Αρχική Blog Σελίδα 2860

Απειλές Ασφάλειας καί το Τουρκικό εκκρεμές

0

του Δ. Τσαϊλά, υποναυάρχου ε.α.

Η μεγαλύτερες απειλές για την ασφάλεια της Ευρώπης προέρχονται από το διεθνή ταραξία σύμμαχο και γείτονά μας την Τουρκία που διαθέτει το δεύτερο σε μέγεθος στρατό στο ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη πλέον βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξωτερική απειλή καθώς η Τουρκία απειλεί και εκβιάζει όχι μόνο τον ελληνισμό αλλά και όλη την Ευρώπη είτε με τους μετανάστες, ή με τα προβλήματα που δημιουργεί στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Τα μεγάλα διλήμματα

Ως τροφή για σκέψη, τίθενται τα ρητορικά ερωτήματα: μήπως η Ευρώπη πρέπει πρώτον να επαναπροσδιορίσει τις πολιτικές συνεργασίας των κρατών που συνεργάζονται με τους ισλαμιστές, όπως η Τουρκία; Και δεύτερο να συντονίσει τις υπηρεσίες πληροφοριών της, ώστε να μοιραστούν τα δεδομένα με όλους τους εμπλεκομένους;

Τι κρύβεται πίσω απο τα προβλήματα ασφαλείας;

Το πραγματικό «πρόβλημα ασφάλειας», που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι μάλλον η έλλειψη για θέληση επιβολής σκληρής ισχύος. Πράγματι, πολλά από τα εξωτερικά προβλήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα υπάρχουν γιατί οι Ευρωπαίοι έχουμε καταντήσει, αξιολύπητα πλάσματα που δεν αντιλαμβανόμαστε τους κινδύνους και δεν πιστεύουμε σε τίποτα περισσότερο από την προσωπική μας άνεση.

Γιατί η ΕΕ θέλει να συνεχίσει να αναθέτει την προστασία των παγκόσμιων συμφερόντων της στην Ουάσιγκτον;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση που κατά κύριο λόγο αντλεί τη στρατιωτική της ισχύ από τον κύριο σύμμαχο, τις Ηνωμένες Πολιτείες και που εξαρτάται η συνολική ασφάλειά της από τις διαθέσεις των εταίρων της, ένας από τους σπουδαιότερους στρατηγικούς στόχους πρέπει να είναι η διατήρηση της σχέσης με τον εν λόγω σύμμαχο ανέπαφη. Ως εκ τούτου, η διαχείριση της σχέσης, με τις ΗΠΑ, θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ. Αυτό είναι ένα σύνθετο εγχείρημα, που γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο από το γεγονός ότι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, που είναι αναμφισβήτητα ο κύριος αμυντικός οργανισμός για τη διαχείριση και την εγγύηση της ασφάλειας των ΗΠΑ στην Ευρώπη, έχουν επικαλυπτόμενες δραστηριότητες.

Ποιό είναι το ζητούμενο απο την Ευρώπη σήμερα;

Εάν η ΕΕ αποδέχεται το καθεστώς της απόδοσης της περιστασιακής εξουσίας, όπως φαίνεται επί του παρόντος να κάνει, θα πρέπει να αγκαλιάσει μερικές πραγματικότητες και πολιτικές για να κάνει αυτό το καθεστώς βιώσιμο. Άρα οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αποδεχθούν ότι θα είναι συχνά, αν όχι για πάντα, υπό το καθεστώς της αμερικανικής λήψης αποφάσεων. Αυτό σημαίνει ευρωπαϊκή αδυναμία λήψης στρατηγικών αποφάσεων.

Πώς θα λυθεί ο Γόρδιος Δεσμός και το επεισόδιο στην Κύπρο

Αν οι Ευρωπαίοι θέλουμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα ασφαλείας μας, πρέπει να κάνουμε δύο πράγματα. Πρώτον, πρέπει να επανεκτιμήσουμε τι συμβολίζουν οι έννοιες διεθνούς δικαίου, φιλελευθερισμού, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και θα πρέπει να υπερασπιστούμε τις αξίες αυτές σθεναρά ενάντια σε όποιον τολμά να τις αμφισβητήσει. Δεύτερον, πρέπει να ξαναχτίσουμε τους μηχανισμούς άμυνας και ασφάλειας, τόσο εννοιολογικά όσο και πραγματικά. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει οι αμυντικοί προϋπολογισμοί να ενισχυθούν, και να παύσει ο εφησυχασμός. Εννοώ ότι η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ πρέπει να είναι πρόθυμη να κάνει χρήση βίας, τόσο προληπτικά όσο και επιθετικά στην πηγή της απειλής, με σκοπό να επαναβεβαιώσει την ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών. Αν όχι, οι Ευρωπαίοι θα αντιμετωπίζουμε πλέον μια σειρά προβλημάτων ασφάλειας  που η πρόσφατη παρεμπόδιση ευρωπαϊκού πλοίου στην κυπριακή ΑΟΖ από τουρκικά πολεμικά πλοία θα φαντάζει παρωνυχίδα.

Δημήτριος  Ν. Τσαϊλάς Υποναύαρχος (εα) ΠΝ

Δ. Τσαϊλάς: Απειλές Ασφάλειας καί το Τουρκικό εκκρεμές

Chypre : un lieu de tensions en Méditerranée orientale

0

Par Patrice GOURDIN, le 11 février 2018

Docteur en histoire, professeur agrégé de l’Université, Patrice Gourdin enseigne à l’École de l’Air. Il intervient également à l’Institut d’Études Politiques d’Aix-en-Provence. Membre du Conseil scientifique du Centre géopolitique.

Alors que nous assistons à la mise en scène des « Jeux de la Paix » entre la Corée du Sud et la Corée du Nord, l’Union européenne compte depuis 2004 un pays membre – Chypre – occupé en partie par un pays supposé candidat depuis 2005 – la Turquie. Patrice Gourdin offre ici une analyse géopolitique de ce lieu de tensions en mer Méditerranée. Un texte de référence sur une question souvent méconnue.

FIN janvier 2018, à Lefkosia (nom turc de Nicosie), à l’instigation du président turc Recep Tayyip Erdogan, des nationalistes ont attaqué le journal Afrika qui avait critiqué l’offensive contre les Kurdes de Syrie (opération Rameau d’olivier) et établi un parallèle avec l’intervention à Chypre en 1974. Cette violence illustre les rivalités qui affligent l’île. Sur le territoire de Chypre, la répartition du pouvoir est complexe : au nord, la République turque de Chypre du Nord-RTCN, une zone peuplée de Chypriotes turcs, occupée par l’armée turque depuis 1974 ; au sud, un espace contrôlé par la République de Chypre, où le pouvoir est exercé par des Chypriotes grecs. Issues d’un conflit, ces deux entités sont séparées par une zone tampon où se trouve stationnée depuis 1974 une force d’interposition de l’ONU, la Force des Nations Unies chargée du maintien de la paix à Chypre (UNFICYP). Ajoutons qu’après l’indépendance de Chypre en 1960, la Grande-Bretagne a conservé deux bases militaires (Dhekelia, Akrotiri), sur la côte sud. La proximité de cet espace insulaire avec le Proche-Orient contribue à expliquer cet état de fait. Le poids de l’histoire est considérable et plusieurs acteurs extérieurs ont influé ou continuent d’influer sur l’évolution de l’île.

Chypre : un lieu de tensions en Méditerranée orientale
Carte de Chypre en 2017.
Source de cette carte de Chypre en 2017 : Mathieu Petithomme « Chypre : l’impasse des pourparlers de réunification », Questions internationales n°87 – septembre-octobre 2017, La documentation Française.

I. Un carrefour insulaire

L’île de Chypre se situe en Méditerranée orientale, très près des côtes de Turquie, de Syrie, du Liban, d’Israël et d’Égypte. Cela la place au contact direct d’une zone particulièrement instable : le Proche-Orient. La tumultueuse histoire de cette région pesa constamment sur les Chypriotes. L’île connut différents centres de pouvoir, aujourd’hui disparus ou délaissés. En 1192, la maison des Lusignan prit la direction du royaume et en fixa la capitale à Nicosie. La ville se trouvait idéalement située : sur la rivière Pedieos, pour l’approvisionnement en eau ; au cœur de l’île, donc équidistante des différentes régions ; dans la plaine de la Mésorée, principale zone agricole, pour l’alimentation des citadins. Nicosie est l’épicentre de tous les événements importants qui marquèrent l’évolution de l’île depuis près d’un millénaire. Moins connu que celui qui traversait Berlin entre 1961 et 1989, un mur de séparation matérialise, au cœur de la capitale, la coupure du pays en deux. La division politique de l’île, la zone tampon instituée en 1964 à Nicosie puis généralisée en 1974 et l’emprise des bases britanniques (Dhekelia, Akrotiri) fragmentent le territoire de Chypre. La découverte récente d’hydrocarbures offshore suscite des tensions autour de la délimitation des zones économiques exclusives des États riverains.

Chypre est peu étendue : 9 251 km², ce qui la place derrière la Sicile, la Sardaigne ou la Crète, à peu près à égalité avec la Corse. Ce territoire est marqué par les caractéristiques de l’insularité, plus ou moins pesantes selon les périodes de son histoire : un relatif isolement, des particularismes, une économie en partie dépendante de l’extérieur, des difficultés à maîtriser son sort.

Plus arrosé que la chaîne de Kyrenia, le massif du Troodos est le château d’eau de l’île, source de plusieurs fleuves ou rivières (notamment le Pedieos) qui viennent irriguer la plaine fertile de la Mésorée. Mais la sécheresse du climat méditerranéen est particulièrement marquée, ce qui pose depuis toujours le problème des disponibilités en eau. L’existence des habitants, ainsi que le développement des aptitudes agricoles et des activités touristiques, dépendent de la plus ou moins grande capacité à mettre en place et à entretenir des systèmes hydrauliques efficaces. L’agriculture, autrefois prospère et source importante de richesse, occupe aujourd’hui une place modeste dans la vie économique (2,3 % du PIB de la République de Chypre). Les troubles dans l’île tout au long du XXe siècle ont entravé la modernisation de l’agriculture de la Mésorée, la grande plaine centrale. La coupure de l’île a ruiné les exploitations dans la partie nord. Depuis plus de quarante ans, les habitants attendent la mise en œuvre du programme d’aménagement promis par Ankara pour améliorer l’agriculture de la zone turque.

Chypre occupant une position de carrefour, son insularité ne l’empêcha pas de profiter très précocement de la révolution néolithique. Elle fut ensuite incorporée à toutes les grandes constructions politiques proche-orientales de l’Antiquité, tout en préservant une plus ou moins grande autonomie jusqu’à la domination macédonienne. Elle choisit l’hellénisme dès la période achéménide et appartint au vaste empire d’Alexandre, puis le diadoque Ptolémée en prit le contrôle. Après les conquêtes de Pompée en Orient, Chypre intégra l’Empire romain. Lors du partage du IVe siècle, elle échut à l’Empire romain d’Orient. Durant tout le Moyen-Âge, Chypre fut une plate-forme importante des échanges commerciaux et des affrontements entre l’Orient musulman et les puissances chrétiennes. Elle tomba aux mains de l’Empire ottoman, sous lequel son économie périclita et la population chrétienne souffrit. Elle appartint à l’empire colonial britannique de 1878 à 1960. Pour Londres elle eut une valeur stratégique variable : brièvement importante pour contrer l’avancée russe en Méditerranée à la fin du XIXe siècle, cruciale pendant la Première Guerre mondiale pour affronter l’Empire ottoman, considérable depuis la Seconde Guerre mondiale pour peser sur l’évolution du Proche-Orient. Aujourd’hui, la République de Chypre argue de cette situation de carrefour pour encourager l’implantation d’entreprises étrangères. Elle valorise le très riche patrimoine culturel accumulé au fil de ces différentes époques pour attirer les touristes étrangers.

Dans l’Antiquité, Chypre fut le principal fournisseur de cuivre du bassin méditerranéen. Cette ressource généra une importante activité métallurgique aujourd’hui pratiquement disparue. Les exportations de matière première et de produits finis contribuaient largement à la prospérité de l’île. Temps révolus : les gisements sont épuisés et une seule mine reste en activité, celle de Skouriotissa. Les habitants tentent désormais de faire des sites d’extraction une attraction touristique. Le sous-sol ne recèle aucune autre ressource notable. Cela a contribué à l’absence d’activité industrielle significative jusqu’à nos jours (10,6% du PIB de la République de Chypre). Découvert à partir de 2009 dans la région maritime comprise entre l’Égypte et la Turquie, le « bassin du Levant » recèlerait, selon les estimations de l’US Geological Survey, 3 400 milliards de mètres cubes de gaz naturel. Des experts comparent ce gisement à celui de la Mer du Nord. En 2011, d’importantes réserves ont été localisées au large de la côte sud de l’île. La République de Chypre entend bien s’appuyer sur ce pactole pour améliorer sa situation économique. Mais la mise en exploitation du gisement Aphrodite se heurte au problème des investissements et aux revendications de la Turquie.

L’île participa de tout temps aux échanges maritimes en Méditerranée, mais la valorisation de cet atout est limitée par les sanctions que la Turquie a prises à l’encontre des navires battant pavillon chypriote ou ayant fait escale dans un port de la République de Chypre. Toutefois, cette dernière, à l’instar de la Grèce, tire parti de sa longue tradition navale pour offrir un pavillon de complaisance (2% de flotte mondiale, soit1 053 navires totalisant une capacité de 33 Mt de port en lourd) qui contribue pour 5% au PIB du pays. Ceci, joint à une politique fiscale “attractive“ et à un système bancaire peu regardant, vaut à la République de Chypre une réputation douteuse et la présence de personnages ou d’entreprises pas toujours recommandables. Cette particularité remonte à la guerre civile libanaise (1975-1990), qui provoqua le transfert des activités bancaires de Beyrouth vers Nicosie. La fin de la Guerre froide a entraîné l’afflux des fortunes russes (notamment à Limassol où l’on décompte 30 000 résidents russes). Cela a contribué à amplifier les activités des banques chypriotes. Les difficultés de ces dernières sont à l’origine de la très grave crise financièrequ’a connue le pays en 2008-2013. Le pays dut faire appel à l’Union européenne qui le plaça sous surveillance et lui imposa des réformes. La crise est officiellement terminée depuis 2016. La disponibilité d’importantes quantités de capitaux explique que la construction immobilière ait connu un essor important. Les investissements s’orientent également vers le tourisme (favorisé par le climat, l’omniprésence de la mer et le capital culturel) qui est devenu le secteur le plus important de l’économie chypriote (15% du PIB de la République de Chypre, qui reçoit 3 millions de visiteurs par an). De son côté, la RTCN tente de devenir un “casino flottant“ pour les ressortissants du Proche-Orient mais cela ne suffit pas pour lui éviter de stagner dans le marasme économique.

La population de Chypre est faible : 1 116 500 habitants. Les habitants sont inégalement répartis dans l’espace. Si les faibles densités s’expliquent en partie par les conditions naturelles (relief inhospitalier, notamment le massif du Troodos), le dépeuplement du Nord résulte de l’expulsion des Chypriotes grecs lors de l’invasion turque en 1974. L’implantation de colons turcs venus d’Anatolie est loin d’avoir compensé cette perte. Les statistiques démographiques, fragmentaires, portent avant tout sur la République de Chypre. La population affiche un vieillissement marqué : 15,16 % de la population ont moins de quinze ans, 29,4 % ont moins de 25 ans, 11,8 % ont 65 ans ou plus. Avec 1,47 enfants par femme, le remplacement des générations n’est plus assuré. Comme partout où il se produit, ce phénomène obère l’avenir.

Dans la partie turque, le niveau de vie serait trois fois plus bas que dans la partie grecque.

Avec un indice de développement humain élevé (0,856), la République de Chypre se situe au 33e rang mondial (au niveau de Malte ou de la Pologne, légèrement en-dessous de la Grèce et largement au-dessus de la Turquie). Les dépenses d’éducation atteignent 6,4 % du PIB et le taux d’alphabétisation de la population dépasse 99 %. Cela garantit une main-d’œuvre qualifiée, mais n’empêche pas le chômage (10% de la population active de la République de Chypre) car l’activité économique est insuffisante (la crise économique a provoqué le départ de 25 000 personnes). Les dépenses de santé représentent 7,4 % du PIB et l’espérance de vie est assez élevée : 81,6 ans pour les femmes, 75,8 ans pour les hommes. Un niveau comparable à celui de la Pologne ou des États baltes. La Turquie affiche des performances bien inférieures. D’ailleurs, selon les estimations, dans la partie turque, le niveau de vie serait trois fois plus bas que dans la partie grecque.

La population de Chypre est hétérogène. La délimitation du périmètre d’attribution de la nationalité chypriote (question des colons turcs) dans la perspective d’une réunification constitue l’un des points débattus dans les négociations. Le nombre est un facteur important pour la répartition du pouvoir et des ressources dans la perspective qui semble la plus adaptée au cas chypriote : la mise en place d’un État fédéral associant deux entités fondées sur l’appartenance communautaire. Par conséquent, les chiffres qui circulent sont sujets à caution. En l’absence de recensement contemporain fiable, les extrapolations se basent sur celui de 1954. À cette date, les Chypriotes grecs représentaient 80,2 % de la population et les Chypriotes turcs 17,9 %. Avant la partition, les Chypriotes grecs étaient présents sur l’ensemble de l’île et les Chypriotes turcs étaient disséminés un peu partout (mais regroupés dans 45 enclaves depuis 1964). En 1974, les transferts forcés de population ont vidé la partie nord de ses habitants grecs et la partie sud de ses habitants turcs. Après une décennie de ségrégation spatiale, il s’est produit un processus d’épuration ethnique.

Les deux parties de l’île ont des institutions politiques distinctes. Elles jouissent d’un régime démocratique, mais la partie nord subit depuis 1974 les avatars de l’autoritarisme caractéristique des pouvoirs turcs successifs. Des élections pluralistes sont régulièrement organisées dans les deux entités. De part et d’autre, dans les campagnes électorales, la question de la réunification occupe une large place. Au sein des deux communautés, une majorité semble favorable à celle-ci, mais la plupart des habitants de l’île ne souhaitent pas la réaliser à n’importe quel prix. La communauté turque tient à limiter les restitutions et/ou les indemnisations de biens grecs expropriés en 1974. La communauté grecque rechigne à l’octroi de la citoyenneté chypriote aux colons venus d’Anatolie. En conséquence, les négociations entre les deux parties n’ont, jusqu’à ce jour, jamais abouti et les divers plans proposés par la communauté internationale ont été rejetés.

Il s’avère d’autant plus difficile de trouver une solution que la culture insulaire mêle originalité et diversité.

II. Une population clivée

Chypre eut une grande importance dans l’histoire du christianisme. Elle fut l’une des étapes du premier voyage de conversion entrepris par Paul de Tarse. La première église fut fondée à Salamine et Barnabé (cousin de Marc l’Évangéliste et l’un des soixante-douze disciples du Christ) en fut le premier évêque. Selon la tradition chrétienne, après sa résurrection, pour fuir les persécutions, Lazare se rendit à Chypre où il prit une part active à l’évangélisation. Il devint le premier évêque de la ville de Kition, renommée après sa mort Larnaca (du grec larnax  : le tombeau). Le christianisme chypriote, base de l’identité de la communauté grecque, s’inscrit dans la tradition orientale, confortée par plusieurs siècles d’appartenance à l’Empire byzantin. Depuis 431(concile d’Éphèse), l’Église de Chypre est autocéphale : elle jouit d’une indépendance totale, sur le plan juridique comme sur le plan spirituel. Son rayonnement, limité par l’insularité, ne lui permit pas d’être érigée au rang de patriarcat. Il s’agit d’un archevêché, dont le titulaire détient l’autorité suprême, source d’un prestige et d’une autorité qui perdurèrent jusqu’à la mort de Mgr Makarios (1977).

Chypre se trouve sur la ligne de contact entre le christianisme et l’islam. Sa situation stratégique en Méditerranée orientale en fit une place disputée entre l’Empire musulman et l’Empire byzantin. En 649, elle passa sous le contrôle du Califat, qui la conserva jusqu’en 965, date à laquelle Nicéphore II Phocas mit fin à trois siècles de suprématie maritime arabe et restaura la souveraineté byzantine sur l’île. Point d’appui essentiel des royaumes latins d’Orient, Chypre passa sous le contrôle de la famille des Lusignan en 1192 (évincés par les Vénitiens en 1489). Dès 1196, l’Église latine s’imposa. Elle implanta un archevêché à Nicosie et édifia des lieux de culte de style gothique dont certains vestiges subsistent, contribuant à l’originalité du paysage. Les deux Églises coexistèrent plus ou moins difficilement jusqu’à la conquête turque, en 1570. Chypre devint alors une province de l’Empire ottoman. Quatre ans plus tard, l’Église orthodoxe fut rétablie dans ses droits, tandis que l’Église latine était supprimée et que ses édifices cultuels étaient transformés en mosquée ou désaffectés.

Sous la domination turque, l’archevêque orthodoxe était le chef religieux des Chypriotes grecs, et, avec le titre d’ethnarque, leur représentant politique.

L’islamisation de l’île se fit donc en deux temps : du VIIe au Xe siècle sous les dynasties Abbasside puis Omeyyade ; entre 1570 et 1878 dans le cadre de l’Empire ottoman. Il en résulte la présence d’une importante minorité musulmane, ainsi qu’une forte empreinte architecturale. Umm Ahram, la nourrice de Mahomet, participa à la conquête de l’île et mourut au bord du lac salé qui se trouve près de Larnaca. Elle y fut enterrée en martyre, et un complexe religieux y fut édifié. Il s’agit désormais d’un des plus importants lieux saints de l’islam. Sa localisation dans la partie grecque de l’île limite les possibilités de pèlerinage pour les Chypriotes turcs.

Sous la domination turque, l’archevêque orthodoxe était le chef religieux des Chypriotes grecs, et, avec le titre d’ethnarque, leur représentant politique. Par la combinaison de la jalousie de la communauté musulmane et de la dégradation de l’administration, la situation des Chypriotes orthodoxes se détériora aux XVIIe et XVIIIe siècles. Les exactions fiscales étaient monnaie courante, les famines se répétaient, engendrant des révoltes sévèrement réprimées et nombre de chrétiens émigrèrent vers la Crète, le Péloponnèse, Corfou, et même Venise. Au XIXe siècle, la population grecque de l’île, était instruite et ses élites suivaient les péripéties du mouvement des nationalités en Europe. Une partie de ses membres communiait dans la « Grande Idée » de se libérer du joug ottoman et de restaurer l’Empire byzantin. Par conséquent, le déclenchement de la guerre d’indépendance grecque provoqua, en 1821, une répression préventive de la part des autorités ottomanes, ainsi que l’abrogation des pouvoirs de l’Église. Le 9 juillet 1821, les principaux notables grecs — parmi lesquels l’archevêque, Cyprien — furent exécutés. Dès lors, animée d’un sentiment antiturc, une partie des Chypriotes revendiqua l’ enosis , le rattachement à la future Grèce libérée. L’île était désormais impliquée dans les rivalités qui tissaient la Question d’Orient. En 1832, lorsque l’Empire ottoman dut accepter l’indépendance de la Grèce par le traité de Constantinople (signé avec la France, la Grande-Bretagne et la Russie), Chypre en était exclue, malgré le panhellénisme affiché par une partie de sa population. Compensation partielle, la politique de réformes (Tanzimat) entreprise à partir de 1839 par le sultan Abdülmecid Ier marqua le début d’une amélioration dans l’administration de l’île.

La poussée russe en direction de la Méditerranée orientale et l’ouverture du canal de Suez (1869) amenèrent la Grande-Bretagne à s’intéresser à la position stratégique de Chypre. Après avoir limité les ambitions de Moscou en soutenant l’Empire ottoman (congrès de Berlin, 1878), la Grande-Bretagne conclut une alliance défensive avec Istanbul, qui lui confia l’administration de Chypre (Conventions des 4 juin, 1er juillet et 1er août 1878). L’anglais supplanta alors le français comme langue des élites. Mais la modernisation ne fut pas à la hauteur des espérances. En effet, dès 1882, les Britanniques disposèrent du port d’Alexandrie pour sécuriser le trafic maritime de la route des Indes via le canal de Suez et surveiller tout mouvement éventuel de la flotte russe. Chypre perdait son importance stratégique et les investissements déclinèrent rapidement. Déçus, en 1889, les Chypriotes grecs demandèrent officiellement leur indépendance et leur rattachement à la Grèce. Londres leur opposa le premier d’une longue série de refus.

L’entrée en guerre de l’Empire ottoman aux côtés des Puissances centrales (Allemagne, Autriche-Hongrie) provoqua l’abrogation des Conventions de 1878 et l’annexion de Chypre par la Grande-Bretagne (5 novembre 1914). La présence de troupes alliées à Salonique et en Égypte réactiva l’importance stratégique de Chypre et offrit à l’économie de l’île d’importants débouchés. À la fin de la Première Guerre mondiale, les Chypriotes grecs renouvelèrent sans succès leur demande de rattachement à la Grèce, tandis que la Turquie renonçait “définitivement“ à Chypre (1920 : traité de Sèvres ; 1923 : traité de Lausanne). Or, les guerres gréco-turques de 1919-1920 et l’épuration ethnique croisée qui en résulta avaient accru les passions identitaires. La revendication d’enosis en fut exacerbée, tandis que Londres maintenait son intransigeance : en 1925, l’île devint officiellement colonie britannique. Le 21 octobre 1931, une manifestation en faveur de l’enosis tourna à l’émeute et le palais du gouverneur britannique fut incendié. Les troubles persistèrent jusqu’en 1939.

L’invasion de la Grèce par les puissances de l’Axe (28 octobre 1940 – 28 avril 1941) poussa des Chypriotes à s’engager dans l’armée britannique. Chypre redevint une base militaire essentielle après le débarquement de Rommel en Afrique du Nord, en février 1941, et la conquête de la Crète par les Allemands, en mai 1941. Londres autorisa une relative libéralisation de la vie politique sur l’île mais, en 1945, une nouvelle demande de rattachement à la Grèce fut rejetée. La Grande-Bretagne tenta de juguler le mécontentement par l’octroi d’un statut d’autonomie. Londres nourrissait de vives inquiétudes : alors que le contexte de Guerre froide avait entraîné une sanglante guerre civile en Grèce (1946-1949), le parti communiste chypriote (AKEL) avait connu un essor important depuis la Seconde Guerre mondiale. L’appréhension était partagée, comme en attesta la condamnation du communisme par l’archevêque de Nicosie. Mais ce dernier n’abandonnait pas pour autant la cause panhellénique. En janvier 1950, il organisa un référendum officieux sur l’enosis. 96 % des votants exprimèrent leur volonté de rattachement à la Grèce. Les autorités britanniques dénoncèrent l’illégalité de la consultation et refusèrent de la prendre en considération. Avec l’élection de Monseigneur Makarios III à sa tête, en octobre 1950, l’Église autocéphale chypriote intensifia le combat panhellénique. Le nouvel archevêque tenta de saisir l’ONU de la question de Chypre, mais la Grande-Bretagne s’y refusait et le gouvernement grec ne pouvait contrarier cette dernière car il en dépendait. Après l’évacuation de la zone du canal de Suez exigée en 1954 par le colonel Nasser, Londres eut un motif supplémentaire de conserver ce territoire : le quartier général britannique pour le Moyen-Orient devait y être transféré. Elle annonça un nouveau statut d’autonomie mais renouvela son refus d’aller au-delà. À l’automne 1954, la Grèce put enfin faire inscrire la question chypriote à l’ordre du jour de l’Assemblée générale des Nations unies. Les Britanniques, afin de dévier le problème sur le terrain de la rivalité gréco-turque et de se poser en arbitres, impliquèrent la Grèce et la Turquie dans les négociations. La manœuvre réussit à la perfection et aucune solution ne fut trouvée : alors que la première réclamait l’autodétermination, la seconde la refusa.

Georges Grivas, un général grec vétéran des deux guerres mondiales, créa, en 1954, l’Organisation nationale des combattants chypriotes (Ethniki Organosis Kyprion Agoniston-EOKA). Le 1er avril 1955, avec l’accord de Mgr Makarios, il déclencha la lutte armée pour l’indépendance et l’enosis. Convaincus que Mgr Makarios instrumentalisait l’EOKA, les Britanniques l’exilèrent aux Seychelles (9 mars 1956). Cela déclencha des protestations internationales et Grivas intensifia les opérations, ce qui aggrava la répression. La violence atteignit son paroxysme et le gouvernement britannique se résigna à l’autodétermination. L’intervention à Suez, en novembre 1956, démontra tout à la fois l’utilité d’une base stratégique en Méditerranée orientale et la nécessité d’être en bonne intelligence avec la population sur le territoire de laquelle elle était implantée. Les pourparlers reprirent au printemps 1957, après la libération de Mgr Makarios. Sous la pression américaine, la Grèce et Mgr Makarios renoncèrent à l’ enosis , tandis que les Turcs abandonnaient leur projet de partition. L’EOKA cessa ses opérations en 1959.

Le 16 août 1960, l’île devint indépendante, avec une Constitution prévoyant un partage du pouvoir entre Chypriotes grecs et Chypriotes turcs. Sur le terrain, les deux communautés restaient imbriquées et avaient vécu en bonne intelligence jusqu’aux clivages intercommunautaires qui apparurent en 1956 et produisirent les premiers incidents sanglants en 1958. Afin de se protéger des violences perpétrées par l’EOKA, des Chypriotes turcs, autour de Rauf Denktash, fondèrent alors l’Organisation turque de résistance (Türk Mukavemet Teskilati-TMT) et prônèrent la partition. La multiplication des divergences rendit l’île ingouvernable. En 1962, pour sortir de la paralysie, Mgr Makarios tenta de modifier la Constitution. Mais les Chypriotes turcs, craignant de voir leurs droits réduits, s’y refusèrent. Les affrontements entre les deux communautés s’exacerbèrent en 1963 (Noël sanglante) et dès 1964, l’île faisait l’objet d’une partition de fait  : 100 000 Chypriotes turcs étaient regroupés dans 45 enclaves dispersées sur l’ensemble de l’île. S’ouvrit alors une décennie de crise, qui culmina le 15 juillet 1974 avec la tentative de coup d’État de la dictature militaire grecque (appuyée sur l’EOKA-B créée par Grivas en 1971 pour relancer l’enosis) contre Mgr Makarios. Les colonels essayaient d’enrayer la contestation populaire en Grèce par l’accomplissement de l’enosis. Cette manœuvre tourna à la confusion de ses auteurs : les Turcs débarquèrent dans le nord de l’île le 20 juillet 1974. À l’issue d’un mois de combats, auxquels participèrent activement les membres du TMT, Ankara contrôlait le tiers nord de l’île, ce qui provoqua un exode massif de populations (200 000 Chypriotes grecs chassés au sud ; 42 000 Chypriotes turcs chassés au nord) et la mise en place de deux entités politiques : la République de Chypre et la RTCN.

Les oppositions entre insulaires ne se réduisent pas au clivage entre Chypriotes grecs et Chypriotes turcs. Chaque communauté connaît de vifs débats internes illustrés par les récentes élections : législatives du 7 janvier 2018 dans la partie turque, présidentielles des 28 janvier et 4 février 2018 dans la partie grecque. Si la question de la réunification nourrit largement les débats, les problèmes socio-économiques prennent de plus en plus d’importance. Notamment dans la partie grecque, où le président sortant (Nicos Anastasiades) vient d’être réélu non seulement sur la promesse de reprendre les négociations, mais aussi sur l’engagement de relancer l’économie (et l’emploi) et de créer un fonds dédié au remboursement d’une partie de l’épargne saisie lors de la crise bancaire de 2013. Le débat n’est pas absent de la partie turque : parti historique de la communauté, fondé en 1975 par Rauf Denktash, le Parti de l’unité nationale (conservateur nationaliste) n’a pas atteint la majorité absolue, une partie des électeurs lui reprochant tout à la fois d’être corrompu, d’abuser du pouvoir (qu’il a exercé pendant plus de 30 ans depuis 1975) et d’être trop étroitement soumis à Ankara. Bien qu’émiettée, l’opposition est parvenue à créer une coalition réformatrice modérée majoritaire. L’opinion est également divisée sur la politique du président Erdogan : des Chypriotes turcs de souche rejettent l’implantation de colons venus de Turquie (ils seraient majoritaires en RTCN), critiquent l’intransigeance d’Ankara dans les négociations sur la réunification, s’opposent à l’islamisation (ouverture d’écoles religieuses, construction de mosquées) et à ce qu’ils considèrent comme une politique extérieure expansionniste.

En dépit de l’indépendance acquise en 1960, le sort des Chypriotes ne dépend pas des Chypriotes seuls.

III. Une île très convoitée

Peut-être instruit par une histoire et une actualité marquées par de multiples rivalités qui ensanglantèrent l’île, Mgr Makarios fut un adepte du non-alignement. Ce positionnement, qui indisposa les États-Unis, même s’il n’empêcha pas le maintien des bases militaires britanniques, prit fin en 2004 avec l’intégration au sein de l’Union européenne (comme pour Malte).

Marquée par la culture hellénique depuis l’Antiquité, Chypre entretient des relations anciennes et complexes avec la Grèce. Elle se trouva de ce fait influencée par la tentative de regroupement de toute les populations grecques par Athènes depuis le XIXe siècle. Elle demeure une composante du nationalisme grec. Elle est également concernée par la rivalité entre les Grecs et les Turcs, dont les tragiques péripéties ont donné, au fil des siècles, naissance à une tradition d’affrontement entre la Grèce et la Turquie. Depuis les années 1950, les États-Unis, soucieux de la sécurité du flanc sud de l’Alliance atlantique, tentent de tempérer cet antagonisme. La Grèce contrôle pratiquement toutes les îles de la mer Égée et du Dodécanèse. La possession de Chypre renforcerait sa capacité à bloquer l’ensemble des ports turcs de Méditerranée. Sans oublier que la présence éventuelle de gisements sous-marins d’hydrocarbures aiguise les appétits et les tensions. En proie à de graves difficultés internes, Athènes ne dispose pas des moyens d’une politique extérieure active, notamment vis-à-vis d’Ankara.

Incluse dans l’Empire ottoman pendant trois siècles, Chypre demeure liée à la Turquie. Celle-ci s’est notamment érigée en protectrice de la minorité chypriote turque, instrumentalisée lors de l’intervention militaire de l’été 1974. Depuis cette date, la Turquie maintient 40 000 soldats sur place (contrairement à la Grèce, qui n’en a aucun) et implante des colons venus d’Anatolie (environ 100 000, semble-t-il). Elle est le seul État à reconnaître officiellement la RTCN. Cette dernière lui sert de gage pour d’éventuelles négociations avec la Grèce et contribue à sécuriser ses ports sur la côte méditerranéenne. Ce dernier aspect gagne en importance avec la montée en puissance de la Turquie comme carrefour d’exportation des hydrocarbures entre la Russie, le Caucase, l’Asie centrale, l’Iran et l’Union européenne. La candidature à l’intégration dans cette dernière, incitait Ankara à une relative modération. Mais, depuis 2010, la Turquie prend ses distances vis-à-vis de l’Occident, s’engage dans une politique de puissance régionale assise sur son essor économique et les tensions remontent avec la République de Chypre, notamment au sujet de la zone économique exclusive maritime dans laquelle se trouvent les gisements gaziers. L’évolution du pays, sous la direction de M. Erdogan, vers un nationalisme plus marqué et appuyé sur l’islam, influe sur le destin de Chypre. D’une part, à l’image des Turcs, les habitants de la RTCN sont divisés au sujet de cette politique. D’autre part, le durcissement d’Ankara affaiblit les chances d’aboutir à une solution négociée, d’autant que la Turquie entre en période pré-électorale (élections législatives et présidentielles en novembre 2019), moment propice aux surenchères.

La Grande-Bretagne, puissance coloniale, domina Chypre de 1878 à 1959. Elle a conservé deux importantes implantations militaires avec accès à la mer : l’une près de Larnaca, à Dekhelia, l’autre à Akrotiri, où se trouve l’unique base de la Royal Air Force en Méditerranée. Celle-ci joue un rôle essentiel pour participer aux opérations dans la région : en Irak (2003-2008) et contre Daech (depuis 2014).

La fin de la Guerre froide n’a pas diminué l’intérêt stratégique du flanc sud de l’OTAN aux yeux des États-Unis, traditionnellement en retrait sur le dossier chypriote pour préserver l’unité de l’Alliance atlantique. Afin de garantir un environnement de sécurité en Méditerranée orientale, ils souhaitent une coopération entre Chypre, la Turquie, la Grèce et Israël. Le règlement de la question chypriote en constitue l’un des préalables. Mais Washington n’a pas réussi à instaurer le climat de confiance nécessaire à la résolution du différend. Les tensions croissantes avec la Turquie depuis le début des années 2010 ne laissent augurer aucun progrès et la Russie ne peut que chercher à les entretenir.

Depuis les années 1990, la présence russe s’accroît. Les nouveaux riches de l’ère post-soviétique apprécient la combinaison de la culture orthodoxe, d’une villégiature agréable, d’un environnement fiscal avantageux et de l’acquisition aisée de la nationalité grâce aux Golden Passports généreusement distribués depuis 2013 en échange du placement de leurs fortunes dans les banques locales. L’influente communauté juive d’origine russe installée en Israël entretient des relations d’affaires avec ces ex-compatriotes. Inévitablement, les facilités offertes n’ont pas échappé aux mafias russes. L’accession de Vladimir Poutine au pouvoir alors que les capacités de la Russie s’amélioraient a remis la politique de puissance à l’ordre du jour. Le retour au Proche-Orient s’intègre dans ce projet et la République de Chypre peut contribuer à sa réalisation. Signe du rapprochement entre les deux États, en 1997, la Russie a commencé à vendre des armes à Nicosie, notamment des missiles en vue de contrer une éventuelle intervention turque. Depuis 2013, Moscou bénéficie de facilités portuaires pour sa marine de guerre. Comme le renforcement de l’implantation de son armée en Syrie, elles appuient la réaffirmation de sa puissance. Mais la coopération entre Moscou et Ankara au Proche-Orient, si elle s’avérait durable, pourrait remettre en cause cette politique.

La Turquie refuse obstinément de retirer ses troupes et de renoncer à son droit d’intervention militaire à Chypre, alors que c’est l’une des principales exigences de la partie grecque.

L’ONU est impliquée directement à Chypre depuis 1964, date à laquelle le Conseil de sécurité décida de déployer une force d’interposition entre les communautés grecque et turque : l’United Nations Peacekeeping Force in Cyprus – Force des Nations Unies chargée du maintien de la paix à Chypre-UNFICYP (Résolution n° 186). Depuis 1974 elle sécurise la zone tampon établie entre le nord et le sud de l’île. 1 106 personnes y sont aujourd’hui déployées. À plusieurs reprises, mais en vain, le Conseil de sécurité a déclaré illégale la partition, notamment par ses résolutions n° 367 (1975) et n° 541 (1983). En 1998, le Programme des Nations Unies pour le développement-PNUD, en étroite collaboration avec l’UNFICYP, entama une série de démarches pour mettre en place des coopérations entre les populations des deux communautés. Le processus fut lent car la société civile était quasi inexistante de part et d’autre. Avec les assouplissements apportés en 2003 par la partie turque au franchissement de la zone tampon (aujourd’hui 7 points de passage), la situation a évolué : les initiatives se sont multipliées et les habitants s’organisent. Jusqu’à ce jour, en dépit de nombreuses tentatives, les efforts des Nations Unies pour favoriser la réunification ont échoué (plan Annan de 2004, négociations de Crans-Montana en 2017, par exemple). La Turquie refuse obstinément de retirer ses troupes et de renoncer à son droit d’intervention militaire à Chypre, alors que c’est l’une des principales exigences de la partie grecque. Pour tenter de débloquer la situation, plusieurs dizaines d’organisations ont fondé la plateforme bicommunautaire Unite Cyprus Now, qui multiplie les actions en faveur d’un État fédéral.

Contrairement à sa pratique habituelle consistant à ne pas accueillir en son sein de pays affectés par des contentieux internationaux, l’Union européenne a admis la République de Chypre en 2004. Outre la satisfaction d’une demande activement soutenue par la Grèce, il s’agissait d’une manœuvre diplomatique pour amener Ankara à assouplir sa position. La candidature de la Turquie semblait créer des conditions favorables pour une normalisation de la situation et la réunification de l’île. Le pari se solda par un échec, consacré par le virage de la diplomatie turque en 2010. L’embargo que la Turquie applique aux navires et aux marchandises originaires de/ou transitant par la République de Chypre constitue un handicap pour le commerce maritime de l’Union européenne. Il compromet également le partenariat euro-méditerranéen. Le gaz naturel découvert en 2011 au large des côtes chypriotes constitue un enjeu important pour l’Union européenne dans la perspective d’une diminution de sa dépendance vis-à-vis du gaz russe.

Le secteur bancaire chypriote, s’appuyant sur une législation particulièrement favorable en matière de fiscalité des entreprises, joue un rôle-clé dans l’affirmation de la République de Chypre comme un des principaux paradis fiscaux de la planète. Pour cela, elle est régulièrement placée sur la sellette par les ONG (OXFAM, notamment) et les enquêtes (parlementaires, journalistes d’investigation). Corollaire de ces “facilités“, dans les deux parties de l’île, le crime organisé transnational s’épanouit.

Conclusion. Une partition durable ?

La géopolitique de Chypre constitue un cas d’école. La dimension identitaire pèse particulièrement lourd sur le destin de l’île. Or, les tensions ou les conflits qui en résultent s’avèrent partout parmi les plus difficiles à résoudre et les plus aisés à manipuler, de l’intérieur comme de l’extérieur. En janvier 1977, Mgr Makarios, président de l’entité grecque et Rauf Denkash, président de l’entité turque, les chefs historiques des deux communautés, étaient parvenus à un accord de principe pour instaurer un État fédéral. Mais Mgr Makarios mourut en avril de la même année, sans avoir finalisé cet arrangement. Une occasion unique de régler le problème chypriote fut ainsi ratée. Aujourd’hui, la dynamique paraît plutôt se trouver au cœur de la société civile. Mais cette dernière saura-t-elle et pourra-t-elle surmonter les représentations géopolitiques concurrentes et triompher des rivalités de puissance ?

Copyright Février 2018-Gourdin/Diploweb.com 

https://www.diploweb.com/Chypre-un-lieu-de-tensions-en-Mediterranee-orientale.html?utm_source=sendinblue&utm_campaign=NL181120218&utm_medium=email

«Άνω Μακεδονία» με «Μακεδόνες» και χωρίς αλλαγή Συντάγματος

1

του Σταύρου Λυγερού  – 

Το σχέδιο του Συμφώνου που ο Κοτζιάς θα μεταφέρει συμβολικά στον Σλαβομακεδόνα ομόλογό του με ειδική πτήση είναι έτοιμο. Η επίσκεψη θα πραγματοποιηθεί όταν θα έχει ολοκληρωθεί η μετονομασία του αεροδρομίου των Σκοπίων, το οποίο –ας σημειωθεί– διαχειρίζεται τα τελευταία οκτώ χρόνια η τουρκική εταιρεία TAV. Οι δύο υπουργοί Εξωτερικών έχουν συμφωνήσει να συναντηθούν στις 15-16 Φεβρουαρίου, όπου αναμένεται να αρχίσει η διαπραγμάτευση με βάση το ελληνικό σχέδιο.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, ο δυτικός παράγοντας ασκεί παρασκηνιακά έντονες πιέσεις και προς τις δύο πλευρές με σκοπό να συμφωνήσουν το ταχύτερο δυνατόν. Αποτέλεσμα και αυτών των πιέσεων είναι ότι έχει επέλθει σύγκλιση όσον αφορά το όνομα. Αν και δεν υπάρχει ακόμα οριστική συμφωνία, το “Άνω Μακεδονία”, στη σλαβική εκδοχή του (Γκορναμακεντόνιγια), θεωρείται φαβορί. Η δήλωση Ζάεφ ότι αποδέχεται σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό αντανακλά ακριβώς τη σύγκλιση σ’ αυτό το όνομα.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το εύρος της χρήσης του. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, τα Σκόπια είναι διατεθειμένα να αποδεχθούν το όνομα αυτό για όλες τις διεθνείς χρήσεις κι όχι μόνο για τους διεθνείς οργανισμούς. Είναι διατεθειμένα να αποδεχθούν ότι αυτό θα είναι το όνομα που θα αναγράφεται στα διαβατήρια των πολιτών της FYROM. Η διαφωνία που παραμένει στο τραπέζι είναι η ελληνική θέση –έτσι όπως επανειλημμένως έχει εκφρασθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό– για αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας.

Τις προηγούμενες ημέρες ο Ζάεφ αναφέρθηκε στην ελληνική απαίτηση και την απέρριψε. Έχει, μάλιστα, διαμηνύσει και στην Αθήνα και στις δυτικές κυβερνήσεις ότι δεν διαθέτει την ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προβεί σε αλλαγή του Συντάγματος. Έχει διαμηνύσει πως ακόμα και εάν ο ίδιος το πρότεινε, μία τέτοια συμφωνία δεν θα περνούσε από το δημοψήφισμα, για τη διεξαγωγή του οποίου έχει δεσμευθεί.

Η αμφισημία του erga omnes

Σύμφωνα με πληροφορίες και από την Αθήνα και από τα Σκόπια, για να γεφυρωθεί το χάσμα, οι δύο πλευρές προσανατολίζονται στην εξής φόρμουλα: στο Σύμφωνο θα αναφέρεται με κάποια διατύπωση που δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί πως η νέα ονομασία θα είναι για όλες τις χρήσεις. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πως θα ερμηνεύσει η κάθε πλευρά το erga omnes. Η μεν Ελλάδα να το ερμηνεύει και για εσωτερική χρήση, η δε FYROM μόνο για διεθνή χρήση.

Για να μην προκύψει, λοιπόν, πρόβλημα στη συνέχεια, η διατύπωση πρέπει να είναι σαφής και να μην προτιμηθεί η διέξοδος της “διπλωματικής ασάφειας”. Αυτό που τελικώς θα έχει σημασία είναι αυτό που θα ισχύσει στην πραγματικότητα. Σε περίπτωση ασάφειας, λοιπόν, αυτό που θα ισχύσει στην πραγματικότητα θα είναι αυτό που θα αποφασίσουν τα Σκόπια κι όχι αυτό που θα λέει η Αθήνα.

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι εάν το Σύμφωνο, ως διεθνής συμφωνία, κατισχύει του Συντάγματος ή όχι. Η τάση του διεθνούς δικαίου είναι ότι οι διεθνείς συμφωνίες κατισχύουν του εσωτερικού δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι διεθνώς θα ισχύσει η νέα ονομασία. Για να υποχρεωθούν, όμως, τα Σκόπια να προσαρμόσουν το Σύνταγμά τους σ’ αυτά που θα έχουν υπογράψει, αυστηρή προϋπόθεση είναι ότι στο Σύμφωνο θα υπάρχει σχετική ρητή αναφορά.

Έχοντας ουσιαστικά εγκαταλείψει τον όρο για άμεση αλλαγή συνταγματικής ονομασίας, η ελληνική πλευρά επιδιώκει μία τέτοια αναφορά. Δεν είναι, όμως, δεδομένο πως θα το επιτύχει. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι η φόρμουλα η αλλαγή του Συντάγματος να διασυνδεθεί με την ενταξιακή πορεία των Σκοπίων στην ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, επιδιώκει τις μέγιστες διεθνείς εγγυήσεις. Γι’ αυτό το Σύμφωνο θα κατατεθεί με σκοπό και να εγκριθεί με ψήφισμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Δεδομένου ότι δεν έχουν ακόμα οριστικοποιηθεί οι διατυπώσεις στο Σύμφωνο, είναι πρόωρο να γίνουν κατηγορηματικές κρίσεις. Όλα, ωστόσο, δείχνουν ότι το ζήτημα της ταυτότητας (το όνομα της εθνότητας και της γλώσσας) έχει μπει ουσιαστικά στο ράφι. Κι αυτό συνιστά στρατηγικής σημασίας υποχώρηση της Αθήνας.

 

slpress.gr

Παιχνίδια πολέμου από την Κίνα – Επεκτείνεται και στρατιωτικά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αλλάζοντας το status quo

0

Παιχνίδια πολέμου από την Κίνα - Επεκτείνεται και στρατιωτικά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αλλάζοντας το status quo
Παιχνίδια πολέμου από το Πεκίνο – Επεκτείνεται και στρατιωτικά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας
Το Πεκίνο επιταχύνει τις κατασκευαστικές στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, παρά το γεγονός ότι συμφώνησε να θεσπίσει κώδικα δεοντολογίας για την αμφισβητούμενη περιοχή, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Έρευνες από την Πρωτοβουλία για τη Διαφάνεια στη Ναυτιλία της Ασίας (Asia Maritime Transparency Initiative), μέρος του αμερικανικού think tank Center for Strategic and International Studies, αποκαλύπτουν ότι η Κίνα έχει κατασκευάσει αρκετές εγκαταστάσεις γύρω από τα νησιά Spratly και Paracel.
Τα μόνιμα έργα τα οποία η Κίνα ολοκλήρωσε ή άρχισε να λειτουργεί από τις αρχές του 2017, αντιπροσωπεύουν 72 στρέμματα ή 290.000 τετραγωνικά μέτρα, ανέφερε η έκθεση.
“Η διεθνής προσοχή έχει απομακρυνθεί από την κρίσης στη θάλασσα της Νότιας Κίνας κατά τη διάρκεια του 2017 λόγω της έντασης με τη Βόρεια Κορέα, αλλά η κατάσταση στη θάλασσα της Νότιας Κίνας έχει αλλάξει”, ανέφερε η έκθεση.
“Το Πεκίνο παραμένει προσηλωμένο στην πρόοδο της επόμενης φάσης του σχεδίου του που αφορά την κατασκευή  υποδομών που είναι απαραίτητες για την πλήρη λειτουργία των αεροπορικών και ναυτικών βάσεων στα μεγαλύτερα φυλάκια”.
Η κυβέρνηση του κινέζικου προέδρου Xi Jinping ελέγχει μεγάλο μέρος των περιοχών Spratly και Paracel, βασιζόμενη σε μια έννοια γνωστή ως “γραμμή εννιά γραμμών” για να επισημάνει εδαφικές διεκδικήσεις που εκτείνονται σε απόσταση περίπου 1.000 μιλίων από τις νότιες ακτές του έθνους.
Διάφορα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας, συμπεριλαμβανομένων των Φιλιππίνων, του Βιετνάμ, του Μπρουνέι, η Μαλαισία, η Ταϊβάν ισχυρίζονται επίσης ότι έχουν εδαφικές διεκδικήσεις σε ορισμένα μέρη αυτής της περιοχής.
Οι κατασκευές αυτές της Κίνας έλαβαν χώρα ενώ το Πεκίνο και αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, είχαν συμφωνήσει να σκιαγραφήσουν έναν κώδικα δεοντολογίας για τη στρατηγική θαλάσσια οδό νωρίτερα το 2017, μια κίνηση που αποσκοπούσε στην πρόληψη περαιτέρω εντάσεων.
Το Νοέμβριο του 2017, ο κινέζος πρωθυπουργός Li Keqiang δήλωσε ότι η χώρα του θα “διαφυλάξει σθεναρά” την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην πλούσια σε πόρους διαφιλονικούμενη ζώνη.
Μεταξύ των νέων εξελίξεων εκ μέρους της  Κίνας είναι η τοποθέτηση μιας σειρά ραντάρ στο βόρειο άκρο του Fiery Cross Reef, μέρος των Spratlys, σύμφωνα με την έκθεση.
Οι σήραγγες αποθήκευσης στο Subi Reef και στο Mischief Reef, και οι δύο περιοχές κοντά στο Spratlys, ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, προσθέτοντας στο δίκτυο των υφιστάμενων υπόγειων δομών σε κάθε ύφαλο, ανέφερε η έκθεση.
Η Κίνα αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τα ραντάρ της, ενώ έχει αρχίσει να εργάζεται για μια νέα σειρά τηλεπικοινωνιακών δικτύων στο Mischief Reef, σύμφωνα με την έκθεση.
Η Κίνα επίσης συνέχισε την κατασκευή, αν και σε μικρότερη κλίμακα, όπως εργασίες βυθοκόρησης και αποκατάστασης στο νησί Tree.
Το νησί Woody, το στρατιωτικό και διοικητικό αρχηγείο του Πεκίνου στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, υπήρξε επίσης νέα δραστηριότητα με την τοποθέτηση των δύο πρώτων αεροσκαφών στο νησί, ανέφερε η έκθεση.
“Τον Οκτώβριο του 2017, εντοπίστηκαν στο νησί μαχητικά αεροσκάφη τύπου Air Force J-11B, ενώ μεγάλα αεροπλάνα που έμοιαζαν με τα αεροσκάφη μεταφοράς Y-8 εντοπίστηκαν τον περασμένο μήνα, σύμφωνα με την έκθεση, σημειώνοντας ότι “η παρουσία τους στο νησί Woody θα μπορούσε να αποτελεί σημάδι των μελλοντικών εξελίξεων”.

Στην παρακάτω εικόνα φαίνεται ότι το Πεκίνο έχει σχεδόν ολοκληρώσει την κατασκευή μιας αεροπορικής βάση μεγάλης κλίμακας για την Πολεμική Αεροπορία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.
Η βάση αυτή είναι η πρώτη του είδους της και θα παρέχει αεροπορική υπεροχή στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας στο Πεκίνο.

Η αεροπορική βάση έχει τη δυνατότητα να “φιλοξενεί” αρκετές μοίρες μαχητικών αεροσκαφών.

Τον Ιανουάριο του 2018, ο εκπρόσωπος του Προέδρου των Φιλιππίνων, Harry Roque, δήλωσε ότι “το γεγονός ότι την χρησιμοποιούν τώρα ως στρατιωτική βάση, δεν είναι κάτι καινούργιο.
Ωστόσο η δέσμευση της καλής πίστης δεν είναι η ανάκτηση νέων νησιών.
Ελπίζω αυτό να είναι ξεκάθαρο”.
Η έκθεση εριγράφει τις τρεις μεγάλες αεροπορικές βάσεις στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας που βρίσκεται στις περιοχές Kagitingan, Panganiban και Zamora.
Οι διάδρομοι απογείωσης – προσγείωσης στις αεροπρικές βάσεις Kagitingan, Panganiban και Zamora είναι σχεδόν έτοιμοι για χρήση.
Στο τεχνητό νησί χτίστηκαν επίσης φάροι, κονσόλες, εγκαταστάσεις επικοινωνίας, υπόστεγα και πολυώροφα κτίρια.
Η αεροπορική βάση στο Panganiban Reef (από το Δεκέμβριο του 2017) έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.

Φορτηγά τα στρατιωτικά πολεμικά πλοία τα σκάφη εφοδιασμού, εντοπίστηκαν σε όλα τα νησιά Spratly, παρέχοντας υλικοτεχνική υποστήριξη στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Κίναςν.
Τρία πολεμικά πλοία ικανά να μεταφέρουν στρατεύματα και όπλα είχαν αγκυροβολήσει στο Panganiban Reef σε μια φωτογραφία που ελήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 2017.
Αυτά ήταν δύο πλοία μεταφοράς (Hull Nos. 830 και 831).
Η Luoyang (527), μια φρεγάτα πυραύλων κατηγορίας 053H3 Jiangwei II, εντοπίστηκε περίπου ένα χιλιόμετρο από το Zamora Reef στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Αυτός ο τύπος πολεμικού πλοίου διαθέτει δύο τετράπλευρους εκτοξευτές που τοποθετούνται στο μέσο του πλοίου.
Διαθέτει επίσης ένα πυροβόλο όπλο 100 mm τύπου διπλού τύπου 79A που είναι εγκατεστημένο στο κατάστρωμα του σκάφους.
Τον Ιούνιο του 2017, η Luzhou (592), μία φρεγάτα κατηγορίας 056 Jiangdao, φωτογραφήθηκε στο Panganiban Reef.
Το υπουργείο άμυνας της Κίνας ανέφερε ότι το σκάφος συμμετείχε σε ασκήσεις ζωντανής πυρκαγιάς στη θάλασσα της Νότιας Κίνας τον Δεκέμβριο του 2017.
Στα νησιά Burgos, Calderon, McKennan και Mabini – οι φωτογραφίες έδειξαν ελικοδρόμια, ανεμογεννήτριες, πύργους παρατήρησης, κοντέινερ και πύργους επικοινωνίας.
Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017 έδειξε ότι ένα κανόνι 100 χιλιοστών που έχει τοποθετηθεί στο νησί McKennan Reef.

Ορισμένες φωτογραφίες δείχνουν τα φορτηγά πλοία και τα πλοία εφοδιασμού, τα οποία παραδίδουν οικοδομικά υλικά στα νησιά που ελέγχονται από την Κίνα.

Ο σύμβουλος του Ανώτατου Δικαστηρίου, Antonio Carpio, μέλος της νομικής ομάδας των Φιλιππίνων, ο οποίος αγωνίστηκε κατά της απαίτησης της Κίνας στη θάλασσα της Νότιας Κίνας στο διαιτητικό δικαστήριο της Χάγης, ανέφερε ότι “το μεγαλύτερο πρόβλημα ασφάλειας είναι η Κίνα.
Αν χάσουμε τον θαλάσσιο μας χώρο στη Δυτική Φιλιππίνων Θάλασσα, το χάνουμε για πάντα”, δήλωσε ο Carpio σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο Inquirer, χρησιμοποιώντας την τοπική ονομασία των υδάτων στην ΑΟΖ των Φιλιππίνων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.
“Και η περιοχή που θα χάσουμε είναι τεράστια, τόσο μεγάλη όσο η χερσαία περιοχή των Φιλιππίνων, περίπου 300.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα”, δήλωσε ο Carpio.

Τι διακυβεύεται εάν το Πεκίνο γίνει ο κυρίαρχος παίκτης στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας

Εάν οι Φιλιππίνες δεν ασκήσουν τη νομική τους νίκη, θα χάσουν το 80% της ΑΟΖ τους στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, 381.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, συμπεριλαμβανομένης ολόκληρης της περιοχής Recto Bank ή της Reed Bank και μέρους του πεδίου φυσικού αερίου Malampaya εκτός από το Palawan, καθώς και όλα τα κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ορυκτών πόρων, δήλωσε ο Carpio.
“Η εκτίμησή μου είναι ότι το 40% της ΑΟΖ των Φιλιππινών βρίσκεται στη Δυτική Φιλιππίνων Θάλασσα”, δήλωσε.
“Η Malampaya προμηθεύει το 40% της ενεργειακής απαίτησης της Luzon.
Εάν το κοίτασμα φυσικού αέριου Malampaya εξαντληθεί σε 10 χρόνια ή λιγότερο. . . θα έχουμε 10 έως 12 ώρες καθημερινών διακοπών της ηλεκτροδότησης στη Luzon.
Αυτό θα καταστρέψει την οικονομία “, πρόσθεσε.

Οι παρακάτω φωτογραφίες αποδεικνύουν την στρατικοποίηση της περιοχής από την Κίνα.

www.bankingnews.gr

O Ρωσο-Τουρκικός Άξονας Έχει Ραγίσει;

0

Με τις υποψίες να οργιάζουν ότι οι κατ’ όνομα σύμμαχοι μάτωσαν ο ένας τον άλλο στις 3 Φεβρουαρίου, η ΄Αγκυρα μπορεί να επιδιώξει συμβιβασμό με τις ΗΠΑ.

 M.K. BHADRAKUMAR , ASIA TIMES.

Τα φλεγόμενα συντρίμματα του ρωσικού αεροπλάνου που καταρρίφτηκε κοντά στον Ιντλίμπ, στις 3 Φεβρουαρίου.

[Γλαφυρήν και διεξοδική διάγνωση των εκρήξεων νοσηρότητας στις σχέσεις λυκοφιλίας μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, που ανέδειξαν τα τελευταία σκοτεινά, αιματηρά επεισόδια – εναέρια και χερσαία- στα μέτωπα της Συρίας, προσφέρει το κατωτέρω άρθρο του Ινδού διπλωμάτη και δημοσιολόγου, μελετητή και γνώστη της Τουρκίας και από την εκεί θητεία του. Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμβόλιμη αναφορά της Κύπρου και Ελλάδας μεταξύ των αγκαθιών στις ρωσο-τουρκικές σχέσεις.]

Δυο στοιχεία διαφοροποιούν την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου Su-25 στην δυτική επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας στις 3 Φεβρουαρίου από τις επιθέσεις αεροπλάνων-ρομπότ στην ρωσική βάση Χμεϊμίμ πριν ένα μήνα.

Πρώτον, η Ρωσία μπόρεσε να αποκρούσει την επίθεση του σμήνους UAV στις 5 Ιανουαρίου, αλλά απέτυχε να προβλέψει την χρήση φορητού αντιαεροπορικού πυραύλου από εξτρεμιστές που δρουν στο Ιντλίμπ υπό την εποπτεία της Τουρκίας. Σ’ αυτήν την επίθεση η Ρωσία έχασε έναν Άσο της πολεμικής αεροπορίας της.

Δεύτερον, η Μόσχα αισθάνθηκε το χέρι της Ουάσιγκτον στην επίθεση των ιπταμένων ρομπότ της 5 Ιανουαρίου, αλλά αυτή τη φορά το πρακτορείο Τας αμέσως υπογράμμισε την αμερικανική άρνηση ευθύνης. Επίσης ο εκπρόσωπος  του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκώφ έκρινε σκόπιμο να τονίσει πως πρέπει ν’ αποφεύγονται οι εικασίες «προτού έχουμε σαφείς πληροφορίες για το πώς οι τρομοκράτες στη Συρία εφοδιάστηκαν το συγκεκριμένο φορητό από οπλίτη αντιαεροπορικό σύστημα (MANPADS) και άλλα όπλα που διαθέτουν.»

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ένας εξέχων κοινοβουλευτικός, ο Ντμίτρι Σάμπλιν, συντονιστής της κοινοβουλευτικής ομάδας ρωσο-συριακής φιλίας, προχώρησε στη διατύπωση «εικασιών», λέγοντας: «΄Εχουμε πληροφορίες ότι το MANPADS που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρριψη του  αεροπλάνου μας είχε εισαχθεί στη Συρία  μερικές μέρες πριν, από γειτονική χώρα. Χώρες από τις οποίες εισάγονται τέτοια όπλα, τα οποία κατόπιν χρησιμοποιούνται εναντίον Ρώσων οπλιτών, πρέπει να καταλάβουν ότι αυτό δεν θα περάσει ατιμώρητο.»

Η επαρχία του Ιντλίμπ βρίσκεται στα σύνορα με την Τουρκία. Υποτίθεται πως τα σύνορα είναι «σφραγισμένα» και υπό  αυστηρή επιτήρηση, από τις τουρκικές υπηρεσίες ασφάλειας. Εάν αυτό που ισχυρίστηκε ο Σάμπλιν βασιζόταν σε πραγματική πληροφορία, οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες θα έχουν μεταδώσει πρόσφατα την μεταφορά από την Τουρκία τέτοιων φερομένων από οπλίτη αντιαεροπορικών συστημάτων .

Περιέργως, την επομένη της δήλωσης του Σάμπλιν, η Τουρκία βγήκε σε αντίλογο με έναν δικό της ισχυρισμό, που απέδωσε σε «πηγές ασφαλείας», ότι το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στην επίθεση εναντίον τουρκικού τανκ, στις 3 Φεβρουαρίου, από τους Κούρδους, «μπορεί να ήταν ένα ρωσικής κατασκευής αντιαρματικό Konkurs 9M113» και ότι « η πληροφορία αυτή αξιολογείται». Στην επίθεση εναντίον του τανκ σκοτώθηκαν πέντε Τούρκοι στρατιώτες.

Αρκεί να λεχθεί σχετικά ότι η ατμόσφαιρα είναι βαριά με υπαινιγμούς και σκοτεινές «σπόντες» ότι Ρωσία και Τουρκία μπορεί να αλλήλο-ματώθηκαν στις 3 Φεβρουαρίου, παρά την υποτιθέμενη συμμαχία τους στον υβριδικό πόλεμο της Συρίας

Σε φιλικότερες στιγμές: Πούτιν και Ερντογάν στο Προεδρικό Ανάκτορο της Αγκύρας, τον Σεπτέμβριο του 2017.

Τον Ιανουάριο, ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν προσέτρεξε στον Πρόεδρο Πούτιν για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Αλλά για το τελευταίο επεισόδιο δεν έγινε τέτοια ανταλλαγή μέχρις στιγμής, παρά το γεγονός ότι ο Ερντογάν έχει την υποχρέωση να πάρει την πρωτοβουλία –σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα πέρυσι στις συνομιλίες της Αστάνα, μετά την συριακή ανακωχή. Η Τουρκία είχε εξουσιοδοτηθεί να  εγκαταστήσει  «παρατηρητήρια» το Ιντλίμπ για να παρακολουθεί και ενημερώνει για τις κινήσεις των εξτρεμιστικών ομάδων.

Στο μεταξύ, στις 5 Φεβρουαρίου, ο Πούτιν έστειλε ένα διαχυτικό μήνυμα στον Νίκο Αναστασιάδη, συγχαίροντάς τον για την επανεκλογή του ως προέδρου της Κύπρου. Το μήνυμα του Πούτιν εξέφραζε εμπιστοσύνη ότι «ο εποικοδομητικός διάλογος» και το «κοινό έργο» των δύο χωρών είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον και σε αρμονία με τις προσπάθειες για την  βελτίωση της σταθερότητας και της ασφάλειας στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο.» Οι σχέσεις της Κύπρου με την Τουρκία είναι κακές, μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της χώρας, το 1974.

Για την Τουρκία ο κόμπος είναι τριπλός: Πρώτον, δεν μπορεί να το χωνέψει ότι η Ρωσία (η οποία έχει πολιτισμικούς δεσμούς με την Ελλάδα και την Κύπρο) έχει καταστεί σήμερα η κυριαρχούσα δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεύτερον, αποδοκιμάζει τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις του στρατού της Συρίας, με αεροπορική υποστήριξη, για την ανακατάληψη του Ιντλίμπ από αντικυβερνητικές ομάδες που απολάμβαναν τουρκικής υποστήριξης.

Και –προπάντων- τρίτο, το μεγάλο σχέδιο του Ερντογάν να εδραιώσει μια μόνιμη τουρκική παρουσία στην Συρία (άλλοτε υπο την κυριαρχία των Οθωμανών) θα παραμείνει όνειρο ανεκπλήρωτο, όσο η Ρωσία εγγυάται την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Η Τουρκία μιας εξ αρχής έβλεπε με καχυποψία τους δεσμούς της Μόσχας με τους Κούρδους στο Αφρίν.

Χαρακτηριστικά, επομένως, ο Ερντογάν θα επιδιώξει τώρα ένα τρόπο συνύπαρξης με τις ΗΠΑ. Φυσικά θα ήταν ονειρική δωρεά για τις ΗΠΑ εάν το ράγισμα του ρώσο-τουρκικού άξονα γίνει ρήγμα στις προσεχείς εβδομάδες. Στην αντίθεσή τους στην εδραίωση ρωσικών βάσεων στη Συρία, ΗΠΑ και Τουρκία είναι σε πλήρη  σύμπνοια.

Από την άλλη πλευρά, το Πεντάγωνο θα περιμένει από τον Ερντογάν να εγκαταλείψει τα σχέδια του για την εξαπόλυση επίθεσης εναντίον των Κούρδων στο Μανπίτζ. Οι ΗΠΑ απλά δεν μπορούν να συμμορφωθούν με την αξίωση τη Τουρκίας να σπάσουν την συμμαχία τους με τους Κούρδους της Συρίας. Ο Αμερικανός υπουργός Αμύνης Τζέϊμς Μάτις υπαινίχθηκε το προ-περασμένο Σάββατο ότι γίνονται διαπραγματεύσεις για να πειστεί ο Ερντογάν να μην διατάξει την επιχείρηση στο Μανπίτζ.

Από της πλευράς του ο Ερντογάν θα επιδιώξει,  ως αντάλλαγμα  από την κυβέρνηση Τραμπ, την δημιουργία των προϋποθέσεων για  μιαν ευρύτερη προσέγγιση με τις ΗΠΑ. Ο Ερντογάν ξέρει πολύ καλά ότι οι ΗΠΑ θα δουν πως η διαμορφούμενη κατάσταση, ευνοεί την προώθηση της «στρατηγικής περιορισμού» που εφαρμόζουν εναντίον του Ιράν  στη Συρία πολύ αποτελεσματικότερα, και για την απομόνωση του καθεστώτος ΄Ασαντ. Πράγματι μια ρήξη του ρωσο-τουρκικού άξονα στη Συρία ανοίγει ένα τελείως νέο παιχνίδι στη χώρα, το οποίο επιτρέπει στις ΗΠΑ  να δημιουργήσουν νέα δεδομένα στο πεδίο της αναμέτρησης και να διαπραγματευτούν σκληρότερα τους όρους  ενός Συριακού διακανονισμού. Το Ισραήλ είναι επίσης μέτοχος εκεί.

Ο Ερντογάν εξ αρχής διεκδικούσε έναν ενισχυμένο ρόλο για την Τουρκία ως σημαιοφόρου της Δυτικής στρατηγικής στη Συρία, φανταζόμενος τον εαυτό του σε ρόλο προτύπου για την Μέση Ανατολή. Αλλά ο πρόεδρος Ομπάμα αδιαφορούσε για τέτοιες τρυφερότητες με τον υδραργυρικό Σουλτάνο της Αγκύρας.

Πάντως τα πράγματα είναι σε κατάσταση ρευστότητας. Ο Ερντογάν συνάντησε τον Πάπα Φραγκίσκο την Δευτέρα. ΄Ηταν η πρώτη φορά σε 59 χρόνια που Τούρκος Πρόεδρος επισκέφτηκε το Βατικανό.

infognomon.gr

Η Πρόκληση του Νέου Πολιτικού Ισλάμ

2
ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ 

Η πρόσφατη αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τον πρόεδρο Τραμπ έχει δημιουργήσει μια νέα δυναμική στη Μέση Ανατολή. Είναι μια απόφαση που ενισχύει εκείνους που πιστεύουν ότι η ισραηλινή πλευρά δεν επιθυμεί ειρηνική επίλυση του Παλαιστινιακού Ζητήματος. Το ζήτημα της Ιερουσαλήμ, όμως, ξεφεύγει από τα στενά όρια της ισραηλινό-παλαιστινιακής σύγκρουσης. Μαζί με άλλες αποφάσεις (π.χ. απαγόρευση εισόδου μουσουλμάνων στις ΗΠΑ) έρχεται να επιβεβαιώσει με δραματικό τρόπο την άγνοια που επικρατεί σχετικά με τη φύση του πολιτικού Ισλάμ.

Μεγάλα κοινωνικά κινήματα, όπως το πολιτικό Ισλάμ, δεν παραμένουν στάσιμα αλλά εξελίσσονται συνεχώς στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Η χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι επαναστάσεις της Αραβικής Άνοιξης και οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Δύσης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ταυτόχρονη παγκοσμιοποίηση και τοπικοποίηση  (glocalization) του ισλαμιστικού κινήματος. Ο Ταγίπ Ερντογάν, ο Μοχάμεντ Μόρσι, ο Χασάν Νασράλλα και πολλοί άλλοι Ισλαμιστές ηγέτες ‘δανείζονται’ και ‘ισλαμικοποιούν’ δυτικές ιδέες, αξίες και έννοιες που τους παρέχουν μεγαλύτερη νομιμοποίηση και τους καθιστούν περισσότερο δημοφιλείς.

Το πολιτικό Ισλάμ χαρακτηρίζεται από ετερογένεια και πολυμορφία γιατί περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ομάδες.

Η πρώτη σχετίζεται με ακτιβιστικές οργανώσεις, όπως το Hizb ut-Tahrir, που κινητοποιούν ειρηνικά τους πιστούς για την υπεράσπιση του Ισλάμ από ντόπιους και ξένους ‘εχθρούς’. Παρά την πρόθεση τους να επιβάλλουν το ισλαμικό δίκαιο, οι ακτιβιστές αναφέρονται συχνά στα ανθρώπινα δικαιώματα των μουσουλμάνων που παραβιάζονται από τους Δυτικούς και τις αυταρχικές ηγεσίες που υπάρχουν στο μουσουλμανικό  κόσμο.

Η δεύτερη αφορά τα ισλαμιστικά κόμματα, όπως το AKP στην Τουρκία και το Al-Nahda στην Τυνησία, που συμμετέχουν στη δημοκρατική διαδικασία και επιδιώκουν να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα εκ των έσω. Ο πολιτικός τους λόγος υποστηρίζει την πλειοψηφική δημοκρατία και στηλιτεύει τις αυταρχικές πρακτικές των προηγούμενων φιλοδυτικών καθεστώτων.

Η τρίτη ομάδα απαρτίζεται από οργανώσεις, όπως η Χεζμπολάχ και Ισλαμικό Κράτος, που χρησιμοποιούν την τρομοκρατία για να επικρατήσουν εναντίον των αντιπάλων τους. Είναι ενδιαφέρον ότι προτάσσουν την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης για να εξηγήσουν την προσπάθεια εξόντωσης όσων δεν ενστερνίζονται τις δικές τους απόψεις.

Αυτές οι τρεις ομάδες συγκροτούν πλέον ένα νέο πολιτικό Ισλάμ που βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, οι Ισλαμιστές του 21ου αιώνα δεν έχουν περιχαρακωθεί ιδεολογικά γιατί μιλούν τη γλώσσα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης. Ο δυτικός κόσμος διέδωσε ιδέες και αξίες, τις οποίες τώρα οι νέοι Ισλαμιστές σχετικοποιούν και εργαλειοποιούν για να προωθήσουν τους στόχους τους. Το πολιτικό Ισλάμ πλέον καταθέτει τις δικιές του προτάσεις για μια κοινωνία όπου η εκκοσμικευμένη μειοψηφία θα υποτάσσεται στη θρησκευόμενη πλειοψηφία, τα ανθρώπινα (όπως ορίζονται από το Ισλάμ) δικαιώματα θα επιβάλλονται, και η ισλαμική δικαιοσύνη θα επικρατήσει.

Ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα είχε κατανοήσει τις αντιθέσεις και αντιφάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του ισλαμιστικού κινήματος. Για αυτό το λόγο, η Ουάσιγκτον είχε προσεταιριστεί με αρκετή επιτυχία όσους Ισλαμιστές αποκηρύττουν την ένοπλη βία ως μέσο επίλυσης πολιτικών διαφορών. Αφού το πολιτικό Ισλάμ δεν είναι ένα ενιαίο σύνολο, δεν μπορεί να είναι ενιαία και η στρατηγική διαχείρισης του. Η ισλαμοφοβική πολιτική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί όμως νέα δεδομένα. Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως ισραηλινής πρωτεύουσας ενισχύει τις κεντρομόλες τάσεις στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου. Η πιθανότητα απώλειας μια τόσο σημαντικής για το Ισλάμ πόλης δεν ενισχύει μόνο τις ακραίες φωνές, αλλά δύναται να συμπαρασύρει και μετριοπαθείς Ισλαμιστές σε ένα ‘πόλεμο πολιτισμών’ με τη Δύση. Μια τέτοια εξέλιξη θα ζημιώσει κυρίως τις ΗΠΑ που προσπαθούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους στο διεθνές σύστημα έναντι ανερχόμενων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ρωσία. Το νέο πολιτικό Ισλάμ θα χρησιμοποιήσει το ζήτημα της Ιερουσαλήμ για να δώσει μια νέα μάχη εναντίον της Δύσης͘͘· μόνο που αυτή τη φορά ο δυτικός κόσμος θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ιδέες, αξίες και έννοιες που τον διέπουν.

Τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει συστηματικά τη ρήξη με ένα μεγάλο κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου, η Ευρώπη έχει την υποχρέωση να αρθρώσει ένα φιλελεύθερο λόγο που θα υποστηρίζει την ειρηνική συνύπαρξη και τον αμοιβαίο σεβασμό με τον μουσουλμανικό κόσμο. Η Ελλάδα και η Κύπρος, τα μοναδικά μέλη της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορούν να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία διαθέτουν το ‘πολιτισμικό’ κεφάλαιο για να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και τη Μέση Ανατολή. Σε ότι αφορά το πολιτικό Ισλάμ, ήρθε η ώρα να αποδεχτούμε την πραγματικότητα. Αυτό το μεγάλο κοινωνικό κίνημα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από το προσκήνιο, διότι έχει βαθιές ρίζες στις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής. Το πολιτικό Ισλάμ ήρθε για να μείνει για πολλά χρόνια και είναι επιτακτική ανάγκη να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση του φαινομένου.

*Ο Μάνος Καραγιάννης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London. Το βιβλίο του “The New Political Islam: Human Rights, Democracy and Justice” μόλις κυκλοφόρησε από το University of Pennsylvania Press. 

“Καθημερινή”

DW: Πόσο ισχυρός είναι πραγματικά ο Ασαντ;

0

Τα προπύργια των ανταρτών στις πόλεις Ίντλιμπ και ανατολική Γκούτα παραμένουν προφανώς απόρθητα για το καθεστώς Ασάντ. Γι αυτό και οι βομβαρδισμοί των περασμένων ημερών εναντίον των τζιχαντιστών που ελέγχουν τις δύο πόλεις ήταν ανηλεείς. Σύμφωνα με το γενικά αξιόπιστο Συριακό Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα μόνο την περασμένη Τρίτη 63 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων 14 παιδιά. Μη διασταυρωμένες πληροφορίες κάνουν λόγο ακόμη και για χρήση δηλητηριωδών αερίων. Σε περίπτωση που ο σύρος πρόεδρος κατάφερνε να αποσπάσει τις δύο επαρχίες από τα χέρια των ανταρτών, θα είχε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την επανάκτηση τμημάτων της συριακής επικράτειας.

Τίποτα χωρίς τη Ρωσία και το Ιράν

Σημαντικές επιτυχίες σε αυτόν τον τομέα έχει να επιδείξει ήδη. Ελέγχει και πάλι τις μεγαλύτερες πόλεις και ενδεχόμενο στρατιωτικό θρίαμβο στην ανατολική Γκούτα θα σταθεροποιούσε την ισχύ του κυρίως γύρω από τη Δαμασκό. Ωστόσο, εκτός από επιτυχίες έχει και τεράστιες εδαφικές απώλειες. Σχεδόν το 1/3 της συριακής επικράτειας ελέγχεται από τους αντάρτες, κυρίως του συνασπισμού «Ενωμένες Συριακές Δυνάμεις». Αλλά ακόμη και εκεί που θεωρητικά εμφανίζεται κυρίαρχος, η καθημερινότητα υπαγορεύεται από ομάδες ανταρτών. Συνολικά ο Ασάντ δεν ελέγχει ούτε το ήμισυ της Συρίας, παρόλα αυτά δεν έχει κανένα λόγο να αισθάνεται ανασφαλής.

Απολαμβάνει της προστασίας δύο ισχυρών του συμμάχων, της Ρωσίας και του Ιράν. Και οι δύο συνέβαλαν σημαντικά στην εξασφάλιση της πολιτικής του επιβίωσης. Γι αυτό και μπορεί να εμφανίζεται με αυτοπεποίθηση και υπεροψία. Δείχνει απρόθυμος να διαπραγματευτεί με τους αντάρτες στην ειρηνευτική διαδικασία της Αστάνας υπό την αιγίδα της Ρωσίας, όπως υποστηρίζει ο Νασρ αλ Χαρίρι στην Guardian, ο επικεφαλής διαπραγματευτής της Συριακής Διαπραγματευτικής Επιτροπής, στην οποία έχουν προσχωρήσει κυρίως οι μη ισλαμιστικές ανταρτικές ομάδες. «Οι εκπρόσωποι του καθεστώτος δεν είχαν καμιά διάθεση για συζητήσεις, χωρίς τις πιέσεις των Ρώσων δεν μπορεί να προχωρήσουν οι διαδικασίες σε πολιτικό επίπεδο».

Τον χρειάζονται για τα συμφέροντά τους

Το ότι αυτήν την περίοδο η Ρωσία δεν ασκεί πιέσεις, ενισχύει το καθεστώς. Μετά τις χρονιές 2012-2013, που ο Ασάντ ήταν με την πλάτη στον τοίχο και πολλοί στρατιώτες του αποσκίρτησαν για να πολεμήσουν στο πλευρό των ανταρτών, η Ρωσία και το Ιράν έφεραν την αποφασιστική αλλαγή. Χωρίς αυτές τις χώρες ο Ασάντ θα είχε ήδη χάσει τον πόλεμο. Και τώρα όλα δείχνουν ότι βρίσκεται ενώπιον ενός ακόμη στρατιωτικού θριάμβου. Αυτήν την εντύπωση έχουν αποκομίσει πολλές δυτικές χώρες, υποστηρίζει η Σουχαίρ Ατάσι. «Μας είπαν πολύ καθαρά ότι ως αντιπολίτευση θα βρεθούμε εκτός παιγνιδιού, εάν δεν αναγνωρίσουμε ότι ο Ασάντ θα παραμείνει στην εξουσία», είπε στους New York Times. Η εντύπωσή της είναι ότι η Δύση θέλει να αφήσει το πρόβλημα που λέγεται Συρία στα χέρια της Ρωσίας και γι αυτό θα ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί τον τρόπο που η Ρωσία το προσεγγίζει. Από την άλλη πλευρά, ακριβώς αυτό θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αποβεί μοιραίο για τον Ασάντ. Η Μόσχα και η Τεχεράνη δεν διατηρούν στην εξουσία τον Σύρο πρόεδρο για λόγους φιλίας, αλλά γιατί είναι ο πιο απλός τρόπος για να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους στη χώρα. «Αυτήν την εποχή τον χρησιμοποιούν για λογαριασμό τους, γιατί δεν τους έχει ακόμη απογοητεύσει» έγραψε η Σύρια ακτιβίστρια Μαλάκ Σαμπκούν στην ιστοσελίδα του Αλ Τζαζίρα. «Ο Ασάντ προσωποποιεί ένα αραβικό ρητό, του λένε να κάνει αριστερά και πηγαίνει αριστερά, του λένε να πάει δεξιά κι αυτός το κάνει». Βέβαια, κάτι παραπάνω δεν του απομένει να κάνει. Η Ρωσία του δίνει στρατιωτική τεχνολογία και το Ιράν συμμετέχει μαζικά με στρατό και μισθοφόρους, συνολικά 70.000.

Η χώρα ξεπουλήθηκε

Έτσι ναι μεν ο Ασάντ παραμένει στην εξουσία, αλλά θα πρέπει να αποδέχεται το γεγονός ότι οι δύο προστάτιδές του χώρες ακολουθούν πιστά τα συμφέροντά τους. Η Ρωσία εκτός από στρατιωτικές βάσεις για τους στρατιώτες της διασφαλίζει τη φήμη της ως διεθνής δύναμη, που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Το Ιράν πάλι επεκτείνει την ισχύ του ως περιφερειακή δύναμη. Και οι δύο χώρες ακολουθούν επίσης συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Ήδη από το 2014 κυκλοφορούν φήμες ότι ιρανοί επιχειρηματίες αγοράζουν όχι μόνο συριακές επιχειρήσεις, αλλά και μεγάλες αγροτικές εκτάσεις καθώς και ακίνητα σε περιοχές γύρω από ιερούς τόπους, υποστηρίζει η Σαμπκούν. Που σημαίνει ότι το Ιράν όχι μόνο οικονομικά αλλά και ιδεολογικά θέλει να «εγκατασταθεί» στη Συρία. Κι αυτό γίνεται ακόμη πιο εύκολα, όσο πιο πειθήνια είναι η κυβέρνηση της χώρας. Στην πραγματικότητα ο πρόεδρος Ασάντ έχει λίγους λόγους και ακόμη λιγότερη δύναμη να εναντιωθεί απέναντι στα ρωσικά και ιρανικά συμφέροντα. Εν τέλει ο απολογισμός των 7 χρόνων πολέμου δεν είναι και τόσο κακός για τον ίδιο: έχει διασωθεί, έστω και αν η χώρα του ξεπουλήθηκε.

Πηγή: Deutsche Welle/ “Καθημερινή”

Why New Economics Needs a New Invisible Hand

0

The New Invisible Hand suggests the existence of a middle path.

In olden days, the death of one Monarch and coronation of the next was sometimes announced with the words “The King is Dead! Long Live the King!” In this spirit, I’m happy to herald the death of one version of the invisible hand concept and its replacement by another.

The old concept pretends that the pursuit of individual or corporate self-interest robustly benefits the common good, as if “led by an invisible hand” in the words of Adam Smith. This is also the essence of the term “laissez-faire”, which is French for “leave it alone”. Nobody believes that an economy can truly be a free for all—certainly not Adam Smith, who invoked his metaphor only three times in the entire corpus of his work. A fuller reading reveals that he was amply aware of the need to regulate economies. Nevertheless, those who have made the invisible hand their central metaphor regard laissez faire as by far the better path to take than its alternative—centralized planning.

I am not the first person to declare this notion of the invisible hand dead, but my grounds for doing so are somewhat novel. Evolutionary theory makes it crystal clear that the unregulated pursuit of self-interest is often toxic for the common good. This conclusion becomes especially strong when we conceptualize self-interest in relative rather than absolute terms, a distinction that separates much evolutionary thinking from much economic thinking. When we absorb the fact that “life is graded on a curve” as the evolutionary economist Robert Frank puts it[1], then we can see that nearly all cooperative efforts require time, energy, and risk on the part of the cooperative individuals that place them at a relative disadvantage compared to less cooperative individuals within the same group.

The same theory that delivers the death stroke to the old concept of the invisible hand also provides a strong foundation for the new one. The two elements of the invisible hand metaphor are: 1) A social system works well; 2) without its members having the welfare of the system in mind. Nature is replete with examples, such as eusocial insect colonies and multicellular organisms as societies of cells. The members of these societies work harmoniously for the common good without even having minds in the human sense of the word. In each case, the first element of the invisible hand metaphor is satisfied because the society is the primary unit of selection—colony-level selection in the case of eusocial insects and organism-level selection in the case of multicellular organisms. The second element is satisfied because higher-level selection winnowed a small set of lower-level behaviors that contribute to the common good from the much larger set of lower-level behaviors that would disrupt the common good. In short, higher-level selection is the invisible hand. When it doesn’t occur, then disruptive forms of selection among individuals within groups take over, such as cancers in multicellular organisms and varying forms of cheating behaviors in eusocial insect colonies.

One of the great discoveries of evolutionary science during the last few decades is that this theoretical framework, called multilevel selection theory, can be applied to the evolution of our own species–including our genetic evolution primarily at the scale of small groups, our cultural evolution at successively larger scales during the last 10,000 years, and the rapid changes swirling all around us today that we are trying to influence with our policy decisions. If ever there was a need for a new King to replace an old King, it is now.

A detailed brief for the New Invisible Hand is provided in an academic article titled “Human Ultrasociality and the Invisible Hand: Foundational Developments in Evolutionary Science Alter a Foundational Concept in Economics”, which I wrote with the economist John Gowdy[2]. The main take-home message is easy for anyone to understand. We must learn to function in two capacities: As designers of large-scale social systems and as participants in the social systems that we design. As participants, we don’t need to have the welfare of the whole system in mind, but as designers we do. There is no way around it. Anything short will result in social dysfunction.

This is a definitive refutation of laissez-faire as a perspective for formulating policy, but it is not an endorsement of centralized planning. Indeed, the main import of the New Invisible Hand is to suggest the existence of a middle path, a way to design social systems that is itself evolutionary and iterative, resulting in regulatory processes that look like laissez-faire, even though they never would have come into existence on their own.

Just as I am not the first to declare the old concept of the invisible hand dead, I am not the first to “discover” the existence of a middle path. It emerges from numerous theoretical perspectives and there are outstanding case studies to draw upon. Important books include Complexity and the Art of Public Policyby David Colander Roland Kupers[3]; Big Mind by Geoff Mulgan[4], The Gardens of Democracy by Eric Liu and Nick Hanauer[5], and The Origin of Wealth by Eric Beinhocker[6].

In short, the middle path between laissez-faire and centralized planning has been discovered many times, as might be expected from a cultural evolutionary perspective—but that isn’t good enough. Each discovery originates as a cultural “mutation’, often by happenstance, and spreads on the basis of its success to a degree, but then remains confined within certain cultural boundaries and is largely unknown outside its borders—somewhat like the geographical distribution of a biological species. What’s needed is a way to transcend these cultural boundaries so that all of the examples can be related to each other and understood from a unified theoretical perspective provided by a combination of evolutionary theory and complex systems theory[7].

I have learned much from the pioneers listed above (see the endnotes for links to interviews, reviews, and excerpts of their books) and look forward to featuring others in an effort to turn the middle path into a broad highway that everyone can travel to solve the problems of our age.

2018 February 8

[1] Frank, R. (2011). The Darwin Economy: Liberty, Competition, and the Common Good. Princeton: Princeton University Press. Go here for my interview with Frank.

[2] Wilson, D. S., & Gowdy, J. (2015). Human Ultrasociality and the Invisible Hand: Foundational Developments in Evolutionary Science Alter a Foundational Concept in Economics. Journal of Bioeconomics 17(1), 37–52. https://doi.org/10.1007/s10818-014-9192-x

[3] Colander, D., & Kupers, R. (2014). Complexity and the Art of Public Policy: Solving Society’s Problems from the Bottom Up. Princeton NJ: Princeton Univesity Press. Go here for my review and here for an excerpt of the book.

[4] Mulgan, G. (2017). Big Mind: How Collective Intelligence Can Change Our World. Princeton: Princeton University Press. Go here for my interview with Mulgan and here for an excerpt of the book.

[5] Liu, E., & Hanauer, N. (2011). The Gardens of Democracy: A New American Story of Citizenship, the Economy, and the Role of Government. Seattle: Sasquatch. Go here for an excerpt of the book.

[6] Beinhocker, E. D. (2006). Origin of Wealth: Evolution, Complexity, and the Radical Remaking of Economics. Cambridge, MA: Harvard Business School Press. Go here for my interview with Beinhocker.

[7] Wilson, D. S., & Kirman, A. (2016). Complexity and Evolution: Toward a New Synthesis for Economics. (D. S. Wilson & A. Kirman, Eds.). Cambridge Mass.: MIT Press. Go here for my interview with Kirman.

DAVID SLOAN WILSON

 

David Sloan Wilson
David S. Wilson is SUNY Distinguished Professor of Biology and Anthropology at Binghamton University and Arne Næss Chair in Global Justice and the Environment at the University of Oslo. His most recent book is Does Altruism Exist?Twitter: @David_S_Wilson

Why New Economics Needs a New Invisible Hand

Αρθρο Μανώλη Γλέζου στην «Κ»: Υπογράφουν γραμμάτια που δεν μπορούν να εξοφλήσουν

0

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ

Για ακόμη μία φορά, το ελληνικό έθνος, ως κράτος, οδηγείται σε κρίσιμες και ιστορικές αποφάσεις, μέσα σε ένα πλαίσιο εκβιασμών. Εκβιασμό από το ΝΑΤΟ και τις ιδιοκτήτριες αυτού, τις ΗΠΑ.

Οδηγείται σε αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί, αν λάβουμε σοβαρά υπόψη τις δηλώσεις και τη συμπεριφορά του Μάθιου Νίμιτς.

Και είναι για αυτούς άλλο ένα τρόπαιο να υποχρεώνουν μια κυβέρνηση, που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερή, να ακολουθήσει, δεχόμενη αυτές τις αποφάσεις για να μπορέσει να γίνει διεύρυνση ενός αμαρτωλού στρατιωτικού συνασπισμού σαν αυτόν του ΝΑΤΟ.

Ομως, μια χώρα που έχει παραχωρήσει τα πάντα στους δανειστές της, ακόμα και την εθνική της ανεξαρτησία, δεν έχει και πολλά περιθώρια να αντιδράσει.

Το μόνο από τα όπλα που της έχουν απομείνει είναι ένα αρραγές μέτωπο του λαού, που θα ορθώσει ενωμένος το ανάστημά του, μαζί με όλους τους φορείς που τον εκφράζουν, εκτός από τους νοσταλγούς του Χίτλερ.

Οι χειρισμοί από την αρχή ήσαν ατυχείς. Αντί της άμεσης σύγκλησης ενός, διευρυμένου και από προσωπικότητες, συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, ακολουθήθηκε μια μυστική διπλωματία με διαρροές.

Αντί μιας ευρύτερης συναίνεσης, κυβέρνηση και αντιπολίτευση προσπάθησαν να καρπωθούν κομματικά οφέλη, όρισαν το δικό τους συμφέρον πάνω από τη Μακεδονία, πάνω από αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν, και επαναλαμβάνουν σε κάθε ευκαιρία, εθνικό συμφέρον.

Αντί για ενότητα, διχασμός, αντί για «παλλαϊκή εθνική έξαρση», παραληρήματα μίσους.

Εζησα αρκετές φορές, μαζί με αυτόν τον λαό, αυτό που αποκαλούν «παλλαϊκό ξεσηκωμό». Το έπος του 1940, τη γερμανική εισβολή, τη μάχη της Κρήτης, τα μεγάλα γεγονότα της Κατοχής, την Απελευθέρωση, τη δεκαετία του 1960, μετά την πτώση της χούντας, αλλά και τη συνέχεια, τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν σε νίκες αλλά και σε πικρές ήττες.

Αυτό δυστυχώς δεν συμβαίνει σήμερα και υπάρχει εξήγηση. Η πλειοψηφία των πολιτών βλέπει τους κομματικούς σχηματισμούς να νοιάζονται, δυστυχώς, για το κομματικό και προσωπικό συμφέρον.

Είναι αντιληπτό σε μεγάλη μερίδα πολιτών ότι το πάθος για την εξουσία είναι πάνω από ό,τι συμφέρει τη χώρα και τον λαό της.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση συγκρούονται, αδιαφορώντας για τη Μακεδονία. Δεν καταλαβαίνουν ότι υπογράφουν γραμμάτια που δεν μπορούν να εξοφλήσουν.

Δυστυχώς, οι κατακερματισμένες αριστερές δυνάμεις αδυνατούν προς το παρόν να παρέμβουν, να δείξουν τον υπεύθυνο αυτής της νέας κρίσης για το όνομα των γειτόνων, αναζητούν να υψώσουν λόγο που να ενώνει τον λαό.

Η συμμετοχή του κόσμου στα δύο συλλαλητήρια ήταν μεγάλη, αλλά δεν αρκεί. Οι δυνάμεις που τον κάλεσαν έκρυψαν τον πραγματικό υπεύθυνο και προσπάθησαν να κατευθύνουν τη δίκαιη οργή του σε κατευθύνσεις που συνέφεραν αυτούς και όχι σε αυτό που θα βοηθήσει σε μια λύση αποδεκτή από τους πολίτες αυτής της χώρας.

Πώς να τους εμπιστευθεί ξανά ο λαός, που έχει αλάθητο αισθητήριο. Προκύπτει άμεση ανάγκη να ξεκαθαρίσουν οι στόχοι ενός κινήματος που θα το αγκαλιάσει όλος ο λαός και που θα καταγγείλει τις δυνάμεις που σέρνουν την κυβέρνηση σε μια επώδυνη λύση.

Δεν πρέπει να είμαστε αυτοί που απλώς θα κάνουμε πλάτες στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ παραχωρώντας ό,τι αυτό μας ζητήσει.

Αν δεν το πετύχουμε, οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και εις βάρος της χώρας μας.

Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι απέναντι στους γείτονες: ο κάθε λαός προσδιορίζεται από 1) τη γλώσσα του, 2) τα ήθη και τις κοινές παραδόσεις του, 3) τον τρόπο που θρησκεύεται, 4) τη θέλησή του να αποκτήσει εθνική ανεξαρτησία, 5) τη βούληση όλου του λαού και όχι ελαχίστων.

Ενας λαός μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται, χάνει όμως την επαφή με τη δική του ιστορία όταν ετεροπροσδιορίζεται. Βγάλτε λοιπόν από τον νου σας τη λέξη Μακεδονία με οποιαδήποτε μορφή και βάλτε αυτό που σας προσδιορίζει η ιστορία σας, η γλώσσα σας, τα ήθη και οι παραδόσεις σας, η θέληση για μια ειρηνική συνύπαρξη με όλους τους γείτονές σας, αυτό που εκφράζει το σύνολο του λαού σας και όχι μέρος αυτού.

“Καθημερινή”

Η “Budala Strateji” της Κυπριακής Δημοκρατίας: Τι δεν έχουν καταλάβει…

1

Του Βασίλη Κοψαχείλη*

Φωτο Αρχείου: Τουρκικά πλοία σε άσκηση – Πηγή: Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό FEBRUARY 11, 2018

Μία πολύ σοβαρή εξέλιξη έλαβε χώρα αργά το απόγευμα της Παρασκευής 9 Φεβρουαρίου εντός της Κυπριακής ΑΟΖ. Το Ιταλικών συμφερόντων γεωτρύπανο της ENI, SAIPEM 12000, έπλεε προς το γεωτεμάχιο Νο.3 και το στόχο «Σουπιά» εντός της Κυπριακής ΑΟΖ όταν παρεμποδίστηκε από πλοία του τουρκικού πολεμικού ναυτικού που έκαναν άσκηση στην περιοχή, με αποτέλεσμα το γεωτρύπανο να αναγκαστεί να σταματήσει.

Η ΕΝΙ έδωσε εντολή στον πλοίαρχο του γεωτρύπανου να σταματήσει τον πλου προς το γεωτεμάχιο 3 μέχρι οι κυβερνήσεις της Κύπρου και της Ιταλίας να δώσουν μία λύση. Η Κυπριακή κυβέρνηση πέταξε το μπαλάκι της λύσης στην Ιταλία, σαν να μην είναι εκείνη κυρίαρχο κράτος.

Ακούγαμε όλο το προηγούμενο διάστημα ότι η Κυπριακή κυβέρνηση έχει έτοιμο σχεδιασμό αντιμετώπισης κάθε τουρκικής πρόκλησης που μπορεί να εκδηλωθεί εντός της Κυπριακής ΑΟΖ. Άραγε τι εννοούσαν;

Κόντρα σε όσα τους συμβουλεύουμε ορισμένοι εδώ και χρόνια για το πώς οφείλουν να χειριστούν τα πολύ σοβαρά ζητήματα, τα οποία καλώς έχουν δρομολογήσει σε αυτή την εξόχως επικίνδυνη γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου, εκείνοι επιμένουν σε σχεδιασμούς και κινήσεις της πλάκας! Ναι, της πλάκας!

Και εξηγούμαι, διότι φαίνεται ότι δεν έχουν καταλάβει τον αυτοχειριασμό που κάνουν στα ζητήματα κυριαρχίας – την πρώτιστη και κορυφαία αρχή που οφείλουν να τηρούν και να υπερασπίζονται όλα τα κράτη – της Κυπριακής Δημοκρατίας!

Σε μία πειρατική ενέργεια της Τουρκίας εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, η Κυπριακή Δημοκρατία αφήνει την Ιταλία να διαπραγματευθεί με τον πειρατή, αναγνωρίζοντας εμμέσως έτσι στον πειρατή υπόσταση και παρουσία. Διπλωματικά αναγνωρίζουν ρόλο και λόγο στην Τουρκία!

Η σημειολογία στην διπλωματία εύκολα οδηγεί σε διπλωματικά προηγούμενα και οι σχεδιασμοί της πλάκας επίσης εύκολα οδηγούν σε τετελεσμένα! Λυπάμαι για αυτή την εξέλιξη! Είναι άλλο πράγμα να επιδεικνύεις διπλωματική ευελιξία, να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν μπορείς να τα έχεις όλα σε μία διαπραγμάτευση, και είναι εντελώς άλλο να βαφτίζεις πολιτικό σχεδιασμό την εκχώρηση της κυριαρχίας σου! Ελπίζω ότι η Κυπριακή ηγεσία θα καταλάβει γρήγορα το τραγικό λάθος της…

Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής

Πηγή: Η “Budala Strateji” της Κυπριακής Δημοκρατίας: Τι δεν έχουν καταλάβει… http://mignatiou.com/2018/02/i-budala-strateji-tis-kipriakis-dimokratias-ti-den-echoun-katalavi/

Το Σύμφωνο, το Σύνταγμα και η διπλή ονομασία

0

του Άγγελου Συρίγου  

Οι διαπραγματεύσεις Αθήνας-Σκοπίων εισέρχονται στην τελική ευθεία, με πολλές ασάφειες να αιωρούνται. Σε μία προσπάθεια να καθαρίσει το τοπίο δίνουμε απαντήσεις σε τέσσερα τρέχοντα ερωτήματα:

1. Υπάρχουν αλυτρωτικές διατάξεις στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ;

Αναφέρεται συχνά στον ελληνικό δημόσιο λόγο ότι μία από τις προϋποθέσεις λύσεως του Μακεδονικού είναι η τροποποίηση του Συντάγματος της ΠΓΔΜ, προκειμένου να απαλειφθούν αλυτρωτικές διατάξεις που υπάρχουν σε αυτό. Στην πραγματικότητα, όμως, όλες οι αναφορές στο Σύνταγμα που εμπεριείχαν απειλές για τα γειτονικά κράτη, έχουν ερμηνευθεί ήδη από το 1995 με την Ενδιάμεση Συμφωνία της Νέας Υόρκης κατά τρόπο που καθησύχασαν τις ελληνικές ανησυχίες. Πρόκειται για το Προοίμιο του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 49 που η διατύπωσή τους επιδεχόταν διαφορετικών ερμηνειών.

Η Ενδιάμεση Συμφωνία στο συγκεκριμένο θέμα έχει ενσωματωθεί στην έννομη τάξη της ΠΓΔΜ με τις Τροποποιήσεις Ι και ΙΙ του Συντάγματος. Επί παραδείγματι, στο αρχικό άρθρο 49 αναφέρεται το ενδιαφέρον της ΠΓΔΜ για «το καθεστώς και τα δικαιώματα των ατόμων που ανήκουν στον μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες». Στη τροποποίηση ΙΙ του Συντάγματος αναφέρεται ρητώς ότι «κατά την άσκηση αυτού του ενδιαφέροντος η Δημοκρατία δεν θα παρέμβει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και στις εσωτερικές τους υποθέσεις».

Μοναδικό σημείο που έχει μείνει και θα μπορούσε να θεωρηθεί προβληματικό είναι η αναφορά στο Προοίμιο του Συντάγματος σε αποφάσεις της «Αντιφασιστικής Συνελεύσεως για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας» του 1944. Στις συγκεκριμένες αποφάσεις είχε αναφερθεί ως στόχος η προσάρτηση των μακεδονικών τμημάτων της Ελλάδας και της Βουλγαρίας με σκοπό τη σύσταση του κράτους της «μεγάλης Μακεδονίας» στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας.

Αν και το Προοίμιο έχει ερμηνευθεί από την Ενδιάμεση Συμφωνία ότι δεν συνιστά τη βάση αξιώσεων είς βάρος άλλων κρατών, θα μπορούσε να απαλειφθεί εντελώς. Κατά συνέπεια η ανάγκη για αλλαγή του Συντάγματος αφορά μόνον στη χρήση όρων που σχετίζονται με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και τις αναφορές στον «μακεδονικό λαό» και στη «μακεδονική γλώσσα».

2. Μπορεί μία διεθνής συμφωνία να ξεπεράσει το πρόβλημα της αλλαγής του Συντάγματος της ΠΓΔΜ;

Σε περίπτωση που οι δύο πλευρές συμφωνήσουν, θα υπογραφεί μία διεθνής συμφωνία. Όπως παρατήρησε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος η διεθνής συμφωνία υπερτερεί κάθε εσωτερικής νομοθεσίας. Στο άρθρο 27 της συμβάσεως της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) ορίζεται ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεσθεί το εσωτερικό του δίκαιο για να μην εφαρμόσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από μία διεθνή συνθήκη. Αυτό περιλαμβάνει και το Σύνταγμα. Επίσης στο άρθρο 118 του Συντάγματος των Σκοπίων ορίζεται ότι «οι διεθνείς συμφωνίες που κυρώνονται σύμφωνα με το Σύνταγμα αποτελούν μέρος της εσωτερικής έννομης τάξεως και δεν μπορούν να αλλάξουν με νόμο».

Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο όμως, θα πρέπει, αφού υπογραφεί η διεθνής συμφωνία, ακολούθως να τεθεί εν ισχύι. Τέτοιες μείζονος σημασίας συμφωνίες κατά κανόνα τίθενται εν ισχύι μέσω κυρώσεως από τα εθνικά Κοινοβούλια. Η περίπτωση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της Νέας Υόρκης (1995) που δεν κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο είναι διαφορετική.

Ετέθη εν ισχύι 30 ημέρες μετά την υπογραφή της, χωρίς άλλη διαδικασία. Λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα της αντιμετωπίστηκε ως συμφωνία απλοποιημένης μορφής που δεν απαιτεί κοινοβουλευτική κύρωση. Αντιθέτως, η οριστική συμφωνία επιλύσεως του ονόματος της ΠΓΔΜ είναι βέβαιον ότι θα αχθεί ενώπιον των δύο Κοινοβουλίων.

Για την κύρωση μίας διεθνούς συμφωνίας από τη Βουλή της ΠΓΔΜ δεν απαιτούνται ειδικές πλειοψηφίες. Επομένως, μπορεί να ψηφισθεί από την παρούσα πλειοψηφία που έχει η κυβέρνηση Ζάεφ. Αντιθέτως, για την αλλαγή του Συντάγματος απαιτούνται δύο πλειοψηφίες. Πρέπει να υπερψηφισθεί από τα 2/3 της Βουλής, δηλαδή 80 στους 120 βουλευτές. Επίσης πρέπει να έχει την πλειοψηφία από κάθε εθνοτική ομάδα δηλ. τους Σλαβομακεδόνες και τους Αλβανούς της πΓΔΜ. Η κυβέρνηση Ζάεφ ελέγχει σήμερα 62 βουλευτές και σίγουρα δεν έχει την πλειοψηφία μεταξύ της εθνοτικής ομάδας των Σλαβομακεδόνων.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να κυρωθεί μόνον η συμφωνία χωρίς να αλλάξει το Σύνταγμα. Σε αυτή την περίπτωση θα δούμε την εφαρμογή δύο παράλληλων καθεστώτων: Η διεθνής συνθήκη θα προσδιορίζει τις διεθνείς σχέσεις Ελλάδος-Σκοπίων στους τομείς που ρυθμίζει (και εάν το προβλέψουμε με ορθό τρόπο θα ορίζει και συνολικά τις σχέσεις των Σκοπίων στο διεθνές πεδίο). Παράλληλα, το Σύνταγμα στο εσωτερικό της χώρας θα εξακολουθεί να διατηρεί όλους τους όρους περί «Μακεδονίας», «Μακεδόνων» και «μακεδονικής γλώσσας». Πιθανόν να είναι αυτό που επιθυμεί η κυβέρνηση Ζάεφ.

Τέλος, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι όταν θα αρχίσει η διαδικασία κυρώσεως από τους Σκοπιανούς, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να υπάρξει προσφυγή κατά της συμφωνίας στο Συνταγματικό Δικαστήριο της πΓΔΜ. Το επιχείρημα θα είναι ότι, αφ’ ης στιγμής η συμφωνία υιοθετεί άλλο όνομα, παραβιάζει το Σύνταγμα.

Ως ενδεχόμενο δεν είναι αμελητέο, δεδομένης της αντιδράσεως ενός σημαντικού μέρους των Σλαβομακεδόνων που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε αλλαγή του ονόματος «Μακεδονία». Κάτι περίπου ανάλογο έγινε με την Αλβανία και με την υπογεγραμμένη συμφωνία του 2009 για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην περιοχή της Κέρκυρας.

3. Είναι ορθός ο όρος «αλυτρωτισμός»;

Ο όρος «αλυτρωτικές» που χρησιμοποιούμε συστηματικά για να περιγράψουμε τις εξαγγελίες ή συμπεριφορές των Σκοπίων εις βάρος της Ελλάδος είναι λανθασμένος. Αλυτρωτισμός θα υπήρχε μόνον εάν κατοικούσαν στην Ελλάδα ομοεθνείς των Σλαβομακεδόνων της ΠΓΔΜ που επιθυμούν να «λυτρωθούν» από τον ελληνικό ζυγό. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.

Ο σωστός όρος είναι επεκτατικές συμπεριφορές. Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο σημείο, αυτές δεν εντοπίζονται στο Σύνταγμα αλλά κυρίως σε αναφορές σε σχολικά βιβλία που δηλητηριάζουν τους μαθητές της ΠΓΔΜ και συμπεριφορές της διοικήσεως που αναζητεί ομοεθνείς σε γειτονικά κράτη.

4. Είναι καλύτερο να δεχθούμε προσωρινή συμφωνία;

Η απάντηση έρχεται από την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της Νέας Υόρκης (1995). Μετά από 22 χρόνια άγονων διαπραγματεύσεων και περίπου 140 αναγνωρίσεις της ΠΓΔΜ από άλλα κράτη με το όνομα «Μακεδονία» είναι πλέον σαφές ότι η αποτίμηση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας είναι αρνητική για την Ελλάδα.

Στα θετικά της ήταν ότι αποκατέστησε τις σχέσεις των δύο χωρών, ερμήνευσε τις προβληματικές διατάξεις του Συντάγματος της ΠΓΔΜ κατά τρόπο ευνοϊκό για την Ελλάδα και κατήργησε τη σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας. Στα αρνητικά είναι ότι δημιούργησε ένα πλαίσιο που δεν ασκούσε οποιαδήποτε πίεση εις βάρος των Σκοπίων για να βρεθεί λύση στο θέμα του ονόματος. Αντιθέτως, ο χρόνος έτρεχε υπέρ της ΠΓΔΜ που αύξανε τον αριθμό των κρατών, τα οποία την αναγνώριζαν.

Συνέχεια στο slpress.gr

Charting Sectarianism in the Syria War

0

Fabrice Balanche and Andrew J. Tabler  February 8, 2018

 

Does Syria’s climate of ethnic and sectarian hostility stem from seven years of war, or do its social fissures predate the conflict?

On February 6, Fabrice Balanche and Andrew Tabler addressed a Policy Forum at The Washington Institute. Balanche is a research director at the University of Lyon 2 and a visiting fellow at the Hoover Institution. Tabler is the Martin J. Gross Fellow in the Institute’s Program on Arab Politics. The event marked the release of Balanche’s new Institute monograph Sectarianism in Syria’s Civil War: A Geopolitical Study. The following is a rapporteur’s summary of their remarks.

FABRICE BALANCHE

Bashar al-Assad will not fall easily because of the ingrained sectarianism that characterizes his regime. The idea that Syria would follow the path of Tunisia during the Arab Spring or Algeria during its uprising turned out to be an illusion; that kind of change was impossible because society was too fragmented along sectarian and socioeconomic lines. The revolt was never truly democratic, and in certain locations it was anti-Alawite and anti-Shia. Today, religious and tribal loyalties are more important than Syrian national identity.

Sectarianism is not new in Syria, of course. The Ottomans were the first to divide Syrian society along sectarian lines, and the Assad family has used these same divisions to rule the country since the 1970s. Bashar has long placed tribesmen and fellow minority Alawites in key positions while balancing his administration with select figures from the Sunni Arab majority. Alawites are concentrated within military and intelligence agencies, which explains why it took the country so long to explode. When the war broke out in 2011, nearly 70 percent of state employees were Alawites, and the sense of security they felt with Assad in power kept them from joining the opposition. When the regime was weak in the war’s initial stages, Assad’s only areas of control were minority enclaves, especially Damascus. The protestors, mainly Sunnis at first, were never able to breach the sectarian belt around the capital.

The country’s sectarian cleavages are also visible in its geography. Unlike western Syria, the eastern half of the country remains undeveloped because Assad did not extend many government development efforts there. In the south, the population of Deraa is mainly Sunni with some Christians, so sectarian violence there has been minimal. The protests originated in Deraa but stopped short of Jabal al-Druze, where most of the population remained loyal to Assad. Druze who joined the opposition were later sentenced to death by the Sunni Arab jihadist group Hayat Tahrir al-Sham, driving home the lesson that loyalty to one’s sect is paramount, and that leaving Syria is the only other option.

Social and tribal cleavages have also played a part in the war. Aleppo is emblematic of the social fissures. The city’s Sunni middle and upper classes did not support the opposition movement among lower-class Sunnis; in fact, wealthy Sunnis in West Aleppo were quick to declare allegiance to the regime because they were afraid of an uprising. Similarly, Syria’s tribes tend to support whichever side seems most likely to win. The opposition has accused the tribes of being pro-regime, which is true.

Currently, local Arabs in northern and eastern Syria are particularly frustrated by the Kurdish Democratic Union Party (PYD), which has subverted tribal leadership while taking over many areas and largely ignored the recommendations of tribal councils in Manbij and other locales. Even in Raqqa, a city with no sizable Kurdish population, street signs that used to be in Arabic now include Kurdish, and councils are headed by Kurdish officials. PYD leaders seem to believe that it is their job to show Arabs the proper way to govern, treating their occupation as a “democratizing” project. Yet the situation is stable for now because Kurdish forces provide security.

Regarding the crisis in Afrin, many Arab fighters in the Kurdish-led Syrian Democratic Forces will not be willing to fight there if asked. They joined the SDF for a paycheck, not out of any sense of duty. Assad is now waiting for them and other local Arabs to reject Kurdish leadership, hoping to exploit this sectarian fissure before attempting to secure the north.

If the United States wants to stay in Syria, it needs to invest in stabilization and reconstruction throughout areas that its allies control. Currently, aid from the U.S. Agency for International Development is nowhere to be found in Manbij or Raqqa even though the economic situation there is terrible. Washington needs to develop a Marshall Plan for Syria—one that does not play favorites with sects but instead serves as an arbiter between them. America needs to be more involved in the north and more willing to counter Iranian interference, otherwise the Kurds are finished. If current conditions prevail, the Syrian army might be in Manbij before year’s end.

For its part, Tehran continues to build roads through Iraq and Syria. It knows how to exploit local Shia and other minorities in order to prevent the Sunni majority from dominating. It may even be willing to help wealthy Syrian Sunnis gain access to Iraqi markets.

In contrast, Russia has a clear favorite, the Alawites, on whose land the Kremlin decided to build a new air base. Yet Moscow is still playing the sectarian game with the Kurds, since keeping the PYD half alive can help maintain pressure on Turkey. Likewise, Arabs in northwestern towns do not seem to welcome Ankara’s involvement with open arms, viewing Turkish forces through the same lens as the Free Syrian Army. Manbij was at its worst under FSA control, with no electricity or rule of law, so Arabs will likely wait at home this time to see who wins.

ANDREW TABLER

Maps show how the Assad regime has used a divide-and-rule strategy to hold onto power. Unlike Russian analysts and media outlets, Western observers have not acknowledged the importance of the country’s sectarian mosaic, deeming it immaterial. Yet the regime used this very factor to turn the tide of war and reclaim much of its lost territory.

Along the way, Assad received many breaks from the United States. Washington abandoned its chemical weapons redline and has provided only narrow support for the SDF, while Iran and Russia have strongly supported the regime. This external support was a key driver behind Assad’s strategy and his military progress—a factor not fully expressed in maps of regime dominance, which often fail to distinguish areas where Iranian-backed militias and other nonstate actors are in control rather than the Syrian army.

The secret to Iran’s success is its ability to prop up rickety states. Tehran and its proxies are quite skillful in this regard, so Washington will need to provide aid to northern Syria if it wants locals to view America as a viable alternative to Iran. Any such plan will come with massive challenges. For now, the regime is holding much more territory than Westerners originally envisioned it reclaiming, and Syria’s de facto partition is a foregone conclusion.

This summary was prepared by Jackson Doering.

ABOUT THE AUTHORS

Fabrice Balanche

Fabrice Balanche, an associate professor and research director at the University of Lyon 2, is a visiting fellow at The Washington Institute.

Andrew J. Tabler

Andrew J. Tabler is the Martin J. Gross fellow in the Program on Arab Politics at The Washington Institute, where he focuses on Syria and U.S. policy in the Levant.