Αρχική Blog Σελίδα 2809

Το λάθος που οδηγεί την Τουρκία σε… ατύχημα

0

Economist/euro2day

Ο ριψοκίνδυνος δανεισμός και η έκρηξη στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορούν να οδηγήσουν σε βαθιά ύφεση γράφει ο Economist. Οι σωστές κινήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και το λάθος μονοπάτι που ακολούθησε.

Το λάθος που οδηγεί την Τουρκία σε... ατύχημα

Μια επίσκεψη πριν από σχεδόν 20 χρόνια τον έπεισε πως η Τουρκία εννοούσε ότι θα διορθώσει την οικονομία της. Η απόδοση του μονοετούς κρατικού ομολόγου της χώρας ήταν τότε πάνω από 100%. «Ηταν μια σοβαρή λάθος τιμολόγηση», δηλώνει στον Στίβεν Ντρόμπνι στο «The Invisible Hands», ένα βιβλίο συνεντεύξεων με hedge fund managers με ψευδώνυμα. Λίγο αργότερα, το ΔΝΤ έδωσε την έγκρισή του για τις μεταρρυθμίσεις της Τουρκίας. Η τιμή των ομολόγων εκτινάχθηκε. Το μονοετές επιτόκιο μειώθηκε στο 40%.

Ο τροχός έχει έκτοτε κάνει σχεδόν μια πλήρη περιστροφή για την Τουρκία, που τώρα φαίνεται να προσελκύει περισσότερους πωλητές, παρά αγοραστές. Η λίρα βυθίζεται. Η S&P έχει υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας από τα «σκουπίδια» σε ακόμα πιο «βαθιά σκουπίδια», εν μέρει λόγω των ανησυχιών για την εξάρτηση της χώρας από τα ξένα κεφάλαια.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ένα ευρύτερο μέτρο του εμπορίου, είναι ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Για να γεφυρώσουν το χάσμα, οι τράπεζες και οι μεγάλες εταιρείες της Τουρκίας έχουν προχωρήσει σε μεγάλο δανεισμό, συχνά σε ξένο νόμισμα. Η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση υπαινίσσεται πως τα χρέη αυτά μπορεί να μην αποπληρωθούν πλήρως.

Είναι δελεαστικό να δει κανείς την Τουρκία ως μια ιστορία ηθικής για τις αναδυόμενες αγορές. Όπως οι σταθερές πολιτικές των αρχών του 2000 επιβραβεύθηκαν με την άνοδο των εισοδημάτων, έτσι και ο ριψοκίνδυνος δανεισμός των τελευταίων ετών πρέπει σύντομα να τιμωρηθεί με μια βαθιά ύφεση, σύμφωνα με τη λογική αυτή. Ωστόσο, το θαύμα δεν είναι ότι η Τουρκία βρίσκεται στο χείλος της κρίσης, αλλά το ότι κατάφερε να την αποφύγει για τόσο καιρό.

Για να γίνει κατανοητό το πώς έγινε αυτό, ξεκινήστε πηγαίνοντας πίσω στην περίοδο που το «έξυπνο χρήμα» στοιχημάτιζε στην Τουρκία. Η ευλογία του ΔΝΤ που έβγαλε χρήμα για τον «Καθηγητή» αποτέλεσε το σημείο έναρξης στον δρόμο για βαθύτερες αλλαγές. Το 2001 ο Κεμάλ Ντερβίς, πρώην στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας, έγινε υπουργός Οικονομίας της χώρας. Διαπραγματεύτηκε ένα μεγάλο δάνειο από το ΔΝΤ για να δημιουργήσει κάποιο περιθώριο ελιγμών. Η κεντρική τράπεζα έγινε ακόμα πιο ανεξάρτητη, βάζοντας τέλος στη νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών. Επετράπη η ελεύθερη διακύμανση της λίρας. Όταν έγινε πρωθυπουργός ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το 2003, η κυβέρνησή του τήρησε το πρόγραμμα.

Η οικονομία άνθισε, όμως εξακολούθησε να υπάρχει μια μεγάλη αδυναμία. Όπως και σε πολλές χώρες με ιστορικό υψηλού πληθωρισμού, οι καταθέσεις στην Τουρκία είναι χαμηλές. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται, χρειάζονται ξένα κεφάλαια για να διατηρηθεί η δυναμική. Το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξάνεται σταθερά.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε καθώς αμφισβητήθηκε η πολιτική ορθοδοξία των αρχών της δεκαετίας του 2000. Σχεδόν όλοι νομίζουν πως ο αυξανόμενος πληθωρισμός στην Τουρκία αποτελεί ένδειξη πως τα επιτόκια είναι υπερβολικά χαμηλά. Ο κ. Ερντογάν, ωστόσο, πιστεύει πως τα υψηλά επιτόκια είναι η αιτία του πληθωρισμού, και όχι η θεραπεία του. Οι προσπάθειές του να αναγκάσει την κεντρική τράπεζα να δει τα πράγματα από την δική του οπτική δεν ήταν διακριτικές, αλλά πέτυχαν (σ.σ. μόλις την Τετάρτη η κεντρική τράπεζα αύξησε τα επιτόκια τρεις ποσοστιαίες μονάδες χωρίς να αντιστρέψει την καθοδική πορεία του νομίσματος)

Σε όλα αυτά υπάρχει ένα στοιχείο ύβρεως, γράφει ο Economist. Όταν ο κ. Ερντογάν επιμένει στη θεωρία του για τα επιτόκια, ακούγεται σαν να την πιστεύει.

Μια δεκαετία χαμηλού πληθωρισμού, εύκολου χρήματος και πλεονάσματος καταθέσεων παγκοσμίως, κρατούσαν ανοικτή την πιστωτική γραμμή. Έτσι κατάφερε η τουρκική οικονομία να αποφύγει την ημέρα της κρίσης για τόσο καιρό. Όμως η ανοχή των ξένων επενδυτών δεν θα κρατήσει για πάντα. Πράγματι, πολλοί πιστεύουν πως η ανάκαμψη του δολαρίου και η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στην Αμερική, θα βάλει τέλος σ’ αυτήν. Ωστόσο, η Τουρκία βγήκε αλώβητη από παρόμοιες δυσκολίες κατά το παρελθόν. Ίσως τα ευάλωτα σημεία της είναι πλέον τόσο καλά καταγεγραμμένα που δεν φαίνονται πια ανησυχητικά.

Αν η Τουρκία αποτελεί μια παραβολή για το εύκολο χρήμα, τα διδάγματά της δεν μπορούν εύκολα -ή δεν μπορούν πλέον- να εφαρμοστούν γενικά στις αναδυόμενες αγορές. Οι τρέχουσες συναλλαγές, σε μεγάλο βαθμό, έχουν κινηθεί προς τον ισοσκελισμό, κάτι που σημαίνει πως οι περισσότερες εξαρτώνται λιγότερο από τον εξωτερικό δανεισμό. Ο διψήφιος πληθωρισμός της Τουρκίας ξεχωρίζει διότι ο χαμηλός μονοψήφιος πληθωρισμός έχει γίνει το κανονικό. Πράγματι, η προσέγγιση προς την νομισματική πολιτική στις αναδυόμενες αγορές είναι –με ελάχιστες εξαιρέσεις- αυστηρά ορθόδοξη, καταλήγει ο Economist.

http://www.euro2day.gr/news/world/article/1614916/to-lathos-poy-odhgei-thn-toyrkia-se-atyhhma.html

Η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση και η Γερμανία

0
 

Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις μέσα από το πρίσμα της θεωρίας του Halford Mackinder

Περίληψη:

Παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει σχεδόν μια δεκαετία από το ξεκίνημα της κρίσης, στην Ευρώπη ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών αρχίζουν να εμφανίζουν προβλήματα που καταδεικνύουν αφενός τις δομικές αδυναμίες των χωρών αυτών, αφετέρου το μέγεθος και την σφοδρότητα της κρίσης. Τελευταία παραδείγματα, η Ιταλία, αλλά και αυτή η Γαλλία, αμφότερες θεωρούμενες εκ των ατμομηχανών της Ευρώπης.

Ο Δρ. ΣΩΤΗΡΙΟΣ Κ. ΜΠΕΛΛΟΣ είναι λέκτορας του Διεθνούς Τμήματος του Πανεπιστημίου του Sheffield.

Η οικονομική κρίση η οποία έχει ενσκήψει στην Ευρώπη ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ το 2008 και γρήγορα απλώθηκε σε όλον τον κόσμο. Στην συνέχεια, και εντός του ευρωπαϊκού χώρου, η κρίση μεταλλάχθηκε, και από κρίση χρηματοοικονομικών εργαλείων και εμπορικού τραπεζικού συστήματος μετατράπηκε σε κρίση κρατικού χρέους, η οποία στην συνέχεια χτύπησε ιδιαίτερα ευάλωτες και εκτεθειμένες οικονομίες όπως αυτές της Ελλάδος, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας (τα αποκαλούμενα PIGS). Παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει σχεδόν μια δεκαετία από το ξεκίνημα της κρίσης, στην Ευρώπη ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών αρχίζουν να εμφανίζουν προβλήματα που καταδεικνύουν αφενός τις δομικές αδυναμίες των χωρών αυτών, αφετέρου το μέγεθος και την σφοδρότητα της κρίσης. Τελευταία παραδείγματα, η Ιταλία, αλλά και αυτή η Γαλλία, αμφότερες θεωρούμενες εκ των ατμομηχανών της Ευρώπης.

22052018-1.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, χειρονομεί καθώς απευθύνει ομιλία κατά την διάρκεια της ετήσιας συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός της Ελβετίας, στις 24 Ιανουαρίου 2018. Denis Balibouse/REUTERS
————————————————————————————–

Όπως κάθε οικονομική κρίση έτσι και η συγκεκριμένη, η οποία θεωρείται ότι είναι από τις χειρότερες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις στις σχέσεις ισχύος των μελών της, είτε κάποιος αναφέρεται στις ενδο-ευρωπαϊκές σχέσεις είτε στις ευρύτερες διεθνείς σχέσεις. Επομένως είναι λογικό αυτές οι διαφοροποιήσεις των σχέσεων ισχύος να αντανακλώνται στις γεωπολιτικές σχέσεις και ισορροπίες.

Στο παρόν άρθρο θα εξετασθεί η τρέχουσα οικονομική κρίση μέσα από το πρίσμα μιας από τις γνωστότερες θεωρίες που περιγράφουν τις γεωπολιτικές σχέσεις παγκοσμίως, την θεωρία του Sir Halford Mackinder περί της παγκοσμίου νήσου.

Η θεωρία η οποία αρχικά διατυπώθηκε το 1904 σε μια εργασία που τιτλοφορούνταν «The geographical pivot of History» και η οποία παρουσιάσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Royal Geographic Society έκανε αναφορά στον πυρήνα της παγκοσμίου νήσου (Heartland ή Pivot Area), ο οποίος λόγω σειράς γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων (π.χ ύπαρξη υψιπέδων, ύπαρξη μεγάλου αριθμού φυσικών πόρων, ιδιαίτερα υπόγειων, ευκολία προβολής ισχύος προς όλες τις κατευθύνσεις, κ.ά) δεσπόζει επί της παγκόσμιας νήσου διεκδικώντας με αξιώσεις την παγκόσμια κυριαρχία. Οι χώρες οι οποίες κατέχουν την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή είναι κατά κύριο λόγο η Ρωσία και σε αρκετά μικρότερο βαθμό η Κίνα. Ο Mackinder διατυπώνει ότι απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο αντιπαρατίθεται εκείνο που ονομάζεται Δύση ή Δυτικός Κόσμος. Απέναντι στην χερσαία ισχύ, χαρακτηριστικό των δύο προαναφερθεισών δυνάμεων (ο όρος στην Αγγλική είναι Land Powers), βρίσκεται η Δύση και αυτό που αποκαλείται ως Δυτικό Πολιτισμικό Παράδειγμα διαθέτοντας κατά κύριο λόγο θαλάσσιες δυνάμεις (Sea Powers). Κατά τον Mackinder, αλλά και για τον σύγχρονό του Αμερικανό γεωπολιτικό αναλυτή και στρατιωτικό, Alfred Mahan (1900) η παρεμπόδιση των Χερσαίων Δυνάμεων να αποκτήσουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις ανοικτές θαλάσσιες οδούς είναι η μόνη δυνατότητα αποτροπής τους για την ολοκλήρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας, μέσω της απόκτησης και θαλάσσιας ισχύος, και φυσικά την αναπόφευκτη εξάλειψη κάθε αντίπαλης δύναμης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι χερσαίες δυνάμεις περιβάλλονται σε όλα τα σημεία πρόσβασης σε ανοιχτές θαλάσσιες οδούς από θαλάσσιες δυνάμεις οι οποίες εντάσσονται σε ένα βαθμιαίο σύστημα ανάσχεσης. Συγκεκριμένα έχουν δημιουργηθεί δύο κύκλοι ανάσχεσης (Inner Crescent και Outer Crescent) όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.

22052018-2.jpg

Πηγή: Mackinder H. (1904) “The Geographical Pivot of History”
————————————————————————————

Ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης, όπως φαίνεται, ανήκει στον εσωτερικό κύκλο ανάσχεσης (Inner or Marginal Crescent). Για την Ευρώπη ο Mackinder δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε συγκεκριμένες χώρες και μια εξ αυτών είναι η Γερμανία.

Όπως αναφέρει ο Mackinder στο μεταγενέστερο έργο του «Democratic Ideals and Reality», η Γερμανία αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση, καθώς δεν μπορεί να καταχωρηθεί εξ ολοκλήρου στις θαλάσσιες ή τις χερσαίες δυνάμεις. Για την ακρίβεια, το δυτικό μέρος της Γερμανίας ανήκει περισσότερο στις θαλάσσιες δυνάμεις, ενώ το ανατολικό της μέρος το οποίο περιλαμβάνει τις διαχρονικές πρωτεύουσες των γερμανικών λαών (Βερολίνο, Βιέννη) αποτελεί κομμάτι της Ανατολικής Ευρώπης και επομένως τμήμα της Heartland, όπως και η Μόσχα (βλ. σχετικά και τον παρακάτω χάρτη που ο Mackinder εμπεριέχει στο βιβλίο του).

22052018-3.jpg

Πηγή: Η. Mackinder (1942) Democratic Ideals and Reality
———————————————————————————

Ο Mackinder αναφέρεται σε σειρά ιστορικών γεγονότων όπου η γερμανική πολιτική (κατά τους προηγούμενους αιώνες κατά κύριο λόγο πρωσική και κατά δεύτερο λόγο αυστριακή) βρίσκονταν σε σύμπλευση με την αντίστοιχη ρωσική (π.χ Ιερή Συμμαχία, που απαρτιζόταν από την Ρωσία, την Πρωσία και την Αυστρία) λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα, στοιχεία όπως η γερμανική παιδεία του Μεγάλου Πέτρου, αλλά και η γερμανική καταγωγή της Μεγάλης Αικατερίνης. Αυτή η σύμπλευση, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μεταξύ τους δεν υπήρχαν ανταγωνισμοί ακόμα και ένοπλες αναμετρήσεις. Ωστόσο σε όλες αυτές τις δυνάμεις ήταν εξ αρχής κοινή και θεμελιώδης η αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της Δύσης και γενικά με τις θαλάσσιες δυνάμεις που αντιπροσώπευε κατ’ αρχήν η αγγλική και η γαλλική κυριαρχία και πολύ αργότερα η αμερικανική. Η κοινή αυτή θέση Γερμανίας και Ρωσίας, παρά τις όποιες μεταξύ τους αντιπαλότητες, κατά τον Mackinder, πηγάζει από την γεωγραφική τους θέση στην παγκόσμια νήσο, η οποία δεν μπορεί να απαλειφθεί ή να παραβλεφθεί. Και είναι αυτή η κοινή τους «μοίρα» η οποία τους υπαγορεύει μία μόνιμη εξ ορισμού αντίθεση στα κοινώς αποκαλούμενα Δυτικά συμφέροντα (των Θαλάσσιων Δυνάμεων).

Για τον Mackinder είναι τόσο θεμελιώδης αυτή η αρχή για την Δυτική πολιτική ώστε αναφέρει ότι όπως κάποτε ένας Ρωμαίος στρατηγός έπειτα από κάθε νικηφόρα εκστρατεία έβαζε έναν δούλο να του υπενθυμίζει την θνητότητά του κατά την διάρκεια της θριαμβευτικής εισόδου του στην Ρώμη, έτσι θα πρέπει και στους ασκούντες την Δυτική πολιτική να τους ψιθυρίζονται συνεχώς οι ακόλουθες γραμμές:

Who rules East Europe, commands the Heartland
Who rules the Heartland, commands the World-Island
Who rules the World-Island, commands the World.

Η θεωρία του Mackinder έδωσε βασικά στοιχεία στην γεωπολιτική σκέψη και θεωρία του Γερμανού καθηγητή της γεωγραφίας Karl Haushofer την δεκαετία του 1920. Ο Haushofer φυσικά ανέδειξε και πρότεινε αυτά που ο Mackinder απευχόταν και εξόρκιζε, ως την οδό που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία, δηλαδή την γεωπολιτική σύζευξη Γερμανίας, Ρωσίας και Ιαπωνίας, προκειμένου να ακυρωθεί η παγκόσμια επικράτηση της Δύσης [1] μέσω της διάρρηξης του ασφυκτικού κλοιού των Θαλάσσιων δυνάμεων. Επιβεβαίωνε δε με αυτόν τον τρόπο o Haushofer, την κατάταξη της Γερμανίας στις χερσαίες δυνάμεις που είχε πρώτος αναφέρει ο Mackinder.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο Mackinder στις οικονομικές πολιτικές της Γερμανίας οι οποίες συνέδραμαν στο μέγιστο βαθμό τους ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της προσφέροντας τους απαραίτητους πόρους και την οικονομική ισχύ η οποία απαιτείτο. Έτσι, από το 1878 η Γερμανία άρχισε να ενδυναμώνει το ανθρώπινο δυναμικό της μέσω της ενίσχυσης της εγχώριας απασχόλησής του και, μάλιστα, της εξειδικευμένης μέσω ενός ιδιόμορφου συστήματος δασμών [2], ενώ παράλληλα σημαντικές βιομηχανίες, τράπεζες και κλάδοι εισήλθαν κάτω από τον κρατικό έλεγχο προκειμένου να συνδράμουν σε μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής, υλοποιώντας με αυτόν τον τρόπο μια από τις βασικές αρχές του Lebensraum [ζωτικού χώρου], την αυτάρκεια. Την ίδια στιγμή, η προβολή της γερμανικής οικονομικής ισχύος στο εξωτερικό είχε ξεκινήσει. Διεθνείς ατμοπλοϊκές γραμμές επιδοτούνταν μέσω κρατικών κονδυλίων, ενώ τραπεζικά ιδρύματα χρησιμοποιούνταν ως προφυλακές διείσδυσης σε ξένες πόλεις και αγορές. Κατά το 1905, σύμφωνα με τον Mackinder, η Γερμανία είχε καταφέρει να προσδέσει οικονομικά στο άρμα της επτά κράτη της ευρύτερης περιοχής της, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Το ίδιο χρονικό διάστημα, τα ποσοστά της Γερμανικής μετανάστευσης στο εξωτερικό μηδενίζονταν, καθώς η δημιουργία μιας επιθετικής οικονομίας απορροφούσε πλέον το σύνολο των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων και δη του πλέον καταρτισμένου και εξειδικευμένου.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον Mackinder η ευρεία διάδοση των ιδεών του Adam Smith περί της ευεργετικής φύσης του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου, σε συνδυασμό με τον γερμανικό προστατευτισμό που όμως διεκδικούσε τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου σε ξένες αγορές (αλλά δίχως να δέχεται την εφαρμογή του στην γερμανική αγορά) απογείωσε κυριολεκτικά την γερμανική οικονομική μηχανή. Ο Mackinder παραδέχεται ότι αυτοί οι συνδυασμοί σε σύντομο χρονικό διάστημα απογύμνωσαν την Βρετανία από βασικές της βιομηχανίες αφήνοντας και την θαλάσσια ισχύ της ουσιαστικά χωρίς τις υποδομές εκείνες οι οποίες θα της παρείχαν υποστήριξη και διοικητική μέριμνα.

Ήταν, μάλιστα, η οικονομική σκέψη της σχολής του Μάντσεστερ, κατά τον Mackinder, που υπερθεμάτιζε για τις ευεργετικές επιδράσεις του διεθνούς εμπορίου, ιδιαίτερα στην επίτευξη μιας μακροχρόνιας ειρήνης μεταξύ των εθνών, η οποία παρέσυρε την Αγγλία στην επικίνδυνη αυτή ατραπό, αφήνοντάς την ουσιαστικά γυμνή από οικονομικά μέσα αντίδρασης. Όπως αναφέρει ο Mackinder, όταν η ισχύς της Βρετανίας απειλήθηκε από την οικονομική εξάπλωση του γερμανικού Kultur, δεν είχε οικονομικά μέσα να αντιδράσει, καθώς είχε απολέσει το σημαντικότερο μέρος της βιομηχανίας της και το μόνο που της έμενε ήταν η προβολή της θαλάσσιας ισχύος της.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σήμερα βέβαια η Ευρώπη εμφανίζεται ενωμένη σε μια Ένωση αποτελούμενη σχεδόν από το σύνολο των κρατών που υπάρχουν σε αυτή, ενώ έχουν γίνει τα πρώτα βήματα για την νομισματική της κατ’ αρχήν και στην συνέχεια την πολιτική ενοποίησή της.
Είναι, όμως, αλήθεια τα πράγματα έτσι, ή μήπως υπάρχουν στοιχεία που καταμαρτυρούν ότι κάποια γεωπολιτικά αρχέτυπα του παρελθόντος δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά παραμένουν ζωντανά ακόμα και στο πλαίσιο μιας Πανευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ, υποτίθεται, ισότιμων μελών;

-Το εργαλείο του κοινού νομίσματος και η παγίδα των χωρών του Νότου-

Στον ευρωπαϊκό χώρο, η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος ακολούθησε πορεία η οποία χαρακτηρίζεται από σειρά ιδιαιτεροτήτων. Ο Robert Mundell (1961) διατύπωσε την θεωρία της βέλτιστης νομισματικής περιοχής (Optimum Currency Area) περιγράφοντας τις κυριότερες προϋποθέσεις επιτυχούς σύστασης μιας περιοχής στην οποία γίνεται χρήση ενός κοινού νομίσματος. Εν συντομία, οι προϋποθέσεις αυτές ήταν

α) ο συγχρονισμός των οικονομικών κύκλων των επιμέρους οικονομιών, έτσι ώστε να έχουν παρόμοιες ανάγκες δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών,

β) η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και ανθρώπων σε συνδυασμό με ευελιξία μισθών και αμοιβών και

γ) αυτόματος μηχανισμός αναδιανομής πλεονασμάτων μεταξύ των επιμέρους περιοχών που συμμετέχουν στην κοινή νομισματική ζώνη.

Από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις η πρώτη παρά τα δυσθεώρητα κονδύλια που διατέθηκαν δεν επετεύχθη και οι οικονομικοί κύκλοι των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ουδέποτε συγχρονίστηκαν, η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και ανθρώπων ειδικά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα (capital controls σε Ελλάδα και Κύπρο, αβεβαιότητα σε επιμέρους οικονομίες), ενώ το τρίτο (δηλαδή, ο αυτόματος μηχανισμός αναδιανομής πλεονασμάτων) ουδέποτε εφαρμόσθηκε πραγματικά, καθώς η γερμανική κυβέρνηση, συνεπικουρούμενη από σειρά άλλων χωρών-δορυφόρων της, αρνήθηκε σθεναρά κάτι τέτοιο, επικαλούμενη μια σειρά επιχειρημάτων τα οποία από μόνα τους αποτελούν την καλύτερη επιχειρηματολογία όχι μόνο περί της θνησιμότητας του κοινού νομίσματος, αλλά και εν γένει του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι για τη μη επίτευξη των παραπάνω προϋποθέσεων (πλην της τρίτης), το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης βαρύνει τα επιμέρους κράτη μέλη και δη τα οικονομικά ασθενέστερα, τα οποία υπό την επήρεια χρόνιων λαϊκιστικών ψηφοθηρικών πολιτικών αλλά και μηχανισμών διαφθοράς και διασπάθισης κοινοτικών πόρων, ουδέποτε αντελήφθησαν την κρισιμότητα του διακυβεύματος (και μάλιστα του γεωπολιτικού) και ουδέποτε προσπάθησαν πραγματικά να μεταλλάξουν το χαρακτήρα και την δομή της οικονομίας τους, κάτι που θα τους επέτρεπε να συγχρονίσουν, σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό τουλάχιστον τους οικονομικούς τους κύκλους με αυτούς των πλέον ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Η εκκίνηση του εγχειρήματος του κοινού νομίσματος χωρίς την εκπλήρωση των τριών προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω οδηγεί νομοτελειακά σε καταστάσεις που βρίσκονται μακριά από καθεστώς ισορροπίας και ομογενούς ανάπτυξης. Συγκεκριμένα αυτός ο μηχανισμός του κοινού νομίσματος και οι ασφαλιστικές δικλείδες του ωφελούν τους ελάχιστους πραγματικά προετοιμασμένους και ευλαβικά τηρούντες τους κανόνες (αυτούς που συμμερίζονται πλήρως το γερμανικό Kultur, κατά Mackinder) συσσωρεύοντας και εξασφαλίζοντας πλεονάσματα για αυτούς σε μακροχρόνια βάση, ενώ οι μη επιμελείς βρίσκουν εαυτούς καταδικασμένους σε μακροχρόνια ελλείμματα και σε συνεχή επιτήρηση. Οι τελευταίοι, με την ουσιαστικά άπρακτη παρέλευση του κρίσιμου χρόνου προετοιμασίας, εισήλθαν σε μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου, πολλές φορές μάλιστα επιστρατεύοντας και αμφιβόλου νομιμότητας εργαλεία και μεθοδεύσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να επιταχύνουν τον εφιάλτη τους, ευελπιστώντας προφανώς ότι ο χρόνος θα φέρει μόνος του και απρόσκοπτα όσα υποτίθεται θα έπρεπε να υλοποιηθούν με μεγάλες προσπάθειες από τους ίδιους.

-Η Γερμανία ως θεματοφύλακας του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου και ο διαχρονικός γερμανικός μερκαντιλισμός-

Παρά το γεγονός ότι σήμερα η Γερμανία εμφανίζεται ως υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου (και δείχνει να εναντιώνεται σφοδρά στις ΗΠΑ όπου δια στόματος Ν. Τραμπ αρθρώνεται λόγος για την ανάγκη επιστροφής σε περισσότερο προστατευμένες καταστάσεις), η πραγματικότητα δείχνει να είναι διαφορετική. Αυτό ακριβώς τόνιζε και πρόσφατο άρθρο του Economist (8.7.2017). Τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας ($ 300 δισ. για το 2016 όταν της Κίνας διαμορφώθηκαν σε $200 δισ.) δεν την βοηθούν ιδιαίτερα να μετέρχεται τον ρόλο του προστάτη και του θεματοφύλακα του ελεύθερου διεθνούς εμπορίου. Η χώρα, όπως αναφέρει και το σχετικό δημοσίευμα, «saves too much and spends too little». Αυτό όμως το προτεσταντικό αρχέτυπο (κατά Max Weber) αποτελεί και ένα είδος άτυπου «δασμού», ίσως του πλέον ισχυρού και ακαταμάχητου, καθώς κανείς δεν μπορεί να μεμφθεί την χώρα ότι ορθώνει επίσημα εμπορικά εμπόδια.

Η χώρα δεν ξοδεύει, συγκρατώντας εσωτερικά μισθούς και ζήτηση, ελαχιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τις εισαγωγές, ενώ παράλληλα αυξάνει συνεχώς της εξαγωγές της, κάτι που της επιτρέπει να συσσωρεύει τεράστια πλεονάσματα. Η δε χρηματοοικονομική κρίση που έχει χτυπήσει πολλά από τα μέλη της ευρωζώνης, τα οποία όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως εισήλθαν σε αυτήν απροετοίμαστα, λειτουργεί έτι περαιτέρω επ’ ωφελεία της γερμανικής οικονομίας, καθώς το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα μετέρχεται καταστάσεις υποτίμησης κάνοντας ακόμα πιο ελκυστικά τα εξαγώγιμα προϊόντα της Γερμανίας.

Ωστόσο, μέσω αυτής της μεθόδευσης βλέπουμε ότι προσεγγίζονται καταστάσεις που ο Halford Mackinder είχε περιγράψει έναν αιώνα νωρίτερα για την πολιτική που ακολουθούσε η Γερμανία. Ανάπτυξη και συσσώρευση οικονομικής ισχύος εις βάρος των άλλων, υποστήριξη των αρχών του διεθνούς εμπορίου και των ανοιχτών συνόρων για τις αγορές στο εξωτερικό, όχι όμως και για την εσωτερική αγορά στην οποία επιβάλλεται άτυπος πλέον προστατευτισμός (μέσω στοιχείων που θυμίζουν την αρχή της αυτάρκειας του Lebensraum), στοιχεία δηλαδή τα οποία οδήγησαν σε συγκρουσιακές καταστάσεις στο παρελθόν, ενώ στο παρόν έχουν ήδη οδηγήσει σε μεγάλες αντιδράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Σύμφωνα με τον Heckser (1955), στο κλασικό του έργο για τον Μερκαντιλισμό, αυτός ορίζεται ως το σύνολο των οικονομικών και εμπορικών πολιτικών που υιοθετούνται από μια χώρα προκειμένου να εδραιώσει την πολιτική της ισχύ. Αυτή την μερκαντιλιστική πολιτική εντός της ΕΕ την έχουν καταδείξει και την κατακρίνουν ειδικοί όχι μόνον από άλλες χώρες, αλλά και από την ίδια την Γερμανία.

Ο καθηγητής Heiner Flashbek, (πρώην γενικός γραμματέας του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών και διευθυντής αργότερα της Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη UNCTAD) αναφέρει σχετικά ότι η πολιτική αυτή στην τρέχουσα συγκυρία είναι καταδικασμένη να αποτύχει παρασέρνοντας μαζί της και το συνολικό ευρωπαϊκό εγχείρημα [3]. Ωστόσο, ο γερμανικός μερκαντιλισμός δεν είναι φαινόμενο που αναβίωσε με την τρέχουσα οικονομική κρίση, αλλά ήταν πάντοτε παρών ακόμα και στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 όχι πολύ μακριά δηλαδή από το τέλος του Β’ Π.Π. Οι Ciocca και Vito Colonna (1981), Parboni (1980) και Cessaratto (2010) έχουν αναφερθεί στον στόχο του γερμανικού μερκαντιλισμού, μέσω ξένων επενδύσεων και επίτευξης εμπορικών πλεονασμάτων, να δημιουργήσουν μια ζώνη γερμανικής επιρροής και κυριαρχίας στην ανατολική και νότια Ευρώπη. Στο ίδιο πλαίσιο και ο Kindleberger (1976) είχε αναφερθεί στις γερμανικές πολιτικές που εν πολλοίς αντανακλούν την αρχή του «beggar thy neighbor» διαχρονικά.

-Το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και οι επακόλουθες απώλειες κυριαρχίας-

Με το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 τα ψέματα και οι ευσεβείς πόθοι έδωσαν τη θέση τους σε μια πραγματικότητα, η οποία ως απηνής ερινύα έφερε πολλές από τις χώρες της ευρωζώνης στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης. Η επακόλουθη στανηδόν αλλά και αναπόφευκτη εφαρμογή προγραμμάτων προσαρμογής με δυσβάσταχτους όρους κοινωνικής επιβάρυνσης συνοδευόταν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, και από σταδιακή εκχώρηση κυριαρχίας, επίσημα νομισματικής και δημοσιονομικής, αλλά ανεπίσημα πολύ ευρύτερης. Στην περίπτωση της Ελλάδας συγκεκριμένα, το πρόγραμμα προσαρμογής ήταν και παραμένει ιδιαίτερα επώδυνο χωρίς ορατό τέλος, καθώς ο χειρισμός των δημοσιονομικών της χώρας επί σειρά δεκαετιών ήταν τραγικός, αφήνοντάς την παντελώς εκτεθειμένη και ευάλωτη σε κάθε είδους έξωθεν και έσωθεν παρέμβαση. Η δε εκχώρηση κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα είναι πλέον μνημειώδης, καθώς κατ’ ουσία η χώρα δεν δύναται πλέον να αποφασίζει για κανένα θέμα που σχετίζεται ακόμα και με την παραμικρή διάθεση πόρων.

-Οι γεωπολιτικές ευκαιρίες κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Ε.Ε και οι επιπτώσεις-

Οι χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν τα προγράμματα προσαρμογής (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος, Ελλάδα, και σε μικρότερο βαθμό Ισπανία, ενώ δυσοίωνο φαίνεται το μέλλον ακόμα και για χώρες όπως η Ιταλία και ίσως και αυτή η Γαλλία) εντοπίζονται γεωγραφικά κυρίως στις «απολήξεις» της Ευρώπης στις θάλασσες που την περιβάλλουν και αποτελούν κατεξοχήν χώρες ενταγμένες στο πλέγμα των θαλάσσιων δυνάμεων στο υπόδειγμα του Mackinder.

Ως συνδυαστικό αποτέλεσμα των παραπάνω κρίσιμων διεργασιών, δηλαδή αφενός του ιδιότυπου μερκαντιλισμού τον οποίο εφαρμόζει απαρέγκλιτα η γερμανική οικονομία ακόμα και εντός ενός καθεστώτος παγκοσμιοποίησης και ελεύθερου εμπορίου και αφετέρου της μη βέλτιστης λειτουργίας του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος με τρόπο όμως που ωφελεί πλέον μόνο μια μικρή ομάδα χωρών, έχει ουσιαστικά μεταφέρει μεγάλο μέρος της κυριαρχίας επί του συνόλου της ευρωπαϊκής ηπείρου σε κέντρα απόφασης στα οποία τον πρώτο λόγο έχει πλέον το Βερολίνο. Για να μεταφέρουμε αυτές τις εξελίξεις στο γεωπολιτικό επίπεδο, παρατηρείται εντέλει η αύξηση της ισχύος επηρεασμού και καθορισμού μεγάλου μέρους των εξελίξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο από μια χώρα της οποίας η φύση είναι διττή, κατά τον Halford Mackinder, καθώς τα κέντρα αποφάσεώς της ανήκουν σαφώς στην Heartland ενσωματώνοντας πιθανόν και τον αντίστοιχο στρατηγικό προσανατολισμό.

Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση που συγκλόνισε συθέμελα το μεγαλύτερο μέρος των Δυτικών οικονομιών, λειτούργησε επαυξητικά της γεωπολιτικής ισχύος της Γερμανίας, φέρνοντας την πιο κοντά σε καταστάσεις ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Και είναι αυτός ένας φόβος διάχυτος στο σύνολο των έργων του Mackinder, καθώς πλέον οι χερσαίες δυνάμεις (ένα αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό και η Γερμανία), διεκδικούν πλέον τον έλεγχο μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ είναι εμφανέστατες και οι τάσεις σύσφιγξης των σχέσεων και εναρμόνισης συμφερόντων και προτεραιοτήτων μεταξύ των σημαντικότερων από αυτών και της Γερμανίας (βλ. στην συνέχεια) [4]. Αποτελεί δε νοητικό πειρασμό στον οποίο κάποιος δύσκολα αντιστέκεται, ο συσχετισμός της ιδιαίτερα άκαμπτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα και τα οικονομικά της προβλήματα (και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των ΗΠΑ προς την Γερμανία για αλλαγή στάσης) κατά την διάρκεια των τελευταίων 7 ετών και της αναφοράς που κάνει ο Mackinder για την Ελλάδα, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η κατοχή της Ελλάδας από μια χερσαία δύναμη θα αποτελούσε πιθανόν το γεγονός που θα σηματοδοτούσε την κυριαρχία επί της παγκοσμίου νήσου [5].

22052018-4.jpg

Παράλληλα, αυτό που ανέδειξε έντονα η χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ και έφτασε στην Ευρώπη ουσιαστικά μετά από μια διετία, ήταν οι εγγενείς αδυναμίες του συστήματος δημιουργίας πλούτου, κατά συνέπεια και ισχύος, της Δύσης γενικότερα. Μετά την οικονομική κρίση κατά την οποία το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η εγγενής απληστία και αφροσύνη του, οδήγησαν τις καταστάσεις σε οριακό επίπεδο, τα κράτη και οι κυβερνήσεις (όρα φορολογούμενοι) κλήθηκαν να καταβάλλουν τους απαραίτητους πόρους για να σωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο ακόμα και μια σχεδόν δεκαετία μετά δεν έχει βρει το βηματισμό του. Η διάθεση όμως αστρονομικών ποσών για την αντιμετώπιση της κρίσης, στέρησε πολύτιμους πόρους από άλλες κατευθύνσεις που ήταν και είναι σημαντικές για την διατήρηση της ισχύος του μεταπολεμικού συστήματος γεωπολιτικών ισορροπιών. Το γεγονός αυτό γρήγορα διαγνώσθηκε από τις αντίπαλες οντότητες της Heartland (κυρίως Ρωσία και Κίνα), οι οποίες επιδόθηκαν σε έναν αγώνα προετοιμασίας των οικονομικών, και όχι μόνον, μέσων για τη μελλοντική διεκδίκηση αυξημένης παγκόσμιας γεωπολιτικής επιρροής. Δεν θα πρέπει να παραβλέπονται μια σειρά από γεγονότα που καταδεικνύουν ότι αυτή η ελάττωση της ισχύος των θαλάσσιων δυνάμεων έγινε αντιληπτή και από την Γερμανία, η οποία αργά αλλά σταθερά άρχισε να διαχωρίζει την θέση της και να προβαίνει σε ενέργειες που, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζονται από σαφείς τάσεις αλλαγής προσανατολισμού και προτεραιοτήτων.

Η ΕΙΔΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΧΕΡΣΑΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2001, ο νεοεκλεγείς, τότε, πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, στην ομιλία του στην Γερμανική Βουλή (Bundestag) ευχήθηκe για μια πραγματική σύμπραξη μεταξύ των δύο χωρών, ακόμα και μια είσοδο της Ρωσίας σε μια ευρύτερη Ευρώπη, αλλά και για μια ενοποίηση του δυναμικού της Ρωσίας και της Γερμανίας [6]. Τόσο η Γερμανία όσο και η Ρωσία αποτελούν η μια για την άλλη από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους. Ιδιαίτερα οι γερμανικές εξαγωγές στην Ρωσία είναι οι μεγαλύτερες σε σύγκριση με αυτές στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, ακόμα και από εκείνες στην Κίνα. Παράλληλα, η ενεργειακή σύνδεση των δύο χωρών είναι κάτι παραπάνω από στενή. Η Γερμανία εισάγει από την Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και του φυσικού της αερίου (Zha, Shiryaevskaya, 2017), ενώ παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις άλλων χωρών (γειτονικών και μη) έχει προχωρήσει στην υλοποίηση του αγωγού φυσικού αερίου Nordstream 2, ο οποίος διατρέχει το σύνολο της Βαλτικής θάλασσας και θα μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο. Οι εξαγωγές αερίου από την Ρωσία προς την Γερμανία αντιπροσωπεύουν ποσοστό περίπου 25% των συνολικών εξαγωγών της Ρωσίας προς την Ευρώπη, στοιχείο το οποίο καταμαρτυρεί μια αμοιβαία ενεργειακή αλληλεξάρτηση. Οι εκτιμήσεις για τη μελλοντική εξέλιξη αυτών των μεγεθών καταδεικνύουν μια περαιτέρω ενδυνάμωση της ενεργειακής αυτής σχέσης. Μέχρι το 2025 αναμένεται ότι οι γερμανικές ενεργειακές εισαγωγές από την Ρωσία θα αντιστοιχούν περίπου στο 60% των συνολικών ενεργειακών της εισαγωγών (σήμερα είναι κοντά στο 34%), καθώς αυτές από την Αγγλία και τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας θα μειωθούν.

Αλλά και πέραν των εμπορικών και ενεργειακών δεσμών, οι δύο χώρες βρίσκονται σε φάσεις επανακαθορισμού των πολιτισμικών αλλά και των ιστορικών τους δεσμών. Η γερμανική γλώσσα διδάσκεται στα ρωσικά σχολεία σε ευρεία κλίμακα, κάτι που συναντιέται μόνο στην Πολωνία, και υπάρχουν 3 εκατομμύρια Ρώσοι που ομιλούν την γερμανική, πολλοί περισσότεροι από ό,τι στο σύνολο του υπολοίπου κόσμου. Από το 2005, το Γερμανικό Ιστορικό Ινστιτούτο στη Μόσχα πλαισιώνει Γερμανούς και Ρώσους ερευνητές προκειμένου να δουλέψουν μαζί στην κοινή τους ιστορική πορεία (Gotz, 2007). Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Gerhard Shroeder, οι γερμανορωσικές σχέσεις έφτασαν σε ιστορικά υψηλό σημείο ταύτισης και κοινής πορείας, απόδειξη του οποίου είναι και η μετέπειτα τοποθέτηση του Γερμανού πρώην καγκελάριου σε θέσεις-κλειδιά και πρόσφατα στην θέση του προέδρου του «συμβουλίου διευθυντών» του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Rosneft. Με την εκλογή της A. Merkel, είναι αλήθεια ότι η γερμανορωσική προσέγγιση επιβραδύνθηκε σε μεγάλο βαθμό, ενώ στο θέμα της Ουκρανίας η Γερμανία τήρησε απέναντι στην Ρωσία, αρχικά τουλάχιστον, ιδιαίτερα σκληρή στάση. Παρά το γεγονός αυτό, οι οικονομικές σχέσεις δεν επηρεάστηκαν στο ελάχιστο (Adomeit, 2012).

Πρόσφατα δε, στην απόφαση για επιπρόσθετες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, η Γερμανία προειδοποίησε την αμερικανική πλευρά ότι σε περίπτωση που γερμανικές επιχειρήσεις επηρεαστούν από αυτές τις κυρώσεις ή επιβληθούν σε αυτές οικονομικές κυρώσεις, αυτή θα αντιδράσει και θα προχωρήσει σε αντίστοιχα οικονομικά μέτρα εναντίων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Reuters (6/2017), η Γερμανία προέβη σε αυτές τις δηλώσεις φοβούμενη ότι οι νέες οικονομικές κυρώσεις που εγκρίθηκαν από τις ΗΠΑ θα στοχεύσουν και τις γερμανικές εταιρείες οι οποίες συνεργάζονται με αντίστοιχες ρωσικές για την κατασκευή του Nord Stream 2 στην Βαλτική.

Παρόμοιες σχέσεις στενής προσέγγισης έχει αναπτύξει η Γερμανία και με την Κίνα, εξίσου σημαντική χερσαία δύναμη με ανερχόμενες παγκόσμιες βλέψεις κυριαρχίας. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ανάγονται στο 1972, οπότε και εκκίνησαν οι διπλωματικές τους σχέσεις. Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, οι σχέσεις με την Κίνα καθορίζονταν από τις γενικές αρχές της Ostpolitik της δεκαετίας του 1970, σύμφωνα με τις οποίες επιλεγόταν μια στρατηγική συνεργασίας και όχι αντιπαράθεσης (Cunha, 2017).

Χαρακτηριστικό αυτής της γερμανικής πολιτικής μη αντιπαράθεσης με την Κίνα αποτελεί καταρχήν η μη διπλωματική αναγνώριση της Ταϊβάν από την Γερμανία, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη (π.χ Βρετανία, Γαλλία), καθώς και η επακόλουθη άρνηση να πουλήσει στην Ταϊβάν υποβρύχια το 1993 (Sandschneider, 2002) παρά την δελεαστική οικονομική προσφορά που της γινόταν. Σε αυτό το στοιχείο θα πρέπει να προστεθεί και η γερμανική αντίθεση στο εμπάργκο όπλων που επέβαλε η ΕΕ στην Κίνα μετά τα γεγονότα της πλατείας Τιενανμέν το 1989 (Cunha, 2017). Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Shroeder το σινο-γερμανικό εμπόριο τριπλασιάστηκε σε διάστημα 7 ετών. Η Γερμανία αποτελεί για την Κίνα ένα απαραίτητο στοιχείο για την υλοποίηση των μεγαλόπνοων διεθνών οικονομικών της προγραμμάτων, όπως τον νέο δρόμο του μεταξιού ο οποίος φέρει το όνομα «Belt and Road Initiative», τον οποίο προωθεί έντονα η κινεζική κυβέρνηση και δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπορική διείσδυση της τελευταίας στην κεντρική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η Κίνα παρακάμπτοντας τις θαλάσσιες οδεύσεις προβάλλει την οικονομική της ισχύ ήδη στο κέντρο της Ευρώπης, χρησιμοποιώντας φυσικά την ρωσική επικράτεια (επίσης Land Power), αλλά και τα γερμανικά λιμάνια, ειδικά αυτό του Duisburg. Η νέα αυτή γραμμή μειώνει κατά ένα τρίτο τον χρόνο μεταφοράς εμπορευμάτων, μειώνοντας έτσι το κόστος και αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα (Cunha, 2017), όπως φαίνεται και στον παρακάτω χάρτη.

22052018-5.jpg

Πηγή: Cunha, A., (2017), “Paving the New Silk Road: The Evolution of the Sino-German Strategic Partnership”
———————————————————————————-

Ένα στοιχείο ακόμα το οποίο αντανακλά την σύμπλευση των πολιτικών της Γερμανίας με αυτές της Ρωσίας και Κίνας είναι και ο επαναπατρισμός του χρυσού της Bundesbank από το Παρίσι, το Λονδίνο και την Νέα Υόρκη, όπου και φυλασσόταν από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (Bloomberg, 2/2017). Η συγκεκριμένη κίνηση και ο χρόνος στον οποίο έλαβε χώρα δεν μπορεί παρά να παραπέμψει στην φρενήρη συγκέντρωση χρυσού από την Κίνα και την Ρωσία κατά την τελευταία δεκαετία. Είναι δε άκρως ενδιαφέρουσα η απάντηση της Bundesbank σε ερωτήματα που τέθηκαν για τους σκοπούς αυτής της κίνησης, καθώς ανέφερε ότι αυτή έγινε «για να συμβάλλει στην εγχώρια εμπιστοσύνη» (Clinch, 2017), υποδηλώνοντας εμμέσως πλην σαφώς την έλλειψη πλέον εμπιστοσύνης μεταξύ της Γερμανίας και των Δυτικών εταίρων της.

Τέλος, είναι ενισχυτικό των ήδη αναφερθέντων στοιχείων ότι κατά την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση του 2017 στην Γερμανία, στην τρίτη θέση αναδείχτηκε ο σχηματισμός του AfD, κόμμα το οποίο αντικατοπτρίζει τις απόψεις ενός ποσοστού 15% του γερμανικού εκλογικού σώματος. Είναι ενδιαφέρον ότι μια από τις βασικές αρχές του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, το οποίο πιθανόν και να είναι ρυθμιστής μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων, είναι η ανάγκη σύμπλευσης με την Ρωσία, καθώς και η ανάγκη για σταδιακή απομάκρυνση από τις ευρωατλαντικές δομές.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις με τις επαπειλούμενες δομικές αναδιατάξεις ισχύος δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορες και αμέτοχες τις κατεξοχήν θαλάσσιες δυνάμεις του Μακιντεριανού μοντέλου, δηλαδή τις ΗΠΑ και την Βρετανία, η ισχύς των οποίων εδράζεται στην διατήρηση των ισορροπιών στο εν λόγω μοντέλο. Και η αντίδραση ήρθε με συγκεκριμένες εξελίξεις κατά κύριο λόγο οικονομικής φύσης, οι οποίες περιγράφονται στην συνέχεια.

-Το Brexit-

Το καλοκαίρι του 2015 και ενάντια στις προσδοκίες πολλών, η Μεγάλη Βρετανία, κατόπιν σχετικού δημοψηφίσματος που είχε προαναγγελθεί, αποφάσισε να προχωρήσει στην έξοδό της από την ΕΕ, της οποίας ήταν μέλος από το 1973. Η απόφαση αποτέλεσε ένα πλήγμα στους ένθερμους υποστηρικτές του ιδεώδους της ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθώς η Μεγάλη Βρετανία αποτελούσε για πολλούς έναν από τους βασικούς πυλώνες της ενωμένης Ευρώπης. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν ήταν ένας κεραυνός εν αιθρία, όπως πολλοί ισχυρίστηκαν. Μια σχεδόν δεκαετία νωρίτερα, το 2003, η Μεγάλη Βρετανία είχε στείλει τα πρώτα μηνύματα αποστασιοποίησής της από τις ευρωπαϊκές διεργασίες ολοκλήρωσης, απορρίπτοντας την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος σε μια εποχή μάλιστα με γενική οικονομική αισιοδοξία που τίποτε δεν προμήνυε τις μετέπειτα εξελίξεις. Οι αναλύσεις του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος έκαναν λόγο κυρίως για ταξικές αιτίες πίσω από την ψήφο διαμαρτυρίας, ακόμα και για άνοδο του λαϊκισμού, επικαλούμενες τους χαρακτήρες των επικεφαλής της καμπάνιας για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ελάχιστες εξ αυτών αναφέρονταν στην γεωπολιτική παράμετρο.

Ωστόσο, αυτό που ήταν εμφανές ήταν ότι το βρετανικό εκλογικό σώμα αντέδρασε απέναντι σε μία ηλίου φαεινότερη συνεχή συγκέντρωση εξουσίας επί σειρά ετών σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό τα ηνία του οποίου κρατά η Γερμανία, της οποίας, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, αποκλειστικός γνώμονας δράσης είναι διαχρονικά η προάσπιση των δικών της συμφερόντων μέσα και από τις γνωστές μερκαντιλιστικές πολιτικές της, και η οποία είχε ήδη δείξει δείγματα γραφής με την σκληρή συμπεριφορά της απέναντι σε χώρες όπως η Ελλάδα (Munoz-Darde, 2016). Στο πλαίσιο αυτό, ο μέσος Βρετανός ψηφοφόρος μάλλον είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα έπρεπε να αναμένει σημαντικά οφέλη και για την δική του μελλοντική οικονομική κατάσταση εάν ενσωματωνόταν σε αυτήν την συγκεκριμένη κοινή ευρωπαϊκή πορεία.

Ο συμβολισμός του Brexit στο γεωπολιτικό επίπεδο ήταν ασύλληπτος. Η Βρετανία, η κατεξοχήν ευρωπαϊκή δύναμη με παρελθόν αιώνων σε παγκόσμιο επίπεδο και σε καταστάσεις που θα προσομοίαζαν πρώιμες καταστάσεις παγκοσμιοποίησης, καθώς και η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν υπέκυψε στην ισχύ του γερμανικού ολοκληρωτισμού στον Β’ ΠΠ και που απετέλεσε το εφαλτήριο για την απελευθέρωση της ηπείρου από αυτόν, αποκήρυσσε τελεσίδικα το συντελούμενο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όπως αυτό διαμορφώνεται.

Πέραν αυτού, με αφορμή τo Brexit, οι φωνές ενάντια στην τρέχουσα δομή και δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλήθυναν σε μεγάλο αριθμό χωρών και για μια σειρά διαφορετικών λόγων αποκαλύπτοντας μια βαθύτατα διχασμένη ένωση.

-Η ακύρωση της Συμφωνίας ΗΠΑ–Ευρωπαϊκής Ένωσης (TTIP)-

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ αποτέλεσε την δεύτερη εξέλιξη, σε μεγάλο βαθμό μη αναμενόμενη, η οποία τάραξε για ακόμα μια φορά τα νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς από την πρώτη στιγμή ο νεοεκλεγείς πρόεδρος καταφέρθηκε ενάντια στην πολιτική της Γερμανίας, ενώ από τα πρώτα μέτρα τα οποία έλαβε ήταν και η ακύρωση της συμφωνίας TTIP (Transantlantic Trade and Investment Partnership) μεταξύ των ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτό το γεγονός, έχει από μόνο του έναν συμβολισμό επίσης σημαντικό. Οι ΗΠΑ, οι οποίες αποτελούν επί σειρά δεκαετιών την κατεξοχήν δύναμη παγκόσμιας κλίμακας, αρνούνται να συμπράξουν εμπορικά σε ευρεία κλίμακα με αυτό που παρουσιάζεται ως κοινή ευρωπαϊκή οντότητα.

-Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας-

Παράλληλα, κατά την διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, μια σειρά από γεγονότα έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα τις εμπορικές και τις εν γένει οικονομικές σχέσεις των ΗΠΑ και της Γερμανίας, οι οποίες διακρίνονται πλέον από έντονη και αμοιβαία καχυποψία, αν όχι και εχθρότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρονται η περίπτωση της αποκάλυψης της παραποίησης των εκπομπών ρύπων των γερμανικών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ προκειμένου τα τελευταία να διατηρούν κάποια από τα ανταγωνιστικά τους χαρακτηριστικά αλλά και να μην αντιβαίνουν στη σχετική αμερικανική νομοθεσία. Η αποκάλυψη επέφερε σειρά αστρονομικών προστίμων στις μεγαλύτερες και γνωστότερες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η περίπτωση της Deutsche Bank και ειδικά οι θυγατρικές της στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις δύο αυτές χώρες, ανώτατα δικαστήρια επέβαλαν στις αρχές του 2017 ιδιαίτερα βαριά πρόστιμα στις εν λόγω τραπεζικές γερμανικές θυγατρικές τράπεζες (Treanor, 2017). Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό να αναφερθεί ότι ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκαν τα εν λόγω πρόστιμα ήταν το ότι εμπλέκονταν σε διαδικασίες «ξεπλύματος» ρωσικών κεφαλαίων (άγνωστο εάν σε αυτά συγκαταλέγονταν και κρατικά κεφάλαια).

Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Όπως αναφέρει και ο G. Friedman (2012) στο γνωστό think tank, Stratfor, η Γερμανία μετά την αποτυχία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων να αλλάξει το γεωπολιτικό της status και να αποκτήσει στρατηγικό βάθος που θα της επέτρεπε αναβαθμισμένες και παγκόσμιες γεωπολιτικές βλέψεις, επικεντρώθηκε στους «ατλαντικούς» και ευρωπαϊκούς στόχους που ήταν αφενός η συγκράτηση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και η συμμετοχή της, με αξιώσεις, στην οικονομική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την τελευταία, μεταξύ άλλων, απέβλεπε στην συγκράτηση της Γαλλίας και της Αγγλίας (διαχρονική γεωπολιτική της απειλή εκ δυσμάς) από τη μια πλευρά, και από την άλλη την οικονομική της ενδυνάμωση και ανάδειξη μέσα από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διαχρονική εφαρμογή μερκαντιλιστικών πολιτικών που ήδη αναφέρθηκαν.

Η μεταμόρφωσή της σύμφωνα με τον Kundnani (2011) σε «Civilian Power» [7] δεν έγινε ως πράξη αλτρουισμού, αλλά επειδή αυτός ο τρόπος ήταν ο μόνος επιτρεπτός σε αυτήν δεδομένων των περιορισμών της για να επιτύχει τους μεταπολεμικούς στόχους της και φιλοδοξίες. Ωστόσο, μετά την οικονομική κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν ριζικά σε σχέση με αυτή την γερμανική στρατηγική. Η «ατλαντική» προσφορά υπηρεσιών της Γερμανίας δεν άλλαξε κατ’ ουσίαν, αλλά δεδομένης της αποδυνάμωσης της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, η συμμαχία εισήλθε σε καταστάσεις εσωστρέφειας και πολυδιάσπασης λόγω των αποκλινουσών εθνικών συμφερόντων των μελών της. Ο ευρωπαϊκός στόχος, όμως, της Γερμανίας δοκιμάστηκε σε πολλά επίπεδα, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η οποία ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ και χτύπησε ιδιαίτερα σκληρά τον ευρωπαϊκό νότο, κατεξοχήν αγαπημένη αγορά των γερμανικών προϊόντων.

Σύμφωνα με τον G. Friedman, η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση προσέδωσε κατ’ αρχήν το πλεονέκτημα στην Γερμανία να εμφανισθεί ως ο κριτής και ως η πλέον υπεύθυνη οικονομία σε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό χωρών εγκαταλείποντας την μέχρι τότε πολιτική της από τον Β΄ΠΠ ως Civilian Power (Kundnani, 2011) και υιοθετώντας για πρώτη φορά συμπεριφορές επιβολής της θέλησής της σε τρίτες ευρωπαϊκές χώρες, στοιχείο που αναπόφευκτα παραπέμπει, καλώς ή κακώς, σε παλαιότερες μεθοδεύσεις της. Από την άλλη μεριά όμως, αυτή η κατάσταση την έθεσε μπροστά στο ενδεχόμενο τόσο η «ατλαντική» της όσο και η «ευρωπαϊκή» της στρατηγική να χρειαστεί να μεταβληθούν ριζικά, καθώς η δυσαρέσκεια των χωρών της ΕΕ με τις πρακτικές της Γερμανίας άρχισε να συσσωρεύεται σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα. Κατά τον Friedman, η ριζική μεταβολή της γερμανικής στρατηγικής που σταδιακά βιώνεται είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να συμπεριλαμβάνει την από κοινού σύμπλευση με την Ρωσία, προκειμένου να επιτευχθεί μια σύζευξη η οποία θα αποδώσει στην μεν Γερμανία ζωτικό χώρο για τα οικονομικά της συμφέροντα, στην δε Ρωσία πρόσβαση σε υψηλή τεχνολογία, αλλά κυρίως ανεμπόδιστη «κάθοδο» στην καρδιά της Ευρώπης και σε ανοιχτές θαλάσσιες οδούς. Κάτι τέτοιο, όμως, θα αποτελούσε την εμφάνιση των φόβων του H. Mackinder και για τους οποίους συνέχιζε να προειδοποιεί.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

Εκκινώντας από την προσέγγιση των γεωπολιτικών σταθερών της ευρωπαϊκής ηπείρου καταδείξαμε στοιχεία ενισχυτικά της θέσης ότι οι γεωπολιτικές δομές και τάσεις που περιέγραφε ο Mackinder στις αρχές του 20ου αιώνα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες. Η σύγκρουση των Χερσαίων και των Θαλασσίων Δυνάμεων συνεχίζεται με διάφορες εκφάνσεις, ενώ η ιδιάζουσα θέση της Γερμανίας στο Μακιντεριανό υπόδειγμα, την οποία αντιμετωπίζει περισσότερο ως χώρα της Heartland, ήτοι γεωπολιτικά συζευγμένη με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, επαληθεύεται μέσα από τις εξελίξεις που ακολούθησαν την τελευταία οικονομική κρίση στην Ευρώπη [8]. Η οικονομική λαίλαπα που ξέσπασε το 2008 στην καρδιά της Δύσης και απλώθηκε στην Ευρώπη μερικά χρόνια αργότερα φέρνοντας στο χείλος της καταστροφής μια σειρά χωρών (κατεξοχήν ενταγμένων στο θαλάσσιο πλέγμα ισχύος) σε γεωπολιτικό επίπεδο είχε δύο κύριες επιπτώσεις. Κατά πρώτο λόγο αναζωογόνησε παλαιές προσδοκίες της Γερμανίας για αποφασιστική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή απόληξη της παγκόσμιας νήσου. Κατά δεύτερο λόγο κατέδειξε τις αδυναμίες του ατλαντικού γεωπολιτικού πλαισίου, του οποίου οι άμυνες φάνηκε να εξασθενούν, ως επίπτωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, παρατηρείται μια αντίδραση από την πλευρά των κρατών που ανήκουν στο Μακιντεριανό υπόδειγμα στις θαλάσσιες δυνάμεις. Η αντίδραση αυτή στην παρούσα φάση εμφανίστηκε καταρχήν με την ηχηρή απόφαση της Βρετανίας (της κατεξοχήν διαχρονικής Δυτικής θαλάσσιας δύναμης) να αποχωρήσει από το ευρωπαϊκό εγχείρημα, την έναρξη προστριβών οικονομικής και εμπορικής φύση μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, καθώς και την ύπαρξη ενδείξεων για την εμβάθυνση στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Γερμανίας, Ρωσίας και Κίνας.

Δεν μπορεί επ’ ουδενί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι οι φόβοι του Mackinder ή του Friedman θα επιβεβαιωθούν, ούτε ότι η Γερμανία έχει αποφασίσει τελεσίδικα την μελλοντική της πορεία στις ατραπούς της Heartland. Υπάρχουν όμως ενδείξεις, οι οποίες και παρατέθηκαν, που στοιχειοθετούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο με ποσοστά υλοποίησης τουλάχιστον άξια ανάγνωσης και στοχασμού. Αυτές οι ενδείξεις καταμαρτυρούν περισσότερο το ότι η Γερμανία, έχοντας αφήσει πίσω οριστικά το μεταπολεμικό παρελθόν της, αναζητά γεωπολιτικές εναλλακτικές που θα της επέτρεπαν την καλύτερη εκμετάλλευση του δυναμισμού της, προς το παρόν τουλάχιστον μόνο οικονομικού.

Τέλος, αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η γεωγραφία αλλά και η επιθυμία για επέκταση και κυριαρχία και ό,τι αυτές συνεπάγονται είναι διαχρονικοί καθοριστικοί παράγοντες με αξιοθαύμαστες ικανότητες νεκροφάνειας και νεκρανάστασης. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό το κατά πόσον είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια ουσιαστική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ηπείρου με τους σημερινούς πρωταγωνιστές, καθώς οι δυνάμεις και οι παράγοντες που επί σειρά αιώνων καθόριζαν ουσιαστικά τις ισορροπίες, τις ανισορροπίες και τις συγκρούσεις συνεχίζουν να δηλώνουν ηχηρά το παρόν, ενώ η σημερινή συγκυρία δεν εμφανίζει αυτούς τους παράγοντες να βρίσκονται σε κατάσταση σύμπλευσης και ομόνοιας, αλλά σε πορεία σύγκρουσης. Επομένως, τίθεται επιτακτικά το διατυπωθέν ερώτημα από πολλούς για το μύθευμα και το φαντασιακό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενότητας (Harding, 2012). Ίσως ως επακόλουθο μιας απίθανης γεωλογικής μεταβολής όπου το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου αποκολλάτο από την Ευρασία και μεταφέρονταν ως νησί πλέον στη μέση ενός μεγάλου ωκεανού να μπορούσαμε να συζητήσουμε πραγματικά για τις συνθήκες και τις προοπτικές μιας Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Τότε, και μόνο τότε, το ευρωπαϊκό κομμάτι της θεωρίας του Mackinder θα μπορούσε να εισχωρήσει οριστικά πλέον στην Ιστορία. Μέχρι τότε όμως αποτελεί έναν πολύτιμο και επίκαιρο οδηγό, τις βασικές αρχές του οποίου, είναι επικίνδυνο, να παραβλέπει κανείς.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Ο Haushofer αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο τον γεωπολιτικό μέντορα του Hitler λόγω της προσωπικής φιλίας του πρώτου με τον R. Hess. Κατά το διάστημα φυλάκισης του Χίτλερ, ο Haushofer εξοικείωσε τον μελλοντικό δικτάτορα με τις ιδέες του Lebensraum (σύμφωνα με τα διδάγματα των προγενέστερων του Ratzel, Ratter και του Σουηδού Kjellen) και φαίνεται να ανταμείφθηκε με σημαντικές ακαδημαϊκές θέσεις. Η διαφωνία του όμως στην επίθεση της Γερμανίας στην Σοβιετική Ένωση, η σύμπλευση με την οποία αποτελούσε βασικό στοιχείο της γεωπολιτικής του θεωρίας, καθώς και οι σχέσεις του με τον R. Hess, τον κράτησαν μακριά από το στενό κύκλο του Γερμανού δικτάτορα.
[2] Ο Mackinder το ονομάζει «επιστημονικό» δασμό και αναφέρεται σε επιλεκτικές εισαγωγές οι οποίες λόγω της φύσης του εμπορευόμενου προϊόντος θα μπορούσαν να συνδράμουν στην αύξηση της εγχώριας εξειδικευμένης εργασίας
[3] https://www.youtube.com/watch?v=iPFH-yXm9VY, Ομιλία στο Βερολίνο την 13.4.2012 με θέμα “Is Mercantilism doomed to Fail? China, Germany and Japan and the Exhaustion of Debtor countries”
[4] “The oversetting of the balance of power in favour of the pivot state, resulting in its expansion over the marginal lands of Euro-Asia, would permit of the use of vast continental resources for fleet-building, the empire of the world would then be in sight. This might happen if Germany were to ally herself with Russia” (Geographical Pivot of History, 1904, p.436)
[5] O Mackinder αναφέρει χαρακτηριστικά “..possession of Greece by a great Heartland power would probably carry with it the control of the World-Island” (Mackinder (1942) Democratic Ideals and Reality, σελ. 116).
[6] www.documentarchiv.de/brd/2001/rede_putin_bundestag.html
[7] Σύμφωνα με τον Hans Kundnami (2011) ως «Civilian Power» χαρακτηρίζεται ένα κράτος το οποίο χρησιμοποιεί πολύπλευρους θεσμούς και οικονομική συνεργασία προκειμένου να επιτύχει τους στόχους στην εξωτερική πολιτική του. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον πολιτικό αναλυτή Francois Duchene στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για να περιγράψει την Ευρωπαϊκή Ένωση.
[8] Ως στοιχείο με ιδιαίτερο συμβολισμό και σημασία σημειώνεται η διατήρηση ακόμα και σήμερα και παρά τις προσπάθειες εξάλειψής του από την Γερμανία κατά την δεκαετία του 1990, του χαρακτηρισμού enemy state για τις χώρες του Άξονα στα άρθρα 53 και 107 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και την συνέχιση της δυνατότητας ένοπλης επέμβασης σε αυτές (χωρίς μάλιστα σχετική έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
-Adomeit, H., (2012), “German-Russian Relations: Balance Sheet since 2000 and Perspectives until 2025”, Comité d’études des relations franco-allemandes, Paris, Institut Français des Relations Internationales (Ifri), pp. 1 – 39
-Ciocca, P., & V., Colonna, (1981), “La Politica economica della Germania Federale e I suoi riflessi internazionali (1969-1979)” in Valli, V (1981) La Germania Federale verso l’ egemonia economica in Europa, Milano: Etas
-Clinch, M., (2017), “Germany has got its gold back – They must know something we don’t”, CNBC, 14.2.2017
-Cunha, A., (2017), “Paving the New Silk Road: The Evolution of the Sino-German Strategic Partnership”, Observatorio Politico Working Papers, Nr 67
-Friedman, G., (2012), “The State of the World: Germany’s Strategy”, Geopolitical Weekly, Stratfor Worldview
-Gotz, H., (20007), “Germany and Russia – strategic partners?”, Geopolitical Affairs, 4/2007
-Harding, G., (2012), “The Myth of Europe”, Foreign Policy, 191, pp 74-82
-Haushofer, K., (1938), Geopolitik des pazifischen Ozeans. Studien über die Wechselbeziehungen zwischen Geographie und Geschichte (1925), 3. Aufl., Heidelberg – Berlin.
-Heckscher (1955), Mercantilism, 2nd End, London, George Allen and Unwin
-Kindleberger, C., P., (1976), “Germany’s Persistent Balance of Payments Disequilibrium Revisited”, BNL Quarterly Review, 29, pp 118-150
-Kundnani, H., (2011), “Germany as a Geo-Economic Power”, The Washington Quarterly, 34(3), pp 31-45
-Mackinder, H., J., (1904), “The Geographical Pivot of History”, The Geographical Journal, Vol 23 (4), pp 421-437
-Mackinder, H., J., (1942), Democratic Ideas and Reality – A Study in the Politics of Reconstruction, National Defense University Press, Washington
-Mahan, A., T., (1900), The Problem of Asia. Its Effect Upon International Politics, Little, Brown and Co, Boston
-Mundell, R., (1961), “A Theory of Optimum Currency Areas”, The American Economic Review, 51(4), pp 657-665
-Munoz – Darde, V, (2016), “Brexit”, The Philosopher’s Magazine, (74), pp 24-26
-Parboni, R., (1980), Finanza e crisi internazionael, Milano: Etas
-Treanor, J., (2017), “Deutsche Bank fined $ 630 m over Russia money laundering claims”, Bloomberg, 31.12.2017
-Weber, M., (1930), The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, Allen and Unwin, London

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η επανάσταση της Ιταλίας ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση

0

Ο λαϊκισμός έφτασε στην Ρώμη

Πολλοί συγκρίνουν τη νέα κυβέρνηση με την λαϊκιστική κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία στην Ελλάδα το 2015. Τελικά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκε την δεσμευτική φύση των περιορισμών που επέβαλε η ΕΕ (όπως το έκανε και ο λαός της Ελλάδας). Η ελπίδα είναι ότι η νέα ιταλική κυβέρνηση θα μάθει από την ελληνική εμπειρία αντί να εξαναγκάσει μια αντιπαράθεση με την Ευρώπη.

Ο ERIK JONES είναι Διευθυντής Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και Ανώτερος Ερευνητής στο Nuffield College της Οξφόρδης. Είναι ο συντάκτης, με τον Gianfranco Pasquino, του The Oxford Handbook of Italian Politics (Oxford University Press, 2015).

Πριν από τριάντα χρόνια, δύο Ιταλοί οικονομολόγοι, ο Francesco Giavazzi και ο Marco Pagano, δημοσίευσαν ένα έγγραφο [1] εξηγώντας γιατί οι κυβερνήσεις θα δεσμευτούν με διεθνείς οικονομικές συμφωνίες που περιορίζουν τις πολιτικές επιλογές τους. Ο εξωτερικός περιορισμός, υποστήριξαν, ήταν το κόστος της αξιοπιστίας. Με το να δένουν τα χέρια τους, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επικοινώνησαν στις αγορές ότι είχαν δεσμευθεί για υπεύθυνες αλλά οδυνηρές και ενδεχομένως μη δημοφιλείς πολιτικές. Και με το να διαμορφώνουν τις προσδοκίες της αγοράς, οι φορείς χάραξης πολιτικής καθιστούσαν ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή την επίτευξη των δικών τους εγχώριων στόχων.

26052018-1.jpg

Ο Ιταλός πρωθυπουργός, Giuseppe Conte, στην Ρώμη, τον Μάιο του 2018. ALESSANDRO BIANCHI / REUTERS
—————————————————————————–

Για περίπου δύο δεκαετίες, που ξεκίνησαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης [2] το 2008-09, οι Ιταλοί πολιτικοί χρησιμοποίησαν αυτή την έννοια του εξωτερικού περιορισμού -στα ιταλικά, vincolo esterno- για να εισαγάγουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, τις αγορές εργασίας, και τα δημόσια οικονομικά. Ως πρωθυπουργός, ο Romano Prodi μέχρι που χρησιμοποίησε το vincolo esterno για να βοηθήσει την Ιταλία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ένταξης στο ευρώ [3].

Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας, μια συμμαχία μεταξύ του αριστερού λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων (M5S) και της δεξιάς λαϊκίστικης Lega, κήρυξε τον τερματισμό αυτού του είδους σηματοδότησης μέσω του περιορισμού. Ο στόχος τους, που περιγράφεται σε ένα έγγραφο 58 σελίδων το οποίο καλύπτει τα πάντα, από την αγροτική πολιτική έως την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είναι η πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων χωρίς διεθνείς δεσμεύσεις [4]. Τα χέρια της Ιταλίας δεν θα είναι πλέον δεμένα.

Το πρόβλημα είναι ότι οι διεθνείς περιορισμοί που συμφωνήθηκαν από προηγούμενες κυβερνήσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Η Ρώμη παραμένει εμπλεκόμενη με τις διαδικασίες της ΕΕ για τον συντονισμό των μακροοικονομικών πολιτικών, οι οποίες απαιτούν τη μείωση του χρέους και του ελλείμματός της [5] και τη μεταρρύθμιση άλλων οικονομικών θεσμών. Επιπλέον, η Ιταλία εξαρτάται περισσότερο από τις αγορές τώρα παρά ποτέ. Εάν οι αγορές ξαφνικά αλλάξουν τις προσδοκίες τους για την Ιταλία -αν πιστέψουν ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις των προηγούμενων- ο δανεισμός θα γίνει πιο δαπανηρός και η χάραξη πολιτικής πιο περίπλοκη. Ο Giavazzi και ο Pagano είχαν δίκιο σε αυτό.

Οι νέοι εταίροι του [κυβερνητικού] συνασπισμού φαίνεται να μην ενδιαφέρονται. Πράγματι, φαίνονται πρόθυμοι να αποδείξουν ότι έχουν την θέληση να πληρώσουν [το όποιο κόστος] για [να έχουν] μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών. Αυτή η επιθυμία τους να απορρίψουν το vincolo esterno είναι κρίσιμη για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση θα προσεγγίσει τόσο την ΕΕ όσο και την δική της εγχώρια μεταρρυθμιστική ατζέντα. Εξηγεί το γιατί πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει ο συνασπισμός -συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τις συντάξεις, την στήριξη του εισοδήματος, τα δημόσια οικονομικά, την φορολογική μεταρρύθμιση και την τραπεζική εποπτεία- έρχονται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ιταλίας και γιατί οι ηγέτες του M5S και της Lega αντιδρούν τόσο γρήγορα σε οποιεσδήποτε ευρωπαϊκές δηλώσεις σχετικά με την σημασία της τήρησης των κανόνων (την Τρίτη, ο ηγέτης της Lega, Matteo Salvini, προειδοποίησε την Γαλλία [6] ενάντια στο «να χώνει τη μύτη (της) στις υποθέσεις άλλων λαών»).

Το πιο σημαντικό, αυτή η επιθυμία απελευθέρωσης από εξωτερικούς περιορισμούς εξηγεί γιατί η σύνθεση της υπουργικής ομάδας είναι λιγότερο σημαντική από τις γενικές δεσμεύσεις που σκιαγραφούνται στην συμφωνία [σύμπηξης] του συνασπισμού. Είτε η νέα κυβέρνηση διορίσει έναν οικονομολόγο είτε έναν πολιτικό ως Υπουργό Οικονομικών, πρόκειται να αποτρέψει κάθε προσπάθεια των εξωτερικών παραγόντων να την αναγκάσουν να αντεπεξέλθει στις φιλοδοξίες της, οι οποίες περιλαμβάνουν μιαν επανάσταση όσον αφορά το πώς φορολογούνται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, τον τρόπο με τον οποίο τυγχάνουν διαχείρισης οι παράνομοι μετανάστες και οι επιζητούντες άσυλο, και πώς λειτουργεί το ιταλικό κράτος πρόνοιας για να υποστηρίξει τους ηλικιωμένους, τους φτωχούς, αυτούς που αναζητούν εργασία και εκείνους που δεν μπορούν να υποστηρίξουν τον εαυτό τους.

ΠΑΡΤΥ ΔΑΠΑΝΩΝ

Την Τετάρτη, αφότου ο Ιταλός πρόεδρος, Sergio Mattarella, τελικά συναίνεσε στον διορισμό του Giuseppe Conte ως νέου πρωθυπουργού, ο Σαλβίνι ανακοίνωσε γρήγορα τις κυβερνητικές προτεραιότητες για τους πρώτους τρεις μήνες της στην εξουσία -μείωση των φόρων και ανατροπή των αντιδημοφιλών συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων που ψηφίστηκαν το 2011 από την κυβέρνηση της κρίσης με επικεφαλής τον Mario Monti. Μερικά από αυτά θα είναι σχετικά ειλικρινή. Ο νέος συνασπισμός δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά τον ιταλικό φορολογικό κώδικα στις πρώτες εκατό ημέρες του, αλλά μπορεί να εξαλείψει ορισμένους από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί της βενζίνης και να αρχίσει να αλλάζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για συντάξεις, π.χ. αντικαθιστώντας τις απαιτήσεις ηλικίας με τα έτη εργασίας, και επιτρέποντας στις γυναίκες να αποχωρήσουν από το εργατικό δυναμικό νωρίτερα από τους άνδρες.

Αυτές ακούγονται σαν μικρές αλλαγές, αλλά θα είναι ακριβές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Carlo Cottarelli, του πρώην διευθυντή δημοσιονομικών υποθέσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η κατάργηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης θα οδηγήσει σε απώλειες εσόδων πέραν των 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η αλλαγή στις συντάξεις θα προσθέσει περίπου 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε δαπάνες. Εξάλλου, μακροπρόθεσμα, το κόστος των μεταρρυθμίσεων στον τομέα των συντάξεων μόνο θα αυξηθεί καθώς περισσότεροι άνθρωποι θα φθάνουν στην πρόωρη επιλεξιμότητα.

26052018-2.jpg

Ο ηγέτης της Lega, Matteo Salvini, μιλά προς τον Τύπο στην Ρώμη, τον Μάιο του 2018. TONY GENTILE / REUTERS
—————————————————————–

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ αναμένει από την Ιταλία να βρει άλλες αποταμιεύσεις ύψους 5,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την επίτευξη των δημοσιονομικών της στόχων για το τρέχον έτος και 11,7 δισεκατομμύρια δολάρια για να αποφευχθεί μια αυτόματη αύξηση των φόρων προστιθέμενης αξίας που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2019, ως τμήμα των δεσμεύσεών της προς την ΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί να βλέπει κάποιος το τι θα κάνει η νέα κυβέρνηση στις πρώτες εκατό ημέρες της˙ αυτό που δεν θα κάνει, είναι επίσης σημαντικό να ληφθεί υπόψη.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΚΤΟΣ ΚΑΝΟΝΩΝ

Το χάσμα μεταξύ των πολιτικών της νέας κυβέρνησης και των προσδοκιών της ΕΕ [7] θα είναι εμφανές στο τροποποιημένο οικονομικό και δημοσιονομικό έγγραφο που πρέπει να παράσχει η κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Σεπτέμβριο. Στο εν λόγω έγγραφο παρουσιάζεται ο αναμενόμενος αντίκτυπος των πολιτικών της κυβέρνησης στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς της, έτσι ώστε η επιτροπή να μπορεί να αξιολογήσει εάν η Ιταλία θα πληροί τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τον περιορισμό των χρεών και των ελλειμμάτων. Θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί ενός είδους αναμέτρηση, εάν η ιταλική υποβολή [του εγγράφου και συνεπώς του περιεχομένου του] αποκλίνει ευρέως από τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Η νέα κυβέρνηση φαίνεται να την θέλει αυτή την αναμέτρηση. Παρόλο που ο Mattarella επέμενε επανειλημμένα ότι οποιοσδήποτε πρωθυπουργός ορίσει αυτός θα πρέπει να σέβεται την θέση της Ιταλίας στην Ευρώπη, η επιρροή του θα μειωθεί σημαντικά μόλις η νέα κυβέρνηση λάβει την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Ιταλικού Κοινοβουλίου. Αυτό θα συμβεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Όταν συμβεί αυτό, ο πρωθυπουργός, κι όχι ο πρόεδρος, θα είναι υπεύθυνος για το γενικό πρόγραμμα της κυβέρνησης. Πολλοί ανησυχούν ότι ο Conte, ένας αφανής καθηγητής του Δικαίου με περιορισμένη εμπειρία στην πολιτική, θα έχει μικρή αυτονομία σε σχέση με τον Salvini ή τον Luigi Di Maio, τον ηγέτη του M5S. Οι σημαντικότεροι περιορισμοί του Conte, ωστόσο, απορρέουν από τις λεπτομερείς πολιτικές που συμφωνήθηκαν στην συμφωνία [σύμπηξης] του συνασπισμού, η οποία καθορίζει το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης.

Σήμερα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει έναν αριθμό από θέσεις που φαίνονται να είναι προσαρμοσμένες ώστε να προκαλέσουν κάποια αντίδραση από την Ευρώπη. Για παράδειγμα, η συμφωνία του συνασπισμού περιλαμβάνει ένα μακρύ χωρίο για τον πόνο που υπέστησαν οι συνηθισμένες οικογένειες όταν οι ιταλικές τράπεζες αναδιαρθρώθηκαν ή οδηγήθηκαν σε κλείσιμο το 2015 και το 2016, κατά την διάρκεια της πρωθυπουργίας του ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, Matteo Renzi [8]. Η συμφωνία υπόσχεται να βρει τρόπους για να εξασφαλίσει ότι, στο μέλλον, οι οικογένειες θα αποζημιωθούν για τις τυχόν ζημίες που υπέστησαν ως αποτέλεσμα της έκθεσης σε τραπεζικά ομόλογα και μετοχές.

Μια τέτοια δέσμευση έρχεται αντιμέτωπη με την επανειλημμένη ολλανδική και γερμανική επιμονή ότι οι επενδυτές των τραπεζών πρέπει να μοιράζονται τις συνέπειες όταν οι διαχειριστές των τραπεζών αναλαμβάνουν περιττούς κινδύνους. Και παρόλο που οι Βορειοευρωπαίοι υποστηρίζουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν περιορισμούς όσον αφορά στην έκθεσή τους στο δημόσιο χρέος που εκδίδουν οι χώρες καταγωγής τους (λόγω του φόβου ότι τα δημόσια οικονομικά και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα θα συνδεθούν πολύ στενά), η συμφωνία του ιταλικού συνασπισμού επιμένει ότι ολόκληρη η αντιμετώπιση των κρατικών χρεών που κατέχουν οι τράπεζες σε διεθνές επίπεδο πρέπει να επανεξεταστεί.

Υπάρχουν άλλα παραδείγματα όπου η συμφωνία του συνασπισμού δείχνει μια θέληση να σκεφτεί έξω από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Για παράδειγμα, προτείνει την ανάπτυξη πολύ μικρών δεσμεύσεων κρατικού χρέους [στμ: δηλαδή κρατικά ομόλογα μικρής ονομαστικής αξίας], οι οποίες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πληρωμές για καθυστερούμενες οφειλές του δημοσίου και στην συνέχεια να διαπραγματεύονται από τους αποδέκτες σε δευτερογενείς αγορές, πράγμα που θα πήγαινε πολύ μακριά προς το να βοηθήσει την Ιταλία να πληρώσει για το φιλόδοξο πρόγραμμα πολιτικής της. Με την σειρά τους, αυτά τα ομόλογα θα μπορούσαν να δοθούν πίσω στην κυβέρνηση ως πληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων. Αυτός είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος να σκεφτούμε τα δημόσια οικονομικά. Το πρόβλημα είναι ότι η δημιουργία μικρών, εμπορεύσιμων χρεογράφων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πληρωμές ακούγεται πολύ όπως η εκτύπωση χρήματος, κάτι που είναι ανάθεμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Είναι δύσκολο να δούμε το πώς είτε η ΕΚΤ είτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παραμείνουν σιωπηλές σχετικά με μια τέτοια καινοτομία. Είναι επίσης δύσκολο να δούμε το πώς η νέα ιταλική κυβέρνηση θα πληρώσει τους λογαριασμούς της και θα τηρήσει τις νέες δεσμεύσεις της για δαπάνες χωρίς αυτήν.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Δεδομένου ότι πολλές από τις προτάσεις της κυβερνητικής συμφωνίας ενδέχεται να καταρριφθούν από την ΕΕ, υπάρχει ο πειρασμός να θεωρηθούν ως κάποια προσωρινή παρέκκλιση, η οποία θα μετριάζεται καθώς η Ιταλία θα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Πολλοί συγκρίνουν τη νέα κυβέρνηση με την λαϊκιστική κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία στην Ελλάδα το 2015. Υπό την ηγεσία του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση αυτή έφτασε να απορρίπτει τα μέτρα λιτότητας της ΕΕ και ο ανορθόδοξος υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Βαρουφάκης, φάνηκε να απολαμβάνει τις συγκρούσεις με τους Ευρωπαίους ομολόγους του. Τελικά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκε την δεσμευτική φύση των περιορισμών που επέβαλε η ΕΕ (όπως το έκανε και ο λαός της Ελλάδας). Η ελπίδα είναι ότι η νέα ιταλική κυβέρνηση θα μάθει από την ελληνική εμπειρία αντί να εξαναγκάσει μια αντιπαράθεση με την Ευρώπη.

26052018-3.jpg

Ο ιδρυτής του M5S, Beppe Grillo (αριστερά) και ο ηγέτης του, Luigi di Maio, στην Ρώμη, τον Μάρτιο του 2018. TONY GENTILE / REUTERS
————————————————————-

Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Ο νέος συνασπισμός της Ιταλίας δεν είναι η πρώτη ιταλική κυβέρνηση που εγκαταλείπει την ιδέα ότι το vincolo esterno είναι απαραίτητο για την αξιοπιστία στις αγορές. Από το 2008 έως το 2011, η κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι απωθούσε τα αιτήματα της ΕΕ για συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και άλλα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενώ αντιστάθηκε στην πίεση για κάθε είδους διεθνή διάσωση. Όταν ο Μπερλουσκόνι ενέδωσε τελικά στα αιτήματα των Ευρωπαίων ηγετών για πιο αποφασιστική δράση στις πολιτικές, αντικαταστάθηκε από τον Μόντι. Οι επόμενες δύο κυβερνήσεις ήταν λιγότερο επαναστατικές, αλλά από το 2014 έως το 2016 ο Renzi έγινε δυναμικός σχετικά με την άρση των ευρωπαϊκών περιορισμών σε πολλά από τα ίδια ζητήματα -όπως η προστασία των πιστωτών των μικρών τραπεζών και η άρνηση των ορίων για το πόσο ιταλικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να κατέχεται από ιταλικές τράπεζες- που εγείρει η νέα κυβέρνηση συνασπισμού.

Η διαφορά αυτή την φορά είναι θέμα όχι τόνου αλλά ακροατηρίου. Η κυβέρνηση Renzi πίστευε στην σημασία της αξιοπιστίας στις αγορές και ήταν πρόθυμη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, όπως μια εργατική νομοθεσία που να παρέχει περισσότερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, προκειμένου να αποδείξει τις ικανότητές της. Ο νέος συνασπισμός ανησυχεί λιγότερο για την αξιοπιστία στις αγορές απ’ ό, τι για την αξιοπιστία στο δικό του εκλογικό σώμα. Οι λαϊκιστές της Ιταλίας έχουν προχωρήσει πέρα από το vincolo esterno όχι επειδή πιστεύουν ότι ο εξωτερικός περιορισμός είναι περιττός, αλλά επειδή πιστεύουν ότι είναι άσχετος. Το ερώτημα είναι πόσο θα κοστίσει αυτή η πεποίθηση.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2018-05-24/italys-revolt-a…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0014292188900657
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2009-11-25/what-re…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2011-12-13/failure-euro
[4] https://www.ft.com/content/32b1daf6-5abf-11e8-bdb7-f6677d2e1ce8
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/2013-04-03/austerity-delusion
[6] https://www.express.co.uk/news/world/963691/Italy-latest-Matteo-Salvini-…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2016-12-14/italys-eu-retreat
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2016-12-05/after-italian-r…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Δυσοίωνες οι δημοσκοπήσεις για τον Ερντογάν: Η οικονομία μπορεί να τον νικήσει…

0

 ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΦΙΔΑ

A handout photo made available by the Republican People’s Party (CHP) showing Republican People’s Party (CHP) leader Kemal Kilicdaroglu speaks in a meeting during an election campaign, in Ankara, Turkey, 26 May 2018. EPA, ZIYA KOSEOGLU / CHP HANDOUT

MAY 27, 2018   Ο ισλαμιστής πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν βρέθηκε στα μέσα Μαΐου στο Λονδίνο, συνοδευόμενος από υπουργούς και επιχειρηματίες, υποτίθεται για να προσελκύσει επενδύσεις. Στόχος του: να αποκαταστήσει την εικόνα της τουρκικής αγοράς στα μάτια των «έξω», και ιδιαίτερα των Βρετανών με τους οποίους προσδοκά να έχει στενότερες σχέσεις στη μετά-Brexit εποχή.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, ωστόσο, το μόνο που κατάφερε ήταν να προκαλέσει «τρόμο και δυσπιστία», όχι μόνο στο Λονδίνο αλλά διεθνώς. Ο 64χρονος Ερντογάν παρακάθισε το μεσημέρι της Δευτέρας, 14 Μαΐου, σε γεύμα με επενδυτές και επιφανείς επιχειρηματίες στη βρετανική πρωτεύουσα. Στα αριστερά του, είχε τον υπουργό Οικονομίας Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί, έναν πολιτικό που τυχαίνει να έχει σπουδάσει οικονομικά στο Λονδίνο. Και στα δεξιά του, τον αντιπρόεδρο της τουρκικής κυβέρνησης, Μεχμέτ Σιμσέκ, έναν πολιτικό με θητεία στη Bank of America (Merrill Lynch), που έχει σπουδάσει οικονομικά στο Έξετερ της νοτιοδυτικής Αγγλίας. Και κάπου εκεί, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, η αλλιώς Ζεϊμπεκτσί και Σιμσέκ, ο Ερντογάν δήλωσε στους παρευρισκόμενους εμφατικά δύο πράγματα: ότι αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας και ότι προτίθεται να αρχίσει να ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στη νομισματική πολιτική της χώρας μετά τις εκλογές του Ιουνίου.

Τους είπε, επίσης, ότι τα επιτόκια πρέπει να παραμένουν χαμηλά γιατί όταν ανεβαίνουν… ανεβαίνει μαζί τους και ο πληθωρισμός. Τους είπε, με άλλα λόγια, ακριβώς όσα… δεν ήθελαν να ακούσουν, ενώ περίπου τα ίδια ανέφερε και σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Bloomberg.

Εν έτει 2018, στα μάτια των ανθρώπων που κινούν τις αγορές, το να βγαίνει ένας πολιτικός ηγέτης, χώρας που μάλιστα ανήκει στην ομάδα των G20, και να αμφισβητεί ανοιχτά την ανεξαρτησία μιας Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί κάτι ανάμεσα σε… ανάθεμα, προπατορικό αμάρτημα και αιτία συναγερμού. Εάν εκείνος αρχίσει παράλληλα να αντιστρέφει και βασικές αρχές οικονομικής θεωρίας περί επιτοκίων και πληθωρισμού, τότε ο συναγερμός προφανώς εντείνεται… όπερ και εγένετο. Βλέποντας τα σημάδια, οι οίκοι αξιολόγησης Fitch και Standard & Poor’s θα έσπευδαν τις επόμενες ημέρες να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου για την τουρκική οικονομία, κάτι που είχαν πρόσφατα κάνει επίσης η Moody’s και το ΔΝΤ.

Ο οίκος Fitch θα χαρακτήριζε την τουρκική οικονομία ως μία από τις τρεις πιο ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες στον κόσμο, μαζί με εκείνες της Αργεντινής και της Ουκρανίας.

Ακούγοντας τον Ερντογάν στο Λονδίνο, εκείνο το μεσημέρι, οι παρευρισκόμενοι αντέδρασαν με «σοκ και δυσπιστία». Εάν σκέφτονταν να επενδύσουν στην Τουρκία, πλέον δεν το σκέφτονται… μέχρι νεωτέρας.

Αναλυτές με βαθιά γνώση των τουρκικών εξελίξεων υποστηρίζουν, μιλώντας στο Έθνος της Κυριακής, ότι ο Ερντογάν έχασε εκείνη τη Δευτέρα στο Λονδίνο μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας που ενδεχομένως να του είχε απομείνει στα μάτια των «έξω». «Τώρα πια θα σορτάρουν την τουρκική λίρα πριν από κάθε ομιλία Ερντογάν», σχολιάζει χαρακτηριστικά ομιλητής σε κλειστή συνάντηση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) με θέμα τις προεκλογικές εξελίξεις στην Τουρκία.

Η συνέχεια, λίγο πολύ γνωστή, με τη λίρα να υποχωρεί σε ιστορικό χαμηλό την περασμένη Τετάρτη (23 Μαΐου) και την ισοτιμία της να διαμορφώνεται στις 4,9 λίρες ανά δολάριο, προτού η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας, σε μια ασυνήθιστη κίνηση για τα τουρκικά δεδομένα, παρέμβει πυροσβεστικά προκειμένου να συγκρατήσει την κατρακύλα, ανεβάζοντας τα επιτόκια δανεισμού.

Τα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας ωστόσο παραμένουν στο δρόμο προς τις διπλές, προεδρικές και βουλευτικές, εκλογές του Ιουνίου. Το τουρκικό νόμισμα έχει από τις αρχές του έτους χάσει περίπου το 20% της αξίας του, ενώ συνολικά την τελευταία δεκαετία έχει υποχωρήσει κατά περίπου 70%, με την πτώση μάλιστα να επιτείνεται από το 2014 και μετά.

Για μια χώρα όπως η Τουρκία, που εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει (μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2018, το έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου άγγιξε σχεδόν τα 21 δισ. δολ. και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τα 16,4 δισ. δολ., σύμφωνα με την Hurriyet), η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος αποτελεί χαίνουσα πληγή.

Η εν λόγω πληγή κινδυνεύει μάλιστα να κακοφορμίσει εάν συνδυαστεί με τον πληθωρισμό που καλπάζει κοντά στο 11% (ποσοστό τριπλάσιο σε σύγκριση με το μέσο όρο των αναδυόμενων οικονομιών), με τις τιμές του πετρελαίου που ανεβαίνουν διεθνώς (λόγω Ιράν), αλλά και με το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας που γιγαντώνεται.

Οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν λάβει δάνεια συνολικού ύψους περίπου 250 δισ. δολ., τα περισσότερα από τα οποία είναι σε ξένο νόμισμα.

Το 40% του δημοσίου χρέους είναι επίσης σε ξένο νόμισμα, ενώ το συνολικό ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της Τουρκίας (δημόσιο και ιδιωτικό) ανέρχεται σε περίπου 450 δισ. δολ. Κι όμως, παρά τις προφανείς εξαρτήσεις από το εξωτερικό, ο Ερντογάν, «εχθρός των επιτοκίων» ο ίδιος ως βέρος ισλαμιστής, επιλέγει να «παίζει» με το τουρκικό νόμισμα. Διακηρύττει ότι «τα υψηλά επιτόκια είναι η μητέρα κάθε κακού», με τα συγκεκριμένα λόγια ωστόσο να ηχούν σχεδόν θεολογικά, όχι οικονομικά. Παράλληλα, αποδίδει όλα τα τουρκικά προβλήματα σε «συνωμοσίες της Δύσης» και καλεί όποιον Τούρκο «πραγματικά αγαπάει την πατρίδα του, να μην μετατρέπει τις λίρες του σε ξένα νομίσματα». Για όλα τα «στραβά» στην οικονομία, ο Ερντογάν κατηγορεί τους Αμερικανούς, τους Εβραίους και το διεθνές κεφάλαιο, διαμηνύοντας ότι η Τουρκία «πληρώνει το τίμημα» απλώς και μόνο επειδή τολμάει να σηκώνει κεφάλι απέναντι στους ισχυρούς της γης.

Την ίδια ώρα, ο ίδιος συνεχίζει πάντως να μοιράζει ψηφοθηρικές «παροχές» στο εσωτερικό (φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις, δανειακές εγγυήσεις και ποικίλες διευκολύνσεις σε ημετέρους, επενδυτικά κίνητρα και απλόχερες πιστώσεις προσανατολισμένες κυρίως στη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη).

Όταν για παράδειγμα οι Ερντογάν και Γιλντιρίμ Ντεμιρερέν (η συνωνυμία με τα ονόματα των νυν κυβερνώντων είναι μεν τυχαία αλλά ενδεικτική) αγόρασαν στις αρχές Απριλίου τον μιντιακό όμιλο Doğan (Hurriyet, CNN Türk κ.α.), το έκαναν με χαμηλότοκο δάνειο από κεντρική τράπεζα της Τουρκίας. Κι όταν πιο πρόσφατα, οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν να ανεβαίνουν στον απόηχο της απόφασης των Αμερικανών να αποσυρθούν από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έσπευσε με προεδρικό διάταγμα να μειώσει τη φορολογία στα καύσιμα για να μην προλάβουν να φανούν οι αυξήσεις προεκλογικά στις τσέπες των ψηφοφόρων.

Το γεγονός ότι έτσι τα φορολογικά έσοδα μειώνονται δεν φαίνεται να τον νοιάζει προς το παρόν. Κάποια στιγμή όμως θα αρχίσει να τον νοιάζει, ειδικά εάν η κατάσταση συνεχιστεί ως έχει. Υπενθυμίζεται ότι ήταν μια οικονομική κρίση (εκείνη των ετών 2000-2001) που έφερε τον Ερντογάν στην εξουσία το 2002, και μια περίοδος οικονομικής ευημερίας (2002-2007) εκείνη που τον παγίωσε στην εξουσία.

Πίσω στο παρόν, μια νέα οικονομική κρίση θα μπορούσε ακόμη και να του κοστίσει το «θρόνο». Αξίζει να σημειωθεί, άλλωστε, ότι «η τουρκική οικονομία πέτυχε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν ως συνδεδεμένη με τις διεθνείς αγορές», όπως σημειώνει ειδικός επί των τουρκικών θεμάτων σε κλειστή συζήτηση στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

Εάν η εν λόγω διασύνδεση με τις διεθνείς αγορές πληγεί σημαντικά, τότε υπάρχει φυσικά κίνδυνος να πληγούν μαζί της και βασικοί πυλώνες της τουρκικής ανάπτυξης. Οι δημοσκοπήσεις, πάντως, ήδη διαγράφονται δυσοίωνες για τον Ερντογάν στο δρόμο προς τις διπλές εκλογές της 24ης Ιουνίου. Το ενδεχόμενο εκείνος να χάσει τον έλεγχο της Βουλής είναι πια ορατό. Είναι δε σχεδόν βέβαιο ότι για την εκλογή προέδρου θα χρειαστεί και δεύτερος γύρος. Υπάρχουν, μάλιστα, σενάρια που θέλουν τον Ερντογάν να κηρύττει ξανά πρόωρες εκλογές σε περίπτωση που δεν του αρέσουν τα αποτελέσματα, διαιωνίζοντας έτσι την πολιτική ρευστότητα και… διακινδυνεύοντας παράλληλα νέες κρίσεις ρευστότητας.

ΠΗΓΗ: Αποσπάσματα του άρθρου έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ

Πηγή: Δυσοίωνες οι δημοσκοπήσεις για τον Ερντογάν: Η οικονομία μπορεί να τον νικήσει… https://hellasjournal.com/2018/05/dysiones-i-dimoskopisis-gia-ton-erntogan-i-ikonomia-bori-na-ton-nikisi/

Η Αμερική του Τραμπ τα παίζει όλα για όλα με την Τουρκία: Ή επιστρέφει στο “μαντρί” ή απέναντι…

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ Hellas Journal

File Photo: Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ EPA, Andrew Harrer

MAY 27, 2018

Την εβδομάδα που πέρασε είχαμε πολλά γεγονότα στην πρωτεύουσα της Αμερικής. Βεβαίως κυριάρχησε το θέμα της Βορείου Κορέας, λόγω της ανακοίνωσης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την ακύρωση της συνάντησης του με τον Κιμ Γιόνγκ Ουν. Ήταν μία απόφαση σκληρή και μη αναμενόμενη, καθώς όλοι πίστευαν ότι ο κ. Τραμπ θα προχωρούσε ακόμα και αν ο Κιμ έθετε εμπόδια, επειδή του είχαν «πιπιλίσει» το μυαλό ότι θα κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ.

Η στάση του κ. Τραμπ πρέπει να προβληματίσει, αλλά και να ανησυχήσει ηγέτες και χώρες, που παίζουν παιγνίδια με την Αμερική. Και ένας εκ των πρώτων, είναι ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν.

Εκτός της κατάστασης στην κορεατική χερσόνησο, κυριάρχησε ακόμα ένα θέμα, που αφορά τόσο την Ελλάδα, όσο και την Κύπρο. Βουλευτές και γερουσιαστές, και των δύο κομμάτων, «ξεσάλωσαν» κυριολεκτικά εναντίον της Τουρκίας και του προέδρου της. Ήταν τόσο ισχυρά και σκληρά τα σχόλια που έγιναν, επίσημα και δημόσια, όχι στο παρασκήνιο, που αναρωτήθηκαν μερικοί αναλυτές, πόσο σύντομα θα ξεσπάσει η τελική φάση της κρίσης μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Άγκυρας.

Στις 4 Ιουνίου, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο κάλεσε στην Ουάσιγκτον τον Τούρκο ομόλογό του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Όπως τονίζουν διπλωματικές πηγές, η 4η Ιουνίου θα είναι η απαρχή για το μεγάλο ξεκαθάρισμα. Ή θα τα βρουν, ή θα τα σπάσουν. Η παρούσα κατάσταση, να βρίζει τους Αμερικανούς ο Ερντογάν και αυτοί να καμώνονται πως δεν τρέχει τίποτα, και απλά …βρέχει, δεν πρόκειται να συνεχιστεί με την καινούργια ηγεσία στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου.

Είναι σκληρά «παιδιά» τούτα τα νέα γεράκια του Ντόναλντ Τραμπ, σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι αφοσιωμένοι στον σκοπό: Να υπηρετήσουν και να υλοποιήσουν τις αποφάσεις του αρχηγού τους.

Από την κατάθεση του κ. Πομπέο, εξάγουμε το συμπέρασμα ότι απαιτεί καθαρές λύσεις, που θα υπηρετούν και θα εξυπηρετούν τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα. Είναι εξαιρετικά σημαντική για τους Αμερικανούς η Τουρκία, επειδή συντηρείται ακόμα εκείνη η «λογική» των γραφειοκρατών, πως αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Βεβαίως η πολιτική αυτή είναι ένας μύθος που έχει καταρριφθεί από τα γεγονότα. Και αναφέρω ένα μόνο περιστατικό από τα πολλά. Τον Απρίλιο, όταν οι Αμερικανοί αποφάσισαν να επιτεθούν στη Συρία, ζήτησαν να χρησιμοποιήσουν εγκαταστάσεις στην Τουρκία, την Ελλάδα, την Κύπρο και αλλού. Ο Ταγίπ Ερντογάν απάντησε αρνητικά. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Η επιχείρηση έγινε με επιτυχία και η άρνηση του προέδρου της Τουρκίας δεν είχε στο τέλος καμία απολύτως σημασία.

Αυτό και μόνο καταρρίπτει τον ανόητο ισχυρισμό των Αμερικανών γραφειοκρατών, ότι η Τουρκία είναι το άλφα και το ωμέγα της στρατηγικής τους πολιτικής στην περιοχή.

Ναι, να καταλάβω ότι το ρόλο αυτό τον παίζει το Ισραήλ, και μάλιστα πολύ καλά. Όχι όμως η Τουρκία, η οποία από τον πόλεμο στο Ιράκ, το 2003, δεν έχει βοηθήσει ποτέ και πουθενά τους δυτικούς συμμάχους της. Είναι πάντα εναντίον…

Την εβδομάδα που πέρασε, λοιπόν, η Βουλή και η Γερουσία ήταν «κόλαση» για την Τουρκία. Ήταν τόσες πολλές οι αρνητικές αναφορές που ξεπέρασαν ακόμα και αυτές που αφορούσαν το Ιράν και την Κορέα. Οι Αμερικανοί νομοθέτες έχουν πολλούς λόγους για να είναι θυμωμένοι με την Τουρκία και τον Πρόεδρό της. Η κατάσταση έχει ξεπεράσει όλα τα όρια και τα προβλήματα είναι πολλά, και μερικά δύσκολο να επιλυθούν.

Ένα από αυτά είναι και η αγορά του ρωσικού συστήματος S-400. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών είπε την Πέμπτη στην Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας ότι οι ΗΠΑ έχουν προσφέρει «εναλλακτικές» στην Τουρκία για να ακυρώσει την αγορά των S-400.

Είναι δίκοπο, πλέον, το μαχαίρι για τον Ερντογάν. Εάν ακυρώσει τη συμφωνία με τους Ρώσους θα χάσει και τα πολλά εκατομμύρια που έδωσε, και θα βρεθεί σε ευθεία σύγκρουση με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Ποιος μπορεί να προβλέψει τι θα αποφασίσει το ταραγμένο του μυαλό; Διότι ο ίδιος πιστεύει ότι βρίσκεται σε μία καλύτερη κατάσταση. Είναι σύμμαχος με το ΝΑΤΟ, αλλά και με τη Ρωσία, και ενώ έχει ταχθεί τόσο αντιαμερικανικά, οι Αμερικανοί δεν τον ενοχλούν, αλλά τον παρακαλούν γονατιστοί να επιστρέψει… Είναι περίεργο αυτό το σκηνικό, διότι είμαστε ενώπιον μίας πολύ ερμαφρόδιτης κατάστασης, κάτι που έχουμε τονίσει πολλές φορές από αυτή τη στήλη: Από τον πρόεδρο Τραμπ μέχρι τον τελευταίο αξιωματούχο φέρονται σκληρά σε όσους σηκώνουν κεφάλι. Πως είναι δυνατόν μπροστά στον Ερντογάν να υποχωρούν; Κάποιο πρόβλημα υπάρχει.

Ο Αμερικανός πλανητάρχης αστράφτει και βροντά όταν θίξουν την αξιοπρέπεια της πατρίδας και της οικογένειας. Γιατί σιωπά μπροστά στον πρόεδρο της Τουρκίας που του συμπεριφέρεται με πρωτόγνωρη αγένεια. Κάποια εξήγηση πρέπει να υπάρχει, που μπορεί να αποτελεί και ένα μεγάλο μυστικό. Εκτός εάν τα πράγματα αλλάξουν, ανάλογα από την τελική απάντηση των Τούρκων στην πρόταση των Αμερικανών να ακυρώσουν την αγορά των ρωσικών S-400 και να πάρουν τους αμερικανικούς Πάτριοτς.

Αυτή η εξέλιξη θα είναι σίγουρα αρνητικότατη για τα συμφέροντα του Ισραήλ, της Κύπρου, της Αιγύπτου και της Ελλάδας. Βέβαια, υπάρχουν και άλλοι που βλέπουν τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία: ότι η βελτίωση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων θα δώσει τη δυνατότητα στους Αμερικανούς να παρεμβαίνουν και να σταματούν τους Τούρκους όταν προκαλούν τους γείτονες τους.

Τα παραπάνω αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός για τους Αμερικανούς. Η Τουρκία και ο Πρόεδρος της τους λένε με όλους τους τρόπους ότι δεν έχουν διάθεση να αλλάξουν πορεία. Εκτός, αν αναγκαστούν από την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Μερικές φορές δεν χρειάζονται πόλεμοι και πραξικοπήματα. Η οικονομία ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις και αναγκάζει χώρες και ηγέτες να γονατίζουν μπροστά στους μεγάλους και τρανούς του πλανήτη… Δεν βλέπετε τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

Πηγή: Η Αμερική του Τραμπ τα παίζει όλα για όλα με την Τουρκία: Ή επιστρέφει στο “μαντρί” ή απέναντι… https://hellasjournal.com/2018/05/i-ameriki-tou-trab-ta-pezi-ola-gia-ola-me-tin-tourkia-i-epistrefi-sto-mantri-i-apenanti/

Η Ιταλία αφυπνίζει το γεωπολιτικό εφιάλτη στην Ε.Ε.

0

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ωστόσο… Το ότι εγκαινιάζεται και πάλι η πληκτική μονομέρεια των οικονομολογούντων με αφορμή τις εξελίξεις στη γειτονική Ιταλία, ήταν εν πολλοίς αναμενόμενο. Και προφανέστατα ως σύμπτωμα, έχει το δικό του παρελθόν…

Ένα παρελθόν που κατά κόρον ευδοκίμησε στην πολύπαθη Ελλάδα, και το οποίο καταφανώς υποτίμησε τη γεωπολιτική διάσταση της οικονομίας, για να φτάσουμε σήμερα, μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια ορυμαγδού, να ανακαλύψουμε ποιο ήταν το αίτιο και ποιο το αιτιατό, σε μια χώρα που τείνει να τροποποιήσει ολοκληρωτικά τη γεωπολιτική της φυσιογνωμία, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που συνιστά μια τέτοια εξέλιξη.

Προφανώς αυτή η τάση τροφοδοτείται και αναπαράγεται, από το περιβάλλον του χαρτογιακαδισμού που αποτελεί και το προνομιακό πεδίο δράσης της Ευρωπαϊκής ελίτ και το οποίο μεγαλούργησε σε εκδικητικότητα σε βάρος μιας άβουλης και φοβικής Ελλάδας με τα γνωστά αποτελέσματα.

Σπεύδει λοιπόν το SPIEGEL να καταφύγει σε προσομοιώσεις Βαρουφακιάδας… Σπεύδει να ερμηνεύσει με όρους «θρασύτητας» το “πακέτο” των Ιταλικών αιτημάτων, επανακαταφεύγοντας στην γνωστή σε μας επιχειρηματολογία των «βουλιμικών» ιθαγενών, λέγοντας πως: «Η Ελλάδα ήταν μια πτωχή χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η οποία παρακάλεσε για βοήθεια σε ώρα ανάγκης. Αντιθέτως οι Ιταλοί διαθέτουν κατά μέσο όρο περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από τους Γερμανούς και είναι πολύ πλουσιότεροι από τους πολίτες της Λετονίας ή της Σλοβακίας– οι οποίοι όμως καλούνται να επωμιστούν το βάρος μίας φορολογικής μεταρρύθμισης, που θα οφελούσε κυρίως τους πλουσιότερους Ιταλούς. Εάν τελικά η νέα κυβέρνηση (της Ρώμης) περάσει αυτό που θέλει, θα καθιερώσει μία εξαιρετικά ύπουλη μορφή μεταφοράς πόρων στην Ευρώπη, από τους πιο φτωχούς στους πιο πλούσιους»…

Σπεύδουν οι κκ Κόλμερ να προϊδεάσουν πως οι Ιταλοί είναι έτοιμοι για IOU δηλαδή για «παράλληλο νόμισμα»…

Σπεύδουν βεβαίως και οι «οίκοι», με προεξάρχοντα τον γνωστό Moody’s, να απειλήσουν για επικείμενη υποβάθμιση του Ιταλικού αξιόχρεου, σε μια προσπάθεια αποτροπής των εξελίξεων, μέσα από τον συνειδησιακό εκφοβισμό των πολιτών, επιδιώκοντας να ενεργοποιήσουν έναν ιδιότυπο κοινωνικό αυτοματισμό, ανακυκλώνοντας τις κλασικές τους πρακτικές και εμπειρίες.

Και φυσικά από μια πρώτη ανάγνωση, δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτόν σε αυτού του είδους τις θεσμικές και προσωπικές προσεγγίσεις. Τίποτε απ’ όλα αυτά άλλωστε δεν μπορεί να αποκλειστεί ως παράμετρος ενός σκηνικού, που μόλις αρχίζει δειλά – δειλά να ξεδιπλώνεται.

Η πρώτη ανάγνωση ωστόσο, μπορεί να τροφοδοτεί τους επικαιροποιημένους παπαγαλισμούς μαθητευόμενων «οικονομολόγων» του διαδικτύου, αλλά δεν αρκεί  για να ερμηνεύσει αυτό που πραγματικά συντελείται και όλα όσα σηματοδοτεί το «Ιταλικό πρόβλημα».

Ωστόσο… Η απόπειρα του άγονου μιμητισμού που ανασύρει μνήμες και εμπειρίες από την «Ελληνική περιπέτεια», προσπερνά μια πολύ σημαντική παράμετρο.

Η Ελλάδα σύρθηκε στην καθολική υποταγή εκβιαζόμενη και απειλούμενη και με μια πολιτική ηγεσία πρόθυμη να παραδοθεί αμαχητί στις απαιτήσεις των «συμμάχων».

Η Ιταλία σύρει την Ευρώπη στο δικό της ρυθμό, εκβιάζοντας και απειλώντας..

  • ΚΑΙ γιατί τα θεμελιώδη μεγέθη την καθιστούν πρωταγωνίστρια των απειλών…
  • ΚΑΙ γιατί ο χαρτογιακαδισμός της Ευρωπαϊκής ελίτ μόνο αυτή την ανάγνωση μπορεί να κάνει…
  • αλλά ΚΑΙ γιατί η πολιτική της ηγεσία, προς το παρόν τουλάχιστον δεν δείχνει πρόθυμη για καθολική και άνευ όρων επίκυψη, χωρίς να μπορεί κανείς βεβαίως να αποκλείσει μια τέτοια μεταστροφή σε επόμενο χρόνο.

Η αντιστοίχιση επίσης με την αποτελεσματικότητα του οικονομικού εκβιασμού που ασκούν οι «οίκοι» στη γειτονική Τουρκία, είναι τουλάχιστον μη επαρκής. Κι αυτό γιατί παραγνωρίζει πως στη γειτονική Τουρκία, ο οικονομικός εκβιασμός…

  • Ασκείται πρωτίστως από τις ΗΠΑ και δεν αποτελεί ενδοευρωπαϊκή υπόθεση…
  • Ασκείται κατ’ επιλογήν ως πρωτεύων εκβιασμός, με τον γεωπολιτικό να παραμένει εν αναμονή και σε πλήρη ετοιμότητα. Και φυσικά…
  • Ασκείται καθ’ υπέρβαση των ευρωπαϊκών επιλογών, και αυτό συν τοις άλλοις καθιστά πολύ πιο επιβαρυντικές τις επιπτώσεις που εν δυνάμει τροφοδοτούνται από το Ιταλικό πρόβλημα.

Να γιατί είχαμε προειδοποιήσει από την πρώτη στιγμή, βλέποντας που πάει το πράγμα,  πως  οι πρώτες προσεγγίσεις του «Ιταλικού προβλήματος»… «Υπήρξαν στη βάση τους προσεγγίσεις ιδιαιτέρως μονομερείς… Ασχολήθηκαν πρωτίστως με τα «τεχνικά ζητήματα» που ανακύπτουν από την απολυτοποίηση μιας Ισπανογενούς Ποδεμικού χαρακτήρα οικονομικής ρητορικής, την οποία βιώσαμε άλλωστε και εδώ στην Τσιπραίικη εκδοχή της… Και φυσικά εξαντλήθηκαν στην περιγραφή ενός επίπλαστου καθεστώτος πανικού, στο οποίο αναγκαστικά θα περιέλθει η Ευρωπαϊκή πολιτική και τραπεζική ελίτ, αναζητώντας τρόπους για τη διαχείρισή του».

Να γιατί επιμέναμε να αναδεικνύουμε πως: «Το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ρητορική των συγκεκριμένων πρωταγωνιστών, προφανώς και έχει τη δική του ξεχωριστή σημασία. Και αυτό το περιβάλλον είναι περιβάλλον δυναμικά εξελισσόμενου ευρωσκεπτικισμού, που διχοτομεί από άκρου εις άκρον τις κοινωνίες της Ευρώπης».

Θα επιμείνουμε λοιπόν πως το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης, είναι το γεωπολιτικό μέγεθος της Ιταλίας, και η όποια μελλοντική θέση της ως σημαντικό γεωπολιτικό φιλέτο στον επανακαθορισμό του χάρτη των γεωστρατηγικών συμμαχιών.

Αυτός είναι και ο λόγος, που οι σημαντικές παράμετροι του «Ιταλικού προβλήματος», σχετίζονται με τη γεωπολιτική διάσταση της πολιτικής σύμπραξης της «Λέγκας» με τα «πέντε αστέρια».

Και αυτή η διάσταση δεν περιορίζεται μονάχα στις στοιχίσεις που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα ή τη διάλυση της Ευρωζώνης αυτής καθ’ εαυτής, αλλά επεκτείνεται και στην κορυφαία σύγκρουση στρατηγικών που βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρη την Ευρώπη, και αφορά σε ευρύτερες γεωστρατηγικές ανασυντάξεις στο πλευρό των ισχυρών ανταγωνιστών και όχι μόνο.

Είμαστε λοιπόν μπροστά σε μια διεργασία ευρύτερη, που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται οι αποδομητικές τάσεις στις οποίες πρωταγωνιστούν οι χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης.
Το πρόβλημα λοιπόν ΔΕΝ είναι μόνο νομισματικό... Και η σοβαρότητα της πρόκλησης που συνιστά η πολιτική αλλαγή στην Ιταλία, ΔΕΝ είναι στενά και οικονομικίστικα πρόκληση μόνο Γερμανοκεντρικού ενδιαφέροντος.

Η ευρωπαϊκή ελίτ, μπορεί να επιμένει πυροβολώντας ως συντηρητικές, λαϊκίστικες και αναχρονιστικές τις αντιλήψεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο την δυναμική του Έθνους – Κράτους, κόντρα στο μοντέλο της παγκοσμιοποιητικής ενοποίησης που καθηλώνει τους λαούς, ωστόσο αυτές οι αντιλήψεις κερδίζουν με ρυθμούς ανεξέλεγκτους τα μυαλά και τις ψυχές των ανθρώπων.

Πρόκειται επομένως για μια σύγκρουση αντιλήψεων που προσλαμβάνει όλο και πιο καθαρά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Αναγορεύεται σε σύγκρουση στρατηγικών, και το δυναμικό περιβάλλον αυτής της σύγκρουσης, επιχειρεί ως ένα βαθμό ικανοποιητικά να το αξιοποιήσει με υβριδικές παρεμβάσεις η Ρωσία, επιδιώκοντας να ενισχύσει εκ των έσω, τις αποδομητικές τάσεις στα πλαίσια του ΝΑΤΟ αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι απαντήσεις επομένως δεν είναι απλές… Είναι εξόχως πολυσύνθετες… Και προφανώς δεν ικανοποιούνται με τις επιφανειακές προσεγγίσεις της χαρτογιακάδικης Ευρωπαϊκής ελίτ, ούτε πολύ περισσότερο με τους αυτοσχεδιασμούς των αυτόκλητων «οικονομολόγων» που πήραν το «διδακτορικό» τους στα απόνερα των πλατειών.
Θα επανέλθουμε…

 

Ρεβέκα Κοτσαρίδου: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;

0

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ο τίτλος μας είναι οικείος. Αποκλείεται, κάποια στιγμή, στη ζωή μας να μην ρωτήσαμε με απειλητικό τόνο: ξέρεις ποιος είμαι εγώ;

Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για το ομώνυμο βιβλίο της δημοσιογράφου Ρεβέκκας Κοτσαρίδου. Είναι συνάδελφός μου και εργάστηκε αρκετά χρόνια στον «Αντέννα».

Ο συγγραφέας ενός μυθιστορηματικού βιβλίου νοιώθει όπως ο τερματοφύλακας πριν το πέναλτυ. Έχει την ίδια αγωνία. Θα αρέσει στον κόσμο; Και η αγωνία κορυφώνεται τη στιγμή της δημόσιας παρουσίασης. Τι θα πουν οι ομιλητές; Πως θα αντιδράσει ο κόσμος;

Με τη λογοτεχνία έχω ασχοληθεί, μόνο, ως αναγνώστης. Δεν θα έλεγα ότι είμαι σε θέση να παρουσιάσω ένα βιβλίο. Επέμενε, όμως, η συγγραφέας και βρέθηκα στο πάνελ της παρουσίασης του βιβλίου στον «Αρμό» Θεσσαλονίκης, μαζί με την επαγγελματία στο είδος, διότι είναι καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, κ. Σμαράγδα Μανταδάκη.

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο της κ. Κοτσαρίδου και εκδόθηκε από τον φίλο Γιώργο Χατζηϊακώβου που έχει τις εκδόσεις «Αρμός».

Ποια είναι η ιστορία του;

Εκτυλίσσεται στο χωριό του παγωτού, την αγαπημένη γενέτειρα του Τολτό (ήρωα του βιβλίου) όπου η φράση που κυριαρχεί είναι: ξέρεις ποιος είμαι εγώ;

Οι κάτοικοι του μικρού χωριού είναι οι άνθρωποι της κάθε μέρας μας. Οδηγούν νευρικά, τσακώνονται συχνά, αποκαλούν τον καλό μαθητή «φύτουλα» και «σπασίκλα».

Τα σπίτια τους είναι καθαρά, αλλά, πετούν τα σκουπίδια τους στους δημόσιους χώρους. Αυτοί που περιτριγυρίζουν τον Τολτό δεν είναι οι πιο ιδεώδεις συγχωριανοί, ή συμπολίτες, ή γείτονες που θα ήθελε να είχε κανείς.

Το χωριό είναι χωρισμένο σε ανατολικούς και δυτικούς, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση.

Οι άνθρωποι είναι ευέξαπτοι, αγενείς, κακοδιάθετοι, βολεμένοι σε θέσεις δημοσίου όπου έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο μέσο για να μπούν.

Μέσα σ αυτό το κλίμα κυριαρχεί μια αίσθηση ευδαιμονίας και ο ήρωας, ο Τολτό, ερωτεύεται τη Μαλένια. Ένα κορίτσι με φωτεινό πρόσωπο και λεπτή επιδερμίδα.

Το κορίτσι στέκεται μπροστά του και η ακτινοβολία της ομορφιάς της του υπόσχεται ευτυχία.

Το κορίτσι το πολιορκούν και άλλοι. Το πολιορκεί και ο αδελφός του Τολτό. Πρέπει να βιαστεί, να προλάβει. Αν κατάφερνε να της προσφέρει το αντικείμενο που ποθεί, το χρυσό χτενάκι, θα είχε κάποιες πιθανότητες.

Μα χρυσό χτενάκι δεν υπάρχει στο χωριό. Αυτό το πανάκριβο διακοσμητικό μπορεί να το συναντήσει μονάχα στην ιδανική πολιτεία.

Πρέπει γρήγορα να βρει χρήματα, να βγεί από τα όρια του χωριού και του εαυτού του.

Ο ήρωας πρέπει να αναμετρηθεί με τα φαντάσματα, τους φόβους, τις αμφιβολίες, να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό, την ίδια του την πατρίδα.

Θα περιπλανηθεί σε δάσος, θα γνωρίσει τους κινδύνους για να βρει το αντικείμενο που θα του εξασφαλίσει την εύνοια της αγαπημένης του.

Οι χαρακτήρες έχουν περίεργα ονόματα αλλά σίγουρα είναι αναγνωρίσιμοι τύποι της καθημερινής μας ζωής, της ελληνικής κοινωνίας.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν είναι οικείες σε όλους μας.

Η υπερίσχυση του ατομικού έναντι του δημοσίου, η γραφειοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδιαφορία για το συνάνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον, η έλλειψη ανοχής για το διαφορετικό, η υποκρισία και η βία που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις και από την άλλη η φιλία και ο έντονος έρωτας ως αντίδοτο στη μιζέρια και την κατάθλιψη αναδύονται από το βιβλίο.

Από το μυθιστόρημα προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα:

-Τι θα ήμασταν χωρίς τις εμμονές μας;

-Πως προσδιοριζόμαστε από τις επιλογές μας;

-Πως γίνεται να ζούμε με ψευδαισθήσεις είτε ατομικά είτε συλλογικά;

-Πως η παιδική μας ηλικία καθορίζει την υπόλοιπη ζωή μας;

Μπορούμε και πώς να υπερβούμε τα όριά μας και να χαράξουμε νέους δρόμους;

-Που βρίσκονται τα όρια της ιδιωτικής και που της δημόσιας σφαίρας;

-Πως συμβαίνει να ερωτευόμαστε και να παντρευόμαστε τον λάθος άνθρωπο;

Η συγγραφέας δεν δίνει απαντήσεις. Περιγράφει τους χαρακτήρες της και αφήνει τον αναγνώστη να απαντήσει ο ίδιος.

Περιορίζεται στο να κάνει το πορτραίτο των ηρώων της.

Το βιβλίο είναι μια αλληγορία, όπως το ερμήνευσα, της οικονομικής και αξιακής κρίσης που βιώνουμε.

Η συγγραφέας έχει το λογοτεχνικό χάρισμα.

Έχει μια εντυπωσιακή γλωσσική επάρκεια. Το λεξιλόγιο είναι πλούσιο. Συνυπάρχουν λόγιες και καθημερινές λέξεις.

Η κ. Κοτσαρίδου δείχνει να έχει αγάπη και πάθος για την ελληνική γλώσσα και τις δυνατότητές της.

Η γραφή και το ύφος εναλλάσσονται μεταξύ της αφήγησης ενός παραμυθιού και της περιγραφής ενός δυσάρεστου, καταθλιπτικού και καταπιεστικού γεγονότος.

Οι εικόνες εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα.

Το σκηνικό εναλλάσσεται συχνά.

Περιγράφονται χαρακτήρες γνώριμοι στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Συναντούμε περιγραφές τρυφερές αλλά και σκληρές.

Και εκεί που πάμε να χαθούμε στην απαισιοδοξία, νασου το τέλος του βιβλίου που μας δίνει μια αίσθηση ελπίδας.

 

Foreign Policy: Ο Ερντογάν αποτυγχάνει στα οικονομικά

0

Μετάφραση: Λυσίμαχος Σαμασίτης

Για τους συμβούλους του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πρέπει να φαινόταν σαν μια καλή ιδέα εκείνη την εποχή. Μία επίδειξη από τον πρόεδρο της Τουρκίας σε μια ομάδα τραπεζιτών και διαχειριστών κεφαλαίων στο Λονδίνο με ένα πλούσιο γεύμα, ως ένας τρόπος να καθησυχασθούν οι νευρικοί επενδυτές για την οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα της χώρας. Εξάλλου, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας πρόσφατα αύξησε τα επιτόκια σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες 75 μονάδες βάσης, δείχνοντας ένα μέτρο οικονομικής σύνεσης, σε μια περίοδο παρατεταμένων ερωτημάτων σχετικά με την οικονομική υγεία της χώρας.

Αλλά το γεύμα της 14ης Μαΐου και η επακόλουθη συνέντευξη με το Bloomberg γρήγορα εκτροχιάστηκαν. Ο Ερντογάν έρχεται αντιμέτωπος με τα επιτόκια και εγείρει αμφιβολίες για την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, υποσχόμενος ακόμη πιο αυστηρό έλεγχο της οικονομίας εάν κερδίσει άλλη μία θητεία μετά τις εκλογές της 24ης Ιουνίου.

Οι αγορές δεν έδειξαν κανένα έλεος. Εντός 10 ημερών, η λίρα της Τουρκίας έπεσε σε νέο ιστορικό χαμηλό, πλησιάζοντας σχεδόν στα 5 δολάρια, από τα 1,6 το 2011, ενώ η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 300 μονάδες βάσης από 13,5 σε ποσοστό 16,5%. Η κίνηση σταμάτησε την πτώση και σταθεροποίησε το νόμισμα, αλλά δεν ήταν αρκετή για να αμβλυνθούν οι ανησυχίες για την οικονομία της Τουρκίας. Μετά την σύντομη σύνοδο της Τετάρτης, η λίρα ολίσθησε πάλι την Πέμπτη. Τα λόγια του Ερντογάν είχαν ακουστεί αρνητικά ανάμεσα στους ήδη νευρικούς επενδυτές.

“Η υπόθεση ότι η πρόθεση του Ερντογάν να επιδιώξει περισσότερο έλεγχο της νομισματικής πολιτικής και να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, έγειρε ζήτημα συμμετοχής στην αγορά για κάποιο χρονικό διάστημα”, λέει ο Paul Greer, διευθυντής χαρτοφυλακίου με έδρα το Λονδίνο, ειδικευμένος στην Τουρκία και άλλες αναδυόμενες αγορές της Fidelity International. “Αν ο στόχος του Ερντογάν ήταν να κατευνάσει τους επενδυτές και να σταθεροποιήσει το νόμισμα, πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσμα”.

Χρηματοδοτούμενη από φθηνή διεθνή πίστωση και ενθουσιασμό για αναδυόμενες αγορές, η Τουρκία έχει αναπτυχθεί θεαματικά από τότε που ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ανέλαβαν την διακυβέρνηση, μετά από άλλη μία οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Περιστοιχισμένος από πρόσωπα όπως ο τεχνοκράτης Ali Babacan, πτυχιούχος και οικονομικός σύμβουλος της Σχολής Διοίκησης της Kellogg, ο οποίος εργάστηκε επί σειρά ετών ως αναπληρωτής πρωθυπουργός της οικονομίας, ο Ερντογάν αναγνωρίστηκε ευρέως για τις συνετές οικονομικές πολιτικές που προσέλκυαν επενδύσεις.

Όμως, αφότου άτομα όπως ο Μπαμπατζάν έχουν απομακρυνθεί από τον Ερντογάν τα τελευταία χρόνια, τα πράγματα έχουν λάβει λάθος τροπή. Το νόμισμα της Τουρκίας έχει χάσει το 60% της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια, μειούμενο δραματικά κατα 20% φέτος σε σχέση με το δολάριο. Το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας κυμαίνεται στα 453 δισ. Δολάρια και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χάσμα μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών, διευρύνθηκε στα 47,1 δισ. Δολάρια πέρυσι, σε σύγκριση με τα 32,6 δισ. Δολάρια το προηγούμενο έτος. Ο πληθωρισμός αυξάνεται και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών μειώνεται.

Οι οικονομολόγοι και οι επενδυτές λένε ότι μια γενική μείωση της παγκόσμιας διάθεσης για αναδυόμενες αγορές πλήττει την Τουρκία, αλλά δείχνουν επίσης ανησυχίες για τον ίδιο τον Ερντογάν και τις ανορθόδοξες απόψεις του για οικονομικά θέματα. “Οι απόψεις του έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από ό, τι έκανε τα τελευταία 10 χρόνια”, λέει ο Paul McNamara, διευθυντής επενδύσεων της GAM Investments, μιας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στη Ζυρίχη. “Στο παρελθόν, θα έλεγε τα δικά του. Παρείχε πολιτική κάλυψη, και στη συνέχεια η κεντρική τράπεζα ερχόταν και αύξανε τα επιτόκια. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον.”

Μιλώντας στο Foreign Policy, εμπειρογνώμονες αποδίδουν στον πρόεδρο ορισμένες οικονομικές αρχές που λένε ότι δεν ταιριάζουν με ευρέως αποδεκτές τυποποιημένες έννοιες.

Οι τόκοι είναι η μητέρα όλων των κακών. Ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι πιστεύει ότι τα υψηλά επιτόκια προκαλούν πληθωρισμό, αδιφορώντας για τον οικονομικό κανόνα, ότι η συρρίκνωση της νομισματικής προσφοράς μειώνει τον πληθωρισμό. Ορισμένοι από τους υπερασπιστές του λένε ότι η ιδέα του προέρχεται από τον οικονομολόγο Irving Fisher, ο οποίος έκρινε ότι μια χώρα θα μπορούσε να βγει από τον αποπληθωρισμό αυξάνοντας τα επιτόκια. Ο Ερντογάν παρασύρεται από το λόμπι των επιτοκίων από την αρχή της σταδιοδρομίας του και οι χρηματοδότες για λίγο του έδωσαν άφεση ως πολιτικός που μετριάζει τις παρενέργειες της οικονομικής πραγματικότητας. Τώρα, είναι φανερό ότι η εχθρότητα του Ερντογάν προς τους τόκους είναι πιο φιλοσοφική, βασισμένη στις Ισλαμικές και χριστιανικές απόψεις της τοκογλυφίας ως αμαρτωλής. Επιπλέον, η λεκτική του αντίθεση με τις επιθυμίες των δικών του διοικητών της κεντρικής τράπεζας ανησυχούν τους επενδυτές για την ανεξαρτησία αυτού του οργάνου.

“Πολλοί ξένοι επενδυτές κατά τη διάρκεια των ετών πίστευαν ότι οι απόψεις του Ερντογάν για τα υψηλά επιτόκια ήταν μια τυπική κριτική πολιτικών για τα επιτόκια”, λέει ο Inan Demir, οικονομολόγος της Nomura, ιαπωνικής εταιρείας χρηματοοικονομικών συμμετοχών. “Αλλά πιο πρόσφατα, ειδικά μετά τις πιο πρόσφατες δηλώσεις του Ερντογάν μπροστά σε ξένους επενδυτές στο Λονδίνο, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι βαθιά ριζωμένο στο σύστημα των πεποιθήσεων του”.

Ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη: Μεγάλο μέρος της οικονομικής επέκτασης της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε μία κατασκευαστική έκρηξη που χρηματοδοτείται από εύκολες πιστώσεις που πολύ βολικά πηγαίνουν σε κατασκευαστές και αναπτυξιακούς γίγαντες που είναι πολιτικοί σύμμαχοι του Ερντογάν, προσφέροντάς τους κρατικές πιστωτικές εγγυήσεις ως εργαλεία για τη διευκόλυνση των δανείων. Η φανερή του πίστη στη φτηνή χρηματοδότηση συνδέεται με την πεποίθηση ότι η Τουρκία μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς όρια και χωρίς να επιδεινώσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο Ερντογάν φαίνεται πεπεισμένος ότι η οικονομία της Τουρκίας μπορεί να αυξηθεί έως και 7% ετησίως χωρίς παρενέργειες. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μπορεί στην πραγματικότητα να οδηγήσει μια χώρα σε ύφεση, με τον πληθωρισμό – που τρέχει αυτή τη στιγμή περίπου στο 10% – να κατατρώει τις καταναλωτικές αποταμιεύσεις και κέρδη. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλοι οικονομολόγοι λένε ότι η Τουρκία θα πρέπει να αναπτυχθεί σε όχι περισσότερο από 4 τοις εκατό.

«Κάθε οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί με έναν συγκεκριμένο ρυθμό και εάν το κάνει ταχύτερα από την ικανότητά της, δημιουργείται πληθωρισμός», λέει η Atilla Yesilada, μια Τουρκάλα οικονομική σύμβουλος με έδρα την Κωνσταντινούπολη. “Τα Erdoganomics το αρνούνται αυτό.”

Οι επενδυτές θα έρθουν ότι κι αν γίνει: Ένα κύμα άμεσων ξένων επενδύσεων σε πολλούς τομείς της οικονομίας της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 προκάλεσε οικονομικές επιτυχίες της χώρας, αλλά οι αριθμοί αυτοί μειώνονται εν μέσω ανησυχιών για τη λίρα, η μειωμένη αξία της οποίας απειλεί να εξατμίσει τα επενδυτικά περιθώρια κέρδους. Ο Ερντογάν δεν βοήθησε τα πράγματα, επιλέγοντας να αντιπαρατεθεί με χώρες που επενδύουν βαθιά στην Τουρκία, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία. Δεν έλαβε υπόψη του τις ανησυχίες ότι οι εταιρείες που εδρεύουν στο εξωτερικό θα μπορούσαν κάποια μέρα να αποφασίσουν ότι η χώρα είναι πολύ πολιτικά ασταθής, ιδίως μετά από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, που ώθησε την κυβέρνηση να καταλάβει τα περιουσιακά στοιχεία εκείνων που έχουν ακόμη και επιφανειακούς δεσμούς με το κίνημα.

“Ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει ότι οι προηγμένες βιομηχανικές δημοκρατίες και η απληστία τους τον προστατεύουν από οποιαδήποτε έκθεση”, λέει ο Σελίμ Σαζάκ, ένας συνάδελφος στην Ουάσινγκτον στο Ινστιτούτο Delma, ένα think tank του Abu Dhabi. “Λέει: Εάν δεν αρέσει στους Ολλανδούς, ας κλείσει η Unilever τα καταστήματά της. Αν δεν αρέσει στη Γαλλία, η Renault μπορεί να φύγει.” Αλλά αυτό είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι και παρόλο που εταιρείες που έχουν ήδη επενδύσει θα ήταν απρόθυμες να αποσυρθούν, η ασταθής πολιτική του Ερντογάν θα μπορούσε να αποτρέψει νέους επενδυτές.

Φορολογήστε την μεσαία τάξη: Οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες βλέπουν τη μεσαία τάξη ως τον κινητήρα της οικονομικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Ωστόσο, η Τουρκία υπό τον Ερντογάν έχει βιώσει οπισθοδρομικές φορολογικές πολιτικές που επιβραβεύουν τους φτωχούς και τους πλούσιους εις βάρος των καταναλωτών και των δημοσίων υπαλλήλων, τις κατά κύριο λόγο κοσμικές και αστικές τάξεις που δεν ψηφίζουν ούτως ή άλλως το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Οι φόροι κατανάλωσης του 18% χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος της οικονομίας, ενώ από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους μισθωτούς οι φόροι τους αφαιρούνται εξ αρχής. Οι έμμεσοι φόροι κατανάλωσης που εισπράττονται από τους καταναλωτές αποτελούν το 70% των φόρων της Τουρκίας.

Εν τω μεταξύ, οι φτωχές και οι μεσαίες τάξεις έχουν πρόσβαση στα ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, τα οποία παρέχουν υπηρεσίες που κυμαίνονται από δωρεάν γεύματα έως και θεραπευτικής εκπαίδευση. “Οι υποστηρικτές του Ερντογάν είναι πιο επιχειρηματικοί απ ‘ό, τι η μεσαία τάξη – μικροί καταστηματάρχες, αυτοαπασχολούμενοι”, λέει ο Sazak. “Για αυτούς τους ανθρώπους, η φορολογία είναι πολύ λιγότερη ούτως ή άλλως. Ο φόρος εισοδήματος δηλώνεται από τους ίδιους.”

Ταυτόχρονα, οι τακτικές φορολογικές αμνηστίες για τις μεγάλες επιχειρήσεις ανακουφίζουν τα βάρη των πλουσίων και οι ειδικοί λένε ότι ενθαρρύνουν την παραβατικότητα, αλλά επίσης συνδέουν την τάξη ιδιοκτησίας με το κυβερνών κόμμα. Από τότε που το κόμμα του Ερντογάν ανέλαβε την εξουσία το 2002, η κυβέρνηση προσέφερε επτά φορολογικές αμνηστίες. “Αν επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, δημιουργείται η προσδοκία ότι δεν πρέπει να πληρώσω τους φόρους μου”, λέει η Yesilada.

«Θα το έλεγα στρατηγική Robin Hood», λέει ο Sazak. “Πάρτε από τους εχθρούς σας και δώστε στους υποστηρικτές σας”.

Οι αλλοδαποί είναι πίσω από τα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας: Ακόμη και όταν ο Ερντογάν άφησε την οικονομική του ομάδα να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού την Τετάρτη, το χαρακτήρισε ως μέσο για την καταπολέμηση του δολαρίου και οι βουλευτές του περιέγραψαν τις παλινωδίες της λίρας ως μέρος μιας συνωμοσίας, η οποία σκόπευε να βλάψει πολιτικά τον Ερντογάν και να επαναφέρει τον τουρκικό εθνικισμό.

“Αυτοί που πιστεύουν ότι με την χειραγώγηση του δολαρίου θα οδηγήσουν σε αποτελέσματα που θα βλάψουν το έθνος και την τσέπη του και θα αλλάξουν το αποτέλεσμα των εκλογών, πλανώνται”, δήλωσε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπέκιρ Μπόζνταγκ στην κρατική τηλεόραση, ενώ ο γαμπρός του Ερντογάν, Ο ο υπουργός Ενέργειας Berat Albayrak, χαρακτήρισε την πτώση στο νόμισμα ως “εξωτερικά προγραμματισμένη επιχείρηση”.

Αξιοποιήστε το κράτος: Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία, η Τουρκία δεν διαθέτει τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο ή πλεόνασμα ξένου νομίσματος για τη χρηματοδότηση φιλόδοξων σχεδίων. Ωστόσο, δημιούργησε ένα ταμείο κρατικών επενδύσεων το 2016 για να χρησιμοποιήσει δημόσια περιουσιακά στοιχεία ως ασφάλεια για να συγκεντρώσει χρήματα για έργα. Δεν ήταν επιτυχία, αλλά η Τουρκία έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει δημόσια ακίνητα – ειδικά γη – για να αντλήσει κεφάλαια για άλλες χρήσεις. Ακόμη και με τη χρήση του εθνικού μεταφορέα της χώρας, της Turkish Airlines, και της ταχυδρομικής υπηρεσίας για την άντληση χρημάτων.

“Η Τουρκία δεν έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δεν διαθέτει φυσικούς πόρους”, λέει ο Demir. “Είναι ασυνήθιστο για μια χώρα όπως αυτή να έχει ένα κρατικό ταμείο πλούτου.”

Ποιοι είστε εσείς που θα βαθμολογήσετε την πιστοληπτική μου ικανότητα; Τον Ιανουάριο, ο οργανισμός αξιολόγησης ομολόγων Fitch ανακοίνωσε ότι έκλεισε το γραφείο του στην Κωνσταντινούπολη, μέσα σε ένα χείμαρρο αρνητικών παρατηρήσεων του Ερντογάν, σχετικά με τις διεθνείς επιχειρήσεις που αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας. Ο Ερντογάν κατηγόρησε επανειλημμένα τους οργανισμούς αξιολόγησης όπως οι Fitch, Moody’s και Standard & Poor’s, υποστηρίζοντας ότι οι επενδυτές θα πρέπει να τους αγνοήσουν όταν υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας, κινήσεις που περιγράφει ως έχουσες πολιτικά κίνητρα. “Δεν είναι δική σας δουλειά εάν η ψηφοφορία για το σύνταγμα πραγματοποιείται ή όχι”, δήλωσε ο Ερντογάν πέρυσι, απευθυνόμενος στους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. “Ποιοι νομίζετε οτι είστε?”

Τέτοιες ομιλίες κάνουν τους επενδυτές να μαζεύονται. “Δεν είναι πολύ χρήσιμες”, λέει ο Timothy Ash, στρατηγικός σύμβουλος αναδυόμενων αγορών στη BlueBay Asset Management. “Οι οργανισμοί αξιολόγησης έχουν μια δουλειά να κάνουν. Η επίθεση εναντίον τους δεν είναι κάτι πολύ έξυπνο. Απλώς χειροτερεύει την κατάσταση.”

Ο Greer, της Fidelity International, λέει ότι η αμφισβήτηση των αριθμών των οργανισμών αξιολόγησης κάνει τους επενδυτές να ανησυχούν ότι η ηγεσία της χώρας αγνοεί την πραγματικότητα. “Οι αριθμοί δεν ψεύδονται,” λέει. “Δίνει στους επενδυτές την εντύπωση ότι οι τουρκικές αρχές δεν αναγνωρίζουν τις ανισορροπίες”.

Πίσω από την εχθρότητα του Ερντογάν απέναντι στους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας, καθώς και από το αδιάκοπο ρεύμα συνωμοτικών θεωριών που κατηγορούν ξένες δυνάμεις για τις οικονομικές δυσχέρειες της Τουρκίας, βρίσκεται η δυσαρέσκεια εναντίον των ίδιων παγκόσμιων χρηματοδοτών, οι οποίοι ειρωνικά ήταν εκείνοι που ώθησαν τη θεαματική άνοδο της χώρας και τώρα έχουν μπει σε σκέψεις.

“Βλέπει τη χρηματοοικονομική τάξη ως εγγενώς διεφθαρμένη και αισθάνεται ότι πρέπει να αστυνομευθεί”, λέει ο Sazak. “Πίσω από αυτές τις ιδέες υπάρχουν πολύ ισχυρές αντι-δυτικές και αντισημιτικές αντιλήψεις. Είναι ένα σήμα. Όταν μιλά για το λόμπυ των πιστωτών, η συνομιλία αντηχεί ανάμεσα στους υποστηρικτές του ως αυτή η μεγάλη συνωμοσία των Ιουδαιοχριστιανών ξένων”.

http://foreignpolicy.com/2018/05/25/erdogan-is-a-mad-economist-and-turkey-is-his-laboratory/

infognomon.gr

Προσοχή στον αναδυόμενο βουλγαρικό εθνικισμό

0

Τέοντορ Ζίφκωφ- Ανδρέας Παπανδρέου.

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο του Michael Harris Μαθηματικά χωρίς απολογίες (εκδόσεις Ροπή), το οποίο σας συνιστώ ανεπιφύλακτα, συνάντησα στον πρόλογο αυτό που ο αμερικανός θεωρητικός της επιστήμης Steven Shapin χαρακτήρισε ως «επιχείρημα της Χρυσής Χήνας»: Η θεωρητική έρευνα στα Μαθηματικά, όπως και σε άλλους τομείς είναι καλή, εφόσον συχνά οδηγεί σε ωφέλιμες πρακτικές συνέπειες.

Με βάση αυτό το κριτήριο η ιστορική έρευνα έχει ενδιαφέρον όχι μόνο ως καθαρή γνώση αλλά προς εξαγωγή συμπερασμάτων.

Ήμουν παρών σ’ εκείνη τη σημαντική επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στο Χάσκοβο (Απρίλιος 1989), όταν ο Βούλγαρος πρόεδρος Τοντόρ Ζίβκοβ δήλωσε στην κοινή συνέντευξη Τύπου πως οι ελληνοβουγαρικές σχέσεις είχαν ταλαιπωρηθεί πολύ στο παρελθόν, αλλά τώρα ο ίδιος και ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αποφασισμένοι να τις προβιβάσουν σε τέτοιο επίπεδο που να μην υπάρχουν καλύτερες στη βαλκανική.

Και, πράγματι, ο Ζίβκοβ τήρησε την υπόσχεσή του. Θα έλεγα πως και οι βουλγαρικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν ήταν προσεκτικές στο θέμα αυτό. Τα δεινά που προξένησαν οι Βούλγαροι στον ελληνισμό με τις δύο κατοχές ήταν τεράστια. Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η Ελλάδα στο «Μακεδονικό Ζήτημα» προερχόταν από τη Σόφια. Όλα αυτά ήταν δύσκολο να ξεχαστούν.

Επιπροσθέτως, η Βουλγαρία έβγαινε από το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού και αναζητούσε προσανατολισμό σε ένα άγνωστο (γι’ αυτήν) περιβάλλον. Επαναπροσδιόριζε τις σχέσεις της, επέλεξε την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Και σε όλα αυτά είχε ανάγκη την υποστήριξη της Ελλάδας, την οποία και πήρε. Βέβαια και η ελληνική πλευρά δεν έμεινε χωρίς οφέλη. Με τη Βουλγαρία εντός της ΕΕ οι αντιπαλότητες του παρελθόντος κλείστηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και αρκετές φορές η διέξοδος μέσω Βουλγαρίας προς τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν σωτήρια.

Η τελευταία κυβέρνηση Μπορίσοφ, όμως, φαίνεται να ένιωσε αρκετά άνετα και ασφαλής και άρχισε να επιλέγει τακτικές που αναβιώνουν πλευρές του παρελθόντος. Πίσω από την πρόταση των Σκοπίων για την ονομασία που θα ήταν διατεθειμένα να αποδεχτούν (Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ίλιντεν) κρύβεται η βουλγαρική διπλωματία. Στις 24 Μαΐου ήταν η ημέρα της γιορτής (με το παλιό ημερολόγιο) των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Οι κύριοι Ζάεφ και Μπορίσοφ βρέθηκαν στη Ρώμη για να γιορτάσουν τους αγίους τους οποίους οι Σλάβοι θεωρούν διαφωτιστές τους. Αλλά το παράδοξο είναι ότι οι μεν τους θεωρούν Βούλγαρους, οι δε Μακεδόνες με την έννοια που αυτοί αποδίδουν στον όρο. Ενώ ήταν Έλληνες από τη Θεσσαλονίκη.

Ιστορικά πρόσωπα και ημερομηνίες (όπως οι δύο άγιοι που αναφέρθηκαν ή ο Σαμουήλ ή η ημέρα του Ίλιντεν) ήταν, μεταξύ άλλων, θέματα που χώριζαν Σόφια και Σκόπια την περίοδο από το 1989 μέχρι πέρσι. Και οι διαφορές τους ήταν έντονες.

Πέρσι, όμως, υπήρξε μια συμφωνία για κοινό εορτασμό των αμφισβητούμενων  ιστορικών γεγονότων και προσώπων. Συνεννόηση δε υπήρξε και στο θέμα της γλώσσας. Οι Βούλγαροι αρνούνταν να αποδεχθούν ότι η γλώσσα που μιλούν στα Σκόπια είναι διαφορετική από τη δική τους. Αλλά, οι Σκοπιανοί επιμένουν στην δική τους εκδοχή.

Η νέα κυβέρνηση στα Σκόπια και ιδιαιτέρως ο νέος υπουργός Εξωτερικών Νικολάι Δημητρόφ διαπνέονται από έναν φιλοβουλγαρισμό ο οποίος γίνεται βασικό στοιχείο της βουλγαρικής πολιτικής στη γειτονική χώρα. Πολλοί κάτοικοι της πΓΔΜ κατέχουν βουλγαρικά διαβατήρια. Μεταξύ αυτών και ο πρώην πρωθυπουργός Λιούμπτσο Γκεορκιέφσκι, πρώτος πρόεδρος του VMRO μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, ο οποίος είχε δηλώσει σε συνέδριο του κόμματός του ότι το επόμενο θα γινόταν στη Θεσσαλονίκη, αλλά στην πορεία έγινε ο πιο διαλλακτικός πολιτικός της γειτονικής χώρας.

Πριν από λίγους μήνες η αποσχιστική Εκκλησία των Σκοπίων –η οποία δεν θέλει να αναγνωρίσει τα λάθη που διέπραξε στο παρελθόν–, απευθύνθηκε στη Βουλγαρική Εκκλησία και ζήτησε να την υπαγάγει υπό την κεφαλήν της και να της παράσχει το αυτοδιοίκητο. Το γεγονός κολάκευσε τον βουλγαρικό εθνικισμό και η βουλγαρική Εκκλησία αναζήτησε τρόπους να επεκτείνει την επιρροή της. Η όλη υπόθεση είχε την πολιτική υποστήριξη της κυβέρνησης Μπορίσοφ.

Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς το δικαίωμα παραχώρησης αυτοδιοίκητου το έχει μόνον η Μητέρα Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση Μητέρα Εκκλησία των Σκοπίων αναγνωρίζεται η σερβική, η οποία το 2002 αίροντας το σχίσμα αναγνώρισε Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος τον Ιωάννη. Το τι τράβηξε ο Ιωάννης από τις σκοπιανές κυβερνήσεις είναι γνωστό· πέρασε αρκετά χρόνια στη φυλακή.

Υπάρχει, λοιπόν, μια αυξανόμενη επιρροή της Σόφιας προς τα Σκόπια και μια νέα γενιά πολιτικών στη Βουλγαρία η οποία δεν είναι επηρεασμένη από το κλίμα των χρόνων του Ζίβκοβ. Τότε που η βουλγαρική ελίτ είχε συνειδητοποιήσει ότι η αντιπαράθεση με την Ελλάδα ήταν αδιέξοδη και πως όφειλε να υποχωρήσει για να ξεχαστούν και οι ωμότητες που η βουλγαρική πλευρά διέπραξε κατά τις περιόδους που κατείχε ελληνικά εδάφη.

Αρκετά νέα στοιχεία, λοιπόν, μπαίνουν στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις αλλά γενικότερα στις βαλκανικές ισορροπίες. Στοιχεία φορτισμένα με βαρύ ιστορικό αποτύπωμα.

Το Ίλιντεν και ο Μακεδονικός Αγώνας που το ακολούθησε είναι από τα γεγονότα που το επιβαρύνουν. Δεν είναι καθόλου τυχαία η πρόταση για το «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ίλιντεν»· αποκαλύπτει τις βουλγαρικές αλλά και τις σκοπιανές προθέσεις.

Η ελληνική διπλωματία γνωρίζει, προφανώς, αυτές τις μεθοδεύσεις. Ίσως η κλιμακούμενη βουλγαρική αποστασιοποίηση από την πολιτική που ακολούθησαν οι μετά τον Ζίβκοβ κυβερνήσεις να είναι ένα στοιχείο που να οδηγεί στην  ελληνική επιμονή για εξεύρεση λύσης με τα γειτονικά Σκόπια στο θέμα της ονομασίας. Αλλά η λύση αυτή δεν μπορεί να είναι παράδοση. Η λύση πρέπει να είναι σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό και όχι με χρονικό προσδιορισμό, όπως θέλει να περάσει στην κοινή γνώμη ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός για όλες τις χρήσεις αποδίδει μια γεωγραφική πραγματικότητα. Ο χρονικός προσδιορισμός υποκρύπτει σκοπιμότητες.

Η βουλγαρική διπλωματία δεν έχει λόγο στη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τα Σκόπια. Και καλά θα κάνουν στη Σόφια να μην εκλαμβάνουν και αυτοί την ελληνική επιθυμία για καλές σχέσεις ως αδυναμία.

pontos-news.gr

0

Denuclearization and the Demise of Moammar Gadhafi’s Regime

May 25, 2018


(click to enlarge)

The United States has canceled its meeting to negotiate an end to North Korea’s nuclear weapons program. One of the many points of contention was not just if Pyongyang would denuclearize but how it would denuclearize. Some in the Trump administration advocated what is colloquially called the Libya model, a total abdication whereby former Libyan leader Moammar Gadhafi gave up his nuclear program, only to die partly at the hands of the United States years later. The graphic above provides a timeline of the events surrounding this deal.

The post Denuclearization and the Demise of Moammar Gadhafi’s Regimeappeared first on Geopolitical Futures.

Cyprus: tensions grow as contested waters yield promising results

0
ANALYSIS By Patrick Kingsland  offshore-technology.com

«Μεταφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αμερική ή απόσχιση της Αρχιεπισκοπής»…

1

Από Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ 25 Μάϊου 2018 aristeia.online

Θύελλα αντιδράσεων έχει ξεσηκωθεί στην Ομογένεια των ΗΠΑ με αφορμή μια ομιλία που εξεφωνήθη στην τελετή αποφοίτησης της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού στην Βοστώνη, το περασμένο Σάββατο.

Αιτία του σάλου που προκλήθηκε στάθηκαν κάποιες προκλητικές δηλώσεις του ομογενούς μεγαλοεπιχειρηματία κ. Ευσταθίου Βαλιώτη, για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον ρόλο του στην Ομογένεια.

Κατά την διάρκεια της ομιλία του ο κ. Βαλιώτης, ο οποίος τιμήθηκε από την Σχολή με επίτιμο διδακτορικό δίπλωμα, μίλησε ευθέως για την άμεση ανάγκη να διαρρήξει την σχέση της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής και να γίνει αυτοκέφαλη ή να μεταφερθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Αμερική. Στην συνέχεια έβαλλε κατά των ενδημούντων στην Κωνσταντινούπολη αρχιερέων με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, ενώ ισχυρίστηκε ότι εάν μεταφερθεί το Πατριαρχείο στην Αμερική, θα «μπορεί απρόσκοπτα να επιτελεί το έργο του και την οικουμενική αποστολή του. Και τότε το Πατριαρχείο θα ξαναβρεί την αίγλη του, από εδώ θα διδάξουμε τα έθνη Ορθοδοξία, εδώ θα βρει τη δύναμή του και θα σωθεί και η Ελλάδα».

Για τους «παροικούντες τη Ιερουσαλήμ», οι δηλώσεις αυτές είναι εύλογο να προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα που ποικίλουν μεταξύ θυμού και θυμηδίας. Θυμό για τα κριτήρια που επικρατούν στο μοναδικό τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ίδρυμα της Ομογένειας των ΗΠΑ αναφορικά με τις επιλογές τους και θυμηδία για τις ακατοχύρωτες απόψεις, τα έωλα επιχειρήματα και το ευφάνταστο των επαγγελιών του ομιλητή. Το εύλογο ερώτημα που γεννάται σε όσους γνωρίζουν τα δεδομένα της Ομογένειας είναι πώς ακριβώς θα συντελεσθεί το θαύμα του ορθοδόξου επανευαγγελισμού της οικουμένης με την μεγαλύτερη μερίδα των σημερινών αποφοίτων της Σχολής να αποδεικνύονται λειτουργικώς αναλφάβητοι στην ελληνική γλώσσα; Πώς θα σωθεί η Ελλάδα όταν η σημερινή Ομογένεια αδυνατεί να σώσει μια χούφτα ελληνικών σχολείων που ιδρύθηκαν από φτωχούς μετανάστες και παραδόξως πως δεν μπορεί να συντηρηθούν από πλούσιους επιχειρηματίες και κοινότητες Ελλήνων με ιστορία πολλών δεκαετιών;

Οι απάδουσες προς τον χαρακτήρα της τελετής και το πλαίσιο της ομιλίας δηλώσεις του κ. Βαλιώτη δεν έμειναν αναπάντητες. Στις μέρες που ακολούθησαν, εξεδόθησαν σκληρές δηλώσεις από τις Μητροπόλεις Αγίου Φραγκίσκου, Νέας Ιερσέης και Σικάγου, καθώς και το τάγμα των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής εξέδωσε μια πιο ήπια ανακοίνωση, διαχωρίζοντας τις θέσεις της Εκκλησίας από τα προσωπικά πιστεύω του κ. Βαλιώτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ειρηθείς είναι μεγαλομέτοχος της τράπεζας «Alma Bank», απ᾽ όπου η διανύουσα οικονομική κρίση Αρχιεπισκοπή Αμερικής ελπίζει να λάβει δάνειο της τάξεως $7,5-$10 εκατομμυρίων για την αναχρηματοδότηση του χρέους της, βάζοντας ως εγγύηση τα ιδιόκτητα γραφεία της σε παλιό αρχοντικό στο Μανχάταν. Αναμένεται και η τοποθέτηση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Θρόνου, που θα συνεδριάσει στο Φανάρι την ερχόμενη εβδομάδα, πάνω στο θέμα αυτό.

Βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η αναγωγή της ομιλίας σε αιτία δημοσίου διαπληκτισμού δίνει υπερβολικά μεγάλη αξία σε δηλώσεις που δεν ξεχωρίζουν, κατά τα άλλα, για την ποιότητα ή την ευφυία των προτάσεων που κομίζουν. Απλά προκαλούν εντυπωσιοθυρία για λόγους που πιθανώς σχετίζονται με την ξιπασιά και την εγωπάθεια ή στοχεύουν στην εξασφάλιση κάποιου άλλου στόχου.

Αλλού βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Πρώτον, κάποιοι αυτοδιαφημιζόμενοι «ηγέτες» της Ομογένειας δεν δείχνουν να έχουν εννοήσει την τρομερή ζημιά που προκάλεσε η βίαιη απόσχιση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Κι ασφαλώς, η απόσχιση αυτή επινοήθηκε και επιβλήθηκε από ξένα κέντρα. Συνεπώς, εύλογα προβληματίζεται κανείς για το αν οι ημέτεροι τυγχάνουν ιστορικά αδιάβαστοι ή σχηματίζουν τις απόψεις τους βάσει προσωπικού (ενδεχομένως και ξένου) οφέλους εις βάρος του συνόλου.

Δεύτερον, η εν γένει συμπεριφορά και προβολή τέτοιων ακρίτων ενεργειών από μια μικρή ομάδα ανθρώπων όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος το κατά κεφαλήν εισόδημα τους να ξεπερνά κατά πολύ την κατά κεφαλήν καλλιέργειά που διαθέτουν μπορεί να δημιουργήσει περιπέτειες για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Ειδικά τώρα που συζητείται το θέμα απόδοσης εκλογικών δικαιωμάτων στους ομογενείς… και πιθανή εκπροσώπησή τους.