Αρχική Blog Σελίδα 2775

«Από το {μείνε εκεί που είσαι Γαλλία} στην τηλεφωνική επικοινωνία Ερντογάν-Μακρόν»

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου  [email protected]  www.kalkis.eu

Η τουρκική κυβίστηση, λόγω της μη αποκλειόμενης χρεοκοπίας, βρίσκεται καθοδόν και ευνοεί τις γαλλικές επιχειρήσεις στην Τουρκία.

Σας θυμίζω ότι η Τουρκία είχε καταλάβει το καντόνι του Αφρίν, στη βορειοδυτική Συρία, καθώς και 30 χωριά μέσα στο έδαφος του βορείου Ιράκ την άνοιξη του 2018. Κι  ο Ερντογάν είχε τότε καταληφθεί από μια άγρια ιμπεριαλιστική δίψα, την οποία πυροδοτούσε ακόμα περισσότερο η κεμαλική αντιπολίτευσή του, μαζί με τους συμμαχικούς Γκρίζους Λύκους.

Ο Μακρόν τόλμησε να δεχθεί στις 29-03-2018 στο προεδρικό του μέγαρο  Elysée μια αντιπροσωπεία από τη Συρία, συμπεριλαμβανομένων και Κούρδων στρατιωτικών αξιωματούχων, αλλά και προσωπικότητες από πολιτικούς θεσμούς που σχετίζονται με τον αραβο-κουρδικό συνασπισμό των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), παρέχοντάς τους ένα μήνυμα πολιτικής υποστήριξης πρωτοφανούς σημασίας, όπως έγραφα στις Ανιχνεύσεις στις 3-04-2018, http://www.anixneuseis.gr/?p=187563.

Ποιος είδε τον Αλλάχ και δεν φοβήθηκε ; Εκτόξευσαν οι γείτονές μας εναντίον του Μακρόν τέτοιες νέο-οθωμανικές εκφράσεις που θα τις ζήλευαν κι οι αφιονισμένοι των διαφόρων ποδοσφαιρικών θυρών στα καθ’ημάς, όπως :

«Ποιος είσαι εσύ που επικαλείσαι τη διαμεσολάβηση με μια τρομοκρατική οργάνωση;», ρώτησε με περισσή «ευγένεια» ο Ερντογάν.

«Όσοι δεσμεύονται στην συνεργασία και την αλληλεγγύη με τις τρομοκρατικές ομάδες εναντίον της Τουρκίας (…), κινδυνεύουν να γίνουν, όπως και οι τρομοκράτες, ένας στόχος της Τουρκίας», έγραψε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Bekir Bozdag  στον λογαριασμό του στο Twitter.

«Λέμε στη Γαλλία: μείνε εκεί που είσαι, δεν έχετε δουλειά στη Συρία», δήλωσε ο Engin Altay, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (κεμαλιστικού),  στην Άγκυρα.

Όλα αυτά όμως φαίνεται ότι έγιναν «νερό και αλάτι» πριν δυο μέρες, αφού ο Ερντογάν και ο Μακρόν επικοινώνησαν τηλεφωνικά μέσα σε ένα φιλικό κλίμα και συμφώνησαν οι επί των οικονομικών Υπουργοί τους να συνεργαστούν επισταμένως για την περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη σημαντικών γαλλο-τουρκικών οικονομικών σχέσεων. Δηλαδή από το «Go back κ. Macron» που κατά κάποιον τρόπο είχε πει ο νταής Ερντογάν την περασμένη άνοιξη, τώρα βρισκόμαστε στα «γαλλο-τουρκικά μέλια». «Ανάγκα και θεοί πείθονται», έλεγαν κάποτε οι σοφοί πρόγονοί μας σε αυτές τις περιπτώσεις των κυβιστήσεων.

Ο Μακρόν δεν είναι κορόιδο. Τότε που υπέστη τις παραπάνω λεκτικές απρέπειες των Τούρκων δεν απάντησε σε ίδιους τόνους. Περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία. Η επαπειλούμενη στάση πληρωμών της Τουρκίας, αν συμβεί, θα μπορούσε να πλήξει σε μεγάλο βαθμό και τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα που έχουν επενδυθεί στην Τουρκία. Αυτά θέλει να διασφαλίσει και να επαυξήσει, τώρα που ο Ερντογάν βρίσκεται στα σκοινιά.

Οι γαλλικοί όμιλοι απέναντι στην τουρκική κρίση

Σύμφωνα με το άρθρο της LÉA MENARD στις 14-08-2018 στην ηλεκτρονική έκδοση της γαλλικής εφημερίδας Les echos, «πολλές γαλλικές εταιρείες έχουν πάει στην Τουρκία για να επωφεληθούν από την οικονομική άνθηση που γνώρισε η χώρα από τη δεκαετία του 2000. Περίπου 300 γαλλικοί  όμιλοι βρίσκονται σήμερα στη χώρα, αντιπροσωπεύοντας περισσότερες από 50.000 θέσεις εργασίας. Η βαθιά κρίση που διέρχεται η χώρα, ωστόσο, θα μπορούσε να ανατρέψει τα σχέδιά τους».

Η Renault παρούσα για μισό αιώνα στην Τουρκία

Η εν λόγω αυτοκινητοβιομηχανία θα γιορτάσει τα 50 χρόνια παρουσίας της στην Τουρκία το επόμενο έτος. Με τον συνεταίρό της Oyak, ο γαλλικός κατασκευαστής αυτοκινήτων άρχισε να παράγει τα Renault 12 στο εργοστάσιο της Bursa (δυτικά της Τουρκίας) το 1971. Πέρυσι ο κατασκευαστής παρήγαγε 310.000 Clio και 600.000 κινητήρες. Η κοινοπραξία, της οποίας η Renault κατέχει το 51%, είχε κύκλο εργασιών 3,6 δισ. Ευρώ και απασχολεί συνολικά 7.100 εργαζόμενους. Η Renault σχεδίαζε να παράγει το μεγαλύτερο μέρος της νέας γενιάς Clio, που έχει προγραμματιστεί για το τέλος του 2019, στο τουρκικό εργοστάσιό της.

Η BNP Paribas, έκτη ιδιωτική τράπεζα στην Τουρκία

Η Γαλλία είναι επίσης παρούσα στην Τουρκία μέσω του τραπεζικού κλάδου. Το 2005, η BNP Paribas ολοκλήρωσε την εξαγορά της TEB (Türk Ekonomi Bankasi), της οποίας είναι μέτοχος μαζί με την ιδρυτική οικογένεια και η οποία είναι σήμερα η έκτη ιδιωτική τράπεζα στη χώρα. Το 2017, «η αναθεώρηση προς τα κάτω της προοπτικής ανάπτυξης της Turk Ekonomi Bankasi οδήγησε στην απομείωση της συνολικής υπεραξίας της TEB (172 εκατομμύρια ευρώ)», ανέφερε η BNP Paribas στην ετήσια έκθεσή της. Η έκθεσή της στην Τουρκία δεν  αντιπροσωπεύει παρά μόνο το 2% των δεσμεύσεών της.

H Aéroports de Paris (ADP), μια πολύ δυναμική εναέρια κυκλοφορία

Ο Όμιλος ADP είναι μέτοχος των αεροδρομίων της Τουρκίας TAV από το 2012. Κατείχε το 38% του κεφαλαίου, πριν αυξήσει τη συμμετοχή του στο 46,12% τον Ιούλιο του 2017. Αν και η τιμή της μετοχής του Τούρκου διαχειριστή των 16 αεροδρομίων, συμπεριλαμβανομένου και του αεροδρομίου της Κωνσταντινούπολης-Ατατούρκ, έχασε σχεδόν 7% της αξίας της τη Δευτέρα στις 26,9 λίρες Τουρκίας. Σε ένα πλαίσιο νομισματικής κρίσης στη χώρα, η αξία της υπερδιπλασιάστηκε σε πέντε χρόνια. Και η δραστηριότητα του ομίλου είναι πολύ δυναμική, καθώς η κίνηση των επιβατών της κύριας πλατφόρμας της Κωνσταντινούπολης καταγράφει ακόμη και την υψηλότερη ανάπτυξη του ευρωπαϊκού Top 5 κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018.

Στρατιωτικός Εξοπλισμός και αεροπλάνα

Μια σύμβαση για ένα μελλοντικό σύστημα πυραύλων υπογράφηκε στις αρχές του έτους 2018 μετά από επίσκεψη του Ερντογάν στο Παρίσι. Το έργο συγκεντρώνει διάφορους Τούρκους επενδυτές καθώς και τον ευρωπαϊκό κατασκευαστή πυραύλων MBDA (την κοινοπραξία μεταξύ της Airbus, του ιταλικού Leonardo και των βρετανικών BAE Systems) και του προμηθευτή εξοπλισμού Thales. Επιτεύχθηκε επίσης συμφωνία για την αγορά 25 Airbus A350.

Ένα δύσκολο πυρηνικό πρόγραμμα

Ανακοινωθέν  το 2013, το γαλλο-ιαπωνικό σχέδιο κατασκευής του δεύτερου πυρηνικού σταθμού της Τουρκίας στη  Sinop, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, καρκινοβατεί για να ξεκινήσει, όπως γράφει η LÉA MENARD. Αρχικά προωθήθηκε από τη γαλλική Engie και μια ιαπωνική κοινοπραξία με την τεχνολογία Atmea την οποία ανέλαβε η γαλλική ηλεκτρική εταιρεία  EDF. Το έργο εκτιμάται ότι θα στοιχίσει  περισσότερα από 16 δισεκατομμύρια ευρώ.

Αν στο μεταξύ δεν χρεοκοπήσει η Τουρκία, προσθέτει η ταπεινότητά μου, με τα μυαλά που κουβαλάει ο Ερντογάν. Εκτός κι αν εγκαταλείψει πάραυτα και οριστικά, όπως ο δικός μας πρωθυπουργός, την brutale αντίληψη του «Go back κ. Macron».

 

Η απουσία της ΑΟΖ στην τραγωδία των ψαράδων μας.

0

Του Θεόδωρου Καρυώτη

 Από την στιγμή που οι Τούρκοι αποφάσισαν να παριστάνουν τους Κινέζους στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν υπάρχει καμία ελπίδα να λύσουμε τις θαλάσσιες διαφορές μας μαζί τους.

Κάποτε ήλπιζα ότι πηγαίνοντας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θα σέβονταν την απόφαση του Δικαστηρίου. Τώρα πιστεύω ότι θα γράψουν στα παλιά τους τα παπούτσια την απόφαση της Χάγης, εάν ποτέ προσφύγουν εκεί, ενεργώντας όπως οι Κινέζοι στην Σινική Θάλασσα, μια και η Τουρκία αποτελεί την μεγαλύτερη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πολλοί με αγνόησαν, πριν 35 χρόνια, όταν έγραψα ότι ο κύριος λόγος της απόρριψης της ΑΟΖ από την Τουρκία ήταν το θέμα της Αλιείας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, σήμερα, θέλουν να ανοίξουν ένα μεγαλύτερο μέτωπο αυξάνοντας τις απειλές τους προς τους ψαράδες μας στο Αιγαίο.

Δυστυχώς, οι Κύπριοι και οι Έλληνες ασχολούνται αποκλειστικά με τους υδρογονάνθρακες και δεν βλέπουν την μεγαλύτερη εικόνα που αφορά όλα τα προβλήματα στις σχέσεις μας με τους Τούρκους και όχι μόνο τους υδρογονάνθρακες.

Έτσι, ο Μιχάλης Ιγνατίου γράφει:

«Ο ισλαμιστής πρόεδρος της Τουρκίας, εκτοξεύει πάλι απειλές εναντίον της κυπριακής ΑΟΖ και δεν βλέπει τα χάλια του.  Περιέργως σιώπησε για το Αιγαίο, εκτός αν μας επιφυλάσσει το «θερμό καλοκαίρι» στο τέλος του μήνα. Ως γνωστόν είναι άβυσσος η ψυχή του. Αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να “χτυπήσει” την Ελλάδα, καθώς η τουρκική οικονομία οδηγείται στα τάρταρα… Απειλεί μονίμως την Κύπρο, επειδή θεωρεί ότι εκεί είναι ο αδύνατος κρίκος του Ελληνισμού. Υπάρχει, όμως, και μία άλλη εξήγηση. Τρέχει να προλάβει «τετελεσμένα» από τις διεθνείς εταιρείες που ετοιμάζουν τα τρυπάνια τους για τις γεωτρήσεις.»

Αυτά είναι απολύτως σωστά αλλά συνεχίζουμε να επικεντρώνουμε την προσοχή μας μόνο στους υδρογονάνθρακες και την βραχυπρόθεσμη πολιτική της Τουρκίας. Είμαι πεπεισμένος ότι η Τουρκία, δρα πλέον, με ένα μακροχρόνιο σχέδιο, που περιλαμβάνει τα πάντα. Δηλαδή τα χωρικά ύδατα, την ΑΟΖ, πολλά από τα νησιά μας, τους υδρογονάνθρακες, αλλά και τα ψάρια μας!  Και το πιο σημαντικό, ακολουθώντας την Κίνα, στο τέλος θα απαιτήσει την συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και αλιευμάτων της Ανατολικής Μεσογείου.

Το μεγάλο μυστικό της Τουρκίας ήταν ότι πολέμησε κυρίως το θέμα της ΑΟΖ και των νησιών όλα τα εννιά χρόνια της Τρίτης Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), γιατί γνώριζε ότι τα άρθρα της ΑΟΖ που ασχολούνται διεξοδικά με τα θέματα της αλιείας ευνοούσαν τα νησιά του Αιγαίου πελάγους.

Το άρθρο της Σύμβασης της UNCLOS, που «έκοψε τα πόδια» των Τούρκων αναφέρει:

Άρθρο 56 Δικαιώματα, δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους στην αποκλειστική οικονομική ζώνη
1. Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη το παράκτιο κράτος έχει:
α) κυριαρχικά δικαιώματα που αποσκοπούν στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, των υπερκειμένων του βυθού της θάλασσας υδάτων, του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους αυτού, ως επίσης και με άλλες δραστηριότητες για την οικονομική εκμετάλλευση και εξερεύνηση της ζώνης, όπως η παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους

Οι Κινέζοι βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση, διότι πρωτοστάτησαν στην δημιουργία της ΑΟΖ, υπέγραψαν και επικύρωσαν την UNCLOS και τώρα παρά την καταδίκη τους από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης παραβιάσουν τις διατάξεις του με ένα εντελώς προκλητικό, και πολλές φορές, ειρωνικό ύφος.

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της UNCLOS (1973-1982) στο θέμα της αλιείας πρωτοστάτησαν τα κράτη της Λατινικής Αμερικής, από τα οποία προήλθε και η ιδέα της δημιουργίας  της ΑΟΖ, διότι ήθελαν να προστατέψουν την αλιεία τους.  Το κύριο άρθρο του UNCLOS που αναφέρεται στην αλιεία είναι το άρθρο 61, το οποίο περιλαμβάνει τα κύρια σημεία για τους ζώντες πόρους των θαλασσών και των ωκεανών.

 

Άρθρο 61: Διατήρηση των ζώντων πόρων

 

  1. Το παράκτιο κράτος καθορίζει το επιτρεπτό όριο αλίευσης των ζωντανών πόρων στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.
  2. Το παράκτιο κράτος, λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα που έχει στη διάθεσή του, διασφαλίζει, με κατάλληλα μέτρα προστασίας και διαχείρισης, ότι η διατήρηση των ζωντανών πόρων μέσα στην αποκλειστική οικονομική ζώνη τους δεν κινδυνεύει από την υπερεκμετάλλευση. Το παράκτιο κράτος και οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί, υποπεριφερειακοί, περιφερειακοί ή παγκόσμιοι, συνεργάζονται προς αυτόν τον σκοπό κατά τον πλέον αρμόζοντα τρόπο.
  3. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν επίσης στη διατήρηση και στην αποκατάσταση των πληθυσμών των αλιευμάτων σε επίπεδα που να καθιστούν δυνατή τη μέγιστη διαρκή απόδοση, λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς περιβαλλοντικούς και οικονομικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων των οικονομικών αναγκών των παράκτιων αλιευτικών κοινοτήτων και των ειδικών αναγκών των αναπτυσσόμενων κρατών, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις αλιευτικές μεθόδους, την αλληλεξάρτηση των αποθεμάτων και τις τυχόν γενικώς προτεινόμενες διεθνείς ελάχιστες προδιαγραφές, υποπεριφερειακού, περιφερειακού ή παγκόσμιου χαρακτήρα.
  4. Κατά τη λήψη των μέτρων αυτών το παράκτιο κράτος θα λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις σε είδη που συνδέονται ή εξαρτώνται από τα αλιευόμενα είδη, με σκοπό τη διατήρηση ή αποκατάσταση των πληθυσμών αυτών σε επίπεδα που να μην κινδυνεύει σοβαρά η αναπαραγωγή τους.
  5. Διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες, στατιστικά στοιχεία που αφορούν τον όγκο των αλιευμάτων και την αλιευτική δραστηριότητα, καθώς και άλλα στοιχεία σχετικά με τη διατήρηση των αποθεμάτων ιχθύων παρέχονται και ανταλλάσσονται σε τακτική βάση μέσω των αρμόδιων διεθνών οργανισμών, υποπεριφερειακών, περιφερειακών ή παγκοσμίων, όπου αρμόζει σχετικά, και με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των κρατών των οποίων οι υπήκοοι δικαιούνται να αλιεύουν στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.

 

Η Ελληνική Αλιεία

Η αλιεία στην Ελλάδα έχει μια πολύ αρχαία παράδοση. Διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα και κείμενα έχουν βρεθεί στην Κρήτη και αλλού, καθώς και περιγραφές από διάσημους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως είναι ο Αισχύλος, ο Ησίοδος και ο Ξενοκράτης, που δείχνουν ότι η αλιεία έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή των Ελλήνων, τουλάχιστον από το 2000 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της Ομηρικής περιόδου η ελληνική αλιεία είχε σχεδόν εξαφανιστεί, διότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την αλιεία κατώτερη και χωρίς αξία δραστηριότητα. Ο Πλάτωνας είχε ισχυριστεί ότι η αλιευτική δραστηριότητα είναι μια απασχόληση ανάξια ευγενών ανδρών, διότι χρησιμοποιεί κατεργαριά αντί δεξιοτεχνίας, και επομένως δεν παράσχει στους νέους την ευκαιρία να εξασκήσουν τα κορμιά τους, όπως θα έκαναν εάν κυνηγούσαν άγρια ζώα
Οι Έλληνες ψαράδες μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν πολύ λίγοι και χρησιμοποιούσαν απαρχαιωμένες μεθόδους ψαρέματος, με μοναδικό σκοπό να προμηθεύσουν τροφή στις οικογένειές τους. Το πρώτο βασιλικό διάταγμα, το 1834, επέτρεπε το ψάρεμα σαρδελών (sardines) όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από τους ψαράδες άλλων κρατών. Η Ελλάδα σε ολόκληρη την ιστορία της υπήρξε ένα μεγάλο θαλάσσιο κράτος, αλλά πάντα ήταν φημισμένη για τον εμπορικό της στόλο και όχι για την αλιεία
Η Τουρκική Αλιεία

Η Τουρκία, αντίθετα από την Ελλάδα, δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τομέα της αλιείας. Το κοινωνικό και οικονομικό σχέδιο με τίτλο «Vision 2023» προβλέπει ότι η Τουρκία θα γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός αλιείας στην ΕΕ όταν η Τουρκία γίνει πλήρες μέλος της, κάτι που σήμερα είναι εκτός πραγματικότητας. Οι Τούρκοι αρνούνται να προσχωρήσουν στην UNCLOS που αποτελεί έναν από τους όρους για την πλήρη ένταξή της στην ΕΕ. Όταν συζητείτο το θέμα της ΑΟΖ στον ΟΗΕ, η Τουρκία κατάλαβε πολύ νωρίς ότι αυτή η έννοια εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας στα θέματα αλιείας στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος. Η ελληνική κυβέρνηση, δυστυχώς, πίστευε, λανθασμένα, ότι το πρόβλημα της Τουρκίας ήταν το θέμα των υδρογονανθράκων στην περιοχή.

Η Αδιαφορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ελληνική Αλιεία.

Η ΕΕ, η οποία είχε μια ενεργή παρουσία στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982), αντιλήφθηκε ότι η ΑΟΖ θα βοηθήσει στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής θαλάσσιας πολιτικής. Βέβαια αυτή η θαλάσσια πολιτική είχε ξεκινήσει πριν καν υπάρξει ΑΟΖ, αλλά μετά το 1982 δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στα θέματα που αφορούν τις θάλασσες της ΕΕ και ιδιαίτερα στα θέματα της αλιείας. Η ΕΕ των 28 κρατών εκτείνεται από τη Βόρεια θάλασσα και τη Βαλτική θάλασσα στον βορρά, την Ιρλανδική θάλασσα και τον Ατλαντικό ωκεανό στη δύση και στη Μεσόγειο θάλασσα, και τη Μαύρη θάλασσα στον νότο και στην ανατολή. Είκοσι τρία από τα είκοσι οχτώ κράτη είναι παράκτια και έτσι οι ακτές της καλύπτουν πάνω 67.000 χλμ.

Βέβαια ο κύριος λόγος της συμμετοχής της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη διάσκεψη ήταν το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη της είχαν μεταβιβάσει ορισμένες αρμοδιότητες σ’ αυτήν. Οι αρμοδιότητες αυτές αφορούσαν βασικά τα θέματα της αλιείας, της εμπορικής πολιτικής και της διατήρησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αντιλήφθηκε ότι μια ΑΟΖ 200 ν.μ. σύντομα θα εξαπλωθεί σε όλες τις ηπείρους, αποφάσισε να μελετήσει το θέμα, για να διαπιστώσει αν πρέπει και η ίδια να αποκτήσει μια τέτοια ζώνη.

Έτσι η ΕΕ (τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα), έχοντας αναλύσει το όφελος/κόστος από μια ΑΟΖ 200 ν.μ., έκανε ένα πολύ βασικό βήμα τον Νοέμβριο του 1976, συμφωνώντας σε τρεις βασικές αρχές:

  1. Στην επέκταση των αλιευτικών ζωνών όλων των κρατών-μελών της στα 200 ν.μ., αλλά εξαιρούντο τα κράτη της Μεσογείου.
  2. Στη μεταβίβαση στην Κοινότητα της αποκλειστικής αρμοδιότητας για τις διαπραγματεύσεις για αλιευτικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με κράτη μη μέλη της.
  3. Η Κοινότητα συμφώνησε σε ορισμένες αρχές για τη μελλοντική της πολιτική σε θέματα διαχείρισης και διατήρησης των αλιευτικών πόρων.

Αλλά η πιο σημαντική απόφαση ελήφθη στις 25 Ιανουαρίου 1983 (Council Resolution No. 170/83) όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από όλα τα παράκτια κράτη της να δημιουργήσουν μια αλιευτική ζώνη 12 ν.μ. ανεξάρτητα εάν δίέθεταν χωρικά ύδατα 6 ή 12 ν.μ. που άρχιζε την 1η Ιανουαρίου 1993. Δυστυχώς, η ΕΕ προχώρησε σε αναβολή αυτής της απόφασης μετακινώντας την έναρξη ισχύος της για δέκα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος 2002.

Η Τουρκία αντέδρασε και ζήτησε από την ΕΕ να μην υλοποιήσει αυτή τη ζώνη στην Μεσόγειο. Έτσι το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας, στις 25 Οκτωβρίου 1990, κάλεσε στην Άγκυρα όλους τους πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ εκτός από τον Έλληνα πρέσβη, για να διαμαρτυρηθεί για αυτή την απόφαση και να ζητήσει να μην ισχύει για την Μεσόγειο!  Δυστυχώς, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη όχι μόνο δεν παραπονέθηκε για τον αποκλεισμό του Έλληνα πρέσβη αλλά ούτε αντέδρασε στη θέση της Τουρκίας που έθιγε κυριαρχικά μας εθνικά δικαιώματα στο Αιγαίο. Έτσι η ΕΕ αποδέχτηκε τα αίτημα της Τουρκίας και σήμερα βλέπουμε ξεκάθαρα τα τραγικά λάθη μας και την τεράστια ταλαιπωρία των ψαράδων μας.

Από την πλευρά της, η Ε.Ε. όχι μόνο υπέγραψε την UNCLOS του1982, αλλά και το επικύρωσε την 1η Ιανουαρίου 1998, γεγονός που ενίσχυσε την αρμοδιότητά της σε όλους τους τομείς στους οποίους το Μέρος V της Σύμβασης παρέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις στα παράκτια κράτη. Έτσι, σήμερα η Κυπριακή ΑΟΖ είναι στην ουσία, επίσης, ΑΟΖ της Ε.Ε. Είναι, επομένως, υποχρέωση της Ε.Ε. να υπερασπιστεί σήμερα την ΑΟΖ ενός κράτους- μέλους της. Βέβαια, γνωρίζοντας την κατάσταση που επικρατεί στην ΕΕ, αυτό φαίνεται ως όνειρο θερινής νυκτός. Αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι η ικανότητα της ΕΕ να δρα ως γεωπολιτικός παίκτης,  που αντιλαμβάνεται τις προκλήσεις της εποχής, αλλά δυστυχώς η ουσιαστική έλλειψη κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα της Ευρώπης.

Όπως έγραψε ο Πέτρος Μηλιαράκης:

«Μια ψύχραιμη παρατήρηση των τελευταίων γεγονότων δείχνει, ότι όταν ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ερντογάν… «αναπολεί» τα τετραγωνικά χιλιόμετρα εδαφών που είχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν εκδηλώνει τίποτα ολιγότερο παρά τη βουλιμία της Τουρκίας να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη μιας εποχής που παρήλθε, παρήκμασε και ηττήθηκε οριστικώς και αμετακλήτως!».

Εκείνο πάντως που εμείς πρέπει, οπωσδήποτε, να αντιληφθούμε είναι ότι η βουλιμία της Τουρκίας θα υπάρχει και μετά τον Ερντογάν και πρέπει να κάνουμε μακροπρόθεσμα σχέδια υποστήριξης των θαλασσών μας.

Ασχολούμεθα καθημερινά με τις χιλιάδες παραβιάσεις του εναερίου χώρου μας από το 1973 μέχρι σήμερα, αλλά αγνοούμαι τις χιλιάδες παραβιάσεις των αλιευτικών σκαφών μας. Μεγάλα και μικρά παράκτια κράτη όταν παραβιάζονται οι θάλασσές τους, από παράνομες ενέργειες ψαράδων άλλων κρατών, δεν διστάζουν να βουλιάξουν αυτά τα αλιευτικά σκάφη.

Guardian: «Ανίκανος o Ερντογάν να καταλάβει το μάθημα ζωής των αρχαίων Ελλήνων»

1
18/8/18
«Η ύβρις φέρνει τη νέμεση, έλεγαν οι αρχαίοι Ελληνες. Πρόκειται για ένα μάθημα ζωής που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο αλαζόνας ηγέτης της Τουρκίας, μοιάζει ανίκανος να καταλάβει την ώρα που η χώρα του βυθίζεται σε μια κρίση που ο ίδιος προκάλεσε» γράφει ο αρθρογράφος της βρετανικής εφημερίδας, Σάιμον Τίσνταλ και συνεχίζει:

«Ο Ερντογάν είπε πριν από τις εκλογές του Ιουνίου ότι αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια ισχυρή προεδρία και ότι ο ίδιος είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος να την ασκήσει. Η επιθυμία του εκπληρώθηκε. Και τώρα η Τουρκία διέρχεται κρίση. Η κατάρρευση της εικόνας του ισχυρού άνδρα ήρθε πιο γρήγορα απ’όσο αναμενόταν. Και δεδομένου ότι ο Ερντογάν είναι αυτές τις ημέρες ο μόνος που κρατά τα ηνία, δύσκολα θα αποφύγει την ανάληψη της ευθύνης.

Το επίκεντρο αυτής της πολύ τουρκικής τραγωδίας είναι η κατρακύλα της λίρας, που έχει χάσει φέτος το 40% της αξίας της σε σχέση με το δολάριο. Αυτό αντανακλά ευρύτερα προβλήματα που σχετίζονται με το χρέος και τον πληθωρισμό και που ο Ερντογάν απέτυχε να αντιμετωπίσει. Αλλωστε ο λόγος που προκήρυξε πρόωρες εκλογές ήταν ότι φοβόταν τις αυξήσεις των τιμών και τις ελλείψεις των αγαθών. Αλλά δεν το απέφυγε. Και η απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών στην οικονομική διαχείριση από την τουρκική κυβέρνηση επηρεάζει ήδη τις τράπεζες, το ευρώ και τις αναδυόμενες οικονομίες από την Ασία μέχρι την Αφρική.

Αυτή η αναταραχή επεκτείνεται πολύ πέρα από την τιμή των κρεμμυδιών στην Κωνσταντινούπολη. Τα προβλήματα της Τουρκίας έχουν ευρύτερες γεωπολιτικές και στρατηγικές επιπτώσεις. Η χώρα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φιλικές, αλλά επεκτατικές δυνάμεις: τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Από τότε που ανέλαβε την εξουσία, το 2003, ο Ερντογάν προσπάθησε να στρέφει τη μία εναντίον της άλλης, με ανάμικτα αποτελέσματα. Τώρα, οι αντιφάσεις της πολιτικής του κορυφώνονται, με απρόβλεπτες επιπτώσεις για τη Συρία, το Ιράν, το ΝΑΤΟ και τις σχέσεις με την Ευρώπη.
Η Αγκυρα βρίσκεται σε διπλωματικό αδιέξοδο, έγραψε ο Γιαβούζ Μπαϊντάρ στον ιστότοπο Ahval. «Βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τώρα πρέπει να τα βγάλει πέρα με τη Ρωσία. Στο μεταξύ, οι Κούρδοι παραμένουν μια πραγματικότητα κοντά και μέσα από τα σύνορα της Τουρκίας. Η εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης καθιστά τη χώρα ευάλωτη. Και η αλλοπρόσαλλη περιφερειακή της πολιτική καθιστά δύσκολο έναν διάλογο που απαιτεί εμπιστοσύνη και αποφασιστικότητα».
Ο Ερντογάν αποδίδει τα προβλήματά του σε μια διεθνή συνωμοσία. Οι ΗΠΑ, τόνισε, μαχαίρωσαν την Τουρκία πισώπλατα. «Αν αυτοί έχουν δολάρια, εμείς έχουμε τον λαό μας, το δίκιο μας και τον Θεό μας».
Ο έλεγχος της εξουσίας από τον Ερντογάν είναι τόσο σφιχτός, ώστε δύσκολα θα τη χάσει σύντομα. Στον στρατό έχουν γίνει μεγάλες εκκαθαρίσεις, όπως και σε άλλα κέντρα ενδεχόμενης αντίστασης. Το κοινοβούλιο έχει εκφυλιστεί σε ένα όργανο χωρίς εξουσίες. Τα λάθη του Ερντογάν, όπως η άρνησή του να αυξήσει τα επιτόκια και ο νεποτιστικός διορισμός του γαμπρού του στο υπουργείο Οικονομικών, είναι τεράστια. Δεν μπορεί να υπάρξουν υποχωρήσεις. Η ισχυρογνωμοσύνη του Ερντογάν είναι θατσερικού τύπου.
Όλα αυτά δείχνουν ότι τα προβλήματα της Τουρκίας θα χειροτερέψουν προτού αρχίσουν να λύνονται.
Στο πρόσωπο του Τραμπ, ο Ερντογάν βλέπει έναν εξίσου μεγάλο και ανυποχώρητο εγωπαθή. Οι δύο άνδρες έχουν συγκρουστεί για την αδικαιολόγητη φυλάκιση ενός αμερικανού πάστορα με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Η συνέχιση της κράτησης του Αντριου Μπράνσον έχει εξοργίσει τον Τραμπ προσωπικά. Η ξαφνική επιβολή δασμών στις εισαγωγές τουρκικού χάλυβα και αλουμινίου ήταν μια απάντηση, που άσκησε πίεση στην Αγκυρα την κρίσιμη στιγμή.
Οι ΗΠΑ και η Τουρκία έχουν όμως γενικότερες διαφωνίες για θέματα όπως η Συρία, όπου ο Ερντογάν έχει καταλάβει εδάφη για να αντιμετωπίσει την απειλή που θεωρεί ότι συνιστούν οι Κούρδοι. O τουρκικός στρατός ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας νέας δύναμης από μη κουρδικές αντάρτικες ομάδες της Συρίας με στόχο την εγκαθίδρυση μιας μόνιμης μεθοριακής ουδέτερης ζώνης. Αυτό συναντά φυσικά την αντίθεση της κυβέρνησης Ασαντ. Αλλά και οι ΗΠΑ, που ατύπως έχουν συμμαχήσει με τις κουρδικές δυνάμεις, δεν ενθουσιάζονται με την ιδέα αυτή.
Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι τουρκικές απειλές εναντίον των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στη βόρεια Συρία και το Ιράκ, η αντίδραση του Ερντογάν στις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν, οι σκοτεινές σχέσεις της Τουρκίας με ισλαμιστικές οργανώσεις, η επιβολή περιορισμών στις βάσεις που χρησιμοποιούν οι νατοϊκές δυνάμεις και η αγορά υπερσύγχρονων ρωσικών πυραύλων. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε αυτό το σημείο.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση, από την πλευρά της, ανησυχεί για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για την τύχη της συμφωνίας που αφορά τους πρόσφυγες. Ανησυχίες υπάρχουν ακόμη για τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο και τον ενεργειακό χάρτη της ανατολικής Μεσογείου, καθώς και για την εχθρική της στάση προς την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Ο απειλές του Ερντογάν να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ και να αναζητήσει νέους συμμάχους στη Μόσχα και το Πεκίνο έχουν αυξήσει τα επίπεδα τοξικότητας.
Ο Ερντογάν όμως μπορεί τώρα να έχει προβλήματα και με τον Πούτιν. Ο λόγος είναι το Ιντλίμπ, η επαρχία της βορειοδυτικής Συρίας που αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο των αντικυβερνητικών δυνάμεων και 2,5 εκατομμυρίων εκτοπισμένων. Η Μόσχα θέλει την υποστήριξη της Τουρκίας για τη φθινοπωρινή επίθεση στην περιοχή από συριακές, ιρανικές και ρωσικές δυνάμεις. Η Τουρκία φοβάται άλλη μια έξοδο προσφύγων και επιμένει στην ιδέα της ουδέτερης ζώνης, γεγονός που επιτείνει ακόμη περισσότερο τη διεθνή απομόνωσή της.
Ποιος μπορεί να σώσει την Τουρκία από τον εαυτό της; Η ερώτηση αυτή θα έπρεπε να διατυπωθεί αλλιώς: ποιος μπορεί να σώσει την Τουρκία από τον Ερντογάν; Η απάντηση είναι μία: μόνο οι Τούρκοι. Θα χρειαστεί όμως καιρός».
(*) Ο Σάιμον Τίσνταλ είναι αρθρογράφος της Guardian
BHMA

Άμεση εμπλοκή της Ελλάδας στο Κόσοβο

0

Η Ελλάδα, τουλάχιστον, θα διαψεύσει τον Ουμπέρτο Έκο («Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις»), καθώς είναι σε πλήρη εξέλιξη θέματα που άπτονται των Εθνικών μας συμφερόντων. Πέραν των επιδεινούμενων ελληνοτουρκικών σχέσεων (Αιγαίο, Θράκη , Κύπρο), που επηρεάζονται από τις εκρηκτικές σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας («πάγωσε» η αγορά των F-35) και Τουρκίας – Ρωσίας (επιβεβαιώθηκε η αγορά των S-400), είναι και η συμφωνία των Πρεσπών (Τσίπρα- Ζαεφ) για το ονοματολογικό της FYROM, που έχει προκαλέσει εμμέσως την διπλωματική ρήξη Ελλάδας και Ρωσίας και σχετίζεται με την εκρηκτική κατάσταση στο Κόσοβο, που αποτελεί την Βαλκανική πτυχή της αντιπαράθεσης Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Στο Κόσσοβο, που η αντιπαράθεση Σέρβων και Αλβανών έχει κορυφωθεί, επικεντρώνονται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες ΗΠΑ, Ρωσίας, ΝΑΤΟ και Ε.Ε., όχι όμως προς κατευνασμό, αλλά για υποδαύλιση, της κρίσης. Στο επίκεντρο ο διαμελισμός του Κοσόβου με την απόσπαση του σερβικού θύλακα της περιοχής Μιτροβίτσας , βόρεια του ποταμού Ίμπαρ, από την επικράτεια της «Δημοκρατίας του Κοσόβου». Τα εδαφικά όρια διαμορφώθηκαν , όπως προέβλεπε το σχέδιο Αχτισάαρι που αποτέλεσε και τη βάση για τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου το 2008 (η Ελλάδα, η Ρωσία, η Κύπρος και άλλες χώρες δεν έχουν αναγνωρίσει το Κόσοβο ως ανεξάρτητο κράτος, ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ και όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζουν την κρατική οντότητα του Κοσόβου). Η βόρεια Μιτρόβιτσα είναι η de facto πρωτεύουσα του βόρειου Κοσόβου, όπου οι κάτοικοι της είναι Σέρβοι, αλλά αποτελεί κυριαρχικό έδαφος της «Δημοκρατίας του Κοσόβου». Η Μιτροβίτσα βρίσκεται σε μια κοιλάδα που διαρρέει ο ποταμός Ίμπαρ και διχοτομεί την πόλη, στον Αλβανικό και Σερβικό τομέα. Στις δυο γέφυρες του ποταμού που ενώνουν τον σερβικό με τον αλβανικό τομέα , είναι εγκατεστημένη στρατιωτική δύναμη της KFOR, που αποτελείται κυρίως από γάλλους και Έλληνες στρατιωτικούς με αποστολή να αποτρέπουν τα φονικά επεισόδια μεταξύ ενόπλων Σέρβων και Αλβανών, των κατοίκων της Μιτροβίτσας. Είναι ισχυρή η ελληνική στρατιωτική παρουσία στο Κόσοβο. Στην ταραγμένη περιοχή της Μιτροβίτσας έχει εγκατασταθεί ένα Μηχανοκίνητο Τάγμα πεζικού , ενώ δυο Λόχοι είναι στην πρωτεύουσα του Κοσσόβου την Πρίστινα. Συνολικά , η Ελληνική Δύναμη Κοσόβου (ΕΛ.ΔΥ.ΚΟ.) αριθμεί 370 στρατιωτικούς και διοικητικά και επιχειρησιακά υπάγεται στην KFOR.
Καθώς ο Σερβικός Στρατός με την στήριξη της Ρωσίας, απειλεί ότι θα εισβάλει στο βόρειο Κόσοβο για να απελευθερώσει την Μιτροβίτσα και ο Αλβανικός Στρατός με την υποστήριξη της Αλβανίας και των ΗΠΑ, ετοιμάζεται να αποκρούσει την σέρβικη επίθεση, προωθείται ως ειρηνευτική λύση η απόσπαση της περιοχής της σερβοκρατούμενης Μιτροβίτσας από το αλβανόφωνο Κόσοβο και η ενσωμάτωσή της στην Σερβία. Εξέλιξη όμως, που ανοίγει το δρόμο για την δημιουργία κοινού Αλβανικού κράτους (Αλβανία και Κόσοβου που το 95% των κάτοικων του είναι Αλβανοί), δηλαδή το πρώτο και σημαντικό βήμα για την δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Η εξέλιξη αυτή, συνιστά αλλαγή του υφιστάμενου συνοριακού καθεστώτος και μάλιστα, βάσει εθνοτικών μειονοτήτων και αναμένεται να προκαλέσει «ντόμινο» εθνομειονοτικών απαιτήσεων και αλυτρωτικών διεκδικήσεων κατά των Εθνικών κρατών και κατά μαθηματική αλληλουχία, πιθανό βίαιο επαναπροσδιορισμό των συνόρων της Βαλκανικής.


Η Deutsche Welle σε εκτενές ρεπορτάζ από το Κόσοβο, επισημαίνει ότι υπάρχει συμφωνία των Τιράνων με την Πρίστινα , με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ, για εξάλειψη των συνόρων μεταξύ Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου, που αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή τον ερχόμενο Ιανουάριο.
Σύμφωνα με αλβανούς αξιωματούχους, όπως ο πρόεδρος του Κοσυφοπεδίου Χασίμ Θάτσι (πρώην οπλαρχηγός του UCK) που τάσσονται υπέρ των «συνοριακών διορθώσεων», στο πλαίσιο της συζήτησης για διχοτόμηση του Κοσσόβου, επισημαίνουν ότι, στη νότια Σερβία και σε περιοχές γύρω από τις πόλεις Πρέσεβο, Μπουγιάνοβατς και Μεντβέτζα, οι Αλβανοί υπερτερούν αριθμητικά των Σέρβων. Σύμφωνα με τον Θάτσι αυτές οι «συνοριακές διορθώσεις» είναι δυνατές και αναγκαίες «επειδή η Σερβία δεν έχει καταφέρει να διασφαλίσει τα μειονοτικά τους δικαιώματα».
Η «Μεγάλη Αλβανία», πέρα από τα δυο συστατικά κράτη (Αλβανία- Κόσοβο) , θα ολοκληρωθεί ο κατά τους Αλβανούς «εθνικός σκοπός», αν θα συμπεριλάβει και το Πρέσεβο από τη Σερβία, αλβανόφωνη περιοχή από το Μαυροβούνιο, το Τέτοβο από την π.Γ.Δ. Μακεδονίας και ελληνικά εδάφη (Θεσπρωτία). Η Αλβανική προπαγάνδα κρατά «ζωντανό» το θέαμα της Τσαμουριάς και των εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας. Βέβαια, ο ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιάς , σε πρόσφατη συνέντευξή του διαμήνυσε πως «ουδέποτε συζήτησα, ούτε δέχθηκα να συζητήσω, ούτε πρόκειται να συζητήσω θέμα Τσαμουριάς».
Η περίφημη Συμφωνία των Πρεσπών, μπορεί να λύνει το ονοματολογικό με την αποδοχή της σύνθετης ονομασίας γεωγραφικού προσδιορισμού ( «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»), όμως αφήνει ανοιχτά ζητήματα αλυτρωτικά, που de facto αποτελούν εκκρεμότητες που συνδέονται με τις εδαφικές διαφορές, που έχουν μεταξύ τους τα συνορεύοντα κράτη, κυρίως λόγω εθνικών μειονοτήτων και θα αποτελέσουν θέματα προς διαπραγμάτευση στην προοπτική επαναχάραξης των συνόρων της Βαλκανικής, με αφετηρία το Κόσσοβο. Ειδικά μάλιστα στην παρούσα συγκυρία, η Ελλάδα θα έπρεπε να περιμένει πρώτα τη συμφωνία Αλβανών και Σλαβομακεδόνων (Σκοπιανών) και μετά να συμφωνήσει για το ονοματολογικό. Το κράτος των Σκοπίων (35% αλβανοί) απειλείται με κατάρρευση λόγω των εξελίξεων στο Κόσσοβο, ενώ και η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την επεκτατική πολιτική των Αλβανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αρχηγός του «Δημοκρατικού Αλβανικού Κόμματος» (DPA) των Σκοπίων, Μεντούχ Τάτσι, προέβη σε δηλώσεις υποστήριξης του προέδρου του Κοσσυφοπεδίου, Χασίμ Θάτσι, για την αλλαγή των συνόρων, ουσιαστικά, τάχθηκε υπέρ της διχοτόμησης της FYROM και της ενσωμάτωση των αλβανόφωνων περιοχών (Τέτοβο, Κουμάνοβο και μέρος των Σκοπίων) στο Κόσοβο, δηλαδή στη Μεγάλη Αλβανία, που θα είναι και μέλος του ΝΑΤΟ! (η Αλβανία έχει ενταχθεί στο ΝΑΤΟ). Η προοπτική δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας, δηλαδή ενός ισχυρού μουσουλμανικού κράτους μέλος του ΝΑΤΟ και υπό την προστασία των ΗΠΑ, προκαλεί έκδηλη ανησυχία στη Ρωσία, που στηρίζει τη Σερβία στην υπόθεση του Κοσόβου και είναι αντίθετη στη δημιουργία της μεγάλης Αλβανίας. Πρόσφατα, ρώσοι διπλωμάτες εξέφρασαν ανοιχτά την ανησυχία τους με την απόφαση του ΝΑΤΟ να δημιουργήσει στρατιωτική αεροπορική βάση στην κεντρική Αλβανία. Επίσης , είναι εμφανείς οι προσπάθειες ΗΠΑ και Ε.Ε. για την μείωση της ενεργειακής «εξάρτησης» των Βαλκανίων από την Ρωσία, που αποτελεί ένα ισχυρό μέσο πολιτικής έξωσης της Μόσχας από την περιοχή. Τα Βαλκάνια, για μια ακόμη φορά, μπαίνουν σε ιδιαίτερα ταραγμένη ιστορική περίοδο …

www.militaire.gr

UN chief proposes military force to protect Palestinians from Israel

0

Armed international mission among options floated by Guterres in response to General Assembly request for report on Hamas-led Gaza clashes

United Nations Secretary-General Antonio Guterres on Friday presented four options aimed at boosting the protection of Palestinians in the West Bank and Gaza Strip, from sending UN rights monitors and unarmed observers to deploying a military or police force under UN mandate.

The proposals were contained in a report requested by the General Assembly in response to a surge of violence in Gaza, where 171 Palestinians have been killed during Hamas-led clashes with Israeli troops since late March. Dozens of the dead were members of Hamas and other terror groups, Hamas has acknowledged.

The UN chief stressed that for each of the options, cooperation by Israel and the Palestinians would be necessary. It remained unlikely however that Israel would agree to the proposals.

In the 14-page report, Guterres proposed:

– Providing a “more robust UN presence on the ground” with rights monitors and political officers to report on the situation.

– Pouring in more UN humanitarian and development aid to “ensure the well-being of the population.”

– Creating a civilian observer mission that would be present in sensitive areas such as checkpoints and near Israeli settlements, with a mandate to report on protection issues.

– Deploying an armed military or police force, under a UN mandate, to provide physical protection to Palestinian civilians.

Palestinians take part in clashes with Israeli troops along the border fence between Israel and the Gaza Strip, east of Gaza City on July 27, 2018. (AFP Photo/Mahmud Hams)

A UN mandate for a protection force would require a decision from the Security Council, where the United States could use its veto power to block a measure opposed by Israel.

A small European-staffed observer mission was deployed in the West Bank city of Hebron in 1994, but Israel has since rejected calls for an international presence in flashpoint areas.

In the report, Guterres said the United Nations was already undertaking many protection initiatives but that “these measures fall short” of the concerns raised in a General Assembly resolution adopted in June.

In that measure, the 193-nation assembly condemned Israel for the deaths in Gaza and tasked Guterres with the drafting of proposals for “an international protection mechanism” for the Palestinians. Dozens of those killed have been acknowledged as members of Hamas and other Gaza-based terror groups.

Israel maintains soldiers have opened fire in accordance with army regulations and accuses Hamas, the terror group that runs Gaza and is sworn to the Jewish state’s destruction, of using the clashes as cover to attempt to breach the border fence and carry out attacks.

‘Unacceptable’ targeting of civilians

Guterres argued that a political solution to the conflict was needed to address the safety of Palestinians but that “until such a solution is achieved, member-states may further explore all practical and feasible measures that will significantly improve the protection of the Palestinian civilian population.”

“Such measures would also improve the security of Israeli civilians.”

There was no immediate response from Israeli officials to the Guterres’ proposals.

On Friday, the Hamas-run health ministry in Gaza said two Palestinians taking part in clashes along the Gaza border were killed and another 270 Palestinians were wounded.

The Israel Defense Forces said thousands of Palestinians took part in the riots, hurling improvised bombs and Molotov cocktails at troops. Others launched balloons carrying pictures of so-called “martyrs” who had been killed by Israel. Several attempted to infiltrate the border.

Hamas leadership had urged the public to participate in Friday’s protests.

Palestinians take part in clashes on the border with Israel, east of Gaza City, on August 17, 2018. (AFP Photo/Mahmud Hams)

Israel has defended its use of live ammunition in Gaza by invoking its right to self-defense. An Israeli soldier was shot dead by a Palestinian sniper in July.

“The targeting of civilians, particularly children, is unacceptable,” Guterres said in the report, adding that “those responsible for violations of international humanitarian law must be held accountable.”

UN efforts to ensure the well-being of Palestinians must be strengthened, he added, singling out the funding crisis at the UN’s Palestinian refugee agency UNRWA as being “of particular concern.”

UNRWA is facing a major budget shortfall after US President Donald Trump’s administration decided to withhold its contribution to the agency, with the president linking the decision to the Palestinians’ refusal to speak with his administration after he recognized Jerusalem as Israel’s capital, and because they were “no longer willing to talk peace.”

Employees of the UN Relief and Works Agency for Palestine Refugees in the Near East (UNRWA) and their families protest against job cuts announced by the agency outside its offices in Gaza City on July 31, 2018. (AFP Photo/Said Khatib)

Jared Kushner, Trump’s senior adviser and son-in-law, has been pushing to remove the refugee status of millions of Palestinians as part of an apparent effort to shutter UNRWA, according to emails published earlier this month by Foreign Policy magazine.

Israel has often criticized UNRWA, accusing it of sheltering terrorists and allowing Palestinians to remain refugees even after settling in a new city or country for many generations, thus complicating a possible resolution to the Israeli-Palestinian conflict.

The report released to all UN member-states comes amid a vacuum in Middle East peace efforts as European and other big powers await a peace plan from the Trump administration that has been under discussion for months.

UN diplomats have recently begun questioning whether the US peace plan will ever materialize.

The United Nations has warned that a new war could explode in Gaza, as Israel and Hamas have engaged in a number of brief exchanges of fire in recent months that have included the launching of hundreds of rockets and mortars toward Israeli territory by Palestinian terror groups.

Israel and Hamas have fought three wars since 2008.

Pourquoi Poutine se rend aux noces d’une ministre autrichienne

0

L’opposition autrichienne fustige cette visite présentée comme « privée », mais qui sert l’agenda anti-européen du maître du Kremlin.

C’est à l’occasion de la visite d’État de Vladimir Poutine à Vienne, où il a notamment recontré le chancelier Sebastian Kurz, que la ministre des Affaires étrangères a invité le chef d’État russe pour son mariage.
La coqueluche de l’extrême droite européenne rend visite à ses admirateurs. Dans une bizarre imitation des anciennes pratiques de cour en Europe, où un mariage entre deux familles princières était souvent l’occasion de rapprochements politiques, Vladimir Poutinedevait assister samedi aux noces de la ministre autrichienne des Affaires étrangères, Karin Kneissl, 53 ans. La ministre épouse l’entrepreneur Wolfgang Meilinger, 54 ans, dans l’auberge « Tscheppe »nichée au milieu des vignes de Styrie méridionale, près de la frontière slovène.

Exploring Shariah Law and Radical Islam

0

One of academia’s most renowned experts on Islam, John Esposito, wants everyone to know that there is nothing to fear from Shariah law and that it is not incompatible with democracy. In Shariah: What Everyone Needs to Know, he and Natana J. DeLong-Bas argue that “far-right political commentators and popular Christian televangelists” have “hijacked” the term Shariah in order to perpetuate a clash of civilizations.

During his long academic career, Esposito has focused his attention on a non-specialist readership, rhetorically absolving Islam of any violent or supremacist tendencies by emphasizing the peaceful parts of the Koran, making him guilty of the same cherry-picking and out-of-context quotation he has accused others of doing. He is fond of slippery assertions such as “Islam, like all world religions, neither supports nor requires illegitimate violence.”

Most analysts distinguish between Islam (or moderate Islam) and Islamism (also called Islamic fundamentalism, radical Islam, militant Islam, and other names). As Daniel Pipes often puts it, “Radical Islam is the problem and Moderate Islam is the solution.” But Esposito mocks this view. He minimizes Islamism by inventing euphemistic neologisms (“Islamic Revival,” “Islamic Resurgence,” “Islamic Renewal,” and “Islamic Reawakening”) and advocating for “the right of Islamists to participate in the political process.”

Esposito promotes his agenda as editor of the Oxford Islamic Studies Series and through his positions at Georgetown University: professor of religion and international affairs, professor of Islamic studies, and founding director of the Center for Muslim-Christian Understanding (renamed after Prince Alwaleed bin Talal following his $20 million gift in 2005) at the Walsh School of Foreign Service. Along with a coterie of like-minded academics and protégées who studied under him, Esposito has spent more than 40 years — lately on the Saudi payroll — misinforming the public.

His most egregious falsehood (made in several books) is that Palestinians adopted suicide bombing tactics in response to the February 25, 1994 massacre of Muslims by an Israeli named Baruch Goldstein. In reality, Palestinians began conducting suicide attacks against Israelis years earlier. On July 6, 1989, the first suicide attack occurred when a Palestinian Islamic Jihad operative commandeered a bus and drove it off a cliff, and the first suicide bombing occurred on October 30, 1989, when a PFLP operative rammed his explosive-laden fishing boat into an IDF patrol boat. Hamas began its suicide bombing campaign in 1993.

Esposito’s co-author DeLong-Bas is his former student, whom he introduced to the world after 9/11 as an expert on Wahhabism, the official version of Islam authorized by the Kingdom of Saudi Arabia. Her 2007 book on the topic portrays this strict and militant interpretation — named after the 18th-century firebrand preacher Muhammad Ibn Abd al-Wahhab — as a tolerant, reform-oriented, and even feminist version of Islam.

Shariah: What Everyone Needs to Know is in the question-and-answer format that Esposito has used in nearly a dozen books. If the book has a thesis, it is that Shariah, which the authors call “God’s revelation,” and Islamic law, which they call “a human construct,” are not synonymous, but are misconstrued as such both by Muslims and non-Muslims alike.

Esposito made this point in his 2007 book Who Speaks for Islam? in which he urged readers to “think of Shariah as a compass (God’s revelation, timeless principles that cannot change) and Islamic law (fiqh) as a map. This map must conform to the compass, but it reflects different times, places, and geography.” Nice metaphor, but it falls short: the compass’ needle will always point towards the interpretations of the example of the prophet Muhammad where Islamists find justification for slavery, child marriage, antisemitism, and other phenomena incompatible with democracy.

The argument is reminiscent of a common defense of Marxism that indicts Marxists for their improper application of a venerable system. It allows shortcomings, even atrocities, to be blamed on individuals rather than ideologies. Esposito and DeLong-Bas forgive the excesses and brutalities of Shariah by faulting individuals who have imposed flawed versions of Islamic law. It’s a tough sell.

Where the authors take on issues more candidly, they sidestep obvious conclusions. For instance, Shariah’s universal renunciation of homosexuality as the sin of zina leads to almost comical understatement: “This creates a serious challenge for same-sex couples today to find ways to both be committed to their lasting relationship and be faithful to Islam.” In parts of the Muslim world those couples are thrown off roofs or imprisoned.

Perhaps it’s time that everyone stopped believing in the expertise of John Esposito and Natana DeLong-Bas. After all, both have been remarkably wrong in the past. Weeks before 9/11, Esposito told the Fletcher Forum that “Bin Laden is the best thing to come along, if you are an intelligence officer, if you are an authoritarian regime, or if you want to paint Islamist activism as a threat. There’s a danger in making Bin Laden the poster boy of global terrorism.” In 2006, DeLong-Bas told the Saudi daily newspaper Al-Sharq Al-Awsat, “I do not find any evidence that would make me agree that Osama bin Laden was behind the attack on the Twin Towers of the World Trade Center. All we heard from him was praise and acclaim for those who carried out the operation.”

In reality, Al Qaeda and ISIS are physical manifestations of an ideology, but the authors believe they are reactions to US presence in Muslim lands and US support for repressive Muslim regimes.

Instead of listening to what American academics who are subsidized by Saudi Arabia say about Shariah, everyone should listen to what the Islamists themselves say about Shariah. On June 22, Sayfullo Saipov, the Uzbek ISIS member whose 2017 Halloween truck jihad attack claimed eight lives in Manhattan, told a judge that the “Islamic State is not fighting for land, as some say, or oil. They have one purpose. It’s fighting to impose Shariah on Earth.”

A.J. Caschetta is a Ginsburg-Ingerman fellow at the Middle East Forum and a principal lecturer at the Rochester Institute of Technology.

The opinions presented by Algemeiner bloggers are solely theirs and do not represent those of The Algemeiner, its publishers or editors. If you would like to share your views with a blog post on The Algemeiner, please be in touch through our Contact page.

Clouds to Stay Over Post-Bailout Greece

0

By Plamen Tonchev

–
PHOTO BY: WIKIMEDIA COMMONS/CC BY-SA 4.0
The main entrance to the Bank of Greece headquarters in Athens.

In a few days, Greece is about to regain its financial and political independence, according to the country’s coalition government headed by Europe’s erstwhile enfant terrible Alexis Tsipras. He has repeatedly referred – in these terms – to the expiry of the third bailout agreement, which he signed back in July 2015.  Meanwhile, economic output in the country returned to positive growth rates in 2017, with the GDP increasing by 1.4%, but that’s a GDP that has shrunk by at least a quarter since 2009 and unemployment soars at over 20%. The key drivers of growth last year were exports of goods/services and investment, as reported by the Bank of Greece. So, is sunshine returning to the Mediterranean country that not so far ago was literally on the verge of leaving the Eurozone?

Post-bailout straitjacket?

Or could it be that Greece is merely exchanging its bailout straitjacket for a new and more elegant one? It does look that way. Nominally, the bailout expires on 20 August, but commitment to frugality – aka austerity – stays. And there’s a subtle play upon words – ‘monitoring’ is now replaced by ‘enhanced surveillance’.

That’s the official name of the supervision that the European Commission will continue to exercise over Greece. The enhanced surveillance arrangement will allow Brussels to scrutinise Athens very closely. EU officials will visit Athens every three months, presumably to spot early warning signs of possible deviation from the implementation of commitments undertaken and make sure that Greek governments apply agreed-upon reforms on taxation, pension cuts and labour market optimisation. This is in line with the deal struck last June between Greece and Eurozone partners, which is meant to ensure that fiscal policies do not go off track and that painstaking reform efforts are not abandoned halfway down the road.

To provide an incentive for future governments in Athens not to reverse the hard won reforms promoted under the three bailouts since 2010, Eurozone member states have agreed to offer Greece cash payments of €1.2 billion a year until 2022, if it sticks to the economic course jointly charted with creditors. The money will come from profits made by Eurozone central banks on their holdings of Greek sovereign bonds that will gradually mature over the next four years. These funds will be an inducement, but will also be subject to conditionality, i.e. the transfers will be authorised only in case pre-set conditions are duly met by Greece.

Is a post-bailout straitjacket needed, in the first place? It probably is, given that Greece is already on a pre-election trail and pressure for hand-outs will only be growing. But even after the general elections – due by September 2019 at the latest – have got out of the way, populism will not evaporate in the country overnight. This is why a watchful eye will always be needed.

The financial markets as an umpire

The difference is that this time around the umpire will be the international financial markets, not renowned for their leniency or a sense of political solidarity demonstrated to Greece by EU institutions and member states. The European Commission’s post-bailout quarterly reports will be made public and, obviously, they will be seriously taken into account by the financial markets, so their reaction will provide a rough indicator of actual progress or delay of reforms.

Will Athens be better off in this new set-up or will it be in a tighter spot than before? A meaningful answer may be provided by the comparison between Japan and Greece, the two most indebted economies worldwide, in terms of their public debt-to-GDP ratio. In 2017, Japan’s cumulative public debt accounted for 253% of its GDP, while Greece’s debt stood at 178%. However, in Japan’s case that huge amount of money is owed predominantly to domestic lenders. A big chunk of Greece’s cumulative public debt is in the hands of foreign creditors, which only accentuates the country’s vulnerability to external pressure.

In a recent report, the Bank of Greece points to the recent political crisis in Italy and the ensuing increase in Greek government bond yields, which shows how feeble the Greek economy still is, as a sharp increase in the cost of borrowing could derail both the economic recovery and debt servicing bill. Thus, in order to bolster market confidence, Greece must continue with the implementation of unpalatable reforms, especially those concerning public administration and the strengthening of independent institutions.

Can clouds be driven away?

A sustainable return of Greece to the international sovereign bond markets will be the ultimate and definitive proof that the economy has overcome the crisis. Hence the importance of reforms and a decisive shift to a new economic model of Greece.  Any other outcome would undermine growth prospects and would perpetuate the country’s persistent structural problems.

The long-term recovery of Greece’s economy can only be export-led. Therefore, what will be at stake is a substantive rise in productivity and competitiveness. Which is not only a function of labour cost – that has been slashed over the last eight or nine years. It is also a matter of political stability, a business-friendly legal framework that minimises red tape, a slim and agile public administration, modern technologies built into manufacturing and services, the quality of human resources (therefore, education and professsional training as well), etc. That’s what would drive clouds away from the Mediterranean sky over Greece in the long run.

*Plamen Tonchev is a Senior Researcher at the Athens-based Institute of International Economic Relations (IIER)

https://www.europeaninterest.eu/article/clouds-stay-post-bailout-greece/

Our republic will never be the same

0

President Trump. (Mandel Ngan/AFP/Getty Images)
Columnist

August 16 at 6:22 PM

From the beginning of the American republic, its founders obsessed about how it all would end. “Democracy never lasts long,” said John Adams. “There never was a Democracy Yet, that did not commit suicide.”

George Washington used his farewell address to warn that partisan “factions” could tear the country apart. The Federalists worried that domestic disunity could be exploited by hostile foreign governments. James Madison in particular feared that liberty might be lost by “gradual and silent encroachments of those in power.”

Check. Check. Check.

But there is one factor in our politics that the founders could not have predicted: the debilitating infection of celebrity culture.

Were Washington to be resurrected, it would be difficult to explain how history’s most powerful nation, after surviving civil war and global conflict, turned for leadership to a celebrity known for abusing other celebrities on television. It is the single strangest development in American history. And we have only begun to process its consequences.

It is not that American leaders have never been famous. Dwight D. Eisenhower was one of the most famous men in the world for organizing victory in World War II. Ronald Reagan was famous for his acting career but also for being governor of California and an articulate conservative.

The rise of kleptocracy and the threat it poses to democracy are missing from the conversation about Paul Manafort, says Democracy Post editor Christian Caryl. 

Fame usually has some rough relationship to accomplishment. Celebrity results from mastering the latest technologies of self-exposure. Ingrid Bergman was famous. Kim Kardashian is a celebrity. Franklin D. Roosevelt was famous. Donald Trump is . . . not in the same category.

Within its proper bounds — confined to stunts on a desert island or in a fake boardroom — the ethos of reality television is relatively harmless. Transposed to the highest level of politics, it is deeply damaging.

This is not only a matter of preferring a certain style of politics (though I think we should do better than the discourse of unhinged tweeting). The problem is a defect of spirit. The founders generally believed that the survival and success of a republic required leaders and citizens with certain virtues: moderation, self-restraint and concern for the common good. They were convinced that respect for a moral order made ordered liberty possible.

The culture of celebrity is the complete negation of this approach to politics. It represents a kind of corrupt, decaying capitalism in which wealth is measured in exposure. It elevates appearance over accomplishment. Because rivalries and feuds are essential to the story line, it encourages theatrical bitterness. Instead of pursuing a policy vision, the first calling of the celebrity is to maintain a brand.

Is the skill set of the celebrity suited to the reality of governing? On the evidence, not really. Our celebrity president, as on North Korea, is prone to take credit for nonexistent accomplishments. As on the border wall and the travel ban, he deals in absurd symbols rather than realistic policies. As on Russia policy, he is easily manipulated by praise. As on the revoking of former CIA director John Brennan’s security clearance, he uses the power of his office to pursue personal vendettas. Instead of yelling at the television when people displease him, he now has the power to hurt them in practical ways. Omarosa Manigault Newman has degraded the presidency, says opinion writer Jonathan Capehart. But President Trump let her into the White House. 

When a real estate developer attacks an enemy in the tabloids, it is a public-relations spectacle. When the president of the United States targets and harms a citizen without due process, it is oppression.

But the broader influence of celebrity culture on politics is to transform citizens into spectators. In his book “How Democracy Ends,” David Runciman warns of a political system in which “the people are simply watching a performance in which their role is to give or withhold their applause at the appropriate moments.” In this case, democracy becomes “an elaborate show, needing ever more characterful performers to hold the public’s attention.” Mr. Madison, meet Omarosa.

Trump is sometimes called a populist. But all this is a far cry from the prairie populism of William Jennings Bryan, who sought to elevate the influence of common people. Instead, we are seeing a drama with one hero, pitted against an array of villains. And those villains are defined as anyone who opposes or obstructs the president, including the press, the courts and federal law enforcement. Trump’s stump speeches are not a call to arms against want; they are a call to oppose his enemies. This is not the agenda of a movement; it is the agenda of a cult.

Will the republic survive all this? Of course it will. But it won’t be the same.

Read more from Michael Gerson’s archive, follow him on Twitter or subscribe to his updates on Facebook .  The best of The Post’s opinions and commentary, in your inbox every morning.

Red hot planet: This summer’s punishing and historic heat in 7 maps and charts

0

August 17 at 12:43 PM


Temperature difference from normal May through July. (Robert Rohde/Berkeley Earth)

The headlines of record-crushing heat in the Northern Hemisphere began in June and haven’t stopped midway through August. Scores of locations on every continent north of the equator have witnessed their hottest weather in recorded history.

The swelter has intensified raging wildfires in western North America, Scandinavia and Siberia, while leading to heat-related deaths in Japan and eastern Canada.

Even with the peak of summer having passed, several locations in western North America notched their highest temperatures on record last week. They included Calgary in western Canada and Glacier National Park in Montana, where the temperature touched the century mark for the first time in 70 years of records.

A weather station in Idaho soared to a torrid 119 degrees (48.3 Celsius) last week. While it requires verification, it would mark the state’s highest temperature ever measured.

Maps and charts really help tell the story of the incredible heat this summer and place it in historical perspective. Here are seven of the most compelling:

1. Record heat, day by day, May through July


(Robert Rohde/Berkeley Earth)

The remarkable coverage of both record-challenging and record-breaking heat is shown in this animated map which illustrates how many locations around the planet were coping with exceptionally hot weather every single day.

Few areas were left untouched by the heat which spread around the planet. Some areas, like the western United States, Japan and Scandinavia, were hit repeatedly.

2. The hottest May-through-July on record in the Lower 48 states


(NOAA)

The contiguous United States witnessed its hottest May on record, passing the previous mark set during the Dust Bowl. But it was July, which ranked 10th hottest, which delivered some of the most remarkable heat extremes.

California endured its hottest July on record. The scorching weather created ideal wildfire conditions, and blazes have since consumed about 750,000 acres. Death Valley’s average July temperature of 108.1 degrees (42.3 Celsius) represented the hottest monthly reading ever measured on the planet.

In early July, the weather station at the University of California at Los Angeles, which has kept measurements since 1933, posted an all-time high of 111 degrees (43.9 degrees Celsius).

San Diego has seen astonishing warmth, including a record 16-day streak with highs of at least 83 degrees (28.3 Celsius) that just ended and an ongoing 21-day streak in which its low temperature hasn’t fallen below 70 (21.1 Celsius).

The historic warmth has transformed the normally cool ocean temperatures off the San Diego coast to ostensibly bath water in early August. The water temperature at Scripps Pier broke its previous record high mark set in July 1931 four times, most recently climbing to 79.5 degrees (26.4 Celsius) on Aug. 9.

3. The hottest May-through-July on record in Europe


(Robert Rohde/Berkeley Earth)

A number of major cities in Europe have witnessed all-time high temperature records since July, including Lisbon, Shannon, Glasgow, Copenhagen and Berlin.

The heat has intensified rare instances of drought in parts of the United Kingdom, which experienced its driest first half of the summer on record.

“This was a heat wave on top of long-term warming,” tweeted Robert Rohde, a climate scientist at Berkeley Earth, a nonprofit group that analyzes temperatures. “However, if the recent rate of warming continues, then by 2040 a typical summer in Europe might be just as warm as 2018 has been.”

4. Scandinavia torched

Geert Jan van Oldenborgh@gjvoldenborgh

Plot of the day: rank of the highest maximum temperature of the summer so far (TXx) in Europe. Dark red means record high since 1950, bright red second place etc. Note that the heat wave is not yet over. Source: E-OBS extended to 3 August, via http://climexp.knmi.nl  (of course).

The hottest weather ever recorded spread over large parts of Scandinavia. The heat was remarkable for its coverage, intensity and duration. Many areas saw temperatures exceed 90 degrees (32.2 degrees Celsius), compared with normal levels in the 70s, even locations more than 300 miles north of the Arctic Circle.

Sweden was hit by more than 60 wildfires, which the heat made worse.

5. The planet’s third-hottest July on record


Temperatures difference from normal (1951-1980 base period) in July 2018. (NASA)

It was the third-warmest July on record for the planet, according to NASA, following 2016 and 2017, the two warmest.

“Since July is the warmest month of the year, the past July was one of the warmest recorded months ever,” tweeted climate scientist Stefan Rahmstorf. “Likely among the warmest months since the Eemian 120,000 years ago.”

During the exceptionally hot month, national heat records fell in Japan, South Korea, Algeria and Taiwan.

6. Heat records vastly outnumbered cold records


(Robert Rohde/Berkeley Earth)

During these brutally hot summer months, cool pockets popped up at times. However, according to Berkeley Earth’s Rohde, daily record highs outnumbered record lows by a factor of more than three.

7. 2018 vs. 1976

View image on TwitterView image on Twitter

Simon Lee@SimonLeeWx

The big difference between the heatwaves of 1976 and 2018.
June 1976: the UK was one of the warmest places relative to normal across the globe, with most areas cooler than average.
June 2018: the UK was just another warm blob in a mostly warmer than normal world..

The viral tweet above, from Simon Lee, shows the stark difference in June temperatures around in the globe in 2018 vs. 1976. In half a person’s lifetime, the summer climate has changed profoundly.

“June 1976: the UK was one of the warmest places relative to normal across the globe, with most areas cooler than average,” tweeted Lee, who is a PhD student in meteorology in Britain. “June 2018: the UK was just another warm blob in a mostly warmer than normal world.”

Epilogue

In case you prefer text to graphics, below find a condensed list of the more notable heat records set on different continents:

Collectively, all of these exceptional heat milestones are consistent with what is expected in a warming world, as concentrations of greenhouse gases from human activity continue to accumulate.

Many thanks to world-weather record experts Maximiliano Herrera and Etienne Kapikian for compiling these records on their website and Twitter feed, respectively, over the last few months.

Η πρώτη επικοινωνιακή ήττα

0

    Γράφει ο Σπαρτιάτης lastpoint.gr

Ακόμα και ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Αλέξη Τσίπρα δε μπορεί να αρνηθεί ότι το μεγαλύτερο προσόν του είναι η επικοινωνία. Όσο ανίκανος κι επικίνδυνος είναι στην πράξη άλλο τόσο αποτελεσματικός είναι στην επικοινωνιακή αντιμετώπιση των ζητημάτων. Τον βοηθάει η εικόνα του, το συνολικό του προφίλ, το παρελθόν του. Έχει μια επικίνδυνη δυνατότητα να παρουσιάζει τις ήττες σαν νίκες ή να στρέφει αλλού την ευθύνη για αυτές. Κάπως έτσι έχει καταφέρει να επιβιώσει από πολιτικές καταστάσεις που για άλλους θα σήμαιναν την πολιτική τους εξαφάνιση.

Το τελευταίο διάστημα όμως το επικοινωνιακό προβάδισμα του πρωθυπουργού φαίνεται να έχει απολεσθεί, και τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η κυβέρνηση του παίρνουν την κάτω βόλτα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τα δύο μεγαλύτερα ζητήματα του τελευταίου εξαμήνου. Το Σκοπιανό και τις πυρκαγιές.

Στην περίπτωση του Σκοπιανού, με την πρωτοβουλία που έλαβε για την ανάδειξη του ζητήματος και την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών ο πρωθυπουργός έδειξε ότι βρισκόταν σε πλήρη δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα. Γνώριζε ότι η πλειοψηφία του λαού δεν ήθελε το συμβιβασμό, θεώρησε όμως ότι θα τον κατάπινε χάριν του προφανούς οικονομικού ανταλλάγματος. Άλλωστε οι άνθρωποι αυτοί είχαν δεχτεί τόσα με το επιχείρημα ότι γίνονται με σκοπό τη ρύθμιση του χρέους, την έξοδο από τα μνημόνια, την καταβολή παροχών κοκ. Πίστεψε ότι θα δέχονταν και αυτό και θα πίστευαν ότι υπεύθυνοι είναι για άλλη μια φορά οι προηγούμενοι.

Έπεσε έξω, κι αυτό φάνηκε από τις πρώτες φάσεις. Ο κόσμος ήταν πλήρως αντίθετος, κι όταν φάνηκε το μέγεθος της δυσαρέσκειας έβγαλε άρον-άρον την ιστορία της Novartis για να αλλάξει η ατζέντα. Δεν του βγήκε, και προσπάθησε ξανά να τα ρίξει στους προηγούμενους. Ούτε αυτό του βγήκε. Και τελικά κατέληξε να επιχειρηματολογεί πόσο καλή είναι η συμφωνία και να βγαίνει και να βρίζει όσους αντιτίθενται. Έτσι έδειξαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία έκταση, το πραγματικό τους πρόσωπο απέναντι στους διαφωνούντες.

Το Σκοπιανό όμως ήταν η αρχή. Η συνέχεια έγινε με τις πυρκαγιές. Ο πρωθυπουργός θεώρησε ότι μια φυσική καταστροφή που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα νεκρούς και υλικές καταστροφές τεραστίου μεγέθους είναι ένα ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί επικοινωνιακά. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε την κωλοτούμπα στο μνημόνιο ή τα σκάνδαλα του Καμμένου. Επιχείρησε λοιπόν από την πρώτη κιόλας ημέρα, με την εσπευσμένη επιστροφή του από τη Βοσνία και την οργάνωση της περιβόητης δημόσιας σύσκεψης των αρμοδίων φορέων, να δημιουργήσει για τον εαυτό του μια εικόνα επικεφαλής που ελέγχει την κατάσταση και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, πιστεύοντας ότι η καταστροφή είχε σταματήσει.

Δε χρειάζεται να περιγράψω πόσο λανθασμένη αποδείχτηκε η πεποίθηση του. Νομίζω φαίνεται εκ του αποτελέσματος. Δε γνωρίζω αν οφειλόταν σε ελλιπή πληροφόρησή του σχετικά με το μέγεθος της καταστροφής στο Μάτι ή αν ήταν αποτέλεσμα κακής εκτίμησης, όπως και να’ χει όμως ο πρωθυπουργός αντί να βγάλει την εικόνα του ανθρώπου που ελέγχει την κατάσταση φάνηκε ως πολιτικάντης που προσπαθεί να αποκρύψει την καταστροφή και τις ευθύνες του.
Ακόμα και τότε όμως δεν είχε χαθεί τελείως το παιχνίδι. Ο πρωθυπουργός είχε ακόμα την επιλογή να υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντι στους αρμοδίους, να ζητήσει παραιτήσεις, να πάρει κεφάλια και γενικά να προχωρήσει σε απόδοση ευθυνών. Να αναγνωρίσει δηλαδή εμπράκτως την ευθύνη της κυβέρνησης και να δείξει ότι πήρε μέτρα για να διορθώσει την κατάσταση, όπως οφείλει ένας ηγέτης. Αν το έκανε ίσως να είχε τη δυνατότητα να διαχειριστεί τη ζημιά.

Δεν το έκανε όμως. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, μπορεί να θεώρησε απλά ότι αν αποδεχόταν την ευθύνη το παιχνίδι δε θα γύριζε, μπορεί και να υπήρχαν προσωπικοί λόγοι. Πάντως ακόμα και μετά την αποκάλυψη του μεγέθους της καταστροφής η κυβέρνηση συνέχισε να αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν η περιβόητη συνέντευξη τύπου όπου είδαμε τους αρμοδίους επικεφαλής να εξηγούν πόσο άψογα έγιναν όλα, και οι προσπάθειες της Περιφέρειας Αττικής να δείξει ότι έκανε πράγματα που όφειλε και δεν έκανε. Προσπάθεια που ενδέχεται να έφτασε ακόμα και σε πλαστογραφία.

Φυσικά η στάση αυτή απλά επέτεινε την ήδη κακή εικόνα της κυβέρνησης και τα αισθήματα θυμού και αγανάκτησης των πολιτών. Ως ήταν αναμενόμενο. Ο Τσίπρας αναγκάστηκε τελικά να αναλάβει την πολιτική ευθύνη, αρνούμενος όμως και πάλι να τιμωρήσει τους αρμοδίους. Πέρασαν εβδομάδες μέχρι να αντιληφθεί το μέγεθος της φθοράς του και να κάνει τελικά αυτό που θα μπορούσε να κάνει εξαρχής. Δέχτηκε την παραίτηση του Τοσκα, που ήταν πολιτικά ανώδυνη μιας που πρόκειται για μη πολιτικό πρόσωπο, καρατόμησε τους επικεφαλής Αστυνομίας, Πυροσβεστικής και Πολιτικής Προστασίας, εξήγγειλε ριζικές αλλαγές ως προς την τελευταία. Και όπως θεωρείται πλέον δεδομένο δρομολογείται ήδη ένας ανασχηματισμός που θα απομακρύνει ανώδυνα κάποιους από τις θέσεις τους.

Φυσικά στο χρόνο που έγιναν οι κινήσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Όταν η καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί και η κυβέρνηση είχε θεωρηθεί ήδη υπεύθυνη η απομάκρυνση κάποιων προσώπων δε μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση. Πόσο μάλλον με το βελούδινο τρόπο που έγινε.
Κύκνειο άσμα του κυβερνητικού χειρισμού της τραγωδίας ο πρόχειρος, αστείος και φρεσκοκηρυγμένος πόλεμος κατά των αυθαιρέτων, στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας να αποδοθεί το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στους ιδιοκτήτες, αν όχι στους ίδιους τους νεκρούς. Μια παράταξη που τόσο σαν αντιπολίτευση (στεκόμενη απέναντι σε κάθε απόπειρα καθαίρεσης αυθαιρέτων) όσο και σαν κυβέρνηση (παγώνοντας τις καθαιρέσεις και μειώνοντας τα πρόστιμα τακτοποίησης) ήταν εξαιρετικά φιλική προς τα αυθαίρετα ξαφνικά έβαλε μερικές εκατοντάδες στο μάτι και σπεύδει με τις μπουλντόζες μες στον Αύγουστο, ισχυριζόμενη ότι έτσι θα προλάβει τις πυρκαγιές. Ιλαρότητα σε βαθμό εκνευριστικό.

Δεν έχω σκοπό σύγκρισης του Σκοπιανού με τις πυρκαγιές. Ούτε υπάρχει λόγος για αυτήν ούτε είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Είναι δύο διαφορετικά ζητήματα που όμως έχουν πλέον κάτι κοινό. Αμφότερα έδωσαν στον κόσμο μια πικρή γεύση του τι σημαίνει ΣΥΡΙΖΑ. Ότι μπορεί να τον ψήφισαν για τις συντάξεις και τον ΕΝΦΙΑ, από την ανικανότητά του όμως βλάπτονται πολύ περισσότερα. Από τεράστια εθνικά ζητήματα που έχουν αγγίξει την ψυχή του Έλληνα μέχρι δεκάδες ανθρώπινες ζωές. Δε μιλάμε για μια περικοπή ακόμα ή μια φορολογική αύξηση. Μιλάμε για δεκάδες νεκρούς με το κράτος απόν. Και για μια κυβέρνηση που ενδιαφέρεται μόνο για επικοινωνιακή διαχείριση και δε νοιάζεται ακόμα και να τσακωθεί με τα θύματα αν κάνουν το λάθος να την αμφισβητήσουν.

Το ποτάμι δε γυρίζει πλέον πίσω. Του Σταύρου ίσως, το αληθινό ποτέ. Ο “μάστερ της επικοινωνίας” πρωθυπουργός έχει αρχίσει να χάνει το παιχνίδι. Κι επειδή το ξέρει καλά δεν πρόκειται να το παρατήσει έτσι εύκολα.

Η Τουρκία και ο Ερντογάν πέρα από τις ψευδαισθήσεις μας

10

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Θα μπορούσε να αναφερθεί η λαϊκή ρήση «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται» για να αξιολογηθεί η κυβερνητική –αλλά και η κοινωνική– αντίδραση στην απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών που συνελήφθησαν, εν καιρώ ειρήνης, περιπολούντες στον Έβρο.

Δυστυχώς, πρόκειται για κάτι χειρότερο. Ένα ανίκανο πολιτικό σύστημα ζει μέσα στις ψευδαισθήσεις του, πιστεύοντας πως μπορεί να αλλάξει η ελληνοτουρκική ατζέντα από μια αναγκαστική κίνηση του Ερντογάν.

Βυθισμένο δε στην πολιτική παρακμή του, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ως διπλωματική επιτυχία του μια απρόσμενη κατάληξη. Ακριβώς την προηγούμενη μέρα δημοσιεύονταν νέα μέτρα που θα ελάμβανε η ελληνική κυβέρνηση για να πείσει τον Ερντογάν να αφήσει ελεύθερους τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς. Ένα από αυτά ήταν και η ακύρωση των εκδρομικών επισκέψεων των Ευέλπιδων στην Τουρκία. Αυτό και αν αποτελούσε εφιάλτη για τον Τούρκο πρόεδρο!

Αν υπήρχαν σοβαρά κέντρα ανάλυσης πολιτικής στην Ελλάδα, θα είχαν αντιληφθεί τη δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει ο Τούρκος πρόεδρος μετά την αμερικανική αντίδραση στην πολιτική του (ο πάστορας είναι απλώς το πρόσχημα) και θα έκαναν προτάσεις στην κυβέρνηση. Πλέον, το περιβάλλον γίνεται εξαιρετικά περίπλοκο και η ελληνική διπλωματία δεν μπορεί να μένει στον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας. Κάποιος ικανός πρέσβης, ή κάποια ικανή διπλωματική η πολιτική ομάδα συλλαμβάνει και προτείνει πολιτική. Η εποχή αυτή έχει παρέλθει, ακόμη και για την Ελλάδα.

Χρειάζεται κάτι περισσότερο ασφαλές και αποτελεσματικό.

Ο Ερντογάν δεν έχει περιθώρια να μην αφήσει ελεύθερο τον αμερικανό πάστορα και να μην αναθεωρήσει μέρος της πολιτικής του που ενόχλησε τους Αμερικανούς. Αν επιμείνει στην άρνησή του θα καταστρέψει τη χώρα του. Και ο Ερντογάν είναι εξαιρετικά ρεαλιστής για να επιμείνει. Έχει αποδείξει, και στο παρελθόν, πως αφού φθάσει σε ακραία όρια, την κατάλληλη στιγμή ελίσσεται.

Από την άλλη, μια άτακτη κίνηση απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις θα έστελνε άσχημα μηνύματα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Από την πλειάδα των ομήρων που έχει φυλακίσει αφήνει ελεύθερους, μέσω της δικαστικής οδού, τους «περιφερειακούς». Μέσω της δικαστικής οδού θα φτάσει την κατάλληλη στιγμή και στον αμερικανό πάστορα.

Ο Ερντογάν αισθάνεται, επίσης, πως στο άμεσο μέλλον οι σχέσεις του με τους Αμερικανούς θα περάσουν δυσκολίες. Χρειάζεται ένα Δυτικό αποκούμπι και αυτό είναι η Ευρώπη. Αλλά για να το έχει θα έπρεπε να ικανοποιήσει τα πλέον ανώδυνα και στοιχειώδη από αυτά που οι Βρυξέλλες του ζήτησαν. Η απελευθέρωση των δύο εντάσσεται στην κατηγορία αυτήν.

Δεν χρειάζεται δεινή πολιτική σκέψη για να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι της θετικής αυτής εξέλιξης. Ωστόσο η κυβέρνηση δεν άντεξε στον πειρασμό να μην επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά ένα θέμα για το οποίο ο πολιτικός κόσμος επέδειξε ωριμότητα στη διαχείρισή του. Το πρωθυπουργικό περιβάλλον διακίνησε μεγάλο κατάλογο ενεργειών που οδήγησαν στην απελευθέρωση των στρατιωτικών. Μερικές από αυτές τις ενέργειες προηγήθηκαν της σύλληψης των δύο, και άλλες αποτελούσαν στοιχειώδες καθήκον ενός πρωθυπουργού ο στρατός του οποίου είχε τις συγκεκριμένες απώλειες. Π.χ. το ότι ο πρωθυπουργός έθεσε το θέμα στον Τούρκο πρόεδρο! Δηλαδή, δεν θα το έθετε;

Έκανε όμως ο Τσίπρας κάτι χειρότερο, το οποίο η Ελλάδα θα βρει μπροστά της.

Ικανοποίησε ένα πάγιο αίτημα της Τουρκίας να εκλέγονται οι μουφτήδες στη Θράκη από τη (χειραγωγημένη από το τουρκικό προξενείο) μειονότητα. Με την εκλογή του ο μουφτής, εκτός από θρησκευτικός ηγέτης γίνεται και σημείο πολιτικής αναφοράς. Το μέρος της μειονότητας που είναι στραμμένο προς την Άγκυρα θα βρει στο πρόσωπο των μουφτήδων τους πολιτικούς ηγέτες που χρειάζεται για να προωθήσει η Τουρκία τα σχέδιά της στη Θράκη. Και τα σχέδια αυτά είναι επικίνδυνα για τον ελληνισμό. Το αντιλαμβάνονται αυτό στην Αθήνα; Το αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση;

Αντί λοιπόν στην κυβέρνηση να χαίρονται και να θεωρούν πως η απελευθέρωση των στρατιωτικών σηματοδοτεί αλλαγή στην ελληνοτουρκική ατζέντα, ας προετοιμάσουν τη χώρα για τη δύσκολη περίοδο που έρχεται.

Τι σημαίνει αλλαγή στην ατζέντα; Η Τουρκία δεν θα επιχειρήσει να εξορύξει υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο; Θα σταματήσει να επιδιώκει πλήρη κυριαρχία στην Κύπρο; Θα σταματήσει να παραβιάζει τον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα και να οδηγεί τους ψαράδες της ως τις ακτές ελληνικών νησιών;

Αλλά εκείνο στο οποίο θα μπορούσε να εστιάσει μια μεσοπρόθεσμη πολιτική της κυβέρνησης αξιοποιώντας την πρόσκαιρη κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι να προτείνει και να προωθήσει έναν γεωπολιτικό πόλο που θα καλύπτει τα ⅔ της Μεσογείου. Έναν σταθερό γεωπολιτικό άξονα που θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Ακόμη, ίσως και την Ιταλία.

Ο άξονας αυτός θα αποτελούσε για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς τον εναλλακτικό πόλο στην Τουρκία και τους συμμάχους της στη Μεσόγειο.

Η συσπείρωση αυτή, που δεν θα αμφισβητούσε και την αραβική πολιτική των χωρών που συμμετέχουν, θα μπορούσε συν τω χρόνω να λάβει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας, αλλά και συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας. Τα οφέλη για όλους, ακόμη και για τις ΗΠΑ, είναι προφανή. Αν και, όπως φαίνεται, αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει στις ΗΠΑ ένα κέντρο το οποίο να χαράζει την παγκόσμια αρχιτεκτονική. Ένα κέντρο είναι η περί τον Τραμπ ομάδα και ένα άλλο η παραδοσιακή αμερικανική διπλωματία που δείχνει εξαιρετική αδράνεια στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται.

Οι πολιτικές αυτές είναι μεσοπρόθεσμες, τουλάχιστον. Στο χρονικό διάστημα που θα αποδώσουν μπορεί ο Ερντογάν να έχει αμφισβητηθεί στην Τουρκία, η Ρωσία να προσπαθεί να προσαρμοστεί στη μετά Πούτιν εποχή και στο Ιράν να τρίζουν τα θεμέλια των μουλάδων.

Αυτήν τη νέα πολιτική έχει ανάγκη η Ελλάδα. Και είναι ώρα για αλλαγή νοοτροπίας στα θέματα διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής. Διότι το τελευταίο διάστημα υπήρξε υποχώρηση ακόμη και από όσα βήματα είχε πετύχει η ελληνική διπλωματία στη δύσκολη προσπάθεια να ισορροπήσει μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.

Η τελευταία ανακοίνωση του ΥΠΕΞ σε ό,τι αφορά τις ελληνορωσικές σχέσεις, μόνο διπλωματικό κείμενο δεν θύμιζε.

Η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν μπορεί να είναι έρμαιο στα χέρια του οποιουδήποτε υπουργού Εξωτερικών. Άλλο η υλοποίηση της κάθε φορά κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής και άλλο πάγιες σταθερές της χώρας να υπόκεινται στην ευκαιριακή βούληση του ΥΠΕΞ.

pontos-news.gr