Αρχική Blog Σελίδα 2810

Η πρόταση του Πομπέο στον Ερντογάν και η “συνωμοσία” για καταστροφή της τουρκικής οικονομίας.

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ  MAY 25, 2018

Turkish President Recep Tayyip Erdogan (R) and his wife Emine (L) greet supporters during an election campaign rally of his Justice and Development Party (AK Party) in Ankara, Turkey, 24 May 2018. EPA, STR

Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάικ Πομπέο φαίνεται ότι έκανε μία σοβαρή πρόταση στην Τουρκία και στον ισλαμιστή πρόεδρό της, Ταγίπ Ερντογάν: Να ακυρώσει τη συμφωνία με τη Ρωσία για την αγορά του συστήματος S-400 και ως «επιβράβευση» να λάβει τους αμερικανικούς Πάτριοτς.

Αν συμβεί αυτό, η επιβράβευση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν η Τουρκία αναγκάστηκε να καταφύγει στο ΔΝΤ, οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, έδωσαν τη δυνατότητα στον κ. Ερντογάν, να χαίρεται για το «οικονομικό θαύμα» της χώρας του. Θεωρητικά μιλώντας, είναι μία καλή πρόταση η ακύρωση της αγοράς των S-400 και η αντικατάστασή τους με τους Πάτριοτς, διότι η Τουρκία θα αναδειχθεί ξανά στην αγαπημένη χώρα των Αμερικανών και θα έχει πολύ περισσότερα οφέλη, από αυτά που της προσφέρει η Ρωσία.

Μετά τις συμφωνίες που υπέγραψε με την Τουρκία, και την πλήρη υποταγή του κ. Ερντογάν, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει δώσει εντολή να επιστρέψουν οι Ρώσοι τουρίστες στην Τουρκία, όπως και να γίνουν και επενδύσεις. Το πρώτο, η κάθοδος των τουριστικών κυμάτων είναι ένα γεγονός, διαβάζω. Αλλά οι ρωσικές επενδύσεις δεν ξεκίνησαν, όπως θα ανέμενε ο κ. Ερντογάν, και οπωσδήποτε δεν θα διασώσουν την τουρκική οικονομία, η οποία βρίσκεται στο σημείο της ολικής απαξίωσης.

Το τελευταίο διάστημα οι ξένοι οίκοι έχουν κτυπήσει αλύπητα την τουρκική οικονομία. Ο κ. Ερντογάν φωνάζει ότι πρόκειται για κτυπήματα κάτω από τη μέση. Μιλά και για ύπουλη στόχευση της τουρκικής οικονομίας, ώστε να επηρεαστούν οι εκλογές. Αρνείται ότι πραγματικά η οικονομία της Τουρκίας έχει τα κακά της τα χάλια.

Από την άλλη, είναι δυνατόν να λένε ψέματα σοβαροί οικονομολόγοι και εξίσου σοβαρές οικονομικές εφημερίδες; Υπάρχει όντως ένα κέντρο στο εξωτερικό που στοχεύει τον Ερντογάν μέσω της οικονομίας; Διότι, ως γνωστόν, όταν επηρεάζονται οι τσέπες των ανθρώπων, επηρεάζεται και ο τρόπος που ψηφίζουν.

Θεωρίες συνωμοσίας ακούσαμε και όταν η οικονομική κρίση κτύπησε την Ελλάδα. Διότι οι πολίτες δεν θέλανε να πιστέψουν ότι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί γονάτισαν τη χώρα.

Πόσες φορές διαβάσαμε ότι οι ξένοι, μέσω της οικονομίας, θέλησαν να κτυπήσουν την πατρίδα μας, την ιστορία της, τον πολιτισμό της; Είναι όμως η αλήθεια; Διότι, στην περίπτωση της Ελλάδας, η οικονομική κρίση είναι αποκλειστικά «έργο» των Ελλήνων πολιτικών.

Οι πολιτικές κρίσεις ήταν έργο ξένων, χωρίς καμία αμφιβολία. Εάν η κατάσταση της οικονομίας της Τουρκίας είναι όντως αυτή που διαβάζουμε, πως μπορεί να φταίνε οι ξένοι; Ποιος κάνει πολέμους; Οι ξένοι ή ο κ. Ερντογάν; Ποιος πετά δισεκατομμύρια για την αγορά στρατιωτικού οπλισμού; Ο κ. Ερντογάν το αποφασίζει. Ποιος έχει προσλάβει χιλιάδες των χιλιάδων νέους κρατικούς υπαλλήλους; Οι ξένοι; Ποιος ξόδευσε 750 εκ. ευρώ για το Προεδρικό Παλάτι της Άγκυρας; Ποιός ξόδευσε άλλα 350 εκ. για το Προεδρικό Παλάτι της Κωνσταντινούπολης; Ποιος έδωσε αυξήσεις στις συντάξεις για να πολλαπλασιάσει την εκλογική του πελατεία; Μα φυσικά ο κ. Ερντογάν και κανείς άλλος.

Αντί να μέμφεται τους ξένους, ας κοιτάξει τον καθρέπτη του παλατιού του. Εκεί μέσα θα δει τον καταστροφέα της τουρκικής οικονομίας. Η πρόταση των Αμερικανών για να ξεκινήσει η διαδικασία επανόδου της Τουρκίας στην αγκαλιά της Δύσης, ξεκίνησε με την πρόταση για την ακύρωση της αγοράς των ρωσικών S-400. Αν την αποδεχθεί ο κ. Ερντογάν μπορεί να αλλάξει το σκηνικό στην περιοχή μας. Θα χρειαστεί χρόνος βέβαια για να αποκτηθεί ξανά η εμπιστοσύνη των Αμερικανών. Αν, όμως, η απάντησή του είναι αρνητική, και αν προτιμήσει τη Ρωσία και το Ιράν, αντί της Αμερικής, τα προβλήματα για τον κ. Ερντογάν σίγουρα θα πολλαπλασιαστούν… Εν αναμονή, λοιπόν, σοβαρότατων εξελίξεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν όλες τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου…

Πηγή: Η πρόταση του Πομπέο στον Ερντογάν και η “συνωμοσία” για καταστροφή της τουρκικής οικονομίας https://hellasjournal.com/2018/05/i-protasi-tou-pobeo-ston-erntogan-ke-i-synomosia-gia-katastrofi-tis-tourkikis-ikonomias/

Ο Ερντογάν δεν ήξερε να χορέψει τανγκό με τις αγορές

0
  • Του Roger Blitz Δημοσιεύθηκε: 25 Μαΐου 2018 – 07:53 Financial Times/ euro2day.gr

Εκ διαμέτρου αντίθετες οι αντιδράσεις Αγκυρας και Μπουένος Άιρες για την υπεράσπιση των νομισμάτων τους. Οι κινήσεις της Αργεντινής που πείθουν τους διεθνείς επενδυτές ότι υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ και ο «κακός μαθητής».

Το νόμισμα της Αργεντινής έχει παραχωρήσει τη θέση του, ως το αναδυόμενο νόμισμα που είναι στο επίκεντρο, στη λίρα. Τις τελευταίες δέκα ημέρες διαπραγμάτευσης το πέσο έχει σταθεροποιηθεί, κερδίζοντας 3%, ενώ η λίρα συνεχίζει να βυθίζεται σε νέα χαμηλά έναντι του δολαρίου.

Οι επενδυτές που εξετάζουν το εάν οι πωλήσεις στη λίρα είναι υπερβολικές θα πρέπει να συγκρίνουν την αντίδραση πολιτικών και κυβερνήσεων σε Αργεντινή και Τουρκία. Η κεντρική τράπεζα της πρώτης προσπάθησε να αντιμετωπίσει την πτώση του πέσο μέσω παρεμβάσεων στην αγορά συναλλάγματος και αύξησης των επιτοκίων στο 40%. Η κυβέρνηση Macri βρίσκεται επίσης σε συζητήσεις με το ΔΝΤ για τους όρους χρηματοοικονομικής στήριξης. Εν τω μεταξύ ο επενδυτής ομολόγων Franklin Templeton προσέφερε τη στήριξή του στην Αργεντινή αγοράζοντας κυβερνητικούς τίτλους 2,25 δισ. ευρώ.

Η ελεύθερη πτώση της λίρας αντανακλά την έλλειψη αντίδρασης. Η τουρκική κεντρική τράπεζα παρέλυσε επί εβδομάδες από την ακλόνητη άρνηση του Ερντογάν στα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού και τα περιορισμένα συναλλαγματικά αποθέματα που είχε στη διάθεσή της για να στηρίξει το νόμισμα.

«Οι διαφορετικές αντιδράσεις της Αργεντινής και της Τουρκίας σε μια εξελισσόμενη νομισματική κρίση δεν θα μπορούσαν να είναι πιο έντονες», δήλωσε ο Marc Chandler της Brown Brothers Harriman.

Εν τέλει η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας ανέβασε τα επιτόκια την Τετάρτη, ανακόπτοντας προς στιγμή την υποχώρηση του νομίσματος. Αλλά είναι μια καθυστερημένη αντίδραση. Η λίρα είναι μπροστά σε περαιτέρω αναταράξεις. Καθώς ο Πρόεδρος ξεκινά την προεκλογική του καμπάνια, οι αγορές πιθανότατα θα δοκιμάσουν την προθυμία της κεντρικής τράπεζας να προχωρήσει περισσότερο.

Η Αργεντινή απέχει πολύ από το να έχει ξεμπλέξει. Υπάρχει η ανάμνηση των πολιτικών λαθών και όπως είπε η Goldman Sachs τον προηγούμενο μήνα έχουν αφήσει «χρηματοοικονομικό σημάδι» που θα κάνει τους επενδυτές να ζητούν υψηλότερο risk premium απ΄ ότι προηγουμένως για να επιστρέψουν στην αγορά της Αργεντινής.

Υπάρχει όμως μια υποκείμενη πεποίθηση μεταξύ των επενδυτών ότι η Αργεντινή μπορεί να διασώσει μια άσχημη κατάσταση. «Πιστεύουμε ότι οι λόγοι επένδυσης σε κρατικό χρέος της Αργεντινής εξακολουθούν να ισχύουν», υποστηρίζει ο Neuberger Berman ένας επενδυτικός όμιλος πεπεισμένος ότι η κυβέρνηση μπορεί να σημειώσει πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις.

Αυτό απέχει πολύ από το πως αισθάνονται οι επενδυτές για την Τουρκία.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

«Η αρχή της ερντογανικής κυβίστησης στην τουρκική οικονομία»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου  [email protected]  www.kalkis.eu

Ο γράφων ανέμενε την κακή πορεία της τουρκικής οικονομίας σε μεταγενέστερο χρόνο, κι όχι άμεσα. Και τούτο από καθαρή οικονομολογική μετριοπάθεια της προσέγγισης των υπερφίαλων στρατιωτικών κυρίως ανοιγμάτων του Ερντογάν και των ομοίων του στην αντιπολίτευση. Οι εμμονές όμως του Σουλτάνου τον έχουν παγιδεύσει στο ίδιο το πολιτικάντικο παιχνίδι του των πρόωρων εκλογών της 24ης Ιουνίου 2018. Αν συνεχίσει τα Erdoganomics του (δες άρθρο μου στις Ανιχνεύσεις στις 21-05-2018 http://www.anixneuseis.gr/?p=190073), η μαλακή λίρα Τουρκίας μπορεί και να μην έχει σταματημό στην κατρακύλα της, αφού μετά την χθεσινή άνοδο του επιτοκίου από την Κεντρική Τράπεζα το νόμισμα έχασε και σήμερα 2% από την ισοτιμία του σε σχέση με το δολάριο. Αν αναγκαστεί να τα εγκαταλείψει πριν τις εκλογές (κάτι που εγώ προβλέπω), κάνοντας κυβίστηση, για να σταματήσει το κακό για την τουρκική οικονομία, θα αποδειχθεί ανακόλουθος έναντι των εκλογέων στους οποίους έχει ήδη προκαλέσει τεράστια μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους, λόγω της υποτίμησης και του πληθωρισμού 11%.

Για διαβάστε τι γράφει σήμερα η Marie de Vergès, δημοσιογράφος του ηλεκτρονικού LE MONDE ECONOMIE : «Η πτώση της λίρας θέτει την Τουρκία και τον Ερντογάν υπό πίεση. Η κεντρική τράπεζα της χώρας παρενέβη επειγόντως για να σταματήσει τον εκτροχιασμό. Η πίεση των αγορών αυξάνεται στον Τούρκο πρόεδρο, ένα μήνα πριν από τις προεδρικές και τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Ιουνίου».

Η κατρακύλα της λίρας επιταχύνθηκε έντονα την Τετάρτη (23 Μαΐου), πιέζοντας την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας να αυξήσει ένα από τα βασικά επιτόκιά της, από 13,5% σε 16,5%. Το εθνικό νόμισμα είχε πέσει περίπου 5% μέσα σε λίγες ώρες. Η παρέμβαση σοκ του νομισματικού αυτού ιδρύματος του επέτρεψε να ανακάμψει λίγο. Σε ένα χρόνο, η λίρα έχασε περίπου το 30% της αξίας της έναντι του πράσινου νομίσματος. Του δολαρίου.

Μια αίσθηση επείγουσας ανάγκης φαινόταν να έχει καταλάβει τις τουρκικές αρχές απέναντι στον εκτροχιασμό

  

του νομίσματος. Για να το υποστηρίξει, το Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης ανακοίνωσε την Τετάρτη το πρωί ότι είχε μετατρέψει σχεδόν όλα τα συναλλαγματικά αποθέματά του σε λίρες. Σε δελτίο τύπου του δε, κατήγγελλε  τις «κερδοσκοπικές πιέσεις» επί τω έργω, τονίζοντας ότι κανένα οικονομικό στοιχείο δεν δικαιολογεί μια τέτοια υποτίμηση. Εκ πρώτης όψεως η Τουρκία φαίνεται ισχυρή. Με άνοδο 7,4% το 2017, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της αυξήθηκε ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του G20, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας. «Η μεγέθυνση είναι ισχυρή, αλλά είναι υπέρ του δέοντος ισχυρή», σημειώνει ο Jean-Charles Sambor, ειδικός για τις αναδυόμενες αγορές της Τράπεζας BNP Paribas Asset Management. Στηριζόμενη από τα εύκολα πιστωτικά και φορολογικά κίνητρα, η τουρκική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα της υπερθέρμανσης κι έτσι παρουσιάζει ανησυχητικά σημάδια. Ο πληθωρισμός χτύπησε (σχεδόν 11% τον Απρίλιο), και η χώρα έχει ένα μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι τουρκικές εταιρείες είναι υπερχρεωμένες, συνήθως σε δολάρια, κάτι που τις καθιστά ευάλωτες στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και, με τη σειρά τους, επιβαρύνουν τις Τράπεζες. «Υπάρχει κίνδυνος μιας τραπεζικής κρίσης που θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια κρίση του ισοζυγίου πληρωμών», δήλωσε ο Sambor.

Η κατρακύλα της τουρκικής λίρας είναι βέβαια και μέρος ενός παγκόσμιου πλαισίου ανατίμησης του δολαρίου. Αλλά αν όλα τα αναδυόμενα νομίσματα έχουν υποτιμηθεί, το τουρκικό νόμισμα είναι μεταξύ των πιο υποτιμημένων, όπως και το αργεντίνικο πέσο. Ενώ το Μπουένος Άιρες ζήτησε βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «δεν είναι απίθανο ότι και η Τουρκία μπορεί τελικά να αναγκαστεί να ακολουθήσει τα βήματα της Αργεντινής», ανέφεραν σε ένα σημείωμα που δημοσιεύθηκε στα μέσα Μαΐου, οι αναλυτές της Capital Economics. Πολύ περισσότερο εάν η τουρκική Κεντρική Τράπεζα «αργήσει να δράσει» και «η εμπιστοσύνη της αγοράς εξατμιστεί». Βγαίνοντας από την αδράνειά της (λόγω Ερντογάν), η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας θα αλλάξει τα δεδομένα; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό καθώς η ανεξαρτησία του θεσμού είναι αμφισβητήσιμη σήμερα. Στα μέσα Μαΐου, ο Ερντογάν προκάλεσε προβλήματα στους επενδυτές, λέγοντας δημοσίως ότι ήθελε να ασκήσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη νομισματική πολιτική εάν επανεκλεγεί. «Τα επιτόκια είναι ο πατέρας και η μητέρα όλων των δεινών», δήλωσε, τις τελευταίες εβδομάδες, ο ισλαμο-συντηρητικός πρόεδρος.

Σε 15 χρόνια εξουσίας, ο Ερντογάν έχει χτίσει σε μεγάλο βαθμό τις εκλογικές του επιτυχίες πάνω στην καλή πορεία της τουρκικής οικονομίας. Για τους αναλυτές, η προκήρυξη των πρόωρων εκλογών δείχνει τον φόβο του να δει την κατάσταση να επιδεινώνεται. Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, πάνω από το 40% των Τούρκων αναφέρουν ήδη την οικονομία ως το κύριο πρόβλημα της χώρας.

Από τότε όμως που ο Σουλτάνος μπήκε στην πρακτική του ιμπεριαλισμού, των απειλών, των εκβιασμών, των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών, της έντονης αντιπαλότητάς του σχεδόν με όλο τον κόσμο, η τωρινή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας ήταν αναπόφευκτο ότι θα ερχόταν. Κι ακόμα είμαστε στην αρχή του έργου. Δεν είδαμε όλα τα επεισόδια… Βρισκόμαστε στην αρχή της ερντογανικής κυβίστησης. Περαστικά του.

Kαι αλλοίμονο στον τουρκικό λαό που θα πληρώσει το μάρμαρο, όπως εμείς πληρώνουμε τους λεονταρισμούς των Baroufanomics.

SNCF : « entre 30 et 35 milliards d’euros » de la dette repris par l’État

0

Le rapporteur du projet de réforme de la compagnie ferroviaire l’a annoncé jeudi 24 mai. Édouard Philippe s’exprimera vendredi sur le sujet.

Un Transilien en avril 2018 (illustration).

Καλό κλίμα στις συναντήσεις Αποστολάκη – Ακάρ

0

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Σε ατμόσφαιρα η οποία κρίνεται ικανοποιητική και ενθαρρυντική για το επίπεδο της επικοινωνίας σε στρατιωτικό επίπεδο ανάμεσα σε Αθήνα και Αγκυρα, έχουν πραγματοποιηθεί οι τελευταίες επαφές ανάμεσα στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ Ευάγγελο Αποστολάκη και στον Τούρκο ομόλογό του Χουλουσί Ακάρ, ιδιαίτερα στη συνάντηση της περασμένης Τετάρτης (16/5) στο περιθώριο της συνεδρίασης της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες. 
Στη συζήτηση που είχαν οι δύο άνδρες διερευνήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι δίαυλοι αποφόρτισης της έντασης στο Αιγαίο, προκειμένου να αποφευχθεί η πιθανότητα ατυχήματος. Οι κ. Αποστολάκης και Ακάρ συζήτησαν εκτενώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος, κάτι το οποίο κρίνεται ως υψίστης σημασίας για την ασφάλεια, αλλά και τη σταθερότητα στην περιοχή του Αρχιπελάγους.
Αντιθέτως, οι δύο άνδρες δεν υπεισήλθαν καθόλου σε ζητήματα που αφορούν τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας σε πλαίσιο ευρύτερο του στρατιωτικού. Εν προκειμένω, οι κ. Αποστολάκης και Ακάρ δεν συζήτησαν καθόλου και καμία στιγμή για την υπόθεση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, οι οποίοι κρατούνται τις τελευταίες 85 ημέρες στις φυλακές της Αδριανούπολης. Μάλιστα, πηγές με γνώση των εκτενών και πολυδιάστατων συνομιλιών ανάμεσα στους δύο αρχηγούς, ανέφεραν ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν ετέθη υπό καμία μορφή. Συνεπώς, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όσα έχουν μεταδοθεί από εφημερίδες και ηλεκτρονικά ΜΜΕ τις τελευταίες ημέρες, περί θεματολογίας η οποία περιελάμβανε την υποτιθέμενη αίτηση του κ. Ακάρ για ανταλλαγή του Αγγελου Μητρετώδη και του Δημήτρη Κούκλατζη με τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, και την αντιστοίχως υποτιθέμενη απάντηση του κ. Αποστολάκη. Πρόκειται για σενάρια τα οποία η Αθήνα δεν συζητάει καν, πολλώ δε μάλλον σε επίσημο και ανώτατο στρατιωτικό επίπεδο.
Οι δύο αρχηγοί βρέθηκαν σε μια ευρύτερη συνάντηση και χθες, στη Διαβαλκανική Σύνοδο Αρχηγών ΓΕΕΘΑ, που πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι, με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, και του διοικητή του Ενιαίου Διακλαδικού Στρατηγείου στη Νάπολη, Τζέιμς Φόγκο. Ο κ. Αποστολάκης επισήμανε, μεταξύ άλλων, τον ρόλο των συνεργασιών που προωθούν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις στα Βαλκάνια, με σκοπό την εμπέδωση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή.
Καθημερινή

Δεν «σώζει» την τουρκική λίρα η αύξηση επιτοκίων

0

Παραμένει σε κλοιό πιέσεων το τουρκικό νόμισμα παρά την αύξηση επιτοκίων. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα για να ανακτηθεί η αξιοπιστία και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του πληθωρισμού.

Το τουρκικό νόμισμα προσπάθησε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, μετά την χθεσινή απόφαση της κεντρικής τράπεζας της χώρας να αυξήσει τα επιτόκιά της κατά 300 μονάδες βάσης, στο 16,5%,  προκειμένου να στηρίξει το βυθιζόμενο νόμισμα. Ωστόσο, σημειώνονται έντονες διακυμάνσεις. Η λίρα κινήθηκε νωρίς το πρωί στα 4,5650 έναντι του δολαρίου, όμως λίγη ώρα αργότερα ξανα-υποχώρησε στο 4,6977 (-2,67%). Σημειώνεται πως πριν την απόφαση της κεντρικής τράπεζας, το τουρκικό νόμισμα έφτασε να καταγράφει νέο ιστορικό χαμηλό στις 4,9290 λίρες/δολάριο.

Η λίρα δέχεται πιέσεις το τελευταίο διάστημα λόγω των ανησυχιών των επενδυτών για την ικανότητα της κεντρικής τράπεζας της χώρας να τιθασεύσει τον διψήφιο πληθωρισμό, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν –ο οποίος αυτοαποκαλείται «εχθρός των επιτοκίων»- για μεγαλύτερες εξουσίες του επί της νομισματικής πολιτικής στην περίπτωση που εκλεγεί στις 24 Ιουνίου.

Χθες, όμως, ο κ. Ερντογάν, σε τηλεοπτικό του μήνυμα, επιχείρησε να καθησυχάσει τους επενδυτές, δεσμευόμενος ότι θα τηρήσει τις παγκόσμιες αρχές για τη νομισματική πολιτική, αν και δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην αύξηση των επιτοκίων.

Πάντως, όπως εκτιμούν αναλυτές που επικαλείται το Bloomberg, μεγάλο μέρος των επιδόσεων της λίρας τις επόμενες ημέρες, θα εξαρτηθεί από τις εξωτερικές συνθήκες. Αν το αμερικανικό δολάριο χάσει τη δυναμική του και τα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών ανακάμψουν από τα πρόσφατα χαμηλά, μπορεί να ακολουθήσει και η λίρα. Αν όχι, πιθανότατα θα παραμείνει μεταξύ των ισχνότερων νομισμάτων των αναπτυσσόμενων χωρών.

«Μπορεί να αρκεί βραχυπρόθεσμα αν οι παγκόσμιες αγορές γυρίσουν και αυτές θετικά», σύμφωνα με τον αναλυτή της Commerzbank, Tatha Ghose. «Αλλιώς, θα υπάρξει απλώς μια μικρή παύση». Ο ίδιος εκτιμά πως για να ελεγχθούν οι πιέσεις στο τουρκικό νόμισμα, τα επιτόκια μπορεί να χρειαστεί να αυξηθούν στο 20%.

Βραχυπρόθεσμα είναι πιθανό να υπάρξουν κέρδη για τη λίρα. Η Old Mutual and Fidelity International σχολιάζει πως οι επενδυτές μπορεί να μειώσουν τις θέσεις short που πίεζαν το νόμισμα. Η λίρα θα μπορούσε να ανακάμψει ως το 4,4 έναντι του δολαρίου, σύμφωνα με τον Kiran Kowshik της UniCredit. «Δεδομένου του πολύ μεγάλου sell-off που σημειώθηκε στην τουρκική λίρα από τα τέλη Απριλίου, νομίζω πως η τουρκική λίρα μπορεί να επιχειρήσει βραχυπρόθεσμα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος».

Κατά τον ίδιο, ο κ. Ερντογάν πιθανότατα θα εμφανιστεί λίγο πιο επιθετικός για το ξένο συνάλλαγμα στην προεκλογική του ομιλία, κάτι που θα στηρίξει τη λίρα, ωστόσο μεσοπρόθεσμα οι αυξήσεις επιτοκίων δεν είναι πιθανό να βοηθήσουν το νόμισμα, δεδομένου ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών συνεχίζει να διευρύνεται. Ως εκ τούτου, η λίρα πιθανότατα θα συνεχίσει να υποαποδίδει.

Ο Alejandro Cuadrado της BBVA εκτιμά πως «η αύξηση επιτοκίων θα πρέπει να είναι αρκετή για να αποσοβήσει το selloff, όμως πρέπει να γίνουν περισσότερα για να αποκατασταθεί η αξιοπιστία. Μπορεί να χρειαστούν και άλλα σινιάλα, αλλιώς παραμένει αναπόφευκτη η προς τα πάνω προσαρμογή της ισοτιμίας δολαρίου/λίρας».

Η Delphine Arrighi της Old Mutual σημειώνει πως η αύξηση των επιτοκίων μπορεί «μόλις να αρκεί» για να καθησυχάσει τις αγορές, όμως πρέπει να γίνουν περισσότερα για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, σημειώνοντας πως χωρίς στροφή στην οικονομική πολιτική, η τουρκική λίρα μπορεί να αποδυναμωθεί περισσότερο μεσοπρόθεσμα.

Η Shamaila Khan, της AllianceBernstein αναφέρει πως η αύξηση είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, όμως δεν θα είναι αρκετό για να αλλάξει το κλίμα στην αγορά. Η θετική επίπτωση θα διαρκέσει μόνο για όσο η κεντρική τράπεζα συνεχίζει να επιδιώκει μια επιθετική πολιτική. Μια έκτακτη απόφαση δεν θα αλλάξει το κλίμα, παρά μόνο βραχυπρόθεσμα. Σημειώνει πως δεν έχει δει πολιτική αντίδραση που να αφορά την διευθέτηση των ανισορροπιών.

Από την Wells Fargo, o Erik Nelson σχολιάζει πως θα χρειαστεί μακροπρόθεσμα να υπάρξει μεγαλύτερη δέσμευση για αντιμετώπιση του υψηλού πληθωρισμού. «Χωρίς πιο απτά και διατηρίσιμα σημάδια δέσμευσης της κεντρικής τράπεζας να μειώσει τον πληθωρισμό, το τουρκικό νόμισμα πιθανότατα θα παραμείνει υπό πίεση».

Για την ανάγκη ανάκτησης της αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας κάνει λόγο και ο Timothy Ash της BlueBay Asset Management, που σημειώνει πως η Τουρκία μπορεί να χρειαστεί να αυξήσει και πάλι τα επιτόκια.

Από την πλευρά του, ο Win Thin της Brown Brothers Harriman χαρακτηρίζει «πολύ αδύναμη απάντηση» την αύξηση των επιτοκίων κατά 300 μ.β., λέγοντας πως η όποια ανακούφιση για το νόμισμα «πιθανότατα θα είναι προσωρινή αν αυτό είναι το μόνο που θα κάνει η τράπεζα». Ο ίδιος εκτιμά πως η κεντρική τράπεζα θα έπρεπε να είχε αυξήσει τα επιτόκια τουλάχιστον στο 20%.

«Δεν είμαι πεπεισμένος πως οι 300 μονάδες βάσης είναι αρκετές σε αυτή τη φάση για να σταθεροποιηθεί η τουρκική λίρα», δηλώνει ο Anders Faergemann της PineBridge Investments. «Πριν από μια εβδομάδα ίσως να ήταν, όμως σήμερα η αίσθησή μου είναι πως η αγορά έχει προχωρήσει και θα προτιμούσα η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας να είχε εκπλήξει την αγορά και να είχε ανακτήσει κάποιον έλεγχο σε ότι αφορά τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό».

Ο Christian Maggio της TD Securities λέει πως «πρόκειται σίγουρα για μια σχετική κίνηση αν θέλουν σοβαρά να συσφίξουν και να διορθώσουν το πρόβλημα του πληθωρισμού, ωστόσο θα πρέπει να είναι έτοιμοι να κάνουν περισσότερα αν χρειαστεί».

Στο θέμα της αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας στέκεται και ο Paul Greer της Fidelity International, λέγοντας πως αν ήθελε να μειώσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε πιο βιώσιμη βάση και να μειώσει τα μακροπρόθεσμα κόστη χρηματοδότησης του Τουρκικού χρέους, θα έπρεπε να είχε προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση επιτοκίων, συνοδεύοντάς την με απλοποίηση των εργαλείων νομισματικής πολιτικής της. Όπως αναφέρει, πάντως, η αύξηση επιτοκίων είναι αρκετή για να σταθεροποιήσει τη λίρα βραχυπρόθεσμα.

«Νομίζω πως είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κηρύξουμε το τέλος της αδυναμίας της λίρας, όμως προφανώς είναι μια καλή αρχή», σχολίασε στο Reuters ο Inan Demir, οικονομολόγος της Nomura, σημειώνοντας το παράδειγμα της Αργεντινής που αναγκάστηκε να προχωρήσει σε διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων. «Θα πρέπει να δούμε και κάποια περαιτέρω σύσφιξη στην τακτική συνεδρίαση της επιτροπής νομισματικής πολιτικής στις 7 Ιουνίου, ώστε να μπορέσουν να αυξήσουν το πραγματικό επιτόκιο», συμπλήρωσε.

http://www.euro2day.gr/news/world/article/1615585/ti-lene-oi-analytes-gia-thn-toyrkikh-lira-meta-thn.html

Λόγος στήν ἡμέρα μνήμης τῆς Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου

0

Ἐπιτρέψτε μου νά ὑπογραμμίσω: Ἡμέρα μνήμης δέν σημαίνει ἡμέρα συναισθηματικῆς ἁπλῶς ἐκτόνωσης. Θρηνοῦμε τή δολοφονία 353.000 Ἑλλήνων ἀπό τίς στρατιωτικές καί παραστρατιωτικές δυνάμεις τοῦ τουρκικοῦ κράτους, στά πλαίσια κεντρικῆς πολιτικῆς ἀπόφασης καί μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικῆς. Ἡ ὀδύνη εἶναι ἀνεξάλειπτη καί ἀφόρητη, ἀλλά μόνη ἡ ὀδύνη μένει πάντοτε ἄγονη.
Ἔχει  νόημα νά διασώζουμε τή μνήμη τῆς  Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων τοῦ  Πόντου, ἄν ἡ ἐγρήγορσή μας εἶναι  ἱστορικά γόνιμη. Ἄν δηλαδή ἔχει ἔμπρακτες  συνέπειες πού ἐγγυῶνται γιά  τό μέλλον τόν αὐτοσεβασμό μας  καί τή συλλογική μας ἀξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, νά μήν συνεργήσουμε νά ἀπαλειφθοῦν ἀπό τήν πανανθρώπινη συνείδηση τά ὅρια ἀνάμεσα στόν πολιτισμό καί στή βαρβαρότητα, στήν ἀνθρωπιά καί στήν κτηνωδία.

Στόν  Πόντο ἄνθισε, γιά εἰκοσιοχτώ ὁλόκληρους αἰῶνες, ἕνας πολιτισμός— ὄχι ἡ φυλή ἁπλῶς ἤ τό γένος τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἴδιος ἐκεῖνος πολιτισμός πού κόμισε στήν ἀνθρωπότητα τήν ἔκπληξη, γιά πρώτη φορά, τῆς κριτικῆς σκέψης, δηλαδή τή βάση τῆς ἐπιστήμης καί τῆς ἔρευνας. Κόμισε, γιά πρώτη φορά, τήν ἐκδοχή τῆς συλλογικότητας ὡς κοινοῦ ἀθλήματος προκειμένου νά «ἀληθεύει» ὁ βίος, τοῦ ἀθλήματος τῆς πολιτικῆς. Δίχως αὐτό τόν πολιτισμό ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων σήμερα, σέ καθολική κλίμακα, θά ἦταν ἄλλη. Ἡ Γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ στοιχειοθετεῖ, πρωταρχικά, ἔγκλημα ἀπέναντι σέ ἕναν πολιτισμό μέ πανανθρώπινη ἐμβέλεια.
Δέν πρόκειται γιά μεγαλόστομη ρητορεία. Ὁ ξεριζωμός τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τόν Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη  τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, θά εἶχε σήμερα τό ἀνάλογό του, ἄν ἐξαλείφονταν οἱ Γάλλοι ἀπό τό Παρίσι, οἱ Βρετανοί ἀπό τήν Ὀξφόρδη, οἱ Γερμανοί ἀπό τή Χαϊδελβέργη —τί θά σήμαινε ἕνα τέτοιο γεγονός γιά τή σύνολη ἀνθρωπότητα, ἔστω καί χωρίς τήν κτηνωδία τῶν ἀπαγχονισμῶν, τῶν βιασμῶν, τῶν ἀνασκολοπισμῶν, τῶν πυρπολήσεων. Πόντος χωρίς Ἑλληνισμό σημαίνει ἐξάλειψη καί διακοπή τῆς συνέχειας μιᾶς πληθυσμικῆς παρουσίας ταυτισμένης μέ πρόταση πολιτισμοῦ πού ἐνδιαφέρει πανανθρώπινα.
Τιμοῦμε τή μνήμη τοῦ μαρτυρικοῦ ποντιακοῦ  Ἑλληνισμοῦ στό ποσοστό πού διασώζουμε τήν ἐπίγνωση τῆς πρότασης πολιτισμοῦ πού ἐνσάρκωνε. Οἱ Ἕλληνες τοῦ  Πόντου ἦταν ζωντανό κατάλοιπο τῆς οἰκουμενικῆς δυναμικῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ προτοῦ αὐτή νά ὑποταχθεῖ στόν ἐθνικιστικό ἐπαρχιωτισμό καί ἀλλοτριωθεῖ σέ βαλκανικό περιθώριο τῆς Εὐρώπης. Τότε, πρίν ἀπό τούς δυό παγκόσμιους πολέμους, ὁ Ἕλληνας, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἐλύτης, «ἀνάσαινε ἀκόμα τόν ἀέρα μιᾶς περίπου αὐτοκρατορίας. Οἱ δυνατότητές του νά κινηθεῖ χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη τῆς Ἰταλίας καί τῆς Αὐστρίας, ὁλόκληρη τήν Αἴγυπτο, τή νότια Βουλγαρία, τή Ρουμανία, τή Ρωσία τοῦ Καυκάσου καί, φυσικά, τήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν ἐνδοχώρα της, ὥς κάτω, κατά μῆκος τοῦ Αἰγαίου, τή λεγόμενη στίς μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».
Καί προσθέτει ὁ ’Ελύτης: «Εἶναι, τό ξέρω δύσκολο νά ἀξιολογεῖς τό σημερινό μολύβι σάν χθεσινό χρυσάφι». Ὅμως, πρέπει νά προσθέσουμε, ἀλλοίμονο ἄν πάψει τό χρυσάφι νά μετράει τήν ποιότητα τῆς ζωῆς ἀκόμα καί σέ χρόνια μολυβένιου λήθαργου.
Ἴσως  σήμερα ἕνα παιδί πού τελειώνει  τό ἑλληνικό σχολειό νά ἀγνοεῖ ἀκόμα  καί τό ποῦ βρίσκεται γεωγραφικά ὁ Πόντος, ποῦ ἡ Τραπεζούντα, ποῦ ἡ Σινώπη, ἡ Κερασούντα, ἡ Ἀμισός, ἡ Ἀμασεία, ἡ Ἀργυρούπολη, ἡ Οἰνόη, ἡ Παναγία ἡ Σουμελᾶ. Νά ἀγνοεῖ ὅτι ἐκεῖ ἀνθοῦσε ἐπί αἰῶνες ἕνας γεμάτος σφρίγος Ἑλληνισμός καί ὅτι ἔφτασε κάποια στιγμή πού ἀποτέλεσε αὐτόνομο ἑλληνικό κράτος.  Τουλάχιστον ὅμως νά μήν ἀγνοεῖ τό σημερινό Ἑλληνόπουλο ὅτι ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ ἐπαρχιώτικου ἑλλαδικοῦ κρατισμοῦ, ὁ Ἑλληνισμός τοῦ Πόντου εἶχε κατορθώσει ἐπιτεύγματα πού σήμερα μόνο θαυμάζουμε οἱ κατά ὑπηκοότητα Ἕλληνες, ὄντας ἀνίκανοι νά τά πραγματώσουμε. Ἀνυπέρβλητο ἐπίτευγμα ἡ ἀπό θέσεως ἰσχύος, καί γι’ αὐτό δημιουργική, συνάντηση τοῦ ποντιακοῦ (καί γενικότερα τοῦ μικρασιατικοῦ) Ἑλληνισμοῦ μέ τά ἐπιτεύγματα τῆς εὐρωπαϊκῆς Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στίς χαμένες αὐτές κοιτίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ πανάρχαιη ἀφοβία τῶν Ἑλλήνων νά προσλαμβάνουν ὁτιδήποτε καί ὁπουδήποτε χωρίς νά ὑποτάσσονται στό πρόσλημμα. Ἀφομοίωναν στίς δικές τους ἀνάγκες καί στούς δικούς τους στόχους θησαυρίσματα ἀλλότριων πολιτισμῶν —δέν ἀλλοτριώθηκε ὅμως τότε ἡ ἑλληνική αὐτοσυνειδησία καί ἑτερότητα ἀπό τέτοιες προσλήψεις. Ἡ ἀλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στό ἑλλαδικό κρατίδιο, ὅπου ἡ ἑλληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σάν ἐξουθενωτική μειονεξία, ἀφοῦ μιά ξιπασμένη διανόηση πότισε (καί ποτίζει) αὐτόν τόν λαό, ὥς τό μεδούλι, μέ τή βεβαιότητα ὅτι εἶναι δεύτερος, καθυστερημένος, ὑπανάπτυκτος σέ σύγκριση μέ τά «πεφωτισμένα καί λελαμπρυσμένα τῆς Ἐσπερίας ἔθνη».
Στόν  ποντιακό καί μικρασιατικό Ἑλληνισμό  —τουλάχιστον σέ περιοχές ἀπό τίς  ὁποῖες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες— ἦταν ἀδιανόητο στά ἑλληνικά δημοτικά σχολεῖα νά μήν ὑπάρχουν εἰδικοί  δάσκαλοι γιά τή μουσική καί τά γαλλικά. Ὑπῆρχαν ἀκόμα καί γαλλόφωνες ἑλληνικές ἐφημερίδες, τό δέ θέατρο τῆς Τραπεζούντας, ὅπως καί αὐτό τῆς Σμύρνης, συναγωνιζόταν σέ ποιότητα καί ἐπίπεδο τά θέατρα τῶν πρωτευουσῶν τῆς Εὐρώπης. Καί ὅμως αὐτός ὁ δημιουργικός ἐξευρωπαϊσμός δέν ἔθιγε στό παραμικρό τήν ἑλληνική πολιτιστική ἰδιαιτερότητα, τήν καύχηση γιά τήν εὐγένεια καί τήν ἀρχοντιά τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Σέ ἐξόφθαλμη ἀντίθεση μέ τόν ἑλλαδικό Ἑλληνισμό, ὅπου, κάθε βῆμα ἐξευρωπαϊσμοῦ σήμαινε, κατά κανόνα, μίμηση καί πιθηκισμό τῆς Ἐσπερίας, ταπεινωτική ἀλλοτρίωση καί ἀνίατη μιζέρια μειονεξίας.
Θρηνοῦμε  γιά τή Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων  τοῦ Πόντου ἀλλά δέν υἱοθετοῦμε τόν ρόλο τοῦ θύματος —θά ἦταν ἡ εὔκολη λύση φυγῆς ἀπό τίς  ἱστορικές προκλήσεις. Κάθε ἐτήσια σύναξη στή μνήμη τοῦ ποντιακοῦ ὁλοκαυτώματος ὀφείλει νά διαδηλώνει ἀνυποχώρητη ἐμμονή στήν αὐτοσυνείδητη ἑλληνικότητα πού σάρκωσε ὁ ποντιακός Ἑλληνισμός. Ἑλληνικότητα ὄχι συναισθηματική, ἰδεολογική καί ρητορική, ὄχι φτήνεια δημαγωγίας καί ἐθνικιστικῆς καπηλείας. Ἐμμονή στήν ταυτότητα πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Δηλαδή, στή διαχρονική ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Στήν πρωτογενή ἑλληνική ταυτότητα τῆς πολιτικῆς ὡς κοινοῦ ἀθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στήν ἑλληνική ἐμμονή σέ μεταφυσικό ἄξονα νοήματος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί συνύπαρξης, στή βεβαιότητα ὅτι τό κατόρθωμα τῆς δημοκρατίας εἶναι ἀνέφικτο χωρίς ἔμπρακτο σέβας τοῦ «ἱεροῦ»: δέν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα καί Ἁγιά Σοφιά.
Ὁ ποντιακός Ἑλληνισμός μᾶς κατέλειπε  μέτρα ἀρχοντιᾶς, ἀριστοκρατίας  τοῦ ἤθους —τά ψηλαφοῦμε  τά μέτρα ἀκόμα καί σέ μόνη τήν αὐτοκυριαρχημένη εὐγένεια τῶν ποντιακῶν χορῶν. Τελώντας ἐτήσια σύναξη στή μνήμη τῆς Γενοκτονίας, αὐτή τήν ἀρχοντιά θέλουμε νά σώζουμε ὡς εὔτολμο πολιτικό αἴτημα. Ἀρκετά πιά γευθήκαμε τήν πίκρα καί τήν ταπείνωση μιᾶς ἑλλαδικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πού προκλητικά παραθεωρεῖ τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος καί τίς βιωματικές ἱστορικές μας μνῆμες. Βδελυσσόμαστε τούς ἐθνικιστικούς φανατισμούς, τή μισαλλοδοξία, εἴμαστε ἕτοιμοι (καί μάλιστα μέ ἀφελέστατες συχνά ὑπερβολές) νά συγχωρέσουμε τούς αὐτουργούς τῆς γενοκτονίας, νά συνυπάρξουμε μέ τόν γείτονα λαό εἰρηνικά. Ἀλλά εἶναι ἀνυπόφορη ὀδύνη αὐτή ἡ εὐγένεια τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος νά μεταφράζεται ἀπό τίς πολιτικές ἡγεσίες σέ ἐξωτερική πολιτική ἀναξιοπρέπειας καί ραγιαδισμοῦ.
Δήλωσε  μόλις πρό ἡμερῶν ὁ πρωθυπουργός τῆς γείτονος χώρας ὅτι ἡ ἀνέγερση στήν Ἑλλάδα μνημείου γιά τή Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου προσκρούει στήν εὐαισθησία τοῦ τουρκικοῦ λαοῦ. Καί, γιά ἄλλη μιά φορά, δέν ἀκούσαμε ἀπό ἑλληνικά ἐπίσημα χείλη οὔτε μιά λέξη νηφάλιας καί εὐγενικῆς, ἀλλά μέ ἀξιοπρέπεια καί αὐτοσεβασμό ἀπάντησης. Σέ μέρα ὅπως ἡ σημερινή μνήμης καί ὀδύνης γιά τό φρικιαστικό ὁλοκαύτωμα, τήν ἐξόντωση 353.000 Ἑλλήνων τοῦ Πόντου καί τόν ξεριζωμό ἀπό τήν πατρώα γῆ ἄλλων 500.000 καταδικασμένων στήν ἐξαθλίωση τῆς προσφυγιᾶς, τό νόημα αὐτῆς ἐδῶ τῆς σύναξης δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά μόνο μιά ρεαλιστική πολιτική δέσμευση: Ὅτι θά ἀποδοκιμάζουμε πάντοτε μέ τήν ψῆφο μας κάθε πολιτική ἡγεσία, ὁποιασδήποτε ἐπίπλαστης ἤ πραγματικῆς ἰδεολογικῆς ἀπόχρωσης, πού ἐπιδεικτικά παραγνωρίζει τήν εὐαισθησία τοῦ λαοῦ μας γιά τή Γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ καί τοῦ μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Δέν εἶναι νοητό νά ἀνεχόμαστε μιά  ἐξωτερική πολιτική πού ἤ χορεύει  ζεϊμπέκικο ἤ κουμπαριάζει μέ τήν  ἀμετανόητη καί θρασύτατη στίς ἀπαιτήσεις της ἡγεσία ἑνός λαοῦ πού μόνο καυχᾶται γιά τά φρικώδη ἐγκλήματα τῶν πατέρων του. Σχέσεις καλῆς γειτονίας, ναί, φιλία καί συνεργασία ὅπου εἶναι ἐφικτή, ἐπίσης. Ἀλλά, ἐπιτέλους, στή σοβαρή αὐστηρότητα καί στά ἀγέλαστα πρόσωπα τῶν ἡγετῶν τῆς γείτονος ἄς πάψουν οἱ ἕλληνες πολιτικοί νά ἀντιπροσφέρουν πληθωρικές ἐγκαρδιότητες, χασκογελάκια καί φιλοφροσύνες τῆς ἀνάγκης τοῦ ραγιᾶ νά εἶναι ἀρεστός στόν ἀφέντη. Πιθανόν νά εἶναι ἡ Ὑπερδύναμη πού ἐπιτάσσει τήν ἄνευ ὅρων καί χωρίς τό παραμικρό ἀντάλλαγμα ὑπερψήφιση τῆς εἰσόδου στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἑνός ἀσιατικοῦ λαοῦ, ἐφιαλτικῆς ὑπανάπτυξης. Ἀλλά εἶναι καί ἀποδεδειγμένο στή διεθνή πρακτική ὅτι ἕνα κράτος πού μόνο ὑποτάσσεται στίς ἐπιταγές τῶν ἰσχυρῶν χωρίς σθένος καί ραχοκοκαλιά ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς αὐτοσυνειδησίας ἀπωθεῖται στό περιθώριο τῶν διεθνῶν σχέσεων, περιφρονημένο ἀπό ὅλους καί ἀνυπόληπτο.
Ἀπό τή μιά μεριά καθημερινές παραβιάσεις  τοῦ ἑλληνικοῦ ἐναέριου χώρου  καί τῆς θαλάσσιας ἑλληνικῆς  ἐπικράτειας, ὠμές προκλήσεις στή  Θράκη καί στίς βραχονησίδες τοῦ  Αἰγαίου, ἁλυσιδωτή συνέχεια τῶν ἐγκλημάτων ἐθνοκάθαρσης ἀπό τόν Πόντο στή Μικρασία, καί μετά στήν Ἴμβρο, στήν Τένεδο, στήν Κωνσταντινούπολη, στή Βόρεια Κύπρο. Καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ ἑλληνική κοινωνία νά ζεῖ, χρόνια τώρα, τήν ἀπροκάλυπτη ἰδεολογική τρομοκρατία πού τῆς ἀσκεῖ μιά συντεχνιακή διανόηση δῆθεν «Ἀριστερᾶς» καί δῆθεν «προόδου», στό ὄνομα ἑνός ἐκσυγχρονιστικοῦ τάχα διεθνισμοῦ.
Κατάλοιπο ἀντανακλαστικῶν τοῦ κάποτε μαρξιστικοῦ  διεθνισμοῦ, ὁ ἐκσυγχρονιστικός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σάν σκοταδισμό καί ἀναχρονισμό κάθε αἴσθηση πατρίδας, κάθε ἀναφορά σέ παράδοση καί πολιτισμό τῶν Ἑλλήνων. Ἑρμηνεύει τήν τουρκική ἐπιθετικότητα σάν περίπου αὐτονόητη ἀντίδραση στόν ἑλληνικό, ὅπως λένε, ἐθνικισμό, στήν ψυχοπαθολογική φοβία τῶν Ἑλλήνων καί στό φάντασμα τῆς καχυποψίας μας: τόν «ἐξ Ἀνατολῶν κίνδυνο», φάντασμα πού τό γεννάει, λένε, ὁ πολεμοκάπηλος ἐθνοκεντρισμός μας.
Μέσα  σέ αὐτό τό κλίμα τρομοκρατίας ὅσοι τολμοῦν νά ψελλίσουν ὀδύνη γιά  τόν μεθοδικό πνιγμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Κωνσταντινούπολη, τή συνεχιζόμενη δηλαδή ἐθνοκάθαρση, ἤ γιά τόν συστηματικό ἀφανισμό τῶν μνημείων ἑλληνικῆς συνέχειας στήν κατεχόμενη Κύπρο, ὅσοι προβάλλουν ἀντίρρηση γιά τήν ἀνεξέλεγκτη δράση καί τίς ὠμές προκλήσεις τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου στήν Κομοτηνή ἤ γιά τήν ψηφοθηρική ἐκμετάλλευση τῆς ἐκεῖ μουσουλμανικῆς μειονότητας ἀπό κομματάρχες καί πολιτευτές, διασύρονται στά πρωτοσέλιδα τῶν «προοδευτικῶν» ἐφημερίδων σάν «ἑλληναράδες», ἐθνοκάπηλοι, ρατσιστές.
Τελώντας  αὐτή τήν ἐτήσια σύναξη στή μνήμη  τῆς Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων  τοῦ Πόντου δίνουμε νόημα στήν ἐθιμική τελετή μόνο ἄν θελήσουμε νά λειτουργήσει ὡς εὔτολμο πολιτικό αἴτημα. Ὡς ἀπαίτηση νά σεβαστεῖ ἡ ἐπαγγελματική πολιτική τίς εὐαισθησίες τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Νά πάψουμε νά ντρεπόμαστε οἱ Ἕλληνες γιά τήν ἄχρωμη, ἄοσμη, καί ἄγευστη ἀπό Ἱστορία καί πολιτισμό ἐξωτερική μας πολιτική. Ὄχι μόνο οἱ ἐνέργειες, ἀλλά καί ὁ λόγος ὁ πολιτικός νά ἀπηχεῖ τόν αὐτοσεβασμό καί τήν ἀξιοπρέπεια τῶν Ἑλλήνων. Νά ἐργασθεῖ μέ σοβαρότητα τό ἑλληνικό κοινοβούλιο ὥστε νά πληθυνθεῖ ὁ ἀριθμός τῶν χωρῶν πού θά ἀναγνωρίσουν μέ ἐπίσημες πράξεις τή γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. Νά εἶναι ἡ Γενοκτονία, ὁ ἀφανισμός τῆς ἐξωελλαδικῆς οἰκουμενικῆς ἑλληνικότητας, ἄξονας σύνεσης ἀλλά καί τόλμης τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
Δύσκολο νά ἀξιολογεῖς τό σημερινό μολύβι σάν  χθεσινό χρυσάφι. Στή σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ὁ ρυθμός τῆς Ἑλλάδας, καθορισμένος στανικά ἀπό τά κρατικά τηλεοπτικά κανάλια —δηλαδή ἀπό τήν πολιτική καί πάλι ἡγεσία— συντονίζεται μόνο μέ τήν καφρική εὐτέλεια τοῦ αὐριανοῦ διαγωνισμοῦ τῆς Εurovision. Καί ἐμεῖς ἐδῶ ἐπιμένουμε νά τελοῦμε μνημόσυνο τῆς χαμένης ἀρχοντιᾶς καί εὐγένειας τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου.

Μοναδική  μας ἐλπίδα ὁ λόγος τοῦ Μακρυγιάννη.

«Ὅτι  ἡ τύχη μᾶς ἔχει τούς Ἕλληνες πάντοτε  ὀλίγους. Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθε καί ὥς τώρα, ὅλα  τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦν. Τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά».

Γι’ αὐτή τή μαγιά ἡ ἀποψινή τελετή μας.

*  Ομιλία την 19η Μαΐου 2006, την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη

πηγή: http://www.pontos-genoktonia.gr/textsDetails.php?textsid=16

«Έκαναν φτερά» τα χρήματα για την κατασκευή δύο πυραυλάκατων του Πολεμικού Ναυτικού

0

File Photo: Φρεγάτα του πολεμικού ναυτικού παίρνει μέρος στην άσκηση των Ενόπλων Δυνάμεων «Πυρπολητής», ανοικτά της Ύδρας. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

MAY 23, 2018

Γράφει ο Γιώργος Τσιτσιλιάνος

Με έχει προβληματίσει το θέμα υλοποίησης του προγράμματος κατασκευής των δύο πυραυλακάτων του Πολεμικού Ναυτικού ( ΠΝ ) που έχουν αναλάβει να ολοκληρώσουν τα ναυπηγεία της Ελευσίνας (ΝΒΕΕ).

Να θυμηθούμε: Με την τροπολογία 163/17 υπογράφτηκε την 29/1/2016 η συμφωνία μεταξύ του Ελληνικού δημοσίου ( ΠΝ ) και των ναυπηγείων της Ελευσίνας ( ΝΒΕΕ ), από την οποία απορρέει η υποχρέωση κατασκευής από την εταιρεία δύο πυραυλακάτων (ΤΠΚ 6&7) με την εποπτεία του ΠΝ.

Τί προέβλεπε η συμφωνία

Το Δημόσιο αποφάσισε να στηρίξει την εταιρία (ΝΒΕΕ) λόγω των γνωστών οικονομικών προβλημάτων από αμαρτίες παρελθόντων ετών, που δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν. Αποφάσισε για το πρόγραμμα αυτό να προσφέρει 40 εκ. ευρώ επιπλέον (από αυτά που είχε δώσει στο παρελθόν) με συμβατική υποχρέωση παράδοσης των δύο πλοίων σε διάστημα 29 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, με την αποδοχή από πλευράς των ΝΒΕΕ ότι τα χρήματα αυτά, δηλαδή τα 40 εκ.ευρώ, θα κοστολογηθούν στα ΝΒΕΕ για να αποδοθούν εν καιρώ στο Δημόσιο.

Από πρόσφατο δημοσίευμα οι εργαζόμενοι επιθυμούν να συναντήσουν τον ΑΝΥΕΘΑ, κ. Φώτη Κουβέλη, για τη συνέχεια της χρηματοδότησης του προγράμματος. Ο λόγος είναι ότι τα χρήματα που δόθηκαν τον Ιανουάριο του 2016 έχουν τελειώσει και τα δύο πλοία βρίσκονται στο αρχικό στάδιο, ενώ θα έπρεπε συμβατικά να παραδοθούν εντός των προσεχών ημερών που λήγει το 29μηνο.

Ο Τομέας Άμυνας γνώριζε από την αρχή της συμφωνίας τα προβλήματα που θα προκύψουν λόγω της νοοτροπίας που επικρατεί στην λογική του υπουργείου και της εταιρίας γι’ αυτό επισκέφτηκε τα ναυπηγεία Ελευσίνας και είχε την διαβεβαίωση από τους υπεύθυνους του προγράμματος ότι τα χρήματα θα φθάσουν και ότι τουλάχιστον η Νο 6 ΤΠΚ θα έπεφτε στην θάλασσα στο τέλος του 2017.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι τα χρήματα φαγώθηκαν και ότι τα πλοία δεν θα παραδοθούν στο ΠΝ στο καθορισμένο από την σύμβαση χρόνο.

Επιπλέον δε και εφόσον επαναληφθεί η χρηματοδότηση ο εκτιμώμενος χρόνος περάτωσης του έργου ανέρχεται περίπου στα δύο χρόνια.

Συνεπώς εύλογο είναι να δημιουργούνται τα ερωτήματα:

• Γιατί το αρμόδιο υπουργείο δεν φρόντισε την παρακολούθηση του προγράμματος ώστε να τηρηθούν οι συμβατικές υποχρεώσεις της εταιρείας τόσο ως προς το οικονομικό σκέλος όσο και για τους χρόνους παράδοσης;

• Ποιοι είναι οι λόγοι που η εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις ;

• Μέχρι πότε ο Έλληνας φορολογούμενος θα πληρώνει τις αμαρτίες κάποιων οι οποίοι εκμεταλλεύονται με την ανοχή της Πολιτείας διαχρονικά την αμυντική μας βιομηχανία;

• Το αρμόδιο υπουργείο θα χρηματοδοτήσει πάλι το πρόγραμμα και αν ναι ποιο θα είναι το ποσό που θα επιβαρύνει για ακόμη μία φορά τον κρατικό προϋπολογισμό;

Αναξιόπιστοι σε κατασκευαστικά προγράμματα

Ειλικρινά λυπάμαι που δεν μπορούμε ως Πολιτεία να είμαστε αξιόπιστοι στην υλοποίηση κατασκευαστικών προγραμμάτων, αφού με θλίψη διαπιστώνω ότι ακόμη και σε περιόδους κρίσης, δεν είμαστε ικανοί να ενισχύσουμε έστω με τα όποια οικονομικά μας προβλήματα την αμυντική μας θωράκιση στη θάλασσα και παράλληλα να δώσουμε ένα θετικό μήνυμα στις αγορές, σε ένα τόσο ευαίσθητο τομέα, που θα μπορούσε με την κατάλληλη οργάνωση και συντονισμό να προσφέρει πολλά στην εθνική μας οικονομία.

Οφείλουμε να προστατέψουμε την αμυντική μας βιομηχανία, όμως θα πρέπει με άλλη νοοτροπία και λογική να σοβαρευτούμε και να αντιμετωπίσουμε με εφαρμόσιμο σχέδιο και συντονισμό όλων των φορέων που συμμετέχουν, τις παθογένειες του όλου συστήματος δεκαετιών, για να γεννηθούν στο μέλλον βάσιμες ελπίδες ανάπτυξής της.

* O Γιώργος Τσιτσιλιάνος είναι πολιτικός υπεύθυνος του Τομέα Άμυνας

Πηγή: «Έκαναν φτερά» τα χρήματα για την κατασκευή δύο πυραυλάκατων του Πολεμικού Ναυτικού https://hellasjournal.com/2018/05/ekanan-ftera-ta-chrimata-gia-tin-kataskevi-dyo-pyravlakaton-tou-polemikou-naftikou/

Κίνα: η νέα υπερδύναμη. (Ο Μάρξ στο Πεκίνο!)

0

 Πεκίνο / του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου 17.5.2018

Οι επιδιώξεις μας την επόμενη τριετία είναι να εξαφανίσουμε οριστικά τη φτώχεια, να προχωρήσουμε το οικολογικό μας πρόγραμμα και να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας με τις χώρες που βρίσκονται κοντά στην Κίνα, μας λέει ο Huang Ping, Πρόεδρος του δικτύου δεξαμενών σκέψης που συμβουλεύει την κινεζική ηγεσία, υποδεικνύοντάς μας τη σημασία που έχει η επικείμενη επίσκεψη του Προέδρου Σι στην Ιαπωνία.

Εξέχων διανοούμενος στη σημερινή Κίνα, ο Huang Ping δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την πρόσφατη ομιλία-ύμνο στον Καρλ Μαρξ του Κινέζου Προέδρου Σι, ενώ μοιάζει βαθύτατα προβληματισμένος και ανήσυχος με την εξέλιξη της διεθνούς πολιτικής κατάστασης, ιδίως στη Μέση Ανατολή.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο Πεκίνο, όπως και στη Μόσχα και σε όλα τα μεγάλα κέντρα του κόσμου, αναλύουν τώρα πολύ προσεκτικά την αμερικανική και ισραηλινή παγκόσμια πολιτική, διερωτώμενοι ποια θα είναι η συνέχεια που επιφυλάσσεται σε όλα αυτά.

Το τελευταίο που θα ήθελαν οι ηγέτες της Κίνας και της Ρωσίας είναι μια μετωπική αντιπαράθεση με τη Δύση, κάτι που γνωρίζει η τελευταία και το εκμεταλλεύεται δεόντως. Το ερώτημα όμως είναι όχι τι θέλουν το Πεκίνο και η Μόσχα, αλλά μάλλον το τι μπορούν, και πως θα εκτιμήσουν το κόστος μιας σύγκρουσης σε σχέση με το κόστος μιας υποχώρησης.

Μια φήμη που κυκλοφορεί χρόνια τώρα εδώ στο Πεκίνο λέει ότι η παρακαταθήκη του Ντενγκ στους Κινέζους είναι να μην συγκρουσθούν με τους Αμερικανούς για πενήντα χρόνια. Η ειρήνη όμως θέλει δύο, ο πόλεμος μόνο έναν. Άλλωστε, πέρασαν τα σαράντα από τα πενήντα χρόνια, μας υπενθυμίζει με νόημα ένας από τους συνομιλητές μας εδώ στην πρωτεύουσα της Κίνας.

Δεν είναι φυσικά όλοι της ίδιας γνώμης. Υπάρχουν ασφαλώς, είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν, όπως υπήρχαν και στη Σοβιετική Ένωση, οι δυνάμεις στο εσωτερικό της Κίνας που, από την ίδια την κοινωνική τους φύση, την ψυχολογία και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, αναπόφευκτα έλκονται, έστω κι αν δεν το λένε ανοιχτά, από την ιδέα μιας πλήρους παλινόρθωσης του καπιταλισμού στο εσωτερικό και μιας «Διαρκούς Ειρήνης» με τη Δύση διεθνώς, ακόμα κι αν το τίμημα είναι βαρύ.

Αυτά τα μεγάλα στρατηγικά θέματα μπορεί να μην τίθενται έτσι, αναφύονται όμως εμμέσως πλην σαφώς κάθε τόσο στη συζήτηση που γίνεται μεταξύ των Κινέζων οικονομολόγων. Κάθε τόσο υπάρχουν αυτοί που ζητάνε την «πλήρη απελευθέρωση των αγορών» και την πλήρη «ένταξη στην παγκοσμιοποίηση». ‘Όπως μας λέει όμως ένας σημαντικός διανοούμενος, που ενίοτε εισακούεται από την ηγεσία, «κάθε φορά κάτι γίνεται και η συζήτηση αυτή κόβεται. Τώρα, με όλα αυτά που κάνει ο Τραμπ πάλι ανεστάλησαν αυτοί οι προβληματισμοί».

Όσο για την οικολογία, την προστασία δηλαδή του περιβάλλοντος στην Κίνα, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική επιδίωξη λόγω των μεγάλων προβλημάτων και απειλών που δημιούργησε στον τομέα αυτό η εκρηκτική εκβιομηχάνιση της χώρας και ο τρόπος που αυτή έγινε.

Η φτώχεια έχει σχεδόν εξαφανισθεί από την Κίνα, παρόλο που οι ορισμοί της χώρας για το φαινόμενο είναι αρκετά αυστηρότεροι από τους αντίστοιχους δυτικούς. Αλλά για την κινεζική ηγεσία συνιστά τίτλο τιμής η πλήρης εξάλειψή της. ‘Όχι ασήμαντο επίτευγμα για μια χώρα όπου, σε όλη την ιστορία της και μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, η εξασφάλιση μιας κούπας με ρύζι ήταν το μεγάλο ανθρώπινο ζητούμενο για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της.

Δεν μπορεί να κρίνει κανείς μόνον αφηρημένα και μόνον συγκρίνοντας με το ιδεώδες, αν και θα πρέπει να το κάνει κι αυτό, την εξέλιξη μιας χώρας, χωρίς να παίρνει υπόψιν του την ιστορική προοπτική.

Κίνα, Μαρξ και Σοσιαλισμός

Όταν είπα στην οδοντίατρό μου ότι θα πάω στην Κίνα, προσκεκλημένος σε ένα συνέδριο για τον Μαρξ και τον μαρξισμό, γύρισε μάλλον απορημένη και με ρώτησε: Τι σχέση έχει ο Μαρξ με την Κίνα;

Το ζήτημα της κοινωνικής φύσης του κινεζικού καθεστώτος εξακολουθεί να διχάζει αναλυτές και διανοούμενους διεθνώς. Αρνούμαι να πω ότι η Κίνα είναι σοσιαλιστική, λέει ο μαρξιστής Σαμίρ Αμίν, σε μια διάλεξή του σε ένα Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, αλλά προσθέτει ευθύς αμέσως ότι αρνείται επίσης να της αποδώσει τον χαρακτηρισμό «καπιταλιστική». Θυμίζει ότι και ο ίδιος ο Μάο δεν χαρακτήρισε ως σοσιαλιστική, αλλά ως λαϊκή δημοκρατική την επανάσταση της οποίας ηγήθηκε. Ρωτώ έναν από τους πιο διακεκριμένους Κινέζους οικονομολόγους ποιο είναι το ποσοστό της κρατικής ιδιοκτησίας, μου απαντά όμως ότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί, λόγω των περίπλοκων μορφών ελέγχου της ιδιοκτησίας.

Δεν είναι μόνο ο «προορισμός» της Κίνας που συνιστά αίνιγμα, είναι και ευρύτερα το περιεχόμενο του σοσιαλισμού που διχάζει τους ίδιους τους οπαδούς του. Για μερικούς, η κρατικοποίηση των πάντων δεν συνιστά σοσιαλισμό, αντίθετα μεγάλη σημασία έχει, για να ορισθεί ένα καθεστώς ως σοσιαλιστικό, ο βαθμός πραγματικής εμπλοκής των ανθρώπων και των κοινωνιών στις αποφάσεις που τις αφορούν. Δεν αποκλείουν, το αντίθετο, την συνύπαρξη σχεδιασμού και αγοράς σε μια μακρά χρονική περίοδο μετάβασης.

Με μια πολύ εντυπωσιακή ομιλία του, για τη 200ή επέτειο από τη γέννηση του Μαρξ, ο Κινέζος ηγέτης Σι έσπευσε να τον χαρακτηρίσει τον μεγαλύτερο στοχαστή της νεώτερης εποχής. Υπήρξε ο «δάσκαλος της επανάστασης για το προλεταριάτο και τους εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο», τόνισε ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας που, παρά τις όποιες μεταρρυθμίσεις και μια μεγάλη απομάκρυνση από τις πολύ εξισωτικές τάσεις των Μαοϊκών χρόνων, δεν παύει να κυβερνά την Κίνα, εβδομήντα σχεδόν χρόνια από την Κινέζικη Επανάσταση που, μαζί με την Ρωσική, προσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τον Εικοστό Αιώνα όπως τον ξέρουμε.

Θα ήταν όντως αδιανόητη η φανταστική οικονομική μεγέθυνση της Κίνας, τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς τον βαθμό ανεξαρτησίας από τον παγκόσμιο καπιταλισμό που διαθέτει το κινεζικό κράτος μετά την επανάσταση του 1949. Η κινέζικη οικονομική επιτυχία δεν οφείλεται μόνο στην υιοθέτηση μεθόδων της αγοράς, αλλά και στους περιορισμούς που θέτει στην αγορά το κινεζικό κράτος, υπογραμμίζουν μερικοί από τους πιο διακεκριμένους Αμερικανούς οικονομολόγους, όπως ο Στίγκλιτς και ο Γκαλμπρέιθ, ή οι μελετητές των μεγάλων οικονομικο-γεωπολιτικών κύκλων, όπως ο Αρίγκι και ο Γκλάζιεφ.

Ο Μαρξ είναι πιο σχετικός σήμερα από ότι στην εποχή του, συνέχισε ο Κινέζος ηγέτης σε μια ομιλία – ύμνο όπου τόνισε την ορθότητα της συνεχιζόμενης επιμονής του κυβερνώντος ΚΚ της Κίνας στην υιοθέτηση των Μαρξιστικών ιδεών.

Είναι σαφές ότι παρήλθε η εποχή που στο Πεκίνο συζητούσαν τη μετονομασία του κόμματος σε σοσιαλδημοκρατικό. Το τι ακριβώς σημαίνουν αυτά θα φανεί ασφαλώς κυρίως στην πράξη. Συνιστούν πάντως μια σαφή διεκδίκηση ιδεολογικής νομιμοποίησης μέσω του μαρξισμού. Η ηγεσία του ΚΚΚ μοιάζει να απευθύνει, εμμέσως πλην σαφώς, ένα μήνυμα προς τις δυνάμεις που ενδεχομένως θα απέβλεπαν σε μία πλήρη καπιταλιστική παλινόρθωση στην Κίνα. Αλλά και αποτρέπει τυχόν ενδεχόμενο πολιτικής έκφρασης των κοινωνικών αντιθέσεων, από «τα αριστερά», εκτός ΚΚ. Η θέση των οπαδών του Μαρξ και του Μάο είναι μέσα, όχι έξω από το Κόμμα, φαίνεται να λέει ο Πρόεδρος Σι.

Δεν είναι όμως μόνο η ομιλία του Σι αλλά και οι εκατοντάδες εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα, όπως και το παγκόσμιο συνέδριο για τον Μαρξισμό στο οποίο παρευρισκόμεθα, στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, το παλαιότερο και πιο φημισμένο της χώρας, με τη συμμετοχή περισσότερων των εκατό διανοουμένων από τις πέντε ηπείρους και περισσότερων από 700 πανεπιστημιακούς από την ίδια την Κίνα.

Κίνα και παγκόσμια αριστερά

Συμμετέχουν, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας αριστερής (και όχι μόνο) διανόησης, όπως ο Γαλλοαιγύπτιος οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, ο γεωγράφος και μεγάλος κριτικός του νεοφιλελευθερισμού, ο Ντέιβιντ Χάρβευ, ο επίσης εξέχων Αμερικανός οικονομολόγος και σφοδρός επικριτής του νεοφιλελευθερισμού, Καθηγητής Μάικλ Χάντσον, ο πρώην επικεφαλής του ιταλικού Ινστιτούτου Γκράμσι, ο Βάκκα, αλλά και ο πρώην Πρωθυπουργός της Ιταλίας, ο Μάσιμο Ντ’ Αλέμα.

Ο τελευταίος φιλοτεχνεί ένα τρομακτικό πίνακα των συνεπειών της ανόδου του Χρηματιστικού Κεφαλαίου παγκοσμίως, με πολλές αναφορές στις προφητικές ενοράσεις του Μαρξ στα Γκρούντρισσε και του Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής. Ακούγοντάς τον κανείς, τείνει να ξεχάσει ότι διετέλεσε Πρωθυπουργός της Ιταλίας κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας…

Παλιός Μαοϊκός, ο οικονομολόγος της ανάπτυξης Σαμίρ Αμίν προειδοποιεί τους Κινέζους για τις καταστροφικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η ένταξή τους στην «χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση», αλλά και η τυχόν μετατροπή της γης σε αγοραίο εμπόρευμα, αναφέροντας τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της Ινδίας, που λεηλατήθηκε δια της ενσωμάτωσής τους από τους Ινδουϊστές στον παγκόσμιο καπιταλισμό, και της Βραζιλίας των απέραντων παραγκουπόλεων. Τυχόν εμπορευματοποίηση της γης, τονίζει ο Αμίν, θα οδηγήσει σε ρήξη τη συμμαχία αγροτών, εργατών και μεσαίων στρωμάτων που στήριξε την κινεζική ενότητα μετά το 1949, προκαλώντας και στην Κίνα το φαινόμενο των παραγκουπόλεων, των φαβέλλας της Λατινικής Αμερικής.

Οι Κινέζοι σύνεδροι μοιάζουν εξάλλου να τον ακούν πολύ προσεκτικά, όταν τους προειδοποιεί ότι αυτοί και η Ρωσία είναι ο αληθινός στόχος των Δυτικών, πίσω από τις απειλές και τον πόλεμο κατά του Ιράν και της Βορείου Κορέας. Θα κάνουν τα πάντα, περιλαμβανομένου του πολέμου και του πυρηνικού πολέμου για να σας σταματήσουν, τους προειδοποιεί, υπενθυμίζοντας το παράδειγμα της Ρωσίας του Γέλτσιν που έκανε όλες τις δυνατές παραχωρήσεις στους Δυτικούς, για να τους δει να την επιτίθενται ανελέητα.

Ο γεωγράφος Ντέιβιντ Χάρβει από την πλευρά του, επανέρχεται στο ζήτημα της συστημικής κρίσης του καπιταλισμού, αλλά και εμμέσως πλην σαφώς, μοιάζει να υπαινίσσεται έναν κίνδυνο υπερθέρμανσης για την κινεζική οικονομία.

Την ίδια ώρα που η Αμερική τρίζει τα δόντια της στο Ιράν, τη Βενεζουέλα, τη Ρωσία, και κάμποσους άλλους, η Κίνα προσθέτει κάθε χρόνο μια Ιταλία στην οικονομία της. Απομένει να δούμε που θα πάει αυτή η εκρηκτική αντίθεση που προσδιορίζει την κατάσταση τον σημερινό κόσμο.

Ο Τζον Μπόλτον ενδιαφέρθηκε για το Σκοπιανό, αλλά δεν άσκησε καμία πίεση, δήλωσε ο Κοτζιάς

1

Ενδιαφέρον για την κατάσταση του Σκοπιανού έδειξε ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζον Μπόλτον κατά τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Τζον Μπόλτον, στο Λευκό Οίκο.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Έλληνας υπουργός είπε ότι ο κ. Μπόλτον, όπως και ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, την Δευτέρα, «ήταν σε διάθεση να ακούσει» για τα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα.

«Συζητήσαμε», είπε, «επίσης πώς και προς τα πού πηγαίνει το Σκοπιανό. Όπως ξέρετε το συζητήσαμε με τον (υφυπουργό Εξωτερικών) κ. Μίτσελ. Στο Σκοπιανό δεν έχουμε καμία πίεση ούτε κανένας προτίθεται να μας πιέσει. Δεν θα δεχόμουνα ποτέ να πιεστούμε. Ενδιαφέρονται όμως πάρα πολύ για τη λύση και προσπαθούν να κατανοήσουν που βρίσκεται η διαπραγμάτευση και ποια είναι τα δύσκολα σημεία της».

Ο κ. Κοτζιάς πρόσθεσε ότι «η διαπραγμάτευση θα συνεχιστεί την Πέμπτη και την Παρασκευή παρουσία του κ. Νίμιτς. Θα συνεδριάσουν και οι τεχνικές ομάδες που συνεδριάζουν παράλληλα με την κύρια διαπραγμάτευση. Να ξέρετε ότι έχουμε κάνει ένα μεγάλο κείμενο – η Ελληνική Πολιτεία το έχει φτιάξει αυτό. Το κείμενο αυτό, μαζί με το κείμενο το νομικό που έχει κάνει ο κ. Νίμιτς αναλάβαμε και τα εντάξαμε σε ένα ενιαίο κείμενο όπου το δεύτερο μέρος του κειμένου αφορά στις μελλοντικές συνεργασίες της Ελλάδος και της ΠΓΔΜ».

Το κείμενο πραγματεύεται την προοπτική δηλαδή σε ζητήματα εκπαίδευσης, έρευνας κ.λπ.

Το πρώτο μέρος αφορά σε ζητήματα που συνδέονται με το ονοματολογικό, προπάντων για τα αλυτρωτικά που πρέπει να τελειώνουν, όπως επίσης και ένα κεφάλαιο για την αναγνώριση όλων των διεθνών νομικών πραγματικοτήτων, όπως είναι τα σύνορα, το απαραβίαστο των συνόρων, ότι δεν μπορεί να γίνεται προπαγάνδα από καμία πλευρά ή να δίνεται χώρος για προπαγάνδα σε βάρος της άλλης κ.λπ.

Αναφορικά με τη συνάντηση του κ. Κοτζιά με τον κ. Μπόλτον, ο Έλληνας υπουργός είπε ο Αμερικανός αξιωματούχος έκανε πάρα πολλά ενδιαφέροντα σχόλια και είχε πάρα πολλές ερωτήσεις.

Η συζήτησή των δύο ανδρών, αφορούσε τις στρατηγικές πολιτικές στην περιοχή, τις αντιφάσεις και αντιθέσεις της Τουρκίας και προς τα πού κινείται αυτό το σύστημα, τα θέματα των ενεργειακών οδών και της διασφάλισης των ενεργειακών πόρων για τις χώρες που είναι ιδιοκτήτες τους, δηλαδή την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ και για την περαιτέρω ανάπτυξη στο μέλλον των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

«Αυτό», τόνισε ο κ. Κοτζιάς, «που εμένα μου κάνει μεγάλη εντύπωση είναι ότι οι Αμερικάνοι θέλουν να ακούσουν τη γνώμη μας ακόμη και αν οι γνώμες μας είναι διαφορετικές, ενδιαφέρονται πάρα πολύ για την εμπειρία μας».

Ο Έλληνας υπουργός έκανε και μία σύγκριση των επισκέψεων του στην Ουάσιγκτον, το 2015 και σήμερα. Είπε:

«Νομίζω ότι αν συγκρίνει κανείς τα ταξίδια που έχουμε κάνει στην Ουάσιγκτον, θυμάμαι το ταξίδι του Απριλίου 2015, με το ταξίδι φέτος το 2018, υπάρχει τεράστια διαφορά. Η αποδοχή του ρόλου της Ελλάδος στην περιοχή είναι μεγαλύτερη από ποτέ άλλοτε. Η αναγνώριση των πρωτοβουλιών που παίρνουμε στην εξωτερική πολιτική της χώρας αποτελεί αντικείμενο και διαβούλευσης και μελέτης από την πλευρά των Αμερικανών».

Πρόσθεσε και τα εξής:

«Τα κύρια θέματα που συζητήσαμε ήταν πρώτον η παραπέρα ανάπτυξη της στρατηγικής μας σχέσης που αφορά από ζητήματα ενέργειας, ενεργειακής ασφάλειας, μέχρι ζητήματα αγροτικής συνεργασίας, πολιτιστικής συνεργασίας, συνεργασίας στον εκπαιδευτικό τομέα, επενδύσεις και οικονομία. Δεύτερον συζητήσαμε για τα προβλήματα της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Εκφράσαν οι Αμερικάνοι τις ανησυχίες τους για τα γεγονότα στην περιοχή. Συζητήσαμε για τα θέματα εξασφάλισης της ειρήνης όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε εκεί. Τρίτον κουβεντιάσαμε για τα Βαλκάνια και την πολιτική σταθερότητας και πρωτοβουλιών που έχει η χώρα μας. Επιβεβαιώθηκε η αναγνώριση, όπως γίνεται από τις περισσότερες χώρες του κόσμου, της θετικής λειτουργίας των πρωτοβουλιών που παίρνει η Ελλάδα. Η πείρα που έχω είναι ότι όταν έχουμε ενεργητική εξωτερική πολιτική και παίρνουμε πρωτοβουλίες ουδείς μπορεί να ανακατευτεί ή να ζητήσει να έχει λόγο πάνω σε αυτές τις πρωτοβουλίες και στην εξωτερική πολιτική, αυτό αφορά και στα Σκόπια. Για τα Σκόπια όπως ξέρετε είμαι σε συνεχή συνεννόηση και συνεργασία με τον πρωθυπουργό της χώρας που έχουμε σύμπτωση απόψεων. Επίσης αυτό που ενδιέφερε πάρα πολύ τους Αμερικάνους ήταν το ζήτημα της Τουρκίας. Θα έλεγα ότι η διάθεση τους ήταν να ακούσουν, να ακούσουν τις αναλύσεις. Βρίσκονται από ότι αντιλαμβάνομαι σε μια αναζήτηση τους πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν νέες καταστάσεις, νέες συμμαχίες στην περιοχή».

Ο κ. Κοτζιάς εξήγησε και το θέμα του «στρατηγικού διαλόγου» μεταξύ των ΗΠΑ και της Ελλάδας:

«Όπως σας είπα οι Αμερικάνοι αντιλαμβάνονται ότι η χώρα μας είναι μια χώρα με εξαιρετικές πρωτοβουλίες. Τους έχουν κάνει εντύπωση πάρα πολλά πράγματα όπως και στους περισσότερους εταίρους μας στη Δύση αλλά και στην Ανατολή. Θα σας αναφέρω δύο παραδείγματα. Το ένα είναι οι πρωτοβουλίες μας  για την προστασία των θρησκευτικών και πολιτιστικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή. Η εικόνα δηλαδή που είχαμε στην Αθήνα πριν από μερικούς μήνες, όπου κανείς έβλεπε τα χρώματα όλων των θρησκειών – πράσινα, μωβ, άσπρα, μαύρα κοκ –  αφού είχαν συρρεύσει στην Αθήνα οι ηγέτες όλων των θρησκευτικών δογμάτων και εκκλησιών της Μέσης Ανατολής. Τους έχει εντυπωσιάσει γιατί είμαστε η μόνη χώρα που μπορεί να συγκεντρώσει με εμπιστοσύνη τους ηγέτες των πιο διαφορετικών θρησκειών και εκκλησιών.

Το δεύτερο και πιο πρόσφατο που τους εντυπωσίασε,  ήταν η συνάντηση που κάναμε στο Σούνιο. Το γεγονός ότι μπορέσαμε να φέρουμε στην Αθήνα και να κουβεντιάσουμε ανοιχτά και τολμηρά όλα τα ζητήματα της ανάπτυξης και του μέλλοντος της ΕΕ με τα  κράτη  μέλη του Βίσεγκραντ, με άλλα κράτη όπως η Σλοβενία που είναι στην Ανατολική Ευρώπη, με όλες τις υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, συν τις χώρες που αποτελούν το Β-4, δηλ. τη συνεργασία που έχουν τα 4 κράτη μέλη της ΕΕ που προέρχονται από τα Βαλκάνια, δηλαδή Κροατία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Ελλάδα. Γιατί όπως ξέρετε έχουμε και άλλες συνεργασίες, όπως με τη Σερβία και μια πολύ σημαντική συνοριακή που πρόσφατα κάναμε στη Θεσσαλονίκη με τη ΠΓΔΜ, τη Βουλγαρία και την Αλβανία.

Νομίζω ότι οι Αμερικάνοι ξέρουν ότι αποτελούμε μια ισχυρή δύναμη και ισχυρό πόλο σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή μας και ενδιαφέρονται πάρα πολύ να είναι σε διάλογο μαζί μας και να αντλούν και από τη δική μας εμπειρία και απόψεις τις οποίες ακούν πια πάρα πολύ προσεκτικά. Είναι απόψεις πολύ ευθείς»

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς έξω από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Φωτογραφία ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΟΣ

Πηγή:  https://hellasjournal.com/

Η Θεσσαλονίκη και οι εφιάλτες ή Εφιάλτες της.

8

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Συνηγορία υπέρ της πόλης απο έναν έπηλυ.-

Η Θεσσαλονίκη έχει τους εφιάλτες της. Το ερώτημα είναι αν γράφονται με μικρό ή κεφαλαίο. Εφιάλτες;  Ή εφιάλτες;

Η βάρβαρη, τραμπούκικη, φασιστική επίθεση κατά Μπουτάρη, η οποία καταδικάζεται με απόλυτο τρόπο και χωρίς αστερίσκους, ευαισθητοποίησε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Και όλοι, μετά την πρώτη αντίδραση, αναζήτησαν τις αιτίες. Γιατί στην πόλη αυτή, την οποία όπως μας λένε αγαπούν, εκδηλώνεται μια τέτοια βία; Θυμήθηκαν τα παλιά. Από τους Εβραίους μέχρι το Λαμπράκη και τον Γκοτζαμάνη. Και κατέφυγαν σε αφορισμούς. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι η πόλη που αγάπησαν. Ποια, όμως, Θεσσαλονίκη αγάπησαν;  Δεν μας λένε.

Συνήθως, οι επικριτές της πόλης είναι πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο σ αυτό που είναι σήμερα η Θεσσαλονίκη. Ίσως και η Ελλάδα. Με τις δημόσιες και πολιτικές θέσεις που κατείχαν. Προφανώς, δεν αναγνωρίζουν καμιά ευθύνη στον εαυτό τους. Προσπάθησαν αλλά πιστεύουν πως είχαν- και προφανώς, έχουν- να κάνουν με ένα λαό με βάρβαρα ένστικτα και αναχρονιστικά χαρακτηριστικά. Από τον οποίο θέλουν να διαχωριστούν. Από το λαό που τους έδωσε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν και, υποτίθεται, να τον υπηρετήσουν.

ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ;

Είναι η Θεσσαλονίκη έτσι που την περιγράφουν; Είναι οι πολίτες της τραμπούκοι, εγκληματίες, σκοτεινοί, ρατσιστές, θρησκόληπτοι, φασίστες, Νάρκισσοι, φαντάσματα, ζόμπι; Εξαιρούνται απο αυτήν την κατηγορία των Θεσσαλονικέων οι συντάκτες των σχετικών κειμένων και οι φίλοι ή ομοϊδεάτες τους;  Αν ο καθένας που γράφει και κατηγορεί τους Θεσσαλονικείς εξαιρεί τον εαυτό του και τους ομοϊδεάτες του, ποιοι είναι οι «κακοί»; Και είναι αυτοί οι «κακοί» τόσο πολλοί που αξίζει τον κόπο τόσης μελάνης ή τόσο χρόνου στον υπολογιστή;

Δεν ανήκω στους θαυμαστές της πόλης. Προσπαθώ να δω τις παθογένειές της. Άλλο αυτό και άλλο η αγωνιώδης προσπάθεια απόκτησης ενός «in» προσήμου που απεχθάνομαι. Ενός προσήμου που δίνει το εισιτήριο εισόδου στην παρηκμασμένη ελληνική νομενκλατούρα που από όλη την Ελλάδα μετακόμισε στην ατυχή πρωτεύουσά της και την μετέτρεψε σ αυτό που η ίδια, η νομενκλατούρα, είναι. Και σ αυτήν την νομενκλατούρα ανήκουν πολλοί: διανοούμενοι και «διανοούμενοι», πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, καθοδηγητές, ομάδες συμφερόντων και πάει λέγοντας.

Δεν θα έγραφα το σχόλιο αυτό αν δεν διαπίστωνα μια ωφέλιμη, για τους επικριτές της πόλης και των κατοίκων της, υπερβολή. Μια ευελιξία στις τοποθετήσεις τους αναλόγως με το τι επιδιώκουν να υπηρετήσουν. Με άλλα λόγια δεν είναι άδολη η επίκριση της πόλης και του λαού της. Όχι ότι δεν παρουσιάζουν αρνητικά φαινόμενα. Αλλά, τα παρουσιάζουν στην αναλογία της ελλαδικής πραγματικότητας.

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Το πλαίσιο των εξελίξεων που σήμερα βιώνουμε διαμορφώθηκε από τη βαθιά κρίση που περνά η ελληνική κοινωνία. Κρίση οικονομική και αξιακή. Το παλιό σύστημα απέτυχε και ήρθε να διαχειριστεί την κρίση μια ομάδα ανθρώπων που στην πλειονότητά της διαμορφώθηκε με τα, υποτίθεται, ουμανιστικά χαρακτηριστικά που χαρακτήριζαν μια αναθεωρητική αριστερά η οποία παρακολουθούσε την αντίστοιχη ευρωπαϊκή και χαρακτηριζόταν από λογική εκσυγχρονισμού των δομών και της λειτουργίας του κράτους, κοινωνική δικαιοσύνη, ανεκτικότητα, πολιτισμό και διάλογο για τις δημόσιες υποθέσεις.

Το αν αυτή η ομάδα πέτυχε το στόχο της, η πλειονότητα των πολιτών της χώρας έχει διαμορφώσει μια άποψη. Θα φανεί πολύ σύντομα και στις εκλογές αλλά, κυρίως, θα αποφανθεί η ιστορία. Προσωπικά πιστεύω πως η υπαρκτή εφαρμογή των μεταπολιτευτικών αναθεωρητικών ιδεολογημάτων αποτέλεσε μια καρικατούρα των θεωρητικών αναφορών. Αυτά, όμως, είναι υποκειμενικές προσεγγίσεις και δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει ότι αυτή η πολιτική ομάδα έφερε στο δημόσιο λόγο και τη δημόσια πρακτική το μίσος, τη μισαλλοδοξία, την ακραία συμπεριφορά, αναβίωσε τα φαντάσματα του εμφυλιακού παρελθόντος τα οποία έγινε μεγάλη προσπάθεια να κλειστούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, δίχασε την κοινωνία. Εν ολίγοις, έκανε ό,τι κατηγορούσε στους πολιτικούς αντιπάλους της. Και, επι πλέον, στο οικονομικό επίπεδο, συνέχισε την πολιτική των προκατόχων της με χειρότερους όρους. Αλλά εκείνο που της καταλογίζεται είναι πως ακολούθησε μια πολιτική σε πλήρη αντίθεση με τις υποσχέσεις της. Κινητοποίησε, δε, ιδεολογικούς και προπαγανδιστικούς μηχανισμούς οργουελιανού τύπου.

Ο κόσμος υποφέρει, δεν έχει να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του και το κράτος του ζητά ολοένα και περισσότερα. Στην ελληνική ατμόσφαιρα διαχέεται μια αίσθηση βίας. Παντού, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη. Δεν χρειάζεται παρά μια σπίθα για να ανάψει φωτιά.

Δικαιολογεί αυτό τον ξυλοδαρμό ενός δημοσίου προσώπου;  Όχι. Απολύτως όχι. Γι αυτό και στην αρχή του κειμένου υποστηρίξαμε το Δήμαρχο Θεσσαλονίκης χωρίς αστερίσκους. Έχει δικαίωμα να λέει και να υποστηρίζει ό,τι θέλει. Η αντίκρουσή του θα γίνει με διάλογο ή στις εκλογές. Εκεί που ο καθένας μπορεί να εκφράσει τις επιθυμίες του. Όχι με βαρβαρότητες και τραμπουκισμούς.

Δεν δίνει, όμως, το δικαίωμα, αυτή η εξέλιξη στους επικριτές της πόλης να μιλούν τόσο περιφρονητικά για το λαό της. Διότι αυτοί, συνήθως, ευθύνονται- λίγο ή πολύ-είτε για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει η πόλη και οι κάτοικοί της, είτε για τη συλλογική συνείδηση την οποία έχουν διαμορφώσει. Με άλλα λόγια, δεν φταίνε οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι της πόλης για το στίγμα που δίνει και ευθύνονται οι βιοπαλαιστές που αγωνίζονται για ένα κομμάτι ψωμί; Ή, η αενάως επαναλαμβανόμενη, εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια, τριάδα, μπορεί και χειραγωγεί μια κοινωνία ενάμιση εκατομμυρίου κατοίκων; Μια τριάδα που εξέλιπε από το δημόσιο βίο εδώ και αρκετά χρόνια;

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ;

Φεύγω από το θέμα του δημάρχου και της τρομοκρατικής επίθεσης που δέχθηκε και εστιάζω στην πόλη και τους, υποτίθεται, ταγούς της οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία «βγάζουν την ουρά τους απέξω» δίνοντας διαπιστευτήρια στα παρακμιακά κέντρα της ελληνικής πρωτεύουσας. Σ αυτά που με αγοραίο τρόπο αναπαράγουν την παρακμή και τη μιζέρια. Τα κέντρα αυτά δεν έχουν πολιτικό χρώμα. Είναι διακομματικά.

Ποια είναι, λοιπόν, σήμερα η Θεσσαλονίκη;

-Μια πόλη την οποία έχουν εγκαταλείψει πολλά από τα στελέχη της. Τα οποία, κατά την προσφιλή τους μετριοπαθή έκφραση, δεν μπορεί να τα συντηρήσει. Φεύγουν για το εξωτερικό αλλά και την Αθήνα. Όπου έχουν συγκεντρωθεί τα πάντα. Όχι τυχαία. Πολύ συνειδητά. Είναι το μοναδικό μοντέλο που ακολουθήθηκε από δημιουργίας ελληνικού κράτους αλλά επιτάθηκε μεταπολεμικά. Και το μοντέλο αυτό είναι μια εσωτερική αποικιοκρατία.

Η κρατική αυτή οργάνωση έπρεπε να αποκτήσει και μια ιδεολογία, για να είναι πειστική στους αφελείς: θεωρήθηκε κανονικό ό,τι απαιτεί και καταβροχθίζει η πρωτεύουσα από την περιφέρεια. Και όποιος το αμφισβητήσει περιλούζεται, σε πρώτη φάση, από εντεταλμένους προπαγανδιστές του συστήματος με χαρακτηρισμούς όπως τοπικιστής, εθνικιστής, διχαστής, αποσχιστής, αναχρονιστής. Η αναπαραγωγή των χαρακτηρισμών είναι εκθετική ενώ ο ίδιος δεν έχει που να πει την άποψή του και ποιος να τον ακούσει.

Με άλλα λόγια, υπάρχει ένας ιδιόμορφος ολοκληρωτισμός στην ελληνική πολιτεία. Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα. Με νόμο έχει επιβληθεί τηλεοπτικές άδειες πανελλαδικής εμβέλειας να δίνονται μόνο με έδρα την Αθήνα!

-Η Θεσσαλονίκη είναι, επίσης, μια πόλη στην οποία πολλοί από αυτούς που παρέμειναν και έχουν τη δυνατότητα ενός δημόσιου λόγου, αναζητούν και πετυχαίνουν μια δουλική σχέση με τους πάτρωνές τους στην Αθήνα. Αμείβονται σχετικά καλά για τις υπηρεσίες τους και έχουν ως υποχρέωση να αναπαράγουν τα ιδεολογήματα και τις πολιτικές των πατρώνων τους.

Κάθε φορά που αμφισβητείται η κυρίαρχη αντίληψη αναλαμβάνουν ρόλο. Είναι διαφορετικό πράγμα να κατηγορεί τη Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της κάποιος από την Αθήνα και διαφορετικό κάποιος που «γεννήθηκε στη Σαλονίκη». Και τα αφηγήματα των γηγενών βρίσκουν μεγάλη απήχηση.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που από τις πρώτες θέσεις του κατά κεφαλήν εισοδήματος πριν την κρίση,  βρέθηκε στην τελευταία. Ως γνωστόν τους μοχλούς της ανάπτυξης μιας χώρας, και μάλιστα με τα συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά της Ελλάδας, δεν τους διαμορφώνουν οι τοπικές κοινωνίες αλλά η κεντρική διοίκηση.

Αυτή η διοίκηση δεν εγκατέλειψε, μόνο, τη Θεσσαλονίκη. Στο νόμο για τα επενδυτικά κίνητρα υπήγαγε την … ακριτική Βοιωτία στην ίδια κατηγορία με το Κιλκίς. Έτσι που αν κάποιο εκλεκτό τέκνο της δεν μπορεί να επενδύσει στη κέντρο του Συντάγματος να εξοριστεί και να κάνει την επένδυση στην Βοιωτία. Τόσο καλά και τόσο δίκαια.

-Η Θεσσαλονίκη, επίσης, είναι η πόλη που κατάφερε να έχει, ή της παραχώρησαν μεταπολιτευτικά, κάποιους θεσμούς τους οποίους, τώρα, παίρνουν, πήραν ή επιδιώκουν να μεταφέρουν στην Αθήνα. Τα προσχήματα πολλά. Οι υπαγορεύσεις των μνημονίων, τα οποία υλοποιεί κατά γράμμα και με περισσό ζήλο η… «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση, μεταξύ αυτών.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της οποίας τα περισσότερα δημόσια κτήρια έχουν κατασκευαστεί επι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τίποτε δεν κρίθηκε αναγκαίο να προστεθεί σ αυτά τα χρόνια του ελεύθερου ελληνικού βίου της.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της οποίας οι κάτοικοι επειδή ανησυχούν για το μέλλον τους από την ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού της χώρας να διαχειριστεί τις εξωτερικές υποθέσεις, χαρακτηρίζονται ακραίοι εθνικιστές και φασίστες. Ο πρωθυπουργός έχει δικαίωμα να αγνοεί τι είναι το Ίλιντεν αλλά οι Θεσσαλονικείς που το γνωρίζουν και ανησυχούν, είναι ακραίοι και εθνικιστές.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της οποίας οι κάτοικοι προσφυγικής καταγωγής έχουν μια μόνο ημέρα του χρόνου να θρηνήσουν τα βάσανα και την εξόντωση των προγόνων τους. Αλλά σε κάθε επέτειο αυτού του τραγικού γεγονότος οι διανοούμενοι και πολιτικοί της … «ανοικτής» κατά Πόπερ, αθηναϊκής νομενκλατούρας τους αμφισβητούν με προσβλητικό τρόπο αυτό το ιερό καθήκον. Αν τους θυμίσεις την «Αντιγόνη» μπορεί και να είσαι εθνικιστής.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη με τις πολλές βυζαντινές εκκλησίες. Ένας λόγος για τον οποίο έρχονται αρκετοί ξένοι επισκέπτες στην πόλη. Επισκέπτες που αναγνώρισαν έναν διαχρονικό ρόλο στην Εκκλησία και τον καταπραϋντικό, σε δύσκολες στιγμές, λόγο της. Που θεωρούν μνημεία της ανθρωπότητας την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, αγιογραφία και υμνολογία. Που δεν είναι ούτε ακραίοι, ούτε φασίστες, ούτε αναχρονιστές, όπως θα τους ήθελε η αποδομητική ελληνική υποκουλτούρα. Ενδεχομένως να έχουν αποφοιτήσει ή και να διδάσκουν στα καλύτερα διεθνή πανεπιστήμια.

Αυτές τις επισκέψεις δεν τις επιθυμεί το αποδομητικό απαράτ είτε της πόλης είτε της χώρας. Θα προτιμούσε να τους ωθήσει στο «Σπίτι του Κεμάλ», ή σε παρόμοιας πολιτιστικής βαρύτητας χώρους. Το ίδιο απαράτ καταφέρεται και κατά εκκλησιαστικών παραγόντων των οποίων ο ρόλος ετελεύτησε εδώ και δεκαετίες. Συμφέρει, όμως, η αναπαραγωγή ατυχών ή και αρνητικών, εκ πεποιθήσεως, πρακτικών του. Και τέτοιες πρακτικές υπήρξαν. Όπως και σε ολόκληρη τη χώρα. Γιατί η υπερβολική ανάδειξή τους στη Θεσσαλονίκη; Γιατί η εστίαση στο αρνητικό και όχι στο θετικό;

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη η οποία συχνά κατηγορείται για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε στους Εβραίους και τους Οθωμανούς κατοίκους της. Σε ό,τι αφορά τους πρώτους υπάρχουν, πράγματι, αρνητικές αναφορές για ανθρώπους που διοικούσαν την πόλη ή ορισμένους που «τα βρήκαν» με τον κατακτητή. Οι πολυμαθείς ιστορικοί της ελληνικής νομενκλατούρας έχουν την άποψη πως το σύνολο ή η πλειοψηφία των κατοίκων είχε την συμπεριφορά που καταγγέλλουν; Αν ναι, ποιοι ήσαν αυτοί που βοήθησαν Εβραίους κρύβοντάς τους είτε στα σπίτια τους είτε προωθώντας τους στα βουνά ή όπου άλλου θα μπορούσαν να φύγουν για να σωθούν; Η ίδια η κοινότητα παραδέχεται αυτήν τη βοήθεια.

-Οι Οθωμανοί της πόλης εξέλιπαν με τη Συμφωνία της Λωζάννης. Αρκετά από τα οθωμανικά μνημεία βρίσκονται στο κέντρο της πόλης.

-Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη η οποία δεν διαθέτει εφημερίδα ανάλογη του μεγέθους και της σημασίας της. Το κρατικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο εμφορείται από μια ιδεοληψία και μια αντίληψη απόλυτης προσήλωσης προς την κυβέρνηση, επειδή «άνοιξε την ΕΡΤ». Τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα είναι περιορισμένης εμβέλειας ενώ η Δημοτική Ραδιοτηλεόραση προσπαθεί μέν αλλά είναι περιορισμένη από άποψη μετάδοσης του σήματός της ώστε να ανταποκριθεί όσο χρειάζεται στο ρόλο της.

-Η Θεσσαλονίκη κατηγορείται ως πόλη των φαντασμάτων, των παιδεραστών, των τραμπούκων, των Γκοτζαμάνηδων, των φασιστών κλπ κλπ. Αφού πρόκειται για μια τέτοια πόλη ποιοι εξέλεξαν τους, επι χρόνια, αριστερούς δημάρχους των περιφερειακών δήμων; Ποιοι εξέλεξαν δύο φορές δήμαρχο τον κ. Μπουτάρη; Σε ποια πόλη δημιουργήθηκε η Φεντερασιόν, αναπτύχθηκε το εργατικό κίνημα, έγιναν τεράστιες διαδηλώσεις, δημιουργήθηκαν κινήματα με πανελλαδική και ευρύτερη εμβέλεια;

-Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη πόλη της χώρας  την οποία οι  ιθύνοντες  παραμέλησαν εντελώς.  Ακόμη και όσοι γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και αναδείχθηκαν από αυτήν.

Όλα αυτά και άλλα πολλά που θα μπορούσαν να αναφερθούν, δεν γράφονται για να μπουν αστερίσκοι σε ένα απολύτως καταδικαστέο γεγονός όπως είναι η επίθεση κατά του Δημάρχου.

Πίστευα και πιστεύω πως ο Μπουτάρης «με την τρέλα του», ίσως ήταν από τα λίγα πρόσωπα που θα μπορούσαν να κάνουν την υπέρβαση. Δυστυχώς, «η τρέλα» του περιορίστηκε είτε γιατί κουράστηκε και λόγω ηλικίας είτε διότι θα συνάντησε τοίχο.

Θέλει τρέλα να βάλεις κάποια τάξη σ αυτήν την πόλη. Θέλει τρέλα να διαχειριστείς την αποικιοκρατική λογική του ελληνικού κράτους.

Η πόλη και οι κάτοικοί της θέλουν από τους ανθρώπους που ανέδειξαν να την υποστηρίξουν στις δύσκολες στιγμές της. Να βρεθούν απέναντι στους υπονομευτές της ύπαρξής της. Και αυτοί δεν είναι οι κάτοικοι, οι φορείς και οι τοπικές εξουσίες της πόλης. Είναι πολύ μικρής εμβέλειας για να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο.

Είναι το αναχρονιστικό και απαρχαιωμένο ελληνικό κράτος. Είναι η κουλτούρα υπανάπτυξης και παρακμής που χαρακτηρίζει τους ταγούς του. Είναι η αντιπροσώπευση αυτών των αντιλήψεων από τη διανόηση και το πολιτικό προσωπικό της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη έχει πολλά προβλήματα. Τα προβλήματα επιδρούν στη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των κατοίκων της. Και η συμπεριφορά αυτή είναι, πολλές φορές, αρνητική. Όπως παντού. Σε όλες τις πόλεις.

Άλλο αυτό, όμως, και άλλο ο διασυρμός της πόλης και των κατοίκων της. Και, μάλιστα, από ανθρώπους που γεννήθηκαν στη Σαλονίκη και ευνοήθηκαν από αυτήν.

Και τα γράφει αυτά ένας έπηλυς που δεν μπορεί, μετά από 45 χρόνια στην πόλη, να απαντήσει στο ερώτημα αν τη Θεσσαλονίκη στοιχειώνουν οι εφιάλτες της ή ζει με τους Εφιάλτες της.

Και ας τελειώσω με τον Καβάφη. Τους το αφιερώνω.

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

 

 

 

U.S. and Israel Should Recognize the Armenian Genocide

0

Turkey’s sensitivities have blocked the move long enough.

 Corrected 
Will he also mark the Armenian genocide?

Photographer: AFP Contributor/AFP

Last week Turkey recalled its ambassadors to America and Israel. That decision came in response to Israeli forces killing 60 Palestinian protestors attempting to cross the Gaza border. Turkish President Recep Tayyip Erdogan called Israeli actions a “genocide” on Turkish TV; Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu shot back on twitter: “I suggest that he not preach morality to us.”

Erdogan’s attack has opened an unanticipated window of opportunity, both in Washington and Jerusalem to break a decades-long refusal to join historians and many governments in recognizing a real genocide that Turkey continues to deny — that against Armenian Christians.
This, of course, is history. The genocide took place during World War I. It was carried out by an Ottoman Turkish caliphate which is long gone. But in the Middle East, history matters. Turkey has made it a policy to baldly deny the genocide, and demand acquiescence in this lie as the price of good relations with Israel and other countries.

In 2011, when France recognized the genocide, Erdogan accused the French of doing even worse in Algeria. Five years later, when Germany followed suit, Erdogan again lashed out. “Look at your own history,” he instructed the government of Angela Merkel. “You are proud of having burned people alive in ovens.”

Despite such rhetoric, almost 30 countries have now officially classified the mass murder of Armenians as “genocide.” Israel and the United States are not among them.

For years, the Armenian community in America has petitioned the government to officially recognize the genocide. U.S. presidents, acting on expert advice and the pressure of the Turkish lobby, have refrained doing so. This year, on “Armenian Remembrance Day,” President Trump issued a statement to mark the occasion that managed to omit the words “Turkey” and “genocide.” Less than a month later, Erdogan rewarded Trump’s kow-towing by labeling him an accomplice to what he called Israel’s genocidal actions against Palestinians. The best answer Trump could give now would be to demonstrate American leadership by officially recognizing the Armenian genocide.

Meanwhile, Erdogan’s outburst and the harassment of the Israeli ambassador on his way home from Ankara, have lit fires in Jerusalem. Two members of Knesset, the ruling Likud Party’s Amir Ohana and Itzik Shmuly from the opposition Zionist Unity Party, have introduced legislation to end Israel’s embarrassing silence on the Armenian issue.

That silence had been a matter of sheer pragmatism. Once, when Turkey was a secular, pro-Western country, Israel relied on it as a strategic partner in a hostile Arab neighborhood. That rationale no longer holds. Israel can now take care of itself. And Erdogan, an aspiring caliph, is now an enemy. Shortly after he accused Israel of mass murder, he received a call from his new best friend, Iranian President Hassan Rouhani, praising him in the name of Islamic solidarity for standing up to the “Big and Little Satan”; that is, the U.S. and Israel.

In Israel, circumstances have altered consciences. Truth is now in style. “It’s not too late to do justice,” says Knesset member Ohana. “When Hitler presented Wehrmacht officers with his plan for mass extermination in Poland, including women and children, he soothed the concerns about the world’s reaction by saying, ‘Who, after all, speaks today of the Armenians?’ For that reason alone we should have already officially recognized this genocide.”

At least five senior ministers in the governing coalition have come out for measures that would punish Turkey and recognize its genocide. So have the speaker of the Knesset and the heads of the major opposition parties. It is hard to recall such trans-partisan enthusiasm.

Still, nothing will change without Netanyahu’s say-so. No legislation can pass without his consent and no new diplomatic policy can be adopted either, as he is also Israel’s foreign minister.

Netanyahu is a strategic thinker, and Turkey, like it or not, is a player in the regional game of thrones now underway. He will officially recognize the Armenian genocide only if he thinks it fits his purposes. That may be the wrong reason, but for once in this debate, for both Israel and the U.S., raw national interest and moral obligation are perfectly aligned: In a war against fanatics, truth is a powerful weapon.

(Corrects author and editor attributions, which were reversed.)

This column does not necessarily reflect the opinion of the editorial board or Bloomberg LP and its owners.

To contact the author of this story:
Zev Chafets at [email protected]

To contact the editor responsible for this story:
Therese Raphael at [email protected]

https://www.bloomberg.com/view/articles/2018-05-21/containing-iran-there-s-an-arab-plan-b