Αρχική Blog Σελίδα 2789

Η Υψηλή Στρατηγική της Ρωσίας

1

Η μελέτη της περίπτωσης της Συρίας *

Περίληψη:

Ο ρωσικός αναθεωρητισμός εκδηλώνεται με διαφορετικές τακτικές, όπως στρατιωτικά στην Ουκρανία και την Συρία, με πολιτικό τρόπο μέσω της χρήσης πληροφοριών με ψυχολογικές επιχειρήσεις ή κυβερνο-επιθέσεις και διπλωματικά αμφισβητώντας το status quo στους παγκόσμιους θεσμούς. Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας επίσης υποστηρίζεται από την άσκηση επιρροής στις πολιτικές εκστρατείες ή την κινητοποίηση των πολιτικών τριβών και την υποστήριξη του λαϊκισμού στην Δύση.

Ο Δρ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΡ. ΓΚΡΕΚΑΣ είναι διεθνολόγος και συγγραφέας, μέλος του «Chatham House, the Royal Institute of International Affairs».

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και στην εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η υψηλή στρατηγική (Grand Strategy) της Ρωσίας αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις. Η σύγχρονη υψηλή στρατηγική της Ρωσίας προσαρμόστηκε στις αναδυόμενες προκλήσεις που απορρέουν από τις σύγχρονες εξελίξεις στα ζητήματα οικονομίας, ασφάλειας και διπλωματίας. Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, φαίνεται να έχει πάρει τα διδάγματα από τους προηγούμενους Σοβιετικούς ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, και έχει καταβάλει προσπάθειες να αποφύγει τα λάθη τους, αναπτύσσοντας στρατηγικές που εξασφαλίζουν εσωτερική και εξωτερική σταθερότητα, οικοδομώντας συμμάχους καθ’ όλη τη μεταβατική περίοδο.

Δεδομένου ότι η ασφάλεια είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό ζήτημα, ο πρόεδρος Πούτιν αμφισβητεί τις Δυτικές συμμαχίες χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι το σύστημα ασφαλείας εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, απειλώντας την ασφάλεια της Ρωσίας. Η αντίληψη αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα μελλοντικό στρατηγικά δυναμικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Επιπλέον, η Ρωσία χρησιμοποιεί τις περιπτώσεις της Ουκρανίας και της Συρίας με την ενεργή παρουσία της, ενισχύοντας έναν αυτο-ρυθμιζόμενο ανταγωνισμό με τις Δυτικές δυνάμεις.

15072018-1.jpg

Η φρεγάτα του ρωσικού πολεμικού ναυτικού «Ναύαρχος Έσσεν» στον Βόσπορο, προς την Μεσόγειο Θάλασσα, στις 10 Ιουλίου 2017. REUTERS/Murad Sezer
————————————————————————

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας, ευθυγραμμισμένη με τον στόχο του προέδρου Πούτιν να δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον στον 21ο αιώνα. Σκοπός είναι να θέσει όρια στα Δυτικά θεσμικά όργανα και την αμερικανική εξουσία, μειώνοντας τον ρόλο των ΗΠΑ σε θέματα ασφάλειας, οικονομίας και διπλωματίας σε παγκόσμιο επίπεδο στοχεύοντας ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την Ρωσία ως υπερδύναμη.

ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

Με την άφιξη του προέδρου Πούτιν στην πολιτική ζωή της Ρωσίας, έχει διαμορφωθεί με έναν αποτελεσματικό τρόπο μια ομοφωνία σχετικά με την υψηλή στρατηγική της χώρας. Η ομοφωνία περιλαμβάνει δύο κύριους στόχους: Πρώτον την κυριαρχία στην πρώην σοβιετική περιοχή και, δεύτερον, ως ανεξάρτητη δύναμη την διατήρηση της παγκόσμιας επιρροής, διαθέτοντας τους πόρους της για την επίτευξη αυτών των στόχων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας είναι να διατηρήσει και να παγιώσει κάθε επιτυχημένο επίτευγμα. Επίσης, στόχοι είναι η βελτίωση της οικονομίας και της ασφάλειας, προκειμένου να κεφαλαιοποιηθούν τα εθνικά ενεργειακά αποθέματα, με την ένταξη στην παγκόσμια οικονομία και την ενδυνάμωση του στρατού.

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας στοχεύει επίσης στην δημιουργία μιας νέας ευνοϊκής ισορροπίας δυνάμεων στο διεθνές σύστημα και στην πρόσβασή της σε νέες αγορές. Η Ρωσία προσπαθεί να αναδιατάξει τον σύγχρονο Δυτικό προσανατολισμό του διεθνούς συστήματος. Η δημιουργία ενός νέου πολυκεντρικού κόσμου θα έχει αντίκτυπο, μειώνοντας την διεθνή εμβέλεια των Δυτικών θεσμών. Για παράδειγμα, στην στρατηγική εθνικής ασφάλειας της Ρωσίας για το 2015 αναφέρεται η δημιουργία και υποστήριξη μιας «πολυκεντρικής» διεθνούς τάξης, η οποία θα καθιστούσε το ρωσικό κράτος ισότιμο εταίρο στην παγκόσμια σκηνή.

Η «Υψηλή Στρατηγική», ωστόσο, είναι η ευρύτερη προσπάθεια μιας χώρας να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα εξουσίας για να διαμορφώσει το διεθνές σύστημα ώστε να εργαστεί προς όφελός της. Στο πλαίσιο αυτό, η ρωσική υψηλή στρατηγική ενσωματώνει στοιχεία της ρωσικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας (NSS) με στόχο την διαμόρφωση ενός διεθνούς περιβάλλοντος για την επίτευξη των στόχων της. Σύμφωνα με την NSS το 2015, οι νέες προτεραιότητες της χώρας αντανακλώνται σε μια στοχευμένη προσπάθεια υποστήριξης της εγχώριας υγείας και της παιδείας, ενώ τονίζεται το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την Κεντρική Ασία και τις σχέσεις με την Κίνα.

Ο πρόεδρος Πούτιν χρησιμοποίησε το Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης (SPIEF) 2016 παίζοντας τον ρόλο του συνδέσμου και της γέφυρας με σκοπό να ενώσει τις δύο πλευρές της ευρασιατικής ηπείρου σε έναν ενιαίο οικονομικό χώρο, με την Ρωσία στο επίκεντρο. Πρόκειται για την πρόταση για μια «Ευρύτερη Ευρασία»: Μια ενιαία, κολοσσιαία οικονομική μονάδα που εκτείνεται σε όλη τη διαδρομή και περιοχή από τον Ειρηνικό μέχρι τον Ατλαντικό.

Γενικά, η Ρωσία μετά το Ψυχρό Πόλεμο έχει εμπλακεί σε μια στενότερη σχέση διαλόγου με την ASEAN (Association of Southeast Asian Nations, Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας) τα τελευταία 20 χρόνια και προσπαθεί να αναπτύξει τις σχέσεις της με την περιοχή. Η στρατηγική της Ρωσίας υποστηρίζει αυτό το σχέδιο για την ενίσχυση της πολυπολικής δομής ώστε η ίδια να λειτουργήσει ως πιθανός «ισορροπιστής» μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ. Επιπλέον, η Ρωσία προσπάθησε να δημιουργήσει οργανώσεις, συμμαχίες και δομές ανταγωνιστικές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, για παράδειγμα τον Οργανισμό της Συνθήκης της Σαγκάης και την Ομάδα BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα).

Επιπλέον, η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας στοχεύει στο να δημιουργήσει εισροές στο δημόσιο ταμείο με πρόσβαση στις εξαγωγικές αγορές όπλων, πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ένας κύριος στόχος είναι η μείωση ή εξάλειψη των οικονομικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στο ρωσικό κράτος, σε μεγάλες ρωσικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες και Ρώσους αξιωματούχους υψηλού επιπέδου μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.

Η προσέγγιση της ρωσικής υψηλής στρατηγικής έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με την ιδέα ότι η χώρα αντιμετωπίζει απειλές και προκλήσεις σε όλα τα στρατηγικά ζητήματα. Επιπλέον, η Ρωσία στην προοπτική του 21ου αιώνα, κατάλαβε ότι ένα νέο μέτωπο ευπάθειας ανοίγει στην περιοχή της Αρκτικής και ότι η στρατηγική ασφάλειας και το στρατιωτικό δόγμα συμπίπτουν.

Στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης της επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, υπάρχουν δύο θεσμοί που χρησιμοποιούνται προς αυτή την κατεύθυνση: Η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (Eurasian Economic Union, μια οικονομική ένωση που περιλαμβάνει την πλειοψηφία των μετασοβιετικών κρατών) και ο Οργανισμός Συνθήκης για την Συλλογική Ασφάλεια (Collective Security Treaty Organization, περιφερειακή οργάνωση συλλογικής ασφάλειας στην Κεντρική Ασία και στον Καύκασο). Οι προσπάθειες του Πούτιν να επανέλθουν στον ρωσικό έλεγχο του μετα-σοβιετικού χώρου σφαίρες επιρροής του παρελθόντος επιβεβαιώθηκε με τις επιθετικές ενέργειες στην περίπτωση της Γεωργίας και της Ουκρανίας. Ο Πούτιν βλέπει την ουκρανική κρίση ως μια ακόμη προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ να απομονώσουν και να αποδυναμώσουνι την Ρωσία χάνοντας τον έλεγχό της στην heartland [σσ: Από την θεωρία του Χάλφορντ Μάκιντερ για τις βασικές περιοχές του κόσμου. Η hartland είναι η «καρδιά» του κόσμου και τοποθετείται στο κέντρο της ευρασίας και γύρω της υπάρχουν επάλληλοι κύκλοι-ζώνες (rimland ή crescent).

Ο Πούτιν κατανοεί ότι η Ρωσία θα παραμείνει δέσμια στο επίπεδο της μεσαίας δύναμης (middle power), χωρίς την παρουσία και τον έλεγχο της heartland. Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της Μόσχας επεκτάθηκαν στην heartland κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Οι χώρες της Βαλτικής Θάλασσας έγιναν δεκτές στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, επίσης η Ουκρανία, η Μολδαβία και η Γεωργία καθιέρωσαν στενότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, αρχικά η Μόσχα επιδιώκει την προστασία των ζωτικών συμφερόντων της στην Ουκρανία.

Στο πολιτικό επίπεδο, στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016, οι χάκερς της Ρωσίας έδειξαν τις προσδοκίες της Ρωσίας να θεωρηθεί ως παγκόσμιος παίκτης, ως δύναμη που θα μπορούσε να χειριστεί και να επηρεάσει τις προεδρικές εκλογές της Αμερικής, καθώς φέρεται να ευνόησε τον Τραμπ έναντι της Χίλαρι Κλίντον. Η Ρωσία προσπάθησε να χειριστεί τις εκλογικές διαδικασίες των ΗΠΑ και της Γαλλίας, δίνοντας βαρύτητα στον στόχο να αποδυναμώσει την φιλελεύθερη διεθνή τάξη.

Ένα πρόσθετο βήμα για τη Μόσχα είναι η εκ νέου ενίσχυση της επιρροής της εξουσίας στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής σε νέους τομείς. Η ρωσική στρατηγική επιδιώκει να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους κυβερνητικούς συνασπισμούς στους συμμάχους των γειτονικών κρατών. Επιπλέον, ο πρόεδρος Πούτιν ανακοίνωσε τον Μάρτιο του 2014, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, την βούλησή του να υπερασπιστεί τους ρωσικούς πληθυσμούς στο εξωτερικό, με μια πιο επιθετική πολιτική επιρροής στα πρώην σοβιετικά κράτη και με μια υπόσχεση προστασίας των ρωσικών πληθυσμών.

Επίσης, η Ρωσία αμφισβητεί την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η Ρωσία αισθάνθηκε άνετα για να προσαρτήσει την Κριμαία γνωρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πήγαιναν σε πόλεμο αντιποίνων, καθώς η Ουκρανία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος Πούτιν έδρασε αποφασιστικά για να προστατεύσει τα ζωτικά συμφέροντα της Ρωσίας στην Ουκρανία. Μέσα από τις ενέργειές του στην Ουκρανία, ο Πούτιν εγγυάται ότι η Ρωσία θα συνεχίσει να διαμορφώνει το μέλλον της Ουκρανίας. Επιπρόσθετα, η Ρωσία προσπαθεί να άρει τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο των ΗΠΑ στις περιφέρειες που έχουν παραδοσιακά συμπεριληφθεί στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και την Δυτική Ευρώπη.

Η στρατηγική του προέδρου Πούτιν επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη του καθεστώτος της χώρας του, ως κράτους ασφάλειας και στην συνέχεια στην εμπλοκή του σε παγκόσμια κλίμακα με διάφορους τρόπους. Σε αυτό το πλαίσιο στρατηγικής, ο Πούτιν χρησιμοποιεί την στρατιωτική δύναμη και μια ποικιλία εργαλείων στο εξωτερικό για να ενισχύσει τα ρωσικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, η νέα προσέγγιση του Πούτιν που χρησιμοποιεί τον «πόλεμο νέας γενιάς» (new-generation warfare) με μικτές τακτικές και αντικανονικές τακτικές μάχης (mixed regular and irregular warfare tactics), όπως κυβερνο-επιχειρήσεις, στρατιωτικές επιχειρήσεις και στοχευμένες πληροφορίες.

Για να επιτύχει τους στόχους της, η Ρωσία ανέπτυξε τον λεγόμενο «πόλεμο νέας γενιάς», ο οποίος στοχεύει στις Δυτικές αδυναμίες (διαφέρει από την Δυτική προσέγγιση των υβριδικών συγκρούσεων), συνδυάζοντας τόσο την χαμηλή (low-end) όσο και την υψηλότερη (high-end) κρυφή κρατική εμπλοκή με άμεση συμμετοχή [στις εχθροπραξίες].

Όπως εφαρμόστηκε αρχικά στην Γεωργία και αργότερα στην Ουκρανία, ο ρωσικός πόλεμος νέας γενιάς εκδηλώνεται με τα ακόλουθα στοιχεία: Την πολιτική υπονόμευση με την εισαγωγή πρακτόρων, τις ενημερωτικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την εκμετάλλευση εθνικών ή γλωσσικών διαφορών μέσω πολιτικής προπαγάνδας, και την έκθεση τοπικών αξιωματούχων. Δεύτερον, χρησιμοποιώντας πληρεξούσιες δυνάμεις («άσυλο πληρεξουσίων», proxy sanctuary), με την παροχή οπλισμού, την εκπαίδευση σε αντάρτες και παρεμβαίνοντας στα τοπικά κυβερνητικά κέντρα, με «δημοψηφίσματα» για την δημιουργία μιας Λαϊκής Δημοκρατίας (People’s Republic) υπό τη ρωσική κυριαρχία,κ.λπ. Τρίτον, η παρέμβαση με την παρουσία και «δράση» ρωσικών δυνάμεων στα σύνορα, με την συγκαλυμμένη εισαγωγή βαρέων όπλων σε αντάρτες και την δημιουργία στρατοπέδων κατάρτισης και εφοδιασμού που βρίσκονται κοντά στα σύνορα, που κατευθύνονται από Ρώσους. Τέταρτον, με την αναγκαστική αποτροπή μέσω της προώθησης και ανάπτυξης συστημάτων τακτικών πυρηνικών όπλων και επιθετικής επιτήρησης από αέρος σε γειτονικές περιοχές. Πέμπτον, οι διαπραγματευτικοί χειρισμοί με την χρήση και την κατάχρηση των πυρηνικών για την κατάπαυση συγκρούσεων, προκειμένου να ενισχύσουν τους πληρεξουσίους τους.
Σε ένα Δυτικό κόσμο των συμμαχιών μεταξύ δυνάμεων με ισχυρή στρατιωτική, πολιτική και οικονομική επιρροή, η Ρωσία χρειάστηκε μια ασύμμετρη αντίδραση και χρησιμοποίησε τακτικές που επικεντρώνονταν «στις αδυναμίες του εχθρού, αποφεύγοντας άμεσες και εμφανείς συγκρούσεις».

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας στην Συρία έχει αρκετά επίπεδα αν θεωρηθεί μετά από μια πολυδιάστατη αποτελεσματική προσέγγιση. Σε τοπικό επίπεδο, η Ρωσία έχει ποικίλα οικονομικά συμφέροντα στην Συρία, με σημαντικό και αυξανόμενο αριθμό επιχειρηματικών συμβάσεων, σημαντικές διμερείς συμβάσεις όπλων, οικονομική βοήθεια, συμμετοχή στην παραγωγή πετρελαίου και προοπτικές συμβάσεων ανασυγκρότησης μετά την σύγκρουση. Σε περιφερειακό επίπεδο, η Μόσχα υποστηρίζει τους Σύρους και Ιρανούς μακροχρόνιους συμμάχους της, διπλωματικά, πολιτικά και στρατιωτικά. Στη Μέση Ανατολή, νέες συμμαχίες αναδύονται και διευκολύνουν τους στρατηγικούς στόχους της Μόσχας με την προοδευτική προσπάθεια υλοποίησης του άξονα του Λιβάνου-Συρίας-Ιράκ-Ιράν που θα επηρεάσει την περιοχή, και, πρόσφατα, με χώρες του Περσικού Κόλπου. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η στρατηγική της Ρωσίας είναι να αντιταχθεί και να επιβάλει την θέση της εναντίον των αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων, μέσω της παρουσίας της στην Συρία και των συνεχιζόμενων επιτευγμάτων της.

Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη άλλες σημαντικές εκδοχές της στρατηγικής της Ρωσίας στη Συρία. Σε στρατιωτικό επίπεδο, η Ρωσία είχε δημιουργήσει υποδομές στη ναυτική βάση της Tartus, στην αεροπορική βάση Khmeimim κοντά στην Latakia και τις αντιπυραυλικές θέσεις για τον στρατιωτικό εναέριο έλεγχο της Συρίας. Το Κρεμλίνο ασκεί επίσης και αναπτύσσει τις υβριδικές στρατηγικές του, με αντι-εξεγέρσεις, τακτικές διαδικασίες και ενεργοποίηση μη κρατικών ένοπλων ομάδων. Μετά τις υιοθετημένες τακτικές στην Κριμαία και την Ουκρανία, η Ρωσία ανέπτυξε και επέκτεινε τις τακτικές εμπειρίες των ρωσικών δυνάμεων, καθώς και την εμπειρία της μάχης. Επιπλέον, η Μόσχα χρησιμοποιεί την Συρία ως πειραματικό έδαφος για ιδιωτικούς στρατιωτικούς συνεργάτες δοκιμάζοντας στρατιωτικά υλικά, τεχνολογία, αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, πυραύλους κρουζ (cruise missiles), όπλα σε έναν αμυντικό αλλά και επιθετικό ρόλο συνδυαστικά.

15072018-2.jpg

Ρωσικά φορτηγά προς το Deir al-Zor στην Kabakeb κοντά στο Deir al-Zor, στην Συρία, στις 21 Σεπτεμβρίου 2017. REUTERS/Omar Sanadiki
——————————————————————————

Κατά την διάρκεια της σύγκρουσης στην Συρία, η Ρωσία έχει αναβαθμίσει την θέση και την ενεργή παρουσία της τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Οι επιδράσεις της στρατηγικής της Ρωσίας έχουν αναβαθμιστεί μετά την αρκετά καλά σχεδιασμένη στρατιωτική της εμπλοκή στην Συρία από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2015. Επιπλέον, η Ρωσία είχε αναβαθμισμένο διπλωματικό ρόλο στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων της Γενεύης τον Φεβρουάριο του 2016 και στην επακόλουθη κατάπαυση του πυρός, με την από κοινού μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας.

Η εμπλοκή της Ρωσίας στην Συρία με την στρατηγική της έχει συμβάλει στην θέσπιση εξωτερικής πολιτικής σε υψηλότερο διεθνές επίπεδο με την επιστροφή της Ρωσίας στην παγκόσμια σκηνή. Για να διαχειριστεί τις Δυτικές κυρώσεις και τις φθίνουσες τιμές ενέργειας το 2014-2016, η Ρωσία οικοδόμησε συμμαχίες μεταξύ των κρατών του Κόλπου και με το Ιράν, με στόχο τον έλεγχο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος που η Μόσχα υποστηρίζει την πολυμέρεια και εξασφαλίζει μια πιο ισχυρή θέση στην διαδικασία λήψης αποφάσεων γύρω -και πέρα- ​​από την περιοχή.

Η Ρωσία λαμβάνει υπόψη της ότι η Ευρώπη αναζητά εναλλακτικές πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου που θα μειώσουν την εξάρτησή της από την Ρωσία για τις ενεργειακές της ανάγκες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκρίνει ορισμένα ενεργειακά έργα (π.χ. τον αγωγό TAP) και υποστηρίζει ακόμη και την κατασκευή του αγωγού East-Med, οι οποίοι πρόκειται να μεταφέρουν φυσικό αέριο από τα αποθέματα της Ανατολικής Μεσογείου προς την ΕΕ μέσω της Κύπρου και της Ελλάδας. Η επέμβαση της Ρωσίας στην Συρία έχει αποκτήσει στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και ως εκ τούτου οι περιφερειακοί δρώντες (Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτος, καθώς και η ΕΕ) δεν μπορούν να αξιολογήσουν με σαφήνεια την συμπεριφορά της Ρωσίας για τα μελλοντικά τους σχέδια.

Το κομβικό σημείο της Μέσης Ανατολής προκαλεί και έχει πυροδοτήσει πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές και ηγεμονικές στρατηγικές. Στο πλαίσιο αυτό, ο σουνιτικός ενεργειακός αγωγός σχεδιάστηκε να ξεκινήσει από το Κατάρ (South Pars / North Dome submarine Sharjah) και να περάσει από την Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία, την Συρία, την Τουρκία, με τελικό προορισμό στην Ευρώπη. Ο πρόεδρος Assad αρνήθηκε να υπογράψει την συμφωνία με το σκεπτικό της προστασίας των συμφερόντων της συμμάχου Ρωσίας, η οποία είναι ο κορυφαίος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά, ο σιιτικός άξονας συμφερόντων σχεδίασε εναλλακτικό αγωγό φυσικού αερίου με την υποστήριξη της Ρωσίας. Το 2011 το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία ανακοίνωσαν τον σχεδιασμό του αγωγού South Pars που θα κατέληγε στη Μεσόγειο, γεγονός που συνέβαλε στην έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Συρία.

Για την Συρία, το κέρδος από τον σιιτικό αγωγό θα ήταν υψηλότερο από τον αγωγό των σουνιτικών συμφερόντων, δεδομένης της ρωσικής επιρροής και της παραδοσιακής ιρανικής επιρροής στο φιλικό καθεστώς Assad. Ο σχεδιαζόμενος σιιτικός αγωγός θα εξυπηρετούσε την ρωσική στρατηγική στην περιοχή.

Με βάση τα παραπάνω γεγονότα, από πολιτική άποψη, η Ρωσία κατάφερε με επιτυχία να κρατήσει τον Bashar Al Assad στην εξουσία, με στόχο να εξασφαλίσει τα γεωπολιτικά και στρατηγικά συμφέροντά της στην Συρία. Επιπλέον, οι επιτυχημένες ενέργειες της Ρωσίας στη Συρία διευκολύνουν την εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν στην αφήγηση του Κρεμλίνου για την επιστροφή της ρωσικής ισχύος στον κόσμο. Σε περιφερειακό επίπεδο, η πολιτική στρατηγική της Ρωσίας χρησιμοποιεί ως μέσο αρνητικά εξωτερικά στοιχεία, δηλαδή την τρομοκρατία και τους πρόσφυγες, τις γενοκτονίες και τις εκτελέσεις στην Συρία για την στήριξη των λαϊκιστικών πολιτικών κομμάτων στην Ευρώπη ενάντια στην ευρωπαϊκή ενότητα. Οι εξελίξεις του συριακού πολέμου έχουν αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή καθώς διαμορφώνουν ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο στην Ευρασία.

Συνοπτικά, διάφορα κίνητρα ώθησαν τον πρόεδρο Πούτιν να επέμβει στρατιωτικά στην Συρία, με το σημαντικότερο να είναι η επιθυμία του να αποκαταστήσει την Ρωσία στο καθεστώς της πριν από το 1989 ως παγκόσμια δύναμη.

Επιπλέον, η ρωσική στρατηγική θέλει να διασφαλίσει την επιβίωση του καθεστώτος Assad ώστε να συνεχίσει την στρατιωτική παρουσία της στην Συρία με τη ναυτική βάση της Tartus και την αεροπορική βάση στο Hmeimim κοντά στην Latacia, την οποία η Ρωσία θεωρεί ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής της παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη νοτιοανατολική πλευρά της Ευρώπης. Με αυτόν τον τρόπο, η Ρωσία προτίθεται να διατηρήσει το status quo της ως ισχυρός παράγοντας επιρροής στην περιοχή.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΣΗ

Οι εξελίξεις και οι συγκρούσεις παγκοσμίως θέτουν σε προβληματισμό τον στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ και των συμμάχων τους καθώς εγείρουν την ανάγκη για δημιουργικότητα και διαδικαστικές βελτιώσεις. Ο στόχος της Ρωσίας είναι να παράγει μια σαφή στρατηγική και να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα για τις παγκόσμιες προθέσεις της τόσο στους συμμάχους όσο και τους αντιπάλους της Ουάσινγκτον. Από την άλλη πλευρά, η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας σε σχέση με την Δύση έχει πολλές διαφορές από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Υπάρχουν μερικά διδάγματα που θα μπορούσε να πάρει η Δύση από την πρόκληση της υψηλής στρατηγικής της Ρωσίας. Η Ρωσία και ο Πούτιν δεν διαφημίζουν την δική τους στρατηγική. Οι αναλυτές στην Δύση πιστεύουν ότι ο οπορτουνισμός του Πούτιν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις περιφερειακές δυνάμεις, τα μικρότερα κράτη και τους μη κρατικούς φορείς, χωρίς απαραίτητα να διαμορφώνει στρατηγικές συμπράξεις ή να συντονίζει κοινές δράσεις. Αλλά η πραγματικότητα ίσως είναι διαφορετική.

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας κατάφερε σταδιακά να εξασφαλίσει την θέση της Ρωσίας ως ένα από τα νέα «κέντρα επιρροής» και να αναγνωρίζεται ευρέως, δίνοντας την αίσθηση συγχρόνως της φθίνουσας επιρροής της Δύσης στις παγκόσμιες εξελίξεις. Η Ρωσία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που δημιούργησε η πολύ αβέβαιη μεταβατική περίοδος στην Ουάσινγκτον και η αδυναμία που η ΕΕ έχει επιδείξει τα τελευταία χρόνια στην διαχείριση πολλαπλών κρίσεων όπως η Ελλάδα, το μεταναστευτικό και το Brexit.

Η στρατηγική της Μόσχας ήταν να αξιοποιήσει την ικανότητά της να αναπτύσσει και να οικοδομεί ισχυρές σχέσεις με όλες τις αναδυόμενες δυνάμεις και να υποστηρίζει το «πολυπολικό διεθνές σύστημα» έναντι των Δυτικού προσανατολισμού θεσμών-ιδρυμάτων –οργανισμών.

Η Ρωσία εργάστηκε για να υποστηρίξει άλλες δυνάμεις απέναντι στην Δύση. Η στρατηγική αυτή ξεκίνησε σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, με την «στρατηγική εταιρική σχέση» με την Κίνα, η οποία σταδιακά έγινε μια πλατφόρμα για τις δύο χώρες να προωθήσουν την δημιουργία μιας «πολυπολικής» παγκόσμιας τάξης για να αντισταθμίσουν την Δυτική ηγεμονία. Το στρατηγικό τρίγωνο Ρωσία-Ινδία-Κίνα (RIC), το οποίο ξεκίνησε το 1998 από τη Μόσχα, προσπαθεί να εδραιώσει μια άλλη ενσάρκωση της πολυπολικής τάξης. Από αυτή την άποψη, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) και ο όμιλος BRICS υπήρξαν στρατηγικός στόχος για το Κρεμλίνο. Δηλώνουν την δυσαρέσκεια των μελών τους προς τις Δυτικές πολιτικές, τις μονομερείς κυρώσεις, την έλλειψη προθυμίας να μοιραστούν την επιρροή σε διεθνείς οργανισμούς και τις συνέπειες της «ηγεμονίας του δολαρίου», τον ρόλο του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κλπ. Η Ρωσία προώθησε επίσης την αναβάθμιση της σημασίας του G20 έναντι του φόρουμ G7. Επιπλέον, η SCO αποφάσισε να ενσωματώσει την Ινδία και το Πακιστάν ως νέα μέλη, και να ωθήσει τις BRICS στην οικοδόμηση ενός παράλληλου συστήματος χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία βρίσκονται ήδη σε φάση ανάπτυξης.

Αυτό το νέο μάθημα είναι η κατανόηση της τρέχουσας δημιουργίας ενός παράλληλου ανταγωνιστικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ορισμένοι αναλυτές στην Δύση θεωρούν αυτό το παράλληλο σύστημα υποτιμημένο, αλλά στο μέλλον θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο.

Ένα επιπλέον μάθημα σχετικά με την πολιτική στρατηγική και την τακτική είναι ότι η ρωσική αμυντική πολιτική έχει αναβαθμίσει τον τομέα πληροφοριών. Η Ρωσία παρεμβαίνει με διαφορετικούς τρόπους στην εσωτερική πολιτική των Δυτικών χωρών. Για παράδειγμα, η προπαγάνδα που μεταδίδεται μέσω οργανισμών – μέσων όπως το «RT» με τοn συνδυασμό επιθέσεων στον κυβερνοχώρο, όπως καταδεικνύεται από την πειρατεία στην DNC (Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ) και ιδιωτικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατά την διάρκεια των εκλογών στις ΗΠΑ. Η Ρωσία δημιουργεί επίσης πολιτικές τριβές χρησιμοποιώντας προπαγάνδα και πληροφορίες εναντίον κυβερνήσεων που θα μπορούσαν να απειλήσουν την Ρωσία. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του Δυτικού κοινού κυρίως στις κυβερνήσεις του και να αποδυναμώσει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, μια μόνιμη αντιπαράθεση της Ρωσίας με μια ανταγωνιστική πυρηνική δύναμη που διαθέτει υψηλό βαθμό στρατιωτικής ετοιμότητας, είναι αμφισβητήσιμη. Η Δυτική πολιτική πρέπει να πάρει το μάθημα της αποφυγής των απομονωτικών τοποθετήσεων που μπορούν να ενθαρρύνουν τον Πούτιν να συνεχίσει την ασύμμετρη προσέγγισή του προς τον υπόλοιπο κόσμο και να δώσει την ευκαιρία οι «παγωμένες» συγκρούσεις να τύχουν διαχείρισης.

Ένα άλλο μάθημα προέρχεται από το γεγονός ότι η επιθετική συμπεριφορά της Ρωσίας εξηγείται από την προσπάθεια του Πούτιν να προστατεύσει τη δική του πολιτική δύναμη. Επιπλέον, η απειλή για την Δύση είναι ο συνδυασμός της στρατιωτικής δραστηριότητας της Ρωσίας, παράλληλα με την πολιτική παρέμβαση στις Δυτικές εκλογές, καθώς και η υποστήριξη των λαϊκιστικών πολιτικών κομμάτων που αποτελούν συνεχή απειλή για τους συμμάχους. Η Ρωσία χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία και μοχλούς του κράτους για να επιτύχει τους στόχους της. Η Δύση πρέπει να ανταποκριθεί και να συντονίσει όλα τα μέσα που διαθέτει για να αποδυναμώσει την ρωσική επιθετικότητα.

Η Ρωσία έχει επαναπροσδιορίσει την στρατιωτική στρατηγική της και τις τακτικές που χρησιμοποιούσε παλαιότερα με νέες εφαρμογές, όπως αναπτύχθηκαν στην Γεωργία, την Ουκρανία και την μέχρι τώρα επιτυχή επέμβαση στην Συρία. Υπό αυτή την προοπτική, η Ρωσία πιστεύει ότι έχει πλεονεκτήματα έναντι του ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό, το ρωσικό στρατιωτικό δόγμα τα τελευταία 15 χρόνια έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, αντίθετα, η Δύση και το ΝΑΤΟ παραμένουν στο πλαίσιο της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Αυτές οι εξελίξεις προσδίδουν στην Ρωσία κάποια πλεονεκτήματα σε οποιαδήποτε σύγκρουση όπως αποδεικνύουν τα πρόσφατα γεγονότα στην Συρία.

15072018-3.jpg

Ο πρόεδρος της Συρίας, Bashar al-Assad, επισκέπτεται την ρωσική αεροπορική βάση στην Hmeymim, στην δυτική Συρία, στο στιγμιότυπο που δημοσιοποιήθηκε στις 27 Ιουνίου 2017. SANA/Handout via REUTERS
———————————————————————

Το ΝΑΤΟ πρέπει να ανασχέσει την Ρωσία και πρέπει να διατυπώσει μια υψηλή στρατηγική για την ασφάλεια στην Ευρώπη με την ΕΕ, όπως προειδοποίησε ανώτατος Ευρωπαίος αξιωματούχος της συμμαχίας. Επίσης, ο ίδιος προσθέτει ότι η απειλή από την Ρωσία είναι πως, μέσω του Δυτικού οπορτουνισμού, τα λάθη και η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τον αποτρεπτικό παράγοντα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ανεπιθύμητη σύγκρουση η οποία θα μπορούσε να έχει υπαρξιακές συνέπειες για τους Δυτικούς συμμάχους.

Ο αμερικανικός τρόπος πολέμου είναι πολύ διαφορετικός από τον ρωσικό τρόπο. Πρόσφατα, το ρωσικό επίπεδο τακτικής αποτελεί πρόκληση και απειλή, καθώς το αμερικανικό και Δυτικό μοντέλο βασίζεται στην αεροπορική υποστήριξη των στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος. Αλλά οι επιτυχίες της Ρωσίας στην Γεωργία και το Ντόνμπας, χρησιμοποιώντας τα αντιπυραυλικά όπλα και τον «ανορθόδοξο πόλεμο» (irregular warfare), απέκλεισαν το πλεονέκτημα της αεροπορίας από τους Δυτικούς συμμάχους. Επίσης, στη Μόσχα τουλάχιστον, σχεδιάζεται ή και εφαρμόζεται ένας πόλεμος με την Δύση στο επίπεδο της προπαγάνδας-πληροφόρησης που στοχεύει την πολιτική ηγεσία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και από την άποψη της συγκεκριμένης τακτικής που θα μπορούσε να δώσει στις ρωσικές δυνάμεις το πλεονέκτημα για μια στρατηγική νίκη.

Από την άλλη, ο νέος ρωσικός πόλεμος επεκτάθηκε πέρα ​​από την στρατιωτική στρατηγική και την τακτική στον πληροφοριακό-ψυχολογικό πόλεμο, χρησιμοποιώντας εργαλεία συναισθηματικής χειραγώγησης και παραπληροφόρησης για να δημιουργήσουν συμπάθειες ή μοιρολατρία. Η πρόκληση στον εικοστό πρώτο αιώνα ενάντια στον πόλεμο πληροφοριών απαιτεί μια νέα προσέγγιση των Δυτικών δυνάμεων.

Ένα επιπλέον μάθημα είναι ότι η Δύση και το ΝΑΤΟ χρειάστηκαν και θα χρειαστούν μια νέα υψηλή στρατηγική για την αντιμετώπιση νέων απειλών έναντι των ρωσικών κυβερνο-επιθέσεων, (ακόμη και αν η Ρωσία επίσημα αρνείται την πειρατεία στον κυβερνοχώρο), στρατιωτικών παρεμβάσεων, προπαγάνδας και πολιτικής αναταραχής. Η Δύση για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ρωσική στρατηγική, πρέπει να αναπτύξει μια καλύτερη κατανόηση της πολυπλοκότητας στις σύγχρονες συγκρούσεις.

Ένα άλλο μάθημα είναι ότι οι κυρώσεις της Δύσης στην Ρωσία δεν έχουν ακόμη προκαλέσει την επιθυμητή αλλαγή στην συμπεριφορά της εξωτερικής πολιτικής της, όπως προκύπτει από την συμπεριφορά της στην Ουκρανία και την Συρία. Αυτές οι Δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας δεν εμπόδισαν την πρόσβαση της Ρωσίας στην Εταιρεία Παγκόσμιων Διατραπεζικών Χρηματοπιστωτικών Τηλεπικοινωνιών (Society for Worldwide Interbank Financial Telecommunication, SWIFT), πράξη που τελικά έφερε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μετά το 2013.

Επιπλέον, η Ρωσία έχει αξιοποιήσει τα παράπονα κατά των Δυτικών προσπαθειών αυξανόμενης διείσδυσης στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της αλλά και από τις επιβαλλόμενες κυρώσεις. Κατά την Μόσχα, αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η Δύση σχεδιάζει να υπονομεύσει την επιρροή της στην γεωπολιτική αρένα.

Με βάση τα παραπάνω, η Δύση χρειάζεται την βαθύτερη κατανόηση της πολυπλοκότητας των ζητημάτων εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής με μια πιο ολοκληρωμένη προοπτική, βασισμένη σε μια ρεαλιστική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας τους συμμάχους της και τα μέσα της.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΡΙΑ

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας δίνει ένα νέο μάθημα επιδιώκοντας μια επιστροφή και έμφαση στην realpolitik, αντί να λειτουργεί σύμφωνα με ηθικές πεποιθήσεις στην εξωτερική πολιτική.

Για παράδειγμα, σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης του σιιτικού άξονα μεταξύ του προέδρου Bashar Al Assad και του Ιράν, η Δύση υποστήριξε την κατακερματισμένη αντιπολίτευση, υποτιμώντας τους κινδύνους που ακολούθησαν. Αυτές οι επικίνδυνες επιλογές οδηγούν στην σημερινή χαοτική κατάσταση στην Συρία και το Ιράκ με τις δραστηριότητες του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους» αλλά και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων.

Στην Συρία, το καθεστώς του Assad έχει συντρίψει τους μαχητές της αντιπολίτευσης που υποστηρίζονται από την Δύση, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά τακτικές αντιεξέγερσης με υποστήριξη κυρίως ρωσική και ιρανική. Κανένας από τους πολιτικούς στόχους της Δύσης για την Συρία μετά την επανάσταση της Αραβικής Άνοιξης δεν επιτεύχθηκε, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Χαλεπίου.

Η Ρωσία στην Συρία χρησιμοποίησε τακτικές για να σώσει το συριακό καθεστώς. Η Ρωσία χρησιμοποίησε την δική της αεροπορική δύναμη για να στηρίξει την επιβίωση του καθεστώτος Assad, λειτουργώντας εναντίον των «μετριοπαθών» ισλαμικών ομάδων χωρίς να προκαλέσει την ισχυρή αντίδραση της Δύσης.

Στην Συρία, η στρατηγική και η τακτική της Ρωσίας θα μπορούσαν να δώσουν μαθήματα στις δυνάμεις της Δύσης. Οι ρωσικές επιχειρήσεις έχουν υψηλό βαθμό αποτελεσματικότητας, με καλό συντονισμό πληροφοριών, τακτικές αντιεξέγερσης και επιτυχή συνδυασμό αεροπορικής υποστήριξης με επιθέσεις από πυροβολικό και καλά σχεδιασμένες επιχειρήσεις στρατιωτικών δυνάμεων.

Η Ρωσία υποστηρίζει ότι το σύστημα ασφαλείας του υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ συνασπισμού εναντίον του ISIS/DAESH δεν λειτούργησε, και αυτό είναι η κύρια αιτία της επιδείνωσης του εμφυλίου πολέμου στο εσωτερικό της Συρίας.

15072018-4.jpg

Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Vladimir Putin καλωσορίζει τον Σύρο πρόεδρο Bashar al-Assad στο ρωσικό θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας, Σότσι, στις 20 Νοεμβρίου 2017. Sputnik/Mikhail Klimentyev/Kremlin via REUTERS
—————————————————————————

Επιπλέον, η στρατηγική της Ρωσίας υπονόμευσε το σημερινό σύστημα ασφαλείας που εδρεύει στις ΗΠΑ, καθιερώνοντας την εταιρική σχέση της Ρωσίας, του Assad, του Ιράν και της Χεζμπολάχ ως μέσο επίλυσης της κρίσης στην Συρία. Η εκστρατεία της Ρωσίας στην Συρία είναι παρόμοια στα κίνητρά της με την εκστρατεία κατά της Ουκρανίας. Επίσης, η εταιρική σχέση μεταξύ της Ρωσίας και των αυτονομιστών στην Ανατολική Ουκρανία στοχεύει στην υπονόμευση της αμερικανικής ηγεσίας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας.

Μέσω αυτής της στρατηγικής, η Ρωσία χρησιμοποίησε τα Ηνωμένα Έθνη ως μέσο νομιμοποίησης, ενώ παράλληλα ανάγκασε τις ΗΠΑ να διαπραγματευτούν. Ο συνδυασμός του πλαισίου του Ηνωμένων Εθνών και των σχετικά αποσταθεροποιημένων, λόγω εκλογών, Ηνωμένων Πολιτειών εξυπηρέτησε την Ρωσία, επιτρέποντάς της να κλιμακώσει την στρατιωτική της εκστρατεία στην Συρία, ενώ επωφελήθηκε από το νομιμοποιητικό αποτέλεσμα των διεθνών διαπραγματεύσεων. Η στρατηγική και η τακτική της Ρωσίας έχει αλλάξει την Συρία με βαθείς και πιθανώς με μη αναστρέψιμους τρόπους. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι επίσης μια σκόπιμη τακτική, αλλάζοντας τον δημογραφικό χάρτη της χώρας για να ευνοήσει το καθεστώς. Επίσης, η επιτυχία της Ρωσίας λειτουργεί ως ισχυρό ψυχολογικό αποτρεπτικό για την στρατιωτική δράση των ΗΠΑ, καθώς η Ρωσία είναι πυρηνική δύναμη.

Η κρίσης της Συρίας και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εξακολουθούν να προσφέρουν στην Ρωσία μια καλή ευκαιρία να αποτρέψει μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες Αμερικής/ΝΑΤΟ στο πλαίσιο της αποτροπής συγκρούσεων. Επίσης, η Ρωσία και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να βρουν ένα κοινό έδαφος για συνεργασία με το ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν (σε συγκεκριμένα ζητήματα) και για περαιτέρω συνεργασίες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και του Ισραήλ είναι καλές καθώς η Ρωσία ανακοίνωσε ότι αναγνωρίζει την Δυτική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Η Ρωσία δέχτηκε τις ισραηλινές επιχειρήσεις στην Συρία υπό προϋποθέσεις, καθώς η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία προσπαθεί να εμποδίσει το Ιράν και την Χεζμπολάχ να χρησιμοποιήσουν την συριακή επικράτεια ως αφετηρία επιχειρήσεων ενάντια στο Ισραήλ. Στις κουρδικές περιοχές της βορειοανατολικής Συρίας που είναι γνωστές ως Δυτικό Κουρδιστάν, η σημαντική συνεισφορά των Κούρδων στον πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, τους δίνει το δικαίωμα να επιλέξουν την αυτοδιάθεση.

Η παρέμβαση της Ρωσίας άλλαξε επίσης την περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Η Ρωσία οικοδομεί διμερείς σχέσεις με την Ιορδανία και την Τουρκία, καθώς αυτές οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream κάτω από τον Εύξεινο Πόντο στην Τουρκία, και παράλληλα ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με την Αίγυπτο, το Ιράκ, το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία.

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας στην Συρία θα μπορούσε να γίνει καλύτερα κατανοητή αν θεωρηθεί ως ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που σχετίζεται με την Ουκρανία, τον ρόλο της Ρωσίας στο Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης του Ιράν (δηλαδή την JCPOA, την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν) και την αμφιλεγόμενη εμπλοκή στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.

ΟΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας είναι συνυφασμένη και επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την προσέγγιση του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν που επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση της παλιάς δόξας της τσαρικής και σοβιετικής εποχής, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την Ρωσία ως υπερδύναμη στην παγκόσμια σκηνή.

Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας προσπαθεί να δημιουργήσει ένα νέο παγκόσμιο σύστημα, το οποίο θα υποστηρίζει τα δικά του συμφέροντα, ανεξάρτητα από την Δύση. Η Ρωσία επιδιώκει νέους στρατηγικούς εταίρους, όπως οι BRICS, και άλλους συνασπισμούς ώστε να αυξήσει την επιρροή της σε έναν αναδυόμενο πολυκεντρικό κόσμο.

Η ρεαλιστική πολιτική είναι η κυρίαρχη προσέγγιση στο Κρεμλίνο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρωσική υψηλή στρατηγική ενσωματώνει πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές και διπλωματικές στρατηγικές για την αποτελεσματικότερη ανάπτυξη μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης.

Η ρωσική στρατηγική διαμορφώνεται με προτεραιότητα σε θέματα εθνικής ασφάλειας. Ο ρωσικός αναθεωρητισμός εκδηλώνεται με διαφορετικές τακτικές, όπως στρατιωτικά στην Ουκρανία και την Συρία, με πολιτικό τρόπο μέσω της χρήσης πληροφοριών με ψυχολογικές επιχειρήσεις ή κυβερνο-επιθέσεις και διπλωματικά αμφισβητώντας το status quo στους παγκόσμιους θεσμούς. Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας επίσης υποστηρίζεται από την άσκηση επιρροής στις πολιτικές εκστρατείες ή την κινητοποίηση των πολιτικών τριβών και την υποστήριξη του λαϊκισμού στην Δύση.

Επιπρόσθετα, η στρατιωτική στρατηγική της Ρωσίας στην Συρία με τους συμμάχους της προσπαθεί να επιβάλλει και να αποκαταστήσει την Ρωσία ως κύρια δύναμη όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η υψηλή στρατηγική της Ρωσίας προκαλεί την Δύση με την προοδευτικότητά της και θα μπορούσε να δώσει μαθήματα ρεαλιστικής πολιτικής με ένα συνδυασμό προσαρμόσιμων θεωρητικών προσεγγίσεων. Αυτές οι προσεγγίσεις ωθούν την Δύση να ακολουθήσει μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική αναπτύσσοντας πολιτικές, οικονομικές, διπλωματικές και στρατιωτικές τακτικές με αυξημένη ευελιξία.

*Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 2017 – Ιανουαρίου 2018 (αριθμός 49) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Ackerman Reuben, “Russia and the west: the grand strategy debate”, The London Globalist, November 28 2016, accessed July 24 2017,    http://www.thelondonglobalist.org/russia-and-the-west-the-grand-strategy-debate.
-Ahrari Ehsan M., “Dealing with Putin’s grand strategy: The impossibility of bromance”, Bulletin of the atomic Scientists, 24 APRIL 2017, accessed July 24 2017, http://thebulletin.org/dealing-putin%E2%80%99s-grand-strategy-impossibility-%E2%80%9Cbromance%E2%80%9D10708.
-Akin Andy, “What do we know about Russia’s ‘Grand Strategy?”, Washingtonpost. May 2 2017, accessed July 24 2017,  https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2017/05/02/what-do-we-know-about-russias-grand-strategy/?utm_term=.279c2884a78a.
-Asia Centre, ‘Russia’s Grand Strategy in the Asia-Pacific revealed at Asia Centre’, Asiacentre, March 31, 2017, accessed July 24 2017,  https://asiacentre.co.th/news/latest-news/russias-grand-strategy-in-the-asia-pacific-revealed-at-asia-centre.
-Bradshaw Sam and Jones Adrian, “Nato and EU need ‘grand strategy’ to resist Putin”, Financial Times, MARCH 3, 2017,Accessed July 24 2017,   https://www.ft.com/content/e8dc5f7c-ff67-11e6-8d8e-a5e3738f9ae4.
-Covington, S.R, “The Meaning of Russia’s Campaign in Syria”, Harvard Kennedy School, Belfer Center for Science and International Affairs, pp.2-5, accessed July 23 2017, http://www.belfercenter.org/sites/default/files/legacy/files/Russia%20in%20Syria%20-%20web.pdf.
-Corm Georges, Pour une lecture profane des conflits: sur le « retour du religieux » dans les conflicts contemporains du Moyen-Orient, (Paris, La découverte, 2015), ps.15-25.
-Donaldson Robert H., Joseph L. Nogee, and Vidya Nadkarni, “The Foreign Policy of Russia: Challenging Systems, Enduring Interests” (Armonk, NY: M.E. Sharpe, 2014), pp. 362-423.
-Drezner Daniel W.. “Targeted Sanctions in a World of Global Finance”, International Interactions 41/4 (2015), 758-759.
-Edelstein David M. and Ronald R. Krebs, “Delusions of 
Grand Strategy The Problem With Washington’s Planning Obsession”, foreignaffairs, November/December 2015, accessed July 24 2017, https://www.foreignaffairs.com/articles/2015-10-20/delusions-grand-strategy.
-European Parliament’s, “Sub-Committee on Security and Defense Russia’s national security strategy and military doctrine and their implications for the EU”, pp.6-7, Belgium, 01 February 2017, accessed July 26 2017, http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/IDAN/2017/578016/EXPO_IDA(2017)578016_EN.pd.
-Hiski Haukkala and Nicu Popescu, “Introduction of Russian Futures 2025”, PONARS Eurasia, p. 7, 13 Apr. 2016, accessed July 26 2017,   http://www.ponarseurasia.org/article/russian-futures-horizon-2025.
-Karber Phillip and Joshua Thibeault, “Russia’s New Generation Warfare”, thepotomacfoundation, May 13, 2016,   accessed July 29 2017, http://www.thepotomacfoundation.org/russias-new-generation-warfare-2/
-Lerman Eran, “Russia and Iran in Syria – Israel’s dilemmas”, ajc.org, April 8, 2017, Jewish advocacy organization, April 8, 2017, accessed July 24 2017, http://www.ajc.org/site/apps/nlnet/content3.aspx?c=7oJILSPwFfJSG&b=8586851&ct=14993861&notoc.
-Mansour Kashfi, “Iran’s Islamic pipeline a mad man’s dream”, Asian Times, July7, 2012, accessed July 24 2017, http://archive.li/F0H1F.
-Mazis I., Geopolitics and geostrategies of the Syrian crisis, Leimon, Athens, 2016.
-Monaghan Andrew, “Putin and Russian Grand Strategy” Russia and Eurasia Programme, Defibrillating the Vertikal? Chatman House, Okt.2014, accessed July 24 2017, https://www.chathamhouse.org/sites/files/chathamhouse/field/field_document/2014.
-Νazef, Ahmed, “Syria intervention plan fueled by oil interests, not chemical weapon concern”, The Guardian, August 20,2013, accessed July 24 2017,https://www.theguardian.com/environment/earthinsight/2013/aug/30/syria-chemical-attack-war-intervention-oil-gas-energy-pipelines.
-Puricel Ion, “Russia’s grand strategy – a predictable model”, Annals of the Constantin Brâncuși” University of Târgu Jiu, Letter and Social Science Series, Issue 4/2014,  accessed July 29 2017, http://www.utgjiu.ro/revista/lit/pdf/2014-04/05_Ion%20Puricel.pdf
-Starr S. Frederick and Svante E. Cornell, “Introduction” in S. Frederick Starr and Svante E. Cornell (eds.), Putin’s Grand Strategy: The Eurasian Union and its Discontents (Washington, D.C.: Central Asia – Caucasus Institute, Silk Road Studies Program, 2014), pp. 5-13.
-Spykman Nicolas John, America’s Strategy in World Politics: The United States and the Balance of Power (New York: Brace and Company, 1942) p. xxvii.
-Trifkovic Srdja, ‘’The Geopolitics of New Multipolarity’’ (Paris: Institut de la Democratie,2014), accessed July 29 2017, https://www.chroniclesmagazine.org/the-  geopolitics-of-new-multipolarity.
-Tsygankov, Andrei P., “Preserving Influence in a Changing World: Russia’s Grand Strategy”, San Francisco State University, Problems of Post-Communism, Vol. 58, No. 1, March-April, 2011, pp. 28-44.
-Weingarten Benjamin, “The Colder War: 10 key principles to Vladimir Putin’s grand strategy for Russia”, Dec. 19 2014, Accessed July 29 2017, http://www.theblaze.com/news/2014/12/19/the-colder-war-10-key-principles-to-vladimir-putins-grand-strategy-for-russia.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

3 Versions of Europe Are Collapsing at the Same Time

0

BY IVAN KRASTEV Foreign Policy

Post-1945, post-1968, and post-1989 Europe are all different — and none of them make sense anymore.

Is Europe failing? There is plenty of evidence to suggest so, from the constant bickering over NATO contributions, to the proliferation of half-baked deals to regulate migration, to the growing signs of authoritarianism in Eastern Europe.

Yes, Europe has repeatedly failed over the past 70 years, and those failures have been the building blocks of Europe’s success. But things are different today. Today’s noise isn’t simply another invitation for Europe to fail upward again. It’s the sound of Europe threatening to fall apart entirely.

Three different versions of Europe constitute the one that we know today: the postwar Europe after 1945, the post-1968 Europe of human rights, and then the united Europe that emerged after the end of the Cold War. All three Europes are now cast into doubt.

Take postwar Europe, which is the original foundation of the European project. This is the Europe that remembers the horrors and destruction of World War II, the Europe that once lived in constant fear of, and determination to prevent, the next war — a nuclear one — which would be the last war. The blind spots of postwar Europe first came into view in the 1990s, when Yugoslavia descended into chaos, despite the prevalent belief that a major war was no longer possible on the continent.

Postwar Europe is failing today because, for the younger generations, World War II is ancient history. Francis Fukuyama was right: We are at the end of history, when the past doesn’t matter anymore to the present. At best, Europe’s younger generations have passively absorbed the lessons of history while failing to think historically. In the internet age, the state has also lost much of its monopoly on civic education; one of the paradoxes of the revolution in communication technologies is that, while the young generation communicates much more intensively than any previous generation, they talk predominantly to their peers. Constant chatting is of no help when it comes to transferring the experience of previous generations.

Two other factors undermine the cementing power of the memories of WWII in Europe today. First, the generation of survivors is already gone, and second, for most of the refugees and migrants who come to European societies from outside the continent, World War II is not their war. When referring to “war,” Syrian refugees mean the destruction of Aleppo and not the destruction of Warsaw or Dresden.

Postwar Europe is also failing because the majority of Europeans continue to take peace for granted while the world is turning into a dangerous place and the United States can no longer be assumed to be interested in protecting Europe. Brussels’ insistence that what matters is soft power while military might is obsolete is starting to ring false even to those making the claim. In that way, Europe’s postwar thinking has become its vulnerability, rather than an advantage. Postwar Europe today does no longer mean Europe as a peaceful power, it means a Europe that is unable to defend itself. (Grasping this new reality is going to be particularly painful for Germany.)

But there’s another Europe that is failing: Europe as a post-1968 project — the Europe of human rights and particularly the Europe of minority rights. The powerful impact of 1968 on the European mind is defined by the widely drawn conclusion, amid that year’s unrest and revolutions, that the state is something that defends citizens but also threatens them. The incredible achievement of the 68ers was that they made Europeans perceive the state with the eyes of the most vulnerable and persecuted groups in their societies. This revolutionary turn in the way Europeans felt about the world and their role in it was largely the result of the process of decolonization but also of the global expansion of the democratic imagination. If post-1968 Europe would be defined by one word, it is inclusion.

But this post-1968 Europe is also in question today. The dramatic demographic and social changes that transformed European societies in recent decades threatened majorities — those who have everything and who therefore fear everything, who make up the major force in European politics. Threatened majorities now express a genuine fear that they are becoming the losers of globalization and particularly the losers of the intensified movement of people that accompanied it. The defining characteristic of the politics of threatened majorities is that when they vote, they do it imagining a future where they will be a minority group in their own countries, where their culture and lifestyles will henceforth be endangered. It would be a major political mistake if liberals simply ignore or ridicule these fears. In democratic politics, perceptions are the only reality that matters.

Many of the political movements that are gaining popularity today are very much about the rights of the majorities and particularly their cultural rights. Majorities insist that they have the right to decide who belongs to the political community and to protect their own majoritarian culture. In this regard, the 2015 immigration crisis was a turning point in the way European publics viewed globalization. It marked both the end of post-1968 Europe and the failure of a certain idea of post-1989 Europe, as we are witnessing a once unifying consensus falling apart. It is symptomatic that while surveys indicate that members of the younger generation across Europe are much more tolerant when it comes to the rights of sexual minorities, there is no significant difference between generations when it comes to the perception of non-European migrants as a threat.

The refugee crisis was Europe’s 9/11. In the way 9/11 pushed Americans to change the lens through which they see the world America has made, the migration crisis forced Europeans to question some of the critical assumptions of their previous attitudes toward globalization.

The migration crisis also led to questioning of the reality of a unified post-1989 Europe, not simply because Europe’s west and east took very different positions when it comes to what they owe other people in the context of the refugee crisis, but because it revealed the existence of two very different Europes when it comes to ethnic and cultural diversity, and questions of migration.

One irony of history is that, while in the beginning of 20th century Central and Eastern Europe was the most diverse part of the continent, now it is extremely ethnically homogeneous. Meanwhile, while today’s Western Europe is preoccupied by questions about how to integrate the growing number of foreigners living in their countries, many of them come from culturally very different societies, Central Europeans are preoccupied with the challenge of reversing the trend of young Central Europeans leaving for life in the West. While the West struggles to deal with diversity, the East struggles to deal with depopulation. To imagine the scale of the problem, it helps to consider some figures. In the period from 1989 to 2017, Latvia hemorrhaged 27 percent of its population, Lithuania 23 percent, and Bulgaria 21 percent. The combination of an aging population, low birth rates, and an unending flow of out-migration is the ultimate source of demographic panic in Central and Eastern Europe, even though it is expressed politically through hysteria against the refugees, who are nowhere to be seen in the region. In reality, more Eastern Europeans left their countries for Western Europe as a result of the 2008 financial crisis than all the refugees that arrived as the result of the war in Syria.

Ultimately, however, what’s at the heart of Central European illiberalism’s rise isn’t differences over migration but a rejection of what I call the Imitation Imperative.

For two decades after 1989, the political philosophy of post-communist Central and Eastern Europe could be summarized in a single imperative: Imitate the West! The process was called by different names — democratization, liberalization, enlargement, convergence, integration, Europeanization — but the goal pursued by post-communist reformers was simple: They wished their countries to become like the West. This involved importing liberal-democratic institutions, applying Western political and economic recipes, and publicly endorsing Western values. Imitation was widely understood to be the shortest pathway to freedom and prosperity.

Europe was no longer divided between communists and democrats. It was divided between imitators and imitated. But pursuing economic and political reform by imitating a foreign model has more moral and psychological downsides than many originally expected. The imitator’s life inescapably mixes feelings of inadequacy, inferiority, dependency, lost identity, and involuntary insincerity. Imitators are never happy people. They never own their successes — they only own their failures.

The first Europe, postwar Europe, is failing because memory of the war is fading and because it has contributed to a Europe incapable of defending itself. The second Europe, post-1968 Europe, is failing because it was the Europe of minorities; it’s still trying to find a way to address majorities’ demand that their cultural rights should be protected, too, without turning democracy into instruments of exclusion. Post-1989 Europe is failing because Eastern Europeans no longer want to imitate the West and be judged by the West but rather want to build a counter-model.

Do Europe’s failures mean that Europe is irrevocably falling apart? Fatalism would be a mistake. It does mean that Europe should invest in its military capabilities and stop taking America’s security guarantees for granted. It also means that, in the same way European liberal democracies in 1970s and 1980s succeed at deradicalizing the far-left and integrating some of its legitimate demands in the mainstream, it should do the same with the far-right. People who today are scared by some of the radical ideas coming from the far-right should remember that many centrists of the 1970s regarded Germany’s anti-establishment leftists such as Joschka Fischer — later to become Germany’s foreign minister — as a threat to the capitalist, democratic West. And when it comes to West-East relations in Europe, the challenge is to find a way to strongly criticize the authoritarian turn in the East without insisting that imitating the West is the only meaning of democracy or naively imagining that a commitment to democracy can be bought with cohesion funds from Brussels.

Seventy years ago, Europe managed miraculously to turn the destruction of World War II into the foundation of its peace project. It succeeded at turning the anti-establishment anger of 1968 into political progress. It succeeded in less than two decades at uniting a Europe divided by 50 years of Cold War. If Europe has managed to turn so many failures into success, one can certainly hope that it will achieve the same miracle again today.

Ivan Krastev is the chairman of the Centre for Liberal Strategies in Sofia and a permanent fellow at the Institute for Human Sciences in Vienna.

Ο Τραμπ απαξιώνει μακροχρόνιους θεσμούς

0

PAUL KRUGMAN / THE NEW YORK TIMES

Ο Ντόναλντ Τραμπ πήγε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, προσέβαλε τους συμμάχους του και προέβαλε την παράλογη απαίτηση να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 4% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ψευδώς ότι πέτυχε σημαντικές υποχωρήσεις και δήλωσε πως είναι «απολύτως περιττό» να εγκαταλείψει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Σας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά; Είναι η ίδια ιστορία με την κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. Διαμαρτύρεται για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών, δικαιολογημένα σε ό,τι αφορά την Κίνα αλλά όχι σε ό,τι αφορά τον Καναδά και την Ε.Ε., χωρίς, όμως, να υποβάλλει συνετά αιτήματα. Δεν έχει δώσει καμία ένδειξη περί του τι θα μπορούσαν να κάνουν για να τον ικανοποιήσουν όσες χώρες πλήττονται από τους δασμούς. Δεν τους άφησε καμία εναλλακτική, εκτός από τα μέτρα αντεκδίκησης. Επομένως, δεν δρα ως κάποιος που απειλεί με εμπορικό πόλεμο για να αποσπάσει συγκεκριμένες παραχωρήσεις. Δρα ως κάποιος που απλώς θέλει έναν εμπορικό πόλεμο. Και βέβαια απειλεί να αποσύρει τις ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), όπως ακριβώς άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να τις αποσύρει από το ΝΑΤΟ.

Οσα λέει ο Τραμπ αφορούν την κακή συμπεριφορά άλλων χωρών, και όποιες απαιτήσεις κι αν προβάλλει μέσα σε μια μέρα, είναι όλες κακόπιστες. Ο άνθρωπος που διατείνεται ότι συνάπτει επιτυχείς συμφωνίες, δεν θέλει στην πραγματικότητα να επιτύχει καμία συμφωνία. Θέλει απλώς να διαλύσει τις υφιστάμενες συμφωνίες και τους υφιστάμενους θεσμούς. Οι θεσμοί που προσπαθεί να καταστρέψει ο Τραμπ θεσπίστηκαν όλοι υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ μετά τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ηταν τα χρόνια των μεγάλων ηγετών, τα χρόνια που οι ΗΠΑ έσωσαν το Βερολίνο από τον αποκλεισμό του, τα χρόνια του σχεδίου Μάρσαλ. Ηταν τα χρόνια που η Αμερική έδειξε το μεγαλείο της. Εχοντας κερδίσει τον πόλεμο, επέλεξε να μη συμπεριφερθεί ως κατακτητής αλλά να θέσει τα θεμέλια μιας ειρήνης που θα διαρκέσει. Γι’ αυτό και η συμφωνία της GATT, που υπεγράφη το 1947 σε μια εποχή αδιαμφισβήτητης οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ, δεν προβλέπει προνομιακή θέση για τα αμερικανικά προϊόντα, αλλά θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού, ώστε να διασφαλίσει ευημερία σε όλον τον κόσμο.

Μπορούμε να πούμε πως η Αμερική προσπάθησε να θεσπίσει ένα παγκόσμιο σύστημα που θα αντανακλά τα ιδανικά της, ένα σύστημα στο οποίο οι μεγάλες χώρες, όπως η ίδια, θα υπόκεινται σε κανόνες που θα προστατεύουν τις ασθενέστερες χώρες. Οι μικρές χώρες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν προσφυγή στον ΠΟΕ εναντίον των μεγάλων χωρών και κάποιες φορές να τις κερδίζουν. Επίσης, το ΝΑΤΟ παρέχει στις μικρές χώρες τις ίδιες εγγυήσεις ασφάλειας που παρέχει και στις μεγάλες δυνάμεις. Είναι σαφές ότι ο Τραμπ αντιπαθεί οποιονδήποτε νόμο εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για τους ισχυρούς και για τους ανίσχυρους. Καταγγέλλει άλλες χώρες ότι εφαρμόζουν αθέμιτες πρακτικές και εκμεταλλεύονται την Αμερική, ότι επιβάλλουν άδικους δασμούς ή δεν καταβάλλουν το δικό τους μερίδιο στις αμυντικές δαπάνες. Ισως περιμένατε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, που έχουν επενδεδυμένα συμφέροντα σε όλον τον κόσμο, θα διαμαρτυρηθούν με αποτελεσματικό τρόπο. Μέχρι στιγμής, όμως, οι αντιδράσεις τους έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Κι ενώ τα όσα λέγονται περί του εμπορικού πολέμου συχνά προκαλούν κραδασμούς στα χρηματιστήρια, οι επενδυτές δεν φαίνεται να συζητούν το θέμα σοβαρά τουλάχιστον όσο μπορώ να γνωρίζω. Νομίζουν πως ο Τραμπ θα απειλήσει και θα στείλει μερικά tweets αλλά στη συνέχεια θα δεχθεί μερικές διακοσμητικές αλλαγές και θα τις βαφτίσει νίκη. Μια τόσο ήπια έκβαση του πολέμου φαίνεται, όμως, πλέον απίθανη, επειδή ο Τραμπ δεν θέλει μια καταφατική απάντηση. Δεν θέλει να έχουν επιτυχή έκβαση οι διαπραγματεύσεις με συμμάχους και εμπορικούς εταίρους. Θέλει να αποτύχουν. Και η ζημία δεν θα είναι αντιστρέψιμη.

Καθημερινή

Ο Δικτυοκεντρικός Πόλεμος (Net Centric Warfare – NCW). Πλατφόρμες και Διεθνής Εμπειρία.

7

 

 

 

 

 

 

 

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΟΥΝΗΣ  Ερευνητής του Επιστημονικού Οργανισμού Ε.Κ.Ε.Ο.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του ΕΛΙΑΜΕΠ.

 

 

 

 

 

Περιεχόμενα

Σύντομο Βιογραφικό ………………………………………………………………… 1

Περίληψη …………………………………………………………………………….. 1

Ορισμός & Πλατφόρμες ……………………………………………………………… 2

Εφαρμογές NCW από Τουρκία και Κίνα ……………………………………………. 4

Παραρτήματα ………………………………………………………………………… 5

Βιβλιογραφία ………………………………………………………………………… 7

 

Σύντομο Βιογραφικό

 Ο Νικόλαος Παούνης είναι αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας όπου συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην κατεύθυνση “Ιστορία και Πολιτισμός στη Ν.Α. Ευρώπη”. Το 2017 εισήχθη στο Π.Μ.Σ. του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με κατεύθυνση τις Στρατηγικές Σπουδές. Το 2013 δημοσίευσε το πρώτο πόνημα με τίτλο “Ίμια 1996’. Το 2016 δημοσίευσε την επιστημονική συγγραφική εργασία: “Ιστορική και Κριτική Προσέγγιση της Ανθρωπιστικής Επέμβασης. Περιπτωσιολογία, Νομικά και Θεωρητικά Ζητήματα. Το Κοσσυφοπέδιο” (Εκδόσεις Ινφογνώμων). Συμμετείχε σε 3 πανεπιστημιακά συνέδρια (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου) όπου παρουσίασε έρευνες σχετικά με θέματα διεθνούς πολιτικής και ιστορικά ζητήματα. Πραγματοποίησε επιστημονικές δημοσιεύσεις και δημοσιοποιήσεις άρθρων σε έγκυρα περιοδικά (Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αιγαίου, ΕΛΙΑΜΕΠ, Foreign Affairs, CNN, Στρατηγική κ.ά.), σε εφημερίδες (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), καθώς επίσης και σε ιστοχώρους ευρείας επισκεψιμότητας με θεματολογία που άπτεται της επιχειρησιακής διάστασης της σύγκρουσης Ισραήλ-Χεζμπολά στο Λίβανο, τον Υβριδικό Πόλεμο, τη Συριακή κρίση, τη Σινο-αμερικανική αντιπαράθεση, θέματα στρατιωτικών Δογμάτων, τη διεθνοπολιτική διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για το Διεθνές Δίκαιο και το ιστορικό των ανθρωπιστικών επεμβάσεων κ.ο.κ. Ήταν συνεργάτης του Ινστιτούτου Geostrategic Forecasting Corporation of Chicago, ενώ από τον Ιούνιο του 2017 εργάζεται ως ερευνητής του επιστημονικού οργανισμού Ε.Κ.Ε.Ο. Ομιλεί Αγγλικά, Τουρκικά και τη γλώσσα της Π.Γ.Δ.Μ. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: η Θεωρία Πολέμου & η φύση των σύγχρονων συγκρούσεων, το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η νεότερη βαλκανική ιστορία, το νομικό σύστημα των διεθνών επεμβάσεων, θέματα στρατιωτικής οργάνωσης της σύγχρονης τουρκικής κρατικής οντότητας κ.ά.

Περίληψη

  Η αλματώδης ανάπτυξη της στρατιωτικής τεχνολογίας μετέβαλε άρδην το πλαίσιο διεξαγωγής των σύγχρονων μορφών πολεμικών επιχειρήσεων, και παράλληλα επέφερε μεταβολές στη δομή της Διοίκησης. Χώρες με υπολογίσιμη στρατιωτική ισχύ, ανέπτυξαν ευρύτατα τις εφαρμογές του Δικτυοκεντρικού Πολέμου, αποκτώντας συντριπτικά πλεονεκτήματα στο πεδίο της μάχης έναντι του αντιπάλου. Τα τακτικά πλεονεκτήματα ήταν απόρροια της άρτιας εικόνας της λεγόμενης «τακτικής κατάστασης», της άμεσης και έγκαιρης μεταφοράς πληροφοριών, της ταχείας και αποτελεσματικής καταστροφής των εχθρικών στόχων. Εκτός από τις ΗΠΑ, η Κίνα αλλά και η Τουρκία είναι δυο χώρες οι οποίες υιοθέτησαν και εφήρμοσαν το Net Centric Warfare.

The vigorous development of military technology has changed the way in which military operations are carried out, and at the same time the way and structure of the Administration. Countries with strong armed forces have broadly developed the so-called “Network-centric War”. The result was to gain a military advantage in the battlefield against the enemy. Regular benefits have arisen due to good image, immediate and timely transfer of information and, finally, effective destruction of hostile targets. Apart from the US, China and Turkey are two countries that are implementing Net Centric Warfare.

 Ορισμός & «Πλατφόρμες»

    Ως Δικτυοκεντρικός πόλεμος νοείται το σύνολο των επιχειρήσεων απόκτησης υπεροχής σε επίπεδο πληροφοριών, γεγονός το οποίο συνεπάγεται αυξημένη ισχύ στο πεδίο των συγκρούσεων, μέσω της δικτύωσης όπλων, αισθητήρων, δορυφόρων και κέντρων λήψης αποφάσεων, προκειμένου να υπάρξει ενιαία αντίληψη της υφιστάμενης τακτικής κατάστασης, ταχύτητα λήψης αποφάσεων, συγχρονισμός και αυξημένη βιωσιμότητα των ημέτερων δυνάμεων και τέλος αποτελεσματική χρήση των οπλικών συστημάτων[1].

Κοινώς η ολοκληρωμένη διασύνδεση του συνόλου των αισθητήρων, των οπλικών συστημάτων και των κέντρων διοικήσεως, προσφέρει άριστη εικόνα της τακτικής καταστάσεως, δυνατότητα έγκαιρης και ορθής λήψης αποφάσεων, άρτιο συντονισμό (ή τουλάχιστον στο βέλτιστο βαθμό) και μεγιστοποίηση αποτελέσματος στο πεδίο της μάχης.

Τα οφέλη σε επίπεδο διοικήσεως είναι πολλαπλά. Εξαιτίας της πολύ καλής γνώσης της τακτικής κατάστασης, επιτρέπεται η ταχύτερη λήψη αποφάσεων, ήτοι εξαπόλυση άμεσου συντριπτικού πυρός ώστε να εκμηδενιστεί η πιθανότητα διαφυγής του αντιπάλου, η πραγματοποίηση του κατάλληλου ελιγμού κ.α. Ωστόσο η πρόκληση έρχεται από το γεγονός της υπερσυγκέντρωσης ενός πρωτοφανούς όγκου πληροφοριών με υψηλή ταχύτητα ανανέωσης, γεγονός το οποίο ενέχει τον κίνδυνο αδυναμίας διαχείρισης του συνόλου των πληροφοριών, δηλαδή μη ορθολογική κρίση και λήψη αποφάσεων. Δια τούτο απαιτείται προσαρμογή και συνεχής εκπαίδευση σε καταστάσεις NCW από την εποχή της ειρήνης, ώστε να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή εξοικείωση των εμπλεκομένων.

Με τον όρο «πλατφόρμες» (platforms) νοείται οποιοδήποτε οπλικό σύστημα ή φορέας, που δύναται να φέρει όπλα με κύριο χαρακτηριστικό την εμπλοκή στις επιχειρήσεις. Τα αεροσκάφη, τα πλοία και τα τεθωρακισμένα οχήματα, είναι μερικές τυπικές πλατφόρμες μεταφοράς όπλων.

Πρωτοπόρα χώρα στην ανάπτυξη του NCW θεωρούνται οι ΗΠΑ και κατ επέκταση το ΝΑΤΟ, ενώ εφαρμογές του NCW παρατηρήθηκαν από πλευράς Κίνας, Τουρκίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Σουηδίας και Ισραήλ. Η προσπάθεια του ΝΑΤΟ κωδικοποιημένη ως NNEC (NATO Network Enabled Capability), έχει τρεις κύριες κατευθύνσεις: i) δημιουργία κατάλληλου περιβάλλοντος δοκιμών και αξιολογήσεων για τα κράτη-μέλη προκειμένου να βελτιωθεί η διακλαδικότητα, ii) συγχρηματοδότηση κοινών προγραμμάτων NCW, iii) ανάπτυξη πλαισίου για εθνική και συμμαχική χρήση[2].

O Δικτυοκεντρικός Πόλεμος αφορά – πέραν του επιχειρησιακού περιβάλλοντος – τη συλλογή πληροφοριών από μια ευρεία γκάμα «πηγών», προκειμένου να υπάρξει όσο τα δυνατόν ευκρινέστερη εικόνα, κάτι το οποίο θα συμβάλλει στη λήψη ορθών αποφάσεων όχι μόνο εκ μέρους της στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της αντίστοιχης πολιτικής. Αυτό συνεπάγεται συνεργασία μεταξύ στρατιωτικών αρχών και έτερων κρατικών υπηρεσιών, γεγονός καταλυτικό για την έγκαιρη λήψη αποφάσεων.

Από τεχνικής απόψεως απαιτείται ένα SoSA (System of Systems Analysis), δηλαδή ένα ευρύτερο δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών υψηλής επεξεργασίας, διαχείρισης και ανάλυσης δεδομένων οι οποίοι θα είναι διασυνδεδεμένοι μεταξύ τους και θα παρέχουν «ολοκληρωμένη εικόνα», ώστε να υποστηριχθούν οι αποστολές command, control, communications & Intelligence, η συνεχής ροή δεδομένων προς τα οπλικά συστήματα, αλλά και να παρέχουν την εικόνα του δικτύου διοικητικής μερίμνης για να υπάρξει ορθολογική διαχείριση του ΗΡΕ και του συνολικού αποθέματος[3].

Η πρώτη απόπειρα διασύνδεσης πολλών οπλικών συστημάτων, κέντρων λήψης αποφάσεων και δη πολυεθνικών δυνάμεων, σημειώθηκε στη διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Περσικό κόλπο το 1991. Η πρόκληση στην εν λόγω περίπτωση αφορούσε πέραν των ενεργειών συντονισμού ενός πλήθους πολυεθνικών δυνάμεων, και τη μεταξύ τους επαύξηση της συνεργασίας εξαιτίας των εθνοθρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων. Εν τέλει επιτεύχθηκε η ενιαία δομή χάριν του πνεύματος συνεργασίας που επιδείχτηκε μεταξύ των στρατιωτικών ηγεσιών των συμμαχικών δυνάμεων. Το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Επικοινωνιών και Ενοποίησης της Συμμαχίας, εγκαταστάθηκε και λειτούργησε στο Κτίριο Άμυνας και Αεροπορίας (MODA) της Σαουδικής Αραβίας στο Riyadh, καθώς επίσης η Κεντρική Διοίκηση CENTCOM, και η Διοίκηση Ενοποιημένων Δυνάμεων Θεάτρου Επιχειρήσεων CJF/TO[4].

Σημαντικό ρόλο στη συλλογή και ανάλυση δεδομένων του θεάτρου επιχειρήσεων, διαδραμάτισε  το αεροσκάφος E-8 JSTARS το οποίο σχεδιάστηκε για να ανιχνεύει κινήσεις οχημάτων, τεθωρακισμένων, αντιαεροπορικών συστημάτων κ.α. σε μεγάλο βάθος πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Το αεροσκάφος θεωρείται κλασσική πλατφόρμα δικτυοκεντρικού πολέμου, αναπτύχθηκε δε από κοινού από τον Στρατό και την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ προκειμένου να αναλάβει τον αποτελεσματικό έλεγχο διακλαδικών επιχειρήσεων, τη διασύνδεση και το συντονισμό των οπλικών συστημάτων, την ασφαλή περισυλλογή και διακίνηση πληροφοριών[5].

Το αεροσκάφος φέρει ραντάρ τύπου AN/APY-7 κατηγορίας Doppler, ικανό να ανιχνεύει, να κατηγοριοποιεί και να καταδεικνύει έως 600 στόχους στο έδαφος, σε απόσταση 152 μιλίων. Η κατηγοριοποίηση περιλαμβάνει την ταξινόμηση των κινούμενων στόχων σε τεθωρακισμένα, τροχοφόρα κτλ. Η λειτουργία SAR επιτρέπει την ανίχνευση σταθερών (ή ακίνητων) στόχων. Τα δεδομένα τα οποία συλλέγονται συνεχώς, μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο (real time), μέσω συνδέσμου SCDL στους σταθμούς εδάφους (GSM), ή σε δορυφόρους. Το αεροσκάφος είναι εξοπλισμένο με συστήματα επικοινωνιών COMM/DLX, και διαθέτει 18 σταθμούς εργασίας-διαχείρισης μάχης, στους οποίους αναλύονται και εμφανίζονται όλα τα δεδομένα. Για την περαιτέρω διασταύρωση στοιχείων (π.χ. τύπος εχθρικών αρμάτων που εντοπίστηκαν), συνεργάζονται και με άλλες πλατφόρμες (π.χ. UAV’s), για τη μεγιστοποίηση του αποτελέσματος[6].

Στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, βασική πλατφόρμα εφαρμογής του NCW θεωρείται το αεροσκάφος R-1 Sentinel το οποίο έδρασε σε Ιράκ, Συρία, Αφγανιστάν, Λιβύη και Μάλι. Το αεροσκάφος ταυτοποιεί επίγειους στόχους με το φερόμενο μακράς εμβέλειας ραντάρ συνθετικής απεικόνισης τύπου ASTOR, και παράλληλα μεταβιβάζει την εικόνα – σε πραγματικό χρόνο – προς τους σταθμούς εδάφους και εν συνεχεία προς τα φίλια μέσα κρούσης[7].

Τέλος, για λογαριασμό των σουηδικών ενόπλων δυνάμεων αναπτύχθηκε η πλατφόρμα 3ης γενιάς GlobalEye (AEW & C), η οποία φέρει ραντάρ κατά ιπτάμενων στόχων AESA Erieye ER , ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών Seaspray (της Leonardo), και FLIR τύπου Star Safire, των οποίων τα δεδομένα συγχωνεύονται σε μια ενιαία εικόνα. Τα συστήματα αυτά θα φέρονται από το αεροσκάφος Global6000, το οποίο ενδεικτικά διαθέτει δυνατότητα περιπολίας 11 ωρών[8]. Η πλατφόρμα θα συνεργάζεται -μεταξύ άλλων – με το αεροσκάφος νέας γενιάς Saab Gripen NG, το οποίο συνδυάζει χαμηλό κόστος λειτουργίας και υψηλή επιχειρησιακή απόδοση.

Εφαρμογές NCW από Τουρκία και Κίνα

Για να γίνει κατανοητός ο βαθμός της απαιτούμενης διασύνδεσης και παράλληλα της επιχειρησιακής πρόκλησης, θα δοθεί παράδειγμα από την επιχείρηση «Zeytin Dalı» στο Afrin. Τα UAV BayraktarTB2 και τα νεότευκτα ANKA-S περιπολούσαν σε 24ωρη βάση και μετέδιδαν συνεχώς την εικόνα από το πεδίο των συγκρούσεων στα κέντρα ελέγχου. Μέσω κεραίας SATCOM μεταφέρονταν η εικόνα σε σταθμούς OSΕM και εν συνεχεία στο δορυφόρο Türksat 4B. Ο δορυφόρος αναμετέδιδε την εικόνα στην Άγκυρα και λαμβάνονταν εγκαίρως οι κατάλληλες αποφάσεις, ενώ παράλληλα αεροσκάφη με αρτηρίες μεταφοράς δεδομένων λάμβαναν συντεταγμένες των στόχων για να τους προσβάλλουν άμεσα. Παράλληλα UAV Togan πραγματοποιούσαν παρεμβολές στο Η/Μ φάσμα λαμβάνοντας εικόνα για τις θέσεις τυχόν εχθρικών «αισθητήρων» στο καντόνι. Είχαμε δηλαδή μια συνεχή ροή πληροφοριών μεταξύ αισθητήρων και οπλικών συστημάτων, ανάλυση και επεξεργασία από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, συνεχείς και ασφαλείς επικοινωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων μονάδων-μέσων, και υψηλό βαθμό διακλαδικότητας[9]. Η ένταξη του ψηφιακού διακλαδικού δικτύου επικοινωνιών TAFICS[10], και η περαιτέρω ανάπτυξη του δορυφορικού προγράμματος[11], θα συμβάλει καθοριστικά στην ολοκληρωμένη ικανότητα των Τ.Ε.Δ. να δημιουργήσουν περιβάλλον δικτυοκεντρικού πολέμου.

Αξιομνημόνευτη είναι και η προσπάθεια της Κίνας να δημιουργήσει συνθήκες Anti Access/Area Denial (A2/AD) με στόχο την εκδίωξη του Αμερικανικού Ναυτικού από τις κινεζικές ακτές, την εξασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας στο ζωτικό θαλάσσιο χώρο, και την αναντίρρητη «υπαγωγή» της Ταιβάν στην κινεζική σφαίρα επιρροής. Για να επιτευχθούν οι συνθήκες «Αντιπρόσβασης/Απαγόρευσης», δημιουργήθηκαν ενιαία δικτυοκεντρικά βαλλιστικά πολυσυστήματα, τα οποία συνδυάζουν ραντάρ επιφανείας, μη στελεχωμένα αεροχήματα (UAVs), και δορυφόρους με βαλλιστικά βλήματα. Σύμφωνα με τους Κινέζους ιθύνοντες, οι πύραυλοι μετά την εκτόξευση τους, ανανεώνουν τις πληροφορίες μέσω συστημάτων ζεύξης δεδομένων data links, ώστε να είναι σε θέση να προσβάλλουν κινούμενους ναυτικούς στόχους[12].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Εικόνα 1: Ενδεικτικό «Δίκτυο Δικτύων» (System of Systems).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εικόνα 2: Ενδεικτικό Σχεδιάγραμμα εφαρμογής NCW. Εμφανής η απαιτούμενη Διακλαδικότητα και οι υψηλές τεχνολογικές απαιτήσεις (πηγή: Indiandefencereview).

 

 

 

Εικόνα 3: Η εικόνα την οποία έχει σταθμός διαχείρισης μάχης του αεροσκάφους E-8 JSTARS.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Coskuner Nevin. Multimission Aircraft Design Study. Operational Scenarios. Airforce Institute of Technology. March 2003.
  • David Albert, John Garstka: NCW. Developing and Leveraging Information Superiority.
  • Jeffrey Smith, Jayashree Harikumar, Brian Ruth. Army Research Laboratory. An Army Centric System of Systems Analysis (SoSa) Definition. Φεβρουάριος 2011.
  • NATO Consultation, command and Control Agency. NNEC. Feasibility Study. Executive Summary. Version 2.
  • S.A. Department of Defense. Final Report to Congress. Conduct of the Persian Gulf War. Απρίλιος 1992.
  • Γρίβας Κωνσταντίνος. Η Στρατηγική Άνοδος της Κίνας. Η Γεωπολιτική του Πολέμου στη Μέση Ανατολή. Εισαγωγή στη Γεωγραφία των Πολεμικών Τεχνολογιών, της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Ασία. Εκδόσεις Λιβάνη. 2013.
  • Παούνης Νικόλαος. ΕΛΙΑΜΕΠ. Το Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα. Κείμενο Εργασίας νο 93/2018. 22 Μαΐου 2018.
  • Περιοδικό «Πτήση & Διάστημα». Saab GlobalEye. AEW & C τρίτης γενιάς. Giovanni Colla & Daniele Faccioli. Τεύχος 384. Μάϊος 2018.
  • Παραρτήματα επίσημων ιστοσελίδων.

[1] David Albert, John Garstka: NCW. Developing and Leveraging Information Superiority.

[2] NNEC. Feasibility Study. Executive Summary. Version 2. Conclusions.

[3] Army Research Laboratory. An Army Centric System of Systems Analysis (SoSa) Definition.

[4] U.S.A. Department of Defense. Final Report to Congress. Conduct of the Persian Gulf War.

[5] http://www.af.mil/About-Us/Fact-Sheets/Display/Article/104507/e-8c-joint-stars/

[6] Coskuner Nevin. Multimission Aircraft Design Study. Operational Scenarios. Page2-6.

[7] https://www.raf.mod.uk/aircraft/sentinel-r1/

[8] Περιοδικό «Πτήση & Διάστημα». Τεύχος 384. Σελ.69-71.

[9] Παούνης Νικόλαος. ΕΛΙΑΜΕΠ. Το Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα. Κείμενο Εργασίας 93/2018.

[10] http://www.cersim.com.tr/nato-tafics/

[11] Παούνης Νικόλαος. ΕΛΙΑΜΕΠ. Το Τουρκικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα. Κείμενο Εργασίας 93/2018.

[12] Γρίβας Κωνσταντίνος. Η Στρατηγική Άνοδος της Κίνας. Σελ.98.

Click to access 95_2018_-WORKING-PAPER-_%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%A0%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82.pdf

Η Τουρκία θα γίνεται όλο και πιο εθνικιστική, εκτιμά ο Ν. Μιχαηλίδης διδάκτορας του πανεπιστημίου Πρίνστον

4

Δυσοίωνες εκτιμήσεις για τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή, τις σχέσεις της με την Ελλάδα και τον δυτικό κόσμο γενικότερα, αλλά και για την διακυβέρνηση Ερντογάν κάνει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νίκος Μιχαηλίδης διδάκτορας ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον των ΗΠΑ με έρευνα στην Τουρκία για θέματα μειονοτήτων.

Αναλύοντας τα δεδομένα από την στάση και τις διακηρύξεις του Τούρκου προέδρου, πριν και μετά τις εκλογές, ο κ. Μιχαηλίδης πιστεύει ότι η Τουρκία θα γίνεται όλο και πιο εθνικιστική, ότι τα οικονομικά της προβλήματα είναι σοβαρά, ενώ η οικονομία της μετατρέπεται σταδιακά σε οικονομία πολέμου, ενώ προβλέπει ότι ο απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης του Ερντογάν θα ενταθεί και οι διώξεις θα γίνουν ακόμη περισσότερες.

Σχέσεις με Ελλάδα

Για τις σχέσεις Τουρκίας -Ελλάδας, ο κ. Μιχαηλίδης εκτιμά ότι η Άγκυρα «θα συνεχίσει τις διεκδικήσεις της και μάλιστα πιο έντονα έναντι της Ελλάδας». Αυτό, προσθέτει, «μαρτυρούν οι δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων αλλά και τα εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία ανακοινώνονται και γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν. Το αν θα υλοποιηθούν θα εξαρτηθεί και από τις οικονομικές εξελίξεις».

Η Τουρκία, εκτιμά ο κ. Μιχαηλίδης, «θέλει να είναι η ίδια κέντρο διαμετακόμισης ενέργειας προς την Δύση και δεν επιθυμεί καμιά γειτονική της χώρα να έχει τέτοιο ρόλο γιατί το θεωρεί απειλή στα κακώς εννοούμενα εθνικά της συμφέροντα. Το καθεστώς θα συνεχίσει να προπαγανδίσει τον εαυτό του ως την πλευρά που επιθυμεί λύση στο κυπριακό και στις σχέσεις με την Ελλάδα και να κατηγορεί Κύπρο και Ελλάδα για αδιαλλαξία. Αυτή η προπαγάνδα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλου τύπου πολιτικές. Οι τουρκικές ελίτ βλέπουν ότι το γεωπολιτικό τους περιβάλλον ρευστοποιείται και θα κάνουν κάθε τι δυνατό για να υποβιβάσουν Ελλάδα και Κύπρο και να τις υποτάξουν σε μια τουρκική ηγεμονία. Η τουρκική κρατική ελίτ έχει ακόμα την κακή συνήθεια να θεωρεί τον εαυτό της κληρονόμο αυτοκρατορίας και αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε. Αυτή είναι η καρδιά των λεγόμενων ελληνοτουρκικών προβλημάτων, ο τουρκοσουνιτικός μεγαλοϊδεατισμός».

Σχέσεις με ΕΕ -Δύση

«Οι σχέσεις με την ΕΕ θα δοκιμασθούν περισσότερο», υπογραμμίζει ο κ. Μιχαηλίδης και ως αιτία θεωρεί ότι «το καθεστώς καλλιεργεί αντιδυτική υστερία και σοβινισμό στην κοινωνία κατηγορώντας τους δυτικούς για τα δεινά της χώρας, συσκοτίζοντας έτσι την μία και πραγματική αιτία όλων των προβλημάτων, την παντελή έλλειψη δημοκρατίας και την απόλυτη διαφθορά του συστήματος». Ταυτόχρονα, προσθέτει, «η Τουρκία θα συνεχίσει να απειλεί την ΕΕ με αποστολή χιλιάδων προσφύγων προκειμένου να κερδίζει χρόνο και χρήμα αλλά και να προπαγανδίζει τον εαυτό της ως χρήσιμο και αναντικατάστατο εταίρο της Δύσης στην περιοχή».

Αναφορικά με δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων ότι επιθυμούν συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, ο κ. Μιχαηλίδης πιστεύει ότι «αποτελούν προπαγάνδα που στόχο έχει να νομιμοποιήσει το καθεστώς στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης αλλά και να κερδίσει χρόνο να ανασυνταχθεί μετά τις αναταράξεις στην κρατική γραφειοκρατία. Η εμμονή της Τουρκίας να καταργηθεί η βίζα για τους πολίτες της που ταξιδεύουν στην ΕΕ είναι κομμάτι μιας στρατηγικής για να εκκενωθεί η χώρα από όλες τις φιλελεύθερες φιλοδυτικές δυνάμεις και από μειονότητες, οι οποίες βεβαίως θα μεταναστεύσουν άμεσα, λόγω πίεσης στο εσωτερικό», τονίζει ο κ. Μιχαηλίδης και προσθέτει: «Στόχος είναι να αλλάξουν οι δημογραφικές ισορροπίες στο εσωτερικό, να ανακοπεί η δημογραφική άνοδος Κούρδων και αλεβιτών και να ενισχυθούν οι σουνίτες μουσουλμάνοι, πιστοί στον Ερντογάν και στο καθεστώς».

Επισημαίνει ακόμα ότι «η Τουρκία επιδιώκει, επίσης, σε συνεργασία με την Ρωσία, να καταστεί κόμβος διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς την Δύση. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αυτοκτονία για τις βιομηχανικές υποδομές της ΕΕ γιατί η Τουρκία πρόκειται να χρησιμοποιήσει και αυτό το εργαλείο εκβιαστικά για να κερδίσει σε άλλα μέτωπα. Η ΕΕ δεν έχει λόγο να δώσει τα κλειδιά της ενεργειακής της ασφάλειας σε ένα αναξιόπιστο κράτος που ενισχύει ισλαμιστές τρομοκράτες και απειλεί μέλη της αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη».

Ο κ. Μιχαηλίδης λέει πως «επιπλέον πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι οι τουρκικές κρατικές ελίτ δεν επιθυμούν η χώρα τους να γίνει μέλος της ΕΕ, προτιμούν να είναι ένας αυτόνομος διεθνής παίκτης, μια παγκόσμια δύναμη όπως οι ίδιοι θέλουν να πιστεύουν, που θα διαμεσολαβεί μεταξύ ισλαμικού κόσμο και Δύσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι εφικτό και θα ήταν πολύ επικίνδυνο για τα συμφέροντα της Δύσης. Η ΕΕ δεν έχει ανάγκη την Τουρκία. Το αντίθετο συμβαίνει, μιας και η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας. Το καθεστώς της Άγκυρας φοβάται την Δύση και αυτό που εκπροσωπεί, την δημοκρατία και την ελευθερία».

Το νέο σύστημα διακυβέρνησης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι επισημάνσεις του κ. Μιχαηλίδη για το νέο σύστημα διακυβέρνησης, υπογραμμίζοντας ότι «το νέο σύστημα παρέχει τρομακτικές υπερεξουσίες στον επικεφαλής του κράτους τις οποίες κανένας ηγέτης της Τουρκίας μέχρι σήμερα δεν διέθετε. Ούτε και ο ιδρυτής της χώρας, ο δικτάτορας αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ».

Στο νέο σύστημα, προσθέτει, «δεν υπάρχει πρωθυπουργός και ο ρόλος του υπουργικού συμβουλίου στη διακυβέρνηση της χώρας αλλάζει και υποβιβάζεται. Ο Τ. Ερντογάν θα είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και θα διορίζει τα μέλη του νέου υπουργικού συμβουλίου όπως επιθυμεί και με ανθρώπους εκτός βουλής. Θα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων τα οποία έχουν ισχύ νόμου, ενώ ο ίδιος θα μπορεί να επιλέγει και να διορίζει την ηγεσία του δικαστικού σώματος».

Επίσης, λέει ότι «ο διορισμός ανωτάτων στελεχών της κρατικής γραφειοκρατίας θα γίνεται και πάλι αποκλειστικά από τον Τ. Ερντογάν. Η χώρα θα διοικείται από τον ίδιο με την βοήθεια 16 υπουργείων, 9 επιτροπών και 4 ειδικών γραφείων που ιδρύονται με το νέο σύστημα».

«Θα έλεγα πως στην ουσία καταργείται το σύνταγμα!,», τονίζει ο κ. Μιχαηλίδης. Για παράδειγμα, σημειώνει, «με διάταγμά του ο Ερντογάν πριν από λίγες ημέρες κατήργησε και έκλεισε μέχρι και τα κρατικά θέατρα!». Ευρύτερος στόχος του όμως είναι «να ανασυγκροτήσει την γραφειοκρατία και να την εκκαθαρίσει από δημοκρατικές και φιλελεύθερες φωνές. Γίνεται ένα format στο κράτος. Είναι εντυπωσιακό ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και η κοινωνία, ακόμα και αυτοί που ψήφισαν Ερντογάν, αλλά και ο ακαδημαϊκός κόσμος, δεν γνωρίζουν πως θα λειτουργήσει στην πράξη αυτό το σύστημα. Υπάρχει τεράστια σύγχυση και σοβαρό έλλειμμα πληροφόρησης καθώς και μεγάλος φόβος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το σύστημα αυτό επιβλήθηκε διά της βίας, της νοθείας και εν μέσω απειλών και καλλιέργειας κλίματος φόβου και σοβινιστικού παροξυσμού.

Το σύστημα αυτό καταργεί την διάκριση των εξουσιών και δεν υπάρχει κανένας θεσμικός έλεγχος στις πράξεις και στις εξουσίες του υπερπροέδρου. Για αυτό και δεν μοιάζει με τα συστήματα των ΗΠΑ και της Γαλλίας παρά το ότι επιχειρείται να προπαγανδισθεί ως παρόμοιο με αυτά. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια δικτατορικού τύπου εξουσία και διοίκηση η οποία καλύπτεται από έναν μανδύα δημοκρατικοφάνειας που στηρίζεται σε μια αμφιλεγόμενη εκλογική πλειοψηφία».

Ο διχασμός θα ενταθεί

Σύμφωνα με τον κ. Μιχαηλίδη «η Τουρκία γίνεται πολύ πιο εθνικιστική. Αντί να κάνει βήματα μπροστά με περισσότερη διοικητική αποκέντρωση όπως πολλά τμήματα της κοινωνίας επιθυμούσαν, η χώρα αυτή έκανε βήματα πίσω επιβάλλοντας μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό. Πήγε πολλά χρόνια πίσω. Όποιες θετικές αλλαγές έγιναν και η όποια φιλελευθεροποίηση λόγω διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, καταργούνται. Οι πολιτικές ελίτ και ο στρατός πιστεύουν ότι η δημοκρατία οδηγεί σταδιακά στην ανάπτυξη φυγόκεντρων δυνάμεων. Με λίγα λόγια, το βαθύ κράτος πάτησε φρένο. Η καταπίεση και οι διώξεις στο εσωτερικό θα συνεχιστούν με μεγαλύτερη ένταση. Το σύστημα αυτό αποκλείει το κοινοβούλιο, ουσιαστικά το καθιστά διακοσμητικό, επομένως αποκλείει και την επιρροή της κοινωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».

Όπως διαμορφώνεται το σύστημα, λέει ο κ. Μιχαηλίδης παρέχει την δυνατότητα στη σουνιτική πλειοψηφία να κυριαρχεί εσαεί έναντι άλλων κοινοτήτων και δυνάμεων όπως οι αλεβίτες, οι κούρδοι και άλλοι οι οποίοι επιθυμούν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό. Οι εσωτερικοί κοινωνικοί διχασμοί και το πολιτικό σχίσμα μεγαλώνουν.

Το κουρδικό ζήτημα

Απαντώντας στο ερώτημα για το κουρδικό ζήτημα ο κ. Μιχαηλίδης εκτιμά ότι στο θέμα αυτό, αντί του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης, το τουρκικό κράτος επέλεξε την οδό της βίας και της καταστολής, καθώς στόχος είναι «να εξουδετερώσει όλους τους θύλακες του ΡΚΚ εντός και εκτός της χώρας και να απονευρώσει την πολιτική έκφραση του κουρδικού κινήματος με χιλιάδες φυλακίσεις, καθαιρέσεις εκλεγμένων δημάρχων κλπ».

Το κράτος, προσθέτει, «καταργεί όλα τα κεκτημένα της κουρδικής κοινότητας και επιστρέφει σε μια πολιτική βίαιης αφομοίωσης και καταστολής. Το ίδιο ισχύει και για άλλες μεγάλες κοινότητες όπως οι αλεβίτες, μια πραγματική καταπιεσμένη θρησκευτική κοινότητα που αριθμεί περισσότερα από 20 εκατομμύρια μέλη. Πρόκειται για μια τραγική εξέλιξη. Το τουρκικό κράτος θα επιχειρήσει να συνεχίσει, για όσο του επιτραπεί, στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός Συρίας και Ιράκ και θα επιδιώξει να ελέγξει αυτά τα εδάφη εγκαθιστώντας εκεί σουνίτες Άραβες. Στρατηγική επιδίωξη της Τουρκίας είναι η αλλοίωση των δημογραφικών ισορροπιών στην περιοχή εις βάρος των εκκοσμικευμένων και φιλοδυτικών Κούρδων και υπέρ των σουνιτών μουσουλμάνων, τους οποίους βέβαια πιστεύει ότι θα ελέγχει ευκολότερα».

Η Οικονομία

Ως προς την πορεία της οικονομίας τέλος, ο κ. Μιχαηλίδης κάνει λόγο για ύπαρξη τοξικού κλίματος, κυρίως όμως εκτιμά ότι η τουρκική οικονομία μετατρέπεται σε οικονομία πολέμου. Ειδικότερα, αναφέρει: «Η πτώση της τουρκικής λίρας, η διαρκής άνοδος του πληθωρισμού και η διαφυγή κεφαλαίων από τη χώρα δημιουργούν ένα τοξικό κλίμα που όμως δεν θεωρώ ότι θα έχει πολιτικές συνέπειες. Το αυταρχικό καθεστώς είναι σε θέση διά της βίας να αντιμετωπίσει τις όποιες κοινωνικές διαμαρτυρίες προκύψουν λόγων της οικονομικής κρίσης στην οποία εισέρχεται. Τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ για την τουρκική οικονομία η οποία στηριζόταν στα δάνεια και στην εισροή ξένου κεφαλαίου. Επιπλέον, η οικονομία της χώρας μετατρέπεται σε σημαντικό βαθμό σε οικονομία πολέμου με τις πολεμικές βιομηχανίες και την οικονομική ενίσχυση του στρατού να έχουν κεντρικό ρόλο».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – ΑΠΕ /Σάββατο 14 Ιουλίου 2018, 11:24:31 / / Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Δεν του βγαίνει τίποτε…

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Δεν του βγαίνουν οι πολιτικές επιλογές του Αλέξη Τσίπρα, και αυτό θα έχει επιπτώσεις στη χώρα και στο λαό. Αναμενόμενο. Όταν πολιτεύεσαι καιροσκοπικά, έρχεται η στιγμή που θα πληρώσεις το τίμημα. Και αυτό αν αφορά εσένα και το κόμμα σου δεν έχει και τόση σημασία. Αν έχει όμως επιπτώσεις στο λαό, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Οι πολιτικοί και οι πολιτικές επιλογές τους δεν κρίνονται από το τι θέλουν και τι επιδιώκουν. Αλλά από το τι μπορούν να πετύχουν. Και εδώ οδεύουμε από αποτυχία σε αποτυχία.

Στελέχη της κυβέρνησης, από τον ίδιο τον πρωθυπουργό μέχρι την υπουργό εργασίας, με προφανή στόχο την προσέλκυση ψήφων υπερέβαλαν σε δηλώσεις του είδους ότι μετά το τέλος των μνημονίων θα ακολουθήσουν πολιτικές που θα ικανοποιούν το λαϊκό αίσθημα και τις λαϊκές ανάγκες. Λόγω του νεαρού της ηλικίας τους δεν θα γνωρίζουν πως υπάρχει ένα σημείο στην κλίμακα δυσαρέσκειας που ό,τι και αν κάνεις δεν μπορείς να ανατρέψεις την απαξίωσή σου. Και αυτό το σημείο η κυβέρνηση φρόντισε να το υπερβεί.

Η προχθεσινή απόφαση του Eurogroup, και κυρίως οι ελιγμοί του Γερμανού υπουργού Οικονομικών θα προσγείωσαν τον Τσίπρα. Το μήνυμα που θέλουν να στείλουν οι Γερμανοί στην ελληνική κυβέρνηση και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι «αλλαγή νοοτροπίας». Δυστυχώς, αυτή δεν πρόκειται να επιτευχθεί. Και όσοι είναι εξοικειωμένοι με τα οικονομικά εκδηλώνουν ήδη την ανησυχία τους ότι μόλις η κυβέρνηση –οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση– απαλλαγεί από την επιτροπεία, αν ποτέ συμβεί αυτό, θα οδηγήσει και πάλι τη χώρα σε κρίση.

Πρόκειται για κατάντια του πολιτικού συστήματος, όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό είναι και το γερμανικό πρόσχημα για να υπαναχωρήσει το Βερολίνο από τους συμψηφισμούς που φαίνεται να έκανε η Μέρκελ με τον Τσίπρα, αν ο Έλληνας πρωθυπουργός κατάλαβε καλά. Γιατί τις προηγούμενες ημέρες το ακούσαμε κι αυτό ως γερμανική δήλωση: ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν κατάλαβε τι του είπε η Μέρκελ. Η δήλωση αναφερόταν στο θέμα του ΦΠΑ στα νησιά.

Μάλλον θα πρόκειται για γερμανική υπαναχώρηση, αν όχι για καλά συντονισμένο γερμανικό παιχνίδι στο οποίο συμμετέχουν πολλοί θεσμικοί παράγοντες. Από τη Βουλή και την αντιπολίτευση μέχρι το συγκυβερνών με τη Μέρκελ κόμμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σε όλα τα μέτωπα η Μέρκελ κι η Γερμανία μόνο παίρνουν. Δεν δίνουν. Από την επιστροφή προσφύγων που αποδέχθηκε ο Τσίπρας μήπως και έχει κάποιο όφελος, μέχρι τον ΦΠΑ στα νησιά και τις συντάξεις· από το Brexit μέχρι την Ιταλία. Το μόνο μάθημα που πήρε η Μέρκελ ήταν από τον Τραμπ και αφορούσε το NATO και την οικονομική συμβολή της Γερμανίας στους εξοπλισμούς της Συμμαχίας. Η αμερικανογερμανική κρίση είναι υπαρκτή και δεν αφορά μόνο το NATO.

Όλα τα προεκλογικά ατού του Τσίπρα είναι μετέωρα. Και δεδομένης της ραγδαίας φθοράς της κυβέρνησής του μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, προς το παρόν δεν έχει κάτι να επιδείξει ενόψει της προεκλογικής περιόδου η οποία, μάλλον, άρχισε.

Ο Τσίπρας και το κόμμα του θα δυσκολευτούν, από δω και πέρα, και σε κάτι άλλο. Ο κόσμος στον οποίο απευθύνονται επιθυμεί ένα σαφές ιδεολογικοπολιτικό στίγμα. Το στίγμα αυτό ο Τσίπρας το αναζήτησε στην Αριστερά. Αλλά Αριστερά υποταγμένη στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δεν νοείται. Η κυβέρνηση του Τσίπρα πρέπει να είναι η πιο υπάκουη στις επιθυμίες της Ουάσινγκτον από τις μεταπολιτευτικές ελληνικές κυβερνήσεις. Αυτό μπορεί να μην το ομολογούν οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά υποσυνείδητα τους ενοχλεί. Αναφερόμαστε στον μεγάλο αριθμό των οπαδών και ψηφοφόρων του, και όχι στα στελέχη που έχουν ίδιον προσωπικό –οικονομικό και κοινωνικό– όφελος από τη διατήρηση της εξουσίας.

Αλλά δεν πρόσεξαν και κάτι άλλο οι διαμορφωτές της κυβερνητικής πολιτικής. Οι μεγάλες δυνάμεις, είτε πρόκειται για τις ΗΠΑ είτε για τη Ρωσία είτε για όποια άλλη δύναμη αναδυθεί προσεχώς, αξιοποιούν προς όφελός τους τις υπάκουες κυβερνήσεις. Αν και όταν χρειαστεί ακολουθούν την πολιτική της λεμονόκουπας. Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έκαναν αρκετή από τη βρόμικη δουλειά που χρειαζόταν. Από δω και πέρα δεν είναι και τόσο επιθυμητοί στις δυνάμεις.

Το τελευταίο παράδειγμα αυτής της δουλειάς ήταν η απέλαση των Ρώσων πρακτόρων οι οποίοι, ως συνήθως, φέρουν τον διπλωματικό μανδύα όπως και όλοι οι πράκτορες όλων των χωρών.

Όλα συντείνουν πως η αψυχολόγητη ελληνική αντίδραση στην υπαρκτή –κατά πάσα πιθανότητα– ρωσική δραστηριότητα στην Ελλάδα υπαγορεύτηκε από τις ΗΠΑ. Αυτά που επικαλούνται οι πηγές των διαφόρων δημοσιευμάτων και όσα διαφαίνονται ως δραστηριότητες των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών είναι συνήθεις πρακτικές. Υπάρχουν χειρότερα που συμβαίνουν και η κυβέρνηση δεν αντιδρά. Προς τι η επιλογή της ρήξης με τη Ρωσία;

Μπορεί, πέραν της αμερικανικής στήριξης, η κυβέρνηση να απέβλεπε στην ανατροπή του αρνητικού κλίματος στο εσωτερικό της χώρας με αφορμή την υπόθεση του Μακεδονικού. Αλλά το κλίμα αυτό δεν μπορεί να το ανατρέψει η κυβέρνηση. Έχει παγιωθεί η αρνητική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας απέναντί της.

Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και στα χωριά ακριτικών νομών της χώρας όπου ζουν δίγλωσσοι Έλληνες δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση στη λύση που συμφώνησε η κυβέρνηση. Αντιθέτως, θα λέγαμε. Οι αντιδράσεις τους ήταν αρνητικές.

Ο ελληνικός λαός βρίσκεται ακόμη μια φορά σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Οι κυβερνητικές πολιτικές είναι καταστροφικές για τη χώρα, και η αντιπολίτευση δεν του δίνει καμιά σοβαρή ελπίδα. Αυτή είναι η κατάντια ενός πολιτικού συστήματος που όχι μόνο δεν φροντίζει την αναπαραγωγή του αλλά υπονομεύει και όποιο πρόσωπο η ομάδα ανθρώπων έχει κάτι να προτείνει.

Από αυτό το αδιέξοδο προσπαθούμε να βγούμε από τότε που δημιουργήθηκε σύγχρονο ελληνικό κράτος. Τίποτε δεν δείχνει πως μπορεί να αλλάξουμε τις συνήθειές μας και τη νοοτροπία μας ως κοινωνία.

pontos-news.gr

Can China Replace the U.S. in Europe?

0

A ChinaFile Conversation

The G7 debacle reminded Europeans the problems with relying on a fraying transatlantic partnership. Meanwhile, China has been playing a larger role on the continent, increasing its investment and its political influence. On July 6-7, Bulgaria held the 16+1 summit, a meeting between China and 16 Central and Eastern European nations. And on July 16-17, Beijing will host the annual EU-China summit. Should China play a bigger role for Europe? And how does that help or hurt European countries’ national interests, and the interest of Europe as a whole? —The Editors

Comments

As the transatlantic relationship has reached new lows in the modern era, and as China and the United States are bogged down in a trade war, Beijing has launched a charm offensive towards Europe. The first half of July saw an unprecedented density of high-level Sino-European interactions. Beijing held its annual 16+1 Summit with Eastern European countries in Sofia on July 7, but toned it down to calm suspicions of alleged Chinese attempts to divide the EU. At the Sino-German government consultations in Berlin on July 9, Prime Minister Li Keqiang flattered German Chancellor Angela Merkel and his government made a symbolic concession by letting Liu Xia, the widow of Nobel Peace laureate Liu Xiaobo who died in Chinese detention, emigrate to Germany.

The annual EU-China Summit will take place on July 17 and 18 in Beijing. On the heels of the sobering G7 and NATO summits, at which European leaders clashed with U.S. President Donald Trump, China will continue courting European countries as partners in defending the global “rules-based order.”

However, while European leaders seem eager to close ranks with other countries against the Trump administration’s “America First” approach, China would be a difficult partner. Despite Xi’s posturing as a defender of the liberal economic order, senior European officials agree with Washington that China’s commitment to WTO rules has been patchy. They are also aware that China would be no good match to discuss any potential post-WTO arrangement.

Although the release of new and—at first sight—less restrictive investment negative lists by China has contributed to greater good will among European business communities, calls for genuine reciprocity of market access for European and other foreign investors will continue to go unheard in Beijing. Rather tellingly, on her last visit to China in May, Merkel threatened new investment “constraints” for China in Europe unless it increasingly opens up its domestic market. In Brussels, there have been renewed efforts to create a EU-wide investment screening mechanism.

In the meantime, China’s blueprint for global economic integration, the Belt and Road Initiative (BRI), might have been received with initial enthusiasm by some European governments, and major European companies like ABB or Siemens, but the tide is turning. From an EU perspective, BRI continues to suffer from a lack of transparency, rules, and governance structures, as well as from a lack of opportunities for European businesses.

More importantly, many EU member states are concerned about China’s BRI-related engagement with Central and Eastern European (CEE) countries through the 16+1 format. China’s growing presence on NATO’s eastern flank might offer room for cooperation with the United States. The Trump administration’s recently presented strategy for Europe emphasizes the need to compete for positive influence in CEE.

Countries like France or Germany might be able to find some common ground with the United States in dealing with China. But on the bigger picture of upholding the rules-based global order, Europe seems better advised to chart a course of greater strategic autonomy.

Both the EU and China struggle to deal with the phenomenon of a U.S. administration apparently intent on destroying alliances and undermining the global trading order. This is a greater risk to the EU than to China, since European security, as well as prosperity, rests on a strong NATO and a united Europe. The financial crisis, continuing migration pressure, Donald Trump’s behavior, and an assertive Russia are undermining both. Trump’s breakfast rant to his NATO allies, with its string of untruths and inaccuracies, was just one more bizarre episode.

In some respects, this offers China an opportunity: Xi Jinping’s January 2017 Davos speech presented China as a reliable ally in a troubled world. But since then perceptions of China’s policy in Europe have been less positive.

18 months later, the European Chamber of Commerce in Beijing called on China to implement its overdue reforms and detailed the continuing barriers to trade, including “SOE domination, unfair technology transfers and a burdensome regulatory environment.” These are not the words of contented allies, and although few applaud Trump’s approach, the Europeans also need China to reform to be considered a good partner.

What does China want from Europe? Until Trump, China’s ambition was fixed on the U.S. The Kissinger question, “Who do I call to speak to Europe?” was frequently invoked. China seemed to find the EU too confusing to be a power, and, at the same time, a soft target for Chinese influence.

Hitherto, China has played divide-and-rule in the EU, as elsewhere: create a disruptive sphere of influence (16+1) and small-country dependency to contain any threat to Chinese interests. Hungary and Greece play the role of client states, blocking critical statements on human rights, for example.

But Trump’s behavior is forcing a reconfiguration: China is looking at the EU as a possible bulwark against the U.S.; at the same time, the EU has woken up to the negative aspects of the Chinese embrace.

In advance of next week’s EU-China summit in Beijing, China proposed an EU-China alliance against the U.S. on trade, a proposal Europe rejected. In April, 27 of the 28 EU ambassadors in Beijing (Hungary was the exception) signed a report highly critical of Xi’s Belt and Road Initiative, complaining that it “runs counter to the EU agenda for liberalizing trade and pushes the balance of power in favor of subsidized Chinese companies.” In Germany, China’s biggest EU trade partner, concern about China’s acquisition of advanced technology companies has fed wider considerations of security barriers to Chinese investment. This does not look like a close alliance.

The U.S.-EU alliance was built on shared values: democracy, human rights, robust trade partnerships, and the security of mutual defense. The EU is China’s biggest trade partner, but a closer alliance founders on the incompatibility of fundamental values. China may be an important partner, but becoming an ally is another story.

China is viewed in Greece through three different lenses, by three different types of stakeholders: the current government, the business elite, and the general public.

The Alexis Tsipras government, an opportunistic outfit of two unlikely bedfellows, came to power in January 2015. The wedlock of the radical left Syriza coalition and the right-wing Independent Greeks (Anel) is based on the anti-Western mood deeply entrenched in the country since 2010, when the fiscal crunch started and led to a drastic reconfiguration of the domestic political scene. After a strenuous and futile six-month negotiation with the country’s creditors and a highly divisive referendum, Tsipras led Greece to the edge of the abyss, looked into it, and was shocked by what he saw. Next, his spectacular about-face was marked not only by signing yet another bailout deal, but also by his change of course vis-à-vis China.

In mid-2016, Tsipras traveled to China days after the Greek parliament voted into a law the agreement on the takeover of the Piraeus Port Authority by the Chinese state-run conglomerate COSCO Shipping. Since then, the Syriza-Anel government has made a number of high-profile political gestures to Beijing, including support on the South China Sea dispute, and blocking the 2017 EU statement on human rights in China. In late June, Tsipras announced Greece intended to join the 16+1 platform in Central and Eastern Europe, though in the end this did not materialize at the July 6-7 Sofia summit.

Greek enterprises take a largely positive view of Chinese presence, in the hope that the influx of foreign investment capital would generate business opportunities. Long addicted to public procurement contracts, which have now come down to a trickle, and strangled by the capital controls in place since July 2015, most Greek businesses are in a tight spot, and many have in fact shut down and others have migrated to nearby Bulgaria and Cyprus. The few remaining Greek corporations are either loss-making public enterprises, which are now up for grabs through privatization schemes, or private businesses desperately looking for finance. The Copelouzos group is a case in point: it has struck deals with Shenhua and the China Energy Investment Corporation, and the emerging consortia are reportedly eyeing assets of the Public Power Corporation of Greece.

The general public is confused. While surveys show that Greeks are no fans of the Chinese type of democracy or lifestyle and do not think highly of the quality of Chinese products, the vast majority (up to 88 percent) favor closer Sino-Greek cooperation. An upcoming report from an Athens-based think tank, the Institute of International Economic Relations, points out that the single biggest reason behind this contradiction is the quest for powerful allies as alternatives to the EU, due to bitterness and a profound anti-European sentiment in Greek society since 2010. It is this void that China is stepping into.

Not particularly romantic, but an explicable foundation for the ongoing Sino-Greek romance.

The task of guiding EU-China relations just seems to be getting more and more complicated. Interactions between the two economies themselves have become less complementary, creating new challenges in managing a greater degree of competition than in the past. In particular, European companies in China are feeling the pressures, compounded by lower levels of market opening than hoped for.

This could be changing as the Chinese government’s opening of the economy shifts up a gear. And there is still plenty of organic space for growth in trade and investment levels: in spite of the angst about Chinese investment in Europe, stocks of FDI in both directions remain low compared to the size of their economies or to similar investment relations with the U.S.

But as the editors of this ChinaFile Conversation point out, EU-China relations do not exist in a vacuum. Washington’s current approach to both the EU and China has created serious tensions over the substance and process of trade and investment relations with the U.S. This does not mean, though, that there is a simple coincidence of interests between Brussels and Beijing. While Europeans generally fume at the U.S. administration’s methods, there is some sympathy with the goals of trying to force China into a more accommodating economic stance, though Europeans too sometimes risk falling into the zero-sum thinking prevalent in the U.S. about economic and commercial ties. There should be more confidence from Europe in its firms’ strengths, and a willingness to increase cooperation with China where this can boost both economies.

However, the history of EU-China relations shows that even when interests coincide, cooperation is not easy. Politics hangs over the relationship, in particular on the European side, where unease about China’s political system acts as an impediment to closer ties. In spite of everything going on in the U.S., for the moment at least, institutional (rather than political) cooperation with the U.S. remains easier than that with China.

What happens if U.S.-China ties sour further? Life would become increasingly difficult for those who need to have good relations with both. Europe is rather on the back foot here, but should be more vocal about the negative impact of current U.S.-China tensions, and proactive in promoting multilateral global governance (as recent discussions about WTO reform have suggested).

In the short term, Europeans should be looking for silver linings in U.S.-China tensions in their negotiations with Beijing. Now is a good time for the EU and China to find some common ground and push the relationship forward.

Trump’s irreverence for U.S. allies in Europe could lead to the conclusion that the Europeans are now tempted to turn to China. That was the media reaction following German Chancellor Angela Merkel’s recent meeting with Chinese Premier Li Keqiang, where they talked about joint defense of free trade—a clear reference to Trump’s tariff trade war, which both China and the EU view as damaging. Add to that the growing Chinese influence among smaller European countries; for example Hungary and Greece, both major beneficiaries of Chinese financing and investments, have refused to sign EU statements criticizing China’s human rights record and actions in the South China Sea.

Even with that backdrop, the idea that the EU is turning towards China and away from the U.S. seems premature. In many European countries, there is simultaneously a growing dissatisfaction with China and its authoritarian turn under Chairman Xi Jinping—including on human rights—and its increasingly mercantilist policies.

The globalization platform which China and the EU agree on is shallow. It has token references to the WTO, trade, and climate change. In other areas, European countries are worried that China undermines established international rules. Both France and the UK are worried about China’s undermining of the Law of the Sea in the South China Sea, and are undertaking their own freedom of navigation operations to counter it. And during the 2017 EU-China summit, EU President Donald Tusk criticized China for its treatment of Uighurs. In her recent meeting, Merkel also pushed Li hard on market access for German and European companies. She told Li that the EU is introducing investment screening measures likely to pass soon. Such measures could be the legal underpinning for scrutiny of Chinese state-owned companies’ investments in Europe based on national security concerns.

Trump’s blunt trade attack on the EU has, so far, undermined working together to address these issues in a transatlantic setting. Yet the U.S. and EU share a growing dissatisfaction with China, especially regarding trade issues. It is not too late to demand a settlement on trade between the EU and the U.S. as a first step.

The choice of July 6-7—one week before the official EU-China summit—for hosting the 16+1 summit in Sofia is evidence of China trying to be once again the uninvited guest of the EU’s China policy. The 16+1 is a group China created to engage multilaterally (and especially bilaterally) with these countries, of which 11 are EU members, and five non-members/candidate countries. Bulgaria, which is trying to be a key destination for China’s Belt and Road Initiative, risked the ire of the EU by hosting the 16+1 in Sofia. EU officials were not amused when they found out that this meeting was taking place one week before the Beijing summit.

Bearing in mind the unfortunate outcome of the spring 2017 EU-China summit, where the two parties were not able to agree on climate, Beijing wants this time to be able to claim victory. This year, despite the 16+1, relations are off to a better start: Vice Premier Liu He and European Commission Vice-President Jyrki Katainen agreed in June on a partnership to refresh the WTO and oppose growing U.S. unilateralism and protectionism, in order to counter Donald Trump’s tariffs policy, aimed at both the EU and China. The Trump factor is indeed important in a possible rapprochementbetween Brussels and Beijing.

But let’s not be unrealistic: Besides climate change, where they will probably find a compromise, their positions on issues like trade and investment remain firm. Most Europeans remain adamant that China needs to open its market in a reciprocal manner to European companies. Europe (including the U.K.) has also clearly expressed its preference for a continuation of a rules-based international order, including in areas where Chinese companies are investing heavily. Finally, the three M’s (Merkel, May, Macron) have all insisted that the Belt and Road Initiative stays in line with Europe’s own interconnectivity plans, which will be announced in the fall.

Overall, there are signs that the Chinese leadership (which is no longer insisting on a recognition of its market economy status by the EU) is willing to engage more with Europe as the Sino-American relationship continues to deteriorate under the Trump administration. The early July finalization of an EU-Japan trade agreement is another message for China to start opening its economy further.

http://www.chinafile.com/conversation/can-china-replace-us-europe

Η συμφωνία πΓΔΜ – Ελλάδας και ο ρωσικός δάκτυλος

1

stratfor/euro2day.grΗ προσπάθεια της Μόσχας να κρατήσει εκτός ΝΑΤΟ τα Βαλκάνια και οι κατηγορίες που εκτοξεύουν Σκόπια και Αθήνα. Πώς διαμορφώνεται το γεωπολιτικό κουβάρι στην περιοχή και ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα.

Το κοινοβούλιο στα Σκόπια ενέκρινε τη συμφωνία και θα γίνει δημοψήφισμα Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο. Ο πρωθυπουργός Ζόραν Ζάεφ έχει συνδέσει το πολιτικό του μέλλον με αυτή, απειλώντας να παραιτηθεί αν καταψηφιστεί στο δημοψήφισμα. Ενώ δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας είναι υπέρ της ένταξης σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, παραμένουν διχασμένοι στο θέμα του ονόματος, κάτι που υπονοεί ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Επιπλέον η αντιπολίτευση, το VMRO-DPMNE επιτίθεται σφοδρά στη συμφωνία.Η πολιτική κατάσταση είναι περίπλοκη και στην Ελλάδα. Το κοινοβούλιο θα αποφασίσει για τη συμφωνία τους επόμενους μήνες, σε μια ψηφοφορία που θα κρίνει το μέλλον της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Όπως στην πΓΔΜ, η αξιωματική αντιπολίτευση εξέφρασε την αντίθεσή της στη συμφωνία για την αλλαγή ονόματος, υποστηρίζοντας ότι δεν βάζει τέλος σε πιθανές διεκδικήσεις σε ελληνικά εδάφη. Επιπλέον ο κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκε κατά της συμφωνίας. Αν οι ΑΝΕΛ φύγουν από την κυβέρνηση διαμαρτυρόμενοι για τη συμφωνία, θα μπορούσαν να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές.

Μετά απ’ όλα αυτά υπάρχει και ο ρωσικός παράγοντας. Οι βαλκανικές χώρες έχουν στο παρελθόν κατηγορήσει τη Ρωσία ότι προσπαθεί να υπονομεύσει την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Η Μόσχα αντέτεινε ότι η ένταξή τους στον Οργανισμό θέτει σε κίνδυνο τη γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή. Στα τέλη του 2016, το Μαυροβούνιο κατηγόρησε τη Ρωσία ότι προσπαθεί να οργανώσει πραξικόπημα για να το αποτρέψει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, αν και η χώρα πράγματι εντάχθηκε στις αρχές του 2017.

Η πΓΔΜ βλέπει τη συμφωνία στο ονοματολογικό και την ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ ως βασικά συστατικά της στρατηγικής της για να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τους γείτονες και να γίνει περισσότερο ελκυστικός παίκτης στη διεθνή αρένα. Συνεπώς, η κατάρρευση της συμφωνίας με την Ελλάδα θα ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος να αποτραπεί η ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ. Πράγματι, ο Ζάεφ έχει κατηγορήσει τη Ρωσία ότι προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει τη χώρα του και υπονοεί ότι κρύβεται πίσω από τις πρόσφατες διαμαρτυρίες κατά της συμφωνίας.

Η Αθήνα προχωρά σε παρόμοιες κατηγορίες. Στις 6 Ιουλίου, η κυβέρνηση απέλασε δύο Ρώσους διπλωμάτες και απαγόρευσε την είσοδο σε δύο άλλους. Σύμφωνα με ελληνικά ΜΜΕ, πιστεύει ότι οι Ρώσοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν τη συμφωνία, διοργάνωσαν συλλαλητήρια στη Βόρεια Ελλάδα και επιχείρησαν να βαθύνουν τους δεσμούς τους με εθνικιστικές οργανώσεις και επιχειρηματικούς ηγέτες της χώρας.

Οι διπλωματικές τριβές μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας είναι αξιοσημείωτες καθώς οι δύο χώρες έχουν παραδοσιακά στενούς δεσμούς, σε βαθμό που η Αθήνα απείλησε παλαιότερα με βέτο στις κυρώσεις κατά της Μόσχας. Σύμφωνα όμως με πηγές της Stratfor στην Ελλάδα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν «ψυχρανθεί» τους τελευταίους μήνες καθώς βελτιώθηκαν οι σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ. Οι τριβές δεν σημαίνει ότι οι διμερείς σχέσεις Αθήνας-Μόσχας έχουν χειροτερέψει, αλλά υποδηλώνουν ότι διέρχονται περίοδο αστάθειας.

Η ανακοίνωση του περασμένου μήνα της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας – πΓΔΜ να θάψουν το τσεκούρι του πολέμου αναφορικά με το όνομα, ανοίγει τον δρόμο ώστε η τελευταία να προχωρήσει σε μεγαλύτερη ενσωμάτωση με τη Δύση. Όμως επιπρόσθετα των αντιδράσεων στις δύο χώρες, «τρίτοι παίκτες» ίσως περιπλέξουν τις προσπάθειες να λυθεί η 25ετής διαφορά.

 

Η Ευρώπη στα τρία, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ σε κρίση – Δραματικές αλλαγές

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

(Φωτ.: TheAndrasBarta / pixabay.com)

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ τελείωσε και όλοι έφυγαν με την ψευδαίσθηση ότι παρά τις εντάσεις, η Συμμαχία εξέρχεται πιο ενισχυμένη μετά τη συνάντηση. Ουδέν αναληθέστερον. Το NATO αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση διέρχονται βαθύτατη κρίση που θα οδηγήσει σε νέα δομή τη γηραιά ήπειρο με τρεις διαφορετικές ομάδες χωρών να συνασπίζονται μεταξύ τους.

Η σχέση που θα τις συνδέει είναι άδηλη.

Η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών CIA και το γνωστό και μη εξαιρετέο Stratfor έχουν προβλέψει μεγάλες αλλαγές στο ευρωπαϊκό έδαφος, σύμφωνα με την εφημερίδα Večernje Novosti που εδρεύει στο Βελιγράδι. Συγκεκριμένα, η CIA θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος θα διαμορφωθεί, στο εγγύς μέλλον, αρκετά διαφορετικά από ό,τι είναι σήμερα και θα χωριστεί σε τρία μέρη: «νέα», «παλιά» και «ορθόδοξη (χριστιανική)» – και η Σερβία θα είναι μέρος της τρίτης. Ταυτόχρονα, το Stratfor προβλέπει επίσης μεγάλες αλλαγές: την ενίσχυση της Πολωνίας και της Ρουμανίας μέσω μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης με τις ΗΠΑ, την άνοδο της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης και τη μείωση της επιρροής της Γερμανίας.

Σύμφωνα με τη CIA, μέχρι το 2020 θα υπάρξει ένα Δυτικό μπλοκ, η «Παλιά Ευρώπη», που θα αποτελείται από τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αυστρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, τη Σουηδία, η «Νέα Ευρώπη» που θα περιλαμβάνει τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Εσθονία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και την Κροατία –οι περισσότερες πρώην χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας– που θα αποτελούσαν τώρα τον κύριο στρατιωτικό προμαχώνα της Αμερικής στην Ευρώπη.

Πριν από μια δεκαετία η CIA επίσης προέβλεπε ότι η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει μια μεγάλη κρίση, καθιστώντας δύσκολη την ένταξη των βαλκανικών κρατών στην ΕΕ. Για το λόγο αυτόν, σύμφωνα με την πρόβλεψη, η Σερβία μαζί με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη «Μακεδονία» και τη Ρουμανία θα αποτελούσαν την «Ορθόδοξη Ομάδα» – η οποία θα περιλάμβανε επίσης τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και την Αλβανία, καθώς και το Κοσσυφοπέδιο, το οποίο αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή οντότητα.

Σύμφωνα πάντα με την πρόβλεψη της CIA, στην «Καθολική Ζώνη» οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης θα ήταν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αναταραχή που άρχισε το 2008 έπληξε την ενότητα της Ευρώπης, και το Stratfor προέβλεπε ότι εάν η Ένωση επιβίωνε, θα δυσκολευόταν να αποκαταστήσει αυτήν την ενότητα και θα λειτουργούσε με μια πιο περιορισμένη και κατακερματισμένη μορφή.

«Ο αριθμός των εθνικών κρατών είναι πιθανό να αυξηθεί μέσω των αποσχιστικών κινημάτων ή των χωρών που διαλύονται», ανέφερε το Stratfor σε προβολή της Ευρώπης μέχρι το 2025.

Αυτές οι προβλέψεις πριν από μια δεκαετία, ότι οι σχέσεις εντός της Ευρώπης θα ήταν πολύ απρόβλεπτες και ασταθείς, έχουν ήδη γίνει πραγματικότητα και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία της ζώνης ελεύθερου εμπορίου να λειτουργήσει χωρίς μεγαλύτερο προστατευτισμό. Κάτι που αναμένεται να πλήξει ιδιαίτερα τη Γερμανία, ενώ η Πολωνία θα αυξήσει την περιφερειακή της ισχύ. Τονίζεται ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας η Τουρκία θα ανέλθει στο επίπεδο μιας σημαντικής περιφερειακής δύναμης, ως κύριος αντίπαλος του Ιράν.

Η οικονομική ύφεση της Ευρώπης οφείλεται επίσης στη γήρανση της ηπείρου, η οποία, όπως προβλέπεται από τη CIA, επηρεάζει όχι μόνο την απώλεια της ισχύος της ΕΕ ως παγκόσμιου παράγοντα, αλλά και την τύχη του ΝΑΤΟ και γενικά των παλαιών στρατιωτικών συμμαχιών.

Από καιρό αναγνωρίζεται ότι η εικόνα της Ευρώπης μεταβάλλεται δραματικά μέσω των μεταναστεύσεων, ιδίως από τις μουσουλμανικές χώρες.

Πριν από μια δεκαετία η CIA προέβλεπε ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός στην Ευρώπη θα έφτανε από το 22% στο 37% μέχρι το 2025, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω την ένταση στην ήπειρο.

Η CIA προέβλεπε επίσης ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη θα είναι «δραματικά διαφορετικές» έως το 2020 – κάτι που προφανώς προωθεί το νέο αφεντικό του Λευκού Οίκου Ντόναλντ Τραμπ. Αυτό, όπως προβλεπόταν, θα οδηγήσει σε απόκλιση από τα θεσμικά όργανα που έχουμε συνηθίσει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να αποδυναμωθεί και να αντικατασταθεί από μια διαφορετική ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.

  • Mε πληροφορίες από τη σερβική εφημερίδα Večernje Novosti / Επιμέλεια: Παντελής Σαββίδης.
  • pontos-news.gr

Κύριε Πρωθυπουργέ, ήρθε η ώρα της ΑΟΖ της Ελλάδας: Ακολουθείστε το παράδειγμα του Ισραήλ

1

Tου Θεόδωρου Καρυώτη JULY 13, 2018

File Photo: A Greek national flag flutters as Flora Chalari, 52, takes a picture of the Greek Navy warship ‘Prometheus’ from the top of the capital of Anafi, during a mission of military medical staff organised by the Hellenic Navy, on the Greek island of Anafi in the Aegean sea, Greece. EPA, YANNIS KOLESIDIS

Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στην συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στις Βρυξέλλες, μετά την Σύνοδο του ΝΑΤΟ την Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018, έδωσε την παρακάτω απάντηση σε ερώτηση Έλληνα δημοσιογράφου σχετικά με την Αλβανία:

«Είναι πολύ ουσιαστική δουλειά ανάμεσα στα δυο υπουργεία εξωτερικών, στους δυο υπουργούς εξωτερικών, σε μια σειρά από θέματα που επίσημα βαραίνουν τις σχέσεις των δύο χωρών δεκαετίες και είμαστε πάρα πολύ κοντά σε μια λύση που αφορά στην οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, μια λύση που δίνει σημαντικά πλεονεκτήματα στην ελληνική πλευρά. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες αλλά κυρίως ανοίγει τον δρόμο της σταδιακής οριοθέτησης της ΑΟΖ μας, τουλάχιστον ξεκινώντας από τα δυτικά για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε και με τις άλλες χώρες.»

Ήταν η πιο σημαντική δήλωση Έλληνα Πρωθυπουργού, για την ΑΟΖ, από την ημέρα που υπεγράφη η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) το 1982.

Ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε το στίγμα των επόμενων κινήσεων της κυβέρνησής του. Αποφάσισε, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ισραήλ, να οριοθετήσει και όχι να ανακηρύξει ΑΟΖ, ξεπερνώντας έτσι το εμπόδιο του φοβικού συνδρόμου. Το Ισραήλ είναι το μοναδικό κράτος που έχει οριοθετήσει ΑΟΖ χωρίς πρώτα να την ανακηρύξει.

Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν έχει κάποιο Άρθρο που να προβλέπει αυτή τη θέση. Αλλά έχει γραφτεί ότι: «Η δικαιοδοσία στην ΑΟΖ μπορεί μόνο να εξασκηθεί με το όρο ότι έχει προηγουμένως δημιουργηθεί με βάση τους νόμους το παράκτιου κράτους . Αυτός ο όρος, αναφορικά με την δημιουργία της, είναι απολύτως αναγκαίος. Χωρίς αυτόν, το παράκτιο κράτος δεν διαθέτει ΑΟΖ (Διαθέτει βέβαια πάντα υφαλοκρηπίδα).»1 Η απόφαση όμως του Ισραήλ να οριοθετήσει και όχι να ανακηρύξει ΑΟΖ έγινε αποδεκτή από την παγκόσμια κοινότητα και επομένως αποτελεί ένα προηγούμενο που μπορεί και η Ελλάδα να ακολουθήσει.

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΑΟΖ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Ο παραπάνω χάρτης δείχνει ότι στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να γίνουν αρκετές οριοθετήσεις ΑΟΖ από 9 κράτη, αλλά μέχρι στιγμής έχουν γίνει μόνο τρεις. Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο και η οριοθέτηση ΑΟΖ ανάμεσα στην Κύπρο, στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ.

Η Ελλάδα πρέπει να κάνει 6 οριοθετήσεις ΑΟΖ μια και διαθέτει θαλάσσια σύνορα με 6 κράτη. Έτσι, αν καταλάβαμε καλά την δήλωση του πρωθυπουργού, η Ελλάδα θα οριοθετήσει πρώτα την ΑΟΖ της με την Αλβανία και πηγαίνοντας από δυτικά προς ανατολικά θα ακολουθήσουν οι οριοθετήσεις με την Ιταλία (έχουμε μόνο υφαλοκρηπίδα), την Λιβύη, την Αίγυπτο, την Κύπρο και τελευταία την Τουρκία.

Βέβαια, ο πρωθυπουργός ανέφερε στην συνέντευξή του ότι είναι «μια λύση που δίνει σημαντικά πλεονεκτήματα στην ελληνική πλευρά». Αυτό, βέβαια, θα φανεί όταν αυτή η συμφωνία θα έρθει στην δημοσιότητα και θα συγκρίνουμε την συμφωνία του Νίκου Κοτζιά με αυτή της Ντόρας Μπακογιάννη το 2009. Διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι μια ευφυής κίνηση της «πρώτης φοράς αριστεράς», που επιχειρεί να μοιάσει στους Ισραηλινούς που δεν έχουν ψηφίσει και ούτε έχουν επικυρώσει την UNCLOS, αλλά ακολουθούν πιστά τις διατάξεις της.

Θεόδωρος Καρυώτης, Η ΑΟΖ της Ελλάδας, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2014, σελ. 78.

Πηγή: Κύριε Πρωθυπουργέ, ήρθε η ώρα της ΑΟΖ της Ελλάδας: Ακολουθείστε το παράδειγμα του Ισραήλ https://hellasjournal.com/2018/07/kyrie-prothypoyrge-irthe-i-ora-tis-aoz-tis-elladas-akoloytheiste-to-paradeigma-toy-israil/

Αμεση Ανάλυση: Γιατί μας έκοψαν τη δόση

0

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

Τα 28 εκατ. ευρώ που κοστίζει στον προϋπολογισμό η αναστολή της αύξησης του ΦΠΑ σε πέντε επιβαρυμένα από το μεταναστευτικό νησιά του Αιγαίου είναι αστείο ποσό, ακόμη και για τη χρεοκοπημένη Ελλάδα. Είναι, ούτως ή άλλως, δημοσιονομικά αδιάφορο, πολλώ δε μάλλον όταν ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα υπερκεράστηκε κατά 4 δισ. ευρώ πέρυσι και κατά πάσα πιθανότητα θα ξεπεραστεί και φέτος.

Οι Γερμανοί, παρά την σχεδόν αρρωστημένη προσήλωσή τους στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση δεν θα ασχολούντο με μια δαπάνη 28 εκατ. ευρώ, ακόμη κι αν αφορούσε τα πλακάκια στις τουαλέτες του νέου αεροδρομίου του Βερολίνου, το οποίο με αρχικό προϋπολογισμό 2,5 δισ. και προγραμματισμένη έναρξη λειτουργίας το 2012, έχει κοστίσει ήδη 6,5 δισ. και είναι ακόμη γιαπί.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε στολίσει τους Γερμανούς με διάφορους χαρακτηρισμούς, άλλες φορές δικαίως, τις περισσότερες αδίκως. Νομίζω πως οι Γερμανοί είναι κυρίως πρακτικοί άνθρωποι. Βρήκαν, δηλαδή, την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν στην κυβέρνηση πως η εποχή που θα αποφασίζει μόνη της ακόμη και για μια αστεία εφάπαξ δαπάνη 28 εκατ. ευρώ είναι ακόμη μακριά. Κι αν αυτό ισχύει για 28 εκατ. είναι προφανές πως ισχύει για δαπάνες 2 δισ. ετησίως, όπως είναι για παράδειγμα οι συμφωνημένες περικοπές στις συντάξεις.

Στην πραγματικότητα ούτε και τα 2 δισ. τους πολυνοιάζουν. Είπαμε, είναι πρακτικοί άνθρωποι. Για παράδειγμα, αφού είδαν ότι δεν μπορούν να ολοκληρώσουν εντός χρονοδιαγράμματος το ακριβοπληρωμένο γιαπί του Βερολίνου για να προσγειώνονται αεροπλάνα, το νοικιάζουν στην Volkswagen για να παρκάρει αυτοκίνητα.

Αυτό που θέλουν οι Γερμανοί είναι να μην τους χτυπήσουμε πάλι την πόρτα σε δυο – τρία χρόνια για να τους ζητήσουμε δανεικά. Προφανώς άκουσαν τον πρωθυπουργό να λέει ότι από τις 21 Αυγούστου θα ανακτήσουμε τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου και την υπουργό Εργασίας να δηλώνει πως μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, στις 20 Αυγούστου, η κυβέρνηση θα εξετάσει τα δεδομένα και θα προβεί στις απαραίτητες κινήσεις όσον αφορά στο θέμα των συντάξεων. Είδαν και τις χαρές που έκαναν οι δικοί μας όταν ο Μοσκοβισί είπε πως οι δεσμεύσεις δεν είναι άκαμπτες και υπάρχει ευελιξία

Κατάλαβαν πως είμαστε έτοιμοι για το ξήλωμα του πουλόβερ και επειδή είναι πρακτικοί άνθρωποι κινήθηκαν προληπτικά. Μας έκοψαν τον αέρα μόλις αρχίσαμε να ψάχνουμε την κλωστή.

Προφανώς, θα βρούμε εύκολα 28 εκατ. ευρώ ισοδύναμα και η 6μηνη αναστολή της αύξησης του ΦΠΑ θα ισχύσει. Επίσης, θα πάρουμε τη δόση των 15 δισ. γιατί τα περισσότερα θα πάνε στο αποθεματικό για την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών μας. Χωρίς αυτά θα τους χτυπήσουμε την πόρτα σε δύο – τρεις μήνες, όχι σε δυο τρία χρόνια. Κι οι Γερμανοί δεν το θέλουν. Είπαμε, είναι πρακτικοί άνθρωποι. Σε αντίθεση με μας.

Παίρνουμε στα σοβαρά όσα λέει ο Μοσκοβισί, που η επιρροή του στα κέντρα λήψης των αποφάσεων για την Ελλάδα είναι όση η επιρροή της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Θεωρούμε πως όταν η Μέρκελ απαντάει σε κάποιο αίτημα του Τσίπρα, του Παπανδρέου ή του Σαμαρά «καλά, θα το δούμε» συμφώνησε κιόλας.

Και νομίζουμε πως επειδή από τις 21 Αυγούστου η Ευρωζώνη μας κόβει τα δανεικά, επιστρέφουμε στην κανονικότητα, πως αφού η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τους ευσεβείς πόθους μας, το πρόβλημα το έχει η πραγματικότητα κι όχι εμείς.

kathimerini.gr

Γιατί πανηγυρίζουν οι Τούρκοι στη Θράκη

0

Κώστας Καραΐσκος

Όταν προ λίγων ετών διαφαινόταν μία θετική εξέλιξη στο Κουρδικό ζήτημα, πολλοί ήταν αυτοί που προέβλεπαν ελληνική «αποζημίωση» της θιγόμενης από τις εξελίξεις Τουρκίας. Το υπονοούμενο ήταν πως οι ΗΠΑ, παρά την προώθηση ενός κουρδικού κράτους, θα κρατήσουν την Τουρκία στους κόλπους του ΝΑΤΟ παρέχοντάς της ένα αντίδωρο στο Αιγαίο ή στη Θράκη. Τότε ηχούσε πολύ ευφάνταστο αυτό το σενάριο, όμως δυστυχώς βλέπουμε σήμερα να υλοποιείται από την Κυβέρνηση Κοτζιά – Τσίπρα, παρότι το κουρδικό του μέρος πάει στις καλένδες.

Τι έχουμε λοιπόν σε εξέλιξη στην ελληνική Θράκη από διετίας, που ενθουσιάζει εσχάτως τους τουρκόφρονες της περιοχής; Αφορμή ήταν η συνάντηση στο υπουργείο Παιδείας των Γαβρόγλου – Καλπαδάκη με τον μουφτή Ξάνθης Μεχμέτ Σινίκογλου στις 4 Ιουλίοου, όπου ζητήθηκε από τον τελευταίο να τους αδειάσει τη γωνιά πριν τη λήξη της θητείας του (2022).

Το αίτημα αφορά και τον μουφτή Κομοτηνής, Μέτσο Τζεμαλή, του οποίου επίσης η κλήση στην Αθήνα έγινε ήδη τον περασμένο Μάιο. Ας δούμε τους τελευταίους τίτλους των τουρκόφωνων εφημερίδων σε Κομοτηνή και Ξάνθη, οι οποίες εκφράζουν απολύτως τα τουρκικά συμφέροντα: «Ζητείται η παραίτηση των ανεπιθύμητων μουφτήδων» είναι ο τίτλος της εθνικιστικής, «γκριζόλυκης» ΜΙΛΛΕΤ που πανηγυρίζει γράφοντας ότι δικαιώνεται, ενώ και η πιο καθεστωτική ΓΚΙΟΥΝΤΕΜ γράφει πιο ουδέτερα για το ίδιο θέμα ότι «ζητήθηκε η παραίτηση του διορισμένου μουφτή».

Με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ Ιμπραχήμ αλ Τσαφαρί .

Η ελληνική κυβέρνηση λοιπόν καλεί σε παραίτηση τους μουφτήδες της Θράκης και πασχίζει να εξωπετάξει τις Διαχειριστικές Επιτροπές Μουσουλμανικής Περιουσίας που η ίδια είχε διορίσει, πιέζοντας με διάφορους τρόπους (οικονομικούς, δικαστικούς κτλ).

Κι αυτό δεν γίνεται ούτε για να τους αντικαταστήσει με κάποια πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής ούτε για να εξυπηρετήσει κάποιο ευρύτερα νοούμενο εθνικό συμφέρον, παρά μόνο για να αποδεχθεί ένα πάγιο τούρκικο αίτημα προχωρώντας σε …εκλογές για τις ίδιες θέσεις!

Το μαγειρεύει το υπουργείο Παιδείας από πολύ καιρό (δήθεν με ένα ελεγχόμενο εκλεκτορικό σώμα), το είχε μισοπεί ο ίδιος ο Τσίπρας και τώρα το ξεφουρνίζει ευθέως δια στόματος Καλπαδάκη. Του συζύγου της κ. Feyza, όπως μάλλον γνωρίζετε, αλλά μην πάει στο κακό ο νους σας. Μην απορείτε. Εξάλλου δεν έχετε ακούσει για Ρωσίδα διπλωμάτη που είναι σύζυγος συμβούλου του Αμερικανού προέδρου; Για Παλαιστίνια διπλωμάτη σύζυγο συμβούλου του Νετανιάχου; Μπορεί μέσα στην πλήρη κυβερνητική άγνοια των δεδομένων κάποιοι και να το πιστεύουν, φαντάζομαι πως και η πρεσβεία θα έχει κάποια σχετικά επιχειρήματα. Ας δούμε όμως λίγα στοιχεία για να αντιληφθούμε τι θα σημάνει αυτό για την πατρίδα μας.

Το παράλληλο σύστημα της Άγκυρας

Με τον μεγάλο Αγιατολλάχ των Σιιτών.

Η μειονότητα αναγνωρίζεται επισήμως από τη χώρα μας ως θρησκευτική, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης, λογικά λοιπόν εκπροσωπείται από τους θρησκευτικούς της ηγέτες. Γι’ αυτό και η σώφρων Τουρκία έχρισε τους Μετέ και Σερήφ «εκλεγμένους μουφτήδες», δημιουργώντας ένα παράλληλο σύστημα εν αναμονή. Κάθε σκέψη για οπισθοχώρηση στο συγκεκριμένο θέμα λοιπόν είναι εκχώρηση της μειονότητας στην Τουρκία, αυτό (πρέπει να) είναι ξεκάθαρο στον καθένα.

Οι δύο νυν μουφτήδες, Κομοτηνής και Ξάνθης, είναι μετά από δυόμιση δεκαετίες στις θέσεις τους πρόσωπα γνωστά και καθιερωμένα σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Ιδίως ο σοφολογιώτατος μουφτής Κομοτηνής, Μέτσο Τζεμαλή, τυγχάνει τιμής και σεβασμού που δεν μπορεί να φανταστεί οποιοσδήποτε από τους υπονομευτές του. Στις παρατιθέμενες φωτογραφίες φαίνονται κάποιες τελευταίες του διεθνείς παρουσίες.

25 Ιουνίου 2016. Συνάντηση με τον πρόεδρο της Παγκόσμιας Ισλαμικής Ένωσης στη Μέκκα και με τον διευθυντή των Μουσουλμανικών Μειονοτήτων της Παγκόσμιας Ισλαμικής Διάσκεψης στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας.

Και προ ημερών ο Μεγάλος Μουφτής της Αιγύπτου και πρόεδρος της Παγκόσμιας Γραμματείας Ισλαμικών Υποθέσεων προσκάλεσε τον κ. Μέτσο ως εισηγητή στο Συνέδριο που θα γίνει στο Κάιρο τον ερχόμενο Οκτώβριο.

Σε όλα αυτά τα ταξίδια οι μουφτήδες της Θράκης δίνουν συνεντεύξεις, συναντούν όχι μόνο θρησκευτικούς ηγέτες μα και υπουργούς, προεδρικούς συμβούλους κτλ, συχνά συνοδευόμενοι από τους κατά τόπους Έλληνες διπλωμάτες, εκθέτουν την πραγματική κατάσταση με την μειονότητα στη Θράκη και ευκαιρίας δοθείσης αναιρούν τους τουρκικούς σχεδιασμούς σε βάρος της Ελλάδος.

7-9 Μαϊου 2018. Συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κογκρέσο Μουσουλμανικών Μειονοτήτων στο Αμπού Ντάμπι. Στη φωτογραφία με τον μητροπολίτη Βυρηττού Ηλία.

Όπως για παράδειγμα προ διετίας που φρέναραν την χρηματοδότηση της Ισλαμικής Τράπεζας που είχαν αιτηθεί οι «ψευδομουφτήδες» Μετέ και Σερήφ με την μεσολάβηση της Τουρκίας.

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι γραμματέας στην 57μελή «Παγκόσμια Ισλαμική Διάσκεψη» ήταν για μια ολόκληρη δεκαετία (2004-2014) ο Τούρκος διπλωμάτης Εκμελεντίν Ιχσάνογλου και ο ίδιος Οργανισμός λειτουργεί από το 1980 στην Κωνσταντινούπολη το Ίδρυμα Ισλαμικού Πολιτισμού (IRCICA), όπου προεδρεύει ο Κομοτηναίος στην καταγωγή Χαλίτ Ερέν (η ελληνική υπηκοότητα του είχε αφαιρεθεί αλλά συνεχίζει να αλωνίζει στη Θράκη). Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι οι μουφτείες Κομοτηνής και Ξάνθης «απαγορεύεται» να χαθούν για την ελληνική πολιτεία.

Εθνικό έγκλημα

11 Μαρτίου 2017. Εισηγητής στο Παγκόσμιο Ισλαμικό Συνέδριο στο Κάιρο.

Στη μουφτεία Κομοτηνής, κόντρα στην κυβερνητική πολιτική, έχει ήδη αλλάξει άρδην το άλλοτε αρνητικό κλίμα, υπέρ της νομιμότητας και των ελληνικών συμφερόντων. Το ίδιο μπορεί να επιτευχθεί σιγά σιγά και στην Ξάνθη. Είναι όμως εθνικό έγκλημα να προωθούνται αλλαγές αυτή τη στιγμή στην κατεύθυνση είτε τουρκικών εκβιασμών είτε αμερικανικών υποδείξεων.

Όποιοι βαυκαλίζονται ότι θα μεταβάλουν την διαδικασία ανάδειξης σε μουφτείες και βακούφια, έτσι ώστε να συνεχίσουν να έχουν κάποιον έλεγχο, είτε απατούν είτε απατώνται. Αντιθέτως, θα περίμενε κανείς να υπογραφεί το επί χρόνια αναμενόμενο Προεδρικό Διάταγμα για το οργανόγραμμα των μουφτειών που θα τις καταστήσει κανονικές υπηρεσίες και θα θεραπεύσει πολύχρονες κακοδαιμονίες. Όμως για μιαν ακόμη φορά, μετά το μακεδονικό άγος, η κυβέρνηση θυμίζει τις χειρότερες μέρες του εθνικού βίου και η σιωπή της αντιπολίτευσης καθιστά το τοπίο έτι ζοφερότερο.

Γιατί πανηγυρίζουν οι Τούρκοι στη Θράκη