Αρχική Blog Σελίδα 2761

Η -19ου αιώνα- υψηλή στρατηγική του Trump

1

Τα θέματα της ομιλίας του στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχουν βαθιές ρίζες στην ιστορία των ΗΠΑ

 Τα απομονωτικά ένστικτα του Τραμπ και η επίθεσή του στην πολυμέρεια, την παγκοσμιοποίηση, την προώθηση της δημοκρατίας και τη μετανάστευση, έχουν προκαλέσει παθιασμένη αντιπαράθεση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Και για καλό λόγο. Μια υψηλή στρατηγική που δημιουργήθηκε για τον 19ο αιώνα είναι ακατάλληλη για τον 21ο.

Ο CHARLES A. KUPCHAN είναι καθηγητής Διεθνών Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο Georgetown και ανώτερος συνεργάτης του Council on Foreign Relations.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας [προ]χθες στην Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, σηματοδότησε εσκεμμένα μια οριστική ρήξη με την διεθνιστική συναίνεση που καθοδήγησε την υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. «Ποτέ δεν θα παραδώσουμε την αμερικανική κυριαρχία σε μια μη εκλεγμένη, ανεξέλεγκτη παγκόσμια γραφειοκρατία», δήλωσε. «Τα κυρίαρχα και ανεξάρτητα έθνη είναι το μόνο όχημα όπου η ελευθερία έχει επιζήσει ποτέ, η δημοκρατία έχει αντέξει ποτέ, ή η ειρήνη έχει ευημερήσει ποτέ. Και πρέπει να προστατέψουμε την κυριαρχία μας και την αγαπημένη μας ανεξαρτησία πάνω απ’ όλα». Επιτέθηκε ψυχροπολεμικά στην πολυμέρεια και στην παγκόσμια διακυβέρνηση -και τα σχόλια που ακολούθησαν σημείωναν δεόντως το πόσο έντονα το μήνυμά του απέκλινε από εκείνο των προκατόχων του.

Αλλά το είδος του Trump δεν είναι στην πραγματικότητα εκτός γραμμής με μεγάλο μέρος της ιστορίας των ΗΠΑ. Αντί γι’ ατό, απορρίπτει τις βασικές αρχές της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπέρ ενός παλαιότερου τρόπου σκέψης για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Όπως υποστήριξα στο τεύχος Μαρτίου/Απριλίου 2018 αυτού του περιοδικού («Η σύγκρουση των εξαιρετικοτήτων», [The Clash of Exceptionalisms]) [1], το «Πρώτα η Αμερική» έχει βαθιές ρίζες στο παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι μια έκκληση για επιστροφή σε μια εποχή πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο -σε μια προηγούμενη επανάληψη της αμερικανικής εξαιρετικότητας και ενός παλιού είδους πολιτικής τέχνης. Η εχθρότητα απέναντι στην συμμετοχή των ΗΠΑ σε διεθνή σύμφωνα, ο οικονομικός προστατευτισμός, η αποστροφή προς την προώθηση της δημοκρατίας, ο ρατσιστικά χρωματισμένος εθνικισμός, ο απομονωτικός πειρασμός- αυτές οι πτυχές της προσέγγισης του Trump «Πρώτα η Αμερική», είναι ακριβώς έξω από το σενάριο που συνέθετε την εξωτερική πολιτική στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ΗΠΑ πριν από την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.

27092018-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απευθύνεται στην 73η σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2018. CARLOS BARRIA / REUTERS
—————————————————————–

Δεδομένου ότι ο Trump δεν είναι γνωστός για το βάθος και το εύρος των ιστορικών του γνώσεων, είναι πιο πιθανό ότι δεν βασίζει την εξωτερική πολιτική του σε μια στενή ανάγνωση του παρελθόντος των Ηνωμένων Πολιτειών. Φαίνεται, όμως, ότι έχει μια εκπληκτική ικανότητα να παίζει με μια κεντρική [εκλογική] βάση της χώρας που αισθάνεται ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση λόγω της παγκοσμιοποίησης, της μετανάστευσης και μιας εκτεταμένης αντίληψης των διεθνών υποχρεώσεων -και η οποία, ως εκ τούτου, λαχταρά τις Ηνωμένες Πολιτείες του παρελθόντος.

Στην ομιλία του ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης, ο Trump επιτέθηκε στην πολυμέρεια της μεταπολεμικής εποχής και τόνισε ότι η κορυφαία του προτεραιότητα είναι να ανακτήσει την εθνική κυριαρχία. Συνέχισε με το να στοχεύει τον έναν κανονιοβολισμό μετά τον άλλον κατά διεθνών θεσμικών οργάνων όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του στο ίδιο σώμα πέρσι, το θέμα του ήταν παρόμοιο: Επανειλημμένα κάλεσε για έναν κόσμο «ισχυρών, κυρίαρχων εθνών», που το καθένα προσπαθεί να βρεθεί πρώτο.

Ο Trump υποστήριξε αυτή την ρητορική με δράση. Έχει αποσυρθεί από το ένα σύμφωνο μετά το άλλο, από την συμφωνία του Παρισιού μέχρι την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Έχει ορίσει έναν σύμβουλο για την εθνική ασφάλεια, τον John Bolton, γνωστό για την εχθρότητά του σε συμφωνίες που παραβιάζουν την αμερικανική κυριαρχία. Ο Trump είναι εχθρικός ακόμη και για θεσμούς των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μέλος: Υποστηρίζει την απόσυρση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ευθυγραμμίζεται με τις λαϊκιστικές κυβερνήσεις στην Ιταλία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, οι οποίες είναι εχθρικές προς το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η μονομέρεια του Trump είναι ένα απότομο ρήγμα με το μεγαλύτερο μέρος του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά αυτό δεν την καθιστά κάτι νέο. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προτίμησαν να προχωρήσουν μόνες τους, αποφεύγοντας το ένα διεθνές σύμφωνο μετά το άλλο -συμπεριλαμβανομένης της Κοινωνίας των Εθνών, πνευματικό τέκνο του Αμερικανού προέδρου Woodrow Wilson. Όπως το έθεσε ο George Washington στην Αποχαιρετιστήρια Ομιλία του, «Ο μεγάλος κανόνας συμπεριφοράς για εμάς όσον αφορά τα ξένα έθνη είναι, στην επέκταση των εμπορικών σχέσεών μας να έχουμε μαζί τους όσο το δυνατόν λιγότερη πολιτική σύνδεση».

Ο Trump επικεντρώνεται στις εμπορικές σχέσεις του έθνους, αλλά προτιμά τον προστατευτισμό και την αμοιβαιότητα αντί το ελεύθερο εμπόριο. Χθες στον ΟΗΕ, επέμεινε ότι το εμπόριο πρέπει να είναι «δίκαιο και αμοιβαίο». Ο Trump πυροδότησε μια σειρά εμπορικών πολέμων επιβάλλοντας δασμούς στις εισαγωγές για να προστατεύσει τους κατασκευαστές των ΗΠΑ και θέλει οι εμπορικοί εταίροι να προσφέρουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα εμπορεύματα των ΗΠΑ.

Και αυτό δεν είναι κάτι νέο. Η Συνθήκη Μοντέλο (Model Treaty), που συντάχθηκε πρωτίστως από τον John Adams και εγκρίθηκε από το Ηπειρωτικό Κογκρέσο (Continental Congress) στις 17 Σεπτεμβρίου 1776, ζητούσε αμοιβαίο, όχι ελεύθερο, εμπόριο με άλλα έθνη. Και οι δασμοί προστάτευσαν την αναπτυσσόμενη βιομηχανική βάση των Ηνωμένων Πολιτειών από την εποχή της ίδρυσής τους μέχρι την ανάδυσης του έθνους ως μεγάλη δύναμη.

Η άποψη του Trump για την προώθηση της δημοκρατίας μοιάζει και με εκείνη της προγενέστερης εποχής περισσότερο απ’ ό, τι κάνει με την συναίνεση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει απομακρυνθεί από αυτό το είδος δέσμευσης, και κάλεσε τα μεμονωμένα έθνη να καταγράψουν την δική τους πολιτική πορεία. Όπως το έθεσε χθες στον ΟΗΕ, «τιμώ το δικαίωμα κάθε έθνους σε αυτή την αίθουσα να ακολουθήσει τα δικά του έθιμα, τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα σας πουν πώς να ζείτε ή να εργάζεστε ή να λατρεύετε. Ζητάμε μόνο να σέβεστε την κυριαρχία μας σε αντάλλαγμα». Ο Trump μάλιστα φαίνεται να έχει κάποια στοργή για τον αυταρχισμό, προτιμώντας τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, και τον ανώτατο αρχηγό της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, από δημοκρατικούς συμμάχους όπως η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο Καναδός πρωθυπουργός, Justin Trudeau.

Οι ιδρυτές [των ΗΠΑ] δεν μοιράζονταν καθόλου την στοργή του Trump για τον αυταρχισμό. Αλλά όντως μοιράζονται το σκεπτικισμό του προς την παρέμβαση στις εγχώριες υποθέσεις άλλων εθνών: Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν ένας φάρος δημοκρατίας, αλλά όχι ένας σταυροφόρος. Είτε στην Λατινική Αμερική την δεκαετία του 1820 είτε στην Ευρώπη στην δεκαετία του 1840, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπέρασαν τη μια ευκαιρία μετά την άλλη για να παρέμβουν υπέρ των φιλελεύθερων αιτιών. Η λογική πίσω από αυτό ήταν ξεκάθαρη. Η παρέμβαση στις υποθέσεις των άλλων ήταν ασυμβίβαστη με τις αξίες των ΗΠΑ και διακινδύνευε να βυθίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε περίπλοκες μακρινές συγκρούσεις. Ο Τραμπ θα συμφωνούσε ολόψυχα.

Η φυλετικά χρωματισμένη αντίληψη του Trump σχετικά με την αμερικανική ταυτότητα και την εχθρότητα προς τους μη λευκούς μετανάστες έχει εξίσου βαθιές ρίζες στην ιστορία των ΗΠΑ. Από τον Επαναστατικό Πόλεμο μέχρι την εποχή της Ανασυγκρότησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες (που όλες απέτυχαν) να προσαρτήσουν τον Καναδά, εν μέρει επειδή κατοικείτο κυρίως από λευκούς. Αλλά κατά την διάρκεια των ίδιων δεκαετιών, το Κογκρέσο απέρριπτε τη μια προσπάθεια μετά την άλλη για να επεκταθεί η νότια εμβέλεια του έθνους -για παράδειγμα, στον Άγιο Δομίνικο, την Αϊτή ή την Κούβα- κατά κύριο λόγο επειδή αντιδρούσε στην προοπτική ενσωμάτωσης των «κατώτερων λαών» στο πολιτικό σώμα. Η μεταναστευτική πολιτική ακολούθησε αυτό το παράδειγμα.

Ο απομονωτισμός των ιδρυτών -η πεποίθησή τους ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξυπηρετούνταν καλύτερα με το να αποφεύγουν εμπλοκές στο εξωτερικό- ήταν ένα κομμάτι από το όραμά τους για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα εξαιρετικό έθνος. Η διαφύλαξη της ασφάλειας του έθνους και η προστασία του μοναδικού δημοκρατικού πειράματός του απαιτούσαν να στέκεται μακριά από έναν επικίνδυνο κόσμο. Ο Τραμπ δεν έχει κατά κανέναν τρόπο ξαναφέρει το έθνος σε απομονωτική στάση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ένα παγκόσμιο φάσμα στρατηγικών δεσμεύσεων κατά την διάρκεια της θητείας του. Αλλά τα ένστικτα του Trump -και κυβερνάει όντως από ένστικτο- είναι σαφώς απομονωτικά. Διαρκώς διαμαρτύρεται ότι οι σύμμαχοι εκμεταλλεύονται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει εκφράσει την επιθυμία του να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ, τη Νότια Κορέα, το Αφγανιστάν και την Συρία. Δεν έχει εκπληρώσει καμία από αυτές τις δεσμεύσεις -προφανώς οι σύμβουλοί του τον έπεισαν ότι το κόστος για τη μεταφορά των στρατευμάτων στην πατρίδα ξεπερνά τα οφέλη. Όμως, ο Trump αποδείχθηκε αρκετά αξιόπιστος όταν πρόκειται να τηρήσει τις υποσχέσεις του. Ας δούμε τι θα φέρει το υπόλοιπο της προεδρίας του.

Η πολιτική άνοδος του Trump βασίζεται σαφώς στην ικανότητά του να προσελκύει ένα δυσαρεστημένο εκλογικό σώμα, με το να υπόσχεται να γυρίσει πίσω το ρολόι σε μια πιο κυρίαρχη, πιο λευκή, πιο βιομηχανοποιημένη και πιο γεωπολιτικά ανεξάρτητη χώρα. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθειά του να αναπροσανατολίσει την στρατηγική των ΗΠΑ χρησιμοποιώντας μια παλαιότερη εκδοχή της εξαιρετικότητας (exceptionalism) προορίζεται να αποτύχει. Τα απομονωτικά του ένστικτα και η επίθεσή του στην πολυμέρεια, την παγκοσμιοποίηση, την προώθηση της δημοκρατίας και τη μετανάστευση, έχουν προκαλέσει παθιασμένη αντιπαράθεση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Και για καλό λόγο. Μια υψηλή στρατηγική που δημιουργήθηκε για τον 19ο αιώνα είναι ακατάλληλη για τον 21ο.

Ο Trump άνοιξε μια σημαντική συζήτηση για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Αλλά η απάντηση δεν είναι να πάμε πίσω. Αυτό που χρειάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια ανανεωμένη εκδοχή της εξαιρετικότητας για τις νέες εποχές -και μια υψηλή στρατηγική που να ταιριάζει σε αυτήν.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-09-26/trumps-nineteenth-cen…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2018-02-13/clash-e…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

«Η Αργεντινή είναι εκεί, αποκλεισμένη, προβληματική»

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Αναφερόμενος στα προβλήματα της Αργεντινής στις 12-05-2018 στις Ανιχνεύσεις, προέτρεπα να προσέξουν οι κυβερνώντες των Συριζανελ  «να μην παίξουν με τη φωτιά μετά τον προσεχή Αύγουστο στο όνομα του μικροπολιτικού τους συμφέροντος…» http://www.anixneuseis.gr/?p=189456. Όμως οι Έλληνες κυβερνητικοί, ενώ δεν πέτυχαν ακόμα την πρόσβαση της χώρας μας στις αγορές χρήματος με βιώσιμα επιτόκια δανεισμού του 1 με 2% διότι δεν ανακτήσαμε ακόμα την χαμένη μας αξιοπιστία, υπόσχονται σήμερα στους ψηφοφόρους μη περικοπή ή αναβολή περικοπής των συντάξεων από 1-1-2019  και μη διεύρυνση της φορολογικής βάσης από το 2020, αλλά και διανομή 1,2 δις εφάπαξ αναδρομικά και λοιπά φιλοδωρήματα στη λογική του «δώστα όλα». Αυτή η πολιτικάντικη ανακολουθία τους αποτελεί την επιτομή της αναξιοπιστίας της χώρας μας σε ολόκληρο τον κόσμο. Να δεσμεύεσαι δηλαδή χθες ότι θα κάνεις κάποια πράγματα και στη συνέχεια να υπαναχωρείς γιατί δεν σε συμφέρει εκλογικά να τα εφαρμόσεις !

Φυσικά ο γράφων δεν πέφτει από τα σύννεφα για την αναξιοπιστία των κυβερνόντων. Ποιος είναι όμως ο διατρεχόμενος κίνδυνος σήμερα σε περίπτωση αθέτησης των υπεσχημένων ; Η Ελλάδα, ενώ πέτυχε μια μακροοικονομική ισορροπία, δίχως βέβαια ευμεγέθη ανάπτυξη του 4 με 5% τουλάχιστο, να μείνει αποκλεισμένη από τις αγορές, όπως συμβαίνει σήμερα και στην Αργεντινή, και να ξαναπαρακαλάμε το ΔΝΤ να επιστρέψει, όχι πια ως τεχνικός σύμβουλος που είναι σήμερα, αλλά ως πανάκριβος χρηματοδότης με σκληρότατους μεταρρυθμιστικούς όρους.

Τι συμβαίνει στην Αργεντινή σήμερα ;

«Η Αργεντινή βυθίζεται στην οικονομική υποτονικότητα (όπως και η Ελλάδα). Μετά την αντίστοιχη του 2001,

   

μια νέα ύφεση επανέρχεται. Οι Αργεντινοί παρεμποδίζουν την πολιτική του προέδρου Mauricio Macri και την πρόσκληση προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Αυτά συνοψίζονται από τις δημοσιογράφους Christine Legrand και Marie de Vergès στις 26-09-2018 στον ηλεκτρονικό LE MONDE.

Πηγαίνοντας στη Νέα Υόρκη για να συμμετάσχει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (όπως ο κ. Τσίπρας), ο Macri επιχείρησε να καθησυχάσει τους επενδυτές (όπως ο πρωθυπουργός μας) για την κατάσταση της αργεντίνικης οικονομίας. «Η κατάσταση θα βελτιωθεί σιγά σιγά», δήλωσε την περασμένη Τρίτη. Την ίδια στιγμή που στην Αργεντινή, όλες οι μεγάλες πόλεις παρέλυσαν από μια γενική απεργία (που ευτυχώς εμείς δεν ζήσαμε, αφού οι «αγανακτισμένοι» Έλληνες ηρέμησαν πλέον με τους Συριζανελ στην εξουσία!). Ακυρώθηκαν οι πτήσεις, σταμάτησαν τα σχολεία, έκλεισαν οι τράπεζες, οι εμπορικές επιχειρήσεις και η δημόσια διοίκηση …, αναφέρει η ίδια πηγή μας. Βαθιά διχασμένα, τα διάφορα συνδικάτα της Αργεντινής κατάφεραν τελικά να συμπράξουν για να συγκαλέσουν αυτή την εθνική απεργία για να καταγγείλουν την πολιτική της κυβέρνησης και την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Επιτείνοντας δε την υπάρχουσα σύγχυση, ο κυβερνήτης της Κεντρικής Τράπεζας της Αργεντινής Luis Caputo ανακοίνωσε την παραίτησή του την περασμένη Τρίτη. Το νόμισμα της Αργεντινής, το πέσο, έχει χάσει το μισό της ισοτιμίας του σε σχέση με το  δολάριο φέτος. Η κυβέρνηση της Αργεντινής, αδύναμη μπροστά σε αυτή την τρελή κατρακύλα – με υποτίμηση 28% μόνο τον Αύγουστο, σύρθηκε προς το ΔΝΤ ζητώντας του να επιταχύνει τις πληρωμές των δόσεων του δανείου ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων που εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2018. Όπως έγραψε δε ο Raphael Bloch στην εφημερίδα Les Echos στην ηλεκτρονική της έκδοση στις 27-09-2018, το ΔΝΤ ενέκρινε την περασμένη Τετάρτη άλλα 7,1 δις δολάρια, ανεβάζοντας το δάνειο στα 57,1 δις δολάρια. Σε αντάλλαγμα, το Μπουένος Άιρες υποσχέθηκε να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στο μηδέν από το 2019, δηλαδή ένα χρόνο πριν από το χρονοδιάγραμμα. Τούτο συνεπάγεται περαιτέρω φορολογικές αυξήσεις (όπως και σε εμάς), την επιβολή φόρου επί των εξαγωγών και τη συνεχιζόμενη μείωση των επιδοτήσεων για τις δημόσιες συγκοινωνίες και την ενέργεια. Τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με το δάνειο του ΔΝΤ, εκτιμάται ότι θα καθησυχάσουν τις αγορές για την ικανότητα της Αργεντινής να αποπληρώσει το χρέος της. Ο νέος προϋπολογισμός 2019 πρέπει να ψηφιστεί, ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν έχει την πλειοψηφία στο Κογκρέσο ! Εν τω μεταξύ, ο οικονομικός ορίζοντας της χώρας είναι βαθιά προβληματικός. Μια νέα ύφεση φαίνεται αναπόφευκτη, η δεύτερη από την άνοδο στην εξουσία του Macri. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2018, η οικονομική δραστηριότητα έχει ήδη μειωθεί κατά 4,2%. Το ποσοστό ανεργίας αυξάνεται και τώρα πλήττει σχεδόν το 10% του πληθυσμού (το δικό μας είναι λίγο κάτω από το 20%). Η υποτίμηση του νομίσματος τροφοδοτεί τον καλπάζοντα πληθωρισμό. Η άνοδος των τιμών έφθασε το 25% τους πρώτους 8 μήνες του έτους και μάλλον θα υπερβεί το 40% στο τέλος του 2018. Υποτίμηση, πληθωρισμός, απολύσεις, διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ … Για τους Αργεντινούς, το έργο αυτό είναι ξαναπαιγμένο και έχει πικρή γεύση ήδη γνωστή (déjà vu). Ταυτισμένη με τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, η Αργεντινή παρέμεινε τραυματισμένη από την τρομερή χρεοκοπία του 2001 που έριξε εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια. Ήδη, τα οικονομικά των νοικοκυριών πλήττονται σκληρά από το χορό των ακριβών τιμών. Το αλεύρι π.χ. έχει αυξηθεί πάνω από 68% μέσα σε 3 μήνες και η τιμή ενός κιλού ψωμιού έχει αυξηθεί από τα 50 pesos (ή 1,15 ευρώ) σε 80 ή 90 pesos, ανάλογα με τη γειτονιά. Η αγοραστική δύναμη διαβρώνεται και η κατανάλωση μειώνεται. Σύμφωνα με την ένωση των αρτοποιών στο Μπουένος Άιρες, η κατανάλωση ψωμιού μειώθηκε κατά 30% τους τελευταίους 3 μήνες. Η άμεση ανταλλαγή αγαθών με αγαθά ή υπηρεσιών με υπηρεσίες δίχως χρήματα (Le troc), η οποία είχε αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2001, επανεμφανίστηκε σε διάφορα προάστια της πρωτεύουσας. Τα οικιακά σκεύη και τα ρούχα π.χ.  ανταλλάσσονται με φαγητό. Τα συσσίτια πολλαπλασιάστηκαν. «Η Αργεντινή, χώρα των αγελάδων και των σιτηρών, έχει τα βασικά τρόφιμα να αυξάνουν τις τιμές τους», διαμαρτύρεται μια νοσοκόμα διαδηλώτρια στην Place de Mai, απέναντι από το προεδρικό μέγαρο στο Μπουένος Άιρες. Δίπλα της, ένας εκπαιδευτικός προσθέτει: «Μας αυξάνουν τους φόρους, τις τιμές του φυσικού αερίου, του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος. Οι λαϊκές τάξεις και οι εργαζόμενοι θα πληρώσουν την κρίση, ενώ αυτή η χώρα πρέπει να είναι η μόνη στον κόσμο όπου οι δικαστές, μεταξύ άλλων, δεν πληρώνουν φόρους».

Ορισμένοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να αποφευχθούν τα χειρότερα. Υποθέτουν ότι η απότομη υποτίμηση του πέσο θα ενισχύσει τις εξαγωγές. Η ξηρασία του περασμένου έτους πέρασε. Στις αγορές, η συναλλαγματική ισοτιμία έχει αρχίσει να σταθεροποιείται. Ωστόσο, «η εξέλιξη της κατάστασης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις δημοσκοπήσεις», κρίνει ο Carlos Winograd, αναπληρωτής καθηγητής στην Οικονομική Σχολή του Παρισιού και πρώην υφυπουργός οικονομικών της Αργεντινής. Στο μεταξύ, νέες προεδρικές εκλογές (όπως και στην Ελλάδα) θα διεξαχθούν σε ένα χρόνο. Αν η δημοτικότητα του Macri εξακολουθήσει να καταρρέει, «οι επενδυτές θα αρχίσουν να φοβούνται την επιστροφή των λαϊκιστών στην εξουσία και τη μη συνέχιση της οικονομικής πολιτικής», ισχυρίζεται ο Winograd. Στη Νέα Υόρκη ο Macri επιβεβαίωσε ότι θα είναι και πάλι υποψήφιος.

Η τεράστια διαφορά της Ελλάδας από την Αργεντινή είναι ότι εμείς έχουμε στα χέρια μας το ισχυρό ευρώ, έστω κι αν μετράμε τη φτώχια μας σε ευρώ. Δεν έχουμε σήμερα απειλές για κατάρρευση της ισοτιμίας του νομίσματός μας, ούτε συνακόλουθα τις συνέπειες των τερατωδών ανατιμήσεων βασικών προϊόντων, όπως συμβαίνει στην Αργεντινή. Έχουμε κατακτήσει μια μακροοικονομική σταθερότητα η οποία είναι ζητούμενη για την Αργεντινή. Είμαστε κάτω από την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που οι εν Ελλάδι Δραχμιστές ονομάζουν κορσέ, ενώ η Αργεντινή επέλεξε ήδη τον ζουρλομανδύα του ΔΝΤ. Εμείς, αν δεν αθετήσουμε τα υπεσχημένα, αν δημιουργήσουμε και εμπεδώσουμε ένα αναπτυξιακό κλίμα στην Ελλάδα, θα αποκτήσουμε βασίμως πρόσβαση χρηματοδότησης από τις αγορές. Διαφορετικά ; Η Αργεντινή είναι εκεί, αποκλεισμένη, προβληματική.

Ακούτε κύριοι συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι ; Όχι πια κι άλλα προεκλογικά ψέματα.

 

 

 

Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Αυτοψία της Συμφωνίας των Πρεσπών

5

Δεν είναι συμπτωματικός ή τυχαίος ο τίτλος του νέου μου δοκιμίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Πρόκειται πράγματι για μία δύσκολη συμφωνία. Εξηγώ ότι αυτό αφορά τόσο στην διαπραγμάτευση, κυρίως όμως σε σχέση με την εφαρμογή. Αφορά συνεπώς την βιωσιμότητά της. Ας ξεκαθαρίσω, λοιπόν, ότι δεν συνδέεται, δεν εξαρτάται η βιωσιμότητα της αποκλειστικά και μόνο από την ολοκλήρωση της διαδικασίας κύρωσής της από τις δύο χώρες.

Η μακροβιότητά της συναρτάται και συνδέεται κυρίως με την στήριξή και αποδοχή της από την κοινωνία, από την κοινή γνώμη. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν το μέλλον θα με διαψεύσει. Με σημερινά δεδομένα πλέον ασφαλής είναι η θέση ότι τόσο το περιεχόμενο της Συμφωνίας, όσο, κυρίως, ο τρόπος που επέλεξε η κυβέρνησή μας να μην συνεννοηθεί με την αντιπολίτευση δημιουργούν προϋποθέσεις ισχυρής αμφισβήτησης του αποτελέσματος.

Ας προσθέσω ότι στα Βαλκάνια τα πάντα εξακολουθούν να θεωρούνται ως προσωρινές ή μεταβατικές διευθετήσεις, έστω και αν έχουν τον τυπικό χαρακτήρα των δεσμευτικών νομικά και πολιτικά συμφωνιών. Πλέον χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της επίσημης διαπραγμάτευσης μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου για ανταλλαγή εδαφών και νέα μεταβολή των διεθνών συνόρων. Δέκα ακριβώς χρόνια μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας του αποσχισθέντος από την Σερβία Κοσόβου.

Στις 17 Ιουνίου υπογράψαμε με υπερβολικό ενθουσιασμό και εκδηλώσεις που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη μέτρου την Συμφωνία των Πρεσπών με την ΠΓΔΜ (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Τονίζοντας ότι σταθερή επιδίωξή μας ήταν να μην υπάρχει νικητής και ηττημένος. Αλήθεια διερωτώμαι γιατί προηγουμένως δεν φροντίσαμε εξ αρχής να ισχύσει αυτό και στην Ελλάδα;

Να μην διαχωρίζονται, δηλαδή, οι πολίτες και οι πολιτικές παρατάξεις σε νικητές και ηττημένους. Σε φοβικούς και δήθεν δειλούς από την μια και σε δήθεν γενναίους και θαρραλέους από την άλλη, σε πατριώτες και σε ενδοτικούς. Ποιός άραγε ευθύνεται για την πόλωση αυτή;

Παράδειγμα προς αποφυγή

Η κυβέρνηση δείχνει τώρα να εκπλήσσεται από την αντίδραση και την οργή της κοινής γνώμης, την οποία, όμως, η ίδια προκάλεσε. Με την άκριτη και επιπόλαια τακτική της συκοφαντίας και του εξοβελισμού ακόμη και του κόσμου που αυθόρμητα κατέβηκε στα συλλαλητήρια. Να θυμίσω κάποιους χαρακτηρισμούς;

Έχω εδώ και πολλούς μήνες είχα επισημάνει ότι δεν θα συνιστούσα ως εθνικό πρότυπο το μοντέλο της διαπραγμάτευσης που ακολουθήσαμε με την γειτονική μας χώρα. Να θυμίσουμε, λοιπόν, ότι είναι το ζήτημα, το «εθνικό θέμα» που έχει βαθιά επηρεάσει ήδη από το 1992 την πολιτική μας σκηνή, έχει προκαλέσει την ρήξη μεταξύ ενός πρωθυπουργού (Κωνσταντίνος  Μητσοτάκης) και του υπουργού Εξωτερικών (Αντώνης Σαμαράς), την πτώση μίας ελληνικής κυβέρνησης (Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τον Αύγουστο 1993), την παραπομπή της Ελλάδος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (1994), λόγω της επιβολής του εμπάργκο κατά της ΠΓΔΜ και την απομόνωση της Ελλάδος μεταξύ των εταίρων της.

Επιπλέον, την  προσβλητική για τα ελληνικά συμφέροντα μονομερή αμερικανική αναγνώριση της ΠΓΔΜ σαν «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (Νοέμβριος 2004) που πυροδότησε  την διπλωματική μας σύγκρουση με την Ουάσιγκτον πριν, κατά και μετά την Συνάντηση Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (Απρίλιος 2008). Τέλος, στην οδυνηρή καταδίκη της Ελλάδος από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (Δεκέμβριος 2008) μετά από την προσφυγή της ΠΓΔΜ. Τώρα προστέθηκε και ο νέος διχασμός.

Ορθή προσέγγιση και έλλειψη συνεννόησης

Η ορθή προσέγγιση θα ήταν να προσέλθουμε στις διαπραγματεύσεις με τα Σκόπια, έχοντας εξασφαλίσει  στο μέτρο του εφικτού την μεγαλύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και συνοχή. Η κυβέρνησή μας, όμως, προσπάθησε συστηματικά μέσω του Μακεδονικού να κατηγορήσει, να διεμβολίσει και να απαξιώσει την αντιπολίτευση. Στην πραγματικότητα, με την αδόκιμη αυτή τακτική υπονόμευσε κυρίως τις δικές της επιλογές. Κυρίως, όμως, την «δική» της Συμφωνία των Πρεσπών. Αφήνω συνειδητά κατά μέρος το πραγματικό γεγονός  ότι την Συμφωνία στηρίζει μόνο το ένα μέρος της Κυβέρνησης που την διαπραγματεύτηκε. Πρωτοτυπούμε.

Δεν γνωρίζω  αν η Συμφωνία αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου. Αποτελεί αναμφίβολα και για τις δύο χώρες ένα επώδυνο συμβιβασμό. Στο βιβλίο/δοκίμιο μου «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία», το οποίο προλογίζει με ένα βαθιά πολιτικό κείμενο –ένα δοκίμιο στην πραγματικότητα– ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επιχειρώ μία πρώτη ανάλυση και αποτίμησή της.

Η έλλειψη συνεννόησης και η επικράτηση πολωτικού πολιτικού κλίματος που αποκτά  στοιχεία διχασμού πλέον, αποδυναμώνει την εικόνα της Ελλάδος και αναιρεί στην πράξη ακόμη και τα αναμφίβολα θετικά στοιχεία. Εννοώ το erga omnes για το όνομα Βόρειος Μακεδονία, με συνταγματική αναθεώρηση, που προβλέπει η Συμφωνία. Η κατάσταση αυτή  εδώ και μήνες αποπροσανατολίζει ακόμη περισσότερο την κοινή γνώμη που εδώ και δέκα χρόνια είναι απαισιόδοξη, θυμωμένη και απογοητευμένη. Υπάρχει, συνεπώς, άμεση σχέση  αιτίου και αιτιατού.

Κρίμα…

Αν η κυβέρνηση, και ειδικότερα συγκεκριμένα στελέχη της, αντί των λοιδοριών και περιφρονητικών χαρακτηρισμών (ακροδεξιοί, εθνικιστές, ανίκανοι, δειλοί, φοβικοί κλπ) κατά των πολιτικών της αντιπάλων της είχε δρομολογήσει ήδη από το φθινόπωρο του 2017 ένα σοβαρό πλαίσιο πραγματικής συνεννόησης με τις πολιτικές παρατάξεις της Βουλής, αναμφίβολα η κατάσταση σήμερα θα ήταν ευκολότερη. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τόσο διαφορετικά. Κρίμα…

Με την οξύτητα του πολιτικού λόγου στην οποία  προσέφυγαν στελέχη της πριν, κατά και μετά τη συνομολόγηση της Συμφωνίας των Πρεσπών, υποχρέωσαν την αντιπολίτευση να επιλέξει μία αντίστοιχη αμυντική θέση, στα χαρακώματα της άρνησης. Δεν ήταν σίγουρα η καλύτερη κοινοβουλευτική στιγμή της αντιπολίτευσης. Έκρινε, όμως, ότι ήταν η πλέον ασφαλής.

Οι λύσεις που βρίσκονται, αν δεν στηριχθούν ευρύτερα από την κοινωνία και την κοινή γνώμη, δεν μπορούν να αντέξουν στην δοκιμασία του χρόνου. Θα καταγράφονται ως πολιτικές αποφάσεις κάποιων πολιτικών ελίτ.

Συνοψίζοντας το νέο μου αυτό δοκίμιο, καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: «Στην καλύτερη περίπτωση θα πορευόμαστε με μία Συμφωνία, η οποία, ας το ομολογήσουμε, με την επιτυχή επίλυση του ονοματολογικού ελαφρύνει  μεν τα βάρη της ελληνικής πολιτικής, μεταφέρει, όμως, ταυτόχρονα στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές  προκλήσεις του Μακεδονικού ζητήματος. Εύχομαι και ελπίζω να κάνω λάθος».

Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Αυτοψία της Συμφωνίας των Πρεσπών

Ποιά στρατηγική για την Τουρκία;

0

Ο ρόλος του ευρωπαϊκού παράγοντα

Περίληψη:

Η ενεργότερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο επίπεδο της «εξωτερικής εξισορρόπησης» της τουρκικής απειλής, εξακολουθεί να παραμένει ακριβό ζητούμενο ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν εξέπνευσε η στρατηγική του Ελσίνκι.*

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα (από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μέχρι το τέλος της πρώτης μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας), η Ελλάδα αντιμετώπιζε τον «εξ ανατολών» γείτονά της ως τον μεγάλο στρατηγικό αντίπαλο που δεν είναι ευχαριστημένος από το υπάρχον status quo στο Αιγαίο και έχει αναθεωρητικές βλέψεις, τις οποίες εκφράζει με σειρά επίσημων ή/και «ημι-ανεπίσημων» δηλώσεων, καθώς και με συγκεκριμένες ενέργειες που αφορούν τόσο στην απειλή χρήσης βίας όσο και στην ίδια την χρήση βίας (τουρκική εισβολή στην Κύπρο).

Ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων απειλούμενων μικρών κρατών, η Ελλάδα βασίστηκε στις δύο κεντρικές δυνατότητες που διαθέτουν τα κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν σοβαρές εξωτερικές απειλές: Την «εσωτερική εξισορρόπηση», που αφορά στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, των εξοπλισμών κλπ. και την «εξωτερική εξισορρόπηση», που αφορά στην σύναψη συμμαχιών με άλλα κράτη, την συμμετοχή του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς από τους οποίους ένα απειλούμενο κράτος επιχειρεί να προμηθευτεί ασφάλεια κλπ. Στο πλαίσιο αυτό, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974 και μετά –είτε διακατέχονταν από μια «κουλτούρα επίλυσης» όσον αφορά στην αντιπαράθεση με την Τουρκία είτε διακατέχονταν από μια «κουλτούρα μη-επίλυσης» ή ακόμη και μη-διαλόγου με την Τουρκία— διατήρησαν ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής τους σε επίπεδο «εσωτερικής εξισορρόπησης» την στρατιωτική αποτροπή της τουρκικής απειλής.

26092018-1.jpg

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ταγίπ Ερντογάν, στη Νέα Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018.. Kayhan Ozer/Presidential Press Office/Handout via REUTERS
———————————————————————

Διαφοροποιήθηκαν, βεβαίως αρκετά –και σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικά— σε επίπεδο «εξωτερικής εξισορρόπησης» της Τουρκίας. Είχαμε, έτσι, κυβερνήσεις (όπως του Ανδρέα Παπανδρέου) οι οποίες με μοναδικό στόχο την αποτροπή ενός αναθεωρητικού γείτονα επέλεγαν πολιτικές μη-διαλόγου (ή «μη-πολέμου») χρησιμοποιώντας την συμμετοχή της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση) ως ευκαιρία και ως δυνατότητα αποδυνάμωσης της Τουρκίας. Από την άλλη, είχαμε άλλες κυβερνήσεις (π.χ. εκείνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή/και εκείνη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που επέλεγαν έναν ενεργητικό διάλογο με την Τουρκία με στόχο την επίλυση όλων των ελληνοτουρκικών διαφορών, επιχειρώντας παράλληλα να δουν την συμμετοχή της χώρας στους διεθνείς οργανισμούς –κυρίως τη συμμετοχή της Ελλάδας στον αμυντικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Ένωσης— ως μέσο ενίσχυσης της διεθνούς της θέσης, επιχειρώντας έτσι να αποκτήσουν εκείνα τα εξωτερικά ερείσματα που θα κατάφερναν –κατά το βέλτιστο– να λειτουργήσουν ως «προμηθευτές ασφάλειας» (security providers) [1] και –κατά το ελάχιστο– να ενισχύσουν την εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έναντι της τουρκικής απειλής.

Κοινή, μάλιστα, ήταν η θέση όλων σχεδόν των κυβερνήσεων ότι, όσον αφορά στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αυτή θα ορίζεται πάντα από την Αθήνα στην λογική μιας «υπό όρους τιμωρίας» της Τουρκίας, που σε απλά ελληνικά σήμαινε: «Για να γίνεις υποψήφια, θα πρέπει πρώτα να αλλάξεις». Οι αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων του Λουξεμβούργου το 1997 και του Κάρντιφ το 1998 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολιτικής, μέχρι και σχεδόν τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ [2]

Η εμφάνιση μιας σειράς πρόσφορων συστημικών και περιφερειακών εξελίξεων σε συγκεκριμένες μεταβλητές της εξίσωσης που αφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αλλάζει θεμελιωδώς το πλαίσιο των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία. Εν πρώτοις, είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι εξελίξεις σε σχέση με συγκεκριμένους παγκόσμιους και περιφερειακούς πρωταγωνιστές, όπως: (α) το «ευρωπαϊκό big bang», δηλαδή η απόφαση της ΕΕ να προχωρήσει -ειδικά μετά τον πόλεμο στο Κόσσοβο- την διαδικασία διεύρυνσής της στην Ανατολική, Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη), (β) η κυβερνητική αλλαγή στην Γερμανία (με την εκλογή Schroeder και την δημιουργία κυβέρνησης συνασπισμού με την συμμετοχή των Πρασίνων) και η συνακόλουθη δημόσια υποστήριξη μιας τουρκικής υποψηφιότητας, (γ) η σταδιακή αναγνώριση από πολλές ευρωπαϊκές χώρες της δυνατότητας της Τουρκίας να παίξει τον ρόλο της γέφυρας με τις συνορεύουσες περιοχές (Μέση Ανατολή, Καύκασος, Κεντρική Ασία) προωθώντας τα ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα, και (δ) η σύγκλιση της αντίληψης και των απόψεων των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τον δυνητικό ρόλο της Τουρκίας στην αντιμετώπιση νέων «δι-εθνικών» προκλήσεων και απειλών σε συνορεύουσες περιοχές. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Τουρκία θεωρείται πλέον απαραίτητη στην προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας [δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στην ατζέντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999, μαζί με την τουρκική υποψηφιότητα, έχουμε και την ανάδειξη μιας περισσότερο ενισχυμένης Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ)].

Ούσα πεπεισμένη ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας, παρά η διαιώνισή τους, και αντιλαμβανόμενη τις ευκαιρίες που έθετε το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον της εποχής, η κυβέρνηση Σημίτη διείδε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας την δυνατότητα να συνδέσει το ισχυρό ενδιαφέρον και κίνητρό της για ενίσχυση των –κυρίως θεσμικών– δεσμών της με την ΕΕ, με την ικανοποίηση συγκεκριμένων κριτηρίων και προϋποθέσεων οι οποίες αναμένονταν να προωθήσουν τα ειδικότερα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Θα επιλέξει έτσι να προωθήσει μια συνολική στρατηγική εξισορρόπησης της Τουρκίας με κεντρικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση (είναι ενδιαφέρον ότι η στρατηγική εκείνη έγινε δημοσίως αποδεκτή και νομιμοποιήθηκε μόνον από το φιλελεύθερο τμήμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας).

Η νέα αυτή «στρατηγική κοινωνικοποίησης» (socialization strategy) που υιοθέτησε η Ελλάδα, συνιστούσε επί της ουσίας μια «στρατηγική εξισορροπητικής εμπλοκής/δέσμευσης» (balancing engagement) [3] της Τουρκίας, καθώς η Ελλάδα ανέμενε ότι η δέσμευση της Τουρκίας στην υποχρεωτική διαδικασία υιοθέτησης και εσωτερίκευσης των νορμών και των κανόνων συμπεριφοράς της ΕΕ –εντός της οποίας η Ελλάδα διέθετε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ούσα ήδη μέλος της– θα διευκόλυνε και την προσπάθεια εξωτερικής εξισορρόπησης της Τουρκίας καθώς ένα σημαντικό βάρος της συνεχούς εξισορροπητικής προσπάθειας που είχε αναλάβει μόνη της η Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 θα αναλαμβανόταν πλέον (στο πεδίο της εξωτερικής εξισορρόπησης) και από την ΕΕ, μέσω των διαφόρων υποχρεώσεων που θα επέβαλε στην Τουρκία, αναμένοντας και ανάλογη συμπεριφορά.

Θεσμικό αποκορύφωμα της νέας αυτής ελληνικής στρατηγικής απετέλεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, όπου η Ελλάδα θα εγκαταλείψει μια συνεπή και πολύχρονη πολιτική αποκλεισμού της Τουρκίας από την Ευρώπη αίροντας –υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις— το βέτο που συνεπώς ασκούσε, με αποτέλεσμα η Τουρκία να αποκτήσει καθεστώς χώρας υποψήφιας για ένταξη στην ΕΕ. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι θα δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο επιτυγχάνοντας, για πρώτη φορά στην ιστορία των σχέσεων των δύο χωρών, την σύνδεση μιας σειράς από ασύνδετα μέχρι τότε ζητήματα: Την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (ανεξαρτήτως λύσης του πολιτικού προβλήματος), την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, και την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, ενώ πρόοδος στο κάθε ζήτημα ξεχωριστά προϋπέθετε και συνεπάγονταν πρόοδο στα άλλα ζητήματα.

Μέσα από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι, η ΕΕ δεν θα παραμείνει απλώς, μέσα από την διαδικασία του «εξευρωπαϊσμού», ένας εξωτερικός «παράγοντας θετικής επιρροής» της Τουρκίας (τόσο στο εσωτερικό της, μέσω της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού της, όσο και στην εξωτερική της συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο) αλλά, το σημαντικότερο, θα μετατραπεί σε έναν «ενεργητικό δρώντα» ο οποίος θα θέσει για πρώτη φορά στην Τουρκία ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο τεσσάρων χρόνων εντός του οποίου, εάν επιθυμεί να συνεχιστεί η ευρωπαϊκή της πορεία, θα πρέπει να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα. Παράλληλα, μέσω των αποφάσεων του Ελσίνκι, η ΕΕ θα υποχρεώσει την Τουρκία να αποδεχτεί την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (που σταθερά ηρνείτο ήδη από την δεκαετία του ’70), στο οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να παραπέμψει τις διαφορές της με την Ελλάδα εάν δεν κατέληγαν σε συμφωνία οι μεταξύ τους συνομιλίες.

26092018-2.jpg

Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κωνσταντίνος Σημίτης (αριστερά) σε χειραψία με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας, Μπουλέντ Εσέβιτ (δεξιά), ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ (2ος από αριστερά) καλωσορίζει τον πρωθυπουργό της Σλοβενίας, Μίκουλας Ντζουρίντα (2ος δεξιά) στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι στις 11 Δεκεμβρίου 1999. Η ΕΕ ήλπιζε να τερματίσει ομαλά μια δύσκολη και συχνά διχαστική σύνοδο κορυφής το Σάββατο φιλοξενώντας τους ηγέτες της Τουρκίας και 12 άλλων χωρών που θα μπορούσαν μια μέρα να ενταχθούν στην πλούσια ευρωπαϊκή λέσχη. REUTERS
———————————————————————————

Η νέα αυτή στρατηγική της Ελλάδας αναπτύσσεται μέσα σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό κλίμα λόγω της προσέγγισης (rapprochement) που έχει προηγηθεί ανάμεσα στις δύο χώρες και της «διπλωματίας των σεισμών», που ακολούθησε τους καταστροφικούς σεισμούς στην Κωνσταντινούπολή τον Αύγουστο και στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1999. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το νέο αυτό πλαίσιο όσον αφορά στις σχέσεις των δύο χωρών αποδεικνύεται και αρκετά αποδοτικό αναφορικά με μια σειρά θετικών αλλαγών τόσο σε διάφορα αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα (των θεσμών, της ελίτ και της κοινωνίας) στο εσωτερικό της Τουρκίας [4] όσο και σε σχέση με τον χαρακτήρα και την ουσία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με αποτέλεσμα την σταδιακή αμφισβήτηση της κεμαλικής ορθοδοξίας, τον εξορθολογισμό και την υιοθέτηση μιας πολυμερούς αντίληψης στις σχέσεις της με την Ελλάδα και απέναντι στο Κυπριακό πρόβλημα (ένα ζήτημα που παραδοσιακά αποτελούσε «υπαρξιακό ζήτημα» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής) [5]. Σε διμερές επίπεδο το νέο «μετά-Ελσίνκι» πλαίσιο των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, ενίσχυσε το αίσθημα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών μέσω της προώθησης και συμφωνίας σειράς Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) καθώς και το επίπεδο οικονομικής συνεργασίας, με πληθώρα κατά την περίοδο αυτή (2000-2004) συμφωνιών σε «ζητήματα χαμηλής πολιτικής». Ταυτόχρονα, με ορίζοντα την καταληκτική ημερομηνία του Δεκεμβρίου 2004, ξεκινούν και προχωρούν με ουσιαστικό τρόπο οι ελληνοτουρκικές «διερευνητικές συνομιλίες» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με τελικό στόχο την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ

Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, η οποία αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας τον Μάρτιο του 2004, δεν διακατέχεται από την «κουλτούρα επίλυσης» η οποία χαρακτήριζε τόσο την απελθούσα κυβέρνηση Σημίτη όσο και τις κυβερνήσεις του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή κατά την δεκαετία του 1970 [6]. Διακατέχεται αντίθετα από μια «χρησιμοθηρική κουλτούρα», η οποία υποστηρίζει τον διάλογο μεταξύ των δύο χωρών στον βαθμό που αυτός προσφέρει ένα σταθερό επίπεδο σχέσεων μεταξύ μιας απειλούμενης Ελλάδας και μιας απειλητικής Τουρκίας, και επιτρέπει στην Ελλάδα να «αγοράσει τον χρόνο» που χρειάζεται προκειμένου να προχωρήσουν ήδη δρομολογημένες από την κυβέρνηση Σημίτη (και επωφελείς για την Ελλάδα) διαδικασίες, με σημαντικότερη τον «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας.

Όπως είναι αναμενόμενο, η αντίληψη αυτή δεν υποστηρίζει την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών –αλλά μόνο μεσοπρόθεσμα την εξομάλυνσή τους και την επίτευξη ενός επιπέδου σταθερότητας [7] – καθώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί το κόστος του συμβιβασμού που θα συνεπάγεται η επίλυση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση Καραμανλή συνεχίζει την πολιτική που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση Σημίτη τόσο σε διμερές επίπεδο (μέσω της διατήρησης του «διχτυού ασφαλείας» που προσφέρουν κάποιες συμφωνίες Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο Αιγαίο και μέσω της περαιτέρω ανάπτυξης της οικονομικής συνεργασίας και αλληλεξάρτησης των δύο χωρών, κυρίως στον τομέα της ενέργειας) όσο και σε πολυμερές επίπεδο.

Παράλληλα, όμως, επιλέγει να προχωρήσει και σε ορισμένες καταλυτικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, αποφασίζει –με νωπή την καταψήφιση του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους— να αποσυνδέσει τη μη-λύση του Κυπριακού από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις· επιπρόσθετα, με ελληνική συναίνεση (αν όχι πρωτοβουλία) η ΕΕ αποφασίζει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του 2004, ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την μελλοντική ένταξη της Τουρκίας (και συνεπώς ούτε και εμπόδιο για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ένωση) καθώς και ότι η Τουρκία δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να αποδεχθεί την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παρά μόνον εάν αυτό κριθεί απαραίτητο και συμφωνηθεί τόσο από την ίδια όσο και από την Ελλάδα.

Οι επιλογές αυτές της κυβέρνησης Καραμανλή επηρέασαν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο το κεκτημένο των αποφάσεων του Ελσίνκι και το πλαίσιο των μελλοντικών σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία καθώς (α) ακύρωσαν την δυνατότητα της ΕΕ να λειτουργήσει ως «ενεργητικός παίκτης» στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αφού η μελλοντική ένταξη της Τουρκίας αποσυνδέθηκε από την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, (β) επανέφεραν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο διμερές πλαίσιο και (γ) αφαίρεσαν το πλέον ουσιαστικό κίνητρο από την Τουρκία (την ευρωπαϊκή της προοπτική) προκειμένου είτε να επιδιώξει η ίδια είτε να υποχρεωθεί να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση Καραμανλή θα επιλέξει την συνέχιση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία μόνον για τους τύπους (σε καθεστώς «ελεγχόμενης αδράνειας») και στο πλαίσιο, όπως αποκάλυψε η ίδια, της συνέχισης των προσπαθειών της για ομαλοποίηση (και όχι επίλυση) της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

ΕΝΑ ΣΥΝΕΧΩΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΝΟΥΜΕΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΧΕΣΕΩΝ

Στα χρόνια που ακολούθησαν την «χρυσή περίοδο της ευρωπαϊκής διαδικασίας ένταξης» της Τουρκίας (2001-2004) υπήρξε μια συνεχής επιδείνωση των δεδομένων που επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Καταρχάς, οι επιφυλάξεις της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τη τουρκική ένταξη αναδείχθηκαν με ακόμη πιο δυναμικό τρόπο, ενώ οι αντιρρήσεις συγκεκριμένων κρατών μελών (Γερμανίας και Γαλλίας) αποτυπώθηκαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις και θεσμικά κείμενα της ΕΕ. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτή την παρατήρηση είναι δυστυχώς πολλά και χαρακτηριστικά: Αναφορά στο «Διαπραγματευτικό Πλαίσιο» Ε.Ε.-Τουρκίας ότι η διαδικασία ένταξης είναι ανοιχτή και το αποτέλεσμά της δεν μπορεί να προκαθοριστεί προκαταβολικά, αναφορά στην δυνατότητα μονομερούς διακοπής των διαπραγματεύσεων, αναφορά στην διακριτική ευχέρεια των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών-μελών να αποφασίσουν για την τουρκική ένταξη ακόμα και αν η Τουρκία πληροί τα κριτήρια, ακόμη και η πρόσθεση ενός νέου κριτηρίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αφορούσε στην «δυνατότητα απορρόφησης» νέων μελών χωρίς να επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα στην λειτουργία της. Παράλληλα, μια σειρά από αρνητικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας οδήγησαν σε στασιμότητα τις μεταρρυθμίσεις, επηρεάζοντας αρνητικά την κοινή γνώμη και στην ίδια την Τουρκία και οδηγώντας σε πλήρη αναστροφή τα υψηλά ποσοστά υποστήριξης της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας (από 73% το 2004 σε 37% το 2010).

Την συνειδητή απαξίωση των κεκτημένων της στρατηγικής του Ελσίνκι από την κυβέρνηση Καραμανλή και την περαιτέρω απίσχνανση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας (η οποία συνεπαγόταν και την σχεδόν πλήρη αποδυνάμωση των θεσμικών περιορισμών που θα μπορούσε να επιβάλλει στην συμπεριφορά της Τουρκίας η Ευρωπαϊκή Ένωση) ακολούθησε το πάγωμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και η –συνακόλουθη— ενίσχυση του φιλόδοξου οράματος του τούρκου ΥΠΕΞ -και αργότερα πρωθυπουργού- Νταβούτογλου σχετικά με τον ηγεμονικό ρόλο που επεδίωκε να διαδραματίσει η Τουρκία, κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Όμως, οι φιλόδοξοι στόχοι της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν άργησαν να διαψευσθούν, με την Τουρκία να οδηγείται τελικώς σε αυτό που εύστοχα ονομάστηκε ως «υπέροχη απομόνωση» (splendid isolation). Ειδικά μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 όπου ενισχύθηκε η πολιτική κυριαρχία του Ερντογάν και η Τουρκία μετατράπηκε από «κράτος του ενός ανδρός» σε «καθεστώς του ενός ανδρός» άρχισαν να τίθενται σε αμφισβήτηση και διακινδύνευση ακόμα και βασικές σταθερές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή οι σχέσεις της χώρας με την Δύση (τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ).

Σε αυτό το ασταθές πλαίσιο εντάχθηκαν σύντομα και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να επιλέγει να αναβαθμίσει την αναθεωρητική ρητορική της (αναφορές στην ανάγκη αλλαγής ή «επικαιροποίησης» της Συνθήκης της Λωζάννης) με συγκεκριμένες πράξεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο που έλαβαν τη μορφή «κρίσεων χαμηλής έντασης». Είναι ενδιαφέρον ότι είναι η πρώτη φορά που η Τουρκία άνοιξε και διατήρησε -επιδεικνύοντας επιθετική συμπεριφορά τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και πράξεων- μια σειρά από μέτωπα στα νότια και δυτικά της: Ξεκινώντας από τις πολεμικές επιχειρήσεις στο έδαφος της σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο Συρίας στα νότιά της, συνεχίζοντας με την απειλή χρήσης βίας στο χώρο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου και δημιουργώντας «κρίσεις χαμηλής έντασης» στα δυτικά της, απέναντι στην Ελλάδα. Ειδικότερα όσον αφορά την Ελλάδα, η Τουρκία έδειξε να επιχειρεί (τόσο μέσω της ανάληψης κινήσεων υψηλού κινδύνου όσο και μέσω αναφορών για αδιαμφισβήτητη τουρκική κυριαρχία) να ενισχύσει (κυρίως στο εσωτερικό της αλλά όχι μόνο) μια περιρρέουσα αντίληψη περί περιοχών «αμφισβητούμενης κυριαρχίας» στο Αιγαίο. Έδειξε, παράλληλα, έτοιμη να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που θα παρουσιάζονταν, όπως η περίπτωση της σύλληψης των δύο στρατιωτικών στον Έβρο, προκειμένου να αυξήσει την πίεση προς την Ελλάδα. Στις παραπάνω «παραδοσιακού» τύπου αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας θα μπορούσαν επίσης να ενταχθούν συγκεκριμένα υβριδικού χαρακτήρα μέσα, όπως η υπέρπτηση πάνω από ελληνικό έδαφος μη-επανδρωμένων τουρκικών αεροσκαφών.

26092018-3.jpg

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, και ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν σε επίσημο δείπνο στο Προεδρικό Μέγαρο της Αθήνας, στις 7 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Costas Baltas
——————————————————————————–

Με την ευρωπαϊκή της προοπτική παγωμένη, αν όχι ακυρωμένη, και τον ευρωπαϊκό έλεγχο της εξωτερικής της συμπεριφοράς αποδυναμωμένο, η Τουρκία έχει εισέλθει σε έναν όλο και περισσότερο εντεινόμενο αυταρχισμό και εθνικισμό στο εσωτερικό της και σε μια στρατηγική περιδίνηση στο εξωτερικό της, με αποτέλεσμα να σπρώχνει τα πράγματα όσον αφορά τις σχέσεις της με την Ελλάδα στα όριά τους, δοκιμάζοντας τις αντοχές και τα περιθώρια αντίδρασης της ελληνικής πλευράς.

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗΣ

Η σημερινή κυβέρνηση, όπως και όλες όσες ακολούθησαν από την επομένη της ακύρωσης της στρατηγικής του Ελσίνκι μέχρι και σήμερα, είναι υποχρεωμένη να λειτουργήσει μέσα σε ένα «σκληρά επανα-διμεροποιημένο πλαίσιο», αντιλαμβανόμενη ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες δημιουργίας εξωτερικών ερεισμάτων και αντίβαρων απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα είτε μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ (οι οποίοι δεν επιθυμούν «να χάσουν την Τουρκία») είτε μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης (καθώς η ευρωπαϊκή μόχλευση έχει ιδιαίτερα αποδυναμωθεί, εάν δεν έχει παντελώς απολεσθεί) είτε μέσω συγκεκριμένων περιφερειακών συμμάχων (Ισραήλ), που θα προτιμήσουν να απέχουν από τη σύμπηξη ενός αντι-τουρκικού μετώπου. Γίνεται επιπρόσθετα αντιληπτό ότι στο υφιστάμενο πλαίσιο των τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένουν αποδυναμωμένες οι όποιες θετικές διμερείς πρωτοβουλίες είχαν μέχρι σήμερα αναληφθεί και παρέμεναν σε λειτουργία, όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, οι συμφωνίες για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο Αιγαίο ή/και η διαδικασία των «Διερευνητικών Συνομιλιών» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η αποτελεσματική αποκωδικοποίηση των στόχων της τουρκικής επιθετικότητας με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, δηλαδή χωρίς είτε να υπερτιμώνται είτε να υποτιμώνται οι κίνδυνοι για την ασφάλεια της Ελλάδας, επιβάλει την υπέρβαση του παρωχημένου δίπολου «κατευνασμός-αποτροπή», και την ανάγκη ανάπτυξης αποτελεσματικής στρατηγικής εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής, προσδιορίζοντας τόσο το επίπεδο που θα αναπτυχθεί η εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας όσο και το ειδικότερο περιεχόμενο που θα λάβει αυτή η προσπάθεια.

Με δεδομένο τον «σκληρά διμεροποιημένο» χαρακτήρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η εξισορροπητική προσπάθεια της Ελλάδας έχει αναμφίβολα βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις οι οποίες αφορούν στην αποτελεσματική διαχείριση της τουρκικής προκλητικότητας που εκδηλώνεται σε όλο το εύρος του ελληνοτουρκικού μετώπου και με διάφορες μορφές, κυρίως «κρίσεων χαμηλής έντασης», οι οποίες αναπτύσσονται σε ένα «ενδιάμεσο επίπεδο» όπου, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η αποτρεπτική στρατηγική έχει ήδη αποτύχει.

Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητη η ανάπτυξη ενός ενιαίου, συνεκτικού και συγκροτημένου συστήματος διαχείρισης «κρίσεων χαμηλής έντασης» από την πλευρά της Ελλάδας με στόχο (α) τον έλεγχο άσκοπης κλιμάκωσης (β) την αποτροπή πολυφωνίας ή/και κακοφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων-διαχειριστών μιας αναφυόμενης κρίσης και (γ) την αποστολή ισχυρού μηνύματος στην Τουρκία ότι η Ελλάδα είναι ικανή να απαντά με επιχειρησιακή και επικοινωνιακή επάρκεια στο είδος των κρίσεων που θα επιλέξει η Τουρκία να δημιουργήσει στο «ενδιάμεσο επίπεδο». Η ελληνική πλευρά πρέπει παράλληλα να εξετάσει με ποιο τρόπο το εν λόγω σύστημα διαχείρισης κρίσεων χαμηλής έντασης θα αναπτυχθεί ως ενιαίο μέτωπο με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπου εστιάζεται και το πρωτεύον ενδιαφέρον της Τουρκίας σε σχέση με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ.

Παράλληλα, η ενεργότερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο επίπεδο της «εξωτερικής εξισορρόπησης» της τουρκικής απειλής, εξακολουθεί να παραμένει ακριβό ζητούμενο ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας όταν εξέπνευσε η στρατηγική του Ελσίνκι.

Η αναπτυσσόμενη επιθετική (διακηρυκτική ή πραγματική) και τυχοδιωκτική συμπεριφορά του κ. Ερντογάν έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την διεθνή αξιοπιστία της Τουρκίας. Πράγματι, αν και η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας παραμένει σημαντική, οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής του κ. Ερντογάν έχουν απαξιώσει, αν όχι ακυρώσει, την δυνατότητα της χώρας του να αποτελέσει πόλο σταθερότητας στην εύφλεκτη περιοχή της Μέσης Ανατολής και έχουν δημιουργήσει ένα σοβαρό «κενό αξιοπιστίας» για το περιφερειακό, ευρωπαϊκό και Δυτικό σύστημα ασφάλειας. Ως αποδεκτός από την διεθνή κοινότητα και αδιαμφισβήτητος πόλος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αναλάβει, με προσοχή και μεθοδικότητα, τον ρόλο της κάλυψης του παραπάνω κενού αξιοπιστίας μέσω της ανάληψης πρωτοβουλιών και ρόλων που θα συν-διαμορφώνουν την ατζέντα ασφάλειας της Δύσης (Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης) για την ασταθή και ρευστοποιούμενη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Ταυτόχρονα, στο παρόν «σκληρά διμεροποιημένο πλαίσιο» των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του περιορισμένου ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη η κατανόηση των ορίων της παρέμβασης της ΕΕ στην υποστήριξη της ελληνικής εξισορροπητικής προσπάθειας έναντι της Τουρκίας. Αν και οι προϋποθέσεις αναβίωσης της στρατηγικής του Ελσίνκι δεν υφίστανται πλέον, τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας είναι πιθανόν να «υποχρεώσουν» τον κ. Ερντογάν, ήδη από την επόμενη μέρα της εκλογής του, όχι μόνον σε αναδίπλωση αλλά και σε επαναδιαμόρφωση (repackaging) των σχέσεων της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ενεργητική και έγκαιρη παρουσία της Ελλάδας στην διαμόρφωση της μελλοντικής σχέσης Τουρκίας-ΕΕ -πιθανόν στην κατεύθυνση μιας «ειδικής σχέσης»- με τρόπο επωφελή για τα ελληνικά συμφέροντα αποτελεί υψηλή προτεραιότητα για την Ελλάδα και συστατικό στοιχείο μιας αποτελεσματικής ελληνικής στρατηγικής «εξωτερικής εξισορρόπησης» της Τουρκίας, κυρίως για το απώτερο μέλλον όπου ο συσχετισμός δυνάμεων, σε όλα σχεδόν τα μεγέθη, θα αναπτύσσεται ασύμμετρα υπέρ της Τουρκίας.

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 52 (Ιούνιος-Ιούλιος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Για την προσπάθεια της Ελλάδας να μετατρέψει τo ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε «προμηθευτές ασφάλειας» βλ. Panayotis J. Tsakonas & Antonis Tournikiotis, «Greece’s Elusive Quest for Security Providers: The Expectations-Reality Gap», Security Dialogue, 34(3), σελ. 301-314.
[2] Για μια αναλυτική συζήτηση και εξήγηση της στροφής που επιχείρησε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέσω της ανάπτυξης μιας «στρατηγικής κοινωνικοποίησης», βλ. Panayotis J. Tsakonas, The Incomplete Breakthrough in Greek-Turkish Relations. Grasping Greece’s Socialization Strategy (Palgrave MacMillan, New York, 2010).
[3] Η «στρατηγική εξισορροπητικής εμπλοκής» δεν έχει ως στόχο μόνον την συνέχιση της αποτελεσματικής αποτροπής της Τουρκίας από το να υιοθετεί επιθετική συμπεριφορά αλλά ενδιαφέρεται επίσης να απολαύσει τα οφέλη που θα προκύψουν από την παράλληλη εμπλοκή της Τουρκίας στην υποχρεωτική διαδικασία υιοθέτησης και εσωτερίκευσης των νορμών και των κανόνων συμπεριφοράς του διεθνούς θεσμού στον οποίο αυτή επιθυμεί να ενταχθεί. Βλέπε σχετικά Kostas Ifantis, «Greece’s Turkish Dilemmas: There and Back Again», Journal of Southeast European and Black Sea Studies, 5(3) σελ. 379-394.
[4] Σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών, η οποία εμφανίζεται στο εσωτερικό της Τουρκίας ως δυναμικός «παράγοντας αλλαγής», η μεταρρύθμιση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, η νομιμοποίηση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας μεταξύ διαφορών ΜΚΟ κ.ά. Ειδικότερα η περίοδος 2001-2004, έχει αξιολογηθεί ως «η χρυσή περίοδος της ευρωπαϊκής διαδικασίας ένταξης» της Τουρκίας.
[5] Όσον αφορά στο Κυπριακό, η αλλαγή που συντελείται στην τουρκική εξωτερική πολιτική είναι πράγματι «παραδειγματική», καθώς η Τουρκία επιλέγει συνειδητά και αποφασιστικά την πολιτική περιθωριοποίηση του σκληροπυρηνικού και αδιάλλακτου Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντενκτάς με στόχο να βγάλει το εμπόδιο του Κυπριακού από το δρόμο της ευρωπαϊκής της πορείας.
[6] Η στρατηγική του Ελσίνκι δεν αποτελούσε παρά την συνέχεια μιας στρατηγικής που επιχείρησε πρώτος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και μάλιστα υπό δυσκολότερες διεθνείς, περιφερειακές και εσωτερικές συνθήκες από εκείνες της κυβέρνησης Σημίτη. Πιστεύοντας ότι στις σχέσεις με την Τουρκία «είναι καλύτερο να επιδιώκεις μια ατελή λύση σήμερα από το να αναμένεις την τέλεια λύση αύριο», κατέδειξε ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας αλλά υπέρ εκείνου που θέτει συνεχείς αμφισβητήσεις˙ δρομολόγησε έτσι μια συγκροτημένη διαδικασία διαπραγματεύσεων με την Τουρκία που δεν περιοριζόταν στο ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά αφορούσε το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών, αναδεικνύοντας και τονίζοντας ταυτόχρονα την σημασία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ως κεντρικού εργαλείου προώθησης των ελληνικών συμφερόντων.
[7] Σύμφωνα με την άποψη ανώνυμου «έμπειρου παλαιού διπλωμάτη» και υποστηρικτή (ενδεχομένως και εμπνευστή;) της εν λόγω στρατηγικής, αυτή άδικα αξιολογήθηκε ως μια στρατηγική αδράνειας· θα πρέπει αντίθετα να ιδωθεί ως μια (ενεργή) «πολιτική του status quo», βλ. Παύλος Παπαδόπουλος, «Η καραμανλική στρατηγική απέναντι στο Ελσίνκι», Καθημερινή της Κυριακής, 23 Απριλίου 2018 (http://www.kathimerini.gr/960365/article/epikairothta/politikh/h-karaman…). Για μια αποδόμηση των σχετικών επιχειρημάτων βλέπε P. Tsakonas, The Incomplete Breakthrough in Greek-Turkish Relations, οπ. παρ. σελ. 119-172 και Παναγιώτης Τσάκωνας, «Η “νεο-καραμανλική” στρατηγική επανακάμπτει;», Τα Νέα, 8 Μαΐου 2018 (http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5557763/h-neo-karamanl…).

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η φιλελεύθερη δημοκρατία και η λάθος συνταγή των ελίτ

0

  • του Martin Wolf Financial Times/euro2day.gr

Oι ελίτ πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η κακοδιαχείριση της οικονομίας οδήγησε σε πολιτική αποσταθεροποίηση. Η υποχώρηση των δημοκρατικών αξιών, η επάνοδος του εθνικισμού και η αναζήτηση της χαμένης ισορροπίας.

«Παν μέτρον άριστον». Το ρητό αυτό, γνωστό και ως ο «χρυσός κανόνας», ήταν γραμμένο στο Μαντείο των Δελφών.

Είναι ένας περιορισμός ιδιαίτερα σημαντικός για τη διατήρηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που αποτελεί μια εύθραυστη σύνθεση προσωπικής ελευθερίας και πολιτειακής δράσης. Η εποχή μας απαιτεί να ανακτηθεί η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων.

Ο Λάρι Ντάιμοντ του πανεπιστημίου του Στάνφορντ έχει υποστηρίξει πως η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει τέσσερα αναγκαία και επαρκή στοιχεία: ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, ενεργή συμμετοχή των πολιτών, προστασία των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών και ένα κράτος δικαίου που δεσμεύει ισότιμα όλους τους πολίτες.

Το βασικότερο χαρακτηριστικό του συστήματος είναι οι περιορισμοί που επιβάλλει στην κυβέρνηση και άρα στην πλειοψηφία: οποιαδήποτε νίκη είναι προσωρινή.

Είναι εύκολο να δει κανείς γιατί το σύστημα είναι τόσο εύθραυστο. Η αλήθεια αυτή δεν είναι σήμερα απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα. Στην έκθεση του για το 2018, ο Οίκος της Ελευθερίας, ένας αξιοσέβαστος μη κερδοσκοπικός αμερικανικός οργανισμός που χρηματοδοτείται από ομοσπονδιακούς πόρους, διαπιστώνει ότι:

«Η δημοκρατία είναι σε κρίση. Οι αξίες που ενσαρκώνει – ειδικά το δικαίωμα της επιλογής ηγετών σε ελεύθερες και δίκαιες εκλογές – δέχονται επίθεση και βρίσκονται σε υποχώρηση σε παγκόσμιο επίπεδο».

Αυτή η «δημοκρατική ύφεση», όπως την έχει αποκαλέσει ο καθηγητής Ντάιμοντ, δεν περιορίζεται στις αναδυόμενες ή πρώην κουμμουνιστικές χώρες, όπως η Ουγγαρία ή η Πολωνία. Η δέσμευση στους κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα του εκλέγειν και τα ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες, βρίσκεται σε κάμψη ακόμα και στις ώριμες δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ. Γιατί συνέβη αυτό;

Σε βιβλίο που εξέδωσε πρόσφατα και σε ένα παλιότερο άρθρο του, ο Γιάσα Μουνκ του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ υποστηρίζει ότι τόσο «ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός» όσο και η «ανελεύθερη δημοκρατία» απειλούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Υπό τον πρώτο, η δημοκρατία είναι πολύ αδύναμη: οι κοινωνικοί δεσμοί και η οικονομική ασφάλεια θυσιάζονται στο βωμό της ατομικής ελευθερίας. Υπό την τελευταία, ο φιλελευθερισμός είναι πολύ αδύναμος: η εξουσία καταλαμβάνεται από δημαγωγούς που κυβερνούν στο όνομα μιας θυμωμένης πλειοψηφίας ή τουλάχιστον μιας μεγάλης μειοψηφίας, που υποτίθεται ότι είναι οι «πραγματικοί άνθρωποι». Ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός καταλήγει σε μιακυριαρχία των ελίτ. Η ανελεύθερη δημοκρατία καταλήγει στον αυταρχισμό.

Το επιχείρημα του κ. Μουνκ είναι επιπλέον ότι ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός, κυρίως ο οικονομικός φιλελευθερισμός, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την άνοδο της ανελεύθερης δημοκρατίας: «ένα μεγάλο μέρος πολιτικών αποφάσεων λαμβάνεται χωρίς να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο». Επισημαίνει τον ρόλο των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών και τον τρόπο με τον οποίο το εμπόριο ρυθμίζεται από διεθνείς συμφωνίες που δημιουργήθηκαν μετά από μυστικές διαπραγματεύσεις σε απρόσιτους θεσμούς.

Στις ΗΠΑ, σημειώνει ακόμα, μη εκλεγμένα σώματα έχουν λάβει αποφάσεις για πολλά αμφιλεγόμενα κοινωνικά ζητήματα. Σε τομείς όπως η φορολόγηση, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι διατηρούν μια τυπική αυτονομία. Αλλά η παγκόσμια κινητικότητα του εμπορίου περιορίζει την ελευθερία των πολιτικών, περιορίζοντας τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στα καθιερωμένα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς.

Μπορεί να εξηγήσει ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός την άνοδο της ανελεύθερης δημοκρατίας; Η απάντηση είναι: μπορεί, μέχρις ενός ορισμένου σημείου.

Είναι αναμφίβολα αλήθεια πως η φιλελεύθερη οικονομία δεν έχει φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, με την παγκόσμια οικονομική κρίση να έχει επιφέρει ένα εξαιρετικά επώδυνο σοκ. Ένα χαρακτηριστικό αυτού του είδους του φιλελευθερισμού – η μετανάστευση – έχει, όπως υποστηρίζει ο Ντέιβιντ Γκούντχαρτ στο βιβλίο του «Ο δρόμος προς τα κάπου», πείσει πολλούς «ανθρώπους από κάπου» – αυτούς που είναι εγκατεστημένοι σε έναν τόπο – ότι χάνουν τις χώρες τους από ανεπιθύμητους ξένους.

Επιπλέον, θεσμοί που εκπροσωπούσαν τη μεγάλη μάζα των καθημερινών ανθρώπων – τα εργατικά συνδικάτα και τα αριστερά κόμματα – έπαψαν να υπάρχουν ή σταμάτησαν να κάνουν τη δουλειά τους. Τέλος, η πολιτική κυριεύτηκε από τους «ανθρώπους από οπουδήποτε» – αυτούς που είναι σε διαρκή κίνηση και έχουν υψηλή μόρφωση.

Ο Τομά Πικετί εκτιμά πως μια «αριστοκρατική αριστερά» και μια «δεξιά των εμπόρων» κυριαρχούν πολιτικά στη Δύση. Οι ομάδες αυτές μπορεί να έχουν μεγάλες διαφορές η μία από την άλλη, αλλά και οι δύο είναι προσκολλημένες στον φιλελευθερισμό – τον κοινωνικό, στην περίπτωση των αριστοκρατών και τον οικονομικό, στην περίπτωση των εμπόρων. Η κοινή γνώμη το έχει καταλάβει.

Ένα μεγάλο ζήτημα είναι πως αν για μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός έχει υπερβεί τα όρια, αυτό δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση: δεν είναι κάτι που έχει να κάνει μόνο τον νεοφιλελευθερισμό. Επιπλέον, το πρόβλημα δεν είναι τόσο οι πανίσχυροι διεθνείς θεσμοί, με την εξαίρεση της Ε.Ε. Η αλήθεια είναι πως η ευημερία που επιθυμούν οι πλούσιες χώρες βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο διεθνές εμπόριο. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει αναγκαστεί την πολυμέρεια. Ένα μέλλον χωρίς διεθνή συνεργασία στη φορολογία ή στους διασυνοριακούς κανονισμούς δεν θα είναι αποδοτικό. Είναι κάτι που πρέπει επίσης να αναγνωριστεί.

Η εκτίμηση πως η οικονομική διάσταση του μη δημοκρατικού φιλελευθερισμού έστρεψε τους ανθρώπους προς την ανελεύθερη δημοκρατία είναι τραβηγμένη. Αυτό που ισχύει είναι πως η κακή διαχείριση του οικονομικού φιλελευθερισμού βοήθησε στην αποσταθεροποίηση της πολιτικής. Αυτό μας βοηθάει να εξηγήσουμε την επάνοδο του εθνικισμού στις πλούσιες χώρες. Αλλά το είδος της ανελεύθερης δημοκρατίας που βλέπουμε στην Ουγγαρία ή στην Πολωνία, η οποία έχει τις ρίζες της στην ξεχωριστή ιστορία των χωρών αυτών, δεν αποτελεί ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα στις ώριμες δημοκρατίες. Θα είναι δύσκολο για τον Ντόναλντ Τραμπ να γίνει μια αμερικανική εκδοχή του Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας.

Ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις πιέσεις. Είναι αδύνατο για τις δημοκρατίες να αγνοήσουν τον διάχυτο θυμό και την ανασφάλεια. Οι ελίτ πρέπει να βάλουν λίγο λιγότερο φιλελευθερισμό στο μείγμα, να δείξουν λίγο μεγαλύτερο σεβασμό για τους δεσμούς που ενώνουν τους πολίτες μεταξύ τους και να πληρώνουν περισσότερους φόρους. Η εναλλακτική του να αφήσουν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να νιώθει αποκληρωμένο είναι πολύ επικίνδυνη.

Είναι εφικτή μια τέτοια εξισορρόπηση; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Turkey: an emerging gas transit country dependent on Russia

0
September 17th 2018
  • Turkey is keen to invest in the construction of gas pipelines from Russia and the Caucasus as part of its long-term goal to become an energy hub connecting energy-rich countries with western Europe.
  • The country is expected significantly to increase its gas-transmission capacity once two pipeline projects—the Southern Gas Corridor and Turkish Stream (or TurkStream)—are completed in 2020.
  • Turkey’s dependence on Russian gas imports as its primary energy source will continue for the foreseeable future. However, the new transit pipelines are likely to strengthen Turkey’s hand in the negotiations of future long-term gas contracts.
  • Given the mutual dependence in Turkish-Russian energy relations, co-operation is expected to continue in 2018-22, despite disagreements in other policy areas.

Natural gas is the main energy source in Turkey (it represents around 30% of the energy mix), which depends heavily on gas imports to meet growing demand. In 2017 Turkey’s natural-gas import volumes increased by almost 20%, to 55.2bn cu metres. More than half of these imports came from Russia (making Turkey the second-largest export market for Gazprom, the Russian state-owned gas monopoly), followed by Azerbaijan (16.7%) and Iran (11.9%).

Turkey’s concerns regarding its potential over-reliance on natural-gas imports—especially from Russia—have fuelled recent government initiatives to diversify the energy mix by promoting local sources such as renewables and nuclear energy (also in collaboration with Russia). Meanwhile, Turkey is keen to invest in the expansion of its gas infrastructure to diversify its sources of gas and to establish itself as an energy hub serving western Europe.

Expanding gas transit capacity

In June Turkey began to import gas from Azerbaijan via the Trans-Anatolian Natural Gas Pipeline (TANAP), which has an initial annual target capacity of 16bn cu metres (scalable to 32bn cu metres). About 6bn cu metres of the initial capacity is reserved for Turkey’s domestic consumption, while the rest will be exported to Europe once the Trans-Adriatic Pipeline (TAP), from the Turkish-Greek border to Italy through Greece, Albania and the Adriatic Sea, is completed in 2020. The EU sees this as an opportunity to reduce its reliance on Russian gas imports (around one-third of EU gas imports come from Russia) through the creation of the Southern Gas Corridor. Over the last few years, and especially since 2014, the EU has been increasingly concerned about its dependence on Russian gas imports. This is all the more so because the Nord Stream 2 gas pipeline project that connects Russia to Germany will become operational in 2019-20, increasing Russia’s gas export capacity to the EU. However, owing to opposition to TAP from part of the Italian government—the ruling Movimento 5 Stelle has voiced environmental concerns—the project will probably face delays.

In addition, the Turkish Stream gas pipeline project plans for annual shipments of 31.5bn cu metres of gas from Russia to Turkey (across the Black Sea), also by 2020. Half of the pipeline capacity will be dedicated to the Turkish domestic market, while the rest will serve European countries. This project represents an alternative to the former South Stream project connecting Russia to Bulgaria and onwards to Austria, also via the Black Sea, which was cancelled in 2014 following Russia’s illegal annexation of Crimea and the lack of political appetite within the EU for such a project.

Turkey and Russia have every interest in building Turkish Stream

Although it currently appears to be on track, the completion of the Turkish Stream project will depend on future bilateral ties between Turkey and Russia. The two countries pursue competing agendas in Syria, which could put bilateral relations under strain. In addition, Russia looks keen to develop its gas exports to Asia, for instance with the construction of the Power of Siberia pipeline or through the realisation of several liquefied natural gas (LNG) projects; as a consequence, the Russian government may not regard the construction of Turkish Stream as a top priority.

The Turkish Stream project has already been halted once, in fact, in 2015, owing to disagreements over gas pricing. Turkey’s downing of a Russian fighter-jet, also in 2015, then prevented any progress on the project until late 2016, when bilateral ties finally started to improve and the two countries signed an intergovernmental agreement that laid the legal framework for the construction of Turkish Stream.

Turkey’s relationship with Russia regarding the completion of Turkish Stream is one of interdependence, as Russia has every interest in increasing its gas exports to Europe and in minimising transit through Ukraine. Meanwhile, Turkey is keen to position itself as a major energy hub and could offer (in addition to the Nord Stream 2 gas pipeline) a viable alternative to gas transit through Ukraine. As a result, both countries will probably be keen to ensure that co-operation on energy matters continues even if other disagreements were to emerge, as illustrated by the fact that Gazprom never stopped gas exports to Turkey in 2015-16—when bilateral relations were under heavy strain.

Τι προέκυψε από τη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν

0
 
  • (Φωτ.: EPA / Kayhan Ozer / Turkish Presidential Press Office)

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αυτή την περίοδο θυμίζουν το ανέκδοτο του Χότζα: Τούρκος πολίτης διαμαρτυρήθηκε στον τοπικό διοικητή ότι δεν χωρά στο σπίτι του η πολυμελής οικογένειά του. Ο διοικητής διέταξε να προσθέσουν στο σπίτι του διαμαρτυρόμενου και έναν γάιδαρο. Η κατάσταση έγινε αφόρητη. Μετά από είκοσι μέρες ο διοικητής διέταξε να βγάλουν τον γάιδαρο από το σπίτι και ο Τούρκος πολίτης και η οικογένειά του ένιωσαν τέτοια ανακούφιση που ευχαρίστησαν τον διοικητή. Η κατάσταση, όμως, παρέμεινε η προτεραία.

Τις ελληνοτουρκικές σχέσεις επιβάρυνε το τελευταίο διάστημα η σύλληψη και φυλάκιση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών και η νευρικότητα με την οποία αντιμετώπιζε η Άγκυρα τις διμερείς σχέσεις λόγω των πολλών ανοικτών μετώπων της.

Η επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και η οικονομική κρίση προσγείωσαν τον Ερντογάν από την αλαζονεία που τον είχε καταλάβει. Αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα μπορεί να μην εξελιχθούν γραμμικά γι αυτόν. Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν θα διακοπούν, ίσως να μην φθάσουν σε άλλα άκρα, αλλά για την Τουρκία η επιστροφή στις αγκάλες της Δύσης δεν θα επαναφέρει την προτεραία κατάσταση.

Κάθε φορά που δημιουργείται –ή επιχειρείται να δημιουργηθεί– ένα κενό, καλύπτεται από νέες ισορροπίες. Και οι τουρκικές ιδιοτροπίες οδήγησαν στην επιτάχυνση και ισχυρή υποστήριξη των δύο τριμερών διαβουλεύσεων (Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου), κατά τρόπο που πλέον δεν αναιρείται.

Αυτό δεν σημαίνει πως η Τουρκία είναι ξεγραμμένη. Σημαίνει, όμως, πως η Δύση –και κυρίως οι ΗΠΑ– δεν μπορούν να διατηρούν την πολιτική τους στην κρίσιμη αυτή περιοχή υπό την αίρεση των τουρκικών διαθέσεων.

Διαμορφώνεται, λοιπόν, ένα νέο status που έχει τον Ερντογάν απομονωμένο και πιεζόμενο. Η αγωνία του Ερντογάν και της χώρας του έχει δύο άξονες: το Κουρδικό και τη συμμετοχή στην εξόρυξη των υδρογονανθράκων της περιοχής. Και αυτοί οι υδρογονάνθρακες βρίσκονται στην κυπριακή ΑΟΖ.

Το πικρό ποτήρι του Κουρδικού η Τουρκία θα το πιει, αργά ή γρήγορα. Συμμετοχή στους υδρογονάνθρακες θα της επιτραπεί από ισχυρούς διεθνείς παράγοντες μόνο αν δεχθεί λύση στο Κυπριακό, και φυσικά μέσω των Τουρκοκυπρίων. Και το ερώτημα εδώ είναι «ποια λύση;».

Οι συνομιλίες την τελευταία φορά που διεκόπησαν είχαν φθάσει σε κρίσιμο σημείο: Τις εγγυήσεις και την ασφάλεια. Αν δηλαδή θα συνεχίσουν οι τρεις χώρες (Ελλάδα – Τουρκία – Μεγάλη Βρετανία) να είναι εγγυήτριες δυνάμεις, και αν θα συνεχίσει να υπάρχει τουρκικός στρατός στο νησί. Τα θέματα αυτά θα συζητηθούν και στη σημερινή συνάντηση των υπουργών εξωτερικών των τριών χωρών, και φυσικά κατά την επανάληψη των συνομιλιών οι οποίες δρομολογούνται.

Αυτό είναι το ένα από τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν τις σχέσεις των δύο χωρών, και γι’ αυτό δεν ανακοινώθηκε, επί της ουσίας, τίποτε που να συζητήθηκε στη χθεσινή συνάντηση των δύο ηγετών.

Το άλλο θέμα είναι η συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία. Ώρες πριν από τη συνάντηση η Άγκυρα ανακοίνωσε τη δέσμευση περιοχών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για ασκήσεις. Η χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Οι περιοχές αυτές συμπίπτουν, μονίμως, με τις τουρκικές επιδιώξεις: διαχωρισμός του Αιγαίου στον 25ο μεσημβρινό και αμφισβήτηση της επήρειας του Καστελόριζου στην ελληνική ΑΟΖ. Αν δείτε τους χάρτες των περιοχών που δεσμεύτηκαν, θα διαπιστώσετε ότι βρίσκονται στα κρίσιμα αυτά σημεία.

Βεβαίως, ούτε και στο θέμα αυτό υπήρξε κάποια συζήτηση. Δεν αναμενόταν, άλλωστε.

Οι κυβερνητικές πηγές χαρακτήρισαν θετικό το κλίμα των συνομιλιών και αυτό θυμίζει το ανέκδοτο του Χότζα, όπως περιγράφηκε στην αρχή. Στην ένταση που είχαν φθάσει οι διμερείς σχέσεις με τη σύλληψη των δύο στρατιωτικών και τις προκλητικές ενέργειες και δηλώσεις Τούρκων επισήμων, το γεγονός ότι βρίσκονται και συζητούν οι δύο ηγέτες και αναζητούν τρόπους αποκλιμάκωσης της έντασης είναι θετικό. Αλλά, ουσιαστικά, επαναφέρονται μέτρα τα οποία ίσχυαν και πριν την ένταση της κρίσης.

Ωστόσο, ο Ερντογάν δεν παρέλειψε να θέσει το θέμα των μουφτειών, το οποίο με δύο λόγια έχει ως εξής: Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις μουφτείες με ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό. Δίνει το δικαίωμα εκλογής των μουφτήδων (λάθος) αλλά εισάγει ευρωπαϊκούς δικονομικούς κανόνες στη λειτουργία τους. Η μειονότητα θα υπάγεται στον φυσικό δικαστή, αλλά αν το επιθυμούν τα δύο μέρη θα προσέρχονται στον μουφτή για εφαρμογή της Σαρίας. Ρύθμιση σωστή, στην οποία με επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ διαφωνεί η Άγκυρα. Θέλει καθολική ψηφοφορία για εκλογή μουφτή με τις αρμοδιότητες που είχε ως σήμερα. Κανέναν κοσμικό εκσυγχρονισμό.

Εν ολίγοις, κατά τη συνάντηση επαναλήφθηκαν τα τετριμμένα τα οποία δεν θεωρούνταν, φαίνεται, δεδομένα μετά την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

Κατά τα άλλα, και ασκήσεις εξήγγειλε η Άγκυρα, όπως περιγράφηκε παραπάνω, και ανακοινώθηκε η απόφαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας ότι η Τουρκία θα υπερασπίσει με κάθε μέσον τα δικαιώματά της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτό είναι αντιληπτό τι σημαίνει.

Η Τουρκία είναι σαφής στο τι θέλει και πώς θα το επιδιώξει. Η καλλιέργεια ελληνικών ψευδαισθήσεων είναι ανεπίτρεπτη.

pontos-news.gr

TURKISH STRATEGY IN NORTHERN SYRIA: MILITARY OPERATIONS, TURKISH-BACKED GROUPS AND IDLIB ISSUE

0

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

GENERAL ANALYSIS OF THE SITUATION

In order to understand Turkey’s approach toward the conflict in Syria, one first needs to explain the military situation there as of September 2018.

There are localized clashes between militant groups led by Hayat Tahrir al-Sham (formerly Jabhat al-Nusra, the Syrian branch of al-Qaeda) and the Syrian Arab Army (SAA) in northern Latakia and southern Idlib. The Syrian Arab Air Force and the Russian Aerospace Forces are carrying out strikes on weapon depots, equipment and UAV workshops and key facilities belonging to militants in southern and southwestern Idlib.

These as well as deployment of additional SAA units at the contact line between the militant-held and government-held areas are described by pro-militant sources as clear sings of the upcoming SAA operation to defeat Hayat Tahrir al-Sham and other al-Qaeda-like factions there.

In Suweida and Rif Dimashq, the SAA is still working to eliminate ISIS cells operating in the desert area. Separate ISIS attacks on the SAA and the US-backed Syrian Democratic Forces (SDF) happen time to time.

In those parts of Raqqa and Deir Ezzor provinces, which are controlled by the Kurdish-dominated SDF, the health care system has been totally destroyed, and no effort is being made to restore major infrastructure. Many of the areas under SDF control suffer from epidemics due to the shortage of clean water, and nearly total absence of medical services. The situation particularly bad, when it comes to restoring normal life and services. Local authorities, who should be involved in these matters, are mainly concerned with their own well-being. Kurdish leaders still view their main task as the creation of an independent enclave and later their own state in these territories. This is why their main concern is to keep the political and military dominance in the Arab-populated area.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

Click to see the full-size image

Negotiations between Damascus and the Kurds are continuing at a slow pace. The Kurdish political leadership are seeking to get concessions from Damascus, for example some kind of federation within Syria.

Afrin, controlled by the Turkish Armed Forces (TAF) and Ankara proxies, is experiencing low-intensity guerilla war. Cells of the Kurdish People’s Protection Units (YPG) regularly carry out bombings and hit-and-run attacks on Turkey-led forces.

The TAF has introduced additional security measures, increased the number of UAVs deployed and imposed practice of burning plots close to cities to react to YPG raids more quickly. However, the YPG continues a limited partisan war in Afrin, but without having sufficient forces to return it to own control.

At the regional level, Ankara wants to position itself as the most important player in the matter of resolving the Syrian crisis. Turkey is actively supporting only those formations in Syria, which are loyal to and affiliated with it. The purpose is to turn Syria into a country loyal to Turkey, to neutralize Kurdish armed formations, to replace the Assad government, and to create a reliable pathway for energy supplies, especially oil, to Turkey. To achieve these goals, Ankara is using the rhetoric of counter-terrorism, though in reality it will support any organization ready to help to achieve its goals.

On the local level, Turkey’s goals and tasks consist of two parts:

The first is to deal with Kurdish armed formations in northern Syria. Turkey is directly fighting Kurdish armed groups in northern Syria, mainly the YPG. The YPG is the core of the US-backed SDF. At the same time, the YPG is linked to the Kurdistan Workers’ Party (PKK) both military and politically. [the YPG’s political wing, the PYD, is part of the Kurdistan Communities Union (also known KCK) together with PKK] Turkey alongside with the US and many other states consider the PKK as a terrorist group. Despite this, the YPG and the PYD as a dominating part of the SDF receive support from the US.

The announcement that SDF bases would be used to prepare so-called “border security forces” (BSF), which would protect SDF/YPG-occupied parts of Syria, provoked a sharply negative reaction in Ankara, which accused the US of creating a “terrorist army” on the border with Turkey. If the BSF is successfully established, it would become an important step of the PYD/YPG, backed by the US, en route to establish a Kurdish semi-independent state within Syrian territory. This scenario is unacceptable for Turkey because such a state will pose a direct threat to its national security because of deep ties between the PYD/YPG and the PKK. This became one of the key reasons behind Turkey’s Operation Olive Branch against the YPG in the Syrian area of Afrin. Ahead of the operation the PYD/YPG leadership in Afrin has got multiple suggestions from the Damascus government to settle the situation by a peaceful way allowing the Syrian Army to deploy on the border with Turkey thus preventing the operation. However, all these suggestions have been rejected. After the start of the Turkish operation, the PYD accused Russia of colluding with Ankara to harm the Kurdish population.

From January 20 to March 24, 2018, the TAF and Turkish-backed militant groups delivered a devastating blow to the YPG in Afrin and captured most of the area. Most of the YPG members and their supporters had fled to the government-controlled part of Aleppo province. The Turkish advance stopped when its forces reached positions of the Syrian Army.

This was the second Turkish military operation carried out in northern Syria. The first one, dubbed Operation Euphrates Shield, took place in the al-Bab-Azaz-Jarabulus triangle from August 24, 2016 to March 29, 2017. The operation followed an attempt by Kurdish armed factions to link up their areas in northwestern and northeastern Syria and put an end to these plans.

The PYD is the most influential, but not the only Kurdish political party in northern Syria. In January 2018 the PYD did not participate in the Russian-backed Sochi Congress for Syrian Dialogue. Turkey was against this, though it approved presence of another Syrian Kurdish political party – the Kurdish National Council (ENKS).

The second goal is to keep and expand influence in the province of Idlib. The TAF started entering the province in October 2017 in the framework of the de-escalation zone agreement reached by Ankara, Teheran and Moscow in the Astana talks format. Since then, they have established 12 observation posts in the de-escalation zone. Russia have established 10 and Iran 7 posts near the de-escalation zone under the same agreement.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

Click to see the full-size image

On May 28, 2018, 11 groups within the Turkish-backed part of the Free Syrian Army (FSA) announced the creation of the National Liberation Front (NLF) also known as Jabhat al-Wataniya lil-Tahrir. The merger was announced by Faylaq-al-Sham, the 1st and 2nd Coastal Divisions, the 1st Infantry Division, the Free Idlib Army, Jaysh al-Nasr, the Second Army, Jaysh al-Nukhba, Liwaal-Shuhdaal-Islam, Liwa Al-Hur and the 23rd Division. The NLF is headed by Faylaq-al-Sham leader, Colonel Fadlallahаl-Haji.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

National Liberation Front logo

On the same day, an NLF official announced that the Turkey-created force will take over the Idlib de-escalation zone. Russia, Turkey, and Iran will monitor the situation for 6-12 months, after which a new phase will follow. All the groups in the region will be disbanded and a single army on the basis of the NLF will be created. Idlib will be governed by local Turkish-controlled councils with minimal influence from Russia and Iran, said Omar Khatzayafah.

Turkish forces and their proxies have contributed no efforts to combat Hayat Tahrir al-Sham influence, which is excluded from the de-escalation. In turn, it is carrying out active attempts to increase its influence in area and save the core of the anti-Assad forces. According to available data, Turkey is conducting active negotiations with the group’s leader, Abu Muhammed al-Julani, in an attempt to convince him to rebrand the group once again and merge with the Turkey-led “opposition”. Ankara also allowed the NFL and Hayat Tahrir al-Sham to carry out a large-scale crackdown on public figures, field commanders and activists supporting an idea of possible peaceful reconciliation with the Damascus government.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

Hayat Tahrir al-Sham members and supporters are in Idlib

At the same time, the security situation in the militant-controlled part of Idlib province remains poor. Over the past few months, the area has been hit by multiple bombings and assassinations aimed at both civilian and militant targets.

MEANS USED BY TURKEY TO ACHIEVE ITS AIMS

When the Syrian conflict began, Turkey turned its own territory, particularly the border zone, into infrastructure used to this day by armed formations for training, rest, and medical support. The Istanbul-Gaziantep route, unofficially dubbed the “jihad-express”, was the main stream of jihadists heading for Syria in 2014-16. The Kilis-Azaz border crossing was also a major logistical hub for militants moving to Syria. Moreover, many Turkish border settlements were de-facto bases where militants were assembled and prepared for crossing the border.

A letter dated March 15, 2013 and signed by Turkey’s Minister of the Interior Muammer Guler, stating that Hatay province was acquiring strategic importance in the context of the transfer of militants from Turkey to Syria, deserves separate treatment. The enabling of the movement within the region, the training and provision of medical aid to wounded fighters, and their crossing of the border into Syria, was mainly conducted through this province. According to the letter, Turkey’s National Intelligence Organization (MIT) and other organizations, which received corresponding authority, would coordinate the work with Hatay province leadership. When transitioning fighters through Hatay using land or air transport and with the participation of various civilian entities, heightened security measures were required. The letter notes that it is advantageous to place the fighters in hostels run by the Ministry of Religious Affairs and government hotels in the province, on direct instructions from the MIT. Similar letters were sent to the Mardin, Urfa, and Antepe provinces.

Hatay hosts the camp for SAA deserters in Apaidin, only 2km from the Syrian border. In September 2012, this camp was considered the FSA headquarters, according to Mehmet Ali Ediboglu, a member of the Republican People’s Party. At that time, there were about 300 former Syrian soldiers and police, including about 30 generals, in the camp.

In September 2013, a Deutsche Welle report mentioned that hundreds of fighters from Al-Qaeda-affiliated organizations were delivered by Turkish ambulances from Syria to the Ceylinpinar hospital, and those who suffered more serious wounds were delivered to the Balikdigol hospital in Sanliurfa province. In August 2014, the Daily Mail published an article about the border town of Reyhanli, which was part of the pipeline for militants into Syria and where Turkish border guards turned a blind eye. ISIS militants rested in the city itself before crossing the border, military uniforms, and possibly also weapons, were being sold right on the streets.

Starting in March 2015, “Syrian rebels” were trained with the help of US and Turkish soldiers at a base in Kirsehir in central Turkey. The US announced that they would fight against ISIS, but representatives of the Turkish opposition said that the trained militants would mainly fight against the Assad government.

The Turkish authorities confirmed in March 2015 the fact of a wounded ISIS field commander, who was a Turkish citizen, undergoing treatment in the hospital in Denizli.

As of 2016, the city of Antalya in Hatay hosted a training camp for FSA members, who were fighting participating in Operation Euphrates Shield.

The media more than once reported the presence of a training camp for “rebels” in Adana province, 8km from the Incirlik airbase. Turkish air force officials did not comment on these reports, and journalists had no access to the base. The official justification of this approach was that the refugees and opposition fighters ought to have free movement across the border.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

Members of Jabhat al-Nusra

Two main forces capitalizing on this situation were Jabhat al-Nusra (now known as Hayat Tahrir al-Sham) and ISIS receiving recruits, funds and weapons through Turkish territory. Furthermore, Ankara’s ties to these groups are based not only on fighting Assad, but also on economic relations, and neither Turkish soldiers nor intelligence professionals have any illusions concerning this situation.

It’s also telling that since the start of the conflict, Turkey has sharply increased the intake of water from the Euphrates, which soon caused many Syrian cities and villages to suffer from serious shortages. As soon as the SDF took control of northeastern Syria, the intake of water reached its maximum levels. However, when ISIS was in control of this area, Turkey was keeping the water and electricity supply.

Another major feature of the Turkish collaboration with ISIS was the matter of the security of the Tomb of Suleyman Shah, which caused disagreements among the hardened Islamists within ISIS, since in their interpretation of Islam, adoration of the dead is a sign of lack of belief and of polytheism. However, for some reason the tomb was jointly guarded by ISIS militants and Turkish soldiers. One can say with absolute certainty that there existed an agreement which assigned ISIS the role of protectors in exchange for free movement of militants from Turkey to Syria and back.

More evidence is provided by interviews with ISIS fighters captured by the SDF. One of them was a Libyan named Osman. He was first sent on a short 22-day initial training in Bani-Valid, Libya. Then he was trained with other ISIS recruits in Misrata for 25 days. Days before the graduation Osman was hit from a PKM by a “comrade in arms”, which meant spending another 22 days in Misrata hospital. During that time he was given a fake Libyan passport and sent for treatment in Medicana International, a large Turkish hospital in the Melik Duzu quarter of Istanbul. Osman confirmed the existence of an air corridor from Libya to Turkey for ISIS militants from Africa, Tunisia, and other Maghreb countries, who wished to join their “brothers” in Syria. Wounded fighters were sent from Libya to Turkey on a private plane. “We were helped during boarding,” said Osman. Then I realized that everyone else is also severely wounded, some are even paralyzed.” At the Ataturk Airport in Istanbul ISIS fighters were met by ambulances. Soon all the wounded were placed in Turkish hospitals.

“We were loaded singly and in pairs, after which I found myself at Medicana International”. Osman said that all ISIS movements are under Turkish intelligence oversight. They are also concerned with ensuring the wounded militants’ security. “I once had to be examined by a neurologist, for which I had to be transported to a different hospital. On the way to the hospital I was accompanied by two intelligence officers, armed with pistols.” After the treatment which took another 4 months, he was brought to a hotel close to the hospital, then to a house in the European part of Istanbul. Three days later he was contacted by a militant called Abu Masab al-Iraqi, and they met in the Ibrahim Khalil quarter of the city where he and other mercenaries were told they were going to get tickets for a plane to Urfu. Many ISIS militants and their families and children had already assembled there. Osman indicated the particular importance of two cities, Tel Abyad and Jarablus, in supplying ISIS. This corridor funneled the biggest influx of mercenaries from Turkey to Syria under the supervision of Turkish intelligence and the army. In addition to fighters, it was also used to ship weapons, munitions and uniforms.

Another ISIS member (name unknown) said the following: “My Sudanese friend by the name Khaled Sali who was in ISIS and who lived in Azzaz, proposed I join ISIS too. I agreed because I didn’t know about other formations. He then accompanied me to Khartoum airport, from where I flew to Istanbul. There I was met by local ISIS coordinators and set me up in a hotel whose name I don’t remember. After then I was flown by a Turkish domestic airline to Gaziantep, then to Kilis on the border with Syria. My coordinator was already waiting for me in Azzaz. Crossing the border was simpler than simple. No soldiers, no police, no Turkish authorities. And if they were there, it means we crossed right under their noses.”

Israeli military intelligence head, Major-General Aviv Kochavi said in January 2014 that the cities of Karaman, Osmaniye, and Sanliurfa house Al-Qaeda camps, which are also used as staging points.

After the start of the Russian military operation in Syria, and multiple public revelations of Turkish links to the terrorists, like participation in the ISIS oil business, free movement of these terrorists across the border ceased. Otherwise the Erdogan government would have become a public sponsor of terrorism, which was unacceptable for Erdogan’s image. But the main reason for the closure of the border crossing was the series of defeats ISIS and Jabhat al-Nusra suffered, Turkey’s re-evaluation of its strategy in Syria under Russian pressure, and a reduction in the flow of refugees.

Pro-Turkish groups and attempts to create a unified opposition in northern Syria

Turkey currently uses a whole range of military instruments to advance its interests. During Operation Olive Branch in January-March 2018, Turkey involved 12 following groups as a core of its proxy force: the Hamza Division, Liwa Sultan Murad, Faylaq ash-Sham, Jaysh al-Nasr, Jaysh al-Nukhba, Jabhat al-Aisalat wal-Tanmia, the 23rd Division, the 1st Coastal Division, the 2nd Coastal Division, the Free Idlib Army, the 2nd Army and Liwa Shuhada al-Islam. An estimated manpower of these groups is 31,200. Besides this, the operation also involved fighters from other groups, like Ahrar al-Sham, the Sham Legion and others. Some of these groups are now part of the National Liberation Front, created in an attempt to boost combat potential and numeric strength of pro-Turkey bloc in the province of Idlib.

HINT: A few words about the National Liberation Front in the context of Turkish policy. It is yet another attempt by Ankara to take control of a region which is the most problem-ridden de-escalation zone (Idlib), and where al-Qaeda jihadists from HTS have much influence. In the event of direct fighting against HTS, Turkey would face the risk of being bogged down in a prolonged, hard campaign. Turkish troops already have negative experiences associated with Euphrates Shield, where Turkish forces and allied Syrian militants had difficulty in expelling ISIS out of Al-Bab, suffering heavy personnel and equipment losses. In the event of an NLF success in Idlib, Turkey would avoid unnecessary losses and obtain the means of waging military operations ostensibly using a proxy. Moreover, Turkey would also get a “bridgehead” in Syria, which could be used to effectively influence the course of the conflict and the development of the situation in northern Syria.

Apart from that, the presence of NLF formations has economic significance. They protect the Aleppo-Hama road, which is the commercial route from Turkey to Jordan and to Persian Gulf states. Some of these goods will remain in Syria. With Syrian industry destroyed, Turkish goods can achieve dominance.

Another entity created in order to overcome the divisions plaguing the many groups controlled by Ankara is the Syrian National Army (SNA).

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

A Turkish-staged ceremony of the SNA announcement

It was intended to serve as a force against Hayat Tahrir al-Sham in Idlib if negotiations between Turkey and the group fail. The SNA will also participate in operations against Kurdish armed groups and will be responsible for consolidating the territories captured by Turkey-led forces. Finally, the creation of the SNA is an effort to re-brand so-called democratic activists after they have tarnished their image with war crimes or with collaboration with Hayat Tahrir al-Sham.

As of today, the SNA is mainly operating in the al-Bab-Azaz-Jarabulus triangle and in Afrin. When operations in northern Syria are complete, all SNA forces from Jarablus to Idlib should be under a single command.

The main force of the SNA are its 1, 2, and 3 Corps. The SNA formation is proceeding parallel to that of the National Liberation Front. The SNA, formed on May 30, 2017 as a separate force from the FSA, is a new army divided into three corps, consisting of 36 opposition groups under the aegis of the FSA. As of January 2018, it was still being formed and included 25,000 members.

The SNA has received and is receiving support from Liwa Suquoral-Shimal, Ahraral-Sharqiyya, Jaysh al-Nukhba, Faylaq ash-Sham, Liwa Sultan Suleiman Shah, Liwa Sultan Mehmed Fatih, Liwa al-Vakkas, Jabhat Shamiyah, Liwa Muntassir Billah, Liwa Sultan Murad, Jayshal-Shimal, Liwa Samarkand, the 23rd Division, the 9th Division, Fevjal-Mustafa, Liwaal-Awwal al-Magahaweer, Liwa Usudul-Fatiheen, Jayshal-Ahfad, Festaqem Kema Umrit, the Hamza Division, Liwa Asifat Hazm, Jabhat al-Aisalat wal-Tanmia, Jayshal-Nasr, Liwa Hasakah Shield, Jaysh al-Sharqiyya, Liwaal-Fatih, Liwa Sultan Osman, Rejalal-Harb, Liwa al-Shimal, the 5th Regiment, Jaysh al-Thani and Tacammu Adl.

The first reports of the Turkey-controlled Free Syrian Police (FSP) appeared in January 2017. Police units were formed in Jarablus as part of Operation Euphrates Shield, in order to help the FSA in their rear areas. By October 25, 2017, the Turkey Police Academy had graduated 5,631 Syrian police officers in 5 different schools, according to Anadolu Agency police sources. Syrian policemen were trained to provide security and protection in regions covered by the operation. Some 20% of the participants received SWAT training.

Starting on May 10, 2018, after training in Turkey 620 FSP are ensuring security in north-west Afrin. The cadets, aged between 18 and 45, undergo a month-long training regimen, according to Anadolu. A video posted by Yeni Safak newspaper in January 2017 showed a group of security forces dressed in Turkish police uniforms, chanting “long live Turkey, long live Erdogan and long live a free Syria.”

In the autumn of 2018, the situation in Idlib and nearby militant-held areas become the main point of attention of the international media covering the conflict in Syria. The rationale for Turkey’s collaboration with Idlib armed groups is the desire to expand its own influence, while preserving the radical segment of these formations as a shock force to continue exerting pressure on the Assad government, Iran and Russia.

The pattern of working with these groups in the province is set up as follows:

  • Small armed groups which did well in Euphrates Shield and Olive Branch are under nearly full operational control;
  • Groups united around Ahrar al-Sham, known as the Syrian Liberation Front, are under partial control;
  • Al Qaeda in Syria (Hayat Tahrir al-Sham and their allies) are in a state of “fruitful cooperation”, with less than total control (less than the SLF);
  • The future of small groups not included in the above categories due to their links with ISIS and al-Qaeda (for example, the remnants of Jund al-Aqsa or Hilf Nusrat al-Islam) is yet to be determined.
  • ISIS cells in Idlib. Turkey and its local allies have been fighting them with varying success. The problem is that, ideologically, the core of pro-Turkish groups and their allies is quite similar to ISIS. This is made worse by the horrifying level of corruption in and violence by the security forces of Hayat Tahrir al-Sham and the Syrian Liberation Front, which are the only forces capable of relatively significant action against ISIS cells.

Hayat Tahrir al-Sham remains the dominant military force in Idlib, alongside the Syrian Liberation Front. The problem of the Turkish approach is that the stronger the force, the harder it is to control it “behind closed doors” without offering guarantees. Hence various “PR armies” such as the SNA. While sabotaging the fight against terrorists, Ankara is strenuously pretending it is forming the “moderate opposition”. In the short term the odds of the pro-Turkey “moderate opposition” defeating terrorism in Idlib with Ankara’s help are minimal. The Turkish stance toward a possible military operation against Hayat Tahrir al-Sham and its allies in Idlib by the Syrian-Iranian-Russian alliance is proof of it, if additional proof were needed.

The total amount of financing provided to militant groups in Syria from Turkey has never been assessed, but it’s in the tens if not hundreds of millions of dollars a year. It has varied at different stages of conflict, and was disbursed through various sources.

In 2012-2016, the main source of financing was aid from foreign sponsors. Ankara was not too shy to use funds from the US, Persian Gulf monarchies, domestic or foreign volunteers supporting these or other groups. One should also include the CIA program worth $500 million to train “Syrian insurgents”. The 2015-16 migration crisis led to EU-Turkey negotiations on financial aid to Ankara, in return for which Turkey housed the refugees. Turkey asked for €30 billion up front, to be followed by annual payments of €3 billion, but it’s not known how much Turkey actually received, though there was an agreement on €3 billion in 2016 and another €3 by 2018. Considering the numerous world media reports on the terrible conditions for refugees in Turkey, it’s likely the money is mostly being used to finance groups fighting Assad, while refugees are given the lowest priority. Moreover, the Turkish Ministry of Defense and the MIT probably have budget items which are used to finance armed groups, though these would obviously be classified.

As the flow of jihadists and activities of volunteers declined, opposition groups fighting in Syria apparently shifted to self-sufficiency, which looks as follows: Turkey provides weapons, munitions, equipment, transportation and training. In return it receives resources from the occupied territory—oil, agricultural and industrial products. The priority is given to Turkey-manufactured goods in trade on occupied territory.

Turkey also continues to play the role of a clearing house for financing, though now to a lesser extent. One should note the widespread hawala system, an informal financial accounting system which is based on a balance of mutual credits and obligations among brokers and which is widespread in Muslim countries. The Money Services Business is also widespread in Turkey. What they all have in common is an absence of accounting transparency as understood in the West. For example: during a chat on Whats App or another messenger, an individual raising funds indicates the transfer should take place through an entity working with Western Union in Turkey. The recommended contribution varies from $500 and $9500, can be repeated, and is difficult to track. The fund-raiser provides contact information and asks the sponsor to provide a secret code after the transfer in order to collect the money in a town on the Syrian border.

Turkey uses various range of ideologically divided groups ranging from neo-osmanist and pan-turkic to ultra-radical Islamist ones, which are incompatible with the current Syrian government. This shows that in order to fulfill his own political ambitions, Erdogan is ready to make alliances with almost anybody who may serve his interests.

According to UNHCR, in April 2018 there were 3.9 million refugees from Syria in Turkey. Such a number of people cannot help but attract the attention of the Turkish military and intelligence for the purpose of ideological indoctrination and recruitment to fight a war for the new Syria, as envisioned by Erdogan.

A more detailed look at some Turkish-backed groups operating in northern Syria:

Hamza Division. Syrian nationalism. It numbered about 2,200 in September 2017 according to its own reports, and consists mostly of Arabs, Syrian Turkmen, and Kurds. It has its HQ in Mare, Aleppo province, where it operates and its commander in September 2017 was Abdullah Halawa. It cooperates with the Northern Thunder Brigade, the Mare’ Resistance Brigade, the Special Operations Brigade, the Dhi Qar Brigade and the Kurdish Falcons Brigade.

Liwa Sultan Murad. Pan-Turkishm. In 2016, it claimed to have 1,300 troops in 2016, mostly Syrian Turkmen and Arabs. Together with other Turkmen organizations, such as Liwa Sultan Suleiman Shah, Liwa Sultan Mehmed Fatih and Liwa Sultan Osman, it forms the Sultan Murad bloc. According to Turkish sources, Liwa Sultan Mehmed Fatih units undergo training in Turkey itself, though the location of the camp is unknown. It has its HQ in Al-Bab, Aleppo province. The commander as of November 2017 was Mahmoud al-Hajj Hassan.

Faylaq ash-Sham. Salafism. It has about 4,000 members, mostly Arabs. It’s based in Aleppo province, but its zone of responsibility also includes Idlib, Latakia, Hama, and Homs provinces. The commander as of early 2018 was Yasser Abdul Rahim, who was a key field commander during Operation Olive Branch. In February 2018 he was replaced by Khaldun Mador, and currently the commander is Colonel Fadlallahal-Haji. This formation served as the base for the National Liberation Front and the commander of Faylaq ash-Sham became the commander of this new formation. In June 2018 it was joined by Liwa Shuhada al-Islam, who numbers 799. It collaborates with the Army of Mujahideen, the Muslim Brotherhood of Syria, and there are reports of close collaboration with Hayat Tahrir al-Sham.

Jaysh al-Nasr. Salafism. It had 5,000 members, mainly Arabs, as of 2015. Its HQ is in Qalaatal-Madiq, Hama province and its zone of responsibility includes Idlib, Latakia, Hama, and Aleppo provinces. It was commanded by Muhammad Mansour as of early 2018. With the formation of National Liberation Front, Mansour became its deputy commander and chief of staff. The group collaborates closely with Tahrir al-Sham, Jaysh al-Izza and Ahrar ash-Sham.

Jaysh al-Nukhba. It collaborates with groups pursuing Syrian nationalism and Salafism. Its strength was 3,000, mostly Arabs, as of early 2017, according to its own statements. Its Aleppo province HQ is located in Jarablus, its Idlib province HQ in Kafr Nabl, and its zone of responsibility covers Idlib, Latakia, Hama, and Aleppo provinces. This formation is part of the Hawar Kilis Operations Room, the biggest pro-Turkey FSA group. It was commanded by Mohammed Ahmedal-Sayed in early 2017 and collaborates with Jaysh al-Nasr, Ahrar ash-Sham and the Free Idlib Army.

Jabhat al-Aisalat wal-Tanmia. Salafism. It had 5,000 members, mostly Arabs, in late 2015. Its zone of responsibility is Aleppo province and it is part of the Hawar Kilis Operations Room. The group collaborates with Jaysh al-Islam and Ahrar ash-Sham.

23rd Division. Islamic democracy. It numbered 1,400, mostly Arabs, in late 2014. Its HQ is in Qah, Idlib province and its zone of responsibility covers the northern Idlib and Aleppo provinces. Commanded by Abu Mustafa in early 2018, it collaborates with Ahrar ash-Sham, the Nour al-Din al-Zenki Movement and Festaqem Kema Umrit.

1st Coastal Division. Pan-Turkism. 2800 strong in 2015, it is made up of mostly Syrian Turkmen and Arabs. Its zone of responsibility covers Idlib and Latakia and as of 2014 its commander was Muhammad Haj Ali. It collaborates closely with Tahrir al-Sham, Ahrar ash-Sham and the Turkistan Islamic Party.

2nd Coastal Division. Pan-Turkism. It numbered around 500, mostly Syrian Turkmen, in 2015. Its zone of responsibility includes Aleppo and Latakia and its commander is Tarik Solak. It collaborates closely with Hayat Tahrir al-Sham (in the province of Latakia) and Ahrar ash-Sham.

Free Idlib Army. Syrian nationalism. According to its own account it numbered around 6000, mostly Arabs, in 2016. It has headquarters in the towns of Maaratal-Numaan and Kafr Nabal in the province of Idlib. Its zone of responsibility covers the provinces of Idlib, Latakia and Aleppo. It includes the 13th Division, the Northern Division and the Mountain Hawks Brigade. Currently they are commanded by Suhaib Leoush. They collaborate closely with Hayat Tahrir al-Sham, Ahrar ash-Sham and Faylaq ash-Sham.

2nd Army. Syrian nationalism and Islamic democracy. In June 2017 it counted around 1500 members, mostly Arabs. Its zone of responsibility covers Idlib, Latakia and Hama. It includes Division 46, Division 312, and Division 314 and its commander in June 2017 was Mohammed Khaled Khleif. There are reports that they have fought with ISIS in the North of Syria.

Liwa Shuhda al-Islam. Moderate Islam. It had around 700 members, mostly Arabs, in June 2017. Its HQ is in Idlib, Hama and Rif Dimashq. Its commander, Saeed Naqrash, was captured by unknown individuals in April 2018. The group blames Tahrir al-Sham for the kidnapping, which they deny. There are reports of close collaboration with the Islamic Union of the Soldiers of the Levant.

TURKISH DIPLOMATIC APPROACH TOWARD NORTHERN SYRIA

Northern Syria is a big knot of contradictions, with every party (Syria, Turkey, Iran, Russia, and of course the US) seeking to implement their own plans.

The Assad government is still viewed as illegitimate by Ankara, though Erdogan prefers not to mention it officially if this is possible. Turkish authorities have also repeatedly claimed that Ankara is fulfilling its obligations under the de-escalation zones agreement. However, no practical steps have been made by Ankara to separate Turkish-backed “moderate” factions from the terrorist groups in Idlib or to combat the terrorists there.

Turkey considered ISIS and Kurdish armed groups to be terrorists. After ISIS suffered defeat, Kurdish armed groups remained the only point in that category. Some Kurdish leaders hoped that Erdogan may lose the presidential election and thus the Turkish stance on the Kurdish issue in northern Syria will soften. However, this has never happened.

Turkish Strategy In Northern Syria: Military Operations, Turkish-backed Groups And Idlib Issue

Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan, (r), Russia’s President Vladimir Putin, (c), and Iran’s President Hassan Rouhani pose for the media members in Sochi, Russia, November 22. 2017. (Kayhan Ozer/Pool via AP)

On June 4, 2018, Ankara and Washington approved the “road map” for the town of Manbij in northern Aleppo, which is currently controlled by the Kurdish-dominated SDF. According to Turkey’s Foreign Minister Mevlut Cavusoglu, the first phase of the “road map” would see a withdrawal of Kurdish units from the town, which would come under joint patrols of Turkish and US troops. Turkish top officials also claimed that the agreement implied creating a town administration out of local inhabitants after the Kurdish armed groups’ departure. Turkey also insisted that all Kurdish armed groups within the SDF have to be disarmed or even disbanded in the framework of the roadmap.

Nonetheless, the turn of events appeared to be at odds with Ankara’s desires. The YPG once again claimed that it had withdrawn its members from Manbij. US and Turkish forces started patrols north of the town, on the contact line between the SDF/YPG and Turkish-held areas. No Turkish troops entered Manbij. The political and military control over the town remained in the hands of the YPG-affiliated bodies. Furthermore, the US continued providing Kurdish fighters with various military supplies, including weapons and armoured vehicles, and training. No further joint US-Turkish steps to settle the Manbij issue in favor of the Erdogan government were made.

Moreover, the problem is also that for Erdogan, Afrin, Al-Bab, and Manbij are not enough. He has repeatedly vowed to completely clear Kurish armed groups from the area from Manbij to Sinjar, which means operations in Qamishli, Kobani and Haskah, the main YPG strongholds in Syria. Thus, in order to achieve own goals the Erdogan government is balancing between the US-led bloc and the Syrian-Iranian-Russian alliance.

From Russia’s point of view, the strategic priority is Syria’s territorial integrity and the prevention of radical islamists from coming to power. Russia is open to dialogue with a moderate part of the Syrian opposition and is ready to participate in the talks. The leadership likely understands that Turkey is a temporary ally of Russia in Syria, where the two countries together with Iran are guaranteeing the ceasefire in de-escalation zones.

Thus, some Russian experts claim that Turkey is allied with the US against Russia, which does have some basis. Turkey is in NATO, Ankara has supported and is still supporting the opposition, especially radical armed groups in Idlib, which are not willing to negotiate with Assad. The conflict of objectives between Turkey and the Syrian-Iranian-Russian alliance has become obvious when the SAA started preparing for a possible military operation in Idlib.

However, Turkey’s, Syria’s, and therefore also Russia’s interests coincide on the question of Syrian Kurdistan. After Russian forces were dispatched to Syria and particularly after the liberation of Aleppo in 2017, Moscow tried to act as an intermediary between the Kurds and Damascus, trying to convince the latter to create Kurdish autonomy. But the Kurdish leaders rejected talks with Damascus and instead placed their hopes in an alliance with the US. It does not matter whether they picked that option because they felt Washington was the best hope to gain quick independence for Rojava or because of a cash stimulus from US emissaries. Most likely both factors played a role. The prospect of a pro-US Kurdish “independent” state formation was extremely worrisome to Ankara, Damascus, and Tehran, prompting them to close ranks.

Thus, the Kurds have lost their chance to get a wide autonomy within Syria and become a bargaining chip in the negotiations between major players involved in the conflict.

The Astana process format also deserves a few words. In the framework of this formant, Russia, Turkey, and Iran have affirmed their determination to fight terrorism and also those organizations which are considered terrorist by the UNSC, oppose separatism aimed at undermining territorial integrity and the sovereignty of Syria and the security of neighboring countries, continue joint efforts to promote political reconciliation among the Syrians themselves in order to facilitate the earliest possible launch of the Constitutional Committee in Geneva. But the actual situation is radically different. Ankara de-facto controls part of Syria, with the fight against Kurdish armed groups and the expansion of own influence in the war-torn country being the motives. Turkey also lacks a UNSC mandate or a permission from Damascus to deploy forces in the country. These are undoubtedly violations of Ankara’s commitments to the Astana agreements and of Syria’s sovereignty. The participation of the Syrian opposition in the negotiations is also a problem. Many factions just sabotage the talks.  Moreover, there are no significant results in the realm of political decisions on the country’s future, even though they sides continue to affirm their unity in this effort. One could draw the conclusion that the Astana format is not effective and is only a platform for meetings among heads of states, since each country and Turkey in particular is pursuing its own interests.

If one examines Russian participation in the conflict, there is still no evidence that Russia plans to impose a solution for a future Syria by force. Troops and equipment are being withdrawn from Hmeimim, which indicates a gradual drawdown of the military operation and a shift towards diplomatic means. However, while it’s possible to observe the successful implementation of this approach in some separate regions of the country, it has faced significant difficulties on the regional level.

CONCLUSION

In the last decade, Turkey’s foreign policy underwent significant changes which transformed its theoretical and practical foundations. The term “neo-Ottomanism” was launched in the context of Turkey’s expanding international activities in the scientific and political realm. While the international community interprets it in a number of ways, it does contain a clear ideological component. Moreover, neo-Ottomanism is the most appropriate term to describe Turkey’s foreign policy ideology and actions. Ankara seeks to become a world power, and that goal drives its activities, particularly concerning the Arab Spring and the war in Syria.

There are many potential clashes of interests between Turkey and Syria, including the Kurdish issue, mutual territorial claims, and ideological and political incompatibility. Since the very start of the protests in Syria, Turkey has rendered and continues to render help to the armed groups and political opposition. Moreover, the bilateral relations are made more complicated by the Euphrates river (nearly half the water is taken by Turkey which deprives countries downstream of water), the looting of industrial enterprises of the manufacturing center of Syria – Aleppo (equipment from nearly 1,000 factories were transported to Turkey). Ankara still believes Assad ought to leave his post, although in the last year its rhetoric concerning Assad’s legitimacy has softened. This was due to the growth of Russian influence on the theater of operations, military defeat suffered by several groups backed by Turkey, and also by the political and economic pressure exerted by Moscow after the Su-24 incident. This shaped Turkish policy toward Syria.

In the best outcome scenario for Syria, Iran, and Russia, Turkey would not plan to annex the Syrian territory it controls in the north of the country in order to avoid a negative reaction from these three states. These territories may be used as bargaining chips in order to gain preferential treatment for work in post-war Syria, thus expanding and strengthening its sphere of influence in that country and strengthening Turkey as a regional power. It’s possible that the Syrian border territories will see something akin to a trans-border protectorate, without redrawing national boundaries. Turkey has already transformed the agglomeration of its proxies into something like a unified opposition, with whom Ankara imagines Assad will discuss the future of Syria, thus giving it a place in the war-destroyed country and thus ensuring Turkey’s interests are safeguarded.

In the contemporary military and diplomatic reality surrounding the Syrian crisis, Ankara is pursuing the following tactical goals:

  • To eliminate or at least disarm and limit influence of US-backed Kurdish armed groups in northern Syria;
  • To strengthen a united pro-Turkish opposition Idlib and to eliminate any resistance to it, including in some scenarios the elimination of Hayat Tahrir al-Sham and its allies;
  • To facilitate return of refugees from Turkey to Syrian areas under its own control;

If these goals are achieved, Ankara will significantly increase its influence on the diplomatic settlement of the crisis and on the future of the post-war Syria. The returned refugees and supporters of militant groups in the Turkish-controlled part of Syria will become an electoral base of pro-Turkish political figures and parties in case of the implementation of the peaceful scenario. If no wide-scale diplomatic deal on the conflict is reached, one must consider the possibility of a pro-Turkish quasi-state in northern Syria, confirming the thesis that Erdogan is seeking to build a neo-Ottoman empire.

https://southfront.org/turkish-strategy-in-northern-syria-military-operations-turkish-backed-groups-and-idlib-issue/

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ: Κυβέρνηση χωρίς σύνορα της Γουώλ Στριτ, από τη Γουώλ Στριτ, υπέρ της Γουώλ Στριτ!…

0

[Η παγκοσμιοποίηση, υποστηρίζει ο Καναδός καθηγητής Σιμόν-Πιέρ Σαβάρ-Τραμπλαί, συγγραφέας του βιβλίου Δεσποτισμός χωρίς σύνορα, αφορά στην επιβολή του άγριου καπιταλισμού και όχι στο ελεύθερο εμπόριο που μπορεί να λειτουργεί άνετα και με τον προστατευτισμό. Απόδειξη, λέει στη Φιγκαρό ότι τα εθνικά κράτη αδυνατούν να στηρίξουν ευαίσθητους και τομείς αιχμής της οικονομίας τους και ότι η πολιτισμική παραγωγή μιας χώρας, για να ευοδωθεί  οικονομικά, πρέπει να ακολουθεί τις προδιαγραφές των ΗΠΑ. Μικρό δείγμα το ξήλωμα των αμπελιών στην πατρίδα μας και οι συμμετοχές μας στο Φεστιβάλ της Γιουροβίζιον, μετά το 2000, με τραγούδια στα αγγλικά! Ε. Δ. Ν. ]

 FIGAROVOX.- Περιγράφετε την παγκοσμιοποίηση ως ένα φαινόμενο θρησκευτικής και δογματικής φύσης και επιμένετε ότι η δύναμη αυτής της ιδεολογίας είναι να προσποιείτε ότι δεν είναι. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα;

Simon-Pierre SAVARD-TREMBLAY.- Η ομοφωνία της πολιτικής τάξης υπέρ του ελεύθερου εμπορίου είναι κραυγαλέα και το επίπεδό της μάλλον ανάρμοστο σε σχέση με τους όρους ενός δημοκρατικού πλαισίου. Έτσι, ο εκπρόσωπος του Κεμπέκ στις διαπραγματεύσεις της CETA μεταξύ Καναδά και Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέκρινε τους αντιπάλους της συνθήκης με τους κλιματοσκεπτικιστές και τους υπερασπιστές του καπνίσματος. Η διανοητική ευκολία είναι καταφανής, καθώς ταυτίζει την κριτική ορισμένων πτυχών μιας συγκεκριμένης συνθήκης με την απόρριψη του ελεύθερου εμπορίου στο σύνολό του, το οποίο παρουσιάζεται ως συνώνυμο του ανοίγματος. Αλλά η επιλογή των συγκρίσεων είναι εύγλωττη, αποδεικνύοντας τη λογική των κλακαδόρων ενός τέτοιου συστήματος: η άρνηση του ισοδυναμεί με την άρνηση των επιστημονικών αποδείξεων.

Παρά τη χρήση επιστημονικής ρητορικής, η σχέση της πολιτικής τάξης με το ελεύθερο εμπόριο έχει γίνει βαθιά θρησκευτική. Το ελεύθερο εμπόριο δεν προωθείται πλέον ως οικονομική αρχή, αλλά ως δόγμα προς αποδοχή στο σύνολό του και σε όλες τις πιθανές καταστάσεις. Δεν είναι πλέον ένας τρόπος βελτίωσης της ζωής των κοινωνιών, αλλά κάτι το οριστικό, ένα ιδιαίτερο σχέδιο στο οποίο οι λαοί πρέπει να υποταχθούν.

 Ναι στον προστατευτισμό

 Γιατί ένα τέτοιο ταμπού στη σκέψη να μιλάμε για προστατευτισμό;

Η λέξη γίνεται ολοένα και πιο πολυσήμαντη και τώρα χρησιμοποιείται για να ορίσει μια πληθώρα πολιτικών. Πιστεύετε ότι πρέπει να υποστηριχθεί η τοπική παραγωγή και να επιβληθούν περιορισμοί στις εισαγωγές; Να θεσπιστούν ειδικά υγειονομικά πρότυπα για τα εισαγόμενα προϊόντα; Όλες οι εναλλακτικές ιδέες εξομοιώνονται με αυτόν τον «προστατευτισμό» φόβητρο.

Ο προστατευτισμός έχει δοκιμαστεί και αντέξει. Φωνάζουν ‘’λύκος’’ όταν οι τελωνειακοί δασμοί είναι ήδη εξαιρετικά χαμηλοί, και μάλιστα ανύπαρκτοι σε πολλές περιοχές, και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ισχύει ήδη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί, επισείοντας αυτό το φάσμα δημιουργείται η εντύπωση μιας πόλωσης μεταξύ “προστατευτισμού” και “ελεύθερου εμπορίου”. Αυτή η κατηγοριοποίηση είναι τεχνητή και εσφαλμένη. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η δημοκρατία: οι λαοί να ορίζουν το μέλλον τους.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιπροσωπεύει το τέλειο σκιάχτρο. Η αμφισβήτηση μιας συγκεκριμένης συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου οδηγεί αμέσως στην κατηγοριοποίηση ως τραμπιστή, σαν να ήταν ο εμπορικός πόλεμος η μόνη εναλλακτική λύση στο γενικευμένο ελεύθερο εμπόριο. Η δυαδική σκέψη γίνεται πολύ άνετη.

 Υπενθυμίζετε τον κρίσιμο ρόλο των συμφωνιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ, 1995). Τι έχουν αλλάξει στις παγκόσμιες εμπορικές σχέσεις;

 Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όλα τα έθνη συγκεντρώθηκαν στην Αβάνα για να υπογράψουν έναν χάρτη που θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ο χάρτης της Αβάνας, ο οποίος έθεσε τον άνθρωπο πριν από το εμπόριο, ΄΄πέθανε΄΄ μετά την άρνηση του Κονγκρέσου των ΗΠΑ να τον επικυρώσει. Tη θέση του θα πάρει η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GAΤT) το 1948, καθιερώνοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε παγκόσμια κλίμακα, με ορίζοντα την εξαφάνιση των τελωνειακών δασμών.

Η γέννηση του ΠΟΕ το 1995 αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός μόνιμου θεσμού που να κατευθύνει τη μετατροπή του κόσμου σε ελεύθερο εμπόριο. Ο ΠΟΕ είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς συμφωνιών που του επιτρέπουν να παρεμβαίνει στις νομισματικές αποφάσεις των χωρών και απειλεί τις πολιτικές στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας. Παράδειγμα, η Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών θέτει τις βάσεις για την εμπορευματοποίηση της υγείας και της παιδείας, ενώ η γεωργική συμφωνία ανέτρεψε τη σχέση μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών και των γεωργικών υπερδυνάμεων, ενισχύοντας τη δύναμη των δεύτερων επί των πρώτων.

Το όργανο επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ λειτουργεί ως εργαλείο για την εξάλειψη των εθνικών πολιτικών. Για παράδειγμα, η καναδική Πολιτεία Οντάριο υιοθέτησε ένα πρόγραμμα ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την ενθάρρυνση της αιολικής και ηλιακής ενέργειας, το οποίο αφορούσε σε ελάχιστες τοπικές επιχειρήσεις και εργαζόμενους αντίστοιχα. Το 2010, η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατήγγειλαν το πρόγραμμα στο Οργανο Ρύθμισης Διαφορών (ΟΡΔ).  Το αποτέλεσμα, το Μάιο του 2013, το ΟΡΔ πήρε την τελική του απόφαση: οι κανόνες του ΠΟΕ παραβιάστηκαν και το Οντάριο έπρεπε να εγκαταλείψει το πρόγραμμά του. Η δυνατότητα οριοθέτησης της παραγωγής και ευνοϊκής μεταχείρισης των παραγόντων που είναι εξοικειωμένοι με τις τοπικές ιδιαιτερότητες αποκλείστηκε…

Πολιτισμικό μάρκετινγκ

 Θεωρείτε ότι η πολιτιστική πλευρά της παγκοσμιοποίησης είναι φορέας εξομοίωσης. Πιστεύετε ότι εξακολουθεί να είναι δυνατή η υπεράσπιση μιας “πολιτιστικής εξαίρεσης” στην τρέχουσα κατάσταση του ελεύθερου εμπορίου;

Προκειμένου το κεφάλαιο να αναπτύσσεται πλήρως και να είναι τελείως ελεύθερο, δεν αρκεί πλέον να μειωθούν οι συνοριακοί περιορισμοί ούτε να τονωθεί το εμπόριο μεταξύ των χωρών. Δεν πρόκειται πλέον, με αυστηρούς όρους, για το απλό εμπόριο μεταξύ των χωρών. Ο Ζόζεφ Στίρλιτζ έλεγε σωστά ότι αυτή η νέα γενιά συνθηκών αφορά σε πολλά πράγματα, όχι όμως στο ελεύθερο εμπόριο. Προφανώς, το ελεύθερο εμπόριο αποτελεί μέρος μιας δυναμικής διαρκούς επέκτασης. Χρησιμοποιώντας μαγικούς όρους όπως  “πράσινη ανάπτυξη”, θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να παράγουμε ολοένα και περισσότερο, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούμε για την οικολογική κρίση.

Η πολιτιστική εξαίρεση υπήρξε ο μεγάλος αγώνας του Κεμπέκ και της Γαλλίας ο πολιτισμός να μη θεωρείται εξολοκλήρου εμπορικό αγαθό, επιτρέποντας στα κράτη να προωθήσουν την παραγωγή τους χωρίς φόβο αντιποίνων. Ωστόσο, οι πρόσφατες σημαντικές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, όπως η CETA, επέλεξαν την εξαίρεση ανά κεφάλαιο και όχι γενική εξαίρεση. Έτσι, ο πολιτισμός αποκλείεται από τις διατάξεις της Συνθήκης μόνο όταν αναφέρεται ρητά και όχι στο σύνολό του.

Ο πολιτισμός, ως ένα από τα πλέον δημοφιλή καταναλωτικά αγαθά του οικονομικού συστήματος, βρίσκεται στο επίκεντρο και όχι στο περιθώριό του. Ο μόνος πολιτισμός που αποδέχεται η παγκοσμιοποίηση είναι αυτός που πωλείται και αγοράζεται. Το μόνο που κάνει η κατανάλωση ομοιογενών πολιτιστικών αγαθών είναι ότι ωθεί πολλούς ανθρώπους να φαντάζονται τους εαυτούς τους ελεύθερους από τις εθνικές πραγματικότητες ασπαζόμενοι έναν δήθεν παγκόσμιο πολιτισμό.

 Υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει στους εθνικούς πολιτισμούς να προβάλουν το στίγμα τους. Αλλά εάν μια εθνική κουλτούρα θέλει να εξάγει, είναι απαραίτητο τα προϊόντα της να σχεδιάζονται μέσα από το πρίσμα της εμπνευσμένης από την Αμερική πολιτιστικής τυποποίησης. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος ανακάλυψε τη μεξικάνικη κουζίνα των ταχυφαγείων Taco Bell και έστρεψε το αυτί του στην Κορέα ακούοντας το στυλ Gangnam του Psy.

 Ο Μύθος των μελισσών

Επιμένετε στην ιδεολογική και πολιτική διάσταση της παγκοσμιοποίησης. Μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν αναπόφευκτη;

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια ιδεολογία που επινοήθηκε για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων εκείνων που την καθιέρωσαν, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελή κοινωνική τάξη με συνείδηση των συμφερόντων της. Πρόκειται για ένα δίκτυο σχεδόν αποκλειστικά Δυτικό και το σχέδιό του είναι παγκόσμιο, τόσο στους στόχους του όσο και στα μέσα του. Συνδυάζοντας πρωταγωνιστές από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης (μεγάλα ονόματα από τον τραπεζικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, διευθύνοντες συμβούλους πολυεθνικών εταιρειών, επικεφαλής ομίλων σκέψης …), αυτή η υπερτάξη διαρθρώνεται από τη διασύνδεση που επιτρέπει η παγκοσμιοποίηση. Το όνειρό της για παγκοσμιοποίηση, αυτό ενός κόσμου αφθονίας χωρίς σύνορα και του παγκόσμιου χωριού, έχει από μόνη της την ικανότητα να το υλοποιήσει, ως κοινότητα αποκομμένη από την πραγματικότητα των άλλων. Και έτσι να θωρακίσει την προνομιακή της θέση σε ένα δαρβινιστικό σύστημα.

Επιστρατεύτηκε μια ολόκληρη επιχειρηματολογία για τον μετασχηματισμό της κοινωνία εκ των άνω, από και για τα συμφέροντα αυτής της υπερτάξης. Η λατρεία του ατομικού πλουτισμού ως τρόπος πλουτισμού του καθενός και η πλήρης απελευθέρωση του ατόμου έναντι του συλλογικού, είναι αρκετά παλιά, πιθανόν να ανάγεται στο Μύθο των μελισσών του  Μπέρναρντ Μαντεβίλ* τον δέκατο όγδοο αιώνα. Την εποχή του, ο Μύθος απαγορεύτηκε. Ο ίδιος ο Aνταμ Σμιθ καταδίκασε το έργο του Mάντεβιλ, χαρακτηρίζοντάς το  “ολέθριο στο σύνολό του”. Ο υπερβατικός μύθος ενός ανταγωνισμού ως πραγματική φυσική κατάσταση μεταφέρθηκε στον επιστημονικό τομέα. Ωστόσο, έχει πάντα αμφισβητηθεί και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι μπορεί να γίνει γενικός κανόνας….

 Η πρόοδος της αποκαλούμενης παγκοσμιοποίησης – η παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου – έχει πολλές ρίζες, αλλά είναι προφανές ότι θα μπορούσε να εξεταστεί μια άλλη πολιτική. Πάρτε, για παράδειγμα, την περίπτωση της Ρωσίας. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος, οι πιο αντικειμενικοί στοχαστές (όπως ο Τζων Κένεθ Γκαλμπρέιθ) πρότειναν σταδιακή μετάβαση σε μια μικτή οικονομία. Αντίθετα, επέλεξαν τις πιο βάναυσες νεοφιλελεύθερες συνταγές («θεραπεία σοκ»), με καταστροφικά αποτελέσματα. Ο ρωσικός λαός δεν ρωτήθηκε ποτέ και δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεσή του σε μια τέτοια πολιτική.

Ακριβώς επειδή είναι δυνατές και άλλες πολιτικές, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει να σκοτώσει τον πολιτικό διάλογο.

Ξεπερασμένα τα σχήματα Αριστερά και Δεξιά

 Το συμπέρασμά σας είναι μάλλον απαισιόδοξο, αλλά όχι χωρίς ελπίδα. Πώς βλέπετε το μέλλον του ελεύθερου εμπορίου και νομίζετε ότι οι αμφισβητήσεις από τα λεγόμενα “λαϊκιστικά” κόμματα μπορούν να σταματήσουν τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης;

Ο «λαϊκισμός» είναι σήμερα μια από τις πιο σημαντικές ετικέτες για τον αποκλεισμό  από τον δημόσιο διάλογο ενός πολιτικού παράγοντα, συνώνυμος του νεοφασισμού και τον αυταρχισμού. Ο λαϊκισμός, κατά βάση, είναι ωστόσο ευγενής όρος, δηλαδή η υπεράσπιση του λαού. Ιστορικά, το αμερικανικό λαϊκό κόμμα ήταν μια συμμαχία μεταξύ βιομηχανικών εργατών και μικρών αγροτών, για την ανατροπή  της «κυβέρνησης της Γουώλ Στριτ, από τη Γουώλ Στριτ και υπέρ της Γουώλ Στριτ» από την «κυβέρνηση του λαού, από το λαό και υπέρ του λαού». Αυτό το κίνημα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αμερικανική πολιτική κινητοποίηση, έχοντας επηρεάσει ιδιαίτερα έναn αδιαμφισβήτητο Mάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Ένας ευφυής λαϊκισμός, με στόχο την ανατροπή της ολιγαρχίας, όπως τη βλέπει σήμερα ο Σαντάλ Μουφ, νομίζω ότι είναι ο πιο ελπιδοφόρος τρόπος για την αναγκαία απο-παγκοσμιοποίηση. Οι όροι “αριστερά” και “δεξιά” είναι πλέον εντελώς ξεπερασμένοι, έτσι ώστε αυτές οι κομματικές οικογένειες, χωρίς να είναι εντελώς εναλλάξιμες, είναι όλο και πιο πανομοιότυπες. Ομάδες “διακυβέρνησης” που το μόνο που θα επιδιώξουν είναι η προσαρμογή των κρατών στη δυναμική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Θα διαχειρίζονται μόνο την υπο-επιμελητεία εφαρμόζοντας συνταγές αποφασισμένες από οργανισμούς χωρίς δημοκρατική νομιμότητα. Θα χρειαστεί να επωμιστούμε ξεκάθαρα τη ρήξη έναντι αυτού του συστήματος.

*Στον οποίο υποστηρίζει την ιδέα ότι η αμαρτία, η οποία οδηγεί στην αναζήτηση πλούτου και εξουσίας, παράγει ακούσια αρετή επειδή, με την απελευθέρωση ορέξεων, φέρνει την πολυτέλεια που υποτίθεται ότι πρέπει να κυλά από τα ανώτερα προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο πόλεμος, η κλοπή, η πορνεία, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η απληστία, κλπ. λειτουργούν τελικά “προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών».

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

http://www.lefigaro.fr/vox/economie/2018/08/31/31007-20180831ARTFIG00256-le-libre-echange-est-il-une-nouvelle-forme-de-religion.php

ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ, ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΤΟΝ κ. ΤΣΙΠΡΑ

0
Ντρέπομαι και τρέμω μήπως ξαφνικά συναντήσω τον κ. Τσίπρα και με το κλίμα που έχει δημιουργηθεί με ρωτήσει «Πόσο χρόνων είστε Κύριε;». Τι θα απαντήσω; Πώς να του πω ότι προ πολλού έχω καβατζάρει τα 80 και …ναι και κυκλοφορώ και του προκαλώ τόσο άγχος. Άγχος για το ασφαλιστικό που όλοι εμείς οι άνω των 70 ετών του το δημιουργούμε  – όπως ο ίδιος δήλωσε – φυσικά με την επιμονή μας να θέλουμε να ζήσουμε κι’ άλλο, κι’ άλλο.

Α, και δεν είναι μόνο ο κ. Τσίπρας που άγχεται. Σκέφτομαι και ντρέπομαι τον αξιότιμο υπουργό μας των Οικονομικών, τον κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο, με τα τέλεια αγγλικά του όταν εμφανίστηκε σε ξενόγλωσσο ακροατήριο, που δεν μπορούσε, όπως είπε, να βρει τρόπο να εκφραστεί κομψά για τους άνω των 70 συνταξιούχους και παρατήρησε ότι αυτοί οι άνθρωποι θα τεθούν εκτός συστήματος με φυσικό τρόπο. Το 2020, το 2030 ή το 2040 δεν θα βρίσκονται πια εδώ. Με τον τρόπο του ο κ. Υπουργός ενίσχυσε την άποψη του Πρωθυπουργού μας ότι τους άνω των 70 συνταξιούχους σε λίγο δεν θα τους απασχολεί το θέμα της περικοπής των συντάξεών τους. Τέτοιος κυνισμός.

Εγώ όμως ντρέπομαι γιατί αρκετές χιλιάδες από εμάς τους άνω των 70 δεν δείχνουμε κατανόηση στους προαναφερθέντες ώστε να τους αδειάσουμε τη γωνιά και να μην πονοκεφαλιάζουν για το Ασφαλιστικό. Προσωπικά δέχομαι ότι έχω… ξεχαστεί σε τούτο τον Κόσμο και έχω αργήσει να διαβώ τον Αχέροντα έστω και χωρίς οβολό, γιατί ως γνωστό δεν μας έχουν αφήσει φράγκο.

Απορώ πάντως ότι, κανείς από τη σημερινή κυβερνητική ηγεσία που μιλάει για εξαφάνιση των συνταξιούχων δεν σκέφτηκε ότι δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό κάτι τέτοιο δεδομένου ότι κάθε χρόνο τους αποχωρούντες συνταξιούχους διαδέχονται νέοι, σε αντίστοιχους περίπου αριθμούς και φυσικά το πρόβλημα δεν θα αντιμετωπιστεί σωστά.

Μας ψέγουν ότι είμαστε ασυγκίνητοι στα προβλήματα που υποτίθεται ότι απασχολούν την Κυβέρνηση και κυρίως η ανεργία των νέων. Αν επομένως εμείς οι παλαιοί συνταξιούχοι «εξαφανιστούμε» θα υπάρξουν χρήματα για να διοριστούν χιλιάδες Καρανίκες και να δοθούν επιδόματα σε εκατοντάδες, χιλιάδες συμπολιτών μας (πού είσαι Μαδούρο να τους καμαρώσεις). Κύριος στόχος φυσικά με τη γενίκευση των κρατικών επιδομάτων είναι ο κ. Τσίπρας να ελέγξει τα πάντα.

Προ ημερών ήμουν στο χωριό Κυπαρίσσι Λακωνίας, έναν αληθινό παράδεισο (παλιά η προσέγγιση στο χωριό αυτό με το εκπληκτικό τοπίο ήταν δυνατή μόνο με πλοίο και πριν από δεκάδες χρόνια είχα φτάσει με το πλοίο της γραμμής, τη «Νεράιδα» του Καπετάν Γιάννη Λάτση). Εκεί λοιπόν στη γαλήνη και την απόλυτη ηρεμία, σαν αστραπή μου κατέβηκε μία ιδέα για να βοηθήσω τον κ. Τσίπρα στο πρόβλημα με τους 70άρηδες και άνω.

Σκέφτηκα, μια και είμαι στη Λακωνία, απέναντι από τον Ταΰγετο, δεν πάω μία βόλτα στο βουνό να δω σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο Καιάδας?  Και αν μπορεί να αποβεί λύση στο πρόβλημα του Πρωθυπουργού μας με τους παλαιούς συνταξιούχους. Δηλαδή, πόσους από εμάς μπορούσε να χωρέσει ο Καιάδας. Διαπίστωσα όμως μάλλον ούτε ο Καιάδας μπορούσε να λύσει το πρόβλημα των κ.κ. Τσίπρα και Τσακαλώτου.

Και ψάχνοντας για μια καλύτερη ιδέα κατέληξα σε μια δοκιμασμένη λύση για τόσο μεγάλο αριθμό ξεγραμμένων. Συγκεκριμένα σκέφτηκα ότι οι Ναζιστές του Χίτλερ δημιούργησαν τα αποτρόπαια στρατόπεδα του Άουσβιτς, του Νταχάου, του Μάουτχαουζεν και άλλα κρεματόρια όπου έκαναν στάχτη χιλιάδες Εβραίων, αντιφρονούντων και αιχμαλώτων από τις χώρες που είχαν κατακτήσει. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως όμως απέρριψα και αυτή την ιδέα ως πολύ φρικιαστική και ανατριχιαστική για τη σημερινή κοινωνία.

Έτσι, έχω μείνει με το άγχος ότι προσπαθώ αλλά αδυνατώ να προτείνω κάποια δημιουργική λύση στο πρόβλημα των κ.κ. Τσίπρα και Τσακαλώτου.

Αλλά για να σοβαρευτούμε, εμείς οι χιλιάδες συνταξιούχοι καθώς και ολόκληρος ο Ελληνικός λαός πρέπει να μελετήσει καλά τις θέσεις τόσο του Πρωθυπουργού όσο και του Υπουργού Οικονομικών και την ώρα που πρέπει, να δώσει την σωστή απάντηση στην τόση αναλγησία και τον απέραντο κυνισμό των δύο ηγετών. Δεν μπορούμε όλοι εμείς που έχουμε δουλέψει σκληρά επί πολλές δεκαετίες με τη συμπεριφορά τους να αισθανόμαστε ότι είμαστε «Άχθος Αρούρης» στον τόπο μας.

Σημείωση:

Προσωπικά, έχω πάνω από 60 χρόνια Ταμείο με μεγάλες κρατήσεις, διότι παλαιότερα είχαμε υψηλούς μισθούς . Πλήρωνα ασφάλιστρα έως το 2010, χωρίς όλα αυτά τα χρόνια να έχω έστω και μία ημέρα διακοπής. Ούτε μία ημέρα άνεργος. Σήμερα έχω γίνει ένας νεόπτωχος, λόγω των συνεχών περικοπών της συντάξεώς μου.

Πηγή: reporter.gr

Moscow To Prepare Serbian Intrigue

0

Russia’s only ally in the Western Balkans is Serbia, and – more specifically – the Serbs. It was only a few years ago that a list of Moscow’s friends contained even Montenegro and Macedonia; nonetheless, due to aggressive Russian policy, including the attempted putsch in Montenegro and a special operation in Macedonia, these countries had no longer intention to maintain their cooperation with Russia, which ultimately pushed them towards NATO and the European Union. Thus, the Serbs remain conflicted with almost all their neighbours. The Belgrade-Moscow alliance is getting stronger while the Russians have recently been trying to divide the federal state of Bosnia and Herzegovina.

SOURCE: MID.RU

Since the Dayton Peace Agreement in 2015, Bosnia and Herzegovina, also referred to as BiH, consists of two autonomous state units: the Muslim-Croat Federation and Serb-run Republika Srpska. Both of these entities have their own presidents, governments, and parliaments. They are connected one with another by relatively weak central institutions, including the three-member Presidency of Bosnia and Herzegovina, supposed to represent three nationalities: Muslim Bosnians, Catholic Croats and Orthodox Serbs. The upcoming elections are scheduled for October 7. Bosnia and Herzegovina was visited by Russia’s Foreign Minister Sergey Lavrov only several days ago. In addition, Lavrov paid a visit to Sarajevo where he assured that Russia would try its utmost to respect the elections result and would not stand up for any political party. Nonetheless, he also went to Banja Luka, the capital of the Republika Srpska entity; such trip seemed to deny all that Lavrov had previously said in Sarajevo. Both in fact, the visit to BiH constituted an expression of Russia’s strong support to the nationalist Republika Srpska and Moscow’s ally President Milorad Dodik, who runs for a set in the three-member Presidency.

For a long time, Dodik has been one of Moscow’s most faithful allies in the former Yugoslavia. He is in favor of the wider autonomy of Republika Srpska as well as he seeks to detach the entity from Bosnia and Herzegovina in a longer perspective, hoping that Moscow will support his separatist plans. This is to be fostered by the discussion on the territory exchange between Serbia and Kosovo – meaning a precedent that would ultimately make it possible to change borders. Officially, Lavrov does not support Dodik’s separatism; however, Russia’s Foreign Minister attacked some Western countries and he rejected all accusations that Russia could try to influence results of a Macedonian name-change referendum scheduled for September 30. And the very fact that, on September 21, the head of Russian diplomacy met in Banja Luka not only the president on the Serbian entity but he also held a meeting with Serbia’s Prime Minister Ivica Dačić was significant and must be straightforwardly interpreted as Moscow’s support for future detachment of the Serbian part of BiH with the aim of joining Serbia. Such Russian policy also serves to strengthen ties with Belgrade, where many still dream about the Great Serbia – an ethnic Serbian state made up of present Serbia, but also Serbs inhabiting some parts of Croatia, Bosnia and Herzegovina, Montenegro, Macedonia, and Kosovo.

Moscow To Prepare Serbian Intrigue

Οι διπλωματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και η Συμφωνία των Πρεσπών. Ο δεκάλογος ενός διπλωμάτη

1

 Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018, 10:02

Του Αλέξανδρου Π. Μαλλιά , πρέσβη επί τιμή

«Ο Δεκάλογος ενός Διπλωμάτη»

1.Αλλαγή διεθνών ισορροπιών

Η κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι εμπόλεμη, εκρηκτική , απρόβλεπτη .

Δεν έχουν ημερομηνία λήξης οι πόλεμοι και οι πληθυσμιακές προς την Ευρώπη μετακινήσεις προσφύγων και οικονομικών μεταναστών.

Σημειώνουμε επίσης την αναποτελεσματικότητα των διεθνών οργανισμών και συμφωνιών και την αποδυνάμωση του παγκοσμίου συστήματος συλλογικής ασφάλειας που ενσαρκώνει ο ΟΗΕ.

Η αιτία είναι η σύγκρουση των «5» Μονίμων Μελών του .

Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, επί δεκαετίες σταθεροί πυλώνες του εθνικού μας προσδιορισμού και εθνικής ασφάλειας -με την γενικότερη δυνατή του όρου έννοια-βρίσκονται σε μία παρατεταμένη κρίση ταυτότητας , έλλειψης και σταθερότητας στόχων .Κυρίως όμως κλονισμού της αίσθησης και της αντίληψης του κοινού συμφέροντος.

Στην δική μας Ευρώπη, προεξοφλώ ότι οι Ευρωεκλογές του Μαϊου 2019 , με πρόσχημα το προσφυγικό-μεταναστευτικό , θα επιβεβαιώσουν την κυρίαρχη πλέον θέση των αντι-ευρωπαϊκών αναθεωρητικών δυνάμεων σε μεγάλο αριθμό κρατών –μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης , της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περιλαμβανομένης.

2. Κύπρος :

Δεν απαιτείται προσπάθεια για να αντιληφθούμε τις διαρκείς ιστορικές, πολιτικές και ηθικές μας ευθύνες απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το στίγμα της προδοσίας της χούντας έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια . Αν και έχουν περάσει 44 χρόνια, δεν έχουμε κάνει μέχρι στιγμής την σοβαρή αυτοκριτική μας. Περιοριζόμαστε στην μόνιμη προσπάθεια επίρριψης και αποποίησης ευθυνών .

Ήδη από την δεκαετία του ΄50 , αναζητούμε και αποζητούμε το Δίκαιο, τη Δικαιοσύνη, τη Δικαίωση. Πολλοί προσπάθησαν στη διαδρομή αυτή να μας χωρίσουν σε στρατόπεδα. Από εδώ τοποθετούν τους πατριώτες και εκεί τους άλλους τους ενδοτικούς .

3. Η Τουρκία:

Η Τουρκία είναι ένας δύστροπος γείτονας. Είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε. Είναι μία μεγάλη περιφερειακή δύναμη .Θεωρεί ταυτόχρονα ότι έχει παγκόσμια εμβέλεια και ρόλο.

Τον ρόλο αυτό διεκδικεί διότι –παρά τα κρίσιμα προβλήματα της στα οποία σήμερα κυριαρχεί η βαθιά οικονομική κρίση- οι δυνατότητες, η αποφασιστικότητα και η τακτική προσφυγής στον πόλεμο αφορούν στα ζητήματα που βρίσκονται ψηλά στην Ατζέντα των παγκοσμίων προτεραιοτήτων.

Χώρα με ειδικό βάρος αποτελεί πλέον και το βαρόμετρο για την βιωσιμότητα της ενότητας της Δύσης. Κυρίως του ΝΑΤΟ.

4. Συμμαχίες και Εθνική Ασφάλεια :

Ισχύει η δύναμη του δικαίου ή το δίκαιο της ισχύος; Επιμένουμε στη δύναμη του Δικαίου. Ή Τουρκία προκρίνει το δίκαιο της Ισχύος.

Μάταια στην Ελλάδα διαχρονικά αναζητούμε και αποζητούμε τον «από μηχανής θεό». Δεν υπάρχουν διλήμματα: Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου το ΝΑΤΟ ήταν η μόνη επιλογή μας ως χώρας και ως έθνους.

Όμως, τα πράγματα και τα συμφέροντα μεταβάλλονται. Παρατηρούμε :

– τον ισχυροποιημένο ρόλο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και την επιστροφή της στην Ευρω-Ανατολή ,

-την άνοδο προς την κορυφή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας με το όχημα της « ήπιας δύναμης» ,

– την αβεβαιότητα που επικρατεί σήμερα στις διατλαντικές σχέσεις και

-την σταθερή και μόνιμη απειλή που συνιστά η Τουρκία .

Αν διαβάσουμε σωστά την πραγματικότητα που διαμορφώνεται , το συμπέρασμα είναι ότι το ΝΑΤΟ μόνο του πλέον δεν μπορεί να καλύψει το θεμελιώδες πρόβλημα Εθνικής Ασφάλειας της Ελλάδος.

5. Η Συμφωνία των Πρεσπών:

Στις 17 Ιουνίου υπογράψαμε με πανηγυρισμούς την Συμφωνία των Πρεσπών με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τονίζοντας ότι σταθερή επιδίωξή μας ήταν να μην υπάρχει νικητής και ηττημένος.

Γιατί όμως δεν φροντίσαμε να ισχύσει ταυτόχρονα και στην Ελλάδα; Να μην χωρίζουμε δηλαδή σήμερα πολίτες και πολιτικούς σε νικητές και ηττημένους. Σε εθνικιστές και προοδευτικούς. Σε φοβικούς και δειλούς και σε θαρραλέους από την άλλη.

6. Σύνεση, συνεννόηση και συναίνεση:

Η ορθή προσέγγιση θα ήταν να προσέλθουμε στις διαπραγματεύσεις με τα Σκόπια έχοντας εξασφαλίσει στο μέτρο του εφικτού την μεγαλύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και συνοχή. Η κυβέρνηση επέλεξε το αντίθετο. Προσπάθησε συστηματικά μέσω του Μακεδονικού να πλήξει και να απαξιώσει την αξιωματική αντιπολίτευση κυρίως αλλά όχι μόνο. Με την τακτική αυτή υπονόμευσε κυρίως τις δικές της επιλογές ,την δική της Συμφωνία. Δείχνει τώρα να εκπλήσσεται από την αντίδραση της κοινής γνώμης την οποία η ίδια προκάλεσε .

Αν είχε δρομολογήσει ένα πλαίσιο πραγματικής συνεννόησης αναμφίβολα η κατάσταση σήμερα θα ήταν πλέον ευνοϊκή.

Χωρίς πολιτική συνεννόηση δεν μπορούμε να βρούμε βιώσιμες λύσεις στα εθνικά ζητήματα.Επιπλέον, οι λύσεις που βρίσκονται αν δεν στηριχθούν από την κοινωνία δεν αντέχουν στην δοκιμασία του χρόνου.

7. Ελλάδα και Αλβανία:

Ελλάδα και η Αλβανία ας βρούμε λύση στα πραγματικά προβλήματα και να συνεννοηθούμε στην βάση του αμοιβαίου συμφέροντος με μία Συμφωνία–πακέτο. Βασική προϋπόθεση είναι η πολιτική συνεννόηση στην Αθήνα.

Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία ειδικά δε στην Χειμάρρα είναι η μόνη εκτός συνόρων μας συμπαγής Ελληνική Μειονότητα.

Δεν είναι τυχαίες οι προσπάθειες των Τιράνων να γκρεμίσουν μέσω επιλεκτικών κατεδαφίσεων τις περιουσίες της Ελληνικής Μειονότητας στη Χειμάρρα.

8.Εθνικό Συμφέρον – Ρωσική Ομοσπονδία:

Χάρις σε άξιους πολιτικούς μας ηγέτες έχουμε κάνει τις ορθές μας επιλογές στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχουμε την δυνατότητα να κινούμαστε σε ένα πλαίσιο βελτιωμένης, αλλά κάθε άλλο παρά απόλυτης πολιτικής, αμυντικής και οικονομικής ασφάλειας.

Εύχομαι και ελπίζω ότι τα εθνικά μας συμφέροντα υπαγόρευσαν τις πρόσφατες κινήσεις μας έναντι της Ρωσίας.

Η παρέμβαση στις εσωτερικές μας υποθέσεις οποιασδήποτε χώρας, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης , δεν είναι ανεκτή.

Υπό μία προϋπόθεση. Η θέση αυτή πρέπει να ισχύει έναντι όλων.

Ήλθε η στιγμή η Αθήνα και η Μόσχα να θέσουν ένα τέλος στην δυσάρεστη αυτή παρένθεση.Ας φροντίσουμε να αποκαταστήσουμε λειτουργικές σχέσεις . Για πρώτη φορά μετά το 1974 ,ακυρώνεται κάθε δυνατότητα προσφυγής μας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχοντας εκ προοιμίου εξασφαλίσει την αρνητική διάθεση ενός Μονίμου Μέλους.

9.Ελλάδα και ΗΠΑ-Η Σούδα και Διμερή Ανταλλάγματα Ασφαλείας:

Η κατάσταση στις Αμερικανο-Τουρκικές σχέσεις και η εκρηκτική ρευστότητα στην μεγάλη περιοχή της Ευρω-Ανατολής καθιστούν τον ελληνικό γεωπολιτικό και αμυντικό χώρο αναντικατάστατο .

Η έλλειψη βούλησης της Συμμαχίας να εγγυηθεί την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε εγγύηση ασφάλειας σε διμερές επίπεδο,πρωτίστως από τις ΗΠΑ. Σήμερα είναι στον αστερισμό του εφικτού μέσω μίας πενταετούς ή δεκαετούς Συμφωνίας για την Σούδα.

10. Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας

Συχνά ακούμε ότι λείπει μας λείπει η αποτελεσματικότητα. Επιμένω ότι λείπει κυρίως η συνέχεια. Όσο η Εθνική Πολιτική Ασφάλειας δεν διέπεται από το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που προσδιορίζει το πως, πότε, ποιος και γιατί τόσο οι προσωπικές επιλογές και η «γνώμη» , με την τόσο κτυπητή απουσία «μέτρου» στις εκδηλώσεις μας, θα υποκαθιστούν την αποτελεσματική δράση. Η σύσταση ενός Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας υπό τον Πρωθυπουργό είναι χρήσιμη και αναγκαία.

Έχω υπηρετήσει υπό 15 Υπουργούς Εξωτερικών και 11 διαφορετικές κυβερνήσεις.Πεποίθηση μου είναι ότι

η πολιτική συνεννόηση, η συνέχεια , ο μακροχρόνιος σχεδιασμός, η γνώση και η αξιοποίηση των αρίστων αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις .

πηγη:eirinika.gr
Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ’ την Βόρειο Ήπειρο