Indonesia.

Is a new Eurasian capital being born on the shores of the Thames? It would be perhaps a proper ending to Europe’s story, as the country most responsible for taking European ideas to Asia becomes a new host for Asian ideas in Europe.

• Bruno Macaes is the author of The Dawn of Eurasia (Allen Lane). He is a senior adviser at Flint Global in London and a non-resident senior fellow at the Hudson Institute in Washington.

https://www.theguardian.com/commentisfree/2018/jan/24/brexit-europe-future-eurasian-europeans-asia

Οδηγεί η αναθεωρητική έκρηξη γειτόνων σε αλλαγή ‘ζωτικού χώρου’ και Διλήμματα ασφαλείας στο Αιγαίο;

0

 του Δημήτρη Τσαϊλα, Υποναύαρχου ε.α.   

Το Εθνικό μας συμφέρον σήμερα είναι ακριβώς το ίδιο όπως έχει οριστεί για τα τελευταία 186 χρόνια. Δηλαδή να εξασφαλιστεί η φυσική ασφάλεια της χώρας, η οικονομική ευημερία, η προστασία της ζωής και των περιουσιών των πολιτών. Το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της στρατηγικής μιας κυβέρνησης, ως εκ τούτου, συχνά αρχίζει με την αντίληψη της φύσης του διεθνούς περιβάλλοντος και των κύριων απειλών που θέτουν σε αμφισβήτηση αυτά τα βασικά συμφέροντα.

Ιστορικά διδάγματα

Ας δούμε ξανά τι έγραψε ο Θουκυδίδης για τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου. «Η αύξηση ισχύος της Αθήνας, ήταν ο φόβος που ενέπνευσε τη Σπάρτη, και προκάλεσε ένα πόλεμο που ήταν αναπόφευκτος.» Αυτή η περιγραφή είναι συνάμα μια συμβουλή σε ένα ευρύ φάσμα σχέσεων κρατών. Όπως τα έθνη αυξάνονται, απειλούν άλλα έθνη που δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να αναλάβουν την απειλή πολύ σοβαρά. Συχνά, αυτή η απειλητική συμπεριφορά είναι ακούσια. Οι μελετητές των διεθνών σχέσεων έχουν ονομάσει αυτή την ιδέα, «δίλημμα ασφαλείας» και διαπιστώνουμε ότι συμβαίνει ξανά και ξανά, τόσο σε στρατηγικά θέματα όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο συγκρούσεων. Ένα δίλημμα ασφαλείας για την εθνική μας πολιτική είναι και ο ζωτικός χώρος του Αιγαίου που το γειτονικό κράτος της Τουρκίας προσπαθεί εναγωνίως να υφαρπάξει.

Το δίλημμα

Εν ολίγοις, για να μη βρεθούμε σε δυσάρεστες εκπλήξεις τα σύγχρονη έθνη, καταρτίζουν αποτρεπτικά και αμυντικά σχέδια έκτακτης ανάγκης για να βοηθήσουν τις άμυνες τους. Η ανικανότητα ενός έθνους θα έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί εισβολή καθώς ο κίνδυνος παρερμηνείας της εικόνας και κλιμάκωσης απειλής, δίδει τη δυνατότητα στον εχθρό να γίνει πιο απειλητικός. Καθώς όλο και περισσότερο η Τουρκία βλέπει να δέχεται πλήγματα στις στρατηγικές της επιλογές του μεγαλοϊδεατισμού, το πρόβλημα στο Αιγαίο θα επιδεινωθεί. Οι προκλήσεις θα αναβαθμίζονται συν τω χρόνω ποιοτικά.

Μονόδρομος ο πόλεμος;

Από τη μεριά μας ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι πάνω απ’ όλα ένα ανθρώπινο-κοινωνικό φαινόμενο, και ως εκ τούτου οι αρχές του, παραμένουν και θα παραμείνουν προφανώς για το άμεσο μέλλον, πιστές στην αμετάβλητη φύση των ανθρώπων. Την απάντηση σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι η φύση του πολέμου άλλαξε ριζικά και οι τακτικές είναι εξ ολοκλήρου νέες, λέμε, όχι και τόσο. Ακόμη και ο Ναύαρχος Κουντουριώτης σήμερα θα ήταν ελάχιστα μπερδεμένος στην αντιμετώπιση του εχθρού που αντιμετωπίζουμε σήμερα στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο.

