Αρχική Blog Σελίδα 2747

Οι χάρτες του Ακάρ: Η Τουρκία επιδιώκει την «εξαφάνιση» της Ελλάδας από την Μεσόγειο

0

Του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ

Πλοία του τουρκικού πολεμικού Ναυτικού στη Μεσόγειο. Photo via Turkish Navy

NOVEMBER 12, 2018

Σύνορα με την… Λιβύη φαίνεται να επιδιώκει τώρα η Τουρκία καθώς σύμφωνα με δημοσιεύματα του φιλοκυβερνητικού Τύπου ο υπουργός Άμυνας, Χουλουσι Ακάρ παρουσίασε χάρτες στην λιβυκή κυβέρνηση για να αποδείξει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να σφετερισθεί όχι μόνο την τουρκική αλλά και την λιβυκή υφαλοκρηπίδα και να στερήσει έτσι τα… κοινά σύνορα μεταξύ των δύο χωρών.

Τα δημοσιεύματα (Γένι Σαφάκ και Ακσάμ) που συνοδεύονται και από δυο χάρτες που υποτίθεται ότι παρουσίασε ο Ακάρ στους Λίβυους συνομιλητές του οι οποίοι τελικά επιβεβαιώνουν ότι ο περίφημος χάρτης που παρουσίασε στις 24 Οκτωβρίου ο κ. Ακάρ και εμφάνιζε την Τουρκία να αμφισβητεί την ελληνική υφαλοκρηπίδα ακόμη και νότια της Ιεράπετρας δεν ήταν καθόλου τυχαίο γεγονός και δεν αφορούσε τελικά ,όπως είχαν ισχυρισθεί τότε, «κάποιον χάρτη του πανεπιστήμιου της Σεβίλλης»…

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα ο κ. Ακάρ στις συνομιλίες του στην Τρίπολη υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρήκε την ευκαιρία λόγω της αστάθειας που ακολούθησε την ανατροπή του Καντάφι για να σφετερισθεί  μεγάλο μέρος της Λιβυκής υφαλοκρηπίδας όπως υποστήριξε ότι έχει κάνει η Ελλάδα εις βάρος και της Τουρκίας.

Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κ. Ακάρ η Ελλάδα έχει «υφαρπάξει» 39.000 τ. χλμ. από την υφαλοκρηπίδα της Λιβύης ενώ στο χάρτη που ο ίδιος είχε παρουσιάσει τον Οκτώβριο είχε υποστηρίξει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να περιορίσει την Τουρκία σε υφαλοκρηπίδα μόλις 41.000 τ. χλμ., με την Ελλάδα και την Κύπρο να «διεκδικούν για λογαριασμό τους 104.000 τ.χλμ»εις βάρος της  Τουρκίας, της Αιγύπτου και της…Λιβύης!

Ο ένας μάλιστα χάρτης που φέρεται να παρουσίασε ο κ. Ακάρ  αποτυπώνει το πως επηρεάζεται αρνητικά η Λιβυκή υφαλοκρηπίδα εάν αποκτήσει πλήρη επήρεια  σε θαλάσσιες ζώνες το Καστελόριζο και συγχρόνως φέρνει στο προσκήνιο τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι κανένα νησί όχι μόνο το Καστελόριζο αλλά ούτε η Κύπρος ούτε η Κρήτη μπορεί να έχουν πλήρη επήρεια και συνεπώς μπορεί έτσι να υπάρξει θαλάσσιο σύνορο μεταξύ της Τουρκίας και της Λιβύης, κάτι που φυσικά προϋποθέτει την «εξαφάνιση» όλης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο…

Η παρέμβαση του Ακάρ δεν ήταν τυχαία καθώς σε μια δύσκολη στιγμή για την Λιβύη υποσχέθηκε πλήρη στρατιωτική στήριξη από την Τουρκία, ενώ αμέσως μετά την επίσκεψη Ακάρ , έφθασε στην Άγκυρα για συνάντηση με τον Ερντογάν ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης, Φαγιέζ Αλ Σαράτζ.

Ο κ. Ακάρ φαίνεται ότι έχει πάρει το πάνω χέρι στα ελληνοτουρκικά καθώς και πάλι αναφέρθηκε στη Ελλάδα και στην Κύπρο με τις γνωστές έμμεσες απειλές και προειδοποιήσεις κατά την επίσκεψη του στην Σομαλία. Όπως μετέδωσε το Ανατολού  ο κ. Ακάρ δήλωσε χαρακτηριστικά: «Εμείς θέλουμε οι λαοί και τα έθνη μας να έχουν ευημερία και ασφάλεια. Έχουμε πει πολλές φορές ότι σεβόμαστε την εδαφική και πολιτική ακεραιότητα των γειτόνων μας… Δεν θα εγκαταλείψουμε ούτε χιλιοστό των δικαιωμάτων μας που έχουμε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των διμερών συμφωνιών. Δεν υπάρχει βήμα πίσω», είπε ο κ. Ακάρ και επανέφερε το «δόγμα της Γαλάζιας πατρίδας»:

«Είναι το χρέος μας να προστατεύουμε τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μας στη «γαλάζια πατρίδα». Σε αυτό το πλαίσιο συνεχίζουμε τις επαφές. Όποιον και να έχετε πίσω σας, δεν μπορείτε να μας βάλετε να αποδεχθούμε κανένα τετελεσμένο στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο, το οποίο δεν περιλαμβάνει την Τουρκία και για το οποίο η Τουρκία δεν συναινεί. Δεν εγκαταλείπουμε και δεν θα εγκαταλείψουμε τα δικαιώματά μας».

Με δεδομένες πάντως τις τουρκικές αυτές κινήσεις υπάρχει προβληματισμός για το γεγονός ότι δεν έχει ζητηθεί επισήμως να δοθούν εξηγήσεις  και διευκρινήσεις για τους χάρτες τους οποίους πλέον «διακινεί» και σε τρίτες χώρες ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας και οι οποίοι αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας…

Πηγή: Οι χάρτες του Ακάρ: Η Τουρκία επιδιώκει την «εξαφάνιση» της Ελλάδας από την Μεσόγειο https://hellasjournal.com/2018/11/oi-chartes-toy-akar-i-toyrkia-epidiokei-tin-exafanisi-tis-elladas-apo-tin-mesogeio/

Η Παιδεία που δεν έχουμε

7

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Κάθε φορά που συμμετέχω σε δημόσια συζήτηση με θέμα τις θεσμικές παθογένειες στην Ελλάδα της κρίσης, όταν θα φτάσουμε στην ώρα των λύσεων, θα βρεθεί οπωσδήποτε κάποιος που θα πει δυνατά τη λέξη που σκέφτονται όλοι. Παιδεία! Είναι σωστό, είναι κοινώς αποδεκτό, αλλά είναι ταυτόχρονα και τετριμμένο. Το έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές και πρόκειται να το ακούσουμε άλλες τόσες. Αλλά τι νόημα έχει απλώς να το παπαγαλίζουμε; Εάν δεν κάνουμε κάτι ουσιαστικό για να βελτιώσουμε την ποιότητα της Παιδείας στη χώρα μας;

Σ’ αυτό το κείμενο θα αναφερθώ σχεδόν αποκλειστικά στην ανώτατη παιδεία. Γιατί αυτή γνωρίζω καλά και αυτήν υπηρετώ σχεδόν δύο δεκαετίες. Αλλά προηγούνται δύο παρατηρήσεις: α. Γνωρίζω αρκετά καλά και τη δημόσια μέση εκπαίδευση από τη δική μου εμπειρία, εκείνη των παιδιών μου, αλλά και από την καθημερινή επαφή μου με τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου. Θα περιοριστώ απλώς στο να τονίσω ότι η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή και συνεχίζει να επιδεινώνεται. Τα παιδιά μπαίνουν στο πανεπιστήμιο με αδικαιολόγητες αδυναμίες και απαράδεκτες ελλείψεις. β. Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό ότι μια οικογένεια, αλλά και μια χώρα, πρέπει να επενδύσει όσα περισσότερα μπορεί στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η χώρα μας δεν το κάνει.

Πάμε στην ανώτατη εκπαίδευση. Είναι δύσκολο να κρατήσει κανείς την ψυχραιμία του αυτήν την περίοδο. Διότι πέραν όλων των άλλων προβλημάτων, στα οποία θα αναφερθούμε, έχουμε έναν ελέφαντα στο δωμάτιο: οι πανεπιστημιακοί χώροι είναι έρμαιο του οργανωμένου εγκλήματος. Αν νομίζετε ότι το πρόβλημα είναι μερικοί εξαθλιωμένοι χρήστες και μερικοί γραφικοί αντιεξουσιαστές, προφανώς δεν έχετε ιδέα για το τι συμβαίνει. Στα πανεπιστήμια έχουν εγκαταστήσει τις έδρες τους κανονικές συμμορίες, εργαζόμενοι σε μαφιόζικα δίκτυα εμπορίας ναρκωτικών, εμπορίας ανθρώπων, ακόμα και μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων. Τους το επιτρέπει ο θεσμός του ασύλου. Που από θεσμός προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας έχει μετατραπεί σε απειλή για τη σωματική ακεραιότητα, ακόμα και τη ζωή των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν υπερβάλλω. Είναι απολύτως βέβαιο ότι, αν συνεχίσουμε έτσι, θα βρεθεί κάποια «κακή στιγμή». Τότε βέβαια θα θρηνούμε, θα αγανακτούμε, θα αναζητούμε ευθύνες και θα πέφτουμε από τα σύννεφα. Αλλά είμαστε ήδη όλοι υπεύθυνοι διότι δεν λύνουμε το πρόβλημα άμεσα. Και περισσότερο απ’ όλους μας όσοι είχαν, έχουν και θα έχουν στο μέλλον θεσμικό ρόλο και την ευθύνη να το επιλύσουν. Οταν λοιπόν θα έρθει η «κακιά στιγμή», δεν θα είναι το αποτέλεσμα της μοίρας αλλά πράξεων και κυρίως παραλείψεων συγκεκριμένων ανθρώπων. Και να είναι βέβαιοι ότι οι ευθύνες θα αναζητηθούν.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό, το βασικό. Θα πρέπει να πεταχτεί έξω από τα πανεπιστήμια, με τις διαδικασίες και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, ό,τι εξωπανεπιστημιακό κυκλοφορεί εκεί. Και συμπεριλαμβάνω τα κόμματα και τις διάφορες οργανώσεις. Μόνο οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των φοιτητών δικαιούνται να χρησιμοποιούν χώρους και, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, οι πολυπληθείς, καθαρόαιμα φοιτητικές οργανώσεις, με επιστημονικά, πολιτιστικά ή πολιτικά (όχι κομματικά) ενδιαφέροντα.

Η δεύτερη παρέμβαση που πρέπει να γίνει άμεσα είναι η εξής: κατάργηση όλων των πανεπιστημιακών «εθίμων» που έχουν πλέον σχεδόν ισχύ νόμου και έρχονται σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή ελευθερία, την παγκόσμια εμπειρία λειτουργίας των πανεπιστημίων, ακόμα και τους κανόνες της λογικής. Για παράδειγμα: Δεν είναι δυνατόν να έχει κάποιος τη δυνατότητα να εξεταστεί σε ένα μάθημα 200 φορές. Διότι τόσες φορές μπορεί να δώσει από τα 18 του έως το τέλος της ζωής του. Αν σας ακούγεται υπερβολικό, σας ενημερώνω ότι υπάρχουν εγγεγραμμένοι φοιτητές που έχουν ξεπεράσει τα 90. Αλλά η δυνατότητα αυτή είναι θεωρητική. Κανείς δεν χρειάστηκε να την αξιοποιήσει. Διότι η γελοιότητα των συνεχών εξετάσεων υποχρεώνει ουσιαστικά το διδακτικό προσωπικό να δίνει τελικώς πτυχία σε άτομα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να λάβουν πανεπιστημιακό τίτλο. Αυτό από μόνο του αποτελεί ανεξάρτητο πρόβλημα. Που ευτελίζει τα πτυχία.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε τα επείγοντα προβλήματα, ούτε να συμφωνήσουμε στα βασικά. Ας δούμε απλώς τη διεθνή εμπειρία. Ας δούμε τον τρόπο που λειτουργούν τα πανεπιστήμια ακόμα και στις υπό ανάπτυξη χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Ας αναζητήσουμε έναν κοινό παρονομαστή. Αλλά πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί. Ή τουλάχιστον όλοι όσοι αντιλαμβάνονται την παθογένεια και τις ρίζες της και καταλαβαίνουν ότι δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια της στασιμότητας.

Διότι το μέλλον των ατόμων και των κρατών σήμερα εξαρτάται, όσο ποτέ άλλοτε, από την ποιότητα της εκπαίδευσης. Εμείς επενδύαμε και συνεχίζουμε να επενδύουμε πολύ λίγα στην Παιδεία. Η κρίση επιδείνωσε την κατάσταση. Επιπλέον, κάναμε μια ανήθικη εθνική επιλογή. Το συρρικνωμένο μας ΑΕΠ στηρίζει τους συνταξιούχους και όσους υπηρετούν στο Δημόσιο, ενώ δεν επενδύει στους νέους. Στους οποίος, επιπλέον, έχουμε μεταφέρει τα χρέη της γενιάς της μεταπολίτευσης. Μην απορείτε που όσοι από αυτούς μπορούν εγκαταλείπουν μια χώρα που τους χαντακώνει με τόσους πολλούς τρόπους.

Δεν συγχωρούνται πια τα μπαλώματα, οι ιδεοληψίες και οι υπεκφυγές. Αν έχουμε στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης, πρέπει να δράσουμε άμεσα.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα πρόσφατα βιβλία του «Φιλελευθερισμός», «Επιχειρήματα Ελευθερίας» και «Θεσμοί» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

¨Καθημερινή”

Στρατηγικές συγκρούσεις που αναζητούν γεωπολιτική Ιφιγένεια.

1

του Κ.ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

μέλους της ΠΓ του “Μετώπου ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ”

καιτης “Πανελλαδικής πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και της Πατρίδας μας”

Οι εξελίξεις στην ΝΑ Μεσόγειο, δεν διαμορφώνουν απλά τον καινούριο ενεργειακό χάρτη της περιοχής, με το γεωπολιτικό αποτύπωμα και τη σύνθεση των πρωταγωνιστών του. Αυτό που τροποποιούν δραματικά, εξ αιτίας και της καταλυτικής τους επίδρασης, είναι την ίδια τη φυσιογνωμία της χώρας σε τελευταία ανάλυση…

Στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, συντελείται μια πρωτοφανής υπερσυσσώρευση παραγόντων, που δεν εξαντλούνται απλώς σε κάποιους πολυσύνθετους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς.

Πρόκειται για ισχυρά στρατηγικά συμφέροντα, που παραμένουν ανταγωνιστικά παρά τον όποιο κατά τα λοιπά επιχειρηματικό συνεργατισμό τους (ΗΠΑ – Γαλλία). Να σημειώσουμε εδώ ότι η ανάληψη της σκυτάλης από τη Γαλλία, και η κλιμάκωση μιας ανταγωνιστικής ρητορικής μεταξύ των Μακρόν και Τράμπ με διακύβευμα τη φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής άμυνας, μόνο τυχαία δεν είναι…

Πρόκειται για σύνθετες και διαρκώς μεταβαλλόμενες προσπάθειες να διασφαλιστείγεωπολιτικό στασίδι για την επόμενη μέρα, πέρα και ανεξάρτητα από την ίδια την ενεργειακή – επιχειρηματική δράση αυτοτελώς. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Βρετανίαςπου επιδιώκει να «κλειδώσει» τη θέση της στην Κύπρο και στο πλαίσιο ενός συμπληρωματικού ρόλου στα ενεργειακά. (Άλλωστε και η BP προς το παρόν τουλάχιστον είναι έξω από ενεργειακό κάδρο)…

Πρόκειται για τις διεργασίες που παραμένουν σε πλήρη εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, μιας καιαυτές καθ’ εαυτές «ακουμπούν» στη Μεσογειακή προβολή τους, αλλά πρωτίστως σε αυτή την προβολή (που δεν είναι μόνο ενεργειακή αλλά έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία στο χερσαίο και θαλάσσιο άξονα) «ακουμπούν» και λοιποί πρωταγωνιστές. (Ρωσία – Κίνα)…

Πρόκειται για τη διαρκή και στρατηγικά πολύπλοκη Τουρκική παρουσία η οποία διαθέτει ΚΑΙενεργειακές βλέψεις… ΚΑΙ σύνθετη γεωστρατηγική ατζέντα… αλλά ΚΑΙ ευρύτερη στρατηγική στόχευση, επιθετικά αναθεωρητική, όχι μονάχα στο γεωπολιτικό περιβάλλον μιας αναδιανεμούμενης πίτας, αλλά με επιδιώξεις ευρύτερες που υπερβαίνουν κατά πολύ το εύρος μιας περιφερειακής δύναμης, και ερωτοτροπούν σοβαρά με την ιδέα του ισχυρού στρατηγικού παίχτη των τριών Ηπείρων (βλέπε περισσότερα ΕΔΩ).

Τα παραπάνω δεδομένα φυσικά, δεν υπάρχουν απλώς για να καταγράφονται στις αναλύσεις.Ενσωματώνονται αντικειμενικά σε μια διεργασία σταθερά μεταβαλλόμενη έως και ανατρεπτική, και η οποία έχει ξεχωριστή σημασία ΚΑΙ για την Ελλάδα Και για την Κύπρο.

Σε αυτό το περιβάλλον η Τουρκία – ως πρωταγωνιστής αλλά και καταλύτης ανατροπών – έχει έναν εχθρό… Το Διεθνές Δίκαιο. Αυτός είναι και ο λόγος που το στοχοποιεί πρώτο, μέσα από την επιθετικά αναθεωρητική της ρητορική και πρακτική.

Σε αυτή την επιθετική απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο τακτική, η Τουρκία  διαθέτει στρατηγικά πολύτιμους συμμάχους. Με την ιδέα της ανατροπής (για τους δικούς τους λόγους βεβαίως) των  όρων του Διεθνούς Δικαίου, ερωτοτροπεί καθημερινά σύμπασα η Ευρώπη και φυσικά Και οι ΗΠΑ…

Ας έχουμε λοιπόν επίγνωση πως το Διεθνές Δίκαιο μετά από την πολλαπλή του στοχοποίηση,ΕΙΤΕ θα τροποποιηθεί ντε φάκτο… ΕΙΤΕ θα ακυρωθούν στην πράξη κρίσιμες και καθοριστικές παράμετροι που το αφορούν.

Ο πρώτος στόχος μιας τέτοιας εξέλιξης, θα είναι να αποδυναμωθούν τα εμπόδια της Γεωγραφίας. Οι Τούρκοι το επιζητούν… Οι Αμερικανοευρωπαίοι μην αξιολογώντας με πραγματικούς όρους το εύρος του Τουρκικού στρατηγικού σχεδιασμού, δεν δείχνουν να τους καίγεται καρφάκι, όσο διατηρούν το προνόμιο στρατηγικού ελέγχου του χώρου ανεξαρτήτων των χωρών.

Θα ανησυχήσουν πραγματικά όταν αισθανθούν ότι διασαλεύεται αυτό το προνόμιο, και προφανώς θα επιδιώξουν να ανακόψουν μια τέτοια εξέλιξη, με τον λιγότερο οδυνηρό και κοστοβόρο γι αυτούς τρόπο…

Αν η Τουρκία λοιπόν δρομολογήσει καθεστώς έντασης στην περιοχή, αυτό δεν θα το κάνει για να παραμείνει στη δυναμική του καπρίτσιου. Θα το κάνει επιδιώκοντας να τροποποιήσει δεδομένα με δικαίωμα πρόσβασης σε αυτά.

Σε μια τέτοια εξέλιξη, που θεωρείται εκ των πραγμάτων και ως η πλέον πιθανή, ο τρόπος με τον οποίο δείχνει να έχει απλωθεί ο τραχανάς στο πρωτεύον κάδρο των εξελίξεων, είναι τέτοιος που έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε για τα μελλούμενα…

  • Οι ΗΠΑ, δεν θέλουν μέτωπο. Θέλουν λύση. Λύση που θα τους διασφαλίσει τονστρατηγικό έλεγχο και την απρόσκοπτη έκβαση της μπίζνας, στην οποία έχουν επενδύσει.

Οι ΗΠΑ λοιπόν, αυτό που θέλουν σε μια τέτοια εξέλιξη, είναι μια ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ικανή μόνο να θυσιαστεί.

  • Η Αίγυπτος, παρά τις ολέθριες καθησυχαστικές αυταπάτες Τσίπρα, φροντίζει να παραμένει διακριτικά έξω από το κάδρο της συγκεκριμένης αντιπαράθεσης, και αυτό θα συνεχίσει να κάνει επί της ουσίας, όσο συνειδητοποιεί σε αυτή τη φάσηπως ΤΙΠΟΤΕ δικό της δεν διακυβεύεται…
  • Το Ισραήλ, παραμένει επίσης ο έξυπνος παίχτης. Με τους χειρισμούς του έχει διασφαλίσει πως η πραγματική του θέση δεν τίθεται σε αμφισβήτηση ή σε συμψηφισμό με οτιδήποτε.

Προτιμά να παρακολουθεί ενεργητικά τα τεκταινόμενα έχοντας όμως πλήρη επίγνωση για τις πραγματικές Τουρκικές επιδιώξεις, τις οποίες βεβαίως φροντίζει να υπενθυμίζει στον ισχυρό του σύμμαχο (τους Αμερικανούς), αλλά και σε ολόκληρη τη «συντροφιά» των ισχυρών, καταδεικνύοντάς τους πως μια ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΑ και ΒΟΥΛΙΜΙΚΑ ισχυρή Τουρκία, θα συνιστά πρόβλημα για όλους…  

  • Η Γαλλία εδραιώνει το δυναμικό της come back, όχι μονάχα στην περιοχή… Όχι μονάχα επιχειρηματικά για λογαριασμό των κολοσσών της… Αλλά ΚΑΙ με βλέψεις για έναν ιμπεριαλιστικά πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ευρώπη.

Ενδεχομένως αποτελεί το πιο «ψυλλιασμένο» ανάχωμα για τα χερσαία και προς Δυσμάς προσανατολισμένα νεοοθωμανικά σχέδια του Ερντογάν, και είναι προφανές πως στρατηγικά έχει κάθε συμφέρον να θέλει να τον καθηλώσει στο ζωτικό χώρο της Μέσης Ανατολής, χωρίς όμως η ίδια να απωλέσει μερίδιο της γεωστρατηγικής επιρροής της.

Στρατηγικά επομένως, καλό είναι να μην αποκλείεται ο πιθανός έρωτας ΚΑΙ της Γαλλίας με τη ιδέα της αναζήτησης μιας γεωπολιτικής  ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ…

  • Η Ρωσία, αν δεν προηγηθεί θεμελιακή και ντε φάκτο ανατροπή του Διεθνούς Δικαίου στην περιοχή, όλα συντείνουν πως θα αρκεστεί στο γεωπολιτικό μερίδιο που θεμελιώνει στη Μέση Ανατολή, και σε μεταγενέστερο χρόνο – σε συνάρτηση πάντα με τις εξελίξεις στο Συριακό – θα επιχειρεί να εξασφαλίσει μια έμμεση παρουσία και στα ενεργειακά τεκταινόμενα.

Η άλλη λύση που δεν μπορεί να αποκλειστεί, είναι να αποτολμήσει να δημιουργήσει – πάντα σε συνάρτηση με το κλείσιμο του Συριακού – δικά της τετελεσμένα ΚΑΙ με ενεργειακές αγορές…αλλά συνακόλουθα ΚΑΙ με ενεργειακές πηγές σε σημείο με άλλο γεωπολιτικό ενδιαφέρον.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ρυθμό στις εξελίξεις είναι φανερό πως θα τον δώσει η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας. Η στάση της Τουρκίας είναι αυτή που θα τροφοδοτήσει το έναυσμα για ανατροπές και ενδεχομένως για εξελίξεις που για πολλούς δεν θεωρούνται αναμενόμενες. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή γνωρίζει καλά δυο βασικά ζητήματα πάνω στα οποία οικοδομεί τη βραχυπρόθεσμη στρατηγικής της:

  • Το πρώτο: Αφορά στην παραδοχή, πως αν θέλει να μην έχει προβλήματα με τους ισχυρούς (Αμερικανούς και Γάλλους), θα πρέπει να διεκδικήσει μερίδιο… ΟΧΙ από τη στρατηγική τους επένδυση… ΑΛΛΑ από τα αναλώσιμά τους.
  • Το δεύτερο που γνωρίζει καλά: Αφορά στα ίδια τα αναλώσιμα. Έχει πλήρη επίγνωση ότι στερούνται στρατηγικής και ότι έχουν καθυποτάξει τα πάντα στη λογική του παρασιτικού προστατευτισμού, και αυτό είναι βούτυρο στο ψωμί της.

Η Κύπρος, μπορεί να καμαρώνει σήμερα για την εμπορική διαχείριση του εαυτού της, αλλά το γεγονός ότι αποδυνάμωσε την πραγματική εθνικής της στρατηγική και στη θέση της τοποθέτησε τη στρατηγική μπίζνα ΧΩΡΙΣ ΑΤΑΛΑΝΤΕΥΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, θα είναι το μοιραίο της λάθος.

Η Ελλάδα, έχοντας την πλέον ανίκανη… την πλέον δουλοπρεπή… και την πλέον επικίνδυνη κυβέρνηση της μεταπολιτευτικής περιόδου, στην πιο κρίσιμη ιστορικά εποχή έκανε το διπλό μοιραίο στρατηγικό της σφάλμα…

  • Διαχειρίστηκε ηττοπαθώς και με πρωτοφανή ενδοτικότητα που άφησε άφωνους τους πάντες, τις κρίσιμες εθνικές της υποθέσεις (πχ Σκοπιανό)… Τις ταπεινωτικές εθνικές προκλήσεις (Ρητορική Ράμα)… Την ίδια της την υπόσταση (αναγορεύοντας τον Αμερικανό πρέσβη σε υπερκυβερνήτη της χώρας). Και την ίδια στιγμή…
  • Παραδόθηκε σούμπητη… Παραδίδοντας και τη χώρα… Στη λαγνεία του παρασιτικού προστατευτισμού, εκπέμποντας έτσι ένα επίσης διπλό μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν…

Μήνυμα ανικανότητας, φόβου και ατολμίας, με αποδέκτη την Τουρκική εξωτερική πολιτική που γνωρίζει καλά να μην αγνοεί τα μηνύματα. Και…

Μήνυμα προθυμίας, να αποτελέσει την χρήσιμη γεωπολιτική Ιφιγένεια που πολλοί αναζητούν ως καταλύτη μη επισφαλών για τους ίδιους εξελίξεων.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα μας αιφνιδιάσουν με τρόπο τραγικό οι εξελίξεις. 

Το σκοινί θα τραβηχτεί στα άκρα, γιατί τα συμφέροντα και οι στρατηγικές επιδιώξεις, είναι μεγάλα.

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέλιξης, δεν θα κριθεί από την ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ και την αποφασιστικότητα των επιτελών. Ούτε από την όποια επιτυχή έκβαση μπορούν να έχουν τα σενάρια περί ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗΣ ΥΠΕΡΟΠΛΙΑΣ.  Θα κριθεί – κρίνεται καθημερινά δηλαδή – από ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ.

Η κατάσταση δυστυχώς δεν είναι αναστρέψιμη, αν δεν ανατραπούν ΤΩΡΑ οι όροι και πάντως πριν κλειδώσουν οι μεγάλες ανατροπές που σιγοψήνονται στην περιοχή.

Η στρατηγική του παρασιτικού προστατευτισμού, πρέπει να εγκαταλειφτεί ΤΩΡΑ. Η δουλοπρεπής προσκόλληση μιας ΔΕΔΟΜΕΝΗΣ χώρας στην ουρά των ΗΠΑ και της Ευρώπης, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εγγύηση για μια ασφαλή πορεία με την εθνική μας κυριαρχία αδιασάλευτη… και την εδαφική μας ακεραιότητα δεδομένη.

Η συνέχιση αυτής της στρατηγικής επιλογής αντιθέτως, το μόνο που ΕΓΓΥΑΤΑΙ, είναι ένα μέλλον ανησυχητικό μιας χώρας παραδομένης και πρόθυμης να θυσιαστεί για να εξυπηρετηθούν τα σχέδια τρίτων.

Αυτή η κυβέρνηση… Επιδιώκει μετά μανίας να ολοκληρώσει τον κύκλο της… Για να ολοκληρώσει μαζί μ αυτόν την ανατροπή της χώρας.

Αυτό πρέπει να το εμποδίσουμε… Οι εξελίξεις πρέπει να ανακοπούