Αρχική Blog Σελίδα 2848

Italy’s Berlusconi makes his return

0

By Ishaan Tharoor March 2   The Washington Post.

Sunday’s parliamentary elections in Italy are shrouded in layers of uncertainty, but at least one outcome seems increasingly clear: Former prime minister Silvio Berlusconi, once disgraced by sex scandals and criminal allegations, will again be the most important politician in the country.

According to the last set of opinion polls, a right-wing coalition of parties fronted by Berlusconi probably will pick up the biggest block of seats in the Italian parliament. Berlusconi can’t win a fourth stint as prime minister — a 2013 tax-fraud conviction bars him from holding public office until next year — but he’s in pole position to be the country’s kingmaker, a turn of events that seemed improbable seven years ago when Berlusconi was drummed out of power.

Berlusconi represents a familiar face at a troubled time in Italy. Although the country’s economy grew modestly last year, it remains one of the most sluggish in Europe. The country’s vast public debt remains an albatross around its neck. Close to a third of job-seeking Italians between the ages of 15 and 24 are unemployed.

Many Italians have voted with their feet. “When I emigrated 30 years ago, only a few Italians felt like that was the only option for them. Today, it is a common feeling,” wrote Luigi Zingales, a business professor at the University of Chicago. “In 2016, 124,000 Italians between the ages of 18 and 34 left the bel paese, roughly 2 percent of the population in that cohort. This is the reason why talented Italians populate American universities and firms all over the world: They find a way to emerge, which they cannot find at home.”

Amid the stagnation, an influx of migrants and refugees has led to rising nativism and a rightward lurch in the country’s politics. Alongside Berlusconi’s Forza Italia, the far-right Northern League, led by the charismatic Matteo Salvini, has emerged as a prominent faction in the elections — and could find its way into power.

In recent years, a succession of center-left governments failed to stem the disaffection of voters tired of elites, E.U. demands and centrist attempts at reform. After a high point in European elections in 2014, support for the ruling Democratic Party has collapsed nearly by half. The party and its allies are polling behind both Berlusconi’s coalition and the anti-establishment Five Star Movement, a Euroskeptic party that may claim the most votes in the election but is unlikely to join any other party to form a governing coalition.

“Italian politics are characterized by instability. In the past 30 years, there have been 13 different prime ministers in the country,” my colleague Adam Taylor noted. “The only one to serve a full five-year term since 1988 was Berlusconi, who has been prime minister for a little over nine total years during three separate stints. That’s the longest time in office of any prime minister since the fascist dictator Benito Mussolini.”

Like their counterparts across Western Europe, Italy’s voters reflect a deepening disenchantment and fragmentation. A significant number — as much as a third — are undecided on the eve of the election. Many may not vote at all. Those who do may turn to anti-establishment parties such as the Five Star Movement, founded by irreverent comedian Beppe Grillo, which espouses a discordant set of beliefs — hostile to the European Union, ambivalent on immigration, libertarian on the economy, radically progressive on the environment.

“The movement was born out of the failure of both parties on the left and right,” the party’s youthful leader, Luigi Di Maio, said to Today’s WorldView last year. “The real problem in Italy is that there are many citizens who don’t identify with these parties because they fail to defend the values and interests of different parts of the country.” Critics, though, point to Five Star’s checkered record in municipal governance, the incoherence of its stated agenda and the inexperience of its newly minted politicians.

Any projected winner on Sunday may struggle to muster enough seats to form a majority. A grand coalition between center-right and center-left — similar to what is taking shape in Germany — may be the clearest path toward stability, but it will excite no one.

And so we return to Berlusconi. In 2016, he was often compared to President Trump, another unnaturally hued tycoon-turned-politico who is dogged by allegations of sexual indiscretion, locked in legal battles, loathed by the left — and yet simply impossible to put away. (Berlusconi’s lieutenants scoff at parallels to the U.S. president: “Berlusconi doesn’t love it,” close ally Giovanni Toti told the New York Times. “It’s a mistake to compare Trump to one of the most experienced statesmen in Europe.”)

Berlusconi has embraced the role of the steady hand, deploying the Italian phrase for “used but in good condition,” as journalist Rachel Donadio wrote in the Atlantic. He has campaigned on something of a populist platform, supporting the removal of hundreds of thousands of undocumented migrants while promising cash handouts to needy Italians. It’s a profoundly opportunistic pitch, but one unlikely to make any lasting difference.


Silvio Berlusconi poses with a supporter after a campaign rally in Milan on Feb. 25. (Piero Cruciatti/AFP/Getty Images)

“Berlusconi’s economic platform avoids any painful but necessary structural changes in favor of deficit-busting fiscal stimulus, gambling on a benevolent reaction from financial markets,” noted James Politi, the Rome bureau chief of the Financial Times. “If the center-left Democratic Party performs strongly enough, which is a big question mark, a grand coalition with Berlusconi might be in the cards. This may be the only hope for the modernization of the Italian economy to continue. But with Berlusconi still in the picture, any progress is likely to be halting and fragile.”

That’s not anything new. “Berlusconi was the Pied Piper, playing his tune of optimism for 20 years without spurring reforms,” said Gianni Riotta of the Council on Foreign Relations. “[Center-left leaders] tried to innovate, only to be knifed by their own comrades. Salvini stirs fearsome ghosts of nationalism and hate. Grillo is the new champion of the old, backward country.”

But that cynicism may just be the perfect match for the despair and exhaustion of the electorate. “Berlusconi looked for amnesty and found something more important in many Italians,” columnist Ezio Mauro told Donadio. “Amnesia.”

Want smart analysis of the most important news in your inbox every weekday along with other global reads, interesting ideas and opinions to know?  

Μεγάλες οι ευθύνες, αλλά προέχει να γυρίσουν γρήγορα πίσω στην Πατρίδα οι στρατιωτικοί μας

1

Γράφει ο Βασίλης Κοψαχείλης*

Η σύλληψη δύο Ελλήνων στρατιωτικών στο προγεφύρωμα του Κάραγατς στον Έβρο, από τουρκική περίπολο την περασμένη Πέμπτη, είναι πλέον γνωστό γεγονός στο πανελλήνιο. Τα όσα ακολούθησαν είναι επίσης γνωστά. Αυτή την ώρα τα δύο χαμηλόβαθμα στελέχη του Ελληνικού Στρατού, ένας αξιωματικός και ένας υπαξιωματικός, κρατούνται προφυλακισμένοι αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για παραβίαση συνόρων, παράνομη είσοδο σε απαγορευμένη περιοχή και άλλα μικρότερα αδικήματα.

Ορισμένοι στη χώρα μας και έξω απ’ αυτή – θέλεις από σκοπιμότητα, θέλεις από αφέλεια – αναπαράγουν τουρκικές πηγές που θέλουν τους Έλληνες στρατιωτικούς σε ρόλο κατασκόπων ή ανταλλάξιμο είδος με τους 8 Τούρκους αιτούντες άσυλο στη χώρα μας «πραξικοπηματίες», για να αποφύγουν οι άνθρωποι τον εξευτελισμό από την τουρκική αντίληψη περί αντιμετώπισης πολιτικών αντιφρονούντων!

Σε κάθε περίπτωση, οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί ενδέχεται να χρειαστεί να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες ενώπιον της τουρκικής Δικαιοσύνης. Και αυτό καθιστά την θέση τους πολύ δύσκολη και την δική μας ευθύνη πολύ μεγάλη, ώστε να κινήσουμε γη και ουρανό προκειμένου οι «δικοί μας» να γυρίσουν γρήγορα πίσω στην Πατρίδα!

Λίγοι κατάφεραν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και με νηφαλιότητα να ενημερώσουν την κοινή γνώμη για τις εξελίξεις. Και είναι, και αυτό, ένα από τα θέματα που όταν τελειώσει αυτή η περιπέτεια, θα πρέπει να το δούμε με πολύ προσοχή και σοβαρότητα. Το πώς, δηλαδή, τα ΜΜΕ οφείλουν να αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους επεισόδια και κρίσεις!

Δεν είναι καθόλου απλό θέμα, διαφέρει δε από οποιαδήποτε άλλη μορφή κρίσης θα κληθεί ένας δημοσιογράφος να καλύψει στα πλαίσια της δουλειάς του και στα χρόνια της καριέρας του.

Το επεισόδιο στον Έβρο έδειξε ότι λίγοι έχουν την παιδεία να το διαχειριστούν σωστά. Η είδηση της προφυλάκισής τους μέχρι να εκδικαστούν, κάποιους στη χώρα τους ανησύχησε, ενώ τον πολύ τον κόσμο τον στεναχώρησε.

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά κάποιους άλλους τους έκανε να τρίβουν τα χέρια τους γιατί το είδαν ως χρυσή ευκαιρία για πολιτική σπέκουλα. Πολιτική σπέκουλα με δύο «δικούς μας» ανθρώπους να βρίσκονται τούτη την ώρα στις τουρκικές φυλακές…;

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν ευθύνες! Τεράστιες ευθύνες. Οι οποίες φυσικά και πρέπει να αναζητηθούν, αφού πρώτα επιστρέψουν, σώοι και γρήγορα, οι άνθρωποί μας πίσω στην Πατρίδα! Μην προσπαθήσετε να αναζητήσετε τις ευθύνες στη σημερινή ή την χθεσινή κυβέρνηση. Όχι, δεν βρίσκονται εκεί οι μεγάλες ευθύνες, αν και σίγουρα οι ενέργειες και οι παραλήψεις όλων που μετέχουν της πολιτικής έχουν συμβάλλει τα μέγιστα. Οι μεγάλες ευθύνες για να καταλήξουμε σήμερα σε αυτό το επεισόδιο στον Έβρο βρίσκονται σε ένα σύστημα που δουλεύει αθόρυβα και συστηματικά και αφορά όλους μας. Είναι ένα σύστημα που χτίζεται τουλάχιστο την τελευταία εικοσαετία και συνυπεύθυνοι στο θέριεμά του είμαστε, λίγο πολύ, όλοι μας.

Διότι αυτό το σαθρό σύστημα έχει εμπεδώσει και ανάλογη κουλτούρα στην κοινωνία μας. Βάζοντας τον εαυτό μου πρώτο και καλύτερο μέσα στους συνυπεύθυνους, όλοι μας χαρήκαμε με την μείωση της στρατιωτικής θητείας χωρίς να σκεφτούμε τις επιπτώσεις της στην εθνική μας άμυνα.

Όπως δεν σκέφτηκαν τις επιπτώσεις της αχρείαστης γραφειοκρατίας και των άλλων πειραματισμών στην αποτελεσματικότητα των Ελληνικών ΕΔ όσοι σχεδίαζαν ένα στρατό από «γιάπις του χιλιάρικου» – μάλιστα μπροστά στους σημερινούς μισθούς των 300 ευρώ και την ανεργία, κάποιοι τους λένε να είναι και ευχαριστημένοι…

Ακολουθούν όλες οι άλλες πολιτικές ευθύνες, οι ευθύνες των τοπικών κοινωνιών, οι φαυλότητες, οι πειραματισμοί, η ακατάσχετη φλυαρία, οι φτηνοί λεονταρισμοί, ο αφοπλισμός, η καταστροφή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, τα δόγματα αποφυγής, οι σημαίες που τις παίρνει ο αέρας, οι “Μαδρίτες”, και πολλά ακόμη.

Δεν είναι τώρα η ώρα για να επεκταθώ. Δεν έχει τώρα νόημα να το κάνω. Να σταματήσει η σπέκουλα και η παραπληροφόρηση, και να γίνουν όλες εκείνες οι αναγκαίες ενέργειες ώστε να γυρίσουν οι στρατιωτικοί μας πίσω στην Πατρίδα. Μετά, τα συζητάμε… Και αυτή η συζήτηση, σας υπόσχομαι ότι θα ανοίξει, είτε μας αρέσει, είτε δεν μας αρέσει…

O Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος

Πηγή: Μεγάλες οι ευθύνες, αλλά προέχει να γυρίσουν γρήγορα πίσω στην Πατρίδα οι στρατιωτικοί μας http://hellasjournal.com/2018/03/megales-i-efthynes-alla-proechi-na-gyrisoun-grigora-piso-stin-patrida-i-stratiotiki-mas/

The inconvenient truths about Greece

0
Theodore Pelagidis and Michael Mitsopoulos
As Greece seemingly returns to normal, everybody in Athens, Washington, and Brussels hopes to put the whole affair in the rear view mirror, possibly because they know that, at the height of the crisis, neither Greece nor Europe dealt with their respective weaknesses.

Authors

But how can this be, when so much has been done—so many pieces of legislation adopted in Europe to deal with the crisis, so many mechanisms created, and so many measures imposed on the mostly reluctant Greeks?

Europe has done rather little to update the structure of its governance to deal with the core issues that exposed it to the crisis, whether in terms of the shakiness of the European Union or with respect to the struggle to enforce EU law evenly in all member states to facilitate “convergence in institutions.” And Greece has done little to offer quality governance to the Greeks in line with an idealized European state.

Which brings us to the inconvenient truths about the supposed “Greek success story.” The average size of Greek firms remains small, a product of many longstanding structural weaknesses at the national level that served as an almost insurmountable barrier to growth. The fallout from this can still be observed in the weak private sector job market, weak innovation and export activity, the “missing tax base,” and a persistently high consumption to GDP ratio. The adjustment programs have failed to put Greece on a trajectory that clearly separates it from these negative metrics that characterize the years until the eruption of the crisis.

So maybe simply enforcing austerity does not suffice. Maybe the way day-to-day economic and social activity is organized, from licensing to policy debates, from the rule of law and court decisions to the protection of the freedom of the press, are more important after all. They determine the extent to which people take initiatives, create economic activity, and thus generate taxable income.

Even if we take into account the fact that the private sector in Greece has almost been excluded from access to finance for nearly a decade and the impact of over taxation and the risks entrenched by the so called Grexit talk, we still cannot explain the lack of any evidence that the structure of the Greek economy is moving away from the patterns associated with the crisis. Unless, that is, we accept that the equilibrium between politics, society, and the economy has not changed, and, that after nine years of programs, the kleptocracy still conducts “business as usual.” But how is that possible, given the strict oversight of Greece all these years?

It is here that the unhappy answer dawns. The adjustment programs did little to shift the balance of power that had turned Greece into a rent seekers paradise, a kleptocracy run by hardcore groups. On the contrary, through the imposition of ever higher and more progressive taxation, it amplified the barriers to growth. Greece has turned into a small shopkeeper’s economy. If anybody thought that clientelism would be exiled from the country as a result of the list of structural reforms, which lagged always behind the list of fiscal measures, they should think twice. As people became poorer, they became more politically radical, as has happened so many times before in history. The combination of weak institutions and unchecked executive power meant that in such an environment populism did not decrease, but rather flourished and even took some interesting turns. Nationalism, radical left, and radical right united under the watch of the institutions as they prioritized the achievement of short-term fiscal goals, regardless of how the fiscal milestones were achieved.

Everybody seems to sigh with relief as the fiscal targets are met, willfully overlooking the inconvenient fact that the private economy has largely been decimated, to an extent that it will not be able to mend itself. The further erosion of already weak political institutions essentially rendered the country incapable of designing and implementing viable policies. This was not because of a failure of the lazy and tax evading Greeks, but simply because they have been broken and corrupted to an extent that they also cannot mend themselves. Surprisingly, austerity has not made Greeks more frugal, but rather disgruntled and more prone to listen to political sirens. The fact that Greece has now a parliamentary system with a newly acquired purely proportional electoral system, just as the Weimar Republic had, surely adds no comfort.

Such thoughts make the choice to pretend that Greece is now a success story indeed much more appealing, in the short term. Tomorrow someone else will be on watch, or at least so we hope.  This is exactly the ultimate argument of our latest book, “Who’s to Blame for Greece.”

But it need not be so. For one, Greece has almost succeeded in the past to overcome the underlying causes of the crisis. So it could do it again. Europe could deal with its shortcomings if it were willing to redesign the map of powers and competencies in a more elegant and coherent way. Technically both can be done. Political vision and will is all that is required.

https://www.brookings.edu/blog/up-front/2018/03/01/the-inconvenient-truths-about-greece/

Turkey has invested $35 bln in defense industry in 15 years: PM Yıldırım

1
ANKARA

State investment in the defense industry has exceeded $35 billion in the past 15 years, Prime Minister Binali Yıldırım has said.

“We have made investments worth $35 billion over 15 years and we are now an exporter country in the field of the defense industry. The volume of our exports is over $2 billion,” Yıldırım said in an address at the National Defense University on March 2.

“Our state continues to provide all sorts of technological opportunities for the Turkish Armed Forces. And we will continue to do so,” he added.

The government aims to strengthen national defense through locally made hi-tech defense systems, which is why it supports research and development projects, the prime minister stressed.

Around 65 percent of Turkey’s national defense equipment needs were procured through its own resources, up from 24 percent when the ruling Justice and Development Party (AKP) first came to power in 2002, Yıldırım said.

“We have begun to build a great deal of our own defense equipment, including helicopters, planes, warships, tanks, air defense systems, satellites, and unmanned aerial weapons. In this way, we can equip our land, air and naval forces with our own tanks, planes and weapon systems,” he added.

Prime Minister Yıldırım also touched on the ongoing “Operation Olive Branch” into the northern Syrian district of Afrin, reiterating that it will continue until all terrorists are eliminated.

“It should not be forgotten that the scope of our operations is not limited with Afrin,” he said.

http://www.hurriyetdailynews.com/turkey-has-invested-35-bln-in-defense-industry-in-15-years-pm-yildirim-128167

Italy’s Messy Politics Are No Longer Local

0

The extremists get louder, the center struggles, and all of Europe will feel the effects.

Supporters wave flags during a rally held by Northern League party leader Matteo Salvini in Rome, on February 28, 2015.Max Rossi / Reuters 
MILAN—The same day that left-wing groups and parties held an anti-fascist rally in Rome, protesting the apparent rise of the hard-right in Italy, the piazza in front of the Milan cathedral was filled with energized supporters of Matteo Salvini, the leader of Italy’s League party. The party is best known for its xenophobia and its flirtation with the idea of exiting the euro—and Salvini happens to be campaigning tirelessly to become the leader of the Italian right in Italy’s national elections on Sunday.

The anti-fascist demonstration was a rare moment of unity of the left in the face of a consolidating right. The center-left Democratic Party of former prime minister Matteo Renzi, which has governed Italy—and not badly—for the past five years, is expected to draw only around 22 percent of the vote, not enough to form a government, a phenomenon that stems from the party’s internal weaknesses but has far greater implications. At Salvini’s rally in Milan, people held signs that said “Italians First,” the League’s motto, and waved separatist flags—from the wealthy Northern Italian regions of Lombardy and the Veneto, from Catalonia and Sardinia. The rise of the right is a pattern that’s played out in elections in several European countries, as establishment parties have failed to harness popular sentiments and more extreme groups have stepped in to offer their own strident visions of the future. The League, which has made a play for Italy’s neglected working class, is a sovereignist party that wants to send back immigrants and re-write European treaties. The lesson for Italy is that its messy politics are no longer local. They could wind up irrevocably destabilizing the European Union, of which it was a founding member.

The aftermath of the Arab Spring and Syrian Civil War has reshaped politics across Europe, and no party in Italy has played on immigration more than the League. Since 2014, more than 500,000 migrants have arrived in Italy, a country of 60 million people, most of them on boats from North Africa. The system for processing asylum applications is slow and imperfect. The migrants, not all of whom are asylum-seekers, are stuck in Italy, many unable to work legally, often living in squalid encampments. For years now, Italian television has shown an endless loop of migrants disembarking from boats.

Enter Salvini, who is 44 and took over the League five years ago. Now the oldest existing political party in Italy, the Northern League was founded in 1989, advocating the independence of the wealthy Italian north. It used to consider Rome the enemy, although it was a junior partner in several Berlusconi governments. Salvini has been transforming it into a national party, with foreigners, and to a certain extent Europe, as the enemy.

He has done this largely by drawing on fears of supposedly out-of-control immigration. And he is succeeding. On Salvini’s watch, the League has grown from a 4 percent showing in the 2013 elections to possibly more than 13 percent today, according to Italy’s often unreliable polls. If it outperforms the other party on the right-wing ticket, Silvio Berlusconi’s Forza Italia, Salvini could potentially become Italy’s next prime minister. Forza Italia is now polling around 16 percent, down from 21 percent in the 2013 elections. The anti-establishment Five Star Movement is expected to place first in Sunday’s vote. It has said it won’t form coalitions, but there’s rampant speculation about whether it might change its mind and form a coalition with the League. That scenario—Brussels’ and Renzi’s nightmare—would give Italy the first populist government in the heart of Europe.

In his Milan speech, Salvini incongruously quoted Pier Paolo Pasolini, the great intellectual of the left, about anti-fascist demonstrations of the past—Pasolini had speculated in 1973 that such demonstrations “may ultimately be a weapon of distraction aimed at capturing dissent by fighting a non-existent enemy, while modern consumerism is eroding an already moribund society.” But Salvini has mostly borrowed a lot of his rhetoric from France’s far-right National Front, led by Marine Le Pen, with some exceptions, including the brazen use of religion, which is absent from political discourse in secular France. At the rally in Milan, Salvini also quoted the Gospel of Matthew—“the last shall be first”— several times, in his appeal to the working class, the disabled, people who feel neglected. Then he pulled out a rosary—a rosary!—which he said a woman had given him on the campaign trail. It was an obvious play for votes in the South, where the right has always had strong results, although the formerly Northern League hasn’t. And sure enough, Italian television and newspapers all carried images of Salvini, secular separatist, holding up the rosary, as if he were the second coming. His campaign posters say “Salvini Prime Minsiter” with an image of a knight wielding a sword and shield.

Last month, an 18-year-old woman in Macerata, a city of 42,000 in Italy’s Marche region, was dismembered and killed; two Nigerian men were charged in her death. Days later, a man who had been a League candidate in a municipal election went on a shooting rampage through the streets of the city, wounding six African immigrants and then doing a fascist salute before police stopped and arrested him. After that gruesome incident, Salvini tweeted a version of the argument that many of those seeking asylum in Europe aren’t “real” refugees, writing that the suspect (at the time there was only one), “was not running from war; he brought war to Italy,” adding: “The left has blood on its hands. Expulsions, expulsions, controls and more expulsions.”

The Macerata incidents have defined the campaign, giving momentum to the right in its fight against illegal immigration, and underscoring the weaknesses of the left in countering it with a clear response. No ministers from the current center-left government went to visit the six people wounded by the right-wing shooter, for instance.

The League also definitely has fascist sympathizers, and Salvini has never disowned them, although he has repeatedly said that the League is non-violent and stands with law enforcement. The neo-fascist Casa Pound group, which is fronting some candidates but is not expected to reach the 3 percent threshold necessary to enter Parliament, recently said it would support a Salvini government. Pressed on this in a television interview, Salvini said only that he didn’t think he’d need their support, not that he didn’t want it.

At the League rally in Milan, almost everyone I spoke to said the arrival of immigrants had made them concerned about their safety. “Old people are afraid to go out after 8 o’clock at night or before 6 in the morning. They’re afraid they’ll be killed for their cell phone,” Fabrizio Zuccala, from near Bergamo, in the Northern Italian region of Lombardy, told me. His friend, Fabio Mari, chimed in, and identified himself as a “Fascio-leghista,” saying he took an even harder line than the League.

Salvini talks often about the idea of the “good immigrant,” someone who “respects the law,” and says that he just wants a more coherent immigration policy. But he can often be more extreme. He once mocked Laura Boldrini, the speaker of Parliament and a former official at the United Nations refugee agency, comparing her to a sex doll that a supporter held up behind him on stage at a campaign rally. This week, Salvini said on prime-time Italian television that maybe George Soros would be sending waves of immigrants to Italy, in an echo of the anti-Semitic trope that Hungarian Prime Minister Viktor Orban has been using in his country.

In the face of such brazen right-wing fear-mongering, you would think that the Italian left might present a clear democratic vision, one that reflects the current government’s respectable efforts. But you would be wrong. “In the electoral debate, the political agenda has been dictated by the right,” said the author Marta Fana, who has written on Italian labor reforms. “So where the parties to the left of the Democratic Party centered their programs on questions of work, all this got very little attention in the big national debate. It’s easier and more reductive to play on immigration.”

The extremists get louder, while the center struggles. “The country is very angry. Incredibly angry. It seems there’s an anger that is beyond any possibility of reasoning,” Giovanni Orsina, a political scientist at Rome’s Luiss Guido Carli University, told me. “People really believe things are terrible and couldn’t get any worse. Which is quite crazy. Things could get much worse than they are now.” This is the case both politically and economically. Italy’s economy has begun to recover, and GDP grew 1.5 percent last year, but massive structural problemsremain. It has one of the lowest employment rates in Europe, at 58 percent; businesses—90 percent of which have fewer than 10 full-time employees—are strangled by taxes and bureaucracy; and many young people emigrate to find work. The program of the center-left Democratic Party, Orsina said, has “a lot of things that make sense,” but there’s “no idea of what Italy should be, no idea of the future.” Of the League’s “sovereigntist right-wing program,” he said, “of course they are totally unrealistic, but they are ideas of the future. The center is unable to convey a vision of the future.”

In the years when Berlusconi was in power, opposing him united the left. Now that he’s not running the country, they’re even more divided. Renzi took over the Democratic Party in 2014, but was seriously compromised and stepped down as prime minister after losing a referendum in 2016. Last year, some of the party’s old guard, mainly former communists, broke away and founded a splinter movement. The divisions aren’t so much ideological as personality-driven. “The right has a field,” Ezio Mauro, a columnist and former editor of La Repubblica, the center-left daily, told me, while the left, he said, is divided into “private gardens.”

But why couldn’t the Democratic Party capitalize on its relative success governing for the past five years, during which the economy stabilized? I asked Francesco Piccolo, a novelist and screenwriter who has written about the Italian left. “In a reformist country, which believes in taking steps forward, this would count for something,” he in an email. “But in a country that believes it’s revolutionary but instead is only apocalyptic, people only think about what’s missing, what wasn’t accomplished. So no government is ever satisfactory, and certainly no government result in relation to upcoming elections.” The left, he added, want to preserve the purity of its ideas and not put them into practice. “To do this, you need to lose. The left loses and is prepared to lose with satisfaction, and with disgust for the winners,” he added.

All this means that Salvini is on the rise and Renzi on the decline—a dangerous development, since the League, despite having been part of multiple Berlusconi governments, is effectively an extremist party. Salvini has made clear that his sympathies lie with the current governments of Hungary and Poland, which are inward-looking, nationalistic and spit on Europe even as they take European Union funding.

“Italy’s a laboratory,” said Roberto Saviano, the author of Gomorrah and a public intellectual in Italy, told me. “What happens in Italy can happen in the rest of the world. Don’t forget Mussolini-Hitler,” he said, referring to the Axis sympathies between the leader of Fascist Italy and Nazi Germany. “The Red Brigades prefigured terrorism across Europe,” he added, about the dark years of the 1970s when leftist terrorists waged war against the state in Italy and Germany and elsewhere, murdering judges and other public figures. “Don’t forget Berlusconi-Trump,” Saviano said, referring to the media mogul, who, as I wrote recently, provided the template for turning an audience into an electorate. “We’re a laboratory that the world should pay attention to see the avant-garde of what will happen in other democracies.”

https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/03/italy-elections-lega-nord/554753/

Η Ιταλία υποκύπτει στη σκοτεινή γοητεία του (νεο)φασισμού

1

protagon.gr

Γιατί η χώρα που πάλεψε να ξεφύγει από την κληρονομιά του Μουσολίνι επιστρέφει στην Ακροδεξιά; Η «αναγέννηση» του Μπερλουσκόνι στα 81 του (έστω και χωρίς υποψηφιότητα), η απήχηση -παρά τα fake news- των 5 Αστέρων του κωμικού Μπέπε Γκρίλο και η ανάδειξη σε ηγετική προσωπικότητα του Ματέο Σαβίνι της Λέγκας του Βορρά χτυπούν ένα καμπανάκι που δεν ακούει κανείς…

Protagon TeamProtagon Team2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018, 16:30 

«Η Ιταλία στερείται θεσμών που να είναι αξιόπιστοι στα μάτια των πολιτών της. Η διαφθορά και o νεποτισμός κυριαρχούν. Δεκαετίες κατάχρησης δημόσιου χρήματος και κακής διακυβέρνησης εκτόξευσαν το δημόσιο χρέος στο 131% του ΑΕΠ. Δίχως ένα ειλικρινές πολιτικό πλάνο στο πλαίσιο του οποίου οι πολίτες θα αναλάβουν ενεργό ρόλο και δεν θα είναι κουρασμένοι θεατές δεν θα βγούμε από αυτό το χάλι». Αυτά δηλώνει στον Guardian η Σαμπρίνα Γκασπαρίνι, γενική γραμματέας της ιταλικής Ομοσπονδίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, λίγες ημέρες πριν από τις γενικές εκλογές που θα πραγματοποιηθούν την ερχόμενη Κυριακή 4 Μαρτίου.

Όσον αφορά αυτό το χάλι τα στοιχεία που τα συναποτελούν είναι πολλά. Αυτό, τουλάχιστον, υποστηρίζει η ιταλίδα ακτιβίστρια. Καταρχήν υπάρχει και πάλι ο ανεκδιήγητος Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Πολλοί, ξένοι, πολιτικοί αναλυτές έμειναν σχεδόν άναυδοι όταν είδαν τον Σίλβιο να επιστρέφει στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ιταλίας.

Στην ηλικία των 81 ετών και μην όντας εκλέξιμος, λόγω δικαστικής απόφασης του 2013, ο «Καβαλιέρε» ηγείται με πάθος της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματός του Forza Italia αλλά και του (ακρο)κεντροδεξιού συνασπισμού που συμμετέχει ως μεγαλύτερο κόμμα. Ενδεικτικό της αποφασιστικότητας και του δυναμισμού του ανθρώπου που έχει διατελέσει ήδη τρεις φορές πρωθυπουργός της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της ΕΕ θα μπoρούσε να εκληφθεί το γεγονός ότι την περασμένη Κυριακή ο Σίλβιο, κατά τη διάρκεια κομματικής συγκέντρωσης, μιλούσε ακατάπαυστα για περισσότερο από δύο ώρες.

Αλλά ο Μπερλουσκόνι δεν είναι ο μοναδικός πολιτικός στην Ιταλία που δεν ντράπηκε να επιστρέψει στο δημόσιο βίο παρότι απώλεσε την αξιοπιστία του εδώ και πολύ καιρό. Ο Ρομπέρτο Φορμίγκονι, πρώην πρόεδρος της Λομβαρδίας, που καταδικάστηκε το 2016 σε έξι χρόνια κάθειρξης για διαφθορά ενώ τώρα αναμένει την ολοκλήρωση και άλλων δικών, αποτελεί ένα ακόμα τρανταχτό παράδειγμα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι ο ιταλικός λαός τα γνωρίζει όλα αυτά, αλλά δείχνει απλώς να αδιαφορεί.

Με απαστράπτον χαμόγελο, ο 81 χρονος Σίλβιο Μπερλουσκόνι λίγο πριν από τηλεοπτική συνέντευξη (REUTERS/ Remo Casilli/ File Photo)
Με απαστράπτον χαμόγελο, ο 81 χρονος Σίλβιο Μπερλουσκόνι λίγο πριν από τηλεοπτική συνέντευξη (REUTERS/ Remo Casilli/ File Photo)

Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό σε μια προηγμένη, τόσο οικονομικά (παρά τα πολλά προβλήματα) όσο και πολιτισμικά, χώρα; Σύμφωνα με την Γκασπαρίνι, η απάντηση έγκειται στην Ιστορία. Η Ιταλία – εξηγεί – ενώθηκε μόλις το 1861 και αμέσως μετά ο πολιτικός και διανοούμενος Μάσιμο ντ’ Ατζέλιο δήλωσε «φτιάξαμε την Ιταλία και, τώρα, θα πρέπει να φτιάξουμε και τους Ιταλούς», επισημαίνοντας με τη διάσημη αυτή δήλωσή του τις δυσκολίες όσον αφορά τη δημιουργία μιας εθνικής ταυτότητας βασισμένης στις αρχές που γεννήθηκαν κατά τη Γαλλική Επανάσταση.

Αλλά η έκκλησή του δεν εισακούστηκε για πολλά χρόνια. Έως την επικράτηση του φασισμού στην Ιταλία. Κατά την πιο σκοτεινή περίοδο της ιταλικής Ιστορίας, το καθεστώς του Μουσολίνι αποπειράθηκε να εξαναγκάσει τους Ιταλούς και τις Ιταλίδες να αγαπήσουν την πατρίδα τους όπως αυτή νοούνταν σύμφωνα με τις αρχές μιας απολυταρχικής και δολοφονικής ιδεολογίας. Η συμμαχία με τη ναζιστική Γερμανία οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή και τον λαό στη φτώχεια και την εξαθλίωση.

«Αλλά αυτό ενδέχεται να μην υπήρξε το χειρότερο κακό. Παρότι η ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο οδήγησε στο “ιταλικό οικονομικό θαύμα”, οι ψυχολογικές επιπτώσεις του φασισμού αποδείχτηκαν καταστροφικές», υποστηρίζει η Γκασπαρίνι, επισημαίνοντας πως οι Ιταλοί κληρονόμησαν από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο «μια συλλογική αίσθηση ντροπής, η οποία δυστυχώς λησμονήθηκε γρήγορα».

Ντροπή γιατί επέτρεψαν τον αφανισμό των Εβραίων της Ιταλίας, ντροπή και γιατί εκτέλεσαν τον Μουσολίνι και την ερωμένη του, αντί να τους παραδώσουν στη Δικαιοσύνη, ντροπή γιατί συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγάλων ηττημένων του πολέμου. Αλλά η μεταπολεμική περίοδος πρόσφερε μια δημοκρατική ευκαιρία στους Ιταλούς. Η νέα ιταλική Δημοκρατία επρόκειτο, τουλάχιστον θεωρητικά, όχι μόνο να επιτρέψει αλλά και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των απλών πολιτών στα κοινά ενώ η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία της συνάθροισης θα έθεταν τις βάσεις για την έναρξη ενός παραγωγικού δημόσιου διαλόγου.

Μία κοπέλα μιλάει στο τηλέφωνο μπροστά από τις προεκλογικές αφίσες των δύο πρωταγωνιστών. Του Κινήματος 5 αστέρων με επικεφαλής τον Ντι Μάιο και του Forza Italia,το κόμμα του «Καβαλιέρε» (REUTERS/ Alessandro Bianchi/ File Photo)
Μία κοπέλα μιλάει στο τηλέφωνο μπροστά από τις προεκλογικές αφίσες των δύο πρωταγωνιστών. Του Κινήματος 5 Αστέρων με επικεφαλής τον Λουίτζι Ντι Μάιο και του Forza Italia,του κόμματος του «Καβαλιέρε» (REUTERS/ Alessandro Bianchi/ File Photo)

Στην πορεία, ωστόσο, τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Κατά τις επόμενες δεκαετίες τα πολιτικά κόμματα παρέκκλιναν από την πορεία που όφειλαν να ακολουθήσουν με σημείο αναφοράς το Σύνταγμα, μην επιτρέποντας στους πολίτες να συμμετάσχουν, με δημοκρατικό τρόπο, στη διαμόρφωση και την έκφραση της όποιας εθνικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα ήταν να εγκαθιδρυθεί στην Ιταλία όχι μια λειτουργική δημοκρατία αλλά μια νοσηρή κομματοκρατία.

Έτσι, ένα καρκίνωμα ξεκίνησε να εξαπλώνεται σε πολλούς βασικούς τομείς του δημόσιου βίου, όπως η οικονομία, τα ΜΜΕ και η δικαστική εξουσία. Σε αυτό συνέβαλε σημαντικά και το αναλογικό  του εκλογικού συστήματος της Ιταλίας, το οποίο με τον καιρό εξελίχτηκε σε θεμέλιο της κυβερνητικής αστάθειας στη χώρα. «Η συνέπεια ήταν να συνηθίσουν οι Ιταλοί να ψηφίζουν δίχως την παραμικρή ιδέα για το τι πρόκειται να επακολουθήσει», αναφέρει η Γκασπαρίνι.

Η χώρα έφτασε σε ένα σημείο καμπής το 1991, τρία χρόνια πριν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κερδίσει για πρώτη φορά την πρωθυπουργία. Κατά τη διάρκεια μιας από τις τελευταίες περιόδους μαζικού ενθουσιασμού για την πολιτική, πραγματοποιήθηκε ένα δημοψήφισμα για την κατάργηση ή μη της απλής αναλογικής για την εκλογή των μελών της Γερουσίας. Περισσότερο από το 95% των Ιταλών ψήφισαν «Ναι» στην προτεινόμενη αλλαγή, υπέρ ενός πλειοψηφικού συστήματος. Αλλά τελικά ψηφίστηκε ένας νόμος που δεν σεβόταν την λαϊκή ετυμηγορία και θεσπίστηκε ένας υβριδικός εκλογικός μηχανισμός που κάθε άλλο παρά επέλυσε τον βραχνά της πολιτικής αστάθειας, ένα ζήτημα που ταλανίζει επί δεκαετίες την ιταλική πολιτική.

Η αδιαφορία του κόσμου για την πολιτική μεταλλάχτηκε σε κούραση και απόγνωση για εκατομμύρια ανθρώπους κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης. Σήμερα, όμως, αυτό που ανησυχεί περισσότερο την Γκασπαρίνι είναι η άνοδος του αντιμεταναστευτικού ρατσισμού.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί ακόμα και μορφωμένοι, πολιτισμένοι άνθρωποι αποδέχονται τη ρητορική της Δεξιάς του Μπερλουσκόνι και των συμμάχων του και του Κινήματος Πέντε Αστέρων (M5S). Το ότι το λαϊκιστικό κόμμα που ίδρυσε ο κωμικός Μπέπε Γκρίλο διαδίδει ψευδείς ειδήσεις, ακόμα και μέσω της παραπομπής σε προπαγανδιστικές ιστοσελίδες που συνδέονται με τη Ρωσία, είναι γνωστό.

Ο Ντ Μάιο ηγείται του Κινήματος 5 Αστέρων που προηγείται δημοσκοπικά σε επίπεδο κομμάτων (REUTERS/ Ciro De Luca/ File Photo)
Ο Λουίτζι Ντι Μάιο ηγείται του Κινήματος 5 Αστέρων που προηγείται δημοσκοπικά σε επίπεδο κομμάτων (REUTERS/ Ciro De Luca/ File Photo)

Αλλά το μεγαλύτερο επίτευγμα του M5S έγκειται στο ότι κατάφερε να ενσταλάξει ένα νέο είδος κυνισμού στην πολιτική και να αναβιώσει μια φασιστική νοοτροπία. «Περισσότερα από 70 χρόνια μετά η γοητεία του φασισμού εξακολουθεί να επιβιώνει σε τμήματα του πληθυσμού. Μετά από χρόνια πολέμου, κανένας δεν θα μπορούσε να τολμήσει να εκφράσει φασιστικές ιδέες αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, φαίνεται πως οι άνθρωποι ξέχασαν. Οι πολιτικοί ξεκίνησαν να διατυπώνουν απόψεις μισαλλόδοξες και γεμάτες μίσος, δίχως ίχνος ντροπής», υπενθυμίζει η Γκασπαρίνι.

Πριν από ένα χρόνο ο Ματέο Σαλβίνι, ηγέτης της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά, απηύθυνε έκκληση για μια «μαζική εκκαθάριση της Ιταλίας, από δρόμο σε δρόμο, από γειτονιά σε γειτονιά, από πλατεία σε πλατεία, και μέσω της χρήσης δύναμης εάν χρειαστεί». Στις αρχές του μήνα, ένας ακροδεξιός στην πόλη Ματσεράτα, πρώην υποψήφιος της Λέγκας, άνοιξε πυρ κατά μεταναστών.

Και σε πολιτικό επίπεδο, ο (ακρο)κεντροδεξιός συνασπισμός του Μπερλουσκόνι στον οποίο συμμετέχει και η Λέγκα του Βορρά και το εξίσου ακροδεξιό, ξενοφοβικό και αντιμεταναστευτικό κόμμα «Αδέλφια της Ιταλίας», με επικεφαλής την Τζόρτζια Μελόνι, δεσμεύονται για την απέλαση (600.000) παράτυπων μεταναστών, την επαναφορά των συνοριακών ελέγχων και την «υποβοηθούμενη» απώθηση των σκαφών που μεταφέρουν πρόσφυγες και μετανάστες προς την Ιταλία.

Θα μπορούσε, οπότε, να γίνει λόγος για μια ανησυχητική αναβίωση του φασισμού στην Ιταλία; Ως απάντηση θα μπορούσε να σημειωθεί μονάχα ότι στο τέλος του 2017, η ιστορική εφημερίδα Il Tempo που πρόσκειται στην Κεντροδεξιά ανακήρυξε δικό της «πρόσωπο της χρονιάς» τον Μπενίτο Μουσολίνι.  Και δεν επρόκειτο για κάποιο αστείο καθώς κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, κάθε εβδομάδα στη δημοσιογραφική ατζέντα της Ιταλίας υπήρχε κάποια αναφορά στον Ντούτσε. Και πριν από μερικές εβδομάδες στη Φλωρεντία, αναφέρει ο Guardian, ακόμα και ένας πολιτικός της Αριστεράς δήλωσε ότι «κανένας σε αυτήν τη χώρα δεν έκανε περισσότερα από τον Μουσολίνι». Σήμερα, 73 χρόνια μετά το θάνατό του, πάρα πολλοί Ιταλοί θαυμάζουν τον Μουσολίνι περισσότερο ακόμα και από τον Μαντσίνι και τον Γκαριμπάλντι, τους κύριους πρωταγωνιστές στους αγώνες για την ένωση της Ιταλίας.

Όσον αφορά τώρα την αναμέτρηση της Κυριακής, σύμφωνα με τις τελευταίες σφυγμομετρήσεις πριν από την επιβολή της «δημοσκοπικής» σιωπής στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας, πρώτο κόμμα έρχεται το Κίνημα 5 Αστέρων ενώ σε επίπεδο συνασπισμών προηγείται η Κεντροδεξιά του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Την Δευτέρα, ο Σιμόνε ντι Στέφανο,  επικεφαλής των «φασιστών της τρίτης χιλιετίας» της Ιταλίας που πρόσκεινται στο κόμμα CasaPound, δήλωσε πως θα στηρίξει μια κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς με πρωθυπουργό τον ηγέτη της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι. «Μετά την 5η Μαρτίου θα συναντήσω τους πάντες», απάντησε εκείνος.

protagon.gr

Missiles of Russia  

0

As the heir to the substantial Soviet missile arsenal, Russia boasts the widest inventory of ballistic and cruise missiles in the world. Russia remains a major power in the development of missiles of all kinds, and Russian strategic rocket forces constitute a significant element of Moscow’s military strategy. Russian missiles perform a wide variety of missions, from anti-access/area denial in local conflicts to delivery of strategic nuclear weapons across continents. A significant modernization program continues in Russia, producing new variants of both ballistic and cruise missiles with significant new capabilities. Russia is also making major advancements in the field of precision guided cruise missiles.

Missile Types

Missile
SS-X-31 (RS-26 Rubezh)
RS-28 Sarmat (SS-X-30 Satan II)
SS-29 “Yars”
SS-27 “Topol-M”
SS-25 “Topol”
SS-20 “Saber”
SS-19 “Stiletto”
SS-18 “Satan”
SS-N-27 “Sizzler”
SS-26 “Iskander”
SS-21 “Tochka”
SS-1 “Scud”
SS-N-32 “Bulava”
SS-N-23 “Skiff”
SS-N-18 “Stingray”
SS-N-6 (R-27) “Serb”
SS-N-30A “Kalibr”
SS-N-21 “Sampson” (RK-55)
SS-N-26 “Strobile”
Kh-101 / Kh-102
Kh-55

Πως το ΓΕΣ επιβαρύνει τη θέση των δύο συλληφθέντων στρατιωτικών στον Έβρο

0

Από  Π. Καρβουνόπουλος militaire 02/03/2018

 Το ΓΕΣ με την ανακοίνωσή του για τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών από Τούρκους στον Έβρο, έχει επιβαρύνει πάρα πολύ τη θέση τους.

Όπως γράφουν τουρκικά ΜΜΕ “οι Έλληνες στρατιωτικοί παρουσιάστηκαν σε δικαστήριο ,το οποίο διέταξε τη προφυλάκισή τους με τις κατηγορίες της «απόπειρας στρατιωτικής κατασκοπείας» και της «εισόδου σε απαγορευμένη περιοχή» ενώ έχουν ήδη ελεγχθεί τα κινητά τους τηλέφωνα”.

Πολύ φοβόμαστε ότι με τα όσα αναφέρονται στην ανακοίνωση του ΓΕΣ οι Έλληνες στρατιωτικοί είναι πολύ κοντά στο να καταδικαστούν. Το καθεστώς Ερντογάν προφανώς αναζητά μια καταδίκη και φυσικά μπορεί να την επιβάλλει, για να απαντά στις όποιες οχλήσεις από το ελληνικό ΥΠΕΞ ότι “το λόγο έχουν τα τουρκικά δικαστήρια” και ότι δεν μπορεί να παρέμβει στην Δικαιοσύνη.

Μήπως με κάποιο τρόπο θα πρέπει η ανακοίνωση να αποσυρθεί;

militaire

Ερωτηματικά απο την αιχμαλωσία των δύο Ελλήνων στρατιωτικών.

18

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η θα φτιάξουμε στρατό, ή θα χάνουμε συνεχώς.

Δύο Έλληνες στρατιωτικοί βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των Τούρκων και πρόκειται να δικαστούν με την κατηγορία της κατασκοπείας.

Όπως θα γνωρίζετε, συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια περιπολίας στο δάσος των Καστανιών, στον Έβρο.

Με όλο το σεβασμό που επιβάλλει το γεγονός και η δύσκολη στιγμή στην οποία βρίσκονται δύο Έλληνες στρατιωτικοί, θα θέσουμε ορισμένα ερωτήματα, ακριβώς, διότι μόνο σε τέτοιες στιγμές που η προσοχή της κοινής γνώμης είναι στραμμένη στο θέμα της άμυνας της χώρας, μπορεί να υπάρξει κάποια αλλαγή πολιτικής.

Τα ερωτήματα από τη σύλληψη των δύο στρατιωτικών και τη διαχείριση της υπόθεσής τους από την ηγεσία του στρατεύματος είναι πολλά.

Το πρώτο ερώτημα προκύπτει από την ανακοίνωση του ΓΕΣ. Από πού γνωρίζει το ΓΕΣ ότι οι δύο στρατιωτικοί έχασαν τον προσανατολισμό τους και πέρασαν σε τουρκικό έδαφος; Μήπως το Γενικό Επιτελείο θέλει κάτι να κρύψει; Μήπως, για παράδειγμα θέλει να κρύψει πως οι δύο στρατιωτικοί συνελήφθησαν με επιχείρηση των τούρκων εντός ελληνικού εδάφους; Πως αποκλείεται αυτό το ενδεχόμενο; Διότι η θεωρία του αποπροσανατολισμού και της, χωρίς τη θέλησή τους, εισόδου σε τουρκικό έδαφος, βολεύει. Είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί η σύλληψη Ελλήνων στρατιωτικών με εισβολή σε ελληνικό έδαφος. Οι δύο στρατιωτικοί αποτελούσαν περίπολο που ήλεγχε τα φυλάκια. Το δρομολόγιο μιας περιπόλου αποτελεί ρουτίνα. Τόσο εύκολα χάνονται οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις; Και αν συμβαίνει αυτό, αν δηλαδή, χάνονται τόσο εύκολα τι σημαίνει αυτό;

Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία συνελήφθησαν οι Έλληνες στρατιωτικοί. Έκαναν περιπολία, σε μια άκρως επικίνδυνη περιοχή, και έφεραν προφανώς, τα όπλα τους. Δεν είχαν καμιά ετοιμότητα αντίδρασης; Τι σημαίνει αυτή η ευκολία σύλληψης;

Ερώτημα τρίτο: όπως υποστηρίζει το σχετικό ρεπορτάζ, μετά τις προκλήσεις στον αέρα και στη θάλασσα η ελληνική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, περίμενε τουρκική πρόκληση στην ξηρά, δηλαδή, στον Έβρο. Έλαβε, και ποια μέτρα για να διαφυλάξει το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και, κυρίως, την άμυνα της χώρας από τις τουρκικές προκλήσεις;

Τέταρτον: από τη στιγμή που η εντολή που έχουν οι Ένοπλες Δυνάμεις από την πολιτική ηγεσία είναι μην απαντούν στις τουρκικές προκλήσεις  και να μην προβαίνουν σε κλιμάκωση, γιατί τόσο ο υπουργός άμυνας όσο και ο υπουργός εξωτερικών κάνουν μεγαλόστομες και υπερφίαλες δηλώσεις ότι αν υπάρξει νέα τουρκική πρόκληση (μετά την προσπάθεια εμβολισμού του πλοίου του λιμενικού), η απάντηση δεν θα είναι ειρηνική; Που βρίσκονται, σήμερα, οι δύο λαλίστατοι υπουργοί; Δεν αντιλαμβάνονται ότι με τον τρόπο που διαχειρίζονται την ελληνοτουρκική κρίση εξαντλούν και τα τελευταία ψήγματα αξιοπιστίας  της χώρας;

Πέμπτον: Μήπως, οι σχετικές εντολές, και μάλιστα του πρωθυπουργού, έχουν ευνουχίσει το στράτευμα και έχουν αποθαρρύνει τους αντιπάλους;  Οι τούρκοι στρατιώτες γνωρίζουν πως ό,τι και να κάνουν δεν θα αντιμετωπίσουν καμιά αντίσταση και κανέναν κίνδυνο. Δρούν με ασφάλεια και με την αίσθηση ότι θα βγούν κερδισμένοι. Σε αντίθεση με τους Έλληνες στρατιωτικούς.

Έκτον και σπουδαιότερον: Αν είχαμε σοβαρή κρατική και στρατιωτική υπόσταση, αμέσως μετά τη σύλληψη των Ελλήνων στρατιωτικών  ελληνική δύναμη κομάντος θα είχε συλλάβει ίσο, ίσως και μεγαλύτερο, αριθμό τούρκων για να τους διαπραγματευθεί. Η χώρα, τώρα, σέρνεται γονυκλινούσα. Ξέρετε τι σημαίνει η κατηγορία περί κατασκοπείας κατά των δύο Ελλήνων που αιχμαλωτίστηκαν; Ξέρετε τι σημαίνει η εμφάνισή τους στο τουρκικό δικαστήριο;  Τι ξεφτελισμό συνιστά για το κύρος και της χώρας και των Ενόπλων Δυνάμεών της;

Έβδομον: οι πόλεμοι σήμερα δεν κηρύσσονται. Έχουμε αντιληφθεί τι σημαίνει η σύλληψη και η αιχμαλωσία Ελλήνων στρατιωτικών; Έχουμε αντιληφθεί ότι συνέβη ένα  σοβαρό στρατιωτικό επεισόδιο και χάσαμε δύο Έλληνες στρατιωτικούς; Μέχρι που μπορεί να φτάσει ο μιθριδατισμός μας; Που και σε τι, αν φτάσουν οι Τούρκοι, θα αντιδράσουμε;

Όγδοον: Έχουμε αντιληφθεί σε τι απαξία περιέρχεται η χώρα με αυτόν τον διασυρμό της. Διότι περί διασυρμού πρόκειται. Ό,τι και να πει η ευτελής πολιτική τάξη της χώρας περί ψυχραιμίας και τα τοιαύτα, Έλληνες στρατιωτικοί, που συνελήφθησαν ενώ έκαναν περιπολία, θα παρουσιαστούν στο τουρκικό δικαστήριο. Για τους καλομαθημένους  Έλληνες που δεν χαλούν την ησυχία τους ούτε και για ένα ποτήρι καφέ, αυτό είναι ένα συνηθισμένο επεισόδιο. Για όσους, όμως, έχουν ακόμη την αίσθηση της αξιοπρέπειας, πρόκειται για διασυρμό.

Ένατον : Γίνονται αερομαχίες, συνήθως,  χάνουμε εμείς πιλότους. Γίνονται επεισόδια στη θάλασσα, πάλι, συνήθως, χαμένοι είμαστε. Γίνονται περιπολίες, συλλαμβάνουν τις περιπόλους μας.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Πολύ φοβάμαι πως ο στρατιωτικός ισχυρισμός ότι δρουν κατόπιν πολιτικών οδηγιών είναι το φύλλο συκής της  στρατιωτικής αδυναμίας μας.

Το δίλημμα είναι ή θα φτιάξουμε έναν στρατό με ικανότητες, για να διατηρήσουμε την όποια αξιοπρέπεια μας έμεινε ως λαού, ή οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε απώλεια και ανθρώπων των Ενόπλων Δυνάμεων και εθνικής κυριαρχίας.

Να το πω και διαφορετικά. Ή θα επενδύσουμε σε έναν στρατό με υψηλή αποτρεπτική δύναμη και αποφασιστικότητα ή, θα τον περιορίσουμε στο επίπεδο των παρελάσεων και καμιάς φιλειρηνικής αποστολής του ΝΑΤΟ.

Ο Ελληνικός Στρατός σήμερα, και δεν έχει τα μέσα για να φέρει σε πέρας το έργο του και  δεν εκπαιδεύεται για να αντιμετωπίσει έναν υπαρκτό κίνδυνο.

Άμεση προτεραιότητα είναι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Στελέχη με ικανότητα και υψηλό πατριωτικό φρόνημα διαθέτει ο στρατός και η ελληνική κοινωνία. Θα πρέπει να αξιοποιηθούν.

Μια άλλη παράμετρος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η εξέλιξη των στρατιωτικών. Να τελειώνουμε με τους, συνήθως περιορισμένων δυνατοτήτων, πολιτικά ευπειθείς που με την δουλικότητά τους έχουν κατακλύσει όχι μόνο τη δημόσια διοίκηση της χώρας αλλά και το στρατό.

Με τέτοιες νοοτροπίες, η σίγουρη πορεία είναι οι συνεχείς ήττες.  Και οι ήττες, έχουν επίπτωση στο ηθικό και του στρατού και της κοινωνίας.

Μήπως πρέπει να πούμε «φτάνει, ως εδώ;».

Δεν υπάρχει λαός που μπορεί να ζει με συνεχείς διασυρμούς. Το βιώσαμε στην οικονομία, το βιώνουμε στην πολιτική, πάει πολύ να το βιώσουμε και ως στρατιωτική ήττα.

 

Ναγκόρνο-Καραμπάχ, μία κρίση 30 ετών

0

 

του Thomas de Wall

Ο Φεβρουάριος του 2018 σηματοδοτεί την 30η επέτειο της κρίσης σε μια απομακρυσμένη γωνιά του Σοβιετικού Καυκάσου που ονομάζεται Αυτόνομη Περιοχή Ναγκόρνο-Καραμπάχ, σε μια σύγκρουση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η σύγκρουση του Καραμπάχ αποτελεί τώρα μια διεθνή αντιπαράθεση μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν στην οποία δύο άρτια εξοπλισμένοι στρατοί αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο στη γραμμή των χαρακωμάτων, γνωστή ως Γραμμή Επαφής. Έχει μεταλλαχθεί από μία διαφωνία για το καθεστώς μιας μικρής περιοχής σε μια χώρα, σε μια διακρατική αντιπαράθεση μεταξύ δύο ανεξάρτητων χωρών, που δίνεται στις παγκόσμιες πρωτεύουσες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Απασχολεί αρκετούς στην Άγκυρα, στις Βρυξέλλες, στην Τεχεράνη και στην Ουάσιγκτον.

Υπάρχουν ωστόσο δύο σταθερές τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Η μία είναι πως το βασικό ζήτημα παραμένει το αμφισβητούμενο καθεστώς της ορεινής περιοχής του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Αυτό ήταν που οδήγησε το -αρμενικής πλειοψηφίας- περιφερειακό Σοβιέτ του Ναγκόρνο Καραμπάκ να προχωρήσει στο άνευ προηγουμένου ψήφισμα στις 20 Φεβρουαρίου 1988. Αυτό το ψήφισμα, που το μποϋκόταραν οι Αζέροι του Καραμπάχ, εξέφραζε τιις “επιθυμίες των εργαζομένων του ΝΚΑΟ” να ζητήσει από το Ανώτατο Σοβιέτ στη Μόσχα να μεταφέρει την περιφέρεια από το Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν στη Σοβιετική Αρμενία. Το ψήφισμα -η πρώτη από τις πολλές προκλήσεις στα σύνορα μεταξύ των σοβιετικών δημοκρατιών- εξαπέλυσε μία σύγκρουση μεταξύ των διεκδικήσεων των Αζέρων και των Αρμένιων στην ίδια περιοχή, την οποία πολλές από τις μεγάλες δυνάμεις απέτυχαν να συμβιβάσουν.

Η δεύτερη σταθερά είναι επίσης εκεί στο κείμενο του ψηφίσματος της 20ης Φεβρουαρίου 1988, και στην έκκλησή της προς το Κέντρο. Αυτός είναι ο ειδικός ρόλος που έχει η Μόσχα στη σύγκρουση του Καραμπάχ. Για 30 χρόνια ήταν απρόθυμος διαιτητής και ένας γείτονας που είναι μεγάλη δύναμη, που είναι ταυτόχρονα απαραίτητος και ανυπόληπτος και από τις δύο πλευρές.

Αυτή ήταν μία σύγκρουση που δεν είχε προβλεφθεί στη Μόσχα το 1988, και την οποία ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ απέτυχε να ανακόψει. Είναι επώδυνο να διαβάζουμε τα αρχεία του Πολίτμπιρο για τα πογκρόμ της 28ης Φεβρουαρίου στο Sumgait και πόσο αργά αντέδρασε το Κέντρο στο ξέσπασμα της βίας στην πόλη του Αζερμπαϊτζάν. (Οι συζητήσεις του Πολιτμπιρο είναι επίσης υπενθύμιση ότι τα πογκρόμ του Sumgait δεν υποκινήθηκαν στη Μόσχα, όπως θέλουν να πιστεύουν ακόμη και σήμερα οι λάτρεις των συνωμοσιών. Συνέβησαν λόγω του συνδυασμού αυτού που τώρα ονομάζουμε fake news για τις φερόμενες βιαιότητες των Αρμενίων εναντίων των Αζέρων, που εξόργισαν τα πλήθη, και μιας δειλής τοπικής ηγεσίας, και επιδεινώθηκαν από την απουσία αποφασιστικότητας στην Μόσχα).

Πολλοί Αρμένιοι και Αζέροι πιστεύουν μέχρι σήμερα ότι η Μόσχα “κίνησε τα νήματα” στη σύγκρουση του Καραμπάχ. Αυτή είναι μια δικαιολογημένη ψευδαίσθηση στα δύο μικρά κράτη, για τα οποία η πρώην αποικιακή δύναμη εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Ωστόσο αυτό το λάθος δεν δικαιολογείται για τους δυτικούς σχολιαστές, οι οποίοι τσουβάλιασαν όλες τις συγκρούσεις στην μετά-σοβιετική περιφέρεια, μην βλέποντας τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.

Ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της σύγκρουσης του Καραμπάχ είναι πως η Μόσχα -ή μάλλον ορισμένοι παράγοντες στη Μόσχα που είχαν μεγαλύτερη επιρροή σε μια δεδομένη στιγμή- την έχει σαφώς χειραγωγήσει, αλλά πάντα από θέση αδυναμίας. Διάφοροι Ρώσοι υποστήριξαν και τις δύο πλευρές στη διάρκεια της σύγκρουσης το 1991-1994. Διάφορες ομάδες στη Μόσχα εξακολουθούν να προσπαθούν να επηρεάσουν υπέρ των αρμενικών και αζέρικων συμφερόντων.

Ωστόσο μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, Αρμένιοι και Αζέροι -για τους οποίους το Καραμπάχ παραμένει η Νο1 εθνική προτεραιότητα και όχι ένα από τα 20 ζητήματα εξωτερικής πολιτικής- έχουν καθορίσει τη μορφή της μεταξύ τους σύγκρουσης. Όταν τους ταιριάζει να απορρίψουν τη ρωσική παρέμβαση το πράττουν, όπως έκαναν και οι δύο το 1994, όταν από κοινού σαμποτάρισαν τα σχέδια για μια ρωσική ειρηνευτική δύναμη στη Γραμμή Επαφής, μετά από την υπογραφή μιας κατάπαυσης πυρός γκα την οποία διαμεσολάβησε η Ρωσία.

Από όταν ανέλαβε την εξουσία ο Vladimir Putin, η ρωσική πολιτική σε σχέση με τη σύγκρουση έχει γίνει πολύ πιο συντηρητική. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Putin ως πρόεδρος, ήταν να εργαστεί για να φτιάξει τη σχέση Αζερμπαϊτζάν-Ρωσίας, η οποία ήταν εξαιρετικά άσχημη υπό την προεδρία του Boris Yeltsin. Έκτοτε, ανέφερε πάντα ότι αξιολογεί ισότιμα τις διμερείς σχέσεις με το Μπακού και το Ερεβάν και διστάζει να “αναλάβει την κυριότητα” της σύγκρουσης του Καραμπάχ.

Το 2004 ο Putin δήλωσε ότι “δεν μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη και να εμπλακούμε σε αυτή τη σύγκρουση η οποία μπορεί να τραβήξει για πολλά χρόνια”. Το 2010 δήλωσε “δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τις δύο πλευρές να λάβουν απόφαση και δεν μπορούμε να τις πιέσουμε”.

Ουσιαστικά, η ρωσική θέση είναι: θα θέλαμε να δούμε να επιλύεται η σύγκρουση του Καραμπάχ, ιδιαίτερα εάν μπορεί να διατηρήσει ή να ενισχύσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, αλλά δεν θα προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε λύση, καθώς αυτό απλώς θα κατέστρεφε τις σχέσεις μας με το Μπακού και το Ερεβάν.

Αυτή η θέση σημαίνει ότι η Μόσχα μπορεί να συνεχίσει να δίνει υποσχέσεις και στις δύο πλευρές και ακόμη και να κερδίσει εκατομμύρια πουλώντας όπλα και στις δύο, τα οποία θα στρέφουν η μία εναντίον της άλλης. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία συνωμοτεί σε μια μυστική διαδικασία διαπραγμάτευσης η οποία προχωράει αργά και της οποίας ηγούνται οι πρόεδροι Ilham Aliyev και Serzh Sargsyan, και η οποία στερείται βασικών στοιχείων μιας ειλικρινούς διαδικασίας διαπραγμάτευσης: ένα διμερές κανάλι μεταξύ των δύο πλευρών, ουσιαστικές συζητήσεις για τα μεγάλα ζητήματα, τη συμμετοχή της κοινωνίας συνολικά.

Για το λόγο αυτό, η θέση της Μόσχας στις διεθνές πλαίσιο της σύγκρουσης Καραμπάχ, διαφέρει επίσης σημαντικά από τη θέση της για την Αμπχαζία, τη Νότια Οσετία ή την Ουκρανία. Η Μόσχα ασφαλώς θέλει να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο ως συμπροεδρεύουσα της Ομάδας Μινσκ του ΟΑΣΕ, μεσολαβώντας στη σύγκρουση, αλλά θέλει επίσης να μοιραστεί το βάρος της ευθύνης με τις δυτικές δυνάμεις.

Υπάρχει ένα πρόβλημα ωστόσο. Μια συντηρητική προσέγγιση μπορεί να διαχειριστική μια μετριοπαθή σύγκρουση όπου καμία πλευρά δεν θέλει να πάει σε πόλεμο. Δεν έχει όμως τόσο καλά αποτελέσματα όταν οι δύο αντίπαλοι αρχίσουν να πολεμούν ο ένας τον άλλο. Όταν κατέρρευσε η κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο του 2016 και οι Αρμένιοι και Αζέροι πήγαν ξανά σε πόλεμο για τέσσερις ημέρες, η Μόσχα βρέθηκε σε άβολη θέση, να κατηγορείται και από τις δύο πλευρές. Η πλευρά των αζέρων ήταν εξοργισμένη με την παρέμβαση της Ρωσίας να προσπαθήσει να επιβάλλει κατάπαυση του πυρός. Η αρμένικη πλευρά ήταν θυμωμένη διότι η Ρωσία δεν τήρησε την στρατιωτική της συμμαχία με το Έρεβαν και να έρθει προς υποστήριξή του. Ένα αζέρικο καρτούν απεικονίζει τον Putin να χαίρεται πάνω από τη σύγκρουση που είχε δημιουργήσει.

Μετά τον πόλεμο “των τεσσάρων ημερών” του 2016, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey LAvrov, διπλασίασε τις διπλωματικές του προσπάθειες το 2016, με τη βοήθεια του Αμερικανού ομολόγου του John Kerry. Ο Lavrov φαίνεται να έχει μια κάπως διαφορετική οπτική από τον Putin, εκτιμώντας ότι μια σταδιακή επίλυση της σύγκρουσης που ξεκινάει με την αποκατάσταση της επικοινωνίας στις μεταφορές στην περιοχή, μπορεί να καταστήσει την κατάσταση γύρω από το Καραμπάχ λιγότερο επικίνδυνη καθώς ενισχύει παράλληλα τα ρωσικά συμφέροντα.

Ωστόσο, όταν οι πρόεδροι της Αρμενίας και ου Αζερμπαϊτζάν αποφάσισαν προφανώς στο β΄ μισό του 2016 ότι μια πραγματική διαδικασία ειρήνης ήταν πολύ ριψοκίνδυνη για αυτούς, το διεθνές ενδιαφέρον μειώθηκε ξανά.

Η στρατηγική της Ρωσίας -διαχειρίσου την κρίση, κράτησε καλές σχέσεις και με το Μπακού και με το Έρεβαν, προσπάθησε να διατηρήσεις την εκεχειρία- θέτει τον τόνο για τη συνολική διεθνή ενασχόληση με μια σύγκρουση που διεθνώς θεωρείται ότι είναι ανυπόφορη. Μπορεί να περιγραφεί και ως Project Minimum.

Η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι άλλες δύο πλευρές της Ομάδας του Μινσκ, εχουν κάνει περιστασιακές παρεμβάσεις σε υψηλό επίπεδο, όταν αισθάνθηκαν ότι υπήρχε πιθανότητα να πειστούν οι Αρμένιοι και οι Αζέροι ηγέτες να έλθουν σε μια συμφωνία. Η Ουάσιγκτον ειδικά, έχει επιδιώξει περιστασιακά έναν πιο ενεργό ρόλο.

Αλλά όπως και η Μόσχα, η Ουάσιγκτον και το Παρίσι επίσης δεν θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη για μια σύγκρουση στην οποία δεν σκοτώνονται πολλοί άνθρωποι, δεν μεταδίδεται από την τηλεόραση και κυρίως, οι αντιμαχόμενες πλευρές δείχνουν μικρή αποφασιστικότητα να δώσουν τέλος στις διαφορές τους. Μέχρι οι ηγέτες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν και του Ναγκόρνο Καραμπάχ να δείξουν μεγαλύτερη ετοιμότητα να εργαστούν από κοινού για μια κοινή λύση, οι περισσότεροι διπλωματες θα επιλέξουν να μείνουν εκτός. Από αυτή την άποψη, η Διαδικασία Μινσκ έχει γίνει ένας είδος Τριγώνου των Βερμούδων μεταξύ Μπακού, Έρεβαν και Μόσχας (ένα ορθογώνιο, αν συμπεριλάβει κανείς και την πρωτεύουσα του Καραμπάχ, Stepanakert), το οποίο οι καλές προθέσεις, ιδέες και καλοπροαίρετοι διπλωμάτες εξαφανίζονται στην ομίχλη.

Όλες οι διενέξεις κάποτε τελειώνουν. Η ελπίδα για τη σύγκρουση του Καραμπάχ καθώς εισέρχεται στην τέταρτη καταστροφική δεκαετία, είναι ότι θα φτάσει να επιλυθεί επειδή οι συμμετέχοντες σε αυτή επανεξετάζουν την στρατηγική τους προτεραιότητα. Η εναλλακτική -ότι ένας ακόμη γύρος συγκρούσεων αναγκάζει τη Μόσχα και τους δυτικούς εταίρους να προσπαθήσουν να επιβάλλουν μια λύσει στους Αρμένιους και στους Αζέρους- θα περιλαμβάνει τη θυσία περισσότερων ζωών για να φέρει τη θλιβερή ιστορία σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://carnegie.ru/commentary/75584

 

A Middle East Game Much Bigger Than Turkey

0

Turkey’s foreign policy is dominated by a heated nationalist narrative, which in turn has triggered military operations in Syria. At the roots of these developments are several threats to Turkey—some very real, some perceived, others imagined—and the ways in which the political leadership uses them.

Pierini is a visiting scholar at Carnegie Europe, where his research focuses on developments in the Middle East and Turkey from a European perspective.

Marc Pierini

Visiting Scholar
Carnegie Europe

But beyond the immediate horizon, littered with hard-to-digest news and a couple of unthinkable risks, lies a different set of issues on which Turkey has little leverage. The real world around Turkey is so complex—Iran, Israel, Russia, and the United States are waging battles out there—that it may warrant a sober look from Ankara.

For now, Turkey faces many short-term hurdles.

Turkey’s EU accession has in practice been blocked by Austria, Belgium, France, Germany, and the Netherlands. The European Parliament has just adopted a new resolution criticizing Turkey’s human rights record. A forthcoming review of EU financial support to Turkey will likely end up with a substantial downsizing of assistance. On March 26, the Bulgarian prime minister will host Turkey’s president and the presidents of the European Council and the European Commission in Varna, where the words of EU leaders are expected to be firm. In April, the commission’s latest progress report on Turkey is also expected to be very critical of the country’s rule of law situation.

Then there are developments in New York.

A U.S. court will issue its verdict in the Zarrab-Halkbank financial crimes case around mid-April. U.S. Treasury fines, thought to be in the billions of dollars, against Turkish state-run Halkbank for violating sanctions against Iran could follow. In addition, the Treasury Department’s Office of Foreign Assets Control could exclude the bank from operating in U.S. dollars if it were designated as a foreign sanctions evader.

Closer to home, a fierce narrative is in train: the possibility of a direct conflict between Turkish and American forces in northern Syria. American think-tanks and media are abuzz with scenarios of a potential clash. A military confrontation between NATO’s two largest armies would cross into the realm of the previously unthinkable and, if an understanding is not negotiated, could prove irrecoverable. Diplomatic efforts are currently underway.

Also unthinkable is the possibility of the Turkish navy disrupting again the Cypriot government’s offshore gas exploration.

Whatever happens in Afrin, Manbij, Kobane, or off the coast of Cyprus, there is a much bigger game playing out around Turkey.

The stakes in the Syria, especially its eventual post-war settlement, are immensely higher than the fate of ISIS, the creation (or not) of an autonomous Syrian Kurdish region in a post-war Syria, or the links between the PKK and the YPG. They revolve around two fundamental issues: the balance of power between Russia and the United States in the entire Middle East region; and the potential for war between Iran and Israel.
In the seventy-three years since the end of World War II, the Middle East’s security landscape remained relatively unchanged: the United States was the dominant regional actor and Russia a relatively minor one. Israel was created in 1948 and consistently labelled an “enemy of Islam” by Iran since 1979—but the two never fought a war against each other.

Since 2015, however, momentous changes have been engineered by Russia and Iran in the region, with Turkey’s help.

By rescuing the Assad regime with Iranian support, Russia has drastically changed some of the key parameters of the post-World War II equation in the Middle East: for the first time ever, Moscow has set up a sizeable air force base in the region (in Khmeimin, an extension of Lattakia’s civilian airport in the Syrian coast); it opens and closes the skies of western Syria as it chooses; it is enlarging its naval resupply base within the commercial port of Tartus; and it has driven a diplomatic effort—supported by Iran and Turkey within the so-called “Astana peace process” and Sochi talks—to impose its brand of political settlement for Syria.

Meanwhile, in the process of shoring up the Assad regime, Iran and Hezbollah have also set foot in western Syria. They have established bases and substantially upgraded their arsenals in the country to harass Israel, in particular by building small-scale factories to locally produce drones and missiles, thereby avoiding the hassle of air and sea transport from Iran. Recent incidents between Israel, Iran, and Syria are a testimony to this evolution.

In the face of these developments, the United States is now holding about one third of Syrian territory north and east of the Euphrates River through a combination of proxy fighters—the Syrian Democratic Forces, led by the Syrian Kurdish YPG—and its own special forces. This, in essence, locks its position into future—and “real,” as opposed to the meetings in Astana and Sochi—negotiations about Syria’s future. At stake are the destruction of ISIS, the nature of the Syrian regime, local government composition, the right for foreign powers to maintain forces in the country, and ultimately—albeit indirectly—the security of Israel.

For its own reasons, Turkey has chosen to lend a hand to this geopolitical reshuffle: diplomatically, by participating in the Astana and Sochi talks; financially, by sending money to Iran—to the tune of several billion dollars—through the fully-documented “Zarrab-Halkbank scheme;” and militarily, by issuing threats to U.S. troops in Syria in the hope of pushing them back.

This bigger game playing out around Turkey is not made of somber conspiracies, as Ankara would like to convince its population. Rather, it is the theater of a massive transformation of the Middle East—to the benefit of Russia and Iran. It is as momentous as 1979 was for Tehran. The course that Turkish leaders will choose to follow in the Syrian war will have ominous, long-term consequences not only for their country but for the rest of the world, too.

http://carnegieeurope.eu/strategiceurope/75585?utm_source=ctw&utm_medium=email&utm_campaign=20180301&mkt_tok=eyJpIjoiTVRZNFlXSmlNMkV4WldOayIsInQiOiJHZ2phRE0weVVRUGtPcW95WnJnendGWWdMSnBLaGprb0JHUDdwR1pUNUkyUHp1dEVYVTVHZExQcitjU0s2VUtlRWFXdkxSdVRjZWJDVzRIeTlNdlU1bUQwVFVWaCtyUTR2TjZxcFRaXC9TWjlWVklYQmI5NVlcL29xSkIwQk1ielEzIn0%3D

Το τριπλό μήνυμα του Πούτιν και η βαθύτερη στρατηγική της Ρωσίας: Τα μαντάτα στη Δύση…

0

Γράφει ο Βασίλης Κοψαχείλης*

Russian President Vladimir Putin delivers his annual address to the Federal Assembly at the Manezh Central Exhibition Hall in Moscow, Russia, 01 March 2018. EPA, MAXIM SHIPENKOV MARCH 2, 2018

Μόλις δεκαεπτά ημέρες χωρίζουν τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν από το να διεκδικήσει για ακόμη μία φορά την προεδρία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Και διάλεξε αυτή τη στιγμή για να στείλει πολλαπλά μηνύματα στο εσωτερικό του ακροατήριο και την εκλογική του πελατεία. Κυρίως όμως έστειλε ορισμένα τρανταχτά μηνύματα προς τη Δύση.

Με τη χθεσινή παρουσίαση ορισμένων νέων και τεχνολογικά πρωτοποριακών οπλικών συστημάτων  της Ρωσίας, ο Πρόεδρος Πούτιν έστειλε ένα τριπλό μήνυμα στη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο.

«Θα χρησιμοποιήσω πυρηνικά αν απειληθώ…»

Το πρώτο μήνυμα Πούτιν προς τη Δύση είναι σαφέστατο και το δήλωσε ευθαρσώς και ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος. Είπε ότι αν απειληθούν ζωτικά συμφέροντα της Ρωσίας ή η εθνική της ακεραιότητα, ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει (τακτικά) πυρηνικά όπλα για να αμυνθεί!

Με αυτή του τη δήλωση ο Βλαντιμίρ Πούτιν κλιμακώνει – τουλάχιστο φραστικά – τη στρατηγική του εναντίον της Δύσης και επαναφέρει στο προσκήνιο τον πυρηνικό πόλεμο – έστω σε τακτικό επίπεδο – πεδίο δηλαδή στο οποίο η Ρωσία είχε ανέκαθεν συγκριτικό πλεονέκτημα.

Η ιστορία έδειξε ότι σε επίπεδο υπερδυνάμεων, το πυρηνικό όπλο έχει κυρίως χαρακτήρα αποτροπής και όχι αναγκαστικά επιλογής προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε κάποιο θέατρο επιχειρήσεων. Ωστόσο, με αυτή του τη δήλωση ο Ρώσος Πρόεδρος ουσιαστικά «νομιμοποιεί» και άλλες δυνάμεις που διαθέτουν, φανερά ή κρυφά, πυρηνικά οπλοστάσια, αν τυχόν απειληθούν ζωτικά τους συμφέροντα ή η εδαφική τους ακεραιότητα, να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ρωσίας.

«Δεν έχει μόνο η Δύση έξυπνα όπλα»

Με την παρουσίαση των τεχνολογικών επιτευγμάτων της Ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας, ο κ. Πούτιν μίλησε για πυραύλους κρουζ με δυνατότητα αποφυγής / παράκαμψης των Δυτικών ραντάρ και των αντιβαλλιστικών ασπίδων.

Εάν κάτι τέτοιο όντως αληθεύει, τότε μιλάμε για μία ολική ανατροπή του αμυντικού σχεδιασμού της Δύσης εναντίον της Ρωσίας αλλά και εναντίον άλλων δυνάμεων όπως είναι για παράδειγμα η Βόρεια Κορέα ή το Ιράν.

Επίσης, ο Ρώσος πρόεδρος μίλησε για ένα πυρηνικό μικρο-πυραυλοκινητήρα που θα καθιστά, ακόμη και μικρούς πυραύλους, συστήματα με απεριόριστο βεληνεκές!

Επίσης, πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας φωτογραφίες και «ερασιτεχνικά» βίντεο που δείχνουν να επιχειρούν στον ουρανό της Συρίας υπερσύγχρονα Ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη 5ης γενιάς.

«Κατασκευάζω καλύτερα και οικονομικότερα όπλα από αυτά της Δύσης»

Το τρίτο μήνυμα Πούτιν προς τη Δύση κωδικοποιείται στη φράση «κατασκευάζω καλύτερα και οικονομικότερα όπλα από αυτά της Δύσης». Η υπόθεση πώλησης του Ρωσικού συστήματος S-400 στην Τουρκία ανησύχησε ή άνοιξε την όρεξη και σε άλλα κράτη να τους προμηθευτούν.

Παραδοσιακοί πελάτες των ΗΠΑ στον αμυντικό τομέα, ο ένας μετά τον άλλο αναγνωρίζοντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των Ρώσων σε ορισμένα οπλικά συστήματα έναντι αυτών της Δύσης, αρχίζουν να διαφοροποιούνται και δίνουν παραγγελίες στη Ρωσική πολεμική βιομηχανία.

Η Ρωσία πλέον “τρώει” μερίδια αγοράς από παραδοσιακούς πελάτες της Δυτικής αμυντικής βιομηχανίας… Η Δύση οφείλει να προβληματιστεί…

Το χθεσινό, τριπλό μήνυμα Πούτιν πρέπει να αναλυθεί διεξοδικά! Δεν αφορά μόνο το γόητρο της Ρωσίας και το πλασάρισμα μιας εικόνας με αποδέκτη το εσωτερικό ακροατήριο της χώρας ενόψει εκλογών. Φαίνεται πως εδώ υπάρχει μία βαθύτερη στρατηγική της Μόσχας, ανεξάρτητα αν τα τεχνολογικά της επιτεύγματα στην αμυντική τεχνολογία είναι αληθινά ή απλές μακέτες.

*Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής και Αρθρογράφος του HellasJournal.com

Πηγή: Το τριπλό μήνυμα του Πούτιν και η βαθύτερη στρατηγική της Ρωσίας: Τα μαντάτα στη Δύση… http://hellasjournal.com/2018/03/to-triplo-minyma-poutin-ke-i-vathyteri-stratigiki-tis-rosias-ta-mantata-sti-dysi/