Σίγουρα ο πόλεμος δεν είναι επιδιωκόμενος ακόμη κι’ αν πιστεύουμε ότι έχουμε την ευκαιρία να κερδίσουμε. Αλλά να γνωρίζουμε ότι οι συνθήκες πολέμου πάντα υπάρχουν. Ως εκ τούτου η συνεχής επαγρύπνηση είναι απαραίτητη, και η ισχυρή θέληση για να νικήσεις τον εχθρό είναι απαραίτητη. Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι το δίλημμα δεν είναι ψύχραιμες διαπραγματεύσεις με το «νευρικό γείτονα» ή πόλεμος, αλλά ισχυρή αποτροπή ή πόλεμος.

Δημήτριος  Ν. Τσαϊλάς

Υποναύαρχος (εα) ΠΝ

Οδηγεί η αναθεωρητική έκρηξη γειτόνων σε αλλαγή ‘ζωτικού χώρου’ και Διλήμματα ασφαλείας στο Αιγαίο;

Η σφοδρή αντίσταση των Κούρδων, ο χρήσιμος ηλίθιος και ο γεωστρατηγικός σχεδιασμός του Ισραήλ

0

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης*

Syrian Kurdish refugees carry the Kurdish YPG forces flag during a demonstration against the military operation by the Turkish army against the Kurdish YPG forces in Syria’s Afrin, in Sulaymaniya, Kurdistan Region of Iraq. EPA, AFAN ABDULKHALEQ FEBRUARY 2, 2018

Μετά την  ολοκληρωτική ήττα του ISIS στην Συρία και στο Ιράκ, η κατάσταση παραμένει ακόμη  ασαφής και αδιευκρίνιστη σε ότι αφορά την τελική κατάσταση. Όλα όσα συμβαίνουν σήμερα, σκοπό έχουν την προσπάθεια των εμπλεκομένων με τον ένα ή άλλο τρόπο δυνάμεων, για διατήρηση των κεκτημένων ή και περισσότερη προβολή ισχύος, όπου είναι δυνατόν.

Έτσι πλέον δεν βλέπουμε επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού κράτους, το οποίο στρατιωτικά έχει ηττηθεί και γεωγραφικά έχει εξαλειφθεί, αλλά επιχειρήσεις του Συριακού Αραβικού στρατού κατά της επαρχίας του Ιντλίμπ, που ακόμη κατέχεται από άλλες ισλαμιστικές εξτρεμιστικές οργανώσεις, όπως η Σαλαφιστικήτζιχαντιστική Jabhatal-Nusra , ακόμη γνωστή και ως JabhatFatehal-Sham, θυγατρική της Al Qaeda, όπως ακόμη η επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» (sic!!)  της Τουρκίας, στο καντόνι του Αφρίν με εισβολή στη ΒΔ περιοχή της Συρίας, κατά των Κούρδων της Συρίας του YPG , αλλά και κάποιες άγνωστες σε πολλούς επιχειρήσεις στην Νότια Συρία, κοντά στα υψώματα του Γκολάν.

Τόσο στις επιχειρήσεις των Τούρκων στο Αφρίν, αλλά και στο Νότο της Συρίας, χρησιμοποιούνται υπό μορφή αντιπροσώπων (Proxy powers), η οργάνωση Free Syrian Army (FSA), χρήσιμος ηλίθιος όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Ελεύθερος Συριακός Στρατός.

Ο Free Syrian Army (FSA), δηλαδή ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός στην ουσία ούτε ελεύθερος είναι, ούτε Συριακός Στρατός είναι. Είναι ένα συνονθύλευμα «κατσαπλιάδων» διαφόρων εθνοτήτων, όπως Ουϊγούροι, Τσετσένοι, φανατικοί ισλαμιστές και μισθοφόροι, που δημιουργήθηκαν στην αρχή για να πολεμήσουν κατά του Συριακού καθεστώτος, χρηματοδοτούμενοι από Σαουδική Αραβία, Κατάρ, ΗΠΑ και εφοδιαζόμενοι μέσω Τουρκίας.

Τελικά απέτυχαν, οι ΗΠΑ τους εγκατέλειψαν και τελικά βρήκαν νέους προστάτες, τιθέμενοι  υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση της Τουρκίας.

Έτσι βλέπουμε στις επιχειρήσεις του Αφρίν, ο «ένδοξος» Τουρκικός στρατός να χρησιμοποιεί ως εμπροσθοφυλακή και ως πρόβατα επί σφαγήν τους τζιχαντιστές του  FSA, αλλά η επιχείρηση μέχρι τώρα δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί, λόγω τακτικών λαθών και σφοδρής αντίστασης των Κούρδων Πεσμεργκά.

Featured image is from South Front.

Η Ζώνη Ασφαλείας του Ισραήλ.

Το Ισραήλ, που  διαθέτει  Υψηλή Εθνική Στρατηγική, όπου  μέριμνα και σκοπός του είναι η ασφάλεια της χώρας και η στρατιωτική  αποτροπή, εφαρμόζει κατά περιστάσεις  μια ρεαλιστική πολιτική χωρίς ενδοιασμούς και συναισθηματισμούς που σοκάρει.

Δεν διστάζει, όπως στον πόλεμο της Συρίας, να χρησιμοποιεί εξτρεμιστικές τζιχαντιστικές οργανώσεις, ώστε δια αντιπροσώπων (proxy) και χωρίς δική του άμεση στρατιωτική εμπλοκή να υλοποιεί τις  εθνικές του  επιδιώξεις.

Έτσι πρόσφατα, στις 23 Ιανουαρίου, η αξιόπιστη και μεγάλη ηλεκτρονική εφημερίδα The Intercept παρουσίασε ένα σημαντικό και αποκαλυπτικό άρθρο (προφανώς προερχόμενο από έγγραφα  υπηρεσιών πληροφοριών), όπου όπως αναφέρει το Ισραήλ  χρησιμοποιεί ήδη αρκετές ομάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA),  σε ένα σχέδιο τριών φάσεων για να επιβάλει μια De Facto«ασφαλή ζώνη» στην περιοχή της Νότιας Συρίας, πλάτους  40 χλμ (βλέπε χάρτη).

Σύμφωνα με την έκθεση, το Ισραήλ έχει ήδη ολοκληρώσει την πρώτη φάση του σχεδίου του και επί του παρόντος συνεργάζεται με διάφορες ισραηλινές και αμερικανικές ΜΚΟ για να ολοκληρώσει τη δεύτερη φάση. Ο στόχος αυτής της προσπάθειας είναι να απωθήσει  τη Λιβανέζικη Χεζμπολάχ και τις δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν σε απόσταση , τουλάχιστον 40 χιλιομέτρων από τα ισραηλινά σύνορα στο Βορρά.

Μια ανώνυμη πηγή του Συριακού Αραβικού Στρατού (SAA), αποκάλυψε, ότι μια μικρή ομάδα ισραηλινών στρατιωτικών και μυστικών υπηρεσιών εισήλθε στη Συρία, στην δυτική επαρχία Dara τον Ιούλιο του 2017 και συναντήθηκε με τους διοικητές των δύο ομάδων του FSA , τον Liwa Jaydour και τον Jayshal-Ababil.

Τον Σεπτέμβριο του 2017, έγινε μια άλλη συνάντηση μεταξύ των ισραηλινών  και διοικητών τζιχαντιστικών οργανώσεων,  του FSA (οLiwa Jaydour), των Ιπποτών του Γκολάν (Golan Knights)  και του Μεγάλου Μεγάλου Ριζοσπαστικού Μετώπου της Συρίας. Η συνάντηση  πραγματοποιήθηκε στη συνοριακή πόλη Rafid στο νότιο τμήμα της επαρχίας Quneitra της Συρίας, σύμφωνα πάντα με το Intercept.

Μάλιστα ο Αμπού Αχμάντ, ακτιβιστής της αντιπολίτευσης της Συρίας, επιβεβαίωσε στην Intercept, ότι «αρκετές ομάδες του FSA στη νότια Συρία παίρνουν επί του παρόντος χρήματα και όπλα από την ισραηλινή πλευρά, καθόσον  το Αμερικανικό Κέντρο Στρατιωτικών Επιχειρήσεων στην Ιορδανία είχε αναστείλει τη στρατιωτική υποστήριξη των ομάδων FSA.

Η Ιορδανία σταμάτησε να τους στέλνει όπλα, κι έτσι στράφηκαν προς το Ισραήλ“, δήλωσε ο Αμπού Αχμέντ.

Η Συνεργασία

Το άρθρο του Intercept αποκάλυψε επίσης ότι ο IDF, o ισραηλινός στρατός,  άρχισε την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό μιας  συνοριακής αστυνομικής δύναμης περίπου 500 μαχητών του  FSA από την  οργάνωση GolanKnights,  ως μέρος της δεύτερης φάσης του ισραηλινού αεροσκάφους ασφαλείας (βλέπε Χάρτη).

Αυτή η δύναμη των συνόρων αναμένεται να περιπολεί τη γραμμή διαχωρισμού δυνάμεων από το νότο της δημοκρατικής πόλης Druze της Hadar μέσω των πόλεων JabataKhashab, BirAjam, Hamadiyah και Quneitra που διεξάγονται από την FSA, μέχρι τον Rafid στη νότια επαρχία Quneitra , σύμφωνα με την έκθεση.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έγινε  συντονισμός μεταξύ του Ισραήλ και των ομάδων FSA στη νότια Συρία. Στις 2 Δεκεμβρίου 2017 από το Παρατηρητήριο για την Συρία  και μέλος της  αντιπολίτευσης, ο EnabBaladi,  αποκάλυψε ότι ο FSA και ο Ισραηλινός Στρατός προετοιμάζουν μια κοινή επίθεση κατά μιας οργάνωσης με την επωνυμία  Khalidibnal-Walid που συνδέεται με το ISIS (ότι έχει απομείνει) στη δυτική επαρχία Daraa.

Ο Χρήσιμος Ηλίθιος

O FSA βλέπουμε να χρησιμοποιείται ως αντιπρόσωπος άλλων κρατών (Ισραήλ και Τουρκία), προσπαθώντας να παραμείνει στο προσκήνιο, έστω και με τον έλεγχο κάποιων περιοχών στην Συρία, αλλά φαίνεται ότι το μέλλον στην νέα Συρία, που θα προέλθει μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις και με αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των κρατών που έχουν εμπλοκή στον πόλεμο, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Ισραήλ από την μια πλευρά και Συρία, Ρωσία, Ιράν, Χεζμπολάχ του Λιβάνου από την άλλη πλευρά.

Τα συμφέροντα και οι γεωστρατηγικές επιδιώξεις, με την προβολή ισχύος όλων αυτών σε αυτή την περιοχή, εκτιμώ ότι μια οργάνωση σαν τον   FSA όχι μόνο δεν έχει μέλλον σαν κάποιος παράγοντας στην νέα διαμορφούμενη κατάσταση, αλλά προϊόντος του χρόνου θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων,, που αφού έκανε την βρώμικη δουλειά, όπως στο Αφρίν και στα σύνορα Συρίας και Ισραήλ, ως ο  κλασικός χρήσιμος ηλίθιος.

Σε ότι αφορά τον σχεδιασμό του  Ισραήλ, θα λέγαμε ότι είναι πολύ πιο περίπλοκο να δημιουργηθεί μια ζώνη ασφάλειας 40 χιλιομέτρων στη νότια Συρία, επειδή αφενός ο Συριακός Αραβικός Στρατός (SAA) ελέγχει μεγάλα τμήματα στην εν λόγω περιοχή, αφετέρου θα πρέπει να συμφωνήσουν και οι Ρώσοι, οι οποίοι σε μια άτυπη συμφωνία με τους Αμερικανούς, έχουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη την περιοχή της Συρίας, Δυτικά του Ευφράτη ποταμού, όπως έγινε με την επίθεση των Τούρκων στο Αφρίν.

Έτσι, η λογική επιθυμία του Ισραήλ, για μια ζώνη ασφαλείας Βορείως των υψωμάτων του Γκολάν, θα μπορούσε να υλοποιηθεί, με την δημιουργία μιας (αυτόνομης ή ανεξάρτητης ) κρατικής οντότητας των Δρούζων, που ζουν σε μεγάλα ποσοστά στην ευρύτερη περιοχή και το Ισραήλ το επιθυμεί και το επιδιώκει. Μήπως οι χάρτες της νέας Μέσης Ανατολής, τόσο της RobinWright (2013) , όσο και του  GeorgeFreedman (2017) αυτό δεν παρουσίαζαν σε ότι αφορούσε την μελλοντικη Συρία; Κουρδικό κράτος (Ροζάβα) στον Βορρά και κράτος των Δρούζων στον Νότο, στην περιοχή που το Ισραήλ επιδιώκει την ζώνη ασφαλείας. Άρα εδώ κάτι επιδιώκεται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο.

O Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ Τελ Αβίβ, πρώην Αξκος επιχειρήσεων της  ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος TacticalIntelligenceSchool (U.S.Army), Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ.

Πηγές: Global Research – The Intercept

Πηγή: Η σφοδρή αντίσταση των Κούρδων, ο χρήσιμος ηλίθιος και ο γεωστρατηγικός σχεδιασμός του Ισραήλ http://mignatiou.com/2018/02/i-sfodri-antistasi-ton-kourdon-o-chrisimos-ilithios-ke-o-geostratigikos-schediasmos-tou-israil/