Αρχική Blog Σελίδα 2811

Neo-Ottomanism a myth or reality

0

M Saad ur-Rehman  

Turkey’s pipedreams and NATO’s nightmares

0
Amelia Meurant-Tompkinson 22 May 2018

Turkey’s relationship with NATO is at a nadir. Following its recent incursion into Syria’s Afrin district against NATO-backed Kurdish forces, Ankara now finds itself at loggerheads with the United States and other NATO allies.

More troubling, Turkey’s offensive wouldn’t have been possible without the help of Russia: the operation required Russian clearance for Turkish warplanes to enter Syria’s airspace, and Ankara would have heeded assurances from Russia that Syrian forces wouldn’t attempt to seize exposed Turkish positions in Idlib during the offensive in Afrin.

Then there’s the rapid progress on the controversial deal for Turkey to purchase Russian S‑400 Triumf anti-aircraft weapons systems. Turkey expects to receive the first missiles in July next year. US Assistant Secretary of State for European and Eurasian Affairs Wess Mitchell testified to Congress that the purchase and Ankara’s ‘strategic concessions to Moscow in order to achieve its tactical objectives in Syria’ are ‘gravely concerning’.

Also of concern is Turkish–Russian collaboration on energy security. Last month, Russian President Vladimir Putin and Recep Tayyip Erdoğan discussed the construction of Turkey’s first nuclear power plant. The US$26 billion Akkuyu nuclear power station will provide 10% of Turkey’s daily energy needs. Russia will train the personnel—248 Turkish students have already been educated in Russia in a nuclear technology partnership—and supply the nuclear fuel.

NATO has warned that these affronts to the alliance could lead to ‘necessary consequences’ for Turkey. Buying the Russian air defence system could see Ankara excluded from any integrated NATO air defence system. Some have called for the US to remove its B-61 nuclear warheads based at Turkey’s Incirlik air base.

It’s hard to tell how far such punitive measures will go, but underpinning them is a transformation of NATO in Turkey’s eyes from reliable allies to security threats.

What does seem clear is that punitive measures aren’t enough for NATO to force Turkey and Russia apart. That’s because Russia is helping Turkey address a key priority: increasing Turkey’s energy security is a non-negotiable objective for Erdoğan. Turkey relies on imports for almost three-quarters of its domestic energy consumption. Combined with a weakened currency and stubbornly high inflation, Turkey’s increasing energy insecurity could strain its tenuous social fabric, spelling trouble for Erdoğan. Steady economic growth has helped him stay in power.

And now is a particularly vulnerable time. As I wrote earlier, whether Turkey’s heavy investments in Iraqi Kurdistan’s oil industry will pay off is uncertain. After Baghdad’s recapture of the Kirkuk oil fields from the Kurdistan Regional Government late last year, the status of the 300,000 barrels pumped each day through the Kirkuk–Ceyhan pipeline—one‑third of Turkey’s daily consumption—is unclear.

For those reasons, Erdoğan has agreed to what is for all intents and purposes an uneven deal with Russia. Turkey will pay an average price of 12.35 US cents per kilowatt hour for Akkuyu’s electricity output, around three times the world average. But overpaying isn’t new for Erdoğan. Turkey put aside deeply held animosities with the Kurds to embrace risky oil trade agreements in the past.

The Akkuyu agreement doesn’t suggest that Erdoğan wants to be energy dependent on Russia in the long term. It’s even more implausible that he wants a long-term nuclear partnership with Moscow. Given an option to diversify Turkey’s energy resources—such as the planned nuclear power plant sites in Sinop and Igneada in partnership with France, Japan and China—Erdoğan would certainly take it. Further, his long-term goal has been to make Turkey an energy hub and transit corridor for oil and gas supplies, developing relations and drawing resources from across the Middle East and the Caucasus.

However, Russia has made itself Turkey’s key partner in that effort, forging ahead with the TurkStream gas pipeline. While US criticisms of the Russia–Turkey pipeline are justified, if the US doesn’t offer Turkey feasible alternatives, Erdoğan won’t be listening.

So NATO needs to rethink how it approaches Turkey’s increasing belligerence, and put the country’s energy security front and centre. NATO’s New Strategic Concept calls for it to ‘develop the capacity to contribute to energy security’, but its efforts have fallen short. The concept only involves the ‘protection of critical energy infrastructure and transit areas and lines’. That doesn’t go far enough for Turkey.

More than securing vulnerable energy-related infrastructure in a time of need, NATO needs to address vulnerabilities in the energy security of its member states, as well as scope opportunities for increasing energy resilience.

For as long as Erdoğan fears for Turkey’s energy security, he will continue to look for assistance and alliances wherever they can be found.

Είναι αυτή η Θεσσαλονίκη;

2

Το protagon δημοσίευσε, και οι “Ανιχνεύσεις” αναδημοσίευσαν, ένα κείμενο του κ. Νίκου Μαραντζίδη, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας το οποίο αξίζει τον κόπο να διαβάσετε.
Με αφορμή το κείμενο αυτό θα ήθελα να κάνω ένα πολύ σύντομο σχόλιο.
Η καταδίκη της επίθεσης κατά Μπουτάρη είναι απόλυτη. Δεν συζητάμε, πια, αυτό το ζήτημα. Αλλά, τα σχόλια που την ακολούθησαν έχουν μια υπερβολή , όχι και τόσο ανεξήγητη, που δεν βοηθά την αυτοκριτική διάθεση. Μιλούν για μια Θεσσαλονίκη του παρελθόντος που δεν έχει καμιά σχέση με το σήμερα.Δεν εξιδανικεύω τη σημερινή. Αντιθέτως, στέκομαι κριτικά απέναντί της αλλά σε άλλα ζητήματα. Θα περιμένω να δω τι άλλο γράφεται πριν επιχειρήσω μια δική μου προσέγγιση. Μέχρι τότε, δύο ερωτήματα: τον κ. Μπουτάρη με το υψηλό ποσοστό εκλογής ποιός τον έξέλεξε δήμαρχο; Κάποια άλλη Θεσσαλονίκη; Δεν τον εξέλεξε η σημερινή; Δεύτερον, ο κ. Μαραντζίδης, ο φίλος Νίκος, ως διανοούμενος που ξεπέρασε τα όρια της πόλης δεν έχει ευθύνες για το δημόσιο λόγο και τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης της πόλης και των κατοίκων της; Αν δεν έχουν ευθύνη διανοούμενοι σαν το Νίκο Μαραντζίδη ποιός έχει; Ο άνθρωπος της βιοπάλης που αγωνίζεται να επιβιώσει στην κυριολεξία;

Π.Σ.

Το Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα

16

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΟΥΝΗΣ Βαλκανιολόγος, Διεθνολόγος, Ερευνητής του Επιστημονικού Οργανισμού Ε.Κ.Ε.Ο.- Δημοσίευση στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

Σκέψεις-Προτάσεις για την

Αναδιοργάνωση και τον Επανεξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, προς την

κατεύθυνση αντιμετώπισης τρεχουσών και αναδυόμενων απειλών. Η περίπτωση συνεργασίας με το Ισραήλ

Μάιος 2018   ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ No 91/2018

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ & ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας 49, 10676, Αθήνα

Τηλ. 210 7257 110, Fax 210 7257 114, E-mail [email protected], www.eliamep.eu

Copyright © 2018

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΕΛΙΑΜΕΠ)1

Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας 49, 10676, Αθήνα

Τηλ: (+30) 210 7257110-1, fax: (+30) 210 7257114,

e-mail: [email protected], url: www.eliamep.gr

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος

1 Το ΕΛΙΑΜΕΠ δεν υιοθετεί ως ίδρυμα πολιτικές θέσεις. Καταβάλλει μάλιστα προσπάθεια να παρουσιάζονται στα πλαίσια των εκδηλώσεων του και στο μέτρο του δυνατού όλες οι υπάρχουσες απόψεις. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αναλύσεις και οι γνώμες που δημοσιεύονται στις σειρές του θα πρέπει να αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και να μην θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του ιδρύματος, του διοικητικού συμβουλίου του, της διεύθυνσης ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζομένων φορέων.

Σύντομο Βιογραφικό:

Ο Νικόλαος Παούνης είναι αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας όπου συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην  κατεύθυνση  “Ιστορία  και  Πολιτισμός  στη  Ν.Α.  Ευρώπη”.  Το  2017  εισήχθη  στο  Π.Μ.Σ.  του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με κατεύθυνση τις Στρατηγικές Σπουδές. Το 2013 δημοσίευσε το πρώτο πόνημα με τίτλο “Ίμια 1996’. Το 2016 δημοσίευσε την επιστημονική συγγραφική εργασία: “Ιστορική και Κριτική Προσέγγιση της Ανθρωπιστικής Επέμβασης. Περιπτωσιολογία, Νομικά και Θεωρητικά Ζητήματα. Το Κοσσυφοπέδιο” (Εκδόσεις Ινφογνώμων). Συμμετείχε σε 3 πανεπιστημιακά συνέδρια (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου) όπου παρουσίασε έρευνες σχετικά με θέματα διεθνούς πολιτικής και ιστορικά ζητήματα. Πραγματοποίησε επιστημονικές δημοσιεύσεις και δημοσιοποιήσεις άρθρων σε έγκυρα περιοδικά (Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αιγαίου, ΕΛΙΑΜΕΠ, Foreign Affairs, CNN, Στρατηγική κ.ά.), σε εφημερίδες (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), καθώς επίσης και  σε ιστοχώρους ευρείας επισκεψιμότητας με θεματολογία που άπτεται της επιχειρησιακής διάστασης της σύγκρουσης Ισραήλ-Χεζμπολά στο Λίβανο, τον Υβριδικό Πόλεμο, τη Συριακή κρίση, τη Σινο-αμερικανική αντιπαράθεση, θέματα στρατιωτικών Δογμάτων, τη διεθνοπολιτική διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για το Διεθνές Δίκαιο και το ιστορικό των ανθρωπιστικών επεμβάσεων κ.ο.κ. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: η Θεωρία Πολέμου & η φύση των σύγχρονων συγκρούσεων, το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η νεότερη βαλκανική ιστορία, το νομικό σύστημα των διεθνών επεμβάσεων, θέματα στρατιωτικής οργάνωσης της σύγχρονης τουρκικής κρατικής οντότητας κ.ά.  Ήταν συνεργάτης του Ινστιτούτου Geostrategic Forecasting Corporation of Chicago, ενώ από τον Ιούνιο του 2017 εργάζεται ως ερευνητής του επιστημονικού οργανισμού Ε.Κ.Ε.Ο. Ομιλεί Αγγλικά, Τουρκικά και τη γλώσσα της Π.Γ.Δ.Μ.

Περίληψη:

Η εκτράχυνση της τουρκικής προκλητικότητας σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση του μακρόπνοου και μεγαλεπήβολου τουρκικού εξοπλιστικού προγράμματος, θέτει την Ελλάδα ενώπιον πρωτοφανών συνθηκών απειλής κατά των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Παράλληλα οι μεταστροφές που παρατηρήθηκαν σε επίπεδο τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ενδεχομένως να φέρουν τις δύο χώρες τα αμέσως επόμενα χρόνια προ ενός «θερμού» επεισοδίου, όπως εκτιμούν έγκυροι αναλυτές. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση που επί 8 συναπτά έτη μαστίζει τη χώρα, και παράλληλα από την πολιτική «αυτοαφοπλισμού» που ακολουθείται διαχρονικά από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, εξαιτίας της σκανδαλολογίας που κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο κατά τα παρελθόντα έτη. Νομοτελειακά ο συσχετισμός ισχύος στο Αιγαίο άρχισε να ανατρέπεται, και το παρόν κείμενο καλείται να απαντήσει για το «τι δέον γενέσθαι», προκειμένου να οργανωθεί μια αποτελεσματική αποτρεπτική δύναμη, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των υφιστάμενων περιορισμών σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό.

Λέξεις Κλειδιά:

Ένοπλες Δυνάμεις, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πόλεμος, Διακρατική σύγκρουση, Ισορροπία Ισχύος, Ελληνική εξωτερική Πολιτική, Αμυντικό Δόγμα, Πολεμική Αεροπορία, Πολεμικό Ναυτικό, Στρατός Ξηράς, Διακλαδικότητα.

Περιεχόμενα

Εισαγωγή……………………………………………………………………………………. 4

Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα (συνοπτικά)……………………………………….. 5

Προτάσεις για Αναπροσαρμογή Επιχειρησιακού Προσανατολισμού………………. 7

Πολεμική Αεροπορία…………………………………………………………………….. 9

Πολεμικό Ναυτικό………………………………………………………………………. 11

Στρατός Ξηράς…………………………………………………………………………… 11

Διακλαδικότητα…………………………………………………………………………. 12

Συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ ……………………………………………………………………………… 13

Παράρτημα………………………………………………………………………………… 14

Το Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα. Σκέψεις-Προτάσεις για την Αναδιοργάνωση και τον Επανεξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης

τρεχουσών και αναδυόμενων απειλών. Η περίπτωση συνεργασίας με το Ισραήλ

Εισαγωγή

 Οι προτάσεις για την αναδιοργάνωση κατατίθενται εφόσον ελήφθησαν υπόψη οι εξής παράγοντες: α) μορφή υπαρκτών και αναδυόμενων απειλών σε βάθος 5ετίας και πλέον β) υφέρπουσα οικονομική κρίση, πελιδνή δημοσιονομική κατάσταση και περιορισμένοι οικονομικοί πόροι, γ) γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά ελλαδικής επικράτειας, δ) δημογραφικό πρόβλημα, ε) εξελίξεις στρατιωτικής τεχνολογίας σε παγκόσμιο επίπεδο, στ) εγχώρια πολεμική βιομηχανία πεπερασμένων ικανοτήτων, ζ) περιορισμένο χρονικό πλαίσιο εξαιτίας του ιδιότυπου δεκαετούς ‘αυτοαφοπλισμού’ και της συνεπαγόμενης ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεων.

Ως κύρια απειλή για την ελληνική επικράτεια, θεωρήθηκε αυτονόητα η περίπτωση της Τουρκίας και συνυπολογίστηκαν οι κάτωθι παράμετροι: α) εύρος τρέχοντος εξοπλιστικού προγράμματος (του οποίου πτυχές αναλύουμε παρακάτω), σε συνδυασμό με το ποσοστό εθνικής αμυντικής αυτάρκειας σε ποσοστό 65%2 β) πρόσφατες εμπλοκές των Τ.Ε.Δ. σε πολεμικές επιχειρήσεις3, γ) εφαρμογή εκ μέρους της Τουρκίας κατά της Ελλάδας, ενός «Μεταμοντέρνου Πολέμου», δ) πληθυσμιακή «έκρηξη», κοινωνικά πρότυπα και κοινωνικές πεποιθήσεις περί απωλειών πολέμου, ε) στρατηγικός και στρατιωτικός σχεδιασμός όπως γνωστοποιήθηκε μετά  και  την  αναθεώρηση  του  τουρκικού  αμυντικού  δόγματος  (Türkiye’nin Milli Güvenlik Stratejisi)4, στ) διφορούμενες εκτιμήσεις για την πορεία της τουρκικής οικονομίας5 (π.χ. το ενδεχόμενο «υπερθέρμανσης»)6.

————————–

2               Έκθεση          Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου          2017         της          Έδρας          Στρατηγικών         Σπουδών          Θουκυδίδης. http://thucydides.gr/index.php/ektheseis-2/154-2018-01-18-07-42-06
3 Παούνης Νικόλαος: Ανασκόπηση της δράσης των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο του Αφρίν. DefenceReview 24 Mαρτίου 2018: https://defencereview.gr/anaskopisi-tis-drasis-ton-toyrkikon-enoplon-dynameon-sto-metopo-toy-afrin/
4 Nurullah Aydin Türkiye’nin Milli Güvenlik Stratejisi.2008.

————————–

Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα (συνοπτικά)

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τείνει να μεταβληθεί προς τρεις κύριες κατευθύνσεις: α) διολίσθηση προς πολιτικές «Hostage Taking Policy»7, β) μετατροπή των αμφισβητήσεων σε «αδιαμφισβήτητη» κυριαρχία8, γ) διαπραγμάτευση σε διπλωματικό επίπεδο και παράλληλα επί του πεδίου της μάχης.

Οι παραπάνω αλλαγές προϋποθέτουν τη διατήρηση ισχυρού στρατεύματος το οποίο θα δύναται να υλοποιήσει στο έπακρο τις εθνικές επιδιώξεις. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Τουρκίας, καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις Αρχές και το Δόγμα Πολέμου, στα οποία αναφέρθηκα διεξοδικά στη διάρκεια επιστημονικού συνεδρίου9.

Το τουρκικό εξοπλιστικό πρόγραμμα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και διαρθρώνεται κυρίως ως κάτωθι:10

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα για το Στρατό Ξηράς περιλαμβάνει το πρόγραμμα ανάπτυξης εθνικού άρματος μάχης (ALTAY) και θα αφορά την εγχώρια κατασκευή 250 (+750) νέων αρμάτων για τις χερσαίες δυνάμεις. Το όχημα PARS (8×8) και το ΤΟΜΑ Tulpar (που θα συνοδεύει τα άρματα ALTAY), το οποίο ενσωματώνει 100% τουρκικά όπλα, αισθητήρες και συστήματα, σχεδίασης Otokar. Πρόγραμμα αναπτύξεως πυραύλων επιφανείας-επιφανείας Bora/Khan (εμβέλεια 280 km)11, και 4 εκδόσεις πυραύλων J-600T Yıldırım, εκ των οποίων η τελευταία (IV) θα έχει εμβέλεια έως 2.500 χλμ. (δυνατότητα εξοπλισμού και με χημικές κεφαλές). Κατασκευή πλωτών γεφυρών εφόδου Samur, Πολλαπλών Εκτοξευτών Πυραύλων T- 122 Sakarya, και σύγχρονων πυροβόλων (370 αυτοκινούμενα οβιδοβόλα T-155 Firtina των 155mm, 160 ρυμουλκούμενα Panter 155mm). Επιπλέον, 336 τακτικά τεθωρακισμένα τροχοφόρα οχήματα μαζί με 1.075 οχήματα φορείς όπλων και 2.720 τροχοφόρα οχήματα, έρχονται να προστεθούν στο δυναμικό του Στρατού (Kirpi, Kobra, Ejder κ.α.).

—————————————–

Σύμφωνα με τη World Bank (2018), Broad-Based Upturn, but for How Long?, Global Economic Prospects, January 2018, http://www.worldbank.org/en/publication/global-economic-prospects5 Σύμφωνα με τη World Bank ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ κυμάνθηκε στο 6,7%, ο Πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 11,9%, το Δημόσιο Χρέος αποκλιμακώθηκε στο 28,2% του ΑΕΠ και η Ανεργία μειώθηκε στο 10,3%. Επομένως εκ πρώτης όψεως, τα βασικά μεγέθη αντικατοπτρίζουν μια ακμάζουσα οικονομία.
6 Les Echos. Michel de Grandi. Turquie affiche une vigueur economique inattendue. 11/12/17.
7 Turkey’s New Policy is Hostage Taking. Nate Shenkkan. 02/03/2018 http://foreignpolicy.com/2018/03/02/turkeys-new- foreign-policy-is-hostage-taking/
8 Ροζάκης Χρήστος. Τα ελληνοτουρκικά σε έξαρση και πώς να τα αντιμετωπίσουμε. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16/04/2018: http://www.kathimerini.gr/958953/article/epikairothta/politikh/ar8ro-xr-rozakh-sthn-k-ta-ellhnotoyrkika-se-e3arsh-kai-pws- na-ta-antimetwpisoyme
9  Παούνης  Νικόλαος. Επιστημονικό Περιοδικό            ΚΕΜΜΕΠ τεύχος                23:
http://www.kemmep.gr/images/Periodiko/teyxos23/KEMMEP_23_Turkey_geopolitics.pdf
10 Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα. Ανατροπή Στρατιωτικής Ισορροπίας. Παρέμβαση Παούνης στην Εκπομπή Τομές στην Επικαιρότητα. Δεκέμβριος 2015. https://youtu.be/DtfUOtktcQM
11 http://www.military-today.com/missiles/khan.htm
———————————————————————————————————

Εθνικό πρόγραμμα για 51+40 ελικόπτερα τύπου Τ-129 ΑΤΑΚ (ιταλοτουρκικής κατασκευής τα οποία ενεπλάκησαν στην επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» με ικανοποιητικά αποτελέσματα, παρά την απώλεια μιας μονάδας)12. Ανανέωση ελικοπτέρων γενικής χρήσεως με το S-70 στο πλαίσιο συμπαραγωγής η οποία θα αποδώσει 121 μονάδες για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις λοιπές κρατικές υπηρεσίες. Επαύξηση δυνατοτήτων στον τομέα της αερομεταφοράς συντελείται και με την προμήθεια 8 CH-57F Chinook.

Ευρύτατο πρόγραμμα κατασκευής μη επανδρωμένων αεροχημάτων Altinay, Baykuş, Keklik, 10 MALE ANKA-S13, Bayraktar/TB2, Vestel Karayel. Μάλιστα τα Bayraktar-TB2 φέρουν εγχώριας κατασκευής πυραύλους UMTAS/MAM-L (δοκιμάστηκαν εξίσου επιτυχώς στο Afrin). Επιπλέον αναπτύχθηκαν αναλώσιμα drones για επιθέσεις «καμικάζι», υπό την επωνυμία STM Alpagu και Kargu, και UAV ηλεκτρονικού πολέμου Togan14. Τέλος, στο αεροπορικό σκέλος των εξοπλισμών προέχει η απόκτηση 116-

119 μαχητικών αεροσκαφών F-35 (100 F-35A + 16-19 F-35B για επιχειρήσεις από το υπό ναυπήγηση σκάφος Anadolu), η ένταξη 4 «Ιπτάμενων ραντάρ» (ΑΣΕΠΕ) MESA Β-737, η προμήθεια 10 μεταφορικών αεροσκαφών τύπου Α-400Μ, 2 αεροσκαφών διοίκησης και ελέγχου Gulfstream η κατασκευή των εκπαιδευτικών Hürkuş, και η σχεδίαση του εθνικού μαχητικού TF-X (αντικαταστάτης των F-16).

Πρόγραμμα ναυπηγήσεως του εθνικού πλοίου MILGEM, ως βάση για τη ναυπήγηση 8 κορβετών και 4 φρεγατών για το Τουρκικό Ναυτικo15. Πρόγραμμα προμήθειας 15 ελικοπτέρων SAR για τις ανάγκες της Διοίκησης Ασφάλειας Ακτών. Ναυπήγηση έξι υποβρυχίων Type 214, αντίστοιχα των ελληνικών

«Παπανικολής». Ναυπήγηση 16 περιπολικών τύπου P1200. Ένταξη δυο αποβατικών πλοίων LST (Bayraktar & Sancaktar), και 8 ταχέα αποβατικά LCT. Ναυπήγηση 1 πλοίου αμφίβιας εφόδου LPD, το περίφημο mini- αεροπλανοφόρο “Anadolu” με δυνατότητα μεταφοράς 1 τάγματος πεζοναυτών, ελικοπτέρων και ικανού αριθμού ΤΟΜΠ/ΤΟΜΑ, από το οποίο θα μπορούν να προς-απονηώνονται F-35B16. Ανάπτυξη τεχνολογιών υποβρύχιων οπλικών συστημάτων όπως το Ahtapot της Aselsan. Κατασκευή αντιπλοϊκών βλημάτων Atmaca, με συνολική εμβέλεια 222km (συνεργασία Roketsan-Armerkom)17, και τέλος ναυπηγήσεις πλοίων ερευνών (Barbaros), συλλογής πληροφοριών, ωκεανογραφικών κ.α.

Τα Διακλαδικά προγράμματα περιλαμβάνουν τα κάτωθι: ολοκληρωμένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου Hava Kuvvetleri Bilgi, και τοποθέτηση σε τροχιά 26 συνολικά δορυφόρων διαφόρων κατηγοριών (π.χ. τηλεπικοινωνιακούς, επιτηρήσεως για συλλογή πληροφοριών από το διάστημα σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο18. Μακροπρόθεσμα προγραμματίζεται η δημιουργία κέντρου εκτοξεύσεως δορυφόρων, και η ανάπτυξη σχετικών συστημάτων για στρατιωτική χρήση και για προσδιορισμό θέσεως (GPS). Παράλληλα δημιουργήθηκε Διεύθυνση Άμυνας Κυβερνοχώρου. Ανάπτυξη συστημάτων Η/Π (παρεμβολείς KORAL-

——————————————————————————————————–
13 Φέρουν κεραία SATCOM και ο επίγειος σταθμός OSEM θα συνεργάζεται με το δορυφόρο Turksat4B.12 https://www.army-technology.com/projects/agusta/
14 https://www.stm.com.tr/tr
15 Πρόθεση εκ μέρους του Πακιστάν για απόκτηση 4 Κορβετών Milgem και αριθμού ελικοπτέρων ATAK: https://aa.com.tr/en/turkey/turkey-signs-deal-to-produce-4-corvettes-with-pakistan/815631
16 https://turkishnavy.net/tag/lpd/
17 https://www.defensenews.com/land/2015/07/18/turkey-advances-indigenous-missile-programs/
18 Περισσότερες λεπτομέρειες στο Παράρτημα Ι.
——————————————————————————————————-

ED/ET)19, κρυπτογραφικών συσκευών, διακλαδική προστασία επικοινωνιών των μονάδων με τα επιτελεία, κέντρα ακροάσεως, αισθητήρες κλπ.

Ένα από τα επιτεύγματα του τουρκικού ιδρύματος επιστημονικών και τεχνολογικών ερευνών TÜBİTAK, είναι το στρατηγικού επιπέδου ψηφιακού δικτύου επικοινωνιών TAFICS, για την συνεργασία των Κλάδων και η επικοινωνία με φωνητικά δεδομένα, αποστολή εγγράφων, εικόνων, φωτογραφιών, υψηλής ποιότητας και ταχύτητας. Επίσης δόθηκε έμφαση στην ανάπτυξη των ρομποτικών εφαρμογών.

Τέλος υπάρχει σε εξέλιξη ευρύτατο προγράμματα αναπτύξεως όπλων και αισθητήρων, όπως το βλήμα cruise SOM, βόμβες και πυρομαχικά διαφόρων ειδών και δυνατοτήτων, πύραυλοι αέρος-αέρος Bozdoğan («Νανογέρακο» βλήμα μέσου μεγάλου βεληνεκούς), Gökdoğan («Πετρίτης», βλήμα μικρού βεληνεκούς), τορπιλών (AKYA), αντιαρματικών βλημάτων UMTAS και ρουκετών Cirit (προσαρμόζονται και σε επιθετικά ελικόπτερα και UAV), τυφέκια ελευθέρων σκοπευτών κλπ.

Πρόσφατα επελέγη ως το νέο α/α σύστημα μεγάλου βεληνεκούς το ρωσικό S-400, ενώ εξετάζεται και η προμήθεια πυροβολαρχιών SAMP (μάλλον εναλλακτικά). Επίσης βρίσκεται σε εξέλιξη η προμήθεια 45 αντιαεροπορικών εκτοξευτών για χαμηλά ύψη με σκοπό την προστασία βάσεων (HISAR-A), καθώς και το Α/Α σύστημα κάλυψης φαλαγγών Korkut SPAAG ACV-30.

Τέλος επισημαίνεται η ενδεχόμενη πρόθεση της γείτονος χώρας να μετεξελιχθεί από συμβατική σε πυρηνική δύναμη. Η συνεργασία με το Πακιστάν σε επίπεδο στρατηγικών εταίρων πιθανόν να περιλαμβάνει και αντίστοιχες πτυχές20.

Προτάσεις για Αναπροσαρμογή Επιχειρησιακού Προσανατολισμού

 Σύμφωνα με την πρόταση του υπογράφοντος, θα πρέπει να υπάρξει αναπροσαρμογή του Επιχειρησιακού Δόγματος προς δύο κύριες κατευθύνσεις: α) Απαγόρευση- Αντιπρόσβαση, β) Αποτροπή.

Η αναπροσαρμογή του Επιχειρησιακού Δόγματος, θα συμπαρασύρει προς αντίστοιχη «φορά» το Δόγμα

 Εκπαίδευσης, τη χωροταξική διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων και τις προμήθειες οπλικών συστημάτων (οι οποίες θα γίνουν με όρους διαφάνειας μέσω Συμβάσεων που θα περιέχουν ποινικές ρήτρες υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου).

Η Αντιπρόσβαση-Απαγόρευση(Anti-Access Area Denial/A2/AD) μιας περιοχής αναφέρεται στην άρνηση χρήσης των οδών προσέγγισης ενός γεωγραφικού χώρου (π.χ. Αιγαίο Πέλαγος), δια πυρών, δημιουργώντας «Μη Γραμμικής Φύσεως Απειλές» κατά του αντιπάλου21. O καθηγητής Κ. Γρίβας αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα δημιούργησε αντίστοιχη ικανότητα στην Κίτρινη Θάλασσα προκειμένου να απαγορεύσει την πρόσβαση στο ισχυρότερο Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό (και στις αεροπορικές του

————————————————————————————————————
20
Το Πακιστάν εξαιτίας της διαμάχης του με την Ινδία για το Κασμίρ, ανέπτυξε τεχνολογία κατασκευής πυρηνικών όπλων και εκτιμάται ότι υπάρχουν στο εθνικό οπλοστάσιο 100 και πλέον κεφαλές.19 http://www.kokpit.aero/koral-dusman-radar-koredecek
21 The Diplomat. Know the Asia Pacific. https://thediplomat.com/tag/anti-accessarea-denial-a2ad/
———————————————————————————————————-

δυνάμεις)22. Οι Κινέζοι ιθύνοντες φαίνεται πως έχουν καταλάβει ότι θα ήταν μάταιο και πολύ δαπανηρό να προσπαθήσουν να αναπτύξουν συμβατικές αεροναυτικές δυνάμεις ώστε να αντισταθμίσουν την αμερικανική ισχύ. Δια τούτο επένδυσαν σε μια σειρά από ασύμμετρες ικανότητες «Αντιπρόσβασης- Άρνησης Περιοχής», με στόχο την εκδίωξη του U.S.Navy μακριά από τις κινεζικές ακτές και την εξασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας στο ζωτικό θαλάσσιο χώρο23.

Η δημιουργία συνθηκών Anti-Access Area Denial, προϋποθέτει διευρυμένη ικανότητα στο δικτυοκεντρικό πόλεμο (NCW)24, μέσα από τη διασύνδεση UAV’s, δικτύου ραντάρ επιφανείας τα οποία θα καλύπτουν αποτελεσματικά την καθ’ ἡμᾶς θάλασσα, και συστοιχίες εκτοξευτών πυραύλων (αντιαεροπορικών και αντιπλοϊκών). Στην τελευταία περίπτωση, πέραν των επάκτιων συστοιχιών με νορβηγικής κατασκευής NSM Kongsberg25, μπορούν να προστεθούν οι νέες εκδόσεις του ATACM’s (η Ελλάδα ήδη διαθέτει 153 πυραύλους χωρίς όμως αντιπλοϊκές ικανότητες) με προφανή πλεονεκτήματα i) τη μείωση της πολυτυπίας, ii) την απόκτηση πρώιμων ικανοτήτων εξαπόλυσης διαχωρικών πυρών.

Το πλεονέκτημα από την εφαρμογή του Anti-Access Area Denial έγκειται 1) στην ασύμφορη αύξηση απωλειών του αντιπάλου σε υλικούς και ανθρώπινους πόρους, 2) δημιουργία αβεβαιότητας και άγχους στα αντίπαλα πληρώματα και συνεπώς αποφυγή του Αιγαίου εξαιτίας της ενεδρεύουσας πυραυλικής απειλής, 3) υπερβολική φθορά δυνάμεων προκειμένου να εντοπίσουν και να εξαρθρώσουν το ολοκληρωμένο δίκτυο (με αποτέλεσμα την πιθανή παραίτηση από την εν λόγω προσπάθεια, εφόσον αυξηθούν ραγδαία οι απώλειες του), 4) την εξοικονόμηση ανθρώπινων και υλικών πόρων εκ μέρους της Ελλάδας.

Η Αποτροπή αποτελεί πολιτική αρχή που αποσκοπεί στη δημιουργία της πεποίθησης στον εν δυνάμει αντίπαλο, ότι το κόστος μιας πιθανής πολεμικής ενέργειας θα υπερβεί κάθε πιθανό κέρδος. Στην πραγματικότητα ο όρος «Deterrence» απέκτησε ουσιώδη διάσταση μετά την εμφάνιση των πυρηνικών όπλων, όπου το ΝΑΤΟ είχε κλιμακώσει σε 4 συνολικά επίπεδα, τη χρήση τν προαναφερθέντων.

Στην ελληνική περίπτωση ο όρος Αποτροπή συνίσταται σε τρία βασικά στοιχεία: αμυντική επάρκεια, ευέλικτη ανταπόδοση, αμυντική κάλυψη κυπριακής Δημοκρατίας26. Η Ελλάδα δεν κατόρθωσε «εν τοις πράγμασι» να εφαρμόσει αποτελεσματική πολιτική αποτροπής έναντι της τουρκικής απειλής, ενώ στη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων η πολιτική αυτή δεν λειτούργησε αποτελεσματικά, σύμφωνα με την εκτίμηση πολλών αναλυτών27.
——————————————————————————————————————
23 Ibid. σελ.98.22 Γρίβας Κωνσταντίνος. Η Στρατιωτική Άνοδος της Κίνας. Η Γεωπολιτική του Πολέμου στη Μέση Ανατολή. Εισαγωγή στη Γεωγραφία των Πολεμικών Τεχνολογιών. Εκδόσεις Λιβάνη. 2013.
24 David S. Alberts , John J. Garstka, Frederick P. Stein “NETWORK CENTRIC WARFARE – Developing and Leveraging Information Superiority” 2nd Edition. ISBN1-57906-019-6
25 Με εμβέλεια μεγαλύτερη των 185 χλμ, οι συστοιχίες των NSM Kongsberg μπορούν να εγκατασταθούν στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις αντιαεροπορικών της Π.Α. (π.χ. Σκύρος, Χορτιάτης κ.α.) και του Σ.Ξ. (Υμηττός, Κύμη κ.α.) ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, γεγονός το οποίο θα συνεπάγονταν επιπλέον δαπάνη.
26 Επίτομη Παγκόσμια Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια. Στρατηγικές Εκδόσεις. Σελ.226.
27            Παούνης        Νικόλαος        ΕΛΙΑΜΕΠ        02/12/17.       Η        κρίση        των        Ιμίων.        http://www.eliamep.gr/wp- content/uploads/2017/12/87_2017_-WORKING-PAPER-
_%CE%A0%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%98.-
%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82.pdf
—————————————————————————————————————-

Η Αποτροπή οφείλει να «οικοδομηθεί» στην κατεύθυνση της επαύξησης των επιθετικών δυνατοτήτων των ενόπλων δυνάμεων, ώστε να αυξηθεί η ικανότητα πρόκλησης συντριπτικού πλήγματος στις υποδομές, στον οικονομικό ιστό και στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του αντιπάλου. Αυτό συνεπάγεται άμεση ενίσχυση των ικανοτήτων κρούσης της Πολεμικής Αεροπορίας, συγκρότηση σύγχρονου συστήματος συλλογής και μετάδοσης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, επέκταση του πυραυλικού αποθέματος.

Προκειμένου να υποστηριχθούν οι δύο κύριοι άξονες (Αντιπρόσβαση-Αποτροπή), επιγραμματικά και ανά Κλάδο, θα μπορούσαν να υλοποιηθούν αλλαγές όπως παρακάτω:

Πολεμική Αεροπορία

 Η Πολεμική Αεροπορία από το 1974 και εξής είναι ο Κλάδος ο οποίος δίνει καθημερινή μάχη υπεράσπισης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, εξαιτίας της ταχύτητας, της εμβέλειας και του μεταφερόμενου όγκου πυρός που δύναται να μεταφέρει ένα αεροσκάφος, ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας, καθίσταται μονόδρομος η «πρωτοκαθεδρία» στην ενίσχυση του Όπλου.

 Ως προς τη διάρθρωση του στόλου: Η Πολεμική Αεροπορία διατηρεί σε υπηρεσία 230 τακτικά μαχητικά σε 11 Μοίρες Α/Φ, εκ των οποίων 154 F-16 (ποσοστό 67%), 42 Mirage 2000/-5Mk2 (18,3%) και 34 F-4E PI2000 (14,7%). Την τρέχουσα περίοδο, το πρόγραμμα αναβάθμισης 84 F-16 στο επίπεδο Viper αποτελεί την κορυφαία προτεραιότητα διακλαδικά. Προσωπική εκτίμηση αποτελεί η εγκατάλειψη του Προγράμματος Viper, η αναβάθμιση των 124 F-16 στο επίπεδο Advanced Μ CCIP (124 + 30 υπάρχοντα Μ), γεγονός το οποίο θα αποκλιμακώσει το κόστος, η πώληση των 24 Mirage2000-5 (για να γίνει δελεαστικό το πακέτο πώλησης, να συμπεριληφθεί η δωρεάν παραχώρηση των Mirage2000EGM/BGM), και η απόσυρση των F-4E μετά την εκμετάλλευση των εναπομεινάντων ωρών πτήσης. Η είσπραξη από την πώληση των Mirage2000 θα διατεθεί στο πρόγραμμα απόκτησης ΝΜΑ.

O μελλοντικός στόλος της Π.Α. θα διαθέτει περίπου 150 F-16 σε επιθετικούς ρόλους και αποστολές αναγνώρισης (DB-110), και 40-50 ΝΜΑ σε ρόλους Αναχαίτισης-Αεροπορικής Υπεροχής, ενώ θα δοθεί προτεραιότητα και στην απόκτηση μεταχειρισμένων UAV’s/UCAV’s (Heron, Harop κ.α.) ώστε να μπορεί να εφαρμοστούν αποτελεσματικά αποστολές «Δικτυοκεντρικού Πολέμου». Κατά συνέπεια θα ανανεωθεί ο στόλος άμεσα με σύγχρονα αεροσκάφη, και παράλληλα θα επιτευχθεί μέγιστος βαθμός ομοιοτυπίας με πολλαπλά οφέλη σε επίπεδο λογιστικής υποστήριξης.

Όσον αφορά τα ΝΜΑ μπορούν να αποκτηθούν με διεθνούς εμβέλειας διαγωνισμό και με όρους διαφάνειας, ενώ η επιλογή θα γίνει με κριτήρια i) οικονομικά, ii) επιχειρησιακά, iii) ύψους αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Απαραίτητο επιχειρησιακό κριτήριο θα πρέπει να είναι η ενσωμάτωση ραντάρ κατηγορίας AESA και συστήματος παθητικής κατόπτευσης στόχων IRTS, ώστε με τις κατάλληλες τακτικές, να δύναται να εντοπιστεί στόχος χαμηλής Η/Μ ακτινοβολίας (π.χ. F-35). Για παράδειγμα η απόκτηση του Σουηδικού Gripen NG (E/F)28, πέραν του χαμηλού κόστους απόκτησης/λειτουργίας, στα Α/Ω θα μπορούσε να ενταχθεί και η υποχρέωση της κατασκευάστριας SAAB να «διασυνδέσει» με αρτηρία μεταφοράς δεδομένων τα υπό απόκτηση μαχητικά με τα υπάρχοντα ιπτάμενα ραντάρ EMB-145 Erieye AEW/C29.

——————————————————————————————————————28http://www.gripenblogs.com/Lists/Categories/Category.aspx?CategoryId=6&Name=GRIPEN+NG      29 https://www.haf.gr/arsenal/erieye-emb-145h-aewc/
————————————————————————————————————

Παράλληλα η SAAB υπόσχεται τη μεταφορά υποκατασκευαστικού έργου στον υποψήφιο αγοραστή, όπερ μεθερμηνευόμενον εστί, μεταφορά τεχνογνωσίας και δημιουργία θέσεων εργασίας. Τα ΝΜΑ θα κληθούν να «σηκώσουν» το βάρος των αναχαιτίσεων τα επόμενα έτη, ενώ για απειλές χαμηλού κόστους (τουρκικά drones/UAV’s), η Π.Α. μπορεί να εξετάσει την περίπτωση των T-6 Texan.

 Ως προς την απόκτηση όπλων: Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση της κύριας αποστολής της Π.Α. θα είναι η απόκτηση όπλων κατηγορίας standoff και cruise. Ως προς τους Scalp σε περίπτωση πώλησης των Mirage2000 η παρουσία τους στο ελληνικό οπλοστάσιο θα εξαρτηθεί από το ΝΜΑ. Αν το επιλεχθέν μαχητικό είναι συμβατός φορέας του όπλου (EF-2000, Gripen NG, Rafale F.3TR), τότε το όπλο θα αξιοποιηθεί άμεσα, διαφορετικά θα προωθηθούν προς πώληση. Αξίζει να επισημανθεί ότι στη διάρκεια των πρόσφατων γαλλικών επιθέσεων στη Συρία, εκφράστηκαν υπόνοιες περί τεχνικών αστοχιών του όπλου30. Βλήματα standoff χαμηλού κόστους/υψηλής ευκρίνειας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα ισραηλινής κατασκευής SPICE-2000, για τα οποία υπήρξε στο παρελθόν εκπεφρασμένη πρόθεση απόκτησης 400 συνολικά συλλογών (kits)31. Για τα όπλα cruise, η Π.Α. οφείλει να στραφεί προς τα AGM- 158 JASSM ER32, τα οποία απέδωσαν εξαιρετικά κατά τις πρόσφατες επιδρομές στη Συρία33. Με εμβέλεια που υπερβαίνει 1.000 km, το όπλο μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ακόμη και την απειλή των συστοιχιών S-400, αρκεί να εφαρμοστεί τακτική «κορεσμού».

Αξίζει να επισημανθεί ότι ελληνική εταιρεία αποπειράθηκε να αναπτύξει βλήμα standoff (BSK HCS-1 Macedon) αλλά ουδέποτε τούτο υλοποιήθηκε, και ίσως θα άξιζε της προσοχής των ιθυνόντων μεταγενέστερα.

 Ως προς την Α/Α Άμυνα: Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιος ο εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων Α/Α συστημάτων και η αναβάθμιση των Radar επιτήρησης των ΜΣΕΠ, ώστε να αντιμετωπιστούν οι νεοεισερχόμενες στο τουρκικό οπλοστάσιο, απειλές. Σε όλες τις περιπτώσεις, καίριος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του Ισραήλ, όπως θα επισημανθεί στη συνέχεια.

 Ως προς τη χωροταξική διάταξη: η μαζική απόκτηση από την Τουρκική Πολεμική Αεροπορία πυραύλων χαμηλού Η/Μ ίχνους SOM–B/J με εμβέλειες 150/500+ χλμ. (σε συνδυασμό με το F-35) αλλάζει άρδην τα δεδομένα της απειλής και δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για ένα μαζικό συντριπτικό πλήγμα κατά της Π.Α34. Αν για παράδειγμα ένα τουρκικό «πακέτο» (comao) κατορθώσει να φτάσει στις Σποράδες (όχι απίθανο βάσει των έως σήμερα, παραβιάσεων), μπορεί να καταστρέψει ταυτόχρονα τρεις από τις έξι κύριες εγκαταστάσεις της Π.Α (Λάρισα, Αγχίαλος, Τανάγρα). Η διάταξη της Π.Α. επέτρεπε την αντιμετώπιση της απειλής μέχρι και τα τέλη του 2010, οι επιθετικές δυνατότητες όμως της Τ.Η.Κ. αναβαθμίστηκαν γεωμετρικά. Προτείνεται ενδεικτικά η μεταφορά των δραστηριοτήτων της Ν. Αγχιάλου στο Άκτιο, και η μετάπτωση της 111 Π.Μ. σε αεροδρόμιο μεταστάθμευσης για τη διεξαγωγή αναχαιτίσεων. Παράλληλα αναστολή δραστηριοτήτων της 131 Σ.Μ. στη Λήμνο εξαιτίας του ότι η αεροπορική βάση βρίσκεται σε εμβέλεια βολής πυραύλων (π.χ. TR-300 Kasirga K+)35, συνεπώς αεροσκάφη και πληρώματα

—————————————————————————————————
31
http://www.deagel.com/Defensive-Weapons/Spice-2000_a000983001.aspx30 https://www.defensenews.com/naval/2018/04/18/france-turns-to-plan-b-when-missile-launch-fails-during-syria-airstrikes/
32 https://www.lockheedmartin.com/en-us/products/jassm.html
33 https://www.flightglobal.com/news/articles/jassm-er-makes-combat-debut-against-syrian-chemical-447747/
34 http://www.roketsan.com.tr/urunler-hizmetler/hassas-gudumlu-fuzeler/som-j-jsf-uyumlu-stand-off-muhimmati/
35 http://www.roketsan.com.tr/urunler-hizmetler/kara-sistemleri/satihtan-satiha-roketler/tr-300-topcu-roketleri/
——————————————————————————————————————————-

σε περίοδο επιχειρήσεων θα πρέπει να θεωρούνται βέβαιες απώλειες. Προτάσεις υπάρχουν και προς έτερες κατευθύνσεις, αλλά κρίνεται σκόπιμο να μην αναπτυχθούν για λόγους εξοικονόμησης χώρου.

Πολεμικό Ναυτικό

 Το Πολεμικό Ναυτικό οφείλει να προσαρμοστεί προς μια νέα πραγματικότητα που αφορά τον υπερεξοπλισμό της εν δυνάμει απειλής σε σημείο μη ανταγωνιστικό, τη δημιουργία μικτού στόλου, με την ένταξη σκαφών μικρότερου εκτοπίσματος αλλά με σύγχρονα όπλα μεγάλου όγκου πυρός (π.χ Κορβέτες), την απόκτηση ικανότητας πραγματοποίησης επιθέσεων κατά στόχων εδάφους, ώστε να υπάρξει αγαστή συνεργασία με την Π.Α. σε περίπτωση ανάληψης δράσης, συνεπώς μεγιστοποίηση του αποτελέσματος ενός πλήγματος. Γενικά επιβάλλεται ο εκσυγχρονισμός των 4 MEKO200HN, η απόσυρση των Φρεγατών “S” ηλικίας 40 και πλέον ετών, και η ένταξη μικρού αριθμού Κορβετών με ικανότητες Κρούσης, Ανθυποβρυχιακές και Αεράμυνας περιοχής (έκασται από 2, στο σύνολο 6). Βέλτιστη επιλογή η ισραηλινή stealth “Sa’ar 6”36, της οποίας η επιλογή θα μπορούσε να συνδυαστεί με το μέλλον των Ελληνικών Ναυπηγείων,   και   γενικότερα   της   εμπλοκής   των   Ισραηλινών   στα   μελλοντικά   προγράμματα εκσυγχρονισμού του Στόλου. Η ικανότητα μεταφοράς πυραύλων Barak 8 και συστήματος C-Dome, καθιστά το σκάφος ικανή πλατφόρμα ως πλοίο αεράμυνας περιοχής, ικανότητα απαραίτητη για την κάλυψη των επιχειρήσεων του Στόλου σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Κατά τη διάρκεια σύνταξης της παρούσας, υπήρχαν συγκεχυμένες πληροφορίες (διαρροή και διάψευση από τη γαλλική πλευρά) για το ενδεχόμενο απόκτησης Φρεγατών FREMM με καθεστώς ενοικίασης. Τυχόν ένταξη των σκαφών FREMM αλλάζει άρδην τα επιχειρησιακά δεδομένα, όπως και τις προτάσεις της παρούσας ανάλυσης σε σχέση με τη μελλοντική διάρθρωση του Π.Ν.

Επίσης κρίσιμο επιχειρησιακό στοιχείο, η μεταφορά «σύσσωμης» της 32 ΤΑΞ.ΠΝ πλησίον των αποβατικών σκαφών και η ενίσχυση της αντιαεροπορικής προστασίας των Ναυστάθμων (ο αριθμός των 2 Crotale NG θεωρείται ανεπαρκής).

Στρατός Ξηράς.

 Στο Στρατό Ξηράς θα πρέπει να υπάρξει χωροταξική και επιχειρησιακή αναδιάρθρωση βάσει της υφιστάμενης απειλής, ανεξαρτήτως τοπικιστικών κριτηρίων.

Οργανωτικά προτείνεται η διατήρηση 3 μειζόνων Σχηματισμών i) Δ’Σ.Σ. (δυτική Θράκη-Ανατολική Μακεδονία) με Τ/Θ και Μ/Κ Ταξιαρχίες ii) ΑΣΔΕΝ (Νησιά Αιγαίου) iii) 1 Σώμα Στρατού Στρατηγικής Εφεδρείας (κεντρική και ανατολική Μακεδονία), με αποστολή την επέμβαση ανά τον ελλαδικό χώρο, σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές απαιτήσεις. Στο Σώμα αυτό θα υπαχθούν το σύνολο των Ειδικών Δυνάμεων, της Αεροπορίας Στρατού, καθώς επίσης 32η ΤΑΞ ΠΝ και 71η Α/Μ ΤΑΞ. Στο ίδιο Σώμα θα υπάγεται 1 Μ/Κ ΤΑΞ σε ρόλο άμεσης επέμβασης δια τούτο θα διατίθεται και μεγάλο μέρος αρματοφορέων.

———————————————————————————————————————
36 https://en.wikipedia.org/wiki/Sa%27ar_6-class_corvette
———————————————————————————————————————–

Για τη βελτίωση της επάνδρωσης προτείνεται η ολιγόμηνη αύξηση της στρατιωτικής θητείας και η σε εθελοντική βάση στράτευση των γυναικών, γεγονός καταλυτικό για την αύξηση των επιπέδων ασφαλείας των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, την αύξηση των επιπέδων ετοιμότητας και τη μείωση του λειτουργικού κόστους. Χρήσιμη θα θεωρούνταν και η συγκέντρωση των οργανικών μονάδων της εκάστοτε Ταξιαρχίας σε ένα στρατόπεδο, για τους προαναφερόμενους λόγους. Τούτο συνεπάγεται μείωση των διατιθέμενων στρατιωτικών εγκαταστάσεων κατά τουλάχιστον 40% με ευεργετικές συνέπειες προς την κατεύθυνση εξοικονόμησης πόρων.

Επίσης προς την κατεύθυνση μείωσης του λειτουργικού κόστους, συστήνεται η διατήρηση 2 μεγάλων Κέντρων Εκπαιδεύσεως, ενός Όπλων (π.χ. υπάρχουσες εγκαταστάσεις στον Αυλώνα Βοιωτίας), και ενός Κέντρου Εκπαιδεύσεως Σωμάτων (π.χ. Ήπειρος ή Δυτική Μακεδονία).

Σε επίπεδο εξοπλισμού, για τα άρματα μάχης προτείνεται η ενσωμάτωση APS (π.χ. Trophy) ειδικά μετά τα διδάγματα των δυο τουρκικών επιχειρήσεων στη Συρία. Σε περίπτωση υψηλού κόστους απαιτείται η ενσωμάτωση αρχικά στα Leopard2A6HELL και εν συνεχεία στα ομοιότυπα Α4. Στις σημαντικές ελλείψεις του Σ.Ξ. συγκαταλέγονται η απουσία ΤΟΜΑ και η παλαιότητα των ΤΟΜΠ (Μ-113). Δεδομένης της παρούσης οικονομικής κατάστασης θα πρέπει να αναζητηθούν οι λύσεις «απορρόφησης» μεταχειρισμένου πολεμικού υλικού, όπως τα 400 διαθέσιμα M-1A1 Abrams, 70 περίπου οβιδοβόλα Pzh- 2000, εκτοξευτές MLRS κτλ. Παράλληλα προτείνεται η άμεση απόσυρση του πεπαλαιωμένου υλικού του Σ.Ξ (M-113, M-48A5 MOLF κ.α.), ώστε να μειωθούν οι λειτουργικές δαπάνες.

Ένα μεγάλο μειονέκτημα του Σ.Ξ. παραμένει η αδυναμία μαζικής αερομεταφοράς δυνάμεων με ελικόπτερα ελιγμού καθώς τα υπέργηρα Huey αγγίζουν κατά μέσο όρο τα 50 έτη σε υπηρεσία. Απαιτείται η ολοκλήρωση των παραλαβών των ΝΗ-90 και το ενδεχόμενο απόκτησης 15-20 μεταχειρισμένων UH-60.

Διακλαδικότητα

 Η αναπροσαρμογή του Δόγματος Επιχειρήσεων προς τις κατευθύνσεις Αποτροπής και Απαγόρευσης/Αντιπρόσβασης, θα συμπαρασύρει ανάλογες αναπροσαρμογές στο Δόγμα Εκπαιδεύσεως. Παράλληλα, προτείνεται η διεξαγωγή ασκήσεων διπλής ενεργείας οι οποίες αυξάνουν το βαθμό δυσκολίας και ρεαλιστικότητας. Σήμερα οι ένοπλες δυνάμεις δεν εκτελούν γυμνάσια διπλής ενεργείας (τουλάχιστον σε επίπεδο Τάγματος και άνω), ενώ στη διάρκεια των Διακλαδικών ασκήσεων επαναλαμβάνονται τα σενάρια προηγούμενων ετών. Ένα μέτρο επαύξησης της μαχητικότητας αλλά και του ρεαλισμού της προσομοίωσης, θα μπορούσε να είναι η ένταξη των Λεσχών Εφέδρων Καταδρομών στις εθνικές ασκήσεις, τα μέλη των οποίων θα αναλαμβάνουν να προσομοιώσουν τις εχθρικές δυνάμεις σε σενάρια αντιμετώπισης ασύμμετρης απειλής.

Η επαύξηση της διακλαδικότητας αντιπροσωπεύει έναν πολλαπλασιαστή ισχύος. Απαιτείται η ένταξη σύγχρονων τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, δημιουργία κέντρων διακλαδικών επιχειρήσεων (με στενή συνεργασία από την περίοδο της ειρήνης), ενώ ο πόλεμος στο Η/Μ φάσμα καθίσταται μονόδρομος ώστε να μεγιστοποιηθεί η απόδοση των πυραυλικών συστημάτων. Συνεπώς η προμήθεια σύγχρονων παρεμβολέων (ιπτάμενες ή χερσαίες κατά προτίμηση πλατφόρμες), προμήθεια drones υποκλοπών και φονικών αεροχημάτων UCAV’s (ισραηλινά harop), και η συγκρότηση μονάδων Κυβερνοπολέμου θεωρείται ζωτικής σημασίας για την επίτευξη νίκης.

Για την αντιμετώπιση της απειλής των δεκάδων τουρκικών drones, προτείνεται η προμήθεια όπλων- αντίμετρων (π.χ. DroneDefender), τα οποία διακόπτουν τη σύνδεση μεταξύ UAV-χειριστή, αδρανοποιώντας το όχημα37.

Συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ

 Η συνεργασία μεταξύ Ελλάδας Ισραήλ μπορεί να αποτελέσει κομβικό σημείο για την ασφάλεια των δυο χωρών εκατέρωθεν. Σήμερα η διμερής συνεργασία κινείται σε επιφανειακό επίπεδο υπό την έννοια ότι 10 έτη μετά την πρώτη αεροπορική άσκηση «Glorious Spartan», δεν υπήρξε περαιτέρω εμβάθυνση. Αναλύσεις οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας περί στρατιωτικής συνδρομής, ασφαλώς απέχουν από την πραγματικότητα, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να καλύψουν το Ισραήλ σε ενδεχόμενη επίθεση από το Ιράν, τη Χεζμπόλα και τη Χαμάς. Είναι έτοιμοι οι Έλληνες να πολεμήσουν κατά των Παλαιστινίων; Εκτός και αν η πρόταση των αρθρογράφων δεν περιγράφει  μια  αμφιμονοσήμαντη  σχέση,  δηλαδή  μόνο  το  Ισραήλ  θα  έχει  υποχρεώσεις  έναντι  της Ελλάδος, και όχι αντιστρόφως (sic!).

Στην Ελλάδα  αγνοούμε  την οικονομική  διάσταση  των  διμερών σχέσεων  μεταξύ Τουρκίας και  Ισραήλ. Ενδεικτικά το 25% των τουρκικών εξαγωγών προς τις χώρες του Περσικού κόλπου, διακινείται μέσω του λιμένα της Χάιφα. Οι διμερείς οικονομικές σχέσεις (Ελλάδας-Ισραήλ), προς το παρόν δεν έχουν μετουσιωθεί σε κάποιο πλαίσιο το οποίο να δημιουργεί συνθήκες μιας αναπόδραστης συμμαχίας. Η προσωπική πρόταση επικεντρώνεται στην πώληση των ελληνικών αμυντικών βιομηχανιών στις αντίστοιχες ισραηλινές εταιρείες (π.χ. ΕΑΒ στην IAI) διότι θα προκύψουν άμεσα τα ακόλουθα οφέλη: α) μεταφορά τεχνογνωσίας και δη art of the state, εξισορροπώντας τα επιτεύγματα της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας, β) εξυγίανση, γ) δημιουργία θέσεων εργασίας, δ) ανάληψη υποκατασκευαστικού έργου για το σύνολο των εθνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ε) εμβάθυνση διμερών σχέσεων.

Περεταίρω συνεργασία μπορεί να υπάρξει μέσω της παραχώρησης κάποιου αεροδρομίου (π.χ. 133 Σ.Μ) για τμηματική χρήση, μέσω του οποίου το Ισραήλ θα υλοποιεί την λεγόμενη «Άμυνα Βάθους», την οποία στερείται συστηματικά εξαιτίας του περιορισμένου γεωγραφικού βάθους.

Στο παραπάνω πλαίσιο μπορεί να υπάρξει διμερής συνεργασία. Όχι όμως σε καταστάσεις αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής.
—————————————————————————————————————–
37                                                                     https://www.battelle.org/government-offerings/national-security/aerospace-systems/counter-UAS- technologies/dronedefender/dronedefender-video
—————————————————————————————————————-

Παράρτημα

 Παρακάτω παρατίθεται Πίνακας με το τουρκικό πρόγραμμα εκτοξεύσεων δορυφόρων ανά έτος.

Πίνακας: ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΝΑ ΕΤΟΣ

 

Δορυφόρος Αριθμός Εταιρεία Έτος

εκτόξευσης

Κατηγορία
Türksat-4B 1 MELCO 2015 Τηλεπικοινωνιακός
Türksat-5Α 1 MELCO 2015 Τηλεπικοινωνιακός
Göktürk-1 1 TUSAŞ και Aselsan 2015 Κατασκοπευτικός
– 4 – 2017-2020 Υποκλοπών
Türksat-6Α 1 MELCO 2018 Τηλεπικοινωνιακός
Türksat-7Α 1 MELCO 2018 Τηλεπικοινωνιακός
Göktürk-3 1 TUSAŞ και Aselsan 2019 Αναγνώριση
Imece 1 TÜBİTAK Uzay 2019 Η/Ο παρατήρησης
– 1 – 2023 Η/Ο παρατήρησης
– 1 – 2023 Τηλεπικοινωνιακός
 

–

 

1

 

–

 

2025

Έγκαιρης Προειδοποίησης κατά βαλλιστικών

βλημάτων

– 1 – 2025 Αναγνώριση
– 6-8 – 2025-2026 –
– 1 – 2026 Τηλεπικοινωνιακός
– 1 – 2027 Η/Ο παρατήρησης
– 1 – 2030 Τηλεπικοινωνιακός
– 1 – 2032 Αναγνώριση
– 1 – 2033 Η/Ο παρατήρησης
ΣΥΝΟΛΟ 26-28 – 2015-2033  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

1.- Οι φωτογραφίες είναι επιλογή των “Ανιχνεύσεων”

2.-Το κείμενο δημοσιεύεται με τη σύμφωνη γνώμη του συντάκτη του.

Τι μπορεί να σημαίνει για την ΕΕ και την Ελλάδα η νέα “λαϊκίστικη” ιταλική κυβέρνηση

0

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας , 21.05.2018 

Η προσθήκη της  νέα ιταλικής κυβέρνησης, στις ήδη υπάρχουσες “λαϊκίστικες” της Ευρώπης, δηλαδή αυτές της Αυστρίας, της  Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακίας, της Νορβηγίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και   της Ρουμανίας, θα αποτελέσει πιθανότατα την αρχή του τέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Πράγματι, το μέγεθος της Ιταλίας, που είναι η όγδοη στην υφήλιο, και της οποίας η νέα κυβέρνηση στρέφεται, κατά το 70% της σύνθεσής της, εναντίον των βασικών επιλογών της ευρωπαϊκής πορείας, αλλά και το εξευτελιστικό ποσοστό του 18,1% που έλαβε το φιλοευρωπαϊκό κόμμα τουMatteo Renzi αποτελεί,  για την ΕΕ, χτύπημα ισχυρότερο, ακόμη και από το BREXIT.

Οι “λαϊκίστικες” κυβερνήσεις, όπως υποτιμητικά τις  αποκαλούν οι  παραδοσιακοί πολιτικοί, καθώς πανικοβάλλονται από τους ταχύτατους ρυθμούς επέκτασής τους, είναι το αποτέλεσμα της οργής των πολυάριθμων ηττημένων και περιθωριοποιημένων, της παγκοσμιοποίησης, και της  ΕΕ.

Στην Ευρώπη,  το κύμα του λαϊκισμού άρχισε στους κόλπους του Νότου και γρήγορα έκανε έντονη την παρουσία του στα Βαλκάνια.  Αναμενόμενη θα πρέπει να θεωρηθεί η γεωγραφική αυτή προτίμηση, δεδομένης της υποβάθμισης της περιοχής, και της συνεχούς διεύρυνσης του αρχικού  αναπτυξιακού της ανοίγματος με τον ευρωπαϊκό Βορρά. Η αντιμετώπιση του χρέους του ευρωπαϊκού Νότου, χρησιμοποιήθηκε  ως άλογο της Τροίας, για την καθυπόταξη του Νότου από το Βορρά με προδιαγραφές νεοαποικιοκρατίας και με αδιαμφισβήτητο αρχηγό τη Γερμανία.

Ένας ακήρυχτος, αλλά εξοντωτικός πόλεμος, μαίνεται ανάμεσα στο Βορρά και στο Νότο της Ευρώπης. Ο ευρωπαϊκός Νότος,  δεινοπάθησε από την ΕΕ, της οποίας οι κατευθυντήριες γραμμές είχαν, από την αρχή, σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν τους ισχυρούς του εταίρους, και όχι τις δικές του ανάγκες. Επί δεκαετίες είδε να διαβρώνονται και να αποπροσανατολίζονται οι αναπτυξιακές του δυνατότητες, καθώς  υπήρξε θύμα συνεχούς αλλά κεκαλυμμένης εκμετάλλευσης από τον πλούσιο Βορρά.

Τα λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα εμφανίζουν σαφή κίνδυνο για τα παραδοσιακά, αλλά ταυτόχρονα  περιέχουν και τους νεωτερισμούς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής από τους οποίους έχουν ανάγκη οι σύγχρονες κοινωνίες για να μπορέσουν να δώσουν νέες λύσεις στα πολυάριθμα και ακανθώδη προβλήματα, όπως ανάμεσα σε άλλα η εκτός ελέγχου ανισότητα κατανομής εισοδήματος και πλούτου, η μαζική μετανάστευση, η εγκληματικότητα, η τρομοκρατία, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή και τόσα άλλα. Ο ανερχόμενος τις ημέρες μας λαϊκισμός στρέφεται γενικώς εναντίον  του ελιτισμού, των παραδοσιακών πολιτικών και των κυρίαρχων θεσμών, με μια λέξη εναντίον της καθεστηκυίας τάξης.

Ο ελληνικός λαός  είναι εξοργισμένος και έχει δίκαιο. Διότι, δεν γνωρίζω κανένα λαό, σε περίοδο ειρήνης, να έχει υποστεί τα μαρτύρια που πέρασε και που περνά και που θα περάσει, για δεκαετίες ακόμη. Βεβαίως, θα έπρεπε να ξεσηκωθούμε εδώ και καιρό…..Να μη δεχθούμε τα φρικώδη μέτρα που μας επιβάλλουν, που δεν οδηγούν πουθενά, που απλώς μας εξαθλιώνουν με συνέπειες που θα διατηρηθούν σε πολλές γενιές. Υπήρχε διέξοδος, στο ελληνικό δράμα, από την αρχή. Εκφράστηκε με το απολύτως ξεκάθαρο 62% του ΟΧΙ, που έγινε ΝΑΙ στη συνέχεια, γιατί αυτό επέβαλαν οι δανειστές. Και δεν αντιδράσαμε. Αυτά, και άλλα πληρώνουμε και θα πληρώνουμε…. την απάθειά μας!

Σε πείσμα των ανείπωτων καταστροφών ολκής, σε όλα τα επίπεδα, που έχει υποστεί τα τελευταία αυτά 8 χρόνια η ελληνική οικονομία και κοινωνία, μπορεί ωστόσο ακόμη να ελπίζει σε κάποιας μορφής σωτηρία, μέσω της επιτυχίας των ιταλικών στόχων. Να ευχηθούμε Καλή Επιτυχία στη νέα “λαϊκίστικη” ιταλική Κυβέρνηση. Και να ελπίσουμε ότι δεν θα τρομοκρατηθεί, δεν θα εξαγοραστεί, και δεν θα υποκύψει σε πιέσεις, προκειμένου να μεταβάλλει τις πολύ ορθές αρχικές της θέσεις.

 

(Αναρτήθηκε στο Market.post.gr)

Ο νόμος του Λυντς και ο …εθνολαϊκισμός

2

Ο δημόσιος διάλογος για την φασιστική επίθεση ενάντια στον Γ. Μπουτάρη στην συγκέντρωση για την Γενοκτονία των Ποντίων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι παρά μια ανιαρή επανάληψη της προσπάθειας να επιβληθεί μια λογική δίπολου στα εθνικά θέματα.

Λες και ο τραμπουκισμός και τα λυντσαρίσματα έχουν αποκλειστικά δεξιό πρόσημο, λες και αυτά που έκαναν ο ομόσταυλοι του Δραγασάκη πριν μερικές δεκαετίες στα πανεπιστήμια, ή αυτά που σήμερα οι αντεξουσιαστές που διαδέχτηκαν τους τότε κνίτες είναι ταξική πάλη. Αντί να ασχοληθούν με την καταδίκη της βίας και του λυντσαρίσματος ως μέθοδο επιβολής μιας πολιτικής άποψης ανακάλυψαν τον «εθνολαϊκισμό» ως την μήτρα που γεννά την βία, ηρωοποίησαν το θύμα της επίθεσης για να δικαιώσουν τις απόψεις του, που δεν διαφέρουν εξ’ άλλου με το κυβερνητικό mainstreaming, των «συνωστισμών στις προκυμαίες» και του Αιγαίου που ανήκει στα ψάρια του.

Ούτως ή άλλως η αντίληψη του δημοκρατικού Πατριωτισμού είναι ο πρώτιστος στόχος τόσο του ακροδεξιού φασισμού, που ενδύεται πληβειακά χαρακτηριστικά για να μονοπωλήσει την έκφραση της πατριωτικής ευαισθησίας, όσο και του κοσμοπολιτισμού των ελίτ, που αυτοδικαιώνονται ταυτίζοντας την με τον φασισμό, τον υπόκοσμο και την Χρυσή Αυγή.

Το ταγκό χορεύεται με δύο, κι ο ένας χορευτής  χρειάζεται τον άλλο, ως το αναγκαίο συμπλήρωμα για να έχουμε τις δύο όψεις στα αργύρια της καταστροφής της πατρίδας.

Αντί άλλου σχολίου ας μεταφέρουμε εδώ αυτά που ειπώθηκαν στην κεντρική ομιλία, από τον Ταμέρ Τσιλιγκίρ, από τη Λιβερά του Πόντου, πολιτικού εξόριστου στην Ελβετία, αφού υπήρξε πολιτικός κρατούμενος για περισσότερο από 10 χρόνια στις τουρκικές φυλακές γιατί ζητούσε τα δικαιώματά του:

Θεσσαλονίκη 22 Μαΐου 2018

««353.000 δεν είναι ένας αριθμός, είναι οι άνθρωποι που γενοκτονήθηκαν. Απευθύνω χαιρετισμό στους ήρωες απόγονους των Ελλήνων που έγραψαν ιστορίες της αντίστασης στα βουνά του Πόντου, στην Νεβιάν, στη Σάντα. Δεν ξεχνάμε αυτούς που έκαψαν τους ανθρώπους μας ζωντανούς, στις εκκλησίες, στα σχολειά, στα σπίτια. Δεν ξεχνάμε και αυτούς που έζησαν μέσα στις σπηλιές, χιλιάδες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Δεν ξεχνάμε αυτούς που βίασαν τις γυναίκες, τα μικρά κορίτσια, και τις πήρανε στα χαρέμια τους. Δεν ξεχάσαμε τους 353.000 άταφους νεκρούς Έλληνες του Πόντου. Δεν θα ξεχάσουμε και δεν ξεχνάμε τους 200.000 Έλληνες του Πόντου που εξορίστηκαν από την πατρίδα τους, στην οποία ζούσαν χιλιάδες χρόνια. Δεν ξεχάσαμε και τον Μουσταφά Κεμάλ που έδωσε την εντολή της Γενοκτονίας στις 19 Μαΐου, όταν αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Δεν ξεχάσαμε τις συμμορίες που εφάρμοσαν τη Γενοκτονία, του Τοπάλ Οσμάν τον Ιπσίζ Ρετζέπ. Την εθνική στρατιά και τον στρατηγό Νουρεντίν Πασά. Δεν ξεχάσαμε! Δεν ξεχάσαμε και τις τουρκικές κυβερνήσεις που αρνούνται εδώ και 100 χρόνια τη γενοκτονία και την ύπαρξη των Ποντίων. Δεν ξεχάσαμε επίσης, αυτούς που υπέγραψαν τη Συνθήκη Ανταλλαγής πληθυσμών και σε όλους όσους συνέβαλαν σε αυτό. Και δεν ξεχάσαμε επίσης τα λόγια του υπουργού του κυβερνώντος κόμματος ότι δεν έχει συμβεί γενοκτονία.

Στον Πόντο τα δεινά έχουν τρεις διαφορετικές μορφές. Πρώτον αυτά που έζησαν οι 353.000 άνθρωποι μας που έχασαν τη ζωή τους, στο διάστημα 1914 – 1923. Δεύτερον, όλα όσα έζησαν οι απόγονοι, οι παππούδες σας, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, που εκτοπίστηκαν με τη Συνθήκη Ανταλλαγής της Λωζάννης των πληθυσμών, το 1923 από την πατρίδα τους στην οποία ζούσαν επί χιλιάδες χρόνια. Τρίτον, ζήσαμε εμείς, αυτοί που μείνανε εκεί. Πριν τη γενοκτονία και κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, οι Έλληνες του Πόντου που εξισλαμίστηκαν, δηλαδή οι γιαγιάδες μου, οι παππούδες μου, προ του φόβου, τα κράτησαν όλα μέσα τους. Δεν είπαν τίποτα στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Ακόμα, οι περισσότεροι επινόησαν ψεύτικες ιστορίες. Τι δύσκολο που είναι να μην ξέρεις την ιστορία σου; Και επειδή δεν γνώριζαν τα τούρκικα τα παιδιά, ξυλοκοπήθηκαν στα σχολεία, οι γονείς σταμάτησαν να μιλάνε δίπλα στα παιδιά τους, ποντιακά. Για να ζήσουν όλα αυτά τα 100 χρόνια, προσπάθησαν να αποδείξουν στο τούρκικο κράτος, τον εαυτό τους. Να αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι μουσουλμάνοι, οι καλύτεροι Τούρκοι. Έτσι, άλλαξε η συμπεριφορά τους. Στράφηκαν προς το Ισλάμ, προς τον τούρκικο εθνικισμό. Όμως παρ’ όλα αυτά, το τούρκικο κράτος, τους είχα πάντα, ως άλλους. Κατά τη διάρκεια της τούρκικης δημοκρατίας, αλλά και προς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η κοινωνική και η οικονομική ζωή στον Πόντο, υποβαθμίστηκε. Δεν έγιναν επενδύσεις. Στα λιμάνια της Σαμψούντας, της Τραπεζούντας, τα οποία ήταν κάποτε από τα σημαντικότερα λιμάνια του κόσμου, δεν πλησίαζε πλέον, κανένα πλοίο. Οι Πόντιοι αναγκάστηκαν και καταδικάστηκαν σε πείνα. Γι’ αυτό το λόγο αναγκάστηκαν για να ζήσουν να πάνε δεκάδες χιλιάδες Πόντιοι, στην Ευρώπη.

Άλλαξαν τη θρησκεία μας, τα ονόματά μας, την γλώσσα μας, άλλαξαν τα τραγούδια μας, τα μοιρολόγια μας, βάζοντας τους τούρκικους στίχους. Διοργάνωναν εκστρατείες το 1923, για τους πολίτες, με το σύνθημα «μίλα τούρκικα». Όλοι όσοι μιλούσαν ποντιακά στους δρόμους, βασανίστηκαν και συχνά μας υπενθύμιζαν ότι είμαστε Έλληνες. Δεν σταμάτησαν να μας βρίζουν, όπως «Ρωμιέ μπάσταρδε», «Ρωμιέ κλωστέ». Ακόμα και οι συγγραφείς, στα ποιήματα και στα μυθιστορήματα, τις ελληνίδες τις παρουσίαζαν ως πόρνες. Περίλαβαν ακόμα και τις νύφες μας. Στις τουρκικές ταινίες, η προφορά των Ποντίων, παρουσιάζονταν ως κάτι κακό. Επινόησαν ανέκδοτα, ανόητα ανέκδοτα και τα ονόμασαν ποντιακά. Με όλα αυτά τα ανέκδοτα υποβίβασαν τους Ποντίους. Οι Έλληνες του Πόντου, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με άλλους Τούρκους σε μεγάλες πόλεις, τους έλεγαν περιφρονητικά; Είστε Πόντιοι!

Πριν από μερικά χρόνια αποκαλύφθηκε ότι το τούρκικο κράτος, φακελώνει τις μειονότητες. Μάθαμε ότι οι Έλληνες είχαν το νούμερο ένα (1). Οι Αρμένιοι είχαν το νούμερο δύο (2). Και οι Εβραίοι είχαν το νούμερο τρία (3). Το τουρκικό κράτος στην Άγκυρα, εδώ και 100 χρόνια κρατάει μυστικά αρχεία. Φακέλωνε τους εξισλαμισμένους Έλληνες και τα παιδιά τους. Το τούρκικο κράτος δεν πιστεύει ακόμη στους εξισλαμισμένους Έλληνες και τα παιδιά τους. Ζει με τον φόβο ότι εάν μάθουν την αλήθεια, μια μέρα θα ξεσηκωθούν.

Θέλω να αναφέρω ένα παράδειγμα. Την δεκαετία του 1990, προγραμματίστηκε μία εκδρομή, ανάμεσα σε ένα λύκειο της Τραπεζούντας και της Θεσσαλονίκης. Οι μαθητές από τη Θεσσαλονίκη θα πήγαιναν στην Τραπεζούντα και θα έμεναν εκεί και αντίστροφα οι μαθητές από την Τραπεζούντα θα έρχονταν στη Θεσσαλονίκη. Το τούρκικο κράτος δέχθηκε την πρόταση, όμως με μία προϋπόθεση. Να μην πάει ένα λύκειο από την Τραπεζούντα, αλλά ένα λύκειο από την Άγκυρα!

Θα αναφέρω ένα άλλο παράδειγμα. Το 1979, σε μία επαρχία του Πόντου, στη Φάτσα, οι σοσιαλιστές κέρδισαν τη διοίκηση. Εκείνα τα χρόνια η Φάτσα ονομαζόταν ως απελευθερωμένη περιοχή. Όταν ήρθε η χούντα το 1980, πρώτα απ’ όλα διάλυσε αυτή τη διοίκηση. Σκότωσαν πολλούς ανθρώπους, άλλους βασανίζουν και άλλους φυλακίζουν. Οι πραξικοπηματίες λένε ότι δεν θα επιτρέψουμε την ποντιακή δημοκρατία εδώ. Οι σοσιαλιστές εκεί, δεν ήξεραν για τον Πόντο, όμως το τούρκικο κράτος εξέφρασε το φόβο του. Όμως είμαι εδώ! Εγώ και οι φίλοι μου δουλεύουμε μέρα – νύχτα, για να μετατρέψουμε το φόβο τους σε εφιάλτη. Προσπαθούμε να πούμε την ιστορία μας, σε όλα τα μέρη του Πόντου.

Μετά τη γενοκτονία που έγινε από το τουρκικό κράτος στον Πόντο και τη Μικρά Ασία, το τουρκικό κράτος εγκαταστάθηκε πάνω στις περιουσίες μας και τις ψυχές μας. Το τούρκικο κράτος από την ίδρυσή του είναι ένοχο. Γενοκτονίες που εφάρμοσε στους Αρμένιους, στους Έλληνες του Πόντου, μετά την ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας, ήρθε η σειρά σε άλλες εθνότητες. Το τούρκικο κράτος πρέπει να ζητήσει συγνώμη, λαμβάνοντας μία απόφαση στο τούρκικο κοινοβούλιο. Όμως, ακόμη και να ζητήσουν χίλιες φορές συγγνώμη, τι θα γίνει; Για να ισχύει αυτή η συγγνώμη, πρέπει να γίνουν τα εξής. Πρέπει να κατεδαφιστούν τα αγάλματα εκείνων που έκαναν την γενοκτονία και όλα τα ονόματα αυτών των συμμοριών που δόθηκαν σε δρόμους και σε σχολεία. Οι εγκληματίες της γενοκτονίας και όλοι όσοι έγιναν πλούσιοι από τη γενοκτονία πρέπει να αποκαλυφθούν. Πρέπει να φτιαχτούν μνημεία γενοκτονίας για τους 353.000 Έλληνες του Πόντου, σε όλο τον Πόντο και πρέπει να μείνει ζωντανή η μνήμη της γενοκτονίας. Πρέπει να δοθούν δυνατότητες επιστροφής στους απόγονους τους. Όλη η περιουσία τους που κατασχέθηκε, πρέπει να επιστραφεί. Πρέπει να αποκατασταθούν οι εκκλησιές και να επιστραφούν στους ίδιους.

Πρέπει να τιμωρηθούν τα εγκλήματα της γενοκτονίας και πρέπει να δοθεί αποζημίωση στους απογόνους με προσαύξηση. Πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, για όλους όσους ζουν εκεί και θέλουν να μάθουν τη μητρική γλώσσα τους, τα ποντιακά. Πρέπει να δοθεί και ένα τέλος στις θρησκευτικές καταπιέσεις. Πρέπει ο καθένας να επιλέξει εκείνο το οποίο θέλει να πιστεύει. Πρέπει να ανοίξουν όλα τα αρχεία και να είναι στη διάθεση όλων των ιστορικών και των ερευνητών.

Και σήμερα ο Άγγελος Μητρετώδης, και ο Δημήτρης Κούκλατζης, και ο Γιάννης Βασίλης – Γιαϊλαλί, που κρατούνται στις τουρκικές φυλακές, πρέπει να απελευθερωθούν.

Ευχαριστώ όλους όσους συγκεντρώθηκαν εδώ και τις Ομοσπονδίες που πήραν την απόφαση να κινηθούν μαζικά. Εμείς, τα παιδιά των εξισλαμισμένων Ελλήνων, εμείς οι απόγονοι, σας ευχαριστούμε που μεταφέρετε μέχρι σήμερα, τον πολιτισμό μας, τη γλώσσα μας, τη θρησκεία μας. Εμείς είμαστε μια μεγάλη οικογένεια. Ακόμη και να ζήσετε εξόριστοι στην Ευρώπη και στις μεγάλες πόλεις του κόσμου, η πατρίδα σας είναι ο Πόντος. Εμείς, αυτοί που μείναμε ακόμη εκεί, ακόμη κι αν έχει αλλάξει η θρησκεία και η γλώσσα μας, τα ονόματά μας, είμαστε Έλληνες. Όπως βλέπετε δεν μπορούν να μας χωρίσουν.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, στις 19 Μαΐου όταν πήγε στην Σαμψούντα έδωσε εντολή στον Τοπάλ Οσμάν, να μην αφήσει ίχνος. Νόμιζαν ότι μπορούν να σβήσουν τα ίχνη μας από εκείνα τα εδάφη. Ορίστε! Η σημερινή μας συνάντηση είναι η αποτυχία τους. Με την πεποίθηση ότι από εδώ και σήμερα, θα είμαστε πιο κοντά, σας χαιρετώ όλους. Οπωσδήποτε θα νικήσουμε. Τα εδάφη του Πόντου, αργά ή γρήγορα θα είναι ελεύθερα».

 

How Mohammed bin Salman Has Transformed Saudi Arabia

0

In just a few years, the crown prince has seized unprecedented power and wealth, imposed brutal repression to silence critics, and furthered a reckless foreign policy.

By Rosie Bsheer  THE NATION

YESTERDAY 1:19 PM

When Salman ibn Abdulaziz became crown prince of Saudi Arabia on June 18, 2012, there was a palpable sense of anxiety across the country. This had little to do with the usual unease and uncertainty that succession in the kingdom begets. In his 50-odd years as governor of the capital, Riyadh, Salman had built a reputation as a firm, pragmatic, and uncompromising ruler. He commanded fear from both friend and foe.

Since the early 1990s, Salman had also been instrumental in conceiving a new national development plan. The latter aimed to resolve some of the prevailing challenges of the immediate post–Gulf War period: heightened popular opposition to the ruling family coupled with a global recession that featured a fall in returns on Saudi investments worldwide. The top-down plan promised to overhaul social, economic, and cultural life in the kingdom, beginning with gradually diminishing the power of the religious establishment and diversifying the national economy. There was a lot at stake for those who had theretofore benefited from the status quo. But they were not the only ones who feared the severity of a Salman regime. With Salman just one step away from absolute power, “may God help us” was the common refrain among Saudis of all political stripes and socioeconomic classes.

Salman amassed great power through his prestigious position as governor of Riyadh, long considered the heart of the ruling Al Saud monarchy. The institutions he oversaw there—largely manned by professionalized graduates of Saudi universities—ran like clockwork. This was a significant feat, considering the history of institutional incompetence in Saudi Arabia. Together and separately, they worked to implement the regime’s postwar vision, even if their scope was restricted to the capital.

By the mid-2000s, and especially as the price of oil rose to an all-time high, many of the economic and cultural plans conceived in the previous decade began to materialize under the framework of the Metropolitan Development Strategy for Arriyadh Region (MEDSTAR). This strategic vision for the development of the capital included economic, environmental, infrastructural, cultural, and urban aspects. It was (and still is) managed by Salman’s most prized institution, the Arriyadh Development Authority (ADA), through which he has engendered new loyal elites, construction moguls, and employees. Sidelining religion was central to the development plan, which provoked the ire of many, not least the Islamists and conservatives. But Salman had close ties with the religious establishment, over which he nonetheless exerted great power that he used to manage both clerics and foot soldiers to serve his own agenda.

More than anything, then, Salman embodied the potential undermining of what many saw as the pillars of Saudi rule: traditional alliances within the ruling family and between them and the country’s economic elites and religious clerics. Even within the ruling family, it is not surprising that many dreaded the prospect of Salman’s ascending the throne. After all, he was the final arbiter of disputes between members of his family and of transgressions and crimes that they themselves committed. That the then–“family prison” was located on his estate speaks to the role he occupied within the monarchy. He was known to be ruthless toward those who did not heed his orders or toe his line, a lesson that has served his son and current crown prince, Mohammed, rather well. Indeed, many of Mohammed’s claims to reform religion and the economy in the kingdom are continuations of his father’s three-decade-long efforts. Mohammed is a product of his father’s upbringing and political ideologies, even if he has shown himself to be less cautious, discreet, and tactful than the now-ailing king. He came of age working by his father’s side when the latter was still the governor of Riyadh, and he oversaw the making of the capital into the sprawling metropolis it is today.

Upon acceding to the throne in 2015, at the age of 79, King Salman did just as many had expected and feared. Almost overnight, his regime reorganized government, regularly reshuffling top administrators in the bureaucracy. It also espoused an unprecedentedly belligerent foreign policy, the devastating effects of which have been all too tangible in Yemen, Syria, Libya, and Qatar. Gone are the days of the more cautious (even if destructive) Saudi foreign policy that characterized the previous few decades.

But if Salman’s reign is marked by the kingdom’s muscle-flexing abroad, that is equally the case inside the country. Salman’s regime has gone to great lengths to silence all forms of criticism. Not only has it criminalized opposition to the Saudi-Emirati war in Yemen and both countries’ belligerent posture toward Qatar. The regime has also indefinitely detained or disappeared dozens of Saudi intellectuals, activists, religious scholars, and writers, while placing others under house arrest or on no-fly lists. But even as he ascended the throne, King Salman was suffering from mild Alzheimer’s disease. He thus increasingly entrusted many functions of the state to his son Mohammed, who has since centralized most powersof the state.

THE NEW FACE OF MODERNIZATION

When Mohammed was appointed defense minister in January 2015, he already had his eye on the throne. A newcomer to national politics, Mohammed set out to prove himself worthy of the title. Although he had limited credentials, the lesser-known member of the ruling family now called the shots. One of his first acts was to convene a coalition of Arab states in March 2015 and lead it into war in Yemen, against the advice of many of his military generals. The war aimed to root out Ansar Allah, or the Houthis, from Sanaa and restore a pro-Saudi regime to power.

What Mohammed thought would be a swift and decisive victory has turned into a humanitarian catastrophe with little political gain to show for it. Although the prince has come to terms with the unfeasibility of a military victory in Yemen, he has refused to end hostilities unless his failure is covered up and repackaged as a triumph. That former Yemeni president Ali Abdullah Saleh was killed last November, mere days after he turned against his Houthi allies and offered the Saudi regime a way to end hostilities, which Riyadh accepted, further evinces the desperation of the Saudi regime and failure of its Yemen policies.

Much has been written about Mohammed as the architect of the ongoing war in Yemen, even as the war’s devastating effects have been largely obscured in the mainstream media. But what, exactly, was Mohammed doing on the domestic front? Immediately after King Salman appointed him deputy crown prince in April 2015, the regime began quietly arresting hundreds of citizens, including religious scholars, preachers, writers, journalists, activists, and bureaucrats. These ranged from people who opposed the regime outright to those who called for political, economic, and other reforms, even if within an Al Saud–led state. Those familiar with Saudi regime tactics understood these wide-ranging arrests as punitive and a prelude to unpopular policy changes, about which the regime wanted to silence and preempt all forms of criticism and dissent.

It was in this broader context of foreign-policy failure and local opposition that Mohammed began to consolidate his economic power in order to strengthen both his political and financial positions. To start with, his personal wealth paled in comparison to that of his cousins, who had amassed great fortunes when their respective fathers ruled the country as kings (Fahd, 1982–2005 and Abdullah, 2005–15) or ministers of interior (Nayif, 1975–2012) and defense (Sultan, 1963–2011). Making matters worse, Mohammed came to power at a time when low oil prices (since 2014) had led to a ballooning budget deficit that saw the regime burn through its foreign-exchange reserves, which shrank by $208 billionbetween 2014 and 2016 alone. Seeing the financial crisis as his main weakness, Mohammed proceeded to secure control of important economic institutions such as the Saudi Arabian Monetary Agency, the Council of Economic and Development Affairs, and the newly formed Supreme Council of the Saudi Arabian Oil Company (Aramco). It is through the latter top decision-making body that Mohammed aims to partially list the oil company in domestic and international exchanges in the coming years, which he claims would raise $100 billion.

Mohammed then began to snub many of the country’s traditional economic elites and to slowly strip them of their privileges. This was most evident in the contracting sector, where he made it very difficult for the historically dominant construction conglomerates to conduct their business. At times, he canceled existing contracts and transferred them to his own front companies and those of his allies. From early on, Mohammed targeted the Saudi Binladin Group, long noted for its sheer size, market share, and operations, especially in Mecca and Medina, where real-estate values are among the highest in the world. But SBG was not an easy target. Its longstanding networks extended to the highest echelons of the ruling family as well as throughout various strata of economic elites.

The collapse of an SBG-owned crane in Mecca in September 2015 presented the perfect opportunity to weaken the company, primarily because it resulted in the death of over a hundred people. King Salman quickly halted work on that and other SBG projects in Mecca. A speedy investigation revealed that SBG was only partially responsible for the crane collapse, with stormy weather conditions the main culprit behind the tragic accident. Yet the company paid an unusually heavy price: In the name of anti-corruption and reform, the regime prevented SBG from taking on new business and confiscated many of its existing contracts, especially in Mecca and Medina. It then transferred them to front companies linked to the king and his son, Mohammed, thereby increasing their share of a lucrative market that had been largely closed off to Salman and his sons.

To be sure, SBG is as corrupt as they come. Those living in the Hejaz, and especially in Mecca and Medina, are all too familiar with the myriad schemes that the company has concocted over the past few decades—with the support of some in the highest echelons of power—for the personal enrichment of the Binladin family as well as their subcontractors and Al Saud allies. Such a dynamic was not limited to SBG or the contracting industry more generally. Saudi corporations and their regime allies are notorious for inflating costs, signing phantom deals, encouraging massive kickbacks, contravening the law, and ignoring safety measures—all for the sake of increasing profit margins. The regime has used these maneuvers against its economic allies when they fall out of favor, as has been the case with SBG.

Since the consolidation of the Saudi state in 1932, and especially during times of economic and political crises, cash-strapped Al Saud regimes have relied on merchant financing for their own survival. This was a central way through which the authoritarian monarchy engendered loyal economic elites that would reap the benefits of a corrupt system but finance the state in times of need. In this way, the survival of economic elites was strategically tied to the longevity and enrichment of the regime. Such a symbiotic relationship was further institutionalized during the regime’s consolidation in the 1960s, under then-King Faisal. It has since characterized economic and political life writ large in the kingdom. Any and all successful business ventures require an alliance with one prince or another to secure permits and avoid intimidation. Those economic elites that attempt to bypass this ritual have either been excluded from new deals or have had existing projects suspended. This is the stark reality of regime-business relations, one that is common knowledge to all in Saudi Arabia.

Mohammed bin Salman was not so much upending this historical relationship between the regime and economic elites as much as he was narrowing the circle of those who benefited from it—and positioning himself at its center. Not surprisingly, this has created many enemies—both among the economic elites as well as among their beneficiaries in the ruling family. It is this factor that explains why several of the wealthiest families began to move some of their capital abroad as early as 2015. Since then, the heads of such families—including Bakr Binladin and Saleh Abdullah Kamel—have publicly expressed their dissatisfaction with the economic direction that Salman’s regime was taking under the tutelage of Mohammed.

As deputy crown prince, Mohammed continued to tighten his grip on the contracting industry. In April 2016, he announced Vision 2030, an ambitious national blueprint that had as its goal nothing short of overhauling everyday life in Saudi Arabia. Vision 2030—much like the still-operational MEDSTAR, which inspired it—centers on the reorganization of the economic, infrastructural, social, and cultural spheres. Focusing on diversifying and streamlining the Saudi economy, it lauded the alleged role that a predominantly young Saudi population would play in achieving this vision. In a slight diversion from MEDSTAR, it touted the new, open lifestyle it would enable, which would better accommodate Saudi youth. Yet the regime has cynically deployed this seeming accommodation to “Saudi youth” only to legitimize its authoritarian schemes. Mohammed has not consulted Saudi citizens or studied the needs of a population whose middle class is shrinking and whose poverty rates are increasing. Instead, the regime has predominantly relied on foreign consulting firms, notorious for severely inflating their costs and producing plans that are so disconnected from realities on the ground as to render them useless. The voices of the very youths that Mohammed claims to be saving have been ignored or even silenced.

Many Saudis were initially excited about Vision 2030 and its promises of increased jobs and better living conditions, demands they had long called for. But the initial excitement led to skepticism only a year after it was announced. The lack of serious planning that has marked Vision 2030, coupled with its hefty and unrealistic price tag, led many to question whether this was simply a marketing ploy. Others saw it as yet another of the regime’s many failed infrastructural megaprojects, with which they are all too familiar. Questions arose as to how an inflated and incompetent bureaucracy would process a backlog of millions of housing applications, let alone actually increase employment rates when thousands of Saudis have lost their jobs in the past year alone. In fact, last fall the regime announced that it would not balance the budget by 2020, as promised, instead postponing that deadline to 2023. Saudis have therefore been especially alarmed about the prospects of the regime’s squandering the proceeds of a potential Aramco IPO on such unsound projects, thereby jeopardizing the country’s most efficient company and its only reliable source of income.

NEW INVESTMENT FRONTIERS

On January 2, 2016, the Saudi regime executed renowned Shiite cleric and Al Saud critic sheikh Nimr al-Nimr and three other Saudi Arabian Shiite activists, along with 43 Sunnis accused of participating in Al Qaeda terrorist attacks in the kingdom. The political executions constituted an alarming escalation of the regime’s repression of Shiite activism. Facing a humiliating defeat in Yemen, the Saudi regime used the executions to project a semblance of power while seeking to terrorize the Shiites of Saudi Arabia’s oil-rich Eastern Province into submission. For the most part, however, the regime’s belligerence was aimed at Iran. The message was that there was little Mohammed would not do to confront Iran, even if it meant worsening government relations with the Shiites of Saudi Arabia and using great violence against them. Thereafter, Saudi-Iranian relations only deteriorated.

By mid-2017, as Mohammed’s economic and political ventures came under heightened scrutiny, he began a new war against the Shiite inhabitants of Awamiyya in the Eastern Province. Awamiyya is home to the executed sheikh Nimr al-Nimr as well as many of the opposition activists who have sustained peaceful mobilizations against the regime since 2011. In early May of 2017, the regime began demolishing al-Musawara, an old neighborhood in Awamiyya where 3,000 Saudis lived, mere months after unilaterally announcing its intentions to “redevelop” the neighborhood. Without consulting the people of the town, and under an almost-complete media blackout, the regime ordered residents to evacuate, providing them with temporary yet inadequate housing in a nearby town. It then sent in contractors with their bulldozers to demolish the neighborhood. Security forces used live fire against peaceful protesters who had refused to evacuate their homes, killing several of them. Armed confrontations ensued, and the regime escalated its campaign by shelling the neighborhood and killing 12–25 people before the last inhabitant managed to escape.

In demolishing the town and reconstructing it within two years, the regime would kill two birds with one stone: It would uproot some of the most radical anti–Al Saud activists while opening up a new investment frontier to Salman’s companies and those of his allies. Such private-public endeavors are not new. As with previous Saudi rulers who have regularly blurred the line between public and private for their own personal enrichment, the current regime relies on such ventures, especially at times of financial duress. It is in keeping with the corporate underpinnings that have sustained the Saudi state since its inception. And in this case, the Eastern Province provided a particularly lucrative opportunity. Throughout the 20th century, most of the Shiite towns in the east were actively ignored by the construction drive of the Saudi state. These underdeveloped towns now constitute new investment frontiers for a cash-hungry regime that at once sought to assert its control over Shiite neighborhoods. Indeed, this was not simply about sectarianism or flexing the regime’s muscles in the face of growing regional challenges. But, driven by financial motivations, the regime nonetheless justified its military assault on people and infrastructure in the name of counterterrorism.

In the past, the scale and mode of such violence has usually been limited to Saudi Arabia’s Shiite population. But the belligerence of Mohammed—who became crown prince on June 21 of last year—was not. As the bombs dropped on al-Musawara, with the aim of “redeveloping” the town, the regime also intensified its silencing campaign across the country. It arrested hundreds more Saudis who were still skeptical of regime policies or called for serious reforms. Those included writers, intellectuals, bureaucrats, and preachers: Not only were they arrested, but their families were also regularly terrorized through armed house searches, if not by direct threats. Several cultural producers who simply refused to voice their support for domestic and regional policies met a similar fate. For the latter, remaining silent came at great cost. The regime, however, especially bore down on the most popular of the (Sunni) Islamist movements in Saudi Arabia, the Sahwa. Calling for constitutionalism, civil rights, and political reform, the Sahwa had threatened successive Saudi regimes since the 1991 Gulf War. Salman’s regime was no different, and the Sahwa especially targeted Mohammed’s corruption, economic policies, and unwillingness to embark on political reform. They saw these as further disenfranchising the Saudi population, its youth in particular. It was also around this same time that the Saudi and Emirati regimes escalated tensions with Qatar, accusing the neighboring state of supporting the Muslim Brotherhood—which has historically challenged the legitimacy of Wahhabism and the Al Saud monarchy—and what they saw as fundamentalist Islamist groups in the region. This belligerence quickly turned into a full-blown embargo.

As security forces intensified the countrywide silencing campaign, the crown prince convened hundreds of foreign dignitaries, investors, business leaders, journalists, and public-relations experts, among other speakers, at the Future Investment Initiative held on October 24–26 at the Ritz Carlton in Riyadh. There, Mohammed announced his plans to build a $500 billion high-tech city on the northwestern coast of Saudi Arabia. The prince pitched this utopian sustainable megacity, or NEOM, as the solution to the country’s ailments but also as a lucrative global investment opportunity and sociotechnical experiment rooted in religious tolerance and sustainable development. It was the beating heart of the prince’s Vision 2030.

Set in the pristine northern desert coast of the Red Sea, the proposed economic zone is being marketed predominantly to investors as an unprecedented global hub and the “world’s most ambitious project…for a new way of life.” The earmarked location remains “unspoiled” today because it was designated a military zone in the early 1960s and closed off to civilians, given its proximity to Israel as well as Egypt, which was Saudi Arabia’s prime adversary. It mattered little to the cheering investors that the Saudi regime had expropriated this very land in the 1960s without compensating those who claimed ownership over it. As rumors of the area’s demilitarization and future development began to circulate late in 2015, those claimants have sought compensation, which they have thus far failed to secure.

The site allotted to NEOM reflects the changing geopolitical realities and a desired shift of the center of economic power away from the oil-rich Persian Gulf in the east to the Red Sea in the west. It is meant to signify a shift away from oil production, but also one in which neighboring Israel is no longer considered an adversary or a threat. This is not surprising. Informal relations between Saudi Arabia and Israel can be traced back to the 1960s, when Israel militarily assisted King Faisal’s regime in his proxy war against Gamal Abdel Nasser in Yemen (1962–70). These relations further improved under King Abdullah, who ruled from 2005 until his death in 2015. During this period, Saudi-Israeli relations were becoming more of an unspoken reality. In 2006, Abdullah’s regime blatantly sided with Israel in its war on Lebanon, in which 1,109 were killed, the vast majority of them civilians, 4,400 were injured, and over 1 million were displaced. It also supported Israel in its brutal wars on Gaza in 2008–9, 2012, and 2014. It was during Abdullah’s reign that officials from both countries began expressing cordiality toward each other in public for the first time. Prince Turki al-Faisal—Saudi Arabia’s former director of general intelligence and former ambassador to London and Washington—was, and still is, the face of Saudi-Israeli rapprochement. Such overtures have only increased and become more official since Salman ascended the throne. As a matter of fact, since announcing NEOM, the regime has embarked on an aggressive media campaign that is paving the way for the normalization of ties with Israel, using the country’s most renowned cultural producers.

DEPLOYING ‘SAUDI YOUTH’

NEOM thus promised a geopolitical restructuring, and not just technological, cultural, and economic rewards to those who buy into the crown prince’s pet project. The optics are seductive, not least to a global audience of investors, politicians, planners, and cultural producers. These are more interested in cashing in on a corrupt regime’s development projects and empty promises of reform and religious moderation than in acknowledging the forms of violence that have conventionally undergirded similar reformist claims in Saudi Arabia. In so doing, such an audience reinforces Saudi rulers’ own exclusion of citizens and, like them, mobilizes “the Saudi youth”—this elusive and allegedly homogenous group—only when it benefits their own interests. Few, if any, have expressed a desire to understand, let alone acknowledge, the diverse lived realities, needs, and political affinities of people in Saudi Arabia before uncritically perpetuating the regime’s ostentatious, top-down narratives, claims, and plans.

The regime’s pervasive disregard for people in Saudi Arabia, as in other authoritarian states, is not new. But given the difficulties of entering the kingdom, coupled with the heightened surveillance on, and punitive measures against, popular opinion and social media in general, the experiences, desires, and opinions of Saudis have been absent in all but the most critical of analyses. With the crown prince adopting so many policies in the name of Saudis, and youth in particular, it is all the more urgent to discern where Saudis stand in all this, even if they do not factor into the calculations of those in power and their global allies. It is a stretch of the imagination, for example, to conclude—as many have—that normalization with Israel would have much traction among Saudis just because of the heightened state of sectarian, anti-Iranian, and anti-Shiite sentiments in the country. It is one thing for people’s interests to converge with those of the Israeli state on some policies. It is another to then assume that fear of Iranian power trumps both the political affinities that Saudis feel toward Palestinians and widespread Saudi opposition to Israeli colonialism.

The Saudi regime’s blatant pro-Israel rhetoric reached caustic levels in late March when, in a meeting of Jewish organizations in New York, Mohammed allegedly said that Palestinians should “agree to come to the negotiations table or shut up and stop complaining.” Yet Saudis overwhelmingly support Palestinians and see Israel as an illegitimate settler-colonial state. At least since the 1970s, Saudi socialization mechanisms have privileged Palestine in constructions of Saudi identity, especially in the state-sanctioned historical narrative and in history textbooks. This was so even as it became evident to Saudis that successive administrations in Riyadh were simply paying lip service to the importance of freeing Palestine. In reality, these regimes were holding secret talks with Israel, and in various instances, doing its bidding across the Arab world, often at the expense of Palestinians. In semi-public and private venues, Saudis have criticized their rulers’ complete disregard for Palestinians and the prospects of the normalization of ties with Israel. Against all odds, many have begun to mobilize in the last year to counter these strong currents, using social media, informal gatherings, and even in non-academic publications. This has been the case across the Gulf, not just in Saudi Arabia. But as the current wave of state terrorism continues apace, few if any inside Saudi Arabia will be able to voice concern, let alone dissent, in the case of the establishment of formal ties with the Israeli state.

Similarly, it is one thing for Saudis to covet the economic security, access to entertainment, and lifting of social restrictions that the crown prince has promised. It is another to equate that with mass support for the regime, and for the crown prince in particular. Economic indicators were never sufficient measures of Saudi political desires, as some theoretical models such as rentier-state theory, would like us to believe. According to the latter, the regime has historically bought off the loyalties of Saudi citizens with oil wealth in what is better known as the “authoritarian bargain,” the equivalent to “no taxation, no representation.” Yet, since the creation of the state in 1932, Saudis have demanded political participation, either within the Al Saud regime or in opposition to it, regardless of the state of the economy. In the 1950s and ’60s, many protested US imperialism and Saudi authoritarianism and demanded the nationalization of oil. Calls for constitutionalism, political rights, social justice, religious reform, and women’s rights, among other things, marked later decades of the 20th century.

Today more than ever, the people of Saudi Arabia want to have a say in political as well as economic, social, and cultural life. To think otherwise is to at worst reify regime narratives about Saudis not having political will or sensibilities, and at best to be disconnected from everyday lived realities there. The social contract in the kingdom was not so much based on the exchange of oil wealth for political subordination. Rather, it has always been based on violence—and the extreme threat thereof—coupled with religious legitimation, in return for subordination in all realms of life: economic, political, social, and cultural. Those who continue to regurgitate tropes about the apolitical, bought-off Saudi subject not only fail to comprehend the political economy of oppression in the kingdom; they also reinforce the state-centered view the regime has sold to the world since the very creation of the Saudi state.

In this vein, then, is yet another so-called global megacity what Saudis really need, let alone want? For many, it is not clear how NEOM differs from the financial and economic cities that Saudi Arabia planned during the reign of King Abdullah, some of which are almost completed. Like NEOM, these earlier megacities—in Riyadh, Rabigh, Jazan, or Medina—aimed to diversify and grow the economy while raising the standard of living for Saudis. But none have achieved these objectives, nor are they likely to do so. At the time, Saudi planners predicted the uselessness and utter failure of these cities, given their stated goals. They still do today. Indeed, the planning of these financial and economic cities, as with so many other large-scale developments, has been scarred with corruption and ineptitude, a fact that is not lost on Saudis, not then, and not now. Such city planning has relied on the very same experts and consulting firms that the current crown prince relies on for all of his projects. As such, these megacities, like NEOM, do not have the needs of the Saudi citizen in mind. They are driven by profit motivations of the ultra-wealthy and the requirements of global capital and cheap labor.

Unlike earlier megacities that Abdullah’s regime sponsored, NEOM has the added layer of being driven by an unpopular ruler who, facing domestic opposition, foreign-policy failures, and a financial crisis, must garner global support to ensure his own survival, both politically and financially. To increase investor confidence, Mohammed has promised that he will run state affairs differently. A week after announcing NEOM, he revealed an anti-corruption campaign that in its first two days arrested princes, bureaucrats, military leaders, and business tycoons. Mohammed used the media to broadcast these high-profile arrests in order to showcase his commitment to fighting corruption—but also to terrorize the political, economic, and military elites into submission, not to mention the rest of the population. Since then, the regime has quietly arrested some 500 Saudis in a campaign that has left most in the country terrorized.

Saudis have long supported a crackdown on corruption. They have called for exactly that over the past several decades, and increasingly so during the reign of King Abdullah. But many of the arrests that Mohammed has ordered have more to do with the centralization of his economic and political power and increasing his personal wealth than with rooting out corruption. Indeed, such business tycoons as Bakr Binladin and Saleh Abdullah Kamel are said to have threatened to move more of their capital abroad only months before they were arrested. Having to deal with a struggling economy and a cash-strapped regime, the crown prince simply could not afford to allow capital flight. Furthermore, as recent reports have indicated, he has deployed all means—legal, political, and coercive—to force these billionaires to give up significant portions of their wealth in return for their freedom. Indeed, the crown prince first released his cousin Prince Miteb, the son of the late King Abdullah, in late November of last year in return for $1 billion of his personal wealth. The other detainees followed suit to secure their freedom. At the same time, it is business as usual for many notoriously corrupt individuals and conglomerates, especially those that have sided with the crown prince or have turned a blind eye to his policies. So even as some Saudis celebrated the belated arrest of those who have pillaged the country’s resources with great impunity, the corruption and nepotism of the current regime is not lost on them. This is especially the case for those who have lived in Riyadh in the past decade and are more familiar with Mohammed’s various attempts at pillaging public money and private and public land through his father’s Arriyadh Development Authority.

CONCLUSION

Through such a highly selective anti-corruption campaign, Mohammed’s kleptocracy has nonetheless accomplished several goals. It has disempowered many of the economic elites and their Al Saud allies and expropriated their sources of income. Detaining several media moguls and investors, Mohammed has privileged his family’s own media company and controlled the narrative coming out of Saudi Arabia. He has also shattered notions of consensus as well as the long-standing balance of power within the top ruling members of the monarchy. While the latter may not have been able to prevent the crown prince from taking the throne, they could have presented many obstacles to the centralization of his power and governance in general. Most tragically, the regime has succeeded at what every Saudi regime has historically done best: terrorizing a whole population. Yet again, people’s political aspirations, let alone dreams of leading better and more prosperous lives, will not see the light of day.

With the absence of serious resistance to the state-led and highly public campaign of last November, Mohammed has, in theory, secured his reign. While many of his investors have expressed concern about the viability of investing in such a volatile Saudi Arabia and in meeting a similar fate as the country’s once-esteemed tycoons and investors, the crown prince is not worried. He is banking on the passage of time and a return to a “stable” state of affairs. He also knows well that the business community has no choice but to work with him if it is to maintain, if not further, its interests in the kingdom. His recent, largely successful personal branding tour in Europe and the United States—which will most likely not be tarnished by Saudi Arabia’s arrest this month of 10 women’s-rights activists—revealed just that. Despite having upended the traditional balance of power and cut the historically powerful branches of Al Saud to their size, Mohammed knows that his relatives will fall in line. Indeed, it would be premature, if not altogether simplistic, to celebrate the beginning of the end of the Al Saud. The monarchy is one of only two post–World War I regimes to survive into the second decade of the 21st century. Over the years, and despite great internal strife and struggles over power, the monarchy has shown a remarkable resilience and unity when faced with threats to its existence. Such threats are bound to increase in the coming years, and Mohammed is all too aware of this fact, as his heightened security protocols reveal. But with almost unflinching and widespread global support, Al Saud are here to stay. May God help the Saudis indeed.

Greece’s most liberal mayor beaten by a bunch of far-right protesters

0

Amanda Erickson May 20 at 4:49 PM THE WASHINGTON POST

Yiannis Boutaris is no stranger to controversy.

The 75-year-old Thessaloniki mayor is one of Greece’s most outspoken advocates for multiculturalism and international understanding. He has pushed for the construction of an Islamic mosque in the city, along with monuments honoring Turkish leaders such as Ataturk. He persuaded Turkish Airlines to begin flying directly from Istanbul to Thessaloniki, resulting in a huge surge in tourists.

He is the force behind the city’s new Holocaust museum, a “beacon against racism and fascism,” he said earlier this month in Berlin. He has offered up LGBTQ-friendly policies and criticized the Greeks who want Macedonia to change its name. Proponents of the name change say Macedonia is appropriating Greek culture and heritage. “History cannot be stolen,” he said in a January interview.

The European Commission has praised Boutaris as a “beacon” who has crafted an “island of hope” and “model for all of Greece.”

Boutaris’s politics have made him a frequent target of Greece’s growing far-right. The website of the pro-fascist Golden Dawn has accused the mayor of stoking “popular rage” and suggested that he is in Turkey’s pocket. The group accused him of being a traitor to his country because of his position on Macedonia. At a far-right rally earlier this year, leaflets calling Boutaris “a slave of the Jews” were scattered around the city.

Now, far-right activists have taken it a step further.

On Saturday, Boutaris was attacked by about a dozen far-right protesters, who kicked him in the head and legs and beat him with bottles. Eventually, the mayor’s aides stepped in, ferrying the leader away from his attackers. He was taken to a hospital and kept overnight for treatment.

The mayor was participating in a flag-lowering ceremony to honor those killed in the Pontic Genocide, a World War I-era attack on ethnic Greeks living in Anatolia. Ottoman Turks slaughtered hundreds of thousands and destroyed their churches.

“There were several people that attacked me. They were hitting me everywhere,” Boutaris told the Greek Reporter website. “It was a nightmare.”

Boutaris is attacked during the remembrance in Thessaloniki. (STR/EPA-EFE/Shutterstock)

Far-right violence is a growing problem in Greece. It “is definitely on the rise,” Seraphim Seferiades, a politics professor at Panteion University in Athens told Al Jazeera. “It’s something to be expected because there is a political gap [that the far right] is exploiting, and in that context, it’s likely we’ll see more violence.” In 2017, the number of hate crimes more than doubled, jumping to 184 from 84 the year before.

In January, a far-right group called Crypteia left death threats at several civil society groups, including the Muslim Association of Athens. In April, a group of 200 far-right assailants hurled bottles, stones and molotov cocktails at a group of refugees in Lesbos, chanting, “Burn them alive.” Earlier this month, several headstones in a Jewish cemetery were defaced.

On Sunday, even as most political leaders quickly condemned the assault, far-right lawmakers tweeted their support for the attackers. The mayor of Mycenae-Argos, a member of the center-right opposition party, tweeted about the attack: “This is the fate of the TRAITORS.”

So far, police have arrested two suspects in conjunction with the attack. One, a 20-year-old, confessed and said he did it because Boutaris has said he favors closer relations to Turkey.

Το μεγάλο παράδοξο με τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις

0
  • Tobias Buck (Βερολίνο)  21 Μαΐου 2018 – 15:37 euro2day.gr/ Financial Times

Χρόνια απαξίωσης έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική κατάσταση σε επίπεδο προσωπικού και εξοπλισμό. Η αδυναμία αύξησης του προϋπολογισμού στο 2% του ΑΕΠ, η γραφειοκρατία και τα… τανκς που δεν δουλεύουν.

 Η γερμανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση τόσο στο εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, για να δαπανήσει περισσότερα χρήματα στις ένοπλες δυνάμεις της. Στο Βερολίνο, ωστόσο, οι αξιωματούχοι και οι αναλυτές έχουν αρχίσει να συζητούν ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα: Αν βρεθούν τα χρήματα, μπορούν πραγματικά να χρησιμοποιηθούν;
Τέσσερα χρόνια πριν, η Άνγκελα Μέρκελ υπέγραψε έναν νέο στόχο του ΝΑΤΟ, που δεσμεύει τα κράτη μέλη για δαπάνες 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στην άμυνα. Το κάλεσμα για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σήμερα είναι πιο επείγον, εν μέσω ενός σερί δημοσιευμάτων για τα κενά σε προσωπικό και εξοπλισμό στον Bundeswehr -τον γερμανικό στρατό. Η κυβέρνηση απάντησε αυτή την εβδομάδα, υποσχόμενη να αυξήσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της Γερμανίας από 1,2% του ΑΕΠ πέρυσι, στο 1,5% το 2025.

Η αύξηση θα σημαίνει δισεκατομμύρια επιπλέον ευρώ για την αγορά τανκς, drones και αεροπλάνων, καθώς και για την πρόσληψη και εκπαίδευση χιλιάδων επιπλέον στρατιωτών και πολιτικού προσωπικού. Αλλά ο νέος στόχος θα αφήνει ακόμη τη Γερμανία αρκετά μακριά από το σημείο του 2% και αρκετά χαμηλότερα, όσον αφορά τα επίπεδα δαπανών, από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις περισσότερες δυτικές χώρες.

Ούτε η κα Μέρκελ ούτε η υπουργός Άμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχουν μέχρι στιγμής τολμήσει να αμφισβητήσουν τη δέσμευση με το ΝΑΤΟ. Αλλά ειδικοί στον τομέα της άμυνας προειδοποιούν ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας, οι οποίες είναι στα όριά τους, θα δυσκολευθούν να απορροφήσουν ακόμη και τις μετριοπαθείς αυξήσεις που πήραν ως υπόσχεση τώρα. Η άνοδος των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ, εν τω μεταξύ, θεωρείται ευρέως μη ρεαλιστική, ακόμη και αν υπάρχει η πολιτική βούληση «να ανοίξει η κάνουλα».

«Η Γερμανία δαπάνησε 37 δισ. ευρώ στην άμυνα πέρυσι. Αν θέλαμε να δαπανήσουμε 2% του ΑΕΠ στην άμυνα μέχρι το 2024, αυτό θα σήμαινε να διπλασιάσουμε σχεδόν τον προϋπολογισμό σε περίπου 72 δισ. ευρώ», είπε ο Hans-Peter Bartels, ο επίτροπος ενόπλων δυνάμεων του γερμανικού κοινοβουλίου. «Δεν μπορούμε απλά να διπλασιάσουμε το μέγεθος του γερμανικού στρατού. Πώς θα λειτουργήσει αυτό;».

Ο Marcel Dickow, ειδικός στην άμυνα στο Γερμανικό Ινστιτούτο για τις Διεθνείς Σχέσεις και την Ασφάλεια, σημειώνει κάτι παρόμοιο: «Ο γερμανικός στρατός δεν μπορεί να δαπανήσει αυτό το επίπεδο χρημάτων. Δεν έχει τις διαδικασίες και δεν θα ήξερε καν σε τι να τα ξοδέψει».

Με το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού για την άμυνα σταθερό (άνω του 20% δαπανάται μόνο σε ενοίκια και συντάξεις), η σημαντική μεταβλητή είναι το ποσοστό που θα κρατηθεί στην άκρη για να αγοραστούν όπλα και εξοπλισμός.

Ωστόσο, οι ελλείψεις σε προσωπικό, οι ανεπάρκειες και οι καθυστερήσεις στον διοικητικό τομέα σημαίνουν ότι το υπουργείο Άμυνας ήδη αγωνίζεται για να δαπανήσει τον προϋπολογισμό του για αγορές. Πέρυσι, για παράδειγμα, επρόκειτο να αποκτήσει οπλισμό και εξοπλισμό αξίας 5,9 δισ. ευρώ. Στο τέλος, κάποια 600 εκατ. ευρώ δεν δαπανήθηκαν -παρά τα προφανή κενά και τις ελλείψεις σε όλον τον στρατό.

Μέρος του προβλήματος βρίσκεται στο γραφείο αμυντικών προμηθειών της Γερμανίας στο Κόμπλεντς. Ενας βραδυκίνητος, υποστελεχωμένος οργανισμός, γνωστός με το πολύπλοκο ακρωνύμιο BAAINBw. Στα χαρτιά, το γραφείο έχει 6.500 προσωπικό, αλλά 1.100 από αυτές τις θέσεις δεν έχουν καλυφθεί, πατώντας φρένο σε διαδικασίες και προγράμματα.

Μία βαθύτερη ανησυχία, λένε οι κριτικοί, είναι η υπερ-γραφειοκρατική προσέγγιση του BAAINBw όσον αφορά την αγορά αμυντικών ειδών. Εκδίδει εξαιρετικά λεπτομερείς προδιαγραφές ακόμη και για απλά προϊόντα, όπως οι στρατιωτικές στολές. Για πιο σύνθετο εξοπλισμό, η λίστα των επίσημων απαιτήσεων μπορεί να αριθμεί χιλιάδες σελίδες.

«Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν είμαστε σε θέση να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας δεόντως, επειδή τα πράγματα που επειγόντως χρειαζόμαστε απλά δεν μπορούμε να τα αποκτήσουμε γρήγορα», είπε ο Christian Mölling, ειδικός στην άμυνα στο Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.

Είκοσι πέντε χρόνια περικοπών προϋπολογισμού έχουν αφήσει το σημάδι τους στους Γερμανούς προμηθευτές άμυνας, υποστήριξε ο κ. Mölling. «Μεταποιητικές δομές έχουν κλείσει και πολλοί παραγωγοί έχουν γυρίσει σε ένα μοντέλο “just in time”. Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιες περιοχές, η εφοδιαστική αλυσίδα για ανταλλακτικά έχει σπάσει. Για κάποια στρατιωτικά αεροσκάφη, παραδείγματος χάρη, τα ανταλλακτικά απλά δεν παράγονται πια». Πρόσθεσε: «Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς απλώς να τα διορθώσεις με περισσότερα χρήματα».

Η κατάσταση έχει γίνει τόσο σοβαρή, που αρκετά οπλικά συστήματα κρίσιμης σημασίας σχεδόν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση από το γραφείο του κ. Bartels, μόλις 95 από τα 255 Leopard II ήταν σε υπηρεσία πέρυσι.

Τέτοιες ελλείψεις, επιπλέον, έχουν συχνά άμεση επίπτωση στην ικανότητα του γερμανικού στρατού να στρατολογήσει και να διατηρήσει το προσωπικό του. «Τα αεροπλάνα είναι προσγειωμένα, οπότε οι πιλότοι δεν έχουν αρκετές ώρες πτήσης, γεγονός που κάνει τη δουλειά τους λιγότερο ελκυστική και φεύγουν. Αλλά κάνει ακόμη πιο δύσκολη την εκπαίδευση νέων πιλότων. Όλα συνδέονται με τα πάντα», είπε ο κ. Bartels.

Για περίπου τον ίδιο λόγο, οι ειδικοί στην άμυνα βλέπουν λίγο νόημα στο να πιέσουν για επιτάχυνση των δαπανών. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο γερμανικός στρατός δεν έχει ούτε το τεχνικό προσωπικό για να επικυρώσει και να πιστοποιήσει το νέο εξοπλισμό προς χρήση.

«Ο πιο εύκολος τρόπος θα ήταν απλώς να αγοράσουμε αρκετό νέο εξοπλισμό, αλλά στο τέλος όλα καταλήγουν στο προσωπικό. Για κάθε νέο Α400Μ [μεταγωγικό αεροσκάφος] πρέπει να προσλάβεις και να εκπαιδεύσεις αρκετούς νέους ανθρώπους. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό μέσα σε μία νύχτα. Υπάρχουν διαδικασίες που παίρνουν 15 ή 20 χρόνια», είπε ο κ. Dickow. Σε μία εποχή που η Γερμανία είναι κοντά στην πλήρη απασχόληση, επιπλέον, ο γερμανικός στρατός δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να προσελκύσει τους στρατιώτες και τους εργαζόμενους που χρειάζεται.

Αναλυτές και οι αξιωματούχοι συμφωνούν ότι ο γερμανικός προϋπολογισμός άμυνας αξίας 2% του ΑΕΠ θα παραμείνει κάτι παραπάνω από μεγάλη φιλοδοξία τα χρόνια που έρχονται. Ωστόσο, μία σταδιακή αύξηση προς το 1,5%, όπως προτάθηκε από την κα Λάιεν, επιτυγχάνει περισσότερα, καθώς είναι και ρεαλιστική και επιθυμητή.

«Δεν χρειάζεται να δαπανήσουμε 2% του ΑΕΠ στην άμυνα για να εκπληρώνονται τα καθήκοντα που έχει θέσει ο γερμανικός στρατός», είπε ο κ. Mölling. «Αλλά πρέπει να δαπανήσουμε αρκετά περισσότερα από ό,τι δαπανούμε σήμερα, οπότε ας αρχίσουμε να το κάνουμε».

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Η Ιταλία και το μάθημα της Βαϊμάρης

0
  • του Wolfgang Münchau  22 Μαΐου 2018 – 07:55 euro2day/Financial Times

Αν η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν προσφέρει οικονομική ευημερία σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, τελειώνει. Οι ελπίδες για «περιορισμό» των λαϊκιστικών δυνάμεων με μέσα και θεσμούς που απλά… δεν φτάνουν.

 Η σύγκριση των σημερινών λαϊκιστών και εθνικιστών με τους Ναζί και τους φασίστες πριν από 80 ή 90 χρόνια, δεν έχει νόημα. Ωστόσο βλέπω πιο σαφή παραλληλισμό ανάμεσα στην πτώση της γερμανικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της ευπάθειας των φιλελεύθερων ευρωπαϊκών ελίτ. Κάποιοι από τους σημερινούς υποστηρικτές της φιλελεύθερης τάξης κάνουν τα ίδια λάθη όπως έκανε, για παράδειγμα, το γερμανικό κεντρώο κόμμα των αρχών της δεκαετίας του 1930, υποτιμώντας το μέγεθος της απειλής που αντιμετώπιζαν.
Ο Harold James, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Princeton, μας έχει ήδη δώσει 10 λόγους, εξηγώντας γιατί τα πολιτικά μας συστήματα σήμερα έχουν τα ίδια αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ένας λόγος είναι η δύναμη του οικονομικού σοκ. Άλλος είναι η υπερβολική αισιοδοξία σχετικά με τη δύναμη των Συνταγμάτων να προστατεύσουν το σύστημα.

Θα ήθελα να προσφέρω κάποιες επιπλέον σκέψεις στον ρόλο των αυτάρεσκων αφηγημάτων – των ιστοριών που λέμε μεταξύ μας, οι οποίες μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα. Ως σχολιαστής των σχέσεων της ευρωζώνης, για παράδειγμα, ακούω συνέχεια ότι η ιταλική έξοδος από το ευρώ δεν μπορεί να συμβεί επειδή δεν επιτρέπεται. Το σύνταγμα της Ιταλίας, για παράδειγμα, δίνει τη δυνατότητα σε μια κυβέρνηση να ακυρώσει διεθνείς συνθήκες με δημοψήφισμα.

Αυτό το επιχείρημα όχι μόνο υπερεκτιμά τη δυνατότητα του συνταγματικού νόμου για να μας προστατεύσει από παράνομες πράξεις των κυβερνήσεων, όπως σημειώνει ο καθηγητής James. Αγνοεί επίσης τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μία χώρα θα άφηνε την ευρωζώνη. Αυτά που θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση της, θα ήταν να μηχανευτεί μία χρηματοοικονομική κρίση, να διακηρύξει «ανωτέρα βία» και να εισάγει ένα παράλληλο νόμισμα κατά τη διάρκεια μιας τραπεζικής αργίας σε ένα μεγάλο σαββατοκύριακο. Δεν υπάρχει τίποτα στο ιταλικό σύνταγμα που να εμποδίζει μία χρηματοοικονομική κρίση ή να σταματάει μία κυβέρνηση, από το να δώσει στον κόσμο τα μέσα για να αγοράσουν φαγητό.

Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έχει σημασία το γεγονός πως η ιταλική συμφωνία κυβερνητικού συνασπισμού δεν περιλαμβάνει πια επίσημη πρόταση για έξοδο από το ευρώ, όπως περιείχε σε προηγούμενο σχέδιο. Γνωρίζουμε ότι ο Ματτέο Σαλβίνι, ηγέτης της Λίγκας, θέλει να δημιουργήσει τις συνθήκες για έξοδο από το ευρώ. Γνωρίζουμε επίσης ότι κάποια μέλη του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, αν και όχι όλα, οι δυνητικοί κυβερνητικοί εταίροι τους, επίσης το θέλουν αυτό. Αυτά είναι όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε.

Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι οι χρηματοοικονομικές αγορές θα εμπόδιζαν μία τέτοια ανταρσία. Αυτοί που το επικαλούνται, κάνουν ξανά το λάθος να συνδέουν τη νοοτροπία ενός κεντρώου πολιτικού με αυτή των νέων ηγετών της Ιταλίας. Οι κεντρώοι, στην Ευρώπη τουλάχιστον, έχουν μία συναισθηματική ανάγκη να θεωρούνται δημοσιονομικά συντηρητικοί. Οι κεντρώοι βλέπουν τα σπρεντ των ομολόγων με τον τρόπο που ένα ελάφι σαστίζει στα φώτα του αυτοκινήτου. Για κάποιον όπως ο κ. Σαλβίνι, μία οικονομική κρίση δεν είναι απειλή, αλλά υπόσχεση που του επιτρέπει να «βγάλει από την πρίζα» τη συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Ένα τρίτο επιχείρημα είναι η υποτιθέμενη υπεράνθρωπη δυνατότητα του Ιταλού Προέδρου να εμποδίσει την καταστροφή. Το σύνταγμα της Ιταλίας έχει (σοφά) δώσει ισχυρές δυνάμεις στον Πρόεδρο. Ο Πρόεδρος έχει το δικαίωμα να διορίζει υπουργούς και μπορεί να αρνηθεί να υπογράψει νόμο που θεωρείται ασυμβίβαστος με το σύνταγμα. Ωστόσο οι προεδρικές εντολές είναι περιορισμένες και ακόμη και ένας δυνατός Πρόεδρος, όπως ο Σέρτζιο Ματαρέλα δεν μπορεί να πει στους βουλευτές και τους γερουσιαστές να περάσουν έναν προϋπολογισμό που να συμμορφώνεται με την ευρωζώνη.

Ένα τέταρτο επιχείρημα είναι ότι το κέντρο θα μπορεί πάντα να κανονίσει τα πράγματα. Αλήθεια; Θυμάμαι την προσπάθεια από το Δημοκρατικό κόμμα και το Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι πέρυσι να αλλάξουν το εκλογικό σύστημα προς όφελος τους. Δεν υπολόγισαν καλά το καθαρό μέγεθος της υποστήριξης από τους λαϊκιστές. Δε μπορείς να σώσεις τη φιλελεύθερη δημοκρατία μέσα από «μαγειρέματα».

Οι κεντρώοι έχουν σήμερα την ελπίδα ότι ο πολιτικά αποκατεστημένος κ. Μπερλουσκόνι θα μπορούσε ξανά να ενδυναμώσει τη θέση τους. Δεν βλέπω τέτοιες ενδείξεις. Και τι δείχνει για την ιταλική πολιτική, αν το μέλλον της εξαρτάται από τον άνθρωπο που είναι πρωταρχικά υπεύθυνος για την οικονομική καταστροφή της χώρας;

Το πέμπτο, ακούω ότι λέγεται πως αν όλα τα άλλα αποτύχουν, υπάρχει πάντα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της, έσωσε την ευρωζώνη το 2012, αλλά μπορεί να σώσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία; Το βασικό του εργαλείο κατά της κρίσης, το πρόγραμμα που είναι γνωστό ως OutrightMonetary Transactions (ΟΜΤ), είναι άσχετο σε αυτή την περίπτωση. Το ΟΜΤ σχεδιάστηκε για κυβερνήσεις που συμμορφώνονται με τους κανόνες και υφίστανται κερδοσκοπική επίθεση από τους επενδυτές. Εδώ, δεν έχουμε αυτή την περίπτωση.

Τέλος, υπάρχει η ελπίδα ότι η οικονομική ανάκαμψη θα ωφελήσει τα κεντρώα κόμματα. Νομίζω ότι το αντίθετο ισχύει. Το Πέντε Αστέρων και η Λίγκα θα παράξουν ανάκαμψη μέσω μεγάλης δημοσιονομικής τόνωσης – και θα τους πιστωθούν κέρδη γι’ αυτό. Είναι στην εξουσία ακριβώς επειδή οι κεντρώοι έχουν αποτύχει στην οικονομία. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάτι σαν «τεχνική υποστήριξη» για τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Εδώ βρίσκεται το βασικό μάθημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εάν η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτύχει να δώσει οικονομική ευημερία για ένα ικανοποιητικά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού σε αρκετά μεγάλες περιόδους, τελειώνει, μαζί με τους χρηματοοικονομικούς και οικονομικούς θεσμούς που έχει δημιουργήσει.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Η μεγάλη ευκαιρία: Τι εννοεί ο Πομπέο όταν ομιλεί για “στρατηγικό διάλογο” με την Αθήνα

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ MAY 22, 2018

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών, Νίκος Κοτζιάς και Μάικ Πομπέο, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Φωτογραφία ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΟΣ

Την απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε χθες, εάν η Ελλάδα θα μπορούσε να αντικαταστήσει στρατηγικά την Τουρκία στην ευρύτερη γειτονιά μας, την γνωρίζουν πλέον ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς και όσοι εκ των συνεργατών του παραβρέθηκαν στη συνάντηση του με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάικ Πομπέο.

Ήταν μία πολύ καλή συνάντηση σε εξαιρετικό κλίμα, όπως είπαν αξιωματούχοι, μία θέση που διατυπώνεται και στο επίσημο ανακοινωθέν του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Βεβαίως, όπως πάντα, οι αναλυτές -ακόμα και ένας του οποίου εκτιμώ τη γνώμη- χλεύασαν την ανακοίνωση και ειδικά το σημείο που αναφέρεται στον στρατηγικό διάλογο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν πως ο Μάικ Πομπέο άρχισε ήδη να φέρνει τα κάτω-πάνω στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Εκτός των αναλυτών είχαμε και δημοσιογράφους που ανακάλυψαν σχεδόν «καυγά» μεταξύ των δύο υπουργών. Είναι φρικτό το θέαμα της προσβολής της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, καθώς στη νέα εποχή που ζούμε, ο καθένας γράφει την βλακεία του, και όταν πιέζεται από τα ίδια τα γεγονότα, λέει πως πηγή του είναι π.χ. ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα! Ο οποίος αποκλείεται να έδωσε την ανύπαρκτη «πληροφορία» ότι ο Έλληνας υπουργός, λίγο-πολύ, έφαγε …ξύλο από τον Αμερικανό ομόλογό του.

Η βασική συζήτηση αφορούσε την κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, όπου διακυβεύονται τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και έγινε ένας εποικοδομητικός διάλογος για τις δυνατότητες που υπάρχουν ώστε να βοηθήσει η Ελλάδα, μαζί με άλλες χώρες της περιοχής, που θα ηγηθούν του νέου αμερικανικού «μετώπου».

Επίσης έγινε ανταλλαγή απόψεων για τα ενεργειακά θέματα, με δεδομένο ότι το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Κύπρος, θα μπορούσαν να εξελιχθούν από κοινού και πολύ σύντομα  σε ενεργειακές δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η ασφάλεια της ανατολικής Μεσογείου, στην πολύ πιθανή περίπτωση που κατασκευαστεί και ο αγωγός East Med, είναι το πιο βασικό στοιχείο της συνεργασίας αυτής, που θα εξυπηρετήσει αφάνταστα και την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Ισραήλ είναι διατεθειμένο να αναλάβει αυτό τον νευραλγικό τομέα και η συνεργασία της Αμερικής είναι σίγουρα απαραίτητη. Οπωσδήποτε, η Ελλάδα δεν δύναται από μόνη της να σηκώσει αυτό το βάρος της ασφάλειας, αλλά θα μπορεί να συμμετέχει στο «μέτωπο» του οποίου θα ηγηθεί το Ισραήλ.

Άλλωστε, επειδή τα συμφέροντα θα αφορούν την ίδια την Αμερική και τους «άκαπνους» της Ευρώπης, που τα θέλουν όλα έτοιμα στο πιάτο, το αμερικανικό Πεντάγωνο έχει σημαντικό ρόλο να παίξει. Θα είναι μεγάλο κέρδος για τη χώρα μας η εδραίωση του στρατηγικού διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πρέπει η κυβέρνηση να τολμήσει στο ζήτημα αυτό. Κόστος δεν θα έχει, αντίθετα τα οφέλη θα είναι πάρα πολλά και θα βοηθηθεί και η ταλαιπωρημένη ελληνική οικονομία.

Όταν ο κ. Πομπέο ομιλεί επίσημα και δημόσια, μέσω της ανακοίνωσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, για τον ηγετικό ρόλο που πρέπει να αναλάβει η Ελλάδα, έχει ιδιαίτερη σημασία. Ούτε Τζον Κέρι είναι, ο οποίος θα μείνει στην ιστορία για το ασήμαντο έργο του, ούτε ο Ρεξ Τίλερσον, ο οποίος ενώ ήταν ο πιο τολμηρός τεχνοκράτης στην Αμερική, στο υπουργείο Εξωτερικών τον χαρακτήριζε η ατολμία.

Ο νέος υπουργός Εξωτερικών είναι οδοστρωτήρας. Η Αμερική βρίσκεται στο στάδιο των μεγάλων αποφάσεων για τη γειτονιά μας. Περιμένει με αγωνία το αποτέλεσμα των εκλογών στην Τουρκία και απ’ εκεί και πέρα θα δράσει, ιδιαίτερα αν νικητής είναι ο Ταγίπ Ερντογάν.

Είναι κάτι που απεύχονται οι Αμερικανοί, αλλά δεν το φωνάζουν για να μην χρησιμοποιηθεί στον προεκλογικό αγώνα. Εάν ο κ. Ερντογάν δεν αλλάξει και συνεχίσει να προκαλεί με χυδαίο τρόπο την Αμερική και το ΝΑΤΟ, αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται δράσεις. Και η καλύτερη δράση για τις ΗΠΑ είναι ένα μέτωπο των χωρών που διατηρούν φιλικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, και οι οποίες θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν χωρίς κανένα κόστος την προβληματική Τουρκία.

Ο βασικός συνομιλητής της Αμερικής είναι το Ισραήλ, αλλά και η Αίγυπτος, χώρες με τις οποίες η Ελλάδα και η Κύπρος διατηρούν τις καλύτερες των σχέσεων.

Με δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον χάνει και το Λίβανο, ο οποίος εξελίσσεται σε «όργανο» και «εργαλείο» του Ιράν, οι Αμερικανοί είναι υποχρεωμένοι να κάνουν τα κουμάντα τους για να προστατεύσουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα, και το Ισραήλ, το οποίο αντιμετωπίζει θανάσιμο κίνδυνο από το Ιράν.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και τα «γεράκια» του, θα κοντράρουν άγρια την Τεχεράνη και περί αυτού ας μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Άλλωστε εκφράζει και δημόσια τα «αισθήματά» του για το Ιράν ο πλανητάρχης. Δεν χρειάζεται να τα ακούμε από τους «διαδρομιστές» και τους αναλυτές των Αθηνών.

Ομιλούν από μόνα τους τα γραφόμενα του στις επίσημες ανακοινώσεις και στο προσφιλές του Twitter. Από τη δημόσια ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, θα κρατήσω και αυτό: «Οι δύο άντρες (Σ.Σ.: ο κ. Πομπέο και ο κ. Κοτζιάς) συμφώνησαν να παραμείνουν σε στενή επαφή για όλα αυτά και για άλλα διμερή, περιφερειακά και διεθνή ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος και θα συνεργαστούν στενά το επόμενο διάστημα για να διασφαλίσουν την σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο».

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Θα είναι αφελής κανείς να πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα σταματήσουν τις προσπάθειες να επαναφέρουν στο δυτικό «μαντρί» την Τουρκία. Θα συνεχίσουν ελπίζοντας πως μετά τις τουρκικές εκλογές τα πράγματα θα αλλάξουν. Όμως, την ίδια στιγμή, μία υπερδύναμη σαν την Αμερική, δεν θα περιμένει επ’ άπειρον τον κ. Ερντογάν… Θα προχωρήσει στη σύμπτυξη και ανάπτυξη άλλων συμμαχιών στη γειτονιά μας… Αυτό εξάγεται από την πληροφόρηση που είχα μετά τη συνάντηση του κ. Πομπέο με τον Έλληνα ομόλογό του…

Πηγή: Η μεγάλη ευκαιρία: Τι εννοεί ο Πομπέο όταν ομιλεί για “στρατηγικό διάλογο” με την Αθήνα https://hellasjournal.com/2018/05/i-megali-efkeria-ti-ennoi-o-pobeo-otan-omili-gia-stratigiko-dialogo-me-tin-athina/

Πώς βλέπει τον κόσμο ο Xi Jinping

0
Τα κεντρικά συμφέροντα που διαμορφώνουν την συμπεριφορά της Κίνας
Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, καταφθάνει σε μια εκδήλωση για την 200η επέτειο από την γέννηση του Karl Marx, στην Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, στο Πεκίνο, τον Μάιο του 2018. JASON LEE / REUTERS.
Περίληψη:

Εκεί που η Κίνα δεν έχει έτοιμο ιστορικό σενάριο από το οποίο να αντλεί από τη μακρά παράδοσή της, είναι το πώς να αξιοποιήσει τον καινοφανή πλούτο της και την δύναμή της για να καθοδηγήσει την συμπεριφορά της στον κόσμο γενικότερα. Η κοσμοθεωρία του Xi αρχίζει να δίνει κάποιες σαφείς οδηγίες γι’ αυτό.

Ο KEVIN RUDD είναι πρώην πρωθυπουργός της Αυστραλίας και πρόεδρος του Asia Society Policy Institute. Το άρθρο αυτό αποτελεί προσαρμογή από μια ομιλία που εκφώνησε στην Στρατιωτική Ακαδημία των Ηνωμένων Πολιτειών στο West Point, τον Μάρτιο του 2018.

Πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με την αξιοσημείωτη εδραίωση της πολιτικής δύναμης του Κινέζου προέδρου Xi Jinping [1] από τότε που ανέλαβε καθήκοντα πριν από πέντε χρόνια. Αλλά ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα της διεθνούς κοινότητας που πρέπει να απαντηθεί είναι το πώς ο Xi [2] βλέπει τον κόσμο -και τι σημαίνει αυτό για το πώς θα τον προσεγγίσει η Κίνα. Λόγω της αδιαφάνειας του κινεζικού πολιτικού συστήματος, αυτό είναι δύσκολο να απαντηθεί με πραγματική βεβαιότητα. Αλλά κάποια σαφή μοτίβα έχουν αρχίσει να ξεχωρίζουν.

Η κοσμοθεωρία του Xi δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κεντρική θέση του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος επί της επαγγελματικής δομής του κράτους, και της κομμουνιστικής ιδεολογίας επί του πολιτικού ρεαλισμού. Είναι ένας από τους Κινέζους εθνικιστές που είναι γεμάτοι με ένα κοκτέιλ οικονομικών επιτευγμάτων, πολιτικής νοσταλγίας, και εθνικού παραπόνου μαζί με μια νέα κουλτούρα πολιτικής αυτοπεποίθησης που αντιπροσωπεύει μια ξεκάθαρη απόκλιση από την ορθοδοξία του Deng Xiaoping του «να κρύβεις την δύναμή σου, περίμενε την ώρα σου, ποτέ μην παίρνεις το προβάδισμα».

21052018-1.jpg

Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, καταφθάνει σε μια εκδήλωση για την 200η επέτειο από την γέννηση του Karl Marx, στην Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, στο Πεκίνο, τον Μάιο του 2018. JASON LEE / REUTERS
———————————————————————–

Αυτή η νέα προσέγγιση μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα ως ένα σύνολο επτά ομόκεντρων κύκλων συμφερόντων, ξεκινώντας από την κεντρικότητα του κόμματος και επεκτεινόμενοι προς την ενότητα της χώρας˙ την σημασία της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης σε ισορροπία με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες˙ το να κρατηθούν τα 14 συνορεύοντα με την Κίνα κράτη υπό καλόπιστο έλεγχο˙ η προβολή της περιφερειακής θαλάσσιας ισχύος˙ η μόχλευση της οικονομικής της ισχύος στην ηπειρωτική περιφέρεια˙ και η αργή μεταρρύθμιση τμημάτων, αλλά σε καμία περίπτωση όχι όλης, της βασισμένης σε κανόνες μεταπολεμικής τάξης με την πάροδο του χρόνου για να ταιριάξει καλύτερα στα συμφέροντά της. Εάν ο Xi το πετύχει, εν όλω ή εν μέρει, με την μεγάλη του στρατηγική (grand strategy), είναι ένα ανοιχτό ερώτημα.

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Ο πρώτος και πιο άμεσος κύκλος είναι το ίδιο το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα και το πρωταρχικό του ενδιαφέρον να παραμείνει στην εξουσία. Υπήρξε ένα σιωπηρό συμπέρασμα [3], τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος της συλλογικής Δύσης τα τελευταία 40 χρόνια, ότι η Κίνα θα αγκαλιάσει αργά το παγκόσμιο φιλελεύθερο καπιταλιστικό σχέδιο. Με το να κάνουν αυτήν την υπόθεση, πολλοί μελετητές απέτυχαν να δώσουν προσοχή στις εσωτερικές συζητήσεις εντός του κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι οποίες κατέληξαν στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα με την απόφαση ότι δεν θα υπήρχαν συστημικές αλλαγές, και ότι η Κίνα θα συνεχίσει να είναι ένα μονοκομματικό κράτος. Εκτός από την επιθυμία να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη επιβίωση του κόμματος καθαυτού, η ηγεσία πίστευε επίσης ότι η Κίνα δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει παγκόσμια μεγάλη δύναμη τη απουσία της ισχυρής κεντρικής ηγεσίας του κόμματος. Αν και αυτές οι εσωτερικές συζητήσεις ολοκληρώθηκαν μια δεκαετία πριν από την άνοδο του Σι στην εξουσία, ο Xi ολοκλήρωσε την διαδικασία της στροφής της Κίνας σε κρατική καπιταλιστική κοινωνία με το κόμμα στο κέντρο.

Ο Xi έχει επιβεβαιώσει ανερυθρίαστα την εξουσία, το κύρος και τα προνόμια της κομματικής δομής επί του διοικητικού μηχανισμού του κράτους. Τις προηγούμενες δεκαετίες, ο ρόλος του κόμματος είχε συρρικνωθεί σε έναν πιο στενό και ιδεολογικό ρόλο. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον. Ο Xi αντιλήφθηκε ότι η αφαίρεση του κόμματος ως θεσμού από την συνεχιζόμενη διαρθρωτική συνάφεια με την πραγματική διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων της χώρας, θα οδηγούσε στην εξασθένηση της εξουσίας του. Έχει τώρα παρέμβει αποφασιστικά για να αντιστρέψει αυτή την τάση.

Υπό τον Xi, η ηγεσία της Κίνας έδωσε επίσης όλο και περισσότερη έμφαση στην πολιτική ιδεολογία σε σχέση με την ρεαλιστική πολιτική. Ο Xi και η υπόλοιπη κεντρική ηγεσία γνωρίζουν ότι τα αιτήματα για πολιτική φιλελευθεροποίηση σχεδόν παγκοσμίως προκύπτουν μόλις το κατά κεφαλήν εισόδημα υπερβεί ένα συγκεκριμένο όριο. Η απάντησή τους σε αυτό το δίλημμα ήταν μια επαναβεβαίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας και μια εκτεταμένη προπαγανδιστική εκστρατεία που τώρα συνδυάζει τις εικόνες του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος με εκείνες του έθνους. Ο Xi πιστεύει ότι μπορεί να νικήσει την άποψη του Francis Fukuyama για την ιστορία, η οποία θεωρεί ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία του Δυτικού τύπου είναι η τελική μορφή διακυβέρνησης. Και επειδή ο στόχος αυτός είναι ενισχυμένος σφοδρά με τις νέες τεχνολογίες κρατικού ελέγχου (συμπεριλαμβανομένων της βαθμολόγησης της κοινωνικής πίστης και της αναγνώρισης προσώπου που υποστηρίζονται από μια δομή εσωτερικής ασφάλειας μεγαλύτερη από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό [PLA]), πολλοί Κινέζοι πιστεύουν ότι ο Σι θα πετύχει.

Ο δεύτερος ομόκεντρος κύκλος, με όρους βασικών συμφερόντων του Xi και της κινεζικής ηγεσίας, είναι η εθνική ενότητα. Αυτό παραμένει ζωτική ανησυχία στο Πεκίνο, ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας αφενός και μακρόχρονης πολιτικής νομιμοποίησης από την άλλη.

Από την οπτική του Πεκίνου, το Θιβέτ, η [επαρχία] Σιντζιάνγκ (Xinjiang), η Εσωτερική Μογγολία και η Ταϊβάν αποτελούν ένα βασικό σύνολο ενδιαφερόντων ασφαλείας. Το καθένα από μόνο του αντιπροσωπεύει μια συμβολή παραγόντων εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας. Το Θιβέτ είναι βασικός παράγοντας στις κινεζικές αντιλήψεις για την στρατηγική σχέση της Κίνας με την Ινδία, η οποία έχει παράσχει πολιτικό άσυλο στον Δαλάι Λάμα για περισσότερο από μισό αιώνα. Η Xinjiang αντιπροσωπεύει την πύλη της Κίνας σε αυτό που αντιλαμβάνεται ότι είναι ένας όλο και πιο εχθρικός ισλαμικός κόσμος, ενισχυμένος από τις ανησυχίες για το δικό της εγχώριο ισλαμικό αυτονομιστικό κίνημα. Η εσωτερική Μογγολία, παρά την επίλυση των κοινών συνόρων με την Ρωσία πριν από δεκαετίες, αποτελεί μια συνεχή πηγή στρατηγικού άγχους μεταξύ Κίνας και Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένων των ρωσικών ανησυχιών σχετικά με την μακροπρόθεσμη πιθανότητα ενός κινεζικού ρεβιζιονισμού για τον συνοριακό διακανονισμό του 1989.

Η Ταϊβάν, που από καιρό θεωρείται ισοδύναμη ενός μεγάλου αμερικανικού αεροπλανοφόρου στον Ειρηνικό, αντιπροσωπεύει στο κινεζικό στρατηγικό σκεπτικό έναν μεγάλο μηχανισμό αποκλεισμού ενάντια στις εθνικές φιλοδοξίες της Κίνας για ένα πιο ελεγχόμενο, και επομένως πιο ασφαλές, θαλάσσιο σύνορο, καθώς και ένα εμπόδιο στην εθνική επανένωση. Εξ ου ο βαθύς κινεζικός πονοκέφαλος σχετικά με την πρόσφατη ψήφιση της Ταξιδιωτικής Πράξης για την Ταϊβάν (Taiwan Travel Act), που επιτρέπει την επανάληψη επίσημων επαφών μεταξύ όλων των επιπέδων της αμερικανικής διοίκησης και των Ταϊβανών ομολόγων τους. Αυτές οι προκλήσεις της εσωτερικής ασφάλειας θα παραμείνουν πάντα οι βασικές προκλήσεις ασφάλειας της Κίνας, εκτός, φυσικά, της ασφάλειας του ίδιου του κόμματος.

Ο τρίτος σε αυτή την σειρά ομόκεντρων κύκλων είναι η κινεζική οικονομία, μαζί με το στρατηγικό της προσάρτημα, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Από πολιτική άποψη, η πρώτη φάση της οικονομικής μεταρρύθμισης της Κίνας χαρακτηριζόταν από μικρές, τοπικές οικογενειακές επιχειρήσεις που απασχολούνταν στην ελαφρά βιομηχανία˙ από χαμηλού μισθού, υψηλής έντασης μεταποίηση για εξαγωγές˙ και από κρατικές επενδύσεις υψηλού επιπέδου στις δημόσιες υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των τηλεπικοινωνιών, της ευρυζωνικότητας, των οδών, σιδηροδρόμων, λιμένων και της παραγωγής, μετάδοσης και διανομής ηλεκτρικής ισχύος. Στις αρχές του 2013, ο Xi δημοσιοποίησε ένα νέο σχέδιο για την δεύτερη φάση του προγράμματος οικονομικής μεταρρύθμισης της Κίνας. Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της ήταν μια νέα έμφαση στην αγορά εγχώριας κατανάλωσης αντί για τις εξαγωγές ως κύρια κινητήρια δύναμη της μελλοντικής οικονομικής ανάπτυξης˙ η έκρηξη του ιδιωτικού τομέα της Κίνας εις βάρος του συνολικού μεριδίου αγοράς των κρατικών επιχειρήσεων της˙ και το ξεπέρασμα της Δύσης σε κρίσιμους νέους τομείς τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της βιοτεχνολογίας, της πληροφορικής και της τεχνητής νοημοσύνης, όλα μέσα στο νέο πλαίσιο της περιβαλλοντικά βιώσιμης ανάπτυξης, ιδιαίτερα [της αποφυγής] της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής.

Πέντε χρόνια μετά, υπήρξε ελάχιστη πραγματική πρόοδος στις επενδύσεις, στο εμπόριο, στην χρηματοδότηση και στις κρατικές επιχειρήσεις και στην αγροτική μεταρρύθμιση, ενώ η Κίνα φαίνεται να οπισθοδρομεί στην δημοσιονομική πολιτική, τον ανταγωνισμό και τη μεταρρύθμιση του εργατικού δυναμικού. Το ανοιχτό ερώτημα για την οικονομία είναι το εάν ο Xi, έχοντας εδραιώσει περαιτέρω την ισχύ του, θέλει να αναπτύξει το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο σε αυτούς τους νέους, ουσιαστικούς αλλά βαθιά ευαίσθητους τομείς μεταρρύθμισης όπου οι δυνάμεις αντίστασης και αδράνειας είναι μεγάλες. Υπάρχουν και άλλα ανησυχητικά σημάδια. Ο ρόλος των κομματικών γραμματέων μέσα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις φαίνεται να έχει ενισχυθεί και υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση ως προς το αν το κράτος πρέπει να αποκτήσει συμμετοχή στις πιο επιτυχημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις της Κίνας. Στον απόηχο της εκστρατείας κατά της διαφθοράς και άλλων παρατυπιών όσον αφορά την συμμόρφωση, βλέπουμε επίσης ορισμένες εξέχουσες κινεζικές ιδιωτικές εταιρείες σε πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Το Πεκίνο κατάσχεσε πρόσφατα τον ασφαλιστικό όμιλο Anbang, αναλαμβάνοντας προσωρινό έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αφότου η ηγεσία της συνελήφθη, διώχθηκε και καταδικάστηκε. Η σύνθεση όλων των παραπάνω είναι μια συνεχής έλλειψη πραγματικά ανεξάρτητων εμπορικών δικαστηρίων και μηχανισμών διαιτησίας.

Το Πεκίνο, ωστόσο, σημείωσε πραγματική πρόοδο στην πολιτική για την καινοτομία, όπου τα τεράστια επίπεδα κρατικής Έρευνας και Ανάπτυξης έχουν αρχίσει να αποφέρουν αποτελέσματα, καθώς και στην περιβαλλοντική μεταρρύθμιση, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις μεγάλες πόλεις τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό επίτευγμα, επειδή η τραγωδία της ταχείας ανάπτυξης της Κίνας κατά τα πρώτα 35 χρόνια υπήρξε μια γενική περιβαλλοντική καταστροφή. Φυσικά, το περιβάλλον δεν είναι μόνο μια εγχώρια ανησυχία για τον κινεζικό λαό. Η ποσότητα των αερίων του θερμοκηπίου που εκπέμπει η Κίνα έχει θεμελιώδη σημασία για το μέλλον της παγκόσμιας κλιματικής ασφάλειας και επομένως του πλανήτη. Στο πλαίσιο της τρέχουσας και αναδυόμενης κοσμοθεωρίας της Κίνας, τόσο η ισχυρή οικονομία όσο και το καθαρό περιβάλλον αποτελούν βασικούς καθοριστικούς παράγοντες της μελλοντικής πολιτικής νομιμοποίησης του κόμματος.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Ο τέταρτος σε αυτή την διευρυμένη σειρά ομόκεντρων κύκλων κινείται πέρα από τις εγχώριες ανησυχίες, σε αυτό που η Κίνα θεωρεί ως σφαίρα επιρροής της. Αυτό αφορά τα 14 γειτονικά κράτη της Κίνας. Ιστορικά, υπήρξαν η λεωφόρος με την οποία απειλείτο η εθνική ασφάλεια της Κίνας, με αποτέλεσμα διαδοχικές ξένες εισβολές. Μέσω της πολιτικής και οικονομικής διπλωματίας, η Κίνα επιθυμεί έτσι να εξασφαλίσει θετικές, φιλόξενες και, όπου είναι δυνατόν, συγκαταβατικές μεμονωμένες σχέσεις με όλες αυτές τις χώρες.

Αλλά πέρα από αυτό, το Πεκίνο σχηματοποιεί επίσης μια βαθύτερη στρατηγική δέσμευσης στην ηπειρωτική περιφέρεια. Το βλέπουμε αυτό στην πολιτική, οικονομική και στρατιωτική διπλωματία της Κίνας σε όλη την απέραντη ηπειρωτική πλευρά της από την Βορειοανατολική μέχρι την Κεντρική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Το βλέπουμε επίσης να αντικατοπτρίζεται σε ομάδες όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organization) και σε φιλόδοξα έργα υποδομής, ιδίως στην πρωτοβουλία «Belt and Road» (Ζώνη και Οδός).

Η στρατηγική επιταγή αυτών των προγραμμάτων είναι σαφής: Η εδραίωση των σχέσεων της Κίνας με τα γειτονικά της κράτη. Και σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει την ενίσχυση της στρατηγικής της θέσης σε ολόκληρη την ευρασιατική ήπειρο, σταθεροποιώντας έτσι την ηπειρωτική περιφέρεια της Κίνας.

Ένας πέμπτος ομόκεντρος κύκλος στρατηγικών συμφερόντων της Κίνας είναι η θαλάσσια περιφέρειά της. Ο Xi και η κεντρική ηγεσία θεωρούν ότι αυτή είναι μια ιδιαίτερα εχθρική αρένα. Η Κίνα βλέπει τις εδαφικές αξιώσεις της στις ανατολικές και νότιες θάλασσες της Κίνας [4] σαν να βρίσκονται υπό απειλή και τώρα αναφέρεται συνήθως σε αυτές ως «βασικά εθνικά συμφέροντα», τοποθετώντας τα σε παρόμοια κατηγορία με την Ταϊβάν. Η Κίνα βλέπει επίσης την περιοχή ως μια στρατηγική συμμαχία εναντίον της -με ένα δαχτυλίδι συμμάχων των ΗΠΑ από τη Νότια Κορέα ως την Ιαπωνία, την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες και στην Αυστραλία, για να μην αναφέρουμε την τρομερή σειρά αμερικανικών στρατιωτικών πόρων που αναπτύσσονται από την αμερικανική Διοίκηση Ειρηνικού (U.S. Pacific Command) σε ολόκληρη την περιοχή.

21052018-2.jpg

Κινεζικά σκάφη, κατά πάσα πιθανότητα βυθοκόρησης, στα ύδατα γύρω από το Fiery Cross Reef στα αμφισβητούμενα νησιά Spratly στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας σε αυτό το στιγμιότυπο από βίντεο που τραβήχτηκε από αεροσκάφος επιτήρησης P-8A Poseidon του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών, τον Μάιο του 2015. U.S. NAVY VIA REUTERS
————————————————————-

Η ναυτιλιακή στρατηγική της Κίνας αποσκοπεί στην διάρρηξη αυτών των συμμαχιών των ΗΠΑ, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, αποτελούν λείψανα του Ψυχρού Πολέμου, ενισχύοντας παράλληλα την ικανότητα του ναυτικού και της αεροπορίας της σε σχέση με τον στρατό της. Υπό τον Xi, η αλλαγή στην στρατιωτική οργάνωση, το δόγμα και την δομή των δυνάμεων της Κίνας ήταν βαθιά. Οι κινεζικές ναυτικές και εναέριες ικανότητες επεκτείνονται τώρα στα επαναδιεκδικούμενα νησιά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας και το Πεκίνο ανέπτυξε γρήγορα την χερσαία πυραυλική δύναμη που στοχεύει τόσο την Ταϊβάν όσο και τις ευρύτερες ναυτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στον Δυτικό Ειρηνικό. Η γενική πολιτικοστρατιωτική στρατηγική της Κίνας είναι σαφής: Να προκαλέσει επαρκή αμφιβολία στο μυαλό κάθε μελλοντικής διοίκησης των ΗΠΑ σχετικά με την ικανότητά της να κερδίσει οποιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση ενάντια στις κινεζικές δυνάμεις εντός της πρώτης αλυσίδας νησιών. Αυτό περιλαμβάνει την άνοδο των αμερικανικών αμφιβολιών σχετικά με την ικανότητά τους να υπερασπιστούν την Ταϊβάν.

Η πιο ήπια πλευρά της στρατηγικής της Κίνας στην Ανατολική Ασία και στον Δυτικό Ειρηνικό είναι η οικονομική δέσμευση μέσω του εμπορίου, των επενδύσεων, των ροών κεφαλαίων και της αναπτυξιακής βοήθειας. Τόσο στην πραγματικότητα όσο και στην αντίληψη, η Κίνα έχει ήδη γίνει ένας πιο σημαντικός οικονομικός εταίρος από όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες για σχεδόν κάθε χώρα στην ευρύτερη ανατολική Ασία.

ΤΟ ΠΕΚΙΝΟ ΚΑΙ Ο ΕΥΡΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Οι τελευταίοι δύο κύκλοι σχετίζονται με το πώς η Κίνα βλέπει το μέλλον της στην ευρύτερη παγκόσμια σκηνή. Στον έκτο κύκλο, η σειρά των στρατηγικών προτεραιοτήτων του Πεκίνου είναι η σχέση της χώρας με τον αναπτυσσόμενο κόσμο, η οποία έχει ιστορικές ρίζες πίσω στον πρόεδρο Mao Zedong και τον ρόλο του πρωθυπουργού Zhou Enlai στο Κίνημα των Αδεσμεύτων κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, εφαρμόζεται ιδιαίτερα στην Αφρική. Αλλά το βλέπουμε και σε χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν και η Σρι Λάνκα.

Σε ολόκληρη την Αφρική, η Κίνα έχει αναπτύξει μεγάλα κομμάτια της αναδυόμενης υποδομής της ηπείρου και έχει επίσης εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας εμπόριο και επενδύσεις σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική και την Ασία. Κάθε ένα από αυτά τα έργα δημιουργεί τις δικές του τοπικές αντιπαραθέσεις. Αλλά το αξιοσημείωτο πράγμα για την στρατηγική της Κίνας είναι η επιμονή και η ικανότητά της να προσαρμόζεται και να ρυθμίζεται με την πάροδο του χρόνου. Δυτικοί ακαδημαϊκοί έχουν πραγματοποιήσει τώρα πολλαπλές μελέτες επί του πεδίου σχετικά με κινεζικά επενδυτικά σχέδια στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Ορισμένα δεν ήταν καλά, όπως για παράδειγμα στην Ζάμπια, όπου η συμπεριφορά ορισμένων κινεζικών εταιρειών σύντομα μεταφράστηκε σε εθνική πολιτική αντιπαράθεση και αλλαγή κυβέρνησης. Αλλά άλλα έχουν επιδείξει πραγματικές βελτιώσεις με την πάροδο του χρόνου, όπως στην Αιθιοπία, όπου οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν αυξήσει τις ευκαιρίες για τοπική εργασία, βελτιωμένα επίπεδα μισθών και έχουν επενδύσει σε τοπικές κοινότητες.

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι πόσες θετικές ιστορίες αναδύονται τώρα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Έτσι, όταν η Κίνα αναζητά τοπικές φωνές για να υποστηρίξει τα συμφέροντά της, είτε στα Ηνωμένα Έθνη είτε στον λαβύρινθο του παγκόσμιου πολυμερούς συστήματος, η ικανότητά της να αντλεί πολιτική και διπλωματική υποστήριξη είναι άνευ προηγουμένου.

Ο έβδομος ομόκεντρος κύκλος αφορά το μέλλον της βασισμένης σε κανόνες παγκόσμιας τάξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχτισαν αυτήν την τάξη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε δύο πυλώνες: Πρώτον, σε μια σειρά ουσιαστικά φιλελεύθερων διεθνών θεσμών, συμπεριλαμβανομένου του ΟΗΕ, του μηχανισμού Bretton Woods, της GATT (αργότερα ΠΟΕ) και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1948˙ δεύτερον, στην κατοχή και την προδιάθεση να χρησιμοποιηθεί η αμερικανική πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ισχύς για να υπερασπιστεί την τάξη που δημιούργησε. Από τότε, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να υπερασπιστούν αυτό το σύστημα μέσω του παγκόσμιου δικτύου συμμαχιών τους, όπως το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη και τις διμερείς συνεργασίες για την ασφάλεια στην Ανατολική Ασία. Μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν η κυρίαρχη υπερδύναμη. Τώρα βρίσκονται σε περίοδο βαθιάς αλλαγής και προκλήσεων.

Τα βαθύτερα θεμέλια της φιλελεύθερης τάξης επίσης απειλούνται τώρα από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Πολλοί Δυτικοί πολίτες είναι απογοητευμένοι από τις δικές τους δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, η Κίνα είναι δυνατή και περήφανη για την «αυταρχική καπιταλιστική» εναλλακτική της προς το αμερικανικό μοντέλο. Η Κίνα βρίσκεται επίσης στο χείλος της αντικατάστασης των Ηνωμένων Πολιτειών ως η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αλλά σύντομα θα έχει την ικανότητα να αμφισβητήσει την περιφερειακή (αλλά όχι παγκόσμια) στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Η Κίνα δημιουργεί επίσης νέους πολυμερείς θεσμούς, όπως η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών (Asian Infrastructure Investment Bank, ΑΙΙΒ), και συνεχίζει να επεκτείνει την στρατηγική και οικονομική της εμβέλεια σε όλη την Ευρώπη και την Ασία. Ο ίδιος ο Xi κατέστησε σαφές ότι δεν βλέπει τον ρόλο της Κίνας ως απλό αντίγραφο της τρέχουσας φιλελεύθερης διεθνούς τάξης για το μέλλον.

Η Κίνα έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η σημερινή τάξη δημιουργήθηκε από τις Δυτικές, και κατά κύριο λόγο αποικιακές δυνάμεις, που συνέβη να είναι και οι κύριοι νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, έχει μέχρι στιγμής αφήσει ανοιχτό το ποιές συγκεκριμένες αλλαγές θα προωθήσει στο βασισμένο σε κανόνες διεθνές σύστημα για το μέλλον. Η προσδοκία της Κίνας για τη μελλοντική τάξη είναι μια τάξη που θα είναι περισσότερο προσαρμοσμένη στα δικά της εθνικά συμφέροντα και αξίες. Αυτό θα έχει συνέπειες, για παράδειγμα, στην τρέχουσα διεθνή τάξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία είναι αγκυρωμένη στις τρεις διεθνείς συνθήκες και στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Γενεύη, όπου το συμφωνημένο κανονιστικό πολιτικό πλαίσιο βασίζεται πρωταρχικά στις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Θα έχει επίσης συνέπειες για τη μελλοντική διεθνή οικονομική τάξη, συμπεριλαμβανομένου του ΠΟΕ, ιδίως μετά από την εξέλιξη του εμπορικού πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες βγουν έξω από τους κανόνες του ΠΟΕ σε οποιαδήποτε προσπάθεια μονομερούς επίλυσης της διαφοράς προς όφελός τους. Όσον αφορά τη μελλοντική διεθνή τάξη ασφάλειας, βρισκόμαστε τώρα σε άκρως αβέβαιο έδαφος για λόγους όλο και περισσότερο διαμορφωμένους από τα μελλοντικά περιγράμματα τόσο της αμερικανικής όσο και της κινεζικής εγχώριας πολιτικής. Θα επιθυμούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να παραμείνουν ο παγκόσμιος αστυνομικός της έσχατης καταφυγής; Και θα είχε η Κίνα ενδιαφέρον να εκπληρώσει αυτόν τον ρόλο; Τα στοιχεία μέχρι σήμερα δείχνουν ότι το Πεκίνο δεν θα το έκανε.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Αυτές οι ευρείες τάσεις της Κίνας υπό τον Xi γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Από πολλές απόψεις, είναι το άμεσο αποτέλεσμα του ότι η Κίνα αρχίζει να εκπληρώνει την μακροχρόνια φιλοδοξία της να αποκτήσει εθνικό πλούτο και ισχύ, ήδη από τις τελευταίες ημέρες του [αυτοκράτορα] Qing. Τότε, το αυτό που χαλύβδωνε το κινεζικό εθνικό συμφέρον ήταν απλά να διατηρήσει [η Κίνα] την εδαφική της ακεραιότητα και την πολιτική κυριαρχία της ενάντια σε κύματα ξένων επιδρομών και εισβολών. Αυτό το καθήκον επιτεύχθηκε τώρα. Ωστόσο, εκεί που η Κίνα δεν έχει έτοιμο ιστορικό σενάριο από το οποίο να αντλεί από τη μακρά παράδοσή της, είναι το πώς να αξιοποιήσει τον καινοφανή πλούτο της και την δύναμή της για να καθοδηγήσει την συμπεριφορά της στον κόσμο γενικότερα. Η κοσμοθεωρία του Xi αρχίζει να δίνει κάποιες σαφείς οδηγίες γι’ αυτό. Έχουμε μόλις εισέλθει στην τρίτη περίοδο της διεθνούς πραγματικότητας της Κίνας μετά το 1949: Από την εθνική πολιτική επανάσταση του Μάο, στον οικονομικό εκσυγχρονισμό του Ντενγκ και στο αναδυόμενο όραμα της Κίνας για την Κίνα στον κόσμο. Η Κίνα του Xi δεν σκοπεύει να είναι μια κατεστημένη (status quo) δύναμη. Το ερώτημα για τον υπόλοιπο κόσμο είναι πώς να εμπλακεί τώρα με αυτήν τη νέα δυναμική Κίνα του μέλλοντος.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-05-10/how-xi-jinping-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-04-17/chinas-new-revo…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2017-12-08/what-xi-jinping…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2018-02-13/china-r…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-01-25/why-south-china…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition