Αρχική Blog Σελίδα 2827

Στην κόψη του ξυραφιού

0

ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ 13 Απρίλιος 2018, 14:18

Την ώρα που η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και τη Μέση Ανατολή μπαίνει σε μια εντελώς νέα φάση, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ναυτικών, πυραυλικών και αεροπορικών δυνάμεων τουλάχιστον από την εποχή της επιχείρησης «Καταιγίδα της Ερήμου», η κατάσταση στα ελληνοτουρκικά βρίσκεται στην κυριολεξία στην κόψη του ξυραφιού.

Πριν εξηγήσουμε περιληπτικά τι συμβαίνει στα ελληνοτουρκικά, να σημειώσουμε τα εξής σε σχέση με τις εθνικές προτεραιότητες της Τουρκίας:

Όλα δείχνουν ότι πρώτη προτεραιότητα για την Τουρκία είναι η καταπολέμηση της «τρομοκρατίας», που σημαίνει η διάλυση με στρατιωτικά μέσα όποιας διοικητικής αλλά και στρατιωτικής δομής έχουν ιδρύσει οι Κούρδοι που πρόσκεινται στο απελευθερωτικό κίνημα που έχει ως πνευματικό ηγέτη τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν, στην Τουρκία, τη Συρία και το βόρειο Ιράκ.

Όσον αφορά τις δομές στην Τουρκία, ο Ερντογάν μετά τις εκλογές του 2015, οπότε το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών έλαβε το ασύλληπτο 13,1% εκλέγοντας 80 βουλευτές, έχει φυλακίσει τους μισούς Κούρδους πολιτικούς, και με το νόμο έκτακτης ανάγκης που επέβαλε μετά το εναντίον του πραξικόπημα προσπαθεί να εξουδετερώσει τις δυνάμεις των ανταρτών που δρουν στην τουρκική επικράτεια.

Όσον αφορά τους Κούρδους της Συρίας, έχει πραγματοποιήσει δυο επιχειρήσεις, τις «Ασπίδα του Ευφράτη» και «Κλάδος Ελαίας», καταλαμβάνοντας τα εδάφη της Αλ Μπαμπ και του Αφρίν, ενώ έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει την «εκκαθάριση» φθάνοντας μέχρι τα σύνορα με το Ιράκ.

Φυσικά στις περιοχές αυτές υπάρχει και η παρουσία των ΗΠΑ, εμπόδιο που πρέπει με κάποιον τρόπο να ξεπεράσει η Τουρκία.

Τέλος, η Τουρκία δηλώνει ότι δεν μπορεί να ανεχθεί και να σηκώσει άλλα τριάντα χρόνια στην πλάτη της το όρος Κανδήλι, όπου βρίσκεται η κεντρική βάση των Κούρδων ανταρτών, δείχνοντας αποφασισμένη να καταλάβει σταδιακά εδάφη στο βόρειο Ιράκ μέχρι να καταστεί δυνατή μια τελειωτική επιχείρηση στο Κανδήλι.

Για να γίνουν όλα τα παραπάνω, πέραν του ότι πρέπει να λυθούν πολιτικά ζητήματα με τις ΗΠΑ, το Ιράκ και το Ιράν, ο Ερντογάν γνωρίζει ότι απαιτείται σοβαρή προσπάθεια σε στρατιωτικό επίπεδο, γι’ αυτό και η δήλωσή του πριν από μερικές εβδομάδες ότι «αν χρειαστεί θα γίνει επιστράτευση μέχρι το καλοκαίρι».

Τώρα, με την αύξηση της έντασης στη Συρία και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ, τα πράγματα περιπλέκονται αφενός μεν γιατί δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η αντίδραση της Ρωσίας και αφετέρου γιατί η Τουρκία θα αναγκαστεί να πάρει μια εξαιρετικά δύσκολη απόφαση: Να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις που έχει ως χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, άρα να ανοίξει όλες τις βάσεις που έχει για να χτυπήσουν από κει τη Συρία και τις δυνάμεις της Ρωσίας ή να αρνηθεί το ΝΑΤΟ και να συνεχίσει να συμπορεύεται με τη Ρωσία και το Ιράν.

Πρόκειται όντως για μια στρατηγικής και συνάμα ιστορικής σημασία απόφαση, που θα κληθεί να λάβει ο Ερντογάν τις επόμενες μέρες ή ώρες.

Όμως, παράλληλα με όλα τα παραπάνω, η Τουρκία δεν αφίσταται των άλλων εθνικών της στόχων, στην Κύπρο και το Αιγαίο. Και δεν παύει να μας το θυμίζει εκτός των άλλων και ο καθ’ ύλην αρμόδιος αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Χουλουσί Ακάρ.

Να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα: Η Τουρκία έχει εθνικό σχεδιασμό που αποσκοπεί στον έλεγχο του Αιγαίου από τον 25ο μεσημβρινό και ανατολικά, και έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Και το σχεδιασμό αυτόν προσπαθεί να τον υποστηρίξει με τις ανάλογες πολιτικές, με επιχειρησιακά σχέδια, με ανάλογες στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμούς, με αξιόλογη εθνική αμυντική βιομηχανία και με τη 17η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Αυτή είναι μια αλήθεια που θα ήταν μεγάλο λάθος να μην αντιληφθεί το πολιτικό μας σύστημα, να μην την αναλύσει και να μην πράξει τα δέοντα για να την αντιμετωπίσει.

Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ανεξάρτητα με το ποιο κόμμα ή πρόσωπο βρίσκεται στην εξουσία, αυτόν τον εθνικό σχεδιασμό τον υποστηρίζει και προωθεί τις θέσεις και τις επιδιώξεις της στο Αιγαίο και την Κύπρο η Τουρκία, με συνέπεια και εκμεταλλευόμενη τις εγγενείς αδυναμίες που έχει το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα, τις ιδεοληψίες μια μεγάλης μερίδας του πολιτικού κόσμου, που έφθασε μέχρι το σημείο να πει πολιτικός που σήμερα είναι υπουργός ότι «θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία» και το φοβικό σύνδρομο που διατρέχει πολιτικό σύστημα και μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Αυτή είναι η κατάσταση· πρώτη προτεραιότητα η εξουδετέρωση της κουρδικής απειλής, σταθερή επιδίωξη η υλοποίηση των εθνικών στόχων στο Αιγαίο και την Κύπρο.

Πού εντάσσονται οι μεγάλης κλίμακας ασκήσεις «Εφές» και Ντενίζκουρντου», που θα γίνουν από τις 30 Απριλίου μέχρι τις 10 Μαΐου στις ακτές της Σμύρνης, θα το δούμε στο άρθρο μας της Κυριακής.

pontos-news.gr

The Case for Bombing Assad

0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Bombing Syria over President Bashar al-Assad’s use of chemical weapons in Douma last week—as President Donald Trump announced this evening—is almost an absurdity. Nearly half a million people on all sides have been killed in Syria since the civil war erupted in 2011, barely 100 of them by the regime’s most recent sarin attack. Assad can mass murder civilians by the hundreds of thousands with exploding barrel bombs packed with shrapnel, but he can’t gas 0.01 percent as many with a nerve agent? It barely even makes any sense and seems driven more by an emotional reaction to ghastly reports on television than anything else. And yet it makes sense. The use of any and all weapons of mass destruction anywhere in the world must remain taboo, and it can’t remain taboo if it isn’t punished.

War is hell and always will be, but it’s less hellish now than it was. The mood almost everywhere on earth during the smoldering aftermath of the two world wars was let’s never do that again. Alas, the first wasn’t the war to end all wars as so many had hoped, and genocide didn’t go the way of the dodo after the second.

Even so—and hard as it is to believe for anyone who pays even the slightest attention to news coverage—war is on its way down if not out. In his book, The Better Angels of Our Nature: Why Violence Has Declined, Harvard Professor Steven Pinker makes a compelling case that homicidal violence of all kinds (including crime as well as war) have been steadily declining for centuries and that we are currently living in the least violent era of our species’ history.

Take a look, for instance, at his graph for war-related deaths since the end of World War II:

Tottengraph12April2018-(1).png

The first peak on the left represents the Korean War, the next bulge the Vietnam War, the second smaller bulge the Iran-Iraq War, and the last uptick the Second Congo War. The armed conflicts in Afghanistan, Iraq and Syria hardly even register as a blip. Everything on that graph is a blip next to World War II. That’s why it isn’t shown. Word War II was so catastrophically violent that everything afterward would appear as a flat line hugging the bottom. Even more people per capita were killed before the bloody twentieth century when wars and homicidal violence of all kinds were as routine as the weather.

Violence has declined for a vast number of complex reasons, far too many to list in a short article, and the long decline began centuries before the dates in the graph above. Since World War II, though, an array of treaties and agreements commonly referred to as “international law” have made wars not only less common but also less brutal.

For example:

  • The Geneva Conventions, negotiated in 1949, which protect prisoners of war from torture and other abuses.
  • The Law of Armed Conflict, also known as the “law of war,” a body of international agreements that regulate hostilities between belligerents and clearly define what is and what is not a war crime.
  • The International Criminal Court in The Hague, which places war criminals on trial if and when their home countries are unwilling or unable to do so.
  • The Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons, which should need no explanation, signed in 1968 and effective in 1970.
  • The Biological Weapons Convention, signed in 1972 and effective in 1975, prohibits the development of “microbial or other biological agents…that have no justification for prophylactic, protective or other peaceful purposes.”
  • The Chemical Weapons Convention, drafted in 1992, signed in 1993, and effective in 1997, prohibits the development, production, stockpiling and use of chemical weapons and mandates the destruction of those that already exist.

Syria is a party to the Chemical Weapons Convention, which as of 2017 has eliminated 96% of the world’s stockpiles, but treaties written by civilized people are worthless in the capitals of despotic criminal rogue states. Laws—or “laws,” if you insist in the international realm—are nothing more than suggestions without enforcement mechanisms. Air and missile strikes aren’t the only conceivable enforcement mechanisms, but sanctions and diplomatic isolation would likely have no effect whatsoever in the apocalyptic hellscape of Syria under Assad.

After World War I, the now-expired League of Nations ratified the Geneva Protocol prohibiting the use of chemical weapons. It lasted for a while, but it didn’t stick—Iraqi dictator Saddam Hussein used nerve agents with devastating effects during the Iran-Iraq War in the 1980s.

UN investigators issued a report and a warning at the time: “It is vital to realize that the continued use of chemical weapons in the present conflict increases the risk of their use in future conflicts. In view of this, and as individuals who witnessed first-hand the terrible effects of chemical weapons, we again make a special plea to you to try to do everything in your power to stop the use of such weapons in the Iran–Iraq conflict and thus ensure that they are not used in future conflicts. … In our view, only concerted efforts at the political level can be effective in ensuring that all the signatories of the Geneva Protocol of 1925 abide by their obligations. Otherwise, if the Protocol is irreparably weakened after 60 years of general international respect, this may lead, in the future, to the world facing the specter of the threat of biological weapons.”

Biological weapons have never been used on the battlefield, but Saddam Hussein did receive an implicit green light from the rest of us, and he used chemical weapons again in his genocidal Anfal Campaign against the Kurdish population in Northern Iraq.

The Assad regime won’t disappear or suddenly turn into a model of good government by a couple of punishing strikes, nor will the number of Syrian dead in the future be reduced even by one. Those are not the objectives. The objective is (or at least should be) making the use of a weapon of mass destruction more costly than not using it, to demonstrate not just to Assad but also to every other would-be war criminal that the norm established in 1993 on behalf of every human being will not go down without a fight.

This is not what we might expect from a president who campaigned as an America Firster, but hardly any of us are mindlessly consistent ideologically.

by Michael Totten
World Affairs Journal 

https://www.meforum.org/articles/2018/the-case-for-bombing-assad

Editor’s note:  This article has been update to reflect the April 13 announcement by President Donald Trump on the commencement of American, British, and French attacks against Syria’s chemical weapons program.

Michael Totten is a writing fellow at the Middle East Forum

Τουρκική Επιστολή στον ΟΗΕ: Πλήρης αμφισβήτηση της υφαλοκρηπίδας Ελλάδας και Κύπρου

0
Του Νίκου Μελέτη  Παρασκευή 13 Απριλίου 2018, 21:59 liberal.gr
  

Σε πλήρη αμφισβήτηση της ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας και του δικαιώματος του Καστελόριζου σε θαλάσσιες ζώνες προχώρησε, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Liberal.gr η Τουρκία με επιστολή της στον ΓΓ του ΟΗΕ, αντιδρώντας στην κατάθεση στον διεθνή οργανισμό του Κοινού Ανακοινωθέντος της Τριμερούς Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου. Η επιστολή αυτή επιχειρεί να λειτουργήσει ως προειδοποίηση και για το Κάιρο, καθώς η Άγκυρα δεν κρύβει την ανησυχία της, λόγω και των εχθρικών σχέσεων με το καθεστώς Σισι, να προχωρήσουν και να καταλήξουν οι συνομιλίες Ελλάδας – Αίγυπτου για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Επιχειρείται ακόμη η αμφισβήτηση της συνεργασίας της Κύπρου με την Αίγυπτο που έχει πάρει εντατικούς ρυθμούς και ήδη δρομολογούνται οι διαδικασίες για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού από την Κυπριακή ΑΟΖ στην Αιγυπτιακή ακτή για την μεταφορά του προς υγροποίηση φυσικού αερίου.

Με την επιστολή του με ημερομηνία 27 Μαρτίου 2018 ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη Φ. Σινιρίογλου αμφισβητεί την αναφορά σε ύπαρξη «κοινών θαλασσίων συνόρων» μεταξύ των τριών χωρών και επαναλαμβάνει την μονομερή διεκδίκηση της χώρας του για δικαιώματά της επι όλης της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικά της Κύπρου και μέχρι την Κρήτη και την Ρόδο. Οι ρηματικές διακοινώσεις της ,στις οποίες παραπέμπει η Τουρκία ,αναφέρονται στην μονομερή και αυθαίρετη «οριοθέτηση» της υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο ,που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει στην βάση της μέσης γραμμής μεταξύ των τουρκικών και αιγυπτιακών ακτών , «εξαφανίζοντας» την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα στην Μεσόγειο ,ενώ υπάρχουν παραπομπές και στην παράνομη παραχώρηση δικαιώματος ερευνών στην τουρκική εταιρία ΤΡΑΟ, σε «Οικόπεδο» το οποίο επικαλύπτει την υφαλοκρηπίδα της Ρόδου και του Καστελόριζου.

Η Τουρκική επιστολή που δημοσιεύθηκε ως επίσημο έγγραφο της Γενικής Συνέλευση (Α/72/820 6 Απριλίου 2018) αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Σχετικά με την επιστολή που περιείχε την Τριμερή Διακήρυξη με ημερομηνία 13 Φεβρουαρίου 2018 εκφράζω της ενστάσεις της κυβέρνησής μου. Τα εξωτερικά όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο δυτικά του μεσημβρινού 32°16’18″E εχουν καθορισθεί με τουρκικές ρηματικές διακοινώσεις και με σειρά επιστολών προς τον ΓΓ του ΟΗΕ και έχουν δημοσιευθεί στην Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea καθώς και στο Law of the Sea Bulletin.
Υπό το φως των ανωτέρω η αναφορά στα αποκαλούμενα «κοινά θαλάσσια σύνορα» στην προαναφερόμενη κοινή επιστολή, είναι άκυρη και αβάσιμη υπό τους ορούς του Διεθνούς Δίκαιου , περιλαμβανομένου του εθιμικού δικαίου.
Θα ήθελα να επαναλάβω ότι η Τουρκία έχει δεσμευθεί να προστατεύσει τα ipso facto and ab initio κυριαρχικά δικαιώματα της στην υφαλοκρηπίδα της….

Φεριντουν Σινιριογλου

Μόνιμος Αντιπρόσωπος»

Στις 13 Φεβρουαρίου με επιστολή τους οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι της Ελλάδας ,Κύπρου και Αιγύπτου Μαρία Θεοφιλή, Κορνήλιος Κορνηλίου και Μοχαμεντ Ομαρ Γκαντ, (Α/72/760) είχαν καταθέσει στον ΟΗΕ το κείμενο της Κοινής Διακήρυξης της Τριμερούς Συνάντησης Κορυφής Τσίπρα -Σίσι- Αναστασιάδη που έγινε στις 21 Νοεμβρίου 2017 στην Λευκωσία.
Στην Διακήρυξη υπήρχε μια παράγραφος αφιερωμένη στον σεβασμό των τριών χωρών στους κανόνες της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και εκτός των άλλων υπήρχε σαφής αναφορά στην «δέσμευση τους να προωθήσουν χωρίς καθυστέρηση τις συνομιλίες για οριοθέτηση των κοινών θαλασσίων συνόρων» ,ενώ συγχρόνως καλούσαν την Τουρκιά να σταματήσει τις παράνομες δραστηριότητες στις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου και να αποφύγει ανάλογες ενέργειες στο μέλλον».

liberal.gr

The Syrian War Is Actually Many Wars

0

The Atlantic

President Donald Trump is ordering U.S. strikes against government targets in Syria after a suspected chemical attack.

 
Reuters / Khalil Ashawi

The Middle East is a “troubled place,” President Donald Trump said Friday night as he described his decision to use America’s “righteous power” in a retaliatory attack against government targets in Syria following a suspected chemical attack there.

Syrian President Bashar al-Assad seems to have won the civil war in his country—but that doesn’t mean peace is coming. In fact, the conflict seems to be escalating—fueled by the many outside powers who have joined the Syrian battlefield with interests of their own.

“If you look at the literature on civil wars, it tends to suggest that the more foreign powers involved, the more difficult it is for a civil war to end—because most of those powers aren’t willing to quit until either they are exhausted or their claims and desires have been met,” said Christopher Phillips, author of the book The Battle for Syria: International Rivalry in the New Middle East. “And because a lot of them are backing proxies, the cost isn’t necessarily that high.”

Over the seven years of Syria’s war, it has sucked in numerous other countries, who have attempted to shape the conflict with every tool from bombing to mercenaries to special operators to weapons shipments to money. The war has grown ever more complicated and more deadly over time, and Syria’s future is now largely being determined outside of its borders. Who is fighting in Syria now, and why?

 
SANA / Mikhail Klimentyev / Reuters / The Atlantic

The United States of America

The United States is in Syria mainly because of ISIS. At a recent event in Washington, the U.S. envoy to the anti-ISIS coalition Brett McGurk spelled this out: “We are in Syria to fight ISIS. That is our mission and our mission isn’t over, and we’re going to complete that mission.” More recently, Secretary of Defense James Mattis told Congress that the United States was not there to take sides in the broader civil war.

But it is also pursuing other interests there—including containing Iran’s influence, and also punishing the use of chemical weapons. “The United States has … pursued [its interests] with different importance in different emphasis at different times,” Phillips said. “And that’s one of the reasons why U.S. policy has been largely unsuccessful.”

Prior to the rise of ISIS in 2014, the United States generally sought to contain the conflict, as efforts at international diplomacy failed to resolve it. The Obama administration advocated for Assad to step aside, but was reluctant to send weapons or funds to the rebels opposing him, out of fear that they would fall into the hands of Islamists and radical jihadists among them. In 2012, Obama also famously set a “red line” regarding chemical weapons, saying that their use would change his calculus on U.S. strategy there. But when Assad used sarin gas on civilians in 2013, Obama opted, instead of using force, for an agreement with Russia to destroy Assad’s stockpiles of chemical weapons. The U.S. started bombing Syria for the first time a year later, hitting not regime targets but targets associated with ISIS. It has continued bombing ever since.

President Trump recently said the U.S. would leave Syria “very soon”—even as his military advisers were planning to send additional troops. By the time he spoke, the U.S. presence in the country had grown to some 2,000 troops; news reports say Trump wants them out within six months.

Then came the suspected chemical attack of last weekend, to which Trump retaliated with strikes against the regime, as he did to a similar attack last year. This means the United States has once again expanded its mission beyond counterterrorism.

Europe

European countries like France and Britain are also in Syria because of ISIS. These countries’ policies have hewed largely to those of the United States—including, for the first time on Friday, participating in retaliatory attacks against Assad’s alleged use of chemical weapons—though the difference is that Europe is also grappling with the refugee crisis Syria has produced. The crisis has altered political dynamics on the continent, helping fuel electoral successes for far-right parties that oppose immigration.

“To face these threats, what we need is to stabilize Syria, and to stabilize we need a credible political transition,” Gérard Araud, the French ambassador to Washington, said this week. “The goal of the West should be political engagement with Russia, Turkey, [and] Iran with a view of political transition.” Both France and the U.K. joined the U.S. military action against Assad’s latest alleged use of chemical weapons.

Russia

Russia is in Syria to protect the Assad regime from rebels it sees as terrorists, and project influence in the Middle East. Its military intervention in September 2015 ensured Assad would not only reverse his losses, but regain much of Syria. America’s scattershot approach to Syrian policy helped, as did the metastatic spread of ISIS that created a common enemy for both the pro- and anti-Assad camps.

Russia’s relations with the Syrian regime date back to the Cold War. Syria is home to the only Russian naval base on the Mediterranean (in Tartous). But those considerations aside, Russia is also genuinely concerned about the growth of Islamist groups that have emerged in other Arab countries where a strongman has been replaced by chaos. Perhaps most important from its point of view, though, is that the Syrian conflict shows the world that Russia is back.

“It’s very important for [Russian President Vladimir Putin] to use Syria as a platform to project Russian power—and give the impression that just as the Soviet Union was a major player in the Middle East, so is post-Soviet Russia,” Phillips said.

Indeed, if there is an indispensable power in Syria it is Russia. Moscow has close relations with virtually all of the major actors in the conflict except the United States: Iran, Syria, Turkey, and Israel. It is playing an increasing role in brokering some kind of an understanding between Israel and Iran on what type of Iranian presence in Syria Israel will tolerate, Ofer Zalzberg, a senior analyst for Israel/Palestine at the International Crisis Group, told me. “My analysis is that the more these incidents [in which Israel responds inside Syria with its military to Iranian actions] will become frequent …  Russia [will move] into an increasingly active position,” he said. It is not clear, though, that Russia has the influence to persuade Assad to stop using chemical weapons on his own people.

Iran

Iran is in Syria to protect the Assad regime, and also to use its proxies to menace its archenemy Israel from a neighboring country. Syria has been an Iranian ally since Iran’s 1979 Islamic revolution, and was the only Arab state to support Iran during its brutal war with Saddam Hussein’s Iraq in the 1980s. But loyalty aside, Syria also is of strategic value to Iran, because it acts as a buffer against any military action by Israel or others from its west, as well as an outpost through which it can arm and supply Hezbollah to put pressure on Israel and contain its military actions in the region.

“[Iran] concluded very early on in the uprising in Syria that it must stand by Assad and it must stand by the regime,” Phillips said. Iran, along with Syria’s other neighbors, both allies and adversaries, will have to deal with the consequences of the conflict long after the West and Moscow find themselves preoccupied with other crises.

Saudi Arabia

Saudi Arabia is in Syria—primarily by financing the rebellion—to oppose Iran. It funded the Syrian opposition precisely because Iran, its main regional rival, had dug in. In the rebellion against Assad’s minority sect by Saudi Arabia’s Sunni coreligionists, Saudi Arabia saw an opportunity to turn Syria from a pro-Iranian state into a not-pro-Iranian state. Turkey and Qatar, too, saw in the uprising an opportunity to transform Syria into a friendlier state, and funded groups with links to the Muslim Brotherhood. Mohammed bin Abdulrahman al-Thani, Qatar’s foreign minister, told reporters in Washington Thursday that Assad was a “war criminal” who “deserves to be prosecuted.” He called for a diplomatic process that would lead to a power transition—an idea that has repeatedly been floated, but which Assad, who has won back much of the country, doesn’t have much incentive to pursue.

Israel

Israel is in Syria to oppose Iran. For years, its border with Syria was its quietest frontier—despite its poor relationship with Assad and his father, Hafez al-Assad. But Israel has watched Iran’s growing influence there with alarm. It fears Tehran will establish permanent military bases inside Syria, and that Iran, along with its militia Hezbollah, will remain near the border with Israel and construct offensive capabilities such as bunkers that can be used in a future conflict with the Jewish state. Israel has struck inside Syria dozens of times during the conflict, most recently on Monday when it attacked a military base where Iran and its proxies are active.

Zalzberg, the analyst at the International Crisis Group, told me that until a few months ago, Israel still hoped that either the Trump administration or Saudi Arabia would succeed in rolling back the Iranian presence from Syria. Israel could have accepted Assad remaining in power, he said, if it hadn’t been accompanied by Iran’s presence inside the country. What Israel should do to respond to this threat is a matter of great internal debate, Zalzberg said, with options ranging from the limited strikes it is conducting to all-out war. But, he said, “This will be a war that involves not only Syria, not only the Syrian army and its forces,” but also Iran, Hezbollah, and others.

Turkey

Turkey is in Syria because of the Kurds. At the start of the conflict, Ankara strongly opposed Assad, who was previously a close Turkish ally. Turkey supported groups opposed to Assad, including Islamists. But one unintended consequence of the Syrian conflict—and as well as the war in Iraq—was the rise of the Kurds. They quickly became one of the most effective fighting forces in Syria, helping the U.S. in the successful fight against ISIS. Some of the Syrian Kurds are allied with the Kurdistan Workers Party, a group that operates inside Turkey and which Ankara regards as a terrorist organization. When the Kurds established a successful enclave in Syria, Turkey quickly sent its troops across the border and seized the town of Afrin, which is west of the Euphrates River where Russia has control. It has also threatened the town of Manbij, where U.S. troops are present along with Kurdish fighters. For now, Turkey seems to have traded its opposition to Assad with its antipathy toward the Kurds.

These are only the international powers in Syria; this analysis doesn’t even account for the various factions among the opposition and within the regime. But it’s the outside powers who will determine the next phase. And regardless, the Syrian people will pay most of the cost.

“Even if the war ends,” Phillips said. “Syria will be unstable for quite some time.”

https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/04/the-syrian-war-is-many-wars/557990/

Υπαρκτός κίνδυνος πυρηνικού ολέθρου ή παιχνίδι για τους ιθαγενείς.

0

του Παναγιώτη Μπαλακτάρη.

Ο πόλεμος στη Συρία έχει συμπληρώσει 7 αιματηρά και απάνθρωπα χρόνια. Μια εμφύλια σύρραξη που το ξέσπασμά της οφειλόταν σε πολιτικές, θρησκευτικές και εθνοτικές αιτίες. Έχεις ως συνέπειες μέχρι σήμερα να έχουν σκοτωθεί περίπου 400.000 άνθρωποι, να έχουν μεταναστεύσει περίπου 4.000.000 άνθρωποι και να έχουν μετακινηθεί εντός της Συρίας άλλα 7.600.000. Η κρίση στη Συρία έχει κι άλλες επιπτώσεις, όπως η μετανάστευση, η δημογραφική αλλοίωση της περιοχής και ένα σκοτεινό μέλλον.

Αυτή η εμφύλια σύρραξη εξελίχθηκε σε πεδίο τρομακτικών γεωπολιτικών ανταγωνισμών πρώτα των ισχυρών περιφερειακών δυνάμεων, Σαουδικής Αραβίας – Ιράν, και ύστερα των πλέον ισχυρών του πλανήτη, ΗΠΑ – Ρωσίας, οι οποίες ενεπλάκησαν με σκοπό την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Αφενός μεν, οι ΗΠΑ στόχευαν εξαρχής στην ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσσαντ και συγχρόνως στην προώθηση των οργανώσεων της αντιπολίτευσης, οι οποίες ως σουννιτικές που είναι αποτελούν το αντιστάθμισμα στην επιρροή του σιιτικού Ιράν στη Μέση Ανατολή, που για τις ΗΠΑ (και το Ισραήλ) ενσαρκώνει τον διάβολο. Αφετέρου δε, η Ρωσία έκανε την εμφάνισή της στη Συρία ίσως την πιο κρίσιμη ώρα για τον Άσσαντ, διότι το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και ο ούτως καλούμενος Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) είχαν προσεγγίσει επικίνδυνα τη Δαμασκό, επομένως το προεδρικό παλάτι του Άσσαντ. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Ρωσία επανενεργοποίησε το 2006 τη ναυτική βάση που διέθετε η Σοβιετική Ένωση στη μεσογειακή πόλη της Συρίας Ταρτούς (Αντιόχεια της Πιερίας στα ελληνιστικά χρόνια) και στην προστασία αυτής της βάσης, μεταξύ άλλων αποσκοπούσε η ρωσική παρέμβαση που έγινε κατόπιν αιτήματος του συριακού καθεστώτος, ή τουλάχιστον έτσι λέγεται.

Εν πάση περιπτώσει, ο παράταιρος και εκρηκτικός συγχρωτισμός μικρών, μεσαίων και μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή απογείωσε την επικινδυνότητα και ταυτοχρόνως έδωσε τη δυνατότητα σε οντότητες να εκμεταλλευθούν τις συμμαχίες τους με τις ισχυρές χώρες προς ίδιον όφελος. Έτσι, προωθήθηκε στο συριακό έδαφος η Χεζμπολάχ του Λιβάνου βρίσκοντας στηρίγματα σε Ιράν, Ρωσία και εσχάτως και Τουρκία. Ομοίως, οι Κούρδοι της Συρίας εγκατέστησαν τη «Δημοκρατία της Ροζάβα» στη βόρεια Συρία επειδή οι ΗΠΑ και λοιπές δυτικές χώρες επένδυσαν σε αυτούς. Τέλος, διείσδυσαν περισσότερο διάφορα παρακλάδια της Αλ Κάιντα που βρήκαν στήριξη στο τουρκικό κράτος και στη μεγαλύτερη μοναρχία του Κόλπου. Η εικόνα που απεικονίζει έναν απίστευτο ανταγωνισμό ισχύος όλων εναντίον όλων είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Επιβεβαιώνει το μέγεθος του προβλήματος και αυξάνει την πιθανότητα σοβαρής πια εμπλοκής μεταξύ των ισχυρών χωρών είτε εξαιτίας κάποιου λάθους είτε εξαιτίας κάποιας προβοκάτσιας.

Ένα γεγονός, το οποίο έχει οδηγήσει στην κόψη του ξυραφιού την κατάσταση στη Συρία και έχει φέρει αντιμέτωπες τις ισχυρές χώρες, στις οποίες έχει προστεθεί και η Κίνα του ισοβίου Ξι Τζινπίνγκ, ήταν η για πολλοστή φορά επίθεση με χημικά στο τελευταίο σουννιτικό προπύργιο στην ανατολική Γκούτα πριν από σχεδόν 2 εβδομάδες. Η Δύση έχοντας κεκτημένη ταχύτητα από τις κατηγορίες της για την, κατά τα φαινόμενα και λεγόμενα, ρωσική επίθεση σε έναν πρώην κατάσκοπο, τον Σκριπάλ, και την κόρη του, στο Λονδίνο, μεμιάς κατηγόρησε τη Ρωσία και το Ιράν που υποστηρίζουν ένα «Ζώο», λέξη που χρησιμοποίησε ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ αναφερόμενος στον Άσσαντ. Ρωσία και Συρία αντέδρασαν αποδίδοντας την ευθύνη της επίθεσης, που επέφερε θανάτους σε δεκάδες παιδιά και ενηλίκους, στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες. Οι βασικοί ισχυρισμοί τους ήταν ότι πρώτον, ο Άσσαντ έχει καταστρέψει το χημικό του οπλοστάσιο και δεύτερον, ότι ουδένα λόγο είχε να προκαλέσει αντιδράσεις στη διεθνή κοινότητα ενώ νικάει. Από την άλλη, διατυπώθηκαν και επιχειρήματα που κάνουν λόγο για ηθελημένη καθεστωτική ενέργεια, προκειμένου να αναγκαστούν οι κάτοικοι της Ντούμα να φύγουν και να ανακτήσει το σημείο ο συριακός στρατός. Η αλήθεια είναι πως μόνον ύστερα από στέρεες αποδείξεις θα μάθει η ανθρωπότητα εάν αυτή ήταν άλλη μια ασύμμετρη επίθεση του Άσσαντ ή μια καλοστημένη παγίδα και για τον Άσσαντ και για τη Δύση.

Και ας πάμε τώρα από τα «πυρηνικά των φτωχών» στα πραγματικά πυρηνικά. Η αμφιλεγόμενη επίθεση στη Ντούμα ανάγκασε τη Δύση να απειλήσει ότι θα αναλάβει δράση, και τη Ρωσία και το Ιράν, αλλά και την Κίνα, να επιστρέψουν τις απειλές κλιμακώνοντας την κατάσταση. Η Τουρκία με επιτήδειο τρόπο προσπαθεί από την αρχή της κλιμάκωσης να πάρει ίσες αποστάσεις από ΗΠΑ και Ρωσία, παίζοντας το δικό της παιχνίδι, το οποίο περιλαμβάνει την εκδίωξη του Άσσαντ και συνάμα την προάσπιση – υποτίθεται – της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Έτσι, ισορροπεί ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία. Και αντιστρόφως, την έχουν και οι 2 τους σύμμαχο από λίγο… Μάλιστα, επιχειρεί να αποτελέσει τον διαιτητή σε αυτήν την κρίση. Ρόλος που εάν έστω και κατ’ ελάχιστον αναληφθεί θα σημάνει την περαιτέρω αναβάθμιση της ιδίας ως περιφερειακής δύναμης.

Όπως και να ΄χει, η πυρηνική ικανότητα των ΗΠΑ, της Ρωσίας, του Ιράν και των άλλων εμπλεκομένων στη συριακή κρίση διογκώνει τον τρόμο της ανθρωπότητας για τις εξελίξεις αλλά την ίδια στιγμή αποτρέπει τις χώρες αυτές από τη σκέψη και μόνο της χρήσης πυρηνικών. Ούτως ή άλλως, ακόμη και εάν πραγματοποιηθεί επίθεση – απάντηση της Δύσης στη Συρία, σε εγκαταστάσεις του καθεστώτος, του Ιράν και άλλες βάσεις, φαίνεται να αποκλείεται οποιοδήποτε ανταποδοτικό πλήγμα από Ρωσία και Ιράν στα σημεία εκτόξευσης πυραύλων, δηλαδή στα αμερικανικά πολεμικά πλοία, ή σε βάσεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στην ανατολική Μεσόγειο. Ενέργεια, που θα συνεπαγόταν την άμεση εμπλοκή και αντιπαράθεση των πυρηνικών δυνάμεων και η οποία δεν συνέβη ούτε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Σύρος πρόεδρος έχει φυγαδευτεί σε ένα καταφύγιο χωρίς καν τζάμια και πλέον η διοίκηση των συριακών υποθέσεων γίνεται από τη Ρωσία και το Ιράν. Ο Ρώσος πρόεδρος από την πλευρά του έκανε μια συμβιβαστικής δήλωση, όταν είπε ότι η Ρωσία δεσμεύεται να τηρεί το Διεθνές Δίκαιο και ότι επιθυμεί να σφυρηλατήσει εποικοδομητικές σχέσεις με τους διεθνείς της εταίρους. Η δήλωση αυτή ακολούθησε το πολεμικό τουίτ του Τραμπ και τη δήλωση αυτή ακολούθησε τουίτ του Αμερικανού προέδρου που έλεγε ότι η επίθεση της Δύσης μπορεί να καθυστερήσει… Τα ρωσικά πλοία έχουν απομακρυνθεί από την Ταρτούς και ακόμη και στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα.

Πρόβλεψη ουδείς μπορεί να κάνει. Άλλωστε, η ανθρώπινη αντίληψη δεν μπορεί να χωρέσει την πιθανότητα της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα προκαλούσε η επίθεση και η αντεπίθεση με πυρηνικά, επομένως η εκτιμήσεις που γίνονται είναι «νοθευμένες». Φαίνεται, ωστόσο, ότι την ώρα που αποκαλύπτονται έντονοι διάλογοι στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και αντιπαράθεση σκληρών απόψεων οι ΗΠΑ και η Ρωσία κρατούν ανοιχτό έναν δίαυλο επικοινωνίας που ίσως σώσει την κατάσταση και αυτή τη φορά. Μένει να δούμε εάν ο κίνδυνος για έναν πυρηνικό όλεθρο είναι υπαρκτός ή απλώς «οι μεγάλοι» παίζουν παιχνίδι για τους «ιθαγενείς»…

Δημογραφικό – ελληνική οικονομία, πού οδεύουμε;

5

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ* 

Ε​​να από τα σοβαρότερα προβλήματα, αν όχι το σοβαρότερο, που βρίσκεται προ των πυλών της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, αποτελεί η δημογραφική συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας.

Αν και διαχρονικά το δημογραφικό ζήτημα δημιουργούσε αρνητικές συνέπειες στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, υπήρξαν και περίοδοι κατά τις οποίες τα δημογραφικά στοιχεία ήταν ως ένα βαθμό ενθαρρυντικά. Τα τελευταία 65 έτη ο συνολικός πληθυσμός της χώρας παρουσίασε αύξηση κατά 45% περίπου. Ομως αυτήν την περίοδο οι Ελληνες με ηλικία άνω των 65 ετών τετραπλασιάστηκαν και όσοι ήταν πάνω από 85 χρόνων περίπου δεκαπλασιάστηκαν! Η σταδιακή γήρανση του πληθυσμού και οι διαρκώς μειωμένες γεννήσεις, κυρίως στα χρόνια των μνημονίων (από το 2010 έως σήμερα), έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε όσους ασχολούνται επισταμένα και επιστημονικά με το θέμα.

Το δημογραφικό, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, δεν είναι πρόβλημα μεμονωμένων περιοχών ή πόλεων της Ελλάδας, βόρειας ή νότιας Ελλάδας, συγκεκριμένων περιφερειών, κέντρου ή επαρχίας. Αφορά ολόκληρη τη χώρα και επηρεάζει το οικονομικό μέλλον της. Μειωμένος πληθυσμός μεταφράζεται σε λιγότερους νέους ανθρώπους, που σημαίνει λιγότεροι εργαζόμενοι, λιγότερα εργατικά χέρια, άρα και περιορισμένη παραγωγή και παραγωγική ικανότητα. Με άλλα λόγια, συρρίκνωση του παραγόμενου εγχώριου προϊόντος και της συνολικής προσφοράς ελληνικών προϊόντων, τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στις διεθνείς, μέσω των εξαγωγών των ελληνικών επιχειρήσεων. Ετσι παρατηρείται καθίζηση του ΑΕΠ και προβλήματα – ανισορροπίες στα μακροοικονομικά δεδομένα της χώρας, τα οποία σε περίοδο κρίσης με υψηλή ανεργία πολύ δύσκολα αντιμετωπίζονται.

Μία επιπρόσθετη παράμετρος του δημογραφικού σχετίζεται με το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα κάθε οργανωμένου κράτους. Ειδικότερα, όσο μειώνεται ο συνολικός αριθμός των πολιτών μιας χώρας, τόσο περιορίζεται η ικανότητα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της να απασχοληθεί πλήρως ή έστω μερικώς και να συμβάλει στο ασφαλιστικό σύστημα με τις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει κάθε μήνα απασχόλησης. Οι εργοδοτικές εισφορές συμβάλλουν σημαντικά στο ασφαλιστικό σύστημα, συσσωρεύοντας κονδύλια που αξιοποιούνται για την παροχή συντάξεων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάφορους κοινωνικούς σκοπούς από την εκάστοτε κυβέρνηση. Εμμεσο επακόλουθο του δημογραφικού είναι η προβληματική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η δυσχερής αποπληρωμή των συντάξεων. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων σε μια κοινωνία και μειώνονται οι απασχολούμενοι, αυξάνονται οι αιτήσεις για συνταξιοδότηση, οι οποίες για να διεκπεραιωθούν αποτελεσματικά, πρέπει να υπάρχουν τα επαρκή χρηματικά διαθέσιμα για να εξασφαλίζονται οι σχετικοί μηνιαίοι πόροι.

Σε κρατικό και διοικητικό επίπεδο το δημογραφικό ζήτημα δημιουργεί μεγάλες αντιθέσεις και αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Συντελεί στη μείωση του πληθυσμού σε όλη την επικράτεια, αλλά οι επιπτώσεις του γίνονται περισσότερο αντιληπτές στην περιφέρεια, στην οποία λόγω και της εσωτερικής μετανάστευσης απομένουν ολοένα και λιγότεροι νέοι και νέες, αφού επιλέγουν κάποιο αστικό κέντρο για τις σπουδές τους και για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Η εθνική, όμως, διάσταση του δημογραφικού συνιστά την πιο αρνητική, κατά τη γνώμη μου, συνέπειά του στη σύγχρονη Ελλάδα. Ο γενικός πληθυσμός, με βάση τις απογραφές που διενεργούνται, αυξάνεται με πολύ επιβραδυνόμενο ρυθμό και οι ειδικοί επί του θέματος κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις μελλοντικές πληθυσμιακές εξελίξεις στη χώρα μας. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, δυστυχώς, βαίνει μειούμενος και πλέον βρίσκεται στο – 0,10%, ενώ ο ρυθμός γεννήσεων κυμαίνεται στις 8,4 γεννήσεις ανά 1.000 άτομα και ο ρυθμός θανάτων στους 11,3 θανάτους ανά 1.000 άτομα (εκτιμήσεις για το 2017, https://www.cia.gov/library/publications/resources/the-world-factbook/geos/gr.html). Η διαφορά μεταξύ των δύο τελευταίων ρυθμών κρίνεται μεγάλη και αυτό διαμορφώνει μια ανησυχητική κατάσταση που θα ταλανίσει τους κυβερνώντες και τις πολιτικές ηγεσίες. Τέλος, ο συνολικός ρυθμός γονιμότητας αντιστοιχεί σε 1,43 παιδιά ανά γυναίκα, που είναι από τους χαμηλότερους διεθνώς.

Με τα προαναφερθέντα δεν έχω καμία πρόθεση να κινδυνολογήσω. Ομως έχω σκοπό να προβληματίσω τους αρμόδιους φορείς και όσους εμπλέκονται σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, ώστε να ληφθούν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα, πριν να είναι πολύ αργά…

* Ο κ. Γιώργος Κωνσταντινίδης είναι οικονομολόγος, διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου.

“Καθημερινή”

Αμερικανοί και Ρώσοι απεσταλμένοι ανταλλάσσουν χειραψία και αγκαλιάζονται πριν από τη θερμή συνάντηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ

0

 

 

 

 

 

 

 

 

Λίγα λεπτά πριν από την προειδοποίηση ότι η Ουάσινγκτον οδηγεί το κόσμο σε “θλιβερά και σοβαρά γεγονότα” στη Συρία, ο απεσταλμένος της Ρωσίας στον ΟΗΕ ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις και φιλιά με την απεσταλμένη των ΗΠΑ Νίκκι Χάλεϊ, δείχνει ένα βίντεο  .

Πριν να αποτυχαίνει το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών την Τρίτη να περάσει τρία χωριστά ψηφίσματα σχετικά με μια φερόμενη χημική επίθεση στην Ανατολική Γκούτα, ο Βασίλης Νεμπέμπια, πρεσβευτής της Ρωσίας στον ΟΗΕ, πλησίασε την Αμερικανίδα συνάδελφό του, αντάλλαξε χειραψία και τη φίλησε μια φορά σε κάθε μάγουλο, στη διάρκεια μιας σκηνής που φαίνεται να ήταν μια σύντομη αλλά φιλική συζήτηση μεταξύ των δύο διπλωματών.

Λίγο αργότερα, ο Νεμπέμπια κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι προσπάθησε να εμποδίσει μια αμερόληπτη έρευνα για την υποτιθέμενη χημική επίθεση στη Ντούμα, προειδοποιώντας ότι οι ενέργειες που έλαβαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους  «πρέπει να μας ανησυχούν πολύ, όλους μας,  επειδή μπορεί να βρεθούμε κάτω από μερικά πολύ θλιβερά και σοβαρά γεγονότα”. Από την πλευρά της, η Χάλεϊ κατηγόρησε τη Ρωσία για υποκρισία και “ότι παίζει παιχνίδια “.

“Αυτό το συμβούλιο, και τουλάχιστον η Ρωσία, δεν θα πρέπει κυριαρχεί”, δήλωσε η Χάλεϊ.

Νωρίτερα, η Χάλεϊ είχε ορκιστεί ότι οι ΗΠΑ  «δεν θα είναι ποτέ φίλες» με τη Ρωσία. Ο Νεμπέμπια απάντησε τη Δευτέρα, λέγοντας στην Χάλεϊ ότι εσείς οι Ηνωμένες Πολιτείες “κάνετε λάθος να πιστεύετε ότι έχετε φίλους. Οι λεγόμενοι φίλοι σας είναι απλώς εκείνοι που δεν μπορούν να σας πουν όχι. Αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο σας για τη φιλία”.

Μετάφραση από αγγλικά: Κριστιάν Ακκυριά

 https://www.rt.com/news/423800-nebenzia-haley-kiss-shake-hands/

 

Η υποταγή της αμερικανικής διπλωματίας στην ισλαμική Τουρκία: Γιατί δεν αντιδρούν οι ΗΠΑ;

1

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ APRIL 13, 2018 Hellas Journal.

Η χθεσινή κατάθεση του υποψήφιου υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, κ. Μάικ Πομπέο, ήταν απογοητευτική στο πιο βασικό της σημείο: ότι εάν εγκριθεί η υποψηφιότητά του, δεν θα επιχειρήσει να αλλάξει τους βασικούς τομείς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό έδωσε να καταλάβουμε ο σκληρός αρχηγός της CIA, που φεύγει από την μυστική υπηρεσία όχι με περγαμηνές, για να αναλάβει επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας σε μία εποχή, που απαιτούνται ανατροπές, καθώς οι γραφειοκράτες διατηρούν απηρχαιωμένες και αποτυχημένες απόψεις και προτάσεις με σκοπό τη διατήρηση της πεπατημένης, ώστε να αποδεικνύουν ότι είναι πάντα ορθοί, ενώ είναι πάντα λανθασμένοι.

Σε τούτη την πόλη, την Ουάσιγκτον, κάτι δεν πάει καλά τους τελευταίους 13 μήνες και μετά την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Άλλα αποφασίζει και άλλα τελικά υλοποιούνται. Ο Αμερικανός πλανητάρχης έχει δει τα πράγματα με το μάτι του ανθρώπου και επιχειρηματία, που άλλαζε την ατζέντα με το καλημέρα. Μόνο που το κράτος δεν είναι η επιχείρησή του.

Έτσι, φτάσαμε 13 μήνες μετά την ορκωμοσία του να μην υλοποιείται τίποτα με αποτέλεσμα να παρατηρείται μία απίστευτη δυσλειτουργία του αμερικανικού κράτους. Η εξωτερική πολιτική είναι ένα θύμα αυτής της δυσλειτουργίας. Το χειρότερο, λοιπόν, που συμβαίνει είναι η ανυπαρξία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε εποχές εξαιρετικά δύσκολες για τη χώρα. Και η πολιτική αυτή είναι εντελώς ηττοπαθής, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την Τουρκία.

Οι ηγέτες της έχουν ομολογήσει πως εκβιάζουν την Ουάσιγκτον με τη φυλάκιση Αμερικανών υπηκόων. Έχουν συλληφθεί υπάλληλοι της αμερικανικής πρεσβείας στην Άγκυρα και του προξενείου στην Κωνσταντινούπολη. Ο κ. Ερντογάν μοιράζεται μυστικά του ΝΑΤΟ με τους Ρώσους και συνεργάζεται με τους Ιρανούς για να σπάει το αμερικανικό εμπάργκο. Η Τουρκία αγοράζει όπλα από τη Ρωσία που έχουν κατασκευαστεί για να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ΝΑΤΟ.

Ο κ. Ερντογάν έχει βοηθήσει να αυξηθεί ο αντιαμερικανισμός και ο αντισημιτισμός, σε σημείο που να αναγκαστεί ο πρόεδρος Τραμπ να τον προειδοποιήσει με συνέπειες. Βεβαίως, δεν ίδρωσε το αυτί του. Όλα τα παραπάνω είναι γεγονότα. Θα μπορούσα να καταγράψω άλλα τόσα. Ποτέ στην ιστορία, μία χώρα που υποτίθεται είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και στρατηγικός εταίρος της Αμερικής, δεν έχει στραφεί τόσο ανοικτά, και τόσο επιδεικτικά εναντίον του αμερικανικού Έθνους.

Ο Ταγίπ Ερντογάν προσβάλλει τους Αμερικανούς δημόσια χρησιμοποιώντας βίαιο λόγο. Και όμως… Δεν υπέστη καμία συνέπεια. Αντίθετα, υπάρχουν νατοϊκοί που φοβούνται ότι η Ελλάδα δήθεν …μοιράζεται μυστικά με τους Ρώσους -είναι ένα τεράστιο ψέμα- τη στιγμή που η Τουρκία και ο πρόεδρος της έχουν σχέση πισινού και βρακιού με τον Πούτιν και τη Μόσχα.

Οι φίλοι μας οι Αμερικανοί, μας εγκαλούν διότι η Αθήνα και η Λευκωσία δεν απέλασαν κανένα Ρώσο διπλωμάτη, σάμπως και έχουμε καμία υποχρέωση στους Βρετανούς, οι οποίοι παρέσυραν όλο το δυτικό σύστημα να υποστηρίξει μία ερμαφρόδιτη απόφασή τους.

Ούτε η Τουρκία απέλασε Ρώσο διπλωμάτη, αλλά για την ‘Αγκυρα οι Αμερικανοί …«καταλαβαίνουν» τους λόγους! Εάν η Ελλάδα και η Κύπρος ενεργούσαν μόνο σε μία περίπτωση, όπως η Τουρκία, μόνο σε μία, θα νοιώθαμε την οργή της Αμερικής σε όλο της το …μεγαλείο.

Την ίδια στιγμή, και ενώ η Αθήνα παραμένει πιστή στα συμμαχικά της καθήκοντα και η Λευκωσία τηρεί στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της έναντι των ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον έχει πάντα τα παράπονα στην …τσέπη. Παράπονα που δεν στηρίζονται από τα γεγονότα. Ελπίζαμε πως με τον νέο υπουργό Εξωτερικών -εάν εγκριθεί ο διορισμός του-, τα πράγματα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, θα άλλαζαν.

Με το καλημέρα καταλάβαμε ότι δεν έχει το σθένος να προχωρήσει σε δραστικές αλλαγές. Ελπίζουμε να μας διαψεύσει διότι -σε αντίθετη περίπτωση- θα βρεθεί και αυτός εκτός της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέσω του Τζον Μπόλτον σίγουρα θα επιβάλει τις θέσεις του ακόμα και αν πρέπει να συγκρουστεί με τους γραφειοκράτες.

Το θέμα δεν αφορά μόνο την Τουρκία και τα δικά μας θέματα. Είναι πάνω απ’ όλα εθνικό το ζήτημα για την Αμερική, η οποία κινδυνεύει να χάσει στους Ρώσους, και λόγω της Τουρκίας, ένα μεγάλο κομμάτι της Μέσης Ανατολής.

Αυτό σημαίνει, ότι η ίδια η Αμερική θα βοηθήσει στην απομόνωση του Ισραήλ, που είναι ο μοναδικός πραγματικός σύμμαχός της στην περιοχή. Άλλωστε, τους Κούρδους, που σάρωσαν τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους για χάρη του κ. Τραμπ, ήδη τους έχει χάσει…

Το μέγα ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι γιατί η αμερικανική διπλωματία έχει υποταχθεί στην ισλαμική Τουρκία. Και γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιδρούν στις τουρκικές προσβολές… Παραμένει, και σήμερα, ένα μυστήριο…

Πηγή: Η υποταγή της αμερικανικής διπλωματίας στην ισλαμική Τουρκία: Γιατί δεν αντιδρούν οι ΗΠΑ; http://hellasjournal.com/2018/04/i-ypotagi-tis-amerikanikis-diplomatias-stin-islamiki-tourkia-giati-den-antidroun-i-ipa/

Τι γίνεται στη Συρία σήμερα

5

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Συγγενείς απαχθέντων που υποτίθεται πως κρατούνται από μαχητές του Στρατού αλ-Ισλάμ στην Ντούμα, στην ανατολική Γούτα (φωτ.: EPA / Youssef Badawi)

Το Συριακό φτάνει στο τέλος του. Με τον έλεγχο της ανατολικής Γούτα από τις συριακές δυνάμεις, ελάχιστα είναι τα σημεία που ελέγχονται από τους αντικαθεστωτικούς ή το Ισλαμικό Κράτος. Πρέπει να γίνει η μοιρασιά. Τι θα πάρει και ποιος; Στους δύο βασικούς παίκτες, ΗΠΑ και Ρωσία, προστέθηκαν και δευτερεύοντες, η Τουρκία, το Ιράν αλλά και το Ισραήλ. Η εικόνα που υπάρχει αυτή τη στιγμή βγάζει χαμένους ΗΠΑ και Ισραήλ.

Οι ΗΠΑ ελέγχουν, μέσω των Κούρδων, κρίσιμες περιοχές ανατολικά της χώρας που διαθέτουν υδρογονάνθρακες ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως βάσεις, αν και ήδη έχουν βάσεις σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές. Δεν αρκεί, όμως, αυτό. Ακόμη και αν οι ΗΠΑ θελήσουν να αποχωρήσουν από την περιοχή, θα πρέπει να διασφαλίσουν την ύπαρξη του Ισραήλ, η παρουσία του οποίου ταυτίζεται με τα αμερικανικά συμφέροντα αλλά και το λόμπι του οποίου στις ΗΠΑ ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις της υπερδύναμης.

Η ύπαρξη του Ισραήλ δεν μπορεί να διασφαλιστεί με τα σημερινά κέρδη στην περιοχή.

Όλοι οι γεωπολιτικοί αναλυτές συγκλίνουν στην άποψη ότι το Ισραήλ χρειάζεται γεωστρατηγικό βάθος για να μπορέσει να επιβιώσει. Το βάθος αυτό δυτικά το παραχωρεί η Ελλάδα. Η προσέγγιση Ελλάδας-Ισραήλ έχει γι’ αυτό στρατηγικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι ευκαιριακή. Δεν αρκεί, όμως, το δυτικό βάθος. Χρειάζεται και ανατολικό. Η μόνη δυνατότητα για να το αποκτήσει το Ισραήλ είναι η δημιουργία μιας κουρδικής υπόστασης με κρατικά χαρακτηριστικά.

Η παρούσα κατάσταση δεν εξυπηρετεί. Ο λεγόμενος κουρδικός διάδρομος διεκόπη με τις δύο επιχειρήσεις της Τουρκίας (Ασπίδα του Ευφράτη και Κλάδος Ελαίας). Κουρδική υπόσταση που δεν θα βγαίνει στη θάλασσα δεν είναι βιώσιμη. Εκτίμησή μας είναι ότι κουρδική υπόσταση θα δημιουργηθεί και θα βγει στη Μεσόγειο.


Τούρκοι στρατιώτες στη Συρία (φωτ.: EPA / Sedat Suna)

Η Ρωσία, αντιθέτως, είναι αρκετά ικανοποιημένη με όσα το καθεστώς Άσαντ κατέχει αυτήν τη στιγμή. Είναι αρκετά, αλλά, όχι πλήρως ικανοποιημένη. Για παράδειγμα, θα ήθελε το Αφρίν στα χέρια του καθεστώτος. Για αυτό και πριν από δύο ημέρες ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ ζήτησε δημοσίως από την Τουρκία να παραδώσει το Αφρίν στις συριακές δυνάμεις, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του Ερντογάν.

ΗΠΑ-Ισραήλ χρειάζονταν μια αφορμή για την επίθεση
Καθώς, λοιπόν, μπαίνουμε στην τελική ευθεία και οι Αμερικανοί και το Ισραήλ δεν είναι ικανοποιημένοι από τις εξελίξεις και τα ελεγχόμενα από αυτούς εδάφη,  θα πρέπει να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση. Και η ανατροπή αυτή δεν μπορεί, πλέον, να γίνει διαφορετικά παρά με στρατιωτικά μέσα. Για να παρέμβουν, όμως, χρειαζόταν μια αφορμή. Και η αφορμή δόθηκε. Ο βομβαρδισμός με χημικά.

Εδώ, πλέον, στη λάσπη που δημιουργήθηκε, μιλάνε τα βουβάλια. Οπότε τα βατράχια, τύπου Ερντογάν και Τουρκίας, σιωπούν, αν δεν την πληρώσουν.

Η Αμερική τις τελευταίες ημέρες έστειλε ένα μήνυμα στη Ρωσία. «Ή θα συνεννοηθούμε στη μοιρασιά, ή θα αρχίσουμε πόλεμο». Και, σε συνεργασία και με το Ισραήλ, ο συσχετισμός γέρνει προς τις ΗΠΑ. Η Μόσχα έλαβε το μήνυμα και από τις αντιδράσεις φάνηκε ότι ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει. Εάν υπάρξει αποκλιμάκωση της έντασης, θα σημάνει συμφωνία μεταξύ των δύο μεγάλων. Εάν κλιμακωθεί η αντιπαράθεση, σημαίνει ότι δεν έχουν καταλήξει, ακόμη, σε συμφωνία.


Η αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ είναι στρατηγικής σημασίας για την Ουάσιγκτον (φωτ.: EPA / Valdrin Hxemaj)

Προσέξτε τη σημερινή αλλαγή του Ερντογάν που δήλωσε ότι: «Η Τουρκία θα επιδιώξει καλές σχέσεις με τη Ρωσία, το Ιράν και τις ΗΠΑ». Άρχισε να βάζει στο κάδρο και τις ΗΠΑ. Στις οποίες, μέχρι προσφάτως, αναφερόταν με έντονο τρόπο. Ο Ερντογάν έχει αντιληφθεί ότι οι εξελίξεις θα είναι αρνητικές γι αυτόν. Από τη διαπίστωση αυτή προέρχονται και οι νευρικές αντιδράσεις του. Αλλά, τα πράγματα έφθασαν σε κρίσιμο σημείο και δεν μπορεί να «παίζει» άλλο.

Η νευρικότητά του, δε, με την Ελλάδα, προέρχεται από το γεγονός ότι η παλιά προνομιακή σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ έπαψε να υφίσταται.

Με την πολιτική του εξώθησε την Ουάσιγκτον να αναζητήσει άλλη βάση για να καλύψει το κενό του Ιντσιρλίκ. Θα δούμε τις επόμενες ημέρες σχετικές πληροφορίες για τη μεταφορά δραστηριοτήτων της αμερικανικής αυτής βάσης, ακόμη και σε ελληνικές περιοχές.

Εν κατακλείδι: αποκλιμάκωση της έντασης – την οποία ευχόμαστε– σημαίνει ότι ΗΠΑ και Ρωσία έχουν βρει κοινό τόπο συνεννόησης. Κλιμάκωση σημαίνει πως γίνονται προσπάθειες να τα βρουν.

pontos-news.gr

Macedonia ‘Name’ Talks Mark Progress, Hardest Part Remains

0

 

 

Greek Foreign minister nikos kotzias and his Macedonian counterpart, Nikola Dimitrov in Ohrid. Photo: EPA / Georgi Licovski

Progress has been made in the Greece-Macedonia name talks, both countries’ Foreign Ministers said after a meeting in the Macedonian town of Ohrid, but the hardest issues remain to be solved.

Sinisa Jakov Marusic

Thursday’s talks on the long-standing bilateral name dispute between Macedonian Foreign Minister Nikola Dimitrov and his Greek counterpart Nikos Kotzias resulted in progress, but as things move forward, the hardest issues remain to be solved last.

Dimitrov said that the third round of his talks with Kotzias went in open and sincere atmosphere, adding that for the first time they have discussed the time frame of implementation of a possible agreement.

“We talked about all the issues and the differences over the name dispute. On some of these issues there is a progress, as they are ripe, on some there are still differences” Dimitrov told a joint press conference with Kotzias in Ohrid.

“For the first time we talked about the time frame and the steps that need to be done, if a solution is reached and needs to be implemented. This was a conversation without outwitting, with great understanding of the needs of the other,” Dimitrov added.

On his part Kotzias said that the hardest issues are still not overcome.

“As we move closer and solve our problems, fewer topics remain to be solved, however these are the hardest ones” Kotzias said.

He also confirmed that progress has been made, expressing hope that the hardest issues will be overcome as well.

This has been the third round of talks between the two Foreign Ministers in the past month. The two ministers discussed the name issue twice in late March, first at a meeting in Skopje and then in Vienna.

The name dispute centres on Greece’s insistence that use of the word ‘Macedonia’ implies a territorial claim to the northern Greek province of the same name.

As a result of the unresolved dispute, Greece blocked Macedonia’s NATO membership in 2008. It has also blocked the start of Macedonia’s EU accession talks, despite several positive annual reports from the European Commission on the country’s progress.

In the absence of official information from the talks, media outlets in Greece and Macedonia have been speculating that some of the key issues, such as a new composite name for Macedonia with a geographical qualifier, have already been agreed.

The name ‘Upper Macedonia’ is being mentioned as one of the most viable options.

However, speculation has suggested that the key stumbling block remains the scope of the new name’s use.

While Greece says the new compromised name must be put into the Macedonian constitution as an additional guarantee, Macedonia prefers a solution that would apply only for international use.

Apart from the ministerial talks, another parallel meeting took place in Ohrid between the two countries work groups who are tasked to prepare a bilateral friendship agreement.

Dimitrov informed that the groups managed to align a draft document that, among many other things, should address Greece’s fears of Macedonian irredentism towards its own northern province that is also called Macedonia.

Both ministers are set to meet again in Thessaloniki, Greece in May 3 and 4.

BIRN

Skopje

http://www.balkaninsight.com

Military Strikes on Syria: Critical Considerations

0

 

 

 

 

 

Michael Eisenstadt

 Military action should seek to restore deterrence by hitting not just chemical weapons-related targets, but also ground and air units that are key to the Assad regime’s war effort.

In response to the latest reported use of chemical weapons (CW) by Assad regime forces near Damascus on April 7, which reportedly killed dozens of civilians in the town of Douma, President Trump tweeted that there would be a “Big price to pay.” He subsequently told a cabinet meeting on April 9, “We cannot allow atrocities like that. Cannot allow it…Nothing’s off the table.” He then warned that regardless of whether Russia, the Assad regime, or Iran was responsible, the U.S. response would be “very tough,” repeating that everybody involved would “pay a price.”

If the United States opts to act militarily, its policy should be guided by several considerations. First, Washington should seek to divide Bashar al-Assad’s coalition with Iran and Russia. This means eschewing actions that could drive them together at a time when their interests may diverge (e.g., Moscow might be annoyed that Assad overreached by using CW, since such acts could drag the United States back into the war at a time when it seemed to be disengaging). Washington should also eschew actions that increase the potential for escalation; rather, the goal should be to de-escalate the situation by restoring deterrence vis-a-vis the Assad regime.

Specifically, any U.S. strikes should focus on regime assets while avoiding targets with higher risk of Russian casualties. Washington should also support Israel’s ongoing strikes against Iranian targets in Syria (establishing an informal division of labor there), to impose costs on Tehran for its policies. And the administration should continue to reserve the right to take action of its own against Iranian assets in Syria when they threaten U.S. personnel or interests.

Second, this problem will not end with a single set of strikes. Deterrence has a limited shelf life, and Assad will likely continue defying the international community and challenging the CW redline. Additional strikes may be necessary to deter him from doing so.

Third, the main “weapons of mass destruction” in Syria have been barrel bombs, artillery, and small arms. While CW may have killed several thousand, conventional arms have killed more than a hundred thousand civilians. Thus, while U.S. strikes should target CW infrastructure when collateral damage can be minimized, they should focus primarily on the regime’s conventional military capabilities. Focusing solely on CW capabilities would limit the damage to dispensable assets—the United States should also target forces that have been essential to Assad’s victories, namely, ground units such as the 4th Armored Division, Republican Guard, and Tiger Force, along with air units that deliver barrel bombs and CW. This would hinder the regime’s war effort much more than strikes focusing solely on CW capabilities.

This targeting strategy would have the added benefit of affecting the regime’s patrons. Russia and Iran have ensured the sustainability of their expeditionary activities in Syria by offloading risk and burdens on others, particularly Hezbollah and other foreign Shia militias. If U.S. strikes diminish Assad’s key ground and air units, this would increase the load on Russia, Iran, and the latter’s “Shia foreign legion,” raising the costs of their intervention.

To achieve that goal, U.S. forces would need to target major headquarters and destroy key capabilities and the people who enable them. Although Russia and Iran can replace the Assad regime’s equipment, they cannot replace its manpower, and manpower is what it lacks most. Moreover, by hitting the headquarters of the above-named ground units—which are manned by Alawites connected to the regime via family ties—the United States would strike a heavy blow and magnify the deterrent effect compared to hitting less important units or CW infrastructure alone. The administration should also consider striking symbolic targets such as the Presidential Palace on Qasioun Mountain overlooking Damascus, whose destruction could have a significant psychological effect on the regime and the Syrian people.

Fourth, U.S. military actions should be guided by lessons learned in past efforts at deterrence and coercive diplomacy in the Middle East:

  • The United States should not set additional redlines unless it is willing to enforce them, and it should be prepared to answer any further attempts to test U.S. limits, since failure to respond would only invite more challenges.
  • Because disproportionate responses are prohibited by the Law of Armed Conflict, Washington should respond to Syrian challenges asymmetrically. Thus, it should hit not only the source of the provocation, but also assets that the regime truly values. Striking only disposable assets would enable Assad to sustain his defiance, calibrate risk, and more safely test U.S. limits. Responding asymmetrically would introduce uncertainty into his cost-benefit calculus about future U.S. responses, thereby strengthening the deterrent effect of U.S. strikes.
  • The administration should make clear that its strikes will not be a one-off operation by employing constructive ambiguity about the possibility of future strikes. Otherwise, Assad may believe that he can outlast the United States, and the deterrent effect of a strike will be limited.

Finally, Washington should use the threat of a strike to test the potential for multilateral diplomacy. This threat might help drive a wedge between Damascus and Moscow, and perhaps create new opportunities for pressing Syria to eliminate its undeclared CW stockpiles and observe its ceasefires with various rebel forces around the country—though experience does not provide reason for optimism.

Michael Eisenstadt is the Kahn Fellow and director of the Military and Security Studies Program at The Washington Institute.

washingtoninstitute.org

Sisi’s Reelection and Egypt’s Next Political Establishment

0

 

 

 

 

 

Haisam Hassanein

 

The president now has all the time he needs to continue restocking the political system with handpicked youths while snuffing out the opposition for good.

On April 2, the Egyptian election commission declared that President Abdul Fattah al-Sisi had won a second term with 97 percent of the vote. During his first term, he focused on suffocating the political environment and sidelining his opponents, so his attention will now shift to reconstructing the political establishment. In fact, the seeds of the new political system have already been planted, largely unnoticed in Washington.

Ever since the 2013 coup, Sisi and his allies have sought to destroy the opposition by cracking down on Islamists, primarily the Muslim Brotherhood. The only faction spared was the ultraconservative Nour Party, which supported the coup and provided religious legitimacy to Sisi’s government. Similarly, several leftist and liberal opposition members were either driven out of the country or banned from all media services, while the intelligence services began buying or investing directly in press outlets for the first time. The government has also banned all political activities at universities.

Elsewhere, the majority of parliament has been filled with members handpicked by the security services, ensuring that bills act as a mere rubber stamp to Sisi’s decisions. Among the new legislation are laws that impose stiff penalties on any citizens who dare to hold unauthorized demonstrations, offering highly restrictive “protest permits” instead.

All of these actions stem from an inherent belief that political bickering and politics in general are a distraction to the country. Sisi himself seems to despise politicians, casting them as self-serving, hypocritical, and corrupt; in his view, the establishment that came to dominate Egypt after President Anwar Sadat reopened the political sphere in the 1970s has outlived its purpose.

At the time, Sadat reintroduced political parties to provide an aura of legitimacy and window-dressing democracy. Over time, however, the opposition carved out a sizable political role that culminated in the 2011 revolution. According to Sisi and his allies, that uprising almost destroyed the state and the military by bringing the Muslim Brotherhood to power; they now fear that maintaining such wide political space could result in another uprising.

Hence, Sisi envisions refilling the political sphere with “loyal, patriotic” youths chosen by the security services and the president’s office. These youths would replace the old-guard elites who began their careers in the 1970s.

After the death of former president Gamal Abdul Nasser, Egyptian leaders struggled to articulate a political ideology capable of competing with leftists, Islamists, and liberals. Sisi has taken notice of his predecessors’ failure and is building the new establishment around issues such as fighting terrorism and protecting the homeland from a perceived axis of evil, foreign conspiracies, and fourth-generation warfare—in other words, he believes the solution lies in whipping up ultranationalist sentiment.

The government has been working on this plan for a while, announcing its first “National Youth Conference” in January 2016 and holding it in Sharm al-Sheikh that October. The media department of the President’s office organized the event in partnership with the Ministry of Youth and Sports, the Presidential Leadership Program, and other agencies. The estimated 3,000 participants included university students, athletes, intellectuals, and budding politicians; they attended lectures delivered by around 300 “experts” and public figures. At least three other domestic youth conferences have been held since then.

The backbone of these events is the Presidential Leadership Program, founded in September 2015 with the goal of creating new political leaders. Participants in the nine-month program are divided into groups and placed in workshops on economics, media, political science, strategy, and national security. According to a November 2017 interview with Education Minister Tarek Shawki, two classes have graduated from the program so far, and twenty-two of its alumni are currently working in various ministerial positions.

Sisi’s long-term goal is to create a political class completely free of the Muslim Brotherhood and other opposition members. This vision may start coming to fruition during the next local elections, which the government has repeatedly postponed until it prepares suitable candidates—namely, participants in the Presidential Leadership Program and the youth conferences. Minister of Local Development Abubakr al-Gendi indicated that parliament would pass the implementing legislation related to management of these elections after the presidential vote.

Regardless of Washington’s feelings toward the Sisi government, nurturing this new political generation and engaging them during their formative years could help U.S. officials reestablish influence in Cairo. This includes inviting them to the United States through State Department public diplomacy initiatives such as the International Visitor Leadership Program. Any such efforts are more likely to succeed if done in cooperation with the Egyptian government.

Haisam Hassanein is a PhD candidate at Tel Aviv University and a former Glazer Fellow at The Washington Institute. 

washingtoninstitute.org