Αρχική Blog Σελίδα 2852

Απογοητεύσεις στον Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο

0

Γιατί φαίνεται να μην μπορούν να συμφωνήσουν για την Βόρεια Κορέα

Περίληψη:

Το Πεντάγωνο και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας έχουν ξεχωριστούς ρόλους για την ανάπτυξη στρατιωτικών επιλογών, αλλά κανένα δεν παίζει τον ρόλο του ακριβώς όπως θα επιθυμούσε το άλλο. Αμφότερα είναι γνωστά για το ότι ξεπερνούν τα όρια της αντίστοιχης εξουσίας τους, ότι υιοθετούν μια άχρηστη και εριστική στάση του τύπου «εμείς γνωρίζουμε καλύτερα», και μιλούν με άλλη γλώσσα το ένα από το άλλο.

Η JULIANNE SMITH είναι διευθύντρια του Προγράμματος Διατλαντικής Ασφάλειας στο Center for a New American Security. Προηγουμένως, υπηρέτησε ως Αναπληρώτρια Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του αντιπροέδρου Τζόζεφ Μπάιντεν.
Η LOREN DEJONGE SCHULMAN είναι αναπληρώτρια διευθύντρια Σπουδών και ανώτερη υπότροφος Panetta στο Center for a New American Security. Προηγουμένως, κατείχε πολλές θέσεις ανώτερων υπαλλήλων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και στο Υπουργείο Άμυνας.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, οι επί μήνες εντάσεις μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της Βόρειας Κορέας εξαπλώθηκαν στην δημόσια σκηνή. Όπως κάποιοι αξιωματούχοι αποκάλυψαν στους New York Times, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, H. R. Mc McMaster, ζήτησε από το Πεντάγωνο να φέρει μια λίστα λεπτομερών στρατιωτικών σχεδίων, συμπεριλαμβανομένου ενός χτυπήματος τύπου «ματωμένης μύτης» (“bloody nose” strike) [1] κατά των βορειοκορεατικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, προκειμένου να αποκτήσουν αξιοπιστία [2] οι απειλές του προέδρου Donald Trump. Όμως, το Πεντάγωνο, όπως ανέφεραν οι αξιωματούχοι, φάνηκε απρόθυμο να ανταποκριθεί στο αίτημα, φαινομενικά ανησυχώντας για το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος δεν έλαβε υπόψη του το πόσο γρήγορα θα μπορούσε να κλιμακωθεί ένα στρατιωτικό χτύπημα.

Η πραγματικότητα έχει περισσότερες αποχρώσεις. Η προφανής άρνηση του Πενταγώνου να παραδώσει τα επιθυμητά από τον Λευκό Οίκο στρατιωτικά σχέδια προφανώς προέρχεται από πολλούς παράγοντες που δεν σχετίζονται με τα αισθήματα του Υπουργείου Άμυνας σχετικά με τον πρόεδρο ή την εξωτερική του πολιτική. Σε αυτή την περίπτωση, οι παράμετροι που πιθανώς ορίστηκαν από τον Λευκό Οίκο -χαμηλός κίνδυνος για τις αμερικανικές δυνάμεις, χαμηλός κίνδυνος για τη Νότια Κορέα, χαμηλός κίνδυνος να προκληθεί μια απάντηση από την Βόρειο Κορέα, αλλά υψηλές ζημιές στο πυρηνικό πρόγραμμα της Πιονγιάνγκ ή στην ευρύτερη συμβατική δύναμή της- ίσως απλώς ήταν αστήρικτες. Δεν υπάρχει, τελικά, καμία αποτελεσματική επιλογή χειρουργικού χτυπήματος στην Βόρεια Κορέα, καμία «ματωμένη μύτη» [3] που θα μπορούσε να προκαλέσει αποφασιστικές ζημίες στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις χωρίς να προκαλέσει καταστροφικά αντίποινα. Το Πεντάγωνο λειτουργεί πάντοτε πιο αργά από το επιθυμητό στην ανάπτυξη στρατιωτικών σχεδίων, αλλά τελικά δεν μπορεί να επιτύχει ένα αδύνατο αίτημα -και πιθανότατα δεν επιθυμεί να προσφέρει λιγότερο ισχυρές επιλογές.

13022018-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, και ο υπουργός Άμυνας, James Mattis, στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια, στις 22 Ιουλίου 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
———————————————————————————————————

Τέτοιες τριβές μεταξύ του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (NSC) και του Πενταγώνου, ωστόσο, ειδικά όσον αφορά τον στρατιωτικό σχεδιασμό, δεν είναι μοναδικές σε αυτήν την διοίκηση. Στην πραγματικότητα, οι προηγούμενες διοικήσεις έχουν συνήθως βρεθεί σε παρόμοιες φιλονικίες με το Υπουργείο Άμυνας όταν οι υψηλοί τους στόχοι συναντήθηκαν με την πρακτικότητα και την τελειοθηρία του Πενταγώνου. Και οι δύο υπηρεσίες έχουν ξεχωριστούς ρόλους για την ανάπτυξη στρατιωτικών επιλογών, αλλά καμιά δεν παίζει τον ρόλο της [4] ακριβώς όπως θα επιθυμούσε η άλλη. Η καθεμιά είναι γνωστή για το ότι ξεπερνά τα όρια της αντίστοιχης εξουσίας της, ότι υιοθετεί μια άχρηστη και εριστική στάση του τύπου «εμείς γνωρίζουμε καλύτερα», και μιλούν με άλλη γλώσσα η μια από την άλλη. Αμφότεροι οι οργανισμοί είναι γνωστοί για το ότι ερμηνεύουν την τυπική κακή επικοινωνία και την συνήθη γραφειοκρατική τάξη ως έλλειψη σεβασμού ή, όπως το αποκαλεί ο Peter Feaver [5] στις μελέτες του για τις πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις, ως «αποφυγή» ευθύνης.

Δεν χρειάζεται κανείς να πάει πολύ πίσω στον χρόνο για να βρει παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Όταν ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ζήτησε από το Πεντάγωνο να καταγράψει ένα ενδεχόμενο σχέδιο επέμβασης στην Συρία [6] κατά την διάρκεια των πρώτων σταδίων της σύγκρουσης, έλαβε μόνο μια πρόταση, και δεν ήταν αυτή που ήλπιζε ο ίδιος ή το προσωπικό του επί της εθνικής ασφάλειας -ήτοι, μια ευκαιρία να διαμορφωθεί η σύγκρουση με ελάχιστο κίνδυνο για το αμερικανικό προσωπικό. Όταν ο Λευκός Οίκος ζήτησε άλλες επιλογές, φαινόταν από την πλευρά του σαν το Υπουργείο Άμυνας να συνέχιζε να εφαρμόζει το ίδιο σχέδιο, το οποίο απαιτούσε την ανάπτυξη χιλιάδων στρατευμάτων. Με την σειρά του, ενώ το προσωπικό του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας θεώρησε ότι το Πεντάγωνο κρύβει κάτι ή τους περιόριζε, οι σχεδιαστές του Πενταγώνου απογοητεύτηκαν από την τάση της διοίκησης να θέτει μαξιμαλιστικούς πολιτικούς στόχους και στην συνέχεια να αμφιταλαντεύεται όταν αποκαλυπτόταν το πραγματικό κόστος αυτών των στόχων. Μια φαύλη συζήτηση για το «τι θέλεις να κάνεις;» και «καλά, τι μπορείς να κάνεις;» είχε ως αποτέλεσμα κάτι περισσότερο από εχθρότητα στην Αίθουσα Καταστάσεων (Situation Room).

Κατά την πορεία προς τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Λευκός Οίκος του Τζορτζ Μπους είχε το δικό του μερίδιο σύγκρουσης με το Πεντάγωνο σχετικά με τον αριθμό των στρατιωτών και τα στρατιωτικά σχέδια, ιδίως όσον αφορά την προσέγγιση για την σταθεροποίηση του Ιράκ. Ο υπουργός Άμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, απέρριψε το ρωμαλέο σχέδιο του στρατού για την σταθεροποίηση μετά τις συγκρούσεις˙ ο ίδιος και ο αναπληρωτής του, ο Paul Wolfowitz, επέπληξαν δημόσια τον αρχηγό του στρατού, Eric Shinseki, για το γεγονός ότι πρότεινε [7] στο Κογκρέσο ότι θα ήταν απαραίτητο να στείλει «κάτι της τάξης των αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών». Τελικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίμησαν τραγικά τις απαιτήσεις για την σταθεροποίηση της χώρας και έβλαψαν σοβαρά τις προσπάθειές τους για συμφιλίωση και ανάκαμψη στο Ιράκ.

Η κυβέρνηση Κλίντον βρέθηκε επίσης διχασμένη σχετικά με τον στρατιωτικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα κατά τους βαλκανικούς πολέμους. Το 1993, οι κορυφαίοι σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας του προέδρου Μπιλ Κλίντον συναντήθηκαν στην Αίθουσα Καταστάσεων για να εξετάσουν τις επιλογές για την απελευθέρωση του αεροδρομίου του Σεράγεβο από το σερβικό πυροβολικό. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Κόλιν Πάουελ, τόνισε την ανάγκη για συντριπτική δύναμη, αλλά σημείωσε ότι [κάτι τέτοιο] θα αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολάρια και να αναπτύξουν χιλιάδες στρατιώτες. Η Madeleine Albright, τότε πρεσβευτής στον ΟΗΕ, έχοντας ακούσει παρόμοιες προειδοποιήσεις στο παρελθόν, οι οποίες τουλάχιστον στο μυαλό της τροφοδοτούσαν την αδράνεια των ΗΠΑ, εκνευρίστηκε και ρώτησε τον Powell το εξής: «Ποιο είναι το νόημα να έχουμε αυτόν τον θαυμάσιο στρατό για τον οποίο πάντα μιλάτε, αν δεν μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε;».

Θα μπορούσαμε να γράψουμε βιβλία (και πολλοί το έχουν κάνει [8]) σχετικά με επεισόδια όπως αυτά, στα οποία οι πολιτικοί ηγέτες γίνονται ανυπόμονοι με την έλλειψη ευελιξίας των στρατιωτικών σχεδιαστών και οι στρατιωτικοί σχεδιαστές απογοητεύονται από τους πολιτικούς ηγέτες που ζητούν σχέδια που δεν είναι στρατιωτικά βιώσιμα. Κάποιο επίπεδο έντασης είναι φυσιολογικό και αναπόφευκτο, ακόμη και υγιές. Οι εξωτερικοί σχολιαστές δεν θα πρέπει απαραίτητα να μεταφράζουν ένα αργοκίνητο Πεντάγωνο ως απείθαρχο, ή έναν απογοητευμένο Λευκό Οίκο ως παράλογο. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός απαιτεί χρόνο, περισσότερο χρόνο από ό, τι εκτιμούν οι πολίτες. Οι πολιτικοί ηγέτες σπάνια εκπαιδεύονται στην βυζαντινική διαδικασία και το λεξιλόγιο για την ανάπτυξη τέτοιων σχεδίων και έτσι συχνά ζητούν το λάθος πράγμα. Οι ένστολοι άντρες και γυναίκες αισθάνονται πιο άνετα προσφέροντας αυτό που θεωρούν ως την καλύτερη επιλογή. Ο Λευκός Οίκος προτιμά την ευελιξία ενός πλήθους επιλογών.

Παρόλο που μια προφανής λύση θα μπορούσε να είναι η καθιέρωση σαφών προσδοκιών για το τι μπορεί να γίνει, και να προσφερθεί κατάρτιση τόσο στους νεο-εισερχόμενους διορισμένους πολιτικούς όσο και στο στρατιωτικό προσωπικό για το πώς μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, οι διοικήσεις συνήθως επιλέγουν να τσαλαβουτούν με ατυχείς συμβιβασμούς. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος μπορεί να ξεκινήσει την ημέρα του ζητώντας να λάβει στρατιωτικές επιλογές για μια συγκεκριμένη κατάσταση μέχρι το τέλος της ημέρας, αλλά το Πεντάγωνο δεν μπορεί να αναπτύξει τίποτα που να θεωρεί ως «καλύτερες στρατιωτικές συμβουλές» μέσα σε εβδομάδες, αν όχι μήνες. Δεδομένης της αυστηρής προθεσμίας, συνήθως το προσωπικό του NSC συντάσσει το σημείωμα. Τείνουν να έχουν ελάχιστη κατανόηση του στρατιωτικού σχεδιασμού ή του στρατού εν γένει, εκτός αν τους έχει αναλυθεί λεπτομερώς από το Πεντάγωνο. Αυτό οδηγεί σε κάποιες σκληρές πολιτικο-στρατιωτικές συνομιλίες -και σε μερικές ακόμα χειρότερες στρατιωτικές επιλογές. Μια ανάλογη δυναμική διαμόρφωσε περιστασιακές συζητήσεις γύρω από τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και την Λιβύη, χωρίς κανένας να ικανοποιηθεί τελικά.

Αλλά το σφάλμα δεν είναι πάντα στην πλευρά του NSC. Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές δεν καταλαβαίνουν ούτε εκτιμούν πάντα τους πολιτικούς στόχους και τους γεωστρατηγικούς συμβιβασμούς. Μερικές φορές όντως περιορίζουν τους πολίτες με την έλλειψη ενδιαφέροντος να τους τα ξαναπούν ή να συνεργαστούν. Μερικές φορές ο κόσμος δεν ταιριάζει ωραία με τους τρόπους, τα μέσα και τους πόρους. Και μερικές φορές η ιδανική στρατιωτική λύση θα προκαλούσε σημαντική ένταση ή ρήγματα με βασικούς πολιτικούς συμμάχους μέσα και έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αρκετοί αρχικοί σχολιαστές προέβλεπαν ότι ο McMaster, ο προσωπάρχης του Λευκού Οίκου John Kelly, και ο, αρχικός, πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Michael Flynn, όλοι στρατιωτικοί, θα βελτίωναν αυτή την δυναμική με το να κατανοούν τους ρυθμούς μάχης, τους περιορισμούς και το λεξιλόγιο του Πενταγώνου. Ωστόσο, με το να δίνουν στον πρόεδρο πολλαπλές δυνατότητες από τις οποίες [μπορούσε] να λαμβάνει προκαταρκτικές στρατιωτικές συμβουλές, αυτοί οι διορισμένοι σχεδόν σίγουρα περιέπλεξαν μια ήδη περίπλοκη διαδικασία. Ο πρόεδρος αναφέρεται τακτικά στον υπουργό Άμυνας James Mattis, τον Kelly και τον McMaster ως «οι στρατηγοί του» και φαίνεται να έχει λίγη κατανόηση της ευθύνης του πολιτικού ελέγχου ή του ουσιαστικού αναλυτικού μηχανισμού πίσω από τις στρατιωτικές συμβουλές του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Joseph Dunford. Τέτοιες ανατροπές ρόλων εξακολουθούν να απογοητεύουν τον Trump. Το περασμένο καλοκαίρι, για παράδειγμα, ο McMaster βρέθηκε να είναι ο ηγετικός υποστηρικτής μιας στρατηγικής για την ουσιαστική αύξηση της παρουσίας των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Όμως, αντί να ενεργήσει ως ουδέτερος διαιτητής, ο McMaster προώθησε τις δικές του επιλογές [9] και βρέθηκε περιστασιακά σε αντίθεση [10] με το υπόλοιπο NSC και τον ίδιο τον πρόεδρο -καθυστερώντας έτσι την στρατηγική του Trump για το Αφγανιστάν.

13022018-2.jpg

Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Kim Jong Un σε συμπόσιο για τους συνεισφέροντες της πρόσφατης εκτόξευσης πυραύλου, σε αυτή την αχρονολόγητη φωτογραφία που δημοσιοποιήθηκε από την Κορεατική Κεντρική Υπηρεσία Ειδήσεων (KCNA) της Βόρειας Κορέας, στην Πιονγκγιάνγκ, στις 15 Φεβρουαρίου 2016. REUTERS
—————————————————————–

Καθώς η απογοήτευση μεγαλώνει [11] μεταξύ του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου, αμφότεροι σύρονται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Τη απουσία ευχάριστων επιλογών από το Πεντάγωνο, ο Λευκός Οίκος μπορεί να είναι διατεθειμένος να αναπτύξει τις δικές του [επιλογές] και να επιμείνει ότι οι Mattis και Dunford θα τις υλοποιήσουν. Όπως λέει η παροιμία στο Πεντάγωνο: Αν το θέλεις κακό, θα το έχεις κακό. Το Υπουργείο Άμυνας θα χαιρετήσει τελικά και θα εκτελέσει ακόμη και εκείνα τα εγκεκριμένα από τον πρόεδρο σχέδια που ξέρει ότι είναι ελαττωματικά. Εναλλακτικά, με μια ακόμη ώθηση από το NSC, η μηχανή σχεδιασμού του Πενταγώνου μπορεί να βγάλει κάποιες επιλογές, ξεπερνώντας κάθε πιθανή διπλωματική τροχιά και ενισχύοντας το αναπόφευκτο μιας «κινητικής προσέγγισης» [στμ: kinetic approach, ευφημισμός που σημαίνει πραγματικές εχθροπραξίες].

Τελικά, δεν είναι η ένταση μεταξύ του NSC και του Πενταγώνου που μαστίζει την στρατηγική της διοίκησης για την Βόρεια Κορέα [12]. Είναι ότι ο Λευκός Οίκος δεν έχει μια τέτοια [στρατηγική] ή ότι περιγράφει τις παραμέτρους μιας νέας [στρατηγικής] κάθε μερικές ημέρες. Ναι, ο McMaster έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Πεντάγωνο σχέδια. Του χρειάζεται, όμως, απελπιστικά μια δια-υπηρεσιακή διαδικασία που θα μπορεί να δημιουργήσει μια βιώσιμη και διατηρήσιμη στρατηγική, μέλη του υπουργικού συμβουλίου που θα παραμένουν εστιασμένα, ένα πλήρως στελεχωμένο Υπουργείο Εξωτερικών, ένας πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Νότια Κορέα, και ένα ανοιχτό κανάλι με τους συμμάχους μας, οι οποίοι φαίνονται ολοένα και πιο απογοητευμένοι καθώς προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την αμερικανική πολιτική και τα προεδρικά μηνύματα. Είτε κάποιος κάθεται στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην Σεούλ ή στην Πιονγκγιάνγκ, είναι δύσκολο να γνωρίζει το τι θέλει πραγματικά ο Λευκός Οίκος.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2018-02-12/frustrati…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2018-01-09/myth-limi…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-12/after-credibility
[3] https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/01/the-cataclysm-…
[4] https://lawfareblog.com/too-many-generals-situation-room
[5] http://people.duke.edu/~dcross/feaver1.pdf
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2013-08-26/best-case-scena…
[7] http://www.nytimes.com/2007/01/12/washington/12shinseki.html
[8] https://cfrd8-files.cfr.org/sites/default/files/pdf/2016/11/Discussion_P…
[9] https://www.realcleardefense.com/articles/2017/07/31/mcmaster_and_mattis…
[10] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/the-fight-over-tr…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-04-11/trumps-…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2018-01-30/how-succe…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Le Conseil de sécurité “réclame” un cessez-le-feu immédiat en Syrie

0

Syrie : isolés, les Kurdes font appel aux milices pro-Bachar

0

REPORTAGE. La Turquie poursuit son offensive dans la région d’Afrin, où un convoi de civils a été bombardé. Des milices syriennes soutiennent les forces kurdes.

Un convoi de plus de 130 véhicules transportant des civils a été pris pour cible jeudi par l'aviation turque dans la région d'Afrin, où vivent de nombreux Kurdes.  
Un convoi de plus de 130 véhicules transportant des civils a été pris pour cible jeudi par l’aviation turque dans la région d’Afrin, où vivent de nombreux Kurdes.
Depuis sa ville d’origine Jezrah, située entre Raqqa et Deir ez-Zor, Salem el Khalif, un jeune Arabe de 28 ans, a fait 400 kilomètres en bus pour venir manifester contre l’offensive turque à Afrin, dans le nord-ouest de la Syrie. Mais il ne verra jamais Afrin. En ce début de soirée, jeudi 22 février, il repose face contre terre sur une route en lacets, victime d’un bombardement de l’aviation turque. La frappe a fait au moins un mort – lui, Salem – et quatorze blessés, d’après l’hôpital d’Afrin.

Turkey a gateway to Europe for modern Silk Road

0

DAILY SABAH ISTANBUL

Published20 hours ago
Turkey a gateway to Europe for modern Silk Road

Its strategic position China’s modern Silk Road project makes Turkey a strong partner for the countries involved and renders the country a gateway to European markets

Turkey is seen as a gateway to Europe for the modern Silk Road, also known as the Belt and Road Initiative, which covers China, Kazakhstan, Caspian Sea, Azerbaijan and Georgia.

In 2013, Chinese President Xi Jinping announced the Belt and Road Initiative to build a trade and infrastructure-based network, connecting Asia with Europe and Africa along the ancient Silk Road trade routes. “One Belt, One Road,” refers to the “Silk Road Economic Belt,” which recreates the ancient, land-based Silk Road trade routes from China across Central Asia, into to the Middle East and Europe, also known as the “Modern Silk Road.”

The route of the modern Silk Road starts in China and passes through Kazakhstan, the Caspian Sea, Azerbaijan and Georgia and will extend to Europe via Turkey, which constitutes one of the main corridors of the project, called Trans-Caspian Corridor. Also covering the Baku-Tbilisi-Kars (BTK) Railway, a key to the Silk Road project expected to carry nearly 1 million passengers and 6.5 million tons of freight annually before unlocking a freight transportation potential of up to 50 million tons per year, the corridor will facilitate freight and passenger transportation from China to Europe, and Russia to South Asia and Africa.

In 2013, within the framework of the Modern Silk Road Second International Transportation and Logistics Business Forum, an agreement for the establishment of the Coordination Committee for the Development of the Trans-Caspian International Transportation Route was signed by the Kazakhstan National Railway Company, Azerbaijan Railways, and Georgia Railways. The committee was later established in 2014 with a view to increasing the freight transportation on the Trans-Caspian International Transportation Route.

With the involvement of committee members, an international association for the Trans-Caspian International Transportation Route was formed last year. Turkey became the permanent member of the committee with a protocol signed last week.

Association Chairman Kanat Alpysbaev said the Trans-Caspian corridor was completed with the launch of the BTK Railway.

Underscoring the importance of Turkish State Railways’ (TCDD) participation in the committee, Alpysbaev informed that the amount of freight transported on the Trans-Caspian corridor will jump to 4 million tons this year from last year’s 2 million tons. This target will be achieved easily with Turkey’s membership, he said and added that 1 million of freight is expected to be transported through Turkey per year.

Alpysbaev informed that Turkey ensures the connections to theTrans-Caspian corridor since the country is strategically located and close to the Caucasus and Central Asia.

“A large portion of the 4 million tons of freight to be transported on the Trans-Caspian corridor will be composed by Kazakhstan’s wheat products. The corridor will also be used for the transportation of coal and metal products. From Turkey, textile products and construction materials will be transported,” the chairman said.

Trans-Caspian International Transport Route International Association Vice Chairman Javid Gurbanov said with the realization of permanent membership of Turkey for the Trans-Caspian route, also known as the Middle Corridor, fellow countries will be united by rail. Pointing out that China and Europe will be united via Turkey, Gurbanov said the transport has begun through Turkey.

Gurbanov noted that the deficiencies in the corridor will be resolved over time and that the cooperation will contribute to all member states. Gurbanov also mentioned that they would like to increase the amount of freight transported in the future to 17 million tons in the corridor planned to transport 4 million tons of cargo this year.

TCDD General Director Veysi Kurt said the Trans-Caspian transport corridor constitutes a significant part of the line known as the historical Silk Road, which runs from China to Europe.

Stressing that Turkey will now have a say in the international association consisting of rail and port authorities over the corridor as well as the ship management authorities on the Caspian Sea, Kurt said international logistics and transport serving a very important hinterland ranging from China to Europe and from Russia to South Asia and to Africa can be carried out on the corridor.

Kurt noted that over 100 million tons of freight are ready to flow through the corridor, adding that the said transport will be realized after completion of the logistics service on the railway line.

https://www.dailysabah.com/economy/2018/02/24/turkey-a-gateway-to-europe-for-modern-silk-road

Guardian: Το Σκοπιανό & ο άξονας Ρωσίας-Τουρκίας στα Βαλκάνια

1

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση για το Σκοπιανό και τις εξελίξεις στα Βαλκάνια φιλοξενεί η βρετανική εφημερίδα Guadian στην ηλεκτρονική της έκδοση.

guardian-to-skopiano--o-aksonas-rwsias-tourkias-sta-balkania

Όπως υποστηρίζει, αυτό που διακυβεύεται σήμερα στα Βαλκάνια είναι η ικανότητα της ΕΕ να δρα ως γεωπολιτικό παίκτης που αντιλαμβάνεται τις προκλήσεις της περιόδου. Στις αρχές του μήνα, η ΕΕ παρουσίασε τη νέα στρατηγική της για τα Βαλκάνια, τονίζοντας ότι ενθαρρύνει τις μεταρρυθμίσεις στη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κόσοβο, την πΓΔΜ και την Αλβανία, ανανεώνοντας την προοπτική της ενταξιακής τους πορείας, σημειώνει ο Krastev.

Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που έχουν φέρει τα Βαλκάνια ξανά στο προσκήνιο καθώς ένα αυξανόμενο momentum για μεγαλύτερη ενσωμάτωση, τονίσει.

Μια από τις ενθαρρυντικές εξελίξεις είναι η πρόσφατη επικύρωση της συνθήκης φιλίας ανάμεσα στη Βουλγαρία και τα Σκόπια, δύο χώρες οι σχέσεις των οποίων πέρασαν από δοκιμασίες κυρίως λόγω ζητημάτων μειονοτήτων. Οι δύο χώρες έδειξαν έτσι ότι ήρθε η ώρα να αναζητηθούν λύσεις για ορισμένες από τις πληγές της περιοχής, αναφέρει ο Krastev.

Και προσθέτει:

Προκειμένου να πετύχει η ΕΕ την επιδίωξή της να μεταμορφώσει την περιοχή, πρέπει να λάβει υπόψη της τις τεράστιες γεωπολιτικές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα. Το 2003 όταν για πρώτη φορά η ΕΕ μίλησε για ενταξιακή πορεία βαλκανικών χωρών, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το μέλλον της περιοχής ήταν ευρωπαϊκό. Τότε, η Ρωσία έβλεπε τα Βαλκάνια απλώς ως μια περιοχή διέλευσης για τις ενεργειακές εξαγωγές της στη Δυτική Ευρώπη. Η φιλοδοξία της Μόσχας ήταν να διατηρήσει μια κάποια επιρροή στην περιοχή και όχι να ανταγωνιστεί τις Βρυξέλλες.

Πριν από 15 χρόνια, η Τουρκία ήταν ενθουσιώδης με την ευρωπαϊκή της προοπτική. Έβαζε, κατά συνέπεια, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο την πολιτική της στα Βαλκάνια προκειμένου να αποδείξει την στρατηγική της αξία προς την Ευρώπη. Τότε, κανείς δεν μιλούσε για την επιρροή της Κίνας στα Βαλκάνια.

Σήμερα, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Η Κίνα ετοιμάζεται να γίνει ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στη Σερβία, ενώ τα σχέδια για τη δημιουργία μια σιδηροδρομικής γραμμής ταχείας κυκλοφορίας από το ελληνικό λιμάνι του Πειραιά μέχρι την Βουδαπέστη -διαμέσου του Βελιγραδίου- αξιολογείται πολύ ψηλά από την Κίνα. Οι Κινέζοι ευελπιστούν ότι τα Δυτικά Βαλκάνια θα ενσωματωθούν εν τέλει στην ευρωπαϊκή κοινή αγορά, ωστόσο δεν βιάζεται καθώς τότε τα επενδυτικά της πρότζεκτ θα πρέπει να συμμορφώνονται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Και η προσέγγιση της Ρωσίας έχει ωστόσο αλλάξει. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς έναν κατάσκοπο στο Κρεμλίνο για να αντιληφθεί ότι η Μόσχα θα κάνει τα πάντα για να αποτρέψει την ΠΓΔΜ από το να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Όχι τόσο για την στρατηγική της σημασία όσο για τη συμβολική αξία μιας τέτοιας αποτροπής.

Οι ευρωπαίοι διαμορφωτές πολιτικής θα πρέπει να γνωρίζουν ότι εάν δεν επιλυθεί η διαφορά Ελλάδας-ΠΓΔΜ στο ονοματολογικό μέχρι την επόμενη Σύνοδο για τα Δυτικά Βαλκάνια τον Μάιο, τότε αυτό θα σηματοδοτήσει μια διπλή ήττα: Οι ελπίδες της πΓΔΜ θα έχουν διαλυθεί και οι προσπάθειες της ΕΕ να παίξει κάποιο ρόλο στην περιοχή επίσης, αναφέρει μεταξύ άλλων ο Krastev.

Και καταλήγει:

Η περιοχή των Βαλκανίων είναι μια περιοχή που η Ρωσία μπορεί να εργαστεί για την αποσταθεροποίηση της ΕΕ με πολύ μικρό πολιτικό κόστος για την ίδια, καθώς έχει το μικρότερο ρίσκο να βρεθεί αντιμέτωπη με τις ΗΠΑ. Και μετά υπάρχει και η Τουρκία, η σχέση της οποίας με την ΕΕ βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Δεν είναι σαφές ακόμη πώς θα κινηθεί ο πρόεδρος Ερντογάν στην περιοχή. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ενώ η Άγκυρα χρησιμοποιεί την επιρροή της στις μουσουλμανικές κοινότητες στα Βαλκάνια, η Ρωσία χρησιμοποιεί τη δική τους στους ορθόδοξους χριστιανούς. Υπάρχει άραγε περίπτωση συντονισμού των δύο αυτών χωρών, όπως στην περίπτωση της Συρίας; Εάν η ΕΕ έχει αργά αντανακλαστικά μπροστά σε όλες αυτές τις γεωπολιτικές αλλαγές, τότε η στρατηγική της στα Δυτικά Βαλκάνια θα ηττηθεί.

thetoc.gr

Θέλει πόλεμο η Τουρκία;

7

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Το ερώτημα αν θέλει πόλεμο η Τουρκία απασχολεί την ελληνική κοινωνία εδώ και καιρό, αλλά έγινε πιο άμεσο μετά την τελευταία πρόκληση των Ιμίων.

Υπάρχουν δύο ερμηνείες για την πρόκληση αυτή:

Η μία υποστηρίζει πως η Τουρκία, επειδή βλέπει όλο το χώρο από τη Μέση Ανατολή ως τα Βαλκάνια και την κεντρική Ασία ως ενιαίο γεωπολιτικό σύμπλοκο, όπως θα έλεγε και ο Ι. Μάζης, ανοίγει όλα τα θέματα που την απασχολούν και θα επιδιώξει το μέγιστο δυνατό όφελος. Και το όφελος αυτό περνά μέσα από την κλιμάκωση των προκλήσεων που είναι άγνωστο μέχρι πού θα φτάσουν. Δεν αποκλείεται να οδηγήσουν και σε κάποιας μορφής σύγκρουση.

Στη Μέση Ανατολή η Τουρκία είναι μπλεγμένη βαθιά, και στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο (με την Ελλάδα και την Κύπρο, δηλαδή), όπου έχει γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα, θέτει επί τάπητος δύο μείζονα ζητήματα: Τις «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και τις γεωτρήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ. Επικαλείται, μάλιστα, τη δυνατότητά της να κάνει πόλεμο και στη Μέση Ανατολή και δυτικά, στη θάλασσα, την οποία δυνατότητα διακήρυξε διά του αρχηγού ΓΕΕΘΑ της.

Είναι, προφανώς, μια προειδοποίηση προς μια χώρα που εξορκίζει τις δυσκολίες. Την Ελλάδα.

Κατά την πρώτη αυτή προσέγγιση, η μόνη επιφύλαξη της Τουρκίας είναι η απασχόληση σημαντικού μέρους των αεροπορικών της δυνάμεων στον πόλεμο της Συρίας.

Πράγματι, η Τουρκία απασχολεί στη Συρία 80 από τα 250 αεροπλάνα που διαθέτει, και το γεγονός αυτό καθιστά προβληματικό το άνοιγμα ενός ακόμη μετώπου στο Αιγαίο με την Ελλάδα, διότι δεν εξασφαλίζεται αεροπορική υπεροχή. Και η Τουρκία πολεμά μόνο όταν είναι σίγουρη ότι θα κερδίσει.

Άρα, με την πρώτη αυτή προσέγγιση η απάντηση στο ερώτημα είναι: ακόμη και αν η Τουρκία θέλει πόλεμο, δεν θα τον επιδιώξει πριν κλείσει το μεσανατολικό μέτωπο, ώστε να απεγκλωβίσει αεροπορικές δυνάμεις από αυτό. Ο πόλεμος όμως στη Μέση Ανατολή όχι μόνο δεν έχει τελειώσει αλλά και δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο στο άμεσο μέλλον.

Συνεπώς, το ζήτημα μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Ελλάδα αναβάλλεται για ευθετότερο χρόνο.

Η δεύτερη προσέγγιση είναι πιο αισιόδοξη και αμφισβητεί ότι η Τουρκία επιδιώκει πολεμική αναμέτρηση με την Ελλάδα.

Θέλει –λέει η προσέγγιση αυτή– να διατηρήσει απλώς σε αμφισβήτηση ό,τι διεκδικεί. Και εκείνο που διεκδικεί, μεταξύ άλλων, είναι οι «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και οι υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο, έστω και αν χρειάζεται να διαμορφώσει ένα δικό της «δίκαιο» για να υποστηρίξει τις θέσεις της.

Η Τουρκία, κατά την προσέγγιση αυτή, νιώθει, πως καθώς είναι απασχολημένη με τον πόλεμο στη Συρία, η Ελλάδα «στρέφει το πιστόλι» εναντίον της και προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα τόσο στα Ίμια, όσο και στην κυπριακή ΑΟΖ. Βεβαίως η θεωρία αυτή δεν δίνει βάση στο γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τους χάρτες διαφόρων χωρών, ότι τα Ίμια ανήκουν στην Ελλάδα. Ούτε ότι η κυπριακή ΑΟΖ διευθετήθηκε με όλους τους κανόνες που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας. Οπότε, και μόνο αυτές οι αμφισβητήσεις της Τουρκίας παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο και αποτελούν επαρκή λόγο να θεωρήσουν Ελλάδα και Κύπρος ότι απειλούνται.

Αλλά αν δει κανείς τα πράγματα από την τουρκική ματιά, η ένταση που δημιούργησε η Άγκυρα δεν αποβλέπει σε πολεμική αναμέτρηση αλλά σε κατοχύρωση ντε φακτο των διεκδικήσεών της.

Αυτή όμως η προσπάθεια της Τουρκίας να κατοχυρώσει ντε φάκτο τις αυθαίρετες διεκδικήσεις της δεν είναι που θέτει την Ελλάδα στο δίλημμα: ή παράδοση ή σύγκρουση;

Είτε κατά τη μία είτε κατά την άλλη προσέγγιση, λοιπόν, η Ελλάδα αργά ή γρήγορα θα έρθει στο μοιραίο δίλημμα: παραχώρηση κυριαρχίας ή σύγκρουση με την Τουρκία. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: είναι έτοιμη η Ελλάδα να αντεπεξέλθει στην πρόκληση; Η απάντηση του καθηγητή Ι. Μάζη είναι «όχι». Η Τουρκία ακολουθεί τακτική και μεθόδους που οδηγούν την Ελλάδα σε παράδοση χωρίς να πέσει τουφεκιά.

Επομένως;

Το «επομένως» είναι δύσκολο να απαντηθεί. Προφανώς ο μόνος δρόμος για την Ελλάδα είναι και να αποφύγει τον πόλεμο και να μην παραδώσει κυριαρχία. Πως θα το επιτύχει αυτό; Με τη διπλωματία, τις συμμαχίες και την αποτροπή.

Αν και οι διπλωματικές κινήσεις μέχρι σήμερα δεν φάνηκε να αποδίδουν, υπάρχουν περιθώρια κινητοποίησης Ελλάδας και Κύπρου και στις τριμερείς σχέσεις που έχουν συνάψει (με Αίγυπτο και Ισραήλ) και στο πλαίσιο του ΟΗΕ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Παράλληλα, χρειάζεται να κερδηθεί χρόνος για να αναπτυχθεί η αποτροπή. Χωρίς την αποτροπή, η διπλωματία είναι ανίσχυρη. Δεν μπορεί να πετύχει τίποτε ουσιαστικό.

Ακόμη και αν δεχθούμε πως η Τουρκία απλώς προκαλεί για να διατηρεί τις αμφισβητήσεις της και θα αποφύγει στρατιωτική αναμέτρηση με την Ελλάδα –έστω και περιορισμένης κλίμακας–, διακρίνεται ένα άλλο σημαντικό ζήτημα, το οποίο είναι επίσης πολύ επικίνδυνο. Με την εμπλοκή της στη Συρία, η Άγκυρα εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκει είναι να βρίσκεται στο τραπέζι των δυνάμεων που θα μοιράσουν μεν τη Μέση Ανατολή, αλλά, παράλληλα, και τον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο (Ανατολική Μεσόγειο, Βαλκάνια κτλ.).

Αν η Τουρκία τα καταφέρει να καθίσει σ’ αυτό το τραπέζι, θα εγείρει ευρύτερα ζητήματα «ζωτικού χώρου», όπως της αναγνώρισε η κυβέρνηση Σημίτη στη Μαδρίτη, και θα προσπαθήσει να υποστηρίξει βαλκανικά κράτη όπως η Αλβανία, τα Σκόπια, το Κόσοβο και η Βοσνία. Να διαμορφώσει, δηλαδή, δορυφορικές συμμαχίες.

Και η εξέλιξη αυτή είναι το ίδιο επικίνδυνη.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ας σκεφτούν οι κυβερνώντες τη χώρα αλλά και οι αποδομιστές που έχουν εργαστεί πολύ σε ιδεολογικό επίπεδο κατέχοντας καίριες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, σε ποια απαξίωση οδήγησαν τη χώρα. Δυστυχώς συνεχίζουν, ακόμη και σήμερα.

US passivity in the face of Syrian atrocities is hurting our global interests

0

 By Jennifer Cafarella | Fox News

The latest tragedy unfolding in Syria is all too familiar – and getting worse. The U.S. is watching as Syrian President Bashar Assad and his backers, Iran and Russia, commit war crimes against a long-besieged population that dares to continue to oppose him.

But behind the canvas of suffering, increasingly there is a deeper issue: a policy of U.S. passivity that is eating away at our global posture and interests.

The target this time is a besieged opposition enclave known as Eastern Ghouta, on the outskirts of the capital, Damascus. Assad once again seeks to maximize civilian sufferingto compel a surrender. The U.S. is again portraying helplessness.

The cost in lives is horrifying enough. Nearly 400,000 people live in this enclave, according to U.N. figures, and they are dying by the score under merciless air attacks, deprived of aid supplies and medicines as Assad intentionally targets hospitals.

U.S. passivity in the face of Assad’s violence not only deepens the humanitarian crisis, it also harms American national security. It strengthens jihadists’ claims that we are aligned with Iran and its campaign of sectarian slaughter. It undermines American credibility around the world at a time when multiple adversaries, including North Korea, Iran, and Russia, are probing American will to defend our interests.

The U.S. cannot claim to be containing Iran or standing up to Russian President Vladimir Putin while capitulating to Assad. Assad’s gains are Iran’s and Russia’s gains – and our losses.

The U.S. cannot claim to be containing Iran or standing up to Russian President Vladimir Putin while capitulating to Assad. Assad’s gains are Iran’s and Russia’s gains – and our losses.

America’s policy avoids entanglement in a messy conflict in the short term. But it will lead to worse dangers and larger conflicts in the future.

The Trump administration is trying to do better by imposing sanctions to compel a change in Assad’s behavior. The Defense and State Departments are undermining even this tenuous approach, however.

Defense Secretary James Mattis said “we are not getting engaged in the Syrian civil war.” His statement signals that the U.S. has no intention of using force in support of diplomacy, thereby encouraging Assad to continue his indiscriminate violence.

Secretary of State Rex Tillerson’s diplomatic approach in Syria conveys the same message. It capitulates to Assad, Iran, and Russia by bypassing all of the confidence-building measures – such as the delivery of humanitarian aid – that would be required to get opposition groups to the negotiating table.

The U.S. has repeatedly hoped in vain that diplomacy will stop or contain the slaughter. American and U.N. diplomats have tried to use diplomacy to “freeze” the conflict on local levels when violence has precluded further talks. Their hope has been to transition back to negotiations after providing civilians a temporary respite from the bombing and enabling aid organizations to deliver some supplies.

None of it is working. Assad has hijacked this diplomatic approach, and the U.S. and United Nations have become complicit in the use of starvation as a weapon of war. Aid organizations route their deliveries through the Assad regime, which continues to blockdeliveries or redirect  supplies to regime clients. The effect has been to give Assad’s sieges diplomatic cover.

The U.S. has already watched history repeat itself in Homs, Aleppo, Darayya, and towns that made fewer headlines. But the U.S. hasn’t changed course. Instead, it is merely rebranding the freezes as “de-escalation zones.”

Assad has not de-escalated. He has continued to kill Syrians who oppose him by the thousands and put unknown numbers into prisons even when they do surrender. Eastern Ghouta will be no different.

America’s diplomatic approach undermines other strategic interests. A successful “freeze” of the Syrian conflict, even if it occurred, would leave in place Iranian forces and Iran’s proxies including Lebanese Hezbollah. It would prevent future military operations against Al Qaeda, which is embedded in opposition-held areas.

These outcomes have already occurred on local levels in southern Syria, where Iran’s proxies and Al Qaeda are entrenched beneath the cover of the U.S.-backed “de-escalation” zone.

The U.S. has lost sight of the relationship between diplomacy and war. American diplomats dealing with the Syrian crisis lack the leverage and credibility necessary to conduct effective diplomacy. The U.S. has used few other tools of national power to support them and has refused to contemplate using military force beyond self-defense or tactical retaliation for the use of chemical weapons.

Assad will continue to pursue all-out military victory as long the U.S. remains thus on the sidelines, and all diplomatic efforts except surrender will fail.

The U.S. is setting a precedent in Syria that will harm our ability to prevent future wars through deterrence and diplomacy. American adversaries are watching.

President Trump is conducting more effective diplomacy in Korea by signaling that he would consider using military force, hoping to incentivize North Korea to choose talks. But North Korea and China watch U.S. policy around the world and will wonder whether the U.S. has the necessary will to risk massive war in Korea.

U.S. behavior in Syria signals that we do not have the will to defend our interests or commit the resources necessary to achieve our stated goals.

The American homeland, American allies and American partners are less safe as a result.

Jennifer Cafarella is Lead Intelligence Planner at the Institute for the Study of War. She is the co-author of “Jabhat alNusra and ISIS:  Sources of Strength” (February 2016) and “Syrian Armed Opposition Forces in Aleppo” (February 2016), as well as the author of “Jabhat al-Nusra in Syria: An Islamic Emirate for al-Qaeda” (December 2014).

http://www.foxnews.com/opinion/2018/02/22/us-passivity-in-face-syrian-atrocities-is-hurting-our-global-interests.html?utm_source=ISW%27s+Jennifer+Cafarella+on++American+Policy+in+the+Escalating+Syrian+Theater&utm_campaign=ISW%27s+Jennifer+Cafarella+on+American+Policy+in+the+Escalating+Syrian+Theater&utm_medium=email

Ας κάνουν, προσωρινά, στην μπάντα.

1
Είμαι απο αυτούς που πιστεύουν πως ο ελληνισμός είναι μια διαχρονική πρόταση ζωής. Τα χαρακτηριστικά του είναι οικουμενικά. Είναι αυτά που μαθαίνουμε στις διάφορες βαθμίδες εκπαίδευσης ως ελληνικός τρόπος. Είτε είναι καλός τρόπος είτε κακός δεν ξέρω, αλλά είναι, πάντως διακριτός.
Αυτός ο ελληνικός τρόπος ασφυκτιά στα σύνορα του ελληνικού έθνους- κράτους. Πιέζει τα σύνορα αυτά αλλά ο βασικός φορέας του, οι σημερινοί Έλληνες, δεν μπορούν να τον καταστήσουν παγκόσμιο πρότυπο. Ό,τι πετυχαίνει, το πετυχαίνει απο τη δυναμική που φέρει καθ εαυτός.
Δεν θα είχα, λοιπόν, κανένα πρόβλημα αν οι Έλληνες, ως κοινότητα ανθρώπων με διακριτά χαρακτηριστικά, λειτουργούσαν σε μια ευρύτερη πολιτειακή υπόσταση, π.χ. μια ομοσπονδιακή Ευρώπη.
Άλλο αυτό και άλλο η ύπουλη και επικίνδυνη υπονόμευση της σημερινής μας πολιτειακής μορφής απο την αποδομητική ομάδα που, τα τελευταία αρκετά χρόνια, έχει καταλάβει τις καίριες θέσεις του κράτους.
Είναι υπεύθυνη, μαζί με την αδιαφορία των κυβερνώντων, της αδυναμίας που παρουσιάζει η χώρα να αντεπεξέλθει στις απειλές που αντιμετωπίζει.
Χθές, στην εκπομπή που κάνω στην TV-100 ο καθηγητής Μάζης είπε πως ο κίνδυνος που διαβλέπει είναι η υποχώρηση στην Τουρκία χωρίς να πέσει τουφεκιά.
Δυστυχώς, η τουρκική πρόκληση που θα οδηγήσει τη χώρα στο δίλημμα: πόλεμος ή παραχώρηση εδάφους δεν θα αργήσει. Πρέπει να αποφύγουμε και τα δύο. Και τον πόλεμο και την παραχώρηση εδάφους. Γι αυτό χρειάζεται προετοιμασία σε όλα τα πεδία. Και στην αποτροπή και στο ηθικό και το φρόνημα της κοινωνίας. Το να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω απο το χαλί δεν ωφελεί.
Οι αποδομηστές, για να έχουν δουλειά και στο μέλλον θα πρέπει να υπάρξει χώρα, κράτος, κοινωνία που θα αποδομήσουν. Ας κάνουν λίγο πίσω.
Μόλις μπήκαμε στον σκληρό πυρήνα της κρίσης όλοι κατήγγειλαν και τους δημοσιογράφους γιατί δεν προειδοποίησαν γι αυτό που έρχεται. Η αλήθεια είναι ότι προειδοποιήσεις υπήρξαν. Το μέγεθος της κρίσης δεν ήταν ορατό.
Τώρα, σε ό,τι αφορά τα προβλήματα ασφάλειας πολλοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.
Ακούει κανείς;

Syrian Militias Enter Afrin, Dealing a Setback to Turkey

0

People waving Syria’s flag and portraits of its president, Bashar al-Assad, and the leader of the Kurdistan Workers’ Party, Abdullah Ocalan, as a convoy of pro-Syrian government fighters arrives in Syria’s northern enclave of Afrin on Thursday. CreditAhmad Shafie Bilal/Agence France-Presse — Getty Images

ISTANBUL — Militias loyal to the Syrian government swept into the northwestern enclave of Afrin on Thursday in support of Kurdish militias, reclaiming the territory and stealing a march on Turkish forces that have been battling toward the city for nearly a month.

Television broadcasts and social media postings showed crowds celebrating in the main square of the city of Afrin, waving flags and holding posters of President Bashar al-Assad of Syria and the Kurdish militant leader Abdullah Ocalan, who is imprisoned in Turkey on terrorism charges.

The entry into Afrin of forces loyal to Mr. Assad — the result of a deal between the Syrian government and Kurdish militias, with the backing of Iran and Russia — has harmed Turkey’s ambitions in Syria. It is one of many setbacks that Turkey’s president, Recep Tayyip Erdogan, has experienced throughout the seven-year Syrian civil war.

“It’s not something Turkey is happy with at all,” said Michael Stephens, who studies the Middle East at the Royal United Services Institute in London. “It limits Turkish strategic options.” Turkey has made it clear that if attacked by pro-government forces, its forces will strike back, he said.

Turkey began its incursion into Afrin a month ago, saying it wanted to clear the enclave of Kurdish militias, which it says are affiliated with Mr. Ocalan’s Kurdistan Workers’ Party, or P.K.K., which has long waged a separatist insurgency in Turkey.

Turkey mobilized hundreds of C.I.A.-trained Syrian Arab fighters from the opposition Free Syrian Army to spearhead its attack, and bombarded the enclave with jets and artillery fire.

But Turkish forces have struggled to make headway against the well-prepared Kurdish fighters. In a month of fighting, Turkish forces have lost 32 soldiers. They have taken several dozen villages along the Turkish border, but have yet to reach the main cities.

The Syrian government has opposed the Turkish action from the start, accusing it of a breach of Syrian sovereignty, but Russia, which controls Syrian airspace, opened airspace to Turkish war planes.

Syrian and Kurdish officials suggested from the start that the Syrian government could move in to help the Kurdish forces.

Ibrahim Hamidi, a Syrian journalist for the London-based Arab newspaper Asharq al-Awsat, reported on Wednesday that senior Russian and Syrian government officials met with Saban Hamo, the leader of the Kurdish People’s Protection Units, or Y.P.G., in the city of Aleppo to work out a deal.

The head of the Syrian government forces’ security committee, Brig. Gen. Malek Alia, attended the meeting along with the head of the Russian Army Reconciliation Center in northern Syria, Mr. Hamidi reported.

In separate meetings on the opposing side, American and Turkish officials gathered to work out a solution for the town of Manbij, he added. Mr. Erdogan has demanded that Y.P.G. forces also be removed from Manbij, where United States forces have a base and work with the Y.P.G. in its fight against the Islamic State. Mr. Erdogan has threatened to expand the Afrin operation to attack the town, straining United States-Turkish relations.

The Kurdish militias have welcomed Syrian government support in their fight against Turkish forces but risk losing their autonomy. Brusk Haska, a military official in the Y.P.G., said in an electronic message earlier this week that they would accept any help for their forces in Afrin.

“We welcome any force that comes to protect Afrin and the civilians from the Turks NATO aggression,” he wrote. “We are part of Syria and not part of the regime, we still have our own administration but we welcome any party coming to protect us.”

Turkish officials insisted their operation would continue and expressed skepticism about the Syrian government’s intentions.

“If they enter to clean P.K.K./Y.P.G. out, there is no problem,” Turkey’s foreign minister, Mevlut Cavusoglu, said, using the acronyms for the Turkish and Syrian Kurdish groups. “But if the regime enters to protect the Y.P.G. there, no one can stop us.”

Turkey’s defense minister, Nurettin Canikli, said on Thursday that he doubted that the pro-Syrian government militias advancing to Afrin were capable of subduing the Kurdish militias, which is Turkey’s goal.

“The armed units allegedly sent to Afrin by the Syrian regime have no capacity to change the result of the antiterror struggle we have been waging in that region, and they never will have,” the Anadolu news agency reported Mr. Canikli’s telling journalists during a military ceremony in the province of Kayseri. “Whoever sides with terror will become our target.”

Turkish analysts pointed out that Russia was manipulating the players from behind the scenes. “Russia is not outside the process, rather it is at the center of the deal,” said Kerim Has, a lecturer at Moscow State University. He said that Russia was using the Turkish assault on Afrin to force the Syrian government and the Kurds to work together. “The stick is Turkey and now the P.Y.D. will sit around the table on Moscow’s terms,” Mr. Has said, using the acronym for the political arm of the Y.P.G.

Mr. Erdogan has defended the Afrin incursion as necessary for Turkey’s national security, but he has also promised that it would allow some of the 3.5 million Syrian refugees in Turkey to return home. His aim has been to forge a buffer zone along Turkey’s border that would be cleared of Kurdish militants and that could be occupied by Syrian Sunni forces who have been in the forefront of the opposition to Mr. Assad.

Many Free Syrian Army fighters joined the operation, hoping to be able to return to their homes in villages in northern Syria. They have, however, suffered scores of casualties and are no closer to that aim.

Yet the proposal for the Syrian government to take control of Afrin could also offer Mr. Erdogan a way out, as the situation becomes increasingly complicated.

“He can claim victory or some kind of strategic gain if Assad works against P.Y.D. control in the area,” said Mr. Stephens, the analyst in London. “Then he can withdraw in respect for Syrian sovereignty whilst saying to his public that a critical border security issue has been dealt with.”

He added: “Turkey’s strategic position was always quite weak, and they are playing for tactical gain.”

Exclusive: United States backs Cyprus rights to gas exploration

0

ilhan Tanir
Ilhan Tanir  Feb 21 2018  ahvalnews.com

The United States has weighed in on the mounting dispute over gas exploration rights around the Mediterranean island of Cyprus, telling Ahval that it supports the right of the Republic of Cyprus right to explore its waters for potentially valuable gas resources.

“‎The U.S. policy on Cyprus’s EEZ is long-standing and has not changed: the United States recognises the right of the Republic of Cyprus to develop its resources in its Exclusive Economic Zone,” a State Department spokesperson told Ahval.

The discovery of vast gas reserves in the eastern Mediterranean has prompted a rush of investment since 2009, with the discovery of the record-breaking Zohr gas field in Egyptian waters particularly exciting news for Cyprus, whose exclusive economic zone borders the estimated 30 trillion cubic feet gas fields.

But the activity around Cyprus has ruffled feathers in Turkey, the only country which does not recognise the Republic of Cyprus since the island was split between a Turkish Cypriot north and Greek Cypriot south in 1974. The government in the south is internationally recognised as the Republic of Cyprus.

Turkey has demanded the Greek Cypriot government secure permission from the Turkish north before carrying out gas exploration, calling a deal between Egypt and the Republic of Cyprus a contravention of Turkish Cypriots’ “inalienable rights”, and has vowed to carry out its own exploration off the island.

Turkey also obstructed a gas exploration vessel belonging to Italian energy giant Eni from entering the area in February, prompting criticism from the European Union and Greece.

The U.S. State Department spokesperson suggested the dispute would be best solved through an overall solution to the Cyprus dispute.

“We continue to believe the island’s oil and gas resources, like all of its resources, should be equitably shared between both communities in the context of an overall settlement,” said the spokesperson. “We discourage any actions or rhetoric that increase tensions in the region.”

The Republic of Cyprus is expected to lodge a protest with the United Nations over moves by Turkey to prevent the Italian vessel from exploring for gas in the eastern Mediterranean.

Turkey will face a confrontation with Egypt if it does not respect Cairo’s rights for gas exploration won in a deal with Cyprus, the Egyptian Foreign Ministry spokesperson Ahmed Abu Zeid warned early in February.

Following more than a week of the Turkish navy blocking Eni’s vessel, U.S. oil giant ExxonMobil announced plans to send two surveying vessels to Cyprus’s exclusive economic zone despite the ongoing dispute.

https://ahvalnews.com/cyprus/exclusive-united-states-backs-cyprus-rights-gas-exploration

Ελλάδα και Τουρκία σε μια ιδιότυπη σύγκρουση ως “αντιπρόσωποι” με έντονο “άρωμα” φυσικού αερίου

0
Του Ζαχαρία Μίχα* 22.02.18

Ακόμα πιο σοβαρό είναι όμως το θέμα, ότι αυτός ο παράγοντας εμπλέκει ευθέως και ανταγωνιστικά τα ελληνικά (ελλαδικά και κυπριακά) εθνικά συμφέροντα με αυτά των Ρώσων και απειλούν την ελληνική εθνική ασφάλεια, ενώ μετατρέπουν την Τουρκία σε όργανο υλοποίησης των γεωστρατηγικών σχεδιασμών του Κρεμλίνου, διότι παρουσιάζεται κοινότητα συμφερόντων των δυο δυνάμεων, σε τακτικό τουλάχιστον επίπεδο, με υποψίες πλέον και για το στρατηγικό, αν και αυτό είναι το αντικείμενο προσπάθειας αποτροπής από την πλευρά της Δύσης.

Δεν αποτέλεσε ποτέ μυστικό για τη Δύση, ότι στόχος ήταν να απεξαρτήσει τον ευρωπαϊκό χώρο από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Δεν είναι μυστικό ούτε το ότι η Μόσχα αγωνίζεται να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Αυτό γίνεται για δυο εξίσου σημαντικούς λόγους.

Ο ένας είναι γεωστρατηγικός, καθώς η Ρωσία παραδοσιακά χρησιμοποιούσε τους υδρογονάνθρακες και την εξάρτηση δυτικών χωρών από αυτούς, ώστε να διαθέτει ισχυρή επιρροή και «πειθώ» (βλ. δυνατότητα πειθαναγκασμού) επί των αποφάσεων που λαμβάνονται σε εθνικό και υπερεθνικό (βλ. ΕΕ) επίπεδο και αφορούν τα εθνικά της συμφέροντα.

Ο άλλος λόγος είναι οικονομικός. Όπως έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί και τεκμηριωθεί, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, η ρωσική οικονομία είναι σχεδόν μονοσήμαντα εξαρτημένη από την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων και παρότι έχει επισημανθεί ακόμα και από τον Βλαντιμίρ Πούτιν ως ένα αδύνατο σημείο της χώρας, οι απόπειρες «θεραπείας» του προβλήματος δεν έχουν ευοδωθεί, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν.

Είναι πολλά τα λεφτά…

Στο πλαίσιο αυτό, τα έσοδα που λαμβάνει ο ρωσικός προϋπολογισμός από το εμπόριο υδρογονανθράκων, είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της Ρωσίας τις καλές εποχές και αυτή καθαυτή την επιβίωση της χώρας στις δύσκολες. Ας πάμε όμως και στην ποσοτική τεκμηρίωση του ισχυρισμού.

Η Ρωσία εξάγει στην Ευρωπαϊκή Ένωση 4,2 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια (περίπου 120 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα) φυσικού αερίου σε ετήσια βάση, με τιμή 11 δολάρια ΗΠΑ ανά 1.000 κυβικά πόδια. Εάν κανείς κάνει τις πράξεις, από τα έσοδα της Ρωσίας από την πώλησης υδρογονανθράκων, προκύπτει ένα ποσό που προσεγγίζει το μισό τρισεκατομμύριο (450-500 δισεκατομμύρια) δολάρια σε ετήσια βάση… κάνει όποιος θέλει τη μετατροπή σε ευρώ.

Όσο μεγάλο και να είναι ένα κράτος, το ποσό είναι πολύ μεγάλο και ενδεχόμενη δραστική αυξομείωσή του είναι λογικό να θεωρείται ζήτημα εθνικής ασφαλείας κεφαλαιώδους σημασίας. Στην καλύτερη περίπτωση θα έχει την επιλογή να μειώσει την τιμή από τα 11 δολάρια ανά 1000 κυβικά πόδια σε 8 δολάρια ανά 1000 κυβικά πόδια που εκτιμάται ότι θα είναι η τιμή προμήθειας φυσικού αερίου από την ανατολική Μεσόγειο.

Ακόμα κι αν διατηρούσε το σύνολο του μεριδίου αγοράς, που δεν θα το διατηρήσει, τα έσοδά της θα περικοπούν δραστικά. Κατά συνέπεια, όσο επαληθεύονται οι εκτιμήσεις ότι η ανατολική Μεσόγειος φιλοξενεί τεράστια αποθέματα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης, τόσο το σκηνικό περιπλέκεται. Και αυτό παρατηρούμε αυτή την εποχή…

Οπότε, εάν δεν το έχουμε κατανοήσει επαρκώς, η εμπλοκή των Ρώσων στην περιοχή έχει και αυτή τη διάσταση, ενώ προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι τα ρωσικά συμφέροντα σε αυτό τον τομέα, που είναι όμως καθοριστικός, είναι αποκλίνοντα με τα ελληνικά, ελλαδικά και κυπριακά.

Αυτό εξηγεί και τη διαχρονική λογική της εμπλοκής της Ρωσίας στον ελλαδικό τουλάχιστον χώρο. Αυτό εξηγεί και το προσωρινό τουλάχιστον μπλοκάρισμα του Turkish Stream (το χερσαίο μέρος του), αλλά και τη μη προώθηση σχεδίων για το έργο της πλωτής δεξαμενής υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Η κατάσταση είναι όμως ακόμα χειρότερη…

Η σύγκρουση αυτή Ανατολής-Δύσης εμπλέκει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα και οι δυο πλευρές να χρησιμοποιούν τους τοπικούς δρώντες ως «πιόνια» στο γεωστρατηγικό «σκάκι» που παίζουν. Με την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, οι Ρώσοι χρησιμοποιούν τους Τούρκους με τους οποίους τα συμφέροντα συγκλίνουν σε αυτό το θέμα και οι Αμερικανοί τους Έλληνες, Ελλαδίτες και Κύπριους…

Δεν αναφέρεται ότι «μας χρησιμοποιούν οι Δυτικοί», διότι οι Ευρωπαίοι… υπολειτουργούν είτε μη έχοντας αντιληφθεί τι διακυβεύεται, είτε αντιδρώντας με τη γνωστή μαλθακότητα που αντανακλά και τη σχετική αδυναμία τους σε σχέση με του κύριους «δρώντες». Η δε αμερικανική «υποτονική» φαινομενικά παρουσία, ερμηνεύεται και ως επιθυμία αποφυγής μετωπικής σύγκρουσης με τους Ρώσους και χειρισμού της υπόθεσης «δι’ αντιπροσώπων».

Την ίδια στιγμή, το κατεστημένο της Ουάσιγκτον συγκρούεται με τον Λευκό Οίκο για το δέον γενέσθαι με την πολιτική απέναντι στη Ρωσία, οπότε είναι λογικό να βρίσκεται η κατάσταση σε απόλυτο αναβρασμό, καθόσον η ανθρωπότητα ολόκληρη διέρχεται μια μεταβατική περίοδο.

Η Ρωσία δεν προκρίνει υποκατάσταση της ΕΕ από την Κίνα

Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και όχι τοπικό, διότι όσοι υποστήριζαν ότι οι Ρώσοι θα αντικαταστήσουν την Ευρώπη με την Κίνα, δεν συνυπολόγισαν επαρκώς ότι αυτό δεν θα γινόταν με τους δικούς τους όρους, ενώ το κυνικά ρεαλιστικό Κρεμλίνο γνωρίζει ότι σε πολλά επίπεδα η σχέση Μόσχας-Πεκίνου είναι απολύτως ανταγωνιστική.

Οι Κινέζοι δεν έχουν καμία διάθεση να παραχωρήσουν τη δεύτερη θέση στον διεθνή καταμερισμό ισχύος στους Ρώσους, τη στιγμή που επικρατεί consensus των αναλυτών παγκοσμίως, ότι ασχέτως της επικράτησης ή μη ενός «πολυπολικού» (multipolar) διεθνούς συστήματος, πάντα θα αγωνίζονται να καταστούν ο ισχυρότερος πόλος, σε βάθος χρόνου.

Τούτων λεχθέντων, προκύπτει η ερμηνεία της ενεργού παρουσίας της Ρωσίας στην ανατολική Μεσόγειο και οι συμφωνίες που προσπαθεί ή έχει ήδη συνομολογίσει στον ενεργειακό τομέα με χώρες της περιοχής (Αίγυπτος, Λίβανος, Συρία), στην προσπάθεια να μην εξαιρεθεί από τη νομή του πλούτου υδρογονανθράκων της περιοχής.

Αυτό θα επιτρέψει στους Ρώσους αν μη τι άλλο τη μείωση της οικονομικής ζημίας που φοβούνται πως θα υποστούν και στη χειρότερη περίπτωση να «βραχυκυκλώσει» τις εξελίξεις. Ταυτόχρονα, διαμηνύει εμμέσως στη Δύση ότι μόνο μέσω συνεργασίας θα μπορέσει να ελέγξει αποτελεσματικά δυνάμεις τύπου Χεζμπολάχ και Χαμάς, οι οποίες θα μπορούσαν να διαταράξουν την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων στοχοποιώντας πλατφόρμες απόληψης αποθεμάτων των Ισραηλινών, ή γενικότερα αποσταθεροποιώντας την περιοχή, λειτουργώνταςγια λογαριασμό άλλων.

Η κατάσταση πρέπει να χειριστεί με πολύ μεγάλη προσοχή για να μην ξεφύγει ο έλεγχος της κατάστασης και δούμε «αποκαλυπτικά» σενάρια να υλοποιούνται με επίκεντρο την περιοχή. Η στρατηγική της Τουρκίαςαπέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία δείχνει να λαμβάνει υπόψη αυτά τα δεδομένα μέσω της συνεργασίας με τους Ρώσους, καθώς τα ρωσικά συμφέροντα συγκλίνουν με τα τουρκικά, άρα στρέφονται εναντίον των ελληνικών, τα οποία με τη σειρά τους, σε γενικές γραμμές συγκλίνουν με τα αιγυπτιακά και τα ισραηλινά.

Το ζητούμενο για την Ελλάδα και την Κύπρο που αποτελούν σημαντικά και σχετικά εύκολα διαχειρίσιμα«πιόνια» στον στρατηγικό σχεδιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, είναι το να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με τρόπο που να αποφεύγει ενέργειες που θα προκαλούσαν ανάφλεξη, καθώς σε αυτή την περίπτωση, οι ισχυροί θα προτιμήσουν να διαχειριστούν μια σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων (proxy) ώστε να αποφύγουν την απείρως πιο επικίνδυνη μεταξύ τους εμπλοκή.

Αυτό δεν αντιπροσωπεύει όμως το ελληνικό εθνικό συμφέρον, καθώς Ελλάδα και Κύπρος προσπαθούν να εξέλθουν από τις οικονομικές κρίσεις που τις έπληξαν σφοδρά και οποιαδήποτε πολεμική περιπέτεια, ή ακόμα κι ένα επεισόδιο, θα μπορούσε να τις πλήξει σε πολλαπλά επίπεδα. Τη λύση θα τη δώσουν οι κάποια στιγμή οι ισχυροί που θα βρουν την ισορροπία μεταξύ τους. Βέβαια, σε όλα υπάρχουν όρια και δεν θα πρέπει να το λησμονεί η ελληνική πλευρά, ενώ οι επιλογές που θα γίνουν σε περίπτωση εμπλοκής, θα προσδιορίσουν και τις εν συνεχεία εξελίξεις.

Από τη στιγμή που το συγκρουσιακό σενάριο δεν ευνοεί την ελληνική πλευρά, εκτιμάται πως εξακολουθεί να ισχύει το ότι η ελληνική ασφάλεια ενισχύεται, όταν ΗΠΑ και Ρωσία καταφέρνουν να βρουν ένα στρατηγικό modus vivendi, να καταλήξουν σε ένα επίπεδο στρατηγικής συνεννόησης. Αυτό μειώνει τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και διαμορφώνει τις συνθήκες για έλεγχο της αναθεωρητικής της συμπεριφοράς στην ευρύτερη περιοχή.

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ISDA/ΙΑΑΑ).

http://www.defence-point.gr/news/ellada-ke-tourkia-se-mia-idiotypi-sygkrousi-di-antiprosopon-me-aroma-fysikou-aeriou

«Η ρωσική τακτική στην Αφρίν είναι με έναν σμπάρο τρία τρυγόνια ;»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου  alkis@kalkis.eu  www.kalkis.eu

 Το γαλλικό ειδησεογραφικό κανάλι France24 μεταδίδει από το πρωί επαναληπτικά, δείχνοντας και σχετικό οπτικοακουστικό ρεπορτάζ της ανταποκρίτριάς του, ότι το καθεστώς Ασσαντ συνεχίζει να ενισχύει τους Κούρδους της Αφρίν με παραστρατιωτικούς υποστηρικτές του. Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, απειλεί να χτυπήσει κάθε υποστηρικτή των Κούρδων, θεωρώντας τον «ως νόμιμο στόχο» των εισβολέων του. Οι εικόνες δείχνουν ότι έχει βομβαρδίσει ήδη νοσοκομείο μέσα στην πόλη της Αφρίν, με καμένα αυτοκίνητα στο προαύλιό του και με ανθρώπινα θύματα στον περίγυρο, όπως δηλώνει στην κάμερα αρμόδιος του ιδρύματος.

Όμως η θέση της Ρωσίας, συμμάχου του καθεστώτος Ασσαντ μαζί με το Ιράν, αποκλίνει από τις στοχεύσεις των Κούρδων της Συρίας, παρά την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων από την τελευταία στην εμπόλεμη περιοχή της Αφρίν. Χωρίς το σιωπηλό πράσινο φως από τη Μόσχα, που ελέγχει τον συριακό εναέριο χώρο, η τουρκική εισβολή στην Αφρίν δεν θα μπορούσε να δει το φως της ημέρας. Εκμεταλλευόμενος την εμμονή της Άγκυρας για την εξουδετέρωση των Κούρδων της Αφρίν, ο Vladimir Poutine  καθαρίζει τη σχέση του με τον Ερντογάν, μεγάλο πελάτη ρωσικών οπλικών συστημάτων και σκοτώνει τρία πουλιά με μια πετριά : «με έναν σμπάρο τρία τρυγόνια» που θα λέγαμε. Ήτοι, αποδεικνύει στους Κούρδους την αναποτελεσματικότητα της συμμαχίας τους με την Ουάσινγκτον, ενώ ταυτόχρονα σπέρνει την ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας, συμμάχων στο ΝΑΤΟ.

Οι Κούρδοι της Συρίας (YPG),  «Μονάδες Προστασίας του Λαού», είναι σύμμαχοι του διεθνούς συνασπισμού εκεί υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά στην Αφρίν, όπου τους επιτέθηκε η Άγκυρα, δεν είχαν την υποστήριξη των δυτικών συμμάχων τους. «Θα ήταν αδιανόητο για μια στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον να αντιταχθεί στην επίθεση μιας μεγάλης δύναμης του ΝΑΤΟ», αναφέρουν στις 21-2-2018 η Marie Jégo, ανταποκρίτρια στην Κωνσταντινούπολη, και ο Allan Kaval στην ηλεκτρονική έκδοση του LE MONDE. «Ο διεθνής συνασπισμός δεν κάνει τίποτα για εμάς στην Αφρίν. Έτσι, είναι καλύτερο το καθεστώς του Ασσαντ απ ‘ό, τι οι Τούρκοι … », δήλωσε στον Monde η Ilham Ahmed, ανώτατη Κούρδη αξιωματούχος στη Συρία. Η στήριξη της Δαμασκού προς τις κουρδικές δυνάμεις τελικά υλοποιήθηκε την Τρίτη το απόγευμα στην Αφρίν, επικράτεια των Κούρδων, όπου τα χρώματα του καθεστώτος δεν κυμάτιζαν από το 2012. Αυτές οι ενισχύσεις είναι αρκετές εκατοντάδες άνδρες, σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δεν ανήκουν στον συριακό στρατό, αλλά κυρίως στις τοπικές παραστρατιωτικές δυνάμεις στην επαρχία του Χαλεπίου. Παρά την καλά προβεβλημένη ανάπτυξή τους, δεν αποσκοπούν στην παροχή σημαντικής στρατιωτικής στήριξης στις πρώτες γραμμές της Afrin, όπου οι τουρκικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους έχουν επιταχύνει την πρόοδό τους από τη Δευτέρα. «Αυτές οι δυνάμεις έχουν έρθει ώστε η τουρκική αεροπορία να σταματήσει τους βομβαρδισμούς στην Αφρίν», δήλωσε με αφέλεια στον Monde ο Aldar Khalil, ένας ανώτερος Κούρδος αξιωματούχος από τη Συρία, αφού η  Μόσχα δεν έχει απαγορεύσει την αεροπορία της Τουρκίας να έχει πρόσβαση στον εναέριο χώρο της Συρίας. Άρα έχουν μάλλον συμβολική αξία.

Έτσι μια συριακή-τουρκική εναέρια αντιπαράθεση στην Αφρίν φαίνεται απίθανη, επειδή η επιχείρηση «κλάδος ελιάς» δεν είναι τόσο κακά νέα για τη Δαμασκό. Οι παρατηρητές πιστεύουν ότι θα μπορούσε να προσφέρει στη συριακή κυβέρνηση την ευκαιρία να ανακτήσει τον έλεγχο της Afrin και έτσι και τον έλεγχο ενός μέρους των συνόρων της με την Τουρκία. «Το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι το καθεστώς Ασσαντ και οι Κούρδοι διαπραγματεύονται έναν συμβιβασμό, ο οποίος θα έχει σαν αποτέλεσμα να σταματήσει η τουρκική επίθεση και η αναδιάταξη του συριακού στρατού στην περιοχή της Αφρίν», προβλέπει ο Sinan Hatahet, αναλυτής στο think-tank Omran, προσκείμενο στη συριακή αντιπολίτευση. Αυτό είχε αναφέρει στις 29-01-2018 στον ηλεκτρονικό LE MONDE ο ανταποκριτής του στη Βυρητό Benjamin Barthe.

Συμπερασματικά

Νομίζω ότι με τα σημερινά δεδομένα οι 4 συνεργαζόμενοι δικτάτορες της Ρωσίας, της Συρίας, της Τουρκίας και του Ιράν δεν θα επιτρέψουν στους Κούρδους να θέσουν σε εφαρμογή τη δημιουργία και ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου κράτους με αυτό-διαχειριστικές δομές και με προχωρημένες φεμινιστικές ιδέες. Αυτά δεν συνάδουν με τα ανελεύθερα καθεστώτα. Έχουμε και το παράδειγμα του κουρδικού δημοψηφίσματος στο Ιράκ που έπεσε στο κενό πρόσφατα. Και οι ΗΠΑ τους βοήθησαν έως ότου νικήσουν τους τζιχαντιστές. Μακάρι οι εξελίξεις να μας εκπλήξουν ευχάριστα… και να δικαιώσουν τους μαχητικούς Κούρδους.