Αρχική Blog Σελίδα 2814

Γιατί μετέφεραν οι ΗΠΑ την πρεσβεία τους στην Ιερουσαλήμ;

2

Του Αλέξανδρου Δρίβα capital.gr

Στις διεθνείς σχέσεις, ο πολιτικός ρεαλισμός μας λέει πως τα κράτη δρουν με γνώμονα το συμφέρον τους. Υπολογίζουν το δίπολο κόστος-όφελος και μετά, προβαίνουν σε αποφάσεις ορθολογικές. Με άλλα λόγια, είτε ποντάρουν στα κέρδη, είτε στις ελάχιστες δυνατές ζημιές. Γιατί οι ΗΠΑ έκαναν μια τέτοια κίνηση; Γιατί οι ΗΠΑ μεταφέρουν την πρεσβεία τους από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ; Στις 6 Δεκεμβρίου 2017 είδαν τις αντιδράσεις και από τους Παλαιστινίους (και συνολικά από τον αραβικό κόσμο) και από τη Δύση. Σε μια περίοδο (2007-2016) που οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να αποχωρήσουν από τα προβλήματα της Μέσης Ανατολής, ξαφνικά, επανέρχονται κάνοντας μια κίνηση που εκ πρώτης όψεως, στερείται ορθολογισμού. Είναι όμως έτσι;

Η τέχνη της διασποράς του πολέμου

Η θεωρία της στρατηγικής μας θυμίζει ότι υπάρχει ένα είδος στρατηγικής που ακολουθούν οι μεγάλες δυνάμεις: η πρόκληση πολέμου για την κατατριβή τρίτων. Με άλλα λόγια, βάζουμε να “τσακωθούν” άλλες δυνάμεις προκειμένου να φθαρούν και με αυτόν τον τρόπο κρατούμε εκτός τη δική μας φθορά και ταυτόχρονα, μπορούμε να παρουσιαστούμε ως διαμεσολαβητές, διαιτητές κτλ. Μια μορφή υλοποίησης αυτής της στρατηγικής, είναι η γεωγραφική διασπορά του πολέμου ή της έντασης. Όσο μεγαλύτερη είναι η περιοχή που λαμβάνουν χώρα εχθροπραξίες, τόσες περισσότερες οι δυνάμεις που εμπλέκονται. Εδώ, ποιο συμφέρον έχουν οι ΗΠΑ;

Ρωσία, Τουρκία, Ιράν, Συρία και Λίβανος έχουν δημιουργήσει ένα group κρατών που μοιράζεται μια κοινότητα συμφερόντων. Η Ρωσία επιθυμεί να επαυξήσει την επιρροή της στην περιοχή προκειμένου να έχει τον πρώτο λόγο στο ενεργειακό παιχνίδι, όσο η Ουκρανία βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Η Τουρκία δεν επιθυμεί τη δημιουργία μιας κουρδικής οντότητας, ενώ ταυτόχρονα θέλει να γίνει η περιφερειακή δύναμη της Μέσης Ανατολής. Το ίδιο ακριβώς επιθυμεί το Ιράν, το οποίο επιδιώκει να γίνει ο συντονιστής του σιιτικού τόξου ανατολικά και δυτικά του Περσικού Κόλπου. Ο Λίβανος θα είναι, όσο ελέγχεται από την Χιζμπολάχ, δορυφόρος του Ιράν. Η Συρία είναι ό,τι έχει απομείνει από “κράτος”, όμως σε κάθε περίπτωση, ο Άσαντ είναι φίλα προσκείμενος σε Ιράν και Ρωσία. Η σημερινή εικόνα της Μέσης Ανατολής, δεν ικανοποιεί τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αν το παρόν της Συρίας γίνει η βάση για την επόμενη μέρα της, τότε το Ιράν θα πλησιάζει στο να βγει στη θάλασσα. Γι’ αυτό και άλλωστε οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Ας θυμηθούμε την ακολουθία των γεγονότων για να αποδελτιώσουμε τη νέα αμερικανική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή: Στις 6 Δεκεμβρίου 2017 οι Αμερικανοί αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2018 οι ΗΠΑ υποστηρίζουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν ότι θα “ρίξουν” τη συμφωνία με το Ιράν. Τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, προϊστάμενος της αμερικανικής διπλωματίας γίνεται ο Πομπέο ενώ τη θέση του ΜακΜάστερ παίρνει ο Μπόλτον. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν ήταν εξίσου προγραμματισμένη με τα εγκαίνια της πρεσβείας τους στην Ιερουσαλήμ. Και τώρα;

Ιράν και Ισράηλ κρατούν τα κλειδιά της Μέσης Ανατολής

Οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται άμεσα από τους μεσανατολικούς υδρογονάνθρακες. Τότε; Γιατί τους ενδιαφέρει τόσο; Με το να υπάρχει κάποια άλλη δύναμη στην περιοχή που να έχει τη μερίδα του λέοντος στο ενεργειακό παιχνίδι (Ρωσία) σημαίνει πως η Ευρώπη θα είναι αυξητικά εξαρτημένη από τη Ρωσία ή από δυνάμεις που εξαρτώνται από αυτήν. Ας μη νομίζουμε πως είναι τυχαία η πρωτοφανής στήριξη προς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου επί της ΑΟΖ της. Αν η Τουρκία γίνει ρωσικός δορυφόρος τότε όλα τα ενεργειακά σχέδια στην ανατολική Μεσόγειο θα έχουν σφραγίδα από τη Μόσχα.

 Το Ισραήλ με την κατοχύρωση της αμερικανικής στήριξης στην Ιερουσαλήμ, αποκτά ένα ισχυρό άλλοθι ώστε να προχωρήσει σε προληπτικά χτυπήματα εναντίον όλων όσων το περικυκλώνουν. Ήδη έχει βομβαρδίσει βάσεις ιρανικές εντός της Συρίας. Στο Λίβανο υπάρχει η Χιζμπολάχ και λίγες μέρες πριν Ισραήλ και Ιράν φτάσαν κοντά στον πόλεμο. Το τελευταίο που θα ήθελε να δει το Ισραήλ, είναι μια Ιντιφάντα να λαμβάνει χώρα αυτήν την περίοδο. Επομένως: Το Ισραήλ είναι ελεύθερο να προβεί στις ενέργειες εκείνες, γνωρίζοντας ότι η προστασία της Ιερουσαλήμ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αιτία για να αποτρέψει το Ιράν από το να περικυκλώσει τον ζωτικό χώρο των ισραηλινών συμφερόντων. Το Ιράν συνεχίζει να αποτελεί το γεωπολιτικό μήλον της έριδος όχι μόνο της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ευρασίας. Συνδέει τον Περσικό Κόλπο και τη Μέση Ανατολή με την Κασπία Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε πως εκείνη η δύναμη που θα ελέγχει το Ιράν και θα το έχει υπό την επιρροή της, θα αποκτήσει ένα ισχυρό προβάδισμα για τη διαμόρφωση των ισορροπιών ολόκληρης της Ασίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το Ισραήλ έχει εδώ και αρκετό καιρό αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με την Ινδία.

Τι περιμένουμε λοιπόν μετά τα εγκαίνια της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ; Σίγουρα όχι ευχάριστα πράγματα. Οι ΗΠΑ από την Αραβική Άνοιξη και μετά, έπαψαν να έχουν μια συνεκτική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή και η σημερινή κατάσταση που επικρατεί, καθιστά την Ουάσινγκτον εκτός του παιχνιδιού. Η πόλωση που θα δημιουργηθεί γύρω από την Ιερουσαλήμ εντάσσει στην ίδια ατζέντα ζητημάτων, το Παλαιστινιακό, την ισχύ της Χιζμπολάχ στο Λίβανο, την ρωσική παρουσία στην Μέση Ανατολή, την επιθυμία του Ιράν να καταστεί η περιφερειακή δύναμη της περιοχής, τους φόβους της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στην Τεχεράνη και βέβαια την επικίνδυνη πολιτική της Τουρκίας. Πρώτη φορά που τα εγκαίνια μιας πρεσβείας σηματοδοτούν την αρχή ενός νέου παιχνιδιού στην περιοχή όπου οι δρώντες καλούνται να δημιουργήσουν τις απαραίτητες ισορροπίες για να μην δούμε έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο “Ελληνοαμερικανικές Σχέσεις”, Συντονιστής ΤΟΡΕΝΕ-ΙΔΙΣ, μέλος Maritime & Seapower Analysis Group-ΕΛΙΣΜΕ, AHEPA Solon HJ04.

http://www.capital.gr/arthra/3292751/giati-meteferan-oi-ipa-tin-presbeia-tous-stin-ierousalim

The “Israel”-Hellenic Alliance That May Push Turkey to Cut Ties With Tel Aviv

0

The Turkish government has just announced the effective expulsion of Eitan Na’eh, “Israel’s” Ambassador to Ankara. According to the Daily Sabah,

“Na’eh was asked to leave Turkey indefinitely by the Turkish ministry of foreign affairs following the Israeli bloodshed and his tweets”.

The move comes as Erdogan has openly challenged other nations that have formal relations with the occupier entity to question whether such relations are beneficial to the Muslim world. The clear targets of Erdogan’s challenge are President Sisi’s Egypt – Turkey’s hated East Mediterranean rival, a waffling Jordanian monarchy and Turkey’s pro-FETO (Gulenist) Albanian nemesis in the western Balkans.

From healthy relations to the ultimate strain 

Of course, Turkey was the first Muslim majority nation to recognise “Israel” and prior to recent decades, Ankara and Tel Aviv have had a generally healthy relationship. This dramatically changed in 2010 when “Israeli” commandos illegally boarded the MV Mavi Marmara in international waters. The MV Mavi Marmara was a privately chartered Turkish flagged ship carrying mostly Turkish activists on their way to Gaza in order to deliver much needed humanitarian supplies to besieged Palestinians. The gruesome raid killed ten Turks and resulted in the lowest ebb in Ankara-Tel Aviv relations until now.

Pipeline politics no more

The incident resulted in the expulsion of Tel Aviv’s ambassador to Ankara and a formal downgrading in relations. In 2016, the two sides reconciled, primarily out of pragmatic motives. At the time, both “Israel” and Turkey hoped to jointly participate in a pipeline that would transport gas from northern Iraq through Turkey and into “Israel”.

However, since then, the plans for such Turkey to “Israel” East Mediterranean pipeline have stalled. Instead, Tel Aviv has pivoted closer to Turkey’s regional rival Egypt (which has said next to nothing about Palestine in recent days), while most importantly there is now talk of an EU sponsored East Mediterranean pipeline between “Israel”, Cyprus, Greece and Italy.

According to the pro-Brussels New Europe,

“The EastMed gas pipeline would circumvent Turkey, which has increased tensions with Cyprus, Greece and Israel recently, providing a way to transport newly discovered gas supplies from the East Mediterranean to Europe. The talks in Nicosia in May follow a memorandum of understanding regarding the EastMed pipeline, which was signed in December.

According to the Public Gas Corporation of Greece (DEPA), the EastMed will connect the recently discovered gas fields in the Levantine Basin, in the southeast Mediterranean, with mainland Greece and is projected to carry 8-14 billion cubic meters per year of natural gas to Greece and Europe.

According to DEPA, the approximately 1900 kilometer long pipeline (700 kilometers on-shore, 1200 off-shore) consists of the three following main sections, as well as compressor stations located in Cyprus and Crete: a pipeline from the fields to Cyprus, a pipeline connecting Cyprus to Crete, and a pipeline from Crete crossing mainland Greece up to the Ionian coast.

From there the EastMed can link up with the offshore Poseidon pipeline enabling the delivery of additional diversified sources from the Levantine to Italy and beyond. The EastMed pipeline is preliminarily designed to have exit points in Cyprus, Crete, and mainland Greece as well as the connection point with the Poseidon pipeline”.

The deal to create such a pipeline was sealed in December of 2017 while glowing reports from pro-EU media touted the deal as a means of allowing Europe to decrease its dependence on Russian gas while also offering “Israel” a chance to swap Turkey for EU partners. As Turkey’s long paralytic bid to join the EU is now de-facto over, both Europe and “Israel’s” cooperation over a new East Mediterranean gas pipeline has the effect of drawing Russia and Turkey into an even closer partnership than the one they are currently in.

At the moment the Turkstream pipeline designed to bring Russian gas into Europe via Turkey is a major joint project between Moscow and Ankara. Now, both the EU and “Israel” are looking to challenge this route with a pipeline of their own in a similar region. In reality, there is enough demand for gas in Europe and “Israel” to mean that both pipelines can coexist, but the geopolitical optics are clear enough. Tel Aviv has joined forces with the most anti-Ankara states in the EU in order to cut Turkey out of “Israel’s” future.

The importance of Turkey’s Soft Power in the Sunni Muslim world

President Erdogan has already proved himself to be the ‘Sultan of Soft Power’ in the wider Sunni Muslim world. Without clear leadership from Egypt, Saudi Arabia or Qatar and with Saddam’s always controversial Iraqi government long out of power, Erdogan has positioned himself as a champion for Palestine not only in Turkey and the Sunni Arab world but beyond. Because of this, one should never underestimate how far Turkey will take its support of Palestine vis-a-vis Tel Aviv, not least because the more Erdogan voices his opinions in support of Palestine, the more he is respected and supported both in Turkey and far beyond.

“Israel” supporting Turkey’s main rivals 

Because “Israel” has taken clear moves away from Turkey and towards its hated Hellenic rivals, officials in Ankara who in the past may have been hesitant to sever ties with Tel Aviv because of economic considerations may now be much closer to doing so. “Israel’s” intensifying military cooperation with both Greece and Cyprusare a further sign that when it comes to Turkey, Tel Aviv is doing everything in its power to replace its once healthy Turkish partnership with that of countries with notoriously poor and always heated relations with Ankara.

Then there is the issue of Kurdish ethno-nationalism in both Syria and Iraq. Uniquely in the world, the United States and “Israel” are supporters of Kurdish separatism both in northern Syria and northern Iraq.  President Erdogan has already made it clear that this is one of several red lines that “Israel” can cross in respect of maintaining even semi-normal relations. During the attempted illegal Kurdish succession from Iraq in the autumn of 2017, Erdogan posed the following rhetorical statements to Kurdish secessionists in Iraq,

“Who will recognize your independence? Israel. The world is not about Israel?…

…“You should know that the waving of Israeli flags there will not save you!”

Traditional Anti-Turkish lobbies in the US team up with the American Jewish lobby

Finally, it is not only in the Middle East and Mediterranean where “Israel” has taken up common positions with Turkey’s adversaries. In the United States, the powerful Jewish lobby has joined forces with the comparatively smaller but still influential US based Hellenic and Armenian lobbies to protest the sale of US made F-35 jets to Ankara.  While the move ultimately failed, it demonstrated that unlike in the past where the US Jewish lobby did not try to antagonise Turkey, in 2018, it is willing to team up with lobbies whose primary objective is to promote grievances against Turkey.

Against this background, it is perhaps not surprising that Gilad Erdan, a member of Benjamin Netanyahu’s Likud faction has called for Tel Aviv to recognise the events of 1915 as an “Armenian Genocide”. If “Israel” were to officially to do this, it would represent a clear break between Tel Aviv and Ankara and quite possibly a point of no return. The more Turkey stands up for Palestine, the more voices like those of Erdan will become amplified in arguing for a move that is less about Armenia (a traditionally anti-Zionist nation) than about sending a clear message to Turkey that the partnership has run its course.

Conclusion 

The economic realities that have held Turkey and “Israel” together against great odds during the Erdogan/Netanyahu years, are rapidly unravelling. As Tel Aviv pivots its energy and commercial needs towards Greece, Cyprus, Egypt and Italy and with “Israel” engaging in ever closer security cooperation with the Hellenic members of the EU, all the while supporting Kurdish ethno-nationalism in the Middle East, it is becoming apparent that the once unthinkable question of a long term schism between Ankara and Tel Aviv may now be inevitable.

http://www.eurasiafuture.com/2018/05/15/the-israel-hellenic-alliance-that-may-push-turkey-to-cut-ties-with-tel-aviv/

 

Putin’s bridge to Crimea illustrates his power — and his regime’s weak spot

0
a close up of a map© Provided by WP Company LLC d/b/a The Washington PostMOSCOW — President Vladimir Putin on Tuesday opened a $4 billion bridge directly linking Russia to Crimea, giving him a propaganda victory that drew condemnation from the West and served as the latest demonstration of his personalized system of power.

Putin, clad in jeans and a jacket, walked on the Russian end of the 12-mile-long, four-lane bridge alongside the business mogul who built it — Arkady Rotenberg, the president’s former judo partner. Then Putin took the wheel and drove over the Kerch Strait of the Black Sea in an orange Kamaz dump truck — manufactured by a state-owned company headed by Sergey Chemezov, Putin’s KGB colleague in East Germany in the 1980s. Both Rotenberg and Chemezov are under U.S. sanctions.

Like many key moments of Putin’s presidency, it was a made-for-TV event designed to showcase his resolve and authority. State television broadcast live from a camera mounted inside the truck cab as Putin threw it into gear and made small talk with a construction worker sitting next to him. Kremlin spokesman Dmitry Peskov had earlier told journalists that Putin’s bridge project showed that “even the most ambitious plans can be realized when they are implemented by him.”

Putin annexed Crimea, a Ukrainian peninsula in the Black Sea, in 2014 after claiming that ethnic Russians in the region were threatened by the country’s pro-Western revolution. Starting Wednesday morning, up to 40,000 passenger cars a day will be able to cross the bridge, drastically reducing the time it takes Russians to reach Crimea, which until now was accessible from Russia only by plane or ferry.

Ukraine and the West slammed the bridge opening as illegal. The bridge, constructed without Kiev’s consent, “constitutes another violation of Ukraine’s sovereignty and territorial integrity by Russia,” an E.U. spokesman said in a statement. State Department spokeswoman Heather Nauert called on Russia not to impede passing ships bound for other parts of Ukraine.

“I am confident that the aggressor will not succeed and will bear responsibility in full,” Ukrainian President Petro Poroshenko said on Facebook, referring to Russia. “The invaders will need the bridge when they have to urgently leave our Crimea.”

The West and much of the rest of the world do not recognize the annexation as legitimate. But to many Russians, Putin’s “return” of the popular vacation destination remains his crowning achievement. In 1954, Soviet leader Nikita Khrushchev had transferred control of Crimea from Russia to Ukraine.

It also demonstrated, his supporters say, Putin’s uncompromising push to put Russian interests first and stand up to Western hegemony.

The bridge opening represented a milestone in Putin’s efforts to show the world — and his people — that the annexation of Crimea was irreversible. The bridge will open to truck traffic in the fall, and a railroad component is scheduled to open late next year. It has been eagerly anticipated by Crimeans as an economic lifeline to their now-isolated and sanctions-hit territory. On Tuesday, state television predicted that it would bring many new tourists and lower food prices to Crimea.

It also underscored the Putin-centric system of political and economic patronage in Russia. Rotenberg’s role as the builder of the bridge showed how Russia’s billionaires have been able to leverage their closeness to Putin to further enrich themselves — while also rendering services to the state.

Asked on state television whether international sanctions had interfered with the project, Rotenberg responded: “Those who wanted to interfere helped us instead. They made us more attentive and thoughtful. Well — probably they did create certain difficulties, but we’ve overcome them, and these difficulties made us unite.”

Russian media outlets have documented Putin’s close involvement in the project at length. When a worker at the site told him in March as cameras rolled that the roadway was slated to open by the end of this year, Putin responded: “Can it be done by May?”

“We’ll try,” the worker said.

“That would be great, so that people can use it in the summer season,” Putin said.

The focus on Putin’s role, however, also hinted at a less flattering reality: the untold number of poor roads, railroads and bridges across the country that don’t benefit from the president’s personal patronage. The World Bank ranks the quality of Russia’s trade and transport infrastructure at 94th in the world, just behind Tunisia and ahead of Colombia.

Across the country, Russians complain of corruption and poor execution hindering much-needed public works repairs and infrastructure projects. The government’s push to pour money into Crimea will mean even fewer funds for projects elsewhere, said Dmitry Oreshkin, a Moscow political analyst.

“No matter how many wrinkles Vladimir Putin has on his forehead and no matter how many hands he has, this model of manual leadership only works on so many projects,” Oreshkin said.

Natalia Abbakumova contributed to this report. 

https://www.msn.com/en-us/news/world/putin-s-bridge-to-crimea-illustrates-his-power-and-his-regime-s-weak-spot/ar-AAxkbfN?ocid=ob-fb-enus-580

Ναυτικός σχεδιασμός της Άγκυρας και πώς απειλεί το Ισραήλ μέσω Κύπρου

0

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ ΩΣ ΤΟ ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ, ΤΟΝ ΠΕΡΣΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΟΜΑΛΙΑ, ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΟΔΟΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
· Τι σημαίνουν οι τουρκικές Βάσεις στο Κατάρ και στη Σομαλία
. Η επικίνδυνη ακροβασία της πολιτικής του εκκρεμούς

· Γιατί η Άγκυρα θύμωσε με τον East/Med
Τουρκία η θαλασσοκράτειρα! Ούτε ο Ερντογάν ούτε οι Κεμαλιστές αστειεύονται. Το βαθύ κράτος προχωρεί ακάθεκτο και οι κινήσεις του δεν έχουν άμεση σχέση μόνο με το Κυπριακό, με τις συνταγματικές του δομές και με το φυσικό αέριο, αλλά και με τον κεντρικό στόχο της Άγκυρας να καταστεί περιφερειακή δύναμη παγκόσμιων διαστάσεων μέσω των θαλασσίων οδών.
Εξ ου και το γεγονός ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Κύπρο και δη στρατιωτικά, εκτός και αν δημιουργηθούν νέες συνθήκες, επί τη βάσει συγκροτημένης στρατηγικής από τον Ελληνισμό. Πλέον, μέσω Κύπρου απειλείται κυρίως το Ισραήλ και άλλες χώρες, όπως η Αίγυπτος, και περιοχές που εμπίπτουν σε ένα γεωπολιτικό τρίγωνο με κορυφές την Κύπρο, τη Βάση στο Κατάρ και εκείνη στη Σομαλία, διά του οποίου η Άγκυρα επιδιώκει να έχει έλεγχο σε βασικές θαλάσσιες οδούς και περάσματα.

Η Βάση της Κύπρου

Η Τουρκία προχωρεί σε συγκεκριμένες στρατηγικές κινήσεις που σβήνουν ακόμη και τις ψευδαισθήσεις ότι έχει πρόθεση για δημοκρατική και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, ακόμη και αν επαναληφθεί ένα νέο Κραν Μοντανά. Για την πολιτική της Άγκυρας επισημαίνουμε συναφώς τα ακόλουθα γεγονότα:
1. Ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο στο εξής επίπεδο: Α. Μεταφορά 77 αυτοκινούμενων πυροβόλων 177 χιλιοστών με βεληνεκές 40 χιλιοστά σε επιθετική διάταξη από τον Μάιο του 2017.
2. Επέκταση διαύλου και άλλων εγκαταστάσεων του αεροδρομίου της Τύμπου για να μπορεί να διενεργεί στρατιωτικές επιχειρήσεις εκτός Κύπρου και να αντιμετωπίζει την όποια απειλή από το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Ή, να αυξήσει τη δική της απειλή σε βάρος τους. Ρητορικά, δεν τις θεωρεί εχθρικές χώρες, αλλά ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις. Εκ των πραγμάτων, η Άγκυρα γνωρίζει να εργάζεται προληπτικά.
3. Μετατροπή του λιμανιού της Αμμοχώστου σε ναυτικό ορμητήριο συμπληρωματικό της Βάσης της Μερσίνας. Εφόσον η Τουρκία ελέγχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου και μετατρέπει σε τουρκική λίμνη την περιοχή από τη Μαρμαρίδα προς την Αλεξανδρέττα, τώρα επιδιώκει τον έλεγχο στα νοτιοανατολικά, εκεί όπου θεωρεί ότι διαθέτει υφαλοκρηπίδα και το ψευδοκράτος τη λεγόμενη ΑΟΖ του. Προχωρεί όμως και προς τα δυτικά, στην περιοχή της Πάφου, για να προεκταθεί προς το Καστελόριζο και το Αιγαίο, ώστε να αποκόψει τις ΑΟΖ της Κύπρου με την Ελλάδα.

Κατάρ, Σομαλία και αεροπλανοφόρο

Πέραν τούτων, η Άγκυρα διαθέτει, μεταξύ άλλων, μια στρατιωτική Βάση στο Κατάρ και μια στη Σομαλία, ενώ ώς το 2023 υπολογίζει να έχει έτοιμο το δικό της αεροπλανοφόρο, όπως έχει εξαγγείλει ο Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο θα δύναται να μεταφέρει ελικόπτερα και αεροσκάφη καθέτου απογειώσεως. Από τεχνικής απόψεως το σκάφος αυτό θα μπορεί να φέρει 12 αεροσκάφη και ισάριθμα ελικόπτερα, επιθετικά ελικόπτερα T-129 (τουρκικής κατασκευής), μεταφορικά ελικόπτερα As 532 Cougar ή Ch-47F Chinook και ελικόπτερα S-70B Seahawk, που θα έχουν ανθυποβρυχιακό ρόλο. Ακόμη, θα δύναται να φιλοξενεί drones (μη επανδρωμένα αεροχήματα τουρκικής κατασκευής).

Το αεροπλανοφόρο θα έχει κεκλιμένη ράμπα απονήωσης, ενώ θα μπορεί να φιλοξενεί αμερικανικά «αόρατα» μαχητικά stealth F-35 Β STOVL με δυνατότητα βραχείας-κάθετης απονήωσης. Η απόκτηση των F-35 σχετίζεται με τους S-400. Οι ΗΠΑ έχουν θέσει δίλημμα στην Άγκυρα στην εξής βάση: Εάν αναπτύξετε τους S-400, δεν θα προχωρήσει η αγορά των F-35, των οποίων η απόκτηση δεν σχετίζεται μόνο με την αλλαγή του ισοζυγίου δυνάμεων στο Αιγαίο, αλλά είναι συναφής και με την υπεροχή την οποία το Ισραήλ διαθέτει στον αέρα.

Ναυτικός σχεδιασμός
Ο ναυτικός σχεδιασμός της Άγκυρας συμπληρώνεται με απόκτηση ενός τουλάχιστον σύγχρονου υποβρυχίου γερμανικής κατασκευής (type 214), το οποίο θα διαθέτει διπλό περίβλημα με ελαστικό αντιμαγνητικό ατσάλι, επιτρέποντας έτσι βύθιση στα 400 μέτρα, ενώ ταυτοχρόνως θα έχει χαρακτηριστικά stealth με χαμηλής έντασης ήχου τορπίλες, για να είναι δύσκολος ο εντοπισμός του.
Οι φρεγάτες TF-100 θα αντικατασταθούν από νέες, τύπου TF-200, οι οποίες θα είναι τα πιο έξυπνα πολεμικά σκάφη που θα ναυπηγηθούν στην Τουρκία. Ήδη, από το 2013 ο τουρκικός στόλος έχει ενισχυθεί με νέες κορβέτες. Στα ανωτέρω προστίθενται από το 2024 περιπολικά σκάφη, που θα διαθέτουν SP92 σόναρ και σύστημα εντοπισμού και καταστροφής υποβρυχίων, καθώς και συστήματα αεράμυνας και προστασίας από επίθεση, η οποία μπορεί να εκτοξευθεί από την ξηρά.
Πέραν τούτων, η Τουρκία ενισχύει τις δυνατότητες του αποβατικού της στόλου με πλοία (Tank Landing Craft), τα οποία δύνανται να μεταφέρουν 250 στρατιώτες και 320 τόνους φορτίου, εννοώντας άρματα μάχης, πυροβόλα και αμφίβια οχήματα. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και το σκάφος με την ονομασία «Αμφίβια Μεταγωγική Αποβάθρα» (Amphibious Transport Dock), το οποίο διαθέτουν οι Τούρκοι από το 2013 και μπορεί να μεταφέρει αποβατικά σκάφη, αμφίβια οχήματα και άλλα πολεμικά μέσα. Το εν λόγω σκάφος έχει τέσσερεις βάσεις προσνήωσης ελικοπτέρων και μπορεί να φιλοξενήσει επτά UAV (Μη επανδρωμένα Εναέρια Οχήματα) και να διεξάγει αμφίβιες επιχειρήσεις.

Από το Γιβραλτάρ στη Σομαλία

Εάν δει κάποιος τον χάρτη και αναλύσει την κατάσταση γεωπολιτικά, θα διαπιστώσει ότι η Τουρκία:
1. Ελέγχει το chokepoint του Βοσπόρου, τα στενά των Δαρδανελλίων και, με τη Βάση στο Κατάρ, έχει ερείσματα στον Περσικό Κόλπο και στο chokepoint των στενών του Χορμούζ.
2. Με τον έλεγχο της Κύπρου και τη Βάση στη Σομαλία, αφενός μπορεί να ελέγχει την είσοδο και την έξοδο του chokepoint του Σουέζ, και, αφετέρου, δύναται να έχει πρόσβαση στο chokepoint τoυ Bab-El Manded.
3. Με το αεροπλανοφόρο που έχει στα σκαριά, μπορεί να κινηθεί σε ολόκληρη την Μεσόγειο με μεγαλύτερες από τις υφιστάμενες επιχειρησιακές ικανότητες προς το chokepoint του Γιβραλτάρ και προς τα άλλες θαλάσσιες διόδους, είτε είναι αυτή του Σουέζ είτε εκείνες στα στενά του Xορμούζ και του Bab-El Manded.
Έτσι, η Άγκυρα επιχειρεί πιο ενεργά να είναι παρούσα στο παιχνίδι των θαλάσσιων και ενεργειακών οδών, οι οποίες ελέγχονται από τους Αμερικανούς, και θα δύναται να προσφέρει εναλλακτικές επιλογές δράσης.

Εξαρτήσεις ασφάλειας και εναλλακτικές επιλογές

Δεν ισχυριζόμαστε ότι η Τουρκία θα ελέγχει πλήρως, πέραν του chokepoint του Βοσπόρου και των στενών των Δαρδανελλίων, τα υπόλοιπα chokepoints στα οποία αναφερθήκαμε (Σουέζ, Χορμούζ και Bab-El Manded), αλλά ότι μπαίνει ήδη στο «power game» και ενισχύει τον περιφερειακό και παγκόσμιο ρόλο της, αφού μπορεί να κινείται σε θαλάσσιους διαδρόμους, από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Βόσπορο ώς το Αιγαίο και από εκεί είτε προς Γιβραλτάρ είτε προς το Σουέζ και πέραν αυτού, χρησιμοποιώντας την Κύπρο ως μια στρατηγικής σημασίας Βάση.
Είναι η μία κορυφή ενός γεωστρατηγικού τριγώνου με άλλες δύο κορυφές, τη Βάση στο Κατάρ και εκείνη στη Σομαλία, στο πλαίσιο του οποίου θέλει να εγκλωβίσει, εκτός των άλλων, το Ισραήλ και να μπορεί να το απειλεί, λόγω εγγύτητας, κυρίως, προς την Κύπρο, και από θάλασσα και από αέρα.
Ταυτοχρόνως, επιδιώκει να αυξήσει τις δυνατότητες τής ήδη εφαρμοζόμενης πολιτικής του εκκρεμούς, δηλαδή της κίνησής της μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, αναλόγως των συμφερόντων της, γεγονός, όμως, που αυξάνει και τους κινδύνους, διότι, εφόσον ανήκει στο ΝΑΤΟ, κυρίως η Ουάσιγκτον δεν θα αφήσει τους μικρούς ή μεγάλους εκβιασμούς της Άγκυρας χωρίς απάντηση.
Ήδη, μπορεί οι Αμερικανοί να μη χρησιμοποιούν στρατιωτικά μέσα σε βάρος της Τουρκίας, αλλά σίγουρα λαμβάνουν οικονομικά μέτρα στο παρασκήνιο, που πλήττουν την τουρκική λίρα και γενικότερα την οικονομική, τραπεζική και νομισματική σταθερότητα. Αυτή, όμως, η οικονομική και νομισματική αποδυνάμωση της Τουρκίας βολεύει και τη Ρωσία, που δίνει στηρίγματα έναντι ανταλλαγμάτων στην Άγκυρα, αλλά βολεύει ταυτόχρονα και την Ε.Ε.
Θεωρητικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι την καθιστά πιο ευάλωτη. Όμως, τόσον ο Ερντογάν όσο και οι Κεμαλιστές παίζουν το χαρτί του πατριωτισμού και του εθνικισμού, με σημεία αναφοράς τους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, όπως είναι η Ελλάδα, η Κύπρος και οι Κούρδοι. Βεβαίως, το πλεονέκτημα της Τουρκίας έναντι των ΗΠΑ είναι η αδυναμία εναλλακτικού συστήματος ή υποσυστήματος και υποσυστημάτων ασφάλειας στην περιοχή και ενεργειακών συμφερόντων.
Το μόνο εναλλακτικό σύστημα ασφάλειας είναι αυτό του Ισραήλ. Το κενό που υπάρχει στον χώρο από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή αναγκάζει κυρίως τις ΗΠΑ να έχουν μια ιδιαίτερη εξάρτηση έναντι της Άγκυρας. Και εδώ είναι οι ευθύνες των Αθηνών και της Λευκωσίας, οι οποίες, σε συνεργασία με το Ισραήλ, θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής που θα απεγκλωβίζει τις ΗΠΑ, έστω και μερικώς, από την Άγκυρα.

Σημασία του East/Med

Η πολιτική απόφαση για την κατασκευή του East/Med μετά την τριμερή Κύπρου – Ελλάδας – Ισραήλ έφερε την τουρκική αντίδραση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τη σημασία του εν λόγω αγωγού, ο οποίος δεν έχει μόνο απλό ενεργειακό χαρακτήρα, αλλά σαφή γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό. Μπορεί να λάβει ακόμη και μορφή υποσυστήματος ασφάλειας, που δεν θα αλλάξει μόνον τα στρατιωτικά, αλλά και τα ενεργειακά και οικονομικά ισοζύγια μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Ε.Ε., από τη μια, συγκριτικά μ’ εκείνα μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας, από την άλλη. Σημειώνουμε, συναφώς, τα εξής:
1. Τα συμφέροντα της Κύπρου με την Ε.Ε. θα είναι πολύ πιο μεγάλα μέσω του East/med απ’ ό,τι είναι σήμερα και θα εξισορροπούν εκείνα τα οποία η Ε.Ε. εξυπηρετεί μέσω Τουρκίας. Διότι, η Κύπρος, μαζί με το Ισραήλ, θα τροφοδοτούν την Ε.Ε. με φυσικό αέριο. Ταυτοχρόνως, θα γίνουν ευρωπαϊκές συγχρηματοδοτήσεις και στο παιγνίδι της ασφάλειας θα εμπλέκεται το Ισραήλ, που συνιστά την πρώτη περιφερειακή δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας.
Ο East/Med δεν συνιστά έναν απλό σωλήνα παροχής φυσικού αερίου, αλλά έναν ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό με την εμπλοκή κεφαλαίων και άλλων μέσων, καθώς και δημιουργίας συνθηκών ασφάλειας. Αυτά γίνονται κατανοητά από την Τουρκία, γι’ αυτό φωνασκεί και, εφόσον δεν καταφέρει να σκοτώσει αυτό το στρατηγικό πλάνο, αντιλαμβάνεται ότι, ακόμη και αν δεν περιορίζεται η ισχύς της, χάνει από τον γεωπολιτικό της ρόλο, αφού δημιουργούνται συνθήκες αποτροπής έναντι των απειλών της, λόγω εμπλοκής της Ε.Ε. και του Ισραήλ, ενώ μειώνεται ο ενεργειακός της σχεδιασμός για να περάσει το κυπριακό φυσικό αέριο, καθώς και αυτό του Ισραήλ, μέσω Τουρκίας προς την Ε.Ε.
Ο East/Med βάζει τέλος, κατά μεγάλη πιθανότητα, στον αγωγό μέσω Τουρκίας, και βγάζει την Κύπρο από την παγίδευση, στην οποία την οδηγούσαν όσοι ισχυρίζονταν ότι, είτε εντός είτε εκτός Κραν Μοντανά, θα πρέπει να δώσουμε δώρο προς την Άγκυρα τον αγωγό προς τα τουρκικά παράλια, για να γίνει διαλλακτικότερη στη λύση. Ο East/Med δημιουργεί ένα νέο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον, που εξυπηρετεί τον δικέφαλο στρατηγικό μας στόχο. Και αν δεν είναι στρατηγικός στόχος ακόμη, θα πρέπει να γίνει. Δηλαδή: Α. Διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ζωή και αποτροπή, αφενός, της διάλυσής της, και, αφετέρου, της τουρκικής απειλής Β. Ασφαλής εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.

Η Βάση Α. Παπανδρέου

Υπό αυτές, όμως, τις συνθήκες, το σύστημα ασφάλειας έχει μεγάλη σημασία. Συνεπώς, η Κύπρος δεν μπορεί να αναμένει τη δική της υπεράσπιση από το Ισραήλ, εκτός και αν και η ίδια προχωρήσει σε λήψη μέτρων, όπως την παραχώρηση της Βάσης Ανδρέας Παπανδρέου για διευκολύνσεις των Ισραηλινών και άλλων χωρών, με τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρήσει, λόγω του φυσικού αερίου, σε συμμαχίες.
Ως προς την κυπριακή ΑΟΖ, είχαμε πολλάκις, από αυτές τις στήλες, υποστηρίξει και είχαμε καταγράψει αριθμό ρωσικών, σουηδικών και γαλλικών πυραυλικών συστημάτων εδάφους – θαλάσσης όπως οι Exocet νέας γενιάς, που μπορούν να καλύψουν με το βεληνεκές τους το σύνολο της κυπριακής ΑΟΖ, καθότι σήμερα το βεληνεκές φτάνει ώς τα 70 χιλιόμετρα.
Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να μελετηθεί η αγορά πολεμικών σκαφών – δύο φρεγατών ή αντιτορπιλικών -, η ενοικίαση ή ακόμη και αγορά πολεμικών μαχητικών από την Ελλάδα με κυπριακό εθνόσημο, που θα σταθμεύουν στη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου. Οι κινήσεις αυτές μπορούν να γίνουν και να έχουν αποτέλεσμα μόνο στο πλαίσιο στρατηγικής συμμαχίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ και την ανοχή ή την ευλογία των ΗΠΑ, εφόσον μια τέτοια συμμαχία θα είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό και γενικά το δυτικό σύστημα ασφάλειας.
Συνιστά εξισορροπητική της Τουρκίας στρατηγική αναγκαιότητα στην προσπάθειά της να αναδειχθεί σε θαλασσοκράτειρα, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής της πολιτικής, με την Κύπρο να θεωρείται βασικός πυλώνας τουρκικού ελέγχου για την υλοποίηση του σεναρίου της Νεο-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Κραν Μοντανά είναι σταθμός για την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής.
Απλώς, η Τουρκία θεώρησε ότι, μέσω του λεγόμενου κεκτημένου των συνομιλιών, πήρε την ομοσπονδία και, σ’ ένα νέο γύρο, θα πάρει τα υπόλοιπα, έχοντας κατά νουν ότι, ούτως ή άλλως, ελέγχει τον βορρά, οπότε στόχος είναι ο έλεγχος και του νότου. Το Κραν Μοντανά αποδείχθηκε λάθος, αφού η Τουρκία δεν είχε πρόθεση λύσης και δη στρατιωτικής αποχώρησης από την Κύπρο, εφόσον ενίσχυσε τα κατεχόμενα και εφόσον θεωρούσε και θεωρεί το νησί ως δική της Βάση για την επιβολή της ως θαλασσοκράτειρας και περιφερειακής δύναμης παγκόσμιων διαστάσεων, με έλεγχο ή συμμετοχή στον έλεγχο βασικών θαλάσσιων οδών του εμπορίου και της ενέργειας και με ένα εμφανές γεωπολιτικό τρίγωνο Κύπρου, Κατάρ, Σομαλίας.
Κι όμως, χωρίς να αλλάξει τίποτε, ούτε ιώτα από την τουρκική στρατηγική, υπάρχει επιμονή στο ίδιο λάθος, δηλαδή σ’ ένα νέο Κραν Μοντανά, αντί στην υιοθέτηση και εφαρμογή μιας εναλλακτικής στρατηγικής. Ας είμαστε, λοιπόν, προσεκτικοί και ας αποφύγουμε αυτό το οποίο έχει πει ο Αϊνστάιν, του οποίου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την ευφυΐα. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι το ένα λάθος μπορεί να συγχωρεθεί, όμως, πρόσθεσε, η συνειδητή επανάληψη του ίδιου λάθους είναι βλακεία…

ΓΙΑΝΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
Δρ Διεθνών Σχέσεων

Σημερινή

Βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος: η τελική ουτοπία

0

Επανάληψη ανάρτησης της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 που παρέμεινε δυστυχώς επίκαιρη και σήμερα.
του καθηγητή Chems Eddine Chitour (Αλγέρι)
«Αν ήμουν Άραβας ηγέτης, δεν θα υπέγραφα ποτέ συμφωνία με το Ισραήλ. 

Είναι φυσιολογικό, έχουμε πάρει τη χώρα τους. Είναι αλήθεια ότι ο Θεός μας την έταξε, αλλά αυτό σε τι τους αφορά; Ο Θεός μας δεν είναι ο δικός τους. Ζήσαμε τον αντισημιτισμό, τους Ναζί, τον Χίτλερ, το Άουσβιτς, αλλά ήταν δικό τους λάθος; 

Μόνο ένα πράγμα βλέπουν: κλέψαμε τη χώρα τους. Γιατί θα έπρεπε να το αποδεχθούν;»

            Δαβίδ Μπεν Γκουριόν (Το εβραϊκό Παράδοξο, σ. 121)

Μετά από έντεκα μήνες αδιεξόδων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, η Παλαιστινιακή Αρχή ανακοίνωσε, με την ελπίδα να βγει από το αδιέξοδο, ότι θα ζητήσει από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία τους εντός των συνόρων της 1967.
Μέχρι σήμερα, το κράτος της Παλαιστίνης, αναγνωρίζεται από 94 κράτη μέλη του ΟΗΕ επί συνόλου 192. Στο τέλος του 2010, πέντε νοτιοαμερικανικά κράτη, με επικεφαλής τη Βραζιλία, αναγνώρισαν το «Κράτος της Παλαιστίνης με τα σύνορα του 1967».

20 χρόνια διαπραγματεύσεων, για το τίποτα

Ο Jean-Claude Lefort, πρόεδρος του Συλλόγου Αλληλεγγύη Γαλλίας – Παλαιστίνης, συνοψίζει εύστοχα τη κατάσταση του παλαιστινιακού μαρτυρίου. 
Διαβάζουμε: «Τα μέλη του Κουαρτέτου για τη Μέση Ανατολή συγκεντρώθηκαν χθες στην Ουάσιγκτον για να συζητήσουν τρόπους για την αναβίωση της «ειρηνευτικής διαδικασίας» μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Το συμπέρασμα αυτής της συνάντησης ήταν τελεσίδικο: πρόκειται για πλήρες αδιέξοδο, λόγω των ισραηλινών θέσεων που απορρίπτουν τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από τον Πρόεδρο Ομπάμα που υποστηρίζονται «επίσημα» από όλους, δηλαδή, δημιουργία δύο κρατών με την βάση τα σύνορα του 1967. 
Ούτε δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως μόλις το έκανε το Κουαρτέτο, ότι από δω και στο εξής «πρέπει τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη να πάρουν τις δύσκολες αποφάσεις». Πρόκειται για καθαρό και αρνητικό πολιτικό μήνυμα που σηματοδοτεί την παραίτηση από το Κουαρτέτο να δράσει και μια ομολογία ηθελημένης αποτυχίας. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από την έναρξη των διαπραγματεύσεων στη Μαδρίτη που οδήγησαν στην «ανταλλαγή της γης έναντι της ειρήνης». Δεκαοχτώ χρόνια έχουν περάσει από την υπογραφή στην Ουάσιγκτον της ισραηλοπαλαιστινιακής ενδιάμεσης συμφωνίας γνωστή ως συμφωνία του Όσλο. Ας θυμηθούμε ότι διακήρυττε ότι «οι διαπραγματεύσεις για το μόνιμο καθεστώς θα οδηγήσουν στην εφαρμογή των ψηφισμάτων 242 και 338 του Συμβουλίου Ασφαλείας». 

Αυτό στηριζε ρητώς την διαπραγμάτευση στο διεθνές δίκαιο και όριζε ένα χρονοδιάγραμμα που θα επέτρεπε την ίδρυση ενός ανεξάρτητου, κυρίαρχου, παλαιστινιακού κράτους με τα σύνορα του 1967, το αργότερο εντός πέντε ετών .(…) 
Η αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης αναβλήθηκε επ’ αορίστον. Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τον «Οδικό Χάρτη» που θα οδηγούσε στη δημιουργία του εν λόγω κράτους το 2005. Τέσσερα χρόνια από την Ανάπολη που θα οδηγούσε στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους το 2008. (1)

Αναφερόμενος στο ισραηλινό πείσμα, ο κ. Lefort μας περιγράφει το παλαιστινιακό κράτος σύμφωνα με τον Νετανιάχου: «Τον περασμένο Μάιο, ο Βενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώπιο του Κογκρέσο, τους μεγάλους άξονες του σχεδίου του. Ένα πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνεται με μια σειρά από αρνήσεις: άρνηση των συνόρων του 1967, άρνηση της διάλυσης των οικισμών –που είναι όμως παράνομοι-, άρνηση του παγώματος της οικοδόμησης αποικιακών οικισμών οποιουδήποτε είδους, άρνηση να μοιραστεί η Ιερουσαλήμ και άρνηση της αναγνώρισης των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων προσφύγων. Ο Βενιαμίν Νετανιάχου δηλώνει πράγματι ότι στηρίζει τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους, αλλά με την απαράδεκτη προϋπόθεση να κατονομάσει «Κράτος» μια ακολουθία από μίνι-θύλακες που στερούνται κάθε δικαιώματος και κάθε βιωσιμότητας. (…) 



Μετά από τόσες δεκαετίες και εξήντα τέσσερα χρόνια μετά την κατάτμηση του παλαιστινιακού προτεκτοράτου, το ανεξάρτητο Κράτος της Παλαιστίνης ανεξάρτητο και κυρίαρχο στα σύνορα του 1967 και με την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσά του, ανοίγοντας το δρόμο για την πλήρη και ολόκληρη εφαρμογή των δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, είναι σήμερα ο μόνος τρόπος για να μετακινηθούν οι γραμμές και για δράση -επιτέλους πράξη- για να εγκατασταθούν δυο κράτη που θα ζήσουν με ειρήνη και ασφάλεια, το ένα δίπλα στο άλλο. Νομοθεσίες περί ειρήνης απαιτεί δράση. 
Το γεγονός ότι η ΕΕ είναι έτοιμη να αναγνωρίσει επισήμως το παλαιστινιακό κράτος εντός των συνόρων του 1967 τον Ιούλιο και τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, είναι ο μόνος δρόμος προς την ειρήνη (1).

Κανένα σήμα δεν ήλθε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη ευθυγραμμίζεται και στέκεται πίσω από την ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα. Πράγματι, ο Αμερικανός Πρόεδρος εκφώνησε την Κυριακή 22 Μαΐου, μια πολυαναμενόμενη ομιλία ενώπιο της AIPAC, το κυριότερο λόμπι υπέρ του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Μπαράκ Ομπάμα επανέλαβε την υποστήριξή του για τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους με βάση τα σύνορα προ του πόλεμου του 1967.

Ενώπιο της AIPAC, ο Ομπάμα –που χειροκροτήθηκε επανειλημμένα- έδωσε ωστόσο, εγγυήσεις στους Ισραηλινούς και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. 
Υποστήριξε ότι «ακόμα κι αν μπορεί να διαφωνούμε μερικές φορές, όπως οι φίλοι μπορεί να είναι, οι δεσμοί μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι αναλλοίωτοι, και η στράτευση των Ηνωμένων Πολιτειών για την ασφάλεια του Ισραήλ είναι αταλάντευτη». Ο Μπαράκ Ομπάμα υπογράμμισε ότι οι ανταλλαγές αυτές θα οδηγήσουν σε χάραξη των συνόρων διαφορετική από εκείνη που προέκυψε από τη σύγκρουση του 1967. Ο κ. Ομπάμα έκρινε ότι είχαν γίνει «ψευδείς παραστάσεις» από την ομιλία του. Η θέση του προέδρου «σημαίνει ότι τα ίδια τα μέρη, οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι θα διαπραγματευθούν για σύνορα διαφορετικά από αυτά που υπήρχαν στις 4 Ιουνίου 1967», που θα λάβουν υπόψη τις «δημογραφικές πραγματικότητες επί του εδάφους και τις ανάγκες των δύο μερών» (2).

Είναι πεντακάθαρο, πρόκειται για το 1967 με τα μετέπειτα τετελεσμένα γεγονότα. Θυμηθείτε, ο καθένας έχει στο μυαλό του το πανηγύρι των συζητήσεων το Σεπτέμβριο του 2010 που απέτυχαν τρεις εβδομάδες μετά:, το Ισραήλ έχοντας δηλώσει ότι δεν θα σταματήσει την επέκταση των εποικισμών, ο Ομπάμα δήλωνε τον Δεκέμβριο του 2010 ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση Ομπάμα εμπόδισε την έρευνα του ΟΗΕ για την ισραηλινή επιχείρηση «Συμπαγές Μολύβι» (3).

Τι λέει το ψήφισμα της 22 Νοεμβρίου 1967;

Διαβάζουμε: «Το Συμβούλιο Ασφαλείας, εκφράζοντας τη ανησυχία που συνεχίζει να του προκαλεί η σοβαρή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, δηλώνει ότι η ολοκλήρωση των αρχών του Χάρτη απαιτεί την δημιουργία μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει την εφαρμογή των δύο ακολούθων αρχών: 1) Απόσυρση των ένοπλων δυνάμεων του Ισραήλ από τα εδάφη που κατελήφθησαν στην πρόσφατη σύγκρουση, 2) Τερματισμός όλων των απαιτήσεων ή οποιαδήποτε εχθρικής στάσης, σεβασμός και αναγνώριση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας κάθε κράτους στην περιοχή και του δικαιώματος τους να ζει ειρηνικά μέσα σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα, απαλλαγμένο από απειλές ή πράξεις βίας». Η γαλλική ερμηνεία είναι «από όλα τα εδάφη», στα αγγλικά η ερμηνεία είναι διαφορετική. «Να θυμηθούμε, γράφει ο Πρέσβης Zvi Tenney, ότι το ψήφισμα 242 προβλέπει την απόσυρση των Ισραηλινών from territories, δηλαδή από ορισμένα κατεχόμενα εδάφη και όχι από όλα τα εδάφη που κατέλαβαν στη διάρκεια της σύγκρουσης του 1967». (4) 

Η θέση του Ισραήλ

Πρέπει να ξέρετε ότι η ισραηλινή κυβέρνηση είναι ενάντια, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου προειδοποιεί τον Μαχμούτ Αμπάς και του ζητά να επιλέξει μεταξύ της ειρήνης με το Ισραήλ η της ειρήνης με τη Χαμάς. 
Η συμβολή του πρέσβη του Ισραήλ στο Παρίσι, είναι ένα μοντέλο της μπερδεμένης ρητορικής όπου τελικά διαπιστώνουμε ότι το Ισραήλ επιμένει και υπογράφει. Διαβάζουμε: «Σας υπόσχομαι ότι το Ισραήλ δεν θα είναι η τελευταία χώρα που θα δεχθεί το παλαιστινιακό κράτος στα Ηνωμένα Έθνη. Θα είναι η πρώτη». Αυτή η δήλωση του ισραηλινού πρωθυπουργού προς το αμερικανικό Κογκρέσο το Μάιο, για την αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους γεννημένο από συνομιλίες, αποτελεί περαιτέρω απόδειξη της δέσμευσης του Ισραήλ για την ειρήνη. Το ερώτημα δεν είναι η αρχή, αλλά ο τρόπος για να επιτευχθεί. Το ζήτημα είναι προπαντός να ξέρουμε σε τι θα μοιάζει αυτό το κράτος». (5)

Ο Yossi Gal συνεχίζει: «Η ειρήνη δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και διαλόγου μεταξύ των δύο μερών που έχουν αποφασίσει να συνδέσουν τη μοίρα τους και να οικοδομήσουν το μέλλον μαζί. Μια μονομερής δράση θα ήταν επίσης αντίθετη με τις αρχές που ορίζονται από το Κουαρτέτο. Έχουμε με τους Παλαιστίνιους ένα κοινό στόχο. Το Ισραήλ έχει αποφασίσει να αποδεχθεί την αρχή των δύο εθνών – κρατών για δύο λαούς. (…) Το γεγονός ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν αποφασίσει να θέσουν τέλος στις χρόνιες διαπραγματεύσεις, διεκδικώντας το «δικαίωμα επιστροφής» των προσφύγων τους στο Ισραήλ, δεν μπορεί παρά να μας εμπνεύσει περισσότερη αμφιβολία για την πραγματική θέληση τους να αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως κράτος του εβραϊκού λαού. Το δικαίωμα της επιστροφής πρέπει να γίνει, ως το λογικότερο, στα σύνορα του νεοσύστατου παλαιστινιακού κράτους. Σύμφωνα με την παλαιστινιακή λογική, θα υπάρξει ένα νέο ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, αλλά με πρόσφυγες που θα εγκατασταθούν σε «αυτό το άλλο κράτος», το Ισραήλ; (…)»( 5)

Ο Πρέσβης ξέχασε να αναφέρει ότι οι Παλαιστίνιοι διαπραγματεύονται για 20 χρόνια για το τίποτα, σε αντίθεση, αυτό που παραμένει από την αρχική Παλαιστίνη γίνεται σταδιακά και αναπόφευκτα μια στάλα (λιγότερο από το 22%).

Παλαιστινιακό κράτος, τι να το κάνουμε;

Υπενθυμίζεται ότι το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, που εγκρίθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1947, συνιστά χωρισμό της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό κράτος, ένα αραβικό κράτος και μια ζώνη «κάτω από ειδικό διεθνές καθεστώς». 14.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα με 558.000 Εβραίους και 405.000 Άραβες για το εβραϊκό κράτος, 11.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα με 804.000 Άραβες και 10.000 Εβραίους στο αραβικό κράτος, 106.000 Άραβες και 100.000 Εβραίοι στη διεθνή ζώνη που περιλαμβάνει τους Αγίους Τόπους, την Ιερουσαλήμ και τη Βηθλεέμ. Μεταξύ των δύο κρατών έπρεπε να υπάρξει μια οικονομική, νομισματική και τελωνιακή ένωση.
Το ψήφισμα δεν εφαρμόστηκε ποτέ και έξι μήνες μετά την ψηφοφορία, στις 15 Μαΐου 1948, ξεκινά ο πρώτος αραβοισραηλινός πόλεμος, μετά από πέντε μήνες παλαιστινοεβραϊκού πόλεμου.

Να σημειώσουμε ότι στο εβραϊκό κράτος, ζούσαν 405.000 Άραβες πριν από τη βίαιη εκδίωξη τους, γεγονός που είναι σε αντίθεση με την εμμονή του Βενιαμίν Νετανιάχου να διαθέτει ένα εβραϊκό κράτος στειρωμένο από τους Άραβες, αρνούμενου το δικαίωμα της επιστροφής στους Άραβες οι οποίοι εκδιώχτηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου. 
Αν όντως συνέβη αυτό, οι Άραβες του Ισραήλ δεν προορίζονται πλέον να παραμείνουν στο εβραϊκό κράτος, και θα θα διογκωθεί ο αριθμός των κατοίκων στο παλαιστινιακό Μπαντουστάν. Στα ίδια πλαίσια της άρνησης, στις 25 Μαΐου, 2011, το Νομικό Φόρουμ του Ισραήλ και ο πρέσβης Alan Baker, απευθύνθηκαν στο Γενικό Γραμματέα Μπαν Κι Μουν με επιστολή στην οποία ισχυρίζονται τη νομιμότητα του Ισραήλ στα σημερινά σύνορα του επικαλούμενοι ένα ψήφισμα της Κοινωνία των Εθνών του 1922, στο οποίο είχε αποφασιστεί ομόφωνα να δημιουργηθεί μια εθνική πατρίδα του εβραϊκού λαού στον ιστορικό χώρο της Γης του Ισραήλ. Επομένως, το παραπάνω ψήφισμα της Κοινωνίας των Εθνών εξακολουθεί να ισχύει, και οι 650.000 Εβραίοι που κατοικούν στις περιοχές της Ιουδαίας, Σαμάρειας και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, ζουν εκεί νόμιμα». (6)

Όπως έγραψε ο Ντάνιελ Vanhove, ο οποίος είναι δύσπιστος: «Μπορούμε να χαρούμε;» ακόμα και να υποστηρίξουμε την προσεχή αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους-παρία; Αυτό μου φαίνεται απίθανο. (…) 
Ως υπενθύμιση: από τη δημιουργία του ισραηλινού κράτους και την απεχθή πρακτική του να επεκτείνει τα σύνορά του με ψευδείς ιδεολογίες και δικαιολογίες ασφάλειας, ο συστηματικός διαμελισμός των παλαιστινιακών εδαφών μέσω του αποικισμού θεωρείται «έγκλημα πολέμου» από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Και από την Ιστορική Παλαιστίνη, παραμένει μόνο το κατακερματισμένο 15% του εδάφους της, όπως οι Μπαντουστάν της Νότιας Αφρικής σε κάποια εποχή– χωρίς να αναφέρουμε το στρατόπεδο θανάτωσης της Γάζας, όπου ο συσσωρεμένος πληθυσμός ασφυκτιά από ένα από τους χειρότερους αποκλεισμούς που έχει επιβληθεί από κατακτητή και την πολεμική μηχανή του. 

Ως εκ τούτου, ακόμη και αν αυτό το σχέδιο εγκαθίδρυσης κράτους προβλέπει ότι θα είναι εντός των συνόρων του 1967, το να υιοθετήσεις ένα παλαιστινιακό κράτος σήμερα είναι: 

-χωρίς να το λέμε, να συμμετάσχουμε σε μια απαράδεκτη πορεία των γεγονότων
– να εγκρίνουμε το διαχωριστικό τείχος που εισχωρεί βαθιά στο παλαιστινιακό έδαφος – να αναγνωρίσουμε ένα μέρος των εποικισμών, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, η οποία είναι μια ντε φάκτο προσάρτηση της πόλης, όμως δηλωμένη ως πρωτεύουσα του μελλοντικού κράτους 
– να δεχόμαστε ότι οι πρόσφυγες δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους, όπως κατοχύρωνε το Ψήφισμα 194 των Ηνωμένων Εθνών στις 11 Δεκεμβρίου 1948 (…) 

θα ήταν ίσως πιο χρήσιμο να αναρωτηθούμε αν το πρώτο πράγμα να κάνουμε δεν θα ήταν να σταματήσει αυτή η απαίσια σφαγή της οποίας μετράμε τις μοιραίες συνέπειες κάθε μέρα για παραπάνω από 63 χρόνια. “(7)

Από την πλευρά του, στα ίδια απόνερα της ματαιότητας της διαδικασίας, ο Fadwa Nassar έγραψε: «Πολλοί είναι οι Παλαιστίνιοι που θέτουν ερωτήσεις σχετικά με την έννοια της διπλωματικής μάχης που ξεκίνησε η Παλαιστινιακή Αρχή για την αναγνώριση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους από τα Ηνωμένα Έθνη. (…) 

Έπειτα, η ιδέα για τη “μονομερή” διακήρυξη ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, θεωρείται από το σιωνιστικό κράτος και τους συμμάχους του ως προσβολή. Είναι αυτονόητο ότι η προσφυγή της Παλαιστινιακής Αρχής για την ανακήρυξη «μονομερούς» ανεξαρτησίας της Παλαιστίνης στο όργανα του ΟΗΕ, ακολουθεί την αποτυχία των δεκαοκτώ ετών διαπραγματεύσεων. (…) 

Το παλαιστινιακό κράτος που “προσφέρεται” από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και γίνεται αποδεκτό από τους Σιωνιστές, σίγουρα δεν είναι το ίδιο με αυτό που διεκδικεί η Παλαιστινιακή Αρχή, ούτε α φορτιορι ο παλαιστινιακός λαός. (…) 

Για πολλές παλαιστινιακές δυνάμεις, είναι απαραίτητο να ενωθούν οι παλαιστινιακές τάξεις πριν από την προσφυγή στον ΟΗΕ, αλλά ο Μαχμούντ Αμπάς έλαβε διαφορετική απόφαση. (…) 
Όσο ο Μαχμούντ Αμπάς δεν λαβαίνει υπόψη τους πραγματικούς παράγοντες που του επιτρέπουν να δώσει αυτή τη μάχη στα Ηνωμένα Έθνη, η αναγνώριση του ανεξάρτητου κράτους της Παλαιστίνης, στο περίπου 22% της κατεχομένης Παλαιστίνης, θα εξακολουθήσει να αποτελεί μια αναγνώριση στο χαρτί και δεν μπορεί να είναι μοχλός για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης και την επιστροφή των προσφύγων. Αναγνώριση, ναι, αλλά τι να την κάνουμε; (8)

Πρώην Ευρωπαίοι ηγέτες, με επικεφαλής τον Hubert Vedrine, καλούν τις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναγνωρίσουν το κράτος της Παλαιστίνης, τον Σεπτέμβριο. (…) Σημειώνεται ότι σε αυτά τα καλέσματα, δεν υπάρχει καμία αναφορά στα σύνορα του 1967 και την εφαρμογή του Ψηφίσματος 242. Με καθαρά λόγια, κάνουν το ελάχιστο γνωρίζοντας ότι κατά βάθος, το πρόβλημα παραμένει.

Το βλέπουμε, τίποτα δεν κερδήθηκε.
Προφανώς, μια τέτοια διακήρυξη θα έχει κυρίως πολιτική αξία, δεδομένου ότι δεν θα έθετε τέλος στην ισραηλινή κατοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες οδηγούνται, εκτός από θαύμα, να θέτουν βέτο για το οποίο μπορούμε να αναρωτηθούμε την ορθότητα, με το χρόνο και τις ταχείς μεταβολές στο κόσμο. 

Είναι ωστόσο μια μοναδική ευκαιρία για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης στον παλαιστινιακό λαό που δεν γνώρισε παρά μόνο τον πόλεμο για σχεδόν έναν αιώνα και που δέχεται να ζήσει σε λιγότερο από το 20% της αρχικής Παλαιστίνης.

  1. Jean-Claude Lefort:
    http://www.lemonde.fr/idees/chronique/2011/07/14/reconnaissance-de-l-etat-palestinien-lettre-ouverte-a-mme-ashton_1548009_3232.html.12.07.11
  1. Obama pour un Etat palestinien dans les frontières de 1967 LeMonde.fr 22.05.11
  1. C.E.Chitour: Le rêve des peuples épris de justice: Un Etat palestinien.Lundi 2 mai 2011
  1. Dr Zvi Tenney:http://www.terredisrael.com/infos/?p=34379   28 avril 2011
  1. Yossi Gal: Le Proche-Orient a besoin d’une paix sincère, Le Monde 27.07.11
  1. http://www.juif.org/le-mag/405,une-resolution-dans-les-frontieres-de-1967-seraitillegal.php
  1. Daniel Vanhove,http://www.mondialisation.ca/index.php?context=va&aid=24640, le 5 mai 2011.
  2. Fadwa Nassar,http://www.ism-france.org/analyses/Reconnaitre-l-Etat-palestinien-pour-faire-quoi–article-15906, le 4 août 2011.


    Μετάφρασηαπό γαλλικά: Κριστιάν Ακκυριά

Πηγή/infognomon.gr

Turkey and Israel Expel Envoys Over Gaza Deaths

0

Turkey and Israel expelled each other’s envoys on Tuesday in an escalating diplomatic dispute over the killing by Israeli forces of 60 Palestinians a day during protests on the Gaza border.

The Turkish Foreign Ministry ordered Israeli Ambassador Eitan Naeh to leave the country for consultations for an undetermined period of time. In response, Israel ordered the Turkish consul in Jerusalem, Husnu Gurcan Turkoglu, who is responsible for Turkey’s relations with the Palestinians, to return home for consultations. Turkey’s ambassador to Tel Aviv had already been recalled, as had Turkey’s ambassador in Washington.

In response to Israel expelling the Turkish envoy, Turkey summoned Israel’s consul general in Istanbul, Yossi Levi Safri, and also asked him to leave the country.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan said Tuesday that “Netanyahu is the PM of an apartheid state. … He has the blood of Palestinians on his hands and can’t cover up crimes by attacking Turkey.” Commenting on Twitter, the Turkish president said Israel has been occupying the land of defenseless people in violation of United Nations resolutions. He suggested that Netanyahu consult the Ten Commandments if he wants a lesson in humanity.

In return, Prime Minister Benjamin Netanyahu slammed Erdogan. “A man who sends thousands of Turkish soldiers to hold the occupation of northern Cyprus and invades Syria will not preach to us when we defend ourselves from an attempt by Hamas. A man whose hands are stained with the blood of countless Kurdish citizens in Turkey and Syria is the last person to preach to us about combat ethics.”

Israeli ambassador to Turkey Eitan Naeh at the presidential Complex in Ankara, December 5, 2016.
Israeli ambassador to Turkey Eitan Naeh at the presidential Complex in Ankara, December 5, 2016.ADEM ALTAN/AFP

In September 2011, Turkey downgraded its diplomatic relations with Israel, recalled its ambassador in Tel Aviv and expelled the Israeli ambassador in Ankara in response to a UN inquiry that found Israel had not violated international law when it commandeered a Turkish flotilla in 2010 that was trying to break Israel’s blockade of Gaza. Ten passengers on one ship, the Mavi Marmara, were killed in the confrontation.

In a 2016 reconciliation deal, Israel transferred $20 million to a fund set up by the Turkish government to financially compensate the Turkish victims’ families.

Meanwhile, Belgium summoned the Israeli ambassador, Simona Frankel, to a meeting Wednesday with at its Foreign Ministry as diplomatic fallout from the bloodshed in Gaza continued. Belgium’s prime minister on Monday called for an international probe of the events in Gaza while linking them to the relocation of the U.S. embassy to Jerusalem.

The Irish government also summoned the Israeli ambassador, Zeev Boker, over the Gaza killings. Ireland has called for an independent UN investigation.

Diplomatic fallout from deadly Gaza clashes.
Diplomatic fallout from deadly Gaza clashes.Haaretz

On Monday, South Africa recalled its ambassador in Israel. “The South Africa government condemns in the strongest terms possible the latest act of violent aggression carried out by Israeli armed forces along the Gaza border,” the Department of International Relations and Cooperation said. Other countries, including France and Germany, have condemned Israel’s reaction to Monday’s protests. Australia, on the other hand, has blamed Hamas for “confrontational” conduct.

In an unusual move, the United Nations Security Council held a moment of silence for “Palestinian and Israeli victims.”

Getting Out and About: Talking with Americans Beyond Washington About Their Place in the World

0

 

A small team at CNAS is getting out of the Beltway “bubble” to talk to Americans about what role the United States should play on the international scene.

On any given day in Washington, dozens of think tanks that work on national security issues are busy drafting policy memos, meeting with embassy staff and foreign visitors, testifying before Congress, conducting press interviews, raising funds for their research, and hosting events, all in an effort to shape U.S. foreign policy. But in the weeks and months following the 2016 election, the normal rhythm of think tank work slowed considerably. The election of Donald Trump as America’s 45th president raised some fundamental, and at times, paralyzing questions for Washington’s think tank community. How did so many wonks both on the left and the right miss America’s growing disaffection with globalization, a phenomenon that helped bring Trump to power? It is incumbent upon everyone who works in national security to ask ourselves what that fact says about the disconnect between Washington and the rest of the country. With an administration that prides itself on disregarding conventional expertise, we must also pose the question: What role should think tanks play moving forward?

Many of us in Washington are still mulling over those questions. But at the think tank where I work, the bipartisan Center for a New American Security (CNAS), my small team working on transatlantic security issues quickly came to the conclusion that it was time to try something different. Instead of spending most of our time interacting with other national security experts in Washington (both in and out of government) and meeting with allies and partners abroad, we needed to engage new audiences across the United States. We needed to escape the proverbial Beltway bubble. And because my program’s mandate is to focus on transatlantic relations, my team knew that whatever initiative we were going to develop would need to include European national security experts as well.

In the spring of 2017, CNAS formally launched “Across the Pond, in the Field.”1 Over the course of three years, the project will take teams made up of two Americans and two Europeans to 12 cities across the United States. The two American envoys come from CNAS, while the Europeans we’ve selected have been former ministers, current ambassadors, and think tank scholars. The project has multiple objectives. We want to expose Washingtonians and Europeans to a diverse range of American perspectives on transatlantic relations and U.S. foreign policy, something they don’t necessarily get in national capitals. We also want to create opportunities for the Europeans on these trips to develop lasting relationships with cities outside of Washington and New York. Finally, our aim is to engage in a series of debates on U.S. global engagement with “grass-top” leaders — local individuals in industry and the public sector who serve as opinion leaders in their communities. Our goal has never been to lecture or teach Americans what they ought to think. Instead, we try to foster a genuine exchange of ideas that will allow the Americans we meet to ask us hard questions and challenge some of our longstanding, core assumptions about the transatlantic relationship and broader U.S. foreign policy.

Each trip that our teams go on follows the same general template. Over the course of two days, our small delegation hosts at least one large public event, speaks with members of the local press (which usually includes an editorial board meeting and AM talk radio), meets with business and political leaders, and visits a high school and/or a university. To date, we have visited Pittsburgh, Salt Lake City, and Tampa. As one might expect, these trips have taught us a lot so far, both about how to conduct programming “outside the Beltway” and about how Americans today are thinking about the world more broadly. Of course, a three-city tour doesn’t lend itself to any conclusive generalizations, particularly because we aren’t hearing from a full cross section of America in terms of race, ethnicity, and socio-economic status. But we believe that some of the early lessons from those three trips are worth sharing.

Americans are generally eager to interact and engage about their country’s role in the world, but some remain skeptical. The first question we asked ourselves when we started this program was whether anyone would show up. Do Americans outside of Washington want to hear from and engage in debates with the foreign policy elites who are popularly portrayed by the media as out of touch and irrelevant? To our great relief, especially after our well-attended public event in our first stop in Pittsburgh, we have found that people do indeed show up. Sometimes they turn out in stunningly large numbers. Our public events regularly draw audiences between 100 and 200 people, and I’ve personally spoken to audiences across the country that range in size from 300 to 700 people.

Between CNAS’ “Across the Pond” trips, my own personal invitations to speak to audiences in places like Ohio and New Hampshire, and anecdotes from colleagues running similar programs, there is no question that Americans are hungry to engage with policymakers and experts on foreign policy. That said, not everyone has welcomed us with open arms. In advance of our trip to Pittsburgh, I placed an op-ed in the Pittsburgh Post-Gazette explaining the goals of our project and why it was important for folks like myself to get outside of Washington. The day that piece ran, CNAS received seven or eight phone calls — some profanity-laden — telling us to stay home. Because some of the calls included thinly veiled threats, we asked for police presence at our public event. Fortunately, we haven’t ever encountered that sentiment in person. But the fact that a program designed to seek and listen to alternative viewpoints can create such a visceral reaction has taught us a thing or two about just how deep the mistrust and animosity towards Washington really runs.

Those phone calls reminded me of some of the reactions I encountered when I walked around the Washington monuments last summer with a video camera to ask American tourists what they thought about NATO. Most of the folks I approached were happy to offer a few comments. On a few occasions, however, parents held their children close and told me to back away, noting that they never talk to the “lamestream media.” My efforts to reassure them by stating calmly that I did not work for a TV or radio station failed. What has become clear to me both through that experience and our city visits is that we may never find ways to engage certain sectors of the population, particularly those that reject the premise that dialogue in itself is a useful exercise. Working for a think tank in Washington means I come from a different tribe and for some people, that’s enough reason to keep me at arm’s length.

We want to expose Washingtonians and Europeans to a diverse range of American perspectives on transatlantic relations and U.S. foreign policy.

Finding a willing conservative, public audience in a large American city is difficult. Many U.S. cities are home to nonprofits such as the World Affairs Councils of America or the American Committees on Foreign Relations. The mission of these organizations is to create opportunities for dialogue with global leaders and policymakers. They play a critical role in educating both their members and the general public about pressing national security challenges. However, because many U.S. cities (even in red states) tilt blue, the audiences that those organizations draw tend to be heavy on the Democrats’ side. One of the major challenges we face in working with people outside of the Beltway has been identifying partner organizations that can help us reach a more politically diverse set of Americans. In the case of Pittsburgh, that meant leaving the downtown area and driving an hour to a neighboring red county to hold an event at a public library. In the case of Tampa, it meant spending hours on the phone finding libertarian and conservative groups and asking to help publicize our public event downtown. Those calls aren’t always easy to make. You spend an enormous amount of time explaining who you are, what you do, who funds your work, why you’re coming to town, and why they should care. In most cases, after a couple of calls, people offer to help. Occasionally, though, Washington’s image as an elitist, out-of-touch, and globalist hub fuels skepticism about the motives behind our project and ends the conversation.

Form and format matter and can easily make or break efforts to engage Americans in an honest and civil debate. Americans might be interested in engaging on foreign policy, but they aren’t in the mood for a lecture, especially from a bunch of elitist wonks from the coast. That’s why we have very deliberately banned speeches at every event we attend or host. For large public forums, our moderator starts with one or two questions for our panelists and then immediately goes to the audience, often collecting four or five questions at a time in order to maximize the number of people that we can hear from. Audiences have reacted positively to that format, often noting that they were surprised and relieved that we didn’t open with a long lecture. We also try to host a reception after our public events where people can approach our delegation one-on-one. With an audience of 100 to 200 people or more, it’s impossible to engage in an ideal dialogue. However, using some of these formats has helped us hear from as many people as possible.

Another important lesson from this project is the importance of humility and a willingness to admit your mistakes, especially regarding policies that your audience might oppose. It is impossible to foster a genuine exchange of ideas if you start in a defensive crouch. In some of the events we’ve hosted, I have intentionally outlined some of the policies that I believe we got wrong during the Obama administration in which I served. Our European guests also have been refreshingly honest about some of their own policy errors or miscalculations. This kind of openness and honesty can help disarm an American audience that is regularly bombarded with accusatory and divisive stories about folks on the other side of the aisle.

No single foreign policy issue occupies the minds of Americans today — their questions vary by the hour. Looking at polling data on American threat perceptions, it is easy to get the impression that Americans are singularly worried about terrorism.2 In the three cities we visited, however, we did not encounter many questions about terrorism or the Islamic State. Instead, we heard a wide array of questions and opinions on everything from NATO to North Korea to NAFTA. Unsurprisingly, the headlines shape the questions people ask, as do the backgrounds and expertise of our European guests. For example, the British Labor Party politician we took to Salt Lake City was peppered with questions about Brexit. The current Swedish ambassador to the United States was asked about her country’s efforts to be fossil-free by 2050. The former German defense minister took some pointed questions on defense spending.

Some conspiracy theories and misleading narratives have taken root. Broadly speaking, the Americans we’ve met both at public events and in one-on-one meetings have been very well-informed. But in the age of disinformation3 and with a president who has openly admitted to creating facts out of whole cloth,4it is not uncommon to stumble upon sometimes disturbing myths, conspiracy theories, or falsehoods. This is especially true on the issues of immigration and refugees. The current Swedish ambassador to the United States was asked by an audience member if Muslims living in her country were taking over Swedish culture or outproducing Swedes. On another trip, a local resident asked the current Danish ambassador to the United States if it was safe to travel to Europe because he had heard “there is a terrorist attack every single day and that people are getting robbed by gangs of refugees.” In Pittsburgh, I recorded a podcast with the former president of the Pittsburgh Rotary Club, who, in a discussion about U.S. and European immigration policies, claimed —  falsely —  that some predominantly Muslim cities in both Michigan and North Carolina have fully implemented Sharia.5 While this project isn’t about lecturing the Americans we meet, we have seized on opportunities to engage in myth busting where appropriate.

The issue of Russia has become so politicized that it’s dangerous to raise. Of all the issues we’ve debated to date, none is as politically charged as Russia, specifically Russian meddling in the 2016 election. Recent polling data has shown the emergence of a noticeable split among Democrats and Republicans on their views towards Russia, attempts to engage the Russians, and the president’s own relationship with Russia.6 For nearly two decades, Americans on both sides of the aisle have held similarly negative views toward Russia. But that ended after the 2016 election. Democrats now hold a far less positive view towards Russia than Republicans do7 — only 15 percent of Democrats have a favorable view of Russia, while 30 percent of Republicans do. Like domestic issues such as gun violence and the Second Amendment, one’s views on Russia now can easily reveal political party affiliation.

We have felt that partisan divide on Russia in every city we have visited. Merely mentioning Russia quickly morphs into a scathing discussion about U.S. politics. Democrats are accused of conducting a “witch hunt.” Republicans are accused of being AWOL on Russian election meddling. There are also some fascinating twists and turns in all the Russia-related finger-pointing. Republicans who have attended our events like to remind Democrats that they once mocked presidential candidate Mitt Romney for stating that Russia was America’s great threat. Democrats at our events like to remind Republicans that they still mock former President Barack Obama for his Russian “reset” policy, even though many Republicans now support Trump’s effort to do something similar. In our discussions, we try our best to get away from Russian interference in our election and ask some of our European guests to describe their country’s experiences with Russian aggression and what they’re doing about it. Europeans have been dealing with Russian acts of intimidation, energy coercion, and disinformation campaigns far longer than the United States. Sharing those experiences helps our audiences appreciate the scope of the problem. It also serves as a useful reminder that the transatlantic relationship isn’t always about America teaching or lecturing Europe. In many cases, such as how to grapple with Russian disinformation, we Americans can learn a lot from our European allies.

U.S. mayors and other local politicians don’t feel hindered by today’s hyper-partisanship and are making up for the paralysis across Washington. After visits to only three cities, it’s hard to offer generalizable findings about anything that we’ve observed. We have found it refreshing, however, to hear so many stories from local politicians in the cities we have visited about their efforts to rise above the party politics currently paralyzing the nation’s capital. Unlike their counterparts in Congress, the mayors and county executives we’ve met are extending hands across the aisle, developing new relationships at home and abroad, and forming alliances across state lines to advance common agendas on everything from climate change to the opioid crisis. 

Americans of all political stripes are tired of carrying the proverbial burden of the West. Irrespective of party affiliation, hometown, or age, many of the Americans we have met have expressed some level of frustration with burden-sharing in international matters. That sentiment takes different forms: America does too much for European defense, America is the world’s policeman, or America provides too much aid to other countries. The basic message is that America is unfairly doing too much of something. What that means for the future of U.S. foreign policy, though, is far from clear. For some, Trump’s “America First” slogan and his accompanying policies on everything from trade to Syrian refugees are the answer. For others, however, the feeling that America is doing or has done too much in the world doesn’t necessarily translate into opposition to free trade or a desire to leave the NATO alliance. In fact, a higher percentage of Americans in 2017 believed that global trade was good for the U.S. economy and consumers than in 2016.8 American support for the NATO alliance is also on the rise.9 But there is a palpable sentiment that America needs to encourage others to share a greater portion of the burden when it comes to global challenges. No future U.S. president can afford to ignore this. Even in cases where they support global engagement, Americans express a clear desire for more “leadership” from our partners and allies.

CNAS’ “Across the Pond” project isn’t a scientific study about American attitudes, nor is it an attempt for policy elites to teach Americans in faraway places how to think about transatlantic relations and U.S. foreign policy. What it is at its core is a much-needed attempt at civil discourse and debate, free of insults and partisan attacks. But what about its impact, a term deeply familiar to those of us working in think tanks. In other words, what’s the point?

“Across the Pond” is an attempt to mine the country for fresh ideas.

We don’t survey the people we meet through this project, so it is hard to know, short of a lot of positive feedback, whether our events are breaking through the partisan noise and helping folks learn from each other. There are, however, a few concrete ways to measure change. The CNAS intern pool, often dominated by applicants from the East Coast, has become more geographically diverse. We are now receiving applications from every city we’ve visited, and we hope that will continue as we visit another nine cities. The Transatlantic Security Program also produces a weekly podcast and puts out a weekly newsletter, via email, on transatlantic issues. We have seen an increase in the number of subscribers to those two products, which helps CNAS with national outreach.

Perhaps the biggest impact, though, has been in regards to my own personal views about transatlantic relations. I have spent more than 20 years working on Europe and advocating for a strong partnership with European allies. Over the course of the last year, I have worried that Trump’s sometimes benign, sometimes antagonistic views towards Europe were moving the two sides of the Atlantic away from their shared history and shared values. I have warned that making the transatlantic relationship more transactional would spell disaster. But as some of the people we’ve engaged outside of Washington have reminded me in recent months, it seems Europe has adjusted quite well to this new era. Contrary to my warnings, our European allies haven’t abandoned us just because we have a president who questions the utility of NATO and supports Brexit. Are these relationships more durable than I realized? Is the values aspect of the transatlantic relationship overstated?

These are the questions my colleagues and I don’t necessarily encounter in the near constant cycle of meetings and conferences across Washington. Many of us, myself included, can find ourselves trapped in defending the status quo. For example, U.S. presidents always reiterate America’s unwavering commitment to NATO’s Article 5 clause on their first trip to Brussels. When Trump failed to do this last summer, Washington pundits, scholars, and journalists spent weeks warning about the consequences of departing from that tradition. This project gives us an opportunity to interact with people who don’t necessarily react the same way to a president that regularly challenges the bipartisan consensus on U.S. foreign policy.

Finally, “Across the Pond” is an attempt to mine the country for fresh ideas. Not all of the answers for addressing Chinese cyber-attacks, Russian disinformation campaigns, or a brewing trade war with Europe — to name just a few of today’s challenges — can be found in the White House Situation Room or large conference tables at Washington think tanks. Policymakers on both sides of the Atlantic must engage chambers of commerce, trade associations, and the private sector where one finds a greater degree of agility and innovation. Former policymakers on these trips also need to signal to universities what kind of skill sets governments will need in the future. For example, with so many U.S. adversaries relying on asymmetric tactics designed to undermine America’s technological edge, the U.S. government will need more graduates with backgrounds in both policy and technology. These are some of the conversations we’re having on these trips.

On their letterhead, program materials, and websites, think tanks often make oversized claims about their impact. They are either solving intractable problems or charting a course towards a better world. Or both. We certainly aren’t prepared to argue that our “Across the Pond, in the Field” project is going to change the world. We do believe, however, that it is a much-needed attempt to break out of the conventional think tank model. That doesn’t mean we’ll stop researching and working on those tough policy dilemmas in Syria and North Korea. All of that important work will continue. But we will continue to implement this project in parallel to give us (and our European guests) the chance to pause, get outside the Beltway, question our core assumptions, and hear from folks that look at the world differently. Our next stop will be Grand Rapids, Michigan in June.

 

Julie Smith directs the Transatlantic Security Program at the Center for a New American Security (CNAS) and is the former deputy national security advisor to former Vice President Joseph Biden.

tnsr.org

Η ώρα της εκδίκησης του Νετανιάχου, για την αναγκαστική συγγνώμη στον Ερντογάν

3

Ρεπορτάζ: Hellas Journal

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, στην ομιλία του κατά τα εγκαίνια της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ EPA, ABIR SULTAN

MAY 16, 2018

Μόλις πέντε χρόνια κράτησε ο πολύ μεγάλος έρωτας μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ, προτού αρχίσει ξανά η σύγκρουση δύο κρατών με διαφορετικό θρήσκευμα και εντελώς διαφορετικά συμφέροντα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Κι αν η τωρινή σύγκρουση με εκατέρωθεν διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών θυμίζει κάτι από το 2010 υπάρχει μια μεγάλη ειδοποιός διαφορά, ο κάτοικος του Λευκού Οίκου έχει αλλάξει και μαζί του και η αντιμετώπιση προς το Τελ Αβίβ και την Άγκυρα. Άρα ο Ερντογάν δεν θα πρέπει να περιμένει πάλι μια συγγνώμη του Νετανιάχου, για την οποία τον ανάγκασε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2013.

Η Τουρκία ακροβατούσε πάντα μεταξύ του μουσουλμανικού της υποβάθρου , αν και κοσμικό κράτος, και των αμυντικών της συμφερόντων, που εξυπηρετούνταν από το Ισραήλ.

Η αναγνώριση και οι πρώτες επαφές

Η Άγκυρα με Πρόεδρο τον Ισμέτ Ινονού υπήρξε η πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ, μόλις έναν χρόνο μετά τη δημιουργία του. Εννέα χρόνια μετά ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπεν Γκουριόν, μαζί με την υπουργό Εξωτερικών, Γκόλντα Μέιρ, προσγειώνονται στην Άγκυρα για να συναντηθούν με τον Μεντερές.

Η Τουρκία φοβάται την αντίδραση των αραβικών κρατών – που δήθεν υποστηρίζει – και ανακοινώνει την επίσημη δικαιολογία πως το ισραηλινό αεροσκάφος υπέστη βλάβη και έκανε αναγκαστική προσγείωση.

Η Τουρκία θυμάται τους Άραβες

Η τουρκική στάση αλλάζει και το 1967 στον Πόλεμο των Έξι Ημερών η Τουρκία απαγορεύει τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στο έδαφός της για να μην ενισχύσουν οι ΗΠΑ το Ισραήλ, ενώ η γειτονική χώρα διακηρύσσει πως ο σιωνισμός αποτελεί φυλετισμό.

Η χούντα του Εβρέν σκληραίνει ακόμα τη στάση της, απορρίπτει την ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ ως αιώνιας πρωτεύουσας του Ισραήλ και οδηγεί τις διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών στο κατώτερο επίπεδο, αυτό του β’ γραμματέα πρεσβείας.

Η στροφή του Οζάλ και ο “γάμος” με την Τσιλέρ

Το φλερτ της Τουρκίας με το Ισραήλ ξεκινάει με μια μυστική συνάντηση του τότε πρωθυπουργού Τουργκούτ Οζάλ με το εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ το 1992 και γίνεται ακόμα πιο θερμό όταν ο Έζερ Βάιζμαν γίνεται ο πρώτος πρόεδρος του Ισραήλ, που επισκέπτεται την Τουρκία τον Ιανουάριο του 1994.

Προς το τέλος της ίδιας χρονιάς η Τανσού Τσιλέρ κάνει απόβαση στο Τελ Αβίβ, συνοδεία 56 αξιωματούχων και επιχειρηματιών. Δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1996, το φλερτ γίνεται γάμος με την υπογραφή της συμφωνίας για στρατιωτική συνεργασία, που φήμες λένε ότι περιελάμβανε το δικαίωμα χρήσης στρατιωτικών εγκαταστάσεων των δύο κρατών σε περίπτωση πολέμου, αλλά και τη στάθμευση μαχητικών του Ισραήλ σε βάση της νοτιοανατολικής Τουρκίας, τα οποία θα ήταν πάντοτε έτοιμα να βομβαρδίσουν τον νυν σύμμαχο της Τουρκίας, το Ιράν.

Στο τέλος του 1999 η συμφωνία επισφραγίζεται με την επίσκεψη του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, ο οποίος είναι και ο πλέον παρασημοφορημένος Ισραηλινός.

Ο Ερντογάν σημαίνει την αρχή του τέλους

Το πρώτο ρήγμα σε μια σχέση που έδειχνε μετά από χρόνια αρραγής το προκάλεσε ο νυν Πρόεδρος της Τουρκίας και τότε πρωθυπουργός της, Ταγίπ Ερντογάν. Τον Ιανουάριο του 2009 στο Νταβός της Ελβετίας, ο Ισραηλινός Πρόεδρος, Σιμόν Πέρες, βρίσκεται στο ίδιο πάνελ με τον Ερντογάν, ο οποίος έχοντας στο μυαλό του κάτι που κανείς άλλος δεν αντιλαμβανόταν ακόμα – να γίνει δηλαδή χαλίφης των απανταχού μουσουλμάνων επανιδρύοντας την οθωμανική αυτοκρατορία – πραγματοποιεί επίθεση κατά του Πέρες για την επιχείρηση «Συμπαγές Ατσάλι» του Ισραήλ, η οποία έχει αιματοκυλίσει τη Γάζα.

Ο Ερντογάν επιτίθεται, η σύζυγός του Εμινέ δακρύζει και οι εικόνες κάνουν το γύρο του κόσμου.

Η Γάζα και επέμβαση των Ισραηλινών κομάντος

Έναν χρόνο αργότερα η ρήξη είναι οριστική. Ο «Στόλος της Ελευθερίας» (Freedom Flotilla) αποπλέει από την Κωνσταντινούπολη υπό τις ευλογίες του Ερντογάν για να «σπάσει» τον ναυτικό αποκλεισμό της Γάζας. Το πλοίο Mavi Marmara στο οποίο επιβαίνουν επισήμως τουλάχιστον Τούρκοι ακτιβιστές πλησιάζει στη ζώνη αποκλεισμού, οι Ισραηλινοί πραγματοποιούν τις προειδοποιήσεις τους και οι ειδικές δυνάμεις κάνουν ρεσάλτο στο πλοίο. Ακολουθούν μάχες σώμα με σώμα, Τούρκοι πέφτουν νεκροί και το πλοίο οδηγείται στο λιμάνι Ασντότ.

Ο Ερντογάν απειλεί θεούς και δαίμονες και απαιτεί από το Ισραήλ συγγνώμη, αποζημιώσεις και άρση του ναυτικού αποκλεισμού. Θα περάσουν τρία χρόνια και υπό τις ασφυκτικές πιέσεις του Μπαράκ Ομπάμα,ο Νετανιάχου θα ζητήσει συγγνώμη απο τον Ερντογάν τηλεφωνικά, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων στο Ισραήλ.

Έκτοτε οι σχέσεις δεν ομαλοποιούνται παρά τις αποζημιώσεις που πληρώνει το Ισραήλ στα θύματα καθώς ο Ερντογάν έχει απαιτήσει και άρση του αποκλεισμού, που δεν γίνεται ποτέ. Παρά τη συμφωνία για επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων το 2016, οι Ισραηλινοί δεν πείθονται πως ο Ερντογάν έχει διακόψει τις επαφές με τη Χαμάς και τελικά αρχίζουν να αποκαλύπτουν τις μυστικές του κινήσεις. Η τελευταία σφαγή στη Γάζα και οι αντιδράσεις από Άγκυρα και Τελ Αβίβ φαίνεται πως αποτελούν την οριστική διάλυση των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών και την έναρξη της εκδίκησης του Νετανιάχουν για την ταπεινωτική συγγνώμη που προφανώς ποτέ δεν ξέχασε.

Πηγή: Η ώρα της εκδίκησης του Νετανιάχου, για την αναγκαστική συγγνώμη στον Ερντογάν https://hellasjournal.com/2018/05/i-ora-tis-ekdikisis-tou-netaniachou-gia-tin-anagkastiki-syngnomi-ston-erntogan/

Πώς η παροχή επιλογών μπορεί να σώσει την Ευρώπη

0

Γιατί η ΕΕ χρειάζεται λιγότερη τεχνοκρατία και περισσότερη δημοκρατία

Περίληψη:

Οι υποστηρικτές της ΕΕ πρέπει να υιοθετήσουν με θάρρος την ουσιαστική και υγιή ευελιξία και διαφοροποίηση, αντί απλώς να υποχωρούν στα καθοδηγούμενα από τις ελίτ, τεχνοκρατικά σχέδια για μεγαλύτερη ολοκλήρωση.

Η CATHERINE DE VRIES κατέχει την έδρα Westdijk στην Πολιτική Συμπεριφορά στην Ευρώπη στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και είναι καθηγήτρια Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Essex.
Η KATHLEEN R. MCNAMARA είναι καθηγήτρια Διακυβέρνησης και Εξωτερικών Υπηρεσιών στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση [1], μωλωπισμένη και κακοποιημένη από χρόνια πολιτικών και οικονομικών κρίσεων, βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Σε μια πρόσφατη ομιλία του [2] προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ότι οι σημερινές πολιτικές διαφορές στην Ευρώπη είναι σαν «ένας ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος». Αν και η δεκαετής κρίση στην ευρωζώνη έχει ξεθωριάσει στην συνείδηση της κοινής γνώμης, η συνεχιζόμενη προσφυγική κρίση, η διολίσθηση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας στον αντι-φιλελευθερισμό (illiberalism), και οι μετασεισμοί της ψήφου υπέρ του Brexit [3] εξακολουθούν να διχάζουν την ήπειρο. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η ίδια η ΕΕ έχει γίνει όλο και πιο πολιτικοποιημένο θέμα μεταξύ των ψηφοφόρων, πολλοί από τους οποίους αμφισβήτησαν την ικανότητα και την ακεραιότητα των πολιτικών και οικονομικών τους αρχόντων στις Βρυξέλλες και εγχωρίως. Αν και η στήριξη για μια πλήρη έξοδο από την ΕΕ εξακολουθεί να βρίσκει μόνο περιορισμένη δημόσια στήριξη, ο ευρωσκεπτικισμός [4] έχει μετακινηθεί από το περιθώριο στην επικρατούσα τάση.

15052018-1.jpg

Σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεμίζουν έξω από την έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, στο Βέλγιο, τον Μάρτιο του 2018. YVES HERMAN / REUTERS
————————————————————————–

Ωστόσο, υπάρχει μια διέξοδος από τις τρέχουσες δυσκολίες των Βρυξελλών. Ξεκινά με την αναγνώριση ότι τόσο οι ομιλίες του Macron στην ΕΕ [5] όσο και οι ευρύτερες συζητήσεις μεταξύ του στρατοπέδου των φιλοευρωπαϊστών και εκείνου των σκληροπυρηνικών ευρωσκεπτικιστών, στηρίζονται σε μια εσφαλμένη διχοτόμηση της ΕΕ ως επιλογή μεταξύ «μέσα και έξω», μεταξύ της τυφλής υποστήριξης στο Ευρωπαϊκό σχέδιο και της περαιτέρω εναρμόνισης ή της υποχώρησης στον εθνικισμό.

Αντ ‘αυτού, το μέλλον της ΕΕ πρέπει να οικοδομηθεί στην βάση της αναγνώρισης της ανάγκης κάποιας διαφοροποίησης μεταξύ των κρατών-μελών της -χωρίς να αφήσει [η ΕΕ] το βλέμμα της από το ευρύτερο κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο. Αυτή η λεπτή πράξη εξισορρόπησης απαιτεί την οικοδόμηση της ικανότητας για υγιή και ανοιχτό διάλογο σχετικά με συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πολιτικές, και τις μεταβολές στην εθνική κυριαρχία που απαιτούν. «Τι είδους ΕΕ;», είναι το σωστό ερώτημα των πολιτών και των κομμάτων τους για να αναρωτηθούν προχωρώντας προς τα εμπρός -αντί να υπερασπίζονται ένα μονολιθικό όραμα για το μέλλον της διακυβέρνησης της ΕΕ ως είτε επεκτατική κλιμάκωση είτε ως γενικό κλείσιμο.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗΣ ΕΥΕΛΙΞΙΑΣ

Στις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξης της ΕΕ, η αποκαλούμενη «θεωρία του ποδηλάτου» που έλεγε ότι η ΕΕ πρέπει να συνεχίζει να προχωρά ασταμάτητα με την ολοκλήρωση μεταξύ όλων των μελών της αλλιώς θα πέσει και θα χτυπήσει, ίσως μέχρι θανάτου. Κατά παρόμοιο τρόπο, πολύ συχνά στις συζητήσεις για την Ευρώπη, η επιτυχής ενσωμάτωση εκλαμβάνεται μόνο με όρους εναρμόνισης ή ακόμη και ομογενοποίησης. Αν αυτά παραμείνουν οι μόνοι στόχοι, η ΕΕ θα συνεχίσει να σκοντάφτει από κρίση σε κρίση -η ποικιλομορφία των συνθηκών των κρατών-μελών και των πολιτικών τους προτιμήσεων είναι απλά πάρα πολύ μεγάλη. Η συνέχιση αυτής της πορείας θα οδηγήσει πιθανότατα σε περαιτέρω κατακερματισμό και θα αυξήσει την έλλειψη βαρύτητας των Βρυξελλών σε παγκόσμια κλίμακα.

Προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση, οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει να είναι ειλικρινείς σχετικά με τον βαθμό στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση καταπατά τους εθνικούς νόμους, τις ικανότητες [εφαρμογής] πολιτικής και την ταυτότητα ενός έθνους, αλλά επίσης να τονίζουν τα απτά υλικά οφέλη και την ευρύτερη γεωπολιτική ασφάλεια που αυτά συνεπάγονται. Οι ηγέτες και οι υποστηρικτές τους πρέπει να είναι ανοιχτοί στην δημοκρατική συζήτηση για μια ευέλικτη ένωση, η οποία θα είναι άνετη με την πολλαπλότητα και την ποικιλία, αντί για μια ένωση που μιμείται σιωπηρά ένα ενιαίο έθνος-κράτος. Ένας ευέλικτος τρόπος διακυβέρνησης θα συνδυάσει μια δέσμευση όλων των κρατών-μελών σε μια κοινή υπερεθνική βάση με προαιρετική ενσωμάτωση σε άλλους τομείς μέσω ανοικτών εταιρικών σχέσεων και επικαλυπτόμενων δικαιοδοσιών. Η κοινή βάση μπορεί να περιλαμβάνει βασικές πτυχές της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ, αλλά δεν θα απαιτεί από τα κράτη-μέλη να εναρμονιστούν σε κάθε πτυχή. (Αυτό συμβαίνει ήδη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως με την συμφωνία ανοικτών συνόρων Σένγκεν ή με την ευρωζώνη).

Η ΕΕ μπορεί να υποστηρίξει την «ενότητα» με την έννοια ενός κοινού γενικού σκοπού ειρήνης και ευημερίας και μιας γενικής αίσθησης πολιτικής κοινότητας, αλλά να την πλαισιώνει ως συμμετοχική και όχι αποκλειστική, εύκαμπτη και όχι άκαμπτη. Στον τομέα της άμυνας, για παράδειγμα, η ΕΕ μπορεί να συνεχίσει να επιδιώκει μια δικτυωμένη έκδοση ικανοτήτων ασφαλείας, όπου τα κράτη-μέλη συνενώνονται σε συγκεκριμένους τομείς αντί να δημιουργήσουν έναν ενιαίο ευρωπαϊκό στρατό. Για να αναφέρουμε δύο παραδείγματα, η Σκανδιναβική Ομάδα Μάχης (Nordic Battlegroup) υλοποιείται με τις στρατιωτικές δυνάμεις της Εσθονίας, της Φινλανδίας, της Ιρλανδίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας, ενώ η Ευρωπαϊκή Διοίκηση Αερομεταφορών (European Air Transport Command) που εδρεύει στο Αϊντχόβεν, η οποία ελέγχει τον εναέριο ανεφοδιασμό και τις στρατιωτικές μεταφορές, λειτουργεί από κοινού από το Βέλγιο, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και την Ισπανία. Άλλοι θα μπορούσαν να επιλέξουν να είναι εντελώς εκτός της εν λόγω ολοκλήρωσης ασφαλείας. Ομοίως, όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση, μια ομάδα-πυρήνας μπορεί να ωθήσει προς τα εμπρός στοιχεία μιας δημοσιονομικής ένωσης για να στηρίξει καλύτερα το ευρώ, ενώ όσοι βρίσκονται εκτός του ενιαίου νομίσματος θα συνεχίσουν με το status quo. Αν και όλες οι χώρες της ΕΕ εξακολουθούν να τηρούν το βασικό νομικό πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, ορισμένα κράτη-μέλη ενδέχεται να επιθυμούν να κάνουν πιο συγκεντρωτικές πολιτικές σε τομείς όπως τα δικαιώματα των εργαζομένων. Το κλειδί για την επιτυχία αυτών των προσπαθειών είναι να υιοθετηθεί η πραγματική συζήτηση μέσα σε κάθε εθνικό πλαίσιο και στον πανευρωπαϊκό πολιτικό χώρο, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε συγκεκριμένης πολιτικής εμβάθυνσης ή μη εμβάθυνσης της ένωσης.

Ορισμένες περιοχές είναι σαφώς λιγότερο κατάλληλες για λύσεις πολλαπλών ταχυτήτων. Για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει συλλογικά να αναπτύσσει βαθύτερη συνεργασία στον τομέα της αστυνόμευσης, των προσπαθειών αντι-τρομοκρατίας και του ελέγχου των συνόρων μέσω μιας ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής. Ωστόσο, θα μπορούσε να συνεχιστεί η διαφοροποίηση όσον αφορά τις ειδικές μορφές εθνικής εφαρμογής, και τις εθνικές πολιτικές σχετικά με τα καθεστώτα νόμιμης μετανάστευσης, με διαφορετικούς κανόνες όσον αφορά την πορεία προς την εθνική ιθαγένεια.

Η συμμετοχή σε μια πραγματικά ευέλικτη ένωση θα επιτρέψει μια πιο δημοκρατικά ενημερωμένη διαδικασία, όπου τα κράτη-μέλη θα κερδίζουν τα οφέλη της ενότητας, ενώ θα σέβονται την βαθιά ριζωμένη ποικιλομορφία το ένα του άλλου. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις [6], το περίπου 40% της νομοθεσίας της ΕΕ είναι ήδη διαφοροποιημένο, καθώς τα κράτη-μέλη απέχουν εντελώς από κανόνες της ΕΕ ή εφαρμόζουν διαφορετικά αυτούς τους κανόνες, ενώ ορισμένα κράτη-μέλη υιοθετούν αυστηρότερες εγχώριες ερμηνείες από όσο άλλα. Παρόλο που κάποιος μπορεί να σχεδιάσει εύκολα ένα χάρτη των κρατών-μελών της ΕΕ, αυτός ο χάρτης έχει γίνει ολοένα και πιο αναξιόπιστος όταν δείχνει πού εφαρμόζονται πραγματικά οι κανόνες και τα δικαιώματα της ΕΕ. Γιατί λοιπόν να μην αντικαταστήσουμε την αρχή μιας «όλο και στενότερης ένωσης» (ever closer union) με μια «ενότητα στην ποικιλομορφία» (unity in diversity), που είναι και το ίδιο το σύνθημα της ΕΕ; Το να επιτρέπεται η διαφοροποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ΕΕ, όπου η υποστήριξη για τις πολιτικές και τους θεσμούς βασίζεται [7] σε μεγάλο βαθμό στα συγκεκριμένα απτά οφέλη που τα άτομα αντιλαμβάνονται.

Αυτό το σενάριο διαφοροποίησης δεν είναι υπερβολικό, καθώς υπάρχουν σαφή ιστορικά προηγούμενα για τις πολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ. Η ιστορία των ομοσπονδιακών συστημάτων [8], όπως στην Γερμανία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, δείχνει ότι οι υποεθνικές μονάδες αγωνίζονται σκληρά μεταξύ τους για την φύση της πορείας προς μια ομοσπονδιακή ένωση, όπως και εκείνες που επιδιώκουν να κάνουν την εξουσία πιο συγκεντρωτική, ωστόσο [συνολικά] μπορούν να παραμείνουν ως ισχυρές πολιτικές κοινότητες. Σε σύγχρονες περιπτώσεις όπως ο Καναδάς, η Ινδία, η Ινδονησία ή η Ισπανία, ο ασύμμετρος ομοσπονδισμός, με τις εξαιρέσεις του και με μια πληθώρα ρυθμίσεων σε επίπεδο πολιτείας, στήριξε τις επιτυχείς προσπάθειες για την δημιουργία ανθεκτικών στον χρόνο πολιτικών οντοτήτων. Η πραγματικότητα της πολιτικής είναι ότι μερικές φορές είναι απαραίτητο να επιτύχουμε συμφωνίες που επιτρέπουν σε μια ευρύτερη πολιτική κοινότητα να μείνει μαζί, ακόμα κι αν παράγει ατελείς ενώσεις.

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ

Το δημοψήφισμα του Brexit κατέδειξε ότι η επιλογή μεταξύ του «τίποτα άλλο εκτός από ενσωμάτωση» ή του «έξοδος από την ΕΕ», θα οδηγήσει μόνο σε χάος. Οι υποστηρικτές της ΕΕ πρέπει να υιοθετήσουν με θάρρος την ουσιαστική και υγιή ευελιξία και διαφοροποίηση, αντί απλώς να υποχωρούν στα καθοδηγούμενα από τις ελίτ, τεχνοκρατικά σχέδια για μεγαλύτερη ολοκλήρωση. Η ανάπτυξη μιας νομιμοποιημένης και σταθερής πολιτικής κοινότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να προέλθει μόνο από την σκληρή δουλειά του να επιτρέπεται το ξεδίπλωμα των δημοκρατικών πολιτικών, με υπεύθυνους ηγέτες να ενημερώνουν τους πολίτες για τις πολιτικές ευκαιρίες και τους συμβιβασμούς που απαιτούνται για να συντηρηθεί η ΕΕ, και με τους πολίτες να ανταποκρίνονται με την δέσμευση σε πραγματικές επιλογές. Το να επιτραπεί ένα πιο ευέλικτο μοντέλο είναι ζωτικής σημασίας για την διατήρηση της καινοτόμου οντότητας που δημιουργεί ειρήνη και ευημερία, που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-05-14/how-choice-can…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-01-24/trump-takes-ai…
[2] https://www.nytimes.com/2018/04/17/world/europe/macron-european-parliame…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2018-03-12/theres…
[4] https://global.oup.com/academic/product/euroscepticism-and-the-future-of…
[5] http://international.blogs.ouest-france.fr/archive/2017/09/29/macron-sor…
[6] http://journals.sagepub.com/doi/abs/10.1177/1465116516640386
[7] https://global.oup.com/academic/product/euroscepticism-and-the-future-of…
[8] https://press.princeton.edu/titles/8201.html

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Is France Really an Ally of the United States?

0

Why Marx Was Wrong

0

 

On the occasion of Karl Marx’s 200th birthday, the co-founder of communism has received more than a few positive reappraisals, even from Western leaders. But those arguing that Marx cannot be blamed for the atrocities that his ideas inspired should reexamine his ideas.

STOCKHOLM – The  of Karl Marx’s birth has occasioned a surge of interest in the man’s work, complete with the unveiling of a statue in his hometown of Trier, Germany.

At a celebration of Marxism in Beijing last week, Chinese President Xi Jinping declared that, “like a spectacular sunrise, the theory illuminated the path of humanity’s exploration of the law of history, and humanity’s search for [its] own liberation.” He would go on to claim that Marx “pointed out the direction, with scientific theory, toward an ideal society with no oppression or exploitation, where every person would enjoy equality and freedom.”

Given that Xi’s words were uttered in “Marxist” China, those in attendance had no choice but to agree with them. Yet, speaking in Trier on the same day, European Commission President Jean-Claude Juncker offered a somewhat generous appraisal of his own: “Today he stands for things which is he not responsible for and which he didn’t cause, because many of the things he wrote down were redrafted into the opposite.”

It is not entirely clear what Juncker meant by this. Marxism, after all, has inflicted untold misery on tens of millions of people who have been forced to live under regimes waving its banner. For much of the twentieth century, 40% of humanity suffered famines, gulags, censorship, and other forms of repression at the hands of self-proclaimed Marxists.

In his speech, Juncker seemed to be alluding to the standard counterargument: that communist atrocities throughout the twentieth century were due to some sort of distortion of Marx’s thought, for which the man himself can scarcely be held responsible.

Is there anything to this argument? Marx spent most of his life analyzing the political economy of the industrializing mid-nineteenth-century West. But his enduring relevance owes more to his ideas for the future, and the implications they would have for society. In considering his legacy, this area of his thought cannot be ignored.

Marx regarded private property as the source of all evil in the emerging capitalist societies of his day. Accordingly, he believed that only by abolishing it could society’s class divisions be healed, and a harmonious future ensured. Under communism, his collaborator Friedrich Engels later claimed, the state itself would become unnecessary and “wither away.” These assertions were not made as speculation, but rather as scientific claims about what the future held in store.

But, of course, it was all rubbish, and Marx’s theory of history – dialectical materialism – has since been proved wrong and dangerous in practically every respect. The great twentieth-century philosopher Karl Popper, one of Marx’s strongest critics, rightly called him a “false prophet.” And, if more evidence were needed, the countries that embraced capitalism in the twentieth century went on to become democratic, open, and prosperous societies.

By contrast, every regime that has rejected capitalism in the name of Marxism has failed – and not by coincidence or as a result of some unfortunate doctrinal misunderstanding on the part of Marx’s followers. By abolishing private ownership and establishing state control of the economy, one not only deprives society of the entrepreneurship needed to propel it forward; one also abolishes freedom itself.

Because Marxism treats all contradictions in society as the products of a class struggle that will disappear when private property does, dissent after the establishment of communism is impossible. By definition, any challenge to the new order must be an illegitimate remnant of the oppressive order that came before.

Thus, Marxist regimes have in fact been logical extensions of his doctrines. Of course Juncker is right that Marx – who died 34 years before the Russian Revolution – was not responsible for the Gulag, and yet his ideas clearly were.

In his landmark three-volume study Main Currents of Marxism, the Polish philosopher Leszek Kołakowski, who became a leading critic of Marxism after having embraced it in his youth, notes that Marx showed almost no interest in people as they actually exist. “Marxism takes little or no account of the fact that people are born and die, that they are men and women, young or old, healthy or sick,” he writes. As such, “Evil and suffering, in his eyes, had no meaning except as instruments of liberation; they were purely social facts, not an essential part of the human condition.”

Kołakowski’s insight helps to explain why regimes that have embraced Marx’s mechanical and deterministic doctrine inevitably must turn to totalitarianism when confronting the reality of a complex society. They have not always fully succeeded; but the results have always been tragic.

For his part, Xi views China’s economic development over the past few decades as “cast iron proof” of Marxism’s continued validity. But, if anything, it is exactly the other way around. Remember that it was the China of pure communism that produced the famine and terror of the “Great Leap Forward” and the “Cultural Revolution.” Mao’s decision to deprive farmers of their land and entrepreneurs of their firms had predictably disastrous results, and the Communist Party of China has since abandoned that doctrinaire approach.

Under Mao’s successor, Deng Xiaoping, the CPC launched China’s great economic “opening-up.” After 1978, it began to restore private ownership and permit entrepreneurship, and the results have been nothing short of spectacular.

If China’s development is being held back by anything today, it is the remnants of Marxism that are still visible in inefficient state-owned enterprises and the repression of dissent. China’s centralized single-party system is simply incompatible with a modern and diverse society.

Two hundred years after Marx’s birth, it is certainly wise to reflect on his intellectual legacy. We should do so not in celebration, however, but to inoculate our open societies against the totalitarian temptation that lurks in his false theories.

«Με πιάνει τρόμος άμα σκεφτώ»

3
Ο πιο δυσερμήνευτος πολιτικός της μεταπολεμικής Ελλάδας είναι τελικά ο Λεωνίδας Κύρκος

© EUROKINISSI-ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιος θα το περίμενε; Ο πιο δυσερμήνευτος πολιτικός της μεταπολεμικής Ελλάδας είναι τελικά ο Λεωνίδας Κύρκος. Και ενώ προς τα τέλη της ζωής του είχε από μόνος του προσπαθήσει να μην αφήσει τίποτα στο σκοτάδι, οι σύγχρονοί μας αναλυτές, ιστορικοί, παραϊστορικοί, mentalists, τοκιστές και σουλατσαδόροι του ιερού ναού τούτου καθώς και οι έχοντες το κληρονομικό χάρισμα, τον διερμηνεύει ο καθένας όπως του γουστάρει. Για να μην προσθέσω κι άλλη θολούρα στη θολούρα που έχετε ήδη μέσα στο κεφάλι σας, παραθέτω απλώς δυο λόγια που μας κατέλιπεν ο ίδιος μιλώντας στην «Καθημερινή» και στον Αλέξη Παπαχελά παρουσία του Ηλία Νικολακόπουλου, πέντε χρόνια πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο.

«Με πιάνει τρόμος άμα σκεφτώ ότι αν νικούσε τότε η επανάστασή μας θα είχαμε πρωθυπουργό τον Μάρκο, έναν γελοίο άνθρωπο που είδα από κοντά και κατάλαβα πόσο γελοίος ήταν, θα είχαμε υπουργό Οικονομικών τον Μπαρτζώτα, θα είχαμε υπουργό της Παιδείας π.χ. τον Στρίγγο, θα είχαμε υπουργό των Εσωτερικών τον άλλον, τον ανεκδιήγητο άνθρωπο που ήρθε από την Κρήτη, τον Βλαντά, ο οποίος ήταν για την εποχή εκείνη ένας ήρωας για τη νεολαία, γραμματέας της νεολαίας κ.τ.λ. Άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά παιδεία για να παίξουν έναν ουσιαστικό ρόλο, σαν αυτόν που φιλοδοξούσαν να παίξουν».

Εντάξει λοιπόν, Λεωνίδα, αναπαύσου εσύ εν ειρήνη. Χαίρομαι πολύ που δεν πρόλαβες να δεις τον εφιάλτη σου να ζωντανεύει, όπως τον βλέπουμε τώρα εμείς και δεν πιστεύουμε στα μάτια και στ’ αυτιά μας. Υποθέτω ότι εκεί που βρίσκεσαι, θα μας έχεις ακόμα σε καμιά κάποια υπόληψη γιατί τα νέα δεν φτάνουν τόσο ψηλά όσο εκεί που σ’ έχω. Απεναντίας, φιδοσέρνονται κι όταν πιάσουν οι ζέστες αλλάζουν πολιτική φορεσιά σαν να’ταν φιδοτόμαρο. Ακούμε αίφνης για «σοσιαλδημοκρατίες» και ντροπιαστικές συμπλεύσεις που δηλώνονται με λεκτικούς ακροβατισμούς και συριγμούς οι οποίοι όμως αποκαλύπτουν πλήρως τις προθέσεις τους. «Άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά παιδεία για να παίξουν έναν ουσιαστικό ρόλο, σαν αυτόν που φιλοδοξούσαν να παίξουν». Όλα καλά τα είχες πει, Λεωνίδα, όλα. Το μόνο σου αμάρτημα, που δεν όρισες τους κατάλληλους ανθρώπους να εκτελέσουν τη διαθήκη σου. Από υπερβολική αισιοδοξία ή για να τους ρίξεις στο φιλότιμο; Ποιος ξέρει;

http://www.athensvoice.gr/politics/442958_me-pianei-tromos-ama-skefto