Αρχική Blog Σελίδα 2762

Τι προέκυψε απο τις συναντήσεις σε Ισραήλ και Αίγυπτο;

0

Δρ. Γαβριήλ Χαρίτος *

*Διδάκτωρ διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν στο Ισραήλ

Η πρώτη αίσθηση που δημιουργήθηκε από την πρόσφατη συνάντηση στο Ισραήλ στις 13 Σεπτεμβρίου των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Κύπρου, κ.κ. Κοτζιά και Χριστοδουλίδη, με τον ισραηλινό Πρωθυπουργό κ. Νετανιάχου – ο οποίος διαχειρίζεται και το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Εξωτερικών– ήταν η πρόθεσή τους να κρατήσουν όσο το δυνατόν πιο μακριά τους τα φώτα της δημοσιότητας.

Δεν ήταν τυχαίο ότι οι σύντομες δηλώσεις τους προς τους δημοσιογράφους προηγήθηκαν της κατ’ ιδίαν τους συνάντησης. Το ίδιο συνέβη και με την ολοκλήρωση της απρογραμμάτιστης συνάντησης, που ακολούθησε την αμέσως επόμενη μέρα (14/9) στο Κάιρο μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της Κύπρου και της Αιγύπτου. Ότι ξέρουμε από αυτήν προέρχεται από δημοσιεύματα του αιγυπτιακού Τύπου, που στην ουσία δεν περιείχαν κάποια είδηση. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενόσω πλησίαζε η Τριμερής της 13ης Σεπτεμβρίου, οι αξιωματούχοι σε Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ τηρούσαν απόλυτη σιγή για το τι ακριβώς επρόκειτο να συζητηθεί, προσπαθώντας ίσως να δείξουν πως επρόκειτο για «ακόμα μία συνάντηση ρουτίνας».

Ωστόσο, στις 16 Αυγούστου, διέρρευσε στην ισραηλινή εφημερίδα «Yediot Aharonot», μία έκθεση του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών, που υπάγεται απ’ ευθείας στο ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών. Η έκθεση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας δεν διαψεύσθηκε ποτέ από ισραηλινής πλευράς, ουσιαστικά συνέκρινε τις τρεις πιθανές «ενεργειακές οδούς», που θα ήταν σκόπιμο να ακολουθήσει το ισραηλινό φυσικό αέριο, από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη και τις διεθνείς αγορές γενικότερα. Οι τρεις «οδοί» που συγκρίνονταν από τεχνοκρατικής απόψεως ήταν η «τουρκική οδός» , η «αιγυπτιακή» και η «ελληνική» (EastMed).

Η εν λόγω έκθεση παρέμενε ασχολίαστη από ισραηλινής πλευράς, ακόμα και όταν το περιεχόμενό της δημοσιοποιήθηκε σε άρθρο του γράφοντος, που δημοσιεύθηκε στον ελληνικό ιστότοπο του Foreign Affairs μία εβδομάδα πριν την τριμερή του Σεπτεμβρίου.

Με αυτά τα δεδομένα, παρουσιάζουν ενδιαφέρον οι λακωνικές δηλώσεις των Νετανιάχου, Χριστοδουλίδη και Κοτζιά στο Ισραήλ.

Ο κ. Νετανιάχου ήταν σαφής,  ότι η λεγόμενη «τουρκική οδός» δεν τίθεται επί τάπητος υπό τις παρούσες συνθήκες. Αυτό ακριβώς εννοούσε δηλώνοντας ότι «προϋπόθεση για την περιφερειακή ενεργειακή συνεργασία είναι ο σεβασμός των διεθνών θαλασσίων συνόρων από όλες τις εμπλεκόμενες χώρες». Ορθά ερμηνεύθηκε η δήλωση αυτή σε Ελλάδα και Κύπρο, ότι ο ισραηλινός Πρωθυπουργός υπονοούσε την Τουρκία. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο κ. Νετανιάχου υπονοούσε επιπροσθέτως τον Λίβανο, ως επίσης και την Χαμάς, την οργάνωση που ασκεί de facto κρατική εξουσία στη Λωρίδα της Γάζας. Μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, πέραν του ότι δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, υπάρχει μία χρόνια διαφορά όσον αφορά τα κοινά θαλάσσια σύνορά τους, αλλά και τις ΑΟΖ τους λόγω μίας αμφισβητούμενης θαλάσσιας περιοχής στα ανοικτά των ακτών της Τύρου,  εκτάσεως 800 τ.χλμ. περίπου, η οποία φέρεται να έχει ενεργειακό ενδιαφέρον. Έτι περαιτέρω, η de facto κρατική οντότητα της Χαμάς στη Γάζα και η συνεπεία αυτής, συγκρουσιακή της σχέση με το Ισραήλ, καθιστά προβληματικό  τον ομαλό καθορισμό θαλασσίων συνόρων (και ΑΟΖ) στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου.

Ο Κύπριος ΥΠΕΞ κ. Χριστοδουλίδης τόνισε στις δηλώσεις του την ανάγκη ύπαρξης «πολιτικής σταθερότητας στις εμπλεκόμενες χώρες». Εκτιμάται πως η δήλωση αυτή ουσιαστικά αναφερόταν στο περιεχόμενο της (καθαρά τεχνοκρατικής) ισραηλινής έκθεσης που είχε διαρρεύσει, υπενθυμίζοντας ότι, εκτός από την πολιτική αστάθεια που επικρατεί στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν σημαντικά ερωτηματικά σε ό,τι αφορά την ύπαρξη πολιτικής σταθερότητας στην Αίγυπτο. Ο προβληματισμός αυτός είναι εύλογος: Το καθεστώς Αλ-Σίσι, παρά τον πραγματισμό που επιδεικνύει στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, αντιμετωπίζει πλείστα εσωτερικά προβλήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για μία ακόμα καθεστωτική αλλαγή. Αντιθέτως, η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τα ζητήματα κυριαρχίας που αντιμετωπίζει σε στεριά και θάλασσα, είναι ένα κράτος ευρωπαϊκό, με εμπεδωμένους δημοκρατικούς θεσμούς, που είναι σε θέση να εξασφαλίσουν πολιτική ομαλότητα. Πέραν αυτού, τα διαρθρωτικά μέτρα που εφαρμόσθηκαν σε οικονομικό επίπεδο, καθιστούν σήμερα την Κύπρο ως την πλέον ασφαλή χώρα για διεθνείς επενδυτές. Η Κυπριακή Δημοκρατία διεκδικεί να καταστεί εκείνη ο κύριος εξαγωγικός κόμβος της περιοχής – και δικαίως. Ωστόσο, είναι πολύ αμφίβολο εάν το Κάιρο θα επιδείξει ανάλογη κατανόηση στις κυπριακές επιδιώξεις.

Τέλος, ο Έλληνας ΥΠΕΞ κ. Κοτζιάς εξέφρασε την βούληση της Αθήνας να προσδώσει νέα διάσταση στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, θέλοντας να την επεκτείνει σε περιφερειακό επίπεδο. Η δήλωση Κοτζιά δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ελλάδα και Κύπρος έχουν επίγνωση των δυσκολιών που υπάρχουν στην εξεύρεση επενδυτών για την ευόδωση του EastMed. Η Ελλάδα δεν ξεχνά επίσης ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες πρωτοβουλιών σε ενεργειακό επίπεδο, μιας και το ζήτημα της ανακήρυξης της δικής της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει εδώ και χρόνια στις καλένδες, λόγω της πολυπλοκότητας των ελληνοτουρκικών ισορροπιών. Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα κάνει ό,τι μπορεί για να κτίσει πρόσθετες περιφερειακές συμμαχίες, αξιοποιώντας το θετικό momentum των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Ενδεικτικά ήταν όσα πολύ σημαντικά ειπώθηκαν στο περιθώριο του συνεδρίου South East Energy Forum στη Θεσσαλονίκη, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της φετινής ΔΕΘ. Ο Υπουργός Ενέργειας κ. Σταθάκης είχε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει πενταμερή συνάντηση με τους ομολόγους του της Σερβίας κ. Άντιτς, της Βουλγαρίας κας. Πέτκοβα, του Ισραήλ κ. Στάινιτς και του Υφυπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, κ. Μενέζες. Ίσως ήταν η πρώτη φορά, που η Βουλγαρία και η Σερβία εκδήλωσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, η κα. Πέτκοβα προέβαλε το ενδιαφέρον της Βουλγαρίας να καταστεί κόμβος για την προώθηση του φυσικού αερίου του EastMed, προωθώντας το προς τα Δυτικά Βαλκάνια και μετέπειτα προς την Ευρώπη. Με αυτές τις κινήσεις, η Ελλάδα ελπίζει να «εξισορροπήσει» τις εγγενείς της αδυναμίες, χρησιμεύοντας ως συνδετικός κρίκος με αγορές που έως τώρα δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για αυτό το εγχείρημα που ονομάζεται EastMed. Μάλιστα, η βαλκανική διάσταση του EastMed δεν αποκλείεται να προβληθεί κάποια στιγμή στο μέλλον, ως αντίβαρο έναντι του ‘ενοχλητικού ευρωσκεπτικισμού’ της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης της Ιταλίας. Αν και πολύ λίγοι πιστεύουν ότι η ΕΕ θα επέβαλε μία τέτοιου είδους «τιμωρία» στη Ρώμη –ωστόσο, οι εμπειρογνώμονες του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών δεν αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι, μία εναλλακτική «βαλκανική οδός» του EastMed θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα προς συζήτηση σε βάθος χρόνου, με συνομιλητές την Βουλγαρία, τη Σερβία (γιατί όχι και την πΓΔΜ, εάν και εφόσον επικρατήσει το «Ναι» στο επικείμενο δημοψήφισμα..)

Αποτιμώντας τις εκτιμήσεις της έκθεσης των ισραηλινών εμπειρογνωμόνων, σε συνάρτηση με τις λακωνικές δηλώσεις των κ.κ. Κοτζιά, Χριστοδουλίδη και Νετανιάχου στις 13/9, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

  • Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ενεργειακή οδός μέσω Τουρκίας έχει απορριφθεί. Η Αθήνα, η Λευκωσία και το Κάιρο ποτέ δεν την ήθελαν. Οι δηλώσεις Νετανιάχου επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει πλέον κουραστεί από την διακυβέρνηση Ερντογάν.

 

  • Ελλάδα και Κύπρος καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσουν ζωηρό το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών. Η Λευκωσία έχει πράγματι πολλά να προτείνει σε διεθνείς επιχειρηματικούς κύκλους χάρη στις διαρθρωτικές αλλαγές που εφάρμοσε στην οικονομία της. Συγχρόνως, η Αθήνα δείχνει να θέλει να παίξει το «βαλκανικό της χαρτί», αξιοποιώντας το γεωστρατηγικό της πλεονέκτημα. Θα έχει ενδιαφέρον εάν η Ελλάδα θα μπορέσει τελικά να προτείνει εναλλακτικές οδούς, που θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος κατασκευής και συντήρησης του EastMed, αντικαθιστώντας ένα τμήμα του με ένα δίκτυο επίγειων «διαβαλκανικών» αγωγών. Το πράσινο φως εκ μέρους των ΗΠΑ δεν αποκλείεται να υπάρχει. Θα χρειαστεί, όμως, αρκετός χρόνος έως ότου αποκρυσταλλωθούν οι πραγματικές προθέσεις όλων των εμπλεκομένων. Για την ώρα, τα περισσότερα χαρτιά της τράπουλας παραμένουν κλειστά.

 

  • Η περιφερειακή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου φαίνεται να περνά σε νέα φάση. Έως τώρα, κοινή επιδίωξη των χωρών αυτών ήταν η προσέλκυση του διεθνούς επιχειρηματικού ενδιαφέροντος. Τώρα καλούνται να καθορίσουν ποιον ρόλο θα παίξουν η κάθε μία έναντι της άλλης στην περιφερειακή ενεργειακή σκακιέρα. Κύπρος και Αίγυπτος διεκδικούν το ρόλο του «κύριου ενεργειακού κόμβου», δηλαδή του πρώτου σταθμού συγκέντρωσης φυσικού αερίου προτού διοχετευθεί στις διεθνείς αγορές. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να στηρίζει την Κύπρο σε αυτήν την προσπάθεια. Από την άλλη, το Ισραήλ αναμένει πλείστα οφέλη από μία αναβαθμισμένη Αίγυπτο.

 

  • Η αλήθεια είναι ότι η βιωσιμότητα της όποιας ενεργειακής οδού , είτε αυτή είναι η «ελληνική» του EastMed, είτε είναι η «αιγυπτιακή» – θα εξαρτηθεί πρώτα και κύρια από την προθυμία των διεθνών επενδυτών. Έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή, που οι κυβερνήσεις ήταν εκείνες που καθόριζαν την επιχειρηματικότητα. Σήμερα πλέον ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

 

  • Αυτές οι εξελίξεις δεν φαίνεται να καθυστερούν ή να εμποδίζουν την ενεργειακή διασύνδεση των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Οι εντατικές επαφές της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου με τους θεσμούς της ΕΕ και με την κυβέρνηση της Ιταλίας συνεχίζονται κανονικά. Παράλληλα, την περασμένη Τετάρτη (19/9), Κύπρος και Αίγυπτος υπέγραψαν διμερή συμφωνία για την κατασκευή αγωγού κόστους 800 εκατ. δολ., που θα συνδέει το κοίτασμα «Αφροδίτη» με τους σταθμούς υγροποίησης στην Αίγυπτο. Από την άλλη όμως, έως ότου αποφασισθεί οριστικά τι μέλλει γενέσθει με τον EastMed, για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η μεταφορά των κυπριακού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω των υποσταθμών LNG στην Αίγυπτο, είναι μια λύση προσωρινή. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένου είναι εάν το Κάιρο και οι διεθνείς επενδυτές έχουν διαφορετική γνώμη.

“Μακεδονία της Κυριακής”

Η απειλή για την ειρήνη στα Δυτικά Βαλκάνια

0
  • Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς stratfor/euro2day.gr

Η εξωτερική οικονομική βοήθεια και η υπόσχεση ένταξης σε ΕΕ και ΝΑΤΟ συνέβαλαν στη δημιουργία ειρηνικού κλίματος στα Δ. Βαλκάνια. Τα δεδομένα όμως ανατρέπονται. Αναμοχλεύονται μακραίωνα πάθη, δημιουργώντας κίνδυνο για νέες συγκρούσεις.

Το τελευταίο τρίμηνο του 2018, η ειρήνη της περιοχής θα δοκιμαστεί λόγω των κινήσεων για ομαλοποίηση των σχέσεων Σερβίας-Κοσόβου και ιδιαιτέρως της αμφιλεγόμενης ιδέας ανταλλαγής εδαφών που θα μπορούσε να  έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στην περιοχή. Παράλληλα, το δημοψήφισμα για την αλλαγή της ονομασίας της πΓΔΜ -σε μια προσπάθεια να μπει τέλος στη μακρά διαμάχη με την Ελλάδα- μπορεί να ανακινήσει τα εθνικιστικά αισθήματα και τις πολιτικές αντιδράσεις στις δύο χώρες. Εν τω μεταξύ, οι ξένες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ενεργούν προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους και να επηρεάσουν τις εξελίξεις.

Οι διαπραγματεύσεις Σερβίας-Κοσόβου

Οι πρόεδροι του Κοσόβου, Χασίμ Θάτσι και της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς, επρόκειτο να συναντηθούν στις 7 Σεπτεμβρίου, για να εκκινήσουν τον επόμενο γύρο των μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, η προγραμματισμένη αυτή συνάντηση ακυρώθηκε ξαφνικά, αν και οι δύο ηγέτες πραγματοποίησαν νωρίτερα ξεχωριστές συναντήσεις με την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Φεντερίκα Μογκερίνι.

Η ακύρωση της συνάντησης υπογραμμίζει τη δυσκολία της διαπραγμάτευσης μιας ανταλλαγής εδαφών μεταξύ των δύο χωρών, πρόταση η οποία έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στους πολίτες των δύο χωρών όσο και σε υψηλόβαθμους πολιτικούς όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ.

Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος της Σερβίας θέτει όλο και περισσότερες προϋποθέσεις για να συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις με τον Κοσοβάρο ομόλογό του. Στις 13 Σεπτεμβρίου, ο κ. Βούτσιτς δήλωσε πως θέλει εγγύηση πως η χώρα του θα γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2025, αν διαπραγματευτεί επιτυχώς μια συμφωνία για την ανταλλαγή εδαφών με το Κόσοβο.

Η Σερβία δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσόβου, όμως, υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που έχει ξεκαθαρίσει στο Βελιγράδι πως η βελτίωση των σχέσεων με το Κόσοβο αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας ένταξης στο μπλοκ), βρίσκεται σε συζητήσεις για την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο πλευρών.

Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα είναι η δημιουργία μιας Κοινότητας Σερβικών Δήμων, που θα έδινε κάποιο βαθμό αυτονομίας στις πόλεις του Κοσόβου, όπου οι Σέρβοι αποτελούν την πλειοψηφία. Το θέμα αυτό άνοιξε το 2013, ωστόσο έκτοτε έχει σημειωθεί ελάχιστη πρόοδος.

Ένα ακόμα, ίσως πιο αμφιλεγόμενο, ζήτημα είναι το ενδεχόμενο μιας διμερούς συμφωνίας για μια πιθανή «προσαρμογή συνόρων», στο πλαίσιο της οποίας ορισμένα εδάφη της Σερβίας θα εκχωρηθούν στο Κόσοβο και ορισμένα εδάφη του Κοσόβου στη Σερβία. Οι ηγέτες των δύο χωρών, ο Κοσοβάρος Χασίμ Θάτσι και ο Σέρβος Αλεξάνταρ Βούτσιτς, δεν έχουν προσδιορίσει ποιες περιοχές θα περιλαμβάνονταν σε μια τέτοια συμφωνία, όμως θεωρείται πως θα αφορούσε την εκχώρηση του ελέγχου του Βόρειου Κοσόβου -όπου υπάρχει πλειονότητα Σέρβων- στη Σερβία και της Κοιλάδας του Πρεσόβου -όπου υπάρχει αλβανική πλειονότητα- στο Κόσοβο.

Η ιδέα της ανταλλαγής εδαφών, που θα καθιστούσε εθνολογικά πιο ομοιογενείςτους πληθυσμούς της Σερβίας και του Κοσόβου, κυκλοφορεί στους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς κύκλους από τη δεκαετία του 1990.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πολιτικοί και από τις δυο πλευρές έχουν καταδικάσει την πρόταση, η οποία, όπως φοβούνται ορισμένοι, θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους εθνικιστές σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων, όπου οι διχασμοί που πυροδότησαν τους πολέμους και τις συγκρούσεις τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 παραμένουν βαθιά ριζωμένοι. Όμως, σε αυτή τη φάση, είναι αβέβαιο το ποια ακριβώς εδάφη θα περιλαμβάνονταν στην προσαρμογή των συνόρων που ανέφεραν Βούτσιτς και Θάτσι.

Στις διαπραγματεύσεις, η κάθε πλευρά θα πιέσει για να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη, εκχωρώντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Και, ακόμα και αν τελικά υπάρξει συμφωνία, τα περίπλοκα διαχειριστικά, πολιτικά, οικονομικά και εθνολογικά ζητήματα θα καθιστούσαν δύσκολη την εφαρμογή μιας μεγάλης ανταλλαγής εδαφών μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου.

Άλλωστε, κατά της πρότασης έχουν ήδη ταχθεί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και των δύο χωρών. Ο Σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ίβιτσα Ντάτσιτς δήλωσε ξεκάθαρα πως το Βελιγράδι δεν θα εκχωρήσει τον έλεγχο της Κοιλάδας του Πρεσόβου, ενώ ο πρωθυπουργός του Κοσόβου Ραμούς Χαραντινάι επέκρινε τις δηλώσεις του Θάτσι που στήριζαν την προσαρμογή των συνόρων.

Οι αντιτιθέμενοι στην ανταλλαγή εδαφών ανησυχούν πως αν υπάρξει αρκετή στήριξη, ώστε η ανταλλαγή να περιληφθεί σε μια τελική συμφωνία, αυτό θα μπορούσε να εμπνεύσει παρόμοιους επανασχεδιασμούς και σε άλλα σύνορα της περιοχής. Για παράδειγμα, Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, μια από τις πιο αυτόνομες οντότητες που συνθέτουν τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, θα μπορούσε να απαιτήσει την ανεξαρτησία της ή τη προσάρτησή της στη Σερβία, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση της χώρας.

Την ίδια ώρα, Αλβανοί όπως αυτοί της ΠΓΔΜ, θα μπορούσαν ομοίως να απαιτήσουν αυτοπροσδιορισμό ή να τους επιτραπεί να ενωθούν με την Αλβανία. Έτσι το μήνυμα από μια ανταλλαγή εδαφών προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη εθνολογική ομοιογένεια σε Σερβία και Κόσοβο θα μπορούσε να είναι πως η ιδέα των πολυεθνικών χωρών στα Βαλκάνια απέτυχε.

Η διεθνής αντίδραση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση τηρεί επιφυλακτική στάση στην ιδέα μιας ανταλλαγής εδαφών. Στα τέλη Αυγούστου, ο αρμόδιος για τη διεύρυνση Ευρωπαίος επίτροπος Γιοχάνες Χαν άφησε να εννοηθεί πως οι Βρυξέλλες θα αποδέχονταν μια συμφωνία μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου, όμως προειδοποίησε ότι «δεν θα πρέπει να αποτελέσει οδηγό για άλλα θέματα», εννοώντας ενδεχομένως τη Βοσνία. Εν τω μεταξύ, η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ απέρριψε ξεκάθαρα την ιδέα, χαρακτηρίζοντας «απαράβατη» την εδαφική ακεραιότητα των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Από την πλευρά του, ο αμερικανός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Μπόλτον, δήλωσε πως ο Λευκός Οίκος θα ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί μια διμερή ανταλλαγή εδαφών μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου, ενώ η Ρωσία δεσμεύτηκε να πάρει το μέρος της Σερβίας στις διαπραγματεύσεις με το Κόσοβο.

Η στήριξη τόσο του Λευκού Οίκου όσο και του Κρεμλίνου θεωρείται κρίσιμης σημασίας για την άρση του αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις Σερβίας-Κοσόβου, ιδιαίτερα αφού οι όποιες ανταλλαγές εδαφών θα μπορούσαν να αποτελέσουν θέμα ψηφοφορίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η Σερβία είναι ένας από τους βασικούς συμμάχους της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Μόσχα πιθανότατα θα στηρίξει το Βελιγράδι στις διαπραγματεύσεις με το Κόσοβο, αρκεί να μην απειλούνται τα ρωσικά στρατηγικά συμφέροντα (δηλαδή, να αποτραπεί η στενότερη ενσωμάτωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στη Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ). Αν και η Ρωσία μπορεί να ανεχθεί τις σερβικές προτάσεις για συμφωνία με την ΕΕ, ωστόσο θα ήταν πιο απρόθυμη να στηρίξει μια ένταξη της Σερβίας στο ΝΑΤΟ (επιλογή την οποία ακόμα δεν εξετάζει το Βελιγράδι).

Η απόφαση της ΠΓΔΜ

Ο Σεπτέμβριος είναι μήνας εξελίξεων και για την ΠΓΔΜ, η οποία επιχειρεί να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τις γειτονικές της χώρες, κάτι που θα πρέπει να υλοποιήσει για να ενταχθεί σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Στα τέλη του 2017, η ΠΓΔΜ υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Βουλγαρία, βάζοντας τέλος στις πολυετείς διπλωματικές εντάσεις. Στη συνέχεια, στις αρχές του 2018, κατέληξε σε συμφωνία με την Ελλάδα να θέσει σε δημοψήφισμα την αλλαγή της ονομασίας της σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Η Αθήνα για χρόνια μπλόκαρε την ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του ονόματος.

Οι πολίτες της ΠΓΔΜ θα αποφασίσουν για το ζήτημα της ονομασίας στο δημοψήφισμα της 30ής Σεπτεμβρίου. Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι περισσότεροι θέλουν οι χώρα τους να ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, ωστόσο δείχνουν επίσης πως υπάρχει διχασμός ως προς το ζήτημα της αλλαγής της ονομασίας της χώρας. Η αντιπολίτευση, υπό την ηγεσία του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE, αντιτίθεται στην αλλαγή της ονομασίας, (σ.σ.:Το VMRO-DPMNE τελικά προ ολίγων ημερών κάλεσε τους ψηφοφόρους του να πράξουν κατά συνείδηση στο δημοψήφισμα), ενώ αρκετές κοινωνικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ήδη αποφασίσει να μη συμμετέχουν στο δημοψήφισμα.

Σημειώνεται πως για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα, θα πρέπει να συμμετέχουν τουλάχιστον το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.

Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εκφράσει τη στήριξή τους για το δημοψήφισμα και ενθαρρύνουν τους πολίτες της ΠΓΔΜ να συμμετέχουν σε αυτό. Εν τω μεταξύ, η ΠΓΔΜ έχει κατηγορήσει τη Ρωσία ότι προσπαθεί να υπονομεύσει τη συμφωνία με την Ελλάδα, στηρίζοντας τις εθνικιστικές ομάδες που αντιτίθενται σε αυτήν.

Παρόμοιες κατηγορίες υπήρξαν και από την ελληνική κυβέρνηση, που στις αρχές Ιουλίου απέλασε δύο Ρώσους διπλωμάτες, δηλώνοντας πως η Μόσχα παρεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας.

Ενόψει του δημοψηφίσματος, δεν αποκλείεται διαδηλώσεις και πράξεις για σαμποτάρισμα του δημοψηφίσματος να προκαλέσουν αναταράξεις στη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 2018 σε διαδήλωση εθνικιστικών ομάδων κατά της συμφωνίας με την Ελλάδα σημειώθηκαν βίαια επεισόδια που οδήγησαν στη σύλληψη δεκάδων διαδηλωτών. Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία του δημοψηφίσματος, δεν αποκλείεται να υπάρξουν και άλλα, πολιτικώς υποκινούμενα, περιστατικά. Αν περάσει το δημοψήφισμα, δεν αποκλείεται να συνεχιστούν οι διαδηλώσεις και οι κοινωνικές αναταράξεις.

Για να εφαρμοστεί η αλλαγή της ονομασίας, η Βουλή θα πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα της χώρας, διαδικασία η οποία προσφέρει έναν ακόμα «καταλύτη» για μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Αν και οι διαδηλώσεις θα στοχεύουν κυρίως στην κεντρο-αριστερή κυβέρνηση, ωστόσο θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια εθνολογική διάσταση. Οι Αλβανοί, που αποτελούν τη μεγαλύτερη μειονότητα της ΠΓΔΜ, τείνουν να στηρίζουν περισσότερο την αλλαγή του ονόματος απ’ ό,τι οι Σλάβοι.

Το ζήτημα θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές αναταράξεις και πολιτική αστάθεια και στην Ελλάδα. Η συμφωνία για την ονομασία της ΠΓΔΜ πρέπει να επικυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Δεδομένου ότι το θέμα είναι διχαστικό για τους Έλληνες, η κυβέρνηση θα περιμένει πρώτα τις εξελίξεις στην ΠΓΔΜ προτού κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ενδεχομένως μεταθέτοντας την ψηφοφορία για την επικύρωση της συμφωνίας για τις αρχές του 2019.

Η ψηφοφορία για την επικύρωση όχι μόνο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και μια πολιτική κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που στηρίζει τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, που τάσσονται κατά, είναι κυβερνητικοί εταίροι. Οι ΑΝΕΛ έχουν πει πως θα αποσυρθούν από την κυβέρνηση, αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιμείνει στην επικύρωση της συμφωνίας, κίνηση που θα προκαλούσε πρόωρες εκλογές. Το ρήγμα στην κυβέρνηση δεν θα δημιουργήσει και τόσο μεγάλη αναστάτωση, αφού η Ελλάδα πρέπει να διενεργήσει ούτως ή άλλως γενικές εκλογές μέχρι τα τέλη του 2019.

Σε δοκιμασία η εύθραυστη ειρήνη

Η εξωτερική οικονομική βοήθεια, η παρουσία ειρηνευτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η υπόσχεση εισδοχής σε διεθνείς οργανισμούς έχουν συμβάλει στη σχετική ειρήνη που βιώνουν την τελευταία δεκαετία τα Δυτικά Βαλκάνια. Η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξηγεί, εν μέρει τουλάχιστον, την προθυμία της Σερβίας να συζητήσει με το Κόσοβο -οι επίσημες ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2014. Εν τω μεταξύ, η ΠΓΔΜ βλέπει την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας με την Ελλάδα ως έναν τρόπο ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στο Ευρωπαϊκό μπλοκ.

Παρά τις προσπάθειες των γειτόνων αυτών θα καταλήξουν σε κάποια αμοιβαία κατανόηση, πολλά από τα υποβόσκοντα προβλήματα στα Δυτικά Βαλκάνια συνεχίζουν να κακοφορμίζουν και πολλά σημεία της περιοχής μπορεί να είναι επιρρεπή σε κοινωνικές αναταράξεις και εθνολογικά υποκινούμενη βία.

Εν  μέσω αυτής της κατάστασης, ακόμα και οι διαπραγματεύσεις που στόχο έχουν να επιλύσουν τις συνεχιζόμενες διαφωνίες ενέχουν τον κίνδυνο να πυροδοτήσουν νέες συγκρούσεις.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1636584/h-apeilh-gia-thn-eirhnh-sta-dytika-valkania.html

Η βαλτωμένη επανάσταση της Κούβας

3

Μπορεί η νέα ηγεσία να ξεπαγώσει τα πολιτικά της Κούβας μετά τους Κάστρο;

Περίληψη:

Η οικονομία του νησιού συνεχίζει να βαλτώνει παρά τις προσεκτικά ισορροπημένες μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ο Ραούλ Κάστρο το 2011. Τα ποσοστά επενδύσεων είναι ανησυχητικά χαμηλά, το ξένο συνάλλαγμα σπάνιο, οι ελλείψεις σε εμπορεύματα ευρέως διαδεδομένες. Οι μορφωμένοι νέοι, συνεχίζουν να μεταναστεύουν, εξαντλώντας το σημερινό και το μελλοντικό εργατικό δυναμικό.

Ο RICHARD E. FEINBERG είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στην Σχολή Παγκόσμιας Πολιτικής και Στρατηγικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, και εξωτερικός ανώτερος συνεργάτης στο Brookings. Ο Feinberg υπηρέτησε ως ανώτερος διευθυντής του Γραφείου Διαμερικανικών Υποθέσεων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και στα Υπουργεία Εξωτερικών και Οικονομικών.
Ο TED PICCONE είναι κατέχει την έδρα Charles W. Robinson και είναι ανώτερος συνεργάτης της Πρωτοβουλίας για τη Λατινική Αμερική (Latin America Initiative) και το Πρόγραμμα για την Διεθνή Τάξη και Στρατηγική στο Brookings. Έχει υπηρετήσει οκτώ χρόνια ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στο Πεντάγωνο, στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.

Για την Κούβα, το 2018 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Για πρώτη φορά σε έξι δεκαετίες, ο πρόεδρος της χώρας δεν είναι πλέον ένας Κάστρο -ούτε ο αποθανών αντάρτης μαχητής, επαναστάτης caudillo και διεθνές ίνδαλμα Φιντέλ, ούτε ο αδελφός του, Raúl, ο οποίος διαδέχθηκε τον Φιντέλ ως πρόεδρος το 2008. Τον Απρίλιο, το σκήπτρο μεταφέρθηκε στον πρώην αντιπρόεδρο Miguel Díaz-Canel, έναν νεότερο μετ-επαναστατικό πολιτικό που δημιούργησε παράδοξες ελπίδες τόσο για συνέχεια όσο και για αλλαγή.

Ωστόσο, για εκείνους που φαντάστηκαν ότι η εποχή μετά τον Κάστρο θα έφερνε γρήγορα μεγάλες μεταρρυθμίσεις, η θητεία του Díaz-Canel μέχρι στιγμής ήταν απογοητευτική. Μετά από πέντε μήνες, η πρόοδος στην χώρα έρχεται αργά ή καθόλου. Η οικονομία του νησιού συνεχίζει να βαλτώνει, όπως συνέβη ήδη από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης πριν από περίπου 30 χρόνια, και αυτό παρά τις προσεκτικά ισορροπημένες μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ο Ραούλ Κάστρο το 2011. Τα ποσοστά επενδύσεων είναι ανησυχητικά χαμηλά, το ξένο συνάλλαγμα σπάνιο, οι ελλείψεις σε εμπορεύματα ευρέως διαδεδομένες. Πολλοί από τους δυσαρεστημένους Κουβανούς, ειδικά οι μορφωμένοι νέοι, συνεχίζουν να μεταναστεύουν αναζητώντας υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και καλύτερες επιλογές σταδιοδρομίας, εξαντλώντας το σημερινό και το μελλοντικό εργατικό δυναμικό.

21092018-1.jpg

Κουβανέζικες σημαίες κρεμασμένες για να στεγνώσουν, στην Αβάνα, στην Κούβα, τον Σεπτέμβριο του 2017. ALEXANDRE MENEGHINI/REUTERS
————————————————————

Οι μεταρρυθμιστές και οι σκληροπυρηνικοί συνεχίζουν να αντιπαλεύουν μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Ένα νέο σχέδιο συντάγματος υπόσχεται πρόοδο, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα των φύλων και των ομοφυλοφίλων, αλλά επίσης επαναβεβαιώνει την ηγεμονία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας και θεσμοποιεί την παρωχημένη οικονομική σκέψη. Οι πρόσφατες κυβερνητικές πρωτοβουλίες περιορίζουν περαιτέρω τις ατομικές ελευθερίες στις επιχειρήσεις, τις τέχνες και τα μέσα ενημέρωσης. Η διοίκηση του Trump, εν τω μεταξύ, επέστρεψε σε μεγάλο βαθμό [2] στην προ-Ομπάμα ρητορική της αλλαγής καθεστώτος και μιας στάσης εχθρότητας και απομόνωσης.

ΕΝΑ ΛΙΜΝΑΖΟΝ ΕΘΝΟΣ

Ο Díaz-Canel κληρονόμησε μια οικονομία σε κατάσταση μετάβασης. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του διακυβέρνησής του, ο Raúl Castro έσπασε τους άλλοτε απαγορευτικούς ιδεολογικούς φραγμούς στην οικονομική πολιτική. Έβαλε ενεργά την Κούβα στο παγκόσμιο εμπόριο, άνοιξε το νησί στις ξένες επενδύσεις και προώθησε έναν αυξανόμενο εγχώριο ιδιωτικό τομέα. Ο Raúl χαλάρωσε επίσης τα εμπόδια για τα ταξίδια στο εξωτερικό, επέτρεψε ιδιωτικές αγορές ακινήτων και αυτοκινήτων, και σταδιακά επέκτεινε την πρόσβαση στην κινητή τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο ιδιωτικός τομέας απογειώθηκε. Μέχρι το 2017, παρείχε θέσεις εργασίας και εισόδημα σε τέσσερις στους δέκα Κουβανούς της εργάσιμης ηλικίας. Η τουριστική κίνηση αυξήθηκε κατά περισσότερο από 80% κατά την διάρκεια της θητείας του Ραούλ. Παρόλο που οι Αμερικανοί τουρίστες έγιναν λιγότερο συνηθισμένοι στους δρόμους της Αβάνας κατά την διάρκεια του 2017, καθώς ο άνοδος από τον Ομπάμα έδωσε την θέση του σε μια βουτιά από τον Trump, ο τουρισμός [3] είναι και πάλι το πιο λαμπρό χαρακτηριστικό της οικονομίας της Κούβας.

Και όμως, η οικονομία της Κούβας έχει αποδώσει φτωχά συνολικά. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας της κυριαρχίας του Ραούλ Κάστρο, το ΑΕΠ της Κούβας αυξανόταν κατά μέσο όρο 2,4% ετησίως -τουλάχιστον σύμφωνα με τις κυβερνητικές στατιστικές. Κατά καιρούς, η αύξηση του ΑΕΠ υποχώρησε κάτω από το 2% ετησίως. Το 5% θα είναι το ελάχιστο απαραίτητο για να θεωρείται διατηρήσιμη η ανάπτυξη της Κούβας.

Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πραγματικά ευνοϊκό επιχειρηματικό κλίμα, και εκτός του ακμάζοντος τουριστικού τομέα, οι ξένοι επενδυτές παραμένουν σκεπτικοί. Η ραγδαία πτώση των εξαγωγών εμπορευμάτων της Κούβας είναι ιδιαίτερα έντονη, σηματοδοτώντας ότι οι κρατικές επιχειρήσεις της χώρας δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στις παγκόσμιες αγορές. Το 2016, οι εξαγωγές αυτές μειώθηκαν σε λιγότερο από 3 δισεκατομμύρια δολάρια, το χαμηλότερο επίπεδό τους σε περισσότερα από δέκα χρόνια. Σε απάντηση, οι Αρχές μείωσαν τις εισαγωγές, από την κορύφωση των σχεδόν 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2013 σε 10,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2016. Η απώλεια αυτών των εισαγωγών άφησε τα κουβανικά καταστήματα κενά από τα πιο βασικά καταναλωτικά είδη, από την μπίρα και τα προϊόντα χάρτου μέχρι τα ανταλλακτικά για οικιακές συσκευές. Παράλληλα, οι περιορισμοί στην εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών στην χώρα συνεχίζουν να επιδεινώνουν την ήδη σοβαρή έλλειψη εργοστασιακών μηχανημάτων και γεωργικού εξοπλισμού.

Μια αλλαγή είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί σύντομα. Η διοίκηση Díaz-Canel, η οποία ασχολείται με την διαχείριση των πολιτικών λιτότητας, δεν έχει ακόμη εκπονήσει ένα νέο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής, πόσω μάλλον ένα στρατηγικό όραμα για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση εξέδωσε αυστηρούς νέους κανονισμούς [4] για τις αναδυόμενες ιδιωτικές επιχειρήσεις του νησιού. Με στόχο να εμποδίσουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους πολίτες να συσσωρεύουν πλούτο και να αποτελέσουν κάθε πιθανή πρόκληση για το μονοπώλιο του κράτους στην οικονομική και πολιτική εξουσία, οι νέοι κανόνες δείχνουν ότι οι ηγέτες της Κούβας είναι ακόμα εξαιρετικά επιφυλακτικοί, αν όχι εντελώς εχθρικοί προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις .

ΠΑΛΙΟ ΡΟΥΜΙ ΣΕ ΝΕΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ;

Οι κουβανικές πολιτικές είναι εξίσου ανθεκτικές στην αλλαγή. Ο Ραούλ Κάστρο εξακολουθεί να είναι πολύ παρών -ως επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας μέχρι το 2021 και ως ηγέτης των σημερινών προσπαθειών της κυβέρνησης για την αναθεώρηση του συντάγματος. Κάθε βήμα της σχετικά ομαλής διαδικασίας διαδοχής φάνηκε ότι σχεδιάστηκε για να σηματοδοτήσει την συνέχεια με τον μετριοπαθή ρυθμό της αλλαγής που χαρακτήρισε την θητεία του Raúl Castro, όπως περικλείεται στο απόφθεγμά του «sin prisa, pero sin pausa» -χωρίς βιασύνη, αλλά χωρίς σταματημό. Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι ο Díaz-Canel είπε στην εθνική συνέλευση [5], αφότου φόρεσε τα προεδρικά διάσημα, ότι «ο σύντροφος Raúl θα καθοδηγεί τις αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον του έθνους».

Ο Díaz-Canel είναι χαλαρός και είναι λιγότερο ντροπαλός μπροστά στις κάμερες από τον προκάτοχό του, αλλά όταν πρόκειται για την χάραξη πολιτικής, έχει μέχρι στιγμής αποτύχει να επιφέρει αλλαγές. Διατηρεί μια εν πολλοίς κληρονομημένη ομάδα ανώτερων γραφειοκρατών και οι δημόσιες παρατηρήσεις του αφορούσαν λιγότερο την προγραμματική καινοτομία από όσο την διατήρηση της ενότητας του κόμματος. Σίγουρα, αυτό θα μπορούσε να είναι μια προσωρινή στάση για να καθησυχάσει τους παλιούς κομματικούς ενώ θα οικοδομεί μια πιο αυτόνομη κυρίαρχη τάξη τεχνοκρατών. Υπ’ αυτή την ερμηνεία, ο 58χρονος καλλιεργεί προσεκτικά μια δική του βάση εξουσίας για να προχωρήσει στο επόμενο κομμάτι της πενταετούς θητείας του, ειδικά αφού ο Raúl παραιτηθεί ως αρχηγός κόμματος το 2021.

21092018-2.jpg

Ο πρόεδρος της Κούβας, Miguel Diaz-Canel, στο Καράκας της Βενεζουέλας, τον Μάιο του 2018. MARCO BELLO/REUTERS
———————————————————–

Από θεσμική πλευρά, οι πρόσφατες αλλαγές είναι ανάμικτες. Η Εθνική Συνέλευση που επιλέχθηκε τον Μάρτιο, περιλαμβάνει ένα μείγμα παλιών και νέων προσώπων. Περισσότεροι από τους μισούς βουλευτές είναι νέοι, το 53% είναι γυναίκες και το 41% είναι μαύροι ή μιγάδες. Ομοίως, το κρατικό συμβούλιο, το οποίο διευθύνεται από τον Díaz-Canel και ουσιαστικά διοικεί την χώρα καθημερινά, έχει τρεις νέους αντιπροέδρους μεταξύ 48 και 52 ετών –μια νεαρή ηγεσία για μια χώρα που εδώ και πολλά χρόνια κυβερνούσαν οι πρώην επαναστάτες σε ηλικία 70-κάτι ετών ή και πιο ηλικιωμένοι. Οι νέοι κανόνες προβλέπουν ότι οι βουλευτές δεν υπηρετούν πάνω από δύο πενταετείς θητείες και εισέρχονται σε υπηρεσία σε ηλικία όχι μεγαλύτερη των 60 ετών. Όταν τις εξετάζει κανείς μαζί, οι αλλαγές δείχνουν ότι οι ηγέτες των κομμάτων κατανοούν την σημασία του να κάνουν τα οφέλη των δημόσιων θώκων προσβάσιμα σε νεότερα στελέχη και του να διαφοροποιήσουν τις τάξεις της κυβερνητικής ελίτ.

Μια προτεινόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση, εν τω μεταξύ, υπόσχεται ένα μέτριο αλλά δυνητικά σημαντικό πολιτικό άνοιγμα. Το σχέδιο συντάγματος χωρίζει την εξουσία μεταξύ ενός προέδρου που υπηρετεί ως αρχηγός κράτους και ενός πρωθυπουργού που διαχειρίζεται τις καθημερινές λειτουργίες της κυβέρνησης. Αποδίδει περισσότερη αυτονομία για τις τοπικές υποθέσεις στις επαρχιακές Αρχές, παρόλο που οι κυβερνήτες θα εξακολουθούν να διορίζονται από τον πρόεδρο. Άλλες διατάξεις προτείνουν μεγαλύτερο διαχωρισμό μεταξύ κράτους και κόμματος, παρόλο που η επικάλυψη του προσωπικού θα παραμείνει πιθανώς υψηλή. Ένα νέο εθνικό εκλογικό συμβούλιο θα βελτίωνε την εικόνα των εκλογών της χώρας, αν όχι την πραγματική ακεραιότητά τους. Πολίτες που συγκεντρώνουν τουλάχιστον 10.000 υπογραφές μπορούν να προτείνουν νομοθεσία. Όσοι συγκεντρώνουν 50.000 ή περισσότερες θα είναι σε θέση να ξεκινήσουν συνταγματικές αναθεωρήσεις.

Το σχέδιο συντάγματος παρέχει ρητώς σημαντικά πολιτικά και ατομικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του habeas corpus, το τεκμήριο αθωότητας, το δικαίωμα επιδίωξης αποζημίωσης για παραβιάσεις των κρατικών παραγόντων, απαγόρευση των διακρίσεων ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, και θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα εξαρτώνται από την «συλλογική ασφάλεια, την γενική ευημερία, τον σεβασμό της δημόσιας τάξης, το Σύνταγμα και τους νόμους». Το σχέδιο του συντάγματος είναι γεμάτο με τέτοια αντιφατικά κενά που, τελικά, επιβεβαιώνει ότι η υπέρτατη εξουσία του κράτους υπερισχύει των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μην κάνετε λάθος: Ακόμη και αν οι μεταρρυθμιστές καταφέρουν να ανοίξουν ορισμένες ρωγμές στη μονολιθική μηχανή του κράτους, η Κούβα θα παραμείνει αυστηρά μονομερές σύστημα. Το σχέδιο Συντάγματος επανεγγράφει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας ως «ανώτερη ηγετική δύναμη της [κουβανικής] κοινωνίας και του κράτους». Ο κουβανικός σοσιαλισμός και το πολιτικό και κοινωνικό του σύστημα παραμένουν «αμετάκλητα». Στην οικονομία, το σχέδιο συντάγματος συμπληρώνει τον κρατικό σχεδιασμό και την ιδιοκτησία με κάποιο περιθώριο για εγχώριο και ξένο ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά οι αλλαγές αυτές σταματούν πολύ νωρίτερα από την επίσημη υιοθέτηση ενός πιο ισορροπημένου, υβριδικού καθεστώτος, όπως τα σοσιαλιστικά μοντέλα της Κίνας ή του Βιετνάμ.

Προς το παρόν, το Κομμουνιστικό Κόμμα διεξάγει φόρουμ για την συζήτηση του σχεδίου συντάγματος σε όλο το νησί. Αυτά τα φόρουμ γενούν συζητήσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων ελίτ, αλλά αναμένεται να αποδώσουν μόνο μικρές διορθώσεις στα ζητήματα που περιγράφονται παραπάνω. Μόλις επικυρωθεί από την βουλή και από δημόσιο δημοψήφισμα -πιθανώς εύκολα εμπόδια- το νέο σύνταγμα θα παγιώσει κυρίως την κληρονομιά του Castro με συνταγματικούς, νομικούς και de facto όρους, ενώ παράλληλα θα δώσει κάποια πολιτική νομιμοποίηση στη μετα-επαναστατική ομάδα της οποίας τώρα ηγείται ο Díaz-Canel. Για τους πολλούς Κουβανούς που επιθυμούν υψηλότερους μισθούς και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, υπάρχει λίγη ανακούφιση εν όψει.

ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

Η οικονομική και πολιτική αδράνεια της Αβάνας έχει αφήσει στην Ουάσιγκτον ελάχιστα περιθώρια για την εκμαίευση πιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Είτε οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να δεχτούν την πραγματικότητα της Κούβας και να βρουν τρόπους να προχωρήσουν για να προστατεύσουν τα εθνικά τους συμφέροντα είτε μπορούν να διατηρήσουν και ίσως ακόμη και να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να επιδιώξουν την αλλαγή καθεστώτος μέσω τιμωρητικών μέτρων. Η τελευταία πολιτική, που εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν έξι δεκαετίες, έχει αποτύχει, αλλά δυστυχώς είναι εδραιωμένη στο αμερικανικό δίκαιο, χάρη στην κωδικοποίηση από το Κογκρέσο του οικονομικού αποκλεισμού των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας το 1996. Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, ο οποίος ανέτρεψε πολλά από τα ανοίγματα που παρείχε ο πρόεδρος Ομπάμα, έχει στην Φλόριντα σημαντικές ομάδες ψηφοφόρων του που είναι υπέρ του εμπάργκο, και είναι απίθανο να αλλάξουν άποψη οποτεδήποτε σύντομα. Στην πραγματικότητα, οι σκληροπυρηνικοί του Μαϊάμι έχουν κερδίσει την πρωτοβουλία από τα διάφορα εκλογικά σώματα κατά του εμπάργκο της εποχής του Ομπάμα. Αυτό είναι ίσως καλό για τους σκληροπυρηνικούς στην Κούβα, δεδομένου ότι τους δίνει κάποιο εριθώριο αναπνοής για την αναζήτηση καλύτερων σχέσεων με την Ευρώπη, την Ρωσία και την Κίνα, χωρίς την Ουάσινγκτον στην εικόνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κούβα εξακολουθούν να συνεργάζονται σε ορισμένους τομείς, αλλά οι συναλλαγές αυτές αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις. Ο αμερικανικός τουρισμός στο νησί, ειδικά τα ταξίδια κρουαζιερόπλοιων, παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης μετά από μια απότομη πτώση το 2017 και το πρώτο εξάμηνο του 2018. Η διμερής συνεργασία στους τομείς της επιβολής του νόμου, της μετανάστευσης και των περιβαλλοντικών υποθέσεων συνεχίζεται ήσυχα, αλλά η απίσχναση της στελέχωσης τόσο στην αμερικανική όσο και στην κουβανική πρεσβεία, εν μέρει εξαιτίας ενός κύματος μυστηριωδών ανησυχιών περί την υγεία όπως ανέφεραν πέρυσι Αμερικανοί διπλωμάτες στην Κούβα, έχει παρεμποδίσει τις βασικές διπλωματικές και προξενικές λειτουργίες. Η δραστηριότητα του Κογκρέσου των ΗΠΑ έχει σταματήσει, με εξαίρεση τις προσπάθειες άρσης των οικονομικών περιορισμών στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων. Εν πάση περιπτώσει, ούτε το τιμωρητικό εμπάργκο ούτε η αναιμική διπλωματία των ΗΠΑ είναι πιθανό να παρακινήσουν την Αβάνα προς πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις.

Σε εθνικό επίπεδο, η διοίκηση Díaz-Canel πιθανώς θα κατατμήσει την χώρα κατά μήκος γενεακών γραμμών. Για πολλούς πιο ηλικιωμένους Κουβανούς, η δέσμευση της νέας κυβέρνησης στις αρχές που καθοδήγησαν την εποχή του Κάστρο είναι καθησυχαστική. Πολλοί Κουβανοί μεσαίας ηλικίας θα καλωσορίσουν τις ανανεωμένες εγγυήσεις οικονομικής ασφάλειας και ευημερίας που χρηματοδοτείται από το κράτος. Κάποιοι μπορεί επίσης να αντιλαμβάνονται τις αχτίδες μιας πιο κανονικής, ανοικτής και προσιτής πολιτείας, και να δείξουν εμπιστοσύνη στην υποστήριξη του Díaz-Canel για σταδιακά προσεκτικά παρακολουθούμενα ανοίγματα στις ξένες επενδύσεις, στο Διαδίκτυο και στην ελεγχόμενη ιδιωτική επιχείρηση. Η ανήσυχη νεολαία της Κούβας, από την άλλη πλευρά, είναι πιθανό να δει μόνο περισσότερες χαμένες ευκαιρίες, είτε σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση που δίνει προτεραιότητα στην συνέχεια παρά στην αλλαγή, είτε σε έναν πρόεδρο που μέχρι στιγμής έχει αποδείξει ότι είναι περισσότερο ο χειροκροτητής του status quo παρά ο παράγοντας της μεταρρύθμισης. Τραγικά, οι Κουβανοί από όλες τις τάξεις, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τους καλύτερους και τους πιο λαμπρούς, θα συνεχίσουν να αναζητούν ευκαιρίες αλλού.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/central-america-caribbean/2018-0…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/cuba/2018-03-28/cuba-after-castros
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/cuba/2017-06-19/trumps-rollback-…
[3] https://www.brookings.edu/wp-content/uploads/2016/11/fp_20161202_tourism…
[4] https://www.brookings.edu/blog/order-from-chaos/2018/07/13/cuba-moves-ba…
[5] http://en.granma.cu/cuba/2018-04-19/miguel-diaz-canel-i-assume-this-resp…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

H χαρά της Αυτοκρατορίας: Βαθαίνει διαρκώς το χάσμα μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας, Ελλάδας και Ρωσίας (και οι εξελίξεις σε Συρία και πρ.ΕΣΣΔ)

0

Σε ένα προηγούμενο άρθρο μας υπογραμμίσαμε τους μεγάλους γεωπολιτικούς κινδύνους από την κρίση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ρωσικής Εκκλησίας και την ανάγκη να βρεθεί μια λύση που να μη θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά και το παγκόσμιο κύρος της.

Επιχειρήσαμε επίσης να δείξουμε ότι τα ζητήματα αυτά δεν ήταν και δεν είναι θρησκευτικά και μόνο, αλλά βαθειά πολιτικά και γεωπολιτικά.

Γενικά μιλώντας, στην προσπάθειά του να εμπεδώσει μια παγκόσμια Δικτατορία, ο Ολοκληρωτισμός του Χρήματος στρέφεται αναπόφευκτα εναντίον όλων των ισχυρών ταυτοτικών στοιχείων του ανθρώπου, όπως το κράτος, το έθνος, η θρησκεία, οι ιδεολογίες, ακόμα και το φύλο.

Χρειάζεται να φτιάξει τον Homo Economicus, πλαστελίνη στα μακάβρια σχέδιά του για την ανθρωπότητα. Δεν θέλει ανθρώπους με πρόσωπο και ταυτότητα.

Θέλει να τα καταστρέψει, ή να τα αντικαταστήσει με δήθεν, εικονικές ταυτότητες που ελέγχει ο ίδιος (ο Γκορμπατσώφ ως κομμουνιστής, ο Σαρκοζί ως γκωλικός, ο ISIS ως δήθεν αντιιμπεριλιστικό κίνημα, ο Ολάντ ως δήθεν σοσιαλιστής, ο Τσίπρας ως δήθεν ριζοσπάστης αριστερός, η Σαϊεντολογία ως δήθεν θρησκεία κ.ο.κ., τα παραδείγματα είναι άπειρα)

Και θέλει να το κάνει για τα γνήσια ταυτοτικά στοιχεία, ακόμα κι αν είναι μεταξύ τους αντίθετα, αποτελούν όλα εμπόδια στην ολοκλήρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας του.

Όταν δεν είναι ιδιοτελείς, πολλοί φίλοι μας της Αριστεράς, μπερδεύουν συχνά τις εποχές, λόγω του μεγάλου θαυμασμού που τρέφουν ασύνειδα για τον καπιταλισμό και του συντηρητισμού τους. Την εποχή της Γαλλικής ή της Ρωσικής Επανάστασης, οι εξεγειρόμενοι κατά της απολυταρχίας έβαλαν στο στόχαστρο την ηγεσία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας γιατί ήταν το ιδεολογικό συμπλήρωμα των αυταρχικών καθεστώτων εναντίον των οποίων εξηγέρθησαν.

Και τότε ακόμα, ο Λένιν αν στράφηκε εναντίον της Ορθόδοξης ιεραρχίας, συνεργάστηκε στενότατα με τους Παλαιόπιστους και πριν και μετά την Επανάσταση.

Σήμερα όμως ζούμε σε εποχή αντεπανάστασης, όχι επαναστάσεων. Δεν έχουμε λόγο να χαιρόμαστε και να χειροκροτούμε, όταν οι δυνάμεις του παγκόσμιου αντι-Ανθρωπισμού επιτίθενται ή απάγουν δυνάμεις που ορισμένοι μπορεί να τις θεωρούν παρωχημένες ή και αντιδραστικές.

Η προοδευτική προσπάθεια πρέπει να στρέφεται στη αντικατάσταση δομών με άλλες καλύτερες, όχι στην υπαγωγή των πάντων σε μια αόρατη μεν, πολύ υπαρκτή δε πλανητική δικτατορία του Χρηματιστικού Κεφαλαίου. ‘Όπως έλεγε ο Λένιν “συγκεκριμένη ανάλυση, συγκεκριμένης κατάστασης”.

Δραματικές εξελίξεις στην περίμετρο της πρ. ΕΣΣΔ

Στο μεταξύ, η δολοφονία του Προέδρου της αυτονομηθείσης Δημοκρατίας του Ντονμπάς, πριν από είκοσι μέρες οδήγησε σε σχεδόν  κατάρρευση της συμφωνίας του Μινσκ και έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το ουκρανικό δεν είναι παρά ένα από τα δύο βασικά μέτωπα του ΝΑΤΟ και της Ουάσιγκτων κατά της Ρωσίας, με τη Μέση Ανατολή το άλλο. Αλλά και ότι στο ΝΑΤΟ επικρατεί τώρα αποφασιστικά το “Κόμμα του Πολέμου”, οι διαβόητοι Νεοσυντηρητικοί, υπεύθυνοι και για όλη την αλυσίδα των καταστροφικών πολέμων στη Μέση Ανατολή (γενική δοκιμή των οποίων ήταν η επίθεση και διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του 1990, όπως άλλωστε έχει αναγνωρίσει η Μάργκαρετ Θάτσερ στα απομνημονεύματά της).

Οι Νεοσυντηρητικοί θέλουν πάση θυσία πόλεμο παντού, γιατί μόνο έτσι έχουν ελπίδα να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους για παγκόσμια κυριαρχία.

Παράλληλα με τη δολοφονία του Προέδρου του Ντονμπάς, δύο αρκούντως παράδοξα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα συνέβησαν περίπου ταυτόχρονα στην περίμετρο της Ρωσίας. Το ένα στην (φιλορωσική) Αμπχαζία, στον Καύκασο, όπου σκοτώθηκε ο Πρωθυπουργός και το άλλο στη Μολδαβία όπου τραυματίστηκε ο Πρόεδρος Τοντόν. Ο Τοντόν είναι οπαδός της ανεξαρτησίας της χώρας του και δεν επιθυμεί την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και θεωρείται πολύ πιθανό ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα του θα κερδίσει τις ερχόμενες εκλογές, γεγονός που ανησυχεί πολύ και τη Συμμαχία και την Κομισιόν.

Στη Μολδαβία, οι δυτικοί προτιμούν να συναλλάσσονται με έναν διαβόητο Ολιγάρχη, που είναι πρακτικώς ο ιδιοκτήτης όλης της χώρας και των θεσμών της, πλην της Προεδρίας (ο Τοντόν εξελέγη με άμεση ψηφοφορία). Ο βίος και η πολιτεία του Ολιγάρχη-Ιδιοκτήτη της Μολδαβίας ουδόλως απέτρεψαν την αναπληρώτρια Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, την διαβόητη Κυρία Νούλαντ (αρχιτέκτονα του πραξικοπήματος στο Κίεβο και της διάσκεψης της Γενεύης για την κατάλυση του κυπριακού κράτους) να τον δεχθεί στην Ουάσιγκτων.

Η Μολδαβία είναι τώρα η τελευταία, μαζί με τη Σερβία και την ΠΓΔΜ (ή Βόρειο Μακεδονία αν θέλετε, όπως, μόνος στον κόσμο, την ονομάζει ο κ. Κοτζιάς), “τρύπα” στη διαδικασία περικύκλωσης της Ρωσίας από την Ατλαντική Συμμαχία εκ νότου και εκ δυσμών, που συνεχίζεται απτόητη, παρά τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από τη Δύση στο Κρεμλίνο το 1990, για να συγκατατεθεί στη γερμανική ενοποίηση.

Τότε, η ηγεσία της ΕΣΣΔ και στη συνέχεια της Ρωσίας είχαν κάνει άνευ προηγουμένου παραχωρήσεις στους Δυτικούς, με τη σοβιετική γραφειοκρατία να πιστεύει ότι θα γίνουν επίλεκτα μέλη του δυτικού κλαμπ και ότι θα θεμελιωθεί ένας νέος κόσμος αιώνιας ειρήνης και συνεργασίας.

Το αποτέλεσμα ήταν η πρ. ΕΣΣΔ να γνωρίσει πιθανώς την μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική καταστροφή στην παγκόσμιο ιστορία της βιομηχανικής εποχής και τα σύνορα της Ρωσίας να επιστρέψουν εκεί που ήταν επί Ιβάν του Τρομερού, με τάση οπισθοχώρησης μάλιστα, γεγονός που “γέννησε” τον Πούτιν. Όσο για την παγκόσμια ειρήνη, δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα, τη διαβάζετε κάθε μέρα στις εφημερίδες, ενώ και το φάσμα του πυρηνικού πολέμου έκανε τη βίαιη επανεμφάνισή του στο προσκήνιο.

Ένα νέο Gladio;

Ίσως η δολοφονία στο Ντονιέτσκ και τα… τροχαία στη Μολδαβία και την Αμπχαζία να μην είναι παρά σατανικές συμπτώσεις. Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. ‘Όπως όμως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι πρόκειται για τη δράση ενός νέου παγκόσμιου Gladio, που πότε ανακαλύπτει χημικά στη Συρία, πότε πραγματοποιεί δολοφονικές επιθέσεις στη Βρετανία και ποιός ξέρει τι άλλο κάνει.

Αν πάντως κάποιος ήθελε να προειδοποιήσει το Κρεμλίνο ότι, αν δεν υποχωρήσει στη Μέση Ανατολή, θα αντιμετωπίσει γενική επίθεση στο έδαφος της πρ. Σοβιετικής Ένωσης από τις δυνάμεις του Νέου Παγκόσμιου Ολοκληρωτισμού, θα ήταν ένας πολύ ωραίος τρόπος να το κάνει.

‘Όλα αυτά γίνονται ενώ η Αμερική παρέχει τώρα ισχυρότερα επιθετικά όπλα στην Ουκρανία, που ο Ομπάμα είχε αρνηθεί να παράσχει, η Αμερική και ο Καναδάς εκπαιδεύουν τον ουκρανικό στρατό, το Ισραήλ κατηγορείται ότι δίνει οπλισμό στους Νεοναζί της Πολιτοφυλακής Αζώφ και στην Αζοφική έχουν αρχίσει ναυτικά “προειδοποιητικά” επεισόδια μεταξύ ουκρανικών σκαφών και ρωσικών αλιευτικών.

Από την Ουκρανία στη Συρία

Λίγο αργότερα ήρθε και το χτύπημα Ισραήλ-Γαλλίας στη Μεσόγειο, που μας φέρνει ασφαλώς μεσοπρόθεσμα, ακόμα πιο κοντά στο ενδεχόμενο ακόμα και πυρηνικής σύγκρουσης, ανεξαρτήτως των αμέσων επεισοδίων που θα ακολουθήσουν.

Όση προσπάθεια και να κάνουν Τελ Αβίβ και Μόσχα για να κατεβάσουν τους τόνους, η κατάρριψη ενός ρωσικού αεροσκάφους είναι κάτι που θα παραμείνει βαθιά μέσα στη ρωσική συνείδηση και θα παράγει κάποια στιγμή πολύ σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά αποτελέσματα.

Όπως έγραψε ένας αρθρογράφος στη Χααρέτζ, ένας από τους στρατηγούς του Νετανιάχου είπε, προσερχόμενος σε σύσκεψη λίγες ώρες πριν το επεισόδιο:

“Πρώτο μάθημα στρατιωτικής ιστορίας: Μη μπερδεύεσαι με τους Ρώσους”.

(Φαίνεται βέβαια ότι άλλη ιστορία διδάσκονται στις ισραηλινές στρατιωτικές ακαδημίες και άλλη στις ελληνικές στρατιωτικές σχολές. Αλλιώς δεν θα έστελνε η καθημαγμένη Ελλάδα, τρομάρα της, σε μια πράξη ακραίας ανευθυνότητας και τυχοδιωκτισμού, την φρεγάτα της ‘Ελλη έξω από τη Συρία να παρακολουθεί, αν είναι δυνατόν (!), τον … ρωσικό στόλο. Τι θα κάνει η ‘Ελλη αν τυχόν το ΝΑΤΟ εμπλακεί σε σύγκρουση με τον ρωσικό στόλο; Φαντάζομαι θα έχει πολύ επεξεργασμένα σχέδια το ΓΕΝ και το ΓΕΕΘΑ).

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπαίνει στη σύγκρουση!!!

Αυτή τη συγκυρία διάλεξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και όσοι τον συμβουλεύουν για να “λύσει” την ουκρανική “εκκλησιαστική διαμάχη”, που δεν είναι παρά προέκταση μιας περιφερειακής εξελισσόμενης σε παγκόσμια σύρραξη!

Μάλιστα, αυτή η κατάσταση προσφέρει ένα σπουδαίο χαρτί στην ‘Αγκυρα. Να πουλήσει εκδούλευση στους Ρώσους ασκώντας πιέσεις στο Πατριαρχείο να μην προχωρήσει. Ας ελπίσουμε να μην το δούμε κι αυτό, να χάνουμε δηλαδή από όλες τις μπάντες, Αμερικανούς, Τούρκους και Ρώσους!!!

Με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι οι Ορθόδοξοι ιεράρχες θα πλήξουν κατά τη γνώμη μας βαρύτατα το κύρος της Ορθόδοξης πίστης, συμμαχώντας με τις πλέον αποτρόπαιες και επικίνδυνες δυνάμεις που παρήγαγε το ανθρώπινο γένος στην ιστορία του. Αν δεν θέλουν να τους αντιταχθούν, όπως θα έπρεπε κανονικά, τουλάχιστον ας μείνουν στο περιθώριο της σύγκρουσης.

Μπορεί βεβαίως εμείς να εκτιμούμε λάθος την κατάσταση. Αλλά, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα, δεν ακούμε καμιά σοβαρή, με επιχειρήματα, πολιτική υπεράσπισης αυτών επιλογών.

Εδώ δεν ακούσαμε τίποτα σχεδόν από καμμία από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες για το ολοκαύτωμα με οικονομικά μέσα του Ελληνικού λαού από την Αυτοκρατορία του Χρήματος. Αν δεν κάνω λάθος, ο μόνος που έκανε μια σχετική αναφορά ήταν ο … αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι!!! Η ανεξαρτησία της Ουκρανίας και της εκκλησίας των Σλαβομακεδόνων από τους Σέρβους μας μάρανε;

Κριμαία, Αν. Ουκρανία και Κίεβο

Πρέπει να υπενθυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι, τόσο το Ντονιέτσκ και το Λουγκάνσκ στην Ανατολική Ουκρανία, όσο και η Κριμαία, κατοικούνται στη συντριπτική πλειοψηφία τους από Ρώσους και όχι από Ουκρανούς.

Η συμπερίληψη των περιοχών αυτών στην ανεξάρτητη Ουκρανία μετά την πολύ συζητήσιμης νομιμότητας διάλυση της ΕΣΣΔ, που έγινε σε αντίθεση με σχετικό δημοψήφισμα του Μαρτίου 1991, δεν πήρε υπόψιν της την εθνολογική και ιστορική πραγματικότητα των περιοχών αυτών, ούτε το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση.

Εάν ήταν να διαλυθεί η Σοβιετική ‘Ενωση δεν υπήρχε ασφαλώς καμία σοβαρή βάση να μείνουν εκτός Ρωσίας περιοχές με συμπαγή και πλειοψηφικό ρωσικό πληθυσμό. Τα ίδια κάνανε και στη Γιουγκοσλαβία, υποχρεώνοντας πραξικοπηματικά τους Σέρβους της Κράινα να βρεθούν ξαφνικά υπό την κυριαρχία ξένου κράτους (της Κροατίας), προκαλώντας τους πολέμους που μετέτρεψαν την γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, στολίδι της Δύσης και της Ανατολής, σε ματωμένη πληγή των Βαλκανίων (μάλιστα, σε αυτή την υπόθεση πρωταγωνίστησε και το Βατικανό!)

Η ανεξαρτοποίηση εξάλλου της Ουκρανίας έγινε κατανοητή και αποδεκτή από τους πάντες, το 1991 που έγινε, ως ανεξαρτοποίηση εντός της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, που διαδέχθηκε τρόπον τινά τη Σοβιετική Ένωση.

Είναι αλήθεια ότι ο προηγούμενος Ουκρανός ηγέτης Γιανουκόβιτς ήταν ένας απεχθής ολιγαρχικός ηγέτης, αν και δημοκρατικά εκλεγμένος. Αν και βέβαια ο τελευταίος που θα έπρεπε να μιλάει για αυτά είναι οι δυτικοί που, με όλα τα μέσα, ακόμα και ωθώντας τον Γέλτσιν στον κανονιοβολισμό του κοινοβουλίου του, το 1993, έσπρωξαν στη μεταβίβαση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας στην πρ. ΕΣΣΔ στα χέρια μιας μαφιόζικης ολιγαρχίας, σε αυτό που συνιστά μία από τις μεγαλύτερες λεηλασίες όλων των τόπων και όλων των εποχών.

Το πρόβλημα στην Ουκρανία δημιουργήθηκε από την μετεξέλιξη των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Κίεβο σε αιματηρό πραξικόπημα οργανωμένο από τη CIA, με τη βοήθεια ναζιστικών πολιτοφυλακών, το 2014, που άλλαξε δραματικά τα δεδομένα. Αυτό ήταν και πραξικόπημα κατά των Ευρωπαίων που είχαν συμφωνήσει σε συμβιβαστική λύση και, μόλις το αεροπλάνο τους απογειώθηκε από το αεροδρόμιο του Κιέβου, έκαναν οι Αμερικανοί το πραξικόπημα.

Γιατί, όπως είπε στο τηλέφωνο η Κυρία Νούλαντ στον Τζέφρει Πάιατ: “Γά.. την ΕΕ”.

Πόσο μάλλον που η πρώτη πράξη των πραξικοπηματιών ήταν μέτρα περιορισμού της διδασκαλίας της ρωσικής γλώσσας στις περιοχές της Αν. Ουκρανίας και της Κριμαίας, οι πληθυσμοί των οποίων εξηγέρθησαν όπως ήταν επόμενο.

Αλλά το πρόβλημα δεν εξαντλείται στην αν. Ουκρανία και την Κριμαία. Σε όλη την Ουκρανία έχει επιβληθεί τώρα μια “δημοκρατικοφανής” δικτατορία, που χρησιμοποιεί τα πιο βάρβαρα και τρομοκρατικά μέσα κατά των Ρώσων που κατοικούν στη χώρα και όσων αντιπολιτεύονται το νέο καθεστώς, με αποκορύφωμα τον εμπρησμό ζωντανών δεκάδων “φιλο-Ρώσων” διαδηλωτών, στο κτίριο των συνδικάτων της Οδησσού.

Έχει δημιουργηθεί στο κέντρο της Ανατολικής Ευρώπης μια τεράστια και επικίνδυνη πληγή όπου αντιπαρατίθενται Ουκρανοί και Ρώσοι, οπαδοί και αντίπαλοι του νέου (ακόμα πιο διεφθαρμένου κι από τον παλιό) ηγέτη της χώρας Ποροσένκο, ο οποίος χρησιμοποιεί για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους την υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριάρχη, ΝΑΤΟ και Ρωσίας, Ευρώπης και Ρωσίας.

Εχουμε τη γνώμη ότι, μια φωτισμένη εκκλησιαστική και θρησκευτική ηγεσία οφείλει, αν το μπορεί, να επιδιώξει ένα συμβιβαστικό, κατευναστικό ρόλο.

Ο γράφων δεν έχει ιδέα για τα θεολογικά και κανονικά ζητήματα που εμπλέκονται στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, ούτε ποιος έχει από αυτή την άποψη δίκιο.

Αλλά είναι πρακτικά αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς το εκκλησιαστικό ζήτημα από το πολιτικό.

Και εμείς τουλάχιστο, δεν βλέπουμε τον λόγο που το ελληνικό Οικουμενικό Πατριαρχείο θα ήθελε να επέμβει σε έναν αρχόμενο παγκόσμιο πόλεμο εναντίον της Ρωσίας που διεξάγεται μάλιστα με τέτοια μέσα.

Δεύτερον, εξ όσων γνωρίζουμε η ρωσική Εκκλησία καλώς ή κακώς αντιπροσωπεύει τη μισή σχεδόν Ορθοδοξία και η σύγκρουση Μόσχας και Φαναρίου θα έχει πολύ σοβαρές συνέπειες αναπόφευκτα για το σύνολο του ορθόδοξου κόσμου.

Θέλουν να μας απομονώσουν για να μας καταστρέψουν!

Να σημειώσουμε ότι δεν δρουν μόνο στην Ελλάδα οι δυνάμεις που θα ήθελαν να ανατινάξουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών που κατοικούνται από Ορθόδοξους λαούς και ιδίως μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας.

Η καταστροφή των ελληνορωσικών σχέσεων ήταν ανέκαθεν μία από τις κύριες επιδιώξεις της βρετανικής και, εν συνεχεία, αμερικανικής πολιτικής στη Μεσόγειο, ακόμη και πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Και στη Ρωσία επίσης υπάρχουν και δρουν τέτοιες δυνάμεις. Ο πρωθυπουργός Τσίπρας κατάλαβε έστω και με ασυγχώρητη καθυστέρηση που τον οδηγούν τα ίδια τα δικά του στελέχη και οι φίλοι του οι Αμερικανοί, που κοντεύουν πλέον να ελέγχουν και τα περίπτερα στη χώρα, με τις διαρροές και τα θρίλερ. Δεν ξέρουμε αν και τι θα αποδώσει η προσπάθεια που κάνει τώρα να περιορίσει τη ζημιά στις ελληνορωσικές σχέσεις. ‘Ηδη όμως, το πρόσφατο ελληνορωσικό θρίλερ και διάφορα άλλα γεγονότα έχουν πλήξει βαθιά την εικόνα της Ελλάδας στον ρωσικό χώρο.

Μέχρι τώρα η ρωσική ελίτ αντιμετώπισε με μάλλον θλίψη μιαν Αθήνα που δεν ένοιωθε ότι μπορούσε να αντισταθεί στους Δανειστές και τις Τρόικες, ούτε να συνεχίσει, αντίθετα με τη βούληση των ΗΠΑ την θαραλλέα πολιτική που άρχισε ο Κώστας Καραμανλής για να την εγκαταλείψει στη συνέχεια. Οι πρόσφατες επιθέσεις εναντίον της Ρωσίας όμως, έδωσαν την αφορμή για να αρχίσει η θλίψη να μεταβάλλεται σε περιφρόνηση.

Η Ελλάδα στην ιδεολογία της Ρωσίας του Πούτιν

Το κυρίαρχο τμήμα της σημερινής ρωσικής ελίτ, σε αναζήτηση εθνικής ιδεολογίας, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και εν συνεχεία του έξαλλου φιλοαμερικανισμού-νεοφιλελευθερισμού των Γελτσινικών, είχε την εικόνα, την “ιδέα” της Ελλάδας, ιδίως με αναφορές στη βυζαντινή και ορθόδοξη Ελλάδα, στο κέντρο των αναφορών της.

Έχουμε κάποιο λόγο να θέλουμε να δώσουμε επιχειρήματα στους διάφορους ρωσικούς και διεθνείς (ακόμα και φιλοτουρκικούς) κύκλους που θέλουν να καταστρέψουν ή να αδυνατίσουν αυτό το σημείο της υπό διαμόρφωση και ανάδυση νέας ρωσικής εθνικής ιδεολογίας και κοσμοαντίληψης;

Θέλουμε να μείνουμε χωρίς κανένα φίλο, στο έλεος των “συμμάχων, φίλων και εταίρων” μας που συστηματικά μας κατέστρεψαν στο παρελθόν (εμφύλιος, Πόλη, δικτατορία, κυπριακό, σχέδιο Ανάν) και μας καταστρέφουν και τώρα, με τα Μνημόνια και τις Δανειακές, που δήθεν τέλειωσαν;

‘Η έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουν τόσο πολύ χειραγωγηθεί και ελεγχθεί επιδέξια οι κάθε λογής ελίτ μας, δήθεν “αριστερές” και δήθεν “πατριωτικές”, που ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν απασχολούν το μυαλό τους τα συμφέροντα, ακόμα και οι ανάγκες επιβίωσης του ελληνικού λαού και των δύο κρατών του;

Βίκτωρ Γκάμπερ: ο ευυπόληπτος διπλωμάτης.

1

του Παντελή Σαββίδη. “Μακεδονία της Κυριακής”

Στις 11 Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε η συγκρότηση της μικτής Επιτροπής Ελλάδας- πΓΔΜ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Συμφωνίας των Πρεσπών , θα έχει την ευθύνη συζήτησης και αναθεώρησης σχολικών εγχειριδίων ή άλλου υλικού με αλυτρωτικό περιεχόμενο.

Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας ορίστηκε ο νέος υφυπουργός εξωτερικών Μάρκος Μπόλαρης  και από την πλευρά της πΓΔΜ ο 70χρονος, πεπειραμένος διπλωμάτης Βίκτωρ Γκάμπερ.

Ο Γκάμπερ είναι μια ευυπόληπτη προσωπικότητα αναγνωρισμένη στη γειτονική χώρα αλλά και σε διπλωματικούς κύκλους στο εξωτερικό.

Είναι βετεράνος διπλωμάτης καριέρας και υπηρέτησε ως δεύτερος και πρώτος γραμματέας της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα από το 1980-1984 και ως σύμβουλος της Γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στα Τίρανα από το 1989-1993. Διετέλεσε υφυπουργός εξωτερικών (1993-1996) και πρέσβης της π.ΓΔΜ στην Ιταλία (1996-2000) και στην Αυστραλία (2004-2008).

Εκτός από διπλωμάτης είναι και συγγραφέας. Δύο από τα βιβλία του αφορούν την Ελλάδα:  «Η σχέση της Ελλάδας με τη μακεδονική εθνική μειονότητα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο»  και  «Το όνομα Μακεδονία- ιστορία δίκαιο, πολιτική».

Ο Βίκτωρ Γκάμπερ είναι γιός μιας εμβληματικής ακαδημαϊκής προσωπικότητας των Σκοπίων, του Στέφαν Γκάμπερ.

Ο Στέφαν Γκάμπερ γεννήθηκε το 1919 στο Βέλες και πέθανε το 1999 στα Σκόπια. Υπήρξε καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, πρύτανης του ίδιου πανεπιστημίου και πρύτανης στο πανεπιστήμιο του Μοναστηρίου.

Το ενδιαφέρον με την οικογένεια Γκάμπερ είναι ότι η δεύτερη σύζυγος του Στέφαν Γκάμπερ είναι ελληνίδα, ποντία από τη Θεσσαλονίκη. Κόρη του Στέφαν Γκάμπερ και της ελληνίδας συζύγου του είναι η Νατάσσα Γκάμπερ Νταμιάνοφσκα, η οποία διετέλεσε μέλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου της π.ΓΔΜ. Η Νατάσσα Γκάμπερ υπήρξε, επίσης, και η επίσημη μεταφράστρια του Κίρο Γκλιγκόρωφ  όταν ο πρόεδρος της πΓΔΜ συναντιόταν με Έλληνες επισήμους.

Η εθνικιστική αντιπολίτευση των Σκοπίων χρησιμοποίησε αρκετές φορές τη σχέση αυτή του Βίκτωρα Γκάμπερ με την αδελφή του για να του ασκήσει κριτική αν και ο ίδιος έδρασε για το συμφέρον της χώρας του σε ένα αυστηρά διπλωματικό και επαγγελματικό πλαίσιο.

Είναι από τους σοβαρούς διπλωμάτες της γειτονικής χώρας και η τοποθέτησή του στην Επιτροπή αποτελεί θετική εξέλιξη.

NATO Repeats the Great Mistake of the Warsaw Pact

0

Through the 1990s, during the terms of US President Bill Clinton, NATO relentlessly and inexorably expanded through Central Europe. Today, the expansion of that alliance eastward – encircling Russia with fiercely Russo-phobic regimes in one tiny country after another and in Ukraine, which is not tiny at all – continues.

This NATO expansion – which the legendary George Kennan presciently warned against in vain – continues to drive the world the closer towards the threat of thermonuclear war. Far from bringing the United States and the Western NATO allies increased security, it strips them of the certainty of the peace and security they would enjoy if they instead sought a sincere, constructive and above all stable relationship with Russia.

It is argued that the addition of the old Warsaw Pact member states of Central Europe to NATO has dramatically strengthened NATO and gravely weakened Russia. This has been a universally-accepted assumption in the United States and throughout the West for the past quarter century. Yet it simply is not true.

In reality, the United States and its Western European allies are now discovering the hard way the same lesson that drained and exhausted the Soviet Union from the creation of the Warsaw Pact in 1955 to its dissolution 36 years later. The tier of Central European nations has always lacked the coherence, the industrial base and the combined economic infrastructure to generate significant industrial, financial or most of all strategic and military power.

In fact the current frustrating experience of NATO, and the long, exhausting tribulations that faced Soviet diplomats and generals for so many decades was entirely consistent with the previous historical record going back at least until 1718.

From 1718 until 1867 – a period of a century and a half – most of Central Europe, including even regions of Poland at the end of the 18th century, were consolidated within the Austro –Hungarian Empire, However even then, the Habsburg multi-national empire was always militarily weak and punched beneath its weight. After Emperor Franz Josef recklessly proclaimed his famous Compromise of 1867, the effectiveness of the imperial army was reduced to almost zero. The autonomous and feckless conduct of the Hungarian aristocracy ensured a level of confusion, division, incompetence and ineptitude that was revealed in the army’s total collapse against both Russia and Serbia in the great battles of 1914 at the start of World War I.

Germany moved in to occupy and consolidate the region in both world wars. But far from making Germany a global giant and enabling it to maintain its domination of Europe, the Central European regions – whether as part of Austro-Hungary during World War I or as independent nation-states allied to the Nazis in World War II – proved miniscule and worthless against the alliances of Russia, the United States, Britain and France that the Germans fought against in both global conflicts.

After the Soviet Union militarily destroyed the genocidal military power of Nazi Germany in World War II, Russia’s Great Patriotic War, the political consolidation of East Germany and Poland were strategically necessary for Russia’s security. But occupying and organizing the rest of the region was not. Far from strengthening the Soviet Union, those nations weakened and distracted it. Today, NATO is repeating the Soviet Mistake and that fatal move is inexorably draining the alliance of all its strength and credibility.

NATO is also repeating the disastrous mistake that France made in 1920-21 when it created a “Little Entente” of Czechoslovakia, Yugoslavia and Romania to supposedly counterbalance the revival of Germany. The plan failed completely.

Today those very same nations – enthusiastically joined by Hungary, Poland and the three little Baltic states – are relentlessly distorting both NATO and the EU. They generate weakness and chaos in the alliances they are in – not unity and strength.

As I have noted before in these columns, the great British historian Lord Correlli Barnett drew the important distinction between militarily powerful nations that are generators and exporters of security and those, either tiny or disorganized, pacifist and weak nations that have to import their security from more powerful states.

One might call such small countries “feeder” or “parasite” states. They siphon off energy and strength from their protector partners. They weaken their alliance partners rather than strengthening them.

The consistent lessons of more than 300 years of Central European history are therefore clear: Leading and organizing the tier of Central European nations in the Warsaw Pact did not strengthen the Soviet Union: Instead, those activities relentlessly weakened it.

Incorporating most of the small nations in Central Europe into any empire or alliance has never been a cause or generator of military or national strength, regardless of the ideology or religious faith involved. At best, it is a barometer of national strength.

When nations such as France, Germany, the Soviet Union or the United States are seen as rising powers in the world, the small countries of Central Europe always hasten to ally themselves accordingly. They therefore adopt and discard Ottoman Islamic imperialism. Austrian Christian imperialism, democracy, Nazism, Communism and again democracy as easily as putting on or off different costumes at a fancy dress ball in Vienna or Budapest.

As Russia rises once again in global standing and national power, supported by its genuinely powerful allies China, India and Pakistan in the Shanghai Cooperation Organization, the nations of Central Europe can be anticipated to reorient their own loyalties accordingly once again.

MARTIN SIEFF |

www.strategic-culture.org

Unipolar Moments Never Last More Than a Moment

0

American leaders, politicians, policymakers and pundits are fond of talking about the “Unipolar Moment” and “Hyper Power” position that they imagine the United States enjoys in the world.

Totally lacking from this fantasy are any inconvenient historical facts.

The US Unipolar Moment (insofar as it existed at all) lasted less than a decade from the break-up of the Soviet Union at the end of December 1991 to June 15, 2001. The US “moment” barely made it into the 21st Century.

On that epochal day of June 15, 2001, two major events happened. First, US President George W. Bush gave a speech in Warsaw pledging to integrate the three tiny Baltic states of Estonia, Latvia and Lithuania into NATO as a prime strategic goal of the United States.

That very same day, Russia and China created with four Central Asian nations the Shanghai Cooperation Organization (SCO): The most populous and powerful international security organization in history.

This year, the SCO doubled in population by adding India and Pakistan at the same time – two major nuclear powers with a combined population of 1.5 billion people. That means the SCO now includes more than 3 billion people, around 40 percent of the human race.

From the moment the SCO was created – dedicated from its inception to preserve and protect a multipolar world from the domination of any one power, the US unipolar moment was dead and gone.

This reality was confirmed less than three months later when al-Qaeda’s terror attacks of September 11, 2001 killed almost 3,000 people. More Americans died that day than in the 1941 Japanese attack on Pearl Harbor.

George W. Bush should have been impeached for his gross incompetence. Instead his popularity soared. Imagining the Unipolar Moment (or Era) to be still in full flood he invaded Afghanistan later that year and Iraq less than two years later. The United States is still endlessly stuck in those unending wars.

The patterns of history – totally ignored by the US media, pundit-ocracy and political world – in fact teach this lesson consistently. Over the past half a millennium, there have been several unipolar moments for great powers seeking to reign supreme over the world and they all collapsed after only a few years.

When Habsburg Spain and its allies decisively defeated the huge fleet of the mighty Ottoman Empire at the Battle of Lepanto in 1571, Spain’s imperial domination over Europe seemed assured. But in fact Spain was already embroiled in a Dutch revolt that started in 1568. Over the following decades, it became even more exhausting than the current US deployments in Afghanistan and Iraq.

King Philip II of Spain’s dream of domination was totally buried only 17 years after Lepanto with the destruction of his giant Armada fleet to conquer England in 1588.

France rose next. Its domination over Europe appeared to be sealed with the Treaty of Westphalia in 1648. But by the mid-1660s, glory-crazed Louis XIV, the so-called “Sun King” had already repeated the Spanish mistake and bogged his country down in half a century of endless wars in what is now Belgium, the Netherlands and southern Germany. France’s unipolar moment lasted less than 20 years.

The British came next. Even after winning the Napoleonic Wars against France, they knew they could not rule the world alone and were forced to share it with the far more conservative major monarchies of Europe – Russia, Austria-Hungary and Prussia.

Finally in 1848, the kings of France, Austria-Hungary and Prussia were all rocked or topped by liberal popular revolutions. The British thought then, as the Americans did in 1989-91, that their Unipolar Moment had finally come and would last for eternity. The whole world would look to London for guidance and wisdom.

It didn’t: By 1871, Prussia under its Iron Chancellor Otto von Bismarck had united Germany, smashed France, by then Britain’s ally and humiliatingly swept the British out of any continental pretensions of power and influence.

When asked what he would do if the tiny British Army ever invaded North Germany, Bismarck replied that he would send the police to arrest it.

After the defeat of Imperial Germany in World War I, Britain seemed to enjoy another hyper-power moment. The isolationist United States and the Soviet Union both temporarily withdrew from the world stage.

However, that British fantasy did not even last until the rise of Hitler in 1933. Two years earlier in 1931, Imperial Japan had occupied Manchuria – a huge chunk of Northeastern China: British military leaders were forced to admit to Prime Minister Ramsay MacDonald there was nothing they could do about it. Britain’s unipolar moment had lasted only 12 years – from 1919 to 1931.

Once these historical facts are understood, it is easy to see why the US Unipolar Moment only lasted even less time than Britain’s 20th century one had – less than a decade.

Since 2001, the United States has bankrupted and exhausted itself, just as Habsburg Spain, Bourbon France and post-Victorian Britain did before it in futile, doomed and ludicrous attempts to deny and roll back the inevitable tides of history.

That should come as no surprise: As Friedrich Hegel warned us, “The only thing that we learn from history is that we learn nothing from history.”

MARTIN SIEFF

During his 24 years as a senior foreign correspondent for The Washington Times and United Press International, Martin Sieff reported from more than 70 nations and covered 12 wars. He has specialized in US and global economic issues.

www.strategic-culture.org

The US Will Lose Its Trade War with China

0

 

In handicapping the US-China conflict, Keynesian demand management is a better guide than comparative advantage. In principle, China can avoid any damage at all from US tariffs simply by responding with a full-scale Keynesian stimulus.

LONDON – The United States cannot win its tariff war with China, regardless of what President Donald Trump says or does in the coming months. Trump believes that he has the upper hand in this conflict because the US economy is so strong, and also because politicians of both parties support the strategic objective of thwarting China’s rise and preserving US global dominance.

But, ironically, this apparent strength is Trump’s fatal weakness. By applying the martial arts principle of turning an opponent’s strength against him, China should easily win the tariff contest, or at least fight Trump to a draw.

Economists since David Ricardo have argued that restricting imports reduces consumer welfare and impedes productivity growth. But that is not the main reason why Trump will be forced to back down in the trade war. In handicapping the US-China conflict, another economic principle – rarely used to explain the futility of Trump’s tariff threats – is much more important than Ricardo’s concept of comparative advantage: Keynesian demand management.

Comparative advantage certainly influences long-term economic welfare, but demand conditions will determine whether China or America feels more pressure to sue for trade peace in the next few months. And a focus on demand management clearly reveals that the US will suffer from Trump’s tariffs, while China can avoid any adverse effects.

From a Keynesian perspective, the outcome of a trade war depends mainly on whether the combatants are experiencing recession or excess demand. In a recession, tariffs can boost economic activity and employment, albeit at the cost of long-term efficiency. But when an economy is operating at or near its maximum capacity, tariffs will merely raise prices and add to the upward pressure on US interest rates. This clearly applies to the US economy today.

US businesses could not, in aggregate, find extra low-wage workers to replace Chinese imports, and even the few US businesses motivated by tariffs to undercut Chinese imports would need to raise wages and build new factories, adding to the upward pressure on inflation and interest rates. With little spare capacity available, the new investment and hiring required to replace Chinese goods would be at the cost of other business decisions that were more profitable before the tariff war with China. So, unless US businesses are sure the tariffs will continue for many years, they will neither invest nor hire new workers to compete with China.

Assuming that well-informed Chinese businesses know this, they will not cut their export prices to absorb the cost of US tariffs. That will leave US importers to pay the tariffs and pass on the cost to US consumers (further fueling inflation) or to US shareholders through lower profits. Thus, the tariffs will not be “punitive” for China, as Trump seems to believe. Instead, the main effect will be to hurt US consumers and businesses, just like an increase in sales tax.

But let us concede that the tariffs may price some Chinese goods out of the US market. Where will the competitively priced imports that undercut China come from?

In most cases, the answer will be other emerging economies. Some low-end goods such as shoes and toys will be sourced from Vietnam or India. Final assembly of some electronic and industrial machinery may relocate to South Korea or Mexico. A few Japanese and European suppliers may displace high-end Chinese suppliers. Thus, to the very limited extent that tariffs do prove “punitive” for China, the effect on other emerging markets and the global economy will not be damaging “contagion” but a modest boost to demand that results from displacing Chinese exports to the US.

True, Chinese exporters may experience modest losses as other producers take advantage of the US tariffs to undercut them. But this should have no effect on Chinese growth, employment, or corporate profits if demand management is used to offset the loss of exports. The Chinese government has already started to boost domestic consumption and investment by easing monetary policy and cutting taxes.

But China’s stimulus measures have so far been cautious, as they should be considering the negligible impact that US tariffs have had on Chinese exports. If, however, evidence starts to emerge of export weakness, China can and should compensate with additional steps to boost domestic demand. In principle, China can avoid any damage at all from US tariffs simply by responding with a full-scale Keynesian stimulus. But would the Chinese government be willing do this?

This is where bipartisan US support for a “containment policy” toward China paradoxically works against Trump. China’s rulers have so far been reluctant to use overt demand stimulus as a weapon in the trade war because of strong commitments made by President Xi Jinping to limit the growth of China’s debt and to reform the banking sector.

But such financial policy arguments against Keynesian policy are surely irrelevant now that the US has presented the battle over Trump’s tariffs as the opening skirmish in a geopolitical Cold War. It is simply inconceivable that Xi would attach higher priority to credit management than to winning the tariff war and thereby demonstrating the futility of a US containment strategy against China.

This raises the question of how Trump will react when his tariffs start to hurt US businesses and voters, while China and the rest of the world shrug them off. The probable answer is that Trump will follow the precedent of his conflicts with North Korea, the European Union, and Mexico. He will “make a deal” that fails to achieve his stated objectives but allows him to boast of a “win” and justify the verbal belligerence that inspires his supporters.

Trump’s surprisingly successful rhetorical technique of “shout loudly and carry a white flag”  the consistent inconsistency of his foreign policy. The US-China trade war is likely to provide the next example.

Θ θεωρία του ώριμου φρούτου δεν ισχύει…

2
Η πολιτική πρέπει να έχει αρχές αλλά δεν είναι ούτε κατηχητικό ούτε δωμάτια ύπνου.
Την ώρα που ο Τσίπρας δίνει μάχη για να μην περικοπούν οι συντάξεις η αντιπολίτευση καθεύδει.
Στο κοινωνικό υποσυνείδητο, όμως, εγγράφεται πως ο μεν προσπαθεί οι δε, μέσω των προσφιλών τους μέσων ενημέρωσης επιχαίρουν όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.
Τα περί αναγκαιότητας να περικοπούν οι συντάξεις για να πάει η οικονομία μπροστά να τα πούν αλλού.
Ας έχουν υπόψη τους ότι, πλέον, ο κόσμος δεν εντάσσεται κομματικά. Αλλά παρατηρεί πως θα επιβιώσει. Και όποιος του παρουσιάσει μια πολιτική στην οποία και ο ίδιος ο κόσμος είναι μέρος του παιχνιδιού θα τον προσέξει ιδιαίτερα.
Το παλιό τελείωσε. Στο καινούριο, η σημασία θα δοθεί σ αυτόν που θα έχει την κοινωνία στο παιχνίδι.
Ο Συριζα έχει κάνει μεγάλη ζημιά. Αυτό, όμως, απο μόνο του δεν οδηγεί σε απόρριψή του. Ας ξυπνήσουν όσοι περιμένουν το μήλο να πέσει ώριμο στα χέρια τους.

Γεωπολιτικό restart μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου

1

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

μέλους της ΠΓ του “Μετώπου ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ”

και της “Πανελλαδικής πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και της Πατρίδας μας”

Οι διεργασίες επιταχύνονται… Οι σχεδιασμοί ενσωματώνονται πλέον με τρόπο διακριτό σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες… Και σε κάθε περίπτωση όλα δείχνουν να κινούνται με ταχύτερους ρυθμούς, μετά το άτυπο restart που οριοθετήθηκε με την κατάρριψη του Ρωσικού αεροσκάφους…

Η ρωσοτουρκική συμφωνία στο Σότσι, δεν περιλαμβάνει κυρίως διατυπώσεις. Περιλαμβάνει πρωτίστως ανομολόγητες προθέσεις, αφού υπήρξε προϊόν «συνάντησης» διαφορετικών στρατηγικών επιδιώξεων των δύο μερών, και ταυτόχρονα αποτέλεσε πολύτιμο εργαλείο για την απαραίτητη -και για τους δυο- διασφάλιση χρήσιμου γεωπολιτικού χρόνου.

Η Ρωσία τον χρειάζεται αυτόν τον χρόνο για τις κρίσιμες γεωστρατηγικές διευθετήσεις της, σε ένα περιβάλλον ιδιαιτέρως ρευστό και με όρους διαρκώς μεταβαλλόμενους. Είναι απολύτως λογικό να τον χρειάζεται, αφού διαθέτει δρώσα και ενεργητική στρατηγική.

Αλλά και για την Τουρκία είναι άκρως απαραίτητος, αφού η απειλή των Τζιχαντιστών πως αν αισθανθούν ότι τους εγκατέλειψε στο Ιντλίμπ θα εισβάλουν στην Τουρκική πόλη Ρεϊχανλί, μπορεί να σηματοδοτήσει το ξέσπασμα εμφυλίου.

Την ίδια στιγμή, η διττή και αλληλοαναιρούμενη προσέγγιση με την οποία υποδέχτηκαν οι Ρώσοι επιτελείς από τη μια, και ο Ρώσος πρόεδρος από την άλλη, την κατάρριψη του Ρωσικού αεροσκάφους, προβληματίζει.

Προβληματίζει πρωτίστως τον Άσαντ, ο οποίος αν και δεν όφειλε να είναι τόσο αποκαλυπτικός, εν τούτοις φρόντισε να συμπεριλάβει στο συλλυπητήριο τηλεγράφημά του, μια αποστροφή λόγου ιδιαιτέρως αποκαλυπτική. Λέει λοιπόν μεταξύ άλλων ο πρόεδρος Άσαντ:

«…Είμαστε βέβαιοι ότι τέτοιες επώδυνες πράξεις δεν θα επηρεάσουν εσάς και εμάς ώστε να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε κατά της τρομοκρατίας».

Είναι φανερό πως η παραπάνω αποστροφή, είναι δηλωτική ανασφάλειας ή τουλάχιστον ανησυχίας για τα μελλούμενα.

Διαφοροποιήσεις στο γεωπολιτικό “καρέ”;;;
Είναι φανερό πως για τον πρόεδρο Άσαντ, η διαφοροποιημένη προσέγγιση Πούτιν σε σχέση με την αρχική προσέγγιση των Ρώσων επιτελών, ισοδυναμεί με μια «άτυπη παροχή» στο Ισραήλ, σε μια ιστορική συγκυρία που η ενεργητική ανάμειξη των ΗΠΑ στο Συριακό και συνολικότερα στην Μεσανατολική ατζέντα, προσλαμβάνει πολύ πιο συγκεκριμένα και σαφή χαρακτηριστικά:…

  • Με την αμερικανική έκθεση για την τρομοκρατία, είναι εμφανής η προσπάθεια επαναπροσέγγισης των Κούρδων του YPG, και αυτό προκαλεί την αντίδραση της Τουρκίας.
  • Μέσα από την ίδια έκθεση «κλειδώνει» η απενοχοποποίηση του ιμάμη Γκιουλέν, και αυτό προφανώς σηματοδοτεί συγκεκριμένα μηνύματα με αποδέκτη επίσης την Τουρκία.
  • Στο περιθώριο επίσης της ΓΣ του ΟΗΕ, ο Αμερικανός πρόεδρος θα έχει συναντήσεις ΚΑΙ με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου… ΚΑΙ με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Σίσι… αλλά ΟΧΙ με τον Ερντογάν. Και αυτό, στο επίπεδο της διπλωματίας των συμβολισμών, σημαίνει πολλά και πολύ συγκεκριμένα πράγματα.

Κυρίως όμως αποκαλύπτει ποιοι θα είναι οι στρατηγικοί εταίροι των ΗΠΑ, με τους οποίους σχεδιάζει το πλαίσιο της στρατηγικής τους συνεργασίας, στην ενεργειακή και γεωπολιτική ατζέντα της ΝΑ Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Όλα τα παραπάνω, συνιστούν ένα δυναμικό περιβάλλον διαμόρφωσης ενός πλαισίου άσκησης εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής με ορίζοντα δεκαετιών, και στο βαθμό που αυτό θα αποτελέσει μια μη αναστρέψιμη εξέλιξη, σημαίνει πως προσδιορίζονται ΚΑΙ οι πρωταγωνιστές… ΚΑΙ οι κομπάρσοι… αλλά ΚΑΙ οι συνθήκες γεωπολιτικής ομηρείας, μέσα στις οποίες οι ΗΠΑ θα απαιτούν πλήρη υποταγή ή σε διαφορετική περίπτωση θα επιβάλουν ελεγχόμενη περιθωριοποίηση των απείθαρχων. Μιλάμε επομένως για ένα δυναμικό γεωπολιτικό στάτους που βρίσκεται υπό διαμόρφωση…

  • Με τις ΗΠΑ να επιζητούν εναγωνίως ένα δυναμικό γεωστρατηγικό come back μετά το γεωπολιτικό φιάσκο της Αραβικής Άνοιξης…
  • Με τη Ρωσία να διαχειρίζεται στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής έναν πολλαπλά αναβαθμισμένο ρόλο…
  • Με την Τουρκία να επιδιώκει πάση θυσία να «κλειδώσει» έναν ξεχωριστό ρόλο ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη…
  • Με την Συρία να μην έχει εξέλθει από την περιδίνηση των πολεμικών συγκρούσεων.
  • Με λοιπές χώρες της Μέσης Ανατολής να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εμπλοκής σε νέες πολεμικές επεμβατικές επιχειρήσεις σε βάρος τους. Και φυσικά…
  • Με την επαπειλούμενη εμπλοκή και χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διακεκαυμένη γεωπολιτική σκακιέρα, ως συνέπεια των μιλιταριστικών αντιλήψεων και επιλογών που κλιμακώνονται επικίνδυνα.
  • Με το ενεργειακό στρατήγημα εν κατακλείδι, να βρίσκεται τώρα σε πλήρη εξέλιξη και με τις πιεστικές του παραμέτρους να λειτουργούν αυτοτελώς, κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει τη διαμόρφωση ή την ωρίμανση ευνοϊκότερων γεωπολιτικών όρων.

Για τον πρόεδρο Άσαντ λοιπόν, αυτή η διττή και αλληλοαναιρούμενη προσέγγιση, είναι φανερό πως δεν συνιστά μια φοβική προσέγγιση της Ρωσίας απέναντι στη δολοφονική προβοκάτσια του Ισραήλ, αλλά μια διαχείριση με στρατηγικό αποτύπωμα και βαρύτητα, η οποία ενδεχομένως να έχει λόγους που θα πρέπει να τον ανησυχεί.

Είναι επίσης φανερό πως η κυρίαρχη ταυτότητα αυτής της διαχείρισης, είναι η μεταγενέστερη ταυτότητα, δηλαδή όχι αυτή που προσέδωσαν πρώτοι οι Ρώσοι επιτελείς, αλλά αυτή που προσέδωσε λίγο αργότερα η παρέμβαση του προέδρου Πούτιν.

Για τον πρόεδρο Άσαντ τέλος, είναι δεδομένο πως το Ισραήλ δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να «πουλήσει» ή να φανεί ανακόλουθο απέναντι στην εμπιστοσύνη των ΗΠΑ. Αλλά αυτό δεν είναι δεδομένο μονάχα για τον πρόεδρο Άσαντ, είναι εξ ίσου δεδομένο και για τους επιτελείς της Ρωσικής Εξωτερικής πολιτικής.

Δύσκολη γεωπολιτική εξίσωση…

Η προσπάθεια λοιπόν να ερμηνευτεί το τί τελικά μπορεί να σημαίνει αυτή η ανέλπιστη «άτυπη παροχή» του προέδρου Πούτιν προς στο Ισραήλ, προφανώς απασχολεί τους στρατηγιστές που δεν έχουν πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών, άρα σωστά ανησυχεί και τον πρόεδρο Άσαντ. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό που είναι βέβαιο, είναι πως τα δομημένα συμφέροντα της Ρωσίας στη Συρία παραμένουν ισχυρά, κρίσιμα και καταλυτικά για την διασφάλιση της παρουσίας της στην ευρύτερη περιοχή, και ως τέτοια δεν διακυβεύονται, παρά μονάχα στην περίπτωση που το αντιστάθμισμα θα είναι πολλαπλά σημαντικότερο για τη Ρωσική γεωστρατηγική ατζέντα.

Είναι λοιπόν φανερό, ότι στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, οι Ρώσοι δεν θέλησαν την κλιμάκωση μιας Ρωσοϊσραηλινής εμπλοκής.

  • Προσβλέπουν σε κάτι που βρίσκεται σε εξέλιξη την οποία δεν θα ήθελαν σε καμία περίπτωση να αποτρέψουν;;;
  • Σχεδιάζουν κάτι η υλοποίηση του οποίου δεν επιτρέπει την αυτοπαγίδευσή τους σε κανενός είδους αντιπερισπασμούς;;;
  • Έχει λόγους ο πρόεδρος Άσαντ να ανησυχεί για εξελίξεις τις οποίες ενδέχεται να σηματοδοτήσει ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν οι Ρώσοι την δολοφονική Ισραηλινή προβοκάτσια;;;

Κατά την γνώμη μας οι απαντήσεις δεν μπορούν να αναζητηθούν στην αυτοτέλεια του γεγονότος αυτού καθ’ εαυτού, αλλά θα προκύψουν ως συνισταμένη περισσότερων παραμέτρων.

  • Πρώτον: Λύση στο Συριακό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς λύση ή χωρίς πρόπλασμα λύσης στο Κουρδικό, και αυτή την αλήθεια φαίνεται πως έστω και μετά από πολλαπλά σκαμπανεβάσματα την αντιλαμβάνονται οι Αμερικανοί, και αυτό αποτυπώνεται στη γνωστή έκθεσή τους για την τρομοκρατία.
  • Δεύτερον: Λύση στο Κουρδικό σημαίνει ταυτόχρονα και ξεμπλοκάρισμα πολλών «ανοικτών λογαριασμών» στη Μεσανατολική ατζέντα που διευκολύνει τους σχεδιασμούς όλων -και των ΗΠΑ- και αυτή είναι μια παράμετρος με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.
  • Τρίτον: Λύση στο Κουρδικό, σημαίνει κόκκινο συναγερμό για την Τουρκία, και ενδεχομένως σήμερα όλοι καταλαβαίνουν πως αυτή είναι και η ασφαλέστερη ασύμμετρη απάντηση που μπορεί να ακυρώσει την imperium αντίληψη του Ισλαμιστή Ερντογάν και του Τουρκικού βαθέως κράτους.

Έχει όμως την αξία του, να επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε και ορισμένες άλλες πλευρές σε αυτό το ιδιαιτέρως πολύπλοκο παζλ στη δυναμική αρχιτεκτονική της Ευρασίας. 

  • Στρατηγικός ρόλος και μάλιστα πρωταγωνιστικός με απ ευθείας ανάθεση από τις ΗΠΑ στο Ισραήλ, δεν είναι ένας ρόλος που θα εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο στο επιχειρησιακό επίπεδο.

Είναι φανερό πως αυτός ο ρόλος επεκτείνεται και στο επίπεδο της στρατηγικής διαχείρισης κρίσιμων ισορροπιών και ευαίσθητων ζητημάτων, τουλάχιστον εκεί όπου για συγκεκριμένους λόγους επιβάλλεται (ή ενδείκνυται) η ανάμειξη των ΗΠΑ να μην είναι ευθεία και να μην είναι εμφανής.

  • Η δολοφονική προβοκάτσια του Ισραήλ επομένως, ήταν σε πλήρη γνώση των ΗΠΑ, και αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένα τυχαίο υπέρθερμο περιστατικό, αλλά ως κίνηση με ισχυρή στρατηγική στόχευση.

Κατά τη γνώμη μας, ούτε το Ισραήλ ήθελε να συρθούν οι εξελίξεις σε μια αχαρτογράφητη Ρωσοϊσραηλινή σύγκρουση.

Με την Τουρκία στο επίκεντρο…

Αν αξιολογήσουμε (και οφείλουμε να αξιολογήσουμε) την παρέμβαση του προέδρου Πούτιν ως μια πολύ σημαντική παράμετρο που φαίνεται να λαμβάνει υπ όψιν της όλα τα πραγματικά δεδομένα, φαίνεται πως ο πραγματικός στόχος της δολοφονικής προβοκάτσιας, δεν ήταν η Ρωσία αλλά εμμέσως η Τουρκία, στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής και “νηφάλιας” ανάγνωσης των Αμερικανοϊσραηλινών στρατηγικών προτεραιοτήτων.

Μια αφελής και απερίσκεπτη διαχείριση εκ μέρους της Ρωσίας, το πιθανότερο είναι πως θα διευκόλυνε τα μέγιστα την Αμερικανοτουρκική προσέγγιση, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα με την πιθανή εισβολή των τζιχαντιστών στο Τουρκικό έδαφος.

Αλλά και η συνετή διαχείριση της πρόκλησης εκ μέρους των Ρώσων, αυτοπαγιδεύει την Τουρκία στην διεύρυνση της μαξιμαλιστικής της ατζέντας, επομένως προσφέρει και τα απαραίτητα άλλοθι σε βάρος της και σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία.

Η σκόπιμη διαρροή εκ μέρους των Τούρκων επιτελών, για δήθεν μυστική συνάντηση Ισραηλινών και Τούρκων αξιωματούχων στα ΗΑΕ 
με στόχο την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων, μάλλον είναι δεικτική κλίματος ανασφάλειας στην Τουρκική πολιτική ηγεσία, και προφανώς ισχυροποιεί τον παραπάνω συλλογισμό.

  • Ενεργητική εμπλοκή του Ισραήλ στο θέατρο των επιχειρήσεων, σημαίνει ενεργητική εμπλοκή των ΗΠΑ.

Η ενεργητική εμπλοκή των ΗΠΑ στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, δεν σημαίνει παράδοση σε λογικές γενικευμένης πολεμικής αντιπαράθεσης, αλλά στοχευμένη δράση για ουσιαστική διευθέτηση γεωστρατηγικών εκκρεμοτήτων, σε μια εποχή που χτίζονται καινούρια γεωπολιτικά δεδομένα με ορίζοντα δεκαετιών. Θεωρητικά τουλάχιστον, αυτός θα ήταν ένας έξυπνος χειρισμός.

Το μέτωπο του Συριακού, τείνει να «κλειδώσει» τον πολυπόθητο ισχυρό περιφερειακό ρόλο για την Τουρκία, και αυτή την εξέλιξη ΔΕΝ την θέλει κανείς. ΟΥΤΕ η Ρωσία… ΟΥΤΕ οι ΗΠΑ…

Έχουμε επισημάνει κατ επανάληψη πως: «Οι στοχεύσεις του Ερντογάν για το τουρκικό imperium, επιχειρούν να εκφράσουν τις θεμελιώδεις γεωπολιτικές ανατροπές που συντελούνται σε ολόκληρη την Ευρασία και σχετίζονται με το ρόλο και τη θέση της Τουρκίας στην νέα εποχή… Αλλά την ίδια στιγμή, παλιοί και νέοι σύμμαχοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν θέλουν μια ισχυρή Τουρκία, κατά τρόπο και σε δυναμισμό που να δραπετεύει από τα γεωπολιτικά στάνταρντς των δικών τους ανοχών». (βλέπε περισσότερα ΕΔΩ)

Και μάλιστα,αποτιμώντας έναν πρώτο απολογισμό, μέσα από τον οποίο προκύπτει πως στη Γεωπολιτική σκακιέρα της Μ. Ανατολής και στην αντιπαράθεσή του με τις ΗΠΑ, ο Ερντογάν λειτούργησε με τρόπο υποδειγματικό – πρωταγωνιστικό ρευστοποιώντας «κεκτημένα» και μετατρέποντας το αποτέλεσμα της ρευστοποίησης σε γεωπολιτικό προϊόν, θέσαμε με τρόπο καθαρό το εξής δίλημμα:

  • Ή οι εξελίξεις θα οδηγηθούν σύντομα σε μια νέα κατάσταση που θα δρομολογήσει ακόμη και τον γεωπολιτικό διαμελισμό της Τουρκίας στο πλαίσιο ενός πολυπολικού κόσμου με καινούρια δομικά χαρακτηριστικά…
  • Ή η ανθρωπότητα θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με ένα νέο γεωπολιτικό αφήγημα, από το οποίο οι ΗΠΑ θα προκύψουν εμφανώς αποδυναμωμένες στο περιβάλλον της δυναμικά αναδυόμενης πολυπολικότητας.

Αυτή λοιπόν την αλήθεια την γνωρίζει καλά ο. Κ. Τραμπ… Και όλα δείχνουν πως έφτασε η στιγμή που δεν μπορεί πλέον να την αγνοήσει.

  • Οι εξελίξεις πιέζουν…
  • Το γεωπολιτικό «καρέ» τώρα στρώνεται στην μαύρη ενεργειακή τσόχα…
  • Και η πενταετία σουλτανικής εξουσίας που έχει μπροστά του ο Ερντογάν, είναι μια παράμετρος υπολογίσιμη που δεν μπορεί να αγνοηθεί, σε μια ιστορική συγκυρία, που μορφοποιούνται με συγκεκριμένη διάταξη και συγκεκριμένα καθήκοντα οι στρατηγικές συμμαχίες, και κανείς δεν μπορεί να περιμένει βολικότερες εξελίξεις.

Αυτή την αλήθεια βεβαίως την γνωρίζει καλά και ο κ. Πούτιν. Και καλείται να διαχειριστεί μια πολυσύνθετη εξίσωση συνυπολογίζοντας πολλά πράγματα ταυτοχρόνως, όπως:

  • Τον ιστορικό συμπρωταγωνιστικό του ρόλο στο πολυπολικό διεθνές σύστημα που βρίσκεται υπό διαμόρφωση…
  • Την απαραίτητη λεπτότητα στη διαχείριση στρατηγικών προκλήσεων και ισορροπιών, σε μια ιστορική εποχή που δεν συγχωρεί λάθη…
  • Την αδιάλειπτη προώθηση του κεντρικού άξονα των στρατηγικών του επιδιώξεων, που αντικειμενικά παραμένουν σκληρές και αδυσώπητες, πλήρως απαλλαγμένες από συναισθηματισμούς και παλαιάς κοπής αυταπάτες.

Η επίγνωση των παραπάνω παραμέτρων, καθιστά τη διαχείριση των προκλήσεων ιδιαιτέρως σύνθετη… Οι ρόλοι και των πρωταγωνιστών αλλά και των γεωστρατηγικών εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους είναι διακριτοί και εναλλασσόμενοι… Και φυσικά σε μια διεργασία που βρίσκεται σε διαρκή μεταμορφισμό, το όποιο προσωρινά παραγόμενο αποτέλεσμα, έχει πολλαπλές αναγνώσεις. (Δείτε περισσότερα ΕΔΩ)

Μέσα σε αυτό το πολυσύνθετο παζλ, η Τουρκία ενσωματώνεται με δική της επιθετική περιφερειακή ατζέντα, κι αυτή είναι η παράμετρος που τροφοδοτεί μεταξύ άλλων και μια έντονα επισφαλή θέση γι αυτήν, στο γεωστρατηγικό καμβά της επόμενης μέρας.

Οι στοχεύσεις του Ερντογάν για το νέο τουρκικό imperium, επιχειρούν να εκφράσουν τις θεμελιώδεις γεωπολιτικές ανατροπές που συντελούνται σε ολόκληρη την Ευρασία και σχετίζονται με το ρόλο και τη θέση της Τουρκίας στην νέα εποχή…

Αλλά την ίδια στιγμή, παλιοί και νέοι σύμμαχοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν θέλουν μια ισχυρή Τουρκία, κατά τρόπο και σε δυναμισμό που να δραπετεύει από τα γεωπολιτικά στάνταρντς των δικών τους ανοχών. Έτσι…

  • ΚΑΙ η Κίνα έχει κάθε λόγο να μην θέλει μια ισχυρή Τουρκία λόγω ΚΑΙ του διαχρονικού προβλήματος με τους Ουιγούρους που αντιμετωπίζει στις Δυτικές περιφερειές της, αλλά κυρίως εξ αιτίας του επιδιωκόμενου ρόλου της στην νέα εποχή…
  • ΚΑΙ η Ρωσία έχει κάθε λόγο να μη θέλει μια ισχυρή Τουρκία (και με ισχυρά οπλικά συστήματα) λόγω ΚΑΙ των γνωστών προβλημάτων με τουρκόφωνους και τουρκολάγνους στο μαλακό της υπογάστριο…
  • ΚΑΙ οι ΗΠΑ θέλουν ρόλο πρωταγωνιστικό στις γεωπολιτικές διεργασίες της Ευρασίας αλλά πλέον έχουν επίγνωση του τι μπορεί να σημαίνει μια ισχυρή Τουρκία με γεωστρατηγικές βλέψεις και οραματισμούς που προσπερνούν τις ανοχές που είναι διατεθειμένες οι ΗΠΑ να επιδείξουν… (Δείτε περισσότερα ΕΔΩ)

Επίλογος…

Η κατάρριψη του Ρωσικού αεροσκάφους από Ισραηλινά πυρά, δεν είναι ένα κεφάλαιο που έκλεισε με δηλώσεις και διαψεύσεις ανυπόστατες. Είναι μια πράξη με ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα η οποία σηματοδοτεί το άνοιγμα μιας νέας γεωπολιτικής σελίδας, που υποχρεώνει τους πάντες σε αποφάσεις κρίσιμες και πολύ συγκεκριμένες.

Στην Τουρκία η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση συνιστά πλέον ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται στα ηγετικά κλιμάκια της πολιτικής της ελίτ, αλλά διαχέεται και διαπερνά ολόκληρη την Τουρκική κοινωνία. Αυτή η πραγματικότητα δεν επιτρέπει «απλοχεριά» σε «αμέριμνες» στρατηγικές συμμαχίες. Ας είμαστε λοιπόν απολύτως ξεκάθαροι…

  • Η κατάρριψη ενός Ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους Su-24 τον Νοέμβριο του 2015, τροποποίησε δραματικά την γεωστρατηγική σκακιέρα της Ευρασίας, λειτουργώντας με τρόπο πέραν του αναμενόμενου, διαμορφώνοντας ένα καινούριο status στην περιοχή που αποτέλεσε την θερμοκοιτίδα ανατροπών και πολλαπλών εξελίξεων…
  • Η κατάρριψη και πάλι ενός Ρωσικού αεροσκάφους, θα αξιοποιηθεί και αυτή τη φορά για πολλαπλής και ευρύτερης σημασίας αντισταθμίσματα, και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι στην ψύχραιμη ανάλυση, που προδιαθέτουν πως το μάρμαρο αυτή τη φορά θα το πληρώσει η Τουρκική υπεροψία.

Μια τέτοια εξέλιξη, προφανώς δεν είναι μη αναμενόμενη. Είναι μια εξέλιξη απολύτως ενσωματωμένη στη φυσιογνωμία που προσλαμβάνει το γεωπολιτικό παιχνίδι σε ολόκληρη την Ευρασία.

Ωστόσο… Για μια χώρα της οποίας η εξωτερική πολιτική έχει οδηγηθεί στην απόλυτη κατάρρευση, ακόμη και αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική.

Για το ντόπιο πολιτικό προσωπικό…

Οι εξελίξεις στη ΝΑ Μεσόγειο και οι συνέπειες των επιλογών της γειτονικής Τουρκίας, μέσα από τις οποίες τροποποιούνται γεωστρατηγικά στάνταρντς δεκαετιών, εκλαμβάνονται μόνο ως παράμετρος που διευκολύνει την σύσφιξη των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, και φυσικά αποσιωπάται το γεγονός ότι αυτές οι σχέσεις…

  • Διαπερνώνται από το δηλητήριο της υποτέλειας…
  • Οικοδομούνται πάνω σε πολιτικές απολύτως δουλοπρεπείς…
  • Σφυρηλατούνται στο έδαφος εκχώρησης πραγματικής κυριότητας της χώρας. Και φυσικα…
  • Χρεοκοπούν με ένα πολιτικό προσωπικό πρόθυμο να εκτελεί ως υποτακτική Φιλιππινέζα καταστροφικές για τον τόπο εντολές όπως αυτή που σχετίζεται με το “εκτρωμα των Πρεσπών” αλλά και εκείνη που αφορά στη διάρρηξη των διπλωματικών σχέσεων με τη Ρωσία, καταδικάζοντας τη χώρα στην περιθωριοποίηση και τον επιλεκτικό απομονωτισμό.

Μετατρέποντάς την συνολικά σε όχημα επιβολής στρατηγικών επιλογών, πράγμα που την εκθέτει σε ανυπολόγιστους και αχαρτογράφητους κινδύνους.

Πρόκειται για έναν νέου τύπου σχέσεων, που δεν είναι απλά ετεροβαρείς, αλλά συνιστούν τον ορισμό της απόλυτης επικινδυνότητας σε ένα περιβάλλον πραγματικά διακεκαυμένο.

Γι’ αυτό το πολιτικό προσωπικό, οι προσδοκώμενες «επενδύσεις» είναι το πρώτιστο, αφού προσβλέπουν στην πολιτική ρευστοποίησή τους σε μια προσπάθεια να «κατασκευάσουν» το δικό τους success, και τα ζητήματα που σχετίζονται με τις εθνικές προτεραιότητες και με τα ίδια τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, δεν περνούν απλά σε δεύτερη μοίρα, αλλά εκποιούνται με τρόπο απαράδεκτο και σε βαθμό πραγματικά προκλητικό.

Στο βωμό των αγωγών και των χτυπημάτων στην πλάτη, οικοδομείται ένα νέο επικίνδυνο status στην ευρύτερη περιοχή, με τη χώρα δεμένη πισθάγκωνα στη δολοφονική περιδίνησή του, και ποδηγετούμενη από τις απαιτήσεις του Αμερικανοϊσραηλινού στρατηγικού συμπλέγματος.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν παροπλίζει απλά τη χώρα, από μέσα, από δυνητικές προϋποθέσεις, από στρατηγική στόχευση, από πραγματικά εθνική υποδομή, και από όλα όσα μπορούν να σηματοδοτήσουν την υπόσταση μιας σύγχρονης και αξιοπρεπούς γεωπολιτικής και κρατικής οντότητας…

Αλλά για μια νέα κατάσταση, μιας χώρας πλήρως αποδομημένης, που εύκολα εκχωρείται ως γεωπολιτικό λάφυρο στο χρηματιστήριο της Γεωστρατηγικής,  μόλις τροποποιηθούν οι όροι στην διαρκώς μεταβαλλόμενη γεωπολιτική σκακιέρα.

Και αυτήν ακριβώς την εξέλιξη είναι που οφείλουμε να ανακόψουμε σήμερα, πριν καταστεί εκ των πραγμάτων μη αναστρέψιμη.

Κι αυτό διότι οφείλουμε να θυμόμαστε, πως οι ισχυροί παίχτες αυτής της σκακιέρας, θέλουν μια Τουρκία δραστικά αποδυναμωμένη και πλήρως ελεγχόμενη, αλλά ουδείς εξ αυτών επιδιώκει τον γεωπολιτικό της αφανισμό.

Και η ιστορία δυστυχώς φροντίζει να μας θυμίζει με το χειρότερο τρόπο, πως οι «παροχές σε είδος»… δηλαδή σε Γη… Έχουν επικαρπωτές και θύματα… 

Κι από την λίστα των υποψηφίων θυμάτων, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΟΥΝ, οι φοβικοί, οι άτολμοι, οι παραιτημένοι, οι δουλοπρεπείς, οι προσκυνημένοι.

ΕΕ και ΝΑΤΟ κτίζουν ΄΄σιδηρούν παραπέτασμα΄΄

2

[Ο λόγος– αντί σχολίου- στον οικουμενικό αλεξανδρινό Καβάφη :

Η Λετονία κατασκευάζει ένα μεταλλικό τείχος μήκους 90 χιλιομέτρων και ύψους 2,5 μέτρων, κατά μήκος των συνόρων με τη Ρωσία, που θα ολοκληρωθεί μέσα στο 2018. Θα επιμηκυνθεί το 2019 κατά περισσότερα από 190 χιλιόμετρα, με προγραμματισμένο κόστος 17 εκατομμυρίων ευρώ. Ένα ανάλογο τείχος 135 χλμ. χτίζεται από τη Λιθουανία στα σύνορα με το ρωσικό έδαφος του Καλίνινγκραντ. Η Εσθονία ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει την  κατασκευή περίφραξης, πάντοτε στα σύνορα με τη Ρωσία, μήκους 110 χιλιομέτρων και ύψους 2,5 μέτρων. Προβλεπόμενο κόστος: περισσότερα από 70 εκατομμύρια ευρώ, για τα οποία η κυβέρνηση της Εσθονίας θα ζητήσει χρηματοδότηση από την ΕΕ.

Σκοπός αυτών των τειχών, σύμφωνα με κυβερνητικές δηλώσεις: «να προστατεύσουμε τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ». Αν αποκλείσουμε τον λόγο ότι πρέπει να προστατεύονται από τις μαζικές μεταναστευτικές ροές από τη Ρωσία, παραμένει μόνο το ότι τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ πρέπει να προστατεύονται από τη “ρωσική απειλή”.

Δεδομένου ότι το κατασκευαζόμενο τείχος από τις χώρες της Βαλτικής κατά μήκος των συνόρων με τη Ρωσία δεν έχει σχεδόν καμία στρατιωτική αποτελεσματικότητα, ο στόχος του είναι βασικά ιδεολογικός: αυτός ενός φυσικού συμβόλου που υποδηλώνει πέρα από το τείχος υπάρχει ένας επικίνδυνος εχθρός που μας απειλεί.

Αποτελούν τμήμα των δοκιμασμένων πολιτικοενημερωτικών ΨΥΕΠ (ΨΥχολογικών ΕΠιχειρήσεων) για να δικαιολογήσει την κλιμάκωση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας στο έδαφος της Ευρώπης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα ταξίδεψε δύο φορές στη Λετονία, την πρώτη τον Ιούλιο στο πλαίσιο μιας περιοδείας στις χώρες της Βαλτικής και στη Γεωργία. Κατά το επίσημο δείπνο στη Ρίγα, ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας συνεχάρει τη Λεττονία για την επιλογή της «να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και για την απόφασή της να «υιοθετήσει ένα μοντέλο ανοικτής κοινωνίας, με βάση το σεβασμό του κράτους δικαίου, τη δημοκρατία, με πεμπτουσία τα ανθρώπινα δικαιώματα».

Αυτά είπε στον Πρόεδρο της Λετονίας Ράιμον Βέγιονις, ο οποίος είχε ήδη εγκρίνει τον Απρίλιο το νομοσχέδιο που απαγορεύει τη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας στη Λετονία, μιας χώρας με πληθυσμό σχεδόν 30% Ρωσικής καταγωγής και όπου τα ρωσικά χρησιμοποιούνται ως κύρια γλώσσα από το 40% των κατοίκων. Ένα ανελεύθερο μέτρο το οποίο, απαγορεύοντας τη διγλωσσία που αναγνωρίζεται από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, εισάγει διακρίσεις σε βάρος της ρωσικής μειονότητας, την οποία κατηγορεί ότι είναι “η πέμπτη φάλαγγα της Μόσχας”.

Δύο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο, ο Πρόεδρος Mαταρέλα επέστρεψε στη Λετονία για να συμμετάσχει σε άτυπη σύνοδο κορυφής των αρχηγών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με το θέμα των ηλεκτρονικών επιθέσεων ΄΄από Κράτη που κρατούν εχθρική στάση “(σαφής αναφορά στη Ρωσία).

Μετά τη σύνοδο κορυφής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισκέφθηκε τη στρατιωτική βάση του Ᾱdaži, όπου συναντήθηκε με το ιταλικό στρατιωτικό απόσπασμα* στην Ομάδα μάχης που αναπτύχτηκε από το ΝΑΤΟ στη Λετονία, στο πλαίσιο της “ενισχυμένης προωθημένης παρουσίας” στα σύνορα με τη Ρωσία. “Η παρουσία σας είναι ένα στοιχείο που καθησυχάζει *τους Λετονούς φίλους μας και τις άλλες χώρες της Βαλτικής”, δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Λέξεις που τροφοδοτούν ουσιαστικά την ΨΥΕΠ, υποδηλώνοντας την ύπαρξη απειλής για τις χώρες της Βαλτικής και την υπόλοιπη Ευρώπη προερχόμενης από τη Ρωσία.

Στις 24 Σεπτεμβρίου θα επισκεφθεί επίσης τη Λετονία ο Πάπας Φραγκίσκος, στο πλαίσιο επίσκεψης στις τρεις χώρες της Βαλτικής. Ποιος ξέρει εάν, επαναλαμβάνοντας ότι πρέπει «να χτίζουμε γέφυρες όχι τείχη», θα πει κάτι και για το καινούριο σιδερούν παραπέτασμα που, διαιρώντας την ευρωπαϊκή περιοχή, ετοιμάζει τα πνεύματα για τον πόλεμο. Ή αν στη Ρίγα, τοποθετώντας λουλούδια στο “Μνημείο της Ελευθερίας”, θα διεκδικήσει την ελευθερία των νεαρών Ρώσων Λετονών να διδάσκονται και να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα.

Μάνλιο Ντινούτσι

*Η πολυεθνική αυτή δύναμη του ΝΑΤΟ στις χώρες της Βαλτικής αναπτύχθηκε από τον Απρίλιο του 2017. Ελπίζουμε ότι η Ελλάδα δεν συμμετέχει σ’ αυτή τη δύναμη, γιατί έχει να φυλάξει τα δικά της ανατολικά σύνορα τα οποία απειλούνται από την επιθετικότητα της Τουρκίας, για την οποία το ΝΑΤΟ όχι απλώς αδιαφορεί αλλά και την ενισχύει. Ε.Δ.Ν.

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: http://www.comite-valmy.org/spip.php?article10399

 

Αποκαλυπτικό άρθρο, για τα Σκόπια, την Ελλάδα και τη Δύση*

0

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη                         19/.09.2018

Πρόκειται για άρθρο εξοργιστικού περιεχομένου,   που αναφέρεται στα Σκόπια, την Ελλάδα και σε ολόκληρη τη Δύση. Μέσα από τις  γραμμές του   προβάλλει  η καταπάτηση  κάθε ίχνους ηθικής, δεοντολογίας και πάνω από όλα δημοκρατίας, προκειμένου να επιτευχθεί το προαποφασισμένο και επιθυμητό αποτέλεσμα, από  την  επικείμενη δημοσκόπηση στα Σκόπια. Δηλαδή, το ΝΑΙ.

Το μαύρο πρόβατο είναι οι Ρώσοι

Καταρχήν, μέσα από τις πρώτες κιόλας  γραμμές του, οι αρθρογράφοι περιγράφουν  έναν “ανεξέλεγκτο πανικό”, που αφορά την πιθανότητα, διόλου καταφρονητέα όπως υποστηρίζουν, το σκοπιανό δημοψήφισμα να καταλήξει σε ΟΧΙ και όχι στο ποθητό ΝΑΙ. Η ερμηνεία, ωστόσο, που δίνεται, και μάλιστα χωρίς ενδοιασμό, για το κατ’ αυτούς απευκταίο   πιθανό αποτέλεσμα, παραδόξως δεν επικαλείται τον ανομοιογενή πληθυσμό των Σκοπίων, που έτρεφε ανέκαθεν περισσότερες της μιας εθνικές προτιμήσεις. Αντιθέτως, χωρίς την προσκόμιση κάποιων, έστω και αμφισβητήσιμων εδείξεων, οι σ. του άρθρου θεωρούν δεδομένο, όσο και γενικής αποδοχής το γεγονός ότι η έλευση ενός ΟΧΙ καλλιεργείται από τους Ρώσους, οι οποίοι μεταξύ άλλων χρησιμοποιούν το Face book, οι οποίοι μεταξύ άλλων δαπανούν μεγάλα ποσά και οι οποίοι, μεταξύ άλλων, τρομοκρατούν με διάφορους τρόπους τους Σκοπιανούς, προσπαθώντας να τους πείσουν υπέρ του ΟΧΙ.  Ενδεικτικό της έλλειψης αποδείξεων, για την υποστήριξη αυτού του ρόλου των Ρώσων  είναι και το ασθενές και χωρίς περιεχόμενο επιχείρημα ενός αξιωματούχου του ΝΑΤΟ, του James H. Mackey, που δηλώνει ότι : “Όσο πιστεύουν ότι είναι σε θέση να δημιουργούν προβλήματα (οι Ρώσοι), τα δημιουργούν”. Παρότι η Ρωσία διέψευσε επισήμως την όποιας μορφής ανάμειξη στο αποτέλεσμα του σκοπιανού δημοψηφίσματος, οι κατηγορίες εναντίον της εντείνονται, όσο πλησιάζει η ημερομηνία της δημοσκόπησης.

Η υπόθεση, επάνω στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες, είναι το γεγονός ότι οι Ρώσοι παρακολουθούν με δυσαρέσκεια την προσπάθεια της Δύσης να εντάξει και το τελευταίο βαλκανικό κράτος,  στο ΝΑΤΟ (από το οποίο  η Ρωσία είναι εκτός).  Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν είναι αρκετό για την εξύφανση, επαναλαμβάνω χωρίς από όσο φαίνεται απτές αποδείξεις, όλων των παραπάνω κατηγοριών, εναντίον της Ρωσίας. Από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ έχουν εγκρίνει ένα ποσό  8 εκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου τα Σκόπια να αποκρούσουν την υποτιθέμενη ρωσική διείσδυση στο αποτέλεσμα του σκοπιανού δημοψηφίσματος. Στη μάχη μπαίνουν απομακρύνσεις Ρώσων διπλωματών, που κατηγορούνται για υποθετικές παρεμβάσεις στη σκοπιανή υπόθεση, για δημιουργία πολυάριθμων δικτυακών θέσεων, στο Face book, πάντοτε για τον επηρεασμό υπέρ του ΟΧΙ στο προσεχές σκοπιανό δημοψήφισμα, αλλά και  για επιστράτευση ακόμη και ομάδων ποδοσφαίρου, στην προσπάθεια πάντοτε, να επηρεαστεί το αποτέλεσμα τη δημοσκόπησης.

Και ως εδώ, μπορεί βέβαια να υποθέσει  κανείς ότι αυτά, σε συνδυασμό και με ανάλογα άλλα, έχουν έντονη οσμή του παράλογου, αλλά, όμως δεν  αγγίζουν άμεσα την Ελλάδα.

Υποστηρίζεται ότι και η ελληνική αντίθεση στη συμφωνία των Πρεσπών…..χρηματοδοτείται δήθεν από τη Ρωσία

Τελικά, ωστόσο, οι καταρχήν αναπόδεικτες αυτές κατηγορίες εναντίον της Ρωσίας, σχετικά με την ενεργό της ανάμειξη  στην προσπάθεια  ενός αρνητικού αποτελέσματος στο σκοπιανό δημοψήφισμα της 30/09, αναφέρονται και στην Ελλάδα, και μάλιστα με εξοργιστικό τρόπο. Οι δύο σ. του παραπάνω άρθρου, υποστηρίζουν ότι Έλληνες αξιωματούχοι κατηγόρησαν τους Ρώσους για….εξαγορά Ελλήνων, προκειμένου να αντιδράσουν στη συμφωνία των Πρεσπών, και αυτός ήταν ο λόγος της απέλασης από την Ελλάδα δύο Ρώσων διπλωματών. Η κατηγορία αυτή, που εμφανώς αγγίζει τα όρια του παραλογισμού, εκλαμβάνει   τους 7 στους 10 Έλληνες, που με βάση όλες τις  σχετικές έρευνες, τίθενται αναφανδόν εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών, ως…….”εξαγοραζόμενους από τη Ρωσία”!!! Και πιο συγκεκριμένα,  οι πληροφορίες αυτού του  πρωτοσέλιδου άρθρου στο International New York Times της 18ης τρέχοντος, προσθέτουν στους γνωστούς ήδη χαρακτηρισμούς  εναντίον όσων λαμβάνουν μέρος στα συλλαλητήρια   για τη μη εκχώρηση, στους Σκοπιανούς, του ονόματος, της ανύπαρκτης μακεδονικής γλώσσας και της, επίσης, ανύπαρκτης μακεδονικής ταυτότητας (δηλαδή, στους χαρακτηρισμούς ως  ετερόκλητους, περίεργους, φασίστες, ακροδεξιούς, εθνικιστές  και χρυσαυγίτες),  προσθέτουν επαναλαμβάνω  και το χαρακτηρισμό των προδοτών. Αυτών, δηλαδή, που εξαγοράζονται από ξένη χώρα για να στραφούν εναντίον των συμφερόντων της πατρίδας τους. Και οι “κακοί” αυτοί Έλληνες,  που δε θέλουν το καλό της πατρίδας τους, κατά το  πνεύμα των πληροφοριών του πρωτοσέλιδου πάντοτε,  άρθρου, εκπροσωπούν  τελικά γύρω στο  70% του ελληνικού πληθυσμού!!

Συμπεραίνω ότι ένας καταιγισμός αντιδράσεων, για την προέλευση και τους στόχους αυτής της άθλιας προπαγάνδας  εναντίον  της συντριπτικής πλειονοψηφίας των Ελλήνων, έχει ήδη αργήσει.

 Το ενδιαφέρον ΕΕ και ΝΑΤΟ εξαντλείται στην εξασφάλιση ονόματος για την πρόσβαση  των Σκοπίων στους κόλπους τους

Στο περί ού ο λόγος άρθρο, εξάλλου, δεν γίνεται  λόγος για την ανάγκη εκχώρησης από την Ελλάδα στα Σκόπια των  ανύπαρκτων στοιχείων “μακεδονικής γλώσσας” και  “μακεδονικής ταυτότητας”. Ένα όνομα, οποιοδήποτε όνομα, φαίνεται  να   αρκεί, εφόσον εξασφαλίζει την είσοδο  του σλαβικού κρατιδίου στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.   Και εύλογα διερωτάται κανείς, για ποιους ακριβώς λόγους η ελληνική Κυβέρνηση δεν αρκέστηκε στο να δωρίσει το όνομα, αλλά πρόσφερε επιπλέον στους Σκοπιανούς, τα δύο αυτά θανάσιμης   επικινδυνότητας  για την Ελλάδα, σημεία της συμφωνίας;

Τα Σκόπια, κέντρο συρροής ανώτατων αξιωματούχων της  ΕΕ και του ΝΑΤΟ

Η αγωνία, για το αποτέλεσμα του προσεχούς δημοψηφίσματος των Σκοπίων έχει φθάσει στο κατακόρυφο και έτσι εξηγείται η πρωτοφανής συρροή ανώτατων αξιωματούχων στο σκοπιανό έδαφος. Εξάλλου,  δεν χρειάστηκε να δοθεί  η οποιαδήποτε  δικαιολογία για τη μαζική  μετακίνηση  των υψηλά ιστάμενων Δυτικών στα Σκόπια, διότι κρίθηκε  δεδομένο ότι το δυτικό μοντέλο διακυβέρνησης κινδυνεύει αν τα Σκόπια παραμείνουν εκτός ΝΑΤΟ και ΕΕ. Και σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, υπάρχει σιωπηρή συναίνεση των κρατούντων στη Δύση, ότι όλα επιτρέπονται. Ακόμη, και η αναστολή της εφαρμογής της δημοκρατίας, για όσο χρόνο κρίνεται απαραίτητη. Νομιμοποιείται, έτσι, η χρήση  κάθε διαθέσιμου μέσου, που υπόσχεται να βοηθήσει τη σκοπιανή περίπτωση,  ώστε το αποτέλεσμα του  δημοψηφίσματος να είναι οπωσδήποτε ΝΑΙ. Αλλά, και  αν, παρ’ ελπίδα, καταλήξει σε ΟΧΙ, δεν υπάρχει καταρχήν πρόβλημα, δεδομένου ότι  με βάση προηγούμενη σχετική “νομολογία” το ΟΧΙ μετατρέπεται αυτόματα σε ΝΑΙ.

Τι φοβάται η Δύση από ένα ΟΧΙ στο σκοπιανό δημοψήφισμα;

Ποιος είναι ο μεγάλος φόβος της Δύσης, σχετικά με την ψήφο του  μικροσκοπικού κρατιδίου των  Σκοπίων, ώστε να δικαιολογεί αυτή την, χωρίς προηγούμενο, πανικόβλητη κινητοποίηση των κορυφαίων θεσμών της Δύσης; Ο φόβος της Δύσης είναι  ότι αν παραμείνει το σλαβικό κρατίδιο εκτός   ΝΑΤΟ και ΕΕ,  τα Βαλκάνια  θα περιπέσουν στην κυριαρχία της Ρωσίας, κάτι που πρέπει να αποφευχθεί με κάθε θυσία.

Ωστόσο, είναι ανεξήγητο το πώς και το γιατί η Δύση επικεντρώνει τους φόβους απώλειας της κυριαρχίας της, στη Ρωσία, ενόσω η Κίνα, συνοδευμένη  από τη Ρωσία, αλωνίζει σε 3 ηπείρους, και τα Βαλκάνια περιλαμβάνονται σε αυτές. Δεν θα επεκταθώ, εδώ, σε αυτό τον παράλογο, όπως πιστεύω, φόβο, καθώς υπάρχει σχετική  ανάλυσή μου στο νέο  υπό εκτύπωση βιβλίο μου “Το τέλος της οικονομικής κυριαρχίας της Δύσης” (υπό  εκτύπωση στον ΙΑΝΟ).

Και με όλα αυτά πού  έχει καταφύγει έντρομη η δημοκρατία δυτικών προδιαγραφών;

Η Δύση, ο πολιτισμός της και η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι το σπίτι μας, και οφείλουμε να το υπερασπιζόμαστε με κάθε θυσία. Ωστόσο,   με την απλή επίκληση της ετικέτας της δημοκρατίας νομιμοποιούνται τα χειρότερα εγκλήματα, όπως και αυτό της   παραποίησης της ιστορίας χιλιετηρίδων, στην περιοχή των Βαλκανίων. Πως, ακριβώς, αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία οι δυτικοί σύμμαχοί  μας, όταν οι παρεμβάσεις τους, για την αλλοίωση της  βούλησης των λαών, που καλούνται σε δημοψήφισμα, είναι τόσο εξόφθαλμες, τόσο τραυματικές, αλλά και τόσο απαράδεκτες, ώστε να επικρατεί και να εφαρμόζεται η αντίθετη της εκφρασμένης λαϊκή βούληση; Και, τέλος, για πόσο διάστημα ακόμη, πριν το δυτικό σύστημα υποκατασταθεί  ολοκληρωτικά από τα αποκαλούμενα “λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα”, θα μπορεί η Δύση να παραποιεί τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, στο όνομα της δημοκρατίας που, καθημερινά, ποδοπατάει;

*”Hindering the path to NATO” Scopje, Makedonia (2018), των Marc Santora και Julian E, Barnes, International New York Times, 18/09 (με Καθημερινή)