Αρχική Blog Σελίδα 2763

Η στήριξη ΗΠΑ στην Ελλάδα σημαίνει ότι έχουμε πολλή δουλειά

1
 
PACIFIC PRESS VIA GETTY IMAGES

Από τότε που οι ΗΠΑ ανέλαβαν τα ηνία των δυτικών (και πολύ μετά, των παγκόσμιων) υποθέσεων μετά το τέλος του Β’ Π.Π., είναι η πρώτη φορά που διαμορφώνονται συνθήκες σταθερής συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Ουάσινγκτον. Πράγματι, αμέσως μετά το τέλος του Β’ Π.Π’, η Ελλάδα δεν γινόταν εκ των πραγμάτων, να αποφύγει την ασύμμετρη σχέση με τις ΗΠΑ. Το τοπίο καταστροφής μετά τη λαίλαπα της Κατοχής, σε συνδυασμό με την ανταρσία που κλιμακώθηκε σε Εμφύλιο Πόλεμο, έκαναν την Ελλάδα να αναλώνει τη στρατηγική συνεργασία της με την υπερδύναμη, στην ίδια της την επιβίωση. Παρόλα αυτά, η ασύμμετρη αυτή σχέση συνοδεύτηκε κατά παράδοξο τρόπο με ένα μεγάλο – γεωστρατηγικής αξίας – ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα το οποίο έκτοτε, δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται.

Κακά τα ψέματα, στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας υπήρξαν αγκάθια τα οποία οφείλονται εν πολλοίς στον διπολικό κόσμο, ο οποίος σφυρηλάτησε εν τη γενέσει τους, τις σχέσεις Αθήνας και Ουάσινγκτον. Η Τουρκία και η παράνομη εισβολή της στην Κύπρο, η ευμενής ουδετερότητα των ΗΠΑ προς όφελος της Τουρκίας στη συνολική ελληνοτουρκική διένεξη, έθεταν όρια στην περαιτέρω ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Η Τουρκία είναι και σήμερα (προς όφελος της Ελλάδας αυτή τη φορά) ο ειδικός συντελεστής σύσφιξης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, όμως δεν είναι ο μόνος. Μελετώντας το αντίστροφα: Ακόμη και αν επανέλθουν σε καλά επίπεδα οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, η αναβάθμιση των αντίστοιχων ελληνοαμερικανικών, πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Στην Ελλάδα βέβαια, μια τέτοια αναβάθμιση φέρνει συνήθως εφησυχασμό ο οποίος μας κοιμίζει και τελικά, μετατρέπεται σε ζημιά για τα εθνικά συμφέροντα.

Η ΔΕΘ ήταν μόνο η βιτρίνα της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.

Η Τουρκία εδώ και χρόνια έχει «ξεστρατίσει» από τη Δύση. Οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι ο Ερντογάν είναι πλέον επανεκλεγμένος και δεν μπορούν να περιμένουν 5 έτη για να συνετιστεί η Τουρκία. Γνωρίζουν επίσης ότι ακόμη και αν χθες ο Ταγίπ Ερντογάν έφευγε από την πρωτοκαθεδρία της τουρκικής πολιτικής, η τουρκική κοινωνία έχει αλλάξει ως εκλογικό σώμα. Ο επόμενος ηγέτης της Τουρκίας, όποιος και αν είναι αυτός, θα πρέπει να κάνει τεράστιες τομές οι οποίες θα ζημιώσουν την Τουρκία στην ανατολή και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει ως «προστάτιδα δύναμη του ισλαμικού κόσμου». Με άλλα λόγια, η μερική υποκατάσταση της Τουρκίας από άλλες δυνάμεις όπως είναι η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και η Αίγυπτος (ακόμη και η Ιορδανία) είναι ειλημμένη από την Ουάσινγκτον.

Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και οι πολλές συνεργασίες που εξελίσσονται πάνω σε αυτήν, (από τα νέα ελικόπτερα, μέχρι και την αναζήτηση βάσεων για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την «επίσκεψη» σημαντικών πλοίων του 6ου Στόλου των ΗΠΑ όπως στα τέλη Μαΐου στη Σαντορίνη και στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ) έρχεται να συμπληρωθεί και από την πιθανολογούμενη προσφορά που πρόκειται να φτάσει από την ΟΝΕΧ για την εξαγορά των Ναυπηγείων του Σκαραμαγκά. Της ΟΝΕΧ ηγείται ο Πάνος Ξενοκώστας ο οποίος θα δραστηριοποιηθεί και στη Σύρο. Θα ήταν πολύ λογικό, οι ΗΠΑ να επιθυμούν να έχουν ρόλο στις στρατηγικού χαρακτήρα επενδύσεις που αφορούν την ελληνική ναυτιλία, βάζοντας έτσι φρένο στην κινεζική επέκταση σε αυτόν τον τομέα.

Στρατηγική συνεργασία, ειδική σχέση και Μεταφορά Βαρών

Ανεξάρτητα από το πώς θα καταλήξει το θέμα του Σκοπιανού, οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν την ελληνική δυναμική στα Βαλκάνια η οποία θα συμπληρώνει την επιρροή της Ε.Ε, μέχρι η τελευταία να αποφασίσει πόσο μπορεί να σταθεροποιήσει την περιοχή. Είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως οι ΗΠΑ (πλέον) αρέσκονται περισσότερο στην αξιοποίηση των διμερών σχέσεων με κράτη της Ε.Ε. Έρευνες δείχνουν ότι 11 κράτη της Ε.Ε, προσβλέπουν στην ενίσχυση των σχέσεών τους με τις ΗΠΑ και εκτός Κοινοτικού πλαισίου. Όλα αυτά, είναι πράγματι θετικά για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Ειδικά η Κύπρος έχει την τιμητική της. Αρκεί να σημειώσουμε ότι συζητείται η άρση του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στην Κύπρο.Να μη μας κάνει καμία εντύπωση αν αρχίσουν να γίνονται συζητήσεις και για την είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία δε θα το «βάλει κάτω» αναφορικά με τα ενεργειακά τεκταινόμενα στην περιοχή, τα όποια όπως εξελίσσονται, την θέτουν στο περιθώριο. Όπως βλέπουμε, η πολιτική προηγείται της οικονομίας και ενώ η Τουρκία λίγα χρόνια πριν βρισκόταν στην «καρδιά» της ενεργειακής διπλωματίας της ανατολικής Μεσογείου, με την συμπεριφορά της, κινδυνεύει να μπει στο περιθώριο.

Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν επίσης χώρες – κλειδιά για την ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε, η οποία – για τις ΗΠΑ – πρέπει να διαφοροποιηθεί και σταδιακά, να μειωθεί η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από την Ρωσία.Η Γερμανία και η Ρωσία φαίνεται να επιθυμούν τον αγωγό NordStream 2. Μη μας κάνει καμία εντύπωση αν δούμε μελλοντικά διαφωνίες ανάμεσα σε κράτη-μέλη της Ε.Ε, αναφορικά με projects όπως ο EastMed.

Γιατί λοιπόν δεν πρέπει να εφησυχάζουμε; Όλη αυτή η κινητικότητα γύρω από την Ελλάδα, σημαίνει ένα πράγμα. Για τις ΗΠΑ, η Ελλάδα προορίζεται να γίνει κράτος – μοχλός των αμερικανικών συμφερόντων. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, αυτού του είδους η στρατηγική συνεργασία ονομάζεται μεταφορά βαρών (εν προκειμένω, από τις ΗΠΑ, προς την Ελλάδα). Αυτό λοιπόν, σημαίνει ευθύνες και όχι μόνο οφέλη. Σημαίνει πως η Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσει να στηρίζει πολιτικές και συμφέροντα συμμαχικών κρατών όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Σημαίνει πως η Ελλάδα θα πρέπει να είναι το παράδειγμα προς μίμηση σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας. Πρακτικά, δεν θα ήταν πολύ λογικό να επαναλαμβάνουμε περυσινά, χειμερινά λάθη όπως αυτό που έγινε στον ΟΗΕ με το θέμα της Ιερουσαλήμ, ούτε να αιωρούνται φήμες ότι η Ελλάδα σέβεται υπέρ το δέον…δικαιώματα καταδικασμένων ή δράσεις ομάδων που έχουν τη βία για σημαία τους.

Όλα τα παραπάνω, για πολλούς που κοιτούν συναισθηματικά την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις, θα μπορούσαν να είναι «κόκκινο πανί». Ωστόσο, ο υπολογισμός του εθνικού συμφέροντος είναι εκείνος που προηγείται και τελικά, επικρατεί, έναντι «απόψεων» και ιδεολογικοποιήσεων της εξωτερικής πολιτικής, που μόνο ζημιά έκαναν στην Ελλάδα.

https://www.huffingtonpost.gr/entry/e-sterixe-epa-sten-ellada-semainei-oti-echoeme-polle-doeleia_gr_5ba0bf6ce4b04d32ebfc86b5

The End of a “Strategic” Relationship? How American-Turkish Relations Hit Historic Lows

0

Yet, as the current disarray in America’s Syria policy demonstrates, the consequences of a break with Turkey will be significant. In 2011, while a mass uprising was sweeping Syria, American President Barak Obama declared that Syria’s dictator, President Bashar al-Assad, must go. It was a directive, and Obama and his administration issued it with the expectation that they could oversee Assad’s ouster on the cheap, i.e. relying on proxies and covert action to overthrow the Assad regime without the direct commitment of U.S. forces. They miscalculated. Seven years later, despite the presence of U.S. military units inside Syria’s borders, Assad’s army, with the support of Russia and Iran, is preparing to launch an offensive against the remnants of the armed opposition, who are holed up in the city of Idlib in northwestern Syria. Victory in Idlib will cement the triumph of Assad and of Russia and Iran, who have outplayed and outhustled the U.S. in Syria. American policymakers can regard this outcome only as a decisive defeat.

As Dennis Ross, a fixture of American Middle East diplomacy, conceded in an op-ed in the Wall Street Journal on September 9, the U.S. now has no choice but to compromise with Russia in Syria. The U.S. can still attain a satisfactory outcome in Syria, Ross proposes, but warns that this is possible only if the U.S. can draw on support from Turkey and Israel. In what can only be described as an act of desperation, the Wall Street Journal, formerly known for its trenchant criticism of Erdoğan, opened its pages the very next day to an op-ed from the Turkish president calling for immediate coordinated action to halt the Syrian government from retaking Idlib. The desperation runs both ways. Erdoğan and his ministers in recent weeks have been verbally assailing America and representing it to the Turkish public as an enemy, yet now openly plead for cooperation in American newspapers.

Wellsprings of Discord

The current locus of tension in Turkish-American relations is the status of Andrew Brunson, an American pastor of a small church in Izmir, Turkey. In late 2016, Turkish authorities arrested Brunson and subsequently charged him with a number of violations, including being a member of the network of Fethullah Gülen, collaborating with the Kurdistan Workers’ Party (Partiya Karkerên Kurdistanê, or PKK), and assisting the attempted coup of 2016. In September 2017, Erdoğan publicly suggested that Turkey might swap one American pastor, Brunson, for another Turkish one, Fethullah Gülen.

Gülen fled Turkey in 1999 and took up residence in Pennsylvania, where he has remained. His followers over the course of more than three decades have established a global empire of schools, test centers, businesses, and organizations. More to the point, they have also been implicated in various forms of systemic financial and visa fraud in multiple American jurisdictions and far more serious crimes in Turkey, including the failed 2016 coup attempt.[1] The Turkish public, as well as the government, overwhelmingly desire his extradition and trial. American authorities thus far, however, have regarded as insufficient the evidence the Turks have presented.

If Erdoğan thought the seizure of Brunson might be a creative solution to the problem of obtaining Gülen’s extradition, he miscalculated terribly. The gambit created the impression that the Turks were attempting to coerce America via a hostage swap. It only hardened the attitude of the Trump administration, which in August 2018 took the unprecedented step of sanctioning two Turkish officials involved in Brunson’s detention. In the meantime, the lira’s fall against the dollar only accelerated, spurring the aforementioned belief that Turkey is a victim of an economic war. Given the stock both Trump and Erdoğan put in their personal images of dominance and the high profile of Brunson’s case in Turkey and the U.S., it is quite possible that both sides will now stubbornly refuse any compromise resolution and Brunson will remain in Turkish custody for years to come.

A plausible interpretation of this standoff would be that it is the product of a contest between two headstrong, bombastic, and mercurial heads of state. That would be a mistake, and not simply because such assessments underestimate the considerable political skills of Trump and Erdoğan. The wellsprings of discord lie deeper. The tensions driving Washington and Ankara apart are not new, but for a decade and a half now they have been outpacing the bonds of mutual interest that have held the two countries together. Washington’s desire for a reliable and pliant client in a part of the world it would prefer to forget has been clashing with Ankara’s aspiration to achieve full or total independence, i.e. the ability to stand wholly on its own without need for allies or partners. This goal is encoded in the Turkish Republic’s very DNA.

Security concerns have always been at the core of the Turkish-American relationship. The two countries began drawing nearer to each other in the waning days of World War II. Not only was it becoming increasingly clear that the Soviet Union would emerge from the war as the dominant power in Eurasia, but Stalin had already started making demands, including territorial ones, on Turkey. In response, the Turkish Republic’s second president and confidant of Mustafa Kemal Atatürk, İsmet İnönü, began drawing closer to the Western powers, declaring war on Germany and Japan. For much the same reasons, he introduced a simulacrum of multi-party politics to Turkey 1946 and then in 1950 oversaw Turkey’s first openly contested elections, which his party lost decisively. Turkey’s moves toward the West culminated with its formal entry into the North Atlantic Treaty Organization (NATO) in 1952.

The U.S. and Turkey subsequently developed a close, albeit far from untroubled, security partnership. Over the course of the next six decades, however, they failed to build up other aspects of their relations to the same degree, and their relationship remained lopsidedly focused on security concerns. Ties in the spheres of economy and culture, for example, remained comparatively undeveloped.

Thus, at the end of the Cold War, many Turks feared that the disappearance of the Soviet threat that had motivated and sustained the Turkish-American partnership would precipitate the end of that partnership. That threat had guaranteed Turkey’s value as the guardian of the southern flank of NATO. Its evaporation, Turks anxiously concluded, would entail a waning of American interest in Turkey and inevitably Washington would discard its Cold War ally. They were mistaken. America’s standoffs with Iraq and Iran, as well as its compulsion to expand, not dismantle, NATO, led Washington to continue to assign value to Turkey through the 1990s and into the 21st century.

Ironically, it was in Ankara where the more profound recalculation of interests occurred. The dissolution of the Soviet Union and the absence of a common border with Russia meant that Turkey, perhaps for the first time since the beginning of the 19th century, had no pressing need for a great power patron to protect it. Moreover, the rise of the Justice and Development Party (AK Party), of which Erdoğan is a founder and member, in 2002 represented a sea change in Turkish politics as a rising class representing the Anatolian heartland displaced the old republican elites with roots in the Balkans and the Aegean coast.

The AK Party was, and remains, a comparatively mild Islamist party—it has not pursued anything like a sharia agenda and indeed the majority of its members neither want a sharia-based order nor have a concept of what that might even look like. Nonetheless, the crucial fact remains that its leaders and members do assign high importance to their identities as Muslims and conceive of that identity as distinct from, and often in opposition to, the West. The arrival of a Turkish elite that looks askance at the West represents less a rupture with the past than the ineluctable product of a process of evolution.

Although Turkish elites through the second half of the 20th century qualified as pro-Western on the basis of their opposition to Soviet Communism, membership in NATO, commitment to secularism, and faith in the possibility of science and technology for the improvement of human society, an abiding ambivalence toward the West qualified their worldview. The founding narrative of the Turkish Republic is a story of the defiance of the Western imperial powers and their regional partners. It highlights the victimization of the Turkish nation at the hands of the European Great Powers and promises to deliver that nation from future exploitation by forging a state that will be able to stand on its own, wholly independent of outside entities, and defend its interests against the Great Powers. The ascent of a political leadership that was more confident and assertive in its non-Western identity was inevitable.

This political transformation coincided with two other novel developments. The first was a period of sustained economic growth that endowed Turkey with unaccustomed resources and confidence. The second was the opening of an exceptionally fluid environment in regional politics, made possible first by the withdrawal of Soviet power in the 1990s and then by the destabilization of the Middle East following the U.S. invasion of Iraq in 2003. This new environment granted Turkey unprecedented scope for activity, allowing it in some areas to act on and pursue new regional ambitions (e.g., Qatar, Libya, Egypt, Sudan, and Somalia), and in others compelling it to act (such as with Iran, Iraq, and Syria).

In this new environment, Turkey’s interests and actions sometimes aligned with those of the U.S., while, at other times, they came into direct conflict. The clashes between Washington and Ankara varied in significance. Some of Ankara’s actions, such as accommodation of Iran and challenges to Israel, contradicted fundamental American policies, and Washington could not write them off easily. The scuffling gradually corroded mutual trust.

From the Turks’ perspective, the Americans have been, at best, cavalier about Turkey’s interests and even security. A great many Turks, whose numbers span both opponents and supporters of the government, suspect worse, namely that the Americans are deliberately subverting their country. The American intervention in Iraq did create severe headaches for Turkish security planners, particularly as the chaos began to spill out of Iraq and into Syria. The question of the future of Iraq’s Kurdish north, Iranian penetration into Iraq, and the intensification of sectarian warfare were intertwined, and all were necessarily of primal concern to Ankara. Some Turks came to believe that the Americans were stoking disorder in Iraq deliberately as a way to keep Turkey and other Middle Eastern states off balance and preoccupied. It was a baseless, even absurd, notion. But when, for example, ISIS acquired its formidable arsenal by taking possession of abundant amounts of captured American weapons, including M1 Abrams tanks (and Iranian militias also laid their hands on captured M-1 tanks), for some the belief that the Americans were playing double games became difficult to shake.

But the revelation that the American military was working closely with the Kurdish Democratic Union Party (Partiya Yekîtiya Demokrat‎, or PYD) in Syria was something that earlier only paranoid Turkish nationalists could have imagined. To the Americans planning the military campaign against ISIS, the militias of the PYD were natural, and perhaps essential, partners. In order to vanquish ISIS, the Americans needed allies on the ground, and those militias are disciplined, capable, and bitter enemies of ISIS. They possess both the necessary attributes and motivation to counter ISIS. But what the Americans overlooked, whether out of neglect or indifference, was the PYD’s status as a subsidiary of the PKK. The PKK is an organization that has been waging a sustained violent campaign against the Turkish Republic, utilizing tactics that have included suicide bombing, over the course of more than three decades. Indeed, in 1997, the U.S. Department of State designated the PKK as a foreign terrorist organization.

Turkey has no more dangerous or tenacious foe than the PKK, and the sense of betrayal that American collaboration with the PYD provoked is impossible to overestimate. Washington, however, has by all appearances regarded the matter as something akin to an inconvenience to Turkey. Moreover, in directing their outrage at Ankara for its backing of jihadist elements opposed to the Assad regime in Syria, American critics of Ankara too conveniently overlook both the cooperation with the PYD as well as American efforts to mobilize so-called “moderates” from jihadist ranks, including from groups affiliated with al-Qaeda.

American strategic myopia has unquestionably been a crucial factor compounding the disintegration of the Turkish-American relationship. As I have written elsewhere, American inattention facilitated Russia’s efforts to draw Turkey closer. Those efforts, while thus far falling short of pulling Turkey decisively away from the West, have been remarkably successful in stoking Turkish recalcitrance by feeding into Turkish delusions of having a viable strategic alternative to the United States. Coming after the sharp clash between Turkey and Russia over Syria that resulted in Turkey downing a Russian jet in 2015, the Russian success, and concomitant American failure, is all the more remarkable. Yet, there is no denying that Turkish ambitions, be they misplaced or sound, are the key driver in the unraveling of the relationship, and the salvaging of the relationship is not solely in Washington’s hands.

Emotional Breakdown

It is common, indeed stereotypical, for practitioners of international and security affairs proudly to forswear sentiment in favor of “cool” and “hard” reasoning and “logical” analysis. The reality, however, is that emotion is no less a factor in international politics than in any other form of politics. Emotion has exacerbated and deepened the sense of betrayal in America and Turkey alike. Turkish-American relations are unraveling against a background of grand foreign policy failures for both countries. These foreign policy failures and embarrassments color attitudes and thought processes in Washington and Ankara.

For nearly two decades, the Middle East has served as the focus of American foreign policy. Despite the expenditure of inordinate attention, exorbitant amounts of money, and considerable blood, American policy has yielded results precisely the opposite of what policymakers promised. Fiasco is perhaps the proper description.

Far from becoming a beacon of pro-Western democracy, Iraq became both a font of instability and a vassal of Iran. The Arab Spring, initially ballyhooed as the overdue democratic windfall from the overthrow of Saddam Hussein’s Ba‘thist dictatorship, failed, and in doing so reinforced the cycle of government repression and Islamist opposition that American intervention was supposed to break. Al-Qaeda has not been vanquished. Indeed, radical Islam has proven resilient, making bids for power in Syria, Egypt, Libya, and elsewhere and metastasizing into still more virulent forms, notably the Islamic State, powerful enough to dictate the course of U.S. policy. The rise of the Islamic State made shreds of Obama’s much-heralded pivot to East Asia. In Afghanistan, despite 17 years of fighting, all the U.S. can do is hold on to prevent the Taliban from triumphing.

Amidst this unfolding string of disappointments and failures, Turkey, formerly taken for granted as a pro-Western pillar of stability and a promising example of democracy in the region, emerged as a cantankerous and quarrelsome partner, or even rival. Turkey’s newfound defiance was yet another indication of a flailing American policy and flagging American power. Turkey’s diffidence in the face of Russia’s trouncing of Georgia in 2008 was one example. Although Georgia’s bid to reconquer South Ossetia was indisputably reckless, because Washington had already billed Georgia as a beacon of democracy and close ally, Ankara’s reticence to back the U.S. and Georgia was a telling indicator of a decline in American power. Similarly, Turkey’s collaborative effort with Brazil in 2010 to offer a nuclear fuel swap to Iran represented a brash challenge to American leadership and efforts to deter Iran from developing a nuclear weapons program. Turkey’s decision to sign a contract to purchase the Russian S-400 air defense system for $2.5 billion in December 2017 represented an unprecedented move by a NATO country and was a deliberate act of defiance toward the United States.

Turkey: Irreplaceable, but not Indispensable

After years of emitting a steadily increasing stream of complaints, criticisms, and expressions of outrage at Turkish policies, American policymakers and Turkey watchers are now calling to end the pretense that any meaningful partnership exists with Turkey. One forthright such call has come from Steven Cook of the Council on Foreign Relations (CFR), who states flatly, “Turkey is no longer an ally or a partner.” This is not bomb throwing for effect or clickbait. The CFR is as centrist and sober as an American think tank can get. Indeed, the President of the CFR, Richard Haass, similarly declared the Western partnership with Turkey finished and is calling for America and Europe to adjust accordingly. Haass is not a Turkey-watcher, but a senior diplomat, prolific author, and president of the CFR, and his judgment is indicative of mainstream thinking. The aggrieved tone of his analysis betrays a powerful emotional undercurrent in American thinking.

That America can manage without Turkey is an unassailable proposition. Indeed, America can thrive without Turkey. What it cannot do without Turkey, however, is to continue to pursue the same policy goals in the Middle East, Eurasia, and Eastern Europe that it has been pursuing for the past decade and a half or more. The strategic value of Turkey’s geography is a cliché. And for good reason: it reflects a truth.

The adjective “strategic” is one of the most abused and overused in the English language. Among the common tasks that American commentators use that adjective to fulfill is to imbue remote, poorly understood, and “exotic” lands with significance. Commentators routinely tag Afghanistan, for example, as “strategic,” despite the fact that it is poor, landlocked, and near the center of the Eurasian landmass, remote from any appreciable center of power, and incapable of projecting any real power beyond itself. To be sure, Afghanistan neighbors “strategic” territories, such as Iran, Pakistan, and China, but its innate strategic importance to the United States is marginal.

The Ellipse of Instability and Its Center

Turkey is not Afghanistan. Here, the adjective strategic is meaningful and multidimensional. Turkey’s service as the guardian of the southern flank of NATO against Soviet invasion secured its importance in the Cold War, but it also supported U.S. efforts in the Middle East during that period. Ankara served as the headquarters of the Central Treaty Organization from 1958 to 1979. Following the Iranian revolution, Turkey hosted American and European listening posts expelled from Iran, and it lent its territory as a platform for the conduct of surveillance and other intelligence operations against revolutionary Iran, Iraq, and others in the Middle East. A partial list of the U.S. military operations and international flash points that have erupted in Turkey’s neighborhood since 1991 make clear Turkey’s strategic value: Yugoslav wars (1991-1995), Kosovo (1998-1999), Nagorno-Karabakh (1988-1994), Iraq (Gulf War, 1990-1991; Operations Supply Comfort and Northern Watch, 1991-2003; Operation Iraqi Freedom, 2003-2011), Syrian Civil War (2011-current), Russo-Georgian War (2008), and the Russian annexation of Crimea (2014). To have at the center of this ellipse of instability a resilient state and durable host of American military facilities has been a boon for American policy. The death of the Turkish-American partnership will reverberate throughout the regions that ring Turkey.

The containment of Iran, the containment of Russia, and the containment of radical Islam are three of the most pressing objectives of American foreign policy. Critics of Turkey are correct to question Turkey’s contributions toward these goals. Turkey’s intention to purchase the S-400 air defense missile system from Russia, the role of Turkish bankers in subverting sanctions on Iran, and Ankara’s collaboration with jihadists in Syria and sympathy for Hamas and Egypt’s Muslim Brotherhood illustrate how in recent years Turkish priorities have been at cross-purposes with American.

Washington is experiencing difficulty pursuing each of the three objectives named above. The rout of the Islamic State in 2017-2018 did represent a victory in the struggle against radical Islam, but there is no reason to believe that it represents a decisive blow to radical Islam, especially given the inability of the U.S. earlier to even anticipate ISIS. In addition, the U.S. and its allies were not alone in battling ISIS. It had picked fights with multiple local constituencies, and Russia and Iran contributed to its defeat as well. As for containing Russia and Iran, the successes that those two countries have achieved in Syria testify to the ineffectiveness of American policy there. Russia’s defeat of Georgia in 2008 and annexation of Crimea in 2014 cannot be considered American successes either. Israeli, Saudi, and Gulf state expressions of fear of Iran, as well as European alarmism over Russia, may be exaggerated and directed at extracting benefits from Washington, but the increase in expressions of anxiety sooner testifies to the erosion of containment than its fulfillment.

Breaking with Turkey may help clarify the diplomatic terrain. The stripping of illusions is always a prerequisite for sound planning and action. But such a break will not advance American efforts toward achieving the aforementioned three goals. Depending upon the nature of the break, it may so significantly impair American policies as to render those goals impossible to achieve. An actively anti-American Turkey could create multiple headaches for Washington in each of the three policy areas. Although Turkey’s relations with the countries of Western Europe are also strained, there is little reason to expect that the Europeans would follow the American lead and downgrade their relations with Ankara. This is particularly the case for Germany, which has a long and complex relationship with Turkey, one that is inherently contentious, but also robust and, unlike the American, multifaceted and more durable. Not least important, because NATO has no mechanism for expelling members, a recusant Turkey could sabotage and gum up Washington’s efforts to mobilize NATO. The failure of Western policy elites, and particularly American, to restructure NATO prior to pushing its expansion is one more indictment of their carelessness after the end of the Cold War. It may very well be true that Turkey has been an overrated, uncooperative, and at times even troublesome partner for the past five decades. But from this fact it does not follow that a hostile Turkey inside NATO will be incapable of working against U.S. policy effectively. This could deliver to Russia in particular enormous benefit. Undoubtedly, one of the motives for Moscow’s courtship of Ankara in recent years has been the chance to stoke dysfunction and friction within NATO. On the other hand, in the event such a scenario comes to pass, creative American policymakers perhaps could exploit it to create a new alliance system to supersede NATO.

If the loss of Turkey as a partner will force Washington to reconsider core foreign policy goals, a break with America will have still greater consequences for Turkey. Some will be grim. There is no other country that can replace the U.S. for Turkey. Although it is true that Russia does much larger volumes of trade with Turkey than does the U.S. and could also go far to supplant America as an arms supplier, a close partnership with Moscow would be difficult—and dangerous—for Ankara to sustain. Turkey is an energy poor country, and is among the world’s most dependent upon imports. Russia supplies over half of Turkey’s natural gas and is that country’s third-largest source of oil. Turkey is pursuing a nuclear power program precisely to lower its dependency upon imported gas and oil. The rub here is that Turkey has chosen Russia to supply the nuclear technology and expertise it needs. Russia is the lead partner in building the first Turkish nuclear power plant at Akkuyu on the Mediterranean coast.

Russia thus holds formidable leverage over Turkey in the area of energy. To be sure, it is true that economic dependency often runs two ways. If Turkey depends on energy from Russia, Russia needs the income generated by those sales. Yet, we already know that the Russo-Turkish relationship is asymmetrically structured in Russia’s favor. As Vladimir Putin demonstrated in the wake of Turkey’s shooting down of a Russian jet in 2015, Moscow can and will use economic leverage to bend Ankara to its will.

What is more, Russia has more than economic leverage at its disposal. Throughout the 19th and 20th centuries, Russia posed the greatest of military and political threats to Turkey. Although Turkey and Russia no longer share a border, Russia through its intervention in Syria is again in position to squeeze Turkey politically and militarily, including through the sponsorship of Kurdish separatism, a force that Russia began cultivating in the 19th century. The future of the Kurds in Syria is one of the questions that awaits resolution, and, however it is decided, it will impact Turkey’s future prospects for civil peace and prosperity. The PKK in the past used Syrian territory as grounds for training and staging operations into Turkey. Although as of late Russia has seemingly been solicitous of Turkish concerns about the PYD in Syria, it can, of course, change its attitude. Moreover, should Russia in the future opt to play the Kurdish card, Turkey would find itself alone. However justly Turks might lament America’s recent cooperation with the PYD, it is a fact that the U.S. has a long record of backing Turkey in its fight against the PKK. Not the least illustrative example is the assistance the U.S. provided to make possible the tracking and capture of Abdullah Ocalan, the founder and leader of the PKK, in Kenya in 1999. A Turkey without America will be more vulnerable, not less, to subversion, chronic insurrection, and potentially even partition.

Is There a Way Out?

As discussed above, behind the current crisis in Turkish-American relations are the sharply differing worldviews of Turkish and American political elites. Although these worldviews are not so starkly divergent so as to dictate a breakup in ties—see the oscillation on the editorial pages of the Wall Street Journal—they do create a predisposition on both sides to magnify, rather than minimize, disagreement. Miscommunication, discoordination (particularly in Syria), and negligence on both sides have exacerbated those differences, contributing to what has become the most sustained and serious crisis in the history of Turkish-American relations.

One step that Washington could take that would advance U.S. interests and improve relations with Turkey while at the same time also bolstering the principle of the rule of law would be to take seriously the Turkish request for the extradition of Fethullah Gülen. Given the litany of documented crimes and subversive activities that Gülenists have perpetrated in Turkey, presenting a credible case for extraditing Gülen should not be impossible. Yet, by all reports, American authorities have deemed the evidence submitted by the Turkish government thus far as not sufficient for extradition. If the Turkish request is incomplete or incompetently presented, professional help should be rendered to remedy this situation. If the Turkish request for extradition is too tainted by legal and procedural irregularities to accept, there is the option of putting Gülen under investigation for the multitude of crimes and infractions he and some of his followers committed in the U.S. In itself, putting Gülen on trial will not repair Turkish-American relations, but it would send an important message that the U.S. understands the concerns of the Turkish public (not to mention the signal it would send to the American taxpayers defrauded by Gülen’s network). Given the current state of relations and the depth of suspicions, that message could spur both sides to step back and evaluate their mutual interests more dispassionately and to ask what unites them rather than dwell on what should divide them.


[1] For more on Gülen, see my analysis for FPRI https://www.fpri.org/article/2016/09/damaging-democracy-u-s-fethullah-gulen-turkeys-upheaval/. See, also, Dexter Filkins’ New Yorker article, https://www.newyorker.com/magazine/2016/10/17/turkeys-thirty-year-coup; and the edited volume of M. Hakan Yavuz and Bayram Balcı, Turkey’s July 15th Coup: What Happened and Why (Salt Lake City: University of Utah Press, 2018).

https://www.fpri.org/article/2018/09/the-end-of-a-strategic-relationship-how-american-turkish-relations-hit-historic-lows/

Το «παιχνίδι» τώρα αρχίζει – Από τα Βαλκάνια στην Ανατολική Μεσόγειο

9

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ δύο γεωπολιτικών σύμπλοκων, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρευστότητα. Η ρευστότητα, μάλιστα, στην Ανατολική Μεσόγειο είναι μεγαλύτερη από τη βαλκανική.

Δεν έχει πολλά περιθώρια η Ελλάδα να είναι απούσα, ιδιαιτέρως στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Κύπρος απειλείται, η Τουρκία προκαλεί με ακραίες αυθαιρεσίες, και όποιος νομίζει ότι εγκαταλείποντας για άλλη μια φορά την Κύπρο θα έχει την ησυχία του ο ελλαδικός χώρος, πλανάται πλάνην οικτράν.

Το ίδιο και στα Βαλκάνια. Θέλουμε – δεν θέλουμε, είναι η αυλή μας. Όπως και η Ελλάδα είναι η αυλή των άλλων βαλκανικών χωρών.

Η σύγκλιση Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου αποτέλεσε μια γεωπολιτική νομοτέλεια για την υπεράσπιση των συμφερόντων των τεσσάρων χωρών. Τα αποτελέσματά της άρχισαν να φαίνονται. Οι τελευταίες συναντήσεις οδήγησαν στην υπογραφή κατασκευής του αγωγού από την Κύπρο στην Αίγυπτο, και χωρίς να γίνουν γνωστές πολλές λεπτομέρειες, προχώρησαν τις συζητήσεις και για την κατασκευή του Eastmed, του αγωγού που θα συνδέει Μέση Ανατολή με Κύπρο, λοιπό ελλαδικό χώρο και Ευρώπη. Παρακάμπτοντας την Τουρκία. Κανείς δεν αποκλείει η σύγκλιση των χωρών που προαναφέρθηκαν να έχει και στρατιωτική διάσταση.

Ο ταραχοποιός της περιοχής είναι η Τουρκία του Ερντογάν. Άρχισε πάλι να απειλεί, αλλά είναι απομονωμένος. Οι επιλογές του Τούρκου προέδρου μπορεί να αποβούν μοιραίες για τη χώρα του. Με μια άλλη πολιτική στην περιοχή ίσως να πετύχαινε περισσότερα. Η παθολογική αίσθηση, όμως, ενός νεοοθωμανικού μεγαλείου που πρέπει να αναβιώσει, τον οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Ακόμη και αν βελτιωθούν οι σχέσεις του με ΗΠΑ και Ισραήλ, το γυαλί έχει ραγίσει.

Οι Δυτικοί δεν θέλουν να παραδώσουν την Τουρκία στη Ρωσία, αλλά και δεν πρόκειται να την δεχθούν πίσω όπως προηγουμένως. Ήδη έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για προώθηση της πολιτικής ΗΠΑ και Ισραήλ με εναλλακτικές συμμαχικές δομές.

Το ρωσοτουρκικό ειδύλλιο δεν θα κρατήσει για πολύ. Μπορεί μετά τη συνάντηση Πούτιν-Ερντογάν να βρέθηκε μια σολομώντεια λύση στο θέμα του Ιντλίμπ, αλλά η λύση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη Συρία έστω κι αν το καθεστώς Άσαντ εξέφρασε την ικανοποίησή του.

Δύο μέρες μετά την εκδήλωση αυτής της ικανοποίησης, η συριακή αεράμυνα, όπως όλα δείχνουν, κατέρριψε κατά λάθος ένα ρωσικό κατασκοπευτικό αεροπλάνο και ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου εξέφρασε την απορία του γιατί ο Άσαντ δεν συνομίλησε με τον Πούτιν. Η σημειολογία λέει πως είναι έκδηλη η δυσαρέσκεια της Δαμασκού από τον τρόπο που χειρίζεται, πλέον, τις εξελίξεις στη Συρία η Μόσχα.

Ο Πούτιν πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ Άσαντ και Ερντογάν, αν και φαίνεται να χειρίστηκε εξαιρετικά την πολιτική διάσταση της κατάρριψης του αεροπλάνου του.

Στα Βαλκάνια, μια δημοσκόπηση στα Σκόπια την εβδομάδα που πέρασε και έδινε οριακή νίκη στο «Ναι» ανησύχησε την πολιτική ηγεσία και τη διεθνή κοινότητα και ενέτεινε τις κινήσεις υποστήριξης του Ζάεφ και των επιλογών του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί ενδιαφέρονται για τα Βαλκάνια. Διαφορετικά δεν θα έστελναν τον υπουργό Άμυνάς τους να εκφράσει και αυτός την υποστήριξή του στην κυβέρνηση των Σκοπίων και στη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Μάτις όχι μόνο έφθασε στα Σκόπια μετά φανών και λαμπάδων, αλλά φρόντισε να κάνει και μια ηχηρή δήλωση: ότι οι Ρώσοι χρηματοδοτούν πολιτικούς φορείς και κινήσεις για να περάσει το «Όχι». Δεν μπορεί να επιβεβαιώσει κανείς τον ισχυρισμό του Αμερικανού υπουργού, αλλά τίποτε δεν αποκλείεται σε έναν χώρο όπως τα Βαλκάνια, φημισμένο για την πολυπλοκότητά του.

Οι Ρώσοι έχουν συμφέρον να μην περάσει η συμφωνία διότι κατά μία –μικρή– εκδοχή μπορεί να μείνουν τα Σκόπια εκτός ΝΑΤΟ. Και αυτό είναι που ενδιαφέρει τη Μόσχα. Δεν είναι όμως σίγουρο πως ακόμη και αν καταψηφιστεί η Συμφωνία δεν θα προχωρήσει η Ατλαντική τους πορεία.

Η ευρωπαϊκή πορεία τους μπορεί να μην πάει καλά, αλλά η ΝΑΤΟϊκή θα προχωρήσει. Ίσως μια τέτοια εξέλιξη να είναι και προς το συμφέρον της Ελλάδας.

Άλλωστε, ο πρωθυπουργός της χώρας Ζόραν Ζάεφ έχει δηλώσει πως το δημοψήφισμα έχει συμβουλευτικό σκοπό. Δεν σημαίνει πως αν περάσει το «Όχι» δεν θα εφαρμοστούν όσα συμφωνήθηκαν στις Πρέσπες. Αλλά κακά τα ψέματα. Μια απόρριψη της Συμφωνίας θα δημιουργήσει προβλήματα.

Εκτίμησή μας είναι ότι το «Ναι» θα υπερισχύσει. Η συντριπτική πλειονότητα των Αλβανών, σε ποσοστό άνω του 90%, είναι υπέρ της Συμφωνίας για να προχωρήσει η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, θεσμοί εντός των οποίων οι Αλβανοί πιστεύουν πως θα έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν το εθνικό τους όραμα.

Η συμφωνία είναι αρνητική για την Ελλάδα. Κυρίως διότι αναγκάζει την Αθήνα να αναγνωρίσει μακεδονική εθνότητα. Διότι αναγνώριση, ως μακεδονικής, γλώσσας και ταυτότητας είναι τα δύο κυριότερα προαπαιτούμενα για τη διαμόρφωση εθνότητας. Αυτό το λάθος δεν διορθώνεται.

Μια ελληνική υπαναχώρηση, αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα, θα μπορούσε να ήταν, σε περίπτωση υπερίσχυσης του «όχι», να συναινέσει η Αθήνα στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ με το αναγνωρισμένο στον ΟΗΕ όνομα. Έτσι, και οι Σκοπιανοί θα ήταν ικανοποιημένοι αφού δεν θα άλλαζε το συνταγματικό τους όνομα, και η διεθνής κοινότητα, αφού η κύρια επιδίωξη που είναι η ένταξη στη συμμαχία θα είχε ικανοποιηθεί, και η Ελλάδα δεν θα συρόταν σε επίσημη αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας. Κακό μεν, αφού χάνεται το ΝΑΤΟϊκό χαρτί, το μικρότερο κακό δε, αφού θα αποφευχθεί κάτι χειρότερο.

Τις ημέρες που πέρασαν η ιστοσελίδα politico.eu είχε ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ. Ο απεσταλμένος της στα Σκόπια μίλησε με περιθωριακά πολιτικά πρόσωπα της γειτονικής χώρας που θέλουν να εμφανίζονται ως εκφραστές της πολιτικής είτε της Ρωσίας είτε της Κίνας. Σαν και αυτούς που διεκδικούν και στην Ελλάδα ανάλογους ρόλους.

Το κρίσιμο από το ρεπορτάζ είναι η ανάδειξη του κινεζικού ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις στα Σκόπια, κάτι που εξηγεί και την αμερικανική παρουσία.

Οι Κινέζοι ενδιαφέρονται να διαμορφώσουν τον Belt and Road (τον νέο Δρόμο του Μεταξιού) που θα τους διευκολύνει στο παγκόσμιο εμπόριό τους. Έχουν ως βάση στην περιοχή το λιμάνι στον Πειραιά και θέλουν να βοηθήσουν στη διαμόρφωση ενός οδικού δικτύου που θα τους οδηγεί μέχρι το Ρότερνταμ και τη Βουδαπέστη. Στο σχέδιο αυτό ο οδικός άξονας μέσω Σκοπίων και Σερβίας ήταν η καλύτερη επιλογή που θα είχαν. Τα Σκόπια είναι η ΝΑΤΟϊκή τρύπα στα Βαλκάνια. Με την ένταξή τους στη συμμαχία υπάρχει ένας ΝΑΤΟϊκός –και κατά συνέπεια αμερικανικός– έλεγχος στις οδικές ροές από τον Νότο προς τον Βορρά. Αυτή η ανάλυση αναδεικνύει έναν από τους πολλούς λόγους του ενδιαφέροντος της Ουάσινγκτον για τα Βαλκάνια, και στην προκειμένη περίπτωση για τα Σκόπια και την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.

pontos-news.gr

Τι έγινε στο Σότσι μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν

0

του Σάββα Καλεντερίδη

Από αυτήν εδώ τη στήλη έχουμε ενημερώσει τους αναγνώστες μας αλλεπάλληλες φορές ότι το Ιντλίμπ είναι μια περιοχή στην οποία θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η επόμενη μέρα στη Συρία, από την οποία επόμενη μέρα θα κριθούν πολλά –ίσως τα πάντα– στην ευρύτερη περιοχή, και εννοούμε το Ιράκ, την Τουρκία, την Κύπρο, την Ελλάδα, τον Λίβανο, την Ιορδανία και το Ισραήλ. Ενώ ήταν αποφασισμένο να αρχίσει η επιχείρηση ανακατάληψης του Ιντλίμπ από το στρατό του Άσαντ με τη βοήθεια του Ιράν και της Ρωσίας, και ενώ η Τουρκία, που είναι αντίθετη με μια τέτοια επιχείρηση, όπως και οι ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, επεδίωξε με όλες της τις δυνάμεις στην Τριμερή της Τεχεράνης να πετύχει εκεχειρία, χωρίς επιτυχία, κατάφερε να πείσει τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν να γίνει η συνάντηση στο Σότσι.

Εκεί υπογράφηκε μια συμφωνία δημιουργία ζώνης ασφαλείας, απομάκρυνσης των μελών των τρομακτικών οργανώσεων και αφοπλισμού της περιοχής από τα βαρέα όπλα.

Επειδή γράφτηκαν πολλά γι’ αυτήν τη συμφωνία, καλό είναι να αφήσουμε έναν Τούρκο αρθρογράφο να μας εξηγήσει πώς βλέπει αυτός τη συγκεκριμένη συμφωνία:

Είναι ντροπή να το λέμε, αλλά στο Σότσι κέρδισε η Ρωσία 
(Του Αχμέτ Τακάν / Εφημερίδα Yeniçağ)
Ο πρώτος γύρος του αγώνα. «Χθες το βράδυ μίλησα με τον Πούτιν, συζητήσαμε το θέμα του Χαλεπιού. Μου είπε ότι από τις 22:00 σταματάνε εκεί τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Μας παρακάλεσαν να εκκενώσει η Αλ-Νούσρα το Χαλέπι. Δώσαμε και οι δύο στους συνεργάτες μας τις απαραίτητες οδηγίες και συμφωνήσαμε να εργαστούν για την αποχώρηση της Αλ-Νούσρα από το Χαλέπι και να βρουν οι κάτοικοι της πόλης την ηρεμία τους». Όσοι «ισλαμιστές τρομοκράτες» υπήρχαν εκεί, συσσωρεύθηκαν στο Ιντλίμπ.

Ο δεύτερος γύρος ήταν ο εξευτελισμός που υποστήκαμε σε ζωντανή μετάδοση στην Τριμερή της Τεχεράνης. Ο Ερντογάν απαίτησε να κηρυχθεί εκεχειρία και κατάπαυση του πυρός στο Ιντλίμπ. Η Ρωσία και το Ιράν δεν το επέτρεψαν. Ο Πούτιν βλέποντας στα μάτια τον Ερντογάν, είπε: «Οι τρομοκράτες δεν είναι εδώ (για να υπογράψουν συμφωνία). Εκείνοι δεν τηρούν καμία κατάπαυση του πυρός».

Ο τρίτος γύρος ήταν στη συνάντηση του Σότσι.

Μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας υπογράφηκε ένα κείμενο συμφωνίας με βάση το οποίο θα δημιουργηθεί μια ζώνη ασφαλείας εύρους 15-20 χλμ μεταξύ των δυνάμεων της κυβέρνησης Άσαντ και των δυνάμεων της αντιπολίτευσης. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα διαχωριστούν σε «μετριοπαθείς» και «ριζοσπάστες». Μέχρι τις 15 Οκτωβρίου οι «ριζοσπάστες» θα απομακρυνθούν από την περιοχή αλλά θα παραμείνουν οι «μετριοπαθείς». Τα βαρέα όπλα θα απομακρυνθούν επίσης από την περιοχή.

Δεν καθορίζεται επακριβώς, όμως φαίνεται ότι το έργο αυτό, της απομάκρυνσης των «ριζοσπαστών» και των βαρέων όπλων από την περιφέρεια του Ιντλίμπ, ανατέθηκε στην Τουρκία.

Η συμφωνία αυτή, που είναι γεμάτη σκοτεινά σημεία, θα παρουσιαστεί στην Τουρκία ως μια «μεγάλη επιτυχία», όμως κανείς δεν μας λέει τι είναι υπέρ της Τουρκίας!

Εγώ έψαξα, ξαναέψαξα, και δεν βρήκα τίποτα!

Στο σκάκι που παίζεται στη Συρία, η Ρωσία κατόρθωσε να κολλήσει πάνω στην Τουρκία την ταμπέλα του υποστηρικτή των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Και το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου του καθενός, είναι το εξής: Εντάξει, πες ότι καταφέραμε να χωρίσουμε τους «μετριοπαθείς» από τους «ριζοσπάστες». Αυτούς τους σφαγείς και τους δολοφόνους τι θα τους κάνεις, από πού θα τους περάσεις και πού θα τους εγκαταστήσεις; Στις περιοχές που ελέγχει ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός, στην περιοχή της Ασπίδας του Ευφράτη (Αλ Μπαμπ – Τζαραμπλούζ);

Ή θα τους αλλάξεις ρούχα και αμφίεση και θα τους εγκαταστήσεις στην Τουρκία, ή μέσω της Τουρκίας θα τους στείλεις σε άλλες χώρες;

Όλες οι άλλες ομάδες, εκτός από την Başta Ahrar’ı Şam και την Heyet Tahrir el Şam θα θεωρηθούν «μετριοπαθής αντιπολίτευση»; Υπάρχει καμία πιθανότητα αυτοί οι «μετριοπαθείς» να ενσωματωθούν με τις δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ;

Υπάρχει κάποια μυστική συμφωνία οι δυνάμεις της Heyet Tahrir el Şam να πεισθούν να αφήσουν τα όπλα και να εγκατασταθούν στην περιοχή της Ασπίδας του Ευφράτη; Και να υπάρχει, πώς θα ενσωματωθούν οι άνθρωποι αυτοί στην περιοχή αυτή; Πού θα εγκατασταθούν και πώς θα επιβιώσουν;

Στο σχέδιο αυτής της μυστικής συμφωνίας υπάρχουν εγγυήσεις ότι «δεν θα επιτεθούν εναντίον της Συρίας»; Και αν μετά από ένα χρονικό διάστημα επιτεθούν εναντίον της περιφέρειας Ιντλίμπ, τότε τι θα πει η Τουρκία;

Και αν τελικά αντιδράσει το καθεστώς και τους επιτεθεί, ποιος θα το σταματήσει;

Εδώ δεν είναι θέμα θολής αναφοράς. Πριν από τη συνάντηση στο Σότσι, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι «στην επιχείρηση στο Ιντλίμπ θα συμμετέχει το Ιράν». Το Ιράν έχει ομάδες παραστρατιωτικών στην περιοχή. Αν γίνει μια επίθεση και το Ιράν δηλώσει ότι «υπάρχουν ομάδες που δεν τις ελέγχουμε», τι απάντηση θα δώσετε;

Τότε πώς θα μπορέσει να ελέγξει τις αντιδράσεις των δυνάμεων της αντιπολίτευσης; Ποιος εγγυάται ότι μετά την παράδοση και την απομάκρυνση των βαρέων όπλων από την περιοχή, δεν θα επιτεθεί η Συρία και η Ρωσία καθώς και οι παραστρατιωτικές οργανώσεις του Ιράν;

Οι ριζοσπάστες είναι τόσο «ηλίθιοι», να βλέπουν όλους αυτούς τους κινδύνους και να παραδώσουν τα όπλα τους;

Αν οι ΗΠΑ υποδαυλίσουν τους ριζοσπάστες και τους πείσουν να έλθουν προς εμάς, τι θα κάνουμε, θα πολεμήσουμε εναντίον της Ρωσίας;

Πόσες πιθανότητες υπάρχουν η Τουρκία να βρεθεί στο κέντρο της κόλασης σε ένα τόσο περιπεπλεγμένο περιβάλλον;

Από τη στιγμή που οι άλλοι έχουν στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή, η Τουρκία με τα 12 παρατηρητήρια που έχει, τι μπορεί να κάνει;

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είναι και η αποστολή που αναλάβαμε να στέλνουμε κοινά περίπολα με τη Ρωσία στη ζώνη ασφαλείας.

Μόλις το είδα αυτό, μου ήλθε στο μυαλό η περίπτωση της Ιεράπολης/Μένπετζ. Μα κανείς δεν το σκέφτηκε; «Άραγε οι ΗΠΑ μας παρέσυραν στην παγίδα και κάνουμε μαζί τους κοινές περιπολίες εκεί, για να μην επιτεθεί κανείς στο PKK/YPG»;

Είναι ντροπή να το λέμε, αλλά με βάση τις εξελίξεις στο θέμα του Ιντλίμπ, στην Τριμερή της Τεχεράνης η Ρωσία βγήκε κερδισμένη.

Και στη συνάντηση στο Σότσι, πάλι η Ρωσία βγήκε κερδισμένη. Η Ρωσία, με τη ζώνη ασφαλείας, εξασφάλισε εγγύηση για τη δική της ασφάλεια. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα είναι 15-20 χλμ μακριά και το έργο του αφοπλισμού τους το ανέλαβε η Τουρκία.

Μήπως η Ρωσία μάς έδωσε αυτή τη συμφωνία για να ξεγελάμε την κοινή γνώμη στην Τουρκία μέχρι τις 15 Οκτωβρίου;

Η πορεία των εξελίξεων θα είναι παρόμοια με εκείνη του Χαλεπιού.

Στο Σότσι η Τουρκία τι κέρδισε;

Μια Τουρκία που είναι σαν έναν μποξέρ που έχει φάει ξύλο, με λύσεις που έχουν ορίζοντα ολίγων ημερών, μέχρι πού μπορεί να πάει;

Θα το δούμε στο εγγύς μέλλον!

Σχόλιο-μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης.

pontos-news.gr

Viktor Orbán, un piège pour la droite européenne

0

Who Putin Is Not

0

The Nation

Falsely demonizing Russia’s leader has made the new Cold War even more dangerous.

Η αλήθεια και η Γερμανία…

0

Οι επιθέσεις στην Chemnitz και η κρίση της γερμανικής δημοκρατίας

Περίληψη:

Η Γερμανία εισήλθε στην μετα-αληθινή Αίθουσα των Καθρεπτών. Τα στοιχήματα είναι ιδιαίτερα υψηλά, διότι αναδύεται μια βίαιη ακροδεξιά, σε μια χώρα που εξακολουθεί να προβληματίζεται από το ρατσιστικό και δολοφονικό παρελθόν της. Η υιοθέτηση ενός λόγου «εναλλακτικών γεγονότων» υποδηλώνει ότι η Γερμανία έχει απομακρυνθεί πολύ από τον ρόλο που έπαιξε κατά τις πρώτες ημέρες της προσφυγικής κρίσης, ως η εξαίρεση στον κανόνα της δυσαρέσκειας.

Ο GEORG DIEZ είναι συντάκτης του Der Spiegel και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Das andere Land (Μια άλλη χώρα), σχετικά με τη μετατόπιση της γερμανικής πολιτικής και κοινωνίας προς την δεξιά.

Και αν δεν συνέβη ποτέ; Τότε, φυσικά, κανένας δεν θα κατηγορηθεί. Δεν θα υπάρχει καμία ευθύνη και δεν θα υπάρχουν συνέπειες. Το τέλος μιας κοινής αντίληψης για το τι συνέβη είναι με πολλούς τρόπους το τέλος της πολιτικής, διότι για να καθοριστούν τα προβλήματα και να υπάρχει επεξεργασία των λύσεων απαιτεί κοινό έδαφος. Η Γερμανία, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες [1], εισήλθε στην μετα-αληθινή Αίθουσα των Καθρεπτών. Τα στοιχήματα είναι ιδιαίτερα υψηλά, διότι αναδύεται μια βίαιη ακροδεξιά [2], σε μια χώρα που εξακολουθεί να προβληματίζεται από το ρατσιστικό και δολοφονικό παρελθόν της [3]. Η υιοθέτηση ενός λόγου «εναλλακτικών γεγονότων» υποδηλώνει ότι η Γερμανία έχει απομακρυνθεί πολύ από τον ρόλο που έπαιξε κατά τις πρώτες ημέρες της προσφυγικής κρίσης, ως η εξαίρεση στον κανόνα της δυσαρέσκειας.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Στα τέλη Αυγούστου, μετά την δολοφονία ενός Γερμανού πολίτη από δύο φερόμενους ως πρόσφυγες, ένας δεξιός όχλος πολλών χιλιάδων ανθρώπων κατέβηκε στους δρόμους της ανατολικής πόλης Chemnitz, φωνάζοντας ρατσιστικά συνθήματα, απειλώντας και κυνηγώντας πρόσφυγες (ή μάλλον όποιον φαινόταν διαφορετικός), και μαχόμενος μια συγκλονισμένη και αριθμητικά μικρότερη τοπική αστυνομική δύναμη. Οι εικόνες γρήγορα εξαπλώθηκαν στα κοινωνικά μέσα. Ένα βίντεο έδειξε μια ομάδα από μερικούς άνδρες πρώτα να φωνάζουν και στην συνέχεια να κυνηγούν έναν άνθρωπο ο οποίος φαίνεται να διαφεύγει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, αποφεύγοντας πολλά αυτοκίνητα καθώς επιταχύνει παράλληλα με αυτά. Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποίησαν τον όρο Hetzjagd, που συνήθως αρμόζει στο κυνήγι των ζώων, για να περιγράψουν αυτή την σκηνή και άλλες που καταγράφηκαν κατά την διάρκεια των ταραχών. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ [4] χρησιμοποίησε επίσης αυτή την λέξη στην δημόσια δήλωσή της που καταδίκαζε την βία.

20092018-1.jpg

Ακροδεξιοί διαδηλωτές στην γερμανική πόλη Chemnitz, τον Σεπτέμβριο του 2018. HANNIBAL HANSCHKE / REUTERS
————————————————————————

Αλλά τότε συνέβη κάτι περίεργο. Όταν ο πρωθυπουργός του γερμανικού κρατιδίου της Σαξονίας, Michael Kretschmer, της συντηρητικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), μερικές ημέρες αργότερα αναφέρθηκε στα γεγονότα στην Κέμνιτς στο τοπικό κοινοβούλιο, ισχυρίστηκε ότι «δεν υπήρχε όχλος, δεν υπήρχε κυνήγι, δεν υπήρχε πογκρόμ» -ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση όχι μόνο με τη Μέρκελ, αλλά και σχεδόν με όλον τον Τύπο που είχε κάνει ρεπορτάζ για τα γεγονότα. Η βία, οι ρατσιστικοί χαρακτηρισμοί και οι άνθρωποι που έψαλλαν «θέλουμε να σκοτώσουμε», ήταν όλα καλά τεκμηριωμένα, όχι μόνο από αυτόπτες μάρτυρες αλλά και από βίντεο, όπως ήταν και οι σκηνές των ανθρώπων που απειλήθηκαν και κυνηγήθηκαν. Αλλά μετά από τις παρατηρήσεις του Kretschmer, ένας δημόσιος διάλογος σχετικά με την χρήση της λέξης Hetzjagd απέσπασε την προσοχή από τις συγκρούσεις στην Chemnitz και την εστίασε στον τρόπο με τον οποίο παράγονται οι ειδήσεις και, σύμφωνα με τους επικριτές του όρου, πολιτικοποιούνται.

Όπως και τα fake news («ψεύτικες ειδήσεις») στις Ηνωμένες Πολιτείες, η γερμανική λέξη Lügenpresse ή «ψευδόμενος Τύπος», αμφισβητεί το κύρος των μέσων ενημέρωσης [5] ως ενός δημοκρατικού θεσμού. Οι δεξιοί πολιτικοί και διαδηλωτές χρησιμοποιούν τον όρο για να δυσφημήσουν το έργο των δημοσιογράφων που καλύπτουν το πιο αμφιλεγόμενο θέμα από όλα -της μετανάστευσης και των προσφύγων- αλλά και κάθε άλλο θέμα που σχετίζεται με αυτό που η δεξιά αποκαλεί ως «σύστημα Merkel». Η προσέλκυση πρώην δημοφιλών προσωπικοτήτων σε αυτή την ρητορική είναι πιθανότατα πολιτική. Με το δεξιό κόμμα Alternative für Deutschland (AfD) να αναπνέει στον σβέρκο του (και να είναι πιο δημοφιλές κατά 4%, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση), το κόμμα του Kretschmer, το CDU, στράφηκε προς τα δεξιά. Η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) της Βαυαρίας, διολισθαίνει επίσης από την συντηρητική προς την αντιδραστική πολιτική κάτω από το [βαρύ] σύννεφο των επικείμενων απωλειών προς τα δεξιά κόμματα στις επερχόμενες εκλογές. Ως εκ τούτου, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Horst Seehofer, της CSU επέκρινε την κάλυψη των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την Chemnitz και είπε ότι θα συμμετείχε και εκείνος στις διαμαρτυρίες, αν δεν είχε το πολιτικό του αξίωμα.

Αλλά η πιο ριζοσπαστική απόκλιση από το καθιερωμένο πρωτόκολλο προέκυψε από τον Hans-Georg Maassen, τον επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Προστασίας του Συντάγματος της Γερμανίας, που είναι τμήμα των μυστικών υπηρεσιών. Ο Maassen εξ ορισμού δεν πρέπει να είναι πολιτική προσωπικότητα. Παρ’ όλα αυτά, σε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη συνέντευξη στην λαϊκή εφημερίδα Bild, ο Maassen αντέκρουσε επιθετικά την κάλυψη των ταραχών στην Chemnitz από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είπε ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το βίντεο που δείχνει ότι άνθρωποι κυνηγούν άλλους ανθρώπους είναι αυθεντικό, και συνέχισε να προτείνει ότι το βίντεο είχε φυτευτεί για να αποσπάσει την προσοχή από την δολοφονία ενός Γερμανού. Ο Maassen, ο οποίος νωρίτερα είχε αντιμετωπίσει επικρίσεις για υποτιθέμενους δεσμούς του με το δεξιό AfD, ούτε είχε συμβουλευτεί την υπηρεσία του ούτε είχε λάβει οποιεσδήποτε προνομιακές πληροφορίες σχετικά με την αυθεντικότητα του αμφισβητούμενου βίντεο. Ωστόσο, η ζημιά είχε γίνει. Η Γερμανία συζητούσε τον όρο Hetzjagd. Εν τω μεταξύ, ο Τύπος αποκάλυψε ότι οι νεοναζί στην Κέμνιτς είχαν επιτεθεί, μεταξύ άλλων τοποθεσιών, εναντίον ενός εβραϊκού εστιατορίου που ονομάζεται Schalom.

Πριν από λίγο καιρό, ένα από αυτά τα περιστατικά -ένας νεοναζιστικός όχλος που εγκρίνει τον Χίτλερ, μια επίθεση εναντίον ενός εβραϊκού εστιατορίου, επιθέσεις εναντίον αριστερών διαδηλωτών, επιθέσεις σε πρόσφυγες- θα ήταν αρκετό για να προκαλέσει μια συγκινητική πολιτική συζήτηση στην Γερμανία. Αλλά κάτι θεμελιώδες φαίνεται να έχει αλλάξει, και το γεγονός ότι συντηρητικοί πολιτικοί δείχνουν ανοιχτή συμπάθεια για τις δεξιές θέσεις είναι μόνο ένα μέρος αυτού. Ίσως ακόμα πιο ανησυχητική είναι η δομική επίθεση στην ίδια την έννοια ενός ορθολογικού διαλόγου που διέπεται από κοινούς κανόνες -μεταξύ αυτών, ότι ακόμη και οι ιδεολογικοί αντίπαλοι δέχονται την ύπαρξη μιας επαληθεύσιμης αλήθειας, ότι ο Τύπος είναι ένας σεβαστός τέταρτος πυλώνας της δημοκρατίας, και ότι υπάρχει περιθώριο διαφωνίας, αλλά όχι για προφανή ψέματα και ψεύδη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλες αυτές οι υποθέσεις έχουν υποστεί δοκιμασία μετά από την εκλογή του προέδρου Donald Trump [6] το 2016. Στην Ευρώπη, αυτή η ξεδιάντροπη εκδοχή της πολιτικής είναι αντιδραστική κατά περισσότερες από μια έννοιες, εφαρμοζόμενη από πολιτικούς που αντιγράφουν τις τακτικές του Trump, αλλά χωρίς την ανοικτή του στυγνότητα.

Όταν η γερμανική Bundestag (η βουλή) τους αμφισβήτησε, τόσο ο Maassen όσο και ο υπουργός Εσωτερικών Seehofer απλώς υποχώρησαν λίγο, στρατηγικά. Ο Μάασεν συνέχισε να επιμένει ότι είχε παρεξηγηθεί, και εξέφρασε σε μεγάλο βαθμό αβάσιμες ανησυχίες για τον αριστερό εξτρεμισμό ενώ απέτυχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δεξιών που τρομοκρατούσαν τμήματα μιας γερμανικής πόλης. Το CDU, η CSU και το φιλελεύθερο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα συνέχισαν να υποστηρίζουν τον Maassen την εποχή εκείνη, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, οι Πράσινοι και το αριστερό Die Linke τού ζητούσαν να παραιτηθεί. Αυτό που ξεκίνησε σαν σκάνδαλο φάνηκε να τελειώνει σε αδιέξοδο.

Τόσο το σκάνδαλο όσο και το αδιέξοδο ανήκουν στο νέο πολιτικό ήθος που διαμορφώθηκε σε εκείνες τις ελαφρώς πανικόβλητες γερμανικές μέρες στο τέλος του καλοκαιριού. Η ασάφεια είναι μέρος του σχεδίου, η αποφυγή αντικαθιστά το επιχείρημα, η σύγχυση αντικαθιστά την αντιπαράθεση. Η περιφρόνηση για την διαδικασία, το κοινοβούλιο και την λογοδοσία είναι ένα είδος μετα-πολιτικής πολιτικής. Κατά την διάρκεια της [προεκλογικής] εκστρατείας του, ο Trump ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από το οτιδήποτε, και η νίκη του φαινόταν να τον αποδεικνύει σωστό. Οι Maassen, Seehofer και Kretschmer φάνηκαν να ξεφεύγουν λέγοντας ότι αυτό που εκατομμύρια Γερμανοί νόμιζαν ότι είδαν στην τηλεόραση και στα social media δεν συνέβη ποτέ. Και αυτό που έμοιαζε με μια συνταγματική κρίση, επειδή η Μέρκελ δεν μπορούσε να απολύσει τον Μάασεν χωρίς να απολύσει τον Seehofer, τον οποίο χρειάζεται για να σχηματίζει τον συνασπισμό της, προκλήθηκε στην πραγματικότητα από τον άνθρωπο που ήταν επιφορτισμένος με την προστασία αυτού του ίδιου του συντάγματος.

Εάν ο Maassen ήθελε να δείξει την αδυναμία της δημοκρατικής διαδικασίας, των θεσμικών οργάνων της και των πολιτικών της, κέρδισε. Την Τρίτη, αποχώρησε από επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος, αλλά προήχθη σε υφυπουργό, τον ανώτατο γραφειοκράτη στο υπουργείο Εσωτερικών. Δεν υπήρξε καμία ευθύνη και καμία συνέπεια: Ο Μεγάλος Συνασπισμός της Μέρκελ συνεχίζει, όποιο και αν είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει.

Το περιστατικό είναι μια υπενθύμιση των ημερών της Βαϊμάρης στην χώρα, όταν το κρατικό οικοδόμημα στράφηκε ενάντια στην δημοκρατία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ιστορία είναι πάντα παρούσα σε αυτή την χώρα. Ήταν ο Γερμανός ποιητής και συγγραφέας Bertolt Brecht που έγραψε στο Buckower Elegien του ότι ο λαός είχε χάσει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης, και στην συνέχεια αναρωτήθηκε αν η πιο εύκολη λύση δεν θα ήταν η κυβέρνηση να διαλύσει τον λαό και να εκλέξει ένα νέο. Αυτό ήταν το 1953, και η χώρα ήταν η πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Το 2018, στην εποχή του Διαδικτύου, φαίνεται όλο και περισσότερο ότι οι πολιτικοί στην Γερμανία, όπως και αλλού, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην πραγματικότητα -και ότι αντί να αλλάζουν την πραγματικότητα, επιλέγουν να δημιουργήσουν μια νέα. Η απόκριση στην Chemnitz μεταξύ ορισμένων πολιτικών στην κεντροδεξιά δείχνει ότι η στρατηγική αυτή μπορεί να λειτουργήσει στην Γερμανία. Για πολλούς πολίτες, τα πρόσφατα γεγονότα υποστήριξαν την εντύπωση ότι οτιδήποτε, πράγματι οτιδήποτε, είναι δυνατό στην γερμανική πολιτική.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2018-09-19/post-truth-ge…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-01-20/jackson…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-09-26/germanys-right-wing-c…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/2017-12-12/nazism…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2018-01-22/another-grand…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-02-13/how-ame…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-11-09/trump-a…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ο EastMed, το ενεργειακό παιχνίδι και οι ευκαιρίες της Ελλάδας.

0

του Ελευθερίου Τζιόλα

 Ο EastMed : σε ποιοτικά νέα  φάση.

Μετά από μια περίοδο σκεπτικισμού, οι ενδείξεις γίνονται πλέον πιο ισχυρές και τα στάδια πραγματικής ωρίμανσης του Έργου, πέρα από τις γνωστές θετικές δηλώσεις, κινούνται αποφασιστικά, διαδεχόμενα το ένα τ΄ άλλο, ακολουθώντας έναν επιχειρησιακό προγραμματισμό με το αναγκαίο χρονικό βάθος που απαιτούν τα Έργα αυτά.

Ο Eastern Mediterranean Pipeline (EastMed), το Έργο της απευθείας μεταφοράς φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της λεκάνης της Λεβαντίνης (Ν.Α.Μεσογείου) στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Φυσικού Αερίου, μέσω της Ελλάδας, εισέρχεται στη σφαίρα Έργου προς υλοποίηση.

Η ισραηλινή κυβερνητική υποστήριξη, απ΄ τον ίδιο του Β. Νετανιάχου, ξεπερνώντας προβληματισμούς της σχετικά με την ανταγωνιστικότητα του  Έργου, μετά και από τις συστηματικές συζητήσεις τεχνοκρατών με αποφασιστική την τελευταία,  προ ολίγων ημερών, στο Ισραήλ, ήταν καθοριστική. Προς την κατεύθυνση υποστήριξης του EastMed λειτούργησε και η στρατηγικής σημασίας επιλογή του Ισραήλ να αποκλείσει τελικά, παρά τις προ τριετίας θετικές προσεγγίσεις, τη μεταφορά Φ.Α. από τα δικά κοιτάσματα (ΑΟΖ Ισραήλ), μέσω της Τουρκίας για λόγους γεωπολιτικούς και  χειροτέρευσης των σχέσεων του με την Τουρκία.

Παράλληλα, η διεθνής προκήρυξη της Προκαταρκτικής Μελέτης (FEED -study design), με περιεχόμενο τον βασικό τεχνικό και τεχνολογικό σχεδιασμό του Έργου, την προσέγγιση του Προϋπολογισμού του και του απαιτούμενου χρόνου κατασκευής του, αποτελεί αποφασιστικό βήμα. Το Έργο από το 2014 έχει περιέλθει στη θυγατρική εταιρεία της ΔΕΠΑ,  IGI Poseidon S.A., στην οποία συμμετέχουν ισομερώς η ελληνική ΔΕΠΑ και η ιταλική EDISON, και η οποία είναι, επίσης, υπεύθυνη για άλλα δύο κρίσιμα Έργα : την κατασκευή και τη λειτουργία του υποθαλάσσιου διασυνδετήριου αγωγού φυσικού αερίου Ελλάδας-Ιταλίας (IGI Poseidon) καθώς και του Ελληνο-Βουλγαρικού Διασυνδετήριου Αγωγού (IGB), όπου συμμετέχει με ποσοστό 50%.

Ο αγωγός EastMed είναι ενταγμένος στον Κατάλογο των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCIs) της ΕΕ, από το 2013 και η  συμμετοχή του σε αυτόν ανανεώθηκε το 2015. Ενώ, στις αρχές Απριλίου 2017 οι Υπουργοί Ενέργειας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ιταλίας είχαν υπογράψει παρουσία του Ευρωπαίου Επιτρόπου Κλιματικής Αλλαγής και Ενέργειας, Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε, Κοινή Διακήρυξη για την συστηματική παρακολούθηση και τη βούληση προώθησης ανάπτυξης του Έργου.

Οι μεγάλες τεχνικές δυκολίες.

             Ο EastMed  μήκους 1900 χιλιομέτρων θα μεταφέρει το Φ.Α. της Ανατολικής Μεσογείου (από τα  υποθαλάσσια κοιτάσματα Ισραήλ & Κύπρου), μέσω Κύπρου – Κρήτης, και ακολούθως, μέσω Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας, στην Ιταλία, όπου θα φθάνει μέσω του αγωγού IGI – Poseidon. Ο διασυνδετήριος αγωγός Φ.Α. Ελλάδας-Ιταλίας (IGI Poseidon), θα συνδέεται με τον EastMed στο Φλωροβούνι της Θεσπρωτίας.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα εκτιμήσεις και σχετικές μελέτες, η σχεδιαζόμενη δυναμικότητα του αγωγού είναι 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου (Φ.Α.) ετησίως, με δυνατότητα να ανέλθει στα 16 δισ. κυβικά μέτρα.

EastMed Pipeline ( a general view )

 

Οι μείζονες τεχνικές δυσκολίες του Έργου εντοπίζονται στα μεγάλα θαλάσσια βάθη (βαθύτερα των 2000 μ.), σημαντικών υποθαλάσσιων περιοχών διέλευσης του αγωγού, όπως και ο σχετικά πολύ μικρός αριθμός ισχυρών, διεθνών εταιρειών που αποδεδειγμένα έχουν εκτελέσει ανάλογα έργα σε τέτοια βάθη. Ενθαρρυντικές για την ρεαλιστική δυνατότητα υπέρβασης αυτών των δυσκολιών είναι οι περιπτώσεις του αγωγού MedGas (Αλγερίας – Ισπανίας), που έχει ήδη κατασκευασθεί και λειτουργεί με επιτυχία, καθώς και του αγωγού Galsi (Αλγερίας – Ιταλίας), που βρίσκεται στην έναρξη κατασκευής του.

Το ενδιαφέρον της Ανατολικής Μεσογείου: το νέο κέντρο βάρους

Οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν είναι τόσο η πολιτική βούληση, – σημαντική, βεβαίως, σε κάθε περίπτωση -, που  έστρεψε σε θετική και ρεαλιστική προοπτική τον EastMed, για τον οποίο πρέπει να σημειώσουμε ότι απομένει ένα ανοιχτό τελευταίο θέμα : η με μεγαλύτερη ακρίβεια, στο τελικό στάδιο αποτίμηση, της εμπορικής ανταγωνισιμότητας του προσφερόμενου Φ.Α. στις αγορές της Ευρώπης.

Υπογραμμίζουμε, λοιπόν, ότι ήταν η  θεαματική αλλαγή του ενεργειακού τοπίου, μετά την ανακάλυψη του γιγαντιαίου Zohr, από την ιταλική ΕΝΙ, στην αιγυπτιακή ΑΟΖ, σε συνοριακή θέση με την κυπριακή (Aphrodite), που κυριολεκτικά άλλαξε τα δεδομένα. Η ρεαλιστική εκτίμηση για  850 δισ. κυβικά μέτρα αποθέματα Φ.Α. στο κοίτασμα  Zohr (!!), οι νέες γεωτρήσεις της ΕΝΙ στο πεδίο Noor όπου οι εκτιμήσεις, μιλάνε για ένα νέο κοίτασμα τύπου  Zohr, οι εκτιμήσεις ότι και το γειτονικό Calypso (της Κύπρου) θα υπερβαίνει τα 200 δισ. κυβικά μέτρα (!!), μαζί με το ισραηλινό κοίτασμα Leviathan,  αποτέλεσαν πολύ ισχυρά, δυναμικά στοιχεία μιας νέας ενεργειακής εικόνας, ικανής να ρυμουλκήσει τους μεγάλους διεθνείς ενεργειακούς παίκτες στην περιοχή.

Οι περιοχές κοιτασμάτων Φυσικού Αερίου των τριών (3) χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο        (Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος), και  η μεγάλη επαναφορά της Αιγύπτου στο ενεργειακό προσκήνιο.

 

Εκτός από τις πολύ αξιόλογες, Ισραηλινές, Noble Energy και Delek που δραστηριοποιούνταν στην Ισραηλινή ΑΟΖ, όλοι πλέον ενδιαφέρονται ή, ήδη, βρίσκονται εκεί (ExxonMobil, Total, ENI, Shell, Qatar Petroleum, Νοble Energy)… Οι Ισραηλινές, μάλιστα, Noble Energy και Delek ενεργούσαν τόσο κλειστά και με αποκλειστικότητες, που ανάγκασαν την ισραηλινή κυβέρνηση να ενεργοποιήσει τις διαδικασίες ”εναρμονισμένων πρακτικών” και της ”δεσπόζουσας θέσης” για να ανοίξει την αγορά της, ιδιαίτερα, όταν είδε ότι η Αίγυπτος γίνεται πολύ περισσότερο ελκυστική μέσα από διεθνείς, ανοιχτoύς διαγωνισμούς και τους προσφερόμενους όρους εκμετάλλευσης. Το άνοιγμα αυτό ευνόησε και την ελληνική Energean, στην οποία, βέβαια, ισχυρή είναι τώρα η αμερικάνικη συμμετοχή μέσω της Third Point capital fund (με 26,7%) και τοποθέτησή της στα πεδία Karish και Tanin με συμβόλαια 15 ετούς προμήθειας Φ.Α. προς ισραηλινούς παραγωγούς ενέργειας συνολικής αξίας 148 δισ. €.

Αποτέλεσμα αυτής της κινητικότητας ήταν και η παρουσία της ExxonMobil. Καθώς και η υπερίσχυση της, στο Kυπριακό μπλόκ 10 όπου έχει συνεργασία με την Qatar Petroleum, με την εμπλοκή και υπό την προστασία του 6ου Αμερικανικού Στόλου απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις για παρεμπόδιση πραγματοποίησης των γεωτρήσεων που είχε μέσω διεθνούς διαγωνισμού αναλάβει από την κυπριακή κυβέρνηση. Η επιβολή και με αυτόν τον τρόπο των συμφερόντων των μεγάλων πολυεθνικών του πετρελαίου στη  περιοχή, παρά την συγκυριακή αναδίπλωση της ιταλικής ΕΝΙ σε ανάλογη περίπτωση, επιβεβαιώνει το γεγονός της προϊούσας αλλαγής και των γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή.

Αν συμπεριλάβουμε στα παραπάνω, τις προσδοκίες από τα κοιτάσματα νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, όπου ήδη ασκεί τα δικαιώματα παραγωγικών διερευνητικών γεωτρήσεων το consortium ExxonMobil – Total – ΕΛΠΕ, μετά την υπογραφή σύμβασής τους με την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων (HHRM S.A.), τότε αντιλαμβάνεται κανείς την τεράστια ενεργειακή σημασία της περιοχής.

Αναπτύσσεται σταδιακά στο θαλάσσιο υπογάστριο της Τουρκίας για πρώτη φορά, μετά από δεκαετίες, ένας ισχυρός άξονας δυνάμεων (Ελλάς -Κύπρος- Ισραήλ), ο οποίος συμπλέκεται και με σημαντικά οικονομικά συμφέροντα και ο οποίος μπορεί να επιβάλει  με διάφορους τρόπους και μέσα τη θέληση του, των ήπιων στρατιωτικών μη εξαιρουμένων.

Η Αίγυπτος: ένα ακόμα κλειδί.

Μολονότι ο Πρόεδρος της Αιγύπτου, αλ Σίσι, μετά την ανακάλυψη του Zohr υποσχέθηκε την ενεργειακή επάρκεια και τη σταδιακή εντός 10ετίας κάλυψη των αναγκών της Αιγύπτου, υπάρχουν, όσο κι αν θ΄ακουσθεί παράξενο, συμβάσεις μεταξύ των ισραηλινών Noble Energy και Delek και ιδιωτικών αιγυπτιακών ενεργειακών εταιρειών με συμβόλαια για 10ετή προμήθεια 6,5 δισ. κυβικών μέτρων Φ.Α.. Γεγονός, που δείχνει τις υπαρκτές σχέσεις στην περιοχή, καθώς και τις μεγάλες δυνατότητες της Αιγύπτου, όχι τόσο ως εσωτερική αγορά, όσο ως εξαγωγικό ισχυρό κέντρο, καθώς θα αναπτύσσονται παραγωγικά τα ενεργειακά της κοιτάσματα (η ΕΝΙ έχει δεσμευθεί για παραγωγή 2,7 δισ. κυβικών μέτρων από τις αρχές του 2021).

Η Αίγυπτος διαθέτει σημαντικές, πολύ χαμηλά ενεργές, σήμερα, λιμενικές εγκαταστάσεις στο Idku και στη Damietta, απ΄ όπου θα μπορούσε να διακινηθούν τεράστιες ποσότητες Φ.Α., σε διάφορες μορφές και προς πολλούς τελικούς πελάτες. Είναι, λοιπόν, απόλυτα αναγκαίο, και εφικτό, η Αίγυπτος, αντί να αποτελέσει ένα ισχυρό ανταγωνιστή στην περιοχή και στην ανερχόμενη αγορά Φ.Α., να αποτελέσει μέλος της διαμορφούμενης ενεργειακής συμμαχίας στην περιοχή. Όταν, μάλιστα, είναι δεδομένο ότι το κοίτασμα Zohr είναι γειτονικό του κυπριακού Aphrodite, ενώ τα αντίστοιχα ισραηλινά συγκριτικά κείνται σε μακρυνότερες αποστάσεις.

Ένα ”ενεργειακό τετράγωνο” στην περιοχή (Ελλάς – Κύπρος- Ισραήλ -Αίγυπτος) θα διαμόρφωνε ισχυρές προϋποθέσεις και για τη σύγκλιση σε καίρια ζητήματα γεωπολιτικής και συναντίληψης σε προβλήματα ασφάλειας και άμυνας. Το βάθος αυτής της συνεργασίας θα μπορούσε να συμπεριλάβει σταδιακά την ενεργειακά ελλειμματική Ιορδανία, να συσχετισθεί με την Med7 (δηλαδή, τις επτά μεσογειακές χώρες της Ε.Ε.: Ελλάς, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία,  Πορτογαλία, Κύπρος, Μάλτα), διαμορφώνοντας ένα δίκτυο δυνάμεων με εκτόπισμα και ειδικό βάρος.

Είναι ολοκάθαρο ότι από μια τέτοια προοπτική η θέση της Ελλάδας αναβαθμίζεται πολλαπλά και καθοριστικά στη Μεσόγειο και την Ευρώπη, οικονομικά και στρατηγικά. Καθίσταται αναντικατάστατος πυλώνας ασφάλειας και συνεργασίας.

Θεσσαλονίκη, 16 Σεπτεμβρίου 2018

 

 

 

 

 

 

 

Do Aliens Exist? Blink 182 Co-Founder and Ex-Pentagon Official Are Determined to Prove We’re Not Alone

0
FE_UFO_01
A recreation of former military spy and Pentagon employee Luis Elizondo delivering his talk at the Mutual UFO Network Symposium in Cherry Hill, New Jersey.ILLUSTRATION BY ALEX FINE 

It was late July, and Teresa Tindal, a 39-year-old administrator for a consulting firm, was describing the incident that made her a believer: a round, golden object hovering in the evening sky over Tucson, Arizona. Weather balloon? No way. It could only be one thing: a UFO.

This kind of certainty had brought her—and 400 other people—to the Crowne Plaza hotel in Cherry Hill, New Jersey, for the Mutual UFO Network (MUFON) Symposium, the “premiere UFO event of the year,” according to its literature. They had gathered to talk about extraterrestrials, UFOs and how to avoid being abducted by an alien mothership (hint: yelling at it doesn’t work). “There are too many people that have seen things,” Christine Thisse, 44, a soft-spoken mother from Michigan, told Newsweek.

There were the typical guest speakers giving talks with titles like “Unexplained Disappearances in Rural Areas” and “Report From Mars,” in which a physicist lays out his theory that 75,000 years ago an intergalactic nuclear war wiped out a Martian civilization. And there were famous abductees, like Travis Walton, a former logger whose story of alien captivity became the 1993 movie Fire in the Sky.

But this year offered another attraction—a new, and extremely unlikely, superstar: Luis Elizondo. Seven months earlier, The New York Times had published a front-page story on the Advanced Aviation Threat Identification Program, a “shadowy” initiative at the Pentagon that “investigated reports of unidentified flying objects.” Elizondo, a burly Miami native with a billy-goat beard and colorful tattoos, was the career military intelligence official put in charge of the program a few years after it formed in 2007, until, according to the Pentagon’s press office, it was discontinued in 2012. (Elizondo insists the work is ongoing.) Last year, he resigned from the Pentagon, protesting what he considered lackluster support and unnecessary secrecy—red meat for the X-Files crowd. “Why aren’t we spending more time and effort on this issue?” he wrote to Defense Secretary James Mattis in his resignation letter.

In the private sector, Elizondo soon found an unlikely ally in his quest for the truth: Tom DeLonge, the former frontman for the pop/punk band Blink-182, the group behind a song called “Aliens Exist.” Turns out DeLonge actually believed it. In 2017, he launched To the Stars Academy of Arts and Science, and Elizondo quickly became its public face. The mission: to advance UFO research, produce science-fiction-themed entertainment about UFOs and, with luck, glean some insight into the super-advanced technology displayed by UFOs (such as spaceships that can seemingly defy gravity) that the Pentagon keeps ignoring.

FE_UFO_02_496418484Bright lights off the coast of California prompted UFO speculation on social media in 2015, but the military revealed it was a routine missile test.MARCUS YAM/LOS ANGELES TIMES/GETTY

The academy claims to have attracted more than 2,000 investors and raised roughly $2.5 million, and Elizondo found a mostly enthusiastic crowd in Cherry Hill. “Sometimes people may have associated you with being fringe—being out there,” he told the MUFON audience over a buffet dinner. “All along, you were right.” Not everyone was convinced: Some cited a lack of evidence in his presentation. Tindal was suspicious of the Pentagon connection. “It could be a cover for something else,” she said.

But if Elizondo is trying to lend credibility to research on unexplained sightings, why would he partner with a guy whose band had a hit album titled Enema of the State? And why would he choose as a venue a UFO conference teeming with conspiracy theorists?

“We have to start somewhere,” he told Newsweek that day. “I don’t get invited to Stanford or MIT.”

Super Hornets and Tic Tacs

Each year, thousands of people report UFO sightings to various authorities—the police, the Pentagon, radio talk show hosts. By one count, more than 100,000 sightings have been reported since 1905. Nearly all can be explained away as clouds, meteors, birds, weather balloons or some other quotidian phenomenon. Efforts at rational debunking serve only to harden the conviction of the true believers, who are convinced that abundant evidence of alien visitations is hidden in secret military documents—literal X-files—locked away in the bowels of the so-called deep state.

The X-files conspiracy theory is the beating heart of the UFO community—an article of faith among enthusiasts and the basis of almost every call to action on social media (#Disclosure). It is also encouraged by some prominent people, including John ­Podesta, who lamented on Twitter a few years ago that he’d failed to ­secure the #disclosure of the UFO files,” despite being President Bill Clinton’s chief of staff.

In 2010, he started to run a small group charged with investigating reports of “unexplained aerial phenomena”—a less controversial term for UFOs. It was an ­obscure, low-budget initiative created three years before at the behest of then-Senator Harry Reid of Nevada. Details are murky, but the $22 million program seems to have been operated jointly by Elizondo and Bigelow Aerospace, a Nevada-based defense contractor whose billionaire owner, Robert Bigelow, is an avid believer in UFOs.

FE_UFO_06Luis Elizondo.COURTESY OF TO THE STARS ACADEMY OF ARTS AND SCIENCE

Two months before the Times published its front-page story, Elizondo retired from the Pentagon. He shows Newsweek what he says is a copy of his resignation letter, dated October 4, 2017, and addressed to Mattis. The letter expresses some frustration about the lack of attention his program was getting. And it suggests that something he learned at the Pentagon turned him into a true believer. “Despite overwhelming evidence at both the classified and unclassified levels,” he wrote, “certain individuals in the Department remain staunchly opposed to further research on what could be a tactical threat to our pilots, sailors, and soldiers, and perhaps even an existential threat to our national security.”

What was Elizondo referring to? He is cagey but describes one piece of “evidence”—an audio and video clip from a 2004—that sounds like the kind of potential threat noted in his resignation letter. The clip was leaked to the Times—Elizondo insists it wasn’t him—and has since become a staple of UFO lore: On a routine training mission off the coast of San Diego, two F/A-18F Super Hornets were instructed to investigate what a confidential report later characterized as “multiple anomalous aerial vehicles.” The pilots reported that the “vehicles” descended from approximately 60,000 feet down to 50 feet in a blink of an eye. One of the pilots reported that the vehicles looked like white Tic Tacs.

Elizondo is not the only high-powered military talent at the academy venture. Chris Mellon, who served as the deputy ­assistant secretary of defense for intelligence during the Clinton and George W. Bush administrations, has also signed on. In his former job, he had oversight of the Pentagon’s super-­secret special access programs, among the most highly classified, compartmented black operations. Last February, Mellon wrote an op-ed in The Washington Post titled “The Military Keeps Encountering UFOs. Why Doesn’t the Pentagon Care?”

Another colleague, Jim Semivan, is a 25-year veteran of the CIA’s National Clandestine Service, an undercover arm of the agency. Semivan retired from the CIA in 2007 and, like Elizondo and Mellon, joined the newly established To the Stars Academy last year. “My partner Jim Semivan is a spy,” DeLonge gushed on Twitter last November.

Academy co-founder Hal Puthoff is another strange bedfellow. He’s an electrical engineer who did controversial research for the CIA and Defense Intelligence Agency on psychic abilities and worked as a contractor for the Pentagon program.

Ground Control to Major Tom

In an interview with podcaster Joe Rogan a few weeks after his company launched last October, DeLonge explained how his new venture was two years in the making, forged through ­clandestine meetings with an assortment of high-level national security and defense industry individuals. (DeLonge declined to be interviewed for this story. He “is not doing any press right now,” said his spokesman.)

According to the rocker, they disclosed various E.T. secrets to him, one being an alien body in government possession. DeLonge, because of his celebrity platform and engagement with a younger demographic, was chosen to ease out the truth, gradually, and through fantasy/sci-fi stories.

“Why you?” interviewer Rogan asked. “Because,” DeLonge ­replied, disclosure “has to be managed a certain way for people to understand.”

DeLonge has a gift for bringing talented people together, says Elizondo. “He sees the puzzle and can put it together like few people can.” But there are those in the UFO community who are skeptical of the rock star’s motives. They believe he simply wants to profit off his fetish—he sells UFO-related books, websites and merchandise—and that his antics are part of the business plan.

FE_UFO_09Tom DeLonge launched To the Stars Academy of Arts and Sciences in 2017, and describes himself as the designated UFO messenger for the U.S. government.LEANN MUELLER

There’s certainly a large market for what DeLonge’s peddling. Pseudo-documentary shows on cable TV, such as Ancient Aliens (now in its 13th season) and UFO Hunters, have passionate audiences. Later this fall, the History Channel will run a new UFO dramatization series based on Project Blue Book, an ­actual top-secret Pentagon program in the 1950s and ’60s that investigated UFO sightings and reports. The program’s leader was a scientist who was a UFO skeptic before being persuaded that the topic should be taken seriously. Since the program was shut down in 1968, the U.S. government has consistently denied searching for UFOs—until last year, when Elizondo came out of the shadows.

On the question of whether UFO encounters are genuine, Elizondo has asserted many times, including in his talk to the ­MUFON audience, that “ultimately the data will speak for itself.” Asked where the data are, Elizondo responds with a variation of the hidden-by-the-deep-state argument. The Pentagon program, he says, commissioned “large volumes” of academic studies and data but much of it is “FOIA-exempt,” he says, meaning that Freedom of Information Act requests yield little information. (The day ­before the conference began, a Las Vegas TV show obtained a list of what it claimed were several dozen of the studies, including one on “invisibility cloaking” and another on “brain-machine interfaces.”)

This argument contradicts Reid’s assertion, in a March interview with New York magazine, that “we have hundreds and ­hundreds of papers, pages of paper, that have been available since it was ­completed. Most all of it, 80 percent at least, is public.” It also ­contradicts what Mellon wrote last February in his Washington Postop-ed, which referred to a “growing body of empirical data.”

Mellon is referring specifically to data from military radar detection of unidentified aerial phenomena and the cockpit video and audio recordings from Naval fighter jet pilots who have supposedly encountered this phenomenon. The 2004 sighting wasn’t the only time military pilots saw the Tic Tac, says Mellon. Pilots spotted a similar UFO on at least one other occasion; they described it falling down into the water and moving around just under the surface. In addition, says Mellon, “there are dozens of cases in the last few years, not involving Tic Tacs per se but Navy personnel and warships. It is absolutely not a one-off event.”

FE_UFO_08Footage from the Tic Tac video.COURTESY OF UNITED STATES DEPARTMENT OF DEFENSE

Mellon finds the Tic Tac video compelling, but experts outside the believers’ circle do not. “All such unusual sights can be explained by either natural or human-made phenomena,” says Avi Loeb, chair of the Harvard Astronomy Department. In other words, the pilots could have been seeing optical illusions generated by their instruments, or the sun, or a bird or clouds. Or, as has happened before, experimental, classified aircraft being tested in the area.

Last year, CNN showed the Tic Tac video to Neil deGrasse ­Tyson, the astronomer and author. “Call me when you have a dinner invite from an alien,” he quipped.

Skeptics also take aim at the conspiracy theory itself. If alien spaceships are so numerous, why don’t the thousands of observation satellites in orbit, most aimed at Earth, pick them up? “You can say, ‘The U.S. government is covering it up,’ but then every government is covering it up, not just ours,” says Seth Shostak, senior astronomer at the SETI Institute. “I find that unbelievable.”

So if Elizondo wanted the Pentagon and others to take him ­seriously, why would he come to this fringe conference? And, for that matter, why would he, Mellon and their highly credentialed colleagues join forces with a rock star flake like DeLonge?

Elizondo has heard the whispers and read the conspiracy theories on Reddit. “No, I am not running a government disinformation campaign,” he says in an exasperated tone. “I took a huge risk in leaving a safe job to do this. If this doesn’t pan out, I’ll be working at Walmart.”

‘Don’t Look Now but We Have Foreign Interest’

The next six months or so will be pivotal to the success of To the Stars, Elizondo says. That’s when he expects to be able to present more data on UFO sightings. As the Academy’s head of Global Security and Special Programs, he serves as a liaison to the government, including Congress, the Pentagon and the intelligence services.

But there are still more questions than answers. Is he working behind the scenes to get some of the information that he knows from his Pentagon days declassified? He wouldn’t say. When will the public have access to this information? “That is being ­addressed,” he replies. Over the summer, the Senate Armed Services Committee asked at least one of the Super Hornet pilots to brief staff members about the Tic Tac incident.

FE_UFO_11_609845268A satellite photo of Area 51.DIGITALGLOBE/GETTY

“In the end, I’m not worried about credibility,” Elizondo says. “I’m worried about facts.” Reminded that the only facts the public has are grainy videos, he insists, “There is data. It’s not out yet.”

Elizondo says UFO believers weren’t the only ones at the ­MUFON conference. “You ready for this? Ukrainians and the U.N. Why would people from the U.N. and the Ukrainians, which we know are probably tied to the Russians, be there?” They signed up, he says, “after they knew I was coming. Foreign intelligence. That means they’re taking this seriously. Either they have a program or want a program, or they want to know if this is bullshit. But either way, don’t look now but we have foreign interest.”

Elizondo understands why many remain dubious. “You can’t take things at face value. I get it. I’m a career spy,” he says. “But in the end, as crazy as it sounds, this is real.”

Correction, 9/20, 12:30 p.m.: Due to an editing error, the previous version of this story misquoted Luis Elizondo as saying “aliens exist.” The piece has been updated to reflect what he said: “this is real.” 

 https://www.newsweek.com/2018/09/28/do-aliens-exist-blink-182-co-founder-ex-pentagon-official-prove-we-are-not-1129299.html?spJobID=1111058348&spMailingID=4150723&spReportId=MTExMTA1ODM0OAS2&spUserID=MjAwODQ2NjQzNDES1

Downward spiral US-Turkey relations

0


News Analysis |

International relations are shaped by national interest. States are perpetually striving to get stronger, either by making common cause with other states or expanding economically and militarily at the expense of other states. Before the 20th century, the ‘balance of power’ sustained by military alliances between states gave the best possible explanation for understanding, interpreting and predicting geopolitics. In the 20th century, especially after the Second World War, the idea of collective defense under international institutions gained prominence.

Foremost among these institutions is the North Atlantic Treaty Organization or NATO for short. Formed in 1949 to contain Soviet expansionism, many argue that NATO has outlived its usefulness because the Soviet Union is no more. Still, the principle of collective defense embodied Article 5 of NATO’s constitution makes this military pact stand out from the rest. Indeed, it’s the reason for internal solidarity in NATO. An attack on one NATO member is considered an attack on all.

Fateh Ullah Gulen is also accused by Ankara of being behind the coup attempt. His organization, the Gulen movement, a transnational Islamic social movement, is said to have organized the failed coup in 2016.

Although liberal internationalism goes a long way in helping us understand how states tend to behave in global affairs, the national interest of countries is still the primary motive for virtually all actions they undertake. Realism triumphs over liberalism, in other words. This has been demonstrated by the way Turkey is moving closer to China and Russia while problems in the relationship with the US persist. The Turkish lira got hammered recently, plunging nearly 8% over the course of a weekend. This sparked mass sellout of assets across Europe.

Many feared that the economic problems the Turkish economy is suffering from might spill over to the wider region and western Europe in particular which has been experiencing anemic growth for nearly a decade. The President of Turkey called the decline in the value of the national currency an ‘underhand plot’ by the West to ‘bring Turkey to its knees’. At the same time, he also said that Ankara would look towards Beijing for financing. China has been on a global spending spree ever since the Belt and Road Initiative was announced and will probably happily invest in Turkey.

An American evangelical Christian pastor, Andrew Brunson, is going under trial in Turkey for allegedly aiding the coup plotters in 2016. The coup failed and the government has been cracking down on any supporters of the attempt to overthrow the government. There have been coups before in Turkish by its secular military. Erdogan, with his Justice Party, is widely seen to be opposed to secularism. His critics argue that he is, in fact, an Islamist. For Turkey, Brunson is a spy who attempted to overthrow the legitimate government in Ankara. He has lived in Turkey for over two decades. US officials maintain that the pastor is innocent.

Months after the coup, he was arrested and formally indicted in March this year on charges of espionage and links to terrorist organizations. Washington has not been able to secure his release. Mr. Brunson remains at the center of the diplomatic row between Turkey and the United States. Fateh Ullah Gulen is also accused by Ankara of being behind the coup attempt. His organization, the Gulen movement, a transnational Islamic social movement, is said to have organized the failed coup in 2016. Gulen resides in the US. Turkey demands that he be extradited.

Turkey is embracing the strategic competitors and rivals of the US. At the same time, relations between Ankara and Washington have hit their lowest ebb in recent decades.

American demands more compelling evidence before any extradition process can begin. Resultantly, Turkey has halted all extraditions to the US until Gulen is released to Ankara by Washington. Reportedly, the Justice Department was spending the greatest amount of time on extradition requests for Gulen while Turkey keeps on providing new information about his organization. As recently as July of this year, Turkey again claimed it has uncovered more evidence of his involvement in the coup attempt but to no avail. Washington refuses to budge. And the deadlock continues.

Meanwhile, Erdogan has embraced Putin as a potential new ally, both literally and figuratively. The purchase of the S-400 Air Defense Missile System from Russia, a deal worth at least $2 billion, is a sign of the growing ties between Ankara and Moscow. NATO officials argue that if Turkey adopts this new weapons system, it may lead to issues of compatibility and integration with NATO’s own weapon platforms. Erdogan and Putin have met several times on a number of platforms, chaired meetings together on a possible political solution to Syria. On the 18th of September, Tuesday, they both agreed to create the buffer zone in Syria’s Idlib province.

The United States, the global hegemon and a party to the conflict in Syria, was not invited to these discussions. Moscow and Ankara seem to believe Washington’s voice is not required in solving the mess that is Syria. In August, Beijing reiterated support for Ankara’s economy. State Councilor and Minister of Foreign Affairs of China, Wang Yi, exchanged ideas with his Turkish counterpart in a phone call. Wang also said that the Turks under the leadership of Erdogan will overcome their temporary difficulties and that he believed China can help Turkey.

The Turkish foreign minister said, “We are expecting to deepen cooperation based on mutual interests with China. We will join the One Belt One Road initiative more actively’. The nature and amount of Chinese investment in Turkey have not been announced yet and is probably being worked through at the moment. Turkey is embracing the strategic competitors and rivals of the US. At the same time, relations between Ankara and Washington have hit their lowest ebb in recent decades.

Turkey is still a member of NATO but only nominally. Russia considers NATO an existential threat and is selling weapons to one of the largest militaries in the North Atlantic Treaty Organization. While Ankara is augmenting its military with help from Russia, it is seeking economic assistance from China. These trends are likely to continue in the years to come. Short of a formal defense pact, the relationship between Turkey and Russian and China is likely to get strengthened over time.

https://www.globalvillagespace.com/downward-spiral-us-turkey-relations/

Stratfor: Οι εστίες έντασης ανά τον κόσμο στο 4ο τρίμηνο

0
  • Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς Stratfor/euro2day.gr

Ανακατατάξεις στις παγκόσμιες συμμαχίες φέρνουν οι μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ σε θέματα εμπορίου και κυρώσεων. Δύσκολο το δ’ τρίμηνο για Αργεντινή, Βραζιλία και Τουρκία, την ώρα που Ιταλία και Brexit αναστατώνουν την Ευρώπη. Η ρωσική αδυναμία και η στρατηγική κατά του Ιράν.

Δύσκολο και γεμάτο εντάσεις προμηνύεται και το τελευταίο τρίμηνο του 2018, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Stratfor, που αναμένει διατήρηση των πιέσεων στις εμπορικές συμφωνίες και συνέχιση των προκλήσεων στις αναδυόμενες αγορές. Παράλληλα, εκτιμά πως δεν θα σημειωθεί ιδιαίτερη πρόοδος στην επίλυση συγκρούσεων, ενώ θα υπάρξουν μεγάλες αλλαγές σε διάφορες συμμαχίες.

Συνεχίζεται το «τζογάρισμα» του Λευκού Οίκου στην εμπορική πολιτική

Σύμφωνα με το Stratfor, καθώς ο Λευκός Οίκος οριστικοποιεί τη συμφωνία για τη διατήρηση της NAFTA, η κυβέρνηση Τραμπ θα αυξήσει τα εμπορικά ρίσκα αλλού. Η Κίνα θα πρέπει να αντέξει σε μια ακόμα μεγαλύτερη δασμολογική λαίλαπα αυτό το τρίμηνο, καθώς καθυστερούν οι εμπορικές διαπραγματεύσεις. Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για την εξουδετέρωση της αμερικανικής απειλής για δασμούς στα αυτοκίνητα θα συνεχιστούν πέραν του τριμήνου, όμως στο τέλος θα αποτύχουν.

Το αυξανόμενο κόστος των μονομερών ενεργειών των ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ χρειάζονται όσους περισσότερους συμμάχους μπορούν να έχουν σε μια εποχή ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, η «ωμή» πολιτική των ΗΠΑ στα θέματα των δασμών και των κυρώσεων θα οδηγήσει τις στρατηγικές μεσαίες δυνάμεις -όπως η Τουρκία και το Πακιστάν- στην αναζήτηση μη Δυτικών εναλλακτικών και θα αναγκάσει τις μεγάλες δυνάμεις -όπως η Ευρώπη- να ξαναχτίσουν την κυριαρχία τους σε οικονομία και ασφάλεια εν μέσω τεταμένων διατλαντικών σχέσεων.

Συρρικνώνεται η παγκόσμια προμήθεια πετρελαίου

Παρά το ότι φθίνει η υψηλή θερινή ζήτηση, η απότομη πτώση στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου θα δημιουργήσει πρόβλημα στην παγκόσμια προμήθεια και θα διατηρήσει σε υψηλό επίπεδο τις τιμές. Οι μεγάλες πιέσεις που ασκεί ο Λευκός Οίκος στη Σαουδική Αραβία να χρησιμοποιήσει τα πλεονάζοντα αποθέματά της για να ισορροπήσει η αγορά, θα αφήσουν ένα επικίνδυνα στενό περιθώριο στο Ριάντ να αντιδράσει σε άλλες επαπειλούμενες διακοπές προμηθειών πετρελαίου από χώρες όπως η Βενεζουέλα και η Λιβύη.

Δύσκολη περίοδος για τις αναδυόμενες αγορές

Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και η περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ θα συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στις αναδυόμενες αγορές, σύμφωνα με το Stratfor. Για την Αργεντινή, η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θα έχει μεγάλο πολιτικό κόστος. Στην Ινδία και τη Νότιο Αφρική, η λαϊκιστική ώθηση ενόψει εκλογών θα λειτουργήσει σε βάρος της χρηματοοικονομικής σύνεσης. Στη Βραζιλία, η οικονομία βρίσκεται επί ξυρού ακμής εν μέσω ενός εξαιρετικά κατακερματισμένου πολιτικού αγώνα. Και η Τουρκία -που είναι μακράν η πιο εύθραυστη από τις αναδυόμενες αγορές- θα δει την οικονομική της κρίση να βαθαίνει, ως αποτέλεσμα της πολιτικής αντίστασης στις μεταρρυθμίσεις, η οποία μεγεθύνεται από τις επιδεινούμενες σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Αντιμέτωπη με την Ιταλία και το Brexit η ΕΕ

Η Ιταλία θα αναστατώσει τις αγορές με τα σχέδιά της για δημοσιονομική επέκταση, ωστόσο οι πιέσεις των αγορών θα αναγκάσουν τη Ρώμη να παραμείνει εντός των ορίων που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τα ελλείμματα. Και καθώς πλησιάζει η λήξη της προθεσμίας για το Brexit χωρίς να διαφαίνεται κάποια λύση, το Stratfor θα παρακολουθεί για το ενδεχόμενο οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ να πάρουν τη θέση των τεχνικών διαπραγματευτών, προκειμένου να προσπαθήσουν να αποτρέψουν μια έξοδο της Βρετανίας χωρίς συμφωνία.

«Σύννεφα» πάνω από την Κορεατική Χερσόνησο

Οι γνώριμες απειλές θα έλθουν και πάλι στην επιφάνεια, καθώς θα «σκοντάψουν» οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Βόρειας Κορέας, ωστόσο ο λεκτικός πόλεμος είναι απίθανο να μετατραπεί σε μια πλήρη στρατιωτική αντιπαράθεση αυτό το τρίμηνο. Η Νότια Κορέα, η Κίνα και η Ρωσία θα διατηρήσουν την εμπλοκή τους με την Πιονγιάνγκ προκειμένου να παρεμποδίσουν τις τακτικές μέγιστης πίεσης της Ουάσινγκτον.

Καμία «ανάσα» για το «πολιορκούμενο» Ιράν

Η ιρανική οικονομία θα συνεχίσει να παραπαίει λόγω των κυρώσεων, καθώς οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ισραήλ καταρτίζουν στρατηγική προκειμένου να αποδυναμώσουν σε περιφερειακό επίπεδο το Ιράν. Η Τεχεράνη θα μπορέσει να διαχειριστεί τις εσωτερικές αναταραχές που προκαλούν οι οικονομικές πιέσεις και θα φροντίσει ώστε να αποφύγει τη στρατιωτική κλιμάκωση με τις ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Ωστόσο, η μάχη για την εξουσία εντός της ιρανικής ηγεσίας θα ενταθεί.

Η ρωσική αδυναμία θα αποκαλυφθεί στη Συρία

Τα όρια της επιρροής του Κρεμλίνου στη Συρία θα αποκαλυφθούν, καθώς η Μόσχα προσπαθεί να προωθήσει πρόταση για τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου, που θα περιορίσει το Ιράν και θα μετριάσει τους κινδύνους της ίδιας της Ρωσίας στην εμπόλεμη ζώνη. Αν και η Μόσχα προσπαθεί να παρασύρει την Ουάσινγκτον σε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση, ωστόσο οι αυξανόμενες κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας αυτό το τρίμηνο θα επιδεινώσουν το κλίμα των διαπραγματεύσεων, αν και είναι πιθανό να υπάρξει κάποια πρόοδος στο θέμα του ελέγχου των εξοπλισμών.

Εξομαλύνοντας την πρωτοβουλία Μίας Ζώνης-Ενός Δρόμου

Το Πεκίνο θα επιχειρήσει να μετατρέψει την αυξανόμενη αντίσταση έναντι των projects της πρωτοβουλίας «Μίας Ζώνης-Ενός Δρόμου» σε μια ευκαιρία για να μετριάσει τις εντάσεις με τους γείτονες, χαμηλώνοντας το δικό της προφίλ και προσελκύοντας τρίτους επενδυτές. Εν τω μεταξύ, η Ινδία θα θέσει ως προτεραιότητα τους διμερείς διακανονισμούς με χώρες-κλειδιά, απορρίπτοντας τις όποιες συμμαχίες κατά της Κίνας, σε μια προσπάθεια να βρει ισορροπία έναντι του ισχυρότερου γείτονά της.

Ξεκινά η εποχή του Ορμπαντόρ στο Μεξικό

Ο νέος πρόεδρος του Μεξικό Αντρες Μανουέλ Λόπεζ Ομπραντόρ θα θέσει τα θεμέλια για μια αναδυόμενη πολιτική δυναστεία. Έχει μεγάλα σχέδια για τη δημιουργία δεσμών με ενεργειακές εταιρείες και συνδικαλιστικές οργανώσεις δασκάλων, για αύξηση των δημοσίων δαπανών και επαναφορά του κεντρικού ρόλου της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Petroleos Mexicanos (Pemex) και σκοπεύει να εκμεταλλευτεί τα δημοψηφίσματα και την πλειοψηφία του στο Κογκρέσο προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του. Ολες αυτές οι προσπάθειες θα οδηγήσουν το Μεξικό σε ένα πιο λαϊκιστικό και εθνικιστικό μονοπάτι.

Η Αιθιοπία «οδηγός» των μεγάλων αλλαγών στην Ανατολική Αφρική

Ο θαρραλέος πρωθυπουργός της Αιθιοπίας θα προχωρήσει σε κινήσεις για τη συγκέντρωση εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας και για την ομαλοποίηση των σχέσεων με τους γείτονες, με το βλέμμα στη σταθεροποίηση των πιο «ανυπάκουων» περιοχών της χώρας και στην επέκταση των οικονομικών δεσμών προς τη θάλασσα.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1636559/stratfor-oi-esties-entashs-ana-ton-kosmo-sto-4o-tr.html

Ο Ερντογάν χρειάζεται επειγόντως το ΔΝΤ!

0
  • του David Gardner Financial Times/euro2day

Μόνο το ΔΝΤ μπορεί να προσφέρει τα χρήματα που χρειάζεται η Τουρκία. Γιατί είναι κρίσιμη η συμφιλίωση με τον Τραμπ και τις ΗΠΑ. Η συμμαχία με τη Ρωσία, η στήριξη της Ε.Ε. και οι μεγάλες προκλήσεις των τουρκικών τραπεζών.

Η συμφωνία του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν, η οποία τουλάχιστον θα αναβάλει μια στηριζόμενη από τη Μόσχα επίθεση στην Ιντλίμπ, το τελευταίο προπύργιο των Σύρων ανταρτών, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως μια απάντηση σε ένα από τα πολλά ερωτήματα που αντιμετωπίζει ο Τούρκος πρόεδρος.

Όλα προμηνύουν το ξέσπασμα κρίσης.

Ας ξεκινήσουμε από το πιο προφανές: η Τουρκία είναι αντιμέτωπη με μια έκτακτη οικονομική κατάσταση. Τα αίτια της νομισματικής κρίσης που οδήγησαν τη λίρα σε βουτιά υπήρχαν προτού ο κ. Ερντογάν συγκρουστεί με εντυπωσιακό τρόπο τον περασμένο μήνα με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήταν ως τότε τόσο μεγάλος θαυμαστής του Τούρκου ηγέτη, που τον είχε χαιρετίσει εγκάρδια στη σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο.

Το βασισμένο στις κατασκευές και στην κατανάλωση οικονομικό μοντέλο του κ. Ερντογάν ήταν για πολύ καιρό εξαρτημένο από τη φθηνή ξένη πίστωση, η οποία κράτησε την οικονομία σε υπερθέρμανση αλλά τώρα τελειώνει. Η Τουρκία υποφέρει από υψηλό πληθωρισμό (στο 18%), ένα νόμισμα σε ελεύθερη πτώση (το οποίο έχασε το ένα τέταρτο της αξίας του τον περασμένο μήνα αλλά είναι περίπου 40% κάτω έναντι του δολαρίου φέτος) και μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στο 7% του ΑΕΠ, το οποίο δημιουργεί τον κίνδυνο μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.

Η κατάρρευση της λίρας σημαίνει πως κορυφαίες επιχειρήσεις και τράπεζες που χρωστούν $295 δισ. σε ξένα δάνεια, τα μισά από τα οποία ωριμάζουν ως τον επόμενο Ιούλιο, κινδυνεύουν με αθέτηση πληρωμών. Η Τουρκία χρειάζεται άμεσα χρήματα.

Η ανάγκη έγινε ακόμα πιο επιτακτική από τον κ. Τραμπ, ο οποίος επιτάχυνε την πτώση της λίρας με την επιβολή κυρώσεων σε Τούρκους υπουργούς και τον διπλασιασμό των δασμών στον τουρκικό χάλυβα και στο αλουμίνιο.

Ακόμα και πριν την εκλογή του κ. Τραμπ είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται προβλήματα ανάμεσα στην Άγκυρα και την Ουάσιγκτον. Αυτό που εκτροχίασε την κατάσταση ήταν η φυλάκιση του Άντριου Μπράνσον, ενός Αμερικανού ευαγγελιστή πάστορα τον οποίο η Τουρκία κατηγορεί για συνωμοσία με τους οργανωτές του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016. Ο Ερντογάν θεωρεί υπεύθυνο για το πραξικόπημα ένα σκιώδες δίκτυο ισλαμιστών που καθοδηγεί ο Φετουλάχ Γκιουλέν, ένας πρώην σύμμαχος που κατοικεί στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ.

Τον περασμένο μήνα έγινε ξεκάθαρο ότι ο κ. Ερντογάν χρειαζόταν να αποτρέψει τη μετατροπή της νομισματικής κρίσης σε μια οικονομική καταστροφή. Έπρεπε να αυξήσει τα επιτόκια, να βελτιώσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και να προωθήσει μια διάσωση. Πρόκειται για κινήσεις πολύ δύσκολες, οι οποίες δημιουργούσαν τον κίνδυνο να πλήξουν την εικόνα ενός ηγέτη που ισχυριζόταν ότι η κρίση είναι μια συνωμοσία της Δύσης με στόχο την πτώση της Τουρκίας και του ιδίου, που αποτελούσε την ενσάρκωση των υπέρμετρων φιλοδοξιών της.

Τα επιτόκια, τα οποία ο κ. Ερντογάν λέει πως αποτελούν «τη μητέρα και τον πατέρα όλων των δεινών», αυξήθηκαν σημαντικά την περασμένη εβδομάδα. Η αύξηση έφερε ένα επικό προεδρικό ξέσπασμα, το οποίο δεν προκάλεσε έκπληξη στους τηλεθεατές που παρακολουθούν κάθε του έκρηξη. Ήταν ένας αντιπερισπασμός.

Η συμφιλίωση με τον κ. Τραμπ είναι το επόμενο βήμα. Είναι κάτι που απαιτεί την απελευθέρωση του κ. Μπράνσον. Αυτό είναι δύσκολο, δεδομένου ότι ο κ. Ερντογάν άφησε να εννοηθεί την προηγούμενη χρονιά πως είναι όμηρος μέχρι την έκδοση του κ. Γκιουλέν. Αλλά μπορεί να έχει δρομολογηθεί (ο εισαγγελέας στην υπόθεση του Μπράνσον μετατέθηκε).

Η πιθανότητα μιας ακόμα εγκάρδιας χειραψίας ανάμεσα στους Ερντογάν και Τραμπ είναι ενδεχομένως ένας από τους λόγους που ο κ. Πούτιν πάγωσε τις εξελίξεις στην Ιντλίμπ. Ο Τούρκος πρόεδρος επιδίωξε να βάλει στον πάγο τη στηριζόμενη από το Ιράν αντεπίθεση του συριακού καθεστώτος, σε σύνοδο στην Τεχεράνη νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

Ο κ. Ερντογάν φοβάται μια νέα προσφυγική κρίση, μια τζιχαντιστική αντίδραση κατά της Τουρκίας και την απειλή για δύο τουρκικά προπύργια που έχει εδραιώσει στη βορειο-δυτική Συρία τα τελευταία δύο χρόνια. Ο Ρώσος φίλος του τον αγνόησε, αλλά τώρα φαίνεται πως έχει αλλάξει γνώμη, υπό το φως της πολλά υποσχόμενης ρωγμής στις σχέσεις Τουρκίας-Αμερικής.

Άλλωστε, η Τουρκία, αν και μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε., είναι το αδύναμο πόδι στο νέο τρίποδο ισχύος στο Λεβάντε που έχει χτίσει η Μόσχα με το Ιράν. Θα ήταν γεωπολιτικά ανώφελο για τη Ρωσία να το αγνοήσει την ώρα της ανάγκης.

Μας μένει η μεγάλη αναχρηματοδότηση του χρέους που θα χρειαστούν οι Τούρκοι δανειστές, ομολογουμένως η μεγαλύτερη πρόκληση για τον κ. Ερντογάν. Έχει κάνει λόγο για «νέους φίλους και συμμάχους» που θα βοηθήσουν την Τουρκία στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας συμμαχίας κατά του Τραμπ, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, η Κίνα και η Ε.Ε.

Το Κατάρ, ο τελευταίος Άραβας σύμμαχος της Τουρκίας, έχει υποσχεθεί επένδυση 15 δισ. δολαρίων. Η Κίνα υπόσχεται να χρηματοδοτήσει έργο αξίας 3,6 δισ. δολαρίων. Η Ε.Ε., η οποία εξαρτάται από την Τουρκία για τον περιορισμό των προσφυγικών ροών στην Ευρώπη, θα αυξήσει δίχως αμφιβολία τη βοήθεια. Αλλά μόνο το ΔΝΤ μπορεί να προσφέρει τα ποσά που θα χρειαστεί η Τουρκία, αν και αυτό θα σημαίνει και όρους που θα βάλουν τέλος στη στρατηγική της κυβέρνησης Ερντογάν για ανάπτυξη μέσω δανεισμού.

«Πιστεύουμε ότι υπάρχει ένας κρυφός ή μυστικός οργανισμός που προσπαθεί να μας αναγκάσει να συμφωνήσουμε με το ΔΝΤ», λέει ο Μουσταφά Σεντόπ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP). Προβλέπει ότι «αυτό δεν θα συμβεί».

«Η προσφυγή στο ΔΝΤ θα είναι μια μεγάλη πρόκληση» υποστηρίζει ένα στέλεχος του AKP, που υπογραμμίζει την πολιτική επιτυχία του κόμματος στην αποκήρυξη της κηδεμονίας του ταμείου. Αλλά, προσθέτει, είναι μια επιλογή η σιωπηρή της αναγνώριση: «Ο Ερντογάν είναι καλός στο να εξηγεί πράγματα στον λαό».

Και προσθέτει ότι «τώρα χρειαζόμαστε χρήματα».

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.