Πλοίο του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού πλέει στο Αιγαίο Πέλαγος. Φωτογραφία Hellenic Navy APRIL 3, 2018
Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης.
Οι Τούρκοι ξεκίνησαν να ομιλούν για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου Αρχιπελάγους το 1973, μετά τις ηλίθιες δηλώσεις των συνταγματαρχών ότι το Αιγαίο διαθέτει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου.
Το τροπάριο ουδέποτε άλλαξε. Απλώς τώρα ζητούν μερίδιο υδρογονανθράκων όχι μόνο στο Αιγαίο αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πάντα πανικοβάλλονται όταν υποψιάζονται ότι θα υπάρξει μια πολεμική σύρραξη ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Έτσι, για δεκαετίες τώρα, έχουν προωθήσει την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του πλούτου των θαλασσών μας με την Τουρκία, ώστε να αποφευχθεί η στρατιωτική σύγκρουση.
Κάποιοι εξήγησαν στον Ερντογάν ότι το Δίκαιο της Θάλασσας, και ιδιαίτερα η έννοια της ΑΟΖ, δημιουργεί ένα αρνητικό προηγούμενο για τις τουρκικές θάλασσες και πρέπει να αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν τους Κινέζους, προβάλλοντας συνεχώς διεκδικήσεις. Αυτό κάνει τώρα και δεν πρόκειται να σταματήσει μέχρι να κερδίσει μία συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου.
Όπως έγραψα πρόσφατα: Οι Τούρκοι, να είστε σίγουροι, γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν απαιτώντας συνεχώς νησιά, νησίδες και βραχονησίδες. Θέλουν απλώς να κατοχυρώσουν την θέση τους, όταν έρθει η ώρα του Διεθνούς Δικαστηρίου, χρησιμοποιώντας αυτό το επιχείρημα: «εμείς ποτέ δεν αποδεχτήκαμε ότι αυτή είναι θάλασσα μόνο για την Ελλάδα».
Δυστυχώς, κάποιοι στην Ελλάδα πιστεύουν ότι τα βάσανά μας θα τελειώσουν, όταν θα εκλείψει από την πολιτική σκηνή ο Ερντογάν. Πενήντα χρόνια από σήμερα θα είμαστε στην ίδια κατάσταση, εφόσον οι Τούρκοι δεν θα έχουν καταφέρει με την ανοχή των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και ίσως και της Ρωσίας να μας στερήσουν ένα μέρος των θαλασσών μας.
Πολλοί «φίλοι» μας παρατηρώντας τον επόμενο χάρτη αντιλαμβάνονται πόσο «άδικη» ήταν για την Τουρκία η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΟΖ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Πηγή: Θεόδωρος Καρυώτης, Η ΑΟΖ της Ελλάδας, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2014, σελίδα 62
Είναι σε όλους γνωστόν ότι η Τουρκία έχει απειλήσει με ψήφισμα της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995 ότι επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδος πέραν των 6 ν.μ. αποτελεί γι’αυτήν casus belli.
Εκείνο όμως που δεν έχει καταγραφεί είναι ότι το casus belli ισχύει και για την ανακήρυξη της ΑΟΖ.
Οι Αμερικανοί γνωρίζοντας ότι πάσχουμε από φοβικό σύνδρομο, επιμένουν να μας νουθετούν : «συμφωνήστε πρώτα με την Τουρκία και μετά ανακηρύξτε ΑΟΖ».
Η Τουρκία κατάλαβε, πολύ καθυστερημένα, ότι βρίσκεται εκτός της ενεργειακής σκακιέρας στην Ανατολική Μεσόγειο και συνειδητοποιεί ότι η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα διαθέτουν ένα μεγάλο πλούτο υδρογονανθράκων.
Το μόνο που της απομένει είναι να εκβιάσει και να εκφοβίσει τους γείτονές της, στο τρίγωνο Καστελόριζο, Κύπρος, Κρήτη. Αυτό είναι το τρίγωνο που θέλει να συνεκμεταλλευτεί με την Ελλάδα και για χρόνια τώρα η Αμερική φαίνεται να συμφωνεί μαζί της.
Οι ΗΠΑ καυτηριάζουν την Κίνα που παραβιάζει βάναυσα την UNCLOS, αλλά κωφεύει στην προκλητική συμπεριφορά του Ερντογάν, που παριστάνει τον Κινέζο.
Όπως έγραψε ο διαπρεπής Κύπριος δημοσιογράφος Κώστας Βενιζέλος: Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, ο Ερντογάν δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να λυθεί το Κυπριακό και επικεντρώνεται στο φυσικό αέριο. Ευρωπαϊκές πηγές σημείωναν πως το μήνυμα που εισέπραξαν Τουσκ και Γιούνκερ είναι πως οι προκλήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ θα συνεχιστούν με στόχο να δημιουργηθούν τετελεσμένα σε ό,τι αφορά την αξιοποίηση του φυσικού αερίου.
Αυτή είναι η τακτική που ο Ερντογάν θα ακολουθήσει και έναντι της Ελλάδας. Βλέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην εξανίσταται, όταν της απειλεί ένα δικό της νησί, όπως το Καστελόριζο και όταν απαιτεί και ένα κομμάτι της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ για συνεκμετάλλευση. Βλέπει και το ΝΑΤΟ σε στάση Πόντιου Πιλάτου που δεν απαιτεί από την Τουρκία να απελευθερώσει δυο στρατιωτικούς χώρας του ΝΑΤΟ και αποθρασύνεται! Είχε τόσο δίκιο ο μεγάλος Ανδρέας Παπανδρέου όταν μιλούσε για «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο.»
Η Ελλάδα μετά από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας απέκτησε στις 30 Απριλίου 1982 θαλάσσια σύνορα με την συμφωνία της UNCLOS, και σήμερα, 36 χρόνια αργότερα, δεν έχει καταφέρει να οριοθετήσει αυτά τα σύνορά της, που δεν είναι τίποτε άλλο από την οριοθέτηση της ΑΟΖ της με τα γειτονικά κράτη Αλβανία, Ιταλία, Λιβύη, Αίγυπτο, Κύπρο και Τουρκία!
Η σημασία των έξι αυτών οριοθετήσεων θα είναι το αντικείμενο ενός επόμενου άρθρου.
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός είναι άκαπνος κληρονόμος της γενεάς η οποία έζησε φυλακές και διώξεις, ωστόσο ο Τούρκος Πρόεδρος τις έχει βιώσει προσωπικά, σημειώνει στο Liberal ο Γιώργος Πρεβελάκης, καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης.
Και εξηγεί ότι μπορεί η τακτική των φοιτητικών καταλήψεων που εφάρμοσε ο Πρωθυπουργός στην ευρύτερη εγχώρια πολιτική σκηνή, να του εξασφάλισε μια πρόσκαιρη επιτυχία, ωστόσο όταν αντιμετωπίζεται με αντίστοιχη αντίληψη, και φρασεολογία φοιτητικών κινητοποιήσεων, ένας ηγέτης σαν τον Ερντογάν – αναδεδειγμένος διά πυρός και σιδήρου- τότε οι χειρισμοί αυτοί αποβαίνουν όχι μόνον ατελέσφοροι, αλλά και επικίνδυνοι. Δείχνουν στην καλύτερη περίπτωση ότι λείπει η αίσθηση της κλίμακας, λέει ο κ. Πρεβελάκης, προσθέτοντας ότι στην εξωτερική πολιτική, οι ανέξοδες κορώνες είναι ομολογία αδυναμίας.
Μιλά για την «εργαλειοποίηση» από τον Ερντογάν της κράτησης των δύο στρατιωτικών, και προβλέπει ότι προκειμένου να είναι πειστικός ο Ερντογάν, τα όποια επόμενα «επεισόδια» ενδέχεται να εκτυλιχτούν στα όρια του ατυχήματος. «Έστω και απειροελάχιστες, οι απώλειες αυτές, αθροιζόμενες και συνδυαζόμενες, συγκροτούν σημαντική ζημία. Αντί επομένως για πανικό και εμπρηστικές δηλώσεις, απαιτείται ψύχραιμη και έμπειρη ηγεσία, καθώς και εκτεταμένες αναθεωρήσεις, ώστε να προσαρμοστούμε στις νέες, ριζικά διαφορετικές, συνθήκες», τονίζει ο καθηγητής της Σορβόννης.
Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη
– Επτά ημέρες έως το Ορθόδοξο Πάσχα, και δεν διαφαίνεται πρόοδος ως προς την έκκληση Γιούνκερ στον Ερντογάν να απελευθερώσει τους 2 Έλληνες στρατιωτικούς. Αντίθετα η λεκτική αντιπαράθεση κλιμακώνεται, με τον Τούρκο Πρόεδρο να συνδέει για πρώτη φορά με τόσο ευθύ τρόπο, το θέμα των δύο Ελλήνων, με εκείνο των οκτώ Τούρκων. Είναι θα λέγατε τα προέρτια ενός παζαριού με τον Ερντογάν να τους κρατά ακόμη για μήνες ή χρόνια, χρησιμοποιώντας τους ως πιόνια για τις επιδιώξεις του;
Η κράτηση των δύο στρατιωτικών δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Εντάσσεται σε μία «εργαλειοθήκη» πιέσεων και εκβιασμών, την οποία οφείλουν να γνωρίζουν και να προβλέπουν οι αρμόδιες ελληνικές αρχές. Ανάλογη «εργαλειοθήκη», άλλωστε, πρέπει να διαθέτουν και οι ελληνικές αρχές, ώστε να μπορούν να αποτρέπουν και να απαντούν. Βρισκόμαστε στην σφαίρα των υπογείων αντιπαραθέσεων. Η αρμοδιότητα περιέρχεται σε υπηρεσίες οι οποίες, για να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να περιβάλλονται από κάποια μυστικότητα. Είναι κρίμα που τα κυβερνητικά πολιτικά και διπλωματικά λάθη οδήγησαν τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις σε τέτοιες ατραπούς.
– Είναι εκτεθειμένος ο Έλληνας Πρωθυπουργός, που δεν έχει απαντήσει στα όσα κατ’ επανάληψη έχει υποστηρίξει ο Ερντογάν για τις «υποσχέσεις που του έδωσε το 2016» σχετικά με τις διαδικασίες έκδοσης των οκτώ Τούρκων;
Η όλη πολιτική εκπαίδευση και εμπειρία του Έλληνα Πρωθυπουργού ήκιστα τον έχει προετοιμάσει για να χειριστεί το σημερινό τουρκικό πρόβλημα. Είναι αλήθεια ότι η τακτική των φοιτητικών καταλήψεων και των εσωκομματικών κομμουνιστικών μηχανορραφιών, την οποία εφήρμοσε και στην ευρύτερη εγχώρια πολιτική σκηνή, τού εξασφάλισε μια πρόσκαιρη επιτυχία. Όταν, όμως, αντιμετωπίζεται με μια ανάλογη αντίληψη ένας ηγέτης, αναδεδειγμένος διά πυρός και σιδήρου, οι χειρισμοί αυτοί αποβαίνουν όχι μόνον ατελέσφοροι, αλλά και επικίνδυνοι. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός είναι «άκαπνος» κληρονόμος της γενεάς η οποία έζησε φυλακές και διώξεις· ο Τούρκος Πρόεδρος τις έχει βιώσει προσωπικά.
– Έχουμε συνηθίσει στη τουρκική προκλητικότητα, όμως είναι η πρώτη φορά που το Μαξίμου αποκαλεί τον Ερντογάν «Σουλτάνο». Δείχνει σκλήρυνση της στάσης μας ή απλώς έγινε για εσωτερική κατανάλωση, που απευθύνεται στο συναίσθημα των Ελλήνων, ενόψει και του Πάσχα;
Με τις πρόσφατες δηλώσεις του, το Γραφείο Τύπου τού Πρωθυπουργού επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να αποστεί από την φρασεολογία των φοιτητικών κινητοποιήσεων. Λείπει, δηλαδή, η αίσθηση της κλίμακας. Στην εξωτερική πολιτική, οι ανέξοδες κορώνες είναι ομολογία αδυναμίας. Αντί για αυτές, καλό θα ήταν να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πιεστεί η Τουρκία να ελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς. Μήπως να υπενθυμίζαμε, επί παραδείγματι, στην διεθνή κοινή γνώμη την κατάσταση των τουρκικών φυλακών;
– Παραδοσιακά τα καλοκαίρια, για ευνόητους λόγους που αφορούν την τουριστική σεζόν των δύο χωρών, βλέπουμε την ένταση μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας να μειώνεται. Βέβαια, τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαμε επέμβαση της Τουρκίας στη Συρία, ούτε είχε κάνει ο Ερντογάν επίσκεψη στην Αθήνα, μετά και την οποία η ένταση ξέφυγε. Εικάζετε ότι το φετινό καλοκαίρι θα είναι πιο δύσκολο;
Οι τριβές δεν θα πάψουν. Όχι μόνον λόγω της αρχομένης προεκλογικής περιόδου, αλλά κυρίως επειδή ο Ερντογάν έχει ανάγκη να υπενθυμίζει στην Δύση ότι διαθέτει την αποφασιστικότητα και τα μέσα να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή. Η τακτική αυτή ήδη έχει αποδώσει καρπούς, όπως φάνηκε στο Αφρίν. Προκειμένου να είναι πειστικός, τα όποια επόμενα «επεισόδια» ενδέχεται να εκτυλίσσονται στα όρια του ατυχήματος. Όμως, κάθε απειλή είναι χρήσιμη όσο δεν έχει πραγματοποιηθεί.
