Αρχική Blog Σελίδα 2798

Ο αποσταθεροποιητικός ρόλος της Τουρκίας στα Βαλκάνια και τη Ν.Α. Μεσόγειο

0

Το πολιτικό τοπίο στη Τουρκία πριν τις εκλογές της 24ης Ιουνίου

Περίληψη:

Αν η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας ότι «δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο», βρίσκεται εκτός όποιου σοβαρού πλαισίου συζήτησης, η «πρωτοβουλία» της Τουρκίας να δεσμεύσει με επίσημη NAVTEX τρεις εκτεταμένες περιοχές στο Αιγαίο, για στρατιωτικές ασκήσεις, καθ΄όλη τηn διάρκεια του 2018, βρίσκεται πέρα από κάθε φαντασία.

Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΑΔΗΣ είναι πρώην Πρέσβυς της Ελλάδος στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη
και Πρεσβευτής-Σύμβουλος σε Αγκυρα και Ουάσιγκτον.

Επιφανείς οικονομολόγοι, από τον David Ricardo μέχρι τον Paul Samuelson,, συνηθίζουν να παρομοιάζουν το φαινόμενο του οικονομικού προστατευτισμού, ως την παρακολούθηση μιας παρέλασης, από κερκίδες σε αμφιθεατρική διάταξη: Αν η πρώτη σειρά σηκωθεί όρθια, θα ακολουθήσει η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη και όλες περαιτέρω. Δυστυχώς στην πολιτική, τα ίδια συμπτώματα χαρακτηρίζουν τον λαϊκισμό, ιδίως όταν ο αυτός συμπεριλαμβάνει στο μίγμα του και ακραίο εθνικισμό.

Η περίπτωση της Τουρκίας είναι χαρακτηριστική: Όταν ο πρόεδρος Recep Tayyip Erdogan και αξιωματούχοι του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ (στην πρώτη σειρά) απειλούν επί καθημερινής βάσεως ότι «υπάρχουν ορισμένα νησιά το νομικό καθεστώς των οποίων χρήζει αναθεώρησης», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Kemal Kilicdaroglu, (στην δεύτερη σειρά), συναγωνιζόμενος τον Erdogan σε άκρατο αλλά αναμενόμενο «πατριωτισμό», δηλώνει ότι «όταν το CHP έλθει στην εξουσία θα πάρουμε τα ελληνικά νησιά τα οποία μας ανήκουν», προσθέτοντας «ακριβώς όπως ο Bulent Ecevit πήρε την Κύπρο το 1974».

21062018-1.jpg

Υποστηρικτές του Τούρκου προέδρου, Tayyip Erdogan, φωνάζουν συνθήματα κατά την διάρκεια μιας προεκλογικής συγκέντρωσης στην Κωνσταντινούπολη, στις 20 Ιουνίου 2018. REUTERS / Huseyin Aldemir
——————————————————————————–

Όλα αυτά συμβαίνουν σήμερα, το 2018. Και αυτά συμβαίνουν εναντίον της μοναδικής -ίσως- χώρας εντός ΕΕ που συνεχίζει με δηλώσεις και με πράξεις να υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, την στιγμή που όλοι οι άλλοι εταίροι είναι από επιφυλακτικοί μέχρι αρνητικοί.

Βεβαίως, δηλώσεις ότι «θα πάρουν τα ελληνικά νησιά που τους ανήκουν» όπως ακριβώς «πήραν την Κύπρο το 1974», αξίζει να ληφθούν υπόψη στον επόμενο γύρο -οψέποτε πραγματοποιηθεί- συζητήσεων για το Κυπριακό, εφόσον η ίδια η τουρκική πλευρά αναγνωρίζει, με τον τρόπο αυτό, ως παράνομη την στρατιωτική παρουσία της σε ένα «κατειλημμένο νησί».

Αλλά, ας πάρουμε την εξέλιξη των πραγμάτων από την αρχή.

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Στο δημοψήφισμα της 16 Απριλίου 2017, οι Τούρκοι ψήφισαν με ισχνή πλειοψηφία, σχεδόν 51%, την μετατροπή της Τουρκίας από κοινοβουλευτικό σύστημα σε «εκτελεστική προεδρία».

Ποιες είναι οι καινοτομίες του νέου συστήματος;

-Ως σημαντική αλλαγή θα μπορούσε να θεωρηθεί η κατάργηση του Υπουργικού Συμβουλίου ως θεσμικού οργάνου μαζί με την θεσμική θέση του Πρωθυπουργού.
-Όλη η εκτελεστική εξουσία ανήκει σε ένα άτομο, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο τελευταίος ορίζει και παύει τους Υπουργούς χωρίς έλεγχο. Οι Υπουργοί αναφέρονται αποκλειστικά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και όχι στο Κοινοβούλιο (Μεγάλη Εθνοσυνέλευση).
-Το ίδιο ισχύει και για τον αριθμό και την επιλογή των Αντιπροέδρων οι οποίοι επιλέγονται ελεύθερα και χωρίς έλεγχο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
-Ο αριθμός των υποψηφίων Προέδρων είναι περιορισμένος, αφού μόνο τα δύο μεγαλύτερα κόμματα μπορούν να διορίσουν υποψηφίους ή πρόταση υπογεγραμμένη από 100.000 πολίτες.
-Η θητεία του Προέδρου και της Εθνοσυνέλευσης είναι πενταετής και ένας από τους κύριους στόχους των διατάξεων του νέου Συντάγματος είναι η «ιδεολογική ευθυγράμμιση» μεταξύ του Προέδρου και της πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου, διατάξεις που έχουν δεχθεί ισχυρή κριτική από τους ειδικούς στο συνταγματικό δίκαιο.
-Ο Πρόεδρος έχει το δικαίωμα να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση. Παρόλα αυτά, το ίδιο δικαίωμα ανήκει και στην Εθνοσυνέλευση, εάν υπάρξει πλειοψηφία 3/5. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο απερχόμενος πρόεδρος έχει το δικαίωμα να είναι υποψήφιος για τρίτη φορά – στην περίπτωση του Ερντογάν η θητεία θα μπορούσε να παραταθεί μέχρι το 2028 – και πολλοί αναλυτές χρησιμοποιούν τα βέλη τους για να υπογραμμίσουν την δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ Προέδρου και Εθνοσυνέλευσης.

Εάν το νέο Σύνταγμα θεωρείται από εξέχοντες εμπειρογνώμονες του Συνταγματικού Δικαίου ως «Νόμος με προεδρικές αρμοδιότητες Καίσαρα», δεν είναι λιγότερο σημαντικό ότι στις επτά πρώτες δεκαετίες από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923, έξι στους εννέα Προέδρους είχαν στρατιωτικό υπόβαθρο.

Το 2015, ο Τούρκος συγγραφέας Mustafa Akyol εξέφρασε τη λύπη του για τις «αυταρχικές τάσεις» της χώρας του. Η γνωστή δημοσιογράφος και βραβευμένη συγγραφέας, Asli Erdogan, η οποία φυλακίστηκε από το τουρκικό καθεστώς, υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή της: «Κανείς δεν μπορεί να αναφερθεί σήμερα στην Τουρκία ως δημοκρατία. Η Τουρκία σήμερα είναι ενός ανδρός αρχή, ο λόγος του οποίου είναι νόμος. Το όλο σύστημα είναι διεφθαρμένο, κυρίως η Δικαιοσύνη. Σήμερα 2.500 δικαστές βρίσκονται στη φυλακή. Ζώντας στη φυλακή για τέσσερις μήνες κατάλαβα ότι η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη από ό,τι θα μπορούσα να φανταστώ. Υπάρχουν ιστορίες που φαίνονται απίστευτες, και όμως αληθινές. Εάν ένας άνδρας σκοτώσει μια γυναίκα, η ποινή θα είναι 10-15 χρόνια στη φυλακή. Αν μια γυναίκα έχει ακόμη και την ελάχιστη σχέση με τη δολοφονία, η ποινή θα είναι ισόβια κάθειρξη». Ο πρώην δήμαρχος της Άγκυρας, μέλος του ΑΚΡ, ο οποίος παύθηκε από τον Εrdogan, ο Melih Goksek, υπήρξε πολύ επικριτικός ως προς το πογκρόμ των υποστηρικτών του Gulen, παρατηρώντας ότι «η κατάργηση του κινήματος Gulen στην Τουρκία θα διαρκέσει περισσότερο από 10 χρόνια».

Από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, περίπου 200.000 άτομα φυλακίστηκαν ή συνελήφθησαν, ιδίως αξιωματικοί του στρατού και της Αστυνομίας, ακαδημαϊκοί και μέλη της διοίκησης. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως π.χ. Independent, Der Spiegel, Guardian, Newsweek, Telegraph, Huffington Post και άλλα, δεν έχουν κανένα δισταγμό να αποκαλέσουν τον Εrdogan δικτάτορα. Η απάντηση του Εrdogan είναι: «Αν η Δύση αποκαλεί κάποιον δικτάτορα, κατά την γνώμη μου αυτό είναι καλό» (sic).

Παρόλα αυτά, δεν διαλάθει της προσοχής ότι το πρόσωπο που τα διεθνή ΜΜΕ ονομάζουν σήμερα «δικτάτορα», είχε τιμηθεί το 2004 με το βραβείο του «Ευρωπαίου της Χρονιάς». Ήταν η πρώτη περίοδος μεταρρυθμίσεων του Εrdogan και το πρώτο φλερτ με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αργότερα, όταν κατάλαβε ότι η ΕΕ «έχει κάποιο λόγο και κάποιο ρόλο στην διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής της χώρας του», άρχισε να αποστασιοποιείται.

Στην λίστα Forbes με τους πλουσιότερους πολιτικούς σε διεθνές επίπεδο, ο Εrdogan βρίσκεται στις πρώτες θέσεις με 51 εκατομμύρια ευρώ…

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Σε ποια έκταση μπορεί σήμερα η Τουρκία να θεωρηθεί ως «κοσμική χώρα»; Πολιτικοί αναλυτές επικεντρώνονται στο γεγονός ότι η Τουρκία δεν ήταν ποτέ «κοσμική» με τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται τον κοσμικό χαρακτήρα, όπως αυτός ενσωματώνεται στην πρώτη τροπολογία, η οποία απαγορεύει στο Κογκρέσο να υιοθετεί νόμους που θεσπίζουν κρατική θρησκεία ή περιορίζουν την ελεύθερη άσκηση της πίστης. Στην Τουρκία, η κυβέρνηση έχει έναν πραγματικό έλεγχο στο πεδίο της έκφρασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, σε δημόσιο πλαίσιο.

Παρόλα αυτά, η κα Eminé Erdogan, σύζυγος του Τούρκου ηγέτη και από τα πλέον προσηλωμένα στην hijab πρόσωπα σήμερα, στην βιογραφία της αναφέρει ότι «όταν ο αδελφός της, της ανακοίνωσε σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ότι πρέπει να φέρει hijab, τόσο απογοητεύτηκε, που σκέφτηκε ακόμα και την αυτοκτονία».

Εκθέσεις διεθνών οργανισμών χαρακτηρίζουν το σημερινό ΑΚΡ ως «ισλαμικό κόμμα». Όταν συμμαχίες της αντιπολίτευσης προσπάθησαν να ξεπεράσουν το AKP, όπως συνέβη στην περίπτωση της υποψηφιότητας του πρώην Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, Ekmeleddin Ihsanoglu, το αποτέλεσμα ήταν υπέρ του ΑΚΡ και του Εrdogan, ο οποίος, στα όμματα των ψηφοφόρων, είναι ήδη «άνθρωπος αφιερωμένος στο Ισλάμ».

Το 2004, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Collin Powell, σε μια από τις δηλώσεις του αναφερόταν στην Τουρκία ως «μετριοπαθές ισλαμικό κράτος» (moderate Islamic State). Οι τουρκικές διαμαρτυρίες ήταν τόσο έντονες, ώστε ο ίδιος ο Powell αισθάνθηκε υποχρεωμένος να ανασκευάσει την αρχική του διατύπωση, εν είδει συγγνώμης. Όμως, η στροφή της τουρκικής κυβέρνησης στο «πολιτικό Ισλάμ», είναι τόσο ορατή σήμερα, που η εποχή του 2004 φαίνεται να είναι πολύ μακρινή.

Παράλληλα, ο Εrdogan θεωρήθηκε ως προοδευτικός συνομιλητής, μεταρρυθμιστής στην χώρα του από τους διεθνείς συνομιλητές του, ενώ διεθνείς εκθέσεις, χωρίς προκατάληψη, διατύπωναν τα επαινετικά σχόλιά τους για την σημαντική -αν και περιορισμένη- πρόοδο στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις 3 Οκτωβρίου 2005, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας ξεκίνησαν επίσημα, χάρη στην διορατικότητα των Ευρωπαίων αξιωματούχων, ιδίως της ελληνικής διπλωματίας, η οποία με ανοιχτό πνεύμα είχε μακρόπνοο πολιτικό όραμα.

21062018-2.jpg

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, απευθύνεται σε βουλευτές του κυβερνώντος κόμματός του (AKP) κατά την διάρκεια συνάντησης στο Κοινοβούλιο στην Άγκυρα, στις 7 Νοεμβρίου 2017. REUTERS / Umit Bektas
———————————————————————-

Το 2005, σε μια από τις ομιλίες του, ο Ερντογάν υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι «βλέπει την Δημοκρατία ως όχημα», στο πλαίσιο της πολιτικής του. Δέκα χρόνια μετά, όλος ο έλεγχος στο κράτος, στην Δημόσια Διοίκηση, στα ΜΜΕ, στον Στρατό και στην Δικαιοσύνη ανήκει στην Κυβέρνηση. Πουθενά δεν «ακούγονται» τα κόμματα της αντιπολίτευσης! Το πλέον ανησυχητικό φαινόμενο είναι οι επαναλαμβανόμενες ομιλίες μίσους ενάντια στο «Δύση» γενικά, αλλά και ενάντια σε Μουσουλμάνους των οποίων «το δικό τους Ισλάμ δεν είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Ισλάμ του ΑΚΡ».

MΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Ο Τούρκος καθηγητής, Akdeniz, παρατηρεί ότι στην Τουρκία, η Wikipedia είναι μια από τις 127.000 ιστοσελίδες που «απαγορεύονται και αποκλείονται». Στον αριθμό αυτό, μπορεί να προσθέσει κάποιος άλλες 95.000 ιστοσελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το κεμαλικό κόμμα της αντιπολίτευσης CHP αναφέρει ότι περισσότεροι από 152 Τούρκοι δημοσιογράφοι βρίσκονται στη φυλακή και απαγορεύθηκε η λειτουργία περίπου 200 μέσων ενημέρωσης.

Τον Φεβρουάριο 2017, ο Deniz Yucel, Τουρκο-γερμανός δημοσιογράφος της Die Welt, συνελήφθη μετά από σχόλιά του με αφορμή ηλεκτρονικά μηνύματα του Berat Albayrac, Υπουργού Ενέργειας και γαμπρού του Ερντογάν, που διέρρευσαν στην δημοσιότητα. Με την ευκαιρία αυτή, η Διεθνής Αμνηστία υπογράμμισε: «Τώρα, η Τουρκία έχει την δυσάρεστη τιμή να είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στην φυλακή, ενώ ο ελεύθερος Τύπος στην χώρα πεθαίνει».

Τον Νοέμβριο 2016, η Cumhuriet -ίσως η «σημαία» του Τύπου της αντιπολίτευσης στην Τουρκία- βλέπει τους δημοσιογράφους της να συλλαμβάνονται και να φυλακίζονται, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή «επίσημη κατηγορία», ενώ σήμερα πλέον δεν λειτουργεί.

Σύμφωνα με δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία, με τελευταία ενημέρωση τον Αύγουστο του 2017, η τουρκική κυβέρνηση συνέλαβε 2.431 δικαστές και εισαγγελείς και απέπεμψε άλλους 4.424 μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016.

Τον Δεκέμβριο του 2016, τα Ευρωπαϊκά Δίκτυα Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ) ανέστειλαν το καθεστώς παρατηρητή του Ανώτατου Συμβουλίου των Δικαστών και Εισαγγελέων της Τουρκίας (HSYK), λόγω έλλειψης αξιοπιστίας. Τον Ιούνιο του 2017, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, Nils Muiznieks, εξέφρασε την ανησυχία του για τη νέα σύνθεση της HSYK, με βάση τροπολογίες που εγκρίθηκαν στο δημοψήφισμα του Απριλίου 2016, παρατηρώντας ότι «δεν προσφέρουν επαρκείς εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των Δικαστηρίων».

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε 485 αποφάσεις κατά την περίοδο 2012-2016, καταδικάζοντας την Τουρκία σε αποζημιώσεις ύψους 61,4 εκατ. ευρώ, ενώ έχουν υποβληθεί 8.308 αναφορές το 2016. Τα στοιχεία αυτά κατατάσσουν την Τουρκία στην πρώτη θέση των παραβιάσεων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα σχετικά στατιστικά στοιχεία έχουν δημοσιοποιηθεί από τον Τούρκο Υπουργό Δικαιοσύνης, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση του κόμματος CHP.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο βετεράνος Σουηδός συγγραφέας και πρόεδρος της Επιτροπής Nobel Λογοτεχνίας, Per Wastberg, δεν αρνήθηκε τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας, το 2017, ως «την μεγαλύτερη φυλακή των διανοουμένων και δημοσιογράφων στον κόσμο». Στην ίδια κατεύθυνση, ο Τούρκος συγγραφέας και κάτοχος Νobel Λογοτεχνίας, Orhan Pamuk, προσθέτει: «Κάποιος αισθάνεται ένοχος εφόσον είναι ευχαριστημένος απλώς με βιβλία και ταινίες. Τόσοι πολλοί αθώοι άνθρωποι είναι στην φυλακή με αυθαίρετο τρόπο!».

Όταν ο εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου στην Άγκυρα, μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, ζήτησε από την τουρκική κυβέρνηση να λάβει υπόψη τα ανθρώπινα δικαιώματα των κρατουμένων, η επίσημη αντίδραση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν να χαρακτηρίσει αυτή την σύσταση ως «απαράδεκτη». Και αυτό είναι, για άλλη μια φορά, η μεγαλύτερη ανησυχία: Η άνευ προηγουμένου έλλειψη σεβασμού έναντι διεθνών οργανισμών, ή διεθνών νόμων. Εν συντομία, έναντι σε ό,τι το «διεθνές».

Η ΔΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Σε παλαιότερο άρθρο μου για «Το υπερανεπτυγμένο αντιπυραυλικό σύστημα της Τουρκίας», λίγο πριν την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, είχα εστιάσει σε σχετικά πρόσφατη δήλωση του Ερντογάν στο CBS, πάνω στην προοπτική επανεκτίμησης των σχέσεων της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ: «Δεν το εξετάζουμε τώρα. Συνεχίζουμε με το ΝΑΤΟ όπως έχουμε κάνει πάντα».

Σε ποιο βαθμό η διατύπωση «δεν το εξετάζουμε τώρα» μπορεί να γίνει η λέξη-κλειδί; Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2017, αξιωματούχος του ΝΑΤΟ δήλωσε ότι «η Τουρκία δεν ενημέρωσε το ΝΑΤΟ για την αγορά πυραύλων S-400», προσθέτοντας ότι «υπό τις παρούσες συνθήκες κανένα μέλος του ΝΑΤΟ δεν χρησιμοποιεί πυραύλους S-400. Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ αποφασίζουν τα ίδια ποια οπλικά συστήματα θα αγοράσουν. Για το ΝΑΤΟ, το βασικό είναι η δυνατότητα κοινής χρήσης των όπλων που θα αγοραστούν από τους Συμμάχους». Με αυτό το σύστημα, η Τουρκία θα βρίσκεται σε προχωρημένη στρατιωτική θέση εναντίον όλων των γειτονικών της χωρών, αλλά το S-400 είναι «ασύμβατο» για συνδυασμό με τα οπλικά συστήματα του ΝΑΤΟ.

Εάν οι πύραυλοι εγκατασταθούν κοντά στο Αιγαίο, τότε θα είναι σαφές ότι η δυνητική χρήση τους δεν θα είναι «αμυντική» αλλά «επιθετική», αφού η Ελλάδα ποτέ δεν απείλησε ούτε απειλεί την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας.

Η επιθυμία αγοράς από την Τουρκία των υπερ-μαχητικών αμερικανικών JSF (Joint Strike Fighter) ή αλλιώς F-35, παίζει εδώ καταλυτικό ρόλο. JSF και S-400 «δεν περπατάνε μαζί», και αυτό το ξέρουν καλά τόσο στην αμερικανική διοίκηση όσο και στο Κογκρέσο.

Πριν από αυτή την εξέλιξη, τον Ιούλιο του 2017, το τουρκικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu είχε δημοσιοποιήσει τις θέσεις 10 στρατιωτικών βάσεων και μονάδων των ΗΠΑ στην βόρεια Συρία, ενώ εμαίνοντο οι αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους! Παρά την οργή του Εrdogan για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επέλεξαν τους Κούρδους αντί της Τουρκίας ως εταίρο τους στον αγώνα κατά του ISIS, όπως αναφέρουν οι πολιτικοί αναλυτές «είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο για έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ να αποκαλύπτει λεπτομέρειες στρατιωτικής ανάπτυξης κατά την διάρκεια ενεργών επιχειρήσεων σε ζώνη πολέμου».

Τον Σεπτέμβριο 2017, η γερμανική αεροπορία αποχώρησε από την αεροπορική βάση Incirlik και (επαν)εγκαταστάθηκε σε νέα αεροπορική βάση στην Ιορδανία (στην περιοχή Al Ashrak, κοντά στα σύνορα με την Συρία), μετά από παρατεταμένη άρνηση της τουρκικής κυβέρνησης να επιτρέψει στα μέλη της Βundestag να επισκεφθούν τα γερμανικά στρατεύματα. Είναι η ίδια βάση, η χρήση της οποίας απορρίφθηκε από τις τουρκικές Αρχές κατά την διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ το 2003, κοστίζοντας χιλιάδες ζωές στους συμμάχους.

Τον Νοέμβριο του 2017, μετά από ένα λάθος σε άσκηση του ΝΑΤΟ που απεικόνισε τον Εrdogan ως «εχθρό», ο επικεφαλής σύμβουλός του, Yalcin Topcu, προέβη σε δημόσιες δηλώσεις ότι «η Τουρκία πρέπει να επανεξετάσει την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ».

Υπό το πρίσμα της τελευταίας αναφοράς, ο Joe Cirincione, πρόεδρος του γνωστού think tank, Ploughshares Fund, υπογράμμισε ότι «όταν ο μεγάλος Ευρωπαίος σύμμαχός μας αποσύρει τις δυνάμεις του από το Incirlik, επειδή δεν μπορεί να έχει εγγυήσεις ότι θα έχει πρόσβαση σε αυτές, τότε θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι αυτό που συνέβη στην Γερμανία, θα μπορούσε να συμβεί και σε εμάς».

Είναι κοινό μυστικό ότι η Τουρκία είναι μια από τις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που έχουν πυρηνικά όπλα στο έδαφός τους. Ο Hans Kristensen, μέλος της Ομοσπονδίας Αμερικανών Επιστημόνων δήλωσε ότι οι ΗΠΑ διατηρούν περίπου 50 βόμβες πυρηνικής βαρύτητας Β-61 στη βάση Incirlik της Τουρκίας, η κάθε μια με μέγιστη απόδοση 170 τόνους ή 10 φορές ισχυρότερη από τη βόμβα που έπεσε στην Χιροσίμα. Πολιτικοί αναλυτές έχουν ήδη αρχίσει να σκέφτονται ότι «υπάρχουν πολλά επιχειρήματα για την απόσυρση των πυρηνικών από την Τουρκία πριν γίνει κάτι λάθος».

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Ανάμεσα στις σχέσεις Τουρκίας-ΝΑΤΟ και Τουρκίας-ΕΕ, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς «ποιες βρίσκονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο».

Τον Ιούνιο 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του για την κατάσταση στην Τουρκία, ασκεί σκληρή κριτική για την δυσλειτουργία του κράτους δικαίου στην χώρα, την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ανελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τη διαφθορά. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί την Τουρκία να δώσει απτά δείγματα πολιτικής βούλησης για μια επιτυχή και σε σύντομο χρονικό διάστημα λύση για την Κύπρο.

Όταν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες χρησιμοποιούνται ως «όμηροι» και ως «μέσο εκβιασμου της ΕΕ» από την τουρκική κυβέρνηση, πώς μπορεί κανείς να φανταστεί ένα οποιοδήποτε είδος προόδου στις διαπραγματεύσεις;

Τον Σεπτέμβριο του 2017, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean Claude Junker, δήλωσε για την Τουρκία ότι «είναι αδιανόητο ο ηγέτης ενός κράτους να αποκαλεί την ΕΕ “φασίστες και ναζί” και να επιθυμεί να γίνει μέλος της», προσθέτοντας ότι «η Ευρώπη είναι μια ήπειρος ώριμων δημοκρατιών και εκείνοι που μας προσβάλλουν, καίνε γέφυρες».

Ένα πολύ ανησυχητικό σημείο είναι ότι ο Εrdogan επιθυμεί να προβαίνει σε πολιτικές παρεμβάσεις «εντός της ΕΕ» για θέματα που ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών της ΕΕ ή των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Στην κατεύθυνση αυτή, τον Μάρτιο 2017, μετά τον εορτασμό των 60 χρόνων από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, οι 27 αρχηγοί κυβερνήσεων ή κρατών είχαν την «ατυχή» ιδέα να συναντηθούν με τον Πάπα Φραγκίσκο στο Βατικανό χωρίς να έχουν προηγουμένως λάβει «έγκριση» από τον Ερντογάν. Ο θυμός του τελευταίου δεν είχε προηγούμενο: «Δεν είναι δική σας δουλειά να συγκεντρώνεστε γύρω από τον Πάπα! Το Βατικανό δεν είναι μέλος της ΕΕ! Δεν κάνετε την Τουρκία μέλος της ΕΕ επειδή είναι μια ισλαμική χώρα…», χαρακτηρίζοντάς τους Ευρωπαίους ηγέτες ως Σταυροφόρους!

Την ίδια περίοδο, ο Εrdogan, σε ένα ακόμα διχαστικό μήνυμα προς τους συμπατριώτες του που ζουν στην Ευρώπη, τους προέτρεπε, μεταξύ άλλων, να «χρησιμοποιούν τα καλύτερα σχολεία, να οδηγούν τα καλύτερα αυτοκίνητα, να ζουν στα καλύτερα σπίτια και να έχουν πέντε παιδιά, όχι μόνο τρία» (sic), προσθέτοντας «Αυτή είναι η καλύτερη απάντηση που μπορείτε να δώσετε στην αγένεια και εχθρότητα που αντιμετωπίζετε».

Στο πλαίσιο των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας είμαστε μάρτυρες μιας «αντιφατικής» τουρκικής προσέγγισης: Από τη μια πλευρά, η τουρκική πολιτική -τουλάχιστον η επίσημη, έως τώρα- είναι υπέρ της ένταξης, ενώ από την άλλη, δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων αποκαλύπτουν μια δυσαρέσκεια, μίσος ή οργή για τον Διεθνή Οργανισμό στον οποίο επιθυμούν να ενταχθούν.

ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Υπουργού Εξωτερικών, ο Ahmet Davutoglu, στην έναρξη της εκδήλωσης «Οθωμανική κληρονομιά και βαλκανικές μουσουλμανικές κοινότητες σήμερα», στο Σαράγεβο, στις 16.09.2009, χαρακτήρισε τα Βαλκάνια ως «γεωπολιτική ζώνη ασφαλείας», που είχαν γίνει κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας τον 16ο αιώνα». Κηρύσσοντας τότε το νεοθωμανικό δόγμα, πρόσθεσε: «Η Τουρκία θα έπρεπε να (επαν)εφεύρει και επαναλάβει αυτή την χρυσή εποχή των Βαλκανίων».

Χρειάζεται πολύ θράσος και κυνισμός για να πει κάποιος στους λαούς των Βαλκανίων, που στην συντριπτική τους πλειονότητα θεωρούν την οθωμανική εποχή ως «κατοχή», ότι αυτή η «χρυσή εποχή» πρέπει να επαναληφθεί, όμως ελέχθη. Αν αυτό δεν αποτελεί έλλειψη σεβασμού, τότε είναι μια πραγματική απειλή για «νέα κατοχή».

Τον Οκτώβριο 2013, μια πολύ λεπτή περίοδο για το Κόσοβο, κατά την επίσκεψή του στο Prizren, στο νότιο Κοσσυφοπέδιο, ο Εrdogan δήλωσε ότι «η Τουρκία είναι Κόσοβο και το Κόσοβο είναι Τουρκία» δημιουργώντας εκρηκτικές αντιδράσεις κυρίως Σέρβων. Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι τέτοιου είδους δηλώσεις συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος σταθερότητας, συνύπαρξης και συνεργασίας μεταξύ των Βαλκανικών λαών; Ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι τα φιλοτουρκικά πολιτικά κόμματα στη Βουλγαρία δεν λαμβάνουν οικονομική στήριξη και δεν υφίστανται οικονομική εξαγορά μαζί με κατευθυντήριες γραμμές της Άγκυρας, αδυνατώντας να ακολουθήσουν τη δική τους πολιτική;

Πριν από μερικά χρόνια, σε μια παν-βαλκανική δημοσκόπηση, στο ερώτημα «σε ποιο βαθμό θεωρείτε την Τουρκία ως φίλη χώρα», τα θετικά αποτελέσματα στην Κροατία ήταν 24%, στο Μαυροβούνιο 23%, στην Σερβία 15%, στην Αλβανία 73%, στο Κόσοβο 85% και στην πΓΔΜ 80%.

Τον Απρίλιο του 2009 η Ελλάδα και η Αλβανία υπέγραψαν συμφωνία σχετικά με την οριοθέτηση των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών. Τον Ιούνιο του 2017, ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της Αλβανίας, Sali Berisha, κατηγόρησε δημοσίως, κατά την διάρκεια συνεδρίασης του Κοινοβουλίου, τον πρωθυπουργό Edi Rama ότι δωροδοκήθηκε από «τρίτη χώρα» για να ακυρώσει την Συμφωνία! Τα μέσα ενημέρωσης αποκωδικοποίησαν και «φωτογράφισαν» την Τουρκία ως την «τρίτη χώρα».

Η συνεργασία Εrdogan-Rama αναπτύχθηκε κατά τρόπο τόσο «εποικοδομητικό», που τον Μάϊο 2015 ο Εrdogan, κατά την επίσκεψή του στα Τίρανα, χαρακτήρισε ανοιχτά τις αλβανικές ακτές ως «τα σύνορα του νεο-οθωμανισμού στην Αδριατική θάλασσα»! Παράλληλα, Εrdogan «απαίτησε» το κλείσιμο ιδιωτικών πανεπιστημίων και σχολείων «διότι λειτουργούν με τρόπο υποστηρικτικό στον Fetullah Gulen», ενώ ο Rama αναβάθμισε την Τουρκία ως «στρατηγικό εταίρο» με πλήρη οικονομική και εμπορική διείσδυση και διευκόλυνση της Τουρκίας.

21062018-3.jpg

Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν (κέντρο), ο Αλβανός ομόλογός του Έντι Ράμα (αριστερά) και ο ομόλογός του από το Κοσσυφοπέδιο, Hashim Thaci, κατά την διάρκεια επίσκεψης στο Prizren, περίπου 90 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας Πρίστινα, στις 23 Οκτωβρίου 2013. REUTERS / Hazir Reka
—————————————————————————————-

Τον Ιανουάριο 2018, ο Εrdogan σε συνέντευξή του στο Arnavud Agency Express προσπάθησε να διαμορφώσει μια νέα ευρωπαϊκή ατζέντα στα Βαλκάνια, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι «οι Αλβανοί πρέπει σε πρώτο στάδιο να ενοποιήσουν τα εδάφη τους και μετά να προσχωρήσουν στην ΕΕ».

Στα τέλη 2017, ο Εrdogan δήλωσε ότι «τα σύνορα της καρδιάς του εκτείνονται μέχρι την Βιέννη». Μερικές μέρες αργότερα, πρόσθεσε ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έκταση 2.000.000 τ.χλμ., ενώ σήμερα η Τουρκία έχει μόνο 783.000 τ.χλμ.», διακηρύσσοντας δημοσίως τη νέα επεκτατική και επιθετική τουρκική πολιτική, με εν επιγνώσει θύμα την ειρήνη και σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.

Με ειλικρίνεια θα πρέπει να πω ότι τόσο στο νομικό πεδίο όσο και στο πολιτικό έχω συναντήσει διαφοροποιήσεις στη ορολογία και θεώρηση των συνόρων όπως «νόμιμα σύνορα», «χερσαία», «θαλάσσια», «εναέρια», «προσωρινά», «συμφωνημένα» και πολλούς άλλους τρόπους απεικόνισης των συνόρων. Τον όρο «σύνορα της καρδιάς μου», πάντως, δεν τον έχω ακούσει ακόμα ούτε σε τηλεοπτική εκπομπή!

Το κόστος των πολέμων στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’90 εκτιμάται, μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε περισσότερο από 30 δισεκατομμύρια δολάρια. Όπως αναφέρει η Svetlana Broz, η εγγονή του Τίτο, στο άρθρο της υπό τον τίτλο Το Όνομα Μακεδονία Δεν Μπορεί Να Λειτουργήσει: «H Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Ηνωμένα Έθνη και η διεθνής κοινότητα έχουν επενδύσει σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο και έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες όσον αφορά την ειρήνευση στην πρώην Γιουγκοσλαβία και την ανθρωπιστική βοήθεια στα Βαλκάνια. Αυτό δεν ήταν μάταιο. Είναι προφανές ότι η διεθνής κοινότητα επιδιώκει ένα κλίμα σταθερότητας, συνεργασίας και συναίνεσης, σε μια περιοχή, όπου το μέλλον είναι συνδεδεμένο με την ανάπτυξη».

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Χαρακτηριζόμενη από το ΔΝΤ ως «αναδυόμενη / αναπτυσσόμενη οικονομία», η Τουρκία συμμετέχει στις συναντήσεις του G20, στο πλαίσιο του οποίου, κατά την διάρκεια του 2015, ανέλαβε την προεδρία.
Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, στα τέλη Οκτωβρίου 2017, σύμφωνα με επίσημες τουρκικές στατιστικές, ο πληθωρισμός έφθασε το 11,9%, επίπεδο διπλάσιο του στόχου που έχει θέσει η Κεντρική Τράπεζα (5%).

Ένα άλλο ανησυχητικό φαινόμενο είναι ότι κατά τους τελευταίους τρεις μήνες του 2017 επενδύσεις αξίας πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην Τουρκία, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την χώρα.

Την ίδια περίοδο, η υποτίμηση της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου ΗΠΑ έφτασε στο επίπεδο του 15%, ενώ εντός του 2018 υποτιμήθηκε περαιτέρω 20%. Σε μια εκτεταμένη ανάλυση, το Royal Institute of International Affairs του Chatham House, πριν από ένα χρόνο, παρατήρησε ότι «κάθε τουρκική λίρα που θα υποτιμηθεί θα έχει διακλαδώσεις στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, ο οποίος ήδη φέρει το βάρος του τουρκικού χρέους, φτάνοντας το 25% του ΑΕΠ». Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι «η εξωτερική πολιτική του Εrdogan βλάπτει την τουρκική οικονομία», ο συνολικός όγκος των εξαγωγών της οποίας μειώθηκε κατά 8,7% το 2015. Επιπλέον, το εμπόριο με το Ιράν μειώθηκε από 21,89 δολάρια το 2012 σε 9,7 το 2015 , ενώ η κατάρριψη του ρωσικού Su-24 τον Νοέμβριο 2015, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερο από 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην τουρκική οικονομία. Σύμφωνα, πάντως, με διεθνείς οικονομικούς κύκλους, οι προεκλογικές διακυμάνσεις της τουρκικής οικονομίας όχι μόνο αποτελούν το αδύνατο σημείο του Εrdogan αλλά εξελίσσονται στον χειρότερο εφιάλτη του.

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ

Σύμφωνα με διεθνείς στατιστικές, οι Κούρδοι είναι η τέταρτη μεγαλύτερη εθνότητα στη Μέση Ανατολή, που τα μέλη της διαβιούν σε Ιράκ, Ιράν, Τουρκία, Συρία και έχει διασπορά στην Ευρώπη, συνολικά περίπου 37 εκατομμύρια μέλη.

Τις τελευταίες δεκαετίες, η μεγάλη επιτυχία της τουρκικής διπλωματίας είναι η προβολή στη διεθνή κοινή γνώμη και η έμφαση στο «κουρδικό πρόβλημα», μόνο ως προς την τρομοκρατική οργάνωση PKK, αφήνοντας έξω από την γενική εικόνα τα πραγματικά προβλήματα του κουρδικού λαού!

Η φυλάκιση του ηγέτη του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος Selahattin Demirtas -και ο εκλογικός αγώνας του τελευταίου μέσα από την φυλακή- είναι μια ακόμη επιβεβαίωση των ανωτέρω. Ο Demirtas, γνωστός και ως «ο Obama των Κούρδων», στο συνέδριο του κόμματός του, τον Μάιο του 2017, υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι «Ό,τι και αν συμβεί, το HDP δεν θα εγκαταλείψει την δημοκρατική πολιτική, θα επιμείνει με μεθόδους ειρηνικές, χωρίς βία, για να βρει λύση πολιτική στα προβλήματα», ζητώντας να προετοιμαστεί «ένα σχέδιο αγώνα υπέρ της Δημοκρατίας και της Ειρήνης».

Παρ’ όλα αυτά, οι προτάσεις των εισαγγελέων προβλέπουν 142 χρόνια φυλάκισης(!) για τον Demirtas, λόγω των δηλώσεών του, οι οποίες «προσβάλλουν τον τουρκικό λαό, την κυβέρνηση και τους κρατικούς θεσμούς» καθώς επίσης και 83 χρόνια για το υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος, Yuksekdag.

21062018-4.jpg

Οι υποστηρικτές του κυριότερου φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP) της Τουρκίας, κρατούν μάσκες του φυλακισμένου πρώην ηγέτη και προεδρικού υποψηφίου, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, κατά την διάρκεια διαδήλωσης στην Άγκυρα της Τουρκίας, στις 19 Ιουνίου 2018. REUTERS / Umit Bektas
——————————————————————————–

Το Σύνταγμα της Τουρκίας αποδέχεται ενιαία εθνική ένδειξη για όλους τους πολίτες, επομένως αναγνωρίζει μόνο Τούρκους και όχι άλλες εθνοτικές ομάδες ως εθνικές μειονότητες. Οι πολίτες της κουρδικής καταγωγής αποτελούν μια μεγάλη εθνική και γλωσσική ομάδα.

Πολίτες κουρδικής καταγωγής που αφομοιώνονται στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της Τουρκίας, θεωρούν τους εαυτούς τους Τούρκους. Στην πολιτική έχουμε συναντήσει παραδείγματα Τούρκων πολιτικών κουρδικής καταγωγής όπως Turgut Ozal, Hikmet Cetin, Bulent Ecevit, Mehmet Simsek, Bekir Bozdag και άλλοι. Ωστόσο, οι πολίτες που σε πολιτικό ή σε δημόσιο πλαίσιο προβάλλουν και υποστηρίζουν την κουρδική τους εθνότητα ή επιλέγουν δημοσίως τη χρήση της κουρδικής γλώσσας, διατρέχουν τον κίνδυνο δημόσιας μομφής ή δίωξης. Και υπάρχουν εκατομμύρια πολίτες στην Τουρκία οι οποίοι αυτο-ταυτοποιούνται ως Κούρδοι.

Πριν από μερικά χρόνια, μια ομάδα τουριστών από την Κεντρική Ευρώπη πραγματοποίησε επίσκεψη στην Τουρκία: Ακούγεται παράξενο, αλλά πουθενά και κανείς, όποιον και αν ρωτούσαν, δεν δεχόταν «την ύπαρξη μειονοτήτων» στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, η ομάδα είχε συναντήσεις με Κουρδικές Ενώσεις, σε πολλές περιοχές, οι οποίες επιβεβαίωναν σημαντικά ποσοστά Κούρδων στον συνολικό πληθυσμό της κάθε περιοχής.

Οι Κούρδοι στο Ιράκ, σε δημοψήφισμα στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, ψήφισαν για την ανεξαρτησία τους, με συντριπτική πλειοψηφία 93% και συμμετοχή άνω του 72%. Η μη διακήρυξη της ανεξαρτησίας ερμηνεύεται από τους αναλυτές ως διπλωματική νίκη της Τουρκίας και του Ιράν. Ο Αμερικανός τότε υπουργός Εξωτερικών, Rex Tillerson δήλωσε ότι «η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν αναγνωρίζει το δημοψήφισμα», καλώντας όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σε αυτήν την περίπτωση να ξεκινήσουν διάλογο.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΡΙΑ

Τα προβλήματα στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας χρονολογούνται από το 1938, όταν το Σατζάκιο της Αλεξανδρέττας έγινε ανεξάρτητο από την γαλλική εντολή και μετά από τοπικό δημοψήφισμα το 1939 αποφάσισε να ενταχθεί στην Τουρκία ως επαρχία Hatay. Αυτή η αυτο-προσάρτηση δεν έχει ποτέ αναγνωριστεί από την Συρία, η οποία εξακολουθεί να περιλαμβάνει την επαρχία Hatay ως τμήμα της Συρίας στους σχετικούς χάρτες.

Ο τουρκικός έλεγχος της ροής των υδάτων των ποταμών Ευφράτη, Τίγρη και Ορόντη δημιουργεί πρόσθετες εντάσεις και διαμάχες, ενώ η Τουρκία κατηγορεί την Συρία για την υποστήριξη του PKK, οργάνωσης που έχει χαρακτηρισθεί σε διεθνές επίπεδο ως «τρομοκρατική».

Το 2008, Δαμασκός και Τελ Αβίβ εμπιστεύθηκαν στην Τουρκία τον ρόλο του διαμεσολαβητή για να λύσουν την μεταξύ τους διαμάχη ως προς τον έλεγχο των υψωμάτων Γκολάν, αλλά οι συνομιλίες εγκαταλείφθησαν μετά την δραματική επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ.

Ο πόλεμος στην Συρία υπήρξε καταλύτης στην γενική πολιτική συμπεριφορά του Εrdogan καθώς και στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας.

Η αραβική άνοιξη τροφοδότησε περαιτέρω τις φιλοδοξίες του Ερντογάν να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή στον σουνιτικό μουσουλμανικό κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό, ο πρώην «αδελφός Assad» για τον Εrdogan, έγινε «εχθρός νούμερο ένα». Ως εκ τούτου, αναμενόμενη συνέπεια υπήρξε η ενεργή υποστήριξη από τον Εrdogan των ομάδων της συριακής αντιπολίτευσης.

Τον Ιούνιο 2017, ο Τούρκος υπουργός Άμυνας, Fikri Isik, δήλωσε ότι έχουν ολοκληρωθεί 690 από συνολικά 828 χιλιόμετρα τείχους, στα τουρκικά σύνορα με την Συρία.

Αφού η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε την ίδια προοπτική κατασκευής τειχών στα σύνορα με την Αρμενία και το Ιράν, πολιτικοί αναλυτές στην Δύση επικεντρώθηκαν στο ότι «η προσέγγιση της Τουρκίας είναι παρόμοια με αυτή της Βόρειας Κορέας, με αυξανόμενη τάση απομονωτισμού, κάτι που δεν συνάδει με χώρα μέλος του ΝΑΤΟ».

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ

Δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή που ο πρώην πρόεδρος του Ιράν, Mahmoud Ahmadinejad, ενώπιον των εκπροσώπων του Τύπου και των τηλεοπτικών καμερών, αρνήθηκε την προσφορά του τότε Τούρκου προέδρου, Abdullah Gul, κατά την επίσημη επίσκεψή του τελευταίου στην Τεχεράνη, να «μεσολαβήσει» η Τουρκία στην επίτευξη διαλόγου μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ: «Αν θέλουμε διάλογο με τους Αμερικανούς θα μιλήσουμε άμεσα μαζί τους» απάντησε, αφήνοντας εμβρόντητο τον υψηλό καλεσμένο του και κονιορτοποιώντας τον πολυδιαφημισμένο «διαμεσολαβητικό ρόλο» της Τουρκίας.

Σε έρευνα του Pew Research Global Survey του 2012, το 54% των Τούρκων αντιτάσσεται στην απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, το 46% θεωρεί ένα πυρηνικά οπλισμένο Ιράν ως «απειλή» και το 26% υποστηρίζει την χρήση στρατιωτικής δύναμης για να εμποδίσει το Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Από την άλλη πλευρά, η παλαιότερη απόφαση της Τουρκίας να τοποθετήσει ραντάρ αντιπυραυλικού συστήματος του ΝΑΤΟ στα νοτιοανατολικά της χώρας θεωρήθηκε από τους Ιρανούς ως σοβαρή αιτία για διακοπή των σχέσεων.

Στον πόλεμο στην Υεμένη, το Ιράν και η Τουρκία υποστήριξαν αντιμαχόμενες ομάδες, Σιιτών και Σουνιτών, οι οποίες οδήγησαν τον Recep Tayyip Erdogan να δηλώσει ότι «το Ιράν και οι τρομοκρατικές ομάδες πρέπει να αποσυρθούν», ενώ ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Mohammad Javad Zarif, απάντησε «η Τουρκία κάνει στρατηγικά λάθη».

Εντούτοις, ο κίνδυνος δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, ιδίως μετά το μη αναγνωρισθέν δημοψήφισμα της 25ης Σεπτεμβρίου 2017, το αποτέλεσμα του οποίου έδωσε 92% θετικές ψήφους, διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο για μια «προσέγγιση και συγκυριακή συμμαχία» μεταξύ Ιράν, Τουρκίας και φυσικά Ιράκ.

Διεθνή άρθρα και οι αναλύσεις για την περιοχή ομιλούν για «αενάως διαμορφούμενο πολιτικό τοπίο», ή καλύτερα «κινούμενη άμμο» στην περιοχή. Για τον καθηγητή Huseyin Bagci (Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής στην Άγκυρα και ανεπίσημο σύμβουλο στο Γραφείο του Τούρκου Προέδρου), «Μια νέα δομή αναδύεται στην περιοχή, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ, ως ένα μπλοκ. Το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία το άλλο. Υπάρχει ανταγωνισμός για την περιφερειακή ηγεμονία, και η Τουρκία είναι στη μέση».

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία ανακοίνωσε την κατασκευή ενός τείχους 144 χλμ., από ένα σύνολο 500 χλμ. στα τουρκο-ιρανικά σύνορα.

Κατά τους τελευταίους μήνες, οι διμερείς συναντήσεις υψηλού επιπέδου μεταξύ του Ιράν και της Τουρκίας πολλαπλασιάζονται αισθητά. Πολλοί αναλυτές «στέκονται» στο γεγονός ότι τον Οκτώβριο του 2017 ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν Ayatollah Ali Khamenei υπογράμμισε με έμφαση στον Erdogan ότι «το δημοψήφισμα του Κουρδιστάν ήταν μια προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν ένα δεύτερο Ισραήλ στην περιοχή». Οι δύο ηγέτες εξέφρασαν την υποστήριξή τους για την ενίσχυση του διμερούς εμπορίου ώστε ο ετήσιος κύκλος εργασιών να φθάσει τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής φυσικού αερίου από την Τουρκία.

Ωστόσο, δύο πολύ έμπειροι αναλυτές από του γνωστού think tank «RAND», o Stephen Larrabee και o Alireza Nader, σε μια προηγούμενη ανάλυση το 2013, θεωρούν αυτή την αισιοδοξία υπερβολική: «Η Τουρκία και το Ιράν υπήρξαν ιστορικά και συνεχίζουν να είναι, περισσότερο ανταγωνιστές παρά στενοί συνεργάτες».

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΚ

Πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, το σύγχρονο Ιράκ ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αυτό εξηγεί πολλά πράγματα στην αντίληψη και εν γένει συμπεριφορά της Τουρκίας, στην περίπτωση των συγκεκριμένων διμερών σχέσεων.

Κατά την διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, η Τουρκία, παρά την επίσημη «ουδέτερη» στάση της, υποστήριξε έμμεσα το Ιράκ.

Ωστόσο, το πρόβλημα των δικαιωμάτων στα ύδατα των ποταμών Ευφράτη και Τίγρη, αν και λιγότερο έντονο από το πρόβλημα με την Συρία, εκτείνει την σκιά του στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ: Αφορά το πολυδιαφημισμένο τουρκικό σχέδιο GAP, από την δεκαετία του 70, το οποίο προβλέπει την κατασκευή 22 φραγμάτων για σκοπούς άρδευσης και υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Η «αραβική άνοιξη» και ο πόλεμος στην Συρία οδήγησαν την Τουρκία στην αναθεώρηση της πολιτικής προσέγγισης για το Ιράκ: Όπως ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Yasar Yakis, υπογραμμίζει, «Λόγω της ρευστότητας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, σχεδόν κάθε παίκτης στις περιφερειακές κρίσεις θα μπορούσε σε ένα πεδίο να έχει έλθει σε αντιπαράθεση με άλλον, ενώ έχει συνεργαστεί μαζί του σε ένα άλλο πεδίο. Αυτό ισχύει για την Τουρκία και το Ιράκ τα τελευταία χρόνια. Η Άγκυρα εκώφευε όταν η Βαγδάτη εξέφραζε επιφυλάξεις σχετικές με τις εξαγωγές πετρελαίου από την περιφερειακή κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG). Αλλά το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας του KRG προετοίμασε το έδαφος για την Τουρκία και το Ιράκ να ανοίξουν μια νέα σελίδα. Τώρα συνεργάζονται πραγματικά». «Συνεργάζονται πραγματικά» σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Τουρκία να διατηρεί περίπου 2.000 στρατιώτες μέσα στο ιρακινό έδαφος.

Στις 25 Απριλίου 2017, πέντε μαχητές Peshmerga σκοτώθηκαν κατά την διάρκεια τουρκικής επίθεσης στο Sinjar στο Ιράκ. Η Τουρκία ισχυρίστηκε ότι κατέστρεψε «κέντρα τρομοκρατίας». Το Ιράκ καταγγέλλει την επιχείρηση ως παραβίαση της κυριαρχίας του.

Σε ποια έκταση η τρέχουσα συνεργασία Τουρκίας-Ιράκ κατά των Κούρδων είναι περιστασιακή; Το άρθρο 140 του Συντάγματος του Ιράκ (2005) προβλέπει δημοψήφισμα για να καθοριστεί εάν οι πολίτες του Kirkuk επιθυμούν να ενταχθούν στην περιοχή του Κουρδιστάν. Παρ’ όλα αυτά, το δημοψήφισμα δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ, για διάφορους λόγους. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές ειδικοί στην περιοχή, πιστεύουν ότι το Ιράν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από την Τουρκία ως προς το μέλλον του Kirkuk.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν οι παρατηρήσεις του Τούρκου στρατηγού εν αποστρατεία, Naim Baburoglu, ο οποίος συμφωνεί με όσους πιστεύουν ότι η επιρροή της Τουρκίας στο Kirkuk θα είναι περιορισμένη: «Οι εξελίξεις στο Ιράκ δεν είναι ανεξάρτητες από τις εξελίξεις στην Συρία, όπου οι Κούρδοι έχουν επίσης κερδίσει έδαφος με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Η Τουρκία υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ, την οποία απειλεί η κουρδική διοίκηση. Το PKK χρησιμοποίησε επίσης την γενική αναταραχή για να ενισχύσει τη θέση του στο βόρειο Ιράκ. Είναι επομένως το μικρότερο κακό για την Τουρκία να έχει την κεντρική κυβέρνηση να ελέγχει το Κιρκούκ, στο όνομα της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ, ενάντια στις κουρδικές φιλοδοξίες, αφού η ανεξαρτησία των Κούρδων παραμένει η κύρια απειλή για την Τουρκία». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ είναι η πρώτη προτεραιότητα για την Τουρκία.

Τα λόγια του Recep Tayyip Erdogan, από το 2009, εστιάζουν ήδη στις επιπτώσεις δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους στο Ιράκ: «Προασπίζουμε την ίδρυση και λειτουργία ενός ιρακινού κράτους με βάση την ιθαγένεια του Ιράκ. Ο κοινός παρονομαστής είναι η ιρακινή υπηκοότητα. Εάν δημιουργήσετε ένα κουρδικό κράτος, τότε άλλοι θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ένα κράτος Σιϊτών και άλλοι ένα αραβικό κράτος. Έτσι, θα διαιρεθεί το Ιράκ στα τρία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει το Ιράκ σε εμφύλιο πόλεμο».

Αποφεύγουν, βέβαια, να μιλήσουν για τις επιπτώσεις στην Τουρκία.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΜΕΝΙΑ

Παρά το δόγμα του Ahmet Davutoglu «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες», οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αρμενία είναι περιορισμένες, αν όχι παγωμένες.

Η Τουρκία ήταν μεταξύ των πρώτων χωρών που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Αρμενίας, το 1991, αλλά μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επίσημες διπλωματικές σχέσεις. Μετά την κρίση του Nagorno Karabakh, τα σύνορα της Τουρκίας με την Αρμενία παραμένουν κλειστά.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πριν από το πρόσφατο ψήφισμά του το 2015, είναι ο πρώτος διεθνής οργανισμός που αναγνώρισε, από το 1987, τα τραγικά γεγονότα μεταξύ 1915-1917 ως γενοκτονία, στο ψήφισμά του «για μια πολιτική λύση στο αρμενικό ζήτημα» (Vandemeulbroucke Report, 18.06.1987).
Τον Ιούλιο του 2001, στην Γενεύη δημιουργήθηκε η Επιτροπή Τουρκο-Αρμενικής Συμφιλίωσης με δέκα μέλη από την Αρμενία, την Τουρκία, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Τουρκία, και ειδικότερα η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, προώθησαν την ιδέα της δημιουργίας μιας κοινής επιτροπής αποτελούμενης από ιστορικούς από την Τουρκία και την Αρμενία «που θα εξετάσει τα εθνικά αρχεία των δύο χωρών και θα αποκαλύψει τα ευρήματα της έρευνάς τους στο διεθνές κοινό». Η θέση της Αρμενίας, η οποία αντικατοπτρίζεται στην επίσημη απάντηση του προέδρου Robert Kocharyan στον πρόεδρο Recep Tayyip Erdogan το 2005, ήταν ότι «είναι ευθύνη των κυβερνήσεων να αναπτύξουν διμερείς σχέσεις και δεν έχουμε το δικαίωμα να μεταβιβάσουμε αυτή την ευθύνη στους ιστορικούς».
Η δολοφονία του γνωστού δημοσιογράφου και συγγραφέα Hrant Dink, Ιανουάριο 2007, ενός Τούρκου πολίτη αρμενικής καταγωγής, επιδείνωσε τις διμερείς σχέσεις, καθώς ο Dink συνέβαλε στην προώθηση συζήτησης για την Αρμενική Γενοκτονία.

Τον Σεπτέμβριο 2008, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Αμπντουλάχ Γκιούλ, πραγματοποίησε την πρώτη -αν και ανεπίσημη- επίσκεψη αρχηγού του τουρκικού κράτους στην Αρμενία, μετά από πρόσκληση του προέδρου Serzh Sargsyan, για να παρακολουθήσει αγώνα προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου FIFA μεταξύ εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου των δύο χωρών.

Οι Υπουργοί Εξωτερικών, Eduard Nalbandyan και Ahmet Davutoglu, υπέγραψαν «συμφωνία ομαλοποίησης των σχέσεων», στην Ζυρίχη, στις 10 Οκτωβρίου 2009. Στην υπογραφή παρευρέθησαν οι υπουργοί της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, Bernard Kouchner, Hillary Clinton και Sergey Lavrov αντίστοιχα. Η Ελληνική Προεδρία, εκείνη την εποχή, στο πλαίσιο του ΟΑΣΕ, χαιρέτισε με επίσημη δήλωση «την ιστορική συμφωνία για την ομαλοποίηση των σχέσεων Τουρκίας και Αρμενίας». Για διάφορους λόγους, η απαρίθμηση των οποίων βρίσκεται έξω από την παρούσα ανάλυση, η συμφωνία αυτή θεωρείται σήμερα ως «νεκρό γράμμα». Τα σύνορα Τουρκίας-Αρμενίας παραμένουν κλειστά, τα γεωργιανά λιμάνια Batumi και Poti καλύπτουν τουλάχιστον το 70% του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της Αρμενίας.

Η γενοκτονία των Αρμενίων αναγνωρίζεται ήδη από 29 κράτη, μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις αμερικανικές εβραϊκές οργανώσεις και 48 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) , ενώ ο Πάπας Φραγκίσκος Α΄, χαρακτήρισε τα τραγικά γεγονότα του 1915-1917 ως «την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα».

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Και οι δύο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά η Βουλγαρία είναι πλήρες μέλος της ΕΕ ενώ η Τουρκία είναι υποψήφια χώρα. Και οι δύο είναι μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (ΟΣΕΠ) με διμερή οικονομικό και εμπορικό κύκλο εργασιών που φθάνει τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Στην Βουλγαρία υπάρχουν περίπου 700.000 Βούλγαροι τουρκικής καταγωγής, δηλαδή περισσότερο από το 9% του συνολικού πληθυσμού, ενώ στην Τουρκία ζουν περισσότεροι από 400.000 Βούλγαροι, Τούρκοι υπήκοοι.

Οι πολιτικοί αναλυτές δεν διστάζουν να χαρακτηρίσουν το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα των Τούρκων στην Βουλγαρία, το οποίο σχηματίστηκε το 1984, ως τρομοκρατική οργάνωση, οι ηγέτες του οποίου δημιούργησαν την 1η Ιανουαρίου 1990 το Κίνημα για τα Δικαιώματα και την Ελευθερία (Κόμμα MRF) με επικεφαλής τον Ahmed Dogan.

Τον Απρίλιο 2016, το «Δημοκρατικό Κόμμα Ευθύνης, Ελευθερίας και Ανοχής» (Κόμμα DOST) δημιουργήθηκε από τον Lyutvi Mestan, ο οποίος «εξοστρακίσθηκε» από το Κόμμα MRF, εφόσον «δικαιολόγησε» την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από την Τουρκία, Νοέμβριο 2015. «Dost» σημαίνει στα τουρκικά «στενός φίλος», ενώ, στην περίπτωση αυτή, ο ηγέτης του, Lyutvi Mestan, κατηγορείται από τον ηγέτη του MRF, για την δημιουργία και προώθηση ενός «ισλαμιστικού πολιτικού κόμματος».

Ο Erdogan, σε ομιλία του στην Άγκυρα, πριν από τις εκλογές στην Βουλγαρία, προέτρεψε ανοιχτά τους Βούλγαρους ψηφοφόρους τουρκικής καταγωγής να ψηφίσουν μαζικά το κόμμα DOST. Ο Τούρκος ηγέτης κατηγορεί το MRF ότι ασκεί πολιτική υπέρ της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτό ο Βούλγαρος πρωθυπουργός κατά την διάρκεια της εκλογικής περιόδου, Ognyan Gerdzhikov, δεν δίστασε να υπογραμμίσει με έμφαση ότι «η Τουρκία μετά την πτώση του κομμουνισμού πριν από 26 χρόνια προσπαθούσε να επηρεάζει τις εκλογές στην Βουλγαρία και τώρα δεν πράττει τίποτα το διαφορετικό».

Οι επενδύσεις της Τουρκίας στην Βουλγαρία κατά το πρώτο τρίμηνο 2017 ανήλθαν σε 24,5 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το Νοέμβριο περισσότεροι από 500 εκπρόσωποι και των δύο χωρών συμμετείχαν στο Forum της Σόφιας.

Η Τουρκία προβάλλει τις δυνατότητές της ως εγγυήτρια της ενεργειακής ασφάλειας της Βουλγαρίας. Παρ’ όλα αυτά, μια ανακοίνωση της βουλγαρικής κυβέρνησης, μετά την συνάντηση του πρωθυπουργού, Boiko Borissov, με τον υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Τουρκίας, Omer Celik, Νοέμβριο 2017, υπογραμμίζει ότι «οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι οι σχέσεις της Βουλγαρίας με την Τουρκία βασίζονται στις αρχές της καλής γειτονίας, αμοιβαίο σεβασμό και μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου».

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η «Ένωση Τουρκο-αμερικανών για τον Ατατούρκ» που αντικατοπτρίζει την «κεμαλική ανίληψη», σε επίσημη δήλωση υπογραμμίζει ότι «Η Συνθήκη της Λωζάννης πρέπει να θεωρηθεί ως η Συνθήκη που άλλαξε την πορεία των παγκόσμιων εξελίξεων και άνοιξε τον δρόμο στο ελεύθερο και δημοκρατικό σύστημα στον 20ο αιώνα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Συνθήκης της Λωζάννης είναι ότι δεν ήταν μόνο ένα εργαλείο για την ειρήνη, το πιο σημαντικό ήταν η διεθνής αναγνώριση ενός νέου κράτους. Ήταν το πιστοποιητικό θανάτου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το πιστοποιητικό γέννησης της Τουρκικής Δημοκρατίας».

Πράγματι, η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 ήταν ένα «δώρο» της διεθνούς κοινότητας στη νεοσυσταθείσα Τουρκική Δημοκρατία, ελαχιστοποιώντας -εις βάρος άλλων συμμάχων, και ιδιαίτερα της Ελλάδος- τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών, 1920, στην Τουρκία, ως χαμένης του Α΄παγκοσμίου πολέμου.

Αξίζει να υπομνησθεί ότι ο μεγάλος Έλληνας ηγέτης εκείνης της περιόδου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ανέπτυξε ειλικρινές πνεύμα συνεργασίας και φιλίας με τον Kemal Ataturk, σε τέτοιο βαθμό που, στις 12 Ιανουαρίου 1934, με επίσημη επιστολή προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Βραβείων Νόμπελ, πρότεινε τον Τούρκο ομόλογό του «για την διακεκριμένη τιμή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης».

Όπως είναι γνωστό, η Συνθήκη της Λωζάννης δεν αναφέρεται μόνο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πρόκειται για μια διεθνή Συνθήκη Ειρήνης, μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδος, της Ρουμανίας και του Σερβο-κροατο-σλοβενικού κράτους από τη μια πλευρά και της Τουρκίας από την άλλη. Ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τα σύνορα της Τουρκίας, της Βουλγαρίας, της Ελλάδος, της Συρίας, της Περσίας (Ιράν) και του Ιράκ. Ορίζει ότι «η Τουρκία αναγνωρίζει και αποδέχεται τα σύνορα της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Βουλγαρίας, της Ελλάδας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, του Σερβο-κροατο-σλοβενικού κράτους και του Τσεχοσλοβακικού κράτους…». Επιβεβαιώνει την «παραίτηση από την Τουρκία όλων των δικαιωμάτων και των τίτλων για την Αίγυπτο και το Σουδάν…» καθώς και ότι «η Τουρκία αναγνωρίζει την οριστική κατάργηση όλων των δικαιωμάτων και προνομίων που απολάμβανε στην Λιβύη…», αναγνωρίζοντας, επίσης, τα δικαιώματα των υπηκόων της Τυνησίας, της Λιβύης και του Μαρόκου που είναι εγκατεστημένοι στην Τουρκία. Τέλος, η Συνθήκη ορίζει ότι «η Τουρκία αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου που διακηρύχθηκε από την βρετανική κυβέρνηση…». (“Turkey hereby recognizes the annexation of Cyprus proclaimed by the British Government…..”). Στην πραγματικότητα, αυτή η διατύπωση δεν αφήνει κανένα περιθώριο νομικής και πολιτικής βάσης για μελλοντικά δικαιώματα της Τουρκίας στην Κύπρο.

Οι εμπειρογνώμονες του Διεθνούς Δικαίου, των Τούρκων συμπεριλαμβανομένων, συμπίπτουν στην διαπίστωση ότι «Μια διεθνής συνθήκη ειρήνης δεν παύει να ισχύει εκτός αν προβλέπεται ημερομηνία λήξης ή έχει κηρυχθεί (νέος) πόλεμος μεταξύ των μερών».

Στο πλαίσιο αυτό, ας δούμε μερικά ενδιαφέροντα σημεία αναφοράς στο ταξίδι της Συνθήκης της Λωζάνης κατά την διάρκεια περίπου δέκα προηγούμενων δεκαετιών.

Μέχρι το 1973, η Τουρκία, ποτέ -τουλάχιστον επίσημα- δεν αμφισβήτησε τα θαλάσσια και εναέρια σύνορα της Ελλάδος. Ήταν αφότου η Ελλάδα βρήκε πετρελαϊκά αποθέματα στην θαλάσσια περιοχή της Θάσου που άρχισαν οι παραβιάσεις των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου της Ελλάδος σε καθημερινή πλέον βάση.

Με την Τουρκία να μη συμμετέχει στην Συμφωνία για το νέο Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) 1982, η ελληνική κυβέρνηση ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε προτείνει στην Τουρκία την κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση της μοναδικής νομικής διαφοράς, δηλαδή της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδος. Παρά το αρχικό θετικό Κοινό Ανακοινωθέν, η Τουρκία υπαναχώρησε στην συνέχεια και το αρνείται μέχρι σήμερα.

Στις 31 Μαΐου 1995, η Ελλάδα επικυρώνει την Σύμβαση UNCLOS, όπως το έχουν πράξει μέχρι σήμερα 167 συμμετέχοντα κράτη και όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η άμεση ανταπόκριση της Τουρκίας ήταν το ψήφισμα της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της 8ης Ιουνίου 1995 που απειλεί την Ελλάδα με «στρατιωτικές ενέργειες», αν η τελευταία αποφασίσει να εφαρμόσει την Σύμβαση. Η πολιτική «casus belli», έναντι εξάσκησης νομίμου δικαιώματος! Αυτό που είναι αυτονόητο για όλα τα κράτη του κόσμου, αντιμετωπίζει την τουρκική «αλλεργία» ενάντια στο Διεθνές Δίκαιο, στην περίπτωση αυτή.

Η «Συνθήκη σχετικά με το καθεστώς των Στενών», που υπογράφηκε στο Montreux, 20 Ιουλίου 1936, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Επιθυμώντας να ρυθμίσουν την διαμετακόμιση και πλοήγηση στα Στενά των Δαρδανελλίων, την Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Βόσπορο αναφερομένων υπό τον γενικό όρο “Στενά” (Straits)…» Παραταύτα, σε άμεση αντιπαράθεση με τις διεθνείς συμβάσεις, η τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί τον όρο «Τουρκικά Στενά» (Turkish Straits). Επιπλέον, το 1993, οι τουρκικές αρχές έθεσαν σε ισχύ αυθαίρετους κανόνες σχετικά με τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών, κατά παράβαση της Συνθήκης του Montreux.

Τον Δεκέμβριο 2017 ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, Binali Yildirim, επικεντρώθηκε σε παλαιότερες δηλώσεις του Suleiman Demirel, 1998, ότι «τα γκρίζα σημεία στο Αιγαίο περιλαμβάνουν 132 νησιά ή βραχονησίδες, υπό την έννοια ότι δεν έχουν οριοθετηθεί από την Συνθήκη της Λωζάννης». Σε αυτή την βάση, ο υπουργός Εξωτερικών, Mevlut Cavusoglu, οργίλος, δήλωσε πρόσφατα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση: Είτε ο διπλωματικός διάλογος, είτε το Διεθνές Δικαστήριο, είτε η στρατιωτική παρέμβαση (!), Αλλά θα τα «πάρουμε τα νησιά».

Παραταύτα, οι δηλώσεις του προέδρου του CHP και αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Kemal Kilicdaroglu, είναι ακόμη πιο ανησυχητικές: «Το 2019, όταν θα βρισκόμαστε στην εξουσία, θα “πάρουμε” 18 νησιά από την Ελλάδα! Παλαιότερα, οι Έλληνες προέβαλαν και για την Κύπρο, “Ελάτε να την πάρετε” (Moλών λαβέ). Ποια ήταν η απάντηση του αείμνηστου Ecevit; Πήγε και “την πήρε”».

Αν η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας ότι «δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο», βρίσκεται εκτός όποιου σοβαρού πλαισίου συζήτησης, η «πρωτοβουλία» της Τουρκίας να δεσμεύσει με επίσημη NAVTEX τρεις εκτεταμένες περιοχές στο Αιγαίο, για στρατιωτικές ασκήσεις, καθ΄όλη τηn διάρκεια του 2018, βρίσκεται πέρα από κάθε φαντασία!

21062018-5.jpg

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Νίκος Κοτζιάς (αριστερά) και ο Τούρκος ομόλογός του, Mevlut Cavusoglu, μετά από συνέντευξη Τύπου στην Άγκυρα, Τουρκία, στις 24 Οκτωβρίου 2017. REUTERS / Umit Bektas
—————————————————————————–

Ωστόσο, θα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι η UNCLOS αποτελεί πλήρες τμήμα του «κεκτημένου» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επιθυμεί η Τουρκία να εισέλθει.

Πριν από τη Συνθήκη της Λωζάννης, οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη έφθαναν τους 279.788 σύμφωνα με την τουρκική απογραφή του 1920. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την Αγγλο-Γαλλική απογραφή, οι Μουσουλμάνοι στην Δυτική Θράκη ήταν 86.793 άτομα. Σήμερα στην Κωνσταντινούπολη παραμένουν κάτι λιγότερο από 4.000 Έλληνες, ενώ στην Δυτική Θράκη υπάρχει ένας ακμάζων μουσουλμανικός πληθυσμός πάνω από 120.000. Αυτό είναι το αποτέλεσμα: Αύξηση κατά 50% περίπου στην Δυτική Θράκη, σε σύγκριση με μείωση περίπου 95% στην Κωνσταντινούπολη.

Ένα ενορχηστρωμένο πογκρόμ κατά της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1955, που προβλήθηκε έντονα στον διεθνή Τύπο εκείνης της περιόδου, υποχρέωσε πολλούς Έλληνες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και την Κωνσταντινούπολη. Παραταύτα, το 1964 το πογκρόμ ήταν ακόμα πιο έντονο, αφού τα μέλη της ελληνικής μειονότητας υποχρεώθηκαν να φύγουν αμέσως, αφήνοντας όλη τους την περιουσία στην Τουρκία.

Την άνοιξη του 2004, ο Recep Tayyip Erdogan, που πρόσφατα είχε αναλάβει την εξουσία, επισκέφθηκε την Δυτική Θράκη μαζί με τον τότε υπουργό Εξωτερικών, Abdullah Gul, δίνοντας το μήνυμα στο ακροατήριό του «να δουλεύουν και να έχουν πρόοδο στην Ελλάδα και να αγαπούν την Ελλάδα επειδή ζουν στην χώρα αυτή», δεχόμενος τα χειροκροτήματα τους και τους επαίνους του τουρκικού Τύπου.

Μετά από δεκατρία χρόνια, σε 180 μοίρες αντίθετη κατεύθυνση, ο Erdogan επισκεπτόμενος και πάλι τη Δυτική Θράκη -μετά από επισκέψεις του πρωθυπουργού, Binali Yildirim, και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Hakan Cavusoglu, που προηγήθηκαν σε διάστημα έξι μηνών!- απευθυνόμενος διχαστικά σε Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες ως «Τούρκους», πρόσθεσε ότι «Εμείς (οι Τούρκοι) έχουμε τέσσερα μέλη στην Βουλή των Ελλήνων που πρέπει να κάνουν πολλά πράγματα», χαιρετώντας με τον συμβολικό μουσουλμανικό τρόπο με τέσσερα δάκτυλα (rabia).

Ο όρος rabia σημαίνει στα αραβικά «τέσσερα» και έχει αναδυθεί το 2013 στην Αίγυπτο από την Μουσουλμανική Αδελφότητα προκειμένου να υποστηρίξει τον Mohamed Morsi. Έχει επίσης ένα μυστικιστικό νόημα, συμβολίζοντας τα τέσσερα βήματα στην εξουσία, δηλαδή την παρουσία του Ισλάμ, την επιλογή των μελλοντικών Μουσουλμάνων Αδελφών, τη σύγκρουση και την κυριαρχία. Όλα αυτά τα μηνύματα επιβεβαιώνουν έναν έντονο αλυτρωτισμό. Αλλά, μια στιγμή: Αλυτρωτισμός για τι; Στην Ελλάδα, οι Έλληνες πολίτες της μουσουλμανικής μειονότητας αντιμετωπίζουν θετική διάκριση σε σχέση με όλους τους άλλους πολίτες, όπως η ειδική ποσόστωση υπέρ των Μουσουλμάνων φοιτητών για εισαγωγή στα πανεπιστήμια, η οποία είναι ήδη σε ισχύ από το 1996.

Όσον αφορά την πρόσφατη επίσκεψη αυτή καθαυτή του Erdogan στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 2017, οι New York Times υπογραμμίζουν ότι «ο Erdogan επιθυμούσε να προβάλει φωτογραφία του σε χώρα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ», λαμβάνοντας υπόψη την απομόνωση και ένδεια προσκλήσεων μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016.

Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι νόμισαν ότι η επίσκεψη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει «γέφυρα» μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, ο Erdogan δεν είχε κανένα δισταγμό να τινάξει στον αέρα το κλίμα μιας επιδιωκόμενης γόνιμης συζήτησης σχετική με θέματα διμερούς συνεργασίας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το κύρος της Συνθήκης της Λωζάννης (μετά από 94 χρόνια!…), προωθώντας άσχετους και αβάσιμους ισχυρισμούς για τα ελληνικά νησιά, επιμένοντας στην ονομασία της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης ως «τουρκικής» (παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης δεν αναγνωρίζει εθνικές μειονότητες) και προωθώντας ακόμα την απαίτηση για έκδοση «εδώ και τώρα» των 8 Τούρκων αξιωματικων, αιτουμένων άσυλο στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα, ένα ζήτημα καθαρής αρμοδιότητας της Δικαιοσύνης.

Απολαύοντας καθολικής ευρωπαϊκής και διεθνούς αναγνώρισης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και με υψηλή εκτίμηση καθηγητές του Δικαίου, ανάμεσα στα «μεγάλα ονόματα» της Νομικής Επιστήμης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Προκαλεί λοιπόν θυμηδία και αντίφαση (στην πλέον επιεική εκδοχή) να ακούει κάποιος τον Τούρκο Πρόεδρο να απευθύνεται με ύφος υπεροπτικό στον Έλληνα ομόλογό του, λέγοντας ότι «Δεν είμαι καθηγητής Δικαίου, αλλά γνωρίζω πολύ καλά το πολιτικό δίκαιο (ή το δίκαιο της πολιτικής)». Πράγματι, στην καριέρα μου, έχω διαχειριστεί πολλούς τομείς και διαιρέσεις του δικαίου, αλλά είναι η πρώτη φορά που συναντώ τον όρο «πολιτικό δίκαιο» ή «δίκαιο της πολιτικής». Πιθανόν, πρέπει να είναι η νέα εφεύρεση του κ. Erdogan.

Η θύελλα των δηλώσεων της διεθνούς κοινότητας, ιδιαίτερα από ΗΠΑ, Γερμανία, Βουλγαρία, και Γαλλία, ως προς την δυναμική και ισχύ της Συνθήκης της Λωζάννης, δεν άφησε περιθώριο αισιοδοξίας στον Erdogan. Ωστόσο, το πιο καταλυτικό χτύπημα εναντίον των επιχειρημάτων του ήρθε «εκ των ένδον», από τον ηγέτη του CHP, Kemal Kilicdaroglu: «Εάν ο Πρόεδρος της Τουρκίας δεν γνωρίζει Ιστορία, τότε πρέπει να καλέσει έναν ιστορικό να του εξηγήσει. Η Συνθήκη της Λωζάννης αποτελεί προνόμιο για την Τουρκία, ενώ και ο ίδιος ο Erdogan είχε δηλώσει, παλαιότερα, ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αποτελεί προνόμιο για την Τουρκία. Εμείς υπερασπίζουμε την Συνθήκη της Λωζάνης, το AKP υπερασπίζεται την Συνθήκη των Σεβρών. Υποστηρίζουμε την Δημοκρατία, υπερασπίζονται τον Χαλιφάτο. Υπερασπιζόμαστε τους πολίτες, υπερασπίζονται την δουλεία».

Υπάρχει ζήτημα ιδιαίτερης ευαισθησίας για τον ελληνικό λαό: Μετά τις «επιτυχείς» επιχειρήσεις του οθωμανικού καθεστώτος εναντίον των Αρμενίων την περίοδο 1915-1917, η νέα κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ, στις 19 Μαΐου 1919, έθεσε σε ισχύ ένα τέλεια οργανωμένο σχέδιο για την εξόντωση περισσότερων από 350.000 Ελλήνων κατοίκων στην περιοχή του Πόντου, στην Τουρκία.

Εντός των ορίων της παρούσας ανάλυσης, δεν αναφέρω τίποτα περισσότερο από την δήλωση του τότε Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Woodrow Wilson: «Δίδω την συμπάθεια της καρδιάς μου σε κάθε προσπάθεια που καταβάλλει ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών για να ανακουφίσει τα τρομερά δεινά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Κανείς δεν υπέφερε περισσότερο ή περισσότερο άδικα απ΄ ότι εκείνοι…», καθώς και του Βρετανού πρωθυπουργού, David Lloyd George, σε ομιλία του για εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Βουλή των Κοινοτήτων: «…δεκάδες χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά έχουν εκτοπισθεί και δεκάδες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους. Ήταν καθαρή σκόπιμη εξόντωση» (pure deliberate extermination), προσθέτοντας ότι «εξόντωση δεν είναι δικός μου όρος. Είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκεί αμερικανική αποστολή».

Ένα πρόσφατο περιστατικό επιβεβαιώνει το γενικό κλίμα σήμερα στην Τουρκία εναντίον των Ελλήνων και δεν αποτελεί «γνώμη» ή «εκτίμηση» αλλά είναι γεγονός: Ο μεγάλος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος του 5ου-4ου αιώνα π.Χ., Διογένης, γεννήθηκε στην Σινώπη, πόλη στον Εύξεινο Πόντο. Η πλατεία της πόλης ήταν, από πολλές δεκαετίες, διακοσμημένη με ένα άγαλμα αυτού του κλασσικού φιλόσοφου. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση της εφημερίδας Hurriet οι δημοτικές Αρχές, σχεδιάζουν να αφαιρέσουν το άγαλμα του γεννηθέντος στην πόλη τους φιλοσόφου, «μετά από διαμαρτυρίες πολιτών ότι ο τελευταίος διαχέει την ελληνική φιλοσοφία» (sic).

Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: Η Τουρκία, με την οικονομική συνεργασία και υποστήριξη της ρωσικής τεχνολογίας, ξεκίνησε την κατασκευή στο Akkuyu, κοντά στα θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα, σε μια ιδιαίτερα σεισμογενή περιοχή, μιας μονάδας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι εκτός από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ρύπανσης, σε μερικά χρόνια η Τουρκία θα αποτελεί εν δυνάμει πυρηνική δύναμη στην ευαίσθητη ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ – ΙΣΡΑΗΛ

Οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ πέρασαν πολλές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων επτά δεκαετιών. Η Τουρκία, μολονότι είχε καταψηφίσει το Σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη, αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ το 1949.

Μετά την αναγνώριση από το Ισραήλ της Ιερουσαλήμ ως «αιώνιας πρωτεύουσας» του, η τουρκική αντιπροσωπεία υποβαθμίστηκε στο επίπεδο του «Δεύτερου Γραμματέα», το 1980. Το 1990 υπογράφηκε συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της Ισραηλινής Mossad και της Τουρκικής MIT. Ωστόσο, το Ισραήλ κατηγορεί την Τουρκία ότι «πρόδωσε την στρατηγική του εμπιστοσύνη και παραβίασε τους άγραφους κανόνες διεθνούς συμπεριφοράς και σχέσεων στον τομέα των πληροφοριών», στον πόλεμο κατά του ISIS.

Στις αρχές του 2006, το Ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών περιέγραφε τις σχέσεις της χώρας του με την Τουρκία ως «άριστες». Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2009, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Benjamin Netanyahu, χαρακτήρισε την Τουρκία ως «ανέντιμο διαμεσολαβητή» (not an honest broker), στις συζητήσεις μεταξύ του κράτους του και της Συρίας.

Περαιτέρω επιδείνωση δημιουργήθηκε μετά το περιστατικό τον Μάιο 2010, όταν οκτώ Τούρκοι πολίτες και ένας Τουρκο-αμερικανός σκοτώθηκαν από ισραηλινά πυρά στο πλοίο «Mavi marmara», προσπαθώντας να σπάσουν τον αποκλεισμό στην Γάζα, αγνοώντας προηγούμενη απαγόρευση του Ισραήλ. Ο Erdogan περιέγραψε την επιδρομή ως «κρατική τρομοκρατία» και η Τουρκία ανακάλεσε αμέσως τον πρέσβυ της από το Ισραήλ. Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι το συμβάν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτες συνέπειες στις διμερείς σχέσεις

Στις 27 Ιουνίου 2016 ανακοινώθηκε συμφωνία συμφιλίωσης για τον τερματισμό της εξαετούς ρήξης στη σχέση μεταξύ των δύο χωρών.

Οι ηγέτες του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC) που πραγματοποίησαν έκτακτη συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη, στις 13 Δεκεμβρίου 2017, μετά την απόφαση του Donald Trump να μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, αποφάσισαν, συμπεριλαμβανόμενου του Erdogan, να αναγνωρίσουν την «Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του κράτους της Παλαιστίνης», όπως γράφτηκε στην επίσημη ανακοίνωση της συνόδου κορυφής.

Στο πλαίσιο αυτό, ένας παράγοντας που επιδεινώνει με καταλυτικό τρόπο την πολιτική ατμόσφαιρα είναι η πολεμική ρητορική του Ερντογάν εναντίον του Ισραήλ και το προσβλητικό λεξιλόγιο εναντίον του εβραϊκού λαού. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν αποτελεί «έκπληξη» ότι το 2017 περισσότερο από το ένα τρίτο των Εβραίων πολιτών εγκατέλειψαν την Τουρκία, είτε για να επιστρέψουν στο Ισραήλ, είτε για να ξεκινήσουν μια «νέα ζωή» στην Πορτογαλία ή στην Ισπανία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάλυση της τουρκικής ημερήσιας φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Yeni Safak κατά την Σύνοδο Κορυφής του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας στην Κωνσταντινούπολη τον Δεκέμβριο 2017, η οποία σε ένα υποθετικό αλλά απόλυτα φιλοπολεμικό σενάριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «εάν όλες οι χώρες του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας συντονίζονταν σε πραγματικό στρατιωτικό συνασπισμό, θα ήταν σε θέση να να παρατάξουν 5.206.100 στρατιώτες εναντίον του Ισραήλ και οι αμυντικές δαπάνες θα ανήρχοντο σε 175 δισεκατομμύρια δολάρια».

Η ανάλυση αναπτύσσει ένα εικονικό στρατιωτικό σενάριο όπου στην πρώτη φάση 250.000 Μουσουλμάνοι στρατιώτες θα περικυκλώσουν το Ισραήλ, αφού έχουν δημιουργήσει γύρω του στρατιωτικές εγκαταστάσεις υποστήριξης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ισραήλ έχει μόνο 160.000 στρατιώτες και δαπανά για σκοπούς Άμυνας 15,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Η πιο εντυπωσιακή, πάντως, έμφαση αυτής της ανάλυσης είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, «Η Τουρκία μόνη της θα μπορούσε να συντρίψει το Ισραήλ, αφού, σε αριθμούς, είναι ο δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ με 4.000 τανκς, 1.000 αεροσκάφη και 194 σκάφη».

ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΤΗΣ 15ης ΙΟΥΛΙΟΥ 2016

Λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, ο Τούρκος υπουργός Εμπορίου, Bulent Tufenkci, δήλωσε ότι το κόστος του έφτασε τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια στην τουρκική οικονομία. Πρόσθεσε ότι «όταν λάβουμε υπόψη όλα τα αεροσκάφη, τα ελικόπτερα, τα όπλα, τις βόμβες και τα κτίρια, το συνολικό αρχικό κόστος φθάνει σε ένα επίπεδο 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο πιθανότατα θα αυξηθεί στο μέλλον».

Ο Erdogan κατηγορεί τον Ιμάμη Fethullah Gulen ως τον ενορχηστρωτή του πραξικοπήματος, μεμφόμενος την Δύση ότι «δεν ανταποκρίθηκε αμέσως και με τη συνηθισμένη ευαισθησία», ενώ ο Gulen κατηγορεί τον Erdogan ότι «ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής του πραξικοπήματος που κινούσε τα νήματα στο παρασκήνιο».

Έπειτα από έρευνα ενός έτους, το Κέντρο της Στοκχόλμης για την Ελευθερία δημοσίευσε μελέτη που υπογραμμίζει ότι ο Erdogan ήταν, στην πραγματικότητα, ο ενορχηστρωτής, δεδομένου ότι:

-Ο ίδιος χαρακτήρισε το πραξικόπημα ως δώρο από τον Θεό.
-Ο επικεφαλής της MIT, Hakan Fidan, -ο οποίος γνώριζε το πραξικόπημα- δεν είχε ενημερώσει ούτε τον Πρωθυπουργό ούτε τον Πρόεδρο και παρ’ όλα αυτά είναι ακόμα στην θέση του. Επίσης, ο Fidan, δεν έχει κληθεί ούτε ως κατηγορούμενος, ούτε ως μάρτυς στην δικαστική διαδικασία που ακολούθησε μετά το πραξικόπημα. Ακόμη, ο επικεφαλής της MIT, είχε πολλές επαφές με την ηγεσία του στρατού λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα, επισκέφθηκε το Γενικό Επιτελείο λίγες ώρες πριν το πραξικόπημα, και αυτό άρχισε αμέσως μετά την αναχώρησή του.
-Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Hulusi Akar, προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις, ενώ οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι το πραξικόπημα θα μπορούσε να αποφευχθεί, ακόμα και πριν αρχίσει. Εντούτοις, ο Akar δεν έλαβε κανένα μέτρο στην κατεύθυνση αυτή.

21062018-6.jpg

Ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, χειρονομεί κατά την διάρκεια μιας προεκλογικής εκδήλωσης στη Mardin, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας στη νοτιοανατολική Τουρκία, στις 20 Ιουνίου 2018. REUTERS / Goran Tomasevic
——————————————————————————————-

Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η Τουρκία δεν είναι πλέον κράτος δικαίου». Η δικαιοσύνη ελέγχεται απόλυτα από την κυβέρνηση, δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου, τα μέλη της αντιπολίτευσης βρίσκονται στην φυλακή, ενώ περισσότεροι από 150.000 δημόσιοι υπάλληλοι έχουν χάσει την δουλειά τους. Οι διώξεις στον στρατό, το Διπλωματικό Σώμα, τη Διοίκηση και τις Υπηρεσίες για την Ασφάλεια φθάνουν σε ανησυχητικό επίπεδο και 51.889 άτομα βρίσκονται στη φυλακή.

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Στις 7 Ιουλίου, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Antonio Guterres, ανακοίνωσε μετά από μακρές και επίπονες συνομιλίες στο Crans Montana της Ελβετίας ότι «…η Διάσκεψη για την Κύπρο έκλεισε χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία». Ήταν μεταξύ των σπάνιων περιπτώσεων όπου ο Γενικός Γραμματέας των Η.Ε. αποφάσισε να εμπλακεί ο ίδιος προσωπικά, προτού οι συνομιλίες εισέλθουν στο τελικό στάδιο. Η αφοσίωσή του και η επιμονή του να πετύχει μια λύση αξίζουν όλο το σεβασμό μας.

Στις 28 Ιανουαρίου 2017, ο «Economist» δημοσίευσε διεξοδική ανάλυση για το Κυπριακό με τον εύγλωττο τίτλο «Η Κύπρος θα επανενωθεί, εάν ο πρόεδρος της Τουρκίας το επιτρέψει». Παράλληλα, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Melvut Cavusoglu, δήλωνε εν ψυχρώ, κατά την διάρκεια των συζητήσεων στην Crans Montana, ότι «Ναι, θέλουμε τα τουρκικά στρατεύματα να παραμείνουν στην Κύπρο, επειδή είναι πιθανό να τα χρησιμοποιήσουμε στο μέλλον, όταν χρειασθεί. Ναι, θέλουμε να έχουμε δικαίωμα επέμβασης».

Είναι προφανές ότι κανένα «κανονικό κράτος» – σύμφωνα με την έκφραση του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ – δεν θα μπορούσε να έχει στο έδαφός του ξένο στρατό και να δέχεται «δικαιώματα επέμβασης» από τρίτη χώρα στην επικράτειά του. Σε αυτό το σημείο όλα τα κόμματα και η διεθνής κοινότητα (ΗΠΑ, EΕ, ΟΗΕ, Ελλάδα, Κυπριακή Δημοκρατία, Ηνωμένο Βασίλειο) συμπίπτουν, εκτός από την Τουρκία.

Η διεθνής κοινότητα έχει καταδικάσει κατ’ επανάληψη και απολύτως, τόσο από νομική όσο και πολιτική έποψη,

-την τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή,
-τη μαζική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
-την βίαιη απέλαση και εκτοπισμό 200.000 Ελληνοκυπρίων (το 40% του συνόλου των Ελληνο-Κυπρίων το 1974) με τη μορφή εθνο-κάθαρσης,
-την απέλαση 20.000 εγκλωβισμένων Ελληνοκυπρίων στην χερσόνησο της Καρπασίας,
-την συστηματική λεηλασία της κυπριακής πολιτιστικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα εδάφη (πάνω από 500 εκκλησίες έχουν καταστραφεί παρά τα σχετικά ψηφίσματα της UNESCO, ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών),
-τον εποικισμό των κατεχόμενων εδαφών με περισσότερους από 100.000 εποίκους από την Τουρκία:
Καταδίκες από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, τη Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο Υπουργών ΕΕ, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο κατάλογος είναι μακρύς…

Αναφερόμενος στην τραγική κατάληξη των 1600 και πλέον Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων που αγνοουμένων, λόγω της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο, ο Rauf Denktash με τις δηλώσεις του στην τουρκική τηλεόραση, στις 01.03.1996, ότι «…οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι δολοφονήθηκαν πράγματι εν ψυχρώ το 1974 από μη τακτικό τουρκοκυπριακό στρατό», όχι μόνο δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας, αλλά επιβεβαιώνει συγχρόνως τον πραγματικό δολοφονικό εαυτό του.

Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι τα δικαιώματα της Κύπρου στην ΑΟΖ της, βασίζονται καθαρά και μόνο στο Διεθνές Δίκαιο. Το «νομικό επιχείρημα» της Τουρκίας συνοψίζεται σε απειλή με τη μορφή επιστολής προς τα Ηνωμένα Έθνη ότι «αν το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου δεν σταματήσει, τότε η Τουρκία θα προχωρήσει στα απαραίτητα μέτρα»! Διεθνές Δίκαιο από τη μία πλευρά, απειλές ως απάντηση, από την άλλη.

Το 1956, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Rauf Denktash δήλωσε ότι «Ακόμη και αν δεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι, η Τουρκία θα έπρεπε να τους εφεύρει». Το 1997, ο Τούρκος πρωθυπουργός εκείνης της εποχής Mesut Yilmaz , υπογράμμισε ότι «τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας δεν εκτείνονται μόνο στην τουρκο-κυπριακή κοινότητα, αλλά στην Κύπρο συνολικά»(sic). Πολλές άλλες δηλώσεις, με το ίδιο περιεχόμενο και προς την ίδια κατεύθυνση, από υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Τουρκίας -συμπεριλαμβανομένου του πρώην πρωθυπουργού Ahmet Davutoglu- έχουν εμπλουτίσει τις σταθερές, διαχρονικές και αδυσώπητες προθέσεις της Τουρκίας κατά της Κύπρου.

Η Κύπρος παραμένει η μοναδική περίπτωση, όπου μια μικρή κοινότητα του 18%, επιθυμεί να επιβάλει -και σε μεγάλο βαθμό το έχει πετύχει- την θέληση και το «καθεστώς» της στην πλειονότητα και τελικά σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Αυτό υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που αποκαλείται «πολιτική ισότητα», η οποία πάντα ισχύει και πρέπει να είναι σεβαστή erga omnes. Οι ποσοτικές πληθυσμιακές παράμετροι και κριτήρια στο Κυπριακό, ίσως δεν έχουν ως τώρα αξιολογηθεί επαρκώς και προβληθεί προς τα έξω στις σωστές τους διαστάσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Melvut Cavusoglu, δεν δίστασε να μιλήσει δημοσίως για ενδεχόμενη μελλοντική λύση του Κυπριακού «μη βασισμένη στις παραμέτρους των Ηνωμένων Εθνών», προσθέτοντας ότι «θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες για μια διευθέτηση σε πλαίσιο με διαφορετικές παραμέτρους». Επιπλέον, ο πρόεδρος Erdogan δήλωσε ότι η Τουρκία έχει φυσικά Σχέδιο Β’ ή Σχέδιο Γ’ για την Κύπρο, εκτός πλαισίου Ηνωμένων Εθνών. Η ειρωνεία αυτής της μεγάλης προσβολής προς τα Ηνωμένα Έθνη είναι ότι πραγματοποιήθηκε παρουσία του Γενικού Γραμματέα, Antonio Guterres.

Η διεθνής κοινότητα πρέπει να αντιδράσει άμεσα στην κατάσταση αυτή. Αν το Crans Montana ήταν «η τελευταία ελπίδα για το Κυπριακό» σύμφωνα με την έκφραση του Jean Claude Juncker, τότε τι μετά; Τώρα, περισσότερο από ποτέ, η αρμοδιότητα για το Κυπριακό πρέπει να παραμείνει στα χέρια της διεθνούς κοινότητας. Δεν μπορεί να «τουρκοποιηθεί» ή να συρθεί με τουρκικές «πρωτοβουλίες και τεχνάσματα» εκτός πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών. Στην κατεύθυνση αυτή, τα λόγια του Γενικού Γραμματέα, Antonio Guterres, ότι «Το αποτέλεσμα της Crans Montana δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να αναπτυχθούν άλλες πρωτοβουλίες», αποτελούν πράγματι προτεραιότητα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ REZA ZARRAB

Τον Μάιο 2016 ένας 34χρονος Τουρκο-Ιρανός επιχειρηματίας, ο Reza Zarrab, συνελήφθη στο Μαϊάμι κατά την διάρκεια οικογενειακού ταξιδιού στην Φλώριδα των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την αμερικανική Δικαιοσύνη, ο Zarrab κατηγορείται για παραβίαση των αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων κατά του Ιράν, τραπεζική απάτη και νομιμοποίηση εσόδων από ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Ο Ζαράμπ αποδέχτηκε την ενοχή του και μπροστά σε δεκάδες δημοσιογράφους δήλωσε ότι ο τότε πρωθυπουργός, Recep Tayyip Erdogan, ήταν απόλυτα ενήμερος και στο πλαίσιο αυτό έδωσε «οδηγίες» σε δύο κρατικές τράπεζες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στις 17 Δεκεμβρίου 2013 η τουρκική αστυνομία σε εκτεταμένη επιχείρηση κατά της διαφθοράς συνέλαβε 52 άτομα, μεταξύ των οποίων και τους υιούς των υπουργών του Erdogan, Muammer Guler, Erdogan Bayraktar και Zafer Caklayan, ενώ μια ανάλογη επιχείρηση που είχε προγραμματισθεί για τις 25 Δεκεμβρίου, και η οποία πιθανώς περιελάμβανε τον υιό του Erdogan, Bilal, ακυρώθηκε, χωρίς τελικά να πραγματοποιηθεί.

Σύμφωνα με τον Τούρκο αναλυτή Mustafa Akyol «αυτό ήταν το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας». Παράλληλα, μετά από reportage της «Today’s Zaman» σχετικό με το θέμα αυτό, η ημερήσια αυτή εφημερίδα έκλεισε.

Kατά την διάρκεια του 2014, 40.000 Τούρκοι αστυνομικοί τοποθετήθηκαν σε άλλες θέσεις ή σε άλλες πόλεις, ενώ 4.000 δικαστές και εισαγγελείς «ανέλαβαν άλλα καθήκοντα», σε μια προσπάθεια της Κυβέρνησης «να τοποθετήσει τον σωστό άνθρωπο στην σωστή θέση»!

Αν και ο Reza Zarrab πέρασε δύο μήνες στην φυλακή, μετά την απελευθέρωσή του καυχήθηκε ότι «μπόρεσε να εξάγει» 200 τόνους χρυσού στο Ιράν, κερδίζοντας περισσότερα από 11 δισεκατομμύρια δολάρια και επιτυγχάνοντας να μειώσει κατά 15% το έλλειμμα του τουρκικού εμπορικού ισοζυγίου. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Zarrab, παρουσία πολλών κυβερνητικών αξιωματούχων και Υπουργών, τιμήθηκε με το βραβείο του «Καλύτερου Τούρκου Εξαγωγέα της Χρονιάς».

Δημοσιεύματα του Τύπου εστιάζουν στο ότι ο Zarrab έχει την πρόθεση να συνεργαστεί με τις αρχές της Αμερικανικής Δικαιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, ο Recep Tayyip Erdogan υπογραμμίζει ότι «δεν θα σκύψει το κεφάλι στον εκβιασμό των ΗΠΑ» (sic).

ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΕΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ

Σύμφωνα με διεθνή δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία, η Τουρκία βρίσκεται στην 8η θέση (μετά από τις ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιαπωνία) στην κατάταξη στρατιωτικής ισχύος για το 2017, ξεπερνώντας χώρες όπως Γερμανία, Αίγυπτο , Ινδονησία, Ισραήλ, Βραζιλία, Ιράν, Αυστραλία, Βόρεια Κορέα, Σαουδική Αραβία, Καναδά, Ισπανία, Ελλάδα ( 28η θέση), Μεξικό, Αργεντινή, και πολλές άλλες.

Αντίθετα, όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες για το 2017, η Τουρκία βρίσκεται στην 25η θέση με 8,2 δισεκατομμύρια δολάρια, η Ελλάδα στην 32η θέση δαπανώντας 6,54 δισεκατομμύρια δολάρια. Με στρατιωτικούς όρους αυτό «μεταφράζεται», ως, ευρισκόμενη η Τουρκία στην 8η θέση στον κόσμο εξ επόψεως «στρατιωτικής ισχύος», εκμεταλλεύεται στο έπακρο όλες τις «διευκολύνσεις και πλεονεκτήματα» από την συμμετοχή της στην Συμμαχία του ΝΑΤΟ και στην Δύση γενικότερα (την οποία ο Ερντογάν δεν σταματά να διακηρύσσει ότι «μισεί») και ξοδεύει πολύ λιγότερα από ό, τι θα ήταν υποχρεωμένη να δαπανήσει στην αντίθετη περίπτωση μη συμμετοχής της, εφόσον ευρίσκεται σε χαμηλότερη (25η) θέση αμυντικών δαπανών και όχι σε κάπως «αντίστοιχη» με την 8η θέση στην κατάταξη στρατιωτικής ισχύος.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα, παρά τις συνήθεις διευκολύνσεις της Δύσης προς αυτήν ως μέλος του ΝΑΤΟ, υποχρεούται να δαπανήσει σχεδόν το ίδιο ποσό με την Τουρκία -και αυτό μέσα σε περίοδο κρίσης και παρά τον μικρότερο κρατικό προϋπολογισμό- για την εθνική άμυνα κατά της τουρκικής επιθετικότητας η οποία εκδηλώνεται με πράξεις σε καθημερινή βάση αλλά και επίσημες τουρκικές απειλές κατευθυνόμενες άμεσα εναντίον της: Η σχεδόν ίδια θέση στην κατάταξή της ως προς την στρατιωτική ισχύ (28η) και ως προς τις αμυντικές δαπάνες (32η) αποτελεί την αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση.

Πριν προχωρήσει στην αγορά του συστήματος πυραύλων S-400 από την Ρωσία, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας, Fikri Isik, τον Απρίλιο του 2014 δήλωσε: «Η παραγωγή στρατιωτικού και ειδικού οπλικού υλικού στα εργοστάσια υποβάλλεται στον έλεγχο MTCR και ο κάθε αγοραστής χρειάζεται άδεια από τις παραγωγές χώρες για την απόκτηση του κάθε συγκεκριμένου υλικού. Η Τουρκία είναι συμβαλλόμενο μέρος και, ως εκ τούτου, χρειαζόμαστε άδεια από κάθε εταιρεία-προμηθευτή για την κάλυψη των αναγκών μας σε κεφαλές και βόμβες. Υπ’ αυτό το πρίσμα, θα αποτύχουμε αν κάποια ενδιαφερόμενη χώρα δεν επιτρέψει στις εταιρείες της να μας προμηθεύσει. Θέλουμε να θέσουμε τέλος σε αυτή την κατάσταση και να παράγουμε εμείς για τον εαυτό μας το υλικό που επιθυμούμε ».

Όπως αναμενόταν, αυτή η προσέγγιση δημιούργησε έντονες ανησυχίες και σοβαρές επικρίσεις από διεθνείς αξιωματούχους που θεωρούν ευλόγως αυτή την πρωτοβουλία ως σαφή προσπάθεια παραβίασης και υπέρβασης των κανόνων MTCR. Παραταύτα, έντονη κριτική ασκήθηκε και στο εσωτερικό της Τουρκίας από Τούρκους αναλυτές. Ο αναγνωρισμένος και σε διεθνές επίπεδο, ο Τούρκος πολιτικός αναλυτής, Burak Bekdil, στο άρθρο του με τίτλο «Χρειάζεται πράγματι η Τουρκία πυραύλους μεγάλης εμβέλειας;» στον ιστότοπο Al Monitor της 07.02.2014 υπογραμμίζει μεταξύ άλλων: «Στα τέλη του 2011, προς υπερηφάνεια εκατομμυρίων Τούρκων, το κρατικό ερευνητικό ίδρυμα TUBITAK ανακοίνωσε ότι οι επιστήμονές του θα ολοκληρώσουν σύντομα την κατασκευή ενός πυραύλου με εμβέλεια 1.500 χιλιόμετρα και το 2014 ενός άλλου με εμβέλεια 2.500 χιλιόμετρα».

Παράλληλα, σημειώνεται ότι ένας άλλος πύραυλος με εμβέλεια 800 χιλιόμετρα πραγματοποίησε δοκιμές ακριβείας στις 03.12.2016, σύμφωνα με επίσημο δελτίο τύπου του ειδησεογραφικού πρακτορείου Anadolu. «Πρόκειται για ένα “περίεργο πρόγραμμα”, όχι μόνο ως προς την στρατιωτική τεχνολογία αλλά και ως προς την διεθνή πολιτική και ασφάλεια. Με την Τουρκία ως επίκεντρο μιας εμβέλειας 2.500 χιλιομέτρων, μερικές από τις πόλεις που θα μπορούσαν θεωρητικά να βληθούν από τουρκικούς πυραύλους είναι: Αμμάν, Αλγέρι, Άμστερνταμ, Αθήνα, Βαρκελώνη, Βηρυτός, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Κάιρο, Κοπεγχάγη, Δαμασκός, Γενεύη, Τζέντα , Κίεβο, Λονδίνο, Μιλάνο, Μόσχα, Παρίσι, Ρώμη, Στοκχόλμη, Τεχεράνη, Τελ Αβίβ, Τρίπολη, Βιέννη, Βαρσοβία ή Ζυρίχη. Ποιες από τις πόλεις αυτές αποτελούν “εν δυνάμει μελλοντική απειλή” για την ασφάλεια της Τουρκίας;».

Τον Δεκέμβριο 2017, ο Recep Tayyip Erdogan, κατά την διάρκεια της τελετής καθέλκυσης της κορβέτας Kinaliada, υπογράμμισε ότι «η Τουρκία είναι μια από τις δέκα χώρες στον κόσμο που έχουν τις δυνατότητες να κατασκευάσουν δικά τους υποβρύχια». Παράλληλα, ανακοίνωσε τα σχέδια κατασκευής του πρώτου αεροπλανοφόρου της Τουρκίας.

Ο προβληματισμός πολλών στρατιωτικών αναλυτών δεν εστιάζει στο ότι οι υπερβολικές εξοπλιστικές δαπάνες της Τουρκίας ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες της. Το πλέον ανησυχητικό εντοπίζεται στο γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό ο στρατιωτικός εξοπλισμός της έχει επιθετικό προσανατολισμό. Αυτό παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος για την ευρύτερη περιοχή.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Τον Μάρτιο 2017, ο Ερντογάν εκτόξευσε άμεση απειλή στους Ευρωπαίους πολίτες, με την δήλωσή το ότι «Αν η Ευρώπη συνεχίσει να πορεύεται με αυτόν τον τρόπο, κανείς Ευρωπαίος και πουθενά δεν θα μπορεί να περπατά ασφαλής στους δρόμους», φράση η οποία δύσκολα αφήνει περιθώριο για να μην ερμηνευθεί ως «πρόσκληση» ή «ενθάρρυνση» σε τρομοκρατικές οργανώσεις και σε κάθε πρόθυμο εθελοντή, να πράξει αναλόγως. Αυτή η φράση έκανε τον γύρο του τουρκικού και του διεθνούς Τύπου καθώς και του Διαδικτύου.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο Αμερικανός Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, McMaster, παρουσία του Βρετανού ομολόγου του, Marc Sedwill, εστίασε στην εξέλιξη του «νέου ρόλου» της Τουρκίας ως κύριου χορηγού (μαζί με το Κατάρ) για τη χρηματοδότηση εξτρεμιστικής ισλαμιστικής ιδεολογίας με στόχο τα δυτικά συμφέροντα.

Για την καταπολέμηση των Κούρδων στην Βόρεια Συρία, η τουρκική κυβέρνηση δεν είχε κανένα δισταγμό να υποστηρίξει το ISIS, εναντίον του «κοινού εχθρού» τους. Όταν η συμμαχία με το ISIS δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει, η Τουρκία συνειδητοποίησε την εικόνα της αποτυχημένης πολιτικής Erdogan.

Σύμφωνα με ένα μερικώς δημοσιοποιημένο έγγραφο της γερμανικής κυβέρνησης ως απάντηση σε κοινοβουλευτική ερώτηση του κόμματος Die Linke, που δημοσιοποιήθηκε μερικώς από το τηλεοπτικό κανάλι ARD τον Αύγουστο του 2016, διαπιστώνεται ότι «Μετά από σταδιακή, βήμα προς βήμα, ισλαμοποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της, η Τουρκία εξελίχθηκε σε κεντρική πλατφόρμα δραστηριοτήτων ισλαμιστικών ομάδων της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Πολυάριθμες πράξεις αλληλεγγύης και υποστήριξης από τον Πρόεδρο Ερντογάν και το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ στην Μουσουλμανική Αδελφότητα, τη Hamas και τις ένοπλες ομάδες της ισλαμιστικής αντιπολίτευσης στη Συρία, υπογραμμίζουν την ιδεολογική τους σχέση με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους».

Ιδιαίτερη έμφαση, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να δοθεί στη ρωσική θέση επί του θέματος, τον Δεκέμβριο 2015, πριν από την τρέχουσα ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας Ρωσίας-Τουρκίας: Σε συνέντευξη Τύπου, ο Ρώσος Αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας, Anatoly Antonov, δήλωνε μεταξύ άλλων ότι «Η Τουρκία είναι ο κύριος καταναλωτής πετρελαίου που έχει κλαπεί από την Συρία και το Ιράκ, τους νόμιμους ιδιοκτήτες του. Σύμφωνα με πληροφορίες μας, η ανώτατη πολιτική ηγεσία της Τουρκίας, ο πρόεδρος Ερντογάν και η οικογένειά του, εμπλέκονται σε αυτές τις εγκληματικές δραστηριότητες», προσθέτοντας ότι «Στην Δύση, κανείς δεν έχει θέσει το ερώτημα ως προς το γεγονός ότι ο υιός του προέδρου Erdogan είναι επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ενέργειας, ενώ ο γαμπρός του Erdogan ορίζεται ως Υπουργός Ενέργειας».

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ – ΗΠΑ

Το 2006, το βιβλίο των Andrew Kohut και Bruce Stokes, «America Against the World – How we are different and why we are disliked», παρουσίασε την Τουρκία ως μια χώρα που έχει έναν από τους υψηλότερους βαθμούς αντι-αμερικανισμού, με το 77% του τουρκικού πληθυσμού να έχει αρνητική γνώμη. Όμως, το πιο σημαντικό: Οι συγγραφείς παρατηρούν ότι «ένα μεγάλο ποσοστό των Τούρκων πιστεύουν ότι δίκαια οι Αμερικανοί σκοτώνονται στο Ιράκ και αυτό προέρχεται από μια χώρα σύμμαχο και μέλος του ΝΑΤΟ!».

Παράλληλα, η αποδοχή μιας «δημοκρατίας αμερικανικού τύπου» υποστηρίχθηκε μόνο κατά 33%, ενώ στο ερώτημα «εάν μια δημοκρατία της Δύσης μπορεί να εφαρμοστεί στην Τουρκία», οι θετικές απαντήσεις έφτασαν το 43% το 2002.

Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις του αμερικανικού ερευνητικού κέντρου Pew Research, το 72% των Τούρκων θεωρεί τις ΗΠΑ ως απειλή για την εθνική τους ασφάλεια.

Κατά την διάρκεια του περασμένου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδαψίλεψαν στην Τουρκία με μια πρωτοφανή πολιτική και στρατιωτική στήριξη, προβάλλοντας σε διεθνές επίπεδο το «σήμα κατατεθέν» της φιλίας και εύνοιάς τους για την Τουρκία, σε τέτοιο βαθμό, που σε ορισμένες περιπτώσεις διέτρεξαν τον κίνδυνο να «παρερμηνευτούν» από τους Συμμάχους.

Οι νέες αντιλήψεις Erdogan δεν κατευθύνονται μόνο εναντίον του Trump. Τον Οκτώβριο 2017, ο σύμβουλος του Ερντογάν, Burhan Kuzu, σε δημόσιες δηλώσεις του, υπογράμμισε ότι «η σύλληψη του Metin Topuz, υπαλλήλου στο Αμερικανικό Γενικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, θα ντροπιάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή ο συλληφθείς έχει αποδείξεις για τον ρόλο των ΗΠΑ στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, κατά την διάρκεια της θητείας του Obama».

Όταν ο πρόεδρος Trump ζήτησε από τον Τούρκο ομόλογό του να απελευθερώσει τον Αμερικανό πάστορα Andrew Brunson, η απάντηση του Ερντογάν ήταν ότι «για να γίνει αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εκδώσουν τον Ιμάμη Fethullah Gulen στην Τουρκία». Πάνω σε ποια βάση θα μπορούσε κάποιος να μη θεωρήσει αυτό ως εκβιασμό;

Η επίθεση και οι βιαιοπραγίες των ανδρών προσωπικής ασφάλειας του Ερντογάν κατά διαδηλωτών στην Ουάσινγκτον, τον Μάιο του 2017, υπερβαίνουν κατά πολύ κάθε έννοια παραβίασης και κατάργησης του πλαισίου «υπερεδαφικότητας» όπως η τελευταία ορίζεται από το διεθνές δίκαιο και, ως εκ τούτου, χαρακτηρίστηκε από τον τότε Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Rex Tillerson, ως «απλά απαράδεκτο». Παραταύτα, αυτό το είδος βίας και επιθετικότητας αναπαράχθηκε τον Σεπτέμβριο 2017, κατά την επίσκεψη Erdogan στη Νέα Υόρκη.

Προσπαθώντας «να δώσει μαθήματα» στην αμερικανική κυβέρνηση, τον Οκτώβριο του 2017, σχετικά με την «υποχρέωσή τους να ανακαλέσουν τον Αμερικανό πρέσβυ στην Άγκυρα, εφόσον δεν γινόταν πλέον δεκτός από τους Τούρκους αξιωματούχους», ο Erdogan χρησιμοποιώντας δηλώσεις όπως «η διεθνής συμμαχία υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ στηρίζει τρομοκράτες στην Συρία» και «Μετά το ένταλμα σύλληψης εναντίον των ανδρών ασφαλείας μου, πρέπει να πω ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πολιτισμένη χώρα», έσυρε την Τουρκία στο χαμηλότερο από ποτέ επίπεδο των διατλαντικών της σχέσεων.

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ERDOGAN ΤΙ; – Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΣΗ

Είναι η επιθετικότητα του Ερντογάν ο μόνος λόγος ανησυχίας στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιο-Ανατολικής Μεσογείου; Δυστυχώς η απάντηση είναι ένα μεγάλο «Όχι». Το κόμμα της τουρκικής αξιωματικής αντιπολίτευσης εκτοξεύει τις απειλές του από τώρα. Τα εθνικιστικά κόμματα θα γίνουν περισσότερο εθνικιστικά μετά την επανεκλογή τους.

Στις 24 Ιουνίου πραγματοποιούνται οι γενικές εκλογές στην Τουρκία. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν αμφίρροπες προβλέψεις. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, ο Erdogan να συνεχίσει την «παραγωγική» πορεία του. Θα μπορούσε, όμως, να κερδίσει τελικά τις εκλογές η Αντιπολίτευση.

21062018-7.jpg

Άνθρωποι κάθονται σε ένα εστιατόριο, μπροστά από μια προεκλογική αφίσα που απεικονίζει τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, στην Κωνσταντινούπολη, στις 20 Ιουνίου 2018. Γράφει «Ισχυρός πρόεδρος, ισχυρό κοινοβούλιο». REUTERS / Alkis Konstantinidis
———————————————————————————

Είναι νομοτελειακό ότι μια μέρα το καθεστώς Erdogan θα το διαδεχθεί μια άλλη κυβέρνηση. Σε αυτό το σημείο παραβλέπεται ένας μεγάλος κίνδυνος: Η διεθνής κοινότητα, ιδιαίτερα η Δύση, απογοητευμένη από τον Erdogan, να δώσει «λευκή κάρτα» στη νέα τουρκική κυβέρνηση -κατά πάσα πιθανότητα «κοσμική» και ενεργώντας στο συνηθισμένο νομικό πλαίσιο πολιτικής δραστηριότητας- και την υποστήριξή της στις «πρωτοβουλίες» της.

Ο μεγάλος ο κίνδυνος εντοπίζεται στο ότι αυτές οι «πρωτοβουλίες» της όποιας μελλοντικής κυβέρνησης, ερντογανικής ή μη, περιλαμβάνουν πάντα μια επιθετική πολιτική agenda, τόσο σε γενικό πλαίσιο, όσο και ειδικότερα εναντίον ενός κράτους μέλους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της Ελλάδος.

Ιδιαίτερη προσοχή: Το γεγονός ότι η μελλοντική τουρκική κυβέρνηση -μετά από τον Erdogan, όποτε και αν έλθει- δεν θα «χρωματίζεται» με την άγρια επιθετικότητα του Erdogan και τα ισλαμιστικά χρώματα της πολιτικής του και θα εμφανίζεται «κοσμική», δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι αξιώσεις και οι πράξεις της θα καλύπτονται εξ ορισμού με νομιμότητα και είναι σύμφωνες με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, μόνο και μόνο επειδή θα είναι «νέα κυβέρνηση και κοσμική».

Ακόμα, εφόσον εκλεγεί ο Erdogan, δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε επιφανειακή και ενδεχομένως «ανέξοδη» διαλλακτικότητά του, τακτικής μορφής, του δίδει άμεσα «πιστοποιητικό αποϊσλαμοποίησης και υποστηρικτή των συμφερόντων της Δύσης», εν είδει status quo ante, ενόσω ο ίδιος διατηρεί την επιθετική agenda του εναντίον ενός κράτους-μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Ιδιαίτερα σημαντικό φαινόμενο αποτελεί το γεγονός ότι μέσα στους αιώνες της Ιστορίας, η τουρκική επιθετικότητα κατευθύνθηκε κυρίως σε στόχους ή εδάφη που βρίσκονταν δυτικά από την Ανατολία. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις ανατολικά. Το φαινόμενο αυτό έχει απόλυτη εφαρμογή στον 20ό αιώνα μετά την Συνθήκη της Λωζάννης. Είναι γεγονός: Για τον ένα λόγο ή τον άλλο, η ανάλυση των οποίων εκφεύγει του παρόντος, «το γινάτι της Τουρκίας στρέφεται προς τα δυτικά».

Μετά από χρόνια και χρόνια καθημερινής παρακολούθησης των εξελίξεων στην Τουρκία, έχω με θλίψη να πω ότι είμαι εξαιρετικά απαισιόδοξος. Η γενιά μου μεγάλωσε για δεκαετίες υπό πίεση και επικείμενες απειλές εκ μέρους της Τουρκίας. Δεν είναι δυνατόν, σε τέτοιο πλαίσιο ετεροβαρούς και χωρίς αμοιβαιότητα ισορροπίας, να οικοδομηθεί συνεργασία. Η όποια συνεργασία.

Το επόμενο χτύπημα κατά της Ελλάδος δεν είναι αίσθηση ή εκτίμηση του κάθε Ελληνα πολίτη, έχει ήδη δρομολογηθεί. Τουλάχιστον έχει ανακοινωθεί δημοσίως και επίσημα τόσο από την τουρκική κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι κάποια αίσθηση ή εκτίμηση. Εχει ανακοινωθεί επίσημα από τους ίδιους τους Τούρκους. Το αν θα εκτελεστεί από αυτή την τουρκική κυβέρνηση ή κάποια άλλη, δεν έχει σημασία. Έχει προ-ανακοινωθεί.

Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν αναπόφευκτο για την διεθνή κοινότητα το να επιλέξει μεταξύ Τουρκίας και κάποιας άλλης εναλλακτικής λύσης στην περιοχή. Μεταξύ μεγάλων και σημαντικών συμφερόντων, εγγυημένων και ασφαλισμένων από τη μια πλευρά, και από την άλλη πλευρά συμφερόντων που παρουσιάζονται ως μεγάλα -ενδεχομένως και μεγαλύτερα- αλλά στην πραγματικότητα είναι αβέβαια και ολοσχερώς «στον αέρα».

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

A World for All of Us, Not Just the Billionaires

0

To fight today’s extreme inequality, we must strengthen the coalition of progressive democrats and challenge the global oligarchy.

On November 19, 1863, standing on the bloodstained battlefield of Gettysburg, Abraham Lincoln declared that “we here highly resolve that these dead shall not have died in vain—that this nation, under God, shall have a new birth of freedom—and that government of the people, by the people, for the people, shall not perish from the earth.”

One hundred and fifty-five years later, under an authoritarian-leaning president, a right-wing extremist Congress, and a corrupt campaign-finance system, I fear that Lincoln’s vision is fading, that “government of the people, by the people, and for the people” is beginning to perish in the United States of America. Today, the richest 1 percent of American families own a greater portion of the country’s wealth than the bottom 90 percent. Even more shocking, just three individuals own more wealth than the bottom half. Meanwhile, the incomes of the top earners continue to skyrocket—CEO compensation jumped as much as 937 percent between 1978 and 2016—while most Americans struggle to get by on stagnating wages.

Such extreme inequality not only threatens our economic well-being; it undermines our democracy. Since the Supreme Court’s disastrous Citizens United decision in 2010, billionaires have poured huge amounts of money into the political process. In return, they are getting policies that serve their interests at the expense of working families, the environment, and our national security.

Consider the Koch brothers: After winning huge tax breaks and major rollbacks of environmental regulations, their network of advocacy groups is planning to spend up to $400 million during the 2018 elections to push their conservative policy agenda. Sheldon Adelson, meanwhile, recently cut a $30 million check to the Republicans after his company received a $670 million tax break from the Trump tax plan, and the same week that the Trump administration delivered on two of Adelson’s biggest priorities: withdrawing from the Iran nuclear deal and moving the US embassy in Israel to Jerusalem. And the Walt Disney Company, which pours millions of dollars into campaigns, has been rewarded with copyright extensions worth billions, all the while paying many of its employees starvation wages.

Quite simply, in the United States today, a handful of billionaires and the corporations they run exercise extraordinary power over our economic, political, and social life. Yet this is not just a domestic issue. It is a global issue, one that reaches across oceans and continents as oligarchy, authoritarianism, and kleptocracy spread from country to country, and democratic institutions fight for their survival.

In Russia, Vladimir Putin—who stands at the center of a tight circle of oligarchs and is believed by many to have great personal wealth—is not only undermining democracy at home but destabilizing countries abroad. In Saudi Arabia and other Middle Eastern monarchies, a handful of multibillionaire despots exerts enormous influence over global energy policy and, under Trump, over American foreign and military policy. In China, President Xi Jinping has steadily consolidated power around himself and his inner circle as his government clamps down on political freedom and aggressively promotes China’s version of authoritarian capitalism abroad. And Eastern Europe, which suffered horribly from the scourge of fascism, is once again seeing the rise of demagogues like Hungarian Prime Minister Viktor Orbán and Germany’s Alexander Gauland, one of the heads of the far-right Alternative for Germany party.

Donald Trump, therefore, should not be seen in isolation. He is part of a global trend, and the oligarchic, authoritarian, kleptocratic tendency he represents should be understood as a symptom of a much broader problem: a small number of extraordinarily wealthy people, motivated by greed and power, who see the global community as their plaything.

These forces have proved adept at capitalizing on the very real concerns that hundreds of millions of people face throughout the world. In many countries, people rightly feel that the establishment has failed them. They are struggling financially, fear for their children’s future, and are grappling with the loss of social and economic status. Rather than address these grievances, however, authoritarians exploit them, creating scapegoats and pitting one group against another.

In order to fight this trend, we need to strengthen the global coalition of progressive democrats. While authoritarians promote division and hatred, we will promote unity, inclusion, and an agenda based on economic, social, racial, and environmental justice. But the first step in winning this fight is to correctly identify the challenge. Internationally, we must have the courage to take on the global oligarchy and bring power to the many, not the few. This world belongs to all of us, not just a handful of billionaires.

The End of the Erdogan Era?

0

Turkey’s Strongman May Have Engineered His Own Downfall

June 21, 2018  FOREIGN AFFAIES

On Sunday, Turks will go to the polls in both presidential and parliamentary elections. They will be the first elections since last April’s constitutional referendum, which endowed the office of the presidency with considerable powers and freed it from most checks on its authority.

For the nearly half of the electorate that supports the opposition, the stakes could not be higher: these elections may be the last chance to defeat Recep Tayyip Erdogan, the country’s strongman president, and prevent a total collapse of Turkish governing institutions.

Although Erdogan and the ruling Justice and Development Party (AKP) remain the heavy favorites to win, they are more vulnerable now than they ever have been. Erdogan’s base has narrowed, and after four elections in the past five years, the electorate is exhausted. For the first time in a decade, the AKP has lost control over the narrative and failed to excite voters committed to the party’s success.

In the run-up to these elections, meanwhile, Turkey’s fractured political opposition has finally united, thanks in part to recent changes to Turkey’s electoral laws, originally intended to consolidate Erdogan’s power. By allowing multiple parties to run as a single electoral coalition—a move meant to formalize the AKP’s alliance with the far-right Nationalist Movement Party (MHP)—the new law has made it easier for the opposition to combine its forces, setting up a showdown between opposition and government coalitions.

This has in turn led to a final twist: with the two large coalitions almost evenly matched, the key to the forthcoming elections will be the performance of the Kurdish-majority Peoples’ Democratic Party (HDP) and their presidential candidate, Selahattin Demirtas. After years of Erdogan and the AKP hardening their stance toward both Turkish and Syrian Kurds, their fates may, ironically, lie in Kurdish hands.

Goran Tomasevic / Reuters Erdogan and AKP banners over Galata Bridge in Istanbul, June 2018.

BLOC PARTY

Turkey’s opposition is pursuing a two-pronged strategy, aimed at denying the AKP and its allies a parliamentary majority while preventing Erdogan from winning more than 50 percent of the presidential vote, which would allow him to take office without facing a runoff.

The parliamentary election will be a contest between two electoral blocs. The AKP has formalized a coalition with the MHP, dubbed the People’s Alliance. The opposition bloc, the National Alliance, includes the main opposition party, the Republican People’s Party (CHP), as well as the nationalist Good Party (IYI) and the Islamist Felicity Party (Saadet). The two coalitions have captured much of the electorate—the People’s Alliance is polling between 43 and 51 percent, while the National Alliance is expected to receive between 40 and 45 percent of the vote. The HDP, meanwhile, is expected to capture close to ten percent. If the HDP underperforms and wins less than ten percent, it will not meet the minimum threshold to enter parliament, benefiting the People’s Alliance.

The Kurdish HDP is not an official member of either alliance. It does not have a stable constituency outside of its core, Kurdish-majority areas in Turkey’s southeast, and much of Turkey’s electorate is not fond of the party’s leftist platform and its linkage to the “Kurdish issue,” the euphemism used to describe the 35-year-old insurgency led by the Kurdistan Workers’ Party (PKK). However, the HDP’s successes in recent years have set in motion a series of events that have eroded support for the AKP and forced Erdogan to make legal changes that have left him vulnerable to a united opposition campaign.

After elections in June 2015, when the HDP received over 13 percent of the vote, the AKP briefly lost its parliamentary majority, forcing it to turn toward the MHP in order to expand its base. The two parties worked together to draft the new Turkish constitution and then campaigned in a de factocoalition to ensure its passage in the April 2017 referendum. Then, in February 2018, the AKP and MHP agreed to a legislative change allowing parties to run as a formal coalition while still appearing individually on the ballot. The new law maintained Turkey’s ten percent threshold for entering parliament, but in practice it will apply only to stand-alone parties such as the HDP—not those running as part of a larger coalition.

Erdogan likely intended to capitalize on MHP support in order to win a majority in the first round of presidential elections and, in so doing, reached agreement with the MHP leadership to ensure that they would retain parliamentary representation even if their share of the vote dipped below ten percent. Erdogan also appears to have believed that the ideologically divided opposition would not be able to unite and form a coalition of its own. There was a certain logic to this gamble: the National Alliance includes the Islamist Saadet, the neonationalist IYI Party, and the CHP, which is divided between older Kemalists and younger social democrats.

Yet Erdogan seems to have underestimated the impact of the April 2017 referendum, which created an executive presidency with few checks on its power. Despite their differences, the members of the National Alliance share a concern about the future of the country and a fear of Erdogan assuming control of the office he created for himself. They were thus able to set aside their vast ideological differences and campaign in the name of Turkish democracy.

The AKP-MHP coalition law, in turn, has made the National Alliance more competitive because it has rendered moot the requirement that parties must receive at least ten percent of the vote to enter parliament. Under the new system, parties will run as part of a coalition, but each individual party will be on the ballot and will be assigned seats in parliament proportionate to their performance. This means that a small party that is part of a larger alliance, such as Saadet, will get a few seats in parliament despite receiving less than five percent of the vote. The benefit for the National Alliance is that Saadet supporters don’t have to worry about wasting their votes or defecting and voting for the Islamist AKP—they know that their ballots matter because each coalition partner will get a seat.

Sertac Kayar / Reuters HDP supporters at a rally in Diyarbakir, June 2018.

CALLING ON THE KURDS

Although the parliamentary elections are important, the real prize is the presidency. The People’s Alliance is working hard to ensure that Erdogan wins an outright majority in order to avoid a runoff with the second-place finisher. Rather than compromise on a single consensus candidate to compete with Erdogan in the first round, every party in the National Alliance has nominated its own candidate for president. The opposition’s strategy is dependent on each party running a vigorous campaign in support of its candidate in order to turn out voters and prevent splits in each party’s base. The hope is that this will deny Erdogan a first-round majority, forcing him into a runoff in which the National Alliance will coalesce around the most popular opposition candidate.

That candidate is likely to be the CHP’s Muharrem Ince. Currently polling between 27 and 32 percent, Ince has emerged as Turkey’s second most popular candidate and the one best positioned to challenge Erdogan in a theoretical second-round matchup. He has charmed crowds with traditional folks dances, challenged Erdogan’s economic stewardship, and made direct overtures to Turkey’s Kurdish minority, who constitute some 15 to 20 percent of the country’s electorate.

Erdogan, by contrast, can no longer count on Kurdish goodwill in the southeast. The AKP is still the second-strongest party in Kurdish areas, after the HDP, and religious Kurds are one of the party’s core constituencies. But Erdogan’s aggressive counterinsurgency campaign against the PKK and military operations against Kurdish fighters in Syria’s Afrin have alienated moderate Kurds, who had previously given him credit for stewarding peace talks with the PKK. Erdogan’s hawkish, anti-Kurdish stance has opened the door for the opposition to court Kurdish voters as part of its two-pronged electoral campaign.

The HDP is not a member of the National Alliance, but its success is critical for the bloc’s parliamentary strategy. The HDP will have to surpass the ten percent threshold in order to prevent the AKP from retaining its parliamentary majority. The HDP won 13 percent of the vote in 2015, but that result may be hard to replicate—the HDP’s candidate for president, Demirtas, is in jail on charges of spreading propaganda for the PKK and reliant on surrogates to campaign on his behalf.

The National Alliance has a lot invested in Demirtas’ success because support for his presidential campaign is closely correlated with the party’s overall popularity. The National Alliance needs high turnout from HDP voters in order to prevent Erdogan and his alliance from winning outright majorities, and Demirtas gets people to the polls. Erdogan, on the other hand, would benefit from low HDP turnout and is doing everything he can to ensure that result. For instance, the government recently decided to move ballot boxes from certain HDP-leaning villages to villages controlled by the AKP, citing security concerns. This could depress HDP turnout and have national repercussions for the presidential and parliamentary races.

Demirtas, who is currently polling around ten percent, will not make it to the presidential runoff. Yet his potential endorsement of the second-place finisher is critically important to the National Alliance. If Erdogan does not win outright, he will likely face Ince in the second round. The HDP has signaled that it will endorse Ince, as has Meral Aksener, the presidential candidate and leader of the IYI Party. Two remaining questions will determine Ince’s fate in a runoff. The first is whether nationalist voters from the IYI Party will defect and vote for Erdogan over Ince, whom they may see as pandering to Kurdish nationalism. The second is whether HDP voters will turn out in a second round when Demirtas is not on the ballot.

https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2018-06-21/end-erdogan-era?cid=nlc-fa_fatoday-20180621

How to End the Greek Debt Ordeal

0

A smart bargain could persuade other countries to help Greece one more time.

They’ve had it with austerity.

Photographer: Eleni Paroglou/SOPA Images/LightRocket via Getty Images

As if Italy and Brexit weren’t challenging enough, the European Union will soon have to deal once more with Greece and its debts. The country is due to leave its third economic adjustment program this summer. After nearly a decade of support from its euro-zone partners and the International Monetary Fund, Greece and its creditors are hoping that it will soon be able to function once more like a normal economy.

Without further moves on the part of Europe’s governments, that hope is likely to be disappointed. Greece needs further debt relief, well beyond what the creditors have contemplated so far.

The country’s public debt still stands at roughly 180 percent of gross domestic product, even after the sizable write-down of government bonds in 2012. For now, Greece benefits from exceptionally long maturities and low interest rates, making the debt look affordable. This is misleading: In almost any plausible economic scenario, that enormous debt ratio is not set to decline enough. As long as that’s true, Greece’s debt problem remains unsolved.

Europe’s governments know they’ll have to do more. They’ve agreed in principle to soften the terms of support from the euro zone’s rescue funds after 2022, so long as Greece maintains a budget surplus (excluding interest payments) of 3.5 percent of GDP until 2022, and a surplus of 2 percent or more after that. Such a prolonged fiscal squeeze is virtually unheard of. But even if Greece could manage it, the numbers still wouldn’t add up. What’s been suggested so far simply isn’t enough to get the debt ratio on a sustainable and credible downward track.

Europe’s governments have raised constitutional objections to an outright reduction in the face value of debt, but these could probably be overcome so long as the reduction were granted in exchange for new commitments on Greece’s part. A bargain like that could persuade voters in other countries to help Greece one more time. And it’s needed, as well, to encourage Greece to renew its efforts to control public spending and raise the economy’s slumping productivity.

For example, as suggested by economist Barry Eichengreen and others, governments could tie continued fiscal discipline to explicit debt reduction: For every increase in the primary budget surplus above an agreed minimum, there’d be a measure of further debt reduction, promised in advance. The math could then be made to work. The right mix of moderate fiscal discipline and debt relief would be enough to push the debt ratio down credibly.

This would go a long way to reassure investors — yet it still might not be sufficient. Greece also needs a safety net in case of a new liquidity crisis. One good way to provide it would be a so-called precautionary credit line from the European Stability Mechanism. Greece’s government doesn’t like the idea, because it wants to declare a “clean exit” from its financial troubles this year. That’s misguided: Unless the debt ratio comes down and Greece is sure of adequate liquidity in the event of any new crisis, any such declaration will be worthless.

A credible plan to restore Greece’s finances is long overdue. This summer, the problem needs to be solved once and for all.

To contact the senior editor responsible for Bloomberg View’s editorials: David Shipley at [email protected] .

Israeli unmanned boats deliver firepower on the high seas

0

Written by Arie Egozi, Wednesday, 20 June 2018

African states are increasingly confronted by maritime crime and insecurity. One way to address the security of a country’s exclusive economic zone (EEZ) could be unmanned surface vessels, which are being developed at a rapid pace, including by Israeli companies.

To protect the natural resources in the EEZ, which stretch 200 nautical miles from a country’s coastline, countries need almost constant presence in the open seas. One option is unmanned surface vehicles (USVs).

Israel recently discovered huge reservoirs of natural gas in the Mediterranean and these are threatened by the Hezbollah terror organization in Lebanon. This threat accelerated the development of advanced USVs by some Israeli defence companies. Rafael was the first to develop such a system. The company’s Protector USV last year proved its capability to launch Spike ER missiles.

According to Rafael, this new capability allows pin-point attack of land or naval targets, enabling safe vessel operation from a remote-controlled vessel, with no risk to the operating force.

The Protector USV has been in use since 2004. Rafael has recently supplied a significant number of Protectors to a number of navies and civilian bodies around the world, in accordance with the growing need for a remotely-operated vessel with modular payload carrying capabilities.

The Protector can carry a variety of weapons and equipment, including a water cannon, electronic warfare systems for protection and escort of naval vessels, mine countermeasures equipment, the Toplite electro-optical long-range detection and tracking system, and Spike missiles – these can be launched in sea state 3 when waves are 0.5 to 1.5 meters high. It can also fit the Mini-Typhoon stabilized gun mount.

Rafael does not release data on clients, but a company source mentioned the situation in the Bab al-Mandab strait that separates the Arabian Peninsula from east Africa and that links the Red Sea with the Gulf of Aden and the Indian Ocean. “The Houthis rebels in Yemen control the strait and have caused heavy damage to navy and civil ships mainly by launching missiles and rockets.”

Some Western navies operating in the troubled area are confronted by a growing threat as the rebels have expanded their presence into western Yemen around a vital maritime corridor that controls access to the Red Sea, a potential threat for some of the 8 per cent of global trade that runs through the Suez Canal. About 4 per cent of the global oil supply, much of it from Saudi Arabia and the other Gulf states, passes through the strait.

On July 29, 2017, pro-Houthi forces, referring themselves as the “Yemeni Navy,” released a statement taking responsibility for an attack, which they said occurred in the Red Sea off the coast of the port city of Mocha, Yemen.

According the Houthi-controlled SABA news agency, the next day, the insurgents killed 12 UAE personnel, wounded another 23, and damaged a nearby minesweeper at the same time. There was no information about the method of attack.

The Houthis attacks against navy and commercial ships are performed by Chinese made C-802 missiles and other weapons like anti-tank rockets launched from speed boats.

“In such an arena, the protector with the Spike ER missiles is the best solution for protecting such a vital connection between seas,” the Rafael official said.

Intelligence sources say that the Houthis have been building capabilities to perform “Swarm Attacks” using a number of high speed boats.

Rafael reached the conclusion that all the existing defence methods against such attacks are not effective. “We decided to use an unmanned vessel as the platform for such a protection system. The Protector was designed from the start as an unmanned platform and therefore is the ideal platform for such a mission.”

According to Rafael, the Protector has proved itself so far mainly in performing Intelligence, Surveillance, Target Acquisition and Reconnaissance (ISTAR).

Elbit systems, another Israeli major defence company has developed the Seagull USV. This is a 12-meter long vessel that can be operated from a mother-ship or from shore stations. It provides multi-mission capabilities including Anti-Submarine Warfare (ASW), Mine Counter Measures (MCM), Electronic Warfare (EW), maritime security and underwater commercial missions.

An Elbit systems source added that the Seagull provides mission endurance of more than four days and features C4I capabilities for enhanced situation awareness.

Last year the Seagull participated in MCM trials held by the Dutch and Belgian navies in the North Sea, and according to Elbit systems demonstrated superior performance in sea state 6, at winds exceeding 35 knots and 1.5 meter high waves.

In late 2017 the Seagull participated in a joint exercise between the Israeli Navy and the British Royal Navy in Haifa Bay.

During the exercise the USV performed a Mine Counter Measure (MCM) mission, scanning and charting a secure path for HMS Ocean, the Royal Navy helicopter carrier. Once encountering mine-like-objects, the Seagull alerted HMS Ocean to avoid them, thus securing its safe route. The Seagull performed the mission while being remotely operated from a Mission Control Station onshore. Additionally, the Seagull took part in a tactical manoeuvring exercise and sailed in formation with the Navy vessels.

Earlier this year the Seagull took part in a joint anti-submarine warfare exercise with the Israeli and French navies in the Mediterranean. An ASW force that included two Israeli ASW vessels, a frigate and an ASW helicopter of the Marine National and the Seagull, performed ASW missions against an Israeli Navy submarine.

Elbit said the Seagull offers navies a true force multiplier delivering enhanced performance to naval operations, reducing risk to human life and dramatically cutting procurement and operating costs.

And Israel Aerospace Industries (IAI) has also joined the trend and developed the Katana USV that supports a wide range of applications for homeland security and protection of exclusive economic zones, including harbour security, patrol of shallow coastal and territorial waters, surface warfare and offshore platform protection.

An IAI source told defenceWeb that the system’s dual operational mode allows fully autonomous capabilities, controlled via an advanced command and control station, as well as a manned combat operational mode. “Based on a proven operational implementation of a USV system, Katana allows for execution of a wide variety of missions, including provision of an early-warning situational picture, classifying, identifying and tracking distant targets, and their eventual interception if required,” a company source said.

IAI’s says that the Katana’s features include autonomous navigation, collision avoidance, and an advanced control system. The vessel can be equipped with various payloads including electro-optical devices, line of site (LOS) and Non-line-of-site data link communication systems, advanced maritime radar system and different kinds of integrated weapon systems.

The IAI source said that the USV has completed sea trials and that there are negotiations with potential customers.

Meteor Aerospace, a new Israeli company has also understood the potential in USVs and developed the Orca. The Orca vessel is a 13 metres long, and weighs eight tons. According to Meteor Aerospace to enable manned operation of the Orca vessel at the flip of a switch, Orca has an advanced cabin for a crew of two – a navigator and a systems operator.

Powered by two diesel engines and a surface drive, Orca can achieve speeds of over 60 knots under favourable sailing conditions. Range is over 700 nautical miles. Orca also carries an independent diesel electrical generator and batteries, enabling it to keep station while operating its sensors and communications for many days, with its main engines shut down – conserving fuel.

The Orca can carry a wide range of mission systems, including a remote weapon station (RWS) on its bow, a stabilized observation system on a telescopic mast, maritime radar, and different types of data links.

The Israeli company says that the Orca has provision to deploy a sonar sensor at the stern. In addition, Orca is configured to carry and launch Meteor Aerospace’s long range strike missiles.

http://www.defenceweb.co.za/index.php?option=com_content&view=article&id=52112:israeli-unmanned-boats-deliver-firepower-on-the-high-seas&catid=90:science-a-defence-technology&Itemid=204

Noon Forum Examines “Turkey’s Claims to the Eastern Mediterranean: Myth & Reality”

0

No. 38

WASHINGTON, DC —The American Hellenic Institute (AHI) hosted a Noon Forum on the topic, “Turkey’s Claims to the Eastern Mediterranean: Myth & Reality” featuring Professor Theodore Kariotis on May 30, 2018.

“Professor Kariotis is an expert on maritime law and the issues of Exclusive Economic Zones,” AHI President Nick Larigakis said.  “His insight into the Turkey’s mythical claims to Cyprus’ EEZ and Greek islands once again proves the real and substantial threat to territorial sovereignty that U.S. allies face every day.”

In his presentation, Professor Kariotis summarized the following:

Starting with the dispute over the delimitation of the continental shelf (1973) and the crisis that followed, Turkey started to implement the policy of constantly increasing contentions and claims against Greece, including: contesting Greece’s legal right, on threat of war (casus belli), to extend its territorial sea to 12 nautical miles, as provided for by the Law of the Sea, and as has been done by virtually all coastal states in the international community, including Turkey (in the Black Sea and Eastern Mediterranean); disputing the extent of Greek national airspace, through constant violations by Turkish fighter aircraft; contesting Greek regime and sovereignty over islands and violation of that sovereignty; disputing the delimitation of territorial sea; disputing responsibilities within the  Athens FIR, which were entrusted to Greece by ICAO, and constant refusal on the part of Turkey to comply with air traffic regulations; disputing Greece’s jurisdiction within the search and rescue region under Greek; and finally, demanding the demilitarization of the islands of the Eastern Aegean.

But an important event took place in December 10, 1982 when the United Nations Convention of the Law of the Sea (UNCLOS) was established. Greece had voted in favor of the Convention but Turkey voted against it for two reasons: the establishment of the Exclusive Economic Zone (EEZ), and the fact that all islands are also granted an EEZ. One can easily see why the EEZ is a superior concept to that of the continental shelf in terms of international law, because it includes both hydrocarbons and fisheries. By the end of 2017, 138 countries had claimed 200-mile EEZs or had established a 200-mile Exclusive Fishing Zone (EFZ).

Although Greece has a strong legal position concerning the delimitation of its continental shelf, the delimitation of its EEZ is a more viable method of resolving its dispute with Turkey in the Aegean Sea. A Greek EEZ in the Aegean Sea is justified by several points. First, with its EEZ, Greece would safeguard the economic unity of its continental and archipelagic space. Greece has a total of 3,100 islands, of which 2,463 are in the Aegean. By comparison, Turkey has only three islands in the Aegean. A reason that most coastal states have unilaterally adopted the two-hundred-mile EEZ is to counteract overexploitation of their coastal fish stocks. In addition, there are 138 nations that already possess either an EEZ or an EFZ (exclusive Fisheries Zone) of 200 nautical miles. The UNCLOS provides for an EEZ regime in which there are no restrictions prohibiting islands from having an EEZ.

Finally, in March of 1983, the president of the United States signed a proclamation establishing an EEZ extending two hundred nautical miles from the US coastline and all its islands. The area of this particular EEZ encompasses 3.5 million square nautical miles of ocean, an area 1.67 times larger than the land area of the United States and it is the largest EEZ of our planet. This EEZ contains vital natural resources, both living and nonliving, in the seabed, subsoil, and overlying water. Most importantly, this US presidential proclamation gave an EEZ to all the islands of the United States, in accordance with UNCLOS. The United States, therefore, would be in a difficult position to argue against a Greek EEZ similar to the one that it has established.

Greece must immediately declare its sovereign rights in an EEZ, based on the International Law of the Sea and must stand strong in asserting this EEZ against Turkish aggression. Thus, Greece will acquire an EEZ that will have an area of 47,300 sq. Km, that is, an area larger than that of the mainland. Using the principles of the EEZ, most of the Aegean Archipelagos and its natural resources will belong to Greece.

«Αυτός που δεν σκέπτεται πού κάθεται, εκπλήσσεται όταν σηκώνεται : η περίπτωση του επώδυνου συμβιβασμού με τους Σλαβομακεδόνες»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου  [email protected]   www.kalkis.eu

Επαφιέμεθα στις δάφνες των αρχαίων προγόνων μας. Δεν είμαστε προνοητικοί, δεν κάνουμε στην ώρα τους τα δέοντα, χάνουμε έτσι διαρκώς μάχες που θα έπρεπε να είχαμε κερδίσει και επιβεβαιώνουμε την θυμόσοφη ποντιακή ρήση : «Αυτός που δεν σκέπτεται πού κάθεται, εκπλήσσεται όταν σηκώνεται» (Που κι νουνίζ και κάθεται, θαμάσκεται όντες σκούται!).

Ο γράφων που δεν είναι ιστορικός των Βαλκανίων, ούτε καν καλός αναγνώστης της ιστορίας, στεναχωρείται, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες σήμερα. Καταφέραμε με τις Κομμουνιστικές διεθνιστικές ιδεοληψίες για την «Μακεδονία του Αιγαίου» και με τις μετεμφυλιακές Δεξιές ολιγωρίες  να δημιουργήσουμε άλλη μια «εθνική πατάτα» η οποία είναι σχεδόν αδύνατο να διορθωθεί 100%, όπως θα μας ικανοποιούσε ως έθνους.

Διαβάστε και πάρτε λοιπόν άλλη μια πικρία από το δημοσίευμα του υπουργού εξωτερικών της «Βόρειας Μακεδονίας» του Nikola Dimitrov στην παγκοσμίως αναγνωσμένη έγκριτη γαλλική εφημερίδα  LE MONDE, στις 18.06.2018 στην ηλεκτρονική της έκδοση, με τίτλο :  H Μακεδονία, εμπρός «σίγουρα και αμετάκλητα προς το μέλλον». Με δημοσίευση μάλιστα της διπλανής φωτογραφίας του YORGOS KARAHALIS/AP. Ο Νίκολα Ντιμιτρόφ λοιπόν εξηγεί στο βήμα της εφημερίδας «Monde», γιατί η χώρα του συμφώνησε να αλλάξει το όνομά της. Και καλεί τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση να διαπραγματευτεί την ένταξη αυτής της «μικρής ειρηνικής Χώρας των Βαλκανίων». Αυτής δηλαδή της «αθώας παιδίσκης» που θα λέγαμε.

«Αποφασίσαμε να μην είμαστε οι δούλοι της ιστορίας», γράφει ο Nikola Dimitrov και συνεχίζει. «Σε συμφωνία με την Ελλάδα, το Κράτος μου συμφωνεί να προσθέσει μια γεωγραφική διευκρίνιση στο όνομά του και να ονομαστεί η «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βορρά» [Η συμφωνία που υπεγράφη στις 17 Ιουνίου θα πρέπει να κυρωθεί από τα εθνικά κοινοβούλια και να πάρει μια έγκριση με δημοψήφισμα στη Μακεδονία (sic)]. Ας είμαστε απόλυτα σαφείς: ποτέ δεν σκεφτήκαμε ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας (sic), ένα μικρό και ειρηνικό βαλκανικό κράτος, το οποίο κατάφερε να ξεφύγει ειρηνικά και έντιμα από την κόλαση του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, θα μπορούσε να αποτελέσει μια απειλή για κανέναν ή ότι το όνομά του συνεπάγεται εδαφικές ή άλλες αξιώσεις εναντίον των Ελλήνων φίλων μας». Ωστόσο, η πραγματικότητα μας δείχνει ότι η Ελλάδα ερμηνεύει το όνομά μας διαφορετικά. Περάσαμε ένα τέταρτο του αιώνα συζητώντας, προσπαθώντας να πείσουμε την άλλη πλευρά, να μαλώνουμε για τον όρο «Μακεδονία». Εν τω μεταξύ, τα τρένα περνούν. Ένας καλός μαθητής των Βαλκανίων, η Μακεδονία (sic), παρέμεινε στο περιθώριο των διαδικασιών ένταξης. «Αντί να παίρνουμε τη θέση μας ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, πηγαίνουμε από μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην άλλη, από μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ σε μια άλλη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν έχει σημασία η συμπεριφορά μας, δεν έχουν σημασία οι μεταρρυθμίσεις που κάνουμε. Θα συνεχίσουμε να πέφτουμε πάνω σε έναν τοίχο, αφού το ζήτημα του ονόματος  παραμένει {«ανεπίλυτο»}. Οι συσσωρευμένες απογοητεύσεις επιβράδυναν την πρόοδό μας».

Ο φαύλος κύκλος

«Η μόνη διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι να στραφούμε οριστικά και αμετάκλητα στο μέλλον. Η μόνη μάχη που πρέπει να διεξαχθεί είναι για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές. Το δικαίωμά τους να ζουν στη χώρα τους, με ευκαιρίες ίσες με εκείνες άλλων Ευρωπαίων, χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνουν για ευτυχία αλλού. Αυτή είναι η μόνη σκέψη που είχαμε κατά νου όταν αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για να επιλύσουμε τη διαμάχη μας».

«Δεν ήταν εύκολο. Ούτε για εμάς ούτε για τους Έλληνες φίλους μας. Το δέντρο της ιστορίας είναι πολύ υψηλό, ειδικά στα Βαλκάνια. Το πρόβλημα δεν είναι να αναρριχηθείς σε αυτό. Είναι πολύ πιο δύσκολο να κατέβεις, επειδή οι σκάλες που οδηγούν κάτω είναι στενές. Υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος πτώσης, απαιτείται γνώση, τεχνογνωσία αλλά, πάνω απ ‘όλα, θάρρος». «Αλλά αυτός ο κίνδυνος στον οποίο πρέπει να εκτίθενται οι πολιτικοί μας ηγέτες δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την άβυσσο της απελπισίας στην οποία βρίσκεται ολόκληρο το έθνος. Έχουμε άλλη επιλογή; Φυσικά, υπάρχει πάντα μια άλλη επιλογή! Θα μπορούσαμε να περάσουμε έναν ή περισσότερους εκλογικούς κύκλους και να χάσουμε ένα τρένο ή ακόμα και το τελευταίο τρένο για την Ευρώπη και να συνεχίσουμε να παραπονιόμαστε και να κατηγορούμε τους γείτονές μας για την κακή μας μοίρα,  κατηγορώντας την Ευρώπη για την έλλειψη αρχών της, για την αδιαφορία του κόσμου. Θα μπορούσαμε, χωρίς κανένα κίνδυνο, να παραμείνουμε στην κορυφή του δέντρου και να τρόμε τα πικρά φρούτα του φόβου και της δυσπιστίας. Θα μπορούσαμε να είμαστε ικανοποιημένοι με τον παραδοσιακό πατριωτισμό».

Ένα καλό νέο από τα Βαλκάνια

«Είμαστε αποφασισμένοι να είμαστε πατριώτες με ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό και οραματικό τρόπο. Ας διατηρήσουμε την ψυχή μας, τόσο στενά συνδεδεμένη με το δικαίωμά μας να ορίζουμε τους εαυτούς μας ως Μακεδόνες (sic), ένα δικαίωμα που επιβεβαιώνεται από αυτή τη συμφωνία. Η ψυχή μας ορίζεται επίσης από τη γλώσσα μας, τη μακεδονική (sic), μια σλαβική γλώσσα του Νότου. Ας μη θυσιάσουμε αυτά τα πράγματα στο βωμό της ιστορίας». «Αντί για συνεχείς διαμάχες για το παρελθόν, αποφασίσαμε να δείξουμε ότι δεν υπάρχει γόρδιος δεσμός που δεν μπορεί να κοπεί, όχι με ένα σπαθί αλλά με υπομονή, με αφοσίωση, με επιμονή και με θάρρος».

«Η συμφωνία με την Ελλάδα είναι απαιτητική προς τη χώρα μου, αλλά με αυτή τη συμφωνία μπορούμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια. Με αυτή τη συμφωνία διατηρούμε και επιβεβαιώνουμε τις αξίες που είναι ιερές για κάθε έθνος: η ταυτότητά μας και όλα όσα σχετίζονται με αυτήν. Ταυτόχρονα, κάνουμε μια διαφορά μεταξύ της αντίληψής μας και της ελληνικής αντίληψης για τη Μακεδονία, με την ελπίδα ότι και οι δύο θα συνεχίσουν να ζουν με αναγνώριση, κατανόηση και αρμονία».

«Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο σημείο. Ανοίγουμε το δρόμο για την πλήρη ένταξη της Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και στο ΝΑΤΟ. Αυτό είναι τελικά ένα καλό νέο από τα Βαλκάνια. Σε μια εποχή όπου το κύμα του λαϊκισμού και του ευρωσκεπτικισμού είναι όλο και πιο διαδεδομένο στον κόσμο, αυτή η ελπίδα δεν πρέπει να χαθεί μπροστά στην πλημμύρα κακών ειδήσεων που επηρεάζουν ολόκληρο τον κόσμο».

Η Ευρώπη να επιδείξει το ίδιο θάρρος

«Τώρα περιμένουμε την Ευρώπη να αναγνωρίσει ότι κάποιος στα Βαλκάνια δείχνει ηγετικό ρόλο και θάρρος, προσβλέποντας στο μέλλον και είναι πρόθυμος να συμμετάσχει με τις άλλες χώρες μέλη στην οικοδόμηση της Ευρώπης. Εναπόκειται στην Ευρώπη τώρα να δείξει το ίδιο θάρρος. Πρέπει να μας απλώσει το χέρι και να δώσει στην πατρίδα μου την ευκαιρία, λαμβάνοντας την απόφαση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το αξίζαμε αυτό» (sic).

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια 9η θετική έκθεση για τη χώρα μας και η ΜΚΟ Freedom House εκτιμά ότι η μεγαλύτερη δημοκρατική ανάκαμψη στην Ευρώπη φέτος θα πρέπει να γίνει στη Μακεδονία (sic). Είμαστε μια μικρή χώρα που αντιπροσωπεύει μια μεγάλη ευκαιρία επειδή αγωνιζόμαστε για τις ίδιες αξίες με εκείνες για τις οποίες δημιουργήθηκε η ΕΕ».

«Η ίδια αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, σύμφωνα με τον Robert Schuman, {«δεν θα συμβεί αμέσως ή σε μια συνολική κατασκευή. Θα γίνει με συγκεκριμένα επιτεύγματα, δημιουργώντας πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη}. Η συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Δημοκρατίας της Μακεδονίας (sic) είναι ένα επίτευγμα για το οποίο ο ιδρυτής της ΕΕ θα ήταν περήφανος. Είναι λοιπόν καιρός η Ένωση να επιδείξει αλληλεγγύη».

Περιμένω, ως έλληνας Μακεδόνας, να διαβάσω τώρα στο ίδιο Βήμα της ίδιας γαλλικής εφημερίδας τον διπλωματικό αντίλογο ή τη σύμφωνη γνώμη του δικού μας υπουργού εξωτερικών κ. Κοτζιά…

Διαφορετικά η εκλεπτυσμένη σκοπιανή προπαγάνδα, που ήταν διαχρονική, θα συνεχίζεται παράγοντας σε βάρος μας τετελεσμένα. Ας μην εκπλησσόμαστε.

 

 

 

 

 

Γιατί απαξιώνεται η Ευρώπη;

15

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

Ποια είναι η στόχευση των εμπορικών πολέμων που αναγγέλλει ο πρόεδρος Τραμπ με την επιβολή δασμών; Διότι, ας μη ξεχνάμε, η προώθηση του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου θεμελιώθηκε κατ’ απαίτηση των ΗΠΑ στο Bretton Woods το 1944 με την Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT) που αντικαταστάθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) το 1995. Γιατί δεν διαλύθηκε το ΝΑΤΟ με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου αλλά παρέμεινε και επεκτείνεται εντός των γεωγραφικών ορίων της Ευρώπης; Γιατί δεν υπάρχει σήμερα ένα σύστημα ασφαλείας στην Ευρώπη, όπως στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου; Η απάντηση για όλα αυτά είναι απλή: Διότι ανατράπηκαν έκτοτε οι συνθήκες και οι συσχετισμοί μεταξύ των πρωταγωνιστών στην παγκόσμια σκηνή.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ανέδειξε μια ιστορική πρωτοτυπία που καθορίζει έκτοτε τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ενώ μέχρι τότε η ιστορική εμπειρία μας δίδαξε ότι η αναθεώρηση των συνόρων των κρατών συντελείται στην διάρκεια του πολέμου και επισφραγίζεται με τις συνθήκες ειρήνης που ακολουθούν την λήξη των εχθροπραξιών και οριοθετούν τις συνέπειές του μαζί με τα “έπαθλα” των νικητών, με τον Ψυχρό Πόλεμο συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, προηγήθηκε η συνθηκολόγηση της ΕΣΣΔ με την υπογραφή της διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατά τη σύνοδο κορυφής της ΔΑΣΕ το Νοέμβριο του 1990 στο Παρίσι και ακολούθησαν οι συνέπειες της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης, δηλαδή η απόσπαση από τους νικητές των “επάθλων” της επικράτησής τους: Η διάλυση της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας, οι δύο πόλεμοι του Κόλπου, η κατοχή του Αφγανιστάν, η Αραβική Άνοιξη, οι “πολύχρωμες” επαναστάσεις, οι εξελίξεις στην Εγγύς Ανατολή, η επέκταση του ΝΑΤΟ και οι εμπορικοί πόλεμοι που αναγγέλλονται  με την επιβολή δασμών εντάσσονται σε αυτή λογική. Γιαυτό δεν μπορεί να υπάρξει ένα σύστημα ασφαλείας στις μεταψυχροπολεμικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου. Η Τελική Πράξη του Ελσίνκι του 1975, που κατοχύρωνε την εθνική κυριαρχία και κυρίως το απαραβίαστο των συνόρων των κρατών, με το τέλος του Ψυχρού πολέμου μετατράπηκε σε κουρελόχαρτο. Για έναν απλό λόγο: Διότι θα τροχοπεδούσε τα συμφέροντα των νικητών, δηλαδή των ΗΠΑ. Εξ άλλου ένα σύστημα ασφαλείας συνομολογείται μόνον σε συνθήκες ισορροπίας δυνάμεων. Είναι αδύνατο να υπάρξει στη σημερινή ανισορροπία της μιας υπερδύναμης μετά τον Ψυχρό πόλεμο. Διότι οι ΗΠΑ διεκδικούν και θα διεκδικούν καθημερινά ολοένα και περισσότερα, κάτι που θα εκδηλώνεται  εντονότερα όσο θα κυλά ο χρόνος.

Στο Bretton Woods το 1944, η Ουάσινγκτον με την GATT “έθεσε στο στόχαστρο τις προνομιακές συμφωνίες που είχε συνάψει η Μεγάλη Βρετανία με τις αποικίες της, και οι οποίες εμπόδιζαν την προώθηση των αμερικανικών πολιτικών συμφερόντων” (Dani Rodrik), δηλαδή επιδίωξε να ανοίξει στο εμπόριό της τις αγορές των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών της Βρετανίας και της Γαλλίας στις οποίες οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν αποκλειστικά δικαιώματα. Όπως και έγινε. Σήμερα όμως η Ουάσινγκτον διαπιστώνει ότι καίτοι επωμίστηκε το οικονομικό και το στρατιωτικό βάρος του Ψυχρού Πολέμου, το εμπορικό της ισοζύγιο στα πλαίσια του ελεύθερου εμπορίου με τις ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα με την ηττημένη των δύο παγκοσμίων πολέμων Γερμανία την οποία και τις δύο φορές αυτή αναστήλωσε, είναι ελλειμματικό και μάλιστα επιδεινώνεται ραγδαία. Ως αδιαμφισβήτητη μοναδική υπερδύναμη πλέον, γνωρίζει ότι μπορεί να εκβιάσει την κατάσταση υπέρ των συμφερόντων της και αυτό κάνει με τον πρόεδρο Τραμπ, μέχρις ότου συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τα θιγόμενα συμφέροντα. Όμως ποιος μπορεί να αντισταθεί σήμερα στις ΗΠΑ; Η Ευρώπη; Μάλιστα από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η Ουάσινγκτον έχει βρει ένα μοναδικό τρόπο αποδυνάμωσης της οικονομίας των ευρωπαϊκών κρατών με τη μορφή επιβολής κυρώσεων έναντι του Ιράν, του Ιράκ επί Σαντάμ, ή της Ρωσίας που ενώ διακηρύσσει ότι στοχεύουν τα συγκεκριμένα κράτη κυρίως στρέφονται κατά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν και τα μέτρα προστατευτισμού του προέδρου Τραμπ. Έτσι η Ουάσινγκτον υποτάσσει οικονομικά την Ευρώπη που θα μπορούσε να εξελιχθεί στον μεγάλο ανταγωνιστή της ενώ ήδη την ελέγχει στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ και φιλοδοξεί να την εξαρτήσει  και ενεργειακά. Το αποτέλεσμα, όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από το τέλος του Ψυχρού πολέμου γίνεται ολοένα πιο ορατό: Η Ευρώπη δεν διαδραματίζει πλέον καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι όσο η Ευρώπη δεν αυτονομείται στρατιωτικά έναντι του ΝΑΤΟ, όσο προβαίνει σε συνεχείς διευρύνσεις που αποκλείουν την ένωσή της και όσο ανέχεται, ίσως μάλιστα παροτρύνει, τα κράτη και τα κρατίδια που προέκυψαν μετά το 1989 να εντάσσονται στο ΝΑΤΟ, ότι αποδυναμώνεται και απαξιώνεται ολοένα και περισσότερο έναντι των ΗΠΑ και των άλλων ανερχόμενων δυνάμεων;  Μήπως αγνοεί ότι  το ΝΑΤΟ δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε εν μέρει για να αποτρέψει την απειλή να ακολουθήσει δηλαδή η Ευρώπη ανεξάρτητη πορεία; (1) Ή μήπως αγνοούν ότι ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ συμφώνησε με τον πατέρα Μπους και τον τότε ΥΠΕΞ Τζέιμς Μπέικερ να επιτρέψει την επανένωση της Γερμανίας και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ με αντάλλαγμα την υπόσχεση να μην επεκταθεί το ΝΑΤΟ «ούτε εκατοστό ανατολικά»; (2). Και όμως επεκτείνεται έκτοτε με τις ευλογίες των Βρυξελλών που αδυνατούν να αντιληφθούν πως έτσι ψαλιδίζονται οι ευρωπαϊκές προοπτικές στην ήπειρο αλλά και παγκόσμια.

(1) & (2): Νόαμ Τσόμσκι, “Ποιος κυβερνά τον κόσμο;”, Πατάκης, σελ. 82 & 254

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

19-6-2018

 

Το Σκοπιανό, από τη συνάντηση των Τσίπρα-Κοτζιά με τον αντιπρόεδρο Πενς, μέχρι τις Πρέσπες

0

File Photo: Ο Αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Mike Pence (Δ) με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα (Α), κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, την Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017, στην Ουάσιγκτον. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, Andrea Bonetti
Του Μιχάλη Ιγνατίου
Όταν τον περασμένο Οκτώβριο, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, αναχωρούσαν από το γραφείο του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Μάικ Πένς, που ανέλαβε την πολιτική και στρατηγική διαπραγμάτευση μεταξύ της Αθήνας και της Ουάσιγκτον, ουδείς πίστευε ότι θα φτάναμε στη συμφωνία για το Σκοπιανό τόσο γρήγορα. 
Οι κ. Τσίπρας και Κοτζιάς συζήτησαν τότε όλα τα εθνικά θέματα και ανέλυσαν το όραμά τους για να αφαιρεθούν σιγά-σιγά τα προβλήματα από το «πιάτο» της ελληνικής κυβέρνησης. Ουσιαστικά εξήγησαν στον κ. Πενς ότι θα ξεκινούσαν τις προσπάθειες τους από την Τουρκία και θα συνέχιζαν με το Σκοπιανό, τα λεγόμενα «αλβανικά θέματα» και στο τέλος το Κυπριακό. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος ενθάρρυνε τους Έλληνες συνομιλητές του και στην ουσία άναψε το «πράσινο φως» για τον στρατηγικό διάλογο μεταξύ της Ελλάδας και της Αμερικής, όπως εισηγήθηκε η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.

Η αποτυχία της προσέγγισης με τον πρόεδρο της Τουρκίας με την έλευση του στην Αθήνα, ήταν μία μεγάλη απογοήτευση για τους Έλληνες και τους Αμερικανούς αξιωματούχους, αλλά ήταν και «ξύπνημα» ότι ο Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε άλλους συμμάχους.

Αυτό, πάντως, που εντυπωσίασε τους Αμερικανούς ήταν η αφοσίωση των κ. Τσίπρα και Κοτζιά στους στόχους που έθεσαν τότε. Αναφορικά με το Σκοπιανό, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός των Εξωτερικών, «ότι είπαν το έπραξαν» κατά την έκφραση διπλωματικής πηγής. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καμία πτυχή της διαπραγμάτευσης, δεν υπήρξε παρέμβαση των Αμερικανών προς την πλευρά της Ελλάδας, διότι δεν χρειάστηκε ποτέ. Οι όποιες πιέσεις κατευθύνθηκαν προς τα Σκόπια, όπου ο πρωθυπουργός Ζάεφ ήταν μονίμως αντιμέτωπος με τους εθνικιστές.
Η διπλωματική πηγή παρατήρησε ότι ακόμα και μετά τα μεγάλα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, ο κ. Τσίπρας και ο κ. Κοτζιάς δεν άλλαξαν γραμμή. Η απόφαση τους ήταν να λυθεί το Σκοπιανό με τρόπο που θα ικανοποιούσε τα μέγιστα τα συμφέροντα της Ελλάδας.
Ο κ. Κοτζιάς είχε επιλέξει να ενημερώνει την Ουάσιγκτον για τη διαπραγμάτευση, είτε μέσω του πρέσβη Τζέφρι Πάιατ, είτε απευθείας τον υφυπουργό Γουές Μίτσελ. Και οι δύο έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να εξυπηρετήσουν την ελληνική κυβέρνηση.
Η αμερικανική πλευρά είναι απόλυτα ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, και όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες το φθινόπωρο, και κυρίως το δημοψήφισμα στα Σκόπια, θα εξετάσει την εισήγηση που έχει ενώπιον της για ταυτόχρονη έλευση στην Ουάσιγκτον των πρωθυπουργών της Ελλάδας και των Σκοπίων.
Πηγή: Απόψεις

Ο γεωπολιτικός ρόλος Ελλάδας και Σκοπίων στο μεταλλαγμένο ΝΑΤΟ

0

Κώστας Γρίβας

Η λέξη κλειδί για την ερμηνεία του σημερινού κόσμου είναι η λέξη «πολυπολικότητα» (multipolarity). Το διεθνές σύστημα είναι εδώ και καιρό πολυπολικό και η πραγματικότητα αυτή γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς αποδεκτή ακόμη και από τους τελευταίους λατρευτές της α-πολιτικότητας (non polarity), που υποτίθεται ότι είχε επιβάλλει η περιβόητη (και απροσδιόριστη) παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση αποτελούσε ένα ενιαίο διαλεκτικό μέγεθος με μια ανορθολογική ανάγνωση της ισχύος των ΗΠΑ και τη φαντασιακή μονοπολικότητα (unipolarity) του διεθνούς συστήματος που προέκυπτε από αυτήν.

Έτσι λοιπόν, σε έναν πολυπολικό κόσμο οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται κατ’ ανάγκην συμπαγείς γεωπολιτικές δομές, οι οποίες θα στρέφονται εναντίον ενός κύριου αντιπάλου, όπως φιλοδοξούσε να λειτουργήσει το ΝΑΤΟ στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Τώρα, ο πρωταρχικός ρόλος του ΝΑΤΟ είναι να αποτελέσει τον ζωτικό χώρο των ΗΠΑ στην Ευρασία.

Άλλωστε, η ανάπτυξη ιδιόρρυθμων πολεμικών μεθοδολογιών, όπως είναι ο υβριδικός πόλεμος (hybrid warfare), που κινούνται στη γκρίζα ζώνη μεταξύ ειρήνης και πολέμου, καθιστούν, εν μέρει, αναχρονιστικές τις διαδικασίες συλλογικής Άμυνας της Συμμαχίας. Έτσι, οι ΗΠΑ φαίνεται πως αναπτύσσουν μια αυτονομημένη από το ΝΑΤΟ δομή αποτροπής και προβολής ισχύος έναντι της Ρωσίας, με τη συνεργασία επιλεγμένων χωρών, όπως είναι η Πολωνία, χωρίς να πολυβασίζονται πλέον στη συλλογική λειτουργία της Συμμαχίας.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτού του νέου ρόλου του ΝΑΤΟ για την αμερικανική στρατηγική, οι αντιπαλότητες μεταξύ των μελών του, οι φόβοι του ενός για τον άλλον, τα διαφιλονικούμενα σύνορα και οι ανταγωνισμοί των εθνικών ταυτοτήτων είναι κάτι το θετικό και όχι αρνητικό. Και αυτό γιατί επιτρέπουν στις ΗΠΑ να λειτουργήσουν ρυθμιστικά με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε η Μεγάλη Βρετανία στο λεγόμενο βεστφαλιανό ευρωπαϊκό σύστημα, που προέκυψε μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πυρήνας της αγγλικής στρατηγικής ήταν η εκμετάλλευση προς όφελός της των ανταγωνισμών μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών που συμπυκνώνεται στη φράση «διαίρει και βασίλευε» (divide and rule).

Η διαχρονική αξία του “διαίρει και βασίλευε”

Έτσι λοιπόν και το νέο ΝΑΤΟ, περιχαρακώνει τα μέλη του σε ένα πλαίσιο, το οποίο αφενός μεν τα «προστατεύει» από την επίδραση εξωτερικών δυνάμεων, με προεξάρχουσα τη Ρωσία, αφετέρου δε μεγιστοποιεί τον ρυθμιστικό ρόλο των ΗΠΑ εντός αυτού. Ο αμερικανικός ρόλος βασίζεται στο ότι τα μέλη της Συμμαχίας έχουν ανταγωνισμούς, φοβίες, ανασφάλειες και εχθρότητες. Έτσι αποκτά νόημα.

Επιπροσθέτως, σε ένα πολυπολικό σύστημα, η «παλαιά φρουρά», δηλαδή οι υπάρχουσες μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις, έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν διαιρεμένες τις μικρότερες χώρες. Έτσι ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες να προκύψουν μεταξύ των μικρότερων χωρών γεωπολιτικές συσσωματώσεις μέσω στιβαρών και μακρόπνοων συμμαχιών και συνεργασιών, που θα περιόριζαν αναπόφευκτα το ρόλο των μεγαλύτερων δυνάμεων.

Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, το ζήτημα της διαχείρισης από πλευράς της Δύσης μιας από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές προκλήσεις των επόμενων ετών, αυτό της One Belt One Road, δηλαδή του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού» που προωθεί η Κίνα. Ένα αποδομημένο βαλκανικό σύστημα, με αδύναμες, ανασφαλείς και εχθρικές μεταξύ τους χώρες δύσκολα θα μπορέσει να επιτύχει τον απαιτούμενο βαθμό συνεργιών, ώστε να επιτρέψει τη δημιουργία των υποδομών που απαιτεί ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού, αν η Δύση κρίνει σκόπιμο να φρενάρει τη διείσδυση της Κίνας στην Ευρώπη. Από την άλλη, αν η Δύση θεωρήσει ότι πρέπει να προχωρήσει αυτός ο Δρόμος, αυτό θα γίνει με τους όρους των ισχυρών δυτικών χωρών που θα επιβάλλουν την πολιτική τους στα αποδυναμωμένα βαλκανικά κράτη.

Άρα, είναι καλύτερο για τις ηγεμονικές-ρυθμιστικές δυνάμεις, μεγάλες και μεσαίες, η γεωπολιτική τους βάση, δηλαδή οι μικρότερες χώρες να διατηρούν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους. Είναι καλύτερο για τις ηγεμονικές δυνάμεις οι μικρότερες χώρες να έχουν όσο το δυνατόν λιγότερη συνοχή και συνακόλουθη αίσθηση εθνικής ασφάλειας και αυτοπεποίθησης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη πολιτικών που πιθανώς θα έθιγαν τα συμφέροντα και τις στοχεύσεις των μεγαλύτερων δυνάμεων.

Βάση έδρασης της εθνικής ασφάλειας και αυτοπεποίθησης είναι η εθνική ταυτότητα. Στο πλαίσιο αυτό, όπως πληρέστατα τεκμηριώνει στα άρθρο του στο SLpress «Γερμανική υπονόμευση με ‘ανακάλυψη’ εθνοτήτων στα Βαλκάνια» ο καθηγητής Ιωάννης Μάζης, διαχρονική στρατηγική της Γερμανίας είναι να «ανακαλύπτει» κατά καιρούς και να προβάλει μια αυθαίρετη πολυεθνοτική ανθρωπογεωγραφία στα Βαλκάνια, η οποία αμφισβητεί τόσο τα σύνορα όσο και την εθνική ταυτότητα της Ελλάδας.

Κλειστές αυλές

Εν κατακλείδι, φαίνεται πως βρισκόμαστε σε μια νέα φάση του διεθνούς συστήματος, όπου κυριαρχεί η πολυπολικότητα. Μέσα σε αυτό το νέο σύστημα οι ΗΠΑ, αλλά και χώρες όπως η Γερμανία, επιδιώκουν να δημιουργήσουν «κλειστές αυλές», όπου θα κυριαρχούν εκμεταλλευόμενοι τους ανταγωνισμούς μεταξύ των μικρότερων χωρών και τις ανασφάλειές τους. Άρα, πρέπει να ενισχύσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τόσο τους ανταγωνισμούς όσο και τις ανασφάλειες.

Εν προκειμένω, δια της υπονόμευσης της εθνικής ταυτότητας της Ελλάδας ενισχύουν τηn ανασφάλειά της και ενισχύουν τον ενδοβαλκανικό ανταγωνισμό, σιγοντάροντας μια παρανοϊκή ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας από πλευράς των Σκοπίων, που αναπόφευκτα θα τα φέρει σε σύγκρουση με την Ελλάδα. Και οι ελλαδικές ελίτ χαρούμενες συμμετέχουν σε αυτό το παιχνίδι, γιατί έτσι εκπαιδεύτηκαν. Η υπακοή στις διαταγές του Δυτικού Παράγοντα είναι ο διαχρονικός και μη αμφισβητήσιμος ρόλος τους.

Ωστόσο, μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο αυτές οι επιλογές άρνησης, απόρριψης και μίσους για την εθνική ταυτότητα και την ιστορική της τεκμηρίωση δεν είναι βιώσιμη στρατηγική επιβίωσης για τη χώρα. Οι αντιφάσεις της αργά ή γρήγορα θα φθάσουν σε επικίνδυνα αδιέξοδα. Και τότε θα απαιτηθεί η ιστορική υπέρβαση. Η ανάπτυξη μιας εθνοκεντρικής στρατηγικής και η τοποθέτηση από τον λαό στο πολιτικό περιθώριο των αρνητών της ελληνικότητας. Εάν κάτι τέτοιο δεν συμβεί τότε η Ελλάδα πιθανώς θα έχει φθάσει στα όριά της ως γεωπολιτική οντότητα και το μέλλον της θα είναι άκρως επισφαλές.

https://slpress.gr/ethnika/o-gewpolitikos-rolos-elladas-kai-skopiwn-sto-metallagmeno-nato/

«Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να την πάρω αγκαλιά»

1

Protagon TeamProtagon Team20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018, 14:27 

Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ φωτογράφος του πρακτορείου Getty Τζον Μουρ μιλά για τη φωτογραφία που αποτύπωσε όσο καμία άλλη την απανθρωπιά της κυβέρνησης Τραμπ. Και παραδέχεται ότι το να βρίσκεται στα σύνορα και να φωτογραφίζει παιδάκια που αποχωρίζονται τους γονείς τους ήταν ένα σοκ.

Πότε σταματάει το επάγγελμα και αναλαμβάνει ο άνθρωπος; Πότε ακόμα και ένας μπαρουτοκαπνισμένος επαγγελματίας των κρίσεων –ο άνθρωπος που για να ζήσει αλλά και να ενημερώσει τον κόσμο πρέπει να κρατήσει ψηλά τη φωτογραφική του μηχανή και να καταγράψει την εικόνα– λυγίζει; Αυτές τις ημέρες το ανθρώπινο δράμα στα σύνορα του Μεξικού είναι μια αληθινή δοκιμασία για τον Τζον Μουρ, τον πολυβραβευμένο -και με Πούλιτζερ- φωτογράφο του φημισμένου πρακτορείου Getty.

Ο Μουρ, στα 50 του πια, έχει μεγάλη εμπειρία σε δύσκολα και απαιτητικά θέματα ανθρώπινου πόνου. Ενα από αυτά είναι η επί χρόνια καταγραφή της Οδύσσειας που βιώνουν οι μετανάστες στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού, προκειμένου να καταφέρουν να περάσουν στην άλλη πλευρά, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Οπως όμως ο ίδιος είπε σε συνέντευξή του στο TIME,  αυτή τη φορά, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο.

GettyImages-973077450
Ο φακός ενός αμερικανού συνοριοφύλακα φωτίζει τα τρομοκρατημένα πρόσωπα μιας μητέρας και του γιου της από την Ονδούρα που κρύβονταν στο σκοτάδι κοντά στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού (John Moore / Getty Images)

Ο φωτογράφος και αυτόπτης μάρτυρας της σκληρής πολιτικής που εφαρμόζει ο Ντόναλντ Τραμπ στα σύνορα ως αποτέλεσμα της «μηδενικής ανοχής» στο θέμα των παράνομων μεταναστών που είχε αναγγείλει, λέει ότι ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλονται αυτές οι εντολές έχει αλλάξει τον όρο «επιβολή» όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα. Και ότι οδηγεί σε ένα κύμα τέτοιας ανθρώπινης απόγνωσης, που η Αμερική δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει.

«Το σκηνικό είναι πολύ διαφορετικό πλέον. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι αυτές οι οικογένειες μεταναστών μέχρι πριν από μία εβδομάδα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι θα αναγκάζονταν να αποχωριστούν τα παιδιά τους» λέει στο TIME ο Τζον Μουρ.

GettyImages-973124276
Οι γονείς υποβάλλονται σε σωματικό έλεγχο, καθώς τα παιδιά υποβάλλονται σε ψυχολογικό πόλεμο (John Moore / Getty Images)

Η φωτογραφία του με το δύο ετών κοριτσάκι από την Ονδούρα που κλαίει ενώ ένας αμερικανός συνοριοφύλακας κάνει σωματικό έλεγχο στη μητέρα της έγινε ήδη viral και ένα πολύ δυνατό σύμβολο του ανθρώπινου κόστους -και της σκληρότητας όπως τονίζουν πολλοί- που προκαλεί η σκληρή πολιτική του Τραμπ για το Προσφυγικό.

Το κοριτσάκι που κλαίει έγινε το πρόσωπο μιας ολόκληρης κτηνωδίας που συντελείται, καθώς από τον Απρίλιο του 2018 περισσότερα από 2.000 παιδιά έχουν χωριστεί απάνθρωπα από τους γονείς τους.

GettyImages-163479694
Από πού πάνε για την Αμερική; Μια διαφορετική «οικογενειακή φωτογραφία» (John Moore / Getty Images)

«Οταν ο αστυνομικός είπε σε αυτήν τη μητέρα να αφήσει κάτω το κοριτσάκι που είχε στην αγκαλιά της προκειμένου να της γίνει σωματικός έλεγχος, το μόνο που έβλεπα ήταν τα μάτια αυτού του μικρού κοριτσιού. Με το που πάτησε τα ποδαράκια του στο έδαφος, άρχισε να ουρλιάζει» περιγράφει ο φωτογράφος.

Αναφέρει επίσης ότι η συγκεκριμένη μητέρα έδειχνε πολύ ανήσυχη με το που τη σταμάτησαν για έλεγχο. Ο ίδιος, πατέρας τριών παιδιών, μολονότι έχει πολυετή πείρα σε τέτοιου είδους ρεπορτάζ, δεν κατάφερε να αποκοπεί από τα έντονα συναισθήματα που του προκάλεσε η εικόνα της μητέρας που αμέσως μετά τον έλεγχο στοιβάχτηκε σε ένα φορτηγάκι μαζί με το κοριτσάκι της. Μετά από εκεί θα τους πήγαιναν σε ένα προσωρινό κέντρο κράτησης και πιθανότατα θα χώριζαν τη μάνα από το παιδί της. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να συνεχίσει να φωτογραφίζει όλη τη σκηνή.

GettyImages-975078458
Κάποτε στο Μεξικό… Ενα αγοράκι αφοπλίζει τους οπλισμένους φρουρούς των συνόρων δείχνοντάς τους το παιχνίδι του (John Moore / Getty Images)

«Ολο αυτό με δυσκόλεψε πολύ. Με το που τελείωσε, επιβιβάστηκαν σε φορτηγάκι. Ενιωσα την ανάγκη να σταματήσω και να πάρω βαθιές ανάσες. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάρω το κοριτσάκι αγκαλιά. Αλλά δεν μπορούσα» συνεχίζει τη συγκινητική περιγραφή του.

GettyImages-527188684
Οταν τα σύνορα μοιάζουν με κάγκελα φυλακής… (John Moore / Getty Images)

Ο Μουρ ακολουθεί τις οικογένειες μεταναστών και τις δυνάμεις επιβολής από το 2014 και πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα λεύκωμα που περιέχει πολλές από τις πιο συγκλονιστικές του εικόνες, με τίτλο «Undocumented: Immigration and the Militarization of the United States-Mexico Border». Ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι παρά την τόσο αυστηρή πολιτική, οι μετανάστες δεν πρόκειται να χάσουν το πείσμα που τους οδηγεί στο να κάνουν αυτή την επικίνδυνη διαδρομή ως τις ΗΠΑ. Μόνο που το αμερικανικό όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη, προτού καταφέρουν να πατήσουν το πόδι τους επί αμερικανικού εδάφους.

GettyImages-500414662
Ενα αγοράκι αγκαλιάζει σφιχτά τη μητέρα του, την οποία αργότερα ίσως αναγκαστεί να αποχωριστεί. (John Moore / Getty Images)

«Ολα αυτά τα χρόνια, ήταν εύκολο για τους αμερικανούς πολίτες να αγνοούν την απελπισία που οδηγεί τόσους ανθρώπους να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, προκειμένου να αναζητήσουν μία καλύτερη» λέει ο Μουρ. Και καταλήγει λέγοντας ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες που έχει τραβήξει και ξέρει ότι θα τον στοιχειώνουν για μια ολόκληρη ζωή.

GettyImages-175273210
Μητέρα και γιος πηγαίνουν από τη Γουατεμάλα στο Μεξικό. Τελικός προορισμός: ΗΠΑ (John Moore / Getty Images)

Ο λάθος τρόπος για να διορθωθεί η Λιβύη

0

Οι πρόωρες εκλογές θα ήταν καταστροφή

Περίληψη:

Ένα βασικό εμπόδιο στις εκλογές είναι η απουσία συνταγματικής βάσης. Δεν υπάρχει πλαίσιο για τον καθορισμό των θεσμών που θα πρέπει να εκλεγούν, καθώς και των αρμοδιοτήτων τους.

Ο FREDERIC WEHREY είναι ανώτερος συνεργάτης στο Πρόγραμμα Μέσης Ανατολής στο Carnegie Endowment for International Peace. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Burning Shores: Inside the Battle for the New Libya [1].
Ο WOLFRAM LACHER είναι ανώτερος συνεργάτης στη Διεύθυνση Μέσης Ανατολής και Αφρικής του Stiftung Wissenschaft und Politik (το Γερμανικό Ινστιτούτο για Διεθνείς Υποθέσεις και Υποθέσεις Ασφαλείας).

Όποιος επισκέπτεται την Λιβύη τους τελευταίους μήνες, συναντά μια χώρα που κρατάει την ανάσα της, πιασμένη από τις ωδίνες της αναβλητικότητας και από ένα βαθύ κακό προαίσθημα. Είναι ένας άνομος χώρος, γεμάτος εγκληματικότητα και εκρήξεις άγριων μαχών στα νότια και στα ανατολικά. Τα έσοδα από το πετρέλαιο έχουν πέσει λόγω των πρόσφατων συγκρούσεων, και οι λεηλασίες από τις ελίτ βάζουν τους καθημερινούς Λίβυους να αγωνίζονται για επιβίωση εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η ομπρέλα όλων αυτών είναι ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο. Η επίσημη εξουσία χωρίζεται μεταξύ μιας αδύναμης, διεθνώς αναγνωρισμένης Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord, GNA) στην πρωτεύουσα Τρίπολη, και των ανατολικών ιδρυμάτων που κυριαρχούνται από τον στρατάρχη Khalifa Hiftar, που κάποτε υπηρέτησε υπό τον πρώην ηγέτη της Λιβύης, Muammar al-Qaddafi, αλλά αργότερα είχε διαφωνήσει με αυτόν. Όμως, ένα μεγάλο μέρος της δυτικής και νότιας χώρας ξεφεύγει από τον έλεγχο αυτών των αντίπαλων Αρχών.

Δεν υπήρξε καμία έλλειψη Δυτικών προτάσεων για να σπάσει το αδιέξοδο και να αποτρέψει την περαιτέρω κατάρρευση, η πιο δημοφιλής εκ των οποίων περιλαμβάνει πρόωρες εκλογές [2], όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν σε συνάντηση με Λίβυους ηγέτες στο Παρίσι. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης επιχειρηματολογούν ότι μόνο οι εκλογές μπορούν να δημιουργήσουν μια νέα κυβέρνηση με την λαϊκή υποστήριξη που απαιτείται για να ξεπεραστεί το νομικό κενό που πλήττει όλα τα ανταγωνιστικά νομοθετικά και εκτελεστικά όργανα της Λιβύης. Είναι μια επανεκκίνηση, λένε αυτοί οι υποστηρικτές, μια πιθανότητα να παραμεριστούν οι υπονομευτές και από τις δύο πλευρές και να αντικατασταθεί η από μακρού χρόνου ταλαιπωρούμενη GNA με ένα πιο βιώσιμο σώμα.

20062018-1.jpg

Ένα ιστορικό κτήριο, που καταστράφηκε κατά την διάρκεια της τριετούς σύγκρουσης, στην Βεγγάζη της Λιβύης, στις 28 Φεβρουαρίου του 2018. ESAM OMRAN AL-FETORI / REUTERS
———————————————————————-

Ωστόσο, παρ’ όλους αυτούς τους δελεασμούς, στην πραγματικότητα, οι πρόωρες εκλογές μπορεί να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αταξία. Χωρίς μια σταθερή συνταγματική βάση, οι εκλογές θα παρήγαγαν μια κυβέρνηση της οποίας η νομιμοποίηση θα αμφισβητηθεί ακόμη ευρύτερα [3]. Η απουσία ενός συντάγματος αφήνει επίσης σε εκκρεμότητα την εκτελεστική εξουσία του προέδρου -μια ιδιαίτερη ανησυχία για τους αντιπάλους του Hiftar, ο οποίος βλέπει στην υποστήριξή του για τις εκλογές ένα αχνά καλυμμένο σχέδιο για να γίνει κυβερνήτης δια βίου. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό σημείο ανάφλεξης. Στα ελεγχόμενα από τον Hiftar ανατολικά, οι ελεύθερες εκλογές είναι αδύνατες. Αλλά ακόμη και έξω από εκεί, στην καλύτερη περίπτωση, τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από τους τοπικούς ισχυρούς άνδρες και τις πολιτοφυλακές, και οι εκλογές απειλούν να προκαλέσουν βίαιες τοπικές συγκρούσεις.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ

Από πολλές απόψεις, η παράλυση στην Λιβύη απορρέει από την λανθασμένη Πολιτική Συμφωνία της Λιβύης (Libyan Political Agreement, LPA) [4], που υπογράφηκε στο Skhirat του Μαρόκου τον Δεκέμβριο του 2015. Η συμφωνία αυτή, που αποσκοπούσε στον τερματισμό των συγκρούσεων μεταξύ των λεγόμενων παρατάξεων «Αυγή» και «Αξιοπρέπεια», παρήγαγε την Κυβέρνηση της Εθνικής Συμφωνίας στην Τρίπολη, αλλά δεν μπόρεσε να ενοποιήσει τα κατακερματισμένα πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά σώματα της Λιβύης. Η σύλληψη και η διεξαγωγή του διαλόγου στην πορεία προς την συμφωνία έγινε βιαστικά με εντολή των εξωτερικών δυνάμεων και, πιο σημαντικό, ήταν τεχνητά διαρθρωμένη ως μια συμφωνία μεταξύ δύο μερών, όταν στην πραγματικότητα οι παράγοντες της σύγκρουσης ήταν πιο πολυάριθμοι και ποικίλοι. Με το να βασίζεται σε υπογράφοντες από τα δύο κοινοβούλια (ένα στα ανατολικά και ένα στα δυτικά της χώρας) που δεν μιλούσαν εξ ονόματος των πραγματικών δυνάμεων στο έδαφος, έθεσε το έδαφος για ένα συνεχές αδιέξοδο. Ένα κρίσιμο σημείο ήταν η εξουσία του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, την οποία η συμφωνία έδωσε στο Συμβούλιο Προεδρίας της GNA –ένας όρος που απορρίφθηκε από τον Hiftar και τους υποστηρικτές του.

Για να ξεπεράσει αυτό το αδιέξοδο, ο νέος απεσταλμένος του ΟΗΕ στην Λιβύη, ο Ghassan Salamé, πρότεινε ένα «σχέδιο δράσης» που περιλαμβάνει τροποποιήσεις στην LPA (για να συμπεριληφθεί ένα ανασυσταθέν Συμβούλιο Προεδρίας), μια εθνική διάσκεψη, ένα λαϊκό δημοψήφισμα για το σύνταγμα, και την προετοιμασία των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών με τους κατάλληλους εκλογικούς νόμους. Δυστυχώς, το σχέδιο έχει κολλήσει σε σχεδόν κάθε θέμα: Δεν υπάρχει καμία κίνηση για την αναθεώρηση της σύστασης του συμβουλίου˙ η πρόοδος για την εθνική διάσκεψη, την οποία ανέθεσε ο ΟΗΕ σε έναν μη κυβερνητικό οργανισμό, ήταν αργή και επίπονη˙ και η ανατολική Βουλή των Αντιπροσώπων (House of Representatives, HoR) δεν θα θέσει σε ψηφοφορία τον νόμο για το συνταγματικό δημοψήφισμα. Αυτό αφήνει τις εκλογές ως τον τελευταίο εναπομείναντα πυλώνα. Ο Σαλαμέ επί μακρόν υποστήριξε ότι οι εκλογές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο όταν οι συνθήκες ήταν ώριμες. Τώρα, αν και δεν έχει σημειωθεί πρόοδος, οι εκλογές θα διεξαχθούν ούτως ή άλλως, τον Δεκέμβριο του 2018, σύμφωνα με την πρωτοβουλία του Macron.

Η πρόοδος έχει εμποδιστεί από τους καθιερωμένους υπονομευτές και από δομικούς παράγοντες. Πάρα πολλοί δρώντες των ελίτ ωφελούνται από το status quo˙ τα μέλη τόσο της HoR όσο και του Ανώτατου Συμβουλίου του Κράτους φαίνεται να ενδιαφέρονται περισσότερο για την προσκόλληση στην εξουσία παρά για τη μετακίνηση της χώρας προς τα εμπρός. Στην Τρίπολη, η GNA έχει πέσει θύμα ενός καρτέλ πολιτοφυλακών [5] οι οποίες γεμίζουν την κυβέρνηση με τους συμμάχους τους για να λεηλατούν κρατικούς προϋπολογισμούς και περιουσιακά στοιχεία. Πέρα από αυτές τις αποτυχίες της θέλησης και του οράματος των ελίτ, οι πολιτικές μετατοπίσεις επί του πεδίου εμπόδισαν την πρόοδο. Η εξουσία έχει γίνει πιο κατακερματισμένη και διάχυτη, και σχηματίζονται νέοι συνασπισμοί ομάδων συμφερόντων, συχνά μεταξύ πρώην ανταγωνιστών. Τα μέρη μιας ενδεχόμενης διευθέτησης καθίστανται όλο και περισσότερο διασπασμένα και αδυνατούν να καταλήξουν σε μια συναίνεση. Στα ανατολικά, έχουν εμφανιστεί πολλαπλές διαιρέσεις, με πολλούς που είχαν στηρίξει τον Hiftar κατά την διάρκεια της τριετούς εκστρατείας του στην Βεγγάζη να γίνονται όλο και πιο αρνητικοί για την συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των γιων του και των συγγενών του. Στα δυτικά, η πόλη- λιμάνι Μισράτα έχει δει την επιρροή της να ελαττώνεται στην πρωτεύουσα καθώς οι τοπικές πολιτοφυλακές της Τρίπολης έχουν εδραιώσει την εξουσία τους -ήταν αυτή η στέρηση που ώθησε τη Μισράτα να κάνει ειρήνη με την αντίπαλη πόλη Ζιντάν, ένα άλλο κέντρο εξουσίας με μακροχρόνια συμφέροντα στην πρωτεύουσα.

Οι διαφορετικές διεθνείς προσεγγίσεις για την Λιβύη, οι οποίες καθοδηγούνται από ιδιοτελείς ατζέντες, έχουν επιδεινώσει τις διαφορές, δημιουργώντας κίνητρα σε διάφορες φατρίες να μην έλθουν στο τραπέζι [των διαπραγματεύσεων]. Παρά την κατ’ αρχήν αποδοχή της συμφωνίας που υποστηρίχθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ποτέ δεν σταμάτησαν να υποστηρίζουν τον Hiftar, αλλά στην πραγματικότητα αύξησαν την υποστήριξή τους. Σε αυτούς προσχώρησαν η Ρωσία και η Γαλλία. Οι Λίβυοι εκλαμβάνουν ευρέως το Παρίσι ως προκατειλημμένο έναντι του αρχιστράτηγου. Μεταξύ άλλων Ευρωπαίων, οι Ιταλοί έχουν κάνει συμφωνίες με τις δυτικές πολιτοφυλακές για την αντιμετώπιση της ροής των μεταναστών [6] προς τις ακτές τους.

Οι εξωτερικές δυνάμεις ήταν επίσης ενεργές ως διαιτητές και δυνητικοί μεσολαβητές μέσω διαφόρων διασκέψεων κορυφής και φόρουμ. Οι περισσότερες από αυτές τις πρωτοβουλίες δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερες, και ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες από αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να μουδιάζουν την ώθηση της προσπάθειας του ΟΗΕ. Το τελευταίο παράδειγμα είναι η συνάντηση του Macron στις 29 Μαΐου στο Παρίσι [7].

Χαιρετισμένη ως θρίαμβος από την γαλλική κυβέρνηση, η σύσκεψη στο παλάτι του Élysée συγκλήθηκε από τον πρόεδρο της Γαλλίας μεταξύ τεσσάρων ηγετικών στελεχών -του Hiftar˙ του Faiz Serraj, πρωθυπουργού της κυβέρνησης της Τρίπολης˙ και των επικεφαλής των δύο αντίπαλων νομοθετικών οργάνων, της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Ανώτατου Συμβουλίου του Κράτους, της Τρίπολης. Παρήγαγε μια υπόσχεση της Λιβύης να διεξαγάγει προεδρικές και βουλευτικές εκλογές μέχρι το τέλος του έτους, καθώς και δεσμεύσεις για ενοποίηση των οικονομικών θεσμών και των θεσμών ασφαλείας της χώρας.

Αλλά η γαλλική πρωτοβουλία είναι προβληματική. Ήταν μια βιαστική εμβαλωματική, μονομερής προσπάθεια. Άλλες Δυτικές κυβερνήσεις με συμφέροντα στην Λιβύη -και κυρίως η Ιταλία- κατελήφθησαν εξαπίνης από τον δυναμικό τρόπο του Γάλλου προέδρου και ήδη αντιδρούν εναντίον του σχεδίου. Τρεις από τις τέσσερις προσωπικότητες της Λιβύης, τις οποίες ο Macron παράθεσε ως μεσίτες ισχύος, μπορούν να περιγραφούν μόνο ως «πρόσωπα βιτρίνες» χωρίς πραγματική επιρροή. Η σύνοδος κορυφής δεν συμπεριέλαβε άλλους βασικούς Λίβυους που μπορούν να επιβάλλουν βέτο (veto players) -όπως οι Μισρατινοί, οι οποίοι αρνήθηκαν να στείλουν αντιπροσωπεία, αφού δεν τους παρασχέθηκε το ίδιο καθεστώς με τις τέσσερις προσωπικότητες. Και ακόμη και αυτοί οι τέσσερις εκπρόσωποι δεν συμφώνησαν, στην πραγματικότητα, για τίποτα στο Παρίσι. Δεν υπέγραψαν την δήλωση του Macron και άφησαν άλυτο το ζήτημα της συνταγματικής βάσης για τις εκλογές. Σύμφωνα με παρευρισκόμενους, ο Macron παρουσίασε ως ημερομηνία των εκλογών την 10η Δεκεμβρίου στον Τύπο πριν οποιοσδήποτε από τους τέσσερις μπορέσει να αντιταχθεί.

Επιπλέον, το σχέδιο Macron στηρίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι οι εκλογές μπορούν να χρησιμεύσουν ως πανάκεια για την αταξία της Λιβύης. Ένα βασικό εμπόδιο στις εκλογές είναι η απουσία συνταγματικής βάσης. Δεν υπάρχει πλαίσιο για τον καθορισμό των θεσμών που θα πρέπει να εκλεγούν, καθώς και των αρμοδιοτήτων τους. Το περασμένο καλοκαίρι, μια συντακτική συνέλευση που εκλέχτηκε το 2014 έδωσε τελικά ένα σχέδιο συντάγματος, μετά από χρόνια αδιεξόδου [8]. Το κείμενο όμως είναι αμφιλεγόμενο, και ένα δημοψήφισμα για αυτό θα αποδειχθεί εξαιρετικά διχαστικό. Μια εναλλακτική πρόταση είναι να χρησιμοποιηθεί ένα πλαίσιο που καταρτίστηκε κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο το 2014 ως μια τροποποίηση του μεταβατικού οδικού χάρτη που εφαρμόστηκε τότε, πριν οι κρατικοί θεσμοί διχαστούν εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός για το πλαίσιο αυτό στην πραγματικότητα βοήθησε να δημιουργηθεί η κρίση της νομιμοποίησης που τώρα κατακλύζει όλα τα αντίπαλα εκτελεστικά και νομοθετικά σώματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιβύης έκρινε αργότερα ότι η τροπολογία δεν είχε υιοθετηθεί ποτέ σωστά, οδηγώντας τους αντιπάλους των θεσμών που εδρεύουν στα ανατολικά να υποστηρίξουν ότι η βάση για τις εκλογές του 2014 για την Βουλή των Αντιπροσώπων ήταν άκυρη. Όποια βάση για τις εκλογές κι αν βρεθεί, θα πρέπει να απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης -αλλιώς τα νεοεκλεγμένα σώματα θα αντιμετωπίσουν ακόμα πιο σοβαρές προκλήσεις για τη νομιμοποίησή τους. Σαφώς, μια συμφωνία μεταξύ τεσσάρων ευρέως αντιδημοφιλών προσωπικοτήτων δεν αρκεί για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος.

Η έλλειψη γενικά συμφωνημένων κανόνων είναι ιδιαίτερα προβληματική όσον αφορά τις προεδρικές εκλογές που προβλέπονται στο σχέδιο Macron. Σε μια αδιέξοδη σύγκρουση ανάμεσα σε βαριά οπλισμένες παρατάξεις, οι προεδρικές εκλογές διευρύνουν το φάσμα ενός διαγωνισμού του τύπου «ο νικητής τα παίρνει όλα» που θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντική κλιμάκωση. Παρά το σχέδιο Macron, πολλοί Δυτικοί πολιτικοί βλέπουν τις κοινοβουλευτικές εκλογές ως μια λιγότερο επικίνδυνη επιχείρηση από όσο μια προεδρική εκλογή. Αλλά ενώ οι προεδρικές εκλογές απειλούν να προκαλέσουν σημαντική κλιμάκωση μεταξύ δύο αντιτιθέμενων στρατοπέδων, οι βουλευτικές εκλογές κινδυνεύουν να προκαλέσουν μεγαλύτερη διάδοση της βίας σε τοπικό επίπεδο. Στις εκλογές του 2012, λίγες περιοχές είδαν εκλογική βία ή εκφοβισμό˙ το 2014, το πρόβλημα ήταν λίγο πιο διαδεδομένο. Από τότε, όμως, οι τοπικές πολιτοφυλακές έχουν σε πολλά μέρη εδραιωθεί ως ομάδες κατεστημένων συμφερόντων που ευδοκιμούν από το λαθρεμπόριο και την λεηλασία, και έχουν εμπλακεί βαθιά στην πολιτική. Κατά την διάρκεια του αδιεξόδου των τελευταίων ετών, έχουν δει πόσο οι προσοδοφόρες θέσεις μπορούν να είναι υπονομευτικές σε εκλεγμένους θεσμούς και τώρα είναι έτοιμες να παρέμβουν πολύ πιο δυναμικά σε μια εκλογική διαδικασία. Οι περισσότερες πόλεις της δυτικής και νότιας Λιβύης φιλοξενούν πολλές ένοπλες ομάδες, αυξάνοντας την προοπτική βίαιων μαχών, όπου τέτοιες ομάδες ανταγωνίζονται -αντί να συντονίζονται- η μια με την άλλη.

ΜΙΑ ΠΙΟ ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Τελικά, η επανακαθιέρωση μιας ενιαίας κεντρικής Αρχής που απολαμβάνει εκλογική νομιμοποίηση είναι η ξεκάθαρη διέξοδος από την αναταραχή της Λιβύης. Το ερώτημα δεν είναι ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις στις εκλογές, αλλά πώς μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή οι προϋποθέσεις επιτυχημένων εκλογών. Η απάντηση βρίσκεται σε μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων που να παρέχει έναν λεπτομερή οδικό χάρτη της πορείας προς τις εκλογές. Αυτό δεν είναι το θέμα των φανταχτερών αλλά φευγαλέων μονομερών πρωτοβουλιών. Η επίτευξη μιας τέτοιας διευθέτησης απαιτεί διεθνή συντονισμό, προσεκτικό σχεδιασμό της διαπραγματευτικής διαδικασίας, και αντοχή.

Η ιδέα μιας ακόμη μεταβατικής ρύθμισης είναι ευρέως αντιδημοφιλής στην Λιβύη και ο απεσταλμένος του ΟΗΕ, Σαλαμέ, έχει αποκλείσει ρητά αυτή την επιλογή. Αλλά μια μετάβαση είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται για να προετοιμαστεί το έδαφος για τις εκλογές. Θα πρέπει να περιλαμβάνει μια επαναδιαπραγματευθείσα συμφωνία κατανομής εξουσιών που θα επεκτείνεται στους θεσμούς της οικονομίας και της ασφάλειας. Αυτό θα σήμαινε, για παράδειγμα, ότι οι ενοποιημένες δομές διοίκησης στην Τρίπολη θα εξασφάλιζαν τουλάχιστον μια ελάχιστη επίβλεψη στις υπηρεσίες ασφαλείας στην ανατολική Λιβύη και θα μπορούσαν να παρακολουθούν πράξεις βίας που παρεμβαίνουν στην εκλογική διαδικασία εκεί. Θα απαιτούσε επίσης νέες ρυθμίσεις ασφαλείας στην Τρίπολη για να χαλαρώσει την λαβή μιας χούφτας πολιτοφυλακών επί των κρατικών θεσμών εκεί -αλλιώς καμία εκλεγμένη κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ασκήσει ουσιαστική εξουσία στην Τρίπολη. Τέλος, μια μεταβατική ρύθμιση θα πρέπει να καθορίσει την συνταγματική βάση των εκλογών και να παράσχει μια προσέγγιση για τον τρόπο αντιμετώπισης του αμφιλεγόμενου σχεδίου συντάγματος. Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμπεριλάβει μια συμφωνία για την προσωρινή έγκριση του σχεδίου, στην συνέχεια να αναθεωρηθεί μέσω μιας συμβουλευτικής διαδικασίας και να υποβληθεί αργότερα σε δημοψήφισμα.

Για να αποφευχθεί η επανάληψη των προβλημάτων που έχουν επιδεινώσει την Πολιτική Συμφωνία της Λιβύης (LPA), οι διαπραγματεύσεις για μια τέτοια ρύθμιση θα πρέπει να περιλαμβάνουν πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες με πραγματική επιρροή επί του πεδίου -όχι μόνο έναν μικρό αριθμό «ανθρώπων-βιτρίνα». Θα πρέπει να υπερβούν τα δύο υπάρχοντα νομοθετικά σώματα, τα οποία αμφότερα είναι βαθιά δυσλειτουργικά και ευρέως απαξιωμένα. Για μια συμφωνία στα συνταγματικά ζητήματα, θα πρέπει να συμπεριλάβουν τόσο τα μέλη της συντακτικής συνέλευσης όσο και τους εξέχοντες εκπροσώπους των εκλογικών περιφερειών που απορρίπτουν το σημερινό σχέδιο συντάγματος.

Είναι δυνατή μια τέτοια μεταβατική συμφωνία; Ίσως. Αλλά αν δεν είναι, τότε ούτε οι εκλογές θα κάνουν τίποτα εκτός από το να επιδεινώσουν τα προβλήματα της Λιβύης.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2018-06-19/wrong-way-fix-l…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/dp/B072BFKLTD/ref=dp-kindle-redirect?_encoding=UT…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2017-08-15/case-against-el…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2017-07-18/filling-vacuum-…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2016-09-06/coming-fall-lib…
[5] https://swp-berlin.org/en/publication/libya-tripolis-militia-cartel/
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2017-07-20/europes-libya-p…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2017-09-21/how-france-mak…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2017-01-10/trumpian-peace-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition