Αρχική Blog Σελίδα 2765

Η πτώση ενός τοτέμ

2
ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ 

Τ​​ην περασμένη εβδομάδα άλλο ένα τοτέμ της μεταπολίτευσης θάφτηκε στο σχετικό «νεκροταφείο». Ο λόγος για τον αντιαμερικανισμό, που είναι ένα από τα δομικά στοιχεία της μυθολογίας μας μετά την πτώση της χούντας και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Μερικές φορές οι εικόνες μετράνε περισσότερο από τα λόγια. Σκεφθείτε σε αντιδιαστολή την απέχθεια δεκαετιών για τον ελλιμενισμό του Εκτου Στόλου και την πανηγυρική παρουσία της ναυαρχίδας του στη Θεσσαλονίκη. Αλλά και τα λόγια εντυπωσιάζουν, όπως π.χ. οι δηλώσεις του Αμερικανού ΓΕΕΘΑ ο οποίος μίλησε για την καλύτερη στιγμή στις σχέσεις των δύο χωρών. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε μία ήρεμη περίοδο στο παγκόσμιο σκηνικό, αλλά σε μια στιγμή ψυχροπολεμικής έντασης.

Εδώ που βρισκόμαστε ο κίνδυνος είναι ίσως οι υπερβολικές προσδοκίες, οι οποίες έχουν μία τάση να φυτρώνουν πολύ στα λημέρια μας. Ούτε πρέπει να υποτιμάται το πόσο η καχυποψία και αντιπαλότητα έναντι των ΗΠΑ παραμένουν ζωντανές στο DNA μας.

Τι περιμένει όμως η κοινή γνώμη από την πρωτόγνωρη άνθηση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων; Δύο πράγματα: επενδύσεις και ενέργειες μαζί με δηλώσεις που θα τονώνουν την αίσθηση ασφάλειας της χώρας.

Στο πρώτο είναι νωρίς για να δούμε αποτελέσματα. Επενδύσεις γίνονται στον τουρισμό, αλλά οι Αμερικανοί επενδυτές είναι ακόμη διστακτικοί, περιμένουν τολμηρά σήματα από την κυβέρνηση. Υπάρχει άλλωστε και μία παρανόηση. Η Αμερική δεν είναι Κίνα ή Ρωσία. Η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρόεδρος, μάλιστα, μπορεί να κλείσουν ραντεβού και να ανοίξουν πόρτες όπως έχει συμβεί τον τελευταίο χρόνο. Τις αποφάσεις όμως τις παίρνουν CEO με βάση το ρίσκο, την προοπτική κερδών και τα εμπόδια που θεωρούν ότι θα αντιμετωπίσουν. Οι Κινέζοι επενδύουν γιατί το αποφάσισε κάποιος πολύ ψηλά στο Πεκίνο, τελεία και παύλα.

Θα χρειασθεί χρόνος για να έλθουν πραγματικοί Αμερικανοί επενδυτές, χωρίς μάλιστα να επαναληφθούν τα πρόσφατα φιάσκα… Λογικό είναι κάποιοι να ρωτούν «where is the beef? » (πού είναι το «ψητό;). Αυτό θα φανεί τους επόμενους μήνες.

Οσο για τα ζητήματα της ασφάλειας, το τοπίο είναι ρευστό. Στην Ουάσιγκτον δεν θέλουν να ξεγράψουν την Τουρκία, ούτε να αρχίσει μία συζήτηση για το ποιος την «έχασε». Το Κογκρέσο κάνει βέβαια τη δική του πολιτική ωθώντας τα πράγματα στα άκρα. Η γραφειοκρατία αντιδρά, προετοιμάζεται, αλλά δεν θέλει να βγάλει εντελώς τα αυγά της από το τουρκικό καλάθι. Το ίδιο και ο Λευκός Οίκος.

Η Ελλάδα, μαζί με τους Ελληνοαμερικανούς και τους ισχυρούς συμμάχους που έχει πλέον αποκτήσει λόγω της σχέσης με το Ισραήλ, πρέπει να πιέζει συστηματικά και δυναμικά για πολύ συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Είναι προφανές ότι η Αθήνα έριξε μια «ζαριά». Κάποια στιγμή πρέπει να κάνει «ταμείο».

Καθημερινή

Αμερικανικός έρως

0

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΡΙΓΟΣ*

Στις 4 Σεπτεμβρίου ο Aμερικανός αρχηγός ΓΕΕΘΑ επισκέφθηκε την Αθήνα. Ακολούθως, αναχώρησε για τις Ινδίες. Από την ένταξή μας στο ΝΑΤΟ, το 1952, δεν εντοπίζεται άλλη αντίστοιχη, αυτοτελής επίσκεψη στην Ελλάδα. Πάντοτε τέτοιες επισκέψεις περιελάμβαναν και την Τουρκία. Η σημειολογία της επισκέψεως είναι ενδεικτική των τεκτονικών αλλαγών που έχουν αρχίσει στην ευρύτερη περιοχή και φτάνουν ώς τη Μέση Ανατολή.

Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι η στροφή των ΗΠΑ προς την Ελλάδα είναι κάτι αυτοτελές και δεν συνδέεται με τις προβληματικές σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση. Η τελευταία ήθελε την Τουρκία διότι εξισορροπούσε τη Ρωσία στον Καύκασο και στον Εύξεινο Πόντο, του οποίου ελέγχει την πρόσβαση. Επίσης, αποτελούσε το αντίδοτο στον ακραίο ισλαμισμό και ήταν σημαντική για το ΝΑΤΟ λόγω της γειτνιάσεώς της με Ιράν, Ιράκ και Συρία. Oλες αυτές οι δυτικές βεβαιότητες βρίσκονται εδώ και χρόνια στην προκρούστεια κλίνη των διαθέσεων Ερντογάν.

Σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας ακούγεται έντονος προβληματισμός για την ξαφνική βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Η στάση αυτή οφείλεται εν μέρει στον παραδοσιακό μεταπολιτευτικό αντιαμερικανισμό μας. Μετά το 2010 έχει αμβλυνθεί, αφού τη σκυτάλη του «κακού» στην ελληνική ιδεοληψία έχει παραλάβει η Γερμανία. Παρ’ όλα αυτά είναι υπαρκτός. Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχει ενόχληση για τον εισοδισμό του ΣΥΡΙΖΑ στη χορεία των φιλονατοϊκών δυνάμεων. Πολλοί αναρωτιούνται ανήσυχοι, εάν συνδέεται αυτό με ευρύτερη μετατόπιση των ΗΠΑ υπέρ των πρώην κομμουνιστών της κυβερνήσεως. Στην πραγματικότητα –και πολύ απλά– οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για το απευκταίο ενδεχόμενο να χαθεί η Τουρκία από το σύστημα ασφαλείας της Δύσεως. Δεν το επιθυμούν και θέλουν να το αποτρέψουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πάρουν και τα μέτρα τους.

Εμάς (και την Κύπρο) μας συμφέρει αυτή η αλλαγή στάσεως των ΗΠΑ; Προφανέστατα! Μετά το 1964 η Τουρκία «μέτραγε» πολύ περισσότερο για τις ΗΠΑ εν συγκρίσει προς την Ελλάδα. Αυτό φάνηκε πρωτίστως στο Κυπριακό. Αλλά και στο Αιγαίο, το ασυγκράτητο των τουρκικών διεκδικήσεων οφείλεται ώς ένα βαθμό στη φαινομενική ουδετερότητα των ΗΠΑ. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είχαμε επί Κώστα Καραμανλή. Οι ΗΠΑ μας αντιμετώπιζαν εχθρικά λόγω της πιθανότητας να περάσει ρωσικό αέριο από την Ελλάδα, ενώ έκλειναν τα μάτια στον υπαρκτό αγωγό φυσικού αερίου από το Ιράν προς την Τουρκία. Τώρα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να πάψει αυτή η άνιση μεταχείριση. Χρειάζεται προσοχή; Επίσης, προφανέστατα! Κατ’ αρχάς λόγω του γεωγραφικού σημείου που βρισκόμαστε, οφείλουμε να διατηρούμε διαύλους επικοινωνίας και σχέσεις με τη Ρωσία. Επιπλέον, η τελευταία ενίοτε λειτούργησε ως αντίβαρο –προσοχή, όχι ως σύμμαχος– στις κατά καιρούς προβληματικές σχέσεις μας με τους δυτικούς συμμάχους.

Κατά μείζονα λόγο, όμως, δεν υπάρχει «αναβάθμιση» όταν οι ΗΠΑ διατηρούν αναλλοίωτη την αντίληψή τους για τις ισορροπίες της περιοχής. Το παράδειγμα της πρόσφατης διευθετήσεως με την ΠΓΔΜ είναι ενδεικτικό. Οπως αποκαλύφθηκε από τα WikiLeaks, η συμφωνία των Πρεσπών ακολούθησε σχεδόν κατά γράμμα το πλαίσιο επιλύσεως που είχαν προδιαγράψει οι ΗΠΑ το 2008 (σύνθετη ονομασία με παράλληλη αναγνώριση μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας). Η συμφωνία διαφοροποιήθηκε μόνον σε ένα σημείο, το εύρος της ονομασίας του κράτους και στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ. Αυτό δεν αρκούσε για να αλλάξει τον αρχικό προβληματικό σχεδιασμό. Συμπερασματικά, δεν αρκεί να μετατραπούμε σε χώρα απλής εγκαταστάσεως αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων. Εχουμε ξαναβιώσει αυτή την κατάσταση και δεν μας άρεσε. Θέλουμε σαφή ανταλλάγματα που συνήθως αποκαλούνται στήριξη και στρατηγική σχέση. Αυτό αφορά σε Ανατολική Μεσόγειο και Βαλκάνια.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

kathimerini.gr

Let the Balkan Great Games begin

0
A 13-meter-high bronze statue of Alexander the Great, officially named “Warrior on a Horse,” sits on its 10-meter high pedestal in Central Square in Skopje | Robert Atanasovski/AFP via Getty Images

THE COMING WARS

It’s not just Russia vs. the West. There’s a new player at the table.

SKOPJE, Macedonia — It’s a typical morning in Skopje, the capital of Macedonia or, as the country will likely soon be known, North Macedonia.

I wake up in the sleeping chambers of a galleon docked in the Vardar River — a nod to European imperialism in this city of architectural marvels — and remove the chair I had propped up against the door the night before. At the reception someone quips: “Do not be fooled. This may look like a hotel, but when the time arrives, we sail down the Vardar and conquer Greece.”

Just outside stands the Bridge of Civilizations with its endless statues to all the heroes — real and invented — of Macedonian history. Then the main square with its giant statue of Alexander. And then the hotel where I am meeting Janko Bacev, the president of the small United Macedonia party, the only openly pro-Russian party in the country.

Bacev is fighting against the proposed name change for the country. Together with other small parties, United Macedonia will boycott the referendum scheduled for September 30, but Bacev is ready to do much more. He is close to Aleksandr Dugin, the Russian philosopher and propagandist known for his ties with every reactionary movement in Europe.

Bacev’s bodyguard, sitting next to him, tells me that when the party brought Dugin to give a talk in Skopje, the Russian was asked how his countrymen would respond to the suggestion of changing Russia’s name. We would kill, he answered.

Is this a game — a new Great Game — between Russia and the West?

The name change is important because it opens the way for Macedonia’s membership in both NATO and the European Union, overcoming Greece’s objections to the use of a toponym it considers its own. The recent agreementbetween the two governments leaves us tantalizingly close to that outcome, provided the voters in the referendum are convinced.

Brussels wants to turn Macedonia into a normal country. Russia also has an interest in the outcome of the referendum. To lose Montenegro — the small Balkan nation joined NATO in 2017 — might be deemed a misfortune. To lose both Montenegro and Macedonia would look like carelessness.

The night before, I had gone to the protests in front of the parliament building. Bacev was there too, of course. From a distance I could see how he moved to the frontline, facing the riot police and waving a Russian flag. In another protest a few days later, he would be roughed up by a group of youths close to the former ruling party, unhappy that opposition to the name change was being given a bad name by a foreign agent. The experience left him undaunted.

The Russian Embassy in Skopje is a spies’ nest, the third and smallest vertex in a triangle that also includes Belgrade and Sofia. Led by the mythical Oleg Scherbak, a classmate of Russian Foreign Minister Sergey Lavrov, the embassy developed a powerful espionage machine. Officially it boasts five intelligence officers: one specializes in the energy question, and two speak perfect Albanian and are in charge of dealing with the national minority.

If the Macedonians accept the new name, North Macedonia will start a prolonged accession process to the EU.

Is this a game — a new Great Game — between Russia and the West? Not quite. There’s another player at the table.

The next day I meet another of the main political figures fighting the name change. As we sit down sipping caffè freddos in the pleasant Manda Kafe, Ljupco Palevski tells me Macedonia is a battlefield between two powers. On one side, the West. On the other …  China.

China or Russia? I ask. “Russia is only muscles. The mind is China, and the money is China.” The Chinese wants to build a road, he explains, a new Silk Road between Central Europe and their port in Greece. “The way to stop this road is to create conflict in the Balkans.”

Palevski was alleging that the West is creating havoc in his country — stirring up passions with the name change — in order to block or disrupt the Belt and Road project. If Macedonia is thrown into chaos (or brought into NATO), China will lose the only available road to Europe, because the road can only go through three countries and both Albania and Bulgaria are solidly within NATO.

Palevski immediately strikes me as more serious than Bacev, and more dangerous. Any mention of his name in Skopje evokes the story of how he came in possession of illicit recordings made by former Prime Minister Nikola Gruevski (who was driven out of office by the ensuing wiretapping scandal).

Armed with taped conversations between politicians, diplomats and high-level officials, Palevski quickly proceeded to deploy them against many of those whose crimes they exposed. For that, he was rewarded with at least two assassination attempts and a late-night visit from the intelligence services.

At one point during our conversation, Palevski removes a memory stick from his key chain, plugs it to his phone and shows me a conversation between a Macedonian politician and a foreign ambassador that he says will cause a political earthquake. Looking up from his phone, he suggests that the Chinese should support the new party he is creating, “a nationalist party in favor of a multipolar globalization.”

Later that day I asked an agent of a European intelligence service operating in Skopje what he thought of this. The answer: “The Chinese will never get involved with someone like Palevski.”

A woman passes in front of nationalist graffiti in Skopje on June 13, 2018 | Robert Atanasovski/AFP via Getty Images

The agent told me he is less optimistic than his political masters that Macedonia will have a European future. China, although cautious and methodical, is increasing its economic influence here, while Russia has a limited goal in mind: not to stop Macedonia from joining the Western club but to make sure that it does not succeed after it becomes a member. As Skopje moves toward NATO and EU memberships, there will be plenty of opportunities to pour yet more sand into the West’s engine.

If the Macedonians accept the new name, North Macedonia will start a prolonged accession process to the EU. Negotiating chapters will be opened. Large teams will arrive from Brussels and fill up all the chambers in the Vardar galleon, with some officials perhaps sleeping in hammocks on the deck. They will meet with ministers and bureaucrats to negotiate procurement rules and telecom laws, among many other things.

Meanwhile, in the shadows, other chapters will be opened, other communication plans will be discussed and money from secret coffers will continue to flow.

Bruno Maçães, a former Europe minister for Portugal, is a senior adviser at Flint Global in London and a nonresident senior fellow at the Hudson Institute in Washington. His book “The Dawn of Eurasia” was published by Penguin in January. 

Authors:

https://www.politico.eu/blogs/the-coming-wars/2018/09/let-the-balkan-great-games-begin/

Η μάχη για το Ιντλίμπ ίσως αλλάξει τις συμμαχίες που ξέραμε: Η Τουρκία στο κέντρο της κρίσης

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File Photo: People carry syrian revolution flags and placards during protests in Kafr Nabl town, Maarrat al-Nu’man District, rebels-held Idlib province, Syria, 14 September 2018. EPA, STR

SEPTEMBER 17, 2018

Ο συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος στη Συρία θα μπορούσε να αλλάξει συμμαχίες και στρατηγικές στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, που αφορούν και την Ελλάδα και την Κύπρο, σε σημείο που να τρίβουμε τα μάτια μας. Γι’ αυτό πρέπει να προετοιμαστούν κατάλληλα η Αθήνα και η Λευκωσία, και η συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο πρέπει να ενδυναμωθεί περαιτέρω, διότι θα μπορούσε να προστατεύσει, ειδικά την Κύπρο, από τη λαίλαπα του Ταγίπ Ερντογάν.

Είναι μία κρίσιμη περίοδος και οι μεγάλες δυνάμεις, η Αμερική και η Ρωσία μετρούν τους συμμάχους τους και τους περιστασιακούς φίλους τους. Αυτά που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα μπορεί να αναγκαστούμε να τα …ξεχάσουμε, μου είπε σοβαρός αναλυτής της Ουάσιγκτον.

Σήμερα διεξάγεται μία πολύ σημαντική συνάντηση, στο Σότσι της Ρωσίας, μεταξύ του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του Τούρκου ομολόγου του, Ταγίπ Ερντογάν, όπου θα προσπαθήσουν να επιλύσουν διαφορές που ξαφνικά εμφανίστηκαν στις σχέσεις τους. Και αν οι διαφωνίες παραμείνουν και μετά τη συνάντηση; είναι το ερώτημα των σοβαρών αναλυτών…

Η σύνοδος κορυφής της Τεχεράνης που έστησαν οι σύμμαχοι -αυτή τη στιγμή τουλάχιστον- (Ρωσία, Ιράν και Τουρκία) κατέληξε σε ισχυρές διαφωνίες. Όσο και να προσπάθησαν οι ηγέτες των τριών χωρών να τις κρύψουν, φανερώθηκαν από κάποιες κουβέντες του Ταγίπ Ερντογάν στους Τούρκους δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροπλάνο κατά την επιστροφή στην Άγκυρα.

Το μέτωπο της Τεχεράνης και της Μόσχας, και η απόλυτη στήριξη του προέδρου της Συρίας, παραμένει ισχυρό και εάν υποστηρίξει κανείς ότι δεν θα σπάσει ποτέ, θα είναι σωστός. Ο πρόεδρος της Τουρκίας προσπάθησε να επηρεάσει τους ομολόγους του της Ρωσίας και του Ιράν χωρίς επιτυχία. Οπότε δεν είναι υπερβολή να υποθέσουμε ότι σημειώθηκε η πρώτη σύγκρουση σε μία ετερόκλιτη συμμαχία, που θα μπορούσε και να την «σπάσει», παρά το γεγονός ότι αυτή τη δεδομένη στιγμή τα συμφέροντά τους είναι περισσότερα από τις διαφωνίες τους.

Ο κ. Ερντογάν, λοιπόν, διαφωνεί με τη Μόσχα και την Τεχεράνη για την επιχείρηση του συριακού στρατού στο Ιντλιμπ, που χωρίς αμφιβολία θα προκαλέσει ανθρωπιστική καταστροφή. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε μία περιοχή, και εξαρτώνται από τον θρησκευτικό φανατισμό των αιμοβόρων τζιχαντιστών, αλλά και ενός καθεστώτος που θέλει με κάθε θυσία να επιβληθεί και να εξυπηρετήσει επίσης τα ρωσικά και τα ιρανικά στρατηγικά συμφέροντα.

Στο θέμα αυτό, η Άγκυρα βρίσκεται πολύ κοντά στις αμερικανικές θέσεις. Στο τελευταίο θυμωμένο τηλεφώνημα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στον Τούρκο ομόλογό του, ο κ. Πομπέο άκουσε με ικανοποίηση από τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου ότι η Τουρκία συμφωνεί με τη στάση των ΗΠΑ στο Ιντλιμπ.

Τι σημαίνει άραγε αυτή η τουρκική μικρή “στροφή” σε ένα μείζον ζήτημα; Αυτό το θέμα θα μπορούσε να αναθερμάνει την παγωμένη τουρκοαμερικανική σχέση, αν και οι διαφορές των δύο χωρών είναι από τη γη μέχρι τον ουρανό.

Την ίδια στιγμή θα προκαλούσε μία μεγάλη κρίση με τη Ρωσία και το Ιράν. Όμως, αν ο κ. Ερντογάν αποφασίσει να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της χώρας του, η οποία κτυπιέται από μία επικίνδυνη οικονομική κρίση, και η οποία θα οδηγήσει την Τουρκία σε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις, θα επέλεγε να γονατίσει στην Ουάσιγκτον.

Η Αμερική είχε διασώσει εύκολα το 2004 τον κ. Ερντογάν, που είχε καταφύγει στο ΔΝΤ. Βέβαια, Ερντογάν είναι αυτός και το μυαλό του είναι ταραγμένο. Θα κοιτάξει, προφανώς, τα …άστρα και θα αποφασίσει.

Μερικοί αναλυτές πιστεύουν ότι στο Ιντλιμπ θα αναμετρηθούν στο τέλος είτε κατευθείαν είτε μέσω των δορυφόρων τους η Ρωσία και η Αμερική. Εάν συμβεί αυτό θα εισέλθουμε στη χειρότερη φάση του νέου ψυχρού πολέμου. Στην περίπτωση αυτή η Τουρκία πρέπει να επιλέξει. Και δεν είναι επιλογή ο «επιτήδειος ουδέτερος» που ανέδειξε σε επιστήμη ο κ. Ερντογάν.

Εάν φτάσουμε σε πολεμική σύρραξη, πρέπει να επιλέξουν επίσης η Ελλάδα και η Κύπρος. Οι επιλογές δεν είναι πολλές, ως γνωστό, και η Αθήνα και η Λευκωσία αποκλείεται να ταχθούν με τη Μόσχα, ούτε να επιλέξουν την ουδετερότητα. Το ταξίδια των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Κύπρου, Νίκου Κοτζιά και Νίκου Χριστοδουλίδη, στο Ισραήλ και την Αίγυπτο, κρύβουν πολλά μυστικά. Και επειδή πρόκειται για θέματα υψίστης εθνικής ασφάλειας, πρέπει όσοι γνωρίζουν να σιωπούν…

Πηγή: Η μάχη για το Ιντλίμπ ίσως αλλάξει τις συμμαχίες που ξέραμε: Η Τουρκία στο κέντρο της κρίσης https://hellasjournal.com/2018/09/i-machi-gia-to-intlimp-isos-allaxei-tis-symmachies-poy-xerame-i-toyrkia-sto-kentro-tis-krisis/

Balkan Nationalists Use T-Shirts as Political Fashion Statement

0
Balkan Insight
A T-shirt design alludes to an Ustasa slogan at a controversial Croat commemoration in Bleiburg, Austria in May 2018. Photo: EPA-EFE/ALEX HALADA.
   

Political T-shirts promoting nationalist ideas, glorifying war criminals and celebrating right-wing leaders from World War II are widely available in Croatia, Serbia and Bosnia and Herzegovina.

Anja Vladisavljevic, Filip Rudic, Mladen Lakic BIRN Zagreb, Belgrade, SarajevoWhen a nationalist T-shirt shop and online store in the Croatian city of Split wanted to celebrate the World War II fascist Ustasa movement without getting into trouble with the authorities, it came up with a novel idea.

It created a T-shirt with a stylised letter U – which stands for Ustasa – incorporated into a Smiley-face emoticon. ‘Uncle Smiley’, it called the garment.

The shop, Patriot Hrvatska, sells a wide collection of shirts with nationalist and more or less subtle fascist motifs, including ‘Za dom spremni’ (‘Ready for the Home(land)’), a slogan used by the Ustasa movement.

The slogan – whose use is banned in certain circumstances in Croatia – is again slightly disguised in Patriot Hrvatska’s T-shirt print, which omits the word ‘home’ and replaces it with a picture of a house to avoid any potential legal consequences. Meanwhile the shop’s catalogue features controversial Croatian right-wing pop star Marko ‘Thompson’ Perkovic, who has sung for war crimes defendants, as a model.

A staff member called Filip declined to talk to BIRN about Patriot Hrvatska’s wares, explaining that “since the Republic of Croatia is not in the Balkans and thus automatically does not belong to any kind of imaginary region, I consider every conversation on the subject pointless as well as futile”.

Patriot Hrvatska’s Facebook post of the T-shirt design.

But after the ‘Uncle Smiley’ story was reported by some local media, Patriot Hrvatska released a statement on its Facebook page saying that everyone sees the things that he or she wants to see, describing the T-shirt as “something like a Rorschach test, just with political connotations”.

T-shirts that celebrate nationalist ideas or right-wing personalities are on sale in several Balkan countries. In Croatia, patriots can choose from medieval motifs such as Glagolitic script or the Croatian interlace design, or buy shirts featuring the Croatian coat of arms, the symbolic war-damaged water tower in the town of Vukovar, the images of 1990s ‘Homeland War’ generals or the crossed-out face of Yugoslav President Josip Broz Tito.

Symbols of the Croatian Defence Forces, a 1990s wartime paramilitary unit and the militia of the far-right Croatian Party of Rights, which were inspired by the fascist Ustasa, are also often printed on shirts.

Young Croatians can be seen wearing such T-shirts at the annual party in the town of Knin to mark the anniversary of Croatian Army’s Operation Storm, which led to an exodus of Serbs from Croatia in 1995, as well as at Thompson’s concerts.

In May this year, some pupils from a Zagreb high school wore T-shirts with the slogan “Za dΩ [the symbol for ‘ohm’] spremni” during a graduation celebration.

Unlike German law, which bans the use of specific Nazi symbols and slogans, Croatian legislation does not say precisely what is not allowed.

Article 325 of the Croatian criminal code specifies that people who “call for hatred or violence to be directed against groups… because of their racial, religious, national or ethnic affiliation” can be punished with a three-year prison sentence, while organisers of hate-mongering groups can receive up to six years in prison.

Article 325 also says that people who “publicly approve of, deny or significantly belittle criminal acts of genocide, acts of aggression, crimes against humanity or war crimes” can face up to three years in prison.

However, hardly anyone chanting ‘Za dom spremni’ or displaying Ustasa insignia is prosecuted according to Article 325. Instead they are usually charged under misdemeanour legislation and fined.

Croatia’s government-appointed Council for Dealing with Consequences of the Rule of Non-Democratic Regimes said in February this year that the authorities should allow the ‘Za dom spremni’ salute to be used “in exceptional situations” under strict conditions, such as by Croatian Defence Forces veterans.

Nikola Puharic from the Youth Initiative for Human Rights Croatia told BIRN that major responsibility for the popularity of such symbols lies with politicians, state institutions and the country’s educational curriculum, in which World War II history is poorly covered.

He cited research conducted by Croatian NGOs in 2015 which suggested that nearly three-quarters of senior secondary-school students did not consider the Ustasa-led WWII-era Independent State of Croatia to be a fascist creation.

“It is not surprising that such political ideas are appreciated by young people when Prime Minister Plenkovic says that ‘Za dom spremni’ has dual connotations [and is not necessarily a fascist slogan], when this salute is part of a [Croatian Defence Forces] memorial plaque near the former [WWII] Jasenovac [concentration] camp, and when President Grabar Kitarovic manipulates and mystifies what happened in that Ustasa camp,” Puharic told BIRN.

Serbia: Radovan Karadzic, the ‘fans’ favourite’

A Serbian T-shirt with pictures of war crimes suspects General Ratko Mladic and Radovan Karadzic. Photo: EPA/SASA STANKOVIC.

In Serbia, clothing featuring images of WWII Nazi collaborators and controversial figures from the 1990s wars are readily available.

For example, the Delije (Heroes) online shop, named after the Red Star Belgrade football club fan group, sells T-shirts printed with the image of Bosnian Serb political leader Radovan Karadzic, who is in detention awaiting his appeal against his 40-year prison sentences for genocide and other wartime crimes.

“Although it’s not our custom to talk about politics, it is a fact that Radovan Karadzic is the favourite Serbian politician in stadiums all over Serbia,” says the shirt’s description on the Delije store’s website.

Another online store, the Small Serbian Shop, sells a wide variety of T-shirts commemorating the WWII Chetnik movement and various designs declaring that ‘Kosovo is Serbia’, including one that imitates the Coca-Cola logo, as well as ones celebrating ‘Orthodox brotherhood’ with Russia.

Milan Antonijevic, director of the Lawyer’s Committee for Human Rights, YUCOM, pointed out that Serbian law bans not just neo-Nazi and fascist symbols, but also ones that “propagate or justify the ideas or actions of individuals that were convicted of war crimes”.

The law envisages fines between 100,000 and one million dinars (around 830 to 8,300 euros) for any legal entity that “distributes, reproduces, stores, spreads, or in any other way uses” such symbols – but the legislation is not enforced by the authorities.

“This law, passed in 2009… is good and should finally begin to be implemented,” Antonijevic told BIRN.

Meanwhile, it’s not unusual to see nationalist T-shirts featuring the image of Bosnian Serb military chief Ratko Mladic or WWII Chetnik movement leader Dragoljub ‘Draza’ Mihailovic, who was executed for Nazi collaboration and treason by the Yugoslav Communists but rehabilitated by a Belgrade court three years ago, openly displayed on street stalls in city centres in Serbia.

Bosnia: No law against fascist symbols

A man waves a Chetnik flag with the slogan ‘Freedom or death’ as people protest against police reforms in Banja Luka. Photo: EPA/DRAGI VEJNOVIC.

Among the souvenirs on sale in a small shop in the town of Pale, some 20 kilometres from Sarajevo in Bosnia’s Serb-dominated entity of Republika Srpska, are black T-shirts depicting Radovan Karadzic alongside others emblazoned with the words ‘Serbian Honour’, the name of a Serb right-wing organisation that is active in Bosnia.

A man who identified himself as the shop’s owner declined to allow BIRN to take pictures of the T-shirts. “As a customer, you are more than welcome, but I do not have anything to say to reporters,” he said.

T-shirts with the images of Karadzic, Ratko Mladic, Chetnik leader Draza Mihailovic and Croat Ustasa fighters can often be found in shops or on street stalls in Bosnia’s bigger towns.

The Ravna Gora Chetnik movement, the name by which Mihailovic’s Chetniks were known, also holds an annual meeting in Visegrad at which members wear shirts decorated with Mihailovic’s name or face and other Chetnik symbols.

Meanwhile the Ustasa ‘U’ can be seen on shirts at football matches and other events at which ethnic tensions surface.

Zlatiborka Popov Momcinovic, a professor of sociology from East Sarajevo, said this shows that Bosnian society is still struggling with the legacy of its recent past, but also with unresolved issues from World War II and the conflict between monarchist Chetniks and Tito’s Communist Partisans.

Nationalist T-shirts are sometimes used as a tool to reinforce divisions based on ethnicity in the country, Popov Momcinovic added.

“We had protests when they [Karadzic and Mladic] were arrested, in 2008 and 2011 and those T-shirts were part of the decor, so to speak,” she said.

There were similar scenes during or after Karadzic and Mladic’s verdicts were handed down by the Hague Tribunal.

“I like to call these periods of intensive hate, and then we go deeper into the past, so Draza [Mihajlovic] or whoever joins this parade of symbols showing us how deep the problem is,” Popov Momicnovic suggested.

Bosnian law has no definition of what a fascist organisation is, and fascist symbols are not banned. There were several initiatives to introduce such legislation in the Bosnian state parliament but they did not get the support of political parties from Republika Srpska.

Controversy centred around the fact that the proposed legislation would prohibit Chetnik and Ustasa groups as well as organisations based on the Handschar division of the Nazi Waffen-SS, whose members were Bosnian Muslims and Croats.

In Republika Srpska, politicians argued that the Chetniks should be excluded from the legislation because they were a liberation movement that stood against fascism.

Popov Momcinovic argued that poor education about the country’s wartime past contributes to a situation in which some young people feel it acceptable to wear T-shirts with the faces of war criminals.

“I do not believe that a law in itself would regulate this, although it is necessary to define what fascist symbols are in Bosnia. It must come as a result of education and the willingness of all to accept that,” she suggested.

The phenomenon of nationalist symbols being openly displayed on T-shirts again illustrates how “the process of reconciliation is fragile, especially when the focus is on facing or dealing with the past”, she said.

http://www.balkaninsight.com/en/article/balkan-nationalists-use-t-shirts-as-political-fashion-statement-09-12-2018

The Makings of a 2020 Recession and Financial Crisis

0

 ,  

Although the global economy has been undergoing a sustained period of synchronized growth, it will inevitably lose steam as unsustainable fiscal policies in the US start to phase out. Come 2020, the stage will be set for another downturn – and, unlike in 2008, governments will lack the policy tools to manage it.

NEW YORK – As we mark the decennial of the collapse of Lehman Brothers, there are still ongoing debates about the causes and consequences of the financial crisis, and whether the lessons needed to prepare for the next one have been absorbed. But looking ahead, the more relevant question is what actually will trigger the next global recession and crisis, and when.

The current global expansion will likely continue into next year, given that the US is running large fiscal deficits, China is pursuing loose fiscal and credit policies, and Europe remains on a recovery path. But by 2020, the conditions will be ripe for a financial crisis, followed by a global recession.

There are 10 reasons for this. First, the fiscal-stimulus policies that are currently pushing the annual US growth rate above its 2% potential are unsustainable. By 2020, the stimulus will run out, and a modest fiscal drag will pull growth from 3% to slightly below 2%.

Second, because the stimulus was poorly timed, the US economy is now overheating, and inflation is rising above target. The US Federal Reserve will thus continue to raise the federal funds rate from its current 2% to at least 3.5% by 2020, and that will likely push up short- and long-term interest rates as well as the US dollar.

Meanwhile, inflation is also increasing in other key economies, and rising oil prices are contributing additional inflationary pressures. That means the other major central banks will follow the Fed toward monetary-policy normalization, which will reduce global liquidity and put upward pressure on interest rates.

Third, the Trump administration’s trade disputes with China, Europe, Mexico, Canada, and others will almost certainly escalate, leading to slower growth and higher inflation.

Fourth, other US policies will continue to add stagflationary pressure, prompting the Fed to raise interest rates higher still. The administration is restricting inward/outward investment and technology transfers, which will disrupt supply chains. It is restricting the immigrants who are needed to maintain growth as the US population ages. It is discouraging investments in the green economy. And it has no infrastructure policy to address supply-side bottlenecks.

Fifth, growth in the rest of the world will likely slow down – more so as other countries will see fit to retaliate against US protectionism. China must slow its growth to deal with overcapacity and excessive leverage; otherwise a hard landing will be triggered. And already-fragile emerging markets will continue to feel the pinch from protectionism and tightening monetary conditions in the US.

Sixth, Europe, too, will experience slower growth, owing to monetary-policy tightening and trade frictions. Moreover, populist policies in countries such as Italy may lead to an unsustainable debt dynamic within the eurozone. The still-unresolved “doom loop” between governments and banks holding public debt will amplify the existential problems of an incomplete monetary union with inadequate risk-sharing. Under these conditions, another global downturn could prompt Italy and other countries to .

Seventh, US and global equity markets are frothy. Price-to-earnings ratios in the US are 50% above the historic average, private-equity valuations have become excessive, and government bonds are too expensive, given their low yields and negative term premia. And high-yield credit is also becoming increasingly expensive now that the US corporate-leverage rate has reached historic highs.

Moreover, the leverage in many emerging markets and some advanced economies is clearly excessive. Commercial and residential real estate is far too expensive in many parts of the world. The emerging-market correction in equities, commodities, and fixed-income holdings will continue as global storm clouds gather. And as forward-looking investors start anticipating a growth slowdown in 2020, markets will reprice risky assets by 2019.

Eighth, once a correction occurs, the risk of illiquidity and fire sales/undershooting will become more severe. There are reduced market-making and warehousing activities by broker-dealers. Excessive high-frequency/algorithmic trading will raise the likelihood of “flash crashes.” And fixed-income instruments have become more concentrated in open-ended exchange-traded and dedicated credit funds.

In the case of a risk-off, emerging markets and advanced-economy financial sectors with massive dollar-denominated liabilities will no longer have access to the Fed as a lender of last resort. With inflation rising and policy normalization underway, the backstop that central banks provided during the post-crisis years can no longer be counted on.

Ninth, Trump was already attacking the Fed when the growth rate was recently 4%. Just think about how he will behave in the 2020 election year, when growth likely will have fallen below 1% and job losses emerge. The temptation for Trump to “” by manufacturing a foreign-policy crisis will be high, especially if the Democrats retake the House of Representatives this year.

Since Trump has already started a trade war with China and wouldn’t dare attack nuclear-armed North Korea, his last best target would be Iran. By provoking a military confrontation with that country, he would trigger a stagflationary geopolitical shock not unlike the oil-price spikes of 1973, 1979, and 1990. Needless to say, that would make the oncoming global recession even more severe.

Finally, once the perfect storm outlined above occurs, the policy tools for addressing it will be sorely lacking. The space for fiscal stimulus is already limited by massive public debt. The possibility for more unconventional monetary policies will be limited by bloated balance sheets and the lack of headroom to cut policy rates. And financial-sector bailouts will be intolerable in countries with resurgent populist movements and near-insolvent governments.

In the US specifically, lawmakers have constrained the ability of the Fed to provide liquidity to non-bank and foreign financial institutions with dollar-denominated liabilities. And in Europe, the rise of populist parties is making it harder to pursue EU-level reforms and create the institutions necessary to combat the next financial crisis and downturn.

Unlike in 2008, when governments had the policy tools needed to prevent a free fall, the policymakers who must confront the next downturn will have their hands tied while overall debt levels are higher than during the previous crisis. When it comes, the next crisis and recession could be even more severe and prolonged than the last.

Προς επαναχάραξη συνόρων στα Βαλκάνια;

1

του Δρ. Δημήτρη Α. Μοσχόπουλου πρέσβη ε.τ. *16.09.2018

 De nobis fabula narratur (για εμάς μιλάει η όλη ιστορία)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Περίληψη του άρθρου δημοσιεύεται στη σημερινή (Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου) “Μακεδονία”.

Ο χώρος των Βαλκανίων αποτελεί για την χώρα μας την άμεση φυσική γειτονιά της, γεγονός που καθιστά απαραίτητο να παρακολουθούμε προσεκτικά τις εξελίξεις σ’ αυτόν, να τις αποτιμάμε, και να είμαστε πάντοτε έτοιμοι να λαμβάνουμε θέση επί των τεκταινομένων και να παρεμβαίνουμε όποτε διακυβεύονται ζωτικά για μας συμφέροντα. Πρόσφατες εξελίξεις στα Δυτικά Βαλκάνια δείχνουν σαφώς ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ιστορικές και ραγδαίες αλλαγές, οι οποίες θα έχουν συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή, έναντι των οποίων δεν μπορούμε να παραμείνουμε αδιάφοροι, απλοί θεατές. Αναφέρομαι στον εξελισσόμενο διάλογο μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου, ο οποίος διεξάγεται υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων των δύο αυτών χωρών,  στο πλαίσιο του οποίου οι ηγέτες των δύο χωρών έχουν φθάσει να μιλούν ανοιχτά για το ενδεχόμενο ανταλλαγής εδαφών μεταξύ τους. Όπως ήταν φυσικό, η προοπτική αυτή της ανταλλαγής εδαφών, δηλ. η προοπτική αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια σήμερα, έχει προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και αμφιλεγόμενων τοποθετήσεων υπέρ ή κατά της ιδέας.

Για να σχηματίσει κανείς ακριβέστερη ιδέα ως προς το διακύβευμα, θα πρέπει να πάρει τα πράγματα με κάποια σειρά: Όταν, στις αρχές της δεκαετίας 1990, κατέρρεε η Γιουγκοσλαβία και μερικές μέχρι τότε ομόσπονδες Δημοκρατίες της κήρυσσαν ανεξαρτησία, η διεθνής κοινότητα – με κύριες κινητήριες δυνάμεις την, τότε, ΕΟΚ και τις ΗΠΑ – υιοθέτησε την θέση ότι τα σύνορα που υπήρχαν ήδη μεταξύ των πρώην ομόσπονδων Δημοκρατιών θα θεωρούνταν στο εξής σύνορα μεταξύ των καινούργιων κρατών, χωρίς καμμιά αλλαγή επί του εδάφους. Απλώς, τα εσωτερικά σύνορα θα μετατρέπονταν σε διεθνή.

Η αλλαγή συνόρων μεταξύ κρατών θεωρήθηκε, και θεωρείται ακόμη, θεμιτή και νόμιμη μόνον αν είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας, και αβίαστης, συμφωνίας των εμπλεκομένων. Σήμερα η διεθνής κοινότητα εμφανίζεται αρνητική σε τέτοια αλλαγή, σε σημείο που και η σκέψη έχει αναχθεί σε ένα είδος ταμπού, καθώς θεωρείται δεδομένο ότι καμμιά χώρα δεν θα δεχθεί αβίαστα να παραχωρήσει εδάφη σε γείτονά της, και άρα ο μόνος τρόπος για να γίνει αλλαγή συνόρων είναι ο πόλεμος με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Αλλά ακόμη και η ειρηνική ανταλλαγή εδαφών αντιμετωπίζεται με βαθειά δυσπιστία, καθώς θα συνεπάγεται, αργά ή γρήγορα, και επώδυνες συνέπειες, όπως μετακινήσεις πληθυσμών, κλπ. Επί πλέον, η προσπάθεια δημιουργίας εθνικά αμιγών κρατών αντιβαίνει σε βασικές αρχές σεβασμού της διαφορετικότητας και προστασίας των μειονοτήτων, καθώς στην πράξη αποτελεί προσπάθεια υποκατάστασης των αρχών αυτών.

Μια από τις κατευθυντήριες αρχές της διεθνούς κοινότητας κατά την παρέμβασή της στις συγκρούσεις που προκάλεσε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν το απαραβίαστο των συνόρων που ήδη υπήρχαν ανάμεσα στις συνιστώσες οντότητες της Γιουγκοσλαβίας, ανεξάρτητα από το ότι οι οντότητες αυτές αναγνωρίζονταν πλέον ως κρατικές. Η ίδια αρχή ίσχυσε και για την περίπτωση του Κοσόβου, περίπτωση που εμφάνιζε μιαν ιδιαιτερότητα κατά το ότι στην Γιουγκοσλαβία το Κόσοβο δεν αποτελούσε πλήρη ομόσπονδη Δημοκρατία, αλλά ήταν επαρχία, για ένα διάστημα αυτόνομη, της Δημοκρατίας της Σερβίας.

Ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής, η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου δεν έγινε με απλή κήρυξη ανεξαρτησίας, αλλά χρειάστηκε να ακολουθήσει μια μακρά και οδυνηρή διαδικασία, η οποία περιλάμβανε ένοπλη πάλη Αλβανών Κοσοβάρων κατά της Σερβίας, Σερβική επιχείρηση εθνοκάθαρσης των Αλβανών του Κοσόβου, η οποία απετράπη τελικά με τον βομβαρδισμό της Σερβίας από το ΝΑΤΟ (Μάρτιο-Ιούνιο 1999), στην συνέχεια διακυβέρνηση της επαρχίας από τα Ην. Έθνη και ανάληψη πρωτοβουλίας απ’ αυτά για την επίλυση του προβλήματος, για να καταλήξει στην κήρυξη ανεξαρτησίας από τους Αλβανούς Κοσοβάρους, στις 17 Φεβρουαρίου 2008, βάσει σχεδίου/πρότασης που είχε συντάξει η εντεταλμένη από τα Ην. Έθνη διεθνής επιτροπή και είχε απορρίψει η Σερβία. Ακριβώς δε επειδή η ίδια είχε απορρίψει το σχέδιο ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου, η Σερβία αποκαλεί, ανακριβώς, την κήρυξη ανεξαρτησίας του τελευταίου μονομερή.

Υπενθυμίζεται ότι η ανεξαρτησία του Κοσόβου έχει αναγνωρισθεί κατά κύριο λόγο από Δυτικές χώρες (περιλαμβανομένων και των τριών Δυτικών μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ην. Εθνών, Βρετανίας, Γαλλίας, ΗΠΑ, και της Γερμανίας) και από φίλα προσκείμενες προς αυτές αναπτυσσόμενες χώρες. Με την Σερβία συντάσσονται στο ζήτημα αυτό κατά κύριο λόγο η Ρωσία, λιγότερο έντονα η Κίνα, πολλές χώρες που ανήκαν στο πάλαι ποτέ λεγόμενο Κίνημα των Αδεσμεύτων, δηλ. χώρες επιφυλακτικές έως εχθρικές προς την Δύση, καθώς και χώρες που θεωρούν ότι η ακεραιότητά τους απειλείται από εθνικές μειονότητες στην επικράτειά τους. Ο αριθμός των αναγνωρίσεων ανέρχεται σήμερα σε περίπου 115 (επί συνόλου 193 χωρών μελών των Ην. Εθνών). Η χώρα μας περιλαμβάνεται στις πέντε χώρες μέλη της ΕΕ που δεν έχουν αναγνωρίσει (μαζί με Κύπρο, Ισπανία, Σλοβακία, Ρουμανία).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Δυτικές χώρες που υποστηρίζουν, και κατά το δυνατό επηρεάζουν και καθοδηγούν το Κόσοβο, θεώρησαν εξ αρχής κύριο μέλημά τους να διασφαλίσουν και στην περίπτωση του Κοσόβου την αρχή του σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων. Έτσι, το σύνταγμα της χώρας δηλώνει ρητά, ήδη στο πρώτο του άρθρο (1.3), ότι «η Δημοκρατία του Κοσόβου δεν θα έχει εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον άλλου κράτους, και δεν θα επιδιώξει την ένωση με άλλο κράτος ή με μέρος άλλου κράτους».

Η σημερινή πραγματικότητα στις δύο αυτές χώρες είναι τέτοια που δεν ικανοποιεί ούτε την Σερβία ούτε το Κόσοβο, αλλά ούτε και την διεθνή κοινότητα, δηλ. τις χώρες που υποστηρίζουν την μια ή την άλλη πλευρά της διαμάχης.

Η Σερβία έχει χάσει πλέον το Κόσοβο στην πράξη, παρ’ όλο που έχει φροντίσει να προσθέσει τροπολογία στη σύνταγμά της (ήδη το 2006, όταν συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις της επιτροπής των Ην. Εθνών για την επίλυση του Κοσοβαρικού προβλήματος) που διαδηλώνει ότι το Κόσοβο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της. Αλλά και από καθαρά νομική άποψη, η Σερβία έχει χάσει, αφού το Διεθνές Δίκαιο έχει επίσημα επικυρώσει την νομιμότητα της κρατικής υπόστασης του Κοσόβου, πράγμα που έγινε όταν το ανώτατο δικαστικό όργανο του Διεθνούς Δικαίου, δηλ. το εδρεύον στην Χάγη Διεθνές Δικαστήριο, αποφάνθηκε, τον Ιούλιο 2010, ότι η κήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου δεν παραβίασε καμμία αρχή του Διεθνούς Δικαίου, δηλ. ήταν νόμιμη.

Ως προς το Κόσοβο, ναι μεν αυτό έχει δικαιωθεί από το Διεθνές Δίκαιο και υποστηρίζεται από τις περισσότερες Δυτικές, δημοκρατικές, χώρες, αλλά ο αριθμός των χωρών που αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του δεν είναι ικανοποιητικός και φαίνεται να παραμένει στάσιμος για το προβλεπόμενο μέλλον, ενώ οι πόρτες των περισσότερων σημαντικών διεθνών οργανισμών, περιλαμβανομένων των Ην. Εθνών, παραμένουν κλειστές γι’ αυτό. Επί πλέον, παρά την τεράστια οικονομική, θεσμική και πολιτική βοήθεια της ΕΕ και των ΗΠΑ, οι διαδικασίες οικοδόμησης του κρατικού μηχανισμού (state building), εμπέδωσης του κράτους δικαίου (rule of law) και ανάπτυξης της οικονομίας έχουν να επιδείξουν πενιχρά αποτελέσματα.

Και οι δύο χώρες, Σερβία και Κόσοβο, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για ένα καλλίτερο μέλλον στην Ευρώπη, δηλ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ίδιο κάνουν άλλωστε και οι λοιπές χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, οι οποίες βρίσκονται όλες αντιμέτωπες με προβλήματα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά τέτοια που αδυνατούν να επιλύσουν μόνες τους. Με εξαίρεση την Σερβία και την Βοσνία και Ερζεγοβίνη (λόγω της Σερβικής συνιστώσας της) οι λοιπές χώρες των Δυτικών Βαλκανίων είναι ήδη ή επιδιώκουν να γίνουν και μέλη του ΝΑΤΟ. Η ΕΕ είναι θετική στην προοπτική ένταξης ολόκληρης της περιοχής, αλλά όχι χωρίς όρους. Ένας ρητός και απαράβατος όρος είναι ότι καμμιά χώρα δεν μπορεί να ενταχθεί, αν έχει εκκρεμή εδαφικά/συνοριακά προβλήματα με άλλη χώρα. Η ΕΕ, ως κατ’ εξοχήν εγγυητής, και «εξαγωγέας», σταθερότητας, δεν μπορεί πλέον να εισαγάγει στους κόλπους της την αστάθεια που συνοδεύει τις εδαφικές εκκρεμότητες.

Ειδικά για την Σερβία και το Κόσοβο, η ΕΕ έχει θέσει ως προϋπόθεση της ένταξής τους την εξομάλυνση των μεταξύ τους σχέσεων μέσω διαπραγματεύσεων που η ίδια έχει θεσπίσει και διευκολύνει, ήδη από το 2011, οι οποίες θα πρέπει να καταλήξουν σε «νομικά δεσμευτική συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας θα καθορισθεί από τις δύο πλευρές». Η προσεκτική αυτή διατύπωση σημαίνει απλούστατα ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να καταλήξουν σε επίσημη συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης, κάτι που η γραφειοκρατία των Βρυξελλών δεν επιτρέπεται να εκφράσει ρητά εξ αιτίας του γεγονότος ότι 5 χώρες- μέλη δεν έχουν ανααγνωρίσει το Κόσοβο.

Οι ηγεσίες των δύο χωρών έχουν κατανοήσει, και αποδεχθεί, την αδήριτη αυτή αναγκαιότητα, καθ’ όσον αποδίδουν πρωταρχική σημασία στην στρατηγική επιλογή τους για ένταξη στην ΕΕ, και έχουν αποδυθεί σε προσπάθειες να πείσουν τους πολίτες τους για την ορθότητα της στρατηγικής τους επιλογής και την αναγκαιότητα συμβιβασμού με την άλλη πλευρά. Φυσικά μεγαλύτερο πρόβλημα έχει η Σερβική ηγεσία, γιατί αυτή πρέπει να κάνει δύο κατ’ εξοχήν οδυνηρά για την χώρα βήματα, δηλ. να ενστερνισθεί Δυτικές αρχές και να αναγνωρίσει το Κόσοβο. Αντίθετα, η Κοσοβαρική ηγεσία έχει εξ αρχής καταστήσει σαφές ότι η χώρα ανήκει στην Δύση και προσβλέπει στην ένταξή της στους Ευρω-ατλαντικούς θεσμούς, άρα χρειάζεται να πείσει τους πολίτες της όχι για τον επιδιωκόμενο στόχο, αλλά μόνο για τα μέτρα που αποβλέπουν στην επίτευξή του.

Οι προσπάθειες του Σέρβου Προέδρου, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, να πείσει τους πολίτες του για την ανάγκη προσχώρησης της χώρας τους στην Δύση, και – ακόμη πιο δύσκολο – για την συνεπαγόμενη ανάγκη επίσημης αποδοχής της πραγματικότητας που έχει δημιουργήσει η ανεξαρτησία της πρώην επαρχίας τους, είναι πράγματι αξιοθαύμαστες, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψη ότι η δαιμονοποίηση της Δύσης παραμένει πάγιο συστατικό του δημόσιου λόγου του από την αρχή ήδη της πολιτικής του καριέρας, την οποία ξεκίνησε κατά την τραγική δεκαετία του 1990 ως στέλεχος ακροδεξιού εθνικιστικού κόμματος, ιδιότητα με την οποία άλλωστε διετέλεσε και υπουργός Πληροφοριών σε κυβέρνηση συνασπισμού του Σλομπόνταν Μιλόσεβιτς. Εν πάση περιπτώσει, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει τις διαγραφόμενες εξελίξεις ως συμφέρουσες στην χώρα του έχει επιλέξει το επιχείρημα ότι στις διαπραγματεύσεις για την οριστική επίλυση του Κοσοβαρικού ζητήματος η Σερβία θα προβεί σε υποχωρήσεις και παραχωρήσεις (δηλ. αναγνώριση) έναντι των Αλβανοκοσοβάρων, υπό τον όρο ότι θα λάβει κι αυτή κάποιο αντάλλαγμα. Τους τελευταίους δε μήνες  συγκεκριμενοποιεί το αντάλλαγμα αυτό ως εδαφικές παραχωρήσεις του Κοσόβου προς την Σερβία, και συζητεί ανοιχτά την ιδέα διχοτόμησης του Κοσόβου, έτσι ώστε μια περιοχή στο βόρειο Κόσοβο (ένα δέκατο της συνολικής έκτασης) που κατοικείται σε μεγάλη πλειοψηφία από Σέρβους να προσαρτηθεί στην Σερβία.

Η ιδέα διχοτόμησης του Κοσόβου με την παραπάνω μορφή, δηλ. προσάρτηση της περιοχής βορείως του ποταμού Ίμπαρ στην Σερβία, δεν είναι καινούργια, εμφανιζόταν δε μέχρι πρόσφατα ως ιδιαίτερα προσφιλής σε Σερβικούς εθνικιστικούς κύκλους. Σταθερός διαχρονικά υποστηρικτής είναι ο σημερινός Υπουργός Εξωτερικών, Ίβιτσα Ντάτσιτς (αρχηγός του Σοσιαλιστικού κόμματος, που ίδρυσε ο Μιλόσεβιτς, του οποίου και διετέλεσε εκπρόσωπος Τύπου Μιλόσεβιτς στην δεκαετία του 1990).

Μη ανεχόμενος να υπερκερασθεί από τις Σερβικές εθνικιστικές ακρότητες, ο Κοσοβάρος Πρόεδρος, Χασίμ Θάτσι, ξέθαψε και προβάλλει μιαν Αλβανική εθνικιστική ακρότητα, την απόσχιση από την νοτιοδυτική Σερβία της κοιλάδας του Πρέσεβο, περιοχής που κατοικείται σε μεγάλη πλειοψηφία από Αλβανούς και εφάπτεται του ανατολικού Κοσόβου.

Έτσι βλέπουμε σήμερα να παίρνει μορφή μια ιδέα ανταλλαγής εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου, με το βόρειο Κόσοβο να προσαρτάται στην Σερβία και μέρος της νοτιοδυτικής Σερβίας να προσαρτάται στο Κόσοβο. Είναι πάντως ενδεικτικό της σοβαρότητας της ιδέας, αλλά και των ατόμων που την διακινούν, ότι και οι δύο πλευρές απορρίπτουν έντονα η μία την πρόταση της άλλης. Ο Σέρβος Πρόεδρος διαβεβαιώνει το ακροατήριό του ότι η Σερβία μόνο θα πάρει έδαφος από το Κόσοβο και δεν θα παραχωρήσει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό. Και ο Κοσοβάρος Πρόεδρος διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι θα συμβεί το εντελώς αντίθετο.

Οι Δυτικές χώρες που ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια ήσαν μέχρι πρόσφατα ομόφωνες στην απόρριψη κάθε ιδέας ανταλλαγής εδαφών και αλλαγής συνόρων στην περιοχή, μέχρις ότου η κυβέρνηση των ΗΠΑ διαχώρισε την θέση της στις 24 Αυγούστου, δηλώνοντας ότι «δεν προτίθεται να εμπλακεί στις διαφορές των Σέρβων και των Κοσοβάρων», άρα, αν οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε μια όποια λύση, οι ΗΠΑ θα είναι ικανοποιημένες.

Είναι πλέον σαφές ότι ένα θέμα που είχε θεωρηθεί ότι ανήκει στο παρελθόν έχει επιστρέψει στην ημερήσια διάταξη. Πάντως, παρά τον σάλο που έχει προκαλέσει η ανακίνηση του θέματος, η υλοποίησή του παραμένει ακόμη άκρως αμφίβολη. Οι δυσκολίες του εγχειρήματος εμφανίζονται ανυπέρβλητες· και οι επιπτώσεις που θα είχε, στην ειρήνη και στην σταθερότητα των σημερινών Βαλκανίων, ακόμη και απόπειρα υλοποίησής του θα μπορούσαν να αποδειχθούν εκρηκτικές.

Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι δεν θα πραγματοποιηθεί τελικά η συζητούμενη ανταλλαγή εδαφών.  Τυχόν πραγματοποίησή της, κατά τρόπο ειρηνικό (χρήση μη ειρηνικών μέσων θα πρέπει να αποκλεισθεί στην σημερινή συγκυρία), θα με εξέπληττε πολύ περισσότερο από όσο η εγκατάλειψη της ιδέας.

Μια ανάλυση του προτεινόμενου εγχειρήματος θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα άλλου άρθρου. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω στο παρόν άρθρο είναι ότι η ανακίνηση ενός τόσο δύσκολου και δυνητικά εκρηκτικού θέματος, όπως είναι η επαναχάραξη συνόρων στην σημερινή Βαλκανική συγκυρία, έρχεται να δείξει ότι τα Βαλκάνια εξακολουθούν «να παράγουν ιστορία», για να θυμηθούμε την γνωστή, και ορθή, ρήση ότι «τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη ιστορία από όση μπορούν να καταναλώσουν»· και ότι στα Βαλκάνια μπορούμε ανά πάσα στιγμή να βρεθούμε αντιμέτωποι με διλήμματα τέτοια που μια λαθεμένη επιλογή θα μπορούσε να ανατρέψει ισορροπίες που έχουν επιτευχθεί με προσπάθειες δεκαετιών και θυσίες χιλιάδων ανθρώπων.

Εμείς ως χώρα τί θέση παίρνουμε; Μας είναι εν τέλει αδιάφορο αν αρχίσουν αλλαγές συνόρων στην γειτονιά μας στηριζόμενες στην ιδέα στην οποία στηρίζονται οι Σερβικές απαιτήσεις για το βόρειο Κόσοβο και οι Κοσοβαρικές για το Πρέσεβο; ότι δηλ. μια εθνική/εθνοτική μειονότητα ενός κράτους που κατοικεί ως πλειονότητα σε παραμεθόρια περιοχή, η οποία εφάπτεται ενός γειτονικού κράτους με ομοεθνή προς την εν λόγω μειονότητα πληθυσμό, μπορεί να ενωθεί με το ομοεθνές της κράτος;

Επίσης, τί θέση παίρνουμε έναντι των προσπαθειών δημιουργίας εθνικά/εθνοτικά αμιγών, δηλ. «καθαρών», κρατών στην περιοχή μας;

Τα ερωτήματα αυτά καθώς και, γενικότερα, οι συζητήσεις που γενούν οι ιδέες επαναχάραξης συνόρων με σκοπό την δημιουργία εθνικά αμιγών κρατών δείχνει ότι η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί ή να παραμένει απλός παρατηρητής των τεκταινομένων στα Βαλκάνια. Ο βαθμός αλληλεξάρτησης χωρών, λαών, εθνοτήτων, και θρησκειών στην περιοχή μας, η μακροβιότητα που επιδεικνύουν οι διάφορες φιλίες και, κυρίως, οι διάφορες έχθρες και οι διάφορες ζήλειες μεταξύ των λαών της γειτονιάς μας αποτελούν πειστικά τεκμήρια ότι κανένα διακύβευμα στα Βαλκάνια δεν είναι τέτοιο που να μη μας αφορά ως λαό και ως χώρα. Ο,τιδήποτε γίνεται στα Βαλκάνια μας αφορά. Στο δράμα που εκτυλίσσεται στην Βαλκανική σκηνή εμείς δεν είμαστε, δεν μπορούμε να είμαστε, απλοί θεατές, ανήκουμε κι εμείς στα πρόσωπα του δράματος. De nobis fabula narratur!

* Ο πρέσβης ε.τ. Δημήτρης Μοσχόπουλος διετέλεσε επικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου της Ελλάδας στην Πρίστινα (2008-2014) και ταυτόχρονα διαμεσολαβητής της Ε.Ε. για την προστασία της σερβικής θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στο Κόσοβο. 

 

 

Τι θέλει να πει ο κ. Μητσοτάκης με τη δήλωση για τη Συμφωνία των Πρεσπών;

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας δήλωσε χθες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης πως το κόμμα του δεν θα ψηφίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών όταν έρθει στη Βουλή προς επικύρωση, είτε τώρα είτε στην επόμενη Βουλή. Και πως οι διαπραγματεύσεις, σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η συμφωνία, θα αρχίσουν από την αρχή.

Ο κατηγορηματικός τόνος του Κυριάκου Μητσοτάκη εμβάλλει σε σκέψεις.

Κατ αρχάς, ο κ. Μητσοτάκης ποτέ δεν δημιούργησε αμφιβολίες ότι το κόμμα του μπορεί να ψηφίσει τη συμφωνία. Έχει δηλώσει και στο παρελθόν ότι δεν θα την ψηφίσει. Εκείνο που άφησε παλαιότερα να εννοηθεί, και μάλλον, σ αυτό δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα, είναι αν επικυρωθεί η συμφωνία, ως πρωθυπουργός,  δεν μπορεί να μην την εφαρμόσει.

Ας δούμε, όμως, ορισμένες διαστάσεις της δήλωσής του υπό το φως των εξελίξεων.

  1. Η κυβέρνηση χρειάζεται μόλις έξι βουλευτές από τα άλλα κόμματα για να περάσει τη συμφωνία και οι εκτιμήσεις των αναλυτών είναι πως δεν θα δυσκολευτεί να τους βρει μεταξύ των βουλευτών του Ποταμιού και της ΝΔ, αν το κλίμα δεν πολωθεί επικίνδυνα. Επειδή, όμως, το κλίμα είναι ήδη πολωμένο και η συμφωνία, στην καλύτερη περίπτωση, θα έρθει στη Βουλή σε ημερομηνία κοντά στις εκλογές, θα είναι δύσκολο στους βουλευτές, κυρίως της ΝΔ, να την ψηφίσουν. Ακόμη και αν δεν τεθεί θέμα κομματικής πειθαρχίας.
  2. Η δυναμική της ανόδου του στην εξουσία κάνει τον κ. Μητσοτάκη να είναι πολύ προσεκτικός στο θέμα αυτό που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας.  Έχει διαμορφωθεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα που αναγκάζει τον αρχηγό της ΝΔ να το λάβει υπόψη. Πολύ περισσότερο που η κυβέρνηση χαρακτήρισε το ρεύμα αυτό ακροδεξιό σε μια επίδειξη αλαζονείας. Αυτούς τους δημοκρατικούς πολίτες, που ο κ. Τσίπρας χαρακτήρισε συλλήβδην «ακροδεξιούς» τους υποστήριξε χθες στην ομιλία του ο κ. Μητσοτάκης και τους διεκδίκησε στις εκλογές.
  3. Ενδεχομένως στην αρχή το ελληνικό πολιτικό σύστημα να πίστευε πως η συμφωνία δεν θα υπερψηφιζόταν στο σκοπιανό δημοψήφισμα κάτι που θα δημιουργούσε ανακούφιση στην Ελλάδα. Όλα, όμως, δείχνουν πως το «Ναι» θα είναι σαρωτικό στο δημοψήφισμα της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου. Η Ελλάδα πέταξε το μπαλάκι στη σκοπιανή πλευρά αλλά το μπαλάκι επιστρέφει στο ελληνικό τερέν. Μετά την υπερψήφιση του «Ναι» στο δημοψήφισμα, θα είναι τα Σκόπια που θα αναμένουν ενδεχόμενη ελληνική υπαναχώρηση.
  4. Ο κ. Μητσοτάκης προσπαθεί, επίσης, να προλάβει κυβερνητική υπαναχώρηση ως προς το να έρθει η συμφωνία στη Βουλή επί ΣΥΡΙΖΑ και καθιστά σαφές πως ακόμη και αν αναγκαστεί να το φέρει ο ίδιος σε περίπτωση νίκης του στις εκλογές δεν θα το ψηφίσει. Η προοπτική της νίκης στις εκλογές είναι σημαντικότερη από τις όποιες διαμαρτυρίες βουλευτών του ή άλλων στελεχών της ΝΔ υπέρ της συμφωνίας.
  5. Μια τέτοια γραμμή του κ. Μητσοτάκη, όπως περιγράφηκε παραπάνω, βρίσκει σύμφωνο τον κ. Σαμαρά αλλά είναι και πολύ κοντά στις αντιλήψεις του κ. Καραμανλή. Τα προβλήματα που θα είχε ο κ. Μητσοτάκης θα ήταν από βουλευτές που πρόσκεινται στη λεγόμενη «μητσοτακική» πτέρυγα της ΝΔ. Με τη δήλωση του αρχηγού τους και κυρίως με τη βαρύτητα που έχει το θέμα ενόψει εκλογών, η πτέρυγα αυτή δύσκολα θα εκδηλωθεί προς άλλη κατεύθυνση.
  6. Ο κ. Μητσοτάκης, πιθανώς να πιστεύει πως θα βρεθούν έξι βουλευτές από άλλα κόμματα (κυρίως Ποτάμι) που θα ψηφίσουν τη συμφωνία. Οπότε θα περάσει και ο ίδιος, απλώς θα κληθεί να την εφαρμόσει, κάτι που δεν μπορεί να μην κάνει αν η συμφωνία εγκριθεί από το κοινοβούλιο. Εκείνο που είπε είναι ότι δεν θα την ψηφίσει, όχι δεν θα την εφαρμόσει αν περάσει από τη Βουλή.
  7. Η κυβέρνηση έχει και η ίδια αντιδράσεις στο εσωτερικό της για τη συμφωνία που συνήψε. Ο κ. Μητσοτάκης με τη δήλωσή του αναγκάζει την κυβέρνηση να επιβάλλει κομματική πειθαρχία και σε περίπτωση που δεν καταφέρει να περάσει τη συμφωνία να εκθέσει το ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά τον κ. Τσίπρα προς τα κέντρα που έδωσαν υποσχέσεις.

The IMF’s ‘Large Brain, Unhealthy Ego, and Tiny Conscience’

0

The reforms to the IMF since the global financial crisis have amounted to window dressing.

Ten years after the financial crisis, the International Monetary Fund (IMF) remains largely beholden to policies that undermine human rights and exacerbate inequality around the world. In response to the global recession, the IMF pressured countries to restructure sovereign debt—in part by adopting austerity measures that eroded basic needs such as health care and income security. The resulting human cost was immense, and the organization, while articulating more progressive policies, has been unable to heed the lessons of their failures.

The IMF exerts its power by dictating fiscal policies in exchange for loans and by providing risk analysis and technical assistance. The financial terms it imposes on governments have been derided as a one-size-fits-all approach with a myopic focus on economic growth. Dogged by these criticisms, the organization has recently trumpeted some reforms, as it often does in response to cycles of negative publicity. Laudably, the fund has been engaging with issues of gender and economic inequality, corruption, and climate change. Now, for example, the IMF more robustly considers the social dimensions of its macroeconomic policies, such as their impact on vulnerable populations. Even the fund’s strict adherenceto market fundamentalism has come in for some introspection. In 2016, three IMF economists praised aspects of neoliberalism, but found that several of its central tenets had been “oversold,” admitting that austerity could have harmful consequences, that inequality hampers growth, and“that policymakers should be more open to redistribution than they are.”

Christine Lagarde, the IMF’s managing director, has been a particularly vocal champion of reform since taking over in 2011. Under her tenure, climate change and inequality have assumed an increased urgency. Lagarde claimed in 2014 that the IMF was no longer pushing the much-maligned structural-adjustment programs—a combination of privatization, slashing public spending, financial deregulation, trade liberalization, and labor market reforms. These developments raised cautious hopes that the IMF was finally undergoing a renaissance.

Unfortunately, it appears that the fund is adopting the rhetoric of reform—softening its image and mollifying its critics—but failing to make the changes that will meaningfully upend the status quo. Despite the rebranding, many of the fund’s damaging policies have continued apace. And, according to critics, many of the touted modifications are inadequately conceptualized, ineffectively implemented, and fail to address the core of the problems. “The IMF, as led by Ms. Lagarde, is on the right track, but it will be a mammoth task to change the direction of this ‘oil tanker’ of an institution and ensure that the benefits of globalization no longer accrue overwhelmingly to the wealthy,” said Philip Alston, the UN special rapporteur on extreme poverty and human rights.

Under pressure to rethink the impact of its policies on the poor, in some cases the IMF has been encouraging social protections such as safety-net expenditures, however meager, though it declines to mandate that countries provide universal supports to all their citizens, and in many cases opposes them. Alston, who penned a critical report in June on IMF policies, notes that a human-rights-based approach would aim to “prevent or alleviate poverty, vulnerability and social exclusion,” and a floor would include “basic social-security guarantees for health care, as well as income security for children, older persons and those unable to work, especially in cases of sickness, unemployment, maternity, and disability.”

Critics claim that in practice the fund treats social protection more as charity than as something necessitated by flaws in the underlying ideology. According to Oxfam, “A truly ambitious and inequality-focused approach would first ask what structural reforms would directly benefit these groups, rather than focus exclusively on mitigating harm done to them by reforms.” Alston argued that “To date, the IMF has been an organization with a large brain, an unhealthy ego, and a tiny conscience. If it takes social protection seriously, rather than making a tokenistic commitment to minimal safety nets, it can show the world that it has actually learned from its past mistakes.”

Another example of the fund’s actions’ belying its stated intentions is in its gender analysis. According to critiques compiled by the watchdog NGO Bretton Woods Project, the IMF’s current attention to gender is long overdue, but not consistent, systematic, or comprehensive, and the organization fails to consider how barriers to full equality have economic dimensions. The report concludes that the organization relies on the flawed presumption that economic policy is gender neutral, ignores women’s unpaid work in the domestic sphere and greater participation in the informal economy, and doesn’t recognize that decreases in social spending disproportionately harm women. Piecemeal adjustments are inadequate, since “the cumulative impact…is so detrimental to women’s rights and gender equality, and mitigating and addressing each of these individual policy measures in specific ways misses the point.”

Compounding these shortcomings, the IMF holds that it is not required to promote human rights. The fund believes that human rights are inherently political and that since its mandate is apolitical, they are outside its mission. This stance ignores the reality that the architecture of global finance reflects political choices. As Alston notes, “That division of the IMF universe into matters that are either economic or political goes to the core of the problem of locating such issues as social protection, which are both economic and political but much else besides.”

The fund’s membership in the UN system heightens its obligation to advance that institution’s goals. But Alfred de Zayas, then the UN independent expert on the promotion of a democratic and equitable international order, said in 2017 that it has often failed to do so: “I deplore the fact that the lending practices of international financial institutions sometimes go against the aims of the United Nations, not just in the field of human rights, but also in achieving the Sustainable Development Goals.” De Zayas urged the fund “to abandon its ‘outdated’ insistence on ‘Wild West’ privatization, market deregulation, and austerity.”

The IMF faces significant obstacles to equitable transformation. Despite modest changes to the organization’s voting structure, which is determined by a quota system that considers a country’s GDP and other factors, high-income economies can still dictate terms to their low- and middle-income counterparts, and the United States retains veto power over certain decisions, including amendments to the IMF charter. Another impediment to a more progressive framework is institutional inertia; according to research done by Theresa Reinold, a professor at Duisburg-Essen University, the IMF has a deeply entrenched organizational culturethat prefers the path of least resistance and relies on self-reinforcing perspectives. The fund, while not monolithic, is largely populated by technocrats who tend to be educated in the same elite institutions and lack incentives to critically reflect on alternatives to the organization’s embedded logic. Even when that ideology is challenged by the IMF’s research arm, it has not translated easily to policy-making and implementation. As Alston and others urge, democratizing leadership and ranks to include those with varied economic training and ideologies, as well as diversifying in terms of gender, geography, and range of expertise, would help the fund consider and integrate heterogeneous perspectives on economic policy-making, and foster a more expansive understanding of its policies’ impacts. And if the IMF continues to insist that human rights are outside its mandate, its Articles of Agreement must be amended to include them.

The fund is currently conducting a review of its conditionality policiesthat could allow it to advance a more egalitarian agenda. Civil-society groups urged the IMF in a letter to use this “opportunity to reconsider the current approach in favour of one that protects universal human rights and supports the achievement of the Sustainable Development Goals.” To that end, de Zayas recommended that the fund replace regressive loan conditions with progressive ones, including placing a moratorium on military spending, promoting tax reform and stepped-up tax enforcement, prohibiting the use of money to repay vulture-capital loans, and outlawing tax havens. Including civil society in this reform process is critical to counterbalancing the policy preferences of wealthy investor countries who are, in effect, ensuring a return on their investment by imposing self-serving economic terms on struggling countries.

Given the deep roots of the IMF’s past policy failures, consequential change will require more than just tinkering around the edges. But since transformative reforms are unlikely at the moment, incremental change is better than nothing. As Alston argued, “many observers now accept that there are strong links between populism, disillusionment with government, and the exacerbation of economic insecurity caused by the sorts of neoliberal policies with which the Fund has long been synonymous.” In this era of escalating tension between capitalism and democracy, the stakes for overhauling the IMF are enormous.

Lauren CarasikLauren Carasik is a clinical professor of law and the director of the international human rights clinic at the Western New England University School of Law.
https://www.thenation.com/article/the-imfs-large-brain-unhealthy-ego-and-tiny-conscience/

It’s Not Too Late to Prevent a Russia-China Axis

0
Chinese troops stand lined up in front of tanks during the Vostok-2018 exercises.
Chinese troops in a military parade during the Vostok-2018 exercises.MLADEN ANTONOV / AFP / GETTY
Chinese tanks splashed through the mud, while a few dozen helicopters flew in formation overhead in eastern Russia, and a young Chinese military recruit explained, “I have never experienced an overseas deployment of this scale.” The scene neatly summed up the much-written-about, enormous Russian military exercises that took place this week. Participants included 300,000 Russian and 3,200 Chinese soldiers. They deeply rattled the West.
Is this the beginning of a Chinese-Russian alliance, as some news outletsproclaimed? Is President Trump pushing President Xi into President Putin’s arms? Not quite. These are slower, more subtle developments: A true Chinese-Russian “axis” is still far from reality. Nevertheless, the West would do well to watch closely as the two countries deepen their ties.

On the military side, Russia and China talk a lot about their enduring friendship, but there are decades of distrust between them. After serious border clashes along the Amur River in 1968-9 (near the site of this week’s friendly exercises), the Chinese side of the border was so intensely bombed it looked like a moonscape. The two neighbors didn’t settle their last territorial dispute until 2008. Russia backed away from an imminent nuclear attackagainst China only after the U.S. threatened its own nuclear counterattack.

Fifty years later, Xi and Putin show public unity by attending each other’s military parades, giving each other medals, and sitting through many long Shanghai Cooperation Organization summits.

Beyond the hype, so far there is little sign of the intense cooperation that exists between the U.S. and its military allies in Europe and Japan. Russia sells China weapons—more than $10 billion since 2011—mostly because it needs the hard currency. They are now jointly developing drones.

Both countries are also (separately) modernizing their militaries. China wants to be able to deny access to American ships in the region, and train its forces to operate beyond China’s borders. The Chinese military has little experience abroad, as the young Chinese soldier hinted when he said this week’s exercise was his first large overseas deployment. The Russian and Chinese navies increasingly do small exercises together as they both try to deter U.S. influence in Asia.

Importantly, there is so far no formal security pact—nothing akin to NATO in Europe—that requires China and Russia to defend each other and that could embed this relationship in a mutually beneficial package.

Economic relations follow the same pattern: historic distrust, much more hype than realism about their current partnership, but a gentle trend towards more cooperation. For example, a much-celebrated 2015 deal enabling China to buy Russian natural gas now seems anemic, slowed by disputes over pricing, pipeline routes, and Chinese resentment over Russia’s negotiation tactics. Trade between the two increased 20 percent last year (to $84 billion) but is still dwarfed by China’s trade with the U.S. ($635 billion in 2017). This July, China Development Bank loaned a Russian state-owned bank over $9 billion to build infrastructure connections between the two countries. It’s an eye-popping number, but astute observers think much of it won’t materialize.

Chinese businessmen have told me they are hesitant to invest in Russia because it’s “riskier than Congo” and “unpredictable.” Despite some aligned economic interests, many Russians don’t like the Chinese market much. The distrust is mutual. A history of border conflicts and soured business deals has made economic relations rocky. Although the two countries’ governments sometimes resent the United States, they often differ on major geopolitical issues. Xi’s Belt and Road Initiative (and its militarization of the trade routes) has reduced Russia’s influence in Central Asia. China bristles at Russia’s annexation of Crimea, its military aid to regional rivals such as India and Vietnam, and its support for the Afghan Taliban.

Where does all this lead? China has traditionally eschewed formal alliances, and Xi reaffirmed that policy this April. So far, there is no China-Russia “bloc” to worry about. But make no mistake: The Trump administration’s tough line on trade and the way some U.S. politicians and members of the press seem to treat China as the new enemy is dangerously close to becoming a self-fulfilling prophesy.

China and Russia will resolutely support each other if cornered. Of the two, China is far more important to the United States’ long-term prosperity. A new Cold War with China is in nobody’s interest, and will divert U.S. resources from important priorities at home.

If the U.S. wants to avoid driving Xi into Putin’s arms, that doesn’t necessarily mean it has to capitulate to Xi’s demands. The U.S. would do well to be clear about where its lines are and enforce them consistently, as it is now doing in the South China Sea. At the same time, the U.S. can hold out an open hand to cooperate with China wherever possible, such as on the climate change deal agreed to in 2014. This will create the goodwill that makes future crises easier to work out. It’s not too late.

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected]

ANJA MANUEL is a co-founder and principal at the consulting firm RiceHadleyGates LLC, and a former State Department official. She is the author of This Brave New World: India, China, and the United States.
https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/09/china-russia-alliance-military-exercises/570202/

An Offensive Plan for the Balkans That the U.S. Should Get Behind

0

The New York Times

A Kosovo-Serbia land swap would be peaceful ethnic cleansing. But at least it would bring peace.

By Charles A. Kupchan

Mr. Kupchan worked on European affairs on the National Security Council in the Obama administration.

Image
A giant Serbian national flag was hung prior to the visit of Serbian president, Aleksandar Vucic, to Gazivode Lake in Kosovo on September 8, 2018.CreditCreditArmend Nimani/Agence France-Presse — Getty Images

The Balkans remains in strategic limbo. Kosovo declared independence from Serbia 10 years ago, but Serbia has yet to come to terms with its loss — refusing to recognize Kosovo and stirring trouble between the country’s ethnic Serbs and the ethnic Albanian majority. Almost two decades after the NATO bombing campaign to drive Yugoslav forces from Kosovo, some 4,000 NATO troops remain there to keep the peace.

A breakthrough may now be in the making. It is a morally offensive one, but nonetheless the United States and the European Union should get behind it.

President Aleksandar Vucic of Serbia and President Hashim Thaci of Kosovo are apparently working on a proposal to engage in a land swap that could bring the simmering conflict to an end. Northern Kosovo, which is populated mainly by ethnic Serbs and borders Serbia, would be transferred to Serbia. In return, a to-be-determined chunk of Serbia’s Presevo Valley, which is heavily populated by ethnic Albanians and borders Kosovo, would become part of Kosovo.

Image

President Aleksandar Vucic of Serbia speaking to ethnic Serbs in northern Kosovo during a visit earlier this month.CreditDjordje Savic/EPA, via Shutterstock
Image

President Hashim Thaci of Kosovo speaking to the press after a meeting with President Aleksandar Vucic of Serbia and Federica Mogherini, the European Union’s foreign policy chief, in Brussels, earlier this month.CreditStephanie Lecocq/EPA, via Shutterstock

This swap is effectively a peaceful form of ethnic cleansing. Still, it is the right thing to do. Pragmatism needs to trump principle in this case to secure a deal that promises to bring a close to the years of bloodshed and border changes that have resulted from the collapse of Yugoslavia.

The proposed land swap has been lurking in the background since the early days of Kosovo’s independence. But it has gone nowhere in part because the United States and the European Union have adamantly opposed it. True to form, Chancellor Angela Merkel of Germany recently said that “the territorial integrity of the states of the Western Balkans has been established and is inviolable.” Backing up Ms. Merkel, dozens of prominent scholars and policymakers on both sides of the Atlantic have signed an open letter condemning the proposal and imploring the United States and the European Union to oppose “a return to ethnification of polities and frontiers.”

But there are signs that some Western officials are warming up to the idea. John Bolton, President Trump’s national security adviser, hinted as much last month: “Our policy, the U.S. policy, is that if the two parties can work it out between themselves and reach agreement, we don’t exclude territorial adjustments,” he said. Mr. Bolton is thinking clearly, at least on this front. As long as both the Serbian and Kosovar governments agree to the deal — and can secure sufficient political backing among their publics and legislatures — the United States and the European Union should support it.

Of Kosovo’s population of almost two million, roughly 90 percent are ethnic Albanian and some 6 percent are estimated to be ethnic Serb. Reliable numbers are hard to come by, but around half of Kosovo’s Serbs — high estimates reach 70,000 — live in northern Kosovo, where they make up some 90 percent of the population. Because of its Serb majority, northern Kosovo (about 10 percent of the country’s territory) has been part of the country in name only since independence. Serbia has continued to hold political and economic sway there, leaving Kosovars with a sizable chunk of their country that has no interest in belonging to an independent Kosovo.

Serbia’s Presevo Valley is reportedly home to some 60,000 ethnic Albanians and is comparable in size to northern Kosovo. How much of this area Serbia might transfer to Kosovo is unclear. Nonetheless, trading northern Kosovo for at least some portion of the Presevo Valley would broadly preserve Serbia’s and Kosovo’s current territorial size and population.

The Serbian government will have a hard time granting formal recognition to an independent Kosovo no matter what; the land is of historical and cultural importance to Serbs, and Serbian religious sites dot Kosovo. But if the proposed swap offers a face-saving way for Serbia to normalize relations with Kosovo and let the Balkans move forward, Kosovars and their international supporters should jump at it.

Admittedly, the Serbs that stay in Kosovo proper would be an even smaller minority if the north joins Serbia. Indeed, some Serbs will surely leave. Unsavory population transfers would also be likely in the Presevo Valley as ethnic Albanians move to areas destined to become part of Kosovo and ethnic Serbs leave them. But the establishment of formal relations between Kosovo and Serbia would bring a sense of normality and stability to Kosovo, encouraging those Serbs who remain there to become more invested in the country’s future. And Kosovo thus far has done a respectable job of protecting the rights of minorities.

Critics of the swap claim that it would set a dangerous precedent at a time when ethnic nationalism is already surging in Europe and beyond. In particular, the swap could fuel calls in other parts of the Balkans for borders to be redrawn along ethnic lines. Fair enough. Separatist sentiment among ethnic Serbs in Bosnia, ethnic Albanians in Macedonia or minorities elsewhere could strengthen.

But nowhere else in the Balkans is a consensual adjustment of borders on the table. If the proposed swap materializes, the international community should stress that it supports it as an extraordinary exception.

Rather than causing a contagion of ethnic separation, normalization of relations between Serbia and Kosovo may well do the opposite. Serbia is the region’s dominant player. If it settles its impasse with Kosovo, it may well transition from being an aggrieved troublemaker to a satisfied stakeholder. Serbia’s help would be particularly welcome in discouraging Republika Srpska, the Serb-dominated region of Bosnia left behind by the war there in the 1990s, from seeking to break away. The positive effects of reconciliation between Serbia and Kosovo further justify a one-off sacrifice of pluralist principles.

Finally, the European Union has made clear that Serbia and Kosovo need to normalize relations if they are to join the union — a step that would immeasurably advance Balkan stability and prosperity. The envisaged land swap brings closer that better future.

The Serb and Kosovar presidents have tough negotiations ahead of them. But if Mr. Vucic and Mr. Thaci can pull this off, the United States and the European Union should embrace the deal. By offering a tentative green light now, Washington and Brussels can provide crucial encouragement and help build public support for an agreement in both Serbia and Kosovo.

Charles A. Kupchan, a professor of international affairs at Georgetown University and a senior fellow at the Council on Foreign Relations, served on the National Security Council from 2014 to 2017.

https://www.nytimes.com/2018/09/13/opinion/kosovo-serbia-land-swap.html

Ιντλίμπ, το Μήλο των Εσπερίδων στην Συρία. Εκεί που θα κριθούν τα πάντα για όλους.

0

15.9.18

Γράφει ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης*

Το τελευταίο επεισόδιο στην μεγάλη ανθρωποσφαγή της Συρίας θα γίνει στην επαρχία της Ιντλίμπ. Εκεί στρέφονται τα βλέμματα του κόσμου για αυτά που πρόκειται να συμβούν. Η επαρχία της Ιντλίμπ στην Συρία, είναι το τελευταίο μέρος  της Συρίας που ελέγχεται ακόμη από τα ηττημένα στην υπόλοιπη Συρία και Ιράκ απομεινάρια των ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων, των αμετανόητων ακόμη φανατικών ισλαμιστών. Και τούτο γιατί από μια παράξενη σύμπτωση σήμερα, στην Ιντλίμπ εστιάζουν ως τελική κατάληξη, οι γεωστρατηγικές επιδιώξεις όλων των δυνάμεων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε αυτό το περίεργο μέρος της Συρίας, δηλαδή των ΗΠΑ, της Ρωσίας, του Ιράν, της Τουρκίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας, του Ισραήλ και φυσικά του νόμιμου ιδιοκτήτη  της περιοχής, της Συρίας και του Συριακού λαού.

Τι είναι η Ιντλίμπ

Η  Ιντλίμπ βρίσκεται βορειοδυτικά της Συρίας. Συνορεύει στα νότια και νοτιοδυτικά με τη Χάμα, στα ανατολικά με το Χαλέπι, στα βορειοδυτικά με τη Λατάκεια και στα βόρεια με την Τουρκία. Έχει έκταση 6.097 τετραγωνικά  χιλιόμετρα και  πληθυσμό 1.464.000 κατοίκων (2010) δηλαδή προ του πολέμου στην Συρία. Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι η ομώνυμη πόλη της Ιντλίμπ. Σήμερα στην Ιντλίμπ δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των κατοίκων, καθόσον πολλοί έχουν φύγει και άλλοι έχουν έλθει από άλλες περιοχές της Συρίας, κατά βάση φιλο-ισλαμιστές. Πάντως, μερικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των κατοίκων σήμερα στην Ιντλίμπ, πάνω από δύο εκατομμύρια, με πολλούς αμάχους, γυναικόπεδα και ηλικιωμένους. Η Ιντλίμπ δεν ελέγχεται από μία και μόνη  ισλαμιστική  οργάνωση , αλλά από πολλές οργανώσεις και ομάδες, περίπου 40-45, σύμφωνα με τον Ρώσο διαπραγματευτή για την Συρία Βασίλι Νεμπένζια , που σε αρκετές περιπτώσεις είναι σε διαμάχη και αντιπαράθεση μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Νεμπένζια,  ο αριθμός των τζιχαντιστών ανέρχεται σε πάνω από 50.000, αν και  πολλοί τον ανεβάζουν μέχρι και 70.000. (1)

Η ισχυρότερη δύναμη στην Ιντλίμπ  είναι η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), μια συμμαχία τζιχαντιστών που συνδέεται άμεσα  με την αλ Κάιντα και έχει χαρακτηριστεί από τα Ηνωμένα Έθνη, ως τρομοκρατική. Η οργάνωση αυτή ελέγχει στρατηγικής σημασίας θέσεις ανά την Ιντλίμπ, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσάς της και του περάσματος Μπαμπ αλ Χάουα που οδηγεί στην Τουρκία. Διαθέτει αξιόμαχη δύναμη  τουλάχιστον 10.000 τζιχαντιστών, πολλοί δε  εξ αυτών είναι από ξένες χώρες. Δεύτερη ισχυρότερη δύναμη θεωρείται το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», που υποστηρίζουν οι Τούρκοι και αποτελείται από διάφορες ισλαμιστικές-τζιχαντιστικές ομάδες.   Θεωρείται σκληρή οργάνωση  και περιλαμβάνει σκληροπυρηνικούς τζιχαντιστές της οργάνωσης Αχράρ αλ Σαμ και των Ταξιαρχιών Νουρ αλ Ντιν Αλ Ζίνκι, καθώς και μαχητές που υπάγονται στον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», την αρχική αντιστασιακή οργάνωση και ελπίδα των ΗΠΑ για να ανατρέψουν τον Άσσαντ, που αποδείχθηκε όμως μια μεγάλη απογοήτευση.

Η σημασία της

Η σημασία της  περιοχής,  είναι πολύ μεγάλη, καθόσον έχει σύνορα με την Τουρκία, ενώ από αυτήν διέρχονται μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, που οδηγούν από το Χαλέπι στη Χάμα και τη Δαμασκό και δυτικά προς τη Λαττάκεια. Ο  Άσαντ είναι υποχρεωμένος να απελευθερώσει το τελευταίο κομμάτι της χώρας του από τους ξενοκίνητους τζιχαντιστές και το έχει δηλώσει, καθώς και οι σύμμαχοί του Ρωσία και Ιράν που συμφωνούν και θα συνδράμουν με στρατιωτικά μέσα, όπως ήδη κάνουν οι Ρώσοι με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Εάν η Ιντλίμπ πέσει, κάτι πολύ πιθανόν, ο πόλεμος τελειώνει οριστικά και αμετάβλητα, με συντριπτική ήττα των τζιχαντιστών και του Ισλαμικού Κράτους και μεγάλους νικητές, την Συρία, που ανακτά το έδαφός της, προσωπικά τον πρόεδρο Άσαντ, που πέτυχε αυτό που φάνταζε αδύνατον πριν μερικά χρόνια και την Ρωσία και το Ιράν με μια μεγαλειώδη προβολή ισχύος των στην περιοχή. Θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στο κλαμπ των νικητών και τους Κούρδους της Συρίας, που αποκτούν  σε πρώτο στάδιο ευρεία αυτονομία και κυριαρχία σε πολλές περιοχές στην Βόρεια και Ανατολική Συρία, με υποθήκη δημιουργίας κρατικής κουρδικής οντότητας στο μέλλον. Οι μεγάλοι ηττημένοι είναι οι διοργανωτές αυτού του εγκλήματος κατά του Συριακού λαού και αυτοί που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο αυτό για τις δικές τους γεωστρατηγικές επιδιώξεις. Και αναφέρομαι πρωτίστως στις ΗΠΑ, την Τουρκία, την Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και δευτερευόντως  την Γαλλία, την Αγγλία και το Ισραήλ.

Οι κύριοι εμπλεκόμενοι

          Α. ΗΠΑ.

Πριν πέντε μήνες ο πρόεδρος Τραμπ είχε ανακοινώσει την αποχώρηση των Αμερικανών από την Συρία, αφήνοντας  αντί αυτών συμμάχους των, όπως οι Κούρδοι, το Ισραήλ και μέχρι ένα σημείο την Τουρκία, πριν ο Σουλτάνος Ερντογάν αφηνιάσει και κηρύξει ιερό αντιαμερικανικό πόλεμο. Μάλιστα οι ΗΠΑ και η Ρωσία είχαν συμφωνήσει να τερματίσουν τον πόλεμο, κάνοντας χρήση αντιπροσώπων των στην περιοχή. Όμως ο πρόεδρος Τραμπ απέτυχε, καθόσον συγκρούεται εσωτερικά με το αυτοαποκαλούμενο «σταθερό κράτος» (σύμφωνα με ανώνυμο κύριο άρθρο της New York Times), το οποίο συνεχίζει τη  απίστευτη επιθετική στρατηγική Ράμσφελντ-Ναυάρχου Ζεβρόφσκι, για καταστροφή κρατών και οικειοποίηση (αρπαγή) των φυσικών των πόρων (2), που ακόμη και ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να ελέγξει και να αλλάξει. Έτσι το νέο σχέδιο των ΗΠΑ φαίνεται να είναι το εξής :

Στάδιο 1. Διατήρηση της ΒΑ Συρίας (περιοχές Ιντλίμπ, Αφρίν, Γιαραμπλούς)  υπό κατάληψη!

Στάδιο 2. ????? Προς το παρόν δεν υπάρχει σαφής πολιτική δράσης των Αμερικανών. Το μόνο που αναφέρεται είναι η προειδοποίηση των ΗΠΑ, στον Συριακό Αραβικό Στρατό, να μην κάνει χρήση Χημικών Όπλων , διότι οι ΗΠΑ θα κτυπήσουν. Μαζί των και η Γαλλία και η Αγγλία και να από κοντά και για πρώτη φορά και η Γερμανία, ότι θα συμμετάσχει σε κτυπήματα κατά της Συρίας.

Στάδιο 3. Το Ιράν εγκαταλείπει την Συρία και το καθεστώς Άσαντ πέφτει!! (3)

Όπως γίνεται αντιληπτό με τις σημερινές εξελίξεις, ο σχεδιασμός αυτός μάλλον αποτυγχάνει και δεν πρόκειται να επιτύχει.  Έτσι το μόνο που μένει είναι η απειλή ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά της Συρίας, αν πέσουν χημικά στην Ιντλίμπ. Και όπως δήλωσε η εκπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ  πρέσβης  Χάλευ «αν πέσουν χημικά στην Ιντλίμπ, εμείς ξέρουμε ποιοι θα τα ρίξουν», εννοώντας τον Συριακό στρατό!! Τόση απροκάλυπτη σιγουριά για τον ένοχο, που προαναγγέλλεται!

Β. Τουρκία

Η Τουρκία του Σουλτάνου Ερντογάν ονειρεύεται νεοοθωμανικά μεγαλεία και οράματα με οδηγούς την υλοποίηση της υπόσχεσης του ιδρυτή της, Μουσταφά Κεμάλ δηλαδή τον «Εθνικό Όρκο» ( Misak-ı Milli) και την μεγαλόπνοη ιδέα για το πολιτικό Ισλάμ  Εθνική Θέαση ( MilliGorus) του μέντορά του Ερμπακάν.(3) Έχει καταλάβει στην Βόρεια Συρία την περιοχή Γιαραμπλούς, το Κουρδικό καντόνι του Αφρίν και ελέγχει απόλυτα την επαρχία της Ιντλίμπ, με 12 βαριά παρατηρητήρια-Φυλάκια και 7.000 στρατιώτες και πράκτορες. Αν χαθεί η Ιντλίμπ χάνεται και η πολιτική της Τουρκίας, καθόσον είναι αδύνατον να κρατήσει τις δύο περιοχές που έχει καταλάβει και φυσικά χάνει ολοκληρωτικά το παιχνίδι στην Συρία  και θα υποστεί νέες ήττες και επικίνδυνες εξελίξεις με το Κουρδικό ζήτημα.

Γ. Αγγλία και Γαλλία.

Η Αγγλία  και η Γαλλία ανανεώνουν την αποικιοκρατική τους πολιτική, όπως εκφράστηκε κατά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη διαίρεση της Μέσης Ανατολής  με τις συμφωνίες Sykes-Picot, ένα δικό τους δημιούργημα-τέρας, που ευθύνεται για πολλά δεινά στην Μέση Ανατολή. Και θέλουν να επιστρέψουν ξανά στον τόπο του εγκλήματός των. Και η Ιντλίμπ είναι η τελευταία τους ευκαιρία για παρέμβαση στην περιοχή με αφορμή τα χημικά που θα ρίξει μελλοντικά ο Άσαντ!!!

Δ. Ισραήλ.

Το Ισραήλ ευρισκόμενο και περικυκλωμένο από εχθρικά αραβικά κράτη διακατέχεται από τον φόβο της εξαφάνισής του. Έτσι εφαρμόζει την πάγια πολιτική του της διαίρεσης των μεγάλων γειτόνων του, ώστε να καταστούν αδύναμοι. Στήριξε τον κατακερματισμό της Συρίας, αλλά δεν υλοποιήθηκε η προοπτική αυτή. Η δεύτερη επιδίωξή του είναι η απομάκρυνση του μεγάλου του εχθρού του Ιράν από την αυλή του, όπου εγκαταστάθηκε, αφού το Ιράν εγκατέστησε στρατιωτικές βάσεις σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων από τα Βόρεια σύνορά του. Σε αυτή την περίπτωση η Ρωσία εγγυήθηκε την απομάκρυνση Ιρανικών βάσεων μακριά από τα Βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Σε ότι αφορά την Ιντλίμπ, το Ισραήλ δεν ενδιαφέρεται άμεσα, αρκεί να μην συμμετέχει το Ιράν.

Ε. Ρωσία

Ο μεγάλος νικητής του πολέμου στην Συρία είναι η Ρωσία, που από μια μικρή ανεφοδιαστική ναυτική βάση στην Ταρτούς που είχε, με την παρέμβασή του  στην Συρία κατέστη ο παράγοντας της νίκης και μιας μεγάλης προβολής ισχύος, που ποτέ δεν είχε. Διαθέτει μία μεγάλη ναυτική βάση και μια πολύ μεγάλη αεροπορική βάση, καθώς και άλλες μικρότερες. Συμφωνεί με τις επιχειρήσεις κατά της Ιντλίμπ, για την εξάλειψη των τζιχαντιστών και την απελευθέρωση της περιοχής και μάλιστα ήλθε σε αντίθεση με τον «σύμμαχό» του Ερντογάν, πρόσφατα στην τριμερή της Τεχεράνης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Η περιοχή Δυτικά του Ευφράτη ανήκει στην επιρροή της Ρωσίας, σύμφωνα με συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας. Άρα δεν επιθυμεί να έχει στην περιοχή επιρροής της μια τεράστια σφηκοφωλιά  50.000 καλά εξοπλισμένων τζιχαντιστών, πηγή συνεχών κινδύνων. Δείτε τον χάρτη που βρίσκεται η Ιντλίμπ και κάτω από την περιοχή αυτή σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων ευρίσκονται οι δύο μεγάλες βάσεις των, άρα δεν θα επιτρέψουν ποτέ να υφίσταται η μεγάλη αυτή πηγή κινδύνων.

Αεροπορική βάση Bassel Assad και λιμάνι Ταρτούς. Οι δυο σημαντικότερες στρατιωτικές βάσεις της Ρωσίας στη Συρία βρίσκονται που κοντά στην Ιμπλίμπ.Σε ότι αφορά την ενδεχόμενη χρήση χημικών, καταγγέλλει τις ΗΠΑ και την Δύση, ότι αυτοί ετοιμάζουν προβοκάτσια για να κτυπήσουν την Συρία και να ματαιώσουν την ανακατάληψη της Ιντλίμπ, όπως έχει αποφασιστεί (Ρωσία, Συρία, Ιράν) και ότι η Ρωσία θα συμμετάσχει. (5 )

Στ. Ιράν.

Το Ιράν, διαχρονικός σύμμαχος της Συρίας , πέτυχε αυτό που επεδίωκε. Πέτυχε να υλοποιήσει  τελικά τον περίφημο Σιϊτικό άξονα Τεχεράνη-Βαγδάτη-Δαμασκός-Βηρυτός ολοκληρώνοντας τις μακροχρόνιες γεωστρατηγικές της επιδιώξεις και φυσικά δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αυτά που επεδίωκε. Άσε που έφθασε στην αυλή του Ισραήλ, στον μεγαλύτερο εχθρό της.

 Η κατάσταση στην Συρία σήμερα.

Επίλογος.

Οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί από την πλευρά των νικητών και η επίθεση για την απελευθέρωση της Ιντλίμπ από τις ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις και τους 50.000 καλά εξοπλισμένους τζιχαντιστές που έχουν συσσωρευτεί εκεί με μέριμνα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα της Τουρκίας, για αυτό προπαρασκευαστικές ενέργειες με αεροπορικούς βομβαρδισμούς έχουν ήδη αρχίσει. Η Συριακή κυβέρνηση και ο πρόεδρος Άσαντ έχουν υποχρέωση εκ καθήκοντος να απελευθερώσουν το τελευταίο υπό κατάληψη τμήμα του Συριακού εδάφους από τις τζιχαντιστικές και τρομοκρατικές οργανώσεις  που έχουν συσσωρευτεί εκεί. Το θέμα που απασχολεί την Δύση, είναι μήπως έχουμε διαρροή τζιχαντιστών στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο διψασμένοι για εκδίκηση και έχουμε αύξηση τρομοκρατικών  κτυπημάτων. Έτσι η προσπάθεια θα είναι η εξουδετέρωσή τους και ο αφοπλισμός των, ώστε να μην αποτελέσουν μελλοντικούς κινδύνους. Το ερώτημα είναι τι τους κάνουμε. Υπάρχει μία πρόταση να διατηρηθεί ο περισσότερος πληθυσμός στην Ιντλίμπ, καθόσον εκτός των τζιχαντιστών, στην επαρχία είναι οι οικογένειές των, καθώς και πολλοί συμπαθούντες ισλαμιστές Σύριοι άλλων περιοχών, που ακολούθησαν τους τζιχαντιστές στην Ιντλίμπ και παραμένουν, αλλά με «σφράγισμα» της περιοχής σε μια μορφή τύπου Γάζας ή με μια ευρεία και αυστηρά  επιτήρηση, για αποφυγή μετακινήσεων ανθρώπων, όπλων, πυρομαχικών και φυσικά ακραίων ιδεολογιών, φυσικά υπό τον έλεγχο της Συριακής κυβέρνησης  και προφανώς και του ΟΗΕ, όπως στην Βοσνία, στην Κύπρο κλπ. Οι επιχειρήσεις είναι δυνατόν να αρχίσουν οποτεδήποτε κριθεί καταλληλότερος χρόνος και συμφωνηθεί από Συρία, Ρωσία και Ιράν. Μάλλον μετά την φετινή  72η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, που θα γίνει την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2018. Ο Ερντογάν δέχθηκε κατάμουτρα και μάλλον προσβλητικά  το ξερό όχι του Πούτιν, στην πρόταση του  για ειρηνευτική συμφωνία Συρίας και τζιχαντιστών της Ιντλίμπ, στην πρόσφατη συνάντηση της Τεχεράνης.  Τέλος να επισημάνουμε την προπαγάνδα που θα υποστούμε από όλα τα Δυτικά ΜΜΕ κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων για την απελευθέρωση, το τονίζουμε απελευθέρωση της Ιντλίμπ, από τους τρομοκράτες αποκεφαλιστές, με την γνωστή μέθοδο που υλοποιείται από την ύποπτη και γνωστή για τα ψεύτικα βίντεο ΜΚΟ, που λέγεται «Λευκά Κράνη» και συνεργάζεται στενά με τους τζιχαντιστές. Θα δείτε σε μια επανάληψη σκηνών φρίκης, από παιδάκια, που έχουν σκοτωθεί ή διασώζονται από ερείπια σπιτιών που βομβάρδισαν οι κακοί  στην συγκεκριμένη περίπτωση Ρωσία και Συρία. Δείτε ποια είναι η οργάνωση αυτή  σε παλαιότερο άρθρο του υπογράφοντος στην εφημερίδα Παραπολιτικά(6). Και θεωρώ την ρίψη χημικών (μάλλον χλωρίου) σε κάποιο χωριό της Ιντλίμπ, με θύματα, σωστά το μαντέψατε πάλι μικρά παιδάκια από τους κακούς που προαναφέραμε και ας φωνάζει η Ρωσία από τώρα ότι σχεδιάζεται προβοκάτσια, οι σκηνές ήδη κινηματογραφούνται στο Ζισρ αλ Σουγκούρ(!!!!), σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας και ας φωνάζει η Συρία, ότι έχει παραδώσει όλο το χημικό της οπλοστάσιο στην διεθνή κοινότητα εδώ και τέσσερα χρόνια. Όσο για το λογικό ερώτημα (Qui Bono=ποιος ωφελείται), γιατί να ρίξει χημικά ο Συριακός στρατός  αφού είναι ο νικητής και απελευθερωτής, ουδείς μπαίνει στον κόπο να απαντήσει. Γιατί ο πόλεμος στην Συρία δεν έχει λογική, αλλά μόνο συμφέροντα.

* Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), με Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

Πηγές:

(1)https://www.globalresearch.ca/russia-and-iran-versus-turkey-strange-bedfellows-on-syria/5653520

(2) http://www.voltairenet.org/article197542.html

(3) http://www.moonofalabama.org/

(4)https://www.analystsforchange.org/2018/07/milli-gorus.html

(5)https://new.euro-med.dk/20180911-russia-readies-for-war-mutually-announced-chemical-attack-in-idlib-to-be-the-trigger-here-is-what-is-in-store-for-europe.php

(6)https://www.analystsforchange.org/2018/04/blog-post_454.html

https://www.analystsforchange.org/2018/09/blog-post_527.html