Αρχική Blog Σελίδα 2779

Τσίπρας: Ο πρώτος και ο τελευταίος «ηγέτης» της Αριστεράς

1

Toυ Βασίλη Φασούλα* Τετάρτη 08 Αυγούστου 2018, 00:02 liberal.gr

Η πρώτη περίπτωση ηγέτη στον παρδαλό χώρο της Αριστεράς υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας. Και αν το σκεφθούμε καλά, δεν ήταν ούτε μόνον συγκυρία, ούτε μόνον τύχη. Επικοινωνιακός, θρασύς, «χαμογελαστό παιδί της διπλανής πόρτας» που θα έπινες τσίπουρο μαζί του και θα μίλαγες χαλαρά από μπάλα, γυναίκες, μέχρι μόλυνση περιβάλλοντος. Επίσης ο καλός και πιστός στην highschool sweetheart γυναίκα του, γαμβρός και οικογενειάρχης, ένα όνειρο της μέσης Ελληνίδας μάνας.

Το ότι είναι διακεκηρυγμένα άθεος, ότι ουδέποτε ενυμφεύθη την σύντροφό του, ότι άδειασε στυγνά όσους τον ευεργέτησαν, ότι ουδέποτε είχε τις εθνικές ευαισθησίες του μέσου πολίτη, ότι ήταν και είναι κατ΄ ουσίαν αμόρφωτος και ανεκπαίδευτος, άσχετος εν τέλει, φαίνονταν απλές λεπτομέρειες στον μέσο Έλληνα. Ήταν το καλό παιδί και άτυχο παλικάρι. Γιατί οι κακοί ξένοι του έκαναν τον βίο αβίωτο. Επίσης αφού ο Τσίπρας τα κατάφερε, γιατί να μη τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε, οτιδήποτε και αν έχει παραλείψει να κάνει ή αδυνατεί να κάνει; Οι έσχατοι ήλθαν πρώτοι. Και μία θυμωμένη κοινωνία όπως η δική μας γουστάρει τον αυτοκαταστροφικό μηδενισμό και τους Τσίπρες που φέρει. Ή τουλάχιστον γούσταρε μέχρι σήμερα.

Πάντως η ανάδειξη ηγέτη στον χώρο της μετεμφυλιακής αριστεράς ήταν πάντοτε ένα εγγενώς δύσκολο ζήτημα, ώστε ο Τσίπρας να καταγραφεί για αυτούς ως ένα απρόσμενο «ευτύχημα».

Το ΚΚΕ πχ, μετά τον Ζαχαριάδη και την αιματοβαμμένη συντριβή των φαντασιώσεών του, σιωπηλά αλλά με συνέπεια πάταξε την προσωπολατρία. Σιγά σιγά έγινε ένα πλήρως αυτοαναφορικό, εσωστρεφές μόρφωμα, μια θρησκευτικού τύπου σέκτα. Η σέκτα αυτή όμως στην σύγχρονη εποχή και σε πολλές περιπτώσεις φέρει στοιχεία πραγματισμού σοκαριστικού για έναν «ορθόδοξο κομμουνιστή» . Από ουσιαστικά … φιλοευρωπαϊκό άδειασμα του Σύριζα στο δημοψήφισμα, μέχρι εθνικές θέσεις στο Μακεδονικό. Όλα τούτα επενδεδυμένα φυσικά με την κατάλληλη κόκκινη καταγγελτική σάλτσα για ξεκάρφωμα. Αλλά το ΚΚΕ δεν παύει να είναι αυτό που είναι. Και νομοτελειακά δεν αφορά κανένα δημοκράτη. Πλην όμως δεν προδίδει την πελατεία του. Όπως είχε πει σοφά ένας φίλος μου για το Κόμμα : « Φίλε το μαγαζί μου πουλάει ντομάτες, αν θες πατάτες πας αλλού». Εξ ου και θα επιβιώσει σχετικά ανεπηρέαστο.

Από την άλλη τα διάφορα μορφώματα της λοιπής «πολύχρωμης» και «πολύστροφης» αριστεράς δεν είχαν ποτέ τέτοιου είδους προβληματισμούς περί ηγετών. Άλλωστε λειτουργούσαν ως «παρέες» – δεξαμενές ουτοπικής σκέψεως, μια βερμπαλίζουσα έκθεση ιδεών κατάλληλη προς ναρκισσιστικά πολιτικά παραληρήματα, εκκεντρική κοινωνική ραθυμία και θέλξη καλλίπυγων κορασίδων εν μέσω πύρινου λόγου.

Κατά την μεταπολίτευση, ο συνδυασμός της καταστροφικής ενοχικότητας της Δεξιάς και της ψηφοθηρικής οπορτουνιστικής διάθεσης του Κέντρου, βοήθησε καθοριστικά το «απυρόβλητο» και την κρατική διείσδυση τέτοιων τύπων. Αντίθετα από τους ναζιστές, οι σκληροί σταλινιστές ήσαν «καλά αλλά ιδιόρρυθμα παιδιά», «στον κόσμο τους» και άλλα ωραία. Οι δε «τροτσκιστές» και λοιποί αριστεροί, ήσαν οι ρομαντικοί καβαλάρηδες ενός ωραίου κόσμου που η μικροαστικότητά μας δεν μας άφηνε να αγγίξομε.

Ανάμεσα σε ποίηση, λογοτεχνία, αφίσες μακρινών νοτιοαμερικανών επαναστατών, επιθετική μπουρδολογία με εσάνς γενικόλογης ευαισθησίας και ταυτόχρονο αντιπερισπασμό σοβαροφάνειας από σχετικά εχέφρονες όπως ο Φίλιππος Ηλιού και άλλοι, δομήθηκε μία ολόκληρη πνευματική τρομοκρατία εναντίον όσων δεν εθέλγοντο από τα κελεύσματά της.

Εφόσον η πνευματική τρομοκρατία ήταν γεγονός, θέμα χρόνου υπήρξε η πολιτική κατίσχυση. Και δοθείσης της ιστορικής ευκαιρίας επετεύχθη . Υπό αυτές τις συνθήκες η παλαιοπασοκικού τύπου ηγετοποίηση του Τσίπρα ήλθε σχεδόν φυσικά.

Σήμερα το γυαλί της ψυχικής σύνδεσης Τσίπρα και «μέσου ανθρώπου» διερράγη τόσο απότομα όπως απότομα είχε δομηθεί. Και μαζί έσπασε το απόστημα του αποκρουστικού απολυταρχικού προσώπου των ιδεολογιών που η ομάδα του ημιμαθώς πρεσβεύει. Η «μαγκιά» του αριστεροαναρχικού (με το τάπερ της μαμάς) αρχίζει και φθίνει και στην νέα γενιά.
Η Αριστερά για πρώτη φορά θα πρέπει να παράξει πολιτική και βάσει της πολιτικής Ηγέτη. Εναλλακτικές δεν υπάρχουν στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα της πολιτικής της συντριβής. Η Δούρου, η πασσιονάρα εναλλακτική του Τσίπρα, θα ασχοληθεί με την υπεράσπισή της. Οι λοιποί από λίγοι έως αντιπαθείς, εκτός αν «εξάγουν» ως «ηγέτιδα» την Αχτσιόγλου, μία καταστροφική επιλογή. Και εκεί κάπου αργά αλλά σταθερά σε ιστορικό χρόνο η καλή μας η Αριστερά, ως «πολιτική πρόταση», ουσιαστικά θα αποβιώσει. Στους καφενέδες φυσικά θα επιβιώσει. Μέχρις εκεί. Όπως κάθε παράλογο έργο. Πλήν άχρονου ΚΚΕ φυσικά…

Ήλθε η ώρα της πραγματικής πολιτικής . Επιτέλους. Και ας είναι αργά.

*Ο Βασίλης Φασούλας είναι Δικηγόρος, μέλος του Γ.Σ. της Δημοκρατικής Ευθύνης.
liberal.gr

Πρόθεση μεσολάβησης για τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς από τον υπουργό Άμυνας του Κατάρ

1

Το ενδιαφέρον του να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Ανδριανούπολη, εξέφρασε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας του Κατάρ Dr. Khalid bin Mohamed Al Attiyah που βρίσκεται σε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα.

Αυτό ανακοίνωσε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος, στις δηλώσεις, μετά την συνάντηση με τον ομόλογό του στο υπουργείο, δίνοντας έμφαση στις άριστες σχέσεις που έχει το Κατάρ με την Τουρκία και ευχαρίστησε δημόσια τον Αλ Ατιγιάχ.

“Το Κατάρ διαδραματίζει έναν σημαντικότατο ρόλο στον Κόλπο, στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, όχι μόνο στον τομέα της ενέργειας, αλλά και στους τομείς της ασφάλειας και της σταθερότητας.” είπε ο Πάνος Καμμένος.

https://hellasjournal.com

The New Sultan And The Crisis Of Modern Turkey

0
Tuesday, July 31, 2018

Image credit:

Poster Collection, Cairo Punch 0111, Hoover Institution Archives.

The failed coup of July 15, 2016 has irreversibly transformed Turkish politics. Although the coup attempt was thankfully thwarted, the path that Erdogan chose to take after the coup—using the state of emergency powers he was given to go specifically after coup plotters, to embark instead on a much broader campaign against all dissidents, many of whom possessed no ties to the coup in any form—highlights an unfortunate truth about the country: Turkey is in a deep crisis.

The country is polarized between supporters and opponents of Erdogan, who has won successive elections in Turkey since 2002 on a platform of right-wing populism. Erdogan has demonized and cracked down on electoral constituencies that are not likely to vote for him, a strategy that has dramatically worsened polarization in Turkey, which is now sharply split between pro- and anti-Erdogan camps: the former, a conservative and Turkish-nationalist right-wing coalition, believes that the country is paradise; the latter, a loose group of leftists, secularists, liberals, and Kurds, thinks that it lives in hell.

More alarmingly, terror groups such as the hard-leftist Kurdistan Workers’ Party (PKK) and the jihadist Islamic State in Iraq and Syria (ISIS) are taking advantage of this chasm in Turkey, adding bloodshed and sharpening the divide even further. Between summer 2015 and the end of 2016 alone, Turkey suffered 33 major ISIS and PKK terror attacks, which killed almost 550 people. To make things even worse, international actors, from the Assad regime in Damascus, which Ankara tried to oust during the Syrian civil war, to Russia and Iran, which support Assad, are eager to see Erdogan fall and Turkey spiral into chaos.

In short, Turkey is in crisis. Could it implode under such pressure? It certainly could, and, if it did, it would be nothing short of a disaster. Turkey occupies a crucial position—geographically and ideologically—between Europe, the Middle East, and Central Asia. It is the oldest democracy and largest economy between Italy and India; its implosion would plunge the world into chaos far greater in scale than that currently raging in Syria and Iraq.

But can Turkey walk away from such an unfortunate future? Any answer to this is impossible without a full understanding of Erdogan’s ascendancy and political aspirations. The Turkish president is one of the most influential statesmen of our time. He and the party he leads—at first de jure, currently de facto—have won five parliamentary elections, three sets of nationwide local elections, two presidential elections by popular vote, and two referenda between 2002 and early 2018.

But what will Erdogan’s enduring legacy be? Buried under all the criticism, his record has many positive elements, namely, his successful delivery of economic growth and improved living standards. This is Erdogan’s bright side. When Erdogan’s AKP came to power in 2002, Turkey was a country of mostly poor people; it is now a country of mostly middle-income citizens. Life has improved across the country, and citizens enjoy better infrastructure and services overall. In 2002, Turkey’s maternal mortality rate was roughly comparable to prewar Syria’s; now it is close to Spain’s. In other words, Turks used to live like Syrians, now they live like the Spaniards. This is why Erdogan remains wildly popular and wins elections, even though Turkey’s per capita income has inched up only incrementally since that “miracle” surge between 2002 and 2008.1 Going forward, the economy will be Erdogan’s Achilles heel. If Turkey continues to grow, Erdogan’s base will continue to support him.

In any case, and barring economic meltdown, Erdogan will go down in history as one of Turkey’s most memorable, effective, and influential leaders, likely ranking alongside Ataturk, who believed that the secular, Westernized political system he built in the twentieth century would never be torn down.

Secularism has been a hallmark of Ataturk’s reforms and legacy in Turkey. Ataturk, an officer in the Ottoman military, was a product of the late Ottoman Empire: he was decidedly secularist and pro-Western. His attempt at the radical Westernization and Europeanization of Turkey was his response to the collapse of the empire, dubbed the “sick man of Europe.” He believed that the Ottomans had failed because they had not secularized and Europeanized enough. If Turkey could become as powerful as the European countries of the day, which included many of the world’s great powers, then it might avoid the dark fate of the Ottoman Empire, which was dismembered by the European states at the end of World War I. Ataturk wanted to make Turkey completely European so it would become invincible again.

The theme of making Turkey great again would be picked up by later generations of Turkish leaders, most recently by Erdogan, whose recipe to this end would be to make the country a powerful Middle Eastern nation able to compete with the Europeans and other great powers.

The collapse of the Ottoman Empire continues to shape Turkey’s view of its place in the world, creating myths and goals that resonate in the Turkish psyche. Nations that were great empires never forget that fact, and they often have a malleable, exaggerated sense of their glory days, and a story about why they are no longer an empire—a combustible blend of pride in an idealized past, grievance over greatness lost or stolen, and readiness to be inspired (less flatteringly, vulnerability to manipulation) by effective politicians.

Having governed Turkey for 16 years, from 2002, Erdogan has amassed powers sufficient to undermine Ataturk’s legacy and, were they alive, make those original Kemalists question their absolute confidence in their system. He has dismantled Ataturk’s secularism in just over a decade and has done so with little mercy for his opponents. He has flooded the country’s political and education systems with rigidly conservative form of Islam and pivoted Turkey away from Europe and the West. This is—paradoxically—Erdogan’s “Ataturk” side. Of course, Erdogan does not share Ataturk’s values, just his methods. Just as Ataturk shaped Turkey in his own image following the collapse of the Ottoman Empire, Erdogan is shaping a new country, but one that sees itself as profoundly Islamist in politics and foreign policy—to make it a great power once again.

Erdogan is an anti-Ataturk “Ataturk.” Having grown up in secular Turkey and faced social exclusion at a young age due to his piety and conservative views, Erdogan is motivated by deep-rooted animosity toward Ataturk’s ways. And yet he has dismantled Ataturk’s system by using the very tools that the country’s founding elites provided him with: state institutions and top-down social engineering—both hallmarks of Ataturk’s reforms. Erdogan has used Ataturk’s means and methods to replace even Ataturk himself. The end product is that now Turkey discriminates against citizens who do not first and foremost identify themselves through Islam, more specifically conservative Sunni Islam, the branch to which Erdogan belongs.

However, Erdogan has a problem: whereas Ataturk came to power as a military general, Erdogan has a democratic mandate to govern. And what is more, Turkey is split almost down the middle between pro- and anti-Erdogan camps. Despite these facts, Erdogan desperately wants to change Turkey in his own image in the way that Ataturk did, and herein lies the crisis of modern Turkey: half of the country embraces Erdogan’s brand of politics, but the other half vehemently opposes it. So long as Turkey is genuinely democratic, Erdogan cannot complete his revolution.

This has given birth to Erdogan’s dark, illiberal side: in order to push forward with his platform of revolutionary change against a split society, he has subverted the country’s democracy. Exploiting his popularity, he has eroded democratic checks and balances, including the media and the courts. Instead of delivering more liberties for all, he has cracked down on his opponents and locked up dissidents, providing disproportionate freedoms for his conservative and Islamist base. Although he has won elections democratically, Erdogan has gradually become more autocratic, ensuring that the political playing field is uneven in order to prevent power from escaping his hands.

He has accomplished this by playing the “authoritarian underdog.” Building on his narrative of political martyrdom under the secularist system in the 1990s, Erdogan now portrays himself as a victim who is grudgingly forced to suppress those conspiring to undermine his authority. He has intimidated the media and the business community through politically motivated tax audits and by jailing dissidents, scholars, and journalists. And his police regularly crack down on peaceful opposition rallies. Accordingly, although Turkey’s elections continue to be free, they are increasingly not fair. Erdogan’s electoral strategy has created deeply entrenched polarization in Turkey: his conservative base, constituting about half of the country, has zealously rallied around him in his defense; the other half of the country, brutalized by Erdogan, holds a profound resentment for him. Increasingly, there is little common ground between these constituencies.

Yet, Erdogan wants to shape all of Turkey in his image. Erdogan’s personalization of power and domination of political and civil institutions has rendered Turkey politically brittle, in a state of permanent crisis. He has achieved enormous success in elections by demonizing and politically brutalizing various demographic groups that will not vote for him. When combined, these groups make up nearly half the Turkish electorate, and there are still plenty of enemies waiting for him to fall from power. Erdogan knows that his actions have left him with no graceful way to exit the scene. What’s more, when Erdogan does leave office—and one day he will—there will be few institutions left standing to keep the country together.

Turkey can exit its crisis only through a new constitution that provides broad freedoms for all citizens. Remember, the secularist system that created Erdogan was one that protected freedom from religion, but not freedom of religion. Erdogan has turned the tables. Moving forward, in order to make sure that the rights of both Turkey’s pious and secular halves are respected, the constitution will need to guarantee both forms of religious freedom. A new liberal charter would also allow Turkey to solve its Kurdish issue by guaranteeing broad rights for everyone, including the Kurds. If Turkey can make peace with its Kurds, then it can also make peace with the pro-PKK Kurds in northern Syria, a welcome development that would in turn endow Ankara with a cordon sanitaire against instability, jihadism, sectarian conflict, and civil war, all of which are likely to hail from Syria and threaten Turkey for decades.

If Erdogan shepherds in a new constitution that brings together the country’s disparate halves and opens the path for peace with the Kurds, he may leave behind a positive political legacy as well. Erdogan must recognize that the time for Ataturk-style revolutions—involving top-down social engineering in Turkey (or, for that matter, anywhere else)—has passed. The Turkey that Ataturk shaped in his own image in the 1920s was nearly 75 percent peasantry. Barely 11 percent of Turks were literate, and moreover many of these more educated people supported Ataturk’s agenda. Contemporary Turkey, which Erdogan hopes to shape in his own image, is 80 percent urban and 97 percent literate.

It is unlikely, and probably impossible, that Erdogan will be able to impose his vision of rigid conservative Islam on the whole of Turkish society, a mélange of social, political, ethnic, and religious groups, many of whom oppose Erdogan’s agenda. Despite Erdogan’s efforts to create a class of crony Islamist capitalists, the bulk of the country’s wealth is still aligned with TÜSIAD (Turkish Business and Industry Association), Turkey’s Fortune 500 club that is wedded to secular, democratic, pro-Western and liberal values. Turkey is simply too diverse demographically, too big economically, and too complicated politically for one person to shape it in his own image against the background of a democratic system and competing political forces.2 Democratically, Erdogan cannot have his political cake and eat it too. In other words, he can continue to shape Turkey from the top down only by ending democracy. Erdogan won the June 24th elections only after running a completely unfair campaign, and then only with a thin margin of four points. He knows that when left to its democratic devices, Turkish society would vote him out. It is “rational” for Erdogan to become more authoritarian going forward to avoid being ousted, whether or not he was once a “committed democrat.”

Erdogan ought to be interested in avoiding this scenario for his own sake. The Turkish president wants to make his country a great power. He has made Turkey a middle-class country, and it now has a chance to become an advanced economy if he builds an information society driven by value-added production, including software and information technology. In other words, Erdogan’s Turkey can continue to rise if it transforms itself from a country that exports cars (its chief export) into one that is a hub for Google. Turkey’s capital and creative classes will flee if the government continues on its current path, and international capital and talent will avoid it if Turkey’s leaders cannot provide unfettered access to the internet and ensure freedoms of expression, media, assembly, and association, and respect for individual rights, environmental concerns, urban spaces, and gender equality—key demands of the Gezi Park protestors and Erdogan’s critics on the political left and right. If Turkey remains an open society, it will continue to rise. If it ceases to be democratic, it will not.

Turkey’s growth and Erdogan’s political fortunes are closely linked. They are also connected to the global economy and the freedoms available to citizens of most developed countries. In fact, the economy is Erdogan’s vulnerability. Although Turkey’s economy has grown significantly in size since 2002, it is still small enough to be woefully exposed to potential international shocks. Take note of the global downturn that nearly wiped out South Korea’s economy in 1997, at a time when that country’s economy was roughly comparable in size to that of Turkey in early 2017. It was an economic collapse that brought Erdogan to power in 2002, and a similar economic collapse could mean the end of his reign.

If Erdogan fails to listen to this advice, he will expose the country to conflict between its pro- and anti-AKP blocs, and ISIS and PKK attacks and foreign enemies will only exacerbate the ensuing crisis. On this unfortunate trajectory, Erdogan will further embrace authoritarian nationalism.3 This is the “muddle through” scenario whereby Turkey remains in a permanent state of crisis and social conflict. Regrettably, there is a chance that things could get even worse. While Erdogan strives to shape Turkey in his own image, cracking down on that half of the country that opposes him, his opponents will work tirelessly to undermine his agenda: violence will beget violence. Turkey’s domestic polarization will expose it to the machinations of its foreign enemies: Moscow, which will work behind the scenes to undermine Erdogan’s revolution; Damascus, which will take advantage of its ties with radical Turkish leftists to hurt Erdogan; and, last but not least, the jihadists, who will ultimately challenge Erdogan’s brand of Islamism from the far right. Coupled with these external threats, the country’s crisis could catapult Turkey into a dangerous civil war. In this scenario, Erdogan would be remembered as the “failed Sultan” who brought about the breakdown of modern Turkey. The choice is Erdogan’s to make.

Soner Cagaptay is the Beyer Family fellow and director of the Turkish Research Program at The Washington Institute. He has written extensively on U.S.-Turkish relations, Turkish domestic politics, and Turkish nationalism, publishing in scholarly journals and major international print media, including the Wall Street Journal, Washington Post, New York Times, Jane’s Defense Weekly, Foreign Affairs, Atlantic, New Republic, and Newsweek Türkiye. A historian by training, Dr. Cagaptay wrote his doctoral dissertation at Yale University (2003) on Turkish nationalism. Dr. Cagaptay has taught courses at Yale, Princeton University, Georgetown University, and Smith College on the Middle East, Mediterranean, and Eastern Europe. Dr. Cagaptay is the recipient of numerous honors, grants, and chairs, among them the Smith-Richardson, Mellon, Rice, and Leylan fellowships, as well as the Ertegun chair at Princeton.


1 “Turkey: GDP per capita (current US$),” World Bank [website] (n.d.). Available at http://data.worldbank.org/indicator/NY.GDP.PCAP.CD?locations=TR. For a good and concise analysis explaining the dynamics that drove Turkey’s economic growth between 2002 and 2008 and the slowdown of this growth since, see Daron Acemoglu and Murat Üçer, “Why Turkish growth ended: an institutional perspective,” Centre for Economic Policy Research [website] (November 18, 2015). Available at http://voxeu.org/article/why-turkish-growth-ended.

2 “Gross domestic product 2015, PPP,” World Bank [website] (October 11, 2016). Available at http://databank.worldbank.org/data/download/GDP_PPP.pdf.

3 Halil Karaveli, “Erdogan’s Journey,” Foreign Affairs (December 2016), 131; Timur Kuran, “Turkey’s electoral dictatorship,” Project Syndicate [website] (April 10, 2014).

https://www.hoover.org/research/new-sultan-and-crisis-modern-turkey

Πως οι επενδυτές γύρισαν την πλάτη στον Ερντογάν

0
  • Των των Jonathan Wheatley, Roger Blitz, Chloe Cornish και Steve Johnson Financial Times/euro2day.gr

Ποια είναι τα σενάρια για την επόμενη ημέρα της τουρκικής οικονομίας. Γιατί θόλωσε το αναπτυξιακό θαύμα και πώς επηρεάζει η βουτιά του νομίσματος. Το όπλο που μπορεί να οδηγήσει σε υπέρβαση της κρίσης.

Οι αναταράξεις που υπέστη η τουρκική λίρα το τελευταίο 24ωρο είναι η τελευταία εξέλιξη σε μια δύσκολη χρονιά για τα τουρκικά ομόλογα και τις μετοχές.

Γιατί άλλαξαν έτσι απότομα οι προοπτικές της Τουρκίας;

Δεν μπορεί παρά να αναφέρει κανείς τον Ταγίπ Ερντογάν, τον ιδρυτή του νέο-ισλαμιστικού κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 2002. Ο 64χρονος έγινε πρωθυπουργός το 2003 και έχει παραμείνει πρόεδρος από το 2014. Συντηρητικές, φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές βοήθησαν την χώρα να ξεφύγει από μια οικονομική κρίση. Με εξαίρεση τα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008 και 2009, η οικονομία έχει αναπτυχθεί με 7% κατά μέσο όρο με αυτόν στο τιμόνι, σύμφωνα με το ΔΝΤ.

Η μεγέθυνση αυτή, μαζί με έναν νεανικό πληθυσμό με επιχειρηματικό πνεύμακαι την στρατηγική θέση της Τουρκίας ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, αποτέλεσε μαγνήτη για άμεσες ξένες επενδύσεις. Από τα δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια το χρόνο τις δεκαετίες πριν την άνοδο του κ. Ερντογάν στην εξουσία, οι άμεσες ξένες επενδύσεις εκτινάχτηκαν σε πάνω από 22 δισ. δολάρια το 2007 και κινούνται στα 13 δισ. δολάρια κατά μέσο όρο από τότε που ανέλαβε την εξουσία, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις επιβραδύνθηκαν από τότε που ξεκίνησαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, τις οποίες ακολούθησε μια απόπειρα πραξικοπήματος που βούτηξε τη χώρα στο χάος τον Ιούλιο του 2016.

Τα προβλήματα της Τουρκίας έχουν διογκωθεί από την όλο και πιο αυταρχική ηγεσία του κ. Ερντογάν και τις ανορθόδοξες απόψεις του για τα επιτόκια, τα οποία έχει περιγράψει ως «τη μητέρα και τον πατέρα όλων των δεινών». Αυτό έχει διαταράξει τη νομισματική πολιτική, αφήνοντας την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας να παλεύει για τον έλεγχο του πληθωρισμού που κινείται κοντά στο 16%. Η πληθώρα επιτοκίων και ένας «διάδρομος επιτοκίου» κατέστησε τη νομισματική πολιτική αδιαφανή και αναποτελεσματική. Η πρόσφατη απόπειρα να ενοποιηθούν τα επιτόκια δεν κατάφερε να αποτρέψει την πτώση της λίρας.

Τι ήταν αυτό που ανησύχησε τους επενδυτές ειδικά φέτος;

Οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου ήταν μια μεγάλη στιγμή. Οι υποσχέσεις για δαπάνες που είχαν στόχο να αυξήσουν τη λαϊκή στήριξη υπονόμευσαν τη φήμη του AKP όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία και φούσκωσαν τον πληθωρισμό. Αλλά οι επενδυτές θορυβήθηκαν περισσότερο όταν, κατά τη διάρκεια ομιλίας σε στελέχη επιχειρήσεων στο Λονδίνο τον Μάιο, ο κ. Ερντογάν επιτέθηκε εκ νέου στα υψηλά επιτόκια και τόνισε πως είναι αυτά που προκαλούν τον πληθωρισμό αντί να τον θεραπεύουν.

Μετά την επανεκλογή του τον Ιούνιο, ο πρόεδρος ανέθεσε στον εαυτό του την αποκλειστική δικαιοδοσία διορισμού του διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας. Η επακόλουθη τοποθέτηση του γαμπρού του Μπεράτ Αλμαϊράκ στην θέση του υπουργού Οικονομικών θεωρήθηκε μια απόπειρα να αυξήσει τον έλεγχο στην διακυβέρνηση της χώρας. Ο Μουράτ Τσετίνκαγια, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, επέμεινε στο τέλος Ιουλίου ότι η τράπεζα λειτουργούσε χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά για πολλούς επενδυτές η απόφαση του να διατηρήσει τα επιτόκια τον περασμένο μήνα υπονόμευσε τον ισχυρισμό αυτό.

«Η λίρα είναι φθηνή γιατί έχει χαθεί η εμπιστοσύνη» ανέφερε ο Τσαρλς Ρόμπερτσον, επικεφαλής οικονομολόγος στην Renaissance Capital.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις από τη βουτιά της λίρας;

Οι τουρκικές εταιρείες με χρέη σε δολάριο και ευρώ αντιμετωπίζουν αυξημένο βάρος στην εξυπηρέτηση τους. Σύμφωνα με ανάλυση της HSBC, οι τράπεζες και οι εταιρείες της χώρες πρέπει να αποπληρώσουν χρέη περίπου 70 δισ. δολάριααπό τώρα ως τον Μάιο του 2019.

Η Moody’s, ο οίκος αξιολόγησης, προειδοποίησε ότι οι εταιρείες με άδεια ταμεία θα είναι πιθανότατα πιο δύσκολο να αποπληρώσουν τα χρέη, αφήνοντας τις τράπεζες με μεγάλο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι τράπεζες έχουν ήδη μπει στο στόχαστρο των επενδυτών με τον τραπεζικό δείκτη στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης να υποχωρεί 33% φέτος έναντι πτώσης 18% της ευρύτερης χρηματιστηριακής αγοράς της Τουρκίας.

Ο Στιβ Ντριού της Janus Henderson Investors, το fund του οποίου πούλησε τουρκικά στοιχεία ενεργητικού το πρώτο τρίμηνο, ανέφερε πως η ταχύτατη αποδυνάμωση της λίρας έχει εμφανίσει αδυναμίες στις τουρκικές εταιρείες που προηγουμένως «μπορούσες να τις αγνοήσεις», όπως το υψηλό βραχυπρόθεσμο χρέος και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, «γιατί στην Τουρκία είχες μια απόδοση της προκοπής».

Αν και οι ξένοι επενδυτές ήταν καθαροί αγοραστές τουρκικών μετοχών πέρυσι,απέσυραν 771 εκατ. δολάρια από εισηγμένες εταιρείες το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Ποια είναι τα σενάρια

Επενδυτές και αναλυτές λένε ότι το καλύτερο σενάριο είναι η κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια φέροντας τον προϋπολογισμό υπό έλεγχο και αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη.

«Είναι πολύ εύκολο να υπερθερμανθεί μια οικονομία όταν η νομισματική πολιτική δεν είναι αρκετά αυστηρή», δηλώνει η Tatiana Orlova της Emerginomics. «Υπήρξαν πολλαπλές περιπτώσεις που η κεντρική τράπεζα αναμένονταν να συσφίξει αλλά δεν το έκανε».

Δεδομένης της εύρωστης ανάπτυξης και του χαμηλού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους -το κρατικό χρέος είναι στο 28,4% του ΑΕΠ και το δεύτερο στο 17,4%- μπορεί να υπάρξει γρήγορη λύση στην τουρκική νομισματική κρίση.

Η οικονομία θα επιβραδύνει αλλά σε μια στιγμή που κάποιοι επενδυτές μιλούν ακόμα και για το ενδεχόμενο η χώρα εντέλει να επιλέξει την επιβολή capital controls ή την προσφυγή στο ΔΝΤ, οι εναλλακτικές δείχνουν χειρότερες. Ένα άλμα στις τιμές των εισαγωγών, εξαιτίας της βουτιάς του νομίσματος μαζί με εκτόξευση του κόστους δανεισμού καθώς εξέρχονται οι ξένοι επενδυτές θα βυθίσει την οικονομία και θα δημιουργήσει κίνδυνο περαιτέρω υποτίμησης της λίρας.

Η συμβουλευτική Capital Economics βλέπει ένα δυο τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης φέτος. Με άλλα λόγια πιθανή ύφεση αν και οι περισσότεροι αναλυτές είναι λιγότερο «απαισιόδοξοι». Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα επιβραδύνει στο 3,6% το 2020.

Η μικρότερη αύξηση του ΑΕΠ θα μπορούσε να βοηθήσει να περιοριστεί ο πληθωρισμός αλλά οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι ευρύτερες και να οδηγήσουν σε δημόσια απογοήτευση. Και κάποιοι αναλυτές ανησυχούν ότι ο Ερντογάν, ένας λαϊκιστής που επανειλημμένως έχει πει ότι η προτεραιότητα είναι η υψηλή ανάπτυξη ίσως δεν είναι πρόθυμος να ανεχτεί μια επιβράδυνση.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Η πιθανή διχοτόμηση του Κοσόβου μπορεί να απειλήσει την ειρήνη στη Θράκη και στην Κύπρο

6

AUGUST 9, 2018 Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Serbian President Aleksandar Vucic, during the press conference in Belgrade, Serbia, answering questions on Serbia Kosovo relations, recent tensions, status of negotiations and general region stability. EPA, ANDREJ CUKIC

Οι πληροφορίες που διακινούνται από αλβανικές πηγές, και δεν διαψεύδονται από την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, αναφέρουν ότι στη συνάντηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν, συμφωνήθηκε να αλλάξουν τα σύνορα μεταξύ του Κοσόβου και της Σερβίας με αντάλλαγμα τη μόνιμη ειρήνη.

Τις πληροφορίες δημοσίευσε η Gazeta Express και στην ουσία ήταν συνέχεια μίας περίεργης δήλωσης του πρέσβη των ΗΠΑ στην Πρίστινα, Greg Delawie, ο οποίος σε συνέντευξη που έδωσε άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο διχοτόμησης του Κοσόβου, όπως τον κατηγόρησε ο Κοσοβάρος πολιτικός ηγέτης, Shpend Ahmeti, σημερινός δήμαρχος της Πριστίνας.

Οι Αλβανοί πιστεύουν ότι η παράδοση των σερβικών περιοχών του Κοσόβου στη Σερβία αποτελεί προδοσία. Όμως, άλλες δυνάμεις φαίνεται ότι είναι στο στάδιο να λάβουν τελικές αποφάσεις ερήμην των Κοσοβάρων, πιστεύοντας ότι η διχοτόμηση που επιχειρείται θα φέρει μόνιμη ειρήνη.

Στην πραγματικότητα -αν το δει κανείς από τη σκοπιά του ξένου παρατηρητή- πρόκειται για μία «διόρθωση» μίας αδικίας, που έγινε με ευθύνη της τότε αμερικανικής κυβέρνησης του Μπιλ Κλίντον εις βάρος της Σερβίας, που πλήρωσε ακριβά τις αμαρτίες του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.

Ο τελευταίος αποδείχθηκε ο μοιραίος πολιτικός άνδρας για τη χώρα του.

Η πιθανή διχοτόμηση του Κοσόβου, δεν θα απειλήσει την ειρήνη στα Βαλκάνια μόνο, αλλά θα μπορούσε να είναι η «δοκιμή» ή αν θέλετε το (κακό) προηγούμενο για άλλες περιοχές της Ευρώπης, όπως είναι η Καταλωνία, η Κύπρος, αλλά και η Θράκη, αν συνεχιστεί η αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού και η μείωση του ελληνικού. Θα μπορούσε, δηλαδή, να έρθει μία μέρα η Τουρκία και να ισχυριστεί ότι οι μουσουλμάνοι, που η ίδια θεωρεί Τούρκους, αποτελούν την πλειοψηφία και έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Είναι όντως μία πιθανότητα, που την σκέφτονται οι πολιτικοί στην Αθήνα, αλλά δεν τολμούν να την αντιμετωπίσουν.

Η Κύπρος είναι μία διαφορετική υπόθεση, καθώς εκεί ο πληθυσμός θα παραμείνει στην πλειοψηφία του ελληνικός, εκτός εάν επιβληθεί η απαράδεκτη διευθέτηση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Όμως, το τελευταίο διάστημα ακούγονται φωνές υπέρ της διχοτόμησης, η οποία θα μπορούσε να λάβει τη μορφή δύο ανεξάρτητων κρατών. Για να επιβληθεί αυτή η «λύση», που στην ουσία είναι διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η κατοχική δύναμη Τουρκία πρέπει να επιστρέψει εδάφη για να δελεάσει τους Ελληνοκύπριους. Π.χ., εάν επιστραφεί η Αμμόχωστος και η Μόρφου, δυστυχώς πολλοί Ελληνοκύπριοι δεν θα έλεγαν όχι στη διχοτόμηση, υπό τον όρο ότι όλοι οι Τουρκοκύπριοι θα μεταφερθούν στο τουρκικό κρατίδιο και δεν θα έχουν σχέση με το ελληνικό στοιχείο.

«Εμείς από εδώ (στο νότο) και αυτοί (οι Τουρκοκύπριοι) από εκεί» (στο βορρά) ακούγεται να ψιθυρίζουν μερικοί Ελληνοκύπριοι ηγέτες, ανάμεσα τους, όπως πληροφορηθήκαμε, και ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, ο οποίος φέρεται να συζήτησε το θέμα με τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τον περασμένο Σεπτέμβριο, στη Νέα Υόρκη.

Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιούν ιδιωτικά -όχι δημόσια- είναι ότι με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η «λιβανοποίηση» της Κύπρου και προστατεύεται το ελληνικό στοιχείο. Είναι μία επικίνδυνη «λύση», χωρίς αμφιβολία. Και πρέπει να αποφευχθεί.

Η κατάσταση των σχέσεων των ΗΠΑ με την Τουρκία είναι πλέον σε κρίσιμο σημείο, και αυτοί που ονειρεύονται ερμαφρόδιτες λύσεις για το νησί, πρέπει και να περιμένουν, και να σκεφθούν ξανά τις επιλογές που έχει η Κύπρος. Παλαιότερα λέγαμε ότι απαιτούνται στρατηγικές συμμαχίες με γειτονικές χώρες. Τώρα οι στρατηγικές αυτές συμμαχίες υπάρχουν και μάλιστα με χώρες, όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο, που είναι το «αντίπαλο δέος» για την Τουρκία.

Η διχοτόμηση, μπορεί να είναι η ιδανική λύση για το Κόσσοβο, η απόσχιση μπορεί να είναι η μοιραία κατάληξη για την Καταλονία. Όμως, δεν ισχύει για την Κύπρο, πολύ περισσότερο για τη Θράκη αυτή η «διευθέτηση». Η Αθήνα κυρίως, αλλά και η Λευκωσία πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση όπως εξελίσσεται στο Κόσσοβο, διότι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα κάκιστο παράδειγμα για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Πηγή: Η πιθανή διχοτόμηση του Κοσόβου μπορεί να απειλήσει την ειρήνη στη Θράκη και στην Κύπρο https://hellasjournal.com/2018/08/i-pithani-dichotomisi-toy-kosovoy-mporei-na-apeilisei-tin-eirini-sti-thraki-kai-stin-kypro/

«Η κακοδιαχείριση, η επεκτατική πολιτική του Ιράν και οι αμερικανικές κυρώσεις συνιστούν το δράμα των Ιρανών»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου [email protected] www.kalkis.eu

Στις απογευματινές ειδήσεις του το πολύγλωσσο ειδησεογραφικό γαλλικό κανάλι France24 παρουσίασε χθες δυο τηλεοπτικά ρεπορτάζ για το Ιράν που βρίσκεται στη δύνη της επαναφοράς των αμερικανικών κυρώσεων. Το πρώτο έδειχνε έναν νέο Πέρση έμπορο προϊόντων πληροφορικής απογοητευμένο να λέει μπροστά στην κάμερα : «βλέπετε αυτόν τον εκτυπωτή  HP ; πριν 3 μήνες τον πουλούσαμε 400 ευρώ, σήμερα πρέπει να τον πουλήσω 1.800 ευρώ. Ποιος θα τον αγοράσει ; Είναι ζήτημα, αν κάνουμε 2 πωλήσεις την ήμερα. Θα κλείσουμε, αν συνεχιστεί αυτή η ακρίβεια, λόγω της κατακρήμνισης του Rial», του εθνικού ιρανικού νομίσματος. Το οποίο σύμφωνα με το δεύτερο  ρεπορτάζ του ίδιου καναλιού είχε χθες (7-8-2018) την εξής ισοτιμία : 1 δολάριο ΗΠΑ = 100.000 Rial,  έχοντας σχεδόν εκμηδενιστεί από την αρχή της χρονιάς. Μάλιστα η ρεπόρτερ του καναλιού από την Τεχεράνη πρόσθεσε : «Το 75% των εξαγωγών του Ιράν προέρχεται από τις πωλήσεις του πετρελαίου και το 40% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού». Οι εξαγωγές του ιρανικού αργού πετρελαίου θα μπορούσαν να μειωθούν κατά τα δύο τρίτα μέχρι το τέλος του έτους λόγω του 2ου κύματος των κυρώσεων από τις ΗΠΑ που θα ασκήσουν ισχυρή πίεση στις αγορές πετρελαίου. Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν από όλες τις χώρες να σταματήσουν μέχρι τις 4 Νοεμβρίου 2018 τις αγορές ιρανικού πετρελαίου.

Ποια είναι τα βασικά προβλήματα του Ιράν, πέραν των αμερικανικών κυρώσεων ;

Α) Η κυβερνητική κακοδιαχείριση

Στο Ιράν ο πρόεδρος Hassan Rohani επικρίνεται όλο και περισσότερο για την οικονομική του διαχείριση. Μάλιστα, σε μια άνευ προηγουμένου κίνηση, 187 βουλευτές, δηλαδή τα 2/3 του Κοινοβουλίου γιαλαντζί, «του ζήτησαν να αλλάξει την οικονομική του ομάδα η οποία δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την κατάσταση», όπως αναφέρει ο ανταποκριτής του ηλεκτρονικού LE MONDE ECONOMIE, στις 30.06.2018, από την Τεχεράνη Ghazal Golshiri. Πρόκειται για βουλευτές, μερικοί ανήκοντες στο στρατόπεδο του προέδρου, που ζητούν συγκεκριμένα την αποχώρηση των υπουργών οικονομίας, γεωργίας, εργασίας και του διοικητή της κεντρικής τράπεζας.

Ενώ οι έμποροι, από την πλευρά τους, διαμαρτύρονται για τη δραστική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και οι φωνές πολλαπλασιάζονται  ενάντια στην οικονομική πολιτική που ασκεί ο εν λόγω πρόεδρος. Από τις 24 έως τις 26 Ιουνίου 2018, οι έμποροι στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης ξεκίνησαν απεργία ενάντια στην αλματώδη άνοδο των τιμών συναλλάγματος. όπως δείχνει και η διπλανή Φώτο της ίδιας δημοσιογραφικής πηγής του LE MONDE ECONOMIE. Το κέντρο της πρωτεύουσας γινόταν ενίοτε το θέατρο των συγκρούσεων με την αστυνομία. Ορισμένοι διαδηλωτές συνελήφθησαν και για να σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω διαμαρτυρία, η ιρανική δικαιοσύνη απείλησε να «σκοτώσει» όλους εκείνους που «σπείρουν προβλήματα στην οικονομία της χώρας». Στην ανεπίσημη αγορά, το δολάριο ανταλλασσόταν με 80.000 rials τέλη Ιουνίου 2018, έναντι 45.000 τον Φεβρουάριο του 2018, σημειώνοντας αύξηση 77%. Κάτι που ήδη δεν ισχύει πλέον, όπως είδαμε παραπάνω στο ρεπορτάζ του France24. Οι Ιρανοί που ταξιδεύουν στο εξωτερικό, μπορούν να αγοράσουν μόνο μία φορά το χρόνο συνάλλαγμα μεταξύ 500 και 1000 ευρώ (όπως γινόταν και στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 50’, 60’, 70’) με την επίσημη ισοτιμία του rial. Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, μεταξύ 22 Μαΐου και 21 Ιουνίου 2018, οι τιμές καταναλωτή παρουσίασαν τη μεγαλύτερη άνοδό τους σε 3 χρόνια: + 13,7% σε ετήσια βάση. Δραχμιστές τα ακούτε ;

Β) Η επεκτατική πολιτική του Ιράν

Που είναι «εξαιρετικά δαπανηρή για μια κοινωνία εξαντλημένη οικονομικά», όπως αναφέρει στον ηλεκτρονικό LE MONDE, στις 12.07.2018, ο Farhad Khosrokhavar, διευθυντής σπουδών του γαλλικού φορέα «Mouvements sociaux à l’âge global : démocratie et environnement». Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, η σύγκρουση στη Συρία κοστίζει στο Ιράν μεταξύ 9 και 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, η χρηματοδότηση της Hezbollah μεταξύ 3 και 7 δις., η Hamas 1 δισεκατομμύριο, για να μην αναφέρουμε τους Houthis  στην Υεμένη, το Ιράκ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Αφγανιστάν, όπου η Τεχεράνη προσπαθεί να εξαγοράσει την επιρροή της με τη χρηματοδότηση των διαφόρων πολιτικών παραγόντων. Αυτή η εξωτερική πολιτική, η οποία συνίσταται στην επέκταση της ιρανικής επιρροής εκτός των εξωτερικών συνόρων της, προκειμένου να διασφαλιστεί η ηγεμονία της κατά της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και η προστασία της έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, κοστίζει ετησίως δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στο λαό, αν προσθέσουμε σε αυτά και την ενδημική διαφθορά των διάφορων εμπλεκομένων φορέων. Το βάρος αυτό πρέπει να ανατιμηθεί κατά τουλάχιστον 20% έως 30%, επειδή η εξαγωγή πετρελαίου προσκρούει στη νέα πολιτική απομόνωσης των ΗΠΑ και είναι περιορισμένη εξαιτίας των εγκαταλελειμμένων εγκαταστάσεων πετρελαίου, διότι η Ευρώπη διστάζει να προμηθευθεί από το Ιράν από το φόβο της αμερικανικής αντίδρασης και από την διαδεδομένη γάγγραινα διαφθοράς στην εθνική οικονομία. Όλα αυτά συνιστούν απώλειες τουλάχιστον στο 1/4 έως στο 1/3 των εσόδων από πετρέλαιο.

Γ) Το Ιράν πάσχει και από πολλαπλές άλλες ασθένειες.

Όπως και οι περισσότερες χώρες της περιοχής, έχει βιώσει μια ξηρασία που διήρκεσε περισσότερο από μια δεκαετία και προκαλεί τεράστια ζημιά στη γεωργία, αλλά και στην οικολογία και την οικονομία στο σύνολό της. Η χώρα αναγκάζεται να εισάγει ένα μεγάλο μέρος των βασικών γεωργικών προϊόντων της και αντιμετωπίζει έλλειψη νερού στο νότο, γεγονός που προκαλεί την απερήμωση πολλών περιοχών.

Δ) Ένα χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων

Μια ιδεοληπτική πολιτική πολύ επικεντρωμένη στην υπεράσπιση των κληρικών και της νομενκλατούρας τους εμποδίζει μια ισορροπημένη κατανομή του εθνικού εισοδήματος μεταξύ διαφόρων τομέων, δηλαδή :  ό, τι υπάγεται στην ιδεολογία και το θεσμικό Ισλάμ απολαμβάνει μεγάλη γενναιοδωρία, αποδυναμώνοντας  την οικονομία. Η διαφορά μεταξύ των τάξεων έχει μετατραπεί σε χάσμα και ένα μικρό κλάσμα του πληθυσμού, χάρη στη διαφθορά και την πελατειακή συμπεριφορά της κυρίαρχης ελίτ, πλουτίζει ασύστολα, χωρίς να έχει καμία ικανότητα να επιχειρεί. Σε αντίθεση με την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, όταν τα κοινωνικά κινήματα όπως το Πράσινο Κίνημα (2009) προερχόταν από τις μεσαίες τάξεις και διεκδικούσε τη δημοκρατία ως το μεγαλύτερο αίτημά του, αυτά που εμφανίστηκαν σε περισσότερες από 100 πόλεις στο Ιράν το 2017-2018 ήταν από φτωχά στρώματα, παρόμοια με τις εξεγέρσεις του ψωμιού σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Το Ιράν, όπως η Αίγυπτος, η Ιορδανία, η Αλγερία, η Τουρκία, το Μαρόκο και η Σαουδική Αραβία, έχουν πολιτικά καθεστώτα χωρίς τη δημοκρατική νομιμότητα τα οποία όμως παραμένουν στην εξουσία, λόγω της αμείλικτης καταστολής που εφαρμόζουν. Οι εκλογές που κάνουν είναι για το θεαθήναι. Τα όποια κοινωνικά κινήματα πήγαν να αναπτυχθούν έχουν εξαντληθεί, οι φορείς τους έχουν εξουδετερωθεί.

Ε) Η χώρα στερείται υποστήριξης από τη Δύση

Κι ενώ λοιπόν όλα αυτά τα κράτη είναι ανελεύθερα, το Ιράν είναι το μόνο που όχι μόνο στερείται υποστήριξης από τη Δύση (η οποία κλείνει τα μάτια μπροστά στην ανελευθερία των υπολοίπων), θα έχει τώρα να αντιμετωπίσει το πρώτο κύμα των αμερικανικών κυρώσεων οι οποίες παρεμποδίζουν από χθες : τις τραπεζικές συναλλαγές, τις συναλλαγές στην αυτοκινητοβιομηχανία και στην εμπορία πολιτικών αεροσκαφών. Πριν έρθει φυσικά το 2ο κύμα κυρώσεων που θα πλήξει την παραγωγή και εμπορία διεθνώς του αργού πετρελαίου του Ιράν.

Ποιος θα πληρώσει ;

Όχι φυσικά οι βολεμένοι Μουλάδες του θεοκρατικού καθεστώτος.

Ο απλός Πέρσης με τις ανυπόφορες συνθήκες διαβίωσής του, όπως η ακατάσχετη ακρίβεια, οι μισθοί πείνας, η εκτεταμένη διαφθορά της ελίτ, η ανεργία, η δίψα, το κατεστραμμένο περιβάλλον … Μα πάνω από όλα η ανελευθερία του.

Israel’s Nationality Law – The Prequel

0

 

By  and 

EXECUTIVE SUMMARY: In April 1938, the British parliament was asked to approve a Jewish Citizenship Bill that would enable Jews worldwide to become nationals of Mandatory Palestine, where the Jewish national home had yet to be established in accordance with the 1922 League of Nations mandate. Though the bill failed to pass, with Parliament split right down the middle with 144 supporters and 144 naysayers, opposition stemmed not from rejection of Palestine as the national home of the Jewish People but from fear of Arab retribution. It is saddening that what was taken for granted decades before Israel’s establishment has come to be widely questioned seventy years after the Jewish state has been in existence.

On July 24, 1922, the League of Nations recognized “the historical connexion of the Jewish people with Palestine” as “the grounds for reconstituting their national home in the country” and appointed Britain as the Mandatory for Palestine, with the explicit goal of “placing the country under such political, administrative and economic conditions as will secure the establishment of the Jewish national home.” Ninety-six years later to the day, the Knesset echoed the League’s resolution, acknowledging the Land of Israel as “the historical homeland of the Jewish people, in which the State of Israel was established” and defining this state as “the national home of the Jewish people, in which it fulfills its natural, cultural, religious and historical right to self-determination.”

The Knesset’s declaration was not, however, the first time a national parliament deliberated legislation recognizing Palestine as the national home of the Jewish People (as opposed to public acknowledgement of this fact, as in the US Congress’s July 1922 joint recognition of the Balfour Declaration). On April 12, 1938, the veteran British MP Commander Oliver Locker-Lampson asked the House of Commons to approve a “Jewish Citizenship Bill” that would enable Jews worldwide to become nationals of Mandatory Palestine, where the Jewish national home had yet to be established.

A staunch opponent of fascism in both Britain and Europe, Locker-Lampson had long been involved in helping Jewish refugees fleeing Nazi persecution, including such luminaries as Albert Einstein and Sigmund Freud. Now that Germany had annexed Austria (on March 18, 1938), he was horrified by Hitler’s “calculated policy… to wipe out 300,000 innocents who have never done him or others any harm. Some of them have made Austria a sort of artistic centre of Europe. Among them are the most eminent scientists in the world.” Having failed five years earlier to persuade parliament to extend British citizenship to German Jewish refugees from the newly established Nazi regime, Locker-Lampson sought to kill two birds with one stone: to save the largest number of Jews from Nazi persecution while holding Britain to its international obligation to facilitate the creation of a Jewish homeland in Palestine.

Locker-Lampson was particularly appalled by the Peel Commission’s July 1937 recommendation to repudiate the League’s mandate for the creation of a Jewish national home and to partition Palestine into two states: an Arab state, united with Transjordan, which would occupy some 85% of Western Palestine (east of the Jordan River), and a Jewish state in the remainder. As he saw it, this defeatist submission to Arab violence not only jeopardized Britain’s geostrategic interests (“the creation of a State in Palestine of possibly millions of Jews,” he argued, “will act as a buffer State against any military monster who may advance from the North to seize the Canal or cut the pipeline which  provides our only oil supply in the Mediterranean”), but also betrayed its obligation “to build up a Jewish citadel for refugees” at a time when “Jews are wantonly rendered homeless.” He therefore proposed that Jews worldwide be granted the right to citizenship of the prospective Jewish national home even before its actual creation, which in practical terms meant becoming nationals of Mandatory Palestine regardless of where they resided at that time:

It is forgotten that it is a very ancient principle, that of preserving citizenship to subjects of a State who remain abroad. For instance, there have been more citizens of Norway living outside than in Norway in one period of that country’s history. I would like to give the potentially persecuted Jew in Europe the chance, if he wishes it, of becoming a Palestinian subject. Why, for instance, should Jews in Poland, who cannot move to Palestine, not be able to take up extra-territorial citizenship? They would then become what Jews are in Palestine, protected persons under the Mandate and freemen of a State.

Despite the spirited opposition of the Colonial Office, which ran an extensive campaign aimed at swaying public opinion and policymakers against the proposed bill, it nevertheless managed to gain substantive support, splitting the House of Commons right down the middle with 144 MPs voting in favor and another 144 opposed. Even this opposition seemed to have emanated from fear of a violent Arab backlash rather than a rejection of the idea of the Jewish national home. In the words of the foremost naysayer in the parliamentary debate, “this Motion can only add to Arab fears without doing the Jews the slightest good.”

Of course, appeasement proved no more effective in the Middle East than in Europe. From the very beginning, the Arabs’ primary instrument for opposing Jewish national aspirations was violence, and what determined Arab politics and diplomacy was the relative success or failure of that instrument in any given period. The more the British caved in to this violence, the harsher the Arab position became. Small wonder that London’s greatest concession – the abandonment of its international obligation to facilitate the establishment of a Jewish national home by the Peel Commission – was answered by an intensification of Arab violence throughout Palestine. A desperate British bid to end this violence through draconian restrictions on Jewish immigration and land purchases (via the May 1939 Palestine White Paper), which would have effectively subverted the Jewish national revival and surrendered European Jewry to its Nazi persecutor, elicited a similar Arab response.

On the face of it, it is of little import that opposition to the Jewish Citizenship Bill was not motivated by rejection of the Jewish national home, since the outcome was equally devastating for the hundreds of thousands of Jews whose lives could have been saved had the bill been passed and implemented. Yet it is saddening that the Jewish right to national self-determination in its ancestral homeland, which was taken for granted in the decades preceding Israel’s establishment, has come to be widely questioned seventy years after the Jewish state has been in existence. As a prominent non-Jewish Israeli opponent of the Nationality Law wrote to Prime Minister Benjamin Netanyahu: “From where do you [Jews] draw the temerity to state that the land belongs to the Jews? What is the basis for the Jewish claim to the right of ownership of the land? If it is just that messianic belief in God’s promise, why wouldn’t you wait for the Messiah’s arrival?”

A shorter version of this article was published in the Jerusalem Post on August 5, 2018.

Efraim Karsh is director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies, emeritus professor of Middle East and Mediterranean studies at King’s College London, and editor of the Middle East Quarterly. Shaul Bartal is a research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies.

“The Flight of the Prisoners” by James Tissot, depicting the deportation and exile of the Jews of the ancient Kingdom of Judah to Babylon and the destruction of Jerusalem and Solomon’s Temple, image via Wikimedia CC

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Έρχεται άλλη σφαλιάρα για τον Ερντογάν – Η Ρωσία του έδωσε ένα μήνα διορία να φύγει ο τουρκικός στρατός από το Ιντλίμπ!!!

0

Οι εξελίξεις στη Συρία το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.
Μάλλον μετά τη συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στο Ελσίνκι, έχουν συμφωνηθεί σε γενικές γραμμές τα της επόμενης μέρας για τη Συρία, στα οποία μάλλον η Τουρκία δεν θα έχει το ρόλο που σχεδίαζε!
Συγκεκριμένα, ενώ η Ρωσία κρατάει υπό τον έλεγχό της, μαζί με τους Κούρδους του YPG, την περιοχή Τελ Ριφάτ και το στρατιωτικό αεροδρόμιο Μένεγκ, που μπορεί να αποτελέσει βάση εξόρμησης για την ανακατάληψη του Αφρίν από τους Κούρδους, έρχεται τώρα το προσκήνιο και η αποχώρηση των Τούρκων στρατιωτών από το Ιντλίμπ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εγκαταστήσει 12 παρατηρητήρια, στο πλαίσιο της συμφωνίας της Αστανά, για δημιουργία Ζωνών Αποκλιμάκωσης.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της συνήθως καλά πληροφορημένης ιστοσελίδαςKURDISTAN24,  που επικαλείται δημοσίευμα της ρωσικη΄ς ιστοσελίδας Svobodnaya Pressa, η Ρωσία έχει δώσει διορία ενός μηνός στην Τουρκία να εκκενώσει την περιοχή του Ιντλίμπ και να αποσύρει τα στρατεύματά της από τα 12 παρατηρητήρια, για να ανακαταλάβει την περιοχή ο στρατός της Συρίας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Τουρκία προσπαθεί να συκροτήσει στην περιοχή στρατεύματα 100 χιλιάδων ανδρών από τους αντιπολιτευομένους, και ενισχύει τις θέσεις της, για να αποκρούσει την επιχείρηση του στρατού της Συρίας.
Από την άλλη πλευρά, ο Ταγίπ Ερντογάν, στη συζήτησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τις 14 Ιουλίου, είπε ότι αν ο στρατός της Συρίας κάνει επιχείρηση ανακατάληψης του Ιντλίμπ, αυτό θα σημάνει το τέλος της συμφωνίας της Αστανά για τις ζώνες αποκλιμάκωσης.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ Άσαντ, δήλωσε ότι ήλθε η ώρα να ανακτήσει ο συριακός στρατός τον έλεγχο του Ιντλίμπ, που τώρα ελέγχεται από ομάδες που ανήκουν στο Ι.Κ. και την Αλ Κάιντα.
Επίσης, ο Άσαντ δήλωσε στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Tass ότι η επιχείρηση δεν θα σταματήσει στο Ιντλίμπ, εννοώντας ότι θα συνεχιστεί μέχρι να εκδιωχθούν ο τουρκικός στρατός και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης από το Αφρίν και την Αλ Μπαμπ.

http://infognomonpolitics.blogspot.com

Το κεφάλαιο “ΚΟΣΟΒΟ” ξεπαγώνει κατ απαίτησιν τρίτων.

1

Ραμούς Χαραντινάι.

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

μέλους της ΠΓ του “Μετώπου ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

και της “Πανελλαδικής επιτροπής για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και της Πατρίδας μας”

Οι εξελίξεις στο Κόσοβο παραμένουν ανησυχητικές, και μετά τα πρόδρομα φαινόμενα της έντασης των τελευταίων ημερών, το λόγο έχουν τώρα οι πολιτικές βολιδοσκοπήσεις, αλλά και οι ποικίλες παρεμβάσεις πολιτικών εμπλεκομένων μέσω των οποίων επιχειρείται η “επένδυση” σε τετελεσμένα ή η ενεργοποίηση κοινωνικής δυναμικής με στόχο την δημιουργία τους…

Έτσι, στο πλαίσιο αυτού του ιδιότυπου παρεμβατισμού, και με το βλέμμα στραμμένο μεταξύ άλλων και στην πολιτική σταδιοδρομία, ο πρόεδρος της Σερβίας κ. Βούτσιτς σε συνέντευξη Τύπου για το θέμα του Κοσσυφοπεδίου αναφέρθηκε “σε μια λύση για το Κοσσυφοπέδιο”, υπογραμμίζοντας πως  ο στόχος της Σερβίας είναι να κερδίσει κάτι περισσότερο από αυτό που έχει σήμερα.

Προϊδέασε ωστόσο ότι η λύση που θα δοθεί «θα είναι δύσκολη για όλους»… Η προσδοκώμενη απόφαση ΔΕΝ θα είναι αρεστή… Και φυσικά πούλησε το απαραίτητο ευχολόγιο για ένα περιβάλλον σταθερότητας μεταξύ Σέρβων και Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο.

Πρόκειται στην ουσία για μια δήλωση η οποία έρχεται να αποκαλύψει χαρτιά επιμελώς κρυμμένα, και για πραγματικές προθέσεις του κ. Βούτσις, για τις οποίες πολλοί ανησυχούσαν και οι οποίες ουδέποτε είχαν με σαφήνεια προσδιοριστεί.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Κοσόβου Χατσίμ Θάτσι, επιχειρεί να πλαγιοκοπήσει όσους αντιδρούν στην ιδέα της «διόρθωσης των συνόρων με τη Σερβία».

Δεν δίστασε μάλιστα να εμφανίσει τους κατοίκους του Κοσόβου να τοποθετούνται μαζικά αναφανδόν υπέρ μιας τέτοιας εξέλιξης, έχοντας φυσικά το βλέμμα στραμμένο στην κοιλάδα του Πρέσεβο, η οποία αποτελεί διαχρονικά διαφιλονικούμενο γεωπολιτικό οικόπεδο, στην αντιπαράθεση δεκαετιών.

Ο Σέρβος πρόεδρος πάντως, σε μια προσπάθεια να απλώσει συνολικά τον τραχανά, εν όψει -όπως όλα δείχνουν- πιεστικά επιταχυνόμενων εξελίξεων, έθεσε στο τραπέζι και τον απαραίτητο ηθικό εκβιασμό απευθυνόμενος στους Σέρβους πολίτες, και το έκανε ισχυριζόμενος πως αν δεν δοθεί λύση άμεσα, τότε θα έχουμε ένα εκατομμύριο λιγότερους Σέρβους στη χώρα.

Στον αντίποδα αυτών των διεργασιών, τόσο το Κοσοβάρικο «Κίνημα αυτοδιάθεσης», όσο και Σερβικές κοινωνικές δυνάμεις, αντιπαρατίθενται στην όπως όλα δείχνουν υπαγορευόμενη διαχείριση που επιχειρείται από τους κκ Βούτσιτς και Θάτσι…

  • Οι μεν Αλβανόφωνοι εμπνεόμενοι από τα «ιδεώδη» του Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού..
  • Οι δε Σέρβοι -και δη οι Σέρβοι του Κοσόβου- επειδή ακριβώς διαισθάνονται πως αυτό που έρχεται, είναι μια ακόμη εθνική τραγωδία, προκειμένου να υπηρετηθούν οι Ευρωνατοϊκοί σχεδιασμοί στην περιοχή.

Όλα δείχνουν πως το κεφάλαιο «Κόσοβο» ξεπαγώνει και η «λύση» επιταχύνεται προκειμένου να ενταχθεί με βίαιο τρόπο στο πλαίσιο των συνολικότερων γεωστρατηγικών ανατροπών που είναι σε εξέλιξη στη Βαλκανική και σηματοδοτούνται από ισχυρά Αμερικανικά και Γερμανικά συμφέροντα.

Στο επίπεδο του πολιτικού σχεδιασμού, το «ξεπάγωμα» υπαγορεύεται σχεδόν ομολογημένα τόσο στη Σερβική όσο και στην Κοσοβαρική ηγεσία…

Στην κοινωνική διεργασία ωστόσο, τον πυροκροτητή τον απασφάλισε το έκτρωμα των Πρεσπών, και οι εξελίξεις παρά τις προσωρινές πυροσβεστικές παρεμβάσεις, σύντομα θα καταστούν ανεξέλεγκτες.

Η μυστική διπλωματία που γεννοβόλησε αυτό το έκτρωμα, οδήγησε στην απόλυτη κατάρρευση το αφήγημα Κοτζιά περί της δήθεν άλλης εποχής που ξημερώνει στα Βαλκάνια, και νέα επικίνδυνα εκτρώματα θα μας προκύψουν οσονούπω,  και τα οποία θα είναι προϊόντα των «διαπραγματεύσεων» εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, στις οποίες πρωταγωνιστεί ο κ. Κοτζιάς, χαριεντιζόμενος μεταξύ άλλων, ΚΑΙ με την Αλβανική πολιτική ηγεσία.

Ο Αλβανικός μεγαλοϊδεατισμός προσλαμβάνει επιθετικά χαρακτηριστικά, και ως συνέπεια αυτής της εξέλιξης, οι Σέρβοι του Κοσόβου, δείχνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε κήρυξη αυτονομίας, φοβούμενοι πλέον βάσιμα πως ένα τμήμα της Γης τους, να θυσιαστεί στο βωμό μιας επίπλαστης διπλωματικής και Ευρωνατοϊκής γεωπολιτικής σταθερότητας. Θα επανέλθουμε…

 

Η Τουρκία δεν είναι Ρωσία για να αντέξει τις κυρώσεις των ΗΠΑ: Ή θα προσκυνήσει ή θα πέσει

0

Της TATIANA ORLOVA

File Photo: Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγιπ Ερντογάν δέχεται δώρο από Ένωση Γυναικών του Κόμματος AKP – Πηγή: Τουρκική Προεδρία

AUGUST 8, 2018

Την περασμένη εβδομάδα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις εναντίον δύο τούρκων υπουργών λόγω της συνεχιζόμενης κράτησης ενός Αμερικανού πάστορα. Αυτό δεν αποτέλεσε έκπληξη: τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει βρεθεί συχνά σε αντιπαράθεση τόσο με την ΕΕ όσο και με τις ΗΠΑ για θέματα της εσωτερικής ή της εξωτερικής της πολιτικής.

Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει στο παρελθόν την Τουρκία με κυρώσεις αν προχωρήσει στην αγορά του πυραυλικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία και οι ΗΠΑ ερευνούν τις δραστηριότητες της κρατικής τράπεζας Halkbank για παραβίαση των κυρώσεων εναντίον του Ιράν.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι ΗΠΑ έχουν επίσης προετοιμάσει κατάλογο τουρκικών εταιρειών και ιδιωτών εναντίον των οποίων ενδέχεται να επιβληθούν νέες κυρώσεις.

Για να αξιολογήσουμε την πορεία της Τουρκίας, θα πρέπει να δούμε τι συνέβη με τη ρωσική οικονομία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας τον Μάρτιο του 2014.

Την εποχή εκείνη, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας ήταν ισχυρή, το επίπεδο του χρέους χαμηλό και η κεντρική τράπεζα είχε καθαρά συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους 470 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν όμως από την ΕΕ και τις ΗΠΑ μετά την εισβολή προκάλεσαν νομισματική κρίση και μια ύφεση που κράτησε δύο χρόνια.

Οι ρωσικές εταιρείες αποκλείστηκαν από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και δεν μπόρεσαν να επαναγοράσουν το χρέος τους. H ζήτηση συναλλάγματος εκτοξεύτηκε στα ύψη. Η κρίση αυτή, σε συνδυασμό με την πτώση των τιμών του πετρελαίου, οδήγησε σε υποτίμηση του ρουβλίου έναντι του δολαρίου κατά 50%.

Ευτυχώς για την οικονομία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε αναθέσει την οικονομική πολιτική σε μια ομάδα τεχνοκρατών. Η κεντρική τράπεζα απελευθέρωσε την ισοτιμία του ρουβλίου και αύξησε το βασικό της επιτόκιο κατά 750 μονάδες βάσης. Ένα κρατικό επενδυτικό κεφάλαιο στέρεψε, τα συναλλαγματικά αποθέματα μειώθηκαν κατά 150 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά αποφεύχθηκαν τα capital controls και η κεντρική τράπεζα απέκτησε μεγαλύτερη ανεξαρτησία.

Η τουρκική οικονομία, αντίθετα, αναπτύχθηκε πάνω από 7% το 2017, γεγονός που συνοδεύτηκε από αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και μικρή αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Παρόλο που το δημόσιο χρέος της Τουρκίας είναι σχετικά μικρό, το εξωτερικό της χρέος είναι ως ποσοστό του ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας το 2014.

Αντίθετα με τη Ρωσία, η Τουρκία δεν έχει επαρκές δημοσιονομικό ή συναλλαγματικό «μαξιλαράκι». Με καθαρά συναλλαγματικά διαθέσιμα μόλις 74 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κεντρική τράπεζα δεν έχει μεγάλα περιθώρια να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους.

Η Τουρκία εξαρτάται από τις επενδυτικές ροές όσο η Ρωσία εξαρτάται από το πετρέλαιο. Η απομάκρυνση των επενδυτών από τις αναδυόμενες αγορές αποδυνάμωσε φέτος την τουρκική λίρα κατά 25% έναντι του δολαρίου. Αυτό πυροδότησε τον πληθωρισμό και κατέστησε ανεπιθύμητη την περαιτέρω υποτίμηση της λίρας.

Οι νέες αμερικανικές κυρώσεις αυξάνουν τον κίνδυνο μιας κρίσης του ισοζυγίου πληρωμών. Η υπερχρέωση των επιχειρήσεων προκαλεί ανησυχία. Οι τουρκικές τράπεζες έχουν συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους 55 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά τους επόμενους 12 μήνες έχουν σοβαρές υποχρεώσεις αποπληρωμής εξωτερικού χρέους.

Τόσο οι τουρκικές τράπεζες όσο και οι επιχειρήσεις πρέπει να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στις εξωτερικές αγορές. Για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρέπει να μιμηθεί τον Πούτιν και να τοποθετήσει ειδικούς στο οικονομικό επιτελείο. Πρέπει επίσης να επιτρέψει στην κεντρική τράπεζα να ανακτήσει την ανεξαρτησία της. Η αλλαγή όμως του πολιτικού συστήματος σε μια ισχυρή εκτελεστική προεδρία δεν αφήνει πολλές ελπίδες για κάτι τέτοιο.

Ο Ερντογάν ελπίζει πως η Τουρκία θα λάβει μεγαλύτερα δάνεια από την Κίνα και άλλες αναδυόμενες αγορές, όπως συνέβη με τη Ρωσία. Η ρωσική εμπειρία όμως δείχνει ότι η αντικατάσταση ορισμένων ξένων επενδύσεων απαιτεί χρόνο. Η Τουρκία πρέπει να αποκαταστήσει γρήγορα τις σχέσεις της με τη Δύση αν θέλει να αποφύγει μια μεγαλύτερη κρίση.

(*) Η Τατιάνα Ορλοβα είναι ιδρύτρια και επικεφαλής οικονομολόγος της Emerginomics – Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Financial Times via ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: Η Τουρκία δεν είναι Ρωσία για να αντέξει τις κυρώσεις των ΗΠΑ: Ή θα προσκυνήσει ή θα πέσει https://hellasjournal.com/2018/08/i-toyrkia-den-einai-rosia-gia-na-antexei-tis-amerikanikes-kyroseis-i-tha-proskynisei-i-tha-pesei/

Οι νεκροί ως… ντεκόρ

6

Ανδρέας Στασινός 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018, 11:50 Protagon.gr

Της Δούρου της έκατσε «στραβή», του Πολάκη του «θόλωσαν» την εικόνα. Μιλάμε για 91 νεκρούς… |SOOC/CreativeProtagon

Δούρου και Πολάκης περιέγραψαν τα θύματα στο Μάτι ως κάτι το δευτερεύον, μια «στραβή», κάτι που χαλάει τον διάκοσμο τώρα που θα γιορτάζαμε την έξοδο από τα μνημόνια. Λες και τόσοι άνθρωποι επέλεξαν να πεθάνουν εις βάρος της κυβέρνησης…

Ο Παύλος Πολάκης ένιωσε το δίκιο να τον πνίγει. Σήκωσε τα μανίκια του σακακιού. Η κυβέρνηση, η κυβέρνηση του Αλέξη του Τσίπρα, τα είχε πάει τόσο καλά απέναντι στην πυρκαγιά, απέναντι στους εχθρούς της και τις ύαινες της διαπλοκής, αλλά της έτυχε να πεθάνουν 91 πολίτες.

Ατυχία ρε γαμώτο, θα έλεγε κανονικά, αλλά επειδή η συνέντευξη ήταν στο Αθηναϊκό Πρακτορείο που το σέβεται είπε ότι «ο τελικός αριθμός των θυμάτων “θολώνει” την εικόνα».

Μετά, το φιλότιμο πρακτορείο, ένας φάρος υψηλής δημοσιογραφίας, είπε να αλλάξει το «θολώνει» σε «μαυρίζει» για να κάνει την εξυπηρέτηση στον καλό υπουργό που τόσο τον παρεξηγούν. Και η Ρένα Δούρου ένιωσε το δίκιο να την πνίγει. Ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου.

Η Περιφέρεια Αττικής, η δική της Περιφέρεια, τα είχε πάει τόσο καλά απέναντι στην πυρκαγιά, είχε κάνει τα προβλεπόμενα, αλλά φύσαγε πολύ ρε γαμώτο και μας «έκατσαν» 91 νεκροί πολίτες. Δεν το είπε ακριβώς έτσι αλλά το εκδοτικό περιβάλλον της «Εφ. Συν.» ήταν αρκούντως χαλαρό ώστε να διατυπώσει το αίσθημα αδικίας που βιώνει: «Οσοι έχουμε θέση ευθύνης, και μπορεί να αισθανόμαστε αδικημένοι, με την έννοια αυτού που λέγεται στην καθομιλουμένη “μου έτυχε η στραβή στη βάρδιά μου”»…

Τον Πολάκη και τη Δούρου τους συνδέει ένα νήμα, όχι μόνο αυτό της συνύπαρξής τους στον μεξικανικό στρατό του ΣΥΡΙΖΑ. Τους συνδέει μια τρομακτική απουσία ενσυναίσθησης. Διαβάζει κανείς στα λεγόμενά τους ότι οι 91 νεκροί στο Μάτι και στον Νέο Βουτζά –βρέφη και παιδάκια, παππούδες και γιαγιάδες, αθώοι περαστικοί, συμπολίτες μας που βρήκαν φρικτό θάνατο– πήγαν και πέθαναν εις βάρος τους· «θόλωσαν» την εικόνα της κυβέρνησης, έκαναν τη Ρένα να αισθάνεται αδικημένη.

Οι νεκροί της πυρκαγιάς αναφέρονται ως κάτι το δευτερεύον όχι ως το μείζον. Είναι μια «στραβή» που μας έκατσε, κάτι σαν να σου σκάει το λάστιχο και χάνεις το ραντεβού, είναι ένας λεκές στο καλοσιδερωμένο κοστούμι του κρατικού μηχανισμού.

Διαβάζεις στα λεγόμενά τους πως, ως υπέρτατο αγαθό, δεν είναι η ζωή και η διατήρησή της, αλλά η εικόνα της κυβέρνησης, να μη «θολώνει», να μη «μαυρίζει», να μη σου κάθεται η «στραβή». Οι νεκροί είναι το ντεκόρ που χαλάει τον διάκοσμο της ικανής κυβέρνησης η οποία μόλις είχε φρεσκοβάψει τους τοίχους για τη φιέστα εξόδου από τα μνημόνια.

Αυτή η αντίληψη, όπως αναδύεται από τα λεγόμενα των δύο λοχαγών του Τσίπρα, μοιάζει να απηχεί μια γενικότερη προσέγγιση της κυβέρνησης σε αυτήν την ιστορία. Από την αρχή το μείζον ήταν η επικοινωνία, το πώς θα περάσει προς τα έξω. Η σύσκεψη με τον ετοιμοπόλεμο, πλην όμως απελπιστικά ανενημέρωτο περί του τι είχε συμβεί Τσίπρα, η προπαγάνδα περί αυθαιρέτων, ανέμων, εμπρησμών, αποσταθεροποίησης, η συνέντευξη Τύπου τού «όλα έγιναν σωστά», από την οποία έχει επιζήσει –προς τον παρόν τουλάχιστον– μόνο ένας, ο Τζανακόπουλος, η επίσκεψη του Πρωθυπουργού ξημερώματα για να αποφύγει τους πυρόπληκτους…

Ο κόσμος πέθανε. Χαροπαλεύει. Εχασε τα πάντα. Υπό αυτές τις συνθήκες πρέπει να πας εκεί και να πενθήσεις, να προσπαθήσεις να τον αγκαλιάσεις, να δακρύσεις μαζί του. Να τον εκλιπαρήσεις να σε συγχωρέσει, ακόμα και αν εσύ δεν έφταιγες. Εγινε επί των ημερών σου, άρα έφταιγες. Αλλά όλα αυτά απαιτούν, εκτός από πολιτικά κότσια, κάτι πολύ πιο σημαντικό: συναισθηματική νοημοσύνη.

Πηγή: Protagon.gr

Μετά την Μακεδονία, ήλθε η ώρα της Θράκης!

5

  lastpoint.gr

Μέσα στο βαρύ πένθος στο οποίο έχει βυθιστεί όλη η χώρα – και ενώ οι προκλητικές κυβερνητικές δηλώσεις συνεχίζονται με τις ευθύνες να μεταφέρονται στους ώμους των ίδιων των θυμάτων – η κυβέρνηση ψήφισε τροπολογία για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση των μουφτήδων στα 67 τους χρόνια. Και καθώς οι νόμιμοι και διορισμένοι από την ελληνική κυβέρνηση μουφτήδες της Ξάνθης και της Κομοτηνής έχουν προ πολλού ξεπεράσει αυτό το ηλικιακό όριο, θα ακολουθήσει η δεύτερη φάση, γεγονός που καθιστά βάσιμες τις υποψίες ότι ο κ. Τσίπρας έχει αποφασίσει να ικανοποιήσει το αίτημα του Ερντογάν για εκλογή των μουφτήδων.

Το γεγονός πανηγυρίστηκε δεόντως στην Τουρκία, με τον Τύπο να αναφέρει ότι «ο Τσίπρας έκανε το χατίρι του Ερντογάν». Υποστηρίζουν μάλιστα αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε, ότι δηλαδή με τη ρύθμιση ανάβει το πράσινο φως για την εκλογή των μουφτήδων.

Έγραψε η εφημερίδα Σαμπάχ: «Ο Τσίπρας έδωσε εντολή. Για το χατίρι του προέδρου Ερντογάν…».

Η Τζουμχουριέτ σχολίασε ότι πρόκειται για «ερντογανική ρύθμιση για τους μουφτήδες στην Ελλάδα», ενώ το τουρκικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu ανέφερε: «Υποχρεωτική συνταξιοδότηση των διορισμένων μουφτήδων στη Δυτική Θράκη».

Τον περασμένο μήνα, μετά την συνάντησή του με τον κ. Τσίπρα στις Βρυξέλλες, μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο κ. Ερντογάν είπε: «Συζητήσαμε και το θέμα της Δυτικής Θράκης. Του υπενθύμισα το θέμα του μουφτή. Ελπίζω ότι ο μουφτής θα εκλέγεται. Δεν μου είπε όχι. Μου είπε ότι «θα αλλάξουμε το σύστημα, θα καταργήσουμε το διορισμό του μουφτή. Συνεπώς έχουμε το «πράσινο φως” στο θέμα». Επί του «θέματος» δεν υπήρξε διάψευση από πλευράς Τσίπρα.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας απάντησε με την τροπολογία της 1ης Αυγούστου 2018, καταργώντας τους δύο νόμιμους μουφτήδες.

Το γεγονός ότι αυτό συνέβη την ώρα που ζούσαμε μια εθνική τραγωδία αποδεικνύει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ορρωδούν προ ουδενός. Στην πραγματικότητα εκμεταλλεύθηκαν την περίοδο της οδύνης για να περάσουν μια τροπολογία που θα έχει σοβαρές εθνικές επιπτώσεις. Βάσει σχεδίου και βάσει διατεταγμένης υπηρεσίας.

Πρόκειται για ένα θέμα που ο Ερντογάν θέτει ξανά και ξανά. Η προηγούμενη φορά που είχε δηλώσει πως έλαβε πράσινο φως ήταν μετά την επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Μάιο του 2010. Τότε, στην κοινή συνέντευξή του με τον Γ. Παπανδρέου, είχε πει πως «ο μουφτής πρέπει να εκλέγεται και μετά να επικυρώνεται από την ελληνική κυβέρνηση. Να υπάρξει παραλληλία στον τρόπο εκλογής των ιεραρχών. Νομίζω ότι αυτό το θέμα πρέπει τάχιστα να λήξει».

Μετά, επί κυβέρνησης Σαμαρά, αυτή η συζήτηση έληξε. Αλλά επανήλθε επί Τσίπρα. Και στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στη συνέντευξη Τύπου που ο κ. Τσίπρας έδωσε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, απαντώντας σε ερώτηση όσον αφορά στα θέματα που είχαν τεθεί κατά την μόλις ολοκληρωθείσα επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα και ειδικά για το θέμα των μουφτήδων, είχε απαντήσει:

«Κοιτάξτε, αυτή τη συζήτηση η κυβέρνηση την έχει ξεκινήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό στο εσωτερικό της και έρχεται ως μία αντικειμενική ανάγκη, που δεν αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και δεν αφορά τον Τούρκο Πρόεδρο. Είναι μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και είναι μια συζήτηση που πρέπει να επεκταθεί δημόσια και ανοιχτά με τη μειονότητα, τους Έλληνες πολίτες που ζουν στη Θράκη. Με τη μουσουλμανική μειονότητα, όπως είπε και ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος, που δεν είναι τουρκική, είναι μουσουλμανική και είναι τριφυούς προέλευσης, όπως είπε. Συνεπώς, θα έλεγα ότι ήδη έχουμε πάρει πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση μεταρρυθμίσεων, που θα αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των συμπολιτών μας στη Θράκη, που έχουν να κάνουν με την εκπαίδευση, με τα σχολειά τους, με τα κίνητρα και τις δυνατότητες για αύξηση του βιοτικού τους επιπέδου, για την εργασία. Ταυτόχρονα, συζητήσαμε και ήδη έχουμε φέρει στη Βουλή έναν νόμο-τομή, που αφορά την σαρία, δηλαδή τη μη υποχρεωτική υπαγωγή κάθε Έλληνα πολίτη που ανήκει στη μουσουλμανική μειονότητα σ’ αυτό το, κατά τη δική μου εκτίμηση, μεσαιωνικής αντίληψης και λειτουργίας πλαίσιο που καθορίζει τις οικογενειακές σχέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ορίζονται από το Δίκαιο που ισχύει στη χώρα και όχι από το θρησκευτικό νόμο. Αυτή ήταν, αν θέλετε, μια υποχρέωση που είχαμε και απέναντι στο ελληνικό Σύνταγμα και απέναντι στο ευρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά και απέναντι στη δική μας την αντίληψη περί ανθρωπισμού. Από κει και πέρα, η συζήτηση που αφορά το πώς θα μπορέσουμε να αμβλύνουμε υπαρκτές αντιθέσεις στο χώρο της μειονότητας, που έχουν να κάνουν με το ότι ένα μεγάλο τμήμα της δεν αναγνωρίζει τον επίσημο θρησκευτικό ηγέτη που αναγνωρίζει η ελληνική Πολιτεία, αυτή είναι μία συζήτηση που πρέπει να την κάνουμε. Πρέπει να την κάνουμε, διότι ούτε την ελληνική Πολιτεία τιμά αυτό ούτε βεβαίως τη μειονότητα, τη μουσουλμανική μειονότητα, την κάνει να αισθάνεται άνετα μια τέτοια πραγματικότητα. Θα θέλαμε λοιπόν να φθάσουμε στο σημείο εκείνο όπου – και δε θα γίνει αύριο αυτό, αλλά σε ένα βάθος χρόνου – αυτούς που θα αναγνωρίζει ως θρησκευτικούς ηγέτες η ελληνική Πολιτεία δε θα τους αμφισβητεί η μειονότητα ή μέρος της μειονότητας. Αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει με τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες μουσουλμανικής πίστης και να καταλήξει το συντομότερο δυνατό, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε και την αντίστοιχη νομοθέτηση, που σε ένα βάθος χρόνου θα δημιουργεί εξελίξεις για να ξεπεράσουμε αυτά τα εμπόδια και αυτά τα προβλήματα. Δεν αφορά αυτό τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και μάλιστα – να εκφράσω και μία ευχή – μακάρι αυτό στο οποίο θα καταλήξουμε να μην το μποϊκοτάρουν κάποιοι και να το αποδεχθούν όλοι. Αλλά, επαναλαμβάνω, δεν είναι κάτι καινούριο αυτό και δεν αφορά και τις αμέσως επόμενες μέρες».

Εντελώς άλλα πράγματα είχε πει ο κ. Κοτζιάς στη Real News, στις 17 Δεκεμβρίου 2017. Είχε πει: «Ειδικότερα, ως προς τους μουφτήδες η τουρκική διπλωματία κάνει προτάσεις για τους Έλληνες μουφτήδες ενώ δεν της πέφτει λόγος. Προτείνει, δε, να προωθηθεί κάτι που δεν γίνεται στην ίδια την Τουρκία και μάλιστα όταν οι δικοί της μουφτήδες δεν ασκούν δικαστικές λειτουργίες. Όπως παραδέχθηκε ο Τούρκος Πρόεδρος κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, εξέφρασε μία «παράκληση» και όχι μία πολιτική θέση».

Ποια είναι, όμως, η αλήθεια; Όπως αποδεικνύεται, η αλήθεια βρίσκεται σε κάτι που ο κ. Κοτζιάς είχε πει ήδη από τις 11 Μαΐου 2015, μιλώντας στην τουρκική δημόσια τηλεόραση TRT.

Η ερώτηση στην οποία απάντησε ήταν:

«Στις εκλογές η μειονότητα στη Θράκη υποστήριξε σε μεγάλο βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν πολλά θέματα που περιμένουν λύσεις, όπως το ζήτημα του μουφτή και το εκπαιδευτικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ τι υπόσχεται στη μειονότητα;»

Και ο Κοτζιάς είχε απαντήσει:

«Ναι υποστήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ πάνω από 40%. Νομίζω ότι για πρώτη φορά από ένα κόμμα εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ, εξελέγησαν τρεις βουλευτές που δηλώνουν μουσουλμάνοι και αισθάνονται πολλαπλούς πολιτισμικούς και θρησκευτικούς δεσμούς με την Τουρκία. Δηλαδή, αυτό είναι ένα γεγονός θετικό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα της αριστεράς, ενσωματώνει αυτές τις διαδικασίες. Νομίζω ότι η Θράκη είναι ένα πεδίο στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν όλα τα καλά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Υπάρχουν θετικά βήματα που γίνονται τα τελευταία χρόνια. Και θέλω να σας θυμίσω ότι, παρά τις δυσκολίες στην Ελλάδα, στην Θράκη διατηρήθηκαν στοιχεία που φέρουν τουρκικές ρίζες. Δε λέω τουρκικά στοιχεία, λέω στοιχεία με τουρκικές ρίζες. Ενώ όσον αφορά την Τουρκία, είχαμε δυσκολίες στη διατήρηση των 250.000 Ρωμιών, από τους οποίους απέμειναν 2.000 με 3.000. Άρα στη Θράκη τα προβλήματα είναι στην πλειονότητα προβλήματα ανάπτυξης και όχι προβλήματα που σχετίζονται με καταπίεση και περιορισμό των δικαιωμάτων».

Προσεκτικός, αλλά η είδηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η μειονότητα υποστήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και αυτό έρχεται και δένει με αυτό που αργότερα είπε ο κ. Τσίπρας, ότι δηλαδή η μειονότητα (που τους στήριξε) πρέπει να νιώθει άνετα με τους θρησκευτικούς της ηγέτες!

Μόνο που οι μουφτήδες ΔΕΝ είναι θρησκευτικοί ηγέτες.

Βάσει της Συνθήκης της Λοζάνης, η μειονότητα που παρέμεινε στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών είναι θρησκευτική (μουσουλμανική), ενώ αυτή που παρέμεινε στην Τουρκία ελληνική.

Η Συνθήκη δεν προβλέπει μεν τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων, ωστόσο κατοχυρώνει απόλυτα τη θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 42). Προβλέπει, όμως, θρησκευτική και όχι εθνική μειονότητα. Ακριβώς γι’ αυτό, δηλαδή για να εξασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, αλλά και για να κατοχυρωθεί και να υπογραμμιστεί ο θρησκευτικός χαρακτήρας της μειονότητας, στην Ελλάδα επελέγη το μοντέλο εφαρμογής μιας ιδιότυπης Σαρίας, ώστε οι μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι να μην αισθάνονται ότι στερούνται των θρησκευτικών ελευθεριών τους, του δικαιώματός τους δηλαδή να απευθύνονται για διάφορα θέματα στους ιερωμένους τους.

Ακριβώς, όμως, επειδή οι μουφτήδες με τον τρόπο αυτό απέκτησαν εκτός από θρησκευτικές και δικαστικές αρμοδιότητες, κατέστησαν κρατικοί λειτουργοί μισθοδοτούμενοι από το Κράτος. Και ακριβώς επειδή έχουν διττό ρόλο, δεν είναι δυνατόν να εκλέγονται. Γι’ αυτό και πουθενά στον κόσμο δεν εκλέγονται.

Η Ελλάδα δεν έχει δεχθεί διαχωρισμό αρμοδιοτήτων, διότι κάτι τέτοιο θα κινδύνευε να οδηγήσει σε εθνική μειονότητα.

Γι’ αυτό και το Σύνταγμα θέτει υπό την εποπτεία της Πολιτείας τόσο την επικρατούσα θρησκεία όσο και τις άλλες αναγνωρισμένες θρησκείες. Και γι’ αυτό θα ήταν λάθος ένας χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας.

Ο Ερντογάν εδώ και πάνω από δέκα χρόνια επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια: Επικαλούμενος τη Συνθήκη της Λοζάνης και ερμηνεύοντάς την κατά το δοκούν, εξισώνει τον Πατριάρχη με τον αρχιμουφτή.

Και επαναλαμβάνει ότι οι μουφτήδες πρέπει να εκλέγονται, λέγοντας πως η Τουρκία έδωσε την τουρκική υπηκοότητα σε ιερωμένους που περιέλαβε σε κατάλογο το Πατριαρχείο, προκειμένου να μπορούν να λαμβάνουν μέρος ως υποψήφιοι στη διαδικασία εκλογής Πατριάρχη.

«Η ελληνική κυβέρνηση διορίζει τον αρχιμουφτή σα να είναι υπάλληλός της», είχε πει τον Οκτώβριο του 2013 μιλώντας σε βουλευτές του. Και πρόσθεσε: «Λες και διορίζω εγώ τον Πατριάρχη»…

Ωστόσο, το αξίωμα του Πατριάρχη είναι το ανώτατο ιερατικό αξίωμα, ενώ αυτό του μουφτή δεν είναι. Ο αντίστοιχος του Πατριάρχη στη μουσουλμανική θρησκεία είναι ο Χαλίφης ή ο Σεϊχ-Ουλ-Ισλάμ.

Επομένως, οι συγκρίσεις που κάνει ο Ερντογάν πρέπει να απορρίπτονται αμέσως. Κάτι που όχι μόνο δεν συνέβη, αλλά ο υπουργός Παιδείας κ. Γαβρόγλου, σε συνέντευξή του στο Κανάλι της Βουλής (15 Νοεμβρίου 2017 ξεκίνησε τη συζήτηση περί μουφτήδων και έκανε αναφορά στον τρόπο εκλογής του Πατριάρχη – ουσιαστικά αποδεχόμενος τον συσχετισμό.

Αυτό αποτελεί παραβίαση της Συνθήκης της Λοζάνης, η οποία στο άρθρο 27 αναφέρει:

«Ουδεμία πολιτική, νομοθετική ή διοικητική εξουσία ή δικαιοδοσία θέλει ασκηθή, δι’ οιονδήποτε λόγον, υπό της Κυβερνήσεως ή των Αρχών της Τουρκίας εκτός του τουρκικού εδάφους επί των υπηκόων εδάφους διατελούντος υπό την κυριαρχίαν ή το προτεκτοράτον των λοιπών Δυνάμεων των υπογραψασών την παρούσαν Συνθήκην και επί των υπηκόων εδάφους αποσπασθέντος της Τουρκίας. Εννοείται ότι η πνευματική δικαιοδοσία των θρησκευτικών μουσουλμανικών Αρχών δεν θέλει ποσώς θιγή».

Δεν επιτρέπει δηλαδή η Συνθήκη οποιαδήποτε παρέμβαση στην Τουρκία, αναγνωρίζοντας μόνο τον σεβασμό στη θρησκευτική ελευθερία.

Με τη συμπεριφορά της, όμως, και με την πολύχρονη δράση του τουρκικού προξενείου, η Τουρκία αυτό ακριβώς επιδιώκει: Πολιτική παρέμβαση επί ξένου εδάφους – εν προκειμένω του ελληνικού.

Μάλιστα, ο Ερντογάν, σε σειρά δηλώσεών του όλα αυτά τα χρόνια συνδέει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης με την «επίλυση» του θέματος των μουφτήδων. Έτσι, όχι μόνο παραβιάζει τη Συνθήκη της Λοζάνης που επιβάλλει στην Τουρκία τον σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών και την παραχώρηση κάθε διευκόλυνσης για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων της ελληνικής μειονότητας, αλλά θέτει και θέμα αμοιβαιότητας.

Αλλά στη Συνθήκη της Λοζάνης ο όρος «αμοιβαιότητα» δεν υπάρχει!

Στην πραγματικότητα, αυτό που επιδιώκει η Τουρκία είναι η μετατροπή της θρησκευτικής μειονότητας σε εθνική δια της εκλογής ενός πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη.

Τώρα, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ άνοιξε τον δρόμο για την δημιουργία ενός πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη στη Θράκη.

Διότι από την στιγμή που κάποιος εκλέγεται, αποκτά από τον λαό τη δύναμη να πράξει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι.

Θυμίζω ότι επί κυβέρνησης Σαμαρά ελήφθησαν μια σειρά πρωτοβουλίες που προκάλεσαν αντιδράσεις στην τουρκική πλευρά.

Τον Ιανουάριο του 2013 ψηφίστηκε τροπολογία με την οποία για πρώτη φορά δόθηκε η δυνατότητα σε 240 ιεροδιδασκάλους των τριών μουφτειών της Θράκης να διδάσκουν το Κοράνιο και σε δημόσια σχολεία της Θράκης σε μαθητές της μειονότητας που έχουν απαλλαγεί από το μάθημα των θρησκευτικών, εντός του ωραρίου διδασκαλίας τους και χωρίς η διδασκαλία αυτή να αποτελεί μέρος του επισήμου σχολικού προγράμματος. Ο Τούρκος πρόξενος στην Κομοτηνή είχε τότε δηλώσει πως «όσο είμαι εγώ εδώ, δεν θα περάσει».

Είναι προφανές ότι οι Τούρκοι δεν θέλουν καμιά εποπτεία από το ελληνικό κράτος ως προς το περιεχόμενο των σπουδών τους.

Τον Ιανουάριο του 2014, με άλλη τροπολογία επιβεβαιώθηκε ο νόμος 1920/1991 (θυμίζω ότι το 1990, επί κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη, κηρύχθηκε απόλυτη ισονομία, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 2006 ο Ερντογάν να παραδεχθεί ότι «η κατάσταση στη Δ. Θράκη σήμερα είναι καλύτερη), που προέβλεπε ότι οι μουφτείες είναι δημόσιες υπηρεσίες. Με την τροπολογία του 2014 ορίσθηκε ότι οι μουφτείες είναι δημόσιες υπηρεσίες επιπέδου γενικής διεύθυνσης.

Όλα αυτά φαίνεται ότι τώρα πάνε περίπατο. Και οι Τούρκοι το ήξεραν, γι’ αυτό και βοήθησαν με κάθε τρόπο τον ΣΥΡΙΖΑ στη Θράκη.

Είναι άλλωστε γνωστό ότι η Τουρκία (όπως προκύπτει και από δηλώσεις των μουσουλμάνων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στον τουρκικό Τύπο) θεωρούσε πως μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα διευκόλυνε τα σχέδιά της στη Θράκη με την αποδοχή των «αιτημάτων» της περί μουφτήδων κλπ.

Αυτά που λέει ο κ. Τσίπρας περί νομοθεσίας – τομής σχετικά με την ψήφιση της προαιρετικής υπαγωγής στη Σαρία και στον Μουφτή είναι παραμύθια. Αυτό ίσχυε. Τον Μάρτιο του 2008, το Μονομελές Πρωτοδικείο της Ροδόπης αποφάσισε ότι οι δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του μουφτή δεν μπορούν να λειτουργούν σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων. Άλλωστε, από το 2006 είχε αποφασιστεί από το Υπουργείο των Εξωτερικών ο συστηματικότερος έλεγχος των δικαστικών αποφάσεων ώστε να είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Και στις 19 Φεβρουαρίου 2009, το Μονομελές Πρωτοδικείο της Ροδόπης δικαίωσε μια μουσουλμάνα και της έδωσε την επιμέλεια των παιδιών της κόντρα στην απόφαση του μουφτή.

Τώρα, οι γυναίκες της μειονότητας υποτίθεται ότι θα έχουν το δικαίωμα της επιλογής μεταξύ μουφτή και δικαιοσύνης. Πιστεύει κανείς πως θα μπορούν να πάρουν μια τέτοια απόφαση με την ελεύθερη βούλησή τους ή θα οδηγούνται στον μουφτή θέλουν δεν θέλουν;

Προφανώς, το δεύτερο – και αυτό το καταλαβαίνουν όλοι!

Επομένως, τι κάνει τώρα ο κ. Τσίπρας;

Πετυχαίνει με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια – και την υποστήριξη της μειονότητας (μέσω Τουρκίας) στις εκλογές και το χατίρι του Ερντογάν, που μετά θα του το χρωστάει και θα τον υποστηρίξει στις εκλογές.

Αν αυτό, η δημιουργία δηλαδή ενός πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη στη Θράκη θα προκαλέσει σοβαρότατα εθνικά και υπαρξιακά προβλήματα και εκεί, λίγο ενδιαφέρει αυτά τα διαλυτικά και τυχοδιωκτικά στοιχεία.

Το απέδειξαν άλλωστε και στη Μακεδονία…

http://lastpoint.gr/meta-tin-makedonia-ilthe-i-ora-tis-thrakis/