Israel Falls Deeper into the Syrian Civil War
H Toυρκία Στρατολογεί Ισλαμιστές Τρομοκράτες του ΙΚ για την Επίθεση Εναντίον των Κούρδων
PATRICK COCKBURN •THE INDEPENDENT, FEBRUARY 7, 2018
{Το κατωτέρω άρθρο αποτελεί μιαν εγγυημένης γνησιότητας αποτύπωση των σημερινών εξελίξεων στον αιματηρό κυκεώνα της Συρίας, ειδικότερα μετά την τουρκική εισβολή και σε ότι αφορά τον σκοτεινό λαβύρινθο των εχθρο/συμμαχικών σχέσεων μεταξύ Τούρκων-Τζιχαντιστών-Αμερικανών-Κούρδων. Συντάκτης του είναι ειδικός της περιοχής συγγραφέας, παλαιός Βρετανός δημοσιογράφος, διεθνώς σεβαστής ακεραιότητας και κύρους –είδος εν ανεπαρκεία και υπό απειλήν, όπως οι μέλισσες, με τα φυτοφάρμακα της Μοσάντο.}
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού
Η Τουρκία στρατολογεί και επανεκπαιδεύει τρομοκράτες του «Ισλαμικού Κράτους» (ΙΚ) για να ηγούνται της εισβολής της στον κουρδικό θύλακα του Αφρίν, κατά πληροφορίες πηγής του τέως «Ισλαμικού Κράτους» (ΙΚ).
«Οι πλείστοι από αυτούς που μάχονται στο Αφρίν εναντίον του YPG είναι Τζιχαντιστές Ι.Κ., αν και οι Τούρκοι τους εκπαίδευσαν να αλλάξουν τις επιθετικές τακτικές τους», είπε ο Φαράτζ, ένας τέως πολεμιστής του Ι.Κ. από την βορειοανατολική Συρία, που μένει πιστός στο κίνημα των Τζιχαντιστών.
Σε τηλεφωνική συνέντευξη με την Ιντεπέντετ (Σημ: Με τον ίδιο τον Κόκμπερν),πρόσθεσε: « Η Τουρκία στην αρχή της επιχείρησης προσπάθησε να εξαπατήσει τον κόσμο λέγοντας ότι πολεμάει το Ι.Κ., αλλά στην πραγματικότητα εκπαιδεύουν τα μέλη του και τα στέλνουν στο Αφρίν.»
Κάπου 6.000 Τούρκοι στρατιωτικοί και 10.000 πολιτοφύλακες του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού (F.S.A.), εισέβαλαν στη Συρία στις 20 Ιανουαρίου, υποσχόμενοι να εξώσουν τους Κούρδους YPG από το Αφρίν. Της επίθεσης ηγείτο το FSA, που είναι σε μεγάλο μέρος ένα νεκρό συγκρότημα ομάδων Σύρων μη Τζιχαντιστών ανταρτών, που υποστήριζε η Δύση.Τώρα οι πλείστοι των μαχητών του FSA που συμμετέχουν στην τουρκική επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» ήταν μέχρι πρόσφατα μέλη του «Ισλαμικού Κράτους».
Μερικοί από τους ενόπλους που εισέβαλαν στο Αφρίν είναι εκπληκτικά ειλικρινείς για την προσήλωσή τους στην Αλ-Κάϊντα και στις αποφύσεις της. Ένα βίντεο που έβαλαν στο διαδίκτυο παρουσιάζει τρείς ένστολους τζιχαντιστές να τραγουδούν ένα τραγούδι που υμνωδεί τις περασμένες μάχες τους και το πώς «Ήμαστε ακλόνητοι στο Γκρόζνυ (Τσετσενία) και στο Νταγκεστάν (βόρειο Καύκασο) και κατακτήσαμε την Τόρα-Μπόρα (το άλλοτε στρατηγείο του Οσάμα Μπιν Λάντεν).Και τώρα το Αφρίν μας καλεί…»
Το ΙΚ υπέστη βαριές ήττες πέρυσι, χάνοντας την Μοσούλη στο Ιράκ, μετά εννεάμηνη πολιορκία, και την Ράκα στη Συρία, μετά πολιορκία τεσσάρων μηνών. Το Χαλιφάτο, που είχε ανακηρύξει ο αρχηγός του Αμπού Μπάγκρ αλ-Μπαγκντατί το 2014, καταστράφηκε και οι περισσότεροι από τους πεπειραμένους διοικητές και πολεμιστές τους σκοτώθηκαν η διασκορπίστηκαν.
Αλλά τους τελευταίους μήνες παρουσίασε σημάδια προσπάθειας να αναβιώσει στη Συρία και στο Ιράκ, δολοφονώντας τοπικούς αντιπάλους και εξαπολύοντας ανταρτικές επιθέσεις εναντίον απομονωμένων και ανεπαρκώς προστατευόμενων τοποθεσιών.
Οι μαχητές του ΙΚ εντάσσονται στον FSA και στην δύναμη της τουρκικής εισβολής υπό την πίεση των τουρκικών αρχών. Η Τουρκία εκτιμά ότι με την στρατολόγηση τέως τρομοκρατών του ΙΚ μπορεί να αντλήσει από μια μεγάλη δεξαμενή επαγγελματιών και δοκιμασμένων στρατιωτών. ΄Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι πως μη όντας Τούρκοι, οι τυχόν σοβαρές απώλειές τους δεν θα βλάψουν την τουρκική κυβέρνηση.
Το «Ισλαμικό Κράτος» και η Τουρκία αποβλέπουν να χρησιμοποιήσουν ο ένας τον άλλο για τους δικούς του κάθε ένας σκοπούς.
Ο Φαράττζ,32 χρόνων, άραβας, από την μικτού άραβο-κουρδικού πληθυσμού επαρχία Χασάκα στην βόρειο-ανατολική Συρία, λέει ότι αντιπαθεί το YPG, αλλά υποπτεύεται την Τουρκία και πιστεύει πως προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το ΙΚ. « Η Τουρκία- λέει-χρησιμοποιεί το ΙΚ σαν χαρτί τουαλέτας. Μετά την χρήση του, θα το πετάξει.»
Η Τουρκία έχει προφανώς επίγνωση ότι χρησιμοποιώντας τους Τζιχαντιστές του ΙΚ ως αιχμή δόρατος στην επίθεση στο Αφρίν, έστω μεταβαπτισμένους σε FSA, είναι δυνατό να επισύρει την διεθνή επίκριση.
Ο Φαράτζ λέει ότι οι Τούρκοι διοικητές συνέστησαν στους Ισλαμιστές του ΙΚ να μην χρησιμοποιούν τις παραδοσιακές μεθόδους τους, με την συστηματική χρήση εκρηκτικών αυτοκινήτων και βομβιστών αυτοκτονίας, που θα καθιστούσαν εξόφθαλμη την τουρκική χρησιμοποίησή τους..
Από την αρχή του πολέμου τη Συρία το 2011, η Τουρκία είχε μιαν επαμφοτερίζουσα σχέση με τις ομάδες τζιχαντιστών. Στην αρχή επέτρεπε την διέλευση Τζιχαντιστών μαχητών και στρατιωτικών εφοδίων προς τη Συρία. Αυτή η τακτική της μειώθηκε μετά την πτώση της Μοσούλης τον Ιούνιο του 2014. Ωστόσο η Τουρκία κατέστησε φανερό με τις πράξεις της κατά την πολιορκία της κουρδικής πόλης Κομπάνι ότι θα προτιμούσε να νικήσουν οι Τζιχαντιστές παρά οι Κούρδοι του YPG.
Καθώς οι YPG προήλαυναν μετά το Κομπάνι με την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας, κύριος στόχος των Τούρκων έγινε να αποτρέψουν την δημιουργία ενός ντε φάκτο κουρδικού κράτους, υπό την στρατιωτική προστασία των ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ βρίσκονται τώρα σε μιαν ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Το YPG ήταν που εξασφάλισε τις χερσαίες δυνάμεις, που με την αμερικανική αεροπορική στήριξη νίκησαν το ΙΚ σε πολλές μάχες. Χωρίς τους Κούρδους δεν θα υπήρχε η νίκη κατά του ΙΚ, την οποία διεκδίκησε ο πρόεδρος Τραμπ στο μήνυμά του για την κατάσταση του έθνους. Αλλά το YPGαντιμετωπίζει τώρα κάποιους από τους ίδιους Τζιχαντιστές ΙΚ στο Αφρίν, εναντίον των οποίων πολέμησε επί χρόνια στο παρελθόν. Και δεν θα κάνει καλή εντύπωση για τις ΗΠΑ εάν εγκαταλείψουν τους άξιους Κούρδους συμμάχους τους επειδή δεν θέλουν να συγκρουστούν με την Τουρκία.
Μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να κρύβεται πίσω από την πρώτη γωνία. Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν απείλησε το Σαββατοκύριακο ότι θα επεκτείνει την τουρκική εισβολή για να περιλάβει την αραβική πόλη Μανμπίτζ, που το YPG είχε απελευθερώσει από το ΙΚ το 2016, μετά μακρά πολιορκία. Ο Ερντογάν είπε: «Οι Αμερικανοί μας λένε: Μην έρθετε στο Μανμπίτζ. Εμείς θα πάμε στο Μανμπίτζ, για να αποδώσουμε αυτά τα εδάφη στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.»
Οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Κούρδων και η οξυνόμενη διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Ισλαμιστών του ΙΚ. Δεν διαθέτει τις δυνάμεις για να αναλάβει από τις συντριπτικές ήττες που υπέστη πέρυσι, αλλά οι τότε αντίπαλοί του είναι απορροφημένοι σε άλλες μάχες. Η εκκαθάριση των τελευταίων θυλάκων αντίστασης του ΙΚ δεν είναι πια η πρώτη φροντίδα τους. Το YPG μετέφερε μονάδες του από το ανατολικό άκρο της Συρίας, όπου αντιμετώπιζαν το ΙΚ, στη Δύση, για την αντιμετώπιση των Τούρκων.
Η Τουρκία δεν βρίσκεται στρατιωτικά σε πολύ ισχυρή θέση, τρεις βδομάδες μετά την εισβολή της στο Αφρίν. Μπορεί να νικήσει μόνο αν βομβαρδίζει όλο το εικοσιτετράωρο, αλλά γι΄αυτό χρειάζεται την άδεια της Ρωσίας, την οποία πιθανώς δεν θα πάρει. Εάν επεκτείνει τις επιθέσεις της θα χρειάζεται περισσότερο στρατό και αυτό θα δώσει την ευκαιρία στο ΙΚ να ενταχθεί σ΄έναν νέο πόλεμο.
Η τουρκική πρεσβεία στο Λονδίνο, η οποία προσκλήθηκε να σχολιάσει, δεν είχε απαντήσει μέχρι την ώρα εκτύπωσης.
infognomon.gr
Στρατηγική ήττα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό
Παντελής Σαββίδης
Όσοι ήλπιζαν πως η χώρα θα έβγαινε από την κρίση έστω στοιχειωδώς καλύτερη, μάλλον θα διαψεύστηκαν. Για κάποιον λόγο το μίσος, ο φθόνος και η διαφθορά είναι και παραμένουν χαρακτηριστικά στοιχεία του δημόσιου βίου από τότε που η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος.
Το μίσος και ο φθόνος είναι θέματα παιδείας και πολιτισμού. Περιορίζονται από την παιδεία ενός λαού. Και φαίνεται πως αυτή η παιδεία δεν παρέχεται.
Πλέον, δεν παρέχεται καμιά παιδεία. Ο αρμόδιος υπουργός δίνει καθημερινά εξετάσεις πώς να τη διαλύσει.
Η διαφθορά, όμως, είναι θέμα θεσμών. Δεν περιορίζεται με επικλήσεις στην καλή διάθεση. Όταν για να γίνει μια επένδυση χρειάζεται ένας κυκεώνας μέτρων, είναι εύλογο πως σε πολλά στάδια της διαδικασίας ο ενδιαφερόμενος θα αναγκαστεί να δωροδοκήσει. Όταν το σύστημα για να αντιμετωπίσει ένας πολιτικός μια δίκη για κατάχρηση είναι πολύπλοκο και ουσιαστικά αποβλέπει πώς να καταστήσει αδύνατη την προσαγωγή του, είναι εύλογο πως όποιος θέλει να καταχραστεί δημόσιο χρήμα θα το κάνει. Το πολύ-πολύ να υποστεί κάποια βλάβη η υπόληψή του – δεν χάλασε και ο κόσμος.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτά τα ζητούμενα στην Ελλάδα που βιώνει, ήδη, τον δέκατο χρόνο της κρίσης. Είναι και το γεγονός ότι δεν άλλαξε η νοοτροπία στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων. Λες και ο χρόνος πάγωσε, και όποια κυβέρνηση έρχεται στην εξουσία αναπαράγει τα ίδια φαινόμενα.
Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης Novartis έγινε καθόλα με τρόπο ελληνικό.
Υποτίθεται ότι η Δικαιοσύνη διερευνούσε τόσον καιρό την υπόθεση, αλλά την προώθησε στη Βουλή όταν η κυβέρνηση έκρινε πως θα την εξυπηρετούσε. Και το εύλογο ερώτημα είναι: μπορούμε να μιλάμε για ανεξάρτητη Δικαιοσύνη;
Το κλίμα ήταν βαρύ για την κυβέρνηση μετά τα μεγαλειώδη συλλαλητήρια, και έπρεπε να αλλάξει. Μόνο μια τόσο βαριά κατηγορία για τους πολιτικούς της αντιπάλους θα μπορούσε να τραβήξει το φως της δημοσιότητας από τη λαϊκή αντίθεση στην κυβερνητική πολιτική, σε ένα σκάνδαλο διαφθοράς. Είναι άλλωστε, και δικαίως, θέμα ευαίσθητο για την κοινή γνώμη.
Ο κόσμος υποφέρει από τις συνέπειες μιας βαρύτατης κρίσης, και κυβερνητικά στελέχη που ψήφιζαν νόμους στη Βουλή θησαύριζαν καταχρώμενοι των θέσεών τους.
Δεν νομίζω πως έχει κανείς αμφιβολία πως σκάνδαλο υπήρξε. Αλλά δεν υπάρχει και καμιά αμφιβολία ότι το αποκάλυψε τη στιγμή που ήθελε και όπως ήθελε η κυβέρνηση, και όχι η Δικαιοσύνη. Όπως είπε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Ελλάδα δεν είναι πλέον κράτος δικαίου.
Ο αντίλογος της κυβέρνησης είναι πως η Ελλάδα δεν είναι κράτος δικαίου εδώ και καιρό, και έχει δίκαιο. Μόνο που δεν μπορεί να είναι αυτό επιχείρημα μιας κυβέρνησης που ήρθε να κυβερνήσει στο όνομα της Αριστεράς.
Λίγο πριν το θέμα γίνει δημοσίως γνωστό, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επισκέπτεται τον Άρειο Πάγο για να ενημερωθεί. Με ποιο δικαίωμα; Ο πρωθυπουργός συγκαλεί συναντήσεις και ανακοινώνει ο ίδιος πως το θέμα πρέπει να πάει στη Βουλή. Από πού και ως πού είναι αυτό θέμα του πρωθυπουργού;
Ο υπουργός Δικαιοσύνης έχει γνώση της δικογραφίας. Από πού και γιατί;
Ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών της κυβέρνησης Καραμανλή που συμμετέχει σε μια κυβέρνησης της Αριστεράς ως αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης έκανε καλά τη δουλειά του ως πράκτορας. Διέλυσε και φρόντισε να εκθέσει στα ακραία όρια τη Δικαιοσύνη, την οποία υποτίθεται ότι πριν ασχοληθεί με την πολιτική υπηρετούσε.
Αφού πέτυχαν το στόχο τους, που ήταν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από το θέμα που βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της, το Μακεδονικό, και αφού εξέθεσαν τους πολιτικούς αντιπάλους τους, στην κυβέρνηση –λένε τα ρεπορτάζ δημοσιογράφων που καλύπτουν τον ΣΥΡΙΖΑ, άρα έχουν καλές πληροφορίες– προβληματίζονται για τη συνέχεια χειρισμού της υπόθεσης.
Θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα αναδιπλωθούν. Διότι, ως πολιτικοί, έχουν το ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Παίρνουν τα μέτρα τους για να διασφαλίσουν με τους κρυφούς κώδικες που μόνο οι πολιτικοί ξέρουν να διαβάζουν, το πώς θα τους φερθούν οι επόμενοι κυβερνήτες, όταν οι σημερινοί απολέσουν την εξουσία.
Στο άλλο μεγάλο, τώρα, θέμα, το Μακεδονικό, ο υπουργός Εξωτερικών προχωράει ακάθεκτος, χωρίς να λαμβάνει, όπως δήλωσε, υπόψη την κοινή γνώμη. Ετοιμάζει, μάλιστα, και φιέστα. Θα είναι ο πρώτος επιβάτης πτήσης από το αεροδρόμιο των Σκοπίων όταν θα μετονομαστεί. Και αυτό θα γίνει τις επόμενες ημέρες. Σπουδαία επιτυχία!
Τα Σκόπια δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουν πίσω από τα βασικά στοιχεία που διασφαλίζουν αυτό που θέλουν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι είναι: την ταυτότητα, την εθνικότητα, τη γλώσσα, την ιστορία. Αυτά τα κρατούν ασφαλή και αδιαπραγμάτευτα. Ακολουθώντας όμως μια πολιτική αλά τούρκα, προσθέτουν δευτερεύοντα ζητήματα στην ατζέντα.
Όπως την ονομασία του αεροδρομίου, ή τα αγάλματα. Και αυτά είναι που διαπραγματεύονται.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική, τόσο σε επίπεδο διπλωματίας όσο και σε επίπεδο εκάστοτε υπουργού Εξωτερικών, αδυνατεί να διαχειριστεί τα στοιχειώδη. Κακά τα ψέματα. Και αναγάγει σε μείζονα τα επουσιώδη.
Στο ζήτημα των Σκοπίων θα βιώσουμε μια βαριά ήττα. Το έχουμε γράψει και άλλη φορά, το επισημαίνουμε και τώρα. Η διαδικασία οδεύει προς διπλή ονομασία. Το εσωτερικό όνομα της χώρας δεν θα αλλάξει. Η χώρα στο εσωτερικό της θα λέγεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αν αλλάξει κάτι, θα αλλάξει το όνομά της στους διεθνείς οργανισμούς. Κι εκεί θα τελειώσει η ουσία της υπόθεσης. Τα υπόλοιπα θα είναι διάφορες περίτεχνες, διπλωματικές διευθετήσεις που δεν θα κατοχυρώνουν στην ουσία τίποτε.
Έχουμε εισέλθει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο. Θα δούμε και θα ακούσουμε πολλά.
Επί της ουσίας, δυστυχώς, όχι μόνο τίποτε δεν θα αλλάξει στη χώρα ως προς τη διακυβέρνησή της, αλλά στο ζήτημα των Σκοπίων θα βιώσουμε μια στρατηγική ήττα.
Τέτοια θέματα σε κοινωνίες που οι πολιτικοί σέβονται το λαό που τους δίνει την εντολή να κυβερνήσουν, δεν αποφασίζονται χωρίς την έγκρισή του.
Ο χρόνος θα δείξει αν, ως λαό, υπάρχει έστω κάτι που μας ενοχλεί. Ή τα ρίξαμε όλα στο «δε βαριέσαι».
Απλά μαθήματα ονοματοδοσίας
Μια συγκυρία, από αυτές που σπάνια εμφανίζονται στην Ιστορία, φάνηκε να επιτρέπει την επίλυση ενός προβλήματος που στοιχειώνει επί δεκαετίας την εξωτερική μας πολιτική: την ονομασία της FYROM. Ομως αίφνης, κάτι η τύφλωση της δεξιάς συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, κάτι η επιπολαιότητα και ο τακτικισμός του Πρωθυπουργού και κάτι η πολιτική ανεπάρκεια του αρχηγού της αντιπολίτευσης έχουν οδηγήσει την Ελλάδα στα πρόθυρα ενός Βατερλό στην εξωτερική της πολιτική. Ενώ ένθεν και ένθεν των συνόρων οι πατριδοκάπηλοι κόπτονται για αδιαπραγμάτευτα ιστορικά δίκαια παρακινώντας μάζες εθισμένες στη διχρωμία του άσπρου και του μαύρου σε αδιαλλαξίες, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ρωτήσει τη γνώμη των ιστορικών για το υποτιθέμενο διακύβευμα. Αυτόκλητος, λοιπόν, θα εξηγήσω κάποιες απλές και αδιαπραγμάτευτες αλήθειες, διακρίνοντας πράγματα που είναι πολύ διαφορετικά.
Και έρχομαι στο τρίτο ζήτημα: Τι σημαίνει Μακεδονία; Τα αρχαία εθνικά και γεωγραφικά ονόματα διακρίνονται σε πρωτογενή και δευτερογενή. Αλλοτε είναι η γεωγραφική περιοχή (π.χ. Εύβοια, Αίγυπτος) που ονοματίζει τον λαό που την κατοικεί (π.χ. Ευβοείς, Αιγύπτιοι). Αλλοτε μια φυλή (π.χ. Σικελός) δίνει το όνομά της στην περιοχή που κατοικεί (π.χ. Σικελία). Ετσι, η περιοχή που κατοικούν οι Αρκάδες είναι Αρκαδία – Αρκαδίες υπάρχουν και στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη· η περιοχή που κατοικούν οι Βοιωτοί ονομάζεται Βοιωτία κ.ο.κ. Αν σε μια γεωγραφική περιοχή υπάρχει και μια διαφορετική φυλετική ομάδα, η ονομασία της διαφοροποιείται. Οι έλληνες κάτοικοι της Σικελίας που δεν ήταν Σικελοί ήταν Σικελιώτες· οι κάτοικοι της Αιγύπτου που δεν είναι Αιγύπτιοι είναι Αιγυπτιώτες. Η Κυδωνία στην Κρήτη πήρε το όνομά της από τους Κύδωνες· όταν στην Κυδωνία εγκαταστάθηκαν Αιγινήτες, το όνομά τους δεν ήταν πια Κύδωνες, αλλά Κυδωνιάτες.
Οι αρχαίοι Μακεδόνες έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή που κατέλαβαν και που σήμερα βρίσκεται και βορείως και νοτίως των συνόρων του ελληνικού κράτους. Δεδομένου ότι στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι σημερινοί κάτοικοι της Μακεδονίας είναι ξενόφερτοι πληθυσμοί (με πιο τελευταία εγκατάσταση εκείνη των προσφύγων της Μικράς Ασίας) και όχι απευθείας απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, κανονικά θα έπρεπε να λέγονται Μακεδονιάτες, Μακεδόνιοι ή Μακεδονικοί.
Φυσικά θα ήταν γελοίο να απαιτεί κανείς να αλλάξουν οι κάτοικοι της (ελληνικής) Μακεδονίας το όνομά τους και να λέγονται Μακεδονιάτες. Με ποια νομιμοποίηση μπορούμε να το ζητήσουμε εμείς από τους γείτονές μας; Πολύ απλά: επειδή δεν έχουν καμιά σχέση με τους (Ελληνες) αρχαίους Μακεδόνες. Το ότι δεν είναι Μακεδόνες, δεν τους εμποδίζει όμως να είναι Novamakedonski (Νεομακεδόνες). Οπως οι κάτοικοι του New Mexico δεν είναι Μεξικανοί, η Nova Makedonija δεν είναι η αρχαία Μακεδονία. Αυτό το όνομα δεν χρειάζεται να σκανδαλίζει τους ιστορικά ευαίσθητους Ελληνες, όπως δεν ενοχλεί και τους αλβανόφωνους της πΓΔΜ. Αντίθετα, το όνομα Βόρεια ή Ανω Μακεδονία (όπως Βόρεια και Νότια Κορέα, Βόρεια Ηπειρος, Ανατολική και Δυτική Γερμανία κ.λπ.) αυτόματα δημιουργεί συνειρμούς διχοτόμησης και καλλιεργεί αλυτρωτισμούς. Το όνομα Nova Makedonija, σημειωτέον το όνομα της αρχαιότερης εφημερίδας στην πΓΔΜ, είναι και γεωγραφικά ακριβές και ιστορικά αποδεκτό. Δημιουργεί σαφέστατη διάκριση ανάμεσα στους αρχαίους Μακεδόνες, που ήταν αναμφισβήτητα Ελληνες, και στους σύγχρονους πληθυσμούς που κατοικούν τα εδάφη στα οποία εκείνοι πριν από χιλιετίες έδωσαν το όνομά τους. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να γίνεται πολύ κακό για το τίποτα ούτε, για τους λάτρεις της αρχαίας ελληνικής, να «παίζομεν εν ου παικτοίς».
Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
10 Countries Who Have Changed Their Names
The following countries have not always held the name by which they are known.

10. Persia/Iran
Historically, Iran was referred to as Persia due to the Greek writings. The region covering the present day Iran was occupied by the Persians who established the Persian Empire. In 1935, the government of Iran directed the countries it had diplomatic relations with to refer to it as Iran instead of Persia. The suggestion to change the name is thought to have been influenced by Iranian ambassador to Germany who had also been influenced by the Nazis. The countries obliged and the name “Iran” began to appear in official documents. Although there was opposition to the change of name from some quarters, the move to use Persia and Iran interchangeably changed the perception of the people and today the country freely referred to as Iran.
9. Kampuchea/Cambodia
Cambodia has changed its name several times, especially when the new ruling party wanted to erase the traces of the previous one. Between 1953 and 1970, the country was renamed the Kingdom of Cambodia. From 1970 to 1975 it was named the Khmer Republic. Under the communist rule from 1975 to 1979, it was referred to as Democratic Kampuchea. Under the UN transition authority from 1989 to 1993, the country was named the State of Cambodia. After the restoration of the monarchy in 1993, Cambodia was renamed the Kingdom of Cambodia. The Khmer people prefer to call themselves Kampuchea meaning “Descendant of Prince Kambu.” The name Cambodia is a Western mispronunciation of Kampuchea.
8. Burma/Myanmar
Myanmar is known in English by two names; Myanmar and Burma. The country’s name has been changed from the “Burma” to the “Myanmar” and finally to the “Republic of the Union of Myanmar” which has been a subject of controversy. The change of name was done by the military junta in 1989, one year after several people were killed in an attempt to suppress a popular uprising. The name change was recognized by several countries including France and Japan and the UN. However, the US and the UK did not recognize the unelected military that changed the name.
7. Transjordan/Jordan
Transjordan was recognized as a state in September 1922 and remained a British mandate until 1946 when it was granted independence. In May 1946 the authorities renamed it “The Hashemite Kingdom of Transjordan” after the ratification of the Treaty of London. In 1949 the name was again changed to “The Hashemite Kingdom of Jordan.” Jordan is referred to as the Hashemite Kingdom since it was ruled by the Hashemite dynasty. Hashemite is today used in Jordan to refer to the royal family while Jordan is a name that refers to the Jordan River where Jesus was baptized.
6. Abyssinia/Ethiopia
The Ethiopian Empire, also known as Abyssinia, covered the northern present state of Ethiopia. The founding of the Solomonic dynasty by the Abyssinians in 1270 led to the naming of the whole country “Abyssinia.” The Abyssinians ruled uninterrupted up until the 20th century, governing larger parts of Ethiopia. Abyssinia was changed to Ethiopia during World War II by Hailesilase, the X King of Ethiopia. Some scholars have argued that Ethiopia has always been called the same name (Ethiopia) since the 4th century and that the name Abyssinia was just popularized by the Arabs and that Ethiopia is bigger than Abyssinia geographically.
5. Bechuanaland/Botswana
Botswana was formerly known as the British protectorate of Bechuanaland. The name Bechuanaland was adopted by the British on March 31, 1885, when it adopted the country as one of its territories. The territory remained under the Bechuanaland Protectorate until independence on September 30, 1966. Botswana adopted the new name after independence. Botswana is named after “Tswana,” the largest ethnic group in the country, also referred to as Bechuana in older variant orthography.
4. Ceylon/Sri Lanka
Sri Lanka has been known by several names over time. Under the British rule, Sri Lanka was known as Ceylon from 1815 to 1948. Ceylon is a transliteration of Ceilao, the country’s name under the Portuguese who were the first colonial rulers. The name Sri Lanka was introduced during the push for independence in the early 20th century. It was used by the Marxist Lanka Sama Samaja Party while Sri was introduced by the Sri Lanka Freedom Party. It officially adopted the name “The Republic of Sri Lanka” in 1972 and changed the name to “Democratic Socialist Republic of Sri Lanka” in 1978.
3. Zaire/Democratic Republic of the Congo
The Democratic Republic of Congo was formally known by several names such as Congo Free State, Belgium Congo, and Congo-Leopoldville. In 1960, it attained independence under the name “Republic of Congo,” named after the Congo River. From 1965 to 1971 the country was renamed to the “Democratic Republic of the Congo” and in 1971 President Mobutu Sese Seko named it “Republic of Zaire.” Although the Sovereign National Congress voted to change the name back to the “Democratic Republic of the Congo” in 1992, the change took place in 1977 following the fall of Mobutu.
2. Upper Volta/Burkina Faso
Burkina Faso, formally known as the Upper Volta, was renamed in August 1984 by President Thomas Sankara. He chose the names “Burkina” and “Faso” from the two main languages in the country. The name “Upper Volta” had been given by the French colonialist because of the Volta River which flows across the country. Burkina means “honest people” in Moore language while Faso means “fatherland” in Dyula language. The two words put together means “land of the honest people.”
1. Dahomey/Benin
Dahomey was a powerful pre-colonial kingdom that was established in West Africa in what is now the Benin Republic. The kingdom also covered the present day Togo and some parts of southwestern Nigeria. The Dahomey Kingdom was famous for the skilled female warriors who served as royal bodyguards. The country changed its name from Dahomey to the Benin Republic fifteen years after the country attained its independence in 1975 under the leadership Mathieu Kerekou. The change of name was likened to Marxist-Leninist ideals in which Kerekou believed.
https://www.worldatlas.com/articles/10-countries-who-changed-their-name.html
«Κρίμα τον μόσχο που έσφαξαν και το γλέντι που έκαναν οι Κορσικανοί εθνολαϊκιστές» ;
Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected] www.kalkis.eu
Θυμίζω στους αναγνώστες μου ότι την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018 δεν είχαμε μόνο εμείς το γιγαντιαίο συλλαλητήριο των Αθηνών για το Σκοπιανό ζήτημα. Το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου διοργανώθηκε, με σχετική αποτυχία, συλλαλητήριο και στο Ajaccio της Κορσικής για την αυτονομία της αρχικά και για την

ανεξαρτησία της αργότερα από την Γαλλία. Ποιοι το διοργάνωσαν ; Οι εικονιζόμενοι δίπλα Κορσικανοί εθνολαϊκιστές, Gilles Simeoni και Jean-Guy Talamoni, περιφερειάρχης και πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου, που κέρδισαν πανηγυρικά τις περιφερειακές εκλογές του Δεκεμβρίου 2017 και ανέμεναν αφελώς, με την πίεση του συλλαλητηρίου (ατυχής έμπνευση για να τρομάξουν τον Γάλλο πρόεδρο με το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος), να αποδεχτεί τα αυτονομιστικά τους αιτήματα το Παρίσι, όπως σας τα σκιαγράφησα στις Ανιχνεύσεις στις 4-2-2018 http://www.anixneuseis.gr/?p=184006.
Όμως όπως δείχνουν παρακάτω τα στοιχεία των σχετικών ρεπορτάζ του γαλλικού τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, επί του παρόντος τουλάχιστον, επαληθεύθηκε εν προκειμένω η θυμόσοφη ποντιακή (όχι κορσικανική) αλληγορική ρήση : «κρίμα τον μόσχο που έσφαξα και τον γλέντι που έκανα» («κρίμα το βουδ ντ’ έσπαξα και τη χαράν ντ’ επήκα», στην ποντιακή γλώσσα). Με άλλα λόγια οι εν λόγω Λαοπλάνοι αποσχιστές κέρδισαν μεν τις περιφερειακές εκλογές, ως όχημα αιτήματος αυτονομίας και απόσχισης, ζήτησαν άμεσες διαπραγματεύσεις (και τις είχαν) προς τούτο από όλη την ηγεσία του Παρισιού (πρωθυπουργού, υπουργών, προέδρου), η κυβέρνηση τους είπε με νόημα καλά θα σας δεχθούμε όπως και τις άλλες περιφέρειες, έβγαλαν ένα ψήφισμα για τον πρόεδρο, διοργάνωσαν το συλλαλητήριο άσκησης πίεσης στον Μακρόν και το αποτέλεσμα μάλλον είναι αμελητέο.
Καταρχήν το συλλαλητήριο δεν ήταν και τόσο μαζικό, όσο θα το ήθελαν οι διοργανωτές. Σε ένα νησί των 330.000 κατοίκων, με νωπή εκλογική επιτυχία, προσήλθαν 6.000 διαδηλωτές σύμφωνα με την Νομαρχία και 22.000 σύμφωνα με τους διοργανωτές, κατά το δημοσίευμα του Gaël Vaillant στις 5-2-2018 στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche. Σύμφωνα με έρευνα της YouGov, η
οποία διεξήχθη την περασμένη Πέμπτη για το κανάλι CNews, οι ίδιοι οι Κορσικανοί δεν φαίνονται να ενδιαφέρονται από αυτή τη συζήτηση περί αυτονομίας, όπως λέει ο Laurent Marcangeli, δήμαρχος του Ajaccio που τον συνάντησε η ίδια πηγή της εν λόγω εφημερίδας. «Κανένας από τους ψηφοφόρους μου δεν μου λέει για τη γλώσσα και το στάτους του κατοίκου. Οι άνθρωποι θέλουν πρώτα μια δουλειά και μια στέγη». Η ανεργία στην Κορσική έχει αυξηθεί κατά 2% το 2017, ενώ έχει μειωθεί κατά 0,5% στην ηπειρωτική Γαλλία. Δηλαδή το πρόβλημα της Κορσικής είναι μάλλον αναπτυξιακό παρά αυτονομιστικό ή αποσχιστικό.
Ας κάνουμε τον απολογισμό των επιτευχθέντων επί των αιτημάτων της ηγεσίας των Κορσικανών, μετά την επίσκεψη και την ομιλία του Μακρόν στην Κορσική, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ της ηλεκτρονικής έκδοσης του LE MONDE, στις 8-2-2018. Ο Emmanuel Macron ανέλυσε, την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου, τη στρατηγική του για το μέλλον της Κορσικής κατά τη διάρκεια μιας μακράς ομιλίας του στην πόλη Μπαστιά ενώπιον των αιρετών εθνικιστών. Από την τοπική ταυτότητα, στη διπλή γλώσσα, την τοπική φορολογία και τη φυσική κληρονομιά, ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας εξέτασε πολλά θέματα και απέρριψε πολλές διεκδικήσεις των εθνικιστών. Συγκεκριμένα :
@ Για την αναγνώριση της κορσικανικής «ταυτότητας» ο Μακρόν δήλωσε ότι είναι «θετικά διακείμενος στο να αναφέρεται η Κορσική στο Σύνταγμα», ένα από τα βασικά αιτήματα των εθνικιστών. Θα ήταν «ένας τρόπος αναγνώρισης της ταυτότητάς της και της αγκυροβόλησης εντός της Δημοκρατίας», είπε. Μη αφήνοντας έτσι κανένα περιθώριο εξόδου από τη γαλλική Δημοκρατία, συμφωνώντας με τον Δήμαρχο της πόλης Ajaccio που υποστηρίζει : « Ναι σε ένα νέο στάτους για την Κορσική, αλλά εντός της Δημοκρατίας».
@ Κανένα καθεστώς κατοίκου. Ο Μακρόν δήλωσε ότι «η εφαρμογή καθεστώτος κατοίκου» στην Κορσική, δεν είναι «η σωστή απάντηση» στα προβλήματα των ακινήτων στο νησί. «Σήμερα, όταν οι τιμές ακινήτων ανεβαίνουν και η γη πωλείται, σπάνια επωφελούνται μη κορσικανοί άνθρωποι», από αυτήν την υπεραξία ακινήτων. Δεσμεύθηκε δε να «προωθήσει την κατασκευή κατοικιών» και να «απλοποιήσει τους κανόνες του πολεοδομικού σχεδιασμού», που συνδέονται με τους «υπερβολικούς περιορισμούς» που σχετίζονται με τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα του νησιού.
@ Ναι στη διπλή γλώσσα, όχι στην «συν-επισημοποίηση» της κορσικανικής. Ο γάλλος πρόεδρος εναντιώθηκε στην «συν-επισημοποίηση» της κορσικανικής γλώσσας λέγοντας ότι «στη Γαλλική Δημοκρατία, υπάρχει μια επίσημη γλώσσα, η γαλλική». «Η χρήση διπλής γλώσσας δεν σημαίνει συν-επισημοποίηση», πρόσθεσε, προειδοποιώντας ότι δεν θα δεχόταν ποτέ «να παρέχεται αυτή ή άλλη δουλειά σε εκείνον που μιλάει κορσικανικά».
@ Ενίσχυση της τοπικής φορολογίας. Ο Μακρόν δήλωσε ότι εάν μπορούσαν να αναπτυχθούν «μορφές τοπικής φορολογίας», θα συνοδευόταν από «παράλληλες περικοπές κρατικών επιχορηγήσεων», διαβεβαιώνοντας ότι «δεν υπάρχουν μαγικά οικονομικά». «Μια ελευθερία θα μπορούσε να δοθεί στην Κορσική για την εφαρμογή νέων τοπικών φόρων. (…) Αλλά δεν μπορούμε να θέλουμε το προϊόν των φόρων στην Κορσική να παραμείνει στην Κορσική και να μην εγγυηθούμε το ίδιο πράγμα και στις άλλες γαλλικές περιφέρειες», εξήγησε ο πρόεδρος. «Πώς επιθυμούμε τη δημοσιονομική αυτονομία και ταυτόχρονα να ζητάμε ακόμα περισσότερη εθνική αλληλεγγύη; Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Δεν ξέρω μαγικά οικονομικά. Ούτε υπάρχει μαγική Δημοκρατία».
@ Μια «πιο έξυπνη» ακτογραμμή. Ο Μακρόν υποσχέθηκε να απλοποιήσει τους κανονισμούς για να τερματίσει τις «πανταχού παρούσες καταστάσεις» που σχετίζονται με τον παράκτιο νόμο. Υποσχέθηκε να δώσει στους τοπικούς αιρετούς «την ευκαιρία να προσαρμόσουν αυτούς τους κανονισμούς ώστε να τους κάνουν πιο έξυπνους».
@ «Μηδενική ανοχή» στην εγκληματικότητα. «Τίποτα δεν θα είναι εφικτό, εάν η βία και η ανασφάλεια συνεχίσουν να διαταράσσουν το νησί. Αυτή η βία, είτε είναι τρομοκρατική είτε του κοινού ποινικού δικαίου, δεν είναι καλή για την Κορσική και θα πρέπει να εξαφανιστεί», δήλωσε ο Μακρόν υποστηρίζοντας μια «μηδενική ανοχή στην εγκληματικότητα και στην οργανωμένη εμπορία ανθρώπων. Έχουν ανακοινωθεί διάφορα μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας».
@ Βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Ο Μακρόν δήλωσε ότι θέλει να εγκαταστήσει ιατρεία σε όλο το νησί. Όσον αφορά τους ηλικιωμένους, για τους οποίους το ποσοστό εξοπλισμού είναι το μισό από αυτό της ηπειρωτικής Γαλλίας, ανακοίνωσε την δρομολόγηση ενός σχεδίου υποδομών και εξοπλισμού, το οποίο θα παρουσιαστεί το καλοκαίρι του 2018, ώστε να υπάρχει μια καλύτερη πρόσβαση στην περίθαλψη.
@ Εξασφάλιση πλήρους τηλεφωνικής κάλυψης. Ο Μακρόν δεσμεύθηκε να εξασφαλίσει συνολική κάλυψη κινητής τηλεφωνίας στο νησί μέχρι το 2020. Αν χρειαστεί, θα υπάρξουν κυρώσεις για τους φορείς παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας.
Οι εθνολαϊκιστές κατήγγειλαν τη «χαμένη ευκαιρία» και την «εκδικητική ομιλία» του Μακρόν την οποία χαρακτήρισαν «πολύ κάτω από τις προσδοκίες και τα διακυβεύματα». «Θεωρούμε ότι ήταν μια χαμένη ευκαιρία», δήλωσε ο Gilles Simeoni, πρόεδρος της Περιφέρειας της Κορσικής, υποστηρίζοντας ότι οι εθνικιστές θα διατηρήσουν ωστόσο ένα «πνεύμα διαλόγου» παραμένοντας «τεχνίτες της ειρήνης». «Είναι ένα θλιβερό βράδυ για την Κορσική», δήλωσε ο Jean-Guy Talamoni, πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου της Κορσικής και πρόσθεσε ότι «είναι απογοητευμένος από το επίπεδο των απαντήσεων που δόθηκαν». «Αλλά παραμένουμε ήρεμοι γιατί είμαστε ισχυροί, ισχυροί από την υποστήριξη των Κορσικανών». Κάλεσε δε τους Κορσικανούς να «παραμείνουν κινητοποιημένοι». Ειδικότερα, ο Simeoni επέκρινε την ομιλία που εκφώνησε την προηγούμενη ημέρα ο Μακρόν στην επέτειο του δολοφονηθέντος Νομάρχη Claude Erignac, 20 χρόνια μετά τη δολοφονία του. «Αυτή η ομιλία δεν ήταν απλώς συμβολική, επετειακή, αλλά βαθύτατα πολιτική (…) με την επιλογή σκόπιμα προσβλητικών λέξεων», είπε, αποκαλώντας την ως «εκδικητική ομιλία». Σε αυτήν την ομιλία, ο Macron κατήγγειλε έντονα τη «δειλία» των δραστών αυτής της δολοφονίας, «που λέρωσε την Κορσική» και απέκλεισε οποιαδήποτε αμνηστία για τους κρατούμενους που οι εθνολαϊκιστές αποκαλούν «πολιτικούς κρατούμενους».
Ο Μακρόν δεν είναι Τσίπρας να παρέχει, τρεις την ώρα, άδεια στους κορσικανούς Κουφοντίνες για να δουν τη σύζυγο και το παιδί τους, όταν η χήρα του Νομάρχη Claude Erignac έχασε για πάντα τον άνδρα της και τα δυο παιδιά της δεν πρόκειται να ξαναδούν πια τον δολοφονηθέντα πατέρα τους. Τα είπε χύμα και τσουβαλάτα στους θαυμαστές των δεξιόστροφων δολοφόνων. Ας το κάνει κι ο Τσίπρας, αν το θέλει και μπορεί για τους αριστερόστροφους «κοινωνικούς αγωνιστές».
Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι οικονομολόγος.
Is the Trans-Caspian Gas Pipeline really important for Europe?
AUTHOR
The Trans Caspian Gas Pipeline is destined to transport natural gas from Turkmenistan and Kazakhstan to Europe, bypassing Russia and Iran
The current production is about 75 billion cubic metres (bcm) per year, with plans to increase that total to 230 bcm by 2030.
According to the British accounting company Gaffney, Cline & Associates, Turkmenistan’s largest gas field Galkynysh holds over 24 tcm alone, making it the second largest field in the world after Ghawar in Saudi Arabia. Two other fields, Yashlar-Minara and Bagtyarlik, each hold 1.45-5 tcm and 1.3 tcm, respectively.
The government in the capital Ashgabad opted to develop these giant fields through concessions and service contracts with Petrofac, LG International, CNPC and Hyundai Engineering and Construction Co. for a specific time frame instead of the popular Production Sharing Agreement model (PSA).
China is Turkmenistan’s first and most important client, however, Ashgabad has long aspired to export its gas resources to Europe.
The Trans-Caspian Gas Pipeline is a proposed 300 km underwater pipeline that would stretch between Turkmenistan coastal city Turkmenbashi to Baku in Azerbaijan and may also include a connection between the huge Tengiz field in Kazakhstan and Turkmenbashi.
The project is destined to transport natural gas from Turkmenistan and Kazakhstan to Europe, bypassing Russia and Iran, and is considered an eastward extension of the Southern Gas Corridor comprised of the South Caucasus Pipeline (SCP), Trans-Anatolian Pipeline (TANAP), and the Trans-Adriatic Pipeline (TAP).
Its projected capacity is 30 bcm per year, at an estimated cost of $5 billion.
The project was first suggested in 1996 by the United States. In February 1999, the Turkmen government agreed with General Electric and Bechtel Group for a feasibility study on the pipeline. At a 1999 OSCE meeting in Istanbul, Georgia, Azerbaijan, and Turkmenistan signed a number of agreements concerning the construction of several projects that included the Baku-Tbilisi-Ceyhan and Trans-Caspian pipelines.
The project stalled, however, due to fierce Russian and Iranian opposition and the unresolved legal status of the Caspian Sea, as well as the major discovery of the Shah Deniz gas field in Azerbaijan.
On September 12, 2011, the EU Foreign Affairs Council agreed to give a negotiating mandate to the European Commission for negotiations with Azerbaijan and Turkmenistan on the Trans-Caspian pipeline, but three key questions still remain regarding its construction:
- Commercial production of natural gas, in order to justify the construction and operation of the pipeline;
- Sufficient demand to support stable sales on commercially attractive terms for the government of Turkmenistan and the companies involved in production;
- Investors interested in developing infrastructure that will deliver Turkmen gas to Europe.
Turkmenistan has the reserves, as indicated above, but the second question needs to be answered to enable the third.
The project was flatly rejected by Russia and Iran, as both are transit countries for Turkmen gas. Moscow that a gas pipeline would endanger the prosperity of the entire region and prove to be environmentally unacceptable.
Russia has also taken the legal position that a potential pipeline project, regardless of the route on the seabed, would require the consent of all five Caspian littoral states – Russia, Iran, Azerbaijan, Kazakhstan, and Turkmenistan – to proceed.
Iran continues to legally recognise treaties signed by the Soviet Union and Iran between 1921-1940 are still in force and any action taken without the consent of all littoral states would be illegal. The issue is regulated by articles 79 and 87 of the UNCLOS (United Nations Convention on the Law of the Sea) of 1982, which states that every littoral state, while making use of its sovereign right to explore its seabed and the natural resources that lie beneath it, as well as to prevent any potential pollution or environmental damage, it cannot prevent the laying and/or preservation of cables and pipelines.
The route of any pipeline on the seabed is subject to the consensus of the littoral state. Russia, Kazakhstan and Azerbaijan have ratified the Convention, which was signed by the Soviet Union, whereas Turkmenistan and Iran have not. The Convention is therefore not applicable in the Caspian Sea and the consensus of all littoral states is required in order to proceed with the construction of a pipeline. If all the countries involved had ratified the Convention, the realisation of the Trans- Caspian would be much simpler, at least from a legal point of view.
As long as the legal status remains unresolved, the issue of the Trans-Caspian will continue to linger unless Russia and Iran decide to shift their positions, which is not likely to happen.
The economic context remains a challenge with global oil prices still low and the ongoing embargo against Qatar, the biggest LNG producer and exporter in the world. From a market perspective, building a pipeline to bring remote Turkmen gas supplies to Europe appears extremely expensive, when oil prices remain low. Furthermore, does Europe really need Turkmen gas at this point and time?
Shah Deniz II gas will come online in 2020, with 10 bcm reaching Turkey, Greece, Albania, and Italy. When the capacity later doubles to 20 bcm per year, Bulgaria will also import 2 bcm per year through the Interconnector Greece Bulgaria, while Russia remains the main natural gas supplier for Europe.
Europe’s Mediterranean flank is already heavily reliant on LNG imports, with Greece, Italy and Spain importing LNG from Algeria and Qatar. Last but not least, it seems that gas from the Eastern Mediterranean region will come sooner than expected, either from Zhor field in Egypt or from Block 6 in Cyprus.
As a result, the key question remains: Is the Trans-Caspian still vitally important for Europe anymore?
Marika Karayianni is a Caspian Energy Expert
https://www.neweurope.eu/article/trans-caspian-gas-pipeline-really-important-europe/
Greece looks beyond China for Asian partners
Deputy PM Dragasakis says no to a ‘one-sided unique relation’ with Beijing
AKIHIRO SANO, Nikkei staff writer

Greek Deputy Prime Minister Yannis Dragasakis
ATHENS — Greece wants to deepen its relations with Asian nations. But its deputy prime minister says that with China flexing its financial muscle in the region, the cash-strapped country faces a delicate balancing act.
China is among the countries Greece wants a closer relationship with. But Greece is also keen to build stronger ties with Japan, India and other Asian countries, Deputy Prime Minister Yannis Dragasakis told the Nikkei Asian Review.
“We do not want to have a one-sided unique relation,” Dragasakis said. “We understand our policies to try to find ways to have close relations with all Asia — Japan, China, India.”
Greece’s port of Piraeus is key to China’s Belt and Road Initiative, meant to link Asia and Europe by land and sea. In 2016, Cosco Shipping Holdings, China’s state-owned shipping giant, acquired a company that operates the port, the biggest in Greece. China has been on an investment spree in Greece ever since.
But Dragasakis’ remarks suggest that Greece, which was brought to its knees by a debt crisis triggered by the 2008 global financial crisis, does not want to become too dependent on China, which has been investing in infrastructure throughout Europe over the past few years. In part, Greece’s concerns of China’s growing influence in the region reflect those of the European Union.
The financial crisis exposed structural problems in the Greek economy that led to a severe credit crunch in the country. The EU and International Monetary Fund subsequently came through with a bailout. Greece hopes to exit the bailout program after it secures the last tranche in August, having gone through a decade of austerity and belt-tightening that has inflicted much hardship on its people.
Chinese Premier Li Keqiang in June 2014 examining a map at the port of Piraeus, where Chinese shipping giant Cosco controls two of the three container terminals. © Reuters
Dragasakis said that Greece plans to build a cash buffer of up to 20 billion euros in anticipation of further financial turbulence and ahead of the bailout expiry. He said Greece will secure 9 billion euros through loans from the eurozone and the rest through the issuancce of government bonds, the details of which will be announced this month.
China has swooped down in recent years to buy Greek assets. For example, state-owned State Grid Corp. acquired a 24% stake in Greece’s state-run power grid operator ADMIE in 2017, and Chinese conglomerate Fosun International is participating in a consortium of investors from Greece and Abu Dhabi in backing a redevelopment project outside Athens.
Dragasakis said the Piraeus port has seen an increase in the volume of cargo handled but that it is too early for an evaluation of the impact of Cosco’s investment. According to the deputy prime minister, the government doesn’t see the port and country itself only as a transport hub but wants to establish production and processing bases that will create added value.
He said Chinese investors, including private companies, were still interested in Greek assets. “Many Chinese companies are [still] looking around,” he said.
China has called on countries in Eastern Europe and the U.K. to sign a memorandum of understanding to support its BRI. On this, Dragasakis said, “At this point we haven’t signed such an MoU with China.”
Signs of China and India tussling for power are also emerging in Greece. Dragasakis pointed to India’s GMR Infrastructure, which is helping to develop and operate an airport on the southern Greek island of Crete. The move is seen countering China’s expansionary ways.
https://asia.nikkei.com/Politics-Economy/International-Relations/Greece-looks-beyond-China-for-Asian-partners?page=2
Stand Up to Erdogan’s Brutality
The Turkish president has the insolence to style his ethnic-cleansing campaign ‘Operation Olive Branch.’

In Syria as in Iraq, the Kurds have been the West’s most steadfast allies against Islamic State. Their victory over ISIS complete, Kurdish fighters were naive enough to think they would be allowed to live in peace on the land they had defended and on which their brothers and sisters are buried. As the price of that innocence they are being pursued, tortured and assassinated once again, this time in Afrin, a Syrian city close to the Turkish border.
The Kurds, who had been the seawall holding back the Islamist tide, are now being hunted by Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan —that bouncer at the gates of hell—who is turning his country into an instrument of blackmail to be wielded against the West. But in the face of Mr. Erdogan’s cynicism, the international community is behaving like the three monkeys who see no evil, hear no evil, and speak no evil.
Western diplomats are blind to the martyrdom of Kurdish fighters they find alternately admirable and dispensable. They cover their ears so as not to hear the artillery of the new sultan, who has stretched sarcasm, insolence, and his middle finger so far as to style his ethnic cleansing “Operation Olive Branch. ” Hands over their mouths, they accept Ankara’s propaganda: Nothing happened in Afrin—nothing happened there.
Some—in Moscow—perceive in the shroud of shame that Turkish irregulars have spread over Syrian Kurdistan the price of a squalid strategic victory against Islamic State. Others—in Washington—act like suave lobbyists embracing a new plan to win the peace without having waged the war.
Elsewhere the same long and excruciating silence reigns, occasionally punctuated by meaningless words and cheap sentiments. It’s “a complex region” plagued by “incomprehensible shifts in borders and alliances.” Why should the West “risk a falling-out with Russia?” While pretending to study the tea leaves and refusing to raise their faces for fear of encountering their own cowardice, the talk-show strategists, cynics and shirkers say it makes no more sense to die today for Afrin than yesterday for Danzig.
It is the eternal tale—a classic, alas, among democracies—of the powerful betraying the weak. What is new is the Faustian bargain that the West has made with Mr. Erdogan. It’s a bargain that, quite simply, is no longer sustainable. Turkey cannot continue to exist simultaneously within NATO and outside it.
Turkey has cozied up to the Atlantic alliance while brazenly liquidating NATO’s best ally in the fight against ISIS. Mr. Erdogan has felt confident enough to make, through his ministers, outrageous statements about the massacre of the Kurds (not that any massacre occurred, mind you!) being nothing next to the colonization of Algeria, which deprives France of any right to lecture Turkey. Moreover, Ankara has deployed the most heinous jihadists, keeping them on stipends before surreptitiously sending them back into combat.
All the while Turkey poses as a civilized country that, like Switzerland, Norway or Bosnia, affirms its strategic partnership with the European Union. This sad farce has gone on too long. Unless the West comes to its senses, 2018 will live in infamy as the year that Turkey dropped an iron curtain over the Kurdish people.
What coming to our senses means today is breaking off—not freezing—negotiations on Turkey’s EU accession, dissolving the EU-Turkey Joint Parliamentary Committee that continues to operate within the European Parliament, expelling Turkey from the Council of Europe (which has, incidentally, through the European Court of Human Rights, condemned the country 2,812 times since 1959), and reopening, in a serious way, the question of whether Turkey belongs in NATO.
Mr. Erdogan leaves the West no choice. If we fail to muster this basic degree of resolve, then the horror of the massacre of the Kurds will be added to the shame of watching their killer gloat atop the ruins of our honor.
Mr. Lévy is director of the documentary films “Peshmerga” and “The Battle of Mosul.” Translated from French by Steven B. Kennedy.
https://www.wsj.com/articles/stand-up-to-erdogans-brutality-1518046582?shareToken=st97576a5c77fc4110993461401650f554&reflink=article_email_share
A Theory About Iran
By Jacob L. Shapiro Feb 7, 2018
When protests erupted in Iran at the end of December, the initial cause seemed obvious. The price of basic food staples like eggs and poultry rose by almost 40 percent in a matter of days, and data from Iran’s central bank showed a general rise of the inflation rate throughout the country. And yet, even at the time, there was something inadequate about this explanation. The protesters were everyday civilians, not students or political activists – and they had not risked their lives to protest in 2012 or 2013, when economic conditions were far worse. If the price of a carton of eggs rises temporarily from $3 to $4.20, it is hardly welcome, but it is also not the type of thing that leads to revolution.
After the protests broke out, there were two even more befuddling anomalies. First, the protests were not put down, at least not at first. It took the security forces three days to crack down in earnest. Second, the Iranian government went out of its way to support the right of the protesters to express their discontent. President Hassan Rouhani himself said that the Iranian people were free to criticize their government, though he and government news outlets differentiated between what were described as “legitimate grievances” and rioters who were trying to co-opt the protests for their own politically subversive motives.
This line of thinking leads to an irresistible inference – namely, that the protesters who first took to the streets were not afraid of a crackdown. Our initial interpretation of the protests assumed economic conditions had become so bad and domestic frustration so acute that dissatisfaction with the government overrode the protesters’ fear – neither of which seems accurate in hindsight. This leads to another possible interpretation: that the initial protesters did not think they were going to be harmed. They had no fear because they had nothing to fear. Their protests had been unofficially sanctioned for a discrete political purpose, and they knew to go back home before the crackdown began.
Signs Emerge
We should be clear that there is still no direct evidence that a higher power had a role in directing the protests. But since the Islamic Revolutionary Guard Corps announced on Jan. 4 that the initial protests it blamed on Iran’s foreign enemies (America and Israel, among others) had been “defeated,” the anomalies have only multiplied. Those anomalies, culminating in last week’s protests against Iranian women being legally obligated to wear the hijab, all lend credence to the theory that the initial protests in December were in fact politically motivated, and that a much deeper struggle for political power in Iran is raging.
One example of this power struggle was the sudden proliferation of reports last month relating to Ayatollah Ali Akbar Hashemi Rafsanjani, a former multiple-term Iranian president who died in January 2017. Shortly before the protests broke out, Rafsanjani’s daughter told E’Temed News that her father had radiation levels “10 times more than the allowed level” at the time of his death. Soon after the protests were forcibly ended, Rafsanjani’s son said Rouhani had ordered a formal review of the circumstances around Rafsanjani’s death. A few days later, a freelance Iranian Kurdish journalist based in the U.S. released footage of a supposedly secret session in which Ayatollah Ali Khamenei was anointed supreme leader. In the video, Rafsanjani plays a key role in shepherding Khamenei’s confirmation.
The source of the sudden spike in interest around Rafsanjani remains something of a mystery. But what isn’t a mystery is that in the years leading up to his death, Rafsanjani ran afoul of both hard-liners within the Iranian political establishment and the IRGC. Ostensibly, this was because Rafsanjani supported the deal with the United States on curbing Iran’s nuclear program, but the fault lines go much deeper. Rafsanjani represented the views of an Iranian political faction that continues to believe a reduction of state control over the Iranian economy is in Iran’s best interests. That necessarily means curtailing the IRGC’s now wide-ranging powers, as well as reinterpreting some of the basic principles of the revolution, which included state control over most national industries.
Rafsanjani, however, is just a political totem. Far more important is the Rouhani administration’s attempt to realize some of Rafsanjani’s political goals – namely, the privatization of the economy. This is an old story in Iran. The 1979 constitution was reinterpreted in 2006 to allow for privatization of state-owned companies to reduce corruption and increase profits. On the surface, privatization occurred. According to an Iranian parliamentary commission, during President Mahmoud Ahmadinejad’s first term, from 2005-2009, control of more than 300 companies worth more than $70 billion was transferred to the private sector. However, the commission also noted that just 13.5 percent of those companies actually went to the private sector. Much of the rest went to organizations like the IRGC.
As a result, the IRGC is now estimated to control as much as 60 percent of the Iranian economy. This is untenable for the government because it means, in effect, that the IRGC has amassed too much power. Rouhani’s first priority was to close the nuclear deal with the U.S. and open the country back up to foreign capital. But the next and more dangerous priority has been to retake control of the economy from the IRGC. The process began in June 2016, when Khamenei replaced the chairman of the Armed Forces General Staff with an IRGC general. At the time, the move was seen as evidence that the IRGC was asserting even greater control over the affairs of state, but events in recent months indicate the opposite.
Reports began to circulate that the Rouhani administration was engaging in a quiet crackdown on some of the IRGC’s businesses interests. A September 2017 article in the Financial Times, citing an Iranian government official, said that some IRGC members had been arrested and others were being forced to transfer ownership of various holding companies back to the state. In a speech in November, Rouhani stated some of his intentions, noting that he had the support of the supreme leader in this regard, but the target of his remarks was implied, not explicit. (It should be noted that in 2007, Khamenei himself said that following the government’s privatization policies should be seen as a “form of jihad,” indicating his general support.)
Then, on Jan. 21, Iranian Defense Minister Amir Hatami dropped the pretense. In an interview with an Iranian newspaper, he said that the IRGC and the Iranian army would divest themselves of any economic activities irrelevant to their military duties, and that the new chairman of the Armed Forces General Staff would be overseeing this process. The move was not done without some compensation – Khamenei reportedly approved the allocation of $2.5 billion of the country’s National Development Fund for defense spending, perhaps to placate potential IRGC and Iranian army objections to divestment. But the overall trend is clear: the Iranian government is attempting to bring the IRGC and other potentially self-interested fifth columns in the Iranian political system to heel.
So far, the lack of resistance to Rouhani’s moves is striking. If Rouhani and his supporters fail, they may face a fate similar to that of former President Hosni Mubarak in Egypt: out of power and imprisoned. (Mubarak’s son, Gamal, lost the Egyptian military’s support because of his desire to wrest back economic control, which played no small role in the military’s willingness to offer Mubarak as a sacrificial lamb in January 2011 at the height of the so-called Arab Spring.) If they succeed, the government will have centralized a great deal of power, not unlike how Xi Jinping has consolidated government power in China after successfully cracking down on the perks that the People’s Liberation Army enjoyed in recent decades.
Battle Royal
Disagreement among political factions is par for the course in Iran. But this is not just disagreement. This is shaping up to be a battle royal for power, and the stakes are extremely high. The government has a clear view of Iran’s future, one that does not include Iran becoming a de facto military dictatorship. The military may have had to play a large and necessary role in rebuilding the country after the revolution and the subsequent 1980-1988 Iran-Iraq War, but Rouhani, himself a Rafsanjani acolyte, does not think this should be a permanent state of affairs. After making the Iran nuclear deal with the United States, he is now focusing on getting his domestic affairs in order. With the IRGC involved in Iraq, Syria and Lebanon, it is an ideal time for Rouhani to make his move.
How Rouhani’s moves intersect with events over the weekend are worth considering. The hijab protests were not particularly novel or important; they have happened sporadically in the past. The anomaly was that Iran’s Center for Strategic Studies, a think tank that functions as the research arm of the presidency, released a report a few days after police arrested 29 people in connection with the protest. The report – from 2014 – states that 49.8 percent of the Iranian public opposed compulsory head covering for women. The release of the study so soon after the hijab protests is either highly coincidental or a clear sign from the Rouhani government that it not only opposes hard-liner views on issues such as these, but that it is also not afraid to make its opposition public.
Perhaps, then, there was more to the December protests than first met the eye. Perhaps elements of the IRGC, dissatisfied with Rouhani’s moves, wanted to demonstrate its indispensability and to remind the administration that it better not get too ambitious in its privatization plans. And perhaps the Rouhani administration sought to take advantage of the situation by turning the focus back on the IRGC, using the momentum from the protests to blame the current system for the lack of economic progress and as justification for more intense reforms. There are a number of “perhapses” in this paragraph, and at this point, this is little more than a theory. It’s a plausible theory, but a theory nonetheless.
In any case, one question in all of this is to what extent, if any, these events will change Iran’s foreign policy. The preliminary answer is not much. Iran continues to press its advantage in the Middle East after the weakening of the Islamic State and the survival of the Assad regime. Via the IRGC, Iran continues to support proxies in Iraq and Syria. Israel has become so concerned with Iran’s moves that it is threatening war against Lebanon for becoming a de facto Iranian missile factory. In addition, Iran is reaching out to Hamas, an old friend it has been on the outs with in recent years, seeking to reclaim some of its influence in the Gaza Strip. None of this has been limited by the domestic unrest in Iran, or in the now accelerating government campaign to curtail the power of the IRGC and similar organizations at home – at least, not yet.
https://geopoliticalfutures.com/a-theory-about-iran/
Αναβαθμίζεται πλέον ο ρόλος Κύπρου-Ελλάδος, ή οδεύουμε σε ένα γεωπολιτικό βατερλώ;
του Δημήτρη Τσαϊλά*
Η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία δίδει αξία στη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας και της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, τα περιθώρια της ασφάλειας είναι στενά και δεν μπορούμε ούτε πρέπει να επαναπαυθούμε στις δάφνες αυτές ή να βασιζόμαστε μόνο στη στρατιωτική δύναμη των ελληνικών και κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων. Απαιτείται να υπάρχει συνεχής πολιτική δράση για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων του ελληνισμού, με δημοκρατική διαδικασία, ασφαλή και ηθική κατάσταση. Οι προκλήσεις στην εθνική ασφάλεια της πατρίδας μας, συνδέονται στενά προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η Τουρκία σε νέο ιμπεριαλιστικό ρόλο
Χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε τις φιλοδοξίες της Τουρκίας , η οποία επιθυμεί να αυξήσει την περιφερειακή επιρροή της, γι’ αυτό ο ελληνισμός πρέπει να δημιουργεί εταιρικές σχέσεις με περιφερειακούς και διεθνείς παράγοντες συμμετέχοντας σε κοινές προσπάθειες.

Ελλάς και Κύπρος πρέπει να επαγρυπνούν στις προκλήσεις
Προς αυτή την κατεύθυνση έχει σχεδιαστεί η άσκηση Ηνίοχος 2018 που θα λάβει χώρα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο τον ερχόμενο Μάρτιο, με συμμετοχή της Ελλάδας των ΗΠΑ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Ιταλίας και της Κύπρου.

Ενα νέο αμυντικό τόξο γεννιέται;
Η πρόοδος στο κυπριακό ζήτημα θα επιτρέψει στον ελληνισμό να προωθήσει τη δημιουργία ενός ευρέως διεθνούς συνασπισμού για τον περιορισμό αρνητικών επιπτώσεων της Τουρκίας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, κάθε πρόκληση πρέπει να εξεταστεί με τη σοβαρότητα της απειλής που αντιπροσωπεύει.

Χρειάζεται σαφής στρατηγική
Εκτιμάται ότι μόνο με την αναζήτηση ικανών ευκαιριών θα προωθήσουμε τα συμφέροντα του ενιαίου αμυντικού χώρου στην επόμενη φάση της ύπαρξής του ώστε να εξασφαλίζεται η επιθυμητή πορεία. Η διατήρηση ασάφειας ως προς τους στόχους του ελληνισμού για το μέλλον και την αναβολή των δύσκολων αποφάσεων ενδέχεται να διαβρώσει τα τρέχοντα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Ελλάδος και Κύπρου.
Δημήτριος Ν. Τσαϊλάς Υποναύαρχος (εα) ΠΝ
Δ. Τσαϊλάς: Αναβαθμίζεται πλέον ο ρόλος Κύπρου-Ελλάδος, ή οδεύουμε σε ένα γεωπολιτικό βατερλώ;
Γιατί Ουάσιγκτον και Αθήνα θέλουν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ
του Κώστα Γρίβα –
Με μια πρώτη ματιά είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς την σπουδή των ΗΠΑ να εντάξουν στις ΝΑΤΟϊκές δομές τα Σκόπια, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο θα προκύψει ένα πιο εύθραυστο και δυσλειτουργικό ΝΑΤΟ. Πράγματι, με τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ, ο ανταγωνισμός των Σλάβων με τους Αλβανούς στο εσωτερικό του γειτονικού κρατιδίου, αλλά και ο ανταγωνισμός Σκοπίων-Αλβανίας, θα απειλεί ανά πάσα στιγμή την ενότητα της Συμμαχίας. Και συνακόλουθα θα απειλεί την αποτρεπτική της λειτουργία, η οποία βασίζεται σε ομόφωνες αποφάσεις.
Ταυτοχρόνως –και σε αντίθεση με ότι γενικώς πιστεύεται– η «επίλυση» του ζητήματος της ονομασίας των Σκοπίων είναι πιθανόν να επιδεινώσει τον ανταγωνισμό με την Ελλάδα αντί να τον μειώσει. Μέχρι στιγμής, οι δύο χώρες συμβιούν σχετικώς αρμονικά, έχουν πολλά συνεργατικά στοιχεία στις οικονομικές και πολιτικές τους δράσεις και ο ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση της ιστορικής κληρονομιάς της αρχαίας Μακεδονίας περιορίζεται στο ζήτημα του ονόματος.
Όμως, με το που θα «επιλυθεί» αυτό το ζήτημα με ένα σύνθετο όνομα που θα εμπεριέχει τον όρο Μακεδονία, τα Σκόπια είναι πολύ πιθανόν πως θα θεωρήσουν ότι «δικαιώθηκαν». Ίσως θα επιχειρήσουν να διεκδικήσουν ολοκληρωτικά και απόλυτα την αρχαία μακεδονική κληρονομιά. Και αυτό γιατί η υπαρξιακή ταύτιση με την αρχαία Μακεδονία είναι μονόδρομος για τους Σλάβους των Σκοπίων, ώστε να μπορέσουν να διαχωριστούν από τις υπόλοιπες γειτονικές σλαβικές εθνότητες και να διασφαλίσουν μια διακριτή γεωπολιτική ταυτότητα.
Αυτή η υφαρπαγή ενός κομματιού της αρχαίας ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς, όμως, θα αμφισβητήσει άμεσα και χωρίς περιθώρια συμβιβασμών την ελληνική εθνική ταυτότητα, η οποία εδράζεται στην ίδια κληρονομιά. Η κατάσταση μάλλον θα επιδεινωθεί από το ότι αυτή η αυθαίρετη ανάγνωση της Ιστορίας από πλευράς των Σκοπίων θα οδηγήσει, περίπου αναπόφευκτα, και σε εδαφικές διεκδικήσεις έναντι της σημερινής Ελλάδας.
Βέβαια, οι διεκδικήσεις αυτές θα είναι εκτός πραγματικότητας λόγω των συσχετισμών ισχύος μεταξύ των δύο χωρών. Όμως, θα ενισχύσουν το ήδη έντονο αίσθημα ανασφάλειας των Ελλήνων, θα εντείνουν τα εχθρικά συναισθήματα μεταξύ των δύο λαών και θα οδηγήσουν τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών σε πρωτοφανή υψηλά σημεία. Και όλα αυτά θα λειτουργούν στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής αρχιτεκτονικής, άρα θα τη θέτουν εν κινδύνω.
Η δυσανεξία για την εθνική ταυτότητα
Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε πρωτίστως να αναρωτηθούμε γιατί οι ελλαδικές ηγετικές ελίτ επιμένουν να προχωρήσουν σε μια παρόμοια επιλογή, η οποία θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη χώρα.
Όμως, η Ελλάδα δεν είναι μια φυσιολογική χώρα.Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει σε προηγούμενο άρθρο του στο SLpress.gr («Το φράγμα και η εξωτερική πολιτική χωρίς ιθαγένεια»), το ελλαδικό κράτος δημιουργήθηκε ως «κράτος πελάτης» (client state) της Δύσης, σκοπός του οποίου ήταν να λειτουργήσει ως φράγμα έναντι της Ρωσίας. Όμως, οι λαϊκές μάζες ήταν ταυτισμένες συναισθηματικά και υπαρξιακά με τη Ρωσία λόγω Ορθοδοξίας και ιστορικών μνημών.
Η αντίφαση αυτή οδήγησε στη δημιουργία ενός εγχώριου εξουσιαστικού πλέγματος, το οποίο περιφρονούσε και εχθρεύονταν τη λαϊκή βούληση. Απεχθανόταν την εθνική ανεξαρτησία γιατί αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε γεωπολιτικές επιλογές που θα στρέφονταν ενάντια στον πρωταρχικό ρόλο της Ελλάδας ως φράγμα έναντι της Ρωσίας. Για τον λόγο αυτό το ελλαδικό εξουσιαστικό κατεστημένο θεωρούσε και θεωρεί επικίνδυνη και ανεπιθύμητη την εθνική ταυτότητα, αφού αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση έδρασης για την απαίτηση εθνικής ανεξαρτησίας.
Διαχρονικά, λοιπόν, το μόνιμο μέλημα των ηγετικών ελίτ στην Ελλάδα, στις οποίες εντάσσονται μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, του μιντιακού και ακαδημαϊκού κατεστημένου και του «πνευματικού κόσμου», καθώς και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι μιας μεταπρατικής, παρασιτικής και αντιπαραγωγικής αστικής τάξης, ήταν να υπακούουν προθύμως και άνευ αντιλογίας τας διαταγάς του Δυτικού Παράγοντα και να τις επιβάλλουν στο λαό. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούν διάφορα πολιτικά ενδύματα ανάλογα την περίσταση και την ιστορική περίοδο.
Από το τέλος του Εμφυλίου μέχρι τη Μεταπολίτευση επένδυσαν στην αντικομμουνιστική «εθνικοφροσύνη», εν συνεχεία στο «Ανήκομεν εις την Δύσιν» και στο απατηλό όραμα της ενσωμάτωσης σε μια προηγμένη και πλούσια ΕΕ. Σήμερα επενδύουν στον «αντιεθνικισμό». Κάθε φορά, όμως, ο στόχος παραμένει ο ίδιος και είναι η επιβολή της θέλησης του Δυτικού Παράγοντα στον ελληνικό λαό.
Γιατί οι ΗΠΑ θέλουν δυσλειτουργικό ΝΑΤΟ
Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει λοιπόν η παντελής έλλειψη εθνικής στρατηγικής από πλευράς των ηγετικών ελλαδικών ομάδων. Το ερώτημα είναι για ποιον λόγο οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα, θέλουν ένα τέτοιο δυσλειτουργικό ΝΑΤΟ που θα προκύψει με την ένταξη των Σκοπίων, μετά την «επίλυση» του ζητήματος της ονομασίας; Και αυτό τη στιγμή που το ΝΑΤΟ είναι ήδη δυσλειτουργικό μόνο και μόνο λόγω μεγεθών, για να μην μιλήσουμε για την τουρκική «ιδιαιτερότητα».
Ακόμη και με μια «πειθαρχημένη» Τουρκία, ο μεγάλος αριθμός των χωρών που έχουν στριμωχτεί μέσα στο ΝΑΤΟ καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την επίτευξη ομοφωνίας σε περίπτωση που προκύψει κάποια ρωσική «επιθετική» δραστηριότητα στις Δημοκρατίες της Βαλτικής, για παράδειγμα. Και αν μια τέτοια ομοφωνία είναι, έτσι και αλλιώς, δύσκολο να επιτευχθεί, καθίσταται ακόμη πιο αμφίβολη από τη δημιουργία και άλλων ανταγωνιστικών υποσυστημάτων μέσα στο ΝΑΤΟ, επιπροσθέτως αυτού της Ελλάδας-Τουρκίας.


By Christopher Kozak
Χανιώτης Αγγελος

