Μακράν καλύτερος ο Βενιζέλος στη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή. Τους έκανε μάθημα.
Ο Τσίπρας … δεν μπορούσε να καταλάβει πως είναι δυνατόν να υπάρχει και σκάνδαλο και σκευωρία… Προφανώς, περνάει τον “όχλο”, όπως αποκάλεσε το λαό, για ηλίθιο.
Όλο το άγχος του Συριζα δεν ήταν η αποκάλυψη του σκανδάλου. Αλλά η δυσφήμηση των πολιτικών του αντιπάλων.
Τι θα γίνει τώρα;
Η εξεταστική θα αποφασίσει ότι η απιστία έχει παραγραφεί και για τη δωροδοκία-δωροληψία θα ερμηνευθεί ότι δεν έχει παραγραφεί (το αδίκημα δεν τελείται κατά την άσκηση των καθηκόντων) και άρα θα αναπέμψει το φάκελο στη Δικαιοσύνη για να ολοκληρωθεί η προανάκριση και να ασκηθούν διώξεις για όσους υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία τέλεσης αδικήματος.
Ουσιαστικά, το μόνο που θα μείνει θα είναι αγοραία δυσφήμηση. Και υπονόμευση σοβαρής προσπάθειας αποκάλυψης σκανδάλων.
Ο Καραμανλής εκτέθηκε και το ΚΚΕ ζει στον κόσμο του.
Περνάνε το λαό για “όχλο”
Ελληνική στρατηγική κουλτούρα και κατάρριψη ψευδαισθήσεων και μύθων για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις
Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου* Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018, 00:03Παράλληλα ανέδειξαν τις αδυναμίες της ελληνικής πλευράς σ’ ότι αφορά την ανάγνωση του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος ασφάλειας, απόρροια των χρονιζόντων θεσμικών ανεπαρκειών του ελληνικού μηχανισμού εθνικής ασφάλειας αλλά και των ιδεοληψιών και στερεοτύπων που κατατρέχουν σημαντικό μέρος της πολιτικής ελίτ (ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων του 21ου αιώνα με τα μεθοδολογικά εργαλεία του ιδεολογικού ανταγωνισμού του 20ου αιώνα, αποφυγή γεωπολιτικής-γεωστρατηγικής ανάγνωσης της διεθνούς πολιτικής).
Το αποτέλεσμα αφορά την κατίσχυση των τουρκικών διεκδικήσεων εν τοις πράγμασι σε ευρεία κλίμακα και την πλήρη υπονόμευση μιας αξιόπιστης απάντησης στην τουρκική προκλητικότητα βασισμένης σ ένα επεξεργασμένο στρατηγικό σχέδιο, απότοκο της συνεργασίας και της σύμπραξης των φορέων που απαρτίζουν τον θεσμικό μηχανισμό εθνικής ασφάλειας. Είναι πρωτοφανές και χαρακτηριστικό ότι δεν συνεκλήθη το ΚΥΣΕΑ για την διαχείριση της κρίσης, γεγονός που το καθιστά πλέον τύποις επιτελικό θεσμικό όργανο επιφορτισμένο με τον συντονισμό του μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων (Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.4 της ΠΥΣ 31/2000).
Η πρόσφατη κρίση αναδεικνύει την παράμετρο του εσωτερικού περιβάλλοντος που εμπεριέχεται στην έννοια της στρατηγικής εθνικής ασφαλείας (national security strategy) και που διαμορφώνει την ανταπόκριση των κρατών έναντι των απειλών. Η εθνική συνοχή άλλωστε αποτελεί τον sine qua non παράγοντα διαμόρφωσης της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας. Μια σημαντική πτυχή αφορά την έννοια της στρατηγικής κουλτούρας (strategic culture), η οποία οικοδομείται στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας και αφορά στις παραδόσεις, στις αξίες, στις στάσεις, στα πρότυπα, στους συμβολισμούς και στους ιδιαίτερους τρόπους προσαρμογής ενός κράτους στο διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, γεγονός που περιλαμβάνει την χρήση ή την απειλή της χρήσης βίας.
Η στρατηγική κουλτούρα συν-διαμορφώνει την στρατηγική συμπεριφορά ενός κράτους, καθώς σύμφωνα με τον στρατηγιστή Colin Gray, μέσω αυτής δύναται να αποκρυπτογραφηθούν τάσεις αλλά όχι καθοριστικοί παράγοντες. Η έννοια της στρατηγικής κουλτούρας αντιπροσωπεύει τα πρότυπα συμπεριφοράς όλων των σημαντικών παραγόντων του κράτους ,όπως των πολιτικών ελίτ, των οικονομικών ελίτ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Εκκλησίας και της κοινής γνώμης.
Αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας, αναμφίβολα σημαίνουσα προσοχή πρέπει να δοθεί στην πολιτική κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί στην χώρα ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής απίσχνανσης, η οποία επηρεάζεται από δύο κύριες πηγές διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής: τον ρόλο της προσωπικότητας ως διαμορφωτή αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής σε αντίθεση με τον ρόλο συλλογικών οργάνων/θεσμών και τον ρόλο της κοινής γνώμης.
Η ελληνική αντίδραση στην πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση αλλά και στα ζητήματα της ονομασίας των Σκοπίων και των Ελληνο-Αλβανικών Σχέσεων προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν στις αντιλήψεις των προσωπικοτήτων που διαμορφώνουν την πολιτική εθνικής ασφάλειας (Άμυνα και Εξωτερική Πολιτική) και για την κατάρριψη ορισμένων ψευδαισθήσεων και μύθων που αναπαράγονται και συντελούν στον αποπροσανατολισμό τόσο των διαμορφωτών αποφάσεων όσο και της κοινής γνώμης, εμπεδώνοντας μια στρατηγική κουλτούρα ανασφάλειας, (καθώς δεν υπάρχει ορθή εκτίμηση δεδομένων (έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού) και κατά συνέπεια ακριβής ανάγνωση του διεθνούς και περιφερειακού περιβάλλοντος) η οποία υπονομεύει μια αξιόπιστη εθνική στρατηγική, ενώ εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον.
Ψευδαίσθηση Πρώτη: Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη σε μεγάλο αριθμό διαμορφωτών αποφάσεων ότι η τουρκική επιθετικότητα απευθύνεται πρωτίστως στο εσωτερικό ακροατήριο της γείτονος. Ως εκ τούτου η πρόσφατη επιθετική στάση της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Κύπρο ερμηνεύεται ως εξαγωγή των εσωτερικών προβλημάτων της γείτονος στα δυτικά, κυρίως λόγω της ανάγκης του Erdogan να επιδείξει φθηνές νίκες εντυπώσεων με στόχο το εσωτερικό ακροατήριο και εξαιτίας των τουρκικών απωλειών στο μέτωπο της Αφρίν. Η αντίληψη αυτή πηγάζει από μια εικόνα της Τουρκίας ως μεγάλου Ασθενούς, όπου τα εσωτερικά της προβλήματα είναι τόσο μεγάλα, που η εξωτερική της πολιτική κινείται στην βάση κατευνασμού των εσωτερικών της αντιθέσεων.
Αν και η αναθεωρητική στρατηγική προσέγγιση της γείτονος μετά το πραξικόπημα εμπίπτει στο παίγνιο των δύο επιπέδων του Robert Putnam που αναφέρεται στην διάδραση του εσωτερικού και του διεθνούς επιπέδου στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής-κατά συνέπεια εν μέρει η ανωτέρω άποψη έχει βάση, εντούτοις παραβλέπεται σαφώς ο εσωτερικός πολιτικοκοινωνικός μετασχηματισμός της γείτονος ο οποίος βασίζεται στα προτάγματα του συντηρητισμού και του εθνικισμού τα οποία αποτελούν τον ενοποιητικό παράγοντα τεράστιων μαζών υπό ένα νέο εθνικιστικό ιδεώδες.
Επιπρόσθετα παραβλέπεται η πάγια και όχι πρόσκαιρη στρατηγική επιδίωξη της Άγκυρας, ανατροπής του status quo στο Αιγαίο , καθώς και του στρατηγικού ελέγχου της Κύπρου. Η υπόθεση αυτή τεκμαίρεται τόσο από το δόγμα Davutoglu, όσο και από τις θέσεις τόσο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, όσο και του καινούργιου «Καλού» Κόμματος της Meral Aksener και βέβαια του υπερ-εθνικιστικού κόμματος του D.Bahceli.
Επιπλέον, η πρόσφατη διπλή επιθετική ενέργεια έγκειται στο νέο «δόγμα» Erdogan, το οποίο προκρίνει την προληπτική στρατιωτική δράση, όπου διακυβεύονται ζωτικά τουρκικά συμφέροντα (το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας-ασφάλειας έχει ιεραρχηθεί ως ζωτικό από το τουρκικό συμβούλιο εθνικής ασφάλειας) και βασίζεται αφενός στην χρήση της «Αιχμηρής Ισχύος» (Sharp Power) που περιλαμβάνει ενέργειες πειθαναγκασμού και άσκησης πίεσης, αφετέρου στην χρήση στρατιωτικών επιχειρήσεων που παράγουν αποτελέσματα σε στρατηγικό επίπεδο (effects based operations), (βλέπε σχετικά άρθρο του γράφοντος στο liberal Στρατηγικές και Eπιχειρησιακές Παράμετροι της επιχείρησης στο Αφρίν).
Αξίζει να σημειωθεί πως η Τουρκία ανεξάρτητα των απωλειών που έχει στο μέτωπο της Αφρίν (για το μέγεθος της επιχείρησης και το χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί, συγκριτικά ελαφριές) διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, έχει επιτύχει την εσωτερική συνοχή εξασφαλίζοντας την αποδοχή όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης για την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» (το ίδιο και για τις ενέργειες στο Αιγαίο και στην Κύπρο) και στοχεύει στο να καταστεί μέσω της επιχείρησης στο Αφρίν, συνομιλητής στην διευθέτηση της Συρίας, το οποίο ήδη επιτυγχάνει. Το πλαίσιο του Αφρίν (effects based operations) μεταφέρεται και στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Συνεπώς η τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα έχει δομικά χαρακτηριστικά, είναι αποτέλεσμα της υψηλής της στρατηγικής και δεν ερμηνεύεται απλουστευτικά ως προϊόν για εσωτερική κατανάλωση.
Ψευδαίσθηση Δεύτερη: Επικρατεί η άποψη σε σημαντικό αριθμό διαμορφωτών αποφάσεων και στην ελληνική κοινή γνώμη πως οι κάκιστες σχέσεις της Άγκυρας με την Δύση και τις ΗΠΑ κυρίως, αυξάνουν αυτόματα την γεωπολιτική αξία της Ελλάδας και κατ’ επέκταση την θέση της στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος και το γεγονός αυτό θα έχει άμεση επίπτωση στην διαφορετική, μη ευνοϊκή αντιμετώπιση της Τουρκίας τόσο από τις ΗΠΑ, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η άποψη αυτή πηγάζει από την διάχυτη και ισχυρή αίσθηση της κουλτούρας του αδυνάτου (underdog culture) που διέπει αριθμό διαμορφωτών αποφάσεων και κομμάτι της κοινής γνώμης, που δεν διαθέτουν επαρκή γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος, διέπονται από εσωστρέφεια και αμυντικότητα, περιμένοντας την εκ των Συμμάχων αρωγή άνευ προϋποθέσεων, αγνοώντας την φύση της διεθνούς πολιτικής.
Είναι γεγονός πως αναμφισβήτητα υπάρχει αυτονόμηση της Τουρκίας από την ευρω-ατλαντική στρατηγική και υφίσταται έντονος προβληματισμός σε επίπεδο ΝΑΤΟ για την στάση της Τουρκίας αναφορικά με τον προσεταιρισμό της από την Ρωσία όσο και με την σύσφιξη των σχέσεων της Άγκυρας με το Ιράν.
Παραταύτα, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει αυτόματη αναβάθμιση της Ελλάδας στους ευρω-ατλαντικούς σχεδιασμούς εν είδει αντίβαρου στην Τουρκία. Η γεωπολιτική αξία μιας χώρας συναρτάται με την προάσπιση, προβολή και προώθηση του εθνικού συμφέροντος, ήτοι με την εθνική ισχύ, η οποία αποτελεί την συνισταμένη διαφόρων παραγόντων, στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, δημογραφικών, τεχνολογικών κτλ. Στο ανταγωνιστικό πεδίο των διεθνών σχέσεων η ισορροπία ισχύος είναι μια δυναμική μεταβαλλόμενη διαδικασία, όπου η ισχύς μιας χώρας αυξομειώνεται σε συνάρτηση με τις στρατηγικές της επιδιώξεις και το παραγόμενο έργο τόσο σε βραχύ όσο και σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Υπάρχουν δύο σοβαρές παρανοήσεις εκ μέρους της ελληνικής πλευράς: α)Παραγνωρίζεται το γεγονός πως η Τουρκία, εκτός της δικής της εξαιρετικής γεωστρατηγικής θέσης ,όπου για δεκαετίες υπήρξε βασικός πρόμαχος των δυτικών στρατηγικών στην Μέση Ανατολή, αποτελεί διαχρονικά μεν ένα κράτος-ταραξία (troublemaker-state), όμως ταυτόχρονα έχει αυξημένους συντελεστές ισχύος, αποτελώντας την 14η οικονομία του κόσμου, με μια αγορά 80 εκατομμυρίων, όντας σημαντικός προορισμός αμερικανικών και ευρωπαϊκών επενδυτικών κεφαλαίων έχοντας και τον δεύτερο σε μέγεθος στρατό του ΝΑΤΟ.
Η ισχύς όμως ενός κράτους δεν είναι απλά άθροισμα συντελεστών ούτε αριθμητικών συσχετισμών. Η αξία της Τουρκίας έγκειται στο γεγονός ότι επενδύει σε μια στρατηγική που αφορά την ενίσχυση των ποιοτικών συντελεστών της ισχύος της και παρά το γεγονός ότι η πολιτική Erdogan διέπεται από τρομακτικές αντιφάσεις και ακροβατεί μεταξύ επιτυχίας και κατάρρευσης, εντούτοις η ανωτέρω επένδυση την καθιστά σημαντικό δρώντα, που δεν είναι εύκολο να παραγνωριστεί η δική της γεωπολιτική αξία από τις ΗΠΑ και η γεωοικονομική της αξία από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά συνέπεια η λογική των ίσων αποστάσεων από τους συμμάχους και εταίρους μας, διαπιστώνεται εκ νέου στο κάδρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η απουσία ελληνικής στρατηγικής, απόρροια του ανορθολογισμού που διέπει τον πολιτικο-κοινωνικό βίο της χώρας και της κακής εκτίμησης των δεδομένων, δημιουργεί συνθήκες σπασμωδικής αντίδρασης και εν τέλει ζημίας των εθνικών συμφερόντων.
β)Η ελληνική πλευρά αδυνατεί να διακρίνει αναφορικά με την αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων υποστήριξης των ελληνικών θέσεων μια θεμελιώδη αρχή: Τα διεθνή ερείσματα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος (force multipliers) της ισχύος μιας χώρας και όχι αθροιστικά εκ του μηδενός. Όπερ μεθερμηνευόμενον: Μια χώρα η οποία επενδύει στην αύξηση των συντελεστών της ισχύος της δύναται να βρει διεθνή ερείσματα. Αντιθέτως μια χώρα, η οποία αδυνατεί να αξιοποιήσει το δικό της απόθεμα ισχύος δεν βρίσκει διεθνή συμπαράσταση.
Οι διπλωματικές ενέργειες της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο κινούνται διαρκώς στο να προβάλλουν το δίκαιο και την άμεμπτη συμπεριφορά της χώρας, κινούμενες πάντα στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας, απολύτως σωστό και αληθές, πλην όμως ανεπαρκές για την επίτευξη του στόχου της απόκτησης διεθνών ερεισμάτων. Η μη προβολή των συντελεστών ισχύος της χώρας (αποτέλεσμα έλλειψης στρατηγικής κατεύθυνσης) έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζεται η ελληνική πλευρά στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ως η αδύναμη πλευρά της οποίας το συμφέρον δεν είναι ίσης αξίας με το αντίστοιχο τουρκικό.
Ψευδαίσθηση Τρίτη: Επικρατεί η άποψη σε ορισμένους κύκλους πως είναι επιβεβλημένη η ταχεία διευθέτηση διμερών ζητημάτων, όπως το ζήτημα του ονόματος των Σκοπίων και τα ζητήματα με την Αλβανία, προς χάριν της επικέντρωσης του ελληνικού διπλωματικού κεφαλαίου στην εξ Ανατολών απειλή χωρίς η ανωτέρω διαπίστωση να προκύπτει ως αποτέλεσμα της σύγκλισης θεσμικών οργάνων όπως του ΚΥΣΕΑ για τον προσδιορισμό των στόχων της ελληνικής στρατηγικής στα ανωτέρω μέτωπα υπό ένα συνεκτικό πλαίσιο. H ανωτέρω άποψη πηγάζει από την απαξίωση εν γένει των θεσμών (στοιχείο της στρατηγικής κουλτούρας την περίοδο της κρίσης) και του θεσμικού πλαισίου εθνικής ασφάλειας και από την ανάγκη παρουσίασης έργου για την μεγιστοποίηση πολιτικού οφέλους στο εσωτερικό πεδίο.
Αν και σαφώς τα παραπάνω ζητήματα αποτελούν διμερή προβλήματα που ταλανίζουν την χώρα επί δεκαετίες και σε καμία περίπτωση δεν προτείνεται η ακινησία αντί της επίλυσης, η διπλωματική μέθοδος του Quick Fixing (Ταχεία Διευθέτηση) δεν ενδείκνυται για τόσο σοβαρά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής με πολλές προεκτάσεις, μία εκ των οποίων είναι ότι εμπλέκεται και ο παράγοντας Τουρκία στην εξίσωση επίλυσης. Αξίζει να σημειωθεί οτι η συγκεκριμένη μέθοδος ad hoc διπλωματίας χρησιμοποιείται κυρίως από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο πλαίσιο επίλυσης διμερών διαφορών για την επίτευξη ευρύτερων στρατηγικών στόχων σε περιφερειακά θέατρα επιχειρήσεων και συνήθως χωρίς την φροντίδα εναλλακτικών στρατηγικών επιλογών (alternative exit strategy).
Χωρίς επεξεργασμένο στρατηγικό σχέδιο με την συμμετοχή όλων των θεσμικών φορέων, χωρίς την ιεράρχηση σαφών προτεραιοτήτων και επιμέρους λεπτομερειών και χωρίς την εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης, η μέθοδος ταχείας διευθέτησης ενδέχεται να αφήσει πολλά κενά και ασάφειες που μελλοντικά δύναται να αποβούν επιζήμιες για το εθνικό συμφέρον ( περίπτωση της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ χωρίς την πρότερη Αναθεώρηση του Συντάγματος των Σκοπίων και την αποποίηση του σφετερισμού της Μακεδονίας).
Μύθος πρώτος: Η ευρύτατα διαδεδομένη άποψη σε πολλούς καθοδηγητές γνώμης αλλά και σε κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ότι η εμβάθυνση μιας οικονομικής συνεργασίας μεταξύ ημών και της Τουρκίας αποτελεί μια ικανή συνθήκη εξάλειψης της τουρκικής επιθετικότητας. Η άποψη αυτή πηγάζει από το πρότυπο της οικονομικής ολοκλήρωσης που συνέβαλε στον πασιφισμό της Γερμανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην δημιουργία της ΕΟΚ-Ε.Ε και του Γαλλογερμανικού άξονα.
Παραταύτα η άποψη αυτή αγνοεί ορισμένα βασικά και ουσιώδη δεδομένα. Πρώτον η οικονομική εμβάθυνση και αλληλεξάρτηση δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την αποφυγή μιας ένοπλης σύγκρουσης ,όπως απέδειξε η περίπτωση της Αγγλίας και της Γερμανίας προ της κήρυξης του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Δεύτερον η ανωτέρω άποψη αφορά μια ανάγνωση αυθαίρετη που άπτεται δεδομένων πολύ διαφορετικών από την σημερινή δυναμική των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Γερμανία ήταν μια κατεστραμμένη χώρα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους που διεξήγαγε, ενώ οι κοινοί αξιακοί και πολιτισμικοί κώδικες του ευρωπαϊκού δυτικού πολιτισμού αποτέλεσαν την βάση συνεννόησης των δύο χωρών.
Η Τουρκία του Erdogan αποτελεί μια νέο οθωμανική ισλαμική χώρα με αναθεωρητικές βλέψεις που ρέπει προς τον αυταρχισμό, απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα, διαρκώς απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή της προοπτική και αντιλαμβάνεται τις διμερείς σχέσεις ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.
Μύθος Δεύτερος: Επικρατεί η άποψη σε κομμάτι της πολιτικής ελίτ πως με δεδομένη την ανατροπή του ισοζυγίου ισχύος υπέρ της Άγκυρας σε συνδυασμό με τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Tayyip Erdogan, η μόνη λύση είναι να υιοθετηθεί μια κατευναστική στρατηγική (appeasement strategy) εξευμενισμού της Τουρκίας ως προϋπόθεση αποφυγής μιας ένοπλης σύρραξης.
Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο πως η στρατηγική κατευνασμού αντί να αποτρέπει την πιθανότητα ένοπλης σύγκρουσης την ενισχύει, καθώς η αναθεωρητική πλευρά αποθρασύνεται και προβάλλει διαρκώς διεκδικήσεις.(Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση κατευνασμού είναι εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας επί πρωθυπουργίας Τσάμπερλεν, όταν προσπάθησε ανεπιτυχώς να κατευνάσει τον Χίτλερ).Η μόνη περίπτωση κατευναστικής πολιτικής που θεωρείται σκοπίμως επιτυχημένη από τους απανταχού θιασώτες της Οκτωβριανής Επανάστασης αφορά την συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ, γιατί θεωρούν οτι έδωσε την απαραίτητη πίστωση χρόνου στο κομμουνιστικό καθεστώς να εξασφαλίσει την εξουσία του στο εσωτερικό πεδίο.
Μια κατευναστική πολιτική θα καθιστούσε την Ελλάδα δορυφόρο της Τουρκίας με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Εν κατακλείδι,η Ελλάδα είναι μια χώρα που μαστίζεται από οκτάχρονη ύφεση, έχει απωλέσει σημαντικό κεφάλαιο ισχύος και χρειάζεται μια συνολική αναδιάταξη των δυνάμεών της για να θεωρηθεί εκ νέου ένας ισχυρός παίκτης επί ίσοις όροις με την Τουρκία σε περιφερειακό επίπεδο. Δεν πρέπει να διαφεύγει όμως της προσοχής ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα ισχύος (δυνητική ισχύς), πολλαπλάσιο της γείτονος το οποίο παραμένει δυστυχώς πλήρως ανεκμετάλλευτο, για την ενεργοποίηση του οποίου όμως απαιτείται ο εξορθολογισμός της στρατηγικής της και η αξιοποίηση των ποιοτικών συντελεστών της ισχύος της σ ένα συνεκτικό πλαίσιο.
The Eastern Mediterranean and the South China Sea
KEREM ALKIN@keremalkin PublishedFebruary 16, 2018 Daily Sabah
The next 10 years of global economy-politics will focus on two critical maritime areas, the Eastern Mediterranean and the South China Sea. The estimated 3.4 trillion cubic meters of natural gas for the Eastern Mediterranean, and the estimated 213 trillion barrels of underground resources for the South China Sea, according to Chinese sources, and 11 billion barrels, or 5 trillion cubic meters, of natural gas reserves, according to U.S. sources, constitute a critical conflict and field of competition for the U.S., Russia and China. For both marine areas, there is also a very detailed discussion on the exclusive economic zones between the countries of the regions.
The potential for groundwater resources in the Eastern Mediterranean in terms of the economic and technological facilities of the country makes the Turkey corridor indisputably necessary to reach the European market, one of the world’s most important energy consumers.
Having said that, the United States, Russia and China all have expectations from southern Turkey regarding the examination of both the seabed and the subsoil underground resources under their control. This is why a policy of tensions is also being carried out over the Sunni-Shiite fault line in the region through the five permanent members of the U.N. Security Council to dominate energy resources.
Energy and Natural Resources Minister Berat Albayrak reiterated at the 4th Ministers Meeting of Southern Gas Corridor Advisory Board that Turkey is determined to use its rights stemming from international law until the end, especially for the Eastern Mediterranean. He also said Turkey is committed to more effective seismic and drilling activities within its maritime boundaries and that if Turkish Cyprus is disregarded in sharing the island’s wealth, Turkey would be against it until the end. Albayrak said that the Southern Gas Corridor, which created a large value chain from production to consumer with an investment of $45 billion, and especially Trans-Anatolian Natural Gas Pipeline (TANAP) are important and vital projects for Turkey’s energy supply security and its National Energy and Mining Strategy.
In the past five years, in order to contribute to Europe’s energy supply security, every project that even imagined to transport natural gas resources from the Eastern Mediterranean without using the Turkey corridor were put aside in their initial stages. Therefore, each country that wants a role in securing Europe’s energy supply is aware that it needs to sit down with Turkey.
Turkey’s rights of sovereignty and military globalization
In an environment where Russia and China have rapidly globalized their military power and where China has acquired the Canadian Tanganyika via the Sinopec Energy Group, which holds the right to use significant underground resources in Syria, while the military spending of the U.S. shrank by 5 percent from 2007 to 2016, we observed that China increased its military spending by almost 120 percent, and Russia by 85 percent. Regarding the multipolar second cold war period, Turkey is clenching more its political and military power in the Eastern Mediterranean with Operations Euphrates Shield and Olive Branch. Turkey is determined to not let anyone take advantage of its rights from history and national sovereignty with its National Energy and Mining Strategy, which Albayrak also reiterated.
International defense experts carefully monitor China’s capacity and technical skills to develop many defense technologies, from long-range conventional ballistic missiles to fifth-generation warplanes. For example, according to international experts, the battle capacity of the Type 55 series war ship launched by China in 2017 points to a technical capacity that NATO should be carefully regarding. It is also known that China is working on a second aircraft carrier. Including the giant military bases built in the South China Sea, China is acting as if it is drafting a critically important military strategy for a major battle that it believes will ultimately take place between the U.S. and the Asia-Pacific, and it is focused on a serious technological leap toward this strategy.
The process that gave great military skills on the ground and during Euphrates Shield and Olive Branch was Turkey reaching 70 percent in terms of local production for its weapons and ammunition. Particularly, Turkey who is successfully gathering military intelligence with its own unmanned aerial vehicles and domestic software and hardware continues to fight against terrorism with a high success rate in the field. We will see that many new pipeline projects will rapidly begin through the Turkey corridor for the security of the global energy supply, including Turkey ensuring stability in Iraq and Syria.
https://www.dailysabah.com/columns/alkin-kerem/2018/02/17/the-eastern-mediterranean-and-the-south-china-sea
Turkey Tests the Waters Off the Coast of Cyprus
By Xander Snyder Geopolitical Future
While a great deal of attention has been paid to Turkey’s invasion of Afrin, Syria, foreign intervention by Turkey has not been limited to its actions in the Middle East. On Feb. 9, Turkish warships blocked an Italian ship contracted by the Italian energy conglomerate Eni that was heading toward Cyprus to begin exploring for natural gas, marking the first time in recent history that Turkey has actively blocked passage of a European ship. In response, Italy sent one of its frigates (which was already scheduled for deployment for pre-planned NATO exercises) to patrol Cyprus’ exclusive economic zone, although its captain was reportedly ordered to avoid direct confrontation with the Turkish vessels blocking Eni’s drilling rig.
Eni, France’s Total and Exxon Mobil are all licensed by the Greek Cypriot government to engage in natural gas exploration off the southern coast of Cyprus. According to both Eni and Total, which are partners in a Cyprus exploration venture, there could be up to 30 trillion cubic feet of natural gas in the area, which would make it the largest reserve in the Mediterranean. Eni is a private company, but obstruction of the economic interests of a major energy conglomerate by a foreign country will certainly draw the attention of other governments. Turkey claims that Cyprus had no right to dole out drilling contracts to the European companies since the new reserves, which are in block 3 of Cyprus’ exclusive economic zone, fall under the jurisdiction of the Turkish Republic of Northern Cyprus. However, while Turkey claims that Northern Cyprus’ EEZ overlaps with that of the Republic of Cyprus, no other country besides Turkey recognizes Northern Cyprus’ sovereignty.
Turkey’s naval presence in the Eastern Mediterranean is not new – it maintains warships off its western coast, and in 2014 it contracted a seismographic vessel to explore potential gas reserves off the coast of Cyprus. This raises a question: Why would it engage in a confrontation now? The proximate cause is the new gas reserve, discovered by Eni just last week. Turkey wants to become a larger energy exporter, which has driven it in the past to cooperate with Iraqi Kurdistan in exporting oil to Turkey despite its general antagonism toward Kurdish groups. But Turkey’s interests in the Eastern Mediterranean brought it into conflict with the West long before oil and gas came to be the world’s primary sources of energy. What makes Cyprus a flashpoint for Euro-Turkish conflict?
Gateway to the Eastern Mediterranean
Cyprus, which sits about 50 miles (80 kilometers) off Turkey’s southern Mediterranean coast at its closest point, was part of the Ottoman Empire from 1571 until the empire’s collapse after World War I. Before 1571, Cyprus was held by the Italian city-state of Venice, which exposed the Ottomans to the presence of a foreign power. At the time, Venice was a wealthy, merchant city-state that, while not particularly powerful on land, had one of the most formidable navies in Europe. The Ottomans did not have to worry about the risk of a land invasion from Venice, but the Venetian stronghold on Cyprus did pose a major threat to Ottoman shipping and trade. The Ottomans needed to maintain open supply lines to northern Africa, which they depended on for much of their trade and therefore wealth, and Venice frequently used its position on Cyprus to disrupt these trade routes. When the Ottomans invaded the island in 1571, the war that resulted between a European coalition (the Holy League) and the Ottomans saw one of the largest naval battles in history and the largest confrontation of galleys (boats powered by oar) in modern history. While naval battles are no longer fought by boats powered by oars, Cyprus’ location still poses strategic risks to Turkey’s position in the Eastern Mediterranean.
Turkey’s recent confrontation with Italy, while a far more minor affair than in the past, has significant historical precedent, and the geopolitics underlying this precedent remain today. To establish a greater buffer space to its west, Turkey must have control of the Eastern Mediterranean, and this control hinges upon Cyprus. To date, Cyprus has been a weak state, and Turkey’s primary concern in the Mediterranean has been its longtime rival Greece. (Antagonism surfaced this week when Greece claimed that a Turkish coast guard ship purposefully rammed a Greek coast guard ship in the Aegean Sea.) If Cyprus were to open its doors to Western Europe to take advantage of its newfound resources, Turkey would then be faced with a situation in which countries far more powerful than Greece have vested economic interests in the island that depend on Turkey’s exclusion.
That said, the current confrontation is unlikely to lead to imminent conflict between Turkey and Western Europe. Instead, Turkey will use the standoff to pry political and economic concessions from Cyprus, where unification talks overseen by the United Nations broke down last year due to Turkey’s refusal to withdraw its 30,000-40,000 troops stationed on the island. While negotiations have stalled, Turkey hopes that by making life more difficult for Cyprus, Italy and France, the three countries will be more likely to concede to Turkey’s desire to remain on the island. Failing this, and if Italy were to confront Turkey with a substantial naval presence, Turkey would most likely back down and try to negotiate concessions from the natural gas operations off Cyprus’ coast, while maintaining its claim that Northern Cyprus is a sovereign state with rights to its EEZ.
Whether this standoff develops into something more than grandstanding depends in part on Turkey and in part on how deeply Italy and Western Europe need to establish and maintain a presence in the Eastern Mediterranean. Turkey needs to establish a buffer on its Mediterranean shores, but there is also a strategic rationale for Italian and Western European presence in the Eastern Mediterranean, beyond their business interests – a topic for another article.
https://geopoliticalfutures.com/turkey-tests-waters-off-coast-cyprus/
Eastern Mediterranean – new area of Russia’s interests
15 February 2018 14:50 (UTC+04:00)

Baku, Azerbaijan, Feb. 15
By Azer Ahmadbayli – Trend:
It seems the Eastern Mediterranean is becoming the area of Russia’s keen interest. In addition to the Syrian Tartus naval base controlled by Russia, on Feb. 3, Prime Minister Dmitry Medvedev issued an order for the Ministry of Defense to sign military cooperation agreement with Lebanon, entailing, among other things, access of Russian warships and military aircraft to Lebanese ports and military airfields, military exercises, training of Lebanese army staff etc.
The second noticeable move Russia has planned in the Eastern Mediterranean is the establishment of Russian oil and gas industrial zone in Egypt. It is assumed that the zone will be located in Eastern Port Said, at the entrance of Suez Canal. The establishment of the zone, reportedly, will take about $6.9 billion.
Currently, the draft agreement on the establishment of the Suez industrial zone has already been agreed upon. The document can be signed in March in Moscow within the meeting of the joint Russian-Egyptian Commission on trade, economic, scientific and technical cooperation.
Why has Russia decided to increase its visibility in this part of the Middle East?
Geopolitics
Historically, the Middle East has been one of the most important regions of the world for a number of reasons (the emergence of civilizations, the emergence of world religions, the richest deposits of hydrocarbons, key trade crossroads etc.). Numerous wars to take control over the region, from Crusades to the WW2, underline its importance.
Russia is keen to loudly declare its status as the new old world superpower, whose presence in the Middle East will have a decisive influence on the further alignment of interests of all the parties involved.
Russia fills niches where there is no American influence or it is insignificant, offering its projects, technologies and armament; otherwise the political architecture of the Middle East will be rebuilt according to the American scenario. A landmark element of this new Middle East architecture has been the recognition by the United States of Jerusalem as the capital of the state of Israel – a fact that forced Russia to act faster.
Energy
Energy issues play key role with regard to Russia’s national interests. Abundant occurrences of hydrocarbons discovered in recent years in the Eastern Mediterranean – in territorial waters of Egypt, Israel, Lebanon and Cyprus – are the potential and closer sources of exports to Europe, that is, competitors of Russia, which has to drag its own oil for thousands of kilometers from Siberia to Europe. Better to manage hydrocarbon flows from the Eastern Mediterranean.
Military
It seems Russia intends to become a new peacemaker in the region and has entered the competition with the US on this.
Tons of killing metal are directed from South Lebanon towards Israel targeting its cities. The latter, most likely, is not going to tolerate this. It will be miracle if the war doesn’t break out.
Russia is likely keen to build its own political architecture in the region and can no longer leave Syria. Syria can become either a valuable asset or a heavy burden for Moscow. Military actions, if commenced between Israel and the Lebanese Hezbollah, will likely affect and involve Syria.
Russia wants nothing less than chaos in Syria, because only lasting peace in this country can ensure the implementation of the Russian regional vision.
So, the Russian military presence in Lebanon translates as control and risk management, and it is some kind of constraint on the unleashing of war.
https://en.trend.az/other/commentary/2861217.html
Is Greece about to LOSE IT with Turkey? Tsipras issues rare WAR WARNING as tensions mount
GREECE issued a warning to Turkey today saying it would NOT tolerate any challenge to its territorial integrity.
“Greece is not a country which plays games,” Tsipras told an audience at the country’s shipping ministry.
The collision involving the two vessels occurred on Monday evening off Imia, known as Kardak in Turkish. Each side blamed the other for the incident.
Turkey and Greece, NATO allies, have been at odds over a host of issues from ethnically split Cyprus to sovereignty over airspace and overflights.
They came to the brink of war in 1996 in a sovereignty dispute over the islets, but tensions have eased since.
GETTY
Greece and Turkey tensions are rising after territorial infringement
EPA
Erdogan has increased his anti-Greek rhetoric
Yesterday Turkish advisor to Erdogan said Greece was “like a fly picking a fight with a giant.”
The chief advisor told Turkey’s TRT channel that he is “in no doubt” that the US has a plan to make Greece attack Turkey while its military is engaged in Syria.
Turkey’s response, Yigit Bulut said, will be tough, adding that Greece is no match for Turkey’s might. It would be like a “fly picking a fight with a giant,” he said and warned that terrible consequences would follow for Greece.
GETTY
President of Turkey Erdogan has slammed Greece as a ‘fly in comparison to a giant’
Nurettin Canikli, in a briefing to reporters in Brussels after meeting with the U.S. Defence Secretary, also said he disputed Mattis’s characterisation of the SDF as dominated by Arabs, saying the militia was completely controlled by the YPG.
Cyprus: Gas search to continue despite Turkey’s opposition
By MENELAOS HADJICOSTIS, ASSOCIATED PRESS
A search for gas off Cyprus will benefit all the ethnically divided island’s citizens and will continue as planned despite Turkey’s efforts to interfere, the Cypriot president said Wednesday.
President Nicos Anastasiades said in a statement that any potential wealth generated by new gas finds would be shared equitably with all Cypriot citizens once the island is reunified.
Anastasiades rejected Turkish criticism that the hydrocarbons search disregarded the rights of breakaway Turkish Cypriots, adding that any gas proceeds would be deposited in a sovereign fund awaiting parliamentary approval.
In 1974, Cyprus was split into a Greek-speaking south — where the island’s internationally recognized government is located — and a Turkish-speaking north when Turkey invaded in the wake of a coup by supporters of union with Greece. Only Turkey recognizes the Turkish Cypriot declaration of independence.
Anastasiades repeated an appeal for a resumption of peace talks on condition that Turkey stops obstructing drilling southeast of the island.
Citing naval maneuvers, Turkish warships have been blocking a rig from reaching a target where Italian company Eni has been scheduled to conduct exploratory drilling since Feb. 8. Turkey this week renewed a notice for more naval maneuvers in the area.
The rig remains anchored 30 miles from the drilling target. It’s unclear whether it will wait out the Turkish maneuvers or leave.
Turkish Cypriot leader Mustafa Akinci has accused Greek Cypriots of acting like the island’s resources belong only to them and said Turkish Cypriots would launch their own gas search in conjunction with Turkey.
U.S. Ambassador to Cyprus Kathleen Doherty told reporters after meeting with Anastasiades on Wednesday that the United States “feels very strongly” that the Cyprus government has the right to explore and exploit its offshore resources.
Doherty said that U.S. Secretary of State Rex Tillerson raised the issue with officials during a visit to Turkey last week.
—————
Suzan Fraser, in Ankara, Turkey, contributed.
http://abcnews.go.com/International/wireStory/cyprus-gas-search-continue-turkeys-opposition-53239009
Curb Your Enthusiasm
The Eastern Mediterranean energy patch is hot — unfortunately, in more ways than one.
With a spate of new deals and discoveries in recent days, optimism is raging about the potential energy bounty lying underneath the eastern Mediterranean Sea. But energy development could as easily become a casualty as the cure for the region’s tortured geopolitics.
On Monday, Israel and Egypt finally inked a $15 billion agreement to export natural gas from a pair of Israeli offshore fields to energy-starved Egypt, a deal that had been in the works for years. That announcement came hard on the heels of a potentially huge discoveryof natural gas in waters off Cyprus, which has been trying and failing to strike it big like its neighbors for almost a decade. And all the new developments come just weeks after Greece, Cyprus, Israel, and Italy signed a preliminary accord to build a pipeline to carry gas to Europe, which has spent years looking for fresh sources of energy.

But for all the region’s promise, energy hasn’t been able to break the shackles of long-standing geopolitical rivalries.
Lebanon and Israel are at daggers drawn over new plans for exploration in offshore gas fields in disputed waters, and Hezbollah is using the energy dispute to ratchet up rhetoric against Israel. And this month, a Turkish naval ship intercepted an exploration vessel working in waters off Cyrus, threatening to escalate tensions between the Greek and Turkish halves of the divided island.
“These resources are not an instrument for peace,” says Mona Sukkarieh of the Beirut-based Middle East Strategic Perspectives (MESP), a risk consultancy. But given the need for traditionally wary neighbors to work together to develop the new finds and build the infrastructure to bring them to market, the energy resources could still pay geopolitical dividends of a sort.
“By their very nature, so far at least, they impose cooperation,” she says.
If there are grounds for optimism about energy’s potential to knit the region closer together, it’s because there has been some good news lately, especially for Israel and Egypt. Israel’s first two gas fields are running at full speed, and two more could see investment decisions this year, notes Nikos Tsafos, an energy expert at the Center for Strategic and International Studies. Meanwhile, Egypt brought the Zohr field, its own mammoth gas discovery, online in record time, which promises to ease a cash crunch in Cairo aggravated by importing pricey gas.
“If you step back, it is remarkable how much gas has been developed,” Tsafos says.
The agreement reached Monday to tap Israeli gas — something that has been in the works for years — would be a shot in the arm for Egypt’s bid to return to exporting gas, as it did just a few years ago, including to Israel. But exports became a casualty to plummeting Egyptian production, rising domestic consumption, and toxic politics in the wake of the Arab Spring. The shift from exporter to importer spelled a double whammy for Cairo: a loss of gas export revenues and greater expenses to import the stuff.
Details are still lacking, including exactly how Israel will get the gas to Egypt, since there’s no firm pipeline route yet. And the export deal is hardly proof that energy development is a panacea for the region’s disputes. Israel’s two gas export deals — with Egypt and Jordan — were signed with the two Arab countries with which the Jewish state already had peace treaties, and even then relations are still fraught at times. Meanwhile, hopes that natural gas pipelines and projects could soothe years of tensions between Israel and Turkey have apparently evaporated.
“Politics drives energy relations, not vice versa,” Tsafos says.
And Israel has other energy-fueled disputes at the present. Lebanon’s decision this month to award an exploration concession to three international firms — France’s Total, Italy’s Eni, and Russia’s Novatek — to drill in a promising block off the Lebanese coast has ignited fresh tensions between Beirut and Jerusalem. That’s because both countries claim a slice of the waters where the firms won a concession and hope to start drilling next year.
Lebanon, which sees all the offshore blocks as belonging to it, has vowed to pursue development regardless of Israel’s claims. The southerly block in question is seemingly one of the most promising for natural gas, says Sukkarieh of MESP, and the firms have offered to drill far from the disputed slice of water to assuage Israeli concerns.
But Israel hasn’t backed down, with Defense Minister Avigdor Lieberman calling the development plans “provocative conduct.” All the while, the Lebanese militant group Hezbollah has waded into the energy dispute, reiterating late last week that it could attackoffshore Israeli energy installations if Israel interferes with Lebanon’s development plans.
“The present clash is still at a rhetorical level, but things in this region can quickly escalate, which highlights the need to pursue mediation,” Sukkarieh says.
Mediation was at the top of the agenda during Secretary of State Rex Tillerson’s recent visit to Lebanon, as it has been for U.S. officials since 2012, but with little success. A senior U.S. diplomat tried again Wednesday but found little Lebanese appetite for U.S. proposals. While Israel wants continued U.S. mediation in the spat, Lebanon and especially Hezbollah see Washington as too pro-Israel to play that role, especially after the Donald Trump administration’s controversial decision to move the U.S. Embassy to Jerusalem. Hezbollah leader Hassan Nasrallah said the United States is “not an honest broker.”
State Department officials were tight-lipped about what progress, if any, was made before and during Tillerson’s trip, and the senior diplomat made no statements Wednesday.
A senior State Department official told reporters last week that the United States hopes that “choices are made which contribute not just to stability, which we always want, but also to the greater prosperity of Lebanon, full stop.”
The Lebanese-Israeli maritime border isn’t the only festering dispute that is being aggravated by a fight over potential energy riches. Cyprus, which has been feverishly drilling off its own coast in the hope of finding big gas fields as Israel and Egypt have done, finally struck gold this month with what could be a massive discovery south of the island, in a field known as Calypso. Cyprus’s only other decent-sized discovery, Aphrodite, came years ago, and the country had little success since then in replicating its neighbors’ good fortune.
The new discovery could give Cyprus the critical mass needed to develop its gas fields and fulfill its dreams of supplying Europe with energy; Aphrodite alone was too small to make large-scale infrastructure investments viable.
But just as the new discovery transforms Cyprus’s energy prospects from iffy to hopeful, it is also raising Turkey’s dander. This month — as it did in 2014 — a Turkish ship intercepted a drilling vessel in Cypriot waters; Ankara, which recognizes the Turkish north of the divided island, refuses to cede those waters to Greek Cyprus and angrily warned it could take further action if development continues.
The Turkish Foreign Ministry said it is “determined to take the necessary steps” to support the northern half of the island in its dispute with Greek Cypriots, who Ankara said are “irresponsibly jeopardizing the security and stability of the Eastern Mediterranean region.”
Turkey even blamed energy exploration for helping scupper last year’s talks at reunifying Cyprus.
“[A]s long as the Greek Cypriot administration continues its unilateral hydrocarbon-related activities, it will remain evident just how far removed the Greek Cypriot side is from perceiving the Turkish Cypriots as their equal partners,” the ministry said.
Turkey’s heated reaction underscores that even a shower of energy riches, and the need to cooperate to fully develop them, can’t necessarily bury old animosities that crisscross the region.
“Shared interest in [energy resources] might provide an incentive for cooperation among countries of the region that already enjoy more or less good relations,” Sukkarieh says. “But it is equally conceivable that they could fuel rivalries as well, like we are seeing lately with Turkey.”
Ο Μακάριος ενώπιον του τετελεσμένου εγκλήματος της Ζυρίχης. Μια προσωπική μαρτυρία.
του Μιχαήλ Στυλιανού FEBRUARY 22, 2018
Δημοσιεύουμε στη συνέχεια ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, την προσωπική μαρτυρία του δημοσιογράφου Μιχάλη Στυλιανού που παρακολούθησε από κοντά την σύναψη των καταστροφικών συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου για την Κύπρο.
Η προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η πραγματική ελληνική ιστορία είναι μόνιμη επιδίωξη των ελληνικών ελίτ που κυβερνούν τη νεώτερη Ελλάδα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της νεώτερης ιστορίας της, για λογαριασμό των ξένων. Είναι επίσης και μόνιμη επιδίωξη του ξένου παράγοντα.
Στην περίπτωση του κυπριακού, η μόνιμη προσπάθεια είναι να αποδοθεί η εξέλιξή του σε ελληνικά λάθη και ιδίως σε λάθη που έκαναν όσοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του δυτικού ιμπεριαλισμού ή να περιγραφεί ως μία ιστορία “ευκαιριών που χάθηκαν”.
Λάθη ασφαλώς έγιναν. ‘Ολοι κάνουν λάθη και είναι φυσικό να κάνουν λάθη οι ηγέτες μικρών λαών που ξεσηκώνονται εναντίον παντοδύναμων αυτοκρατοριών, οι οποίες δεν έχουν μόνο την στρατιωτική ισχύ με το μέρος τους, αλλά και όλο το Know How της Αυτοκρατορίας.
Ασφαλώς υπήρξαν και χαμένες ευκαιρίες. Η μεγαλύτερη από αυτές, στο κυπριακό, ήταν η ευκαιρία να σταθούν ομόθυμα στο πλευρό του εξεγερθέντος κυπριακού λαού η άρχουσα τάξη και το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας. Αν τόκαναν, η Βρετανία δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα, θα ήταν υποχρεωμένη να αποδεχτεί την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Και πάντως δεν θα μπορούσε να επιβάλει την νόθα και μη λειτουργική ανεξαρτησία ενός κράτους που, στις ίδιες του τις συστατικές ρυθμίσεις έκρυβε την ωρολογιακή βόμβα που θα το οδηγούσε, σχεδόν αναπόφευκτα, στην έκρηξη, όπως και συνέβη, ήδη από το 1963.
Πίσω από όλες τις μεγάλες καταστροφές στην ελληνική ιστορία (Μικρασιατική, Εμφύλιος, Δικτατορία, Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, Μνημόνια και Δανειακές) βρίσκει κανείς εύκολα ένα θεμελιώδες πρόβλημα: την Ξένη Εξάρτηση. Προφανώς υφίστανται και μεγάλα προβλήματα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μόνο όμως εξετάζοντας κανείς τη διαπλοκή αυτών των προβλημάτων με τον ιμπεριαλιστικό “υπερκαθορισμό” του ελληνικού κράτους, μπορεί να βγάλει κάποιο συμπέρασμα που να κάνει νόημα.
Σε ότι αφορά το κυπριακό, ο ιστορικός ηγέτης του ΑΚΕΛ Πλουτής Σέρβας υπενθυμίζει, στο βιβλίο του “Ευθύνες”, ότι τον Μακάριο δεν τον ενέπνευσε το ‘Αγιο Πνεύμα να αποδεχθεί την ανεξαρτησία στην περίφημη συνέντευξή του προς την Μπάρμπαρα Καστλ, αλλά, ποιός άλλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος.
O ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΥΡΙΧΗΣ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
του Μιχαήλ Στυλιανού
19 Φεβρουαρίου 2018
Το άρθρο του ιστορικού κ. Νίκου Παπαναστασίου στον «Φιλελεύθερο», που αναδημοσιεύθηκε στην Αθήνα, με την επέτειο της συμφωνίας Καραμανλή-Μεντερές στη Ζυρίχη, παρουσιάζει την στάση του Μακαρίου στην μοιραία εκείνη συνθηκολόγηση του ελληνισμού κατά τρόπο που αφίσταται των πραγματικών γεγονότων εκείνων των τραγικών ημερών και αδικεί την μνήμη του μέχρι τότε Εθνάρχη των Ελλήνων.
Στον αναγνώστη με άμεση γνώση των γεγονότων και των προσώπων στα οποία αναφέρεται ο συντάκτης γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι πηγή των πληροφοριών του είναι κάποια απομνημονεύματα και μεροληπτικές μαρτυρίες και ότι δεν φρόντισε να συμβουλευθεί από τους παρόντες στο Λονδίνο, στην κορύφωση της τραγωδίας, (διστάζω μπροστά στον βαρύ χαρακτηρισμό προδοσίας, που ορμά απαιτητικά προς την γλώσσα μου), αυτούς που αντιστάθηκαν μέχρι τέλους, τους Τάσο Παπαδόπουλο, Bάσσο Λυσαρίδη και Ζήνωνα Ρωσσίδη –ίσως και Κρανιδιώτη, από τα λεγόμενα τρίτων.
Αποτελεί κατ’ αρχήν ριψοκίνδυνο άλμα ο ισχυρισμός του αρθρογράφου πως η τοποθέτηση του Καραμανλή ότι το Κυπριακό αποτελούσε «εθνική γάγγραινα» … που έπρεπε να θεραπευθεί «σε συνεννόηση με τους Τούρκους», είχε στηριχτεί στην δήλωση του Μακαρίου στην Μπάρμπαρα Κάσλ, τρεις μήνες νωρίτερα, ότι δέχεται ανεξαρτησία αντί ΄Ενωσης. Η θεώρηση του Κυπριακού ως «γάγγραινας», από τον Καραμανλή (αλλά και άλλους πολιτικούς της εποχής, προπάντων συμμάχους συμμάχων) ήταν κοινό πολιτικό –και διπλωματικό- μυστικό από την ανάφλεξη του ζητήματος και σε αυτήν ωφείλετο άλλωστε η επιλογή του από τον Βασιλέα Παύλο (Φρειδερίκη) για την διαδοχή του Παπάγου στην πρωθυπουργία και την ηγεσία του κόμματος Εθνικού Συναγερμού -αντί των αντιπροέδρων Στεφανόπουλου και Κανελλόπουλου, φυσικών διαδόχων του Παπάγου.
Οι θέσεις αυτές του Καραμανλή ήσαν γνωστές στους «συμμάχους» και έγιναν τελικά γνωστές και στον ελληνικό λαό, με την αποκάλυψη από την «Ελευθερία» του μυστικού «Μνημονίου» του Πιπινέλη, του αργότερα υπουργού εξωτερικών της Χούντας. Μετά την αρρώστια και τον θάνατο του Παπάγου, ο αγωνιζόμενος ελληνισμός της Κύπρου έμεινε ορφανός από κρατική υποστήριξη και το ορμητικό λαϊκό κίνημα αλληλεγγύης στην Ελλάδα καταπνίγηκε, με αστυνομική αγριότητα και νεκρούς στις τεράστιες διαδηλώσεις, νέων κυρίως, στους δρόμους της Αθήνας, από τον διαβόητο διοικητή της Ασφάλειας Ρακιντζή, με εντολές κυβέρνησης ή παρακράτους,.
Εχθρική στην ουσία ήταν η στάση του ελλαδικού κράτους στο Κυπριακό. Μέχρι την εκλογή του Γεωργίου Παπανδρέου, που ως αντιπολίτευση είχε στηλιτεύσει τις συμφωνίες και ως πρωθυπουργός έστειλε την μεραρχία στην Κύπρο, απέρριψε τις πιέσεις του Τζόνσον με τις προτάσεις ΄Ατσεσον και ανετράπη, όπως μας είχε προβλέψει στο αεροπλάνο της επιστροφής από την Ουάσιγκτον.
Αν δήλωσε ο Μακάριος στην βουλευτίνα του Εργατικού Κόμματος πως θα μπορούσε να δεχτεί ανεξαρτησία, ήταν πρώτον γιατί από την ελλαδική εξουσία δεν περίμενε πια καμιάν υποστήριξη και δεύτερον γιατί αναφερόταν σε πραγματική, όχι υπονομευμένη -με ωρολογιακό μηχανισμό- ανεξαρτησία.
Μόνιμος ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας «Ελευθερία» στο Λονδίνο, από της παραίτησής του από το BBC, μετά τον απαγχονισμό των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Καραολή και Δημητρίου, ο γράφων έζησε και κατέγραψε από την βρετανική πρωτεύουσα την εξέλιξη του κυπριακού αγώνα, τις βρετανικές αντιδράσεις και τα σχέδια Χάρντινγκ, Ράντκλιφ, Φουτ για την κατάπνιξή του και υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας πολλών αποκρουστικών εικόνων της θυσίας του στο Λονδίνο, τις τραγικές ημέρες προς την ολοκλήρωση του εγκλήματος της Ζυρίχης.
Ιδού ολίγα μόνο «ενσταντανέ», για την επανόρθωση της αδικίας, επειδή η επιστροφή στην εμπειρία αποτελεί ισόβια πληγή, πηγήν οδύνης. Λεπτομερή εξιστόρηση οι επιθυμούντες ας αναζητήσουν στον αντίστοιχο τόμο της «Ελευθερίας» (αλλά και του «΄Εθνους» και των «Νέων» ακόμη), σε κάποια βιβλιοθήκη, εάν δεν έχουν παντού σκιστεί αυτές οι σελίδες.
Μετά την άφιξη στο Λονδίνο των Καραμανλή, Αβέρωφ, Μπίτσιου και λοιπής διπλωματικής κουστωδίας από την Ζυρίχη αρχίζει ο αγωνιώδης πολυήμερος μαραθώνιος των Ελλαδο-κυπριακών διαπραγματεύσεων στην ελληνική Πρεσβεία. Οι Μεντερές, Ζορλού και λοιπή τουρκική αντιπροσωπεία, παρ΄ ολίγο να μην φθάσουν, κατόπιν ατυχήματος στην προσγείωση. Αλλά και εκεί η Κύπρος στάθηκε άτυχη.
Αν ενθυμούμαι σωστά (μετά από 60 χρόνια σχεδόν και χωρίς σημειώσεις) και ο Μακάριος ήρθε από την Κύπρο με καθυστέρηση και οι συνομιλίες (διαπραγματεύσεις) με την κυπριακή αντιπροσωπεία άρχισαν χωρίς αυτόν. Οι ΄Ελληνες ανταποκριτές, Σωτηριάδης (Βήμα-Νέα), Χατζηαργύρης (΄Εθνος και εφημερίδα της Κύπρου) και Στυλιανού (Ελευθερία), στημένοι έξω από την πόρτα της ελληνικής πρεσβείας, στην Upper Brook Street, όπου βρίσκονταν ήδη οι κυβερνώντες τις τύχες του έθνους, βλέπαμε τους Κυπρίους αντιπροσώπους να φθάνουν χαλαροί, χαμογελαστοί και αισιόδοξοι. Ακολουθούσε αναμονή, ορθοστασία μπροστά στην σκοτεινή κλειστή πόρτα και νευρική αδημονία, κάθε μέρα μακρύτερη.
Επειδή αυτό επαναλήφθηκε επί περισσότερες μέρες. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες. Θυμάμαι μόνο τα πρόσωπα κατά την έξοδο. Την έκφραση των προσώπων που μιλούσε. Πρόσωπα σκοτεινά, πελιδνά, με χείλη σφιγμένα. Πρόσωπα με χαραγμένη την απογοήτευση, την απόγνωση. Αισθήματα που μου επιβεβαίωνε αργότερα ο διπλωματικός τότε σύμβουλος του Μακαρίου και διακεκριμένος νομικός Ζήνων Ρωσσίδης, κατόπιν πρεσβευτής στον ΟΗΕ ή στην Ουάσιγκτον, ο οποίος με τιμούσε με την εμπιστοσύνη και την φιλία του. Στο διάστημα αυτό οι ΄Αγγλοι είχαν ετοιμάσει το μέγαρο της διάσκεψης και περίμεναν, ανήσυχοι. Με την άφιξη του Μακαρίου, που κατέλυσε στο ξενοδοχείο Grosvenor στο Park Lane, όχι μακριά από την Πρεσβεία, οι μαραθώνιες συζητήσεις των δύο αντιπροσωπειών συνεχίζονταν σε γεύμα.
Είχα γράψει τότε στην Ελευθερία ότι «παρατίθενται δηλητηριώδη γεύματα στον Μακάριο». Ο πρέσβης Γεώργιος Σεφεριάδης, με τον οποίο διασταυρώθηκα στην σκάλα της πρεσβείας την επομένη, μου παρατήρησε με πικρό υπομειδίαμα «ώστε δηλητηριώδη γεύματα παραθέτουμε στον Μακάριο, κύριε Στυλιανού;» -«Θεωρώ θαύμα ότι επιζεί, κ. Πρέσβη». Η στιχομυθία αναφέρεται σαν μια ένδειξη του ηλεκτρισμού στην ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών.
Διότι αυτά που γράφει ο κ. Παπαναστασίου περί «αμφιταλαντεύσεων» του Μακαρίου κ.λ.π. δεν ανταποκρίνονται προς τα γεγονότα των οποίων ο γράφων υπήρξε μάρτυρας.
Την τρίτη νομίζω ημέρα των «συσκέψεων» στην πρεσβεία, μερικοί της κυπριακής αντιπροσωπείας, σε ψυχική ταραχή κατά την έξοδό τους, δεν μπόρεσαν να κρατηθούν, μίλησαν. Είπαν πως ο Αβέρωφ έφτασε να τους απειλήσει, αν δεν δεχθούν την συμφωνία της Ζυρίχης. Με αιματοχυσία. «Το αίμα των θυμάτων θα είναι εφ’ υμών και επί των τέκνων υμών» τους είπε επί λέξει. Η φράση είναι έκτοτε χαραγμένη ανεξίτηλα στον εγκέφαλο του υπογράφοντος.
Ο Μακάριος και η αντιπροσωπεία που είχε στείλει ανθίστατο σθεναρά. Με ελάσσονα στόχο -όπως κρίνω- τουλάχιστον την απάλειψη των υπονομευτικών διατάξεων της συμφωνίας. Η ένταση είχε κορυφωθεί σε σημείο όξυνσης, στα όρια σύγκρουσης, στην οποία η κυπριακή πλευρά δεν μπορούσε να φτάσει με την «Μητέρα Πατρίδα».
Οι Βρετανοί ήσαν ανήσυχοι, αδημονούσαν. Ο Μπίτσιος (Δημήτρης, νομίζω) του υπουργείου Εξωτερικών και των Ανακτόρων, συντάκτης αργότερα των πολύκροτων βασιλικών επιστολών προς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, είχε αρχίσει παρασκηνιακή δράση διάβρωσης της κυπριακής αντιπροσωπείας.
Σε κάποια φάση «ανασύνταξης», επήγα να επισκεφθώ τον Εθνάρχη στο Ντόρτσεστερ. Θα ήταν γύρω στις 11 π.μ., Τον είδα από μακριά, με τον γαλάζιο χιτώνα που φορούν οι ιεράρχες στην κατοικία τους, ευθυτενή, γαλήνιο, επιβλητικό, ακτινοβόλο. Με σταμάτησε στον διάδρομο ένας Κύπριος νέος που γνώριζα από τα γραφεία της Εθναρχίας: «Που πας», με ρώτησε αναστατωμένος. «Μόλις του τηλεφώνησε η βασίλισσα. Οι τηλεφωνήτριες ξετρελάθηκαν…» -Ποια βασίλισσα, η Ελισάβετ; – Βρε ποια Ελισάβετ..Η Φρειδερίκη! Έκανα αμέσως μεταβολή και έτρεξα στο τέλεξ του τηλεγραφείου. Η «Ελευθερία» είχε την αποκλειστικότητα της είδησης ότι και η βασίλισσα Φρειδερίκη είχε προστεθεί στην μέγγενη των πιέσεων στον Μακάριο να υπογράψει. Στην Βουλή έγιναν επεισόδια, συγκρούσεις με πέταγμα αντικειμένων. Την επομένη το δημοσίευε η Γκάρντιαν. Βήμα, Νέα και ΄Εθνος το έγραψαν την μεθεπομένη. Δεν υπήρξε διάψευση.
΄Αλλο στοιχείο ανατροπής του ισχυρισμού περί «αμφιταλαντεύσεων» του Μακαρίου ενώπιον της «Ζυρίχης»: Αναζητώντας ακλόνητο έρεισμα για την απόρριψη ή επαναδιαπραγμάτευση της Ζυρίχης, ο Μακάριος κάλεσε από την Κύπρο τα μέλη της Εθναρχίας, (άτυπου εθνικού συμβουλίου), στων οποίων την στήριξη υπολόγιζε. Τους είδα ένα απόγευμα συγκεντρωμένους (καμιά εικοσαριά) στο αίθριο του Κλάριτζες (ξενοδοχείου των εστεμμένων επισκεπτών), όπου έμενε η ελληνική αντιπροσωπεία. Έγινα εκεί μάρτυρας του αθλιέστερου θεάματος πολιτικού μαγειρέματος ή παζαριού, πριν την Αποστασία του 1965 στην Αθήνα.
Μοναδική ελλαδική παρουσία στο αίθριο, ο πανταχού αίλουρος διπλωμάτης Μπίτσιος, περιέφερε το κάθισμά του από τραπέζι σε τραπέζι, διπλάρωνε πρόσωπα της Εθναρχίας που είχε επισημάνει ως «μαλακούς στόχους» και έσκυβε στο αυτί τους. Θυμάμαι ότι άρχισε από τον Δέρβη, τότε δήμαρχο της Λευκωσίας, σωματώδη με τριχωτό πρόσωπο -όπως μου φάνηκε- και ευχαριστημένο από όσα του έμελπε ο Μπίτσιος στο αυτί. ΄Ηταν εξόφθαλμο ότι τις απειλές προς την αντιπροσωπεία είχαν διαδεχθεί οι υποσχέσεις και οι δελεασμοί προς τους Κύπριους προύχοντες, από τους οποίους ο Μακάριος περίμενε στήριξη. Και οι οποίοι βαθμιαία αυτομόλησαν -πλην ελαχίστων.
Μετά την πτώση της αυλαίας, ο αείμνηστος Ζήνων Ρωσίδης μου αφηγείτο: «Την νύκτα δεν εκοιμήθηκα. Με κατέτρωγε η στρωμνή, όπως τον Μωάμεθ την παραμονή της αλώσεως, κατά την ιστορική αφήγηση. Πρωί έτρεξα στον Μακάριο με την ιδέα της απελπισίας, μπροστά στο αδιέξοδο: Σήκω και φύγε. Μην δεις κανέναν, μην πεις τίποτα. Πάρε το αεροπλάνο και γύρνα στην Κύπρο!»
Την επομένη, στο Λάνκαστερ Χάουζ (αν δεν σφάλλομαι) τελικά υπογράφτηκε η επάρατη συμφωνία, που επιστρέφοντας ο Μακάριος έπρεπε να υποκριθεί στον λαό πως ήταν ικανοποιητική.
Το βράδυ η ελλαδική αντιπροσωπεία έδωσε εορταστική δεξίωση με σαμπάνιες, στην αίθουσα των κατόπτρων του Κλάριτζες. Δεν βλέπω τον Μακάριο στην εικόνα της μνήμης μου. Βλέπω το επεισόδιο που σημειώθηκε στον πανηγυρικό του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, όταν τον διέκοψε ο υπογραφόμενος δημοσιογράφος με την φράση «Οι Τούρκοι πρέπει να πανηγυρίζουν τώρα…». Η φράση δεν ολοκληρώθηκε, ο πρωθυπουργός τον άρπαξε από τα πέτα, φωνάζοντας για «μικρούς ανθρώπους που επιχειρούν να μειώσουν μιαν μεγάλη ιστορική στιγμή.» Οι άλλοι παρόντες δημοσιογράφοι έκαναν βήματα αλληλεγγύης προς τον σειόμενο συνάδελφό τους, ο πρωθυπουργός ηρέμησε, χτύπησε τον αυθάδη νέο φιλικά στην πλάτη: «Εσύ ποιας εφημερίδας είσαι, ρε;» Στην «Ελευθερία» δεν στάλθηκε αυτό το συμβάν. Το είδα αργότερα δημοσιευμένο στα «Νέα».
Ψιλόβρεχε εκείνη τη νύχτα. Από το Κλάριτζες στην οικογενειακή εστία, μισή ώρα πεζοπορίας περίπου: Park Lane μέχρι Μarble Arch και στροφή στην Εdgewear Road μέχρι την γωνία της George Street, με την γραφομηχανή Ηermes στο χέρι, ένα τόνο βάρος στα πόδια και στην καρδιά, με υγρό το πρόσωπο από την βροχή και τον θρήνο για τον θάνατο ενός νεανικού ονείρου. Του ονείρου για μιαν ελληνικήν αναγέννηση, σε μεγαλύτερη κλίμακα αυτής που ακολούθησε την ένωση της Κρήτης με Βενιζέλο, με ενωμένους τους ΄Ελληνες στην εθνική χειραφέτηση και την κατάκτηση ενός μέλλοντος ελευθερίας, δημοκρατίας, αξιοπρέπειας.
Νικήθηκε και συντρίφτηκε από αυτούς που μας ήθελαν -και αυτούς που βολεύονταν έτσι- το κράτος της Ψωροκώσταινας, της διχόνοιας, της μιζέριας και της κομπίνας, έτσι που μας περιέγραφαν τότε οι Τάϊμς, το γραφικό μπουλούκι –παλιά με τσαρούχια και φουστανέλες, τότε με φράγκικα- κάτω από την Ακρόπολη, σύμβολο ενός πολιτισμού του οποίου νόμιμοι πλέον πνευματικοί κληρονόμοι είναι οι σπουδαγμένοι σε Οξφόρδη και Κέμπριτζ (και Χάρβαρντ και Γαίηλ) Αγγλοσάξωνες.
* Μένει το θέμα του πρεσβευτή, που φροντίζει ο ερευνητής-ιστορικός κ. Παπαναστασίου. Είναι γεγονός ότι ο αείμνηστος Αλέξανδρος Ξύδης, τότε σύμβουλος Τύπου της Πρεσβείας, αργότερα Πρέσβης και φίλος μου ως το τέλος, από τότε και επί χρόνια αργότερα με διαβεβαίωνε πως ο Γιώργος Σεφέρης ήταν αντίθετος με τις συμφωνίες που υπέγραφαν. Και είναι επίσης γεγονός ότι ο ίδιος δεν αναμείχθηκε στις αθλιότητες που διαπράχθηκαν στην συνέχεια. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Γιατί αυτός, ο ποιητής, με τα αυξημένης ευαισθησίας κριτήρια πατρίδας, ιστορίας, χρέους, τιμής, δεν παραιτήθηκε σε εκείνη την κρίσιμη για το ΄Εθνος ιστορική στιγμή –χειρονομία που μπορεί να έκρινε και την λύση του δράματος;
Τα όρια της διαπραγμάτευσης με την πΓΔΜ και η επόμενη ημέρα
του Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη* Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018
Σύμφωνα με τον Χάρτη του ΟΗΕ, τα κράτη πρέπει να επιλύουν ειρηνικά τις διαφορές τους. Αυτό μπορεί να συμβεί με προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, όπως έκανε η κυβέρνηση Gruevski κατά της Ελλάδας το 2008 με αφορμή τη μη είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ή με διπλωματικά εργαλεία, όπως η πρόσφατη διαπραγμάτευση σε ανώτατο επίπεδο ανάμεσα στους κυβερνητικούς αξιωματούχους της χώρας μας και της πΓΔΜ, και οι «καλές υπηρεσίες» τις οποίες προσφέρει ο διορισμένος από τον γ.γ. του ΟΗΕ Ειδικός Αντιπρόσωπός του, κ. Matthew Nimetz για το ζήτημα της ονομασίας.
Στο πλαίσιο των «καλών υπηρεσιών» και της αποστολής που του έχει ανατεθεί, αλλά και με γνώμονα τη διπλωματική πρακτική, ο κ. Nimetz οφείλει να λειτουργεί αμερόληπτα και διακριτικά ως ενδιάμεσος τρίτος, να προωθεί μέτρα για την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο χώρες και να υποβάλει σε αυτές προτάσεις, με σκοπό να διευκολύνει την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης. Αυτές οι «καλές υπηρεσίες» διεξάγονται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, και φυσικά σε συμμόρφωση με την απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας, με την οποία συνέστησε στη Γενική Συνέλευση την εισδοχή της πΓΔΜ στον Οργανισμό με προσωρινή ονομασία, και κάλεσε τις δύο χώρες να διευθετήσουν με ταχύτητα τη διαφορά για το όνομα, προς το συμφέρον της διατήρησης των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή. Με άλλα λόγια, ο κ. Nimetz έχει εντολή να επικουρήσει μόνο την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος, και όχι να επεκταθεί σε ό,τι αποτελεί την ουσία της διαφοράς, επιτομή της οποίας είναι το όνομα Μακεδονία. Ωστόσο, μια συμφωνία που θα περιορίζεται στην ονοματοθεσία, δεν συμφέρει την Ελλάδα, εφόσον καταλείπει αρρύθμιστα ζητήματα σχετικά με την εθνική ταυτότητα, τη γλώσσα, τη χρήση ιστορικών γεγονότων και συμβόλων και τους μηχανισμούς που καλλιεργούν τον αλυτρωτισμό, ενώ παράλληλα θα έχει ήδη εξαντληθεί δυσανάλογα μεγάλο διπλωματικό και πολιτικό κεφάλαιο σε βάθος δεκαετιών.
Παράλληλα με τις «καλές υπηρεσίες» του κ. Nimetz, η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης, που εξελίχθηκε αναπάντεχα γρήγορα σε ανώτατο επίπεδο, και σε μεγάλο βαθμό επισκίασε τον ρόλο του αμερικανού διπλωμάτη. Αυτή η πρωτοβουλία δεν είναι απαραίτητα ανορθόδοξη, καθώς έτσι, εκτός από τις αναταράξεις που προκλήθηκαν στη θεσμική διαδικασία των «καλών υπηρεσιών» και εκφράστηκαν με την ανεπίτρεπτη διαρροή των προτάσεων Nimetz για το όνομα και με επίσημες δηλώσεις του για τη «μακεδονική» ταυτότητα των κατοίκων της πΓΔΜ, οι οποίες έθεσαν σε αμφισβήτηση τη διακριτικότητα και την αμεροληψία του, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να αποφύγει μια συμφωνία που θα περιοριζόταν στο ζήτημα της ονομασίας, πιθανόν υπό το κράτος διεθνών πιέσεων, και προωθεί μια συνολική λύση πακέτο. Υπό αυτή την έννοια, οι τρέχουσες διπλωματικές επαφές ανάμεσα σε Ελλάδα και πΓΔΜ, πρέπει να αναδείξουν την ισχυρότερη θέση της Ελλάδας στη μεταξύ μας σχέση, καθώς μια τέτοιου είδους διαπραγμάτευση είναι από τη φύση της μια διελκυστίνδα που επιχειρεί να φέρει την αδύναμη πλευρά εγγύτερα στις θέσεις και τις προσδοκίες της ισχυρότερης. Δεν αφορά ούτε στην απόδοση του δικαίου ούτε στην επίτευξη ενός έντιμου συμβιβασμού, διότι ουσιαστικά μια διαπραγμάτευση αναπαριστά τον συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στα εμπλεκόμενα σε αυτή μέρη.
Η έκβαση λοιπόν της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε Ελλάδα και πΓΔΜ, αξιολογείται τόσο με σημείο αναφοράς τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές και τις προσδοκίες, όσο και σε βάθος χρόνου, με βάση τη βιωσιμότητα της συμφωνίας που θα επιτευχθεί. Συνεπώς, η εν λόγω διαπραγμάτευση φέρει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά της επιρροής και της ισχύος που μπορούν να κινητοποιήσουν η Ελλάδα και η πΓΔΜ, γεγονός που θα πρέπει να αποτυπωθεί σε μια συμφωνία που θα ικανοποιεί και τις δύο πλευρές, εφόσον αυτές αποτιμούν ρεαλιστικά τις δυνατότητές τους και επιδιώκουν μια συμφωνία με καλή πίστη. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, τότε αναπόφευκτα θα «παγώσει» η διαδικασία των «καλών υπηρεσιών» και ο διάλογος ανάμεσα στα δύο υπουργεία Εξωτερικών, θα αποφευχθεί μια ασύμφορη συμφωνία για το όνομα, και κατ’ επέκταση οι δύο πλευρές θα επιδοθούν σε ανταλλαγή κατηγοριών, προκειμένου να αποφύγουν την απόδοση των ευθυνών για ένα ακόμη διπλωματικό ναυάγιο.
Ωστόσο, ενώ η συζήτηση αφορά εύλογα στη μεγάλη εικόνα της επικαιρότητας, δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα κληθεί να διαχειριστεί μια συμφωνία, ή ακόμη περισσότερο την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας. Πρώτα απ’όλα, μια ενδεχόμενη συμφωνία δεν πρέπει να συνεπάγεται διθυράμβους και δηλώσεις περί νίκης, προκαλώντας έτσι το κοινό αίσθημα της άλλης πλευράς και καθιστώντας δυσχερέστερη τη διαχείρισή της από την άλλη κυβέρνηση. Μια συμφωνία πρέπει να τύχει μετριοπαθούς υποδοχής, όσο καλή κι αν αποδειχθεί, διότι το βασικό ζητούμενο είναι η συμμόρφωση με αυτή και η βιωσιμότητά της. Επειδή, λοιπόν, οποιαδήποτε συμφωνία, θα περιλαμβάνει προϋποθέσεις και συνεπώς ρήτρες αιρεσιμότητας και αξιολόγηση της συμμόρφωσης των δύο πλευρών σε βάθος χρόνου, που πιθανόν θα συμπίπτει με την ενταξιακή πορεία της πΓΔΜ στην ΕΕ, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να καλλιεργούν κλίμα σεβασμού και συνεργασίας ανάμεσα στους δύο λαούς, και να μην χρησιμοποιούν την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής για μικροπολιτικές σκοπιμότητες και ψηφοθηρία που θα εξασφάλιζαν ένα ωφέλιμο εκλογικό αποτέλεσμα, εξάπτοντας τα φιλοπατριωτικά αντανακλαστικά ή επιχειρώντας τον εκχυδαϊσμό τους. Με άλλα λόγια, αν και η διαπραγμάτευση είναι άνιση, καθώς η Ελλάδα είναι προφανώς το ισχυρό μέρος σε αυτήν, η υποδοχή μιας συμφωνίας δεν πρέπει να διακρίνει σε νικητές και ηττημένους. Αυτού του είδους η αντιμετώπιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικές που θα υπέσκαπταν τη συμφωνία και θα εξανέμιζαν οποιαδήποτε πρόοδο, ενώ θα τραυμάτιζαν την αξιοπιστία της χώρας σε διεθνές επίπεδο, διότι θα αποτυγχάναμε να πείσουμε, ότι μπορούμε να εγγυηθούμε την σταθερότητα και τη συνεργασία στα Βαλκάνια.
Όμως, επειδή η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας μοιάζει ως η πιθανότερη έκβαση, η διαχείριση της επόμενης ημέρας, αποτελεί ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρο για την Ελλάδα. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση Zaev ήδη βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, γιατί αντιμετωπίζεται και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού ως «παράθυρο ευκαιρίας» και εναλλακτική πρόταση σταθερότητας απέναντι στην προηγούμενη μη συνεργάσιμη κυβέρνηση Gruevski. Πρόκειται για μια εύλογη αντιμετώπιση, αναφορικά με την ανάγκη σταθεροποίησης της εσωτερικής πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στην πΓΔΜ, καθόσον η προηγούμενη κυβέρνηση ενεπλάκη σε σκάνδαλα οικονομικής διαφθοράς και αδιαφάνειας, όπως οι εκτεταμένες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι για την Αθήνα, σε καθαρά διμερές επίπεδο, δεν μπορεί να αποτελεί «παράθυρο ευκαιρίας» η μετονομασία του αεροδρομίου στα Σκόπια και του αυτοκινητοδρόμου που τα συνδέει με την Ελλάδα, διότι αυτές είναι ενέργειες καλής θέλησης που αίρουν τις εμπρηστικές πρωτοβουλίες της προηγούμενης κυβέρνησης, και θα έπρεπε να είχαν ήδη αναληφθεί μονομερώς στο πλαίσιο των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, και όχι εντός της τρέχουσας διαπραγμάτευσης. Άλλωστε, είχαν εξαγγελθεί πριν από ένα εξάμηνο σε γερμανικό έντυπο, και η καθυστερημένη υλοποίησή τους προκαλεί περισσότερη καχυποψία παρά ικανοποίηση.
Αν και η κυβέρνηση Zaev δείχνει πρόθυμη να συμβιβαστεί στο ζήτημα της ονομασίας, ωστόσο μοιάζει αμετακίνητη, ή έστω επιδίδεται σε αμφίσημες δηλώσεις, σχετικά με την ευρύτερη ατζέντα που προωθεί η ελληνική πλευρά. Ακολούθως, όσο κι αν η ελάχιστη μετατόπιση από τις ακραίες θέσεις της προηγούμενης κυβέρνησης φαντάζει θετική εξέλιξη, δεν αποτελεί ουσιαστική πρόοδο, για την οποία η ελληνική πλευρά θα «έκαιγε» τα διαπραγματευτικά χαρτιά της. Μέχρι σήμερα, το υποτιθέμενο «παράθυρο ευκαιρίας» που προσφέρει η νέα κυβέρνηση, αφορά μόνο σε συμβολικές κινήσεις που συνιστούν αυτονόητες προϋποθέσεις στο πλαίσιο των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και περιορίζεται στο ζήτημα της ονομασίας, ενώ για την Ελλάδα το πλέον κρίσιμο και αποφασιστικό μέρος της διαφοράς εντοπίζεται στην κατασκευή και την αφήγηση της ιστορίας που διαμορφώνει την εθνική συνείδηση και τη γλώσσα σημαντικού τμήματος του πληθυσμού στην πΓΔΜ, και τη λειτουργία των μηχανισμών που υποθάλπουν τον αλυτρωτισμό και παράγουν πολιτικές αποσταθεροποίησης τόσο εντός της πΓΔΜ όσο και στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, είναι σημαντικό να μετριάσουμε τις αβάσιμες προσδοκίες που έχει καταφέρει να καλλιεργήσει η κυβέρνηση Zaev χωρίς κάποιο κόστος στο εσωτερικό της πΓΔΜ και ουσιαστικά ανταλλάγματα προς εμάς.
Καθίσταται λοιπόν προφανές, ότι η χώρα μας δεν πρέπει να παρασυρθεί από τη μεγέθυνση της σημασίας των χειρονομιών καλής θέλησης και τη διαφήμισή τους, ούτε από την παροχή υποσχέσεων που εξαντλούνται στην πρόθεση να τα βρούμε καθοδόν, πιθανόν με κοινές επιτροπές διπλωματών, ιστορικών και άλλων ειδικών, και υπό την πίεση της προθεσμίας που σηματοδοτεί η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο. Άλλωστε, το ΝΑΤΟ δεσμεύεται από τη Διακήρυξη του 2008 στο Βουκουρέστι, να αποστείλει πρόσκληση για την ένταξη της πΓΔΜ, αφού πρώτα επιλύσουμε τη διαφορά μας για το όνομα, και άρα η σπουδή και η πίεση για παραχωρήσεις πρέπει να αφορούν περισσότερο στην πΓΔΜ παρά στην Ελλάδα.
Μαζί λοιπόν με μια καλή συμφωνία για το όνομα, θα πρέπει, αξιοποιώντας την εμπειρία και το κεκτημένο που απέσπασε η κυβέρνηση Καραμανλή στο Βουκουρέστι, να εξασφαλίσουμε ουσιαστικές και απαρέγκλιτες δεσμεύσεις για την ειρήνη και τη συνεργασία στην περιοχή σε διμερές και πολυμερές/θεσμικό επίπεδο, με ορίζοντα το μέλλον και όχι το παρελθόν. Ωστόσο, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί μια συμφωνία πακέτο, τότε η ελληνική πλευρά θα πρέπει να εξηγήσει στους εταίρους μας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ με πειστικά επιχειρήματα, ότι η κυβέρνηση Zaev δεν ήταν «παράθυρο ευκαιρίας», να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις διπλωματικές πιέσεις εκείνων των χωρών που έχουν συμφέροντα από την είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, να αφήσει περιθώρια επανέναρξης του διαλόγου, και να εγκαταλείψει τον διαχειριστικό και παθητικό ρόλο απέναντι στην πΓΔΜ που μαθηματικά την οδηγεί σε άλλες ανταγωνιστικές σφαίρες επιρροής.
Τέλος, ενόψει των παραπάνω και ειδικά στην περίπτωση επέλευσης αδιεξόδου, είναι απαραίτητο να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας σε επίπεδο χαμηλής πολιτικής, ώστε να προωθηθεί η οικονομική, εμπορική και πολιτιστική συνεργασία και να ενισχυθούν οι δεσμοί εμπιστοσύνης, καθώς η πΓΔΜ αποτελεί τη φυσική δίοδο της Ελλάδας προς την κεντρική Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, φορείς, όπως η τοπική αυτοδιοίκηση, τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια και τα πανεπιστήμια, μπορούν να συμβάλουν διακριτικά και αποτελεσματικά. Όμως κανείς από αυτούς τους φορείς, δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει τον εκάστοτε Υπουργό Εξωτερικών και το διπλωματικό προσωπικό της χώρας αναφορικά με την επίλυση των προβλημάτων της εξωτερικής μας πολιτικής και τα ζητήματα της υψηλής διπλωματίας. Η παρεμβολή αυτόκλητων «διπλωματών» και εξωθεσμικών πρωτοβουλιών συνήθως δυσχεραίνει την επικοινωνία και συσκοτίζει τις προθέσεις των μερών που εμπλέκονται σε μια διαπραγμάτευση, επηρεάζοντας έτσι αντιπαραγωγικά την έκβασή της.
*Ο κ. Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, [email protected]
liberal.gr
From Cyprus to Syria: Turkey’s Continued Invasions
On January 20, the Turkish military began an invasion of the Kurdish-controlled Afrin region in northern Syria. Turkey’s government has declaredthat its operation aims “to preserve Syria’s territorial integrity,” remove “terrorist elements,” and protect civilians.
The Independent, however, published the first Western media report from Afrin, and Robert Fisk reports that the list of dead includes infants. “One-year old Wael al-Hussein, a refugee…was killed on 21 January, six-year old Moussab al-Hussein from Idlib (clearly from another refugee family) on the same day,” he writes.
Many journalists in Turkey, in the meanwhile, are rubbing their hands. Necati Doğru, a columnist with one of the most read Turkish newspapers, Sözcü, for example, proudly declares that Afrin “should be Turkey’s second Cyprus.” He writes: “You can’t say ‘I will enter Syria, strike them, cleanse the area and return. You should stay there permanently. We are having our second Cyprus.”
The Turkish invasion of Cyprus is considered a “victory” in Turkey and is celebrated every year. For the Republic of Cyprus, however, it was and still is a horrific crime that has completely changed the country ever since.
In 1974, Turkey claimed it was bringing “peace” to Cyprus, which it invaded with a brutal military assault that it calls the “Cyprus peace operation.” The Turkish military code-named the invasion “Operation Attila,” named after Attila the Hun (reigned 434-453 CE). A Turkic military leader from Central Asia, he is known for his ruthless and destructive campaigns and invasions, including those targeting Western and Eastern Roman (Byzantine) Empires, and at one time he invaded Italy, devastating its northern provinces.
Following the invasion of the Republic of Cyprus in 1974, Turkey deployed around 40,000 of its soldiers in the northern part of the island, which has turned Cyprus into the most militarized turf in the world. Since the invasion, some 37 percent of Cypriot territory has been under Turkish occupation. Bülent Ecevit, Turkey’s prime minister at the time of the invasion, is still hailed by many in the country as “the conqueror of Cyprus,” although others have recently claimed that it is Necmettin Erbakan, the then deputy PM, who actually deserves the title.
The campaign was accompanied by mass murder, abduction, and rape of Greek Cypriots by Turkish troops. The European Commission on Human Rights has documented the rape of women and children aged 12 to 71.
In their article titled “Gender and Genocide: Armenian and Greek Women Finding Positive Meaning in the Horror,” scholars Artemis Pippinelli and Ani Kalayjian detail the sexual assaults by Turkish troops against Greek Cypriot women and children, which they call the “Cyprus gendercide.” They write:
Rape victims suffered severe gynecological problems as well as psychological trauma. In some cases, women were forced into prostitution. Many were collected from different villages and held in separate rooms of empty houses where they were repeatedly raped by Turkish soldiers. In other cases, members of the same family were repeatedly raped, some in front of their children. Rapes also occurred in public before spectators. The brutality of these violent sexual attacks was followed by extreme physical trauma, including near suffocation. Children and pregnant or mentally retarded women were not spared.
In 1983, Turkey proceeded to issue the unilateral declaration of independence of a new “state” in Cyprus which they call “the Turkish Republic of Northern Cyprus” (TRNC). Only Turkey recognizes the TRNC, which has transformed northern Cyprus into a Turkish province.
Turks have applied the same methods used to de-Hellenize and Turkify Asia Minor (today’s Turkey), which had a Greek majority until the 1453 Turkish sack of Constantinople (Istanbul), to Turkify northern Cyprus.
For example, the Greek geographical names of the occupied north have been changed to Turkish names. And the violent destruction of the cultural heritage of the area at the hands of its Turkish regime is still ongoing. Hundreds of historic and religious monuments have been destroyed, looted, and vandalized. Many churches have been converted into stables, casinos, nightclubs, warehouses, barracks, and mosques, among other things.
And worshippers in those mosques in the occupied area are now reciting the Koranic verse Surah al Fath (verse of conquest) “for the victory of Turkey’s military operation on Afrin” every day until the invasion ends—as instructed by the government-funded Presidency of Religious Affairs (Diyanet).
Turkey also rejects the Greek identity of Cyprus. According to the official website of the Turkish Ministry of Foreign Affairs, “Cyprus has never been a Greek island,” and “there has never been in Cyprus a ‘Cypriot nation.’”
The Turkish ministry is wrong. Not until the Turkish invasion in 1974 did the northern part of the island have a Turkish majority. The occupation forced around 170,000 indigenous Greek Cypriot inhabitants of northern Cyprus out of their homes and flee to the free, southern part of the island. The Turkish government then replaced Greek Cypriot natives with illegal settlers from Turkey, thus forcibly changing the demographic status-quo of the island. That is how a Turkish majority was created in the northern part of Cyprus, which had always had a Greek majority until 1974.
Similarly, Erdogan refuses to recognize Kurdish rule in Afrin, declaring his plan for changing the demographic status-quo there.
“Fifty-five percent of the population of Afrin is Arab, 35 percent is Kurds, who were settled there later, and 6 or 7 percent is Turkmen. The entire issue is to give Afrin back to its real owners. Our aim is to immediately send the 3.5 million Syrians in Turkey back to their homeland,” he said in a public speech.
In recent years, Turkish expansionism has become alarmingly popular within pro-government groups. Turkey’s new maps, published by the pro-government media, have even reclaimed the Ottoman Empire, including Greece and Iraq.
In parallel to that, many Turkish politicians from both the government and opposition have publicly expressed their desire to invade and capture Greek islands in the Aegean Sea. Most recently, Yigit Bulut, one of Erdogan’s principal advisers, has threatened Greece over the islet of Imia, which Turks call “Kardak.” He said:
Athens will face the wrath of Turkey worse than that in Afrin. We will break the arms and legs of officials, of the Prime Minister [Alexis Tsipras] and any minister who dares to step on the Kardak islet in the Aegean. There is not an armed force in this region that could contend against the Turkish armed forces. So, everyone will know their place. All imperialists will accept that the people in this land are Turks and the nation in this land is Islamic ummah [nation] and they will kiss the hand that they cannot bend.
In the meanwhile, the Greek Defense Ministry announced that Turkey violated Greek airspace 138 times in one day alone, on February 1.
Since 1974, Turkey has been a proud and unapologetic occupier in Cyprus. Now Turkish authorities are targeting Afrin, knowing from past experience that they will not be held accountable. They can kill and torture civilians and commit campaigns of ethnic cleansing wherever they wish. Yesterday, their target was northern Cyprus; today it is northern Syria. What country will be the next target? Before even greater catastrophes occur in the region, Turkey has to be reminded that the Ottoman Empire is dead and will never be resurrected.
—
Uzay Bulut, a journalist and political analyst born in Turkey, is currently based in Washington, DC. She is an associate fellow of the Philos Project. Her journalistic work focuses mainly on Turkey’s ethnic and religious minorities, political Islam, and the history of Turkey. Follow her on Twitter: @uzayb.
Photo Credit: Turkish M47 Patton tank deployed to Cyprus in 1974.
Turkish-Egyptian war of words in eastern Mediterranean heats up

The Egyptian position came in response to statements by Turkish Foreign Minister Mevlut Cavusoglu in an interview Feb. 4 with the Greek daily Kathimerini. Cavusoglu described as “null and void” the agreement signed between Egypt and Cyprus in December 2013 on the joint exploitation of hydrocarbon reserves on the median line between the two countries’ respective exclusive economic zones (EEZ) in the eastern Mediterranean. “We have clearly stated that the agreement violates Turkey’s continental shelf,” he noted.
Praising the Egyptian Foreign Ministry’s position, Maj. Gen. Kamal Amer, the head of the Egyptian parliament’s National Defense and Security Committee, asserted in a press statement Feb. 7, “It is a strong response that expresses Egypt’s position, especially the Egyptian rejection of any infringement of its sovereign right to the EEZ.”
A number of bilateral agreements have been signed between Egypt and Cyprus on gas and oil exploration in the eastern Mediterranean. These include the 2003 maritime demarcation agreement and the cooperation agreement signed in October 2012 in the field of oil and gas exploration, especially in the deep waters adjacent to the Egyptian-Cypriot border.
In an interview with Al-Monitor, Salah El-Tahawy, a professor of international law at Helwan University, said, “The 2013 agreement is an international convention signed in light of the Charter of the United Nations and the United Nations Convention on the Law of the Sea. After its ratification by the Egyptian and Cypriot parliaments, this international convention became an internal law in these two countries. This international agreement has been in force since its signature.”
He added, “Egypt and Cyprus are sovereign states. Turkey’s claim to natural resources in the eastern Mediterranean is unacceptable and criminalized under international law. It threatens international peace and security.” Tahawy confirmed Egypt’s right to defend itself against any Turkish aggression in the EEZ in accordance with Article 51 of Chapter VII of the Charter of the United Nations.
Turkey and Egypt had maintained close ties under the reign of former President Mohammed Morsi. Erdogan visited Egypt in November 2012 and several economic agreements were signed between the two countries, in addition to coordination on some common issues, especially the Palestinian cause.
However, the toppling of Morsi in July 2013 severely strained Egyptian-Turkish relations. Turkey officially rejected the ousting of Morsi, seeing his overthrow as a “coup.” On several occasions, Turkish Prime Minister Recep Tayyip Erdogan said that Morsi is the “only legitimate president of Egypt.”
Back then, this position stirred the ire of the Egyptian government. It reduced the level of its diplomatic representation in Turkey to charge d’affaires, expelled the Turkish ambassador in Egypt and summoned the Egyptian ambassador in Ankara.
Meanwhile, Egyptian-Cypriot relations further expanded since President Abdel Fattah al-Sisi took power in Egypt in 2014. Sisi visited Cyprus in 2015 as the first Egyptian president to pay an official visit to Cyprus, and then again in November 2017.
Egypt succeeded in pursuing a fruitful cooperative diplomacy to maximize its utilization of energy resources in the eastern Mediterranean. These efforts culminated in October 2016, when Egypt hosted a tripartite summit with Cyprus and Greece. The “Cairo Declaration” ensuing from the summit focused on enhancing cooperation among the three countries through a series of agreements on exploration and transportation of natural gas within their common maritime borders.
Tarek Fahmy, a professor of political science at Cairo University, described the statements of Turkey’s foreign minister as hostile. “They mean nothing and do not affect the nature of the existing agreement between Egypt and Cyprus,” he told Al-Monitor.
“The timing has its implications and dimensions. The Turkish statements may be interpreted in light of the start of production by Egypt in the Zohr natural gas field in late January, which is the largest gas discovery of its kind in the eastern Mediterranean,” he said. “Egypt’s maritime forces can protect Egypt’s rights in the eastern Mediterranean. Turkey is well-aware of this. In 2017, Global Firepower classified Egypt as the sixth strongest navy in the world and the first military power in Africa and the Arab world.”
He explained that the Turkish position is not only linked to Egypt but also stems from major differences with Cyprus. “Both Egypt and Cyprus have to coordinate positions to repel any Turkish attempts to undermine their rights,” Fahmy added.
During his speech at the inauguration ceremony of the Zohr gas field Jan. 31, Sisi noted that the demarcation of the maritime border with Cyprus contributed significantly to the discovery of the gas field by the Italian energy company Eni in August 2015.
Egyptian Minister of Petroleum Tariq al-Mulla said at the inauguration that the natural gas production of the Zohr gas field will save Egypt gas imports equivalent to around $3 billion annually. “By the end of the year, we will have reached self-sufficiency,” Mulla said.
Any attempts of rapprochement between Egypt and Turkey during the next stage could be difficult. The eastern Mediterranean seems to be a new source of dispute between the two countries, as Turkey does not seem to want to resolve its problems with Cairo.
is an Egyptian writer and researcher who writes for Egypt’s Al-Shorouk newspaper and the Lebanese As-Safir. He has published his research with several Arab and Egyptian centers in addition to writing three scholarly books and two novels.


A new gas reserve in the Eastern Mediterranean sparks friction. February 14



Uzay Bulut