Αρχική Blog Σελίδα 2856

Σχετικά με τα «θερμά» επεισόδια.

5

του Νίκου Καρατουλιώτη, Υποστρατήγου ε.α.

Επειδή τελευταία υπάρχει σωρεία παραπληροφόρησης και οι διάφοροι «αναλυτές» αντί να ενημερώσουν τον κόσμο, τον παραπληροφορούν. Κρίνω σκόπιμο να γράψω δυο αράδες απευθυνόμενος στον μέσο έλληνα, ο οποίος μπορεί να μην έχει γνώσεις υψηλής στρατηγικής, αλλά έχει τον κοινό νου.

Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ «ΘΕΡΜΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ».

Από στρατιωτικής άποψης δεν υπάρχει συγκεκριμένος ορισμός της παραπάνω φράσης, σε κανένα στρατιωτικό εγχειρίδιο. Αλλά στην πράξη και στην καθομιλουμένη όταν λέμε θερμό επεισόδιο, εννοούμε μια στρατιωτική εμπλοκή μικρής σχετικά έντασης   και όχι πόλεμο. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν βαλβίδα ασφαλείας εκτόνωσης σε μια   περιοχή όπου έχουμε υπερσυσσώρευση στρατιωτικών δυνάμεων. Σε πολλές δε περιπτώσεις, επέρχεται η νηνεμία και λειτουργεί λυτρωτικά προς αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης.

Ως εκ τούτου δεν πρέπει να πανικοβάλλεται ο ελληνικός λαός στο άκουσμα της φράσης «θερμό επεισόδιο» καθόσον δεν σημαίνει πόλεμος, αλλά μια μικρή στρατιωτική εμπλοκή ολίγων ορών ή και ημερών με λίγες στρατιωτικές δυνάμεις.

ΤΙ ΕΠΕΙΔΙΩΚΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΘΕΡΜΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ?

Απλά η Τουρκία προσπαθεί να «γκριζάρει» την ευρύτερη περιοχή  του Αιγαίου και της Μεσογείου,   προκειμένου  σε βάθος χρόνου να επιτύχει επεκτατικές γεωστρατηγικές  βλέψεις και ενδεχομένως εθνικό ακρωτηριασμό σε βάρος της Ελλάδας.

Απ’ ότι συμπεραίνεται  στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η διχοτόμηση του Αιγαίου και της Μεσογείου στον 25 μεσημβρινό. Ο οποίος πρακτικά υλοποιείται, εάν χαράξουμε μια ευθεία από την Καβάλα- Κρήτη- Κύπρος.

 

Διαχρονικά το Αιγαίο αλλά και τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου  εθεωρείτο μια ελληνική λίμνη όπου οι έλληνες συνωστίζονταν σαν τα βατράχια στα παράλια (κατά τον Πλάτωνα).

Μετά τα γεγονότα του 74 στην Κύπρο, η Τουρκία αρχίζει τις παραβιάσεις τόσο στον εναέριο χώρο αλλά και στον θαλάσσιο. Στην συνέχεια οι παραβιάσεις μετατράπηκαν σε αμφισβητήσεις της εθνικής κυριαρχίας μας και με τα γεγονότα των Ιμίων σε διεκδικήσεις προσάρτησης πλήθους ελληνικών νησιών σε πρώτη φάση και την διχοτόμηση του Αγαίου σε δεύτερη φάση.

Ουσιαστικά η Τουρκία με το πες πες  όλο και κάτι θα μείνει, επέτυχε τον αντικειμενικό σκοπό της δηλαδή στο «γκριζάρισμα» της περιοχής.

Όσο για τις ανακοινώσεις των ελλήνων πολιτικών ότι τα Ίμια είναι και θα παραμείνουν ελληνικά, είναι λόγια άνευ περιεχομένου και για του λόγου το αληθές, ας τολμήσει αυτός που λέει τα παραπάνω ή ακόμη και ένας απλός έλληνας πολίτης να πάει ακόμη και ολιγόλεπτη παραμονή.

ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΝΔΟΤΙΣΜΟΣ.

Ο ενδοτισμός του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, είναι διαχρονικός με κορυφαίες αποτρόπαιες πράξεις :

  1. Το 74 όπου ο εξωμότης Ιωαννίδης διέπραξε το ολέθριο λάθος του πραξικοπήματος στην Κύπρο και όταν εισέβαλαν οι τούρκοι έδωσε εντολή της μη αντίστασης (παρά την συντριπτική υπεροχή του ελληνικού στρατού.
  2. Την περίφημη φράση από τον «εθνάρχη» Κωνσταντίνο Καραμανλή, « Η Κύπρος κείται μακράν», όταν οι τούρκοι πραγματοποιούσαν τον Αττίλα 2 και από 2% του προγεφυρώματος το μετέτρεψαν σε 38 %  με αποτέλεσμα την δημιουργία του ψευδοκράτους.
  3. Το 96 όταν κυβέρνηση του Σημίτη υπέστειλε την σημαία από τα Ίμια με το αχαρακτήριστο « πέστε ότι την σημαία την πείρε ο αέρας.
  4. Στις 8 Ιούλιου 1997 όπου στη  Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και Τουρκίας (κκ Σημίτης Και Οζάλ), συμφώνησαν ότι η Τουρκία  έχει ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο, με αποτέλεσμα να ανοίξει η κερκόπορτα  των τουρκικών διεκδικήσεων στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή.
  5. Έτσι με αυτά και τούτα φτάσαμε στο σήμερα όπου στις 23:40 της 12ης Φεβρουαρίου, όπου ένα παλαιάς τεχνολογίας (πλην όμως ογκώδες και οπλισμένο)το τουρκικό πλοίο «UMUT» εμβόλισε την ναυαρχίδα της ελληνικής ακτοφυλακής «Γαύδος», το οποίο είναι τελευταίας τεχνολογίας, πλην όμως άοπλο.

Στο παραπάνω περιστατικό πρέπει να καταλογιστούν οι τεράστιες ευθύνες της πολιτικής αλλά και λιμενικής ηγεσίας, γιατί άφησαν αυτό το υπερσύχρονο σκάφος εντελώς άοπλο, ενώ θα μπορούσαν να το είχαν εξοπλίσει τουλάχιστον στοιχειωδώς και άνευ κόστους μιας και υπάρχει πληθώρα πυργίσκων και πυροβόλων στο ναύσταθμο, από πολεμικά πλοία που έχουν αποσυρθεί.

Είναι αδιανόητο να στέλνεις την ναυαρχίδα του λιμενικού να περιπολεί στην περιοχή των Ιμίων  εντελώς άοπλη, εκτός και αν λειτούργησαν με  το γνωστό φοβικό σύνδρομο της …..«αυτοσυγκράτησης» και….. «ψυχραιμίας».

ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Προς το παρόν  δεν υπάρχει κίνδυνος γενικής σύρραξης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθόσον οι συσχετισμοί είναι υπέρ της Ελλάδας για τους παρακάτω λόγους.

  1. Από γεωστρατηγικής άποψης το νησιωτικό σύμπλεγμα με την πληθώρα των νήσων και βραχονησίδων δίνουν ένα σοβαρό πολλαπλασιαστή ισχύος στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας μας. Περιληπτικά και απλοϊκά θα μπορούσα να πω ότι λειτουργού σαν αβύθιστα αεροπλανοφόρα  και εύκολα με την τοποθέτηση των οπλικών συστημάτων να επιφέρουν τεράστιες απώλειες στον επιτιθέμενο.
  2. Η Τουρκία στερείται παντελώς αντιαεροπορικής άμυνας μεγάλου και μεσαίου βεληνεκούς. Σε αντίθεση με την Ελλάδα (patriot– S300- TOR M1 κλπ)
  3. Η Ελλάδα διαθέτει τα πλέον σύγχρονα υποβρύχια και υπερτερεί σε ναυτική ισχύ. Η Τουρκία γνωρίζει ότι τυχόν πολεμικές επιχειρήσεις στο θαλάσσιο χώρο θα γίνει ο υγρός της τάφος.
  4. Η Ελλάδα διαθέτει πυραύλους Exocet οι οποίοι σε συνδυασμό με τα Μιράζ  2000 μπορούν να καταστρέψουν την όποια αποβατική τουρκική επιχείρηση. Υπόψη ότι στον πόλεμο των Φώκλαντς το 1982 ο συγκεκριμένος πύραυλος βύθισε δύο από τα έξη πλοία των άγγλων.

 

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΜΕΣΟ ΜΕΛΛΟΝ.

Στην παρούσα φάση και σε βάθος επταετίας, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις εξοπλίζονται πυρετωδώς με ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα 120 δις $. Περιληπτικά θα μπορούσα να αναφέρω.

  1. 100 με 150 F-35 τα οποία θα της εξασφαλίσουν συντριπτική αεροπορική υπεροχή.
  2. Μεγάλο αριθμό υποβρυχίων ιδίου τύπου με τα δικά μας, αλλά ποιο σύγχρονα και βελτιωμένα, εξασφαλίζοντας υποθαλάσσια υπεροχή.
  3. Κατασκευή «μίνι» αεροπλανοφόρου.
  4. Μεγάλο αριθμό επιφανειακών θαλάσσιων πολεμικών πλοίων (φρεγάτες, κορβέτες, αποβατικά κλπ).
  5. Κατασκευάζουν δικό τους πολεμικό αεροπλάνο προκειμένου να μην εξαρτούνται από ξένες αγορές.
  6. Πληθώρα πυραυλικών συστημάτων κλπ.

Κατόπιν των ανωτέρω εύλογα προκύπτει το συμπέρασμα, ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις μόλις αποκτήσουν την κατάλληλη αλλά και συντριπτική υπεροχή θα επανέλθουν, για να διεκδικήσουν με δυναμικό τρόπο τις περιοχές που σήμερα γκριζάρουν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το παρόν γιγαντιαίο τουρκικό εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 120 δις δολλ, το οποίο είναι εν εξελίξει και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2025, θα ανατρέψει τους συσχετισμούς στρατιωτικής ισχύος δραματικά υπέρ της Τουρκίας.

Το δεν διεκδικούμε τίποτε και δεν παραχωρούμε τίποτα, είναι άνευ ουσίας, όταν δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε τα υπάρχοντα. Τίποτε δεν χαρίζεται και τίποτε δεν κρατιέται, αν δεν μπορείς να το κρατήσεις . Τα γεωπολιτικό παίγνιο είναι σκληρό και ο πλέον αδύναμος θα υποστεί τις συνέπειες του αδήριτου νόμου της εξέλιξης.

Στη γεωπολιτική τα κράτη αντιμετωπίζονται ως ζώντες οργανισμοί: τα κράτη ιδρύονται (γεννώνται), εξελίσσονται και ακμάζουν (ζουν), παρακμάζουν (γερνούν ) και διαλύονται (πεθαίνουν). Τα σύνορα είναι προσωρινά στη φυσική κίνηση των κρατών.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια από κρισιμότερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της, ακέφαλη από ισχυρή πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ηγεσία.

Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, όταν όλα στην περιοχή μας επαναπροσδιορίζονται γεωπολιτικά, η χώρα μας βρίσκεται στη χειρότερη οικονομική κατάσταση με καταλυτικές συνέπειες στο κύρος και στην ισχύ της.

Η άμυνα της χώρας απαιτεί μιαν ακμαία εθνική οικονομία. Το λεχθέν από τον Δημοσθένη « δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέ εστί γενέσθαι των δεόντων», είναι διαχρονικό.

Η  οικονομική κατάσταση της χώρας μας και το σημερινό ΑΕΠ είναι γνωστά. Το σημερινό ΑΕΠ της Τουρκίας είναι εικοσαπλάσιο του ελληνικού.

Εκτός των παραπάνω πώς να συνεγείρεις ένα λαό, όταν η πολιτική ηγεσία περιφρονεί τα σύμβολα της λέγοντας « πέστε ότι την σημαία την πήρε ο αέρας» ?

Πράγματι, το σημερινό δίλλημα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος συντριβή.

Οι μετριότητες και ανθυπομετριότητες που απαρτίζουν την συντριπτική πλειοψηφία  του ελληνικού πολιτικού συστήματος καθώς  και των όσων διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους-ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο. Γιατί αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής , ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική.

Κοζάνη 19/2/2018

Νίκος Καρατουλιώτης Υποστράτηγος Ε.Α.

 

  

 

 

   

 

 

 

Turkey Threatens to Invade Greece

0

The secret on the ocean floor

0

By David Shukman

A wave of pioneers is poised to scoop up treasure from the deep sea.

But was this ocean mining boom sparked by a 1970s CIA plot?

Mystery ship
 The Hughes Glomar Explorer

In the summer of 1974, a large and highly unusual ship set sail from Long Beach in California.

It was heading for the middle of the Pacific where its owners boasted it would herald a revolutionary new industry beneath the waves.

Equipped with a towering rig and the latest in drilling gear, the vessel was designed to reach down through the deep, dark waters to a source of incredible wealth lying on the ocean floor.

It was billed as the boldest step so far in a long-held dream of opening a new frontier in mining, one that would see valuable metals extracted from the rocks of the seabed.

But amid all the excited public relations, there was one small hitch – the whole expedition was a lie.

This was a Cold War deception on a staggering scale, but one which also left a legacy that has profound implications nearly half a century later.

A Soviet submarine of the same class as K-129

A Soviet submarine of the same class as K-129

The real target of the crew on board this giant ship was a lost Soviet submarine. Six years earlier, the K-129 had sunk 1,500 miles north-west of Hawaii while carrying ballistic nuclear missiles.

The Russians failed to find their sub despite a massive search, but an American network of underwater listening posts had detected the noise of an explosion that eventually led US teams to the wreck.

It was lying three miles down, deeper than any previous salvage operation. The weapons and top-secret code books were surely beyond reach.

But in the struggle for military advantage, the sub represented the crown jewels – a chance to explore Moscow’s nuclear missiles and to break into its naval communications.

So the CIA hatched an audacious plan, Project Azorian, to retrieve the submarine. That would have been hard enough. But there was another challenge as well – it had to be done without the Russians knowing.

The spies needed to create a smokescreen so they pretended to be exploring the possibility of deep sea mining.

A PR campaign conveyed a determined effort to find manganese nodules. These potato-sized rocks lie scattered in the abyss, the great plains of the deep ocean.

There had to be a frontman – someone rich and eccentric enough to be plausible. The reclusive billionaire inventor Howard Hughes was perfect for the role.

Howard Hughes, pictured in 1952 - by the 1970s the billionaire was living a reclusive existence

Howard Hughes, pictured in 1952 – by the 1970s the billionaire was living a reclusive existence

He agreed to take part and, in his name, a unique ship was designed. Publicly, it was fitted with everything needed to dig up the seabed.

But, covertly, the Hughes Glomar Explorer was also built with ingenious devices straight from a Bond film. The ship’s hull had enormous doors that could swing apart to create a “moon pool”, an underwater opening large enough to accommodate the Soviet sub and keep it hidden.

Tucked away out of sight inside the ship was a “capture vehicle” which had a giant set of claws to straddle the sub and secure it.

It took until 1974, six years after the sinking of the sub, for the CIA to be ready. The cost of the project – $500m – was equivalent then to building a couple of aircraft carriers or launching an Apollo mission to the moon.

We really misled a lot of people and it’s surprising that the story held together for so long”

Dave Sharp, former CIA operative

No-one had ever attempted anything on this scale in such incredible depths. The sub itself had a weight of nearly 2,000 tonnes but the three miles of thick steel pipe needed to haul it up added even more.

New systems were needed to keep the Glomar Explorer in position as well as to handle the huge load, and everyone on board was nervous. Dave Sharp, one of the few CIA figures happy to talk about the project, tells me it was “really frightening” when heavy seas threatened to tear their unusual vessel apart.

Dave Sharp, pictured aboard the Hughes Glomar Explorer

Dave Sharp, pictured aboard the Hughes Glomar Explorer

But even more alarming was the suspicion of the Russians. To convince them that Howard Hughes was genuinely interested in nodules, executives were despatched to conferences on ocean mining where they described in detail their plans to harvest the rocks.

“We made ocean mining seem a lot more credible,” Sharp says. “We really misled a lot of people and it’s surprising that the story held together for so long.”

The cover was so good that it prompted US universities to move to start courses in deep sea mining and it also whipped up the share prices of the companies involved. “People thought, ‘if Howard Hughes is into it, we need to be too’,” says Sharp.

“We even collected a few nodules,” he remembers, which was fortunate because Soviet spy ships kept a constant vigil and once even came close enough to overhear the Americans’ conversations.

A Soviet spy ship monitoring the Hughes Glomar Explorer 

A Soviet spy ship monitoring the Hughes Glomar Explorer 

“When we realised they were right alongside, we started talking about nodules, like ‘here’s a good one’ so it looked like we were checking them.”

Yet another complication arose. The project needed calm weather and that was only likely in summer. But just when it was about to begin in summer 1974, US President Richard Nixon was visiting Moscow for a peace-making summit.

Being caught stealing a Soviet sub would not exactly have helped, so Nixon insisted that the operation could not begin until he had left Russia. That was on 3 July. By then the Hughes Glomar Explorer was in position and the winches whirred into action the next day.

Things did not go smoothly. Sharp recalls that pumps and connections kept breaking. Huge vibrations rocked the ship as the “capture vehicle” was “banging back and forth in the waves”. But on 30 July, he watched as underwater cameras relayed video of the sub as well as “dozens of crawling crab-like crustaceans” and a big white fish that looked like a shark.

Inside the Hughes Glomar Explorer control room

Inside the Hughes Glomar Explorer control room

Amazingly, the giant steel claws successfully seized the sub. But then disaster struck. At some point on the way up, the immense strain became too much, part of a claw snapped off and most of the sub slipped back to the seabed.

Only the front section made it up. The bodies of six Soviet submariners were recovered and were later given a formal burial at sea. But the missiles and code books were never found.

The CIA official history asserts that the operation was one of the greatest intelligence coups of the Cold War, but it had cost vast sums and questions immediately arose about its value. A year later, the sensational details became public and plans to recover the remaining section were abandoned.

As Sharp puts it, the revelation that the deep sea mining project was fake was “a sudden shock” to other mining companies and also to diplomats at the UN who were right in the middle of negotiating future rights to ocean minerals. Share prices tumbled amid a wave of recriminations.

This might have derailed the very notion of deep sea mining for good. But in fact it proved that with clever engineering and a lavish budget it was possible – just – to operate in the otherworldly depths. “It’s really difficult but we showed it could be done,” says Sharp.

The man who digs

In an air-conditioned cabin in a teeming port in Papua New Guinea, Leslie Kewa reaches for a joystick that will control a machine the size of a house. Nearly half a century after the CIA men pretended to mine the ocean floor, he’s about to do it for real.

A burly figure with a kindly face, Kewa is from a village in the remote highlands of Papua New Guinea. In a country blighted by poverty, he grew up in relative comfort because his father, and the rest of the men in his family, made careers in the mining industry. Kewa became a specialist in handling gargantuan devices.

But the one standing nearby is unique, not only because of the destructive power of its whirling steel teeth, and its menacing resemblance to something from a Mad Max film, but also because it’s designed to be used far beyond human reach.

As Kewa’s fingertips send the first commands, and the machine crunches over the ground outside, he admits to feeling a bit scared.

In these first trials, he’s learning to steer by remote control, relying on CCTV to show him where the huge steel tracks are pointing as they inch their way forward. “I’m used to the feel of machinery in my hands so having to trust the equipment and the screens is hard,” he says.

But there’s no other option. The machine will soon be deployed not in the huge pits of an opencast mine on land but in the sunless depths a mile underwater on the ocean floor.

If work starts as planned next year, Kewa will earn himself a place in history as the first person to break rock in the world’s first deep sea mine.

Run by a Canadian firm, Nautilus Minerals, the project will be managed from a ship in the tropical waters of the Bismarck Sea off Papua New Guinea. Three of the vast machines will be lowered to the slopes of an undersea volcano.

There they will encounter a stretch of seabed covered in hydrothermal vents. These strange twisting chimneys are formed by boiling water blasting up from the rock.

As with most fields of vents, this one is astonishingly rich in valuable metals. The site is named Solwara 1 – “salt water” in the local language.

But the hydrothermal vents host thriving communities of marine life – snails, worms and shrimp that have evolved to cope with very specific conditions.

In some cases these creatures are extremely rare, which is why the prospect of deep sea mining is highly controversial.

The plan is for Kewa to guide the steel teeth of the mining machines so they methodically demolish the vents, pulverising them into fragments.

The tiny pieces of rock should then be small enough to be piped up to the surface. On board the ship, a processing plant will churn out a multitude of specks of copper and gold that could be worth billions. A Chinese firm has already agreed to buy the lot.

Once the riches of Solwara 1 have been extracted, the machines will be moved to another dozen sites lined up nearby.

On the sea floor the ores are massively richer than those on land. Every tonne of material dug up in a typical copper mine on land only yields less than a gram of actual metal.

By contrast, the hydrothermal vents off Papua New Guinea are at least ten times richer.

And it’s the same story with gold and many other metals too. A Japanese expedition to another set of vents off Okinawa discovered enough zinc to keep Japan supplied for an entire year. Those behind that project kept it quiet until it was over, causing real surprise in the mining industry.

Nautilus Minerals forecasts that in copper alone an emerging undersea industry in oceans around the world could be worth $30bn a year by 2030. And it claims that by mining a small area of seabed, the venture will be friendlier to the environment. It contrasts its work with mines on land where trees and topsoil are swept away across vast areas.

The footprint of the Solwara-1 mining area, compared with an existing copper mine in South Australia

The footprint of the Solwara-1 mining area, compared with an existing copper mine in South Australia

For the government of Papua New Guinea, the attraction is obvious – badly needed income as a partner in the venture. And Nautilus has agreed to funnel some of the proceeds to local administrations too, to let ordinary people benefit.

But the history of mining in Papua New Guinea does not inspire confidence. Millions still live well below the poverty line despite the massive extraction of ores from the mountains.

And for some, venturing into the sea spells danger for precious waters.

Threatened waters

Jonathan Mesulam first heard about deep sea mining when he was reading the business section of a newspaper. The story shocked him. Born and brought up in Papua New Guinea’s New Ireland, he realised that the site of Solwara 1 was only about 15 miles (25km) from his home on the shore.

“As soon as I read the article I felt so numb,” Mesulam says.

Like many parts of Papua New Guinea, his village has the appearance of a tropical paradise. Palm trees overlook aquamarine shallows and wooden fishing boats lie on the golden beaches.

But the beauty masks a chronic lack of development. People live in homes built of bamboo and sago leaves. Mesulam himself achieved a big break by becoming a secondary school teacher, but he has shunned city life to be at home to fight the mine.

“We have a connection with the sea,” he says. “It’s been part of our culture for generations and traditional knowledge of the sea goes back to our ancestors.”

Polite and softly spoken, Mesulam says the coastal communities depend on fishing which could be threatened if the waters are filled with dust generated by the mining, or if they are polluted.

Jonathan Mesulam is a leading opponent of plans for deep sea mining off the coast of Papua New Guinea

The tuna industry employs thousands in Papua New Guinea. And the villages on New Ireland are famous for the unique practice of “shark calling” – local people lure the creatures to their boats and soothe them before hauling them in.

All this, Mesulam says, could be “grievously harmed” by digging up the ocean floor, and he’s become a leading figure in a campaign group, the Alliance of Solwara Warriors, which is opposing Nautilus Minerals.

The company says that at a mile deep, the mining will be far below the habitats of any important fisheries and will not affect them.

A traditional fisherman in New Ireland, Papua New Guinea

A traditional fisherman in New Ireland, Papua New Guinea

“Where we’ll be operating, it’s cold and dark,” says one senior Nautilus executive. “There are no tuna there, they need entirely different conditions near the surface of the ocean.”

This reassurance has been emphasised in public meetings. And Nautilus has also been investing in community relations, paying for mobile health care and even a new bridge.

For Mesulam this is mere PR. He calls the mine “experimental” – there could be unexpected consequences, and he has the churches and some politicians on his side.

But he’s up against a great force – the incredible and surging demand the world has for key minerals.

Our need

Stung by accusations that they are failing to tackle dirty air, governments around the world are setting new standards for cleaner vehicles. That means millions more electric cars in the next few years.

All the batteries and the wiring, the processors and the charging points, will need raw materials. Last year the German giant Volkswagen tried to corner the market in cobalt. Supplies of lithium are also in hot demand. And copper has never been so badly needed.

And with renewable power like wind and solar being installed at a frantic pace, every turbine and every panel also requires key metals. Add to that the boom in consumer electronics and there are real concerns about future supplies.

With cobalt, it’s estimated that by 2025 Volkswagen will need one-third of the current entire global supply for its electric cars.

Massive new battery factories are being constructed – like Tesla owner Elon Musk’s famous Gigafactory – and they too will be hungry for cobalt.

Bram Murton, a geologist with the UK’s National Oceanography Centre, says that if all the cars on Europe’s roads are electric by 2040, and if they use the same kind of batteries as the Tesla Model 3, that would require 28 times more cobalt than is produced right now.

At the moment more than 60% of all cobalt comes from the Democratic Republic of Congo. For decades allegations of corruption and human rights abuses have swirled around parts of its mining industry.

Last year Amnesty International said there were children as young as seven working in the DRC’s cobalt mines, “in narrow man-made tunnels, at risk of fatal accidents and serious lung disease”. Microsoft, Renault and Huawei were among the companies named as failing to check if their supplies of cobalt involved child labour. They’ve all since promised to improve their systems for checking how cobalt is sourced.

 Amnesty International has raised concerns about child labour in African cobalt mines

 Amnesty International has raised concerns about child labour in African cobalt mines

Advocates of exploiting the ocean also point to the size of mines on land compared with those that would be operated underwater. Kennecott in Utah and Chuquicamata and Escondida in Chile involve mind-bogglingly large holes in the ground. They stretch nearly three miles across (4km) and reach more than half a mile deep (645m-1200m).

By contrast, the Solwara 1 mine, in the waters off Papua New Guinea, will be small – 1150ft (350m) across and 65ft (20m) deep.

For Michael Lodge, secretary general of the International Seabed Authority, a UN body set up to manage deep sea mining, there’s a clear case for pressing ahead.

“Are we going to continue to develop huge mines that destroy villages, alter rivers, pollute water courses, take thousands of years to restore, remove whole mountains? You don’t have any of that with deep seabed mining.”

Looking for nodules

The first inkling that the ocean floor might hold a treasure trove of minerals came in the late 19th Century when a Royal Navy ship, HMS Challenger, was sent on a pioneering expedition. Instead of exploring the coasts of new lands, the ship was to investigate the oceans themselves.

The ship’s scientists discovered the existence of underwater mountains in the Atlantic, as well as establishing the presence of life in the deep. But perhaps their most unexpected find came from the seabed.

Scientists aboard the HMS Challenger

Scientists aboard the HMS Challenger

When the seabed was dredged, the nets brought up teeth from sharks and ear bones from whales but also small rocks. Initially described as “nodular concretions”, and looking a bit like cobblestones, it turned out that vast fields of them were lying on the sand and sediment.

In 1877, in a lecture given in Manchester, one of the expedition’s scientists, John Murray, reported that they were made up of manganese, iron and nickel.

Later expeditions confirmed that these manganese nodules were scattered across the seabed as far apart as the Pacific and Indian Oceans. By the 1950s, with the world’s population booming, researchers turned their attention to these potential resources.

In a book published in 1964, American marine geologist John Mero wrote that the nodules were so plentiful and so rich that even if only 10% of them could be mined, they would keep a world of 20 billion people supplied with key metals for “thousands of years”.

At that time the nodules were inaccessible and the prices for the metals weren’t nearly high enough to justify the effort.
But Mero had planted a germ of an idea.

On 1 November 1967, a UN committee was meeting in New York and the ambassador from the island nation of Malta was invited to speak. Dr Arvid Pardo faced an uphill struggle. He was suggesting that the deep oceans should be reserved for peaceful activities and that the mineral wealth should be shared by all of mankind.

Manganese nodules on the bed of the Pacific Ocean

Manganese nodules on the bed of the Pacific Ocean

Some delegations were already hostile, but Pardo was well prepared and passionate, even lyrical. The dark oceans, he said, “were the womb of life”. He then quoted John Mero’s research into the “astounding” contents of the billions of nodules lying untouched on the seabed – enough aluminium to last 20,000 years, zirconium for 100,000 years and cobalt for 200,000 years.

Pardo floated a radical suggestion – a slice of any earnings from deep sea mining would have to go to developing nations. This controversial concept was to be haggled over for decades.

But today, Pardo’s vision is becoming reality as the UN’s International Seabed Authority has drawn up maps dividing the ocean into blocks.

There are 29 exploration areas, licensed for mineral prospecting for 15 years. In total they stretch over an astonishing 500,000 square miles (1.3m sq km) of seabed in the Pacific, the Atlantic and the Indian Ocean. Ventures from 19 different countries have paid for the rights to investigate them.

China has four of them. Russia and South Korea each have three. France and Germany have two. And so does the UK, via a company called UK Seabed Resources. The company’s owner, Lockheed Martin, has an interesting connection. It was one of the contractors secretly hired by the CIA to retrieve the Soviet submarine – and it has remained genuinely interested in manganese nodules ever since.

Although no-one has yet started mining the ocean floor, dozens of research expeditions are under way “at an intense pace”, says Michael Lodge, from the International Seabed Authority.

Based in Jamaica, the ISA must come up with a set of rules before exploitation of the seabed can start in international waters – what environmental controls there will be and how much money will go to poorer countries.

Companies digging for minerals close to shore – like those in Papua New Guinea or Japan – need not wait because individual governments can decide what to do in their own territorial waters.

Lost creatures

No deep sea mine can start operating until the ecology of each zone has been assessed. And the rush to mine has generated something unexpected – a wealth of new information about life in some of the least explored parts of the world.

Among those are thousands of new species ranging from sponges to crustaceans.

Pedro Martinez, who works at the Senckenberg Research Institute in Germany, told a conference at London’s Natural History Museum how hundreds of creatures spotted in the depths are completely new to science. “We don’t even have names for these species…there are no books to identify them.”

“The abyssal plains,” he asserted, “may have the highest biodiversity in the oceans, maybe the highest biodiversity on the planet.”

There’s an emerging scientific consensus that the tracts of ocean floor in line to be mined – whether hydrothermal vents or fields of nodules – are thriving habitats with intricate ecosystems. And they are still largely unknown.

Adrian Glover, a marine biologist at the NHM, has an analogy. Imagine trying to survey a rainforest while hovering in a hot air balloon. Making the task harder is a thick fog. And all you can do is lower a bucket at a few random points to drag up the odd branch and lump of soil. “Think of all the things you’d miss,” he says. “That’s what it’s like investigating the deep ocean.”

Some prospecting expeditions have not released their findings about marine life, as they’re meant to. And few of the ventures have the funding for biologists to publish detailed results. While Glover is optimistic that mining will not be allowed “in areas where they don’t know what lives there”, he says, “we do need a reasonable understanding and we just haven’t got that yet”. Until the biology is understood, the danger is that species will be wiped out.

Hoff crab

Hoff crab

One example is a type of hairy crab known as the Hoff. It lives in the Longqi – or Dragon’s Breath – hydrothermal vents in the Indian Ocean, an area which China is licensed to explore for minerals. Although it’s similar to crabs elsewhere, this particular variant may be unique.

The scaly foot snail is another rare creature only known to live in two spots in the ocean, both of which are licensed for mining.

Scaly foot snail

Scaly foot snail

While these might not be the most iconic symbols of conservation, they may later prove to have a key ecological role or even a medical application. Some deep sea organisms are known to have high levels of substances that may be useful in combating Alzheimers.

So what impact will mining have on marine life? Huge excavators will rumble over the seabed. Either they will tear up hydrothermal vents or they will vacuum up nodules. It will be highly destructive.

Michael Lodge admits that but also argues that the areas affected will be tiny compared with the vastness of the oceans – “much less than half a per cent” – and that big areas have been earmarked as reserves to be left untouched.

But many biologists wince at the thought of what might happen. Habitats in the path of the machines will obviously be wiped out. And a group of leading marine scientists recently warned of the risks of “unavoidable and possibly irrevocable” losses to biodiversity.

Mining will raise plumes of sediment – like clouds of dust from a quarry. This could affect marine life far beyond the mining site.

To assess what might happen if nodules are mined, Annemiek Vink and her colleagues at Germany’s Federal Institute for Geosciences and Natural Resources ran computer models. They assume that the massive mining machines might be as wide as five bulldozers, side-by-side, advancing over the sea floor.

That would stir up as much as 1,000 tonnes of sediment an hour. Within 10 days, she estimates, a thin blanket of dust could settle up to 12km away, smothering everything that lives there. A study released at the NHM conference says the effects on the ecosystems would “last many decades”.

And with so much uncertainty about the risks to the marine environment, the European Parliament has called for a moratorium on mining until more research is done.

We’ve drilled the ocean floor for oil and gas, scarred it with trenches for communications cables, poisoned it with old radioactive waste and chemical weapons, and polluted its remotest corners with a blizzard of discarded plastic. So, is mining a step too far?

I put that question to Sir David Attenborough at the launch of his series Blue Planet II. When he sees our video of the giant machines being readied in Papua New Guinea, he is aghast. “It’s heartbreaking,” he says.

His greatest concern is for the hydrothermal vents, those delicate mineral-rich chimneys which act as oases for unusual creatures.

“That’s where life began, and that we should be destroying these things is so deeply tragic – that humanity should just plough on with no regard for the consequences, because they don’t know what they are.”

But there is a vigorous debate among scientists.

The geologist Bram Murton has warned of “an ill-informed knee-jerk reaction” to ocean mining which, he says, offers the potential to support a low-carbon future.

But Glover says that ultimately it’s about whether it’s right for humans to go into an area and destroy species we know nothing about.

All this raises an awkward set of questions. Where should we get our minerals from? Should phones and wind turbines and electric cars carry a label explaining the origins of their raw materials?

Tins of tuna state that they are “dolphin-friendly” so should products using cobalt say if the metal was mined on land or in the ocean? What would the best choice be anyway? Should the vents so special to Attenborough be spared and only nodule mining allowed?

Some argue that proper recycling of metals would negate the need for deep sea mining in the first place, but others think that that won’t produce a fraction of what’s needed.

Time is running out to come up with answers. More than 40 years since the CIA faked a deep sea mining operation, the first genuine ones may start work far sooner that most people realise.

http://www.bbc.co.uk/news/resources/idt-sh/deep_sea_mining

General Erdogan’s First War

0
from From the Potomac to the Euphrates

Turkey’s Islamist president is the first civilian with control over his country’s military—and you can tell by the results.

February 8, 2018

Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan addresses members of parliament from his ruling party during a meeting at the Turkish parliament in Ankara (Yasin Bulbul/Presidential Palace/Handout via Reuters).

This article was originally published here on Foreign Policy‘s website on Wednesday, February 7, 2018.

Ismail Hakki Karadayi never sat behind the defense minister. Neither did Huseyin Kivrikoglu. Nor did any Turkish military chief of staff who came before them. It was always a seeming oddity that military officers from other member countries sat behind their civilian leadership at NATO ministerial meetings—except for the Turkish ones; they sat next to their ministers. But anything else would have been a breach in protocol. Turkey’s organizational chart was clear: The minister of national defense had no authority over the military command, and while both were formally subordinate to the civilian prime minister, the men in uniform didn’t always act that way.

This pattern of civil-military relations in Turkey is now changing. The enervation and defenestration of the armed forces under the rule of the Justice and Development Party (AKP) over the past 15 years mean that President Recep Tayyip Erdogan is now the first Turkish head of state to be truly vested with the powers outlined in Articles 104 and 117 of the Turkish Constitution. Those provisions make Erdogan the commander in chief (on behalf of the Grand National Assembly) and allow him to “decide on the use of the Turkish Armed Forces,” NATO’s second-largest military. And he has availed himself of those powers liberally, having ordered Turkish planes, tanks, and troops into battle in Syria twice over the last 18 months.

What sort of commander in chief has Erdogan revealed himself to be? Turkey’s Operation Olive Branch, which began on Jan. 20, demonstrates that Erdogan the military commander is largely similar to Erdogan the politician—there are strains of both the risk taker and the pragmatist in his Syrian foray. But one thing has remained consistent about the president’s military leadership: the self-reinforcing and unrestrained nationalist zeal of his rhetoric, in his descriptions of both the military’s goals and its progress. There is also an unmistakable emphasis on Islamist themes when Erdogan has addressed his supporters about the most recent incursion into Syria.

Whatever the outcome on the battlefield, Erdogan has already established an unprecedented military role for a Turkish civilian.

The powers of commander in chief that are in Erdogan’s hands are powers that previous presidents have held. The relevant articles of the constitution have not changed since the document was adopted in 1982. Still, Erdogan is unique in the ways in the ways he has given life to these formal powers. The only precedent lies in the politics of the years after the 1980 coup and the charismatic presidency of Turgut Ozal. Like Erdogan a generation later, Ozal was determined to establish his authority in part by challenging the prerogatives of the officer corps. In 1987, he named Gen. Necip Torumtay as the new chief of the General Staff over the objections of the commanders who had long been accustomed to making this decision on their own. Then, two-and-a-half years later, Ozal—by that time the country’s first civilian president—forced a showdown with the General Staff over his insistence that Turkey support the U.S.-led Operations Desert Shield and Desert Storm. Torumtay resigned in protest. Then nothing happened. There were no threats from the officers, no memo directing Ozal to alter Turkish policy, and no coup.

But Ozal’s independence from the military was conditional and contextual, and the more typical pattern of civilian passivity returned after his death in 1993. Before Turkey’s first Islamist-led government was forced from office in June 1997, the General Staff established strategic ties with Israel—announcing their existence at a think tank in Washington—to the great discomfort of then-Prime Minister Necmettin Erbakan and undertook military operations in Iraq against the Kurdistan Workers’ Party (PKK) without bothering to tell him. The officers ordered up another operation in Iraq after a shaky right-left coalition took over after Erbakan was chased from the prime ministry. The new prime minister, Mesut Yilmaz, was also left in the dark.

When the AKP came to power in November 2002, it began altering the relationship between Turkey’s elected civilian leaders and the officer corps. The previous government had already done some tinkering in this area by changing the composition of Turkey’s National Security Council, a primary channel through which the military influenced policy and politics, to favor civilians. The effect was negligible, however, given the military’s control of the bureaucratic apparatus of the body. The AKP’s efforts began relatively smoothly due to broad public support for European Union-related reforms that required, in part, the military’s relationship with elected civilian leaders be brought into line with European norms. Erdogan and the then-chief of staff, Gen. Hilmi Ozkok, seemed to have struck a gentlemen’s agreement not to heat up the political arena unnecessarily over the changes.

Things only got ugly in 2007 after the military tried to prevent the AKP’s Gul from becoming president of the republic. Paranoid that Turkey’s traditional elite would never let him govern, Erdogan and the AKP collaborated with followers of Fethullah Gulen to decapitate the armed forces through spectacular show trials based on fabricated evidence. The cowing of the military continued with waves of purges of suspected Gulenist officers—the Turkish government now accuses the U.S.-based cleric of leading a terrorist organization that was behind the failed July 2016 putsch—and other disloyal members of the military. This has left the military in no position to challenge Erdogan today. Although it is not a good idea to declare the era of coups in Turkey to be over—if only because that is what many analysts believed in the years before the attempted military takeover in 2016—Erdogan’s long tenure seems to have altered past patterns of Turkey’s civil-military relations.

The invasion of Syria highlights precisely how. Erdogan has now ordered the Turkish Armed Forces—whose commanders have previously emphasized caution and quick, limited cross-border operations—deployed across the southern border twice. It is important to remember that the complexities of the Syrian fight are the reason that for years Erdogan encouraged and cajoled U.S. President Barack Obama’s administration to intervene so the Turkish leader would not have to commit his own forces to this dangerous conflict. Unable to convince the United States, Erdogan finally took the risk himself when just five weeks after the failed coup in July 2016 he ordered his still-reeling armed forces to undertake Operation Euphrates Shield. It turned out to be a lame blitz that was badly organized, poorly commanded, and took seven months to complete. Anywhere from 35 to 70 Turkish soldiers died in the effort to take al-Bab and other towns from fighters of the self-proclaimed Islamic State. The political costs of this operation were reduced by the fact that pro-AKP interests have captured much of Turkey’s media landscape. It was also launched in the fraught aftermath of the July coup when Erdogan was drawing support across Turkey’s political spectrum.

Erdogan seems to have approached the most recent venture—with its awkward code name, “Olive Branch”—a bit differently, which is understandable given the higher stakes involved. From the perspective of Turkey’s national security establishment, the invasion is a war of necessity to prevent the possible emergence of a terrorist state on its borders. Still, Erdogan has taken the dramatic step of ordering the military into battle against forces that are allied with the United States and at least implicitly has threatened American personnel in vowing to sweep into the town of Manbij and farther east to the Iraqi border. This area is where U.S. special forces operate with the People’s Protection Units (YPG), an affiliate of the PKK that makes up the bulk of the U.S. Defense Department’s ground forces in the fight against the Islamic State.

Needless to say, previous Turkish commanders in chief would likely not have challenged the United States in this way. Then again, given Washington’s relationship with the YPG and the outrage it has produced in Turkey, threatening a breach with the United States is good politics that helps shore up Erdogan’s popular support, which before Operation Olive Branch was softer than it was after the 2016 failed coup.

Thus far, the military seems to have learned its lesson from Operation Euphrates Shield. Turkish shelling and airstrikes are supporting the Free Syrian Army—which is doing Turkey’s bidding—against the YPG in the district of Afrin. This has kept Turkish casualties low. It is unclear if Erdogan was involved in any military planning beside approving the plan and giving the orders to begin hostilities. During the first week of fighting, he was photographed in what looked like an operations center wearing a camouflage jacket, pointer in hand, and peering intently at documents and maps of the battlefield. This seems like a standard photo op (not terribly different from obligatory photos of American presidents at the Demilitarized Zone dividing North and South Korea) rather than an indication that Erdogan is actually managing the battle. For a micromanager of some renown, Erdogan, it seems, has uncharacteristically left the details to the General Staff.

That is a smart move militarily, but just as important will be that the commander in chief insists on getting timely and accurate information from the battlefield. Given Erdogan’s erratic management style, no one can be sure that is the case. It may not matter that much in the early days of fighting given the fear, nationalist zeal, and anger (mostly at the United States) that have mobilized the Turkish population.

Yet what if more Turkish soldiers are killed; what if the YPG puts up stiffer-than-expected resistance; what if the United States does not fold on its Kurdish allies; what if Syrian regime forces in tandem with Hezbollah fighters continue to take shots at Turkish forces in Idlib and that confrontation expands; and what if Syria becomes a quagmire for the Turkish Armed Forces? There are a lot of ways incursions into neighboring countries that seem neat and clean on a map can corrode a military operation and undermine even the most politically deft leader—despair over the death of his wife and the quagmire that the 1982 Operation Peace for Galilee became sent Israeli Prime Minister Menachem Begin into seclusion for the rest of his life. Erdogan presumably understands all of these risks, but the very political dynamics he has created to whip up support for Operation Olive Branch might make it hard for him to break it off.

So far, however, Erdogan seems to be doing well in his new role. He has set the goals of the operation and focused on managing domestic politics, ensuring Turkey’s geopolitical interests, and doing what he does like few others by mobilizing support for Operation Olive Branch at home while leaving the fight to the commanders. But, regardless of what anyone thinks about the justness of Ankara’s cause in Syria, civilian control of the armed forces in Turkey is now a reality. That is something quite new. The very real danger given Erdogan’s authoritarian worldview and approach to politics is that he transforms the military into an instrument of his transformative vision for Turkey. The only other commander in chief who has ever done that was Mustafa Kemal Ataturk.

 https://www.cfr.org/blog/general-erdogans-first-war

Κύπρος: Τα νέα τετελεσμένα επί της θαλάσσης

1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κίνηση της Τουρκίας στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ οφείλουμε να ξεκινήσουμε ανάποδα, πριν καταλήξουμε στο Κυπριακό. Προκαταβολικά, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά από όσο φαίνονται.

Στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, πέραν των διαχρονικών γεωπολιτικών βλέψεων των μεγάλων (ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ) και των μεσαίων (Αίγυπτος –Τουρκία- Ισραήλ –Ελλάδα), άρχισαν να ξεδιπλώνονται εδώ και μια δεκαετία διάφορες προσεγγίσεις, έχοντας όλες εντάξει στη βασική τους ανάλυση τις ανακαλύψεις κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Όλα ξεκίνησαν με τα πρώτα κοιτάσματα της Αιγύπτου, ακολούθησαν τα μεγάλα κοιτάσματα Ταμάρ και Λεβιάθαν του Ισραήλ, για να φτάσουμε στα κοιτάσματα Αφροδίτη και Καλυψώ της Κύπρου.

–Γράφει ο Διονύσης Διονυσίου—

Γράφτηκε επανειλημμένα ότι το φυσικό αέριο της Λεβαντίνης μπορεί να αποτελέσει ευλογία ή και κατάρα. Όλοι συμφωνούν πάντως ότι η αξιοποίησή του θα είναι καταλύτης, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση.

Θα μπορούσε το φυσικό αέριο να βοηθήσει τις χώρες της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου να υπερβούν τις διαφορές του παρελθόντος, οικοδομώντας σταθερές σχέσεις στο παρόν και το μέλλον. Υπό κάποιες συνθήκες το φυσικό αέριο, ωστόσο, μπορεί να υποδαυλίσει αντιπαραθέσεις προσφέροντας το καύσιμο για νέες αναφλέξεις.

Σε αυτό το σκηνικό η Κύπρος και ο λαός της, ίσως για πρώτη φορά στην Ιστορία της, σε συνδυασμό με την παρουσία της ως πλήρες μέλος της ΕΕ, βρίσκονται μπροστά σε μια υπαρκτή γεωπολιτική αναβάθμιση. Όπου εκείνο το τετριμμένο και εν πολλοίς ανιστόρητο «περί γέφυρας μεταξύ τριών ηπείρων» αποκτά κάποια σημασία.

Σε μια χώρα βεβαίως όπου υπερισχύει ο φόβος και βασιλεύει η μιζέρια δεν είναι εύκολο να δει κάποιος τις προοπτικές.

Δεν βοηθά καθόλου και ο περιβάλλων γεωπολιτικός χώρος, ο οποίος διέπεται από πολιτική ρευστότητα, οικονομική δυσπραγία και τεράστια δημοκρατικά ελλείμματα.

Κι όμως, η ζοφερή σημερινή εικόνα θα μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετική.

Σχεδιασμός ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επί προεδρίας Ομπάμα, με αιχμή του δόρατος τον αντιπρόεδρο Μπάιντεν, διατύπωσαν για την Ανατολική Μεσόγειο μια σύνθετη και κυρίως συνολική προσέγγιση η οποία συνοψίστηκε σε τρεις λέξεις: win-win situation.

Όπως ο κ. Μπάιντεν είχε την ευκαιρία να αναπτύξει σε όλους τους παίκτες κατά την επίσκεψή του σε χώρες της περιοχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες ευνοούν τη δημιουργία ενός υποσυστήματος ασφαλείας στην περιοχή με άξονα τη συνεργασία για την ενέργεια.

Προς αυτή την κατεύθυνση ενθάρρυνε όλες τις χώρες της περιοχής να συνεργαστούν. Όταν στο τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου του 2014 επισκέφθηκε την Κύπρο, ο κ. Μπάιντεν δεν δίστασε να δώσει απρόσμενα σημαίνοντα ρόλο στη χώρα μας, κατονομάζοντάς την ως ένα από τα κομμάτια του παζλ με βαρύνουσα σημασία στην ανάπτυξη αυτής της ενεργειακής πολιτικής.

Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο ότι ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν συνοδευόταν στην Κύπρο από τον Έιμος Χοκστάιν, βοηθό υφυπουργό Εξωτερικών για την ενεργειακή διπλωματία.

Ο Χοκστάιν υπήρξε ο άνθρωπος που κινήθηκε στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου (Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος, Λίβανος, Τουρκία, Ελλάδα) σε μια προσπάθεια να διαμορφώσει συνθήκες περιφερειακής συνεργασίας με όχημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που είχαν εντοπιστεί.

Σε μια περίοδο που η Ρωσία έφερνε σε δύσκολη θέση την Ευρώπη απειλώντας με παροπλισμό τον κύριο αγωγό μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας, οι ΗΠΑ καλούσαν την Κύπρο, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο σε μια γεωπολιτική ενεργειακή συνεργασία.

Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, για πρώτη φορά η Κύπρος αποκτούσε γεωπολιτικό ρόλο υπό έναν όρο. Ότι θα προχωρούσε σε λύση στο Κυπριακό. Σε τέτοια περίπτωση θα αναδεικνυόταν, παρά το μικρό της μέγεθος, στη μόνη χώρα χωρίς κανένα πρόβλημα με τους γείτονές της και κατ’επέκταση ως ένας τίμιο συντονιστής αυτής της συνεργασίας.

Πόση αξιοπιστία είχε η αμερικανική πρόταση έναντι της Κύπρου; Σίγουρα μεγάλη, αφού ο κ. Μπάιντεν υποσχέθηκε στον Πρόεδρο Αναστασιάδη στο Νταβός ότι στην περιοχή θα έρχονταν κολοσσοί της ενέργειας για γεωτρήσεις και το έπραξε. Στην περιοχή, πέραν της ΕΝΙ και της TOTAL, επιχειρεί και η μεγαλύτερη στον κόσμο αμερικανική εταιρεία, η EXXON-MOBIL.

Κύπρος –Ελλάδα

Κύπρος και Ελλάδα έδειξαν αρχικά να ανταποκρίνονται θετικά σε αυτή την πρόσκληση –πρόκληση των Αμερικανών.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άρχισε εντατικές συνομιλίες το καλοκαίρι του 2015 με τον Μουσταφά Ακιντζί για επίτευξη λύσης του Κυπριακού, ενώ σε συνεργασία με την Ελλάδα ξεκίνησε η πολιτική των τριμερών επαφών με την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Με την επωδό πάντοτε ότι στόχος των τριμερών δεν ήταν ο αποκλεισμός καμιάς χώρας, απεναντίας ο στόχος ήταν να γίνουν τετραμερείς και πενταμερείς διά της συμμετοχής της Τουρκίας και του Λιβάνου.

Στην πορεία του χρόνου βέβαια, και μετά την εκλογή του σχεδόν αδιάφορου Ντόναλντ Τραμπ, οι τριμερείς, γιατί έτσι επιθυμούσαν και το Ισραήλ και η Αίγυπτος, παρέμειναν στατικές.

Στην Κύπρο επιπλέον, λόγω και της μακράς προεκλογικής περιόδου, οι τριμερείς μετατράπηκαν σε έρμαιο του λαϊκισμού των πολιτικών, οι οποίες σε συνδυασμό με την κάθοδο των κολοσσών της ενέργειας, εμφανίζονταν πλέον ως ασπίδα προστασίας της Κύπρου από την τουρκική αδιαλλαξία και επεκτατισμό.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αρκετά μέλη της κυβέρνησής του και οι ηγέτες του Ενδιάμεσου έδειξαν να ξεχνούν τον αρχικό σχεδιασμό, διατυπώνοντας υπό μορφή βαρύγδουπων δηλώσεων, τσιτάτα και δόγματα, του τύπου:

Η Τουρκία μπορεί να φωνασκεί και να απειλεί, αλλά το γεωτρητικό πρόγραμμα της Κύπρου θα υλοποιηθεί μέχρι τέλους, αφού το εγγυούνται οι κολοσσοί της ενέργειας που δραστηριοποιούνται στην ΑΟΖ μας.

Την ίδια στιγμή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε ακόμα και να συζητήσει το θέμα της ενέργειας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αρνούμενος πεισματικά να δεχθεί έστω τη δημιουργία μιας δικοινοτικής επιτροπής, κοντά σε δεκάδες άλλες που λειτούργησαν, η οποία να παρακολουθεί το θέμα και να ενημερώνεται για την πορεία υλοποίησης του προγράμματος.

Ο κ. Αναστασιάδης αρκέστηκε στην αφ’ υψηλού θέση ότι το φυσικό αέριο θα τύχει δίκαιου διαμοιρασμού μετά τη λύση. Αρκέστηκε σε εξυπνάδες στο τραπέζι των συνομιλιών απέναντι στον Μουσταφά Ακιντζί, του τύπου αν δεν είστε διαλλακτικοί θα βγάλουμε μόνοι το φυσικό αέριο. Αφήνοντας την ίδια στιγμή να αιωρείται και να αναπαράγεται από τον κάθε αναλυτή του facebook ότι έχουμε αναπτύξει αποτελεσματικές συμμαχίες, ενιαία δόγματα με την Ελλάδα, αμυντικά τόξα με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και ότι η Τουρκία βρίσκεται στη γωνιά.

 Επιλεκτικοί Τούρκοι

Η Τουρκία αντιμετώπισε τον αμερικανικό σχεδιασμό επιλεκτικά ως μέρος της δικής της πολιτικής να αναδειχθεί σε μέγα ενεργειακό χαπ.

Το αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με το αέριο και το πετρέλαιο του Κιρκούτ, αλλά και τα κοιτάσματα της Κασπίας μέσω Αζερμπαϊτζάν, μπορούσαν να οδηγήσουν στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Σε ό,τι αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία φλέρταρε με το αέριο του Ισραήλ, το οποίο παραμένει ανεκμετάλλευτο και βέβαια θεωρούσε δεδομένο ότι μέσω των κοιτασμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ θα επωφελούνταν διά της βόρειας όδευσης των αγωγών.

Η Τουρκία προς αυτή την κατεύθυνση δέχτηκε τα τελευταία χρόνια τη θέση των Αμερικανών και επένδυσε στη λύση του Κυπριακού, χωρίς βέβαια ποτέ να ανοίγει όλα της τα χαρτιά. De facto άφησε να διαφανεί ότι ενόσω προχωρούν τα πράγματα πειστικά προς την κατεύθυνση της λύσης, δεν υπήρχε κανένα νόημα να παρεμποδίζει δραστικά τις έρευνες και τις γεωτρήσεις.

Το ουσιαστικό κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν πάντοτε η εξόρυξη και η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.

Βεβαίως συνέχισε να εκδίδει προκλητικές navtex, συνέχισε να παρενοχλεί τις γεωτρήσεις και κυρίως προχώρησε στην αγορά πλοίου γεωτρήσεων, του «Deep Sea Metro», το οποίο είναι σχεδόν έτοιμο να κατέλθει στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η Τουρκία πάντοτε έδειχνε ότι κινείτο στο πλαίσιο ενός Plan A, αλλά την ίδια στιγμή ήταν έτοιμη και για Plan B. Γεωπολιτικά ομιλούντες, η Τουρκία δεν φαίνεται να υιοθέτησε ποτέ τη συνολική προσέγγιση των τετραμερών και των πενταμερών.

Στη βάση μιας αρχικής πολιτικής της προσέγγισης, η οποία διαφάνηκε στις συνομιλίες για το Κυπριακό, φαίνεται να βρίσκεται μια τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας, με αναβίωση του τριμερούς στρατηγείου των συμφωνιών της Ζυρίχης του 1960. Στο πλαίσιο αυτό έδειξε διάθεση να εγκαταλείψει τις εγγυήσεις, τις οποίες θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν μια ουσιαστική οικονομική και κυρίως ενεργειακή συνεργασία, η οποία θα της επέτρεπε να διατηρήσει τη γεωπολιτική της επιρροή, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.

Οι τετραμερείς και οι πενταμερείς μπορούσαν να ακολουθήσουν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το Ισραήλ τουλάχιστον, δεν είχε άλλη επιλογή.

Η κατάρρευση

Χωρίς καμιά διάθεση ομφαλοσκόπησης και πρόσδωσης  οποιασδήποτε πολιτικής υπεραξίας στην Κύπρο, θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι ο αρχικός αμερικανικός σχεδιασμός για την περιοχή έχει υποχωρήσει και λόγω της κατάρρευσης των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας το περασμένο φθινόπωρο.

Κι αυτό παρότι επισήμως δεν διασυνδέθηκε ποτέ το φυσικό αέριο με τη λύση. Η μη λύση του Κυπριακού, όπως προκύπτει σήμερα, δεν επιτρέπει στις εταιρείες κολοσσούς που ενεργούν στην περιοχή να ολοκληρώσουν το έργο τους και να αναλάβουν ορθολογικά την εμπορική διαχείριση του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου.

Η μικρή Κύπρος θα μπορούσε να αποτελέσει τον κοινό οικονομικό τόπο για τη μεγαλεπήβολη εκμετάλλευση των 70 τρις κυβικών ποδιών φυσικού αερίου που έχουν ανακαλυφθεί στη δική της ΑΟΖ αλλά και στις ΑΟΖ της Αιγύπτου και του Ισραήλ.

Από τη στιγμή που δεν συντρέχει αυτός ο καταλύτης, η κάθε παραγωγός χώρα, σε συνδυασμό και με τις χαμηλές τιμές, κινείται αποσπασματικά.

Η Αίγυπτος κατά μόνας, το Ισραήλ ψάχνει αγοραστές, η Κύπρος συζητά μη επικερδείς προτάσεις της Αιγύπτου. Το μόνο σχέδιο που φαίνεται να διαθέτει κάποια στοιχεία συλλογικής προσέγγισης είναι ο αγωγός East-Med, ο οποίος λόγω κόστους παραπέμπεται στη σφαίρα της οικονομικής ουτοπίας.

Εν κατακλείδι, ο αρχικός σχεδιασμός για την Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να καταρρέει. Με τους Αμερικανούς να μην κρύβουν τον εκνευρισμό τους με την Τουρκία, αλλά και τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Κατηγορούν την Τουρκία για τους μαξιμαλισμούς της, το διπλό της παιχνίδι, την αδιαφάνεια των τελικών της προθέσεων, αλλά και τον Πρόεδρο Αναστασιάδη ότι τους ξεγέλασε, αφού δεν έκανε το καθήκον του όπως είχε υποσχεθεί.

Ο Tricky Nikki

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο χαρακτηρισμός «Tricky Nikki» που κυκλοφορεί στους διπλωματικούς διαδρόμους για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τεκμηριώνεται για τον ίδιο μέσα από σειρά παρασπονδιών που του επιδαψιλεύουν.

Στο πρόσωπο του Προέδρου Αναστασιάδη σήμερα γενικά κριτικάρεται πολύ αρνητικά η διαχρονική στάση των Ελληνοκυπρίων, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται οι απαράδεκτες θέσεις και της Τουρκίας. Συνοψίζοντας, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αναλυτές σημειώνουν:

Οι Ελληνοκύπριοι μετά την εισβολή και τον συμβιβασμό για ομοσπονδία είχαν πολλούς λόγους να φοβούνται την Τουρκία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κυρίως ο αμερικανικός παράγοντας διά της μεσολάβησης Χόλπρουκ, αλλά και η Ευρώπη, συναίνεσαν στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Αποδέχτηκαν την πρόταση λύση-ένταξη ως καταλύτη, για να αισθάνονται οι Ε/Κ πιο ασφαλείς, ότι στην Κύπρο θα λειτουργήσει ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου και όχι ένα κράτος όμηρος της Τουρκίας. Το 2004 βέβαια οι Ε/Κ απέρριψαν τη λύση και κράτησαν την ένταξη στην ΕΕ μόνο για τους εαυτούς τους. Αυτό το λένε κατά κόρον οι Τούρκοι, δυστυχώς όμως το επιχείρημα αυτό υιοθετείται σήμερα και από τους Ευρωπαίους.

Στην πορεία οι Ε/Κ επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν την ένταξή τους ως μοχλό πίεσης κατά της Τουρκίας διά των βέτο στο άνοιγμα κεφαλαίων. Επιπλέον χρησιμοποίησαν την ένταξή τους στην ΕΕ για να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια –κυρίως ρωσικά- παραβιάζοντας κάθε χρηματοπιστωτικό κανόνα της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά το 2012, όταν η οικονομία τους κατέρρευσε, μόνο η ΕΕ στάθηκε στο πλευρό τους για να καταφέρουν να ανασυνταχθούν οικονομικά. Η Ρωσία αρνήθηκε να τους βοηθήσει. Έτσι πήραν τα λεφτά από το IMF και τις διευκολύνσεις της ΕΚΤ και στη συνέχεια –ως συνήθως- ξεκίνησαν να βρίζουν την ΕΕ ότι τους κατέστρεψε.

Στο πλαίσιο του νέου γύρου διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό μετά το 2008, οι Ε/Κ ξεκίνησαν να αδειοδοτούν γεωτρήσεις στην ΑΟΖ τους πωλώντας το φυσικό αέριο ως καταλύτη –όπως και την ένταξή τους στην ΕΕ- της λύσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι τους συμπαραστάθηκαν ξανά, ενθαρρύνοντας μεγάλες εταιρείες να προχωρήσουν σε έρευνες και εξορύξεις. Προς αυτή την κατεύθυνση διασφαλίστηκαν στον κ. Αναστασιάδη μυστικές και φανερές συναντήσεις στο Νταβός της Ελβετίας(2014-2015), ακόμα και σε επίπεδο πρωθυπουργού, με Τούρκους αξιωματούχους. Στην πορεία για μια ακόμα φορά διαφάνηκε ότι οι Ε/Κ επιδιώκουν να εξορύξουν το φυσικό αέριο κινούμενοι από το σύνδρομο της πλούσιας υπερδύναμης που μπορεί να εξαγοράζει τους πάντες.

Στην τελευταία φάση των διαπραγματεύσεων, οι ΕΚ, παρότι έδωσαν ξανά διαβεβαιώσεις ότι με τον κ. Ακιντζί όλα θα κινηθούν ομαλά, ήγειραν θέμα εγγυήσεων της Τουρκίας (κάτι που ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν έθεσε στο σχέδιο Ανάν 5), διότι δεν μπορεί μια ευρωπαϊκή χώρα να έχει εγγυήσεις από τρίτη χώρα. Και αυτή η έκκληση έγινε αποδεκτή, με τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε, σε συνεννόηση με Αμερικανούς- Ευρωπαίους και ΟΗΕ, να φέρνουν στο τραπέζι του Κραν Μοντανά πρόταση –για πρώτη φορά από γενέσεως του Κυπριακού το 1960- για κατάργηση των Εγγυήσεων.

Ο κ. Αναστασιάδης, όχι μόνο δεν μπήκε δημιουργικά στη συζήτηση αυτού του τεράστιου κεφαλαίου, αλλά αφού αναγόρευσε τον αντιπρόσωπο του γ.γ. του ΟΗΕ Έσπεν Μπαρθ Άιντε σε υπάλληλο και πράκτορα των Τούρκων, επέλεξε να πάει σε εκλογές τις οποίες –κάνοντας χρήση ρητορικής του 1980- κατάφερε να κερδίσει.

Τι πέτυχε η Τουρκία στην ΑΟΖ

Μετά από 10 μέρες αποκλεισμού του γεωτρύπανου της ΕΝΙ από τον στόχο Σουπιά στο οικόπεδο 3, λίγα απομένουν να διευκρινιστούν για τις προθέσεις της Τουρκίας. Η τουρκική navtex λήγει την ερχόμενη Πέμπτη και από τη λήξη ή την ανανέωσή της θα διαφανούν δύο τινά:

Πρώτον, αν δεν ανανεωθεί, η Τουρκία στέλνει εκβιαστικά ένα μήνυμα επανεκκίνησης του Κυπριακού, διαφορετικά κάτι τέτοιο μπορεί να επαναληφθεί.

Δεύτερον, διά της ανανέωσης στέλνει το μήνυμα ότι η συζήτηση στο Κυπριακό τερματίζεται, ενώ ταυτόχρονα τερματίζεται και το γεωτρητικό πρόγραμμα της Κύπρου.

Έτσι ή αλλιώς η κίνηση αυτή της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τις σχεδόν ανύπαρκτες διεθνείς αντιδράσεις, στέλνει μια σειρά από μηνύματα για όσους θέλουν να τα λάβουν:

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει την ισχύ και τα μέσα να προστατεύσει την κυπριακή ΑΟΖ, ούτε να εγγυηθεί την απαραίτητη ασφάλεια στις εταιρείες γεωτρήσεων που επιχειρούν εκεί. Στην πράξη αυτό συνιστά περαιτέρω υποβάθμιση της κρατικής οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ δεν έχουν πλέον οι εταιρείες κολοσσοί (το παραδέχτηκε αυτό την Παρασκευή δημόσια ο CEO της ENI Κλαούντιο Ντεσκάλτσι), αλλά την ευθύνη της ασφάλειας των γεωτρήσεων φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Η οποία απέδειξε ότι δεν μπορεί. Η ιταλική ΕΝΙ, εξάλλου, επιλέγηκε από την Τουρκία ως στόχος για δύο λόγους. Πρώτον, η Ιταλία δεν είναι υπερδύναμη, δεύτερον, έχει αναλάβει γεωτρήσεις στα περισσότερα οικόπεδα (6) της κυπριακής ΑΟΖ. Οπότε η ΕΝΙ λόγω μικρού γεωπολιτικού εκτοπίσματος της Ιταλίας, αλλά και απώλειας χρόνου και χρήματος, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα επιχειρήσει να κινηθεί ξανά στην κυπριακή ΑΟΖ χωρίς να έχει εκ των προτέρων τη συγκατάθεση της Τουρκίας.

Εκ των πραγμάτων, ο ενεργειακός σχεδιασμός της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν «συνεχίζεται απρόσκοπτα, παρά τις φωνασκίες της Τουρκίας», αλλά η Τουρκία όταν θέλει μπορεί να επιφέρει σημαντικούς περισπασμούς.

Με βάση το τετελεσμένο στο οικόπεδο 3, η πορεία λύσης του Κυπριακού και το πρόγραμμα γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ πλέον συμβαδίζουν. Η Τουρκία προέβη σε έναν αξιόπιστο εκβιασμό τον οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναλάβει ή και να κλιμακώσει, μεταφέροντας το δικό της τρυπάνι στην περιοχή για πραγματοποίηση γεωτρήσεων κατ’ εντολήν των Τ/Κ.

Η δυτική κοινότητα μετά το Κραν Μοντανά δείχνει απρόθυμη να στηρίξει ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ εξέδωσαν χλιαρές ανακοινώσεις, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη διά των δηλώσεων του εκπροσώπου τους ουσιαστικά εμφανίστηκαν αναρμόδια να διαχειριστούν τέτοιου είδους προβλήματα.

Η Ρωσία δεν έδειξε κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον. Εξάλλου, η κρίση εξυπηρετεί απολύτως τα συμφέροντά της. Τη στιγμή που συνεργάζεται με την Τουρκία στη Συρία, δεν επιθυμεί την ανάπτυξη κανενός υποσυστήματος ασφαλείας με άξονα το φυσικό αέριο στην Ανατ. Μεσόγειο υπό δυτική επιρροή.

 

Τέλος, η κρίση στο κοίτασμα 3 απέδειξε για μια ακόμα φορά ότι σε κρίσιμες στιγμές, η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να βοηθήσει ουσιαστικά την Κύπρο.

 

Πώς μπορεί να αντιδράσει η Κύπρος;

Παρά το παρατεταμένο πάγωμα που επακολούθησε της navtex, οι πρώτες αντιδράσεις από τα κόμματα, κυρίως του Ενδιάμεσου, παραπέμπουν στις γνωστές στερεότυπες τακτικές. Προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, διαβήματα στις Βρυξέλλες, λήψη νομικών μέτρων κατά της Τουρκίας, ενώ τις επόμενες μέρες αναμένεται να ανασύρουμε από το οπλοστάσιό μας και τα βέτο που παραπέμπουν σε παρεμπόδιση….της ήδη παγωμένης ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ. Τέλος, δεν λείπουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου θα συνεχιστεί, αφού εντός των επόμενων μηνών κατέρχεται στο τεμάχιο 10 η αμερικανική EXXON με την πλατφόρμα της να συνοδεύεται από τον 6ο αμερικανικό στόλο.

Η κυβέρνηση, μάλλον αναλογιζόμενη τα δεδομένα επί της θαλάσσης, έσπευσε ορθά να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδεχθεί επανεκκίνηση του διαλόγου στο Κυπριακό υπό καθεστώς εκβιασμού. Από την άλλη οι Τ/Κ, με εξαίρεση μια δήλωση του Κουντρέτ Οζερσάι ο οποίος διαχειρίζεται τις εξωτερικές υποθέσεις της τ/κ κοινότητας, φαίνεται να είναι ουραγός των κινήσεων της Τουρκίας. Ούτε καν στοιχειώδη ενημέρωση είχαν για τις προθέσεις της Τουρκίας να παρεμποδίσει τη γεώτρηση στο οικόπεδο 3.

Εν κατακλείδι, και εκ των πραγμάτων, λόγω και της παντελούς έλλειψης αντιδράσεων από τη διεθνή κοινότητα, φαίνεται αυτή τη στιγμή ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στην Τουρκία. Με την ολοκλήρωση της navtexστις 22 Φεβρουαρίου και διά της διασύνδεσης πλέον του Κυπριακού με το φυσικό αέριο, μπορεί να στείλει το μήνυμα ότι στους επόμενους μήνες ενδιαφέρεται για σοβαρή εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις για την τελική λύση. Αν η navtexπαραταθεί και ακολουθήσουν νέα τετελεσμένα διά της καθόδου στην περιοχή του δικού της γεωτρύπανου, τότε το Κυπριακό μας τελειώνει και μπαίνουμε σε μια νέα φάση όξυνσης επί κυπριακού εδάφους, που δεν ξέρει κανείς πού θα οδηγήσει.

Με βάση αυτά τα δεδομένα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έχει τις επόμενες μέρες και βδομάδες τεράστια ευθύνη για το πού θα οδηγηθούν τα πράγματα. Οφείλουμε χωρίς συναισθηματισμούς όλοι να κατανοήσουμε ότι η ρευστότητα στην Κύπρο, που στηρίζεται στο status quo που έχει καθορίσει η Τουρκία, επιτρέπει στη χώρα αυτή να κινείται κατά το δοκούν και συμφέρον. Απεναντίας, η λύση του Κυπριακού και η πλήρης και λειτουργική ένταξη των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων στην ΕΕ, παρ’ όλα τα ρίσκα που ενέχει το εγχείρημα αυτό, περιορίζει την Τουρκία. Η οποία θα υποχρεωθεί να κινείται στην περιοχή στηριζόμενη περισσότερο σε κανόνες δικαίου παρά ασκώντας την πολιτική της κανονιοφόρου.

Στοιχεία από politis.com.cy

—

The Hellenic Information Team

Spiegel: «Θησαυρός» το κοίτασμα στην Κύπρο -Το γεωστρατηγικό παιχνίδι

0
ΤΟ POWERPLAY ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ

Το γερμανικό περιοδικό der Spiegel στην ηλεκτρονική του έκδοση δημοσιεύει άρθρο για τα κοιτάσματα φυσικού αερίου με τίτλο «Κυνήγι για το θησαυρό της Μεσογείου» και υπότιτλο «Γεωστρατηγικό powerplay».

Όπως αναφέρει το γερμανικό περιοδικό «στη Μεσόγειο υπάρχουν τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου και πολλοί θέλουν να εξορύξουν την πρώτη ύλη. Τώρα κλιμακώνεται η διένεξη ανάμεσα στο Ισραήλ και το Λίβανο, αλλά κι ανάμεσα στην Τουρκία και την Κύπρο».

«Ο πόλεμος στη Συρία, η πυρηνική απειλή από τη Βόρεια Κορέα, η διένεξη Ιράν και Ισραήλ, η διαμάχη για τα νησιά της νότιας κινεζικής θάλασσας – όλες οι παγκόσμιες εστίες κρίσης συζητούνται στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Είναι πολύ πιθανό όμως ότι το ενδιαφέρον εστιάζεται και στη Μεσόγειο. Κι ο λόγος είναι, το φυσικό αέριο.

Πολλά παραμεσόγεια κράτη τσακώνονται αυτόν τον καιρό για το ποιος επιτρέπεται και πού να αναζητήσει και να εξορύξει την πρώτη ύλη. Η Τουρκία με την Κύπρο και την Ελλάδα, το Ισραήλ με το Λίβανο. Από τις αρχές του μήνα η κατάσταση έχει κλιμακωθεί» σημειώνει το Der Spiegel και προσθέτει:

Νότια του κυπριακού λιμανιού της Λάρνακας βρίσκεται ένας θησαυρός αερίου. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Λευκωσίας, τουρκικά πολεμικά πλοία εμποδίζουν από την Παρασκευή της προηγούμενης εβδομάδας τον ιταλικό ενεργειακό όμιλο ΕΝΙ να φτάσει με το πλοίο-γεωτρύπανο “Saipem 12000” την περιοχή προς εξερεύνηση.

Το υπόβαθρο αυτής της επιχείρησης μπλοκαρίσματος είναι η εδώ και δεκαετίες διαρκούσα διένεξη στο τρίτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου. Το 1974 ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το βόρειο τμήμα, αφού οι Ελληνοκύπριοι είχαν διαπράξει πραξικόπημα για να προσαρτήσουν το νησί στην Ελλάδα. Έκτοτε η χώρα είναι διαιρεμένη.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, η κυβέρνηση της οποίας κυβερνά το νότιο τμήμα από τη Λευκωσία, είναι μέλος της ΕΕ από το 2004. Δεν αναγνωρίζεται από την Τουρκία. Τώρα η κυβέρνηση της Άγκυρας έχει τη γνώμη ότι η αναζήτηση πρώτων υλών χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Τουρκοκυπρίων περιφρονεί τα δικαιώματά τους και μαζί τα δικά της.

Η ΕΕ επικρίνει το μπλοκάρισμα του πλοίου και προειδοποιεί ότι η Τουρκία πρέπει να σεβαστεί την εδαφική κυριαρχία της χώρας μέλους της ΕΕ. Στο περιθώριο της συνόδου κορυφής για την καταπολέμηση του ΙΚ στο Κουβέιτ αυτή τη βδομάδα, οι ΥΠΕΞ της Τουρκίας και της Ιταλίας συζήτησαν επίσης για το θέμα αυτό.

Το ιταλικό ΥΠΕΞ – σύμφωνα με το Dpa – δήλωσε μετά τη συνάντηση ότι αναμένει να βρεθεί μια «κοινή λύση, σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο και τα συμφέροντα τόσο της ΕΝΙ, των χωρών της περιοχής όσο και των δύο κυπριακών κοινοτήτων». Προς το παρόν όμως δεν διαφαίνεται συμβιβασμός. Το μπλόκο στην ανατολική Μεσόγειο καλά κρατεί.

Έτσι, σε πρώτη φάση, στην οικονομικά πληγείσα από την ευρωκρίση Κυπριακή Δημοκρατία απομένει μόνο η ελπίδα για τα άλλα, αδιαφιλονίκητα κοιτάσματα αερίου, μεταξύ των οποίων και το Block 12, το επονομαζόμενο «Αφροδίτη». Κι αυτό συνορεύει με τις συμφωνημένες πριν μερικά χρόνια θαλάσσιες οικονομικές ζώνες της Αιγύπτου, του Ισραήλ και του Λιβάνου. Στο βυθό της Μεσογείου στένεψαν τα πράγματα.

Και τα δυο εχθρικά κράτη της Μέσης Ανατολής, Ισραήλ και Λίβανος, ‘τρώγονται’ λόγω του φυσικού αερίου. Η κυβέρνηση της Ιερουσαλήμ προωθεί εντατικά την αναζήτηση αερίου.

Εδώ και πέντε χρόνια γίνεται εκμετάλλευση των 282 δισ. κυβικών μέτρων κοιτάσματος “Tamar”, το οποίο απέχει περίπου 80 χλμ. περίπου από το λιμάνι της Χάιφα. Του χρόνου αναμένεται να έχει εξερευνηθεί το πολύ μεγαλύτερο κοίτασμα «Λεβιάθαν», 621 δισ. κυβικών μέτρων.

Τώρα έχει ξεσπάσει διαμάχη για μια μεγάλη περιοχή έκτασης 1.742 τ.χλμ., το οποίο διεκδικούν οι δύο χώρες. Ο ισραηλινός ΥΠΕΞ Α Λίμπερμαν προειδοποίησε, στα τέλη Ιανουαρίου, τις διεθνείς εταιρείες να μη συμμετάσχουν στην έρευνα και εκμετάλλευση, γιατί – όπως είπε – θα ήταν «λάθος». Υπονοούσε την ΕΝΙ, τη γαλλική Total και τη ρωσική Novatek.

Η κυβέρνηση του Λιβάνου εμφανίζεται απτόητη. Την περασμένη Παρασκευή ο υπ. Ενέργειας Σεζάρ Αμπί Χαλίλ υπέγραψε συμφωνίες με την κοινοπραξία. Ο αμερικανός ΥΠΕΞ Ρεξ Τίλερσον , σε επίσκεψή του την Πέμπτη στη Βηρυτό, προσπάθησε να διαμεσολαβήσει ανάμεσα στη λιβανέζικη και στην ισραηλινή θέση, αλλά αποχώρησε χωρίς αποτέλεσμα.

Κι έπειτα τίθεται και το ερώτημα πώς η Κύπρος και το Ισραήλ θα μπορέσουν στο μέλλον να εξάγουν εν γένει το φυσικό αέριο. Υπό συζήτηση βρίσκεται ένας αγωγός από το Ισραήλ μέσω Κύπρου και Ελλάδας να το μεταφέρει στην Ιταλία.

Οι υπ. Ενέργειας των τεσσάρων χωρών υπέγραψαν στα τέλη του περασμένου χρόνου σχετική δήλωση προθέσεων. Το έργο όμως θεωρείται μάλλον μη ρεαλιστικό, λόγω του υψηλού κόστους, της γεωπολιτικής κατάστασης και των τεχνικών προκλήσεων.

Αντ’ αυτού υπάρχουν σκέψεις να διοχετεύουν το Ισραήλ και η Κύπρος το υγροποιημένο αέριό τους (LNG) στην Αίγυπτο. Η χώρα διαθέτει ήδη εργοστάσια LNG και είναι το μοναδικό παραμεσόγειο κράτος, το οποίο μπορεί να εκμεταλλευθεί τα κοιτάσματα αερίου του χωρίς πολιτικές διενέξεις.

Το 2015 η ΕΝΙ βρήκε έξω από την παραθαλάσσια πόλη Port Said, σε βάθος 1500 μέτρων κοίτασμα φυσικού αερίου έκτασης περίπου 100.000 τ.χλμ. – το “Zohr”. Θεωρείται το μεγαλύτερο εύρημα που ανακαλύφτηκε ποτέ στη Μεσόγειο και αναμένεται να καλύπτει τις ανάγκες της Αιγύπτου σε αέριο για τις επόμενες δεκαετίες. Ο Πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι εγκαινίασε πανηγυρικά το κοίτασμα πριν από δύο εβδομάδες.

Πηγή: Spiegel: «Θησαυρός» το κοίτασμα στην Κύπρο -Το γεωστρατηγικό παιχνίδι | iefimerida.gr

Η ΑΟΖ και το γεωπολιτικό δίπολο Ελλάδα-Κύπρος

1

του Ιωάννη Μάζη
Οι πρόσφατες εξελίξεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο ενισχύουν την πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει στην ανακήρυξη ΑΟΖ και μάλιστα να αποστείλει τις δέουσες συντεταγμένες στην αρμόδια Υπηρεσία του ΟΗΕ σε συντονισμό με την Αίγυπτο και την Κυπριακή Δημοκρατία. Πάντως, ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει με μεγάλη λεπτότητα χειρισμών στις γεωστρατηγικές μας σχέσεις με την Ιερουσαλήμ και με εμβάθυνση των σχέσεών μας με τις ΗΠΑ.
Η χώρα μας την περίοδο αυτή αποτελεί τον πλέον έγκυρο σύμμαχο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στη νοτιοανατολική πτέρυγα με πολλά κοινά συμφέροντα, τα οποία καλά θα κάνουμε να μπούμε στον κόπο να τα χαρτογραφήσουμε επιτέλους! Επίσης, με την συμβολή της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της ενεργειακής προοπτικής του Εast-Med να αξιοποιήσουμε την άκρως θετική για το γεωπολιτικό Δίπολο Ελλάδος-Κύπρου συγκυρία.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει το γεωπολιτικό δίπολο Ελλάδος-Κύπρου και να το αξιοποιήσουμε γεωστρατηγικώς ως τέτοιο. Εάν συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι η γεωστρατηγική σχέσις Αθηνών-Λευκωσίας αποτελεί περιττή και επισφαλή πολυτέλεια τα αποτελέσματα για την Ελλάδα, το Αιγαίο και την Θράκη θα είναι οδυνηρά.

Η φινλανδοποίησις της Κύπρου σημαίνει την ομηρία από πλευράς Τουρκίας, του Κυπριακού Ελληνισμού. Και μια τέτοια ομηρία σημαίνει διαρκή αναβάθμιση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων της Τουρκίας στην κοιτασματοφόρο νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπως και αύξηση των εκβιαστικών και αποσταθεροποιητικών για την περιοχή απαιτήσεών της προς τα δυτικά κέντρα εξουσίας και την Ουάσιγκτον.

Η πρόσφατη τουρκική ναυτική επέμβαση, που έχει ακινητοποιήσει την πλατφόρμα της ΕΝΙ στην κυπριακή ΑΟΖ, είναι σαφής ένδειξη. Έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση συνεπάγεται μεγάλους εθνικούς κινδύνους για την Ελλάδα. Ας το κατανοήσουμε το συντομότερο δυνατόν. Ιδιαιτέρως τώρα, με την απαιτούμενη αναθεώρηση εκ βάθρων της ναυαγισμένης –λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας– διαδικασίας για το Κυπριακό.

Οι συνομιλίες πρέπει να αρχίσουν, όταν αρχίσουν, σε μια tabula rasa χωρίς ανειλημμένες, ανύπαρκτες υποχρεώσεις, χωρίς αποδοχή καταστάσεων απαρτχάιντ, χωρίς άλλη «Διζωνική Δικοινοτική» κοροϊδία! Αλλά με διευθέτηση του βασικού προβλήματος εισβολής και κατοχής, όπως και των εννέα τουλάχιστον διεθνών εγκλημάτων τα οποία ετελέσθησαν επί του σώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αναμφισβητήτως, η συγκυρία είναι πλήρης προκλήσεων. Ο μυκτηρισμός και η ειρωνική διάθεσις εναντίον του Προέδρου Τραμπ, ειδικά κατά την παρούσα συγκυρία, δεν είναι η καταλληλότερη διπλωματική συμπεριφορά για την Αθήνα. Εξυπηρετεί μόνον τα συμφέροντα των αντιπάλων της Ελλάδος και όχι τα εθνικά. Για να δοθούν έγκυρες απαντήσεις στις πολλές και δύσκολες προκλήσεις έχουμε ανάγκη από Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Ας προχωρήσουμε επιτέλους στη συγκρότησή του.

slpress.gr/

Κόλαση στην Α.Μεσόγειο: Ολες οι εμπλεκόμενες χώρες κατεβάζουν Στόλο – Πέταξε εκτός τις ΗΠΑ ο Λίβανος, έδωσε θαλάσσια οικόπεδα στην Ρωσία

2

Καταιγιστικές εξελίξεις οι οποίες «ακουμπούν» και την κυπριακή ΑΟΖ , αφού ο Λιβανέζος πρωθυπουργός προειδοποίησε πριν λίγο για «νέους πολέμους» με  αφορμή τις μεγάλες διαμάχες με το Ισραήλ για δύο θαλάσσια οικόπεδα.

  Οι ΗΠΑ και συγκεκριμένα ο Ρεξ Τίλερσον έσπευσε να γεφυρώσει το χάσμα χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στρατηγική επιλογή του Λιβάνου η συνεργασία με Μόσχα.
Ετσι η διαφορά Λιβάνου-Ισραήλ δεν είναι μόνο η Χεζμπολάχ και τα χερσαία σύνορα αλλά διευρύνεται περιλαμβάνοντας ενεργειακό πλούτο!
Σε ετοιμότητα έχει τεθεί και η Χεζμπολάχ η οποία τονίζει πως διαθέτει και αντιπλοϊκούς πυραύλους. Το Ισραήλ συνεχίζει να ενισχύει τις δυνάμεις του στα χερσαία σύνορα του τη στιγμή που ανοίγει και θαλάσσιο μέτωπο!

Mια παράμετρος που νομίζουμε πως δεν έχει εξεταστεί είναι το ρωσικό συμφέρον στην ΑΟΖ Λιβάνου καθώς ρωσική εταιρεία έχει πάρει θαλάσσιο οικόπεδο και οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν πως θα ενισχυθεί ο ρωσικός Στόλος Μεσογείου λόγω Ισραήλ και Τουρκίας.
Για αυτό το λόγο όπως σας είχαμε αποκαλύψει (δείτε σχετικά πατώντας ΕΔΩ) Ρωσία και Λίβανος υπογράφουν αμυντική συνθήκη που περιλαμβάνει το άνοιγμα των λιμανιών του Λιβάνου σε όλα τα ρωσικά πολεμικά πλοία και υποβρύχια, ενώ ο εναέριος χώρος και τα αεροδρόμια θα αποτελούν σταθμούς διέλευσης των ρωσικών μαχητικών και στρατιωτών κατά την πορεία τους στην Συρία .
Ταυτόχρονα Ρώσοι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες θα εκπαιδεύσουν και θα ενισχύσουν Λιβανέζους στρατιωτικούς και στρατιώτες ενώ θα βοηθήσουν και στην εκπαίδευση όπως του «αστικού πολέμου».
Ο Λιβανέζος Πρωθυπουργός δηλώνει ρητώς ότι η Βηρυτός είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τους Ισραηλινούς έχοντας και  «ρωσικές πλάτες» από πίσω.
Ετσι, πραγματικά παίρνει «φωτιά» η ανατολική Μεσόγειος, αρχικά, από την πρόθεση της Τουρκίας να υφαρπάξει μέρος της κυπριακής ΑΟΖ, με την συνδρομή του τουρκικού στόλου ενώ τώρα στο παιχνίδι εισέρχεται και το Ισραήλ το οποίο είναι σε διαμάχη με τον Λίβανο για δύο θαλάσσια οικόπεδα που έχουν δοθεί σε ρωσική , γαλλική και ιταλική εταιρεία .
Ετσι λοιπόν θα γίνει «της κολάσεως» στην περιοχή που εφάπτεται με  την κυπριακή ΑΟΖ.
Αυτό θα αποτελέσει για τον Ερντογάν  μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να προβάλει και αυτός τα δικά του αστήρικτα αιτήματα , τα οποία θα «συνοδεύσει» με στολίσκο από Φρεγάτες , κανονιοφόρους και υποβρύχια .
Πρόκειται για ιδανική ευκαιρία για την Άγκυρα , να κάνει «γνωστό» ότι της «ανήκουν» (παράνομα βέβαια) κυπριακά θαλάσσια οικόπεδα και να ξεκινήσει ακόμα και εξόρυξη στο οικόπεδο 6 όπως έχει προαναγγείλει , χωρίς να υπολογίζει κανέναν και τίποτα.
Γι αυτό οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είναι σε επιφυλακή βλέποντας μια μεγάλη καταιγίδα να έρχεται, προειδοποιούν ότι ακριβώς το επόμενο μικρό χρονικό διάστημα η Τουρκία σχεδιάζει να ξεκινήσει έρευνες στο οικόπεδο 6 της κυπριακής ΑΟΖ, με τουρκικά πολεμικά πλοία να συνοδεύουν το τουρκικό γεωτρύπανο.
Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου  προειδοποίησε ότι οι πολλές και ιδιαίτερα σκληρές διαμάχες με το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων των αμφισβητούμενων δικαιωμάτων στην εξερεύνηση δύο θαλάσσιων οικοπέδων ( 4 και 9) και η κατασκευή ενός συνοριακού τείχους από το Ισραήλ πάνω σε ήδη αμφισβητούμενο έδαφος, θα  οδηγήσουν σε πόλεμο.
«Ο Λίβανος έχει λάβει απόφαση να αμυνθεί εάν υπάρξει ισραηλινή επίθεση στο έδαφος του  ή στα πετρελαϊκά του  δικαιώματα», ανέφερε ο Αούν σε συνέντευξή του στο αιγυπτιακό πρόγραμμα ειδήσεων .
«Μέχρι τώρα», πρόσθεσε, «δεν υπήρξε επίθεση αλλά υπάρχουν δυνάμεις (Ρωσία) που θα παρέμβουν διπλωματικά και πολιτικά για να βοηθήσουν στην επίλυση αυτής της διαμάχης», πρόσθεσε.
Τον Δεκέμβριο, η κυβέρνηση του Λιβάνου ενέκρινε το δικαίωμα διερεύνησης δύο ενεργειακών μονάδων, δηλαδή του μπλοκ 4 και του μπλοκ 9, επ’ ωφελεία  κοινοπραξίας με επικεφαλής της ρωσική εταιρεία φυσικού αερίου Novatek, την γαλλική TOTAL και την ιταλική Eni.
Ο Aoun προειδοποίησε ότι εάν το Ισραήλ πραγματοποιήσει τις απειλές του, αυτό θα οδηγούσε  σε νέο γύρο στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών.
«Η ρητορική του Ισραήλ δεν μας ενδιαφέρει, αλλά αν τεθεί σε ισχύ, θα υπάρξουν νέοι πόλεμοι», είπε.
Ο ίδιος πρόσθεσε  ότι αν το Ισραήλ κατασκευάσει τείχος στο έδαφος του Λιβάνου, αυτό θα είχε «καταστροφικά» αποτελέσματα.
«Έχουμε προτείνει μια λύση. Υπάρχουν αμφισβητούμενα σημεία κατά μήκος των συνόρων μας  με το Ισραήλ. Ας λύσουμε λοιπόν αυτή τη διαφωνία πάνω στα σημεία αυτά και τότε και μόνον τότε μπορούν να χτίσουν οποιοδήποτε τείχος θέλουν στη γη τους», δήλωσε ο Λιβανέζος πρόεδρος.
Ο Aoun ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ότι το Ισραήλ «έχει καταστεί ρατσιστικό κράτος» και είναι υπεύθυνο για την έλλειψη ειρήνης με τους Άραβες  γείτονές του».
Το Ισραήλ «θέλει μόνο κυριαρχία και τα συμφέροντα του» , είπε.
Η λιβανέζικη εφημερίδα An-Nahar ανέφερε ότι ο Aoun, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου Nabih Berri και ο Πρωθυπουργός Saad Hariri συναντήθηκαν στη Βηρυτό για να συζητήσουν «την επιθετικότητα του Ισραήλ» κατά της κυριαρχίας του Λιβάνου».
Η Χεζμπολάχ, η οποία έχει δημιουργήσει τακτικό στρατό πλέον και  θεωρείται ότι έχει περισσότερη στρατιωτική επιρροή από τον ίδιο το λιβανικό στρατό, απείλησε πρόσφατα να ανοίξει πυρ εναντίον των στρατιωτών του Ισραήλ που θα ξεκινήσουν να κατασκευάζουν τείχος , σύμφωνα με  το ισραηλινό κανάλι  Hadashot TV.
Το μήνυμα παραδόθηκε στην Ιερουσαλήμ μέσω της UNIFIL, ανέφερε η έκθεση.
Η δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, φοβούμενη ενδεχόμενη κλιμάκωση, πέρασε το μήνυμα στους Αμερικανούς και Γάλλους πρεσβευτές, οι οποίοι ενημέρωσαν το γραφείο του Ισραηλινού Πρωθυπουργού στην Ιερουσαλήμ για το θέμα αυτό.
Λίβανος: Η Βηρυτός απορρίπτει τις αμερικανικές προτάσεις για τα θαλάσσια σύνορα με το Ισραήλ
Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου του Λιβάνου Ναμπίχ Μπέρι δήλωσε στον Αμερικανό απεσταλμένο στη χώρα του ότι η Βηρυτός απορρίπτει τις πρόσφατες προτάσεις των ΗΠΑ που αφορούν τα διαφιλονικούμενα θαλάσσια σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ.
Αμερικανοί διπλωμάτες προσπαθούν να μεσολαβήσουν μεταξύ των δύο χωρών προκειμένου να τερματιστεί η κρίση που ξέσπασε αφενός με αφορμή την κατασκευή ενός τείχους εκ μέρους του Ισραήλ σε εδάφη που ο Λίβανος θεωρεί δικά του και αφετέρου για την απόφαση της Βηρυτού να ξεκινήσει έρευνες σε ένα κοίτασμα που βρίσκεται σε διαφιλονικούμενα ύδατα.
«Αυτό που προτείνεται (σ.σ. από τις ΗΠΑ) είναι απαράδεκτο» δήλωσε ο Μπέρι στη συνάντηση που είχε με τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντέιβιντ Σάτερφιλντ.
Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου αναφερόταν προφανώς στη θαλάσσια συνοριακή γραμμή που πρότεινε ο Αμερικανός διπλωμάτης Φρέντερικ Χοφ το 2012.
Με τον διακανονισμό αυτόν θα δίνονταν στον Λίβανο τα δύο τρίτα και στο Ισραήλ το ένα τρίτο της διαφιλονικούμενης περιοχής, έκτασης περίπου 860 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Μη πηγή προσκείμενη στον Μπέρι είπε ότι ο Σάτερφιλντ παρουσίασε «ένα νέο σχέδιο αφού η αμερικανική πλευρά πείστηκε» ότι ο Λίβανος δεν θα αποδεχτεί τη γραμμή του Χοφ. Παραμένει ασαφές όμως ποια ακριβώς είναι η νέα αμερικανική πρόταση.
Την περασμένη εβδομάδα, μια κοινοπραξία στην οποία μετέχουν η γαλλική Total, η ιταλική Eni και η ρωσική Novatek υπέγραψε συμφωνίες για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε δύο «οικόπεδα» στα ανοιχτά του Λιβάνου.
Το ένα από αυτά τα οικόπεδα διεκδικείται από το Ισραήλ που χαρακτήρισε «πολύ προκλητική» την απόφαση για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Ετσι στην ουσία έχουμε και σύγκρουση Ισραήλ-Ρωσίας…
Η Χεζμπολάχ απειλεί με επιθέσεις στις πλατφόρμες άντλησης φ/α του Ισραήλ στη Μεσόγειο
Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ Sayyed Nasrallah απείλησε το Ισραήλ ότι η οργάνωσή του θα προχωρήσει σε επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεων άντλησης φυσικού αερίου στην Α. Μεσόγειο.
Κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού του μηνύματος ο Nasrallah δήλωσε ότι «Η Χεζμπολάχ μπορεί να εξουδετερώσει όλες τις πλατφόρμες άντλησης του Ισραήλ μέσα σε μερικές ώρες».
«Εάν μας εμποδίσετε, θα εμποδίσουμε. Εάν ανοίξετε πυρ θα ανοίξουμε πυρ» πρόσθεσε.
Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλα από την πλευρά του προειδοποίησε ότι η οργάνωσή του είναι έτοιμη «να δράσει» αν χρειαστεί για την υπόθεση αυτή.
Οι Λιβανέζοι αξιωματούχοι, είπε, πρέπει να καλέσουν τις ΗΠΑ να ακούσουν τα αιτήματα του Λιβάνου ώστε «να κρατηθεί η Χεζμπολάχ μακριά από το Ισραήλ».
«Στη μάχη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου το μόνο χαρτί που έχουν (οι Λιβανέζοι) είναι η αντίσταση», τόνισε.
Αν το Ανώτατο Αμυντικό Συμβούλιο ζητούσε από τη Χεζμπολάχ να σταματήσει τους Ισραηλινούς, ο Νασράλα υποστήριξε ότι η οργάνωση «θα ήταν έτοιμη να τους σταματήσει μέσα σε λίγες ώρες».

Τρομερά πράγματα στην περιοχή μας

«Ο φυλακισμένος δημοσιογράφος Deniz Yücel είχε τις πλάτες της Μέρκελ, οι άλλοι ;»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected] www.kalkis.eu

Μας είναι διαχρονικά γνωστό ότι το νταηλίκι των νταήδων, τύπου Ερντογάν, περνάει στους φοβισμένους, στους αδύναμους και στους ανυπεράσπιστους από την στημένη «δικαιοσύνη», σαν αυτή της Τουρκίας. Στους έχοντες ήρεμη δύναμη, αυτοπεποίθηση, οικονομική ισχύ και δικαιοσύνη που στέκεται στο ύψος της οι τουρκικοί λεονταρισμοί προκαλούν θυμηδία. Αυτό συνέβη στο μπρίφιγκ της κυβερνητικής εκπροσώπου των ΗΠΑ πριν δυο μέρες, όταν οι δημοσιογράφοι της ανέφεραν για το «οθωμανικό χαστούκι εναντίων των αμερικανών» !

Θέλετε δυο προχθεσινά αλληλοσυγκρουόμενα παραδείγματα του τουρκικού λεονταρισμού ; Το μόνο εύκολο για την περίπτωση των γειτόνων μας.

Παράδειγμα ανυπεράσπιστων Τούρκων από τη στημένη «δικαιοσύνη»

 Σύμφωνα με το προχθεσινό ρεπορτάζ από την Κωνσταντινούπολη της ανταποκρίτριας Marie Jégo της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας LE MONDE στις 17-2-2018 «έξι δημοσιογράφοι καταδικάστηκαν σε ισόβια,  ένας άλλος απελευθερώθηκε». Ποιοι είναι οι καταδικασθέντες ;  Ο Ahmet Altan, πρώην αρχισυντάκτης της κλεισμένης πια από το τουρκικό καθεστώς καθημερινής εφημερίδας Taraf και οι δημοσιογράφοι Mehmet Altan, Nazli Ilicak, Fevzi Yazici, Sukru Tugrul Ozsengül και Iakup Simsek που είναι φυλακισμένοι από το 2016 και που θα παραμείνουν στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής τους, σύμφωνα με την ετυμηγορία του δικαστηρίου του Silivri. Για τους 3 πρώτους είχα ήδη γράψει στο άρθρο μου στις Ανιχνεύσεις στις 16-2-2018 http://www.anixneuseis.gr/?p=184721 αναφέροντας πως ο δικηγόρος τους υπεράσπισης δεν ήταν αισιόδοξος για την έκβαση της δίκης. Κάτι που αποδείχθηκε ατυχώς προχθές. Η μόνη τους ελπίδα, όσο μπορεί να ελπίζει ένας Τούρκος αντιφρονών, είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο παράδειγμα λοιπόν αυτό το νταηλίκι του Ερντογάν πέρασε, αφού η «δικαιοσύνη» είναι στημένη.

Παράδειγμα κατηγορούμενου που είχε τις πλάτες της Μέρκελ

Όλοι παρακολουθήσαμε την περασμένη Πέμπτη στους τηλεοπτικούς μας δέκτες τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Binali Yildirim, δίπλα στην Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ, να δηλώνει μειλίχιος στο Βερολίνο ενώπιον των δημοσιογράφων ότι γρήγορα η τουρκική «δικαιοσύνη» θα εκδικάσει την υπόθεση του Γερμανο-τούρκου δημοσιογράφου, δεινού επικριτή του τουρκικού καθεστώτος και ανταποκριτή στην Τουρκία της γερμανικής εφημερίδας «Die Welt», Deniz Yücel. Ο εν λόγω 44χρονος δημοσιογράφος συνελήφθη στις 14 Φεβρουαρίου 2017 ως μέρος των εκκαθαρίσεων που ξεκίνησε ο Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016 και παρέμενε κρατούμενος επί ένα χρόνο και δυο μέρες. Ώσπου έγινε το τουρκικό «θαύμα» και προχθές, δηλαδή μια μέρα μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Binali Yildirim, η στημένη «δικαιοσύνη» της χώρας του τον άφησε ελεύθερο, έστω και υπό κάποιους όρους, και ήδη επέστρεψε στη Γερμανία με τη σύζυγό του Dilek ! Πού πήγε άραγε το τουρκικό νταηλίκι ; Έπεσε στο κενό, αφού και ο Deniz Yücel και οι προηγούμενοι καταδικασθέντες Τούρκοι δημοσιογράφοι είναι επικριτές του καθεστώτος Ερντογάν. Η Μέρκελ δήλωσε σχετικά : «τόνισα για πολλοστή φορά την επείγουσα ανάγκη αυτής της υπόθεσης», η οποία «έχει αμαυρώσει τις σχέσεις μας και συνεχίζει να το πράττει».

«Το αστείο είναι ότι ακόμα δεν ξέρω γιατί φυλακίστηκα για ένα χρόνο, γιατί με κράτησαν όμηρο για ένα χρόνο», δήλωσε σε ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε στο Twitter, στα γερμανικά και τα τουρκικά μετά την επιστροφή του Deniz Yücel στο Βερολίνο. «Και δεν ξέρω γιατί απελευθερώθηκα σήμερα», συμπλήρωσε ο  δημοσιογράφος, όπως έγραψε στην ηλεκτρονική της έκδοση η εφημερίδα  Le parisien στις 17-02-2018.

Η απάντηση νομίζω είναι απλή : απελευθερώθηκε διότι είχε τις πλάτες της κυρίας Μέρκελ. Εκτός κι αν δεχθούμε την άποψη των αριστερών και οικολόγων βουλευτών της Γερμανίας ότι πιθανόν να έγινε «ένα βρόμικο παζάρι παρασκηνίου μεταξύ γερμανικής και τουρκικής κυβέρνησης για πώληση γερμανικών όπλων στην Τουρκία». Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel διαβεβαίωσε όμως ότι δεν είχε συνάψει «καμία βρώμικη ή καθαρή διαπραγμάτευση» με την Τουρκία για να επιτύχει την απελευθέρωση του δημοσιογράφου. «Η Τουρκία δεν ζήτησε τίποτα, ως  αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Deniz Yücel, και δεν θα μπορούσε να πάρει τίποτα», πρόσθεσε, υποδεικνύοντας ότι τώρα θέλει «έναν καλύτερο διάλογο» με την Άγκυρα.

Συμπέρασμα

Για να μας υπολογίζουν ειδικά οι Τούρκοι, πρέπει να γίνουμε οικονομικά ισχυροί, ήρεμη δύναμη, όμως με αυτοπεποίθηση και ετοιμότητα, με εκπαιδευμένο προσωπικό ασφαλείας πάνω στα σύγχρονα όπλα αποτροπής. Και φυσικά ισχυρές συμμαχίες στον κόσμο.

 

Οι Τούρκοι θέλουν πόλεμο

2

ΤΑ ΝΕΑ

Μένει κανείς άναυδος κάθε φορά που αποκαλύπτεται το ελληνικό έλλειμμα μνήμης και κρίσης. Τα γεγονότα στα Ιμια κάθε άλλο παρά θα έπρεπε να αφήσουν έκπληκτη την Ελλάδα: ο τούρκος πρόεδρος Ερντογάν τα έχει προαναγγείλει εδώ και πολύ καιρό, τουλάχιστον από τα τέλη του φθινοπώρου 2016, όταν προέβη σε μπαράζ δηλώσεων σκληρής, συστηματικής και καθολικής αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λωζάννης, κάτι που επανέλαβε και στην Αθήνα. Για πλάκα;

Στην Ελλάδα επικράτησε η άποψη ότι η αμφισβήτηση αυτή έχει στόχο το εσωτερικό του ακροατήριο. Μπορεί, αλλά τριτογενώς, ουδεμία σχέση έχει με το κεντρικό πρόβλημα. Η ουσία είναι ότι η αναθεωρητική Τουρκία θέλει και αισθάνεται πλέον ισχυρή να επιβάλει νέα σύνορα.
Οι Τούρκοι θέλουν πόλεμο. Το φωνάζουν καιρό τώρα οι ίδιοι ανοιχτά και επίσημα: το έκανε ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων προ ημερών στο Αιγαίο χωρίς περιστροφές, το είπε με το όνομά του ρητά και ξεκάθαρα. Το κάνουν συστηματικά οι αρμόδιοι υπουργοί, το κάνει ακόμα περισσότερο η ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Αγκυρα.
Και, πάνω απ’ όλα, το πιστοποιεί πλήρως η πραγματικότητα: τα εξοπλιστικά τους προγράμματα με έμφαση στην οικοδόμηση ισχυρότατου στόλου – για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία υπερτερούν ήδη σήμερα της Ελλάδας σε ναυτικές δυνάμεις – η αποφασιστικότητά τους που απεδείχθη δεδομένη ακόμα και έναντι των ΗΠΑ στη Συρία, η στάση τους στην κυπριακή ΑΟΖ όπου πρακτικά έχουν ήδη επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στο ιταλικό γεωτρύπανο, η μετατόπιση και αναθέρμανση των εντάσεων, όσο ποτέ, στα Ιμια και στη συνέχεια στο κρίσιμο Καστελλόριζο, η ρητορική Ερντογάν στη Θράκη.
Κι όμως, ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, εμείς κάνουμε συστηματικά πως δεν ακούμε και δεν βλέπουμε. Οποιος μιλά για αυτά είναι δήθεν “ακραίος εθνικιστής”, ενώ η επίσημη Ελλάδα περιμένει ως μάννα εξ ουρανού μια “συμπαράσταση” από την ΕΕ, η οποία, όμως, ξεκίνησε σε επίπεδο twitter του προέδρου Τουσκ και το πολύ πολύ να φτάσει και στο facebook – γιατί παραπέρα δεν πρόκειται να πάει, τουλάχιστον στον κρίσιμο χρόνο.
Ο εμβολισμός του σκάφους του Λιμενικού πρέπει να εκληφθεί από την Ελλάδα ως το τελευταίο στάδιο “προειδοποίησης” του ξεσπάσματος μιας πραγματικά σοβαρής επιθετικής στρατιωτικής ενέργειας της Τουρκίας. Οι επιτελείς στην Αθήνα το γνωρίζουν αυτό καλά και δεν έχουν αμφιβολίες για το πού θα πάνε τα πράγματα.
Πρέπει όμως να το καταλάβουν και οι πολιτικοί επικεφαλής και να σταματήσουν επιτέλους να παίζουν αυτό το βολικό για τους ίδιους κρυφτό με την πραγματικότητα.
Η Ελλάδα είναι εξαιρετικά πιθανό να βρεθεί σύντομα πλέον μπροστά σε στιγμές μεγάλων, οριακών αποφάσεων. Το να κάνει ότι δεν το βλέπει δεν αποτελεί λύση, όπως δεν αποτελεί και το να κρυφτεί πίσω από τις όποιες μυστικές “συμφωνίες” της νύχτας των Ιμίων ή της Μαδρίτης.
Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει. Η απόπειρα επιβολής στρατιωτικών τετελεσμένων είναι πλέον δεδομένη. Και το ερώτημα είναι ένα: θα τα δεχθεί ή θα τα αποκρούσει; Και πώς; Ολα τα άλλα είναι απλώς τραγικές αυταπάτες.

Αποδίδει το ανατολίτικο παζάρι του Ερντογάν; Ο Τίλερσον στην Άγκυρα, πίσω από τις λέξεις!

4

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΠΟΚΗ

US Secretary of State Rex Tillerson (L) meeting with Turkish President Recep Tayyip Erdogan (R) in Ankara, Turkey. EPA, TURKISH PRESIDENT PRESS OFFICE HANDOUT, EDITORIAL USE ONLY FEBRUARY 17, 2018

Εδώ και πολύ καιρό έχω καταγράψει την άποψη μου για την τελική κατάληξη που θα έχει η κρίση που επικρατεί στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία. Κόντρα στην επικρατούσα άποψη, με αφορμή όσα έλαβαν χώρα κατά την επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρέξ Τίλερσον, στην Άγκυρα, θα επαναλάβω ότι στο τέλος οι δυο παλαιοί σύμμαχοι και φίλοι θα τα ξαναβρούν και η Τουρκία, θα βγει κερδισμένη.

Ανατολίτικο Παζάρι…

Είναι υπεράνω πάσης αμφιβολίας ότι επί του παρόντος, τα προβλήματα στη σχέση Ουάσιγκτον και Άγκυρας, είναι πολλά και δύσκολα. Όπως, είναι επίσης βέβαιο, ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό το γεγονός τη φέρει ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Ερντογάν είναι ένας απολυταρχικός ηγέτης, με δημοκρατικό περίβλημα, ο οποίος ελέγχει πλήρως το σύστημα στη χώρα του, και δυστυχώς για τους αντιπάλους του μέσα και έξω, έχει μια καθαρά διαμορφωμένη και σχεδιασμένη για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων της Τουρκίας, στρατηγική. Είναι βιρτουόζος στο να εξασκεί το ανατολίτικο παζάρι.

Από πολύ νωρίς αντιλήφθηκε, ότι τα δεδομένα που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Τουρκία, αλλάζουν άρδην, με αποτέλεσμα να σχεδιάσει τη στρατηγική του με στόχο να κερδίσει σε πολλαπλά μέτωπα από την μεγάλη αναταραχή που προκαλεί και θα συνεχίσει να προκαλεί, πιο έντονα, αυτή η αλλαγή.

Οι σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας έχουν πολύ βαθιές ρίζες, ειδικά στο χώρο των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και μεταξύ των διπλωματών των δυο χωρών.

Ο πολύχρονος εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στην ευρύτερη περιοχή και έδωσε τη δυνατότητα, στον Ερντογάν και την Τουρκία να κάνουν παιχνίδι και παζάρι σε πολλαπλά μέτωπα.

Λόγω της στενής σχέσης οι ΗΠΑ για δεκαετίες θεωρούσαν την Τουρκία δεδομένη, τη στήριζαν, αλλά πάντα μέσα στα όρια που είχαν θέσει για αυτή στο μεταπολεμικό σκηνικό και στις διαμορφωμένες από τον Ψυχρό Πόλεμο συντεταγμένες. Σαν αποτέλεσμα οι επιδιώξεις της για αναθεώρηση των μεταπολεμικών δεδομένων που της είχαν επιβληθεί, πάντα σκόνταφταν στον τοίχο της Ουάσιγκτον.

Η επερχόμενη κατάρρευση του μεταπολεμικού σκηνικού και η διαμόρφωση του νέου πάνω στα δεδομένα που επικρατούν σήμερα, μαζί με τη νέα στρατηγική των ΗΠΑ, για την περιοχή, έδωσαν διέξοδο στην Τουρκία να αρχίσει να απλώνει τις καταπατημένες για δεκαετίες επιδιώξεις της. Και αμέσως μπήκε σε εφαρμογή, από τον Σουλτάνο Ερντογάν, το ανατολίτικο παζάρι.

Άρχισε να παίζει σε όλα τα μέτωπα, ακόμη και εκεί που στο παρελθόν θα ήταν ανήκουστο κάτι τέτοιο. Μόσχα, Τεχεράνη, Κάϊρο κλπ. Ταυτόχρονα, άρχισε να παίζει έντονα το μουσουλμανικό χαρτί. Άρχισε επίσης, να πυροβολεί τις παραδοσιακές σχέσεις, πρώτα με το Ισραήλ και μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο εμφύλιος στη Συρία, ανέδειξε για τον Ερντογάν και την Τουρκία, κινδύνους αλλά και ευκαιρίες. Έφερε στο προσκήνιο τον μεγάλο κίνδυνο της δημιουργίας Κουρδικού κράτους, στα σύνορα της Τουρκίας, αλλά δημιούργησε και την ευκαιρία για το τελικό ξεκαθάρισμα με τους Κούρδους. Και για να μην μακρηγορώ, ας έρθουμε στην κρίση με τις ΗΠΑ και στην επίσκεψη Τίλερσον.

Τα προβλήματα πολλά. Στην κορυφή, η συμμαχία και στήριξη από τις ΗΠΑ, των Κούρδων του YPG, στη Συρία, το φλερτ με τη Ρωσία, και η εξαγγελία για την αγορά των ρωσικών s-400, η κόντρα για την έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν, το επίσης φλερτ με την Τεχεράνη, οι συνεχείς επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, και αρκετά ακόμη.

Οι ρητορικές με βαρύτατες φράσεις από το Σουλτάνο, εναντίον των ΗΠΑ, σχεδόν καθημερινές, και το τράβηγμα στα άκρα συνεχές. Η επίσκεψη στην Ουάσιγκτον και η συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τράμπ, στο Λευκό Οίκο, επεισοδιακή. Και φτάνουμε στην εισβολή στη Συρία, και την επιχείρηση, «Κλάδος Ελιάς», εναντίον των στενών συμμάχων των ΗΠΑ, στην καταπολέμηση του ISIS, των Κούρδων του YPG. Ερντογάν και Τουρκία στα κάγκελα για την υποστήριξη και των εξοπλισμό των Κούρδων από την Ουάσιγκτον.

Επίσκεψη Τίλερσον…

Με τον κόμπο να έχει φτάσει στο χτένι, λόγω του Ερντογάν και της Τουρκίας, έρχεται η επίσκεψη του Ρέξ Τίλερσον, στην Άγκυρα. Ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του, φροντίζουν πριν καν την άφιξη του, να χαρακτηρίσουν την επίσκεψη κομβικό σημείο για την επούλωση ή την πλήρη κατάρρευση της σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.

Το παζάρι ξεκινά με την πρωτοφανή για τα διπλωματικά δεδομένα, συνάντηση τρεισήμισι ωρών του κ. Τίλερσον με τον Ερντογάν, χωρίς την παρουσία κανενός Αμερικανού Αξιωματούχου, και μόνο τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, Μελβούτ Τσαβούσογλου, να παίζει το ρόλο του μεταφραστή. Ένας Θεός ξέρει τι ειπώθηκε.

Στη συνέχεια ολονυκτία των επιτελείων των Υπουργών Εξωτερικών, και προσπάθεια για διαμόρφωση μιας συμφωνίας. Νωρίς το πρωί, οι Τούρκοι διαρρέουν πρόταση για το καυτό θέμα των Κούρδων του YPG, στη Συρία, προς τις ΗΠΑ. Απόσυρση των Κούρδων του YPG από την στρατηγικής σημασίας πόλη Μανμπίζ, ανατολικά του ποταμού Ευφράτη στη Συρία, και ταυτόχρονη παρουσία στην πόλη των αμερικανικών και τουρκικών δυνάμεων. Η διαρροή αναφέρει, ότι η πρόταση εξετάζεται από την Ουάσιγκτον.

Κοινή Συνέντευξη Τύπου…

Και ερχόμαστε στην κοινή συνέντευξη τύπου, Τίλλερσον και Τσαβούσογλου. Πολλοί διέγνωσαν ανυπαρξία προόδου και παραμονή της έντασης. Καλό είναι να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις. Ο Τσαβούσογλου, συνέχισε δημόσια το ανατολίτικο παζάρι, αφού δήλωσε με το καλημέρα της συνέντευξης τύπου ότι, «οι σχέσεις μας βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο καμπής. Είτε θα το διορθώσουμε αυτό και θα συνεχίσουμε τις σχέσεις μας, είτε θα πάμε σε πολύ χειρότερη θέση. Αλλά με τη θέληση που βάλαμε μπροστά από χθες (συνάντηση με Ερντογάν), κάναμε μια σημαντική στροφή όσον αφορά την ομαλοποίηση των σχέσεων μας. Φτάσαμε σε συμφωνία και κατανόηση».

Ο τούρκος ΥΠΕΞ, επανέλαβε δημόσια την πρόταση για το YPG και την Μανμπίζ, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ, είχαν δώσει υποσχέσεις που δεν τήρησαν.

Ο κ. Τίλερσον, όταν αναφέρθηκε στο θέμα είπε, “πρόκειται να αντιμετωπίσουμε την Μανμπίζ, πρώτα.. Είναι ένας από τους πρώτους τομείς στους οποίους θα εργαστούμε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύτηκαν προηγουμένως στην Τουρκία. Δεν έχουμε ολοκληρώσει την εκπλήρωση αυτών των δεσμεύσεων. Μέσω της ομάδας εργασίας πρόκειται να το αντιμετωπίσουμε και η Μανμπίζ, θα πάρει προτεραιότητα».

Ποιος δεν αντιλαμβάνεται τι έρχεται;

Στο άλλο καυτό θέμα της Ρωσίας και της αγοράς των S-400, ο Ρέξ Τίλερσον, ανέφερε ότι εάν προχωρήσει η αγορά και η αμυντική συμφωνία με τη Ρωσία, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει τον νόμο που έχει ψηφίσει το Κογκρέσο, με αφορμή την ανάμιξη της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές, και να επιβάλει κυρώσεις. Προσθέτοντας, ταυτόχρονα ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει.

Μια προσεκτική ανάγνωση της απάντησης Τσαβούσογλου για το θέμα, δείχνει ξεκάθαρα, ότι είναι τυράκι στο ανατολίτικο παζάρι, που θα εξαργυρωθεί πολύ σύντομα με κάτι που επιθυμεί η Τουρκία, για την «υποχώρηση» που θα κάνει με τους S-400.

Το σημείο της συνέντευξης που περιγράφει με σαφήνεια αυτό που έρχεται είναι εκεί που ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, μιλώντας για την υφιστάμενη κρίση στις σχέσεις και το μέλλον, ανέφερε, «το σημαντικό σημείο που θέλω να πάρετε εδώ, είναι ότι δεν πρόκειται να δράσουμε μόνοι μας πλέον. Δεν πρόκειται να κάνουμε κάτι ως Η.Π.Α. και η Τουρκία να κάνει κάτι άλλο. Θα ενεργήσουμε μαζί από εδώ και στο εξής. Θα ενώσουμε τα μπράτσα, θα δουλέψουμε στα ζητήματα που μας προκαλούν δυσκολίες και θα τα λύσουμε».

Και όλα αυτά μέσα από έναν μηχανισμό που συμφωνήθηκε να αρχίσει να λειτουργεί μεταξύ των δυο χωρών, του οποίου οι ομάδες εργασίας, θα συναντηθούν για να αρχίσουν να εργάζονται στα μέσα Μαρτίου.

Είναι απορίας άξιο να μην αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ανατολίτικο παζάρι Ερντογάν, απέδωσε. Έφερε την Αμερική στο τραπέζι και τώρα θα αρχίσει να απολαμβάνει τα κέρδη.

Βερολίνο…

Σε όλη αυτή την ανάλυση αξίζει, επίσης, μια αναφορά στη Γερμανία, και στο αντίστοιχο ανατολίτικο παζάρι με το Βερολίνο και τη Μέρκελ. Πολλοί ξεχνούν ότι το Βατερλό, της Μέρκελ και της Ευρώπης γενικότερα, είναι το μεταναστευτικό. Εδώ ο Σουλτάνος Ερντογάν, κρατάει γερό χαρτί και εκβιάζει.

Ταυτόχρονα με την επίσκεψη Τίλερσον στην Άγκυρα, ο τούρκος Πρωθυπουργός, Γιλντιρίμ, βρέθηκε στο Βερολίνο για επίσκεψη και συνάντηση με την αποδυναμωμένη πολιτικά, Μέρκελ. Η Γερμανία, πριν την επίσκεψη, είχε ανεβάσει ψηλά την συνεχιζόμενη φυλάκιση του Γερμανού δημοσιογράφου. Στο παρασκήνιο, για όποιον βλέπει καθαρά, έτρεμε το φυλλοκάρδι της μήπως ο Ερντογάν ανοίξει και πάλι την κάνουλα των μεταναστών και το κάνει μπάχαλο.

Μια ημέρα μετά την επίσκεψη Γιλντιρίμ, ο Ερντογάν άφησε ελεύθερο το δημοσιογράφο, που πέταξε με γερμανικό κυβερνητικό αεροπλάνο πίσω στη Γερμανία. Μετά τα δήθεν γερμανικά χαστούκια από τη Μέρκελ, όλα μέλι γάλα. Πάλι θα αρχίσει να παίρνει ο Σουλτάνος. Τι δεν καταλαβαίνουν και εδώ κάποιοι;

Ελλάδα και Κύπρος…

Κλείνοντας, μέσα σε όλο αυτό το καλά σχεδιασμένο, ανατολίτικο παζάρι του Σουλτάνου, οι μεγάλοι χαμένοι είναι, με δική τους ευθύνη, Ελλάδα και Κύπρος. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Οι τραγικοί χειρισμοί Αθήνας και Λευκωσίας τις τελευταίες ημέρες, στα περιστατικά των Ιμίων, και με το τρυπάνι της ENI, στην Κύπρο, τα λένε όλα. Το γεγονός ότι όλοι Αμερική, Ευρώπη και Ρωσία, μας είπαν βρείτε τα, αποδεικνύει περίτρανα, ότι ο μεγάλος κερδισμένος είναι η καλά σχεδιασμένη στρατηγική αναθεώρησης του Ερντογάν. Λωζάνη, Αιγαίο, Κύπρος, μέρος του ανατολίτικου παζαριού.

Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Μέλος του The International Institute of Strategic Studies.

Πηγή: Αποδίδει το ανατολίτικο παζάρι του Ερντογάν; Ο Τίλερσον στην Άγκυρα, πίσω από τις λέξεις! http://mignatiou.com/2018/02/apodidi-to-anatolitiko-pazari-tou-erntogan-o-tilerson-stin-agkira-piso-apo-tis-lexis/

Weak U.S. Response to Russian Proxies Undermines Deterrence in Middle East and Eastern Europe

0

By: Bradley Hanlon with the ISW Research Team

Key Takeaway: The Russian Wagner private military company and Lebanese Hezbollah attacked U.S. and partner forces in Eastern Syria on February 7, 2018. Wagner is part of the business empire belonging to Putin ally Evgeni Prigozhin, whom Special Counsel Robert Mueller indicted on February 16.  The Kremlin uses proxy forces in Ukraine as well as Syria to maintain plausible deniability and avoid accountability for aggressive actions abroad. A proxy directly attacking U.S. forces is a significant escalation in the Kremlin’s use of irregular forces. The U.S. responded tactically in self-defense, but Secretary of Defense James Mattis did not hold Russia accountable, questioning whether Moscow had ordered the attack. The U.S. failure to hold Russia accountable and respond strategically to this attack sets a dangerous precedent, enabling the expansion of Russian proxy warfare. The Kremlin can use deniable proxies to attack U.S. forces and partners in other theaters, such as Eastern Europe and the Baltics.

The Russo-Iranian military coalition supporting the regime of Syrian President Bashar al-Assad used a Russian private military company to launch a coordinated attack on U.S. and partner forces in Eastern Syria. Several hundred pro-Assad regime fighters launched a coordinated attack against a base occupied by U.S. and Syrian Democratic Forces (SDF) – the main U.S. partner in Syria – in Eastern Deir ez-Zour province on February 7. Russian private military company (PMC) Wagner participated in the attack.

The Kremlin officially denied knowledge of the assault and employed an information operation to muddle the true narrative of the event.Russian military officials maintained contact through ‘deconfliction’ channels with U.S. forces throughout the attack, while denying that they knew that Wagner and its Lebanese Hezbollah partner forces had engaged. Russia thereby sought to obscure its role in the attack. The Kremlin has subsequently obfuscated the number of Russian mercenaries involved, the number killed, and the motivation for the attack using techniques common to Russia’s information campaign in Ukraine.

The Kremlin nevertheless likely knew of and permitted the attack on U.S. and partner forces on February 7. The Kremlin has used proxy forces in the past to maintain plausible deniability and shed accountability for aggressive actions abroad. Wagner is a private military company with close ties to the Kremlin and Russian military forces. Dmitry Utkin – a former Russian special forces officer – founded the company. Wagner reportedly trains recruits at a shared base with Russian Special Forces near Molkino, Russia. It has played an important role supporting Russian military operations. Wagner operated as a Kremlin proxy in Ukraine, fighting alongside Russian-backed separatists and in coordination with the Armed Forces of Russia.[1] Wagner deployed to Syria in 2015 and played a key role in the Russia-backed offensives to retake oil-rich areas in Palmyra and Deir ez-Zour Province from the Islamic State of Iraq and al Sham (ISIS). The Russian Ministry of Defense has provided direct support to Wagner in Syria through both arms and transport.[2]

The indictments handed down by U.S. Special Counsel Robert Mueller significantly reduce the plausibility of attempts to deny Kremlin control over Wagner’s actions. Russian businessman Evgeni Prigozhin is a close ally of President Vladimir Putin and a known associate of Dmitry Utkin. His business empire includes Wagner. The Kremlin leverages Prigozhin’s businesses as a proxy tool to achieve various foreign policy objectives while maintaining plausible deniability. Special Counsel Mueller indicted Prigozhin for attempting to undermine the 2016 U.S. presidential election on February 16, 2018. Prigozhin served as the financier of a company that purchased private networks in the U.S. to establish fraudulent social media profiles allegedly posing as U.S. persons in order to defraud U.S. elections according to the indictment. 



The Kremlin likely benefits economically from Wagner’s involvement in Syria as well. Utkin commands Wagner in seizing and securing Syrian oil fields in Eastern Syria. The Prigozhin-led company Evro Polis signed a contract with the Syrian regime’s state-owned petroleum company. The contract allocates 25 percent of all revenue from oil and gas facilities in Syria seized with the assistance of Russian forces to Evro Polis. These revenues are likely channeled to support the Putin regime.

The U.S. failure to hold the Kremlin accountable for its mercenaries’ attack on U.S. and partner forces sets a precedent that the Kremlin will likely exploit in Syria and in Eastern Europe. The U.S. response to the pro-Assad regime attack on February 7 will not be enough to deter Russia from the future use of proxies, despite its tactical success. The U.S. has previously failed to hold the Kremlin accountable for the actions of its proxy forces against Ukraine, encouraging Moscow to expand its use of this tool. The U.S. response to the February 7 attack further signals to the Kremlin that it will not be held accountable for the actions of its proxies – beyond a tactical cost – even when those proxies directly threaten American forces.

[1] [“Ukraine’s security service: Uncontrolled militant leaders in Donbas eliminated by Russia’s Wagner,”] UNIAN, October 9, 2017, https://www(.)unian.info/war/2177591-ukraines-security-service-uncontrolled-militant-leaders-in-donbas-eliminated-by-russias-wagner.html

[2]  [“The Wagner List,”] Fontanka, August 21, 2017, at  http://www[.]fontanka[.]ru/2017/08/18/075/

Posted by Institute for the Study of War at 10:04 PM