«Μερικές φορές είμαστε τόσο κοντά, και άλλες στιγμές πολύ μακριά». Τη δήλωση στην ιστοσελίδα μας έκανε διπλωμάτης στην Αθήνα, ο οποίος έχει γνώση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και των Σκοπίων, του Νίκου Κοτζιά και του Νικολά Ντιμιτρόφ.
Οι δύο υπουργοί θα συναντηθούν σήμερα στις 10 το πρωί, στο Σούνιο, παρουσία του μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών, Μάθιου Νίμιτς, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα με την ελπίδα ότι θα σπάσει το αδιέξοδο.
Η συμφωνία σταματά στον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό των Σκοπιανών, αισθάνεται ο διπλωμάτης, ο οποίος θύμισε το περιστατικό στη Βιέννη, όταν εκνευρίστηκε ακόμα και ο μειλίχιος Μάθιου Νίμιτς.
Ο κ. Κοτζιάς έδωσε χθες την υπόσχεση ότι «ο δρόμος της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε. θα ανοίξει μόλις υπάρξει νομική επικύρωση της συμφωνίας», στην προσπάθεια του να πείσει του Σκοπιανούς να συμβιβαστούν.
Πάντως, μέχρι και χθες έδειχναν ανυποχώρητοι στα θέματα-«αγκάθια», και ο Έλληνας υπουργός τους διεμήνυσε ότι χωρίς συμφωνία η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ θα μείνει όνειρο.
Με μία φράση του, χθες, ο κ. Κοτζιάς έδειξε και το αδιέξοδο αφού κατέφυγε στα …βάθη της καρδιάς του για να ευχηθεί ότι «εφόσον το θελήσουμε πραγματικά και οι δύο πλευρές, θα τελειώσουμε με ένα πρόβλημα το οποίο δεν θα έπρεπε να εκκρεμεί».
Έχει σημασία ότι ανέλυσε τη σημερινή κατάσταση με τη φράση: «Έχουμε κληθεί (αυτός και ο Ντιμιτρόφ) να λύσουμε ένα πρόβλημα το οποίο δεν δημιουργήσαμε, ούτε εκείνος, ούτε εγώ, ούτε οι σημερινές μας κυβερνήσεις ευθύνονται».
«Έχουμε μια ευθύνη”, τόνισε, «απέναντι στην περιοχή να λύσουμε το πρόβλημα, διευρύνοντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα των δύο χωρών και της περιοχής».
Ο Έλληνας υπουργός υπογράμμισε ότι η ιστορία δεν πρέπει να είναι φυλακή, αλλά σχολείο – και μας φυλάκισε, όπως είπε, σε πολλά ζητήματα:
«Είναι ζητήματα που άλλες χώρες τα λύσανε στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και ας ήταν και σε διαφορετικά στρατόπεδα, που σε μας όμως αναδείχθηκαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο».
Ο κ. Κοτζιάς εξέφρασε την εκτίμηση της κυβέρνησης ότι «τώρα που βγαίνουμε από την κρίση, χρειαζόμαστε να μην βγούμε μόνοι μας, χρειαζόμαστε να βγούμε σε συνέργεια με τις γειτονικές μας χώρες, και δη της Βαλκανικής, ώστε η ανάπτυξη να είναι συνολική όλων μας. Και η ανάπτυξη κάθε χώρας στην περιοχή, είναι σίγουρο ότι θα συμβάλει και στην παραπέρα ανάπτυξη της Ελλάδας».
«Ελπίζουμε να αποδείξουμε ότι το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν, και το μέλλον στο μέλλον» σημείωσε ο κ. Κοτζιάς.
Παράθυρο αισιοδοξίας άφησε ο Ντιμιτρόφ Την ικανοποίησή του για τα αποτελέσματα της Συνόδου των βαλκανικών κρατών -μελών της ΕΕ με την Ομάδα του Βίσεγκραντ και τις υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες, αλλά κυρίως την αισιοδοξία του για την πορεία των διαβουλεύσεων για το ονοματολογικό, εξέφρασε σήμερα από το Σούνιο ο Νικόλα Ντιμιτρόφ.
Χαριτολογώντας για την ξενάγηση που θα ακολουθούσε στον Ναό του Ποσειδώνα, ο κος Ντιμιτρόφ ευχήθηκε οι θεοί να είναι μαζί μας, κυρίως όμως σήμερα.
Ο κος Ντιμιτρόφ τόνισε πως πολλοί συνάδελφοί του στην σύνοδο αυτή «έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τις διαπραγματεύσεις γύρω από το ονοματολογικό και δέχθηκα πολλές ερωτήσεις για αυτό».
«Αύριο (σήμερα) έχουμε ξεχωριστές συνομιλίες γι’ αυτό» τόνισε, «με την παρουσία του κου Νίμιτς. Βρισκόμαστε σε μία πολύ ευαίσθητη φάση, κατ ουσίαν αντιμετωπίζουμε μία από τις τελευταίες εναπομείνασες διαφορές και διερευνούμε τον τρόπο που θα καλυφθούν οι ανάγκες αμφοτέρων των πλευρών. Θεωρώ πως έχουμε ενώπιόν μας μία μεγάλη ευκαιρία, έχουμε επενδύσει τεράστια προσπάθεια σ’ αυτό».
«Φρονώ πως κατά μέγα μέρος μας εμπνέει η Ημέρα της Ευρώπης, η 9η Μαΐου, κατά την οποία τιμάται η Διακήρυξη Σούμαν, που μας υπενθυμίζει γιατί υπάρχει η ΕΕ. Είναι γιατί η Γαλλία και η Γερμανία αποφάσισαν να συμφιλιωθούν και να γίνουν φίλοι . Εγώ πιστεύω πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη διακήρυξη για να επιλύσουμε τις διαφορές μας και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε περισσότερο για το μέλλον και για το τι πραγματικά έχει σημασία σήμερα», επεσήμανε ο ίδιος.
« Έχουμε πλέον την δυνατότητα να κλειδώσουμε όλο αυτή τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί, είμαστε μία μικρή χώρα, αλλά είμαστε γείτονες. Όλοι μας επιθυμούμε ευτυχείς και φιλικούς γείτονες, εμείς τρέφουμε μεγάλο σεβασμό για την Ελλάδα, είναι η χώρα που το 2003 διοργάνωσε τη Σύνοδο της Θεσ/νίκης, όπου η Ευρώπη έδωσε ελπίδες για την περιοχή μας και τώρα έχουμε μία ευκαιρία για να επιλύσουμε τις διαφορές μας με λειτουργικό τρόπο και μακροπρόθεσμα να παράξουμε φιλικές σχέσεις κι έχουμε τη χρυσή ευκαιρία να μετατρέψουμε τους Έλληνες φίλους μας στους μεγαλύτερους υποστηρικτές μας. Γιατί δεν υπάρχει φυσικότερο πράγμα από το να έχεις στο πλευρό σου τους γείτονές σου να σε βοηθούν στην πορεία σου προς την πρόοδο. Θα είναι καλό για εμάς, καλό για την Ελλάδα, αλλά και για οποιονδήποτε άλλο», τόνισε ο Ντιμιτρόφ.
Στην ερώτηση για το εάν θεωρεί ότι αυτά είναι τα τελευταία βήματα της λύσης, ή ότι είναι η αρχή του τέλους, ο κός Ντιμιτρόφ απάντησε:
«Καταφέραμε μέσα σε 11 μήνες να έλθουμε πολύ κοντά σε προσωπικό επίπεδο και εάν μπορέσουμε να έχουμε αυτή τη σημαντική πρόοδο σε λιγότερο από 11 μήνες, εάν όχι σε 11 εβδομάδες, θα υπάρξει μεγάλη ανακούφιση και μάλιστα θα αναρωτιόμαστε πως και διατηρήθηκε αυτό το πρόβλημα τόσον καιρό. συνεπώς πιστεύω πως οι διμερείς σχέσεις ανάμεσα σε χώρες δεν διαφέρουν και πολύ από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Κι εάν οι άνθρωποι καταφέρνουν να είναι φίλοι χωρίς πολλά προβλήματα, τότε και οι χώρες μπορούν να το καταφέρουν επίσης. Είδαμε τις προάλλες τις δύο Κορέες να κάνουν πρόοδο. Εάν αυτές μπορούν να το καταφέρουν, τότε κι εμείς που μοιραζόμαστε τόσα πολλά όσον αφορά τη νοοτροπία, την κουλτούρα, είμαστε γείτονες, ζούμε σ’ αυτόν τον αιώνα, είμαστε δύο ευρωπαϊκές χώρες, τότε μπορούμε κάλλιστα να κάνουμε το ίδιο και μάλιστα καλλίτερα».
Σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, εάν θα μπορούσαμε να μιλούμε πως βρισκόμαστε ενώπιον ενός τελικού χρονοδιαγράμματος, ο Ντιμιτρόφ απάντησε πως «το χρονοδιάγραμμα υπαγορεύεται από άλλες διαδικασίες, που όμως σχετίζονται μεταξύ τους, θα τολμούσα να πω περισσότερο από τα χρονικά περιθώρια που θέτει η ΕΕ, παρά από εκείνα του ΝΑΤΟ, μ’ όλο που και αυτά είναι σημαντικά, επίσης οι εκλογικοί κύκλοι και στις δύο χώρες, οι οποίοι όπως όλοι γνωρίζουμε δεν είναι σαφώς προσδιορισμένοι και βασίζονται κι αυτοί σε άλλους παράγοντες, επομένως όσο πιο σύντομα, τόσο καλύτερα. Αυτό είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Δεν θέλουμε να παραιτηθούμε, εάν δεν τα καταφέρουμε θα συνεχίσουμε για να το κάνουμε καλύτερα. Γιατί θέλουμε να τα καταφέρουμε.
Επίσης απαντώντας σε άλλη ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ για το εάν η όποια συμφωνία θα είναι ικανή να πείσει και την κοινή γνώμη και τους πολιτικούς στις δύο χώρες, ο κος Ντιμιτρόφ δήλωσε πως «ιδεωδώς θέλουμε όλες οι πλευρές να βρίσκονται μαζί μας. Πιστεύω πως εάν δεν χρησιμοποιηθεί το ζήτημα αυτό για εσωτερική πολιτική, τότε είναι πολύ δυνατόν να τα καταφέρουμε. Πιστεύω πως θα χρειασθεί αποφασιστικότητα στην άσκηση πολιτικής και πιστεύω πως αυτό θα καταστεί δυνατόν εάν κι εμείς έχουμε αυτοπεποίθηση και εάν πιστεύουμε τους εαυτούς μας τότε θα μπορέσουμε να πείσουμε και τους άλλους. Γνωρίζετε καλά πως τα μεγάλα επιτεύγματα δεν είναι εύκολα, αλλά η ανταμοιβή που παίρνεις όταν γίνονται είναι μεγάλη».
Αναφορικά με τη σύνοδο, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ τόνισε πως «υπήρξε μία παραγωγική και καλή ημέρα για τις χώρες που φιλοδοξούν να ενταχθούν στην ΕΕ, γιατί έγινε κατορθωτό να συζητήσουμε και άλλα θέματα πέραν των διμερών μας σχέσεων, αλλά και τη διεύρυνση και το μέλλον της Ευρώπης, κατά τον ίδιο τρόπο που κάποιος πασχίζει να προλάβει ένα εν κινήσει τραίνο, γιατί η ΕΕ αλλάζει. Τούτο είναι σημαντικό για εμάς να το συζητούμε γιατί αφορά το κοινό μας μέλλον».
«Είναι σημαντικό διότι εκτός από τις χώρες του Βίσεγκραντ και όσες είναι υποψήφιες χώρες έχουμε και τους γείτονές μας, που ήδη είναι μέλη της ΕΕ. Συνεπώς έχουμε μεγαλύτερο οπτικό πεδίο στις διαβουλεύσεις μας, τα κοινά προβλήματα των Βαλκανίων, το μέλλον της Ευρώπης, τη διεύρυνσή της και τις ευκαιρίες γι’ αυτό. Είμαι της άποψης πως η ομάδα αυτή είναι μία που στο μέλλον θα κατορθώσει να εκφράζεται σε πολλές περιστάσεις με μία ενιαία φωνή. Κι αποτελεί μία εξάσκηση στο να μάθουμε πως θα είμαστε σύμμαχοι, στο πως θα συνεργαζόμαστε στενά», πρόσθεσε ο ίδιος.
Πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ
File Photo: Greek Minister of Foreign Affairs Nikos Kotzias (R) shakes hands with Foreign Minister of The Former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM) Nicola Dimitrov (L) , in Thessaloniki, Greece. EPA, NIKOS ARVANITIDIS
Εκατό χρόνια από το μνημειώδες έργο του Όσβαλντ Σπήγκλερ «Η παρακμή της Δύσης» (1918) και Ελλάδα και Έλληνες είμαστε βουτηγμένοι στην παρακμή:
-Γιατί παρακμή είναι αυτό που βιώνουμε από το 2010. Δεν είναι κρίση. Οι κρίσεις διαρκούν μερικούς μήνες, άντε μερικά χρόνια. Όταν κάτι διαρκεί οκτώ ολόκληρα χρόνια δεν ονομάζεται κρίση αλλά κάπως αλλοιώς.
-Παρακμή είναι η επιλογή ηγετών που δεν αναζητούν την καλύτερη λύση για τη χώρα και το λαό στις οικονομικές επιλογές τους και επαναλαμβάνουν πρακτικές του παρελθόντος που οδήγησαν στην σημερινή τραγωδία. Ιδού ένα εφιαλτικό σενάριο όπως διατυπώθηκε από τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη στα «Νέα» πριν μερικές ημέρες: «Η χώρα στις 20 Αυγούστου βγαίνει από το πρόγραμμα (τρίτο Μνημόνιο) και επιστρέφει στις αγορές (με τη βοήθεια του αποθεματικού που έχει σχηματιστεί), αλλά παρά ταύτα ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα οι αγορές εκδηλώνουν τη δυσπιστία τους για διάφορους λόγους και επομένως η πρόσβαση σ’ αυτές καθίσταται ασύμφορη. Τότε προφανώς η μόνη επιλογή που θα έχει η χώρα είναι να προσφύγει και πάλι στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) για νέα οικονομική ενίσχυση και νέο πρόγραμμα». Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εφιαλτικής εξέλιξης μπορεί να είναι η χώρα να αντιμετωπίσει και πάλι το φάντασμα του Grexit.
-Παρακμή είναι η γειτονική Τουρκία να σε απαξιώνει καθημερινά και να το «παίζεις» δήθεν ψύχραιμος και σοβαρός. Ενώ στην πραγματικότητα έχεις οδηγήσει τη χώρα σε τέτοια αποτρεπτική υστέρηση που δύσκολα θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις.
-Παρακμή είναι η γειτονική Τουρκία να κατασκευάζει η ίδια- και να πωλεί- σωρεία οπλικών συστημάτων αλλά και άλλων βιομηχανικών προϊόντων και εσύ να μην μπορείς να εξασφαλίσεις τα στοιχειώδη για να περάσεις το μήνυμα μιας αποφασιστικής αποτροπής. Και δεν είναι τα χρήματα που λείπουν. Μπορεί να βρεθούν με τη βοήθεια εύπορων Ελλήνων ή, ακόμη, και του λαού με ένα λαχείο, όπως έχει, ήδη, προταθεί. Αλλά αλλού είναι το πρόβλημα: ποιος θα διαχειριστεί τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν για την αγορά των εξοπλισμών; Ποιος διασφαλίζει και τους εύπορους Έλληνες και το λαό που θα καταβάλλει τον οβολό του από το υστέρημά του ότι δεν θα γίνει κατάχρηση των χρημάτων από ένα βαθιά διεφθαρμένο σύστημα και επίορκους πολιτικούς;
-Παρακμή είναι η εξευτελιστική εικόνα που δίνει η, υποτίθεται, μυστική υπηρεσία σου όταν συνδιοικείται από συνδικαλιστές που βγάζουν τις αντιθέσεις τους με μοναδική ευκολία, δημοσίως, και δημιουργείται η εικόνα που διαβάσαμε, τελευταία, σε διάφορα μέσα ενημέρωσης.
-Παρακμή, επίσης, είναι να έχεις μια κρατική τηλεόραση, όπως η ΕΡΤ.
-Παρακμή είναι ο λαός να ζεί επι πέντε και περισσότερα, ίσως, χρόνια με την ψευδαίσθηση ότι έναν πρώην πρωθυπουργό επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν δυτικές μυστικές υπηρεσίες επειδή έδειξε ενδιαφέρον για το ενεργειακό πρόγραμμα της Ρωσίας (σχέδιο Πυθία), ενώ κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Ο κόσμος αρέσκεται να ζει στη συνομοσιολογία αλλά οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να του λένε την αλήθεια. Έστω και αν δεν βοηθά στην διαμόρφωση μιας ειδυλλιακής εικόνας για την πολιτική τους παρουσία.
-Παρακμή είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, η Θεσσαλονίκη, να βρίσκεται αντιμέτωπη με την εικόνα που της άφησε μια ισχυρή, πράγματι, νεροποντή. Ε, και; Και τι σημαίνει ότι ήταν ισχυρή; Ποιος ο ρόλος μιας οργανωμένης πολιτείας αν δεν φροντίζει για την ασφάλεια των πολιτών και την αντιμετώπιση αντίξοων καταστάσεων;
-Παρακμή είναι να επικαλείσαι, ως μοναδικό επιχείρημα, ότι επιχειρούν να διαλύσουν τη χώρα όσοι αντιδρούν προς μια απολύτως συγκεντρωτική, μέχρι αποικιοκρατική, λογική λειτουργίας του ελληνικού κράτους.
-Παρακμή είναι, επίσης, η παθητική στάση των πολιτών μιας χώρας απέναντι σε εξευτελιστικές και προσβλητικές πολιτικές των κυβερνήσεων αλλά και του συνολικού συστήματος προς την περιφέρεια.
-Παρακμή είναι να τα δέχεσαι όλα αδιαμαρτύρητα και όταν κάποιοι αντιδρούν να επιχειρείς, με απολύτως επαρχιώτικο τρόπο, να φανείς αρεστός στους ανθρώπους της εξουσίας.
-Είναι παρακμή ο σημερινός νεαρός και νεοφώτιστος πρωθυπουργός να μην μπορεί να προσελκύσει το λαό με την πολιτική του πράξη και να αναζητά παλαιοκομματικές τακτικές συνεργασίας με το παλαιό σύστημα για να επιβιώσει.
-Παρακμή, και μάλιστα μεγάλη, είναι να μην έχεις να επιλέξεις ούτε πολιτικούς, ούτε πολιτικό φορέα στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Αν, τελικά, δεν αμφισβητήσουμε ό,τι μας οδήγησε στη σημερινή παρακμή, θα τη βιώνουμε ολοένα και περισσότερο. Και ολοένα και πιο βαθιά.
Ιρανικοί πύραυλοι σε επίδειξη στην Τεχεράνη, τον Φεβρουάριο του 2018. REUTERS
Περίληψη:
Η απόφαση του Trump αναστέλλει το χαρακτηριστικότερο επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής του προκατόχου του, Μπαράκ Ομπάμα, και αντιπροσωπεύει μια προσβολή στους Ευρωπαίους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι άσκησαν έντονη πίεση στην κυβέρνηση Trump να παραμείνει στην συμφωνία.
Ο SEYED HOSSEIN MOUSAVIAN είναι ειδικός Πολιτικής Ασφάλειας και Πυρηνικής Πολιτικής της Μέσης Ανατολής με το Πρόγραμμα για την Επιστήμη και την Παγκόσμια Ασφάλεια στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, πρώην εκπρόσωπος του Ιράν στις διεθνείς πυρηνικές διαπραγματεύσεις του, και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Iran and the United States: An Insider’s View on the Failed Past and the Road to Peace (Bloomsbury Publishing, 2014).
Την Τρίτη, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε [1] τις Ηνωμένες Πολιτείες από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA), γνωστό ως η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, που είχε παράσχει στο Ιράν ανακούφιση από τις κυρώσεις που του είχαν επιβληθεί, με αντάλλαγμα την αυστηρή παρακολούθηση και τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της χώρας [2]. Χαρακτηρίζοντας το JCPOA «μια φρικτή, μονόπλευρη συμφωνία που ποτέ δεν θα έπρεπε να έχει γίνει», ο Trump ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σύντομα θα αρχίσουν «να επαναφέρουν τις πυρηνικές κυρώσεις των ΗΠΑ [3] στο ιρανικό καθεστώς».
Απαντώντας στην απόσυρση του Trump, ο Ιρανός πρόεδρος, Χασάν Ρουχανί, ανακοίνωσε ότι το Ιράν θα παραμείνει δεσμευμένο στους όρους του JCPOA, ενώ διαπραγματεύεται με τα άλλα μέρη της συμφωνίας -την Κίνα, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν δεν μπορέσει να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση που να διασφαλίζει τα οικονομικά οφέλη που δικαιούται το Ιράν στο πλαίσιο της συμφωνίας, είπε ο Ρουχανί [4], το Ιράν θα «αρχίσει να εμπλουτίζει το ουράνιο περισσότερο από ό, τι πριν». Ωστόσο, ο Ιρανός Ανώτατος Ηγέτης, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, εξέφρασε αμφιβολίες για το τι θα καταφέρουν οι Ευρωπαίοι, δηλώνοντας [5] ότι «χωρίς να λάβουμε μια ισχυρή εγγύηση από αυτές τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες, δεν θα επιμείνουμε στην πυρηνική συμφωνία».
Ιρανικοί πύραυλοι σε επίδειξη στην Τεχεράνη, τον Φεβρουάριο του 2018. REUTERS
—————————————————————————-
Η απόφαση του Trump αναστέλλει το χαρακτηριστικότερο επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής του προκατόχου του, Μπαράκ Ομπάμα, και αντιπροσωπεύει μια προσβολή στους Ευρωπαίους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι άσκησαν έντονη πίεση στην κυβέρνηση Trump [6] να παραμείνει στην συμφωνία. Όμως, ο πιο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος θα είναι στην Τεχεράνη, όπου ο τερματισμός του JCPOA από τον Τραμπ -και η αντίδραση της Ευρώπης- θα ωθήσει τους ηγέτες του Ιράν να κινηθούν αποφασιστικά προς το στρατόπεδο των γεωπολιτικών αντιπάλων των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα μετατοπίσει επίσης την πολιτική συζήτηση μεταξύ των ελίτ του Ιράν, οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια έχουν υποστηρίξει τα πλεονεκτήματα του διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τώρα, η συζήτηση αυτή έχει καταλαγιάσει. Το Ιράν έχει μάθει ότι η διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον είναι αδιέξοδη. Αντ’ αυτού, θα επιδιώξει να ενισχύσει τους δεσμούς της με μη Δυτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και της Ρωσίας.
ΚΑΘΟΛΟΥ ΝΕΟΙ ΦΙΛΟΙ
Η απόφαση του Trump να αποχωρήσει από το JCPOA έχει τις ρίζες της σε μια μακρόχρονη αντίθεση των ΗΠΑ στο μετεπαναστατικό πολιτικό σύστημα του Ιράν, το οποίο οι προηγούμενοι και οι νυν ηγέτες των ΗΠΑ θεωρούσαν ως μια πρόκληση ασυμβίβαστη ως προς την δημιουργία και παγίωση μιας περιφερειακής τάξης ασφάλειας κυριαρχούμενη από τις ΗΠΑ. Έχουν δει το Ιράν ως ρεβιζιονιστική δύναμη, αναπόφευκτα αντίθετη προς τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των συντηρητικών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου και των πολλών στρατιωτικών απολυταρχιών της Μέσης Ανατολής. Μετά την Ισλαμική Επανάσταση το 1979, η κυρίαρχη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν συνεπώς η άσκηση της μέγιστης πίεσης για περιθωριοποίηση του Ιράν στην περιοχή.
Ωστόσο, η στρατηγική των ΗΠΑ για επιδίωξη αδιάκοπης αντιπαράθεσης με το Ιράν βασίζεται σε μια εσφαλμένη ερμηνεία της στρατηγικής σκέψης του Ιράν. Η περιφερειακή στάση του Ιράν δεν είναι επιθετική, αλλά αποσκοπεί στην αποτροπή μιας επίθεσης των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, και στην διασφάλιση της σταθερότητας των γειτόνων του, για να μην εξαπλωθεί το χάος στα σύνορά του. Έχει υποστηρίξει την κεντρική εξουσία στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και την Συρία για τον σκοπό αυτό.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, όλες οι πλευρές στις συζητήσεις περί εξωτερικής πολιτικής του Ιράν έχουν ενωθεί από μια επιθυμία να εξισορροπηθούν οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας και να διατηρηθούν οι επιλογές της όσον αφορά τις διεθνείς συμπράξεις. Ο επαναστατικός πατέρας του Ιράν, ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, είχε δώσει έμφαση στο ότι η παραμονή «ούτε στην Ανατολή ούτε στην Δύση» θα πρέπει να αποτελεί θεμελιώδη αρχή της εξωτερικής πολιτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας –δηλαδή, να αποφευχθεί η υποταγή σε ξένες δυνάμεις, είτε Δυτικές όπως οι ΗΠΑ, είτε Ανατολικές, όπως η Κίνα ή η πρώην Σοβιετική Ένωση- μια πεποίθηση βασισμένη στο γεγονός ότι το Ιράν είχε υποκύψει σε σχεδόν πλήρη ξένη κυριαρχία από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά.
Αυτή η επιθυμία για αντιστάθμιση έχει οδηγήσει σε πολλές απόπειρες των Ιρανών ηγετών να επιδιορθώσουν τις σχέσεις. Μετά το τέλος του πολέμου Ιράν-Ιράκ το 1988, ο Ιρανός πρόεδρος Ali Akbar Hashemi Rafsanjani, καθοδηγούμενος από την επιθυμία του να αναπτύξει διεθνείς οικονομικές και πολιτικές συνεργασίες, προσέγγισε την Δύση, ειδικά στην Ευρώπη, διευκολύνοντας [7] την απελευθέρωση Αμερικανών και άλλων Δυτικών ομήρων στον Λίβανο, και πρόσφερε σύμβαση ύψους 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων στην αμερικανική εταιρεία πετρελαίου Conoco. Ωστόσο, απορρίφθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, George H. W. Bush. Ο μεταρρυθμιστής Ιρανός πρόεδρος, Mohammad Khatami, είχε παρόμοια εμπειρία στις επαφές του με τους προέδρους Μπιλ Κλίντον και George W. Bush, με τον δεύτερο να χαρακτηρίζει το Ιράν ως μέρος του «άξονα του κακού» αφότου ο Khatami είχε προσφερθεί να βοηθήσει την αμερικανική προσπάθεια στο Αφγανιστάν.
Ακόμα και ο πολεμοχαρής Ιρανός πρόεδρος, Mahmoud Ahmadinejad, πρότεινε να σταματήσει [8] ο εμπλουτισμός του ουρανίου στο επίπεδο του 20%, εάν στο Ιράν χορηγείτο το πυρηνικό καύσιμο που χρειαζόταν, και καλωσόρισε [9] μια ρωσική πρόταση που ήταν παρόμοια με το JCPOA. Η Ουάσινγκτον απάντησε με περαιτέρω αυστηροποίηση των κυρώσεων.
Για την Τεχεράνη, το JCPOA, στον πυρήνα του, ήταν μια ακόμα δοκιμασία για το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι ανοιχτές σε μια βελτιωμένη σχέση που θα επιτρέψει στο Ιράν να αντισταθμίσει τα στοιχήματά του. Η κατάργηση της πυρηνικής συμφωνίας από τον Trump, ωστόσο, στέλνει ένα σταθερό μήνυμα στους Ιρανούς ιθύνοντες: Η διπλωματική δέσμευση είναι άσκοπη. Έχει επιβεβαιώσει εκείνους στο Ιράν οι οποίοι είχαν από μακρού χρόνου διαμαρτυρηθεί κατά της διαπραγμάτευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το σκεπτικό ότι η Ουάσινγκτον είναι κατά βάση αντίθετη στην επιδίωξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας για μια ανεξάρτητη πολιτική γενικώς αλλά και στην ασφάλεια και στην οικονομία, και κλίνει προς την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ανεξάρτητα από το πόση καλή θέληση δείχνουν οι Ιρανοί.
Πράγματι, η εχθρότητα του Trump απέναντι στο JCPOA και το Ιράν γενικά, είχε ήδη προκαλέσει τον Χαμενεΐ να δηλώσει νωρίτερα φέτος ότι οι «κορυφαίες προτεραιότητες» της εξωτερικής πολιτικής του Ιράν περιλαμβάνουν «την προτίμηση της Ανατολής έναντι της Δύσης». Το Ιράν έχει κινηθεί για να υπογράψει πρωτοφανείς συμφωνίες εμπορίου και συνεργασίας με την Ρωσία [10] και την Κίνα [11]. Τώρα, είναι πιθανό να παραιτηθεί από την βελτίωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ενδεχομένως και με την Ευρώπη -ειδικά εάν οι ευρωπαϊκές χώρες αδυνατούν να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις της απόσυρσης των ΗΠΑ, να διατηρήσουν την συμφωνία, και να διασφαλίσουν ότι το Ιράν εξακολουθεί να απολαμβάνει σημαντική ανακούφιση από τις κυρώσεις.
Η σημερινή συνεργασία του Ιράν με την Ρωσία στην Συρία μπορεί να γίνει ένα νέο μοντέλο για το πώς αντιμετωπίζει άλλες περιφερειακές κρίσεις. Καθώς οι σχέσεις της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεφτίσει τα τελευταία χρόνια, η Μόσχα έχει κινηθεί για να εδραιωθεί ως σημαντικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, για πρώτη φορά μετά την Σοβιετική εποχή. Η επιτυχία της Ρωσίας στην στήριξη του μοναδικού περιφερειακού συμμάχου της, την Συρία, ήταν δυνατή μόνο μέσω της παροχής βοήθειας από το Ιράν, ενώ η συνεργασία Ρωσίας-Ιράν στην Συρία διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει τον σύμμαχο του Ιράν, το Ιράκ, σε μια συμμαχία επί των πληροφοριών στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Η Ρωσία ήταν επίσης επιφυλακτική για την εχθρότητα της διοίκησης Τραμπ απέναντι στο Ιράν και, τον Φεβρουάριο, χρησιμοποίησε το βέτο της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εναντίον ενός ψηφίσματος που προωθούσαν οι ΗΠΑ, στοχεύοντας σε υποτιθέμενες ιρανικές αποστολές όπλων στην Υεμένη. Με την απόσυρση του Trump από το JCPOA, το Ιράν ενδέχεται να επιδιώξει την αύξηση της στρατιωτικής και τεχνολογικής συνεργασίας με την Ρωσία, όχι μόνο στην Συρία αλλά και σε άλλους τομείς στους οποίους έχουν αλληλοεπικαλυπτόμενα συμφέροντα, όπως στο Αφγανιστάν. Η Τεχεράνη μπορεί επίσης να επιλέξει να αυξήσει τα δικαιώματα ανεφοδιασμού για τα ρωσικά στρατιωτικά αεροσκάφη στο Ιράν ή να αφιερώσει περισσότερα στρατεύματα και υλικό για την προώθηση κοινών στόχων Ρωσίας-Ιράν στην Συρία.
ΚΑΝΤΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ
Η νέα πολιτική της Ουάσινγκτον είναι επίσης εξαιρετικά αντιπαραγωγική για την περιφερειακή και διεθνή σταθερότητα, εξαλείφοντας την πιθανότητα συνεργασίας ΗΠΑ-Ιράν στις πολλές κρίσεις στη Μέση Ανατολή. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι δράσεις των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των εισβολών στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, καθώς και ο ρόλος τους στην ανατροπή του Μουαμάρ Αλ Καντάφι στην Λιβύη, και στην στήριξη του -υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας- πολέμου της Υεμένης, έχουν συμβάλει σημαντικά στην περιφερειακή αστάθεια. Το JCPOA είχε αυξήσει τις ελπίδες ότι το Ιράν και η Δύση θα μπορούσαν να συνεργαστούν για την επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων, ιδίως στην Συρία και την Υεμένη.
Ο Τραμπ κρατά την υπογραφείσα διακήρυξη που δηλώνει την πρόθεσή του να αποσυρθεί από την συμφωνία του Ιράν, τον Μάιο του 2018. JONATHAN ERNST / REUTERS
———————————————————-
Αξίζει να σημειωθεί ότι, αρκετούς μήνες μετά την επίθεση, τον Νοέμβριο του 2015, το Ιράν, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, προσκλήθηκε στις ειρηνευτικές συνομιλίες των Ηνωμένων Εθνών για πρώτη φορά. Αυτό οδήγησε στην πρώτη συμφωνία του πολέμου [12] σχετικά με την παύση των εχθροπραξιών, η οποία σε μεγάλο βαθμό τηρήθηκε και επεκτάθηκε σε διάφορα μέρη της Συρίας. Το Ιράν είναι ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε πολιτική λύση στην συριακή διαμάχη, δεδομένης της επιρροής της Τεχεράνης επί του πεδίου. Το Ιράν διαδραμάτισε επίσης αναπόσπαστο ρόλο στην καταπολέμηση του ISIS και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων που απειλούν την περιφερειακή σταθερότητα. Η απόσυρση του Trump από το JCPOA και η εχθρότητα έναντι της περιφερειακής παρουσίας του Ιράν, θα ενισχύσουν τόσο τις τρομοκρατικές ομάδες στα πρότυπα του ISIS -που δεν θα έχουν πλέον την προσοχή πάνω τους- όσο και θα καταστήσουν ακόμα πιο μακρινή προοπτική μια διαρκή πολιτική λύση στον πόλεμο της Συρίας.
Επομένως, η πολιτική του Τραμπ για το Ιράν είναι στρατηγικά αυτοκαταστροφική. Υπόσχεται να αυξήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στις πολυάριθμες συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής, δεδομένης της αποφασιστικής επιρροής του Ιράν στα στρατηγικά περιφερειακά θέατρα -συμπεριλαμβανομένου του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Συρίας και της Υεμένης. Το Ιράν είναι ένας απαραίτητος παράγοντας που πρέπει να εμπλακεί στην επίλυση των περιφερειακών κρίσεων, ενώ η προσπάθεια να εξοστρακιστεί και να απομονωθεί η Τεχεράνη μόνο θα επιδεινώσει την περιφερειακή αστάθεια. Οι σύμμαχοι των Ιρανών, οι οποίοι εκπροσωπούν βασικά εκλογικά σώματα με δικαιολογημένα παράπονα, δεν θα δεχθούν επίσης την περιθωριοποίηση -είτε αυτή είναι η σιιτική πλειονοψηφία του Λιβάνου, η σιιτική πλειοψηφία του Ιράκ, οι αντι-Ταλιμπάν (κυρίως Χαζάροι, Τατζίκοι και Ουζμπέκοι) Αφγανοί, οι υπό κατοχή Παλαιστίνιοι, οι Ιρακινοί Κούρδοι, οι Γεζίντι στην Υεμένη και, όλο και περισσότερο, χριστιανικές και άλλες μειονοτικές ομάδες στο Ιράκ και την Συρία. Ο Trump απέκλεισε τις δυνατότητες περιφερειακής συνεργασίας και έθεσε την πραγματική πιθανότητα μιας καταστροφικής σύγκρουσης με το Ιράν. Ο Τραμπ ωθεί επίσης το Ιράν πιο κοντά στην Ρωσία και την Κίνα, ακόμα και καθώς η απόφασή του αυξάνει τις εντάσεις μεταξύ αυτών και των Ηνωμένων Πολιτειών. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα πίσω από την απόφαση του Trump να αποσυρθεί, η λογική γεωπολιτική στρατηγική δεν είναι ένα από αυτά.
O Ταγίπ Ερντογάν μιλά σε προεκλογική συγκέντρωση. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία
MAY 12, 2018
Το ερώτημα σχετικά με τις εκλογές της Τουρκίας στις 24 Ιουνίου δεν είναι ποιος υποψήφιος ή κόμμα θα κερδίσει. Ο τουρκικός λαός θα μάθει την απάντηση σε μια πιο σημαντική ερώτηση: Μπορεί να χάσει ο σημερινός πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν;
Ο κ. Ερντογάν και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχουν κερδίσει 12 εκλογικές αναμετρήσεις από το Νοέμβριο του 2002. Μεταξύ πέντε κοινοβουλευτικών εκλογών, μόλις σε μία από αυτές, στις 7 Ιουνίου 2015, το AKP απέτυχε να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση, καθώς συγκέντρωσε το 40,5% των ψήφων.
Μετά από αυτό το αποτέλεσμα ο Ερντογάν επέβαλε επαναληπτικες εκλογές, και πέντε μήνες αργότερα, την 1η Νοεμβρίου 2015, το AKP ανέκτησε κυβερνητική πλειοψηφία με 49,5%.
“Στις 7 Ιουνίου υπήρξε μια αναποφασιστικότητα και πληρώσαμε γι ‘αυτό”, δήλωσε ο Ερντογάν σε συνάντηση του κόμματος στις 27 Απριλίου χωρίς να διευκρινίζει απόλυτα τι εννοεί με αυτό.
Μεταξύ Ιουνίου και Νοεμβρίου, σημειώθηκε η πιο θανατηφόρα τρομοκρατική επίθεση στην τουρκική ιστορία, σκοτώνοντας 109 ανθρώπους, κατά τη διάρκεια συλλαλητηρίου ακτιβιστών και ομάδων ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπέρ των Κούρδων, κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Άγκυρας.
Επίσης, το AKP σταμάτησε την ειρηνευτική διαδικασία με τις ένοπλες δυνάμεις Κούρδων , μετά τις 7 Ιουνίου, όταν το δημοκρατικό κόμμα των υπέρ των Κουρδικών Λαών (HDP) υπερέβη το εκλογικό όριο του 10% και παρενέβη στα προεδρικά όνειρα του Ερντογάν.
Οι εκλογές του Ιουνίου θεωρούνται από μεγάλη μερίδα ως εκτροπή. Ο Ερντογάν εδραίωσε την εξουσία του με διώξεις, περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και ελέγχοντας τα μέσα ενημέρωσης. Είναι λοιπόν λογικό κάποιοι να τονίζουν ότι ο τουρκικός λαός ψηφίζει υπό αντίξοες και ανελεύθερες συνθήκες.
“Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο κ. Ερντογάν, στην εξουσία ως πρωθυπουργός και πρόεδρος για τα τελευταία 15 χρόνια, θα κερδίσει μια συντριπτική νίκη. Έχει ήδη εξασφαλίσει ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να κερδίσει “, ανέφεραν οι Times σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 7 Μαΐου και είχε τίτλο για τις εκλογές ” Ούτε ελεύθερες ούτε δίκαιες “.
Μια εκλογική ανάλυση , η οποία εκπονήθηκε από πέντε κορυφαίους πολιτικούς επιστήμονες μετά από το συνταγματικό δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 2017, κατέληξε στο συμπέρασμα: “Η ανάλυσή μας υποδεικνύει την υπερφόρτωση ψηφοδελτίων στο 6% περίπου των εκλογικών τμημάτων που σε συνδυασμό με τη νοθεία ήταν αρκετά ώστε να αλλάξουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος από το ‘Όχι’ στο ‘Ναι’”
Πριν ο Ερντογάν αποφασίσει να σχηματίσει συμμαχία με το Εθνικιστικό Κόμμα των ‘Γκρίζων Λύκων” (MHP), (πριν από το δημοψήφισμα), το AKP είχε λάβει το 49,5% των ψήφων, και 11,9% το MHP στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 2015. Ωστόσο, η κοινή τους προσπάθεια στο δημοψήφισμα απέφερε ισχνή νίκη. Ακόμα και οι μύθοι γύρω από την προσπάθεια πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου απέτυχαν να ενισχύσουν την προσφορά τους.
Όλα τα παραπάνω δίνουν στην τουρκική αντιπολίτευση το έρεισμα να είναι πιο αισιόδοξη για τις εκλογές. Αυτή τη φορά, το κόμμα τής Ακσενέρ ΙΥΙ (Καλό Κόμμα) θα μπορούσε να κερδίσει αρκετούς εθνικιστές ψηφοφόρους από το MHP του Ντεβλετ Μπαχτελί, ενώ το Κόμμα Ευδαιμονίας (SP) του Τεμέλ Καραμολάογλου μπορεί να “πριονίσει” το ΑΚΡ προσελκύοντας την υποστήριξη των δυσαρεστημένων Ισλαμιστών.
Ωστόσο, για να νικήσει ο Ερντογάν στον προεδρικό αγώνα, αναφέρει η ιστοσελίδα Turkish Minute απαιτεί κουρδική υποστήριξη. Το HDP μπορεί να δώσει πλειοψηφία στην αντιπολίτευση στο Κοινοβούλιο, και να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα στην τουρκική πολιτική σκηνή. Εάν το HDP ξεπεράσει το κατώτατο όριο του 10% και ενώσει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, στο δεύτερο γύρο , ο Ερντογάν θα μπορούσε να χάσει.
Ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για την αναμενόμενη στήριξη του HDP στη συμμαχία της CHP-İYİ Party-SP είναι ότι ο υποψήφιος του CHP, Μουχαρέμ Ιντζέ, επισκέφθηκε τη φυλακή τον Ντεμιρτάς του HDP στις 9 Μαΐου.
Επίσης, ο Καραμολάογλου του SP προσπαθεί να κάνει δηλώσεις συμπαθητικές προς τους Κούρδους κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του. Κατά τα άλλα, οι μεγάλες διακυμάνσεις στην τουρκική οικονομία, η πόλωση μεταξύ των ψηφοφόρων και η πάντα καυτή πολιτική ατζέντα, προσφέρουν μεγάλη ενίσχυση στην τουρκική αντιπολίτευση.
A handout photo made available by the Israeli Defene Forces (IDF) on 11 May 2018 shows an IDF’s presentation of alleged Iranian intelligence sites in Syria. The Israeli military on 11 May 2018 published satellite images of what they claim were Iranian intelligence installations in Syria which were air-raided by Israel a day earlier. The air strikes were held in retaliation for 20 rockets allegedly launched by the Iranian Quds forces at Israeli army forward posts on the Golan Heights. EPA, IDF SPOKESPERSON, HANDOUT BEST QUALITY AVAILABLE HANDOUT EDITORIAL USE ONLY
MAY 12, 2018
Τις τελευταίες ημέρες με τις αεροπορικές επιδρομές του Ισραήλ εναντίον στόχων στο εσωτερικό της Συρίας, έχει αυξηθεί η ανησυχία για πιθανό πόλεμο μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν.
Το Ισραήλ δεν έχει καμία πρόθεση να εμπλακεί στο συνολικό πόλεμο στη Συρία και να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Ο βασικός στόχος του Τέλ Αβίβ, είναι να αποτρέψει τη δημιουργία βάσεων του Ιράν στη Συρία, από όπου το καθεστώς της Τεχεράνης, θα μπορεί να πραγματοποιήσει επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ.
Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η καταστροφή των εγκαταστάσεων που έχει χτίσει και χτίζει το Ιράν ή να στείλει σαφές μήνυμα στην Τεχεράνη ότι τέτοιου είδους εγκαταστάσεις εάν κτιστούν θα καταστραφούν.
Αυτή είναι η βασική ανησυχία και επιδίωξη του Ισραήλ, μαζί με την αποτροπή ελέγχου από το Ιράν εδαφών κοντά στα υψίπεδα του Γκολάν.
Το Τέλ Αβίβ προσπάθησε να προασπίσει τα συμφέροντα του στη Συρία με πολιτικά μέσα αλλά είναι πολύ δύσκολο αυτές οι προσπάθειες να είναι επιτυχημένες, διότι είναι πολύ δύσκολο και λάθος να εμπιστευτεί το Ιράν σε οποιαδήποτε πολιτική συμφωνία, ακόμα και με εγγυήσεις μιας δύναμης όπως η Ρωσία.
Ο μόνος τρόπος για να επιτύχει τους παραπάνω στόχους είναι να καταστρέψει τις εγκαταστάσεις του Ιράν στη Συρία, και αυτό κάνει με τις αεροπορικές επιδρομές τα τελευταία εικοσιτετράωρα.
Αυτό το στρατηγικό παιχνίδι στη Συρία, γίνεται κατανοητό και στο Τέλ Αβίβ και στην Τεχεράνη, και καμία από τις δυο πλευρές δεν επιθυμεί πολεμική σύγκρουση αυτή τη στιγμή.
Παρόλα αυτά και οι δυο πλευρές κάνουν κινήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε πόλεμο. Και οι δυο πλευρές προσέχουν αλλά καμία από τις δύο δεν πρόκειται να δράσει με παθητικό τρόπο στο μέτωπο της Συρίας.
Σαν αποτέλεσμα το παιχνίδι είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και απρόβλεπτο. Και οι δυο πλευρές κρατάνε τα επίπεδα της επιθετικής ρητορικής σε υψηλό σημείο με την Τεχεράνη να απειλεί με επίθεση το Ισραήλ στην περίπτωση πλήγματος των βάσεών της στη Συρία, και το Ισραήλ να δηλώνει ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει βάσεις του Ιράν στη Συρία. Και οι δύο παίζουν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι.
Η προσπάθεια έγινε από το Ιράν για δημιουργία βάσης στη νότια Συρία, από όπου θα μπορούσε να πλήξει το Ισραήλ, αλλά το Τέλ Αβίβ απάντησε άμεσα με καταστροφή αυτών των εγκαταστάσεων.
Το μάθημα που πήρε το Ιράν τα τελευταία εικοσιτετράωρα ήταν σκληρό και ξεκάθαρο. Γιαυτό και είναι πολύ πιθανό να μην προκαλέσει έντονα το Ισραήλ ξανά σύντομα και μάλιστα τόσο κοντά στα σύνορά του με τη Συρία. Για το Ιράν είναι πολύ πιο σημαντικό το ποιος θα έχει τον έλεγχο της Συρίας από το να κτίσει βάσεις εκεί που θα απειλήσουν το Ισραήλ.
Με δεδομένο ότι, όπως όλα δείχνουν, για να ξεκαθαρίσει το ποιος θα έχει τον έλεγχο στη Συρία, θα χρειαστεί κάποια χρόνια ακόμη, βραχυπρόθεσμα το Ισραήλ μπορεί να ελέγξει την απειλή. Όταν όμως το θέμα του ελέγχου της Συρίας ξεκαθαρίσει και είναι ένα αποτέλεσμα που θα ευνοεί το Ιράν, τότε ίσως δεν θα είναι τόσο διστακτικό για μια πολεμική σύγκρουση με το Ισραήλ.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για το Ισραήλ, και γιαυτό η μόνη ασφαλής λύση για την αποφυγή πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Ιράν στο μέλλον είναι η πτώση του καθεστώτος των μουλάδων της Τεχεράνης. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση Τράμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει βασικό στόχο της στρατηγικής της στην περιοχή την αλλαγή καθεστώτος, στο Ιράν, και χωρίς τη χρήση στρατιωτικών μέσων ή στρατιωτικής επέμβασης.
Αυτό είναι το “Στρατηγικό Παιχνίδι” και οι παίκτες που εμπλέκονται σε αυτό δεν περιορίζονται μόνο στο Ιράν, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, αλλά περιλαμβάνουν, τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της Τεχεράνης, τη Ρωσία και την Τουρκία.
*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.
Η ανακοίνωση του προέδρου Τραμπ με την οποία απέσυρε τις ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και ταυτόχρονα επανέφερε εξ ολοκλήρου τις κυρώσεις που ίσχυαν σε βάρος του Ιράν πριν από τη διεθνή συμφωνία του 2015, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τις σκοπιμότητες της απόφασης: Στοχεύει η απόφαση το Ιράν ή με αφορμή το πυρηνικό πρόγραμμά του στοχεύει τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ; Διότι η επαναφορά των κυρώσεων σημαίνει ότι θα ισχύσουν και για τις εταιρείες τρίτων χωρών που συναλλάσσονται με το Ιράν. Ας μη ξεχνάμε ότι η γαλλική τράπεζα ΒΝΡ Paribas είχε πληρώσει το 2014 πρόστιμο 9 δις δολαρίων για την παραβίαση αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Σουδάν, της Κούβας και του Ιράν ενώ με την επαναφορά των κυρώσεων θα συναντήσει εμπόδια η υλοποίηση της επένδυσης 4,8 δις δολαρίων της γαλλικής εταιρείας Total στο κοίτασμα φυσικού αερίου Νότιο Παρς του Ιράν. Ευρωπαϊκές εξαγωγές τουλάχιστον 11 δις ευρώ βρίσκονται στον αέρα μετά την απόφαση Τραμπ ενώ η ζημιά των ΗΠΑ είναι μηδαμινή, μόλις το ένα εκατοστό των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Η ίδια τακτική έχει εφαρμοστεί και στην περίπτωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας με πρόσχημα την Κριμαία, όπου ουσιαστικά έχει στοχοποιηθεί η οικονομία των ευρωπαϊκών κρατών. Η τακτική αυτή των ΗΠΑ έχει ως αφετηρία το Νόμο Ντ’ Αμάτο που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο το 1996 και προέβλεπε την επιβολή κυρώσεων σε όλες τις εταιρείες, ακόμη και τρίτων χωρών, που επένδυαν μεγάλα ποσά στον ενεργειακό τομέα του Ιράν και της Λιβύης. Πρόκειται για πολιτική που υπογραμμίζει την επικυριαρχία των ΗΠΑ στην Ευρώπη την οποία αποδυναμώνει και περιθωριοποιεί ολοένα και περισσότερο στα τεκταινόμενα σε παγκόσμια κλίμακα.
Η Ευρώπη πληρώνει σήμερα την ανισορροπία δυνάμεων που έγινε ολοφάνερη μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου. Πρόκειται για συσχετισμό δυνάμεων μη αναστρέψιμο διότι έχει τις ρίζες του εκατό χρόνια πριν, όταν η Ευρώπη με τους δύο Παγκοσμίους πολέμους αυτοκαταστράφηκε δις, παραδίδοντας, με τη διάλυση των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών της, την απώλεια των αγορών τους και το κόστος ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων υποδομών της, την ηγεμονία της Δύσης στην Ουάσινγκτον. Η απόφαση Τραμπ θα πρέπει να εκληφθεί ως η ύστατη προειδοποίηση προς την Ευρώπη να επιταχύνει άμεσα τις διαδικασίες ενοποίησής της παραμερίζοντας τους εθνικούς εγωισμούς προκειμένου να επανακτήσει την ισχύ της και το ρόλο της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Τέτοια περιφρονητική συμπεριφορά, επαναλαμβανόμενη μάλιστα, να ακυρώνει δηλαδή ο Τραμπ μια απόφαση που ελήφθη από κοινού με την Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βρετανία και εκπρόσωπο της ΕΕ αγνοώντας τις ενστάσεις τους, υποχρεώνοντας μάλιστα την ευρωπαϊκή οικονομία να υποστεί τις συνέπειες των αμερικανικών κυρώσεων μέχρι πότε θα μπορεί να είναι ανεκτή; Διότι η κύρια αιτία για τη βαθμιαία περιθωριοποίηση της Ευρώπης θα πρέπει να αναζητηθεί στην πολυδιάσπαση των συμφερόντων εντός της ΕΕ και στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα χειραγώγησής της από τις ΗΠΑ;
Οι παραπάνω συλλογισμοί απορρέουν από το γεγονός ότι ενώ η Τεχεράνη προβάλλεται ως αιτία για την απόφαση Τραμπ, η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) που εποπτεύει την εφαρμογή της συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επανήλθε μια ημέρα μετά την απόφαση βεβαιώνοντας για πολλοστή φορά ότι «μέχρι σήμερα, η ΙΑΕΑ βρίσκεται σε θέση να επιβεβαιώσει ότι οι σχετικές με τον πυρηνικό τομέα δεσμεύσεις εφαρμόζονται από το Ιράν». Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το ψήφισμα 687/1991 του Σ.Α. του ΟΗΕ, το οποίο επικαλέστηκαν οι ΗΠΑ για να εισβάλλουν στο Ιράκ, ζητούσε να «γίνουν βήματα για τη δημιουργία στη Μ. Ανατολή μιας ζώνης απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα μαζικής καταστροφής», η αποπυρηνικοποίηση της Μ. Ανατολής σαμποτάρεται μονίμως από την Ουάσινγκτον. Όπως μας ενημερώνει ο Νόαμ Τσόμσκυ στο βιβλίο του με τίτλο «Ποιος κυβερνά τον κόσμο» από το 2016, «υπό την αιγίδα του ΟΗΕ θα γινόταν μια διεθνής συνδιάσκεψη στη Φινλανδία τον Δεκέμβριο του 2012 σε μια προσπάθεια εφαρμογής του σχεδίου (αποπυρηνικοποίησης της Μ. Ανατολής). Τι συνέβη; Στις αρχές Νοεμβρίου το Ιράν συμφώνησε να συμμετάσχει στη συνδιάσκεψη. Δύο μέρες μετά ο Ομπάμα ακύρωσε τη συνδιάσκεψη λέγοντας ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη. Το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να προχωρήσει η συνδιάσκεψη χωρίς αποτέλεσμα» Όμως, το Ισραήλ, το Πακιστάν και Ινδία, κράτη της επιρροής των ΗΠΑ, που διαθέτουν πυρηνικά αρνούνται να υπογράψουν τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών την οποία έχει υπογράψει η Τεχεράνη.
Ποια είναι η γνώμη του αραβικού κόσμου για όλα αυτά; Μας το λέει πάλι ο Νόαμ Τσόμσκυ: «Οι ΗΠΑ και οι δυτικοί σύμμαχοί τους κάνουν ότι μπορούν για να αποτρέψουν την αυθεντική δημοκρατία στον αραβικό κόσμο. Για να κατανοήσουμε το γιατί, δεν χρειάζεται παρά να δούμε τις δημοσκοπήσεις που διεξάγονται από αμερικανικές εταιρείες… Αποκαλύπτουν ότι με συντριπτική πλειοψηφία οι Άραβες θεωρούν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως τις βασικές απειλές που αντιμετωπίζουν: Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζονται ως απειλή από το 90% των Αιγυπτίων και από περισσότερο από το 75% των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Για να υπάρχει ένα μέτρο το 10% των Αράβων θεωρεί το Ιράν απειλή».
China’s growing geostrategic influence, rising soft power, and, above all, continued economic success suggest that other countries will see it as a model to emulate. But will China’s power and prosperity really boost the global appeal of its authoritarian model?
LONDON – Will China soon be the world’s leading economic and geopolitical power? Has it achieved this status already, as some suppose? And if the answer to either question is yes, what are the global implications for the future of democracy?
The indicators of China’s rise are clear. China is poised to overtake the United States in terms of aggregate GDP within two decades, although forecasting precisely when depends on what one assumes about the growth rates of the two economies and the exchange rate used to convert renminbi into dollars. China is already the world’s leading trading economy, and its push to internationalize the renminbi has resulted in a growing share of that trade being settled in its own currency, potentially challenging the dollar’s position as the leading global currency.
Moreover, China is pumping foreign investment into economies across Africa and South Asia, obtaining military bases and other geostrategic assets in return from its heavily indebted commercial partners. Its Belt and Road Initiative is further fueling China’s outward investment and deepening its economic links with countries across the Eurasian landmass.
And then there is China’s soft power: its school programs, cultural exchanges, museum exhibitions, and UNESCO projects.
This growing geostrategic influence, rising soft power and, above all, continued economic success suggest that other countries will see China as a model to emulate. They will be attracted to its political model, which eschews the chaos of Western democracy in favor of centralized administrative control. The attractions are even more alluring against the backdrop of the Trump administration’s incoherent approach to governing, the British Tories’ shambolic efforts to manage Brexit, and Italy’s inability to form a government, to cite just three examples of democratic disarray.
By contrast, the more power, prosperity, and stability China projects, the greater the appeal of its authoritarian model. Observers in emerging and developing countries are apt to note that decisions are costly to reach and difficult to sustain in democratic systems. Both the process and results are unreliable. China’s approach, which has delivered the goods for two generations now, has more going for it, especially from the perspective of poor countries where sustained growth is the priority.
This makes it inevitable, it is said, that more countries will emulate Chinese governance. And this observation casts grave doubt on the future of democracy.
But this confident forecast misses a key point. Democracy may be messy, but it contains a built-in course-correction mechanism. When policy goes awry, the incumbents responsible for the mistake can be, and often are, voted out of office, to be replaced, in principle at least, by more competent rivals. 2
An authoritarian regime has no such automatic adjustment mechanism. Autocratic leaders will not give up power easily, and may choose, in their wisdom, to double down on failed policies. There is no orderly way of compelling them to do otherwise. A popular uprising, like the Solidarity movement in Poland, or a revolt of the nomenklatura, such as in the Soviet Union, can force the issue. But this typically happens only when an extended political and policy stalemate must be broken – and it often comes at a high cost in terms of public violence and loss of life.
Moreover, the idea that China’s leaders will continue to avoid serious policy errors indefinitely, and that their capacity as crisis managers will never be tested is, quite simply, fanciful. Any one of a number of shocks – the failure of a heavily-indebted corporation, revelations of hidden problems in Chinese financial institutions, a spike in global energy prices, or a serious geopolitical event – could bring growth tumbling down. The opening of China’s financial markets heightens the economy’s exposure to volatile capital flows and increases the scope for capital flight. And China, close as it is to North Korea, is not in a good geopolitical neighborhood.
In short, stuff happens, and if Chinese leaders do not manage the fallout well when it does, the public could turn against them. How the regime responds in that case will tell the tale. And it could be a tale – can you say “Tiananmen Square”? – that no government wants to reprise at home.
China, clearly, is emerging as a world power, even more quickly than it otherwise would, to the extent that the US is coming to be seen as an unreliable partner concerned only with advancing its own interests – at the expense, if necessary, of other countries. But the belief that China will continue growing at mid-single-digit rates for an extended period violates the first rule of forecasting: don’t extrapolate the present into the future. At some point, China will hit bumps in the road, and there is no guarantee that its leaders will admit their failures and adjust policy accordingly.1
At that point, the Chinese model of strong political control will appear less alluring to other countries, especially if the regime clamps down hard on civil society. Democracy, then, may have a future after all.
Όταν ο Τζέγκις Χαν κατέλαβε το Χοβαρεσμικό κράτος , ο Σουλεϊμάν Σαχ (αγούζος Τούρκος), μαζί με 50.000 πήγε και εγκαταστάθηκε στη Αρμενία. Εκεί παρέμειναν για επτά χρόνια και όταν πληροφορήθηκαν το θάνατο του Τσέγκις Χαν ξεκίνησαν να επιστρέψουν στον τόπο τους το Χορασόν (KHORASAN), που βρίσκεται μεταξύ Περσίας και Μεσοποταμίας.
Καθώς ο συρφετός των 50.000 ανθρώπων περνούσαν τον Ευφράτη ποταμό γλίστρησε το άλογο του Σουλεϊμάν Σαχ, με αποτέλεσμα να πνιγεί ο ίδιος μιας και δεν ήξερε κολύμπι.
Από τα τέσσερα παιδιά του, οι δύο με το μεγαλύτερο τμήμα συνέχισαν τη πορεία τους, ενώ οι άλλοι δύο, ο Δινδάρ και ο Ερντογούλ με 400 οικογένειες (2.000 έως 2.5000 άτομα) κατευθύνθηκαν προς το Ικόνιο, όπου και εγκαταστάθηκαν με την άδεια του σουλτάνου του Ικονίου Αλεαεδίν. Από τα δύο αδέρφια ο Ερντογούλ ήταν ο εξυπνότερος και ικανότερος διοικούσε αυτή την ομάδα.
Επειδή βοήθησαν τον Σουλτάνο Αλεαδίν σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων της Τραπεζούντας και του βασιλείου της Νίκαιας , ο Σουλτάνος τους παραχώρησε μια μικρή περιοχή στην Βιθυνία (1235 μ.Χ.) για να βόσκουν τα κοπάδια τους και ταυτόχρονα να φυλάνε τα σύνορα. Εκεί πολλαπλασιάσθηκαν και σε 45 χρόνια έφτασαν τους 10.000.
Ο Ερντογούλ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιός του Οσμάν ή Οθμάν ο οποίος θεωρείται γενάρχης των Τούρκων και από αυτόν πήραν το όνομα τους Οσμανλήδες ή Οθωμανοί. Ο Οσμάν κατέλαβε το Ελληνικό φρούριο Χερμέγκια και στην συνέχεια το Βυζαντινό φρούριο του Δορύλαίου (Εσκί Σεχίρ, γνωστό από την μικρασιατική εκστρατεία). Για την επιτυχία του αυτή ο σουλτάνος Αλεαδίν του έδωσε τα πρώτα ηγεμονικά σύμβολα , ήτοι μια ουρά αλόγου,, ένα τύμπανο και μια σημαία και με αυτό τον τρόπο ξεκινά η δημιουργία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν ο Σουλτάνος Αλεαδίν έρχεται σε σύγκρουση με τους Μογγόλους ο Οσμάν δράττεται της ευκαιρίας και προσαρτά αρκετά τμήματα Ικονίου και επεκτείνει τις κτήσεις του προς την Προποντίδα με ταυτόχρονο εξισλαμισμό των κατακτηθέντων περιοχών.
Ο Οσμάν ήταν ήδη άρρωστος όταν πολιορκούνταν Η Προύσα και πέθανε μέσα στην Προύσα η οποία έγινε και πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι με το στραβοπάτημα ενός αλόγου ….. ξεκινά η δημιουργία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Εάν δεν είχε στραβοπατήσει το άλογο του Σουλεϊμάν Σαχ, πιθανώς τα πράγματα να ήταν διαφορετικά στην περιοχή μας. Αλλά επειδή η ιστορία δεν γράφεται με τα αν …. Τουλάχιστο καλό είναι να μελετάμε τον αντίπαλο μας και την ιστορία του ή, όπως λέει ο σοφός Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου στο βιβλίο του « Η τέχνη του πολέμου» …. Αν ξέρεις τον εχθρό σου και γνωρίζεις τον εαυτό σου, μη τον φοβάσαι, θα νικήσεις σε εκατό μάχες.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου. Φωτογραφία αρχείου ΑΠΕ-ΜΠΕ MAY 11, 2018
Το Απρίλιο του 1983 η αμερικανική μυστική υπηρεσία CΙΑ συνέταξε μια απόρρητη έκθεση με τίτλο «Greece: Papandreou and the Military.» Στην έκθεση αυτή φαίνεται η εκτίμηση των Αμερικανών για τις ικανότητες του Ανδρέα Παπανδρέου ως Πρωθυπουργού, Υπουργού Άμυνας και ως ηγέτη που γνώριζε πώς να αντιμετωπίσει την Τουρκία.
Ήταν ο μοναδικός πολιτικός από την εποχή του Περικλή στον οποίον οι Έλληνες πάντα αναφέρονταν μόνο με το μικρό του όνομα και αναμφίβολα θα τον θυμούνται για την μεγάλη ευφυΐα και τις τεράστιες ηγετικές πολιτικές ικανότητές του.
Στα τελευταία 100 χρόνια της ιστορίας μας, ένα μέρος του λαού μας μίσησε τους δυο μεγαλύτερους άνδρες αυτής της εποχής, τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο τελευταίος, μάλιστα, κατηγορήθηκε ότι ήταν και πράκτορας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η έκθεση είναι πολυσέλιδη, και έτσι η μετάφραση που ακολουθεί αφορά μόνο ένα τμήμα της και κυρίως την αξιολόγηση για τη σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με το στρατό ενάμισυ χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Διαβάστε τι έλεγαν οι Αμερικανοί, πριν 35 χρόνια για τον υποτιθέμενο πράκτορά τους: «Η εκλογή του ηγέτη των σοσιαλιστών Ανδρέα Παπανδρέου ως πρωθυπουργού τον Οκτώβριο του 1981 αποτέλεσε πηγή βαθιάς ανησυχίας για το ελληνικό σώμα των αξιωματικών, το οποίο είναι πολιτικά συντηρητικό, αφοσιωμένο στη Δύση και κληρονόμος μιας μακράς παράδοσης πολιτικής επέμβασης.
Έχοντας επίγνωση των ανησυχιών του στρατού, ο Παπανδρέου ως πρωθυπουργός έχει δώσει υψηλή προτεραιότητα στο να καθησυχάσει τους αξιωματικούς ότι δεν είναι ένας απερίσκεπτος ιδεολόγος, αλλά ένας ρεαλιστής που θα ενεργήσει σθεναρά για τα ελληνικά συμφέροντα.
Πιστεύουμε ότι η επίδοσή του μέχρι στιγμής έχει αφήσει την πλειοψηφία των αξιωματικών του στρατεύματος ικανοποιημένους στα στρατόπεδα, θεραπεύοντας μια φήμη που είχε πληγεί άσχημα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του 1967-74, ανοικοδομώντας τις αμυντικές δυνατότητες και εστιάζοντας την προσοχή στην θεωρούμενη τουρκική απειλή.
Ο Παπανδρέου, μετά την εκλογή του, ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο της άμυνας και διόρισε έναν πρώην αξιωματικό με εξαιρετική φήμη (εννοούν τον Αντώνη Δροσογιάννη) ως έναν από τους αναπληρωτές υπουργούς Άμυνας – κινήσεις σχεδιασμένες τόσο για να μετριάσουν τις στρατιωτικές ευαισθησίες όσο και για να στείλουν ένα προειδοποιητικό μήνυμα κατά της «πολιτικής δραστηριότητας» στις τάξεις των αξιωματικών.
Σε γενικές γραμμές, έχει σεβαστεί τα κανονικά πρότυπα συνταξιοδότησης και προαγωγών και έχει επιλέξει επαγγελματίες με πολλά προσόντα για τις κορυφαίες στρατιωτικές θέσεις.
Επιπλέον, ο Παπανδρέου διατήρησε υψηλές και αυξημένες αμοιβές και επιδόματα για τους αξιωματικούς και το στρατιωτικό προσωπικό, στέλνοντας έτσι σημαντικά μηνύματα προς τους στρατιωτικούς, που μερικές φορές είχαν κινηθεί εναντίον της κυβέρνησης εν μέρει για οικονομικούς λόγους.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, κατά την κρίση μας, η πλειοψηφία των αξιωματικών που υπηρετούν, έχουν ανακουφισθεί από τον χειρισμό της εξωτερικής πολιτικής από τον Παπανδρέου μέχρι στιγμής. Πιστεύουμε ότι ο στρατός θα ανεχτεί τη σκληρή του τακτική έναντι του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών με την ελπίδα ότι θα κερδίσει πρόσθετη βοήθεια, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι τακτικές δεν σηματοδοτούν αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή διακοπή των διμερών αμυντικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
ΚΕΝΟ ………………………………..
Παρά την έντονη προσήλωσή τους στη Δύση, πολλοί στρατιωτικοί εξακολουθούν να τρέφουν μια μεγάλη δυσαρέσκεια προς το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποτυχία τους να σταματήσουν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
Εν ολίγοις, ο στρατός είναι πάνω από όλα έντονα εθνικιστικός και η φιλοδυτική του στάση δεν τον εμπόδισε να υποστηρίξει μια σκληρή στάση στις τρέχουσες συνομιλίες για τις βάσεις με τις ΗΠΑ. Επιπλέον, το κάλεσμα του Παπανδρέου για εγγυήσεις ασφαλείας της Δυτικής Συμμαχίας κατά της Τουρκίας και υπέρ της ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο αντικατοπτρίζει, κατά την κρίση μας, τις ανησυχίες της πλειοψηφίας των στρατιωτικών, οι οποίοι από το 1974 θεωρούν την Τουρκία ως την πρωταρχική απειλή για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Οι απόψεις του Παπανδρέου, των πολιτικών και των στρατιωτικών συγκλίνουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο τουρκικό ζήτημα από ό, τι σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα .
Τελικά, η «αποπολιτικοποίηση» του στρατού θα εξαρτηθεί, κατά την άποψή μας, από το πολιτικό περιβάλλον εντός της ίδιας της Ελλάδας – την ανάπτυξη ισχυρών δημοκρατικών θεσμών, τη δέσμευση τόσο των πολιτικών όσο και των στρατιωτικών ηγετών να εργαστούν εντός του συστήματος και μια γενική πεποίθηση στη αμεροληψία της πολιτικής διαδικασίας.
Παρόλο που παραμένουν πολλά προβλήματα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα φαίνεται ότι εξελίσσεται σταδιακά προς ένα πρότυπο που μοιάζει περισσότερο με τους δυτικοευρωπαϊκούς κανόνες . Αυτή η τάση, εάν συνεχιστεί μακροπρόθεσμα, θα αποτελέσει την πιο σίγουρη εγγύηση ενάντια στην πραιτοριανή πολιτική που επικρατούσε στο παρελθόν.
ΚΕΝΟ ……………………
Η νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου στις εθνικές εκλογές, πριν από 18 μήνες, προκάλεσε ανησυχία μεταξύ των Ελλήνων αξιωματικών, οι περισσότεροι από τους οποίους πιθανότατα ήλπιζαν στην επανεκλογή του συντηρητικού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας.
Ο στρατός -που έχει μακρά παράδοση να παρεμβαίνει στην πολιτική – ανησυχούσε από καιρό για την αυξανόμενη δημοτικότητα του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ) του Παπανδρέου και η πύρινη προεκλογική ρητορική του πρωθυπουργού χρησίμευσε μόνο για να αυξήσει τις ανησυχίες του. Ο Παπανδρέου και ο στρατός φαίνεται να έχουν καταφέρει ένα modus vivendi στους μήνες που μεσολάβησαν.
Πιστεύουμε ότι οι επιδόσεις του πρωθυπουργού με την ανάληψη της εξουσίας τείνει να απαλύνει τους φόβους των στρατιωτικών, αν και πολλοί στο σώμα αξιωματικών θα συνεχίσουν να παραμένουν ανήσυχοι με τον Παπανδρέου και τους μακροπρόθεσμους στόχους του.»
Στην συνέχεια γίνεται μια ιστορική αναδρομή από την επανάσταση στο Γουδί το 1909 μέχρι την εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, αναφορές σε πολιτικούς από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μέχρι τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και μια εκτενής ανάλυση της χουντικής περιόδου και με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους δικτάτορες.
Συγκεκριμένα αναφέρουν: «Η αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών κατέληξε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Για να εξουδετερώσουν μια εκλογική νίκη από τον φιλελεύθερο πολιτικό Γεώργο Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα, περίπου 20 μεσαίου βαθμού αξιωματικοί του στρατού ανέλαβαν τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Οι εμπλεκόμενοι συνταγματάρχες ισχυρίστηκαν ότι η δράση τους ήταν απαραίτητη για να «σώσουν το έθνος» από το χάος και τον κομμουνισμό……
Οι συνταγματάρχες διενήργησαν μια εκτεταμένη εκκαθάριση των στρατιωτικών και πολιτικών αντιπάλων τους, απομακρύνοντας όχι μόνο εκείνους που υποπτεύονταν ότι εμφορούνταν από φιλελεύθερες ή αριστερές αντιλήψεις αλλά και εκείνους που χαρακτηρίζονταν ως βασιλικοί. Περίπου 600 αξιωματικοί απολύθηκαν και αποστρατεύτηκαν στο πρώτο έτος μετά την κατάληψη της εξουσίας.
Αφίσα του ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα Παπανδρέου
Κατά τη διάρκεια της επταετίας ,που παρέμειναν στην εξουσία, οι συνταγματάρχες κατηγορήθηκαν ότι χρησιμοποιούσαν βασανιστήρια και άλλες μορφές βίας κατά των πολιτικών αντιπάλους τους με επακόλουθο οι ίδιοι , αλλά και οι στρατιωτικοί εν γένει να αποκτήσουν μια καταπιεστική εικόνα στα μάτια πολλών Ελλήνων. Οι προσπάθειες φιλελευθεροποίησης ήρθαν πολύ αργά και το καθεστώς έγινε στόχος λαϊκής αντίθεσης.
Τον Ιούλιο του 1974 η χούντα στήριξε ένα ανεπιτυχές πραξικόπημα στην Κύπρο που προκάλεσε την τουρκική εισβολή στο νησί. Στρατιωτικά η Αθήνα δεν ήταν εξοπλισμένη να ανταποκριθεί στην τουρκική κίνηση-επτά χρόνια νομής της πολιτικής εξουσίας είχαν διαβρώσει την ετοιμότητα και τον επαγγελματισμό του στρατού. Μία ομάδα αξιωματικών στη βόρεια Ελλάδα αρνήθηκε να εκτελέσει τις εντολές της χούντας για επιστράτευση ζητώντας, αντ’ αυτού, την παραίτηση των ηγετών της και την αντικατάστασή τους από πολιτικούς.» (έμφαση δική μου).
Στη συνέχεια η έκθεση αναφέρεται στην περίοδο της Κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Ράλλη και επανέρχεται στον Ανδρέα Παπανδρέου. Προκαλούν εντύπωση τα σχόλια τους που δεν είναι καθόλου κολακευτικά για τους αξιωματικούς των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1974:
Η προσέγγιση του Παπανδρέου
«Ο Παπανδρέου άρχισε να μετριάζει τη ριζοσπαστική του ρητορική και να προσεταιρίζεται κεντρώα στοιχεία και στο εκλογικό σώμα και το στρατό ήδη από το 1977 – μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές στις οποίες οι Σοσιαλιστές έγιναν το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Παπανδρέου έδειξε έντονη ευαισθησία στα πρακτικά ζητήματα που επηρεάζουν το σώμα αξιωματικών και που, εν μέρει, είχαν προκαλέσει προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις. Πολλές από οι υποσχέσεις του για στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, ειδικά όσον αφορά αμοιβές και τα επιδόματα, σχεδιάστηκαν για να είναι ελκυστικές στους αξιωματικούς.
Επιπλέον, οι έντονα εθνικιστές στρατιωτικοί βρήκαν την στάση του κατά των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία συμβατή με τις δικές του απόψεις. Ωστόσο, τα αιτήματα του Παπανδρέου για την “αποχουντοποίηση» των ενόπλων δυνάμεων, την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων συνέχισε να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στο σώμα αξιωματικών.
Από την εκλογή του, ο Παπανδρέου κινήθηκε γρήγορα για να μετριάσει τις ανησυχίες εντός του στρατού. Ανέλαβε το πόστο του υπουργού Άμυνας και σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου αφιερώνει αρκετό χρόνο απευθυνόμενος σε στρατιωτικούς και παρακολουθώντας στρατιωτικές εκδηλώσεις.
Περιβάλλεται από τους πολύ σεβαστούς στρατιωτικούς συμβούλους οι οποίοι, ως επί το πλείστον, είναι απολιτικοί. Επιβεβαίωσε επίσης την πρόθεσή του να διατηρήσει υψηλές τις αμυντικές δαπάνες και εφάρμοσε την υπόσχεσή του να αυξήσει τις αμοιβές και τα επιδόματα, αν και αυτό έχει προσθέσει σημαντικά στον ήδη υπερφορτωμένο προϋπολογισμό.
Τα κύρια θέματα
Οι περισσότεροι αξιωματικοί πιθανότατα θα δώσουν στον Παπανδρέου μια μεικτή βαθμολογία για την απόδοσή του μέχρι τώρα. Υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύει κανείς ότι το σώμα αξιωματικών εγκρίνει ορισμένες από τις αποφάσεις του Παπανδρέου, ιδιαίτερα αυτές που αποσκοπούν να αυξήσουν τα στρατιωτικά επιδόματα και να υιοθετήσουν μια σκληρή γραμμή με την Τουρκία.
Ταυτόχρονα ανέχεται – και πιθανώς θα συνεχίσει να ανέχεται – την τακτική του πρωθυπουργού στις διαπραγματεύσεις για τις αμερικανικές βάσεις και τις σχέσεις της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ, αρκεί οι ενέργειές του να μην βλάψουν σημαντικά τις σχέσεις ασφάλειας με τη Δύση. Ωστόσο, σχετικά με ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη σύνθεση και τον προσανατολισμό του στρατού, πιστεύουμε ότι το σώμα των αξιωματικών θα συνεχίσει να είναι καχύποπτο και ανήσυχο – ειδικά αν αντιληφθεί αυξανόμενη αριστερή επιρροή στις ένοπλες δυνάμεις. Μέχρι στιγμής, ο Παπανδρέου έχει παραμείνει εντός των ορίων αποδεκτής δράσης που έχουν καθορισθεί σιωπηρά από το στρατό
………………… ………………………………………………………….
Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι ο στρατός θα συνεχίσει να παρακολουθεί πιο στενά τις επιδόσεις του Παπανδρέου από εκείνες των άμεσων προκατόχων του. Οι αναφορες της Πρεσβειας …… δείχνουν ότι οι περισσότεροι αξιωματικοί παραμένουν αβέβαιοι για τους απώτερους στόχους του Πρωθυπουργού.
Προαγωγές και Συντάξεις
…………………………………..
Ορισμένοι επικριτές του καθεστώτος Παπανδρέου έχουν ενοχληθεί για τον μεγάλο αριθμό αλλαγών στις ανώτερες βαθμίδες των ενόπλων δυνάμεων από τότε που οι Σοσιαλιστές ήρθαν στην εξουσία. Ως εκ τούτου, κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι κάνει αλλαγές προσωπικού στις ένοπλες δυναμεις βάσει πολιτικών και όχι επαγγελματικών κριτηρίων.
Πράγματι, λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Παπανδρέου αντικατέστησε όλους τους αρχηγούς των Επιτελείων. Επίσης, την περσινή χρονιά, αποστράτευσε περίπου 131 συνταγματάρχες που αποτελούσαν το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο του συνόλου του στρατού ξηράς
…. …………………………..
Σύμφωνα με το ελληνικό σύστημα, ωστόσο, ένα υψηλό επίπεδο αλλαγών είναι φυσιολογικό. Η μετριοπαθής συντηρητική εφημερίδα της αντιπολίτευσης «Καθημερινή», μία από τις πιο αξιόπιστες ελληνικές εφημερίδες, ανέφερε ότι οι αλλαγές του προσωπικού πέρυσι ήταν «εντυπωσιακή» …
Το Σώμα των Αξιωματικών: Συνέχεια και Αλλαγή
Πολυετείς επεμβάσεις στην πολιτική, η κληρονομιά της περιόδου της Χούντας και οι μεταρρυθμίσεις της εποχής του Καραμανλή συνέβαλαν στο σύνθετο χαρακτήρα του Σώματος Αξιωματικών που κληρονόμησε ο Παπανδρέου.
Οι αξιωματικοί τους οποίους πρέπει να χειρισθεί αποτελούν μια σημαντική κοινωνικοπολιτική ομάδα συμφερόντων – που μοιράζεται την συντηρητική άποψη για τον κόσμο, κοινό κοινωνικό υπόβαθρο και συλλογικά επαγγελματικά συμφέροντα. Η επιλεκτική στρατολόγηση και η ιστορία έχουν καλλιεργήσει συντηρητικές απόψεις.
Φρανσουά Μιτεράν, Ανδρέας Παπανδρέου και Μάργκαρετ Θάτσερ. Φωτογραφία εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Πολλοί ανώτεροι αξιωματικοί που υπηρετούν σήμερα, μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια της εποχής του Μεταξά και πολέμησαν κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου.
Κατά την περίοδο από το 1950 ως το 1974, αξιωματικοί με φιλελεύθερες ή αριστερές συμπάθειες συστηματικά αποκλείσθηκαν, από το στρατό και έμειναν έξω από τις στρατιωτικές σχολές. Παρά την απομάκρυνσή πολλών πρώην υποστηρικτών της Χούντας, ο Καραμανλής δεν άλλαξε θεμελιωδώς το σύστημα προσλήψεων και δεν άλλαξε τη συντηρητική όψη των ενόπλων δυνάμεων.
Μέχρι σήμερα η στρατιωτική εκπαίδευση καλλιεργεί έντονα αντικομουνιστικά συναισθήματα, μια μόνιμη δυσπιστία προς την αριστερά και μία επιφυλακτικότητα προς τους πολιτικούς.
Η κοινωνική σύνθεση του σώματος των αξιωματικών συμβάλλει επίσης στη συντηρητική πολιτική και κοινωνική στάση του στρατού. Από τις αρχές του αιώνα, η στρατιωτική σταδιοδρομία έχει προσελκύσει κυρίως νεαρούς άνδρες από αγροτικές περιοχές και μικρές πόλεις.
Σύμφωνα με ακαδημαϊκές μελέτες από τις αρχές έως στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ένα μεγάλο ποσοστό σπουδαστών των στρατιωτικών σχολών – οι περισσότεροι από τους οποίους κατά πάσα πιθανότητα, είναι τώρα αξιωματικοί του Στρατού, προέρχονται από τις φτωχότερες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Μακεδονία και η Πελοπόννησος.
Οι πατέρες των περισσότερων είναι αγρότες ή έμποροι. Οι μοναδικές εξαιρέσεις είναι αξιωματικοί του ναυτικού, περίπου τα δύο τρίτα των οποίων προέρχονται από αστικές, μεσαίες και ανώτερης τάξης οικογένειες. Το κοινωνικό προφίλ των νέων σε αυτές τις σχολές και στα τρία όπλα, σύμφωνα με αυτές τις μελέτες, είχε αλλάξει ελάχιστα από τις προηγούμενες δύο δεκαετίες.
Αντίθετα, η πολιτική ελίτ προέρχεται κυρίως από το αστικό, μορφωμένο και ανώτερο μεσαίο στρώμα της κοινωνίας. Αυτή η απόκλιση στο κοινωνικό υπόβαθρο έχει διευρυνθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες και συνέβαλε στην ένταση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών.
Οι αξιωματικοί τείνουν να χαρακτηρίζουν την αποστολή τους με σχεδόν ιερούς όρους, μια τάση την οποία συχνά εκμεταλλεύονται οι πολιτικοί, όταν επιδιώκουν να διεγείρουν το εθνικό συναίσθημα. Ο ίδιος ο Παπανδρέου, σε διάφορες ομιλίες του, αναφέρθηκε στον αξιωματικό όχι μόνο ως απλό πολίτη αλλά ως πολίτη επιφορτισμένο με ένα ιερό σκοπό. Στο παρελθόν, οι αξιωματικοί ερμήνευσαν μερικές φορές πολυ ευρέως την εντολή τους να προστατεύσουν την εθνική ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
Οι εικαζόμενες εσωτερικές απειλές από την πολιτική αριστερά, η οποία συχνά κατηγορήθηκε για την «ηθική και κοινωνική παρακμή» της χώρας χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει στρατιωτικές επεμβάσεις. Στην πραγματικότητα, πάντως, διαφωνίες σχετικά με οικονομικά θέματα είχαν μεγαλύτερη σημασία. Από το 1974, μια ορισμένη αμφισημία χαρακτήρισε τις αντιλήψεις του στρατού για το ρόλο του, τη στάση του απέναντι σέ πολιτικές κυβέρνησεις και τις σχέσεις του με τους δυτικούς συμμάχους.
Το ελληνικό εκλογικό σώμα έχει υποστεί βαθμιαία μετατόπιση προς τα αριστερά και, μολονότι το σώμα αξιωματικών διατηρεί το συντηρητικό του χαρακτήρα, πιστεύομε επίσης, ότι έχει επηρεαστεί από την μεταβολή των πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων.
Το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο του επαγγελματία στρατιωτικού έχει αρχίσει σταδιακά να επικαλύπτει τις πιο γραφικές εικόνες στρατιωτικών αρετών και ιδανικών, που είχαν διαμορφώσει οι ίδιοι. Μια σταθερή προσήλωση προς τη Δύση έχει μετριαστεί από την αντίληψη ότι υφίσταται μια κλίση του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια. Τέλος, και πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι ο στρατός προσπαθεί να ανακάμψει από την αρνητική εικόνα που απέκτησε κατά την διάρκεια της περιόδου 1967-1974.
………………………………………………..
……………………………………….
……………………………………………………..
Ο Παπανδρέου προσπάθησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του στρατού εισάγοντας ένα πακέτο παροχών που, αν και μετριοπαθές, έχει σίγουρα ενισχύσει το ηθικό τους, ενώ παράλληλα βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης τόσο των αξιωματικών όσο και των κληρωτών.
Η κυβέρνηση καθιέρωσε στις αρχές του προηγούμενου έτους τα στεγαστικά επιδόματα των αξιωματικών το περασμένο έτος, που κυμαίνονται από $50 έως $170 το μήνα, με τριμηνιαίες αναπροσαρμογές κόστους ζωής, ανάλογα με το την οικογενειακή κατάσταση, τον βαθμό και τα έτη υπηρεσίας……….
Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατά την προεκλογική περίοδο. Φωτογραφία ΕΘΝΟΣ
Από τότε που ήρθε στην εξουσία, ο Παπανδρέου έπρεπε να εξισορροπήσει τις απαιτήσεις της αριστεράς για «εκδημοκρατισμό» των ενόπλων δυνάμεων με τις σιωπηρές πιέσεις από το σώμα των αξιωματικών για διατήρηση της συντηρητικής του ταυτότητας. Οι ενέργειες του πρωθυπουργού, μέχρι στιγμής, δείχνουν ότι θα ακολουθήσει μια βαθμιαία, αργή προσέγγιση – ιδιαίτερα στο ευαίσθητο ζήτημα των προσλήψεων στις ένοπλες δυνάμεις.
………………………………………………..
………………………………………………………
Η κυβέρνηση Παπανδρέου άρχισε να εφαρμόζει αλλαγές σε αυτές τις διαδικασίες, οι οποίες θα άνοιγαν τις στρατιωτικές ακαδημίες σε μια πιο πολιτικά διαφοροποιημένη ομάδα υποψηφίων αξιωματικών. ……………………………………………………….
……………………………………………………………..
Μια κοινοβουλευτική τροπολογία που ψηφίσθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο αυξάνει το μέγεθος των εισαγόμενων τάξεων. Τέκνα αξιωματικών και στρατιωτών κληρωτών, που σκοτώθηκαν στη γραμμή του καθήκοντος και παιδιά και αδελφοί των ανάπηρων βετεράνων του πολέμου εισάγονται τώρα με βάση την υψηλή βαθμολογική επίδοση του λυκείου, αντί για εισαγωγικές εξετάσεις. Ο τύπος αναφέρει ότι η έρευνα για δραστηριότητες του παρελθόντος δεν θα χρησιμοποιείται πλέον για τους υποψηφίους των στρατιωτικών ακαδημιών.
………………………………………………….
………………………………………………………………..
Με βάση τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί μέχρι σήμερα, είναι σαφές οτι ο Παπανδρέου θέλει να ανοίξει τις στρατιωτικές ακαδημίες στα μέλη του κόμματός του, αλλά ταυτόχρονα να αποκλείσει τους Κομμουνιστές, διότι είναι οι σφοδρότεροι εσωτερικοί αντίπαλοί του, αλλά και για να αποφύγει την αρνητική αντίδραση της δεξιάς παράταξης……
Προτεραιότητες άμυνας
Όπως οι κυβερνήσεις του Καραμανλή και του Ράλλη, η κυβέρνηση Παπανδρέου συνεχίζει να δίνει έμφαση στις αμυντικές δαπάνες για να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, την επέκταση της κρατικής πολεμικής βιομηχανίας, που συμπεριλάμβανε συμφωνίες αδειοδότησης και συμπαραγωγής με ξένες εταιρείες, αυξημένη αυτάρκεια σε ανταλλακτικά και διαφοροποίηση των πηγών όπλων. Τον περασμένο χρόνο, …………….. οι αμυντικές δαπάνες ήταν περίπου 21% του συνολικού προϋπολογισμού της Ελλάδας και σχεδόν 7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), σημαντικά υψηλότερο από την περίοδο πού ήταν στην αρχή της δεκαετίας 1970.
……………………………………..
Ωστόσο, το αμυντικό βάρος έχει γίνει, σταδιακά, πιο δυσβάστακτο λόγω του βραδύτερου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, υψηλότερου πληθωρισμού και μεγαλύτερων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία δύο με τρία χρόνια.
Αν και οι αμυντικές δαπάνες έχουν επιβαρύνει τον προϋπολογισμό και έχουν αφαιρέσει κεφάλαια από την χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, ο Παπανδρέου έχει υποσχεθεί στο στρατό ότι δεν θα μειώσει τις αμυντικές δαπάνες.
Δεδομένων των εντάσεων με την Τουρκία, ο λαός υποστηρίζει αυτήν την πολιτική. Όπως και οι διαδοχικές κυβερνήσεις από το 1974, η κυβέρνηση του Παπανδρέου θέλει να αναπτύξει μια εγχώρια αμυντική βιομηχανία ώστε να εξοικονομήσει, μακροπρόθεσμα, συνάλλαγμα και να μειώσει την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση ελπίζει επίσης να διαφοροποιήσει τις πηγές όπλων της Ελλάδας και από τις αρχές του περασμένου χρόνου έχει αξιολογήσει και συζητά τις πιθανές συμφωνίες αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας και τις αγορές εξοπλισμού.
………………………………………………………………………..
…………………………………
Μια αναφορά, από πηγές της αμερικανικής πρεσβείας, αναφέρει ότι ο στρατός είναι ικανοποιημένος με τον αμυντικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης και υποστηρίζει την έμφαση που δίνει στην εγχώρια βιομηχανία όπλων.
Είναι, ωστόσο, πιο διφορούμενοι εκφράζοντας αμφιβολίες για την προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών προμηθειών. Από τη μία πλευρά, οι αξιωματικοί έχουν εκφράσει την προτίμηση τους στο αμερικανικό πολεμικό υλικό και ανησυχούν ότι η διαφοροποίηση θα δημιουργήσει πρόβλημα στους τομείς της συντήρησης και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Σχέσεις με την Τουρκία
Κατά την κρίση μας, ο Παπανδρέου με τη σκληρή πολιτική του προς την Τουρκία και το Αιγαίο, που διαφέρει περισσότερο ως προς τον τόνο παρά στην ουσία απο τους προκατόχους του, έχει αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή των αξιωματικών.
Απο την τουρκική εισβολή της Κύπρου το 1974, ο στρατός ενθάρρυνε μια σκληρή στάση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, μια στάση που διαθέτει λαική υποστήριξη και, όπως αντανακλάται στα δημοσιεύματα του Τύπου, βλέπει την Τουρκία ως μια ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη με σχέδια κατά της ελληνικής επικράτειας.
Η στρατιωτική ανησυχία για την τουρκική απειλή αντικατοπτρίστηκε στα μετά το1974 αμυντικό πρόγραμμα το οποίο έδωσε έμφαση στον επανεξοπλισμό και εκσυγχρονισμό της Πολεμικής Αεροπορίας και του Ναυτικού.
Οι Ελληνικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί στη Θράκη και στο Αιγαίο για να αντιμετωπίσουν πιθανή τουρκική απειλή και έχουν ενισχύσει την οχυρώση των νησιών κοντά στην τουρκική ακτή σε απάντηση της σύστασης ενός τουρκικού στρατού του “Αιγαίου”.
Οι φόβοι των Ελλήνων προέρχονται κυρίως από αυτό που η Αθήνα θεωρεί ως Τουρκικές προσπάθειες, τα τελευταία οκτώ χρόνια, για να επαναπροσδιοριστεί το “status quo” στο Αιγαίο.
Οι διαφορές επικεντρώνονται στα δικαιώματα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, στον ορισμό των χωρικών υδάτων, το εύρος του εναέριου χώρου, την στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, καθώς και στις αρμοδιότητες διοίκησης και ελέγχου του ΝΑΤΟ
Με την απόσυρση της Ελλάδας από τη στρατιωτική πτέρυγα του ΝΑΤΟ το 1974, η Τουρκία άρχισε να πιέζει για μερίδιο στη διοίκηση και έλεγχο του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο και επίσης στην ίση κατανομή των πόρων του βυθού. (δική μου έμφαση).
Οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1974, του Καραμανλή και του Ράλλη, ήταν πρόθυμες να μιλήσουν με την Τουρκία για τις διαφορές τους, πιστεύοντας ότι οι διαπραγματεύσεις ελαχιστοποιούσαν τον κίνδυνο αντιπαράθεσης.
Αν και παραμενει μεγάλη η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών στα θεμελιώδη ζητήματα, σημειώθηκε κάποια πρόοδος. Στις αρχές του 1980 η Τουρκία απέσυρε τα αιτήματά της για τον έλεγχο της πολιτικής εναέριας κυκλοφορίας στο ανατολικό ήμισυ του Αιγαίου, και αργότερα συμφώνησε να αναβάλει την επίλυση θεμάτων που αφορούν στη διοίκηση και έλεγχο του ΝΑΤΟ, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την Ελληνική επιστροφή στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα προσάρμοσε τους αεροδιαδρόμους για τη διευκόλυνση της εμπορικής κυκλοφορίας της Τουρκίας και χαλάρωσε μερικούς από τους μονομερείς περιορισμούς στις στρατιωτικές πτήσεις στο Αιγαίο. «Το σχέδιο του ΝΑΤΟ για την Ελληνική επανένταξη» το 1980 ανέθεσε την ευθύνη διοίκησης και ελέγχου στο Αιγαίο στον Αρχηγό του ΝΑΤΟ στο Νότο (CINCSOUTH), εκκρεμούσης της επίλυσης των διαφορών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Σε αντίθεση, ο ελληνικός στρατός προτιμούσε τις προτάσεις Haig-Ντάβος, οι οποίες θα είχαν επιτρέψει στην Αθήνα να διατηρήσει την διοίκηση και τον έλεγχο, ενώ θα συνεχίζονταν οι συζητήσεις με την Άγκυρα για μια νέα ρύθμιση.
Επιπλέον ήταν αντίθετος με παραχωρήσεις στον εναέριο χώρο και τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας. Το σώμα των αξιωματικών αντιτίθεται σε κάθε είδους κοινό έλεγχο που, στην πραγματικότητα, θα δώσει στην Τουρκία στρατιωτική ευθύνη για την ασφάλεια ορισμένων ελληνικών νησιών.
Οι Έλληνες στρατιωτικοί φοβούνται πιθανώς ότι τέτοιος κοινός έλεγχος θα μπορούσε να δώσει στην Τουρκία, αργότερα, κάποια δικαιολογία για μια στρατιωτική κίνηση εναντίον ενός ή περισσοτέρων Ελληνικών νησιών. Η άκαμπτη στάση του στρατού προς την κατεύθυνση αυτή μετριάζεται σε κάποιο βαθμό από την πεποίθηση ότι μια ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ θα ήταν αμοιβαία καταστροφική. (δική μου έμφαση)
Πιστεύουμε ότι ο Παπανδρέου έχει την τάση να μιλά σκληρά, ενώ προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο σύγκρουσης. Τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο στρατός θα προτιμούσαν, πιθανότατα, να περάσει ο χρόνος διατηρώντας τις εντάσεις σε ένα διαχειρίσιμο επίπεδο και αναβάλλοντας τις ευαίσθητες αποφάσεις που απαιτούν συμβιβασμό.
Αυτή η επιδέξια αναβλητικότητα θα γίνεται σίγουρα πιο δύσκολη με την πάροδο του χρόνου. Η γνώμη μας είναι ότι ο στρατός, τελικά, θα μπορούσε να αποδειχθεί το μεγαλύτερος εμπόδιο στην ικανότητα του πρωθυπουργού να διαπραγματευτεί μια διευθέτηση των θεμάτων του Αιγαίου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ
Η υποστήριξη των Ελλήνων στρατιωτικών για στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ οφείλεται σε έναν συνδυασμό συναισθηματικών, ιδεολογικών και πρακτικών λόγων:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν στην αναδιοργάνωση των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και υποστήριξαν τις δυνάμεις που αγωνίζονταν κατά των κομμουνιστών στον εμφύλιο πόλεμο.
Από το 1946 η Ουάσινγκτον έχει προσφέρει το ποσόν των $6,1 δισ. σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα. Αμερικανική και δυτική στρατιωτική βοήθεια έχει επίσης εισρεύσει μέσω του ΝΑΤΟ. Παρά τις αμφιταλαντευόμενες λαϊκές και κυβερνητικές διαθέσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, οι Έλληνες αξιωματικοί συνέχισαν να συνεργάζονται στενά με τους Αμερικανούς συναδέλφους τους. Πολλοί εκπαιδεύθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ένοπλες δυνάμεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για ανταλλακτικά και συντήρηση. Περίπου ένα 80 με 90% του καταλόγου των ελληνικών όπλων είναι αμερικανικής προέλευσης. Παρά τα γεγονότα του 1974, οι αξιωματικοί βλέπουν τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μία από τις πιο αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά της τουρκικής επιθετικότητας.
……………………………………………………………..
Υποτασσόμενοι σε ένα ισχυρό αντιαμερικανικό δημόσιο συναίσθημα, οι κυβερνήσεις μετά το 1974 προσπάθησαν να μειώσουν την στρατιωτική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαίωναν τη δέσμευσή τους στα αμυντικά συμφέροντα της Δύσης.
Ακόμη και κατά τη διάρκεια της θητείας του Καραμανλή ως πρωθυπουργού οι στρατιωτικοί ήταν ενοχλημένοι με πολλές κυβερνητικές πολιτικές. Κατά τη γνώμη μας, δέχτηκαν την επίδειξη ανεξαρτησίας του Καραμανλή, κυρίως επειδή ήταν ένας πολιτικός με άψογα συντηρητικά διαπιστευτήρια και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την φιλοδυτική του στάση.
Ο στρατός είναι λιγότερο σίγουρος για τους απώτερους σκοπούς του Παπανδρέου και κατά συνέπεια, θα ενοχλούνταν περισσότερο, εάν η σημερινή κυβέρνηση προχωρούσε μακριά από αυτό το μονοπάτι. Μέχρι στιγμής, πάντως, ο Παπανδρέου δεν έχει παρέμβει στις καθημερινές στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Για παράδειγμα, πολεμικά πλοία των ΗΠΑ επιτρέπεται να επισκέπτονται ελληνικά λιμάνια συχνότερα από ό, τι στο παρελθόν.
Τον Σεπτέμβριο του 1982 ο πρωθυπουργός ανταποκρίθηκε θετικά σε ένα αίτημα των ΗΠΑ να επιτρέψει μεγάλου βεληνεκούς αναγνωριστικές πτήσεις από την Κρήτη για την υποστήριξη της ειρηνευτικής προσπάθειας στον Λίβανο – αγνοώντας την γνώμη της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας. …………..
Το έγγραφο της CIA για τον Ανδρέα.
Οι σχέσεις μεταξύ των Αμερικανών και Ελλήνων αξιωματικών συνεχίζουν, ως επί το πλείστον, να είναι ανοιχτές και φιλικές… ……………..
Ο Παπανδρέου έχει επίσης απομακρυνθεί από τις προεκλογικές του απαιτήσεις για την άμεση κατάργηση των αμερικανικών βάσεων και αντιθέτως μίλησε για τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος για την μελλοντική απομάκρυνσή τους. Πιστεύουμε ότι αυτή η μετατόπιση αντικατοπτρίζει, εν μέρει, την αυξανόμενη συνειδητοποίηση του Πρωθυπουργού ως προς τα οικονομικά οφέλη καθώς επίσης ως προς τα πλεονεκτήματα για την ελληνική άμυνα, που θα προέλθουν από τη συνέχιση της λειτουργίας των βάσεων. Νομίζουμε ότι αντικατοπτρίζει επίσης την ευαισθησία του για τις θέσεις του στρατού. ………………………………………
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ούτε ο Παπανδρέου αλλά και ούτε ο στρατός θα είναι λιγότερο σκληροί σε συγκεκριμένα σημεία στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Για παράδειγμα, τον προηγούμενο μήνα, η κυβέρνηση σηματοδότησε τη δυσαρέσκειά της προς την Ουάσιγκτον, σε σχέση με τις προτάσεις για την στρατιωτική βοήθεια του οικονομικού έτους 1984 για την Ελλάδα και την Τουρκία απειλώντας να αναστείλει τις αναγνωριστικές πτήσεις των ΗΠΑ από την αεροπορική βάση του Ελληνικού.
Η διατήρηση της αναλογίας 7 προς 10 στη στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και Τουρκία ήταν μία βασική ελληνική απαίτηση κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η συμπεριφορά των στρατιωτικών κατά τη διάρκεια προηγούμενων συνομιλιών για τις βάσεις, αφήνει να εννοηθεί ότι θα ενθαρρύνουν την κυβέρνηση να θέσει υψηλές απαιτήσεις, και πιστεύουμε ότι θα υποστηρίξουν την τακτική για περιορισμένη πίεση.
Αν και οι σχέσεις Ελλάδας-ΝΑΤΟ είναι περισσότερο προβληματικές υπό τον Παπανδρέου, παρά στο πρόσφατο παρελθόν, φαίνεται ότι ο Παπανδρέου διαθέτει ως επί το πλείστον την συμπαράσταση των στρατιωτικών συμβούλων του. Πριν αποσυρθεί από δύο ασκήσεις του ΝΑΤΟ, τον Μάιο του 1982, από μια άσκηση έξι μελών τον τελευταίο Νοέμβριο και ακυρώνοντας τη συμμετοχή σε μια ετήσια άσκηση του ΝΑΤΟ φέτος το Φεβρουάριο, ο Παπανδρέου σίγουρα διαβουλεύτηκε με τους στρατιωτικούς του εμπειρογνώμονες, που εμπιστεύεται, όπως ο αρχηγός του ΓΕΑ, Πτέραρχος Κουρής.
Η απογοήτευση που εκφράστηκε από ορισμένους ανώτερους αξιωματικούς του Στρατού για την απόσυρση του Νοεμβρίου πιθανότατα προήλθε λόγω της ακύρωσης, την τελευταία στιγμή και την απώλεια εκπαιδευτικής εμπειρίας, παρά από τις διαφορές με την κυβέρνηση σχετικά με την τουρκική πτυχή του θέματος.
Κατά την κρίση μας, οι Έλληνες αξιωματικοί θεωρούν ότι η συνεχιζόμενη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ είναι ζωτικής σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν την αποδοκιμασία του ΝΑΤΟ για να υπογραμμίσουν τη δική τους θέση για τα ζητήματα του Αιγαίου και να παρακινήσουν τη Συμμαχία σε πιο ενεργό ρόλο στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Υποψιαζόμαστε ότι είναι λιγότερο ικανοποιημένοι – αλλά πρόθυμοι να αποδεχτούν – την πιο επιθετική προσέγγιση του πρωθυπουργού για τα πολιτικά ζητήματα στα φόρουμ του ΝΑΤΟ, εφόσον δεν επηρεάζει σημαντικά τη μακροπρόθεσμη σχέση ασφαλείας με τη Δύση.
……………………………………………………………………………..
Βλέπουμε σήμερα τις περισσότερες τάσεις στην ελληνική πολιτική να λειτουργούν κατά μιας επιτυχημένης στρατιωτικής επέμβασης. Το πολιτικό κλίμα στο εσωτερικό της Ελλάδας σήμερα είναι σταθερό. Οι σοσιαλιστές κέρδισαν τις εκλογές του 1981 με ευρεία διαφορά, και η προσωπική δημοτικότητα του Παπανδρέου παραμένει υψηλή. Κατηγορίες για νοθεία, που συχνά συνόδευαν τις εκλογές στη δεκαετία του 1960, δεν έχουν συμβεί από το 1974 και μετά και ζητήματα που διαίρεσαν την χώρα στο παρελθόν – όπως η τύχη της μοναρχίας και η νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχουν διευθετηθεί.»
Η Έκθεση καταλήγει αναφέροντας:
«Αν ο Παπανδρέου συνεχίσει την τρέχουσα πορεία του, αναμένουμε ότι οι Σοσιαλιστές θα αποκτήσουν αυξημένη αποδοχή ως ένα υπεύθυνο κόμμα, μειώνοντας στην διαδρομή τις ανησυχίες στις τάξεις του στρατού.
Επιπλέον, η τελευταία στρατιωτική επέμβαση κατέστρεψε την υπόληψη των αξιωματικών τόσο βαθιά, που αμφιβάλουμε ότι υπάρχει σήμερα κάποιος σοβαρός Έλληνας πολιτικός που θα έδινε την υποστήριξή του σε ένα πραξικόπημα. Χωρίς πολιτική υποστήριξη, μια απόπειρα επέμβασης θα μπορούσε να μετατραπεί σε αιματηρή αντιπαράθεση και εμείς πιστεύουμε ότι λίγοι αξιωματικοί θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν ένα τόσο μεγάλο τίμημα.
Κατά την άποψή μας, τα ρίσκα στρατιωτικής επέμβασης θα συνεχίσουν με τον χρόνο να μειώνονται. Ο στρατός φαίνεται να υιοθετεί μια ολοένα και πιο «ουδέτερη» στάση σε πολιτικά θέματα και γενικά γίνεται μία πιο επαγγελματική υπηρεσία. Σε τελευταία ανάλυση, η «απολιτικοποίηση» του στρατού θα εξαρτηθεί, βέβαια, από το αν η Ελλάδα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου δυτικού κράτους με ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, με την δέσμευση των πολιτικών και στρατιωτικών ηγεσιών να εργαστούν εντός του συστήματος, και με μια γενική πίστη στην αμεροληψία της πολιτικής διαδικασίας.
Aν και πολλά προβλήματα παραμένουν, η Ελλάδα φαίνεται να εξελίσσεται σταδιακά προς ένα πρότυπο, που ευθυγραμμίζεται με τους δυτικοευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτή η τάση, αν συνεχιστεί μακροπρόθεσμα , θα είναι η πιο σίγουρη εγγύηση κατά της πραιτωριανής πρακτικής, που κυριαρχούσε στο παρελθόν.»
Διαβάζοντας αυτή την απόρρητη έκθεση της CIA αντιλαμβανόμαστε πόσο χρειαζόμαστε σήμερα, περισσότερο από ποτέ, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Ανδρέας όταν έγινε Πρωθυπουργός, τον Οκτώβρη του 1981, με την μεγάλη οξυδέρκεια που τον διέκρινε, δεν ανέλαβε μόνο την πρωθυπουργία αλλά, ταυτόχρονα, ανέλαβε και το Υπουργείο Άμυνας!
Είναι εύκολο να δούμε που θα βρισκόταν σήμερα η Ελλάδα, εάν στο τιμόνι της, σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο, βρισκόταν ο μεγάλος ηγέτης που κάποιοι συνεχίζουν, σήμερα, να τον αποκαλούν «καταστροφέα της Ελλάδας», όπως αποκαλούσαν «ολετήρα» της χώρας τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Υπάρχει ένα εφιαλτικό σενάριο για την Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής που δεν συζητιέται μεν εδώ αλλά ευρέως εκτός συνόρων και που πρέπει να ακυρωθεί. Το σενάριο αυτό είναι: η χώρα στις 20 Αυγούστου βγαίνει από το πρόγραμμα (τρίτο Μνημόνιο) και επιστρέφει στις αγορές (με τη βοήθεια του αποθεματικού που έχει σχηματιστεί), αλλά παρά ταύτα ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα οι αγορές εκδηλώνουν τη δυσπιστία τους για διάφορους λόγους και επομένως η πρόσβαση σ’ αυτές καθίσταται ασύμφορη. Τότε προφανώς η μόνη επιλογή που θα έχει η χώρα είναι να προσφύγει και πάλι στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) για νέα οικονομική ενίσχυση και νέο πρόγραμμα. Το σενάριο αυτό όσο κι αν είναι ανεπιθύμητο δεν κρίνεται καθόλου ουτοπικό. Πρώτον, γιατί η διολίσθηση της Ελλάδας στις κακές πρακτικές του παρελθόντος (αχρείαστοι διορισμοί, σπατάλες, παροχές) δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί με την κατηγορηματικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο. Και υπάρχουν πολλές.
Δεύτερον, γιατί η Ελλάδα θα βγει από το πρόγραμμα και θα επιστρέψει στις αγορές χωρίς την ισχυρή θωράκιση που θα προσέφερε η «ενισχυμένη πιστωτική γραμμή» από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕΜΣ – ESM), καθώς η κυβέρνηση δεν θέλει κάτι τέτοιο επιμένοντας σε μια εκδοχή «καθαρής εξόδου» – που βεβαίως δεν θα είναι «καθαρή». Καθώς ενισχυμένη εποπτεία θα συνεχίσει να υπάρχει πρώτα απ’ όλα με βάση τον σχετικό κανονισμό της Ενωσης (κανονισμός 472/2013) που ρητά προβλέπει (άρθρο 14) ότι «τα κράτη – μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα κράτη – μέλη, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Εποπτεία, με άλλα λόγια, μέχρι το 2060 και ενδεχομένως αργότερα.
Νέα όμως ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και τα κράτη – μέλη της ειδικώς για την Ελλάδα δεν πρόκειται να υπάρξει. Εξετάζονται άλλοι εναλλακτικοί τρόποι για να αντιμετωπιστούν κρίσεις και προβλήματα άτακτων κρατών. Οπως επισημαίνει ο εξαίρετος γνώστης των προβλημάτων αυτών, καθηγητής Jean Pisany-Ferry, «ένας τρόπος πειθαρχίας των άτακτων κρατών – μελών της ευρωζώνης θα είναι η απειλή του εξαναγκασμού της αποχώρησης (exit) από την ευρωζώνη». Η επιλογή θα είναι «behave or leave», «συμπεριφέρεσθε όπως πρέπει ή αποχωρείτε». Μόνο που στην περίπτωση της Ελλάδας δεν πρόκειται καν να τεθεί με τον εναλλακτικό τρόπο αυτό. Η αντίδραση σε περίπτωση που η χώρα προσφύγει για νέα στήριξη θα είναι απλά αποχωρείτε (Grexit) από την ευρωζώνη με μια ενδεχομένως πρόσκαιρη οικονομική κάλυψη. Το παλιό και γνωστό σχέδιο Σόιμπλε δηλαδή. Οπως παρατηρεί ο Pisany-Ferry, ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί. Αρκεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να αποσυνδέσει το τραπεζικό σύστημα της χώρας από τις διαδικασίες ρευστότητας. Και τούτο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε νομικές ρυθμίσεις (η Συνθήκη, ως γνωστόν, δεν προβλέπει έξοδο ή εκδίωξη χώρας από την ευρωζώνη, ενώ προβλέπει εθελούσια έξοδο από την Ενωση συνολικά – Brexit). Είναι σημαντικό επομένως για την Ελλάδα να ακυρώσει πλήρως κάθε προοπτική για ένα τέτοιο εφιαλτικό σενάριο. Και η πιστωτική γραμμή θα αποτελούσε ένα σοβαρό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.
Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
του Wolfgang Münchau Δημοσιεύθηκε: 10 Μαΐου 2018 Financial Times/euro2day.gr
Η απόφαση της Γερμανίας να διατηρήσει πλεονάσματα στον προϋπολογισμό θέτει σε κίνδυνο συνολικά την ευρωζώνη. Η στροφή Σολτς και SPD και πώς δημιουργεί νέα δεδομένα. Οι επιπλοκές με τον Τραμπ και η ανάγκη να υπάρξει αντίδραση.
Η παρατήρηση ότι η ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε πρόβλεψη ότι οπωσδήποτε θα διαλυθεί. Ωστόσο, υπάρχουν γεγονότα που αυξάνουν πολύ την πιθανότητα ενός τέτοιου αποτελέσματος.
Ο γερμανικός προϋπολογισμός της περασμένης εβδομάδας είναι ένα από αυτά. Ο ΌλαφΣολτς, ο νέος Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:Ονομαστική περικοπή στις επενδύσεις· μειωμένο ποσοστό των αμυντικών δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ· πάγωμα των χρηματοδοτήσεων για αναπτυξιακή βοήθεια στο 0,5% του ΑΕΠ και χαμηλότερη συμμετοχή στον επόμενο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από αυτόν που ο ίδιος είχε προηγουμένως προτείνει.
Αντ’ αυτών, ο προϋπολογισμός επιτελεί δύο στόχους. Διαβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση θα έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα την περίοδο 2019-2022. Και το 2019, το χρέος της Γερμανίας ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσει χαμηλότερα από το όριο του 60% που είχε τεθεί στη συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Μάαστριχτ.
Η φιλοδοξία του κ. Σολτς είναι να ωθήσει τον προϋπολογισμό σε πλεόνασμα ύψους 1% του ΑΕΠ ή υψηλότερα. Τέτοιο πλεόνασμα, με την πάροδο του χρόνου, θα τερμάτιζε όλο το δημόσιο χρέος. Σε αυτό το σημείο η Γερμανία θα έχει φτάσει στην ορθο-φιλελεύθερη ουτοπία: Θα έχει γίνει σαν τη Ρουμανία του Νικολάε Τσαουσέσκου, που είχε πλεόνασμα 9 δισ. δολαρίων το 1989, λίγο πριν ο δικτάτορας ανατραπεί.
Πέρα από τις αρνητικές συνέπειες για την ίδια τη Γερμανία, αυτός ο προϋπολογισμός θα οξύνει τις ήδη σημαντικές ανισορροπίες της ευρωζώνης.
Η Γερμανία έχει πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών περίπου 8% τα τελευταία δύο χρόνια. Σύμφωνα με δημοσίευση του Der Spiegel, η αεροπορική δύναμη της χώρας έχει γίνει δυσλειτουργική, ως αποτέλεσμα χρόνιας υποεπένδυσης. Η καγκελάριος ΆνγκελαΜέρκελ, που υποστηρίζει τον προϋπολογισμό, δεν έχει υπάρξει συνεπής ως προς την επανειλημμένη δέσμευση στον στόχο αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ, ύψους 2% του ΑΕΠ.
Υπάρχει μία μάλλον απλή λύση σε όλα αυτά τα προβλήματα: Να έχει ένα μέτριο δημοσιονομικό έλλειμμα, ας πούμε 2% του ΑΕΠ, να επενδύσει στην αναδιάρθρωση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, να ανανεώσει τις δημόσιες υποδομές και να ενθαρρύνει πρότζεκτ υψηλής τεχνολογίας.
Αυτό θα βοηθούσε την κα Μέρκελ να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες από τον Αμερικανό πρόεδρο ΝτόναλντΤραμπ ότι η Γερμανία δεν εργάζεται το ίδιο σκληρά στο ΝΑΤΟ. Θα έκανε τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση λιγότερο στόχο για τους αμερικανικούς εμπορικούς δασμούς, μειώνοντας το πλεόνασμα της εξωτερικής αποταμίευσης της Γερμανίας και της ευρωζώνης. Και θα ενδυνάμωνε την ικανότητα μακροπρόθεσμης ανάπτυξης της Γερμανίας. Δεν κάνεις συχνά τόσο πολλά με μία πολιτική.
Για να το κάνεις αυτό, θα έσπαγες το συνταγματικό «φρένο του χρέους» -ένα δημοσιονομικό νόμο που επιβάλλει στη Γερμανία να έχει σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό στον οικονομικό κύκλο. Ωστόσο, αυτή είναι μια εγχώρια επιλογή, όχι εξωτερικός περιορισμός. Ο κ. Σολτς δεν ακολουθεί απλώς τους νόμους. Κάνει περισσότερα από αυτά που χρειάζονται. Το SPD επιστρέφει στις προ-Κεϋνσιανές ρίζες του.
Δεν με νοιάζει για την αυτοκαταστροφή του SPD, όσο για τις εξωτερικές επιπτώσεις. Οι Γερμανοί έκαναν μία επιλογή. Θα πάρουν αυτό το οποίο ψήφισαν. Η πολιτική αυτή, όμως, θα επηρεάσει εκατομμύρια ανθρώπους που δεν ψήφισαν, καθώς ο προϋπολογισμός θα καθορίσει τον δρόμο για την υπόλοιπη ευρωζώνη.
Συγκεκριμένα, θα περιορίσει τον βαθμό δημοσιονομικής ευελιξίας που θα έδινε η ΕΕ σε χώρες κατά τη διάρκεια οικονομικής ύφεσης. Η Ιταλία, για παράδειγμα, χρειάζεται απελπισμένα πιο πολλές δημόσιες επενδύσεις, καθώς και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ως έναν τρόπο για έξοδο από την οικονομική στασιμότητα. Οι ψηφοφόροι έχουν απομακρυνθεί από τα συστημικά κόμματα, μία τάση που πιθανόν θα συνεχιστεί, εκτός και αν υπάρξει βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη.
Η Γαλλία είναι σε καλύτερη θέση, όμως όχι αρκετά δυνατή για να ακολουθήσει τη Γερμανία. Μπορεί να θαυμάζουμε την άνοδο του Εμανουέλ Μακρόν στην προεδρία, αλλά το ακροδεξιό ΕθνικόΜέτωπο παραμένει ένας κίνδυνος και γι’ αυτόν και για την ευρωζώνη.
Δεν θα υπάρξει ποτέ μία λύση στη δύσκολη κατάσταση της ευρωζώνης, εκτός και αν οι άλλες χώρες υψώσουν το ανάστημά τους σε αυτές που είναι πιο ισχυρές. Θα πρέπει να θεωρήσουν ότι η Γερμανία παραβιάζει τον πιο σημαντικό κανόνα πολιτικής που ορίστηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ: Ότι τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν την οικονομική πολιτική ως ένα θέμα κοινού συμφέροντος. Ο γερμανικός προϋπολογισμός είναι τόσο αντιευρωπαϊκός, όσο ήταν και ταυπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα της Ελλάδας.
Υπάρχει μόνο μία λογική εξήγηση για μία τέτοια πολιτική. Το να ξεφορτωθείς το χρέος σου είναι ένας τρόπος για να τερματίσεις τη συζήτηση για τον διαμερισμό του κινδύνου στην ευρωζώνη. Ωστόσο, το να αντιγράψεις την οικονομική στρατηγική του Τσαουσέσκου για να το πετύχεις, είναι μάλλον μία ακραία επιλογή.
Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
Σοβαρή και με ευρύτερες προεκτάσεις, η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Τεχεράνης-Τελ Αβιβ επί του συριακού εδάφους. Ποιες είναι οι στρατηγικές και οι περιορισμοί των δύο πλευρών. Πώς μπορεί να εμπλακούν Ρωσία και ΗΠΑ και πόσο πιθανή είναι η μεταφορά της κρίσης σε άλλες χώρες.
Δημοσιεύθηκε: 10 Μαΐου 2018 – 15:03
Ξημερώματα της 10ης Μαΐου, ιρανικές και συριακές μονάδες Αράβων εξαπέλυσαν ως αντίποινα χτύπημα κατά στόχων του ισραηλινού στρατού στα Υψώματα του Γκολάν. Το γεγονός ακολουθεί εβδομάδες κλιμακούμενων αεροπορικών επιδρομών από το Ισραήλ σε ιρανικούς στόχους στη Συρία, με πλέον πρόσφατο παράδειγμα το χτύπημα στις 9 Μαΐου στα νότια προάστια της Δαμασκού.
Η αρχική επίθεση, σύμφωνα με το Τελ Αβίβ, αφορούσε τουλάχιστον 20 ρουκέτες και αντιμετωπίστηκε άμεσα με ευρύτατες αντεπιθέσεις που στόχευσαν αριθμό συριακών και ιρανικών θέσεων σε όλη τη δυτική Συρία, περιλαμβανομένων στόχων στην περιοχή της Δαμασκού.
Πριν την κλιμάκωση αυτή, αμερικανικές και ισραηλινές πηγές υπογράμμισαν την αυξημένη πιθανότητα οι Ιρανοί να αντιδράσουν στρατιωτικά. Η Τεχεράνη έχει τις τελευταίες εβδομάδες αυξήσει τις παραδόσεις όπλων και εξοπλισμού στη Συρία και η χώρα έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οι συνεχείς επιθέσεις των Ισραηλινών σε θέσεις της στη Συρία δεν θα μείνουν αναπάντητες.
Το Ιράν απέφευγε έναν κύριο πόλεμο με το Ισραήλ, ειδικά καθώς προσπαθεί να παγιώσει τις θέσεις στη Συρία και να διατηρήσει το μομέντουμ που έχουν οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις απέναντι στους αντάρτες. Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης την πρόσφατη απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά και προσώρας υπολογίζει στη στήριξη των άλλων μερών (Ευρώπη κ.λπ.) που την υπέγραψαν για να παραμείνει δεσμευμένη σε αυτή, στήριξη που μπορεί να είναι λιγότερο πρόθυμα να δώσουν, αν η Τεχεράνη κλιμακώσει δραματικά τη σύγκρουση με το Ισραήλ στη Συρία. Παρ’ όλα αυτά, το Ιράν και ειδικά οι σκληροπυρηνικοί «Φρουροί της Επανάστασης» είναι αποφασισμένοι να απαντήσουν στις αεροπορικές επιδρομές.
Από την πλευρά του Ισραήλ, το Τελ Αβίβ δείχνει πιο αποφασισμένο να κάνει κάτι με την αυξανόμενη ιρανική παρουσία στη Συρία και καθώς η διπλωματική προσέγγιση με τη Ρωσία εν πολλοίς απέτυχε να παράξει αποτελέσματα, δείχνει αυξανόμενα πρόθυμο να στηριχθεί στον στρατό του για να παρέμβει. Είναι όμως ακόμα κρίσιμο για τη χώρα να μειώσει τον κίνδυνο στρατιωτικής εμπλοκής με τη Ρωσία από τη δράση της στη Συρία, όπως και να διατηρήσει όσο το δυνατόν στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ, καθώς θα παίρνει πιο επιθετική στάση κατά του Ιράν.
Κυνηγώντας το πρώτο, ο πρωθυπουργός Νετανιάχου έφτασε στη Μόσχα και είχε συζητήσεις με τον Βλ. Πούτιν για να τον πείσει να σταθεί στο πλάι καθώς το Ισραήλ κλιμακώνει τη στρατιωτική του αντίδραση κατά της ιρανικής παρουσίας στη Συρία. Ως προς το δεύτερο, οι Ισραηλινοί επεδίωξαν να δράσουν συντονισμέναμε τις ΗΠΑ, ενθαρρύνοντας την Ουάσιγκτον να κρατήσει σκληρή γραμμή με το Ιράν, κάτι που περιλαμβάνει την απόφαση να παραμείνουν αμερικανικές δυνάμεις στη χώρα και να εγκαταλειφθεί η συμφωνία για τα πυρηνικά.
Ο τελευταίος γύρος επιθέσεων και αντεπιθέσεων αντιπροσωπεύει σοβαρή κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στη Συρία και ανοίγει τον δρόμο για να εντείνει το Ισραήλ τις προσπάθειές του κατά της ιρανικής παρουσίας στη χώρα. Ενώ τόσο το Ιράν όσο και το Ισραήλ είναι απίθανο να προσπαθήσουν να διευρύνουν τη σύγκρουση πέρα από το πεδίο μαχών της Συρίας, υπάρχει ο κίνδυνος, οι εχθροπραξίες να απλωθούν στον Λίβανο ή δυνητικά να εμπλέξουν τη Ρωσία και τις ΗΠΑ.
Στην ανατολική Συρία οι στηριζόμενες από τις ΗΠΑ δυνάμεις του SDF έχουν ήδη εμπλακεί με μικρές αψιμαχίες και τις κυβερνητικές δυνάμεις που στηρίζονται από το Ιράν. Ιρανικές και συριακές αεροπορικές άμυνες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μπεδρέψουν αμερικανικά αεροσκάφη με ισραηλινά -άλλωστε είναι ιδίου τύπου. Επιπρόσθετα, κυβερνητικές δυνάμεις στη Συρία που συνδέονται με το Ιράν μπορούν να ανταποδώσουν κατά αμερικανικών δυνάμεων.
Η προτεραιότητα της Ρωσίας σε όλα αυτά θα είναι χωρίς αμφιβολία να απεμπλακεί γρήγορα από τη σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, δεδομένων των κινδύνων που θέτει στις ρωσικές δυνάμεις και τους στόχους της στη Συρία.