Επομένως, δεν είναι λογικό να αναμένουμε, τουλάχιστον προς το παρόν, εκτεταμένη κλιμάκωση. Βέβαια, κάθε αναπάντητο από την Ελλάδα «επεισόδιο» μάς αφαιρεί και κάποιο τμήμα κυριαρχίας. Έστω και απειροελάχιστες, οι απώλειες αυτές, αθροιζόμενες και συνδυαζόμενες, συγκροτούν σημαντική ζημία. Αντί για τον πανικό και τις εμπρηστικές δηλώσεις, απαιτείται ψύχραιμη και έμπειρη ηγεσία, καθώς και εκτεταμένες αναθεωρήσεις, ώστε να προσαρμοστούμε στις νέες, ριζικά διαφορετικές, συνθήκες.
– Κάντε μας μια αποτίμηση της συνόδου κορυφής στη Βάρνα. Τι μας «δίδαξε» τελικά;
Μας δίδαξε τα εξής: Πρώτον, ότι η Ευρώπη είναι αμήχανη και αναποτελεσματική απέναντι στις τουρκικές μεθόδους, ίσως επειδή εν πολλοίς πάσχει και αυτή από το προαναφερθέν σύνδρομο, το «τέλος της Ιστορίας». Δεύτερον, ότι το διπλωματικό μας κεφάλαιο έχει φθαρεί. Αυτό οφείλεται αφενός στις διαδοχικές αντιπαραθέσεις με τους συμμάχους μας στο εγγύς παρελθόν και αφετέρου στους πρόσφατους οικονομικούς και άλλους εκβιασμούς στους δανειστές μας.
– Έχετε υποστηρίξει ότι οι απειλές Ερντογάν προς τις χώρες που βρίσκονται στα δυτικά του είναι η απάντηση της Τουρκίας στην αμερικανική και ευρωπαϊκή υποστήριξη προς τους Κούρδους. Εννοείτε ότι το σκεπτικό του είναι πως εφόσον αμφισβητούνται τα ανατολικά μου σύνορα από τους Κούρδους δικαιούμαι να αναθεωρήσω τα δυτικά;
Ο Ερντογάν απλώς λέει «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων». Αν, δηλαδή, η Δύση συμβάλει στην καταστροφή της Τουρκίας με τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους, είναι αποφασισμένος να προκαλέσει τεράστια ζημιά στην Ευρώπη, ανοίγοντας γενικευμένο μέτωπο με την Ελλάδα. Για να πείσει ότι δεν πρόκειται για φρούδες απειλές, προβαίνει στις γνωστές εμπρηστικές δηλώσεις, ότι «θα χυθεί αίμα» και, ταυτοχρόνως, κλιμακώνει τις προκλήσεις.
Ο άμεσος κίνδυνος είναι να εκραγούν οι συσσωρευμένες αντιφάσεις της Τουρκίας, με αποτέλεσμα οι συνέπειες να φθάσουν και σε εμάς. Δεν πρέπει να φοβούμαστε τη δύναμη της Τουρκίας, αλλά τις αδυναμίες της και, κυρίως, τις εσωτερικές. Πρέπει να ευχόμαστε να σταθεροποιηθεί.
– Αυτή η μεγάλη σε διάρκεια ένταση με τη Τουρκία δεν είναι μήνυμα ότι πρέπει να αλλάξουμε εντελώς τη στρατηγική μας;
Ασφαλώς, και εστιάζω σε δύο προτεραιότητες: Αφενός, στην αποκατάσταση της εικόνας της Ελλάδας στη Δύση, ιδιαιτέρως υποβαθμισμένης σήμερα. Δεν μπορεί η χώρα να επιδιώκει βασίμως τη στήριξη των συμμάχων, όταν προηγουμένως τους έχει προσβάλει και απειλήσει με οικονομική έκρηξη, αν δεν υποκύψουν στις πιέσεις της. Αφετέρου στην προετοιμασία της ελληνικής κοινωνίας για τα επερχόμενα.
Έχουμε περάσει σε νέα, δύσκολη εποχή, η οποία επιτάσσει προσπάθεια, μόχθο και σοβαρότητα. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον οι συντάξεις και η αγοραστική δυνατότητα, αλλά τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα, με πρωτεύον τη ζωή και την ασφάλεια των ανθρώπων.
– Πως βλέπετε το ρόλο της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή ; Συμφωνείτε ότι καιροφυλακτεί για να επεκτείνει την επιρροή της στα Βαλκάνια, όπου διαθέτει πλεονεκτήματα: τη χριστιανική ομοδοξία και τις συσσωρευμένες πικρίες των Ορθοδόξων έναντι της Δύσης;
Η Ρωσία έχει επιστρέψει στην προ-επαναστατική εποχή. Χωρίς να ακολουθεί τις παγκόσμιες φιλοδοξίες της Σοβιετικής Ένωσης, επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στους περιβάλλοντες χώρους. Εκδηλώνει ένα πάγιο, δεδομένο ενδιαφέρον για την παραδοσιακή διέξοδο προς τις θερμές θάλασσες, για το οποίο προτίθεται να αξιοποιήσει όλα τα διατιθέμενα πλεονεκτήματα. Η Ρωσία ασφαλώς συνιστά ένα πρόβλημα· έλασσον, πάντως, εν συγκρίσει με τον κίνδυνο να επεκταθεί η εξ Ανατολών αστάθεια.
* O Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης.
The F-35 program has been an expensive boondoggle for years, despite repeated efforts to bring program costs under control and deliver a functional aircraft. Current program costs are estimated at $406.5 billion, and that’s before you factor in repair and maintenance over the lifetime of the fighters. The all-in price is expected to break $1.1 trillion over the coming decades, high enough that the Air Force could be forced to slash its aircraft orders by a full third. That’s according to an internal Air Force assessment on the ongoing status of the F-35, Bloomberg reports.
The Air Force estimates that it must either cut the operation and support costs of the F-35 by 38 percent over the next decade or slash nearly 600 aircraft from its fleet. The current plan is to order 1,763 aircraft in total, but if support costs don’t come down the Air Force may reduce its order by 590 aircraft. The report also notes that the Air Force has “very limited visibility” into how the increasing funds it pays to Lockheed for “contractor support” are spent.
The Pentagon expects to spend roughly $38B on F-35 support and maintenance through 2028 and is seeking to cut that by 38 percent. In his most recent report, the Director of Operational Test and Evaluation, Robert Behler, wrote:
Reliability growth has stagnated. It is unlikely that the program will achieve the JSF ORD (Operational Requirements Document) threshold requirements at maturity for the majority of reliability metrics. Most notably, the program is not likely to achieve the Mean Flight Hours Between Critical Failures threshold without redesigning aircraft components.
The F-35 in flight.
The same report noted that overall fleet-wide availability rates remain at roughly 50 percent, the same level achieved in October 2014, despite a significant increase in the number of aircraft. Parts shortages have actually become more common, not less, over the same period of time. The same report documented substantial ongoing problems with Block 3F fighters.
The growth in cost is on the Lockheed side of the equation and is tied to program management, maintenance, repairs, software development, and overall engineering. The Air Force is reportedly attempting to gain better visibility into why these costs are increasing at a time when the program should be in full swing. The US Government Accountability Office stated last October that while the F-35 brought unprecedented and unique capabilities to the US military, the out-of-control sustainment costs put the Pentagon at risk “of being unable to leverage the capabilities of the aircraft it has recently purchased.”
The F-35 Is Already Obsolete
A great deal of ink has been spilled on whether the F-35 delivers enough improvements and advantages over fighters like the F-16 or F-22 to justify its cost. While that’s absolutely a valid question, I think it misses a larger point: Drones have already rendered the F-35 obsolete.
You could argue I’m jumping the gun, since we don’t yet have a drone capable of flying literally every mission the F-35 is expected to perform (at least, we don’t know that we have one). But this is arguing the problem from the wrong way around. The F-35 has been in development for 16 years already; the $1.1 trillion program costs we discussed above contemplate a program that operates through 2070. When the first fragile wooden biplanes flew over the battlefields of Europe, only a handful of mavericks thought the airplane or the aircraft carrier would supplant the battleship. But it happened. Similarly, the German V-1 and V-2 weren’t initially seen as being the forerunners of technology developments that would render entire fleets of nuclear bombers irrelevant. In each case, rapid technological development resulted in significant shifts in military strategy and left older hardware — which was often incredibly impressive in its own right — largely obsolete.
I don’t know when we’ll have a drone capable of flying every single mission the F-35 can handle, but I’d wager it’ll be long before 2070 rolls around. It may happen before we’ve even finished debugging the plane, judging by how well that’s going.
President Trump said the United States would be withdrawing forces from Syria “very soon” at an event last week in Richfield, Ohio. (Ty Wright/Bloomberg News)
“We’re on the two-yard line. We could literally fall into the end zone. We’re that close to total victory, to wiping out the ISIS caliphate in Syria,” a U.S. Special Forces officer in Syria told NBC News last week. But President Trump seems determined to turn over the ball on the goal line, setting up the geopolitical version of the 2015 Super Bowl that the Seattle Seahawks lostwith a last-minute interception.
On Thursday, Trump said, “We’ll be coming out of Syria, like, very soon. Let the other people take care of it now.” He then froze the paltry $200 million the United States had pledged to help rebuild areas liberated from the Islamic State.
If Trump follows through — always a big if with him — he will be reversing a decision he made late last year at the urging of Defense Secretary Jim Mattis and then-Secretary of State Rex Tillerson. Staying in Syria appears to be another one of those moves — like not abandoning the Iran nuclear deal or not imposing tariffs — that was forced on Trump by his advisers and that he is reversing now that he has decided to stop listening to people who know what they are talking about. The “very stable genius” prefers to follow his own instincts — you know, the ones that led him into six corporate bankruptcies.
The Trump foreign policy can be characterized as violent isolationism. And, yes, it’s as incoherent as it sounds. His philosophy is: Bombs away, then bye-bye. The United States has dropped a lot of munitions in Syria — mostly on the Islamic State but also, a year ago, on one of Bashar al-Assad’s airfields. But Trump is as allergic to lasting obligations in foreign affairs as he is in his “Stormy” private life.
The problem is that the United States has almost never achieved its objectives without a prolonged intervention. The United States left Europe after World War I, and the result, 21 years later, was World War II. We stayed in Europe after 1945, and the result is unprecedented peace and prosperity.
Want more examples? The United States intervened in Somalia in 1992 and exited in 1994, leaving behind chaos that allowed the rise of the Islamist extremists known as al-Shabab. The United States helped to topple Moammar Gaddafi in 2011, but did nothing to stabilize Libya afterward, allowing that country to become another playground for Islamist extremists. Washington is now trying to limit the damage by launching drone strikes against al-Qaeda leaders in Libya.
Finally, Iraq. The George W. Bush administration did next to nothing to prepare for stabilization operations after Saddam Hussein’s downfall in 2003, creating the conditions for an insurgency that cost the United States 4,497 dead and 32,252 wounded. The 2007-2008 surge restored calm, but President Barack Obama’s pullout of U.S. forces in 2011 made possible the rise of the Islamic State. Republicans blasted Obama’s decision, yet are silent today when Trump looks set to make the same mistake in Syria.
Granted, some of these interventions were mistakes to begin with and should not have been continued in perpetuity. But the United States was right to send military advisers to Syria, and the stakes remain high even with the defeat of the Islamic State in sight.
Withdrawing the 2,000 or so U.S. troops might allow the Islamic State, which today controls less than 7 percent of Syria’s territory, to rise again. It would almost certainly allow Iran to gain control of eastern Syria, creating a land bridge from Tehran to Damascus and Beirut that would increase the danger to Israel. As Josh Rogin notes, instead of taking the terrorists’ oil, Trump appears ready to hand it to the mullahs.
Perhaps the most morally troubling consequence of a pullout — meaning that it will not trouble this president in the slightest — is that it would represent a betrayal of the Kurds and Arabs in the Syrian Democratic Forces who have fought alongside U.S. troops against the Islamic State. The SDF fighters are the most moderate and reliable allies that the United States has in Syria. “They trusted our first forces on the ground,” U.S. Army Brig. Gen. Jonathan Braga told NBC, “and we trusted them.”
The right way to repay their trust is to help the SDF establish an autonomous zone in the one-third of Syria that it controls. This would protect at least a portion of Syrian territory from Russian and Iranian domination and give the United States a strong say in that country’s future.
But Trump seems determined to betray the SDF as the United States betrayed the South Vietnamese in the 1970s, the Afghans in the 1990s, and the Iraqis after 2011. How long before Trump starts reconsidering the commitment to Afghanistan that he only halfheartedly supported? And what will happen in Iraq if “Fox & Friends” informs Trump that the United States still has 5,000 troops there?
If the United States leaves both Syria and Iraq, it will be an incalculable windfall for Iran, a rogue state that Trump claims to hate — but not as much as he seems to hate long-term commitments.
Thawing ice in the Arctic region has opened a path for considerable economic opportunities in terms of commercial routes and resource extraction. Unsurprisingly, geo-strategic interests have quickly stepped in. Arctic countries, namely the US, Canada, Iceland, Sweden, Finland, Norway, Denmark and Russia, have submitted their territorial claims to the Commission on the Limits of the Continental Shelf of the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS). These countries, along with six indigenous communities, also form the permanent members of the Arctic Council, an inter-governmental forum created to address regional issues. There are multiple questions that need to be addressed in the region such as research cooperation, environmental preservation, and legal territorial claims. In 2013, China, which considers itself as a “near-Arctic country,” gained the status of permanent observer at the Arctic Council. China’s recent release of a white paper on its Arctic policy makes its well-known interests official, but this highlights a conflict with its position as a global leader in the fight against climate change.
China has three related motives in mitigating global warming. First, there are considerable economic benefits to becoming a leader in clean technologies and “green” industrial development. Second, leading this fight paints a positive picture of China around the world, thus attenuating its aggressive stance on other issues. Third, environmental degradation is increasingly severe in China and threatens social stability, giving an impetus for the party-state to act. As a consequence, the country is taking the lead in the development of clean energy such as solar panels. While China produces about 24% of the world’s greenhouse gas emissions, it still has very low per-capita emissions figures. The country pledged to peak its carbon dioxide emissions by 2030 at the Paris Climate Accords and is on course to peak in 2027. Some analysts even argue that the country might do so before 2025.
In 2015, “China invested $102.9bn in renewable energy and installed half of the world’s new wind power” finds the Guardian. In 2016, Chinese state-related banks financed overseas coal projects that accounted for about “half of the foreign coal investment by G20 countries”. Yet, in the same year, China spent eight times that amount on renewable projects abroad. It is also implementing a domestic carbon market that should come into force in next year. The country seems serious in tackling climate change.
In its Arctic policy white paper, China commits to environmental protection and scientific exploration. China has engaged in an important polar research program that covers the study of interactions between the Ice Arctic Ocean, sea ice, and the atmosphere and how rising temperatures in the region affect climate in China. Scientific research efforts are one of the reasons why China earned the right to be a permanent observer in the Arctic Council. As part of these efforts, China has set up a research base and a satellite ground station in Northern Greenland, another research base on Norway’s Svalbard archipelago, and finally a research facility in Iceland. One could have thus expected China, as the European Parliament first did in 2008, to voice its support for an Arctic treaty similar to the Antarctic Treaty System. Such treaty would make the Arctic continent free from militarization and economic exploitation and a reserve for scientific research and cooperation.
Yet, environmental preservation in the Arctic appears to be a second-order priority for the Chinese party-state. In the white paper, the Chinese central government encourages, “its enterprises to engage in international cooperation on the exploration for and utilization of Arctic resources.” So far, Chinese economic operations in the Arctic have mostly been limited to two projects along Russian shores. China has also invested large amounts of money in Iceland after the financial crisis and is currently developing mining activities in Greenland. According to CBC, “Chinese state-owned firms have made tentative forays into Canadian mining.”
Further, China expects to take part in the development of shipping lanes, notably through the Northeast Passage. China has already adjusted its capacities for the Arctic: an icebreaking ship, the Xuelong, has already gone through the passage. Chinese Arctic tourism is also on the rise. The white paper also states that “the Arctic has the potential to become a new fishing ground in the future.” Given that China signed, along with other Arctic and “near-Arctic” countries, a legally-binding agreement not to engage in fishing operations in the high Arctic sea for the next sixteen years, China is playing the long-term game. Extractive activities, shipping lanes as well as mass fishing can hardly be seen as compatible with environmental protection in a region as sensitive as climate change as the Arctic.
An oil pump collecting crude oil from a drill site. https://flic.kr/p/riRG9j
CNBC rightly points to another contradiction of the publication: “China’s emphasized in the white paper that countries should respect ‘the rights and freedom of non-Arctic States to carry out activities in this region in accordance with the law,’ specifically pointing multiple times to the United Nations Convention on the Law of the Sea.” Yet, recent history shows China dismissing international law when it doesn’t suit its interests. In 2016, the Chinese party-state rejected the international ruling by the Permanent Court of Arbitration in the Hague over the legal basis of its claims on maritime territories zones that were disputed by the Philippines. Contradiction with Chinese characteristics.
Chinese Arctic policy is thus best understood through the lense of liberal environmentalism. The party-state isn’t making efforts to reduce its greenhouse gas emissions out of moral consideration for nature but rather in order to comfort its political legitimacy. China’s self-interested position on Arctic governance is in line with its leadership stance in combating climate change. The country seeks to be a leader in the fight against climate change but does so without compromising economic opportunities and economic growth. China, like many other Arctic countries, has never voiced its support for an Arctic treaty similar to the Protocol on Environmental Protection to the Antarctic Treaty signed in 1991. The future of environmental protection in the Arctic region is uncertain and will only depend on deals bargained between concerned governments such as the one preventing commercial fishing in international waters.
EDITOR’S NOTE: This article originally appeared at TomDispatch.com. To stay on top of important articles like these, sign up to receive the latest updates from TomDispatch.com.
It’s one of those stories of the century that somehow never gets treated that way. For an astounding 25 of the past 26 years, the United States has been the leading arms dealer on the planet, at some moments in near monopolisticfashion. Its major weapons-producers, including Boeing, Raytheon, and Lockheed Martin, regularly pour the latest in high-tech arms and munitions into the most explosive areas of the planet, with ample assistance from the Pentagon. In recent years, the bulk of those arms have gone to the Greater Middle East. Donald Trump is only the latest American president to preside over a global arms-sales bonanza. With remarkable enthusiasm, he’s appointed himself America’s number-one weapons salesman, and he couldn’t be prouder of the job he’s doing.
Earlier this month, for instance, on the very day Congress was debating whether to end US support for Saudi Arabia’s brutal war in Yemen, Trump engaged in one of his favorite presidential activities: braggingabout the economic benefits of the American arms sales he’s been promoting. He was joined in his moment of braggadocio by Saudi Crown Prince Mohammed bin Salman, the chief architect of that war. That grim conflict has killed thousands of civilians through indiscriminate air strikes, while putting millions at risk of death from famine, cholera, and other “natural” disasters caused at least in part by a Saudi-led blockadeof that country’s ports.
That Washington-enabled humanitarian crisis provided the backdrop for the Senate’s consideration of a bill co-sponsored by Vermont independent Senator Bernie Sanders, Utah Republican Senator Mike Lee, and Connecticut Democratic Senator Chris Murphy. It was aimed at ending US midair refueling of Saudi war planes and Washington’s additional assistance for the Saudi war effort (at least until the war is explicitly authorized by Congress). The bill generated a vigorous debate. In the end, on an issue that wouldn’t have even come to the floor two years ago, an unprecedented 44 senators voted to halt this country’s support for the Saudi war effort. The bill nonetheless went down to defeat and the suffering in Yemen continues.
Debate about the merits of that brutal war was, however, the last thing on the mind of a president who views his bear-hug embrace of the Saudi regime as a straightforward business proposition. He’s so enthusiastic about selling arms to Riyadh that he even brought his very own prop to the White House meeting with bin Salman: a US map highlighting which of the 50 states would benefit most from pending weapons sales to the prince’s country.
You undoubtedly won’t be surprised to learn that Michigan, Ohio, and Florida, the three crucial swing states in the 2016 presidential election, were specially highlighted. His latest stunt only underscored a simple fact of his presidency: Trump’s arms sales are meant to promote pork-barrel politics, while pumping up the profits of US weapons manufacturers. As for human rights or human lives, who cares?
To be fair, Donald Trump is hardly the first American president to make it his business to aggressively promote weapons exports. Though it is seldom a highlighted part of his presidency, Barack Obama proved to be a weapons salesman par excellence. He made more arms offers in his two terms in office than any US president since World War II, including an astounding $115 billion in weapons deals with Saudi Arabia. For the tiny group of us who follow such things, that map of Trump’s only underscored a familiar reality.
On it, in addition to the map linking US jobs and arms transfers to the Saudis, were little boxes that highlighted four specific weapons sales worth tens of billions of dollars. Three of those that included the THAAD missile defense system, C-130 transport planes, P-8 anti-submarine warfare planes, and Bradley armored vehicles were, in fact, completed during the Obama years. So much for Donald Trump’s claim to be a deal maker the likes of which we’ve never seen before. You might, in fact, say that the truest arms race these days is between American presidents, not the United States and other countries. Not only has the United States been the world’s top arms exporting nation throughout this century, but last year it sold one and a half times as much weaponry as its closest rival, Russia.
It’s worth noting that three of those four Saudi deals involved weapons made by Lockheed Martin. Admittedly, Trump’s relationship with Lockheed got off to a rocky start in December 2016 when he tweeted his displeasure over the cost of that company’s F-35 combat aircraft, the most expensive weapons program ever undertaken by the Pentagon. Since then, however, relations between the nation’s largest defense contractor and America’s most self-involved president have warmed considerably.
Before Trump’s May 2017 visit to Saudi Arabia, his son-in-law, Jared Kushner, new best buddy to Mohammed bin Salman, was put in charge of cobbling together a smoke-and-mirrors, wildly exaggerated $100 billion-plus arms package that Trump could announce in Riyadh. What Kushner needed was a list of sales or potential sales that his father-in-law could boast about (even if many of the deals had been made by Obama). So he called Lockheed Martin CEO Marillyn Hewson to ask if she could cut the price of a THAAD anti-missile system that the administration wanted to include in the package. She agreed, and the $15 billion THAAD deal—still a huge price tag and the most lucrative sale to the Saudis made by the Trump administration—went forward. To sweeten the pot for the Saudi royals, the Pentagon even waived a $3.5 billion fee normally required by law and designed to reimburse the Treasury for the cost to American taxpayers of developing such a major weapons system. Gen. Joseph Rixey, until recently the director of the Pentagon’s Defense Security Cooperation Agency, which granted that waiver, has since gone directly through Washington’s revolving door and been hired by—you guessed it—Lockheed Martin.
In addition, former Lockheed Martin executive John Rood is now the Trump administration’s undersecretary of defense for policy, where one of his responsibilities will be to weigh in on… don’t be shocked!… major arms deals. In his confirmation hearings, Rood refused to say that he would recuse himself from transactions involving his former employer, for which he was denounced by Senators John McCain and Elizabeth Warren. As Warren asserted in a speech opposing Rood’s appointment,
“No taxpayer should have to wonder whether the top policy-makers at the Pentagon are pushing defense products and foreign military sales for reasons other than the protection of the United States of America… No American should have to wonder whether the Defense Department is acting to protect the national interests of our nation or the financial interests of the five giant defense contractors.”
Still, most senators were unfazed, and Rood’s nomination sailed through that body by a vote of 81 to 7. He is now positioned to help smooth the way for any Lockheed Martin deal that might meet with a discouraging word from the Pentagon or State Department officials charged with vetting foreign arms sales.
ARMING THE PLANET
Though Saudi Arabia may be the largest recipient of US arms on the planet, it’s anything but Washington’s only customer. According to the Pentagon’s annual tally of major agreements under the Foreign Military Sales program, the most significant channel for US arms exports, Washington entered into formal agreements to sell weaponry to 130 nations in 2016 (the most recent year for which full data is available). According to a recent report from the Cato Institute, between 2002 and 2016 the United States delivered weaponry to 167 countries—more than 85 percent of the nations on the planet. The Cato report also notes that, between 1981 and 2010, Washington supplied some form of weaponry to 59 percent of all nations engaged in high-level conflicts.
In short, Donald Trump has headed down a well-traveled arms superhighway. Every president since Richard Nixon has taken that same road and, in 2010, the Obama administration managed to rack up a record $102 billion in foreign arms offers. In a recent report I wrote for the Security Assistance Monitor at the Center for International Policy, I documented more than $82 billion in arms offers by the Trump administration in 2017 alone, which actually represented a slight increase from the $76 billion in offers made during President Obama’s final year. It was, however, far lower than that 2010 figure, $60 billion of which came from Saudi deals for F-15 combat aircraft, Apache attack helicopters, transport aircraft, and armored vehicles, as well as guns and ammunition.
There have nonetheless been some differences in the approaches of the two administrations in the area of human rights. Under pressure from human-rights groups, the Obama administration did, in the end, suspendsales of aircraft to Bahrain and Nigeria, both of whose militaries were significant human-rights violators, and also a $1 billion-plus deal for precision-guided bombs to Saudi Arabia. That Saudi suspensionrepresented the first concrete action by the Obama administration to express displeasure with Riyadh’s indiscriminate bombing campaign in Yemen. Conducted largely with US and British supplied aircraft, bombs, and missiles, it has included strikes against hospitals, marketplaces, water-treatment facilities, and even a funeral. In keeping with his focus on jobs to the exclusion of humanitarian concerns, Trump reversed all three of the Obama suspensions shortly after taking office.
FUELING TERRORISM AND INSTABILITY
In fact, selling weapons to dictatorships and repressive regimes often fuels instability, war, and terrorism, as the American war on terror has vividly demonstrated for the last nearly 17 years. US-supplied arms also have a nasty habit of ending up in the hands of America’s adversaries. At the height of the US intervention in Iraq, for instance, that country’s armed forces lost track of hundreds of thousands of rifles, many of which made their way into the hands of forces resisting the US occupation.
In a similar fashion, when Islamic State militants swept into Iraq in 2014, the Iraqi security forces abandoned billions of dollars worth of American equipment, from small arms to military trucks and armored vehicles. ISIS promptly put them to use against US advisers and the Iraqi security forces as well as tens of thousands of Iraqi civilians. The Taliban, too, has gotten its hands on substantial quantities of US weaponry, either on the battlefield or by buying them at cut-rate, black-market prices from corrupt members of the Afghan security forces.
In northern Syria, two US-armed groups are now fighting each other. Turkish forces are facing off against Syrian Kurdish militias that have been among the most effective anti-ISIS fighters, and there is even an ongoing risk that US and Turkish forces, NATO allies, may find themselves in direct combat with each other. Far from giving Washington influence over key allies or improving their combat effectiveness, US arms and training often simply spur further conflict and chaos to the detriment of the security of the United States, not to speak of the peace of the world.
In the grim and devolving conflict in Yemen, for instance, all sides possess at least some US weaponry. Saudi Arabia is, of course, the top US arms client and its forces are a catalogue of American weaponry, from planes and anti-tank missiles to cluster bombs, but hundreds of millionsof dollars in US military aid were also provided to the forces of Yemeni autocrat Ali Abdullah Saleh during his 30 years of rule before he was driven from power in 2012. Later, however, he joined forces with the Houthi rebels against the Saudi-led intervention, taking large parts of the Yemeni armed forces—and their US-supplied weapons—with him. (He would himself be assassinated by Houthi forces late last year after a falling out.)
TRUMP’S PLAN: MAKE IT EASIER ON ARMS MAKERS
The Trump administration is poised to release a new policy directive on global arms transfers. A report by Politico, based on interviews with sources at the State Department and a National Security Council (NSC) official, suggests that it will seek to further streamline the process of approving arms sales, in part by increasing the already extensive role of US government personnel in promoting such exports. It will also remove what a National Security Council statement has described as “unreasonable constraints on the ability of our companies to compete.” In keeping with that priority, according to the NSC official, “the administration is intent on ensuring that US industry has every advantage in the global marketplace.”
In January, a Reuters article confirmed this approach, reporting that the forthcoming directive would emphasize arms-sales promotion by US diplomats and other overseas personnel. As one administration official told Reuters, “We want to see those guys, the commercial and military attaches, unfettered to be salesmen for this stuff, to be promoters.”
The Trump administration is also expected to move forward with a plan, stalled as the Obama years ended, to ease controls on the export of US firearms. Gun exports now licensed and scrutinized by the State Department would instead be put under the far-less-stringent jurisdiction of the Commerce Department. Some firearms could then be exported to allies without even a license, reducing the government’s ability to prevent them from reaching criminal networks or the security forces of potential adversaries.
In September 2017, Democratic senators Ben Cardin, Dianne Feinstein, and Patrick Leahy sent a letter to then–Secretary of State Rex Tillerson raising concerns about such a change. As they wrote, “Combat firearms and ammunition are uniquely lethal; they are easily spread and easily modified, and are the primary means of injury, death and destruction in civil and military conflicts throughout the world. As such they should be subjected to more—not less—rigorous export controls and oversight.”
If Trump’s vision of an all-arms-sales-all-the-time foreign policy is realized, he may scale the weapons-dealing heights reached by the Obama administration. As Washington’s arms dealer in chief, he might indeed succeed in selling American weaponry as if there were no tomorrow. Given the known human costs of unbridled arms trafficking, however, such a presidency would also ensure that whatever tomorrow finally arrived would prove far worse than today—unless, of course, you happen to be a major US arms maker.
Αντίθετα με τις εμφανίσεις της ατλαντικής προπαγάνδας, ο Τιερί Μεϊσάν ερμηνεύει τις διεθνείς σχέσεις μακροπρόθεσμα. Για εκείνον, δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος τα τελευταία επτά χρόνια στη Συρία, αλλά ένας δεκαετής περιφερειακός πόλεμος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Από τη μεγάλη αυτή σύγκρουση, της οποίας η Ρωσία βγαίνει νικήτρια απέναντι στο ΝΑΤΟ, εμφανίζεται σταδιακά μια νέα ισορροπία στο κόσμο.
Δίκτυο Βολταίρος | Δαμασκός (Συρία )
Κάθε πόλεμος τελειώνει με νικητές και ηττημένους. Τα δεκαεπτά χρόνια που μόλις ζήσαμε στη «Ευρύτερη Μέση Ανατολή» δεν μπορούν να αποτελέσουν εξαίρεση [ 1 ]. Ωστόσο, ενώ ο Σαντάμ Χουσεΐν και ο Μουαμάρ Καντάφι έχουν εξαλειφθεί και η Συρία είναι στο δρόμο να νικήσει, δεν υπάρχει άλλος ηττημένος παρά μόνο ο αραβικός λαός.
Το πολύ μπορεί κανείς να προσποιηθεί ότι πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι μόνο στη Συρία. Και ότι στη Συρία, δεν είναι παρά μόνο στη Γκούτα. Και ότι στη Γκούτα, έχασε ο στρατός του Ισλάμ. Αυτό το επεισόδιο δεν αρκεί για να κηρυχτεί το τέλος των εχθροπραξιών που καταστρέφουν την περιοχή, καταστρέφουν ολόκληρες πόλεις και σκοτώνουν ανθρώπους κατά εκατοντάδες χιλιάδες.
Ωστόσο, το παραμύθι για την μετάδοση των «εμφυλίων πολέμων» [ 2 ] επιτρέπει στις 130 χώρες και διεθνείς οργανισμούς που συμμετείχαν στη σύνοδο κορυφής των «Φίλων της Συρίας» να αρνηθούν τις ευθύνες τους και να κρατήσουν ψηλά το κεφάλι τους. Και καθώς δε θα παραδεχτούν ποτέ την αποτυχία τους, θα συνεχίσουν τις καταχρήσεις τους σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια: ο πόλεμος τους θα τελειώσει σύντομα στην περιοχή, αλλά θα συνεχιστεί αλλού.
Από αυτή την προοπτική, αυτό που συμβαίνει στη Συρία από της έναρξης του πολέμου των ΗΠΑ – το SyrianAccountabilityAct -, το 2003, δηλαδή σχεδόν πριν από 15 χρόνια, θα έχει διαμορφώσει την Τάξη του κόσμου που είναι στο δρόμο και συγκροτείται. Πράγματι, ενώ σχεδόν όλα τα κράτη της «ευρύτερης Μέσης Ανατολής» έχουν αποδυναμωθεί ή καταστραφεί, μόνο η Συρία εξακολουθεί να είναι όρθια και ανεξάρτητη.
Συνεπώς, η στρατηγική του ναυάρχου Cebrowski, που στοχεύει να καταστραφούν οι κοινωνίες και τα Κράτη των μη-παγκοσμιοποιημένων χωρών και να εκβιαστούν οι παγκοσμιοποιημένες χώρες να πληρώσουν για να έχουν πρόσβαση στις πρώτες ύλες και τις πηγές ενέργειας αυτής της περιοχής, δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί από το Πεντάγωνο, ούτε εδώ ούτε οπουδήποτε αλλού.
Υπό την πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ, οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ παύουν αργά την υποστήριξή τους στους τζιχαντιστές και αρχίζουν να αποχωρούν από το πεδίο της μάχης. Αυτό δεν τους κάνει φιλάνθρωπους, αλλά ρεαλιστές, και θα πρέπει να σηματοδοτήσει το τέλος της εμπλοκής τους έναντι Κρατών.
Επανασυνδεόμενοι με τον Χάρτη του Ατλαντικού μέσω του οποίου το Λονδίνου και η Ουάσιγκτον συμφώνησαν το 1941, για τον από κοινού έλεγχο των ωκεανών και του παγκόσμιου εμπορίου, οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται τώρα να σαμποτάρουν το εμπόριο του κινέζικου αντιπάλου τους. Ο Ντόναλντ Τράμπ μεταρρυθμίζει τα Quads (με την Αυστραλία, την Ιαπωνία και την Ινδία) για να περιορίσει την κίνηση του κινεζικού στόλου στον Ειρηνικό. Ταυτόχρονα, ανέθεσε το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας στον Τζόν Μπόλτον, του οποίου το μεγάλο επίτευγμα υπό τον Bush Jr., ήταν να εμπλέξει τους Συμμάχους στη στρατιωτική επιτήρηση των ωκεανών και του παγκόσμιου εμπορίου.
Το μεγάλο κινέζικο σχέδιο των δρόμων του μεταξιού (τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα) δεν αναμένεται να πετύχει τα επόμενα χρόνια. Καθώς το Πεκίνο αποφάσισε να μεταφέρει τα εμπορεύματά του μέσω της Τουρκίας και όχι μέσω Συρίας και Λευκορωσίας αντί της Ουκρανίας, θα προκύψουν «αναταράξεις» από τώρα και στο εξής στις δύο αυτές χώρες.
Ήδη στον δέκατο πέμπτο αιώνα, η Κίνα προσπάθησε να ανοίξει ξανά τον δρόμο του μεταξιού κατασκευάζοντας ένα τεράστιο στόλο 30.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του μουσουλμάνου ναυάρχου Zheng He. Παρά την θερμή υποδοχή αυτής της ειρηνικής αρμάδας στον Περσικό Κόλπο, την Αφρική και την Ερυθρά Θάλασσα, το σχέδιο αυτό απέτυχε. Ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να πυρποληθεί ολόκληρος ο στόλος. Η Κίνα κλείστηκε στον εαυτό της για πέντε αιώνες. Ο πρόεδρος Xi εμπνεύστηκε από αυτόν τον διάσημο προκάτοχό για να φανταστεί το «Δρόμο και Ζωνάρι», αλλά ενδέχεται να οδηγηθεί, όπως ο αυτοκράτορας Μινγκ Xuanzong, να αυτοβυθίσει ο ίδιος τη πρωτοβουλία του, ανεξάρτητα από τα ποσά που επενδύθηκαν από τη χώρα του – και ως εκ τούτου χαμένα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, από τη πλευρά του, δεν έχει εγκαταλείψει το σχέδιο του για νέα «αραβική εξέγερση» με το οποίο είχε φέρει στην εξουσία τους Ουαχαμπίτες από τη Λιβύη μέχρι τη Σαουδική Αραβία, το 1915. Ωστόσο, η «Αραβική Άνοιξη» του 2011 , η οποία έπρεπε αυτή τη φορά να αφιερωθεί στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, έσπασε πάνω από την συρολιβανέζικη Αντίσταση.
Το Λονδίνο σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τη «περιστροφή (pivot) προς την Ασία» των Ηνωμένων Πολιτειών για να ανακτήσει την ακτινοβολία της πρώην αυτοκρατορίας του. Ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση και καθοδηγεί τους στρατούς του ενάντια στη Ρωσία. Προσπάθησε να συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό συμμάχων πίσω του με την οργάνωση-χειραγώγηση της υπόθεσης Σκρίπαλ, αλλά αντιμετώπισε μερικές απογοητεύσεις, μεταξύ των οποίων την άρνηση της Νέας Ζηλανδίας να συνεχίσει να παίζει το ρόλο του υπάκουου προτεκτοράτου στον κυρίαρχο. Αναμένεται λογικά να αναπροσανατολίσει τους τζιχαντιστές του ενάντια στη Μόσχα, όπως το έκανε κατά τους πολέμους στο Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία και τη Τσετσενία.
Η Ρωσία, η μόνη μεγάλη δύναμη που βγαίνει νικήτρια από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, κατάφερε να επιτύχει το στόχο της Τσαρίνας Αικατερίνης Β’ να αποκτήσει πρόσβαση στη Μεσόγειο και να σώσει το λίκνο του Χριστιανισμού στον οποίο βασίζεται ο πολιτισμός της.
Η Μόσχα αναμένεται τώρα να αναπτύξει την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, στην οποία η Συρία είναι υποψήφια από το 2015. Εκείνη την εποχή, η ένταξη της είχε ανασταλεί μετά από αίτημα της Αρμενίας που ανησυχούσε για την ένταξη στον κοινό οικονομικό χώρο ενός Κράτους σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά τα πράγματα άλλαξαν.
Η νέα ισορροπία του κόσμου είναι ήδη διπολική μετά την αποκάλυψη από τη Ρωσία του νέου πυρηνικού της οπλοστασίου. Ο κόσμος αναμένεται να χωριστεί στα δύο, όχι από ένα Σιδερούν παραπέτασμα, αλλά από τη μόνη βούληση των Δυτικών, που ήδη διαχωρίζουν τα τραπεζικά συστήματα και σύντομα το Διαδίκτυο. Αναμένεται να βασίζεται στο ΝΑΤΟ από τη μια πλευρά και όχι πλέον στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά στην Οργάνωση της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας, αφετέρου. Μέσα σε περίπου τριάντα χρόνια, η Ρωσία γύρισε τη σελίδα του μπολσεβικισμού και μετατόπισε την επιρροή της από την Κεντρική Ευρώπη προς τη Μέση Ανατολή.
Σε μια κίνηση εκκρεμούς, η Δύση, ο πρώην “ελεύθερος κόσμος”, μετατρέπεται σε ένα σύνολο καταναγκαστικών και ψευδώς συναινετικών κοινωνιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξοπλίζεται με μια μεγαλύτερη και πιο καταπιεστική γραφειοκρατία από εκείνη της Σοβιετικής Ένωσης. Ενώ η Ρωσία γίνεται και πάλι πρωταθλήτρια του Διεθνούς Δικαίου.
[1] Διαβάστε οπωσδήποτε : Sousnosyeux. Du 11-Septembre à DonaldTrump (Κάτω από τα μάτια μας, από της 11ης Σεπτεμβρίου στον Ντόναλντ Τραμπ), Thierry Meyssan, éditionsDemi-Lune, 2017.
Οι διώξεις των χριστιανών στη Μέση Ανατολή, είναι χειρότερες σήμερα από κάθε άλλη στιγμή της Ιστορίας, όπως αποκαλύπτει πρόσφατη αναφορά 1 του οργανισμού «Βοήθεια στην Διωκόμενη Εκκλησία». To Ιράκ βρίσκεται στο σημείο μηδέν της εξάλειψης 2 των χριστιανών από τις σελίδες της ιστορίας του.
Οι ιρακινοί χριστιανοί κληρικοί φόρεσαν πρόσφατα ένα μαύρο σημάδι ως σύμβολο εθνικού πένθους για τα τελευταία θύματα βίας εναντίον των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και μια τριμελής οικογένεια 3. “Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει χώρος για τους χριστιανούς”, δήλωσε 4 ο πατέρας Biyos Qasha της Εκκλησίας του Maryos στη Βαγδάτη. Μοιάζουμε με πρόβατα, έτοιμα να σφαχθούν κάθε στιγμή.
Λίγες μέρες νωρίτερα Σιίτης πολιτοφύλακας ανακάλυψε μαζικό τάφο 5 με πτώματα 40 Χριστιανών κοντά στην Μοσούλη, πρώην προπύργιο του Ισλαμικού Κράτους και πρωτεύουσα των χριστιανών του Ιράκ. Μεταξύ των πτωμάτων υπήρχαν γυναίκες και παιδιά που είχαν απαχθεί και εκτελέστηκαν από το ΙΚ. Πολλά από τα πτώματα έφεραν σταυρούς.
Στα δυτικά ΜΜΕ δεν γράφτηκε ούτε ένα άρθρο σχετικά με αυτήν την εθνοκάθαρση.
Νέα έκθεση της «Ιρακινής Κοινότητας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα » αποκάλυψε επίσης ότι ιρακινές μειονότητες, όπως οι χριστιανοί Yazidis και Shabaks, είναι θύματα μιας «αργής γενοκτονίας 6», η οποία συντελείται αποδεκατίζοντας τις αρχαίες αυτές κοινότητες μέχρι του σημείου του αφανισμού τους. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 81% των χριστιανών του Ιράκ έχουν εξαφανιστεί από το Ιράκ. Ο αριθμός των Sabeans, μιας αρχαίας κοινότητας αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, είναι πολύ μικρότερος σήμερα αφού το 94% έχει εξαφανιστεί από το Ιράκ. Ακόμα και το 18% των Yazidis έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ή έχουν σκοτωθεί. Μια άλλη οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Hammurabi 7, δήλωσε ότι η Βαγδάτη είχε 600 χιλιάδες χριστιανούς στο πρόσφατο παρελθόν, ενώ σήμερα υπάρχουν μόνο 150 χιλιάδες.
Πολλές αρχαίες χριστιανικές εκκλησίες ή ιερά έχουν καταστραφεί από ισλαμιστές εξτρεμιστές, όπως η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου , η εκκλησία της Παναγίας Χαλδαίων που καταστράφηκε με αυτοκίνητο βόμβα και η καμένη αρμενική εκκλησία στη Μοσούλη. Εκατοντάδες χριστιανικά σπίτια έχουν καταστραφεί επίσης.
Δυστυχώς, οι χριστιανοί που ζούσαν ή ζουν σε εδάφη που ελέγχονταν από το «Χαλιφάτο» προδόθηκαν από την Δύση. Οι κυβερνήσεις της Δύσης αγνόησαν την τραγική μοίρα τους. Οι επίσκοποι ήταν ή θεωρούσαν ότι βρίσκονται συχνά πολύ μακριά, για να καταγγείλουν τη δίωξη τους. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ενήργησαν σαν να τους θεωρούσαν παράγοντες της αποικιοκρατίας που άξιζαν να εκκαθαριστούν από τη Μέση Ανατολή. Ακόμα και οι λεγόμενες οργανώσεις «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» τους εγκατέλειψαν.
Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, δήθεν πάντα έτοιμη να συσπειρωθεί εναντίον της διάκρισης των μειονοτήτων, δεν είπε ούτε μια λέξη για αυτό που ο Ayaan Hirsi Ali χαρακτήρισε ” πόλεμο εναντίον των Χριστιανών 8“.
Ορισμένες κοινότητες, όπως μικροί χριστιανικοί θύλακες στη Μοσούλη χάνονται για πάντα. Ο Σύρος Ορθόδοξος Πατριάρχης Ignatius Aphrem II είπε ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο Χριστιανισμός να γίνει μουσείο στη Μέση Ανατολή. Σημείωσε επίσης ότι το Ιράκ έχει χάσει το 80-90% του χριστιανικού πληθυσμού του.
Σε ορισμένα χριστιανικά χωριά έχει ξεκινήσει μια αργή και δύσκολη διαδικασία ανασυγκρότησης με κεφάλαια διεθνών οργανισμών 9,10 .
Τόσο οι χριστιανοί όσο και όλοι όσοι διέφυγαν ή επέζησαν από το ISIS δεν μπορούν να εξαρτώνται σήμερα μόνο από την βοήθεια εκκλησιών και ιδιωτικών ομάδων. Η ίδια ευαισθησία θα πρέπει να επιδειχθεί και για όλα τα αθώα θύματα ανεξάρτητα από εθνική προέλευση των θυτών τους.
Μια γυναίκα περπατά μπροστά από τις σημαίες της Ελλάδας και της πΓΔΜ, ζωγραφισμένες σε τοίχο στα Σκόπια, στις 10 Ιανουαρίου 2018. OGNEN TEOFILOVSKI / REUTERS
Περίληψη:
Το μείζον ζήτημα είναι πως ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή σε συνδυασμό με την επιδείνωση των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, δεν αφήνουν περιθώρια για μεγάλη αισιοδοξία.
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Θ. ΔΡΙΒΑΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων και συντονιστής του προγράμματος «Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Αίγυπτος: Προοπτικές και περιορισμοί μιας περιφερειακής συνεργασίας» στο πλαίσιο του Τομέα Ρωσίας, Ευρασίας και Ν/Α Ευρώπης (ΤΟ.Ρ.Ε.Ν.Ε.) στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων. Είναι επίσης αναλυτής στο Russian International Affairs Council.
Η Βαλκανική Χερσόνησος έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και έχει χαρακτηριστεί ως «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Η περιοχή της Κεντρικής Ασίας στην οποία η αστάθεια αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά της, είχε ονομαστεί από τον Zbigniew Brzezinski ως «Ευρασιατικά Βαλκάνια». Μεταξύ των όρων που περιγράφουν τον κατακερματισμό κρατών και θίγουν ζητήματα εδαφικής ακεραιότητας, υπάρχει και αυτός της «βαλκανιοποίησης». Γιατί υπάρχει έντονος προβληματισμός και διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον της περιοχής; Ποια είναι η πραγματικότητα που οδηγεί ακαδημαϊκούς και πολιτικούς να θεωρούν ότι το γεωπολιτικό ρήγμα των Βαλκανίων είναι ξανά ενεργό; Τι μπορεί να γίνει για την εξομάλυνση των όλων όσων συμβαίνουν;
Μια γυναίκα περπατά μπροστά από τις σημαίες της Ελλάδας και της πΓΔΜ, ζωγραφισμένες σε τοίχο στα Σκόπια, στις 10 Ιανουαρίου 2018. OGNEN TEOFILOVSKI / REUTERS
——————————————————————————————–
Πρώτον, είναι απαραίτητη μια απεικόνιση της σημερινής κατάστασης κυρίως στα Δυτικά Βαλκάνια. Δεύτερον, χρειάζεται η ανάλυση των επιδιώξεων των μεγάλων δυνάμεων της περιοχής. Τέλος, χρήσιμα είναι τα συμπεράσματα που οδηγούν σε απαισιοδοξία σχετικά με την Βαλκανική Χερσόνησο και οι πολιτικές που θα οδηγούσαν σε μια εξομάλυνση της αστάθειας.
Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΔΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
Η περιοχή των Βαλκανίων μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ακολούθησε τη μοίρα της ίδιας της ΕΣΣΔ. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κληροδότησε νέα κράτη που ανήκαν (και εν πολλοίς ανήκουν) στην κατηγορία των μετακομμουνιστικών καθεστώτων. Βάσει αυτής της κατηγοριοποίησης, τα κράτη αυτά όφειλαν να προβούν στις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις ώστε να μετατραπούν σε Δυτικού τύπου δημοκρατίες και να ακολουθήσουν τους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Οι διαδικασίες ενσωμάτωσης, όπως αποδείχθηκε και με την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας, ήταν περισσότερο δύσκολες από ό,τι αναμενόταν να είναι.
Η πρωτομαγιά του 2004 ήταν ιστορική μέρα τόσο για τα Βαλκάνια, όσο και για άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, χώρες που στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, καθώς ολοκλήρωσαν την εισδοχή τους στην ΕΕ. Η πρώτη χώρα που έγινε δεκτή στην ΕΕ από τα Βαλκάνια, ήταν η Σλοβενία. Πρωτοχρονιά του 2007, Βουλγαρία και Ρουμανία έγιναν επίσης πλήρη μέλη της ΕΕ ενώ η τελευταία διεύρυνση της ΕΕ που έγινε την 1η Ιουλίου 2013, αφορούσε πάλι τα Βαλκάνια και την Κροατία. Ωστόσο, η de jure αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου ως ανεξάρτητο κράτος, άφησε την παρακαταθήκη μιας αναζωπύρωσης του αλυτρωτισμού, ο οποίος είναι βασικός παράγοντας αστάθειας της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τα προβλήματα που μαστίζουν τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, (Σερβία, Βοσνία, Κοσσυφοπέδιο, Αλβανία, πΓΔΜ και Μαυροβούνιο) είναι χαρακτηριστικά προβλήματα μετακομμουνιστικών καθεστώτων. Διαφθορά, έλλειψη θεσμών, οικονομική στασιμότητα. Ο εθνικισμός και ο αλυτρωτισμός, λόγω των παραπάνω προβλημάτων συνεχίζει να είναι το ισχυρό χαρτί κάθε επίδοξης κυβέρνησης σε αυτές τις χώρες. Αλβανία, πΓΔΜ, Μαυροβούνιο και Σερβία είναι επίσημα υποψήφια μέλη της ΕΕ. Παρόλα αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικά προβλήματα που θέτουν εν αμφιβόλω την πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων των παραπάνω χωρών.
Πρώτον, η ΕΕ μετά την κρίση του 2008 βρίσκεται σε μια περίοδο πολλών ανοιχτών ζητημάτων. Η συζήτηση για το «αν» και «πόσο» η διεύρυνση είναι επιζήμια για την εμβάθυνση, έχει ξεκινήσει αρκετό καιρό. Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε, το προσφυγικό ζήτημα, η κρίση στην ευρωζώνη, η ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς και της ξενοφοβίας, η ανάγκη για πρωτοβουλίες οικοδόμησης τρόπων αντιμετώπισης των τρομοκρατικών ενεργειών εντός κρατών-μελών της ΕΕ, αλλά και αποσχιστικές τάσεις περιοχών που βρίσκονται εντός κρατών-μελών της ΕΕ (πχ Καταλονία) αποτελούν τα βασικά ζητήματα που οδηγούν τις Βρυξέλλες σε σκεπτικισμό αναφορικά με μια νέα διεύρυνση.
Δεύτερον, κάποιες χώρες έχουν ειδικές σχέσεις με δυνάμεις που έχουν αρκετές διαφορές με την ΕΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η Σερβία. Το Βελιγράδι έχει υπογράψει Σύμφωνο ελευθέρου εμπορίου με την Ρωσική Ομοσπονδία και έως τώρα, επιθυμεί να γίνει δεκτή στην ΕΕ διατηρώντας τις παραδοσιακές της σχέσεις με τη Μόσχα. Το μέλλον των ευρω-ρωσικών σχέσεων, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την υποψηφιότητα της Σερβίας. Αν αθροίσουμε τους δύο λόγους που καθιστούν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις αργές και επισφαλείς θα δούμε πως η ΕΕ βρίσκεται σε ένα δίλημμα αναφορικά με την ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων. Αν τα ενσωματώσει, θα υιοθετήσει για αρκετά χρόνια τα προβλήματα των χωρών αυτών. Αν δεν προχωρήσει σε μια τέτοια ενσωμάτωση, τότε οι ηγεσίες των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων θα πάψουν να έχουν ως κίνητρο την ευρωπαϊκή τους πορεία και ο αλυτρωτισμός θα αυξηθεί ανάλογα με τον εθνικισμό. Πέραν αυτού, όλο και περισσότερο, η Ρωσία θα μπορεί να επηρεάζει την Βαλκανική Χερσόνησο.
Το δίλημμα των Βρυξελλών γιγαντώνεται αν κάποιος λάβει υπόψιν του τον εν εξελίξει αλυτρωτισμό που λαμβάνει χώρα. Η Σερβία και η Αλβανία διατηρούν κακές σχέσεις. Η σερβική μειονότητά της (Republika Srpska στην Βοσνία Ερζεγοβίνη) που αγγίζει το 30% του συνολικού πληθυσμού, καθώς και οι σερβικές μειονότητες σε πΓΔΜ και Κοσσυφοπέδιο, έχουν αρχίσει να οραματίζονται την ένωσή τους με την Σερβία [1].
ΗΠΑ, ΡΩΣΙΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΡΙΖΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
Από την διευθέτηση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου και μετά, οι ΗΠΑ αποδεσμεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα Βαλκάνια. Ήδη από την Συμφωνία της Οχρίδας και μετά, (2001) η Ουάσινγκτον ασκούσε πίεση στην ΕΕ προκειμένου να αναλάβει τα βάρη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Όλο αυτό το διάστημα, τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τα Βαλκάνια με όρους διαχείρισης των κρίσεων που λάμβαναν χώρα και όχι με κάποια στρατηγική που θα έδινε μόνιμες λύσεις στην περιοχή, λύσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν σταθερότητα.
Η επανάκαμψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας μετά το γεωπολιτικό σοκ της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, ανάγκασε τις ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν ξανά τα Βαλκάνια με μια στρατηγική ενατένιση. Οι ΗΠΑ επιθυμούν μια συμπαγή και σταθερή Ευρώπη η οποία δε θα εξαρτάται ενεργειακά από την Ρωσία. Η σταθερότητα της Γηραιάς Ηπείρου αποτελεί μείζονος σημασίας στόχο των ΗΠΑ καθώς θεωρούν πως η αστάθεια (πχ σε περιοχές όπως τα Βαλκάνια) θα αποτελεί ευκαιρία για την ρωσική διείσδυση. Μετά την ουκρανική κρίση, η ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια αποτελούν κρίσιμους γεωπολιτικούς χώρους για την Ουάσινγκτον που προσπαθεί να εφαρμόσει μια πολιτική αποτροπής έναντι της ρωσικής επιρροής.
Η σερβική ανακοίνωση για αγορά πολεμικών ελικοπτέρων από την Ρωσική Ομοσπονδία ενώ το Κοσσυφοπέδιο είναι έτοιμο να δημιουργήσει τον δικό του στρατό, η εξαιρετική αστάθεια στην ΠΓΔΜ στα οποία υποβόσκει μια εθνοτική σύγκρουση μεταξύ Αλβανών και Σλάβων και οι αποσχιστικές τάσεις της σερβικής μειονότητας στην Βοσνία, δημιουργούν μεγάλες ανησυχίες στην Ουάσινγκτον για τον παρεμβατισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας που έχει θέσει ως στόχο την δημιουργία του αγωγού Turkish Stream, ο οποίος θα αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή των Βαλκανίων.
Οι στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ στα Βαλκάνια είναι οι εξής: 1. Η ενεργειακή διαφοροποίηση της Ευρώπης και η ενεργειακή της απεξάρτηση από την Ρωσία (η στήριξη του αγωγού ΤΑΡ που περνά από τη Βαλκανική Χερσόνησο). 2. Ο έλεγχος των προσφυγικών ροών από τη Μέση Ανατολή και η πρόληψη τρομοκρατικών χτυπημάτων. Μια πιθανή αναζωπύρωση των εθνοτικών συγκρούσεων στα Βαλκάνια μπορεί να ενεργοποιήσει πυρήνες του ΙSIS που είναι ήδη εγκατεστημένοι στην περιοχή. 3. Η εξάλειψη της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος που επιφέρουν αστάθεια στην περιοχή και μπορούν να μετατραπούν σε ευκαιρίες της ρωσικής διείσδυσης όσο η ΕΕ δεν εντάσσει στην Ε.Ε τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων [2].
Η παγωμένη σύγκρουση στην Ουκρανία, αναγκάζει τη Μόσχα να αναζητήσει χώρο που θα μπορεί να αξιοποιήσει την ενεργειακή της ατζέντα αλλά και τον χώρο που θα της δώσει πλεονεκτήματα έναντι της Δύσης. Τα Βαλκάνια αποτελούν μια κρίσιμη περιοχή για την Ρωσική Ομοσπονδία και μέσα από το σχέδιο του Turk Stream, το Κρεμλίνο επιχειρεί να αποκτήσει στρατηγικές σχέσεις με την Σερβία, τη Βουλγαρία, την πΓΔΜ και την Ουγγαρία. Η γεωπολιτική ανασυγκρότηση της ανατολικής Ευρώπης και η σύνδεσή της με την Βαλκανική Χερσόνησο υπό τη ρωσική επιρροή, αποτελεί μια στρατηγική επιρροή για την Μόσχα η οποία έχει επενδύσει και στην ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου της Σερβίας [3].
Η Τουρκία έχει επίσης μια δική της πολιτική στα Βαλκάνια. Πέραν των ειδικών σχέσεων που έχει με την Βοσνία Ερζεγοβίνη, διατηρεί στρατιωτική βάση στην Αλβανία και έχει αυξήσει την επιρροή της στην πΓΔΜ. Αυτό που επιθυμεί η Άγκυρα, είναι η αξιοποίηση των μουσουλμανικών πληθυσμών σε αυτές τις χώρες και στην Βουλγαρία. Η αποτυχημένη πολιτική της Τουρκίας στο κομμάτι της ανάδειξής της σε περιφερειακή δύναμη που θα εκπροσωπεί τους Μουσουλμάνους της ευρύτερης Μέσης Ανατολής σε συνδυασμό με την αναγκαστική της συμπόρευση με τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή, την οδηγεί στην αναζήτηση ρόλου στα Βαλκάνια. Γερμανία και ΗΠΑ ανησυχούν ιδιαίτερα για τις τουρκικές βλέψεις καθώς και λόγω του Turk Stream αλλά και των στρατηγικών σχέσεων της Άγκυρας με τη Μόσχα, η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπον τινά «δούρειο ίππο» στην περιοχή.
Η ισχυρότερη χώρα της ΕΕ, η Γερμανία, έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή. Ευρισκόμενη στην πρώτη τριάδα εμπορικών εταίρων κάθε χώρας των Δυτικών Βαλκανίων και ούσα μια εκ των πιο σημαντικών χωρών σε οικονομικές επενδύσεις στην περιοχή, η Γερμανία αυξάνει το ενδιαφέρον της και επιθυμεί να διαδραματίσει έναν ακόμη πιο σημαντικό ρόλο επηρεάζοντας και την ΕΕ προς αυτήν την κατεύθυνση. Το κενό που άφησε η μείωση των προσδοκιών των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων να γίνουν μέλη της ΕΕ, μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008, το κάλυψε το Βερολίνο, το οποίο έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο αναφορικά με την επιρροή του στην Βαλκανική Χερσόνησο. Το 2014 η Γερμανία εγκαινίασε μια πρωτοβουλία για περαιτέρω αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια, γνωστή ως Berlin Process, η οποία το περασμένο έτος μετατράπηκε στην Berlin Process Plus. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, το Βερολίνο αυξάνει τις δαπάνες για την δημιουργία έργων υποδομής στην περιοχή, κυρίως στην Σερβία την οποία θεωρεί ως την πιο σημαντική χώρα της περιοχής, λόγω της γεωγραφικής της θέσης.
Είναι φυσιολογικό να επιθυμεί η Γερμανία να μην επιτρέψει την αποκοπή των Δυτικών Βαλκανίων από την ευρωπαϊκή τους τροχιά μέχρι η ΕΕ να γίνει ικανή για περαιτέρω διεύρυνση. Το προσφυγικό ζήτημα και η έξαρσή του το 2015 καθώς και η ρωσική προσπάθεια διείσδυσης στην περιοχή μετά την κρίση τους Ουκρανίας, αποτέλεσαν τα δύο μεγαλύτερα κίνητρα του Βερολίνου ώστε να εμβαθύνει τις σχέσεις του με τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων. Η αποτυχία στην αποτροπή μιας προσφυγικής κρίσης και μιας έξαρσης του εθνικισμού στα Δυτικά Βαλκάνια θα απειλούσε την σταθερότητα της Ευρώπης και θα έδινε περισσότερη τροφή στην ανάπτυξη της γερμανικής ακροδεξιάς [4]. Η μεγάλη σημασία που δίνει το Βερολίνο στην Σερβία, υπακούει και σε άλλη μια πολύ κρίσιμη γεωστρατηγική εξέλιξη. Πρόκειται για το Intermarium το οποίο έχει υποστηριχθεί από τις ΗΠΑ και ανησυχεί ιδιαίτερα και την Γερμανία, και την περίκλειστη Σερβία.
Η πρωτοβουλία για το Intermarium που εξελίσσεται στο λεγόμενο Three Seas Project, έχει υποστηριχθεί από τις ΗΠΑ. Σε αυτό, λαμβάνουν μέρος η Πολωνία, η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Ο στόχος είναι να ανήκει σε αυτό η Ουκρανία, η Βουλγαρία και τα Βαλκάνια. Με αυτόν τον τρόπο, η Βαλτική Θάλασσα θα ενώνεται γεωπολιτικά με τη Μαύρη Θάλασσα και με την Αδριατική. Ο κύριος στόχος αυτής της πρωτοβουλίας, είναι να ενισχύσει την αποτρεπτική πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας και της Κίνας και να ελέγξει την συμπεριφορά της Γερμανίας [5].
Ο χάρτης του Three Seas Project.
——————————————————————————————–
ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Η ΕΕ δεν είναι σε θέση να προβεί άμεσα σε μια διεύρυνση. Ο Jean Claude Juncker αποκάλυψε πως η Σερβία και το Μαυροβούνιο θα μπορούν να είναι μέλη της ΕΕ το 2025. Έχοντας ως δεδομένο πως οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ δεν είναι αυτή τη στιγμή οι καλύτερες δυνατές, η αστάθεια που μεγαλώνει στα Βαλκάνια μπορεί να αποτελέσει μια πρώτης τάξης γέφυρα για την βελτίωση των σχέσεών τους. Η παγωμένη σύγκρουση στην Ουκρανία και η έκρυθμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή δεν πρέπει να ολοκληρωθούν με μια γενικευμένη αστάθεια στην Βαλκανική Χερσόνησο.
Το μείζον ζήτημα είναι πως ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή σε συνδυασμό με την επιδείνωση των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, δεν αφήνουν περιθώρια για μεγάλη αισιοδοξία. Οι ΗΠΑ ανησυχούν για τις ειδικές σχέσεις που έχει η Σερβία με την Ρωσική Ομοσπονδία και παράλληλα, για τις πολύ καλές σχέσεις που έχει η Σερβία με την Γερμανία. Το Βερολίνο δε, φαίνεται να ανησυχεί για τις σερβο-ρωσικές σχέσεις και οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν καθώς θεωρούν πως κράτη που δεν διατηρούν καλές σχέσεις με τηn Σερβία (όπως η Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο) μπορεί να στηριχθούν στον αλυτρωτισμό. Η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει την πολυτέλεια να απωλέσει την επιρροή της στα Βαλκάνια μετά την ουσιαστική διχοτόμηση της Ουκρανίας και επιθυμεί να αποτρέψει την υλοποίηση του Intermarium-Three Seas Project, μια αποτροπή που επιθυμεί και η Γερμανία. Η Τουρκία, δεδομένων των εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή, θα μπορούσε να ενισχύσει την μουσουλμανική ταυτότητα των πληθυσμών που είναι ομόδοξοι με την Τουρκία και προωθώντας μαζί με τη Μόσχα τον Turk Stream, να λάβουν χώρα απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για τα Βαλκάνια όσο και για την Ευρώπη στο σύνολό της.
Η προσεκτική διεύρυνση της ΕΕ θα ήταν μια λύση. Σύμφωνα με αυτήν, τα κράτη οφείλουν πρώτα να εξυγιανθούν (πάταξη οργανωμένου εγκλήματος, εξάλειψη των πυρήνων του ΙSIS, μείωση της διαφθοράς, δημιουργία δημοκρατικών θεσμών, αύξηση του βιοτικού επιπέδου κτλ) και μετά να εισέλθουν στην ΕΕ φιλτράροντας με αυτόν τον τρόπο τα επικίνδυνα προβλήματα των κρατών αυτών που θα προστίθεντο στα ήδη πολλά που αντιμετωπίζει η ΕΕ, σε περίπτωση μιας ταχείας εισδοχής τους. Δεύτερον, η εξομάλυνση των αμερικανορωσικών σχέσεων θα διαδραμάτιζε καταλυτικό ρόλο στην περιοχή η οποία, αν ακολουθήσει την πόλωση των δύο δυνάμεων θα οδηγηθεί στην εποχή της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα. Τρίτον, η αξιοποίηση της Ελλάδας θα έδινε την δυνατότητα διεύρυνσης και εμβάθυνσης του διαλόγου γύρω από τα Βαλκάνια, δεδομένου του γόνιμου ρόλου που διαδραμάτισε η Ελλάδα κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ και της δυνατότητας που έχει η Αθήνα να συνομιλεί με πολλούς ετερόκλητους παράγοντες. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα είναι η χώρα-«κλειδί» για όλη την περιοχή αστάθειας που εκτείνεται από την Συρία μέχρι την Ουκρανία και από εκεί, μέχρι τα Βαλκάνια.
Από το 1973 –που άρχισε η εκμετάλλευση του κοιτάσματος του Πρίνου, στη Θάσο– μέχρι το 1994, η Τουρκία είχε έναν μείζονα εθνικό στόχο, τον οποίον με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στήριζαν οι ΗΠΑ και η Ρωσία.
Να μην επεκτείνει η Ελλάδα τα χωρικά της ύδατα από τα έξι στα δώδεκα μίλια, κάτι που έχει πράξει όμως η Τουρκία στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο.
Η Ελλάδα αναγκάστηκε να πάρει το μήνυμα της Τουρκίας τουλάχιστον δύο φορές, μία τη δεκαετία του ’70 και μία τη δεκαετία του ’80, όταν μετά από δύο κρίσεις αναγκάστηκε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία και υπό την πίεση των ΗΠΑ να δεχτεί την πρώτη φορά το γνωστό «Πρωτόκολλο της Βέρνης» και τη δεύτερη τις συνομιλίες Ανδρέα-Οζάλ στο Νταβός.
Με το πρωτόκολλο της Βέρνης (1977), που υπέγραψαν οι Καραμανλής και Ντεμιρέλ, οι δυο χώρες δεσμεύονταν να απέχουν από «προκλητικές ενέργειες» σε συγκεκριμένες περιοχές στο Αιγαίο. Στις συνομιλίες Ανδρέα Παπανδρέου – Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός (1988), η Ελλάδα εγκατέλειψε επί της ουσίας την πολιτική της αναγνώρισης της οροθέτησης της υφαλοκρηπίδας ως μόνης «νομικής» διαφοράς και της παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, συμφωνώντας να επανεξεταστούν όλα τα θέματα από δύο επιτροπές και το Κυπριακό να μπει στο «ράφι».
Το Νταβός άνοιξε το δρόμο στις διεκδικήσεις της Τουρκίας για να φθάσουμε στο 1994, τότε που η Ελλάδα, υπό την απειλή πολέμου της Τουρκίας, δεν προέβη σε επέκταση των χωρικών της υδάτων στα δώδεκα μίλια, όπως πλέον της έδινε ξεκάθαρα το δικαίωμα η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που τέθηκε σε ισχύ τον Νόεμβριο του 1994.
Ο Βαγγέλης Βενιζέλος έχει να πει πολλά για το θέμα, αφού σ’ αυτόν έπεσε ο κλήρος να κάνει τη σχετική δήλωση, μετά τις αφόρητες πιέσεις που είχε ασκήσει ο τότε επιτετραμένος της πρεσβείας των ΗΠΑ στον Ανδρέα Παπανδρέου.
Στα παραπάνω βλέπουμε την κλιμάκωση των εθνικών στόχων της Τουρκίας, που ξεκίνησαν με την αμφισβήτηση του δικαιώματος ερευνών στις υπό οροθέτηση περιοχές του Αιγαίου (Πρωτόκολλο Βέρνης), επεκτάθηκε η αμφισβήτηση και στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου (Νταβός) και φθάσαμε στην απαγόρευση της επέκτασης των χωρικών υδάτων υπό την απειλή πολέμου και μετά από ταυτόχρονη πίεση των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Μετά από όλα αυτά, και αφού η Άγκυρα επιτύγχανε σταδιακά τους στόχους που έθετε κάθε φορά, ήλθαν τα Ίμια, όπου η Τουρκία έθεσε για πρώτη φορά ζήτημα αμφισβήτησης της εθνιής μας κυριαρχίας στα Ίμια και σε άλλα 155 νησιά και βραχονησίδες, για να ακολουθήσει η διακήρυξη της Μαδρίτης (1997), όπου υπό την πίεση της εριτίμου κυρίας Μαντλίν Όλμπράιτ, οι κ.κ. Σημίτης και Ντεμιρέλ υπέγραψαν μεταξύ άλλων και το εξής:
Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους.
Αφού η Τουρκία εξασφάλισε και με υπογραφή Έλληνα πρωθυπουργού ότι έχει «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα» στο Αιγαίο, έκανε επανακαθορισμό των στόχων της, που είναι η διεκδίκηση των 157 νησιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και η διεκδίκηση του δικαιώματος στην Έρευνα και Διάσωση ανατολικώς του 25ου μεσημβρινού, που στην ουσία σημαίνει διχοτόμηση του Αιγαίου.
Και για να μην έχουμε καμία αμφιβολία, ακόμα και αν η Τουρκία πάρει τα 157 νησιά και ελέγξει το μισό Αιγαίο, ακριβώς από την επόμενη μέρα θα αρχίσει να διεκδικεί το υπόλοιπο μισό, χωρίς φυσικά να περιοριστεί σ’ αυτό.
Για τη Θράκη δεν λέμε τίποτα, αλλά είναι επίσης αμφίβολο αν οι διεκδικήσεις της σταματήσουν στον ποταμό Νέστο.
Η σκληρή πραγματικότητα είναι αυτή, και όλοι πλέον γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής στα παραπάνω.
Όσον αφορά την ιεράρχηση των στόχων της τουρκικής εθνικής στρατηγικής, από το 1999 τέθηκε ως πρώτη προτεραιότητα η είσοδος της Τουρκίας στην ΕΕ, για να εξουδετερώσει το πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας από το 1981.
Το διάστημα από το 1999 μέχρι το 2015 οι εθνικοί στόχοι της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Θράκη για λόγους τακτικής μπήκαν αναγκαστικά στο… ράφι, με την υποσημείωση ότι η πολεμική της μηχανή συνέχισε να προετοιμάζεται χωρίς καμία επιβράδυνση.
Το 2015, κυρίως λόγω των εξελίξεων στη Συρία και της δημιουργίας των κουρδικών καντονιών στη Ροζάβα, η Τουρκία αναγνώρισε ως πρώτη προτεραιότητα της εθνικής της στρατηγικής την εξάλειψη της κουρδικής απειλής, θέτοντας ως τρίτη την είσοδό της στην ΕΕ.
Έτσι, τη δεύτερη θέση πήραν τα ζητήματα που σχετίζονται με τις διεκδικήσεις της Τουρκίας περί τα ενεργειακά στην κυπριακή ΑΟΖ και το Αιγαίο, διεκδικήσεις που στηρίζονται στα αναγνωρισμένα από την Αθήνα «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντά της στο Αιγαίο».
Αυτές είναι οι προτεραιότητες και οφείλουμε να τις αναλύσουμε με μεγάλη προσοχή, για να μην κάνουν άσχετες δηλώσεις οι κυβερνώντες και να μην βρεθούμε προ εκπλήξεως ως έθνος.
Οι τέσσερις λόγοι που ο δρόμος της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση είναι χωρίς επιστροφή. Πού θα πρέπει να εστιάσουν τώρα όσοι ήθελαν να παραμείνει η χώρα στους κόλπους της ΕΕ.
Δημοσιεύθηκε: 2 Απριλίου 2018 – 14:30
Του Wolfgang Münchau
Γεγονότα σίγουρα θα ανακύψουν μεταξύ του σήμερα και της 29ης Μαρτίου του 2019, της προγραμματισμένης ημερομηνίας στην οποία επίσημα η Βρετανία θα φύγει από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Αλλά ακόμα και αν έχουμε αυτό κατά νου, είμαι ευτυχής που θα κάνω μια πρόβλεψη: το παράθυρο για επιτυχημένη ανάκληση του Brexit κλείνει, και ίσως ήδη περάσαμε στο σημείο που μπορεί να ανακληθεί για τέσσερις λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι υπάρχει τώρα μεγάλη πιθανότητα να υπάρξει συμφωνία για τη συνθήκη αποχώρησης. Όλα τα δύσκολα κομμάτια έχουν υπογραφεί. Για την ΕΕ, τα πιο σημαντικά ήταν ο οικονομικός διακανονισμός και τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών στην ΕΕ. Οι δύο πλευρές κατέληξαν επίσης σε συμφωνία για τα ιρλανδικά σύνορα τον Δεκέμβριο και πρόσφατα για τη μεταβατική περίοδο.
Η μόνη ουσιαστική διαφωνία είναι το πώς θα μεταφραστεί η συμφωνία για τα ιρλανδικά σύνορα σε ένα δεσμευτικό νομικά κείμενο. Οι διαπραγματεύσεις μπορεί ακόμα να αποτύχουν σε αυτό το ζήτημα. Το καθήκον για τους Βρετανούς και Ευρωπαίους διαπραγματευτές θα είναι να βρουν τις κατάλληλες «πονηρές» λέξεις που μεταφράζουν το λογικά ασυνάρτητο μαγείρεμα που συμφωνήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο σε ένα λογικά ασυνάρτητο νομικό κείμενο. Αυτό δεν θα λύσει τη «φυσική» του πώς θα μείνουν ανοικτά τα σύνορα όταν φύγει το Ηνωμένο Βασίλειο από τη νομισματική ένωση. Αγοράζει όμως χρόνο.
Η Ε.Ε. και η Μεγάλη Βρετανία πρέπει επίσης να συμφωνήσουν στην πολιτική δήλωση για τη μελλοντική τους σχέση. Θα επισυνάπτεται, αλλά χωριστά, από τον λογαριασμό απόσυρσης. Θα εστιάζει περισσότερο στο περιεχόμενο της μελλοντικής σχέσης παρά στα μέσα με τα οποία θα επιτευχθεί. Αμφιβάλλω αν θα είναι αρκετά αμφιλεγόμενο ώστε να πειστεί η πλειοψηφία των βουλευτών να ψηφίσει κατά του συνολικού πακέτου. Όταν πρόκειται για την πραγματική ψήφο, το βρετανικό κοινοβούλιο θα αντιμετωπίσει την επιλογή που είχε από την αρχή: έξοδος από την Ε.Ε. με συμφωνία ή χωρίς.
Ο δεύτερος λόγος που η αντιστροφή του Brexit έχει γίνει λιγότερο πιθανή είναι ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης. Στη θεωρία, το κοινοβούλιο θα μπορούσε να θέσει την έγκριση της Συνθήκης σε ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Όμως εκτός από αυτούς που θέλουν ένα δεύτερο δημοψήφισμα, υπάρχουν αυτοί που διστακτικά αποδέχονται το Brexit και θέλουν να προχωρήσουν, και φυσικά οι σκληροί οπαδοί του.
Το Εργατικό Κόμμα αμφιταλαντεύτηκε επί μακρόν αλλά τώρα στηρίζει μια Συνθήκη Τελωνειακής Ενωσης. Ξεκινώντας από εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, αυτή είναι μια έξυπνη στρατηγική, αλλά δεν θα κάνει μεγάλη διαφορά σε αυτό το στάδιο. Η διαφορά θα μετρήσει περισσότερο στη μεταβατική περίοδο, όταν θα γίνουν οι σκληρές διαπραγματεύσεις για τη μελλοντική εμπορική σχέση.
Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι η ηγεσία των Εργατικών δεν στηρίζει ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Αυτό έγινε ξεκάθαρο όταν ο Jeremy Corbyn, ηγέτης του κόμματος, απέλυσε τον Owen Smith ως «σκιώδη υπουργό» της Βόρειας Ιρλανδίας. Ο Smith ήταν απόλυτος υποστηρικτής ενός δεύτερου δημοψηφίσματος.
Ο τρίτος λόγος είναι ότι η βρετανική οικονομία δεν κατέρρευσε, αντίθετα με τις προβλέψεις. Το ισχυρότερο επιχείρημα όσων αντιδρούσαν ήταν ότι μια οικονομική καταιγίδα θα προκαλούσε μια επανεξέταση σε εθνικό επίπεδο. Αυτό δεν συνέβη. Οσοι κάνουν εκτιμήσεις θα επανέλθουν, όπως πάντα έκαναν, αλλά η αξιοπιστία τους έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει προχωρήσει. Αυτό είναι ένα στοιχείο που σπάνια εξετάζεται στη Μεγάλη Βρετανία. Ένα καλό παράδειγμα του χάσματος στις αντιλήψεις ήταν η άστοχη προσπάθεια του Vince Cable, ηγέτη των Φιλελεύθερων Δημοκρατικών, να ζητήσει από τους φιλελεύθερους Ευρωπαίους ηγέτες να υπογράψουν μια διακήρυξη υπέρ ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. Οι άλλοι φιλελεύθεροι ηγέτες, περιλαμβανομένου του Ολλανδού πρωθυπουργού Mark Rutte, δεν συνωμοτούν κατά των συναδέλφων τους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει επίσης άλλα σημαντικά θέματα για να ανησυχεί: τον διαφαινόμενο εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, τη διπλωματική αντιπαράθεση με τη Ρωσία και τη μεταρρύθμιση της νομισματικής ένωσης.
Μια αντιστροφή του Brexit θα απαιτούσε, τουλάχιστον, αποτυχία συμφωνίας στη Συνθήκη Αποχώρησης του Αρθρου 50 ή ψήφο από το βρετανικό κοινοβούλιο που δεν θα την επικύρωνε. Θα πρέπει να γίνουν επίσης εκλογές.
Οι εκλογές θα πρέπει να παράξουν μια πλειοψηφία υπέρ της αντιστροφής. Θα πρέπει να υπάρξει δημοψήφισμα πριν από τον Μάρτιο του 2019 και νίκη του «remain». Και υπάρχει το, όχι τόσο μικρό, ζήτημα του να αποδεχτεί η ΕΕ την αντιστροφή χωρίς να επιβάλει επιπλέον όρους, όπως το τέλος της επιστροφής χρημάτων (rebate) από τον προϋπολογισμό.
Ούτε ένα από τα παραπάνω δεν είναι πιθανό, αλλά όλα θα πρέπει να συμβούν πριν από τον Μάρτιο του 2019 για να αντιστραφεί το Brexit. Η πιθανότητα τεχνικά δεν είναι μηδέν, αλλά πολύ κοντά για να απορριφθεί. Η πιθανότητα να υπάρξει Brexit χωρίς συμφωνία επίσης δεν είναι μεγάλη, αλλά πολύ μεγαλύτερη από την πιθανότητα επιτυχημένης αντιστροφής.
Η καλύτερη στρατηγική για τους οπαδούς του «remain» είναι να σταματήσουν τις φαντασιώσεις για δεύτερο δημοψήφισμα και να εστιάσουν στην περίοδο μετά το Brexit. Τότε η συζήτηση για τη μελλοντική σχέση θα γίνει πραγματικά ενδιαφέρουσα.
Τις μέρες αυτές, είναι λυπηρό να διαπιστώνει κανείς σε ποιο βαθμό ορισμένοι στην ελάσσονα αντιπολίτευση αδυνατούν να αντιληφθούν τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα, ψάχνοντας τη συναίνεση με την κυβέρνηση για να αναθεωρήσουν το Σύνταγμα, τη στιγμή ακριβώς που βρίσκεται σε εξέλιξη μια ιστορικών διαστάσεων προσβολή που θα έπρεπε να μας συσπειρώσει, αντί να συμμετέχουμε στην πραγματικότητα σε ένα ακόμη παιχνίδι αποπροσανατολισμού της κυβέρνησης. Από αυτή την τελευταία, βέβαια, τι να περιμένει κανείς, αφού η ίδια τα προκάλεσε όλα αυτά;
Πράγματι, στις 12-7-2015, όταν σήμανε το άδοξο τέλος της ανεύθυνης πολιτικής της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η Σύνοδος Κορυφής των χωρών της Ευρωζώνης επέβαλε στη χώρα μας την υποχρέωση να μεταφέρει αξιόλογα περιουσιακά της στοιχεία σε ένα ανεξάρτητο ταμείο, το οποίο θα τα ρευστοποιούσε μέσω ιδιωτικοποιήσεων προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους ίσαμε 50 δισ Ευρώ για να αποπληρωθεί το νέο δάνειο. Από αυτά, τα 25 θα χρησιμοποιούνταν για την επιστροφή των κεφαλαίων που θα καταβάλλονταν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τα 12,5 για την μείωση του λόγου του ΑΕΠ προς δημόσιο χρέος και τα υπόλοιπα 12,5 για επενδύσεις.
Έτσι προέκυψε ένα χρόνο αργότερα η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. Πρόκειται για το λεγόμενο «Υπερταμείο», το οποίο –ενώ στο Τρίτο Μνημόνιο έμελε να έχει διάρκεια ζωής ίση με αυτήν του νέου δανείου που θα μας χορηγούσε ο ESM– με τον ιδρυτικό του νόμο 4389/2016 προβλέφθηκε να διαρκέσει 99 χρόνια!
Στις 19-8-2015, η χώρα μας υπέγραψε τη νέα δανειακή σύμβαση με τον ESM, την επονομαζόμενη «Financial Assistance Facility Agreement» (FFA). Η σύμβαση αυτή, αφού έκανε ρητή αναφορά στην αναγκαιότητα να εφαρμοστεί η παραπάνω απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης, προέβλεψε στο άρθρο 3.4(f) την υποχρέωση της χώρας, εάν το ζητούσε ο ESM, να συναινέσει ώστε να συμπεριληφθεί ως μέρος στη σύμβαση, μαζί με την Ελλάδα, και το Υπερταμείο, προκειμένου αυτό να αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι των δανειστών μας περιλαμβανομένης (α) της αποπληρωμής του νέου δανείου που θα μας χορηγούσε ο ESM με τους πόρους που θα συγκέντρωνε από την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, και (β) της παροχής εγγυήσεων προς τον ESM ότι η Ελλάδα θα ξεπλήρωνε το χρέος της προς αυτόν («to provide to ESM a guarantee and/or indemnity of the Beneficiary Member State’s obligation to repay Financial Assistance»).
Ήδη, στις 27-3-2017, ο ESM αποφάσισε να ζητήσει από την Ελλάδα να τροποποιηθεί η FFA, ώστε το Υπερταμείο να γίνει μέρος στη δανειακή σύμβαση που έχει συνάψει η χώρα μας μαζί του. Υπενθυμίζεται ότι το Υπερταμείο, η διοίκηση και λειτουργία του οποίου ελέγχονται από τους δανειστές μας, καθώς οι εκπρόσωποί τους ελέγχουν το κρισιμότερο όργανο αυτού, που είναι το εποπτικό συμβούλιο, το οποίο ορίζει το διοικητικό συμβούλιο, στις συνεδριάσεις του οποίου συμμετέχει και ένας εκπρόσωπος των δανειστών μας, έχει στην ιδιοκτησία του το σύνολο της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου (τράπεζες, επιχειρήσεις και ακίνητα). Σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο, «σκοπός του Υπερταμείου είναι να κατέχει τις συμμετοχές του κράτους σε δημόσιες επιχειρήσεις». Εάν το ζητήσουν οι δανειστές μας, ακόμη και η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ Α.Ε.) μπορεί να υπαχθεί στο Υπερταμείο.
Άρα, λοιπόν, το σύνολο της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου έχει ταχθεί ως εγγύηση στους δανειστές μας και τώρα ήρθε η ώρα να παραχωρηθεί και τυπικά η εγγύηση αυτή.
Με άλλα λόγια, ο ESM δεν αρκέστηκε στη δέσμευση του κράτους να αποπληρώσει το δάνειο που του χορήγησε. Ζήτησε και την εγγύηση που του υποσχέθηκε όταν συνήψε την αχρείαστη τρίτη δανειακή σύμβαση για την χρηματοδότηση της χώρας κατά τη διάρκεια του τρίτου –επίσης αχρείαστου– Μνημονίου. Και ως εγγύηση θα λάβει ολόκληρη την ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου για 99 χρόνια!
Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για διακεκριμένη περίπτωση εθνικής ταπείνωσης. Διότι τα κράτη συνηθίζουν να δανείζονται με μόνη την υπογραφή τους. Γιατί έχουν λόγο στη διεθνή έννομη τάξη και όταν αναλαμβάνουν διεθνείς υποχρεώσεις, οφείλουν να τις τηρούν. Διότι δεσμεύονται από τον θεμελιώδη κανόνα «pacta sunt servanda» και όταν υπογράφουν μια σύμβαση, οφείλουν να την εφαρμόζουν. Η Ελλάδα δανείστηκε με μόνη την υπογραφή της τόσο το 2010 από τους εταίρους της και το ΔΝΤ, όσο και το 2012 από το EFSF και το ΔΝΤ, χωρίς να παραχωρήσει καμιά εγγύηση. Τότε η Αριστερά, με μπροστάρηδες τους τενόρους της καθηγητές που σήμερα κοσμούν τις κυβερνητικές θέσεις, κατήγγειλε σε όλους τους τόνους την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, στην οποία προέβη τάχα η Ελλάδα συνομολογώντας τις συμβάσεις εκείνες. Ουδέν ψευδέστερον αυτού.
Όταν η Αριστερά ήρθε στα πράγματα, η συμπεριφορά ταύρου εν υαλοπωλείω που ανεύθυνα επέδειξε το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησής της, τρόμαξε τους δανειστές μας, οι οποίοι έσπευσαν να της αποσπάσουν, όταν πλέον είχε περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας να διαπραγματευτεί ο,τιδήποτε, την υπόσχεση να παραχωρήσει εγγύηση επί του συνόλου της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου για την αποπληρωμή του νέου δανείου που μας χορήγησαν το καλοκαίρι του 2015 προκειμένου να αποφύγουμε την πτώχευση.
Η βλάβη που προκάλεσε η Αριστερά στη χώρα δεν σταμάτησε εκεί. Τον Μάιο του 2016, η εγγύηση που είχε παραχωρήσει η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επεκτάθηκε στα 99 χρόνια από την δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και τούτο με μονομερή πράξη της χώρας (ν. 4389/2016). Γιατί; Ποιος μάς υποχρέωσε τότε να επεκτείνουμε τη διάρκεια ζωής του Υπερταμείου, άρα και την εγγύηση, πέραν της διάρκειας ζωής της δανειακής σύμβασης, που ήταν η αρχική μας υποχρέωση σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο; Και τώρα, μας ζητείται να παραχωρήσουμε ό,τι δεσμευτήκαμε στη δανειακή σύμβαση και ακόμη περισσότερα.
Μπορούμε, άραγε, να αρνηθούμε να προσυπογράψουμε την τροποποίηση της σύμβασης που θα μας προτείνει ο ESM;
Κατά τη γνώμη μας, η Ελλάδα δεν πρέπει να υπογράψει την τροποποίηση αυτή, παρά μόνο καθό μέτρο το Υπερταμείο θα αναλαμβάνει δι’ αυτής υποχρεώσεις απ’ ευθείας αποπληρωμής του ESM, κάνοντας χρήση των εσόδων του από την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. Θα μπορούσε ακόμη να προσυπογράψει και τη δυνατότητα του Υπερταμείου να εκδίδει ενυπόθηκα ομολογιακά δάνεια, με τα οποία θα μπορούσε να αντλεί πόρους από τις αγορές για να εξυπηρετεί το χρέος της χώρας, αξιοποιώντας και πάλι τα περιουσιακά του στοιχεία.
Πλην όμως, η Ελλάδα πρέπει να αρνηθεί να αναλάβει το Υπερταμείο υποχρεώσεις εγγυητή έναντι του ESM. Η προσωπική της εγγύηση αρκεί για να διασφαλίσει τα εύλογα συμφέροντα των δανειστών της, που είναι και δικά της συμφέροντα, και δεν χρειάζεται η παροχή της εγγύησης του Υπερταμείου, η οποία, ως δυσανάλογη και καταχρηστική, δεν αρμόζει στις σχέσεις μεταξύ ισότιμων εταίρων, στο μέτρο που ισοδυναμεί με παραχώρηση εμπράγματων εξασφαλίσεων επί περιουσιακών στοιχείων μιας κυρίαρχης χώρας σε ένα άλλο υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.
Η άρνηση αυτή, ωστόσο, θα πρέπει να συνοδευτεί με ταυτόχρονη προσφυγή της χώρας μας στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών της δανειακής σύμβασης, ώστε να της επιτραπεί δικαστικά να μην υπογράψει το σκέλος της εγγύησης στην τροποποίηση που θα της προταθεί. Μπορεί το Δικαστήριο να μη μας δικαιώσει τελικά, πλην όμως θα έχουμε κερδίσει χρόνο στο μεταξύ, διαπραγματευόμενοι την μετά-Μνημόνιο εποχή από καλύτερη θέση.
* Ο κ. Γκλαβίνης είναι αν. καθηγητής διεθνούς οικονομικού δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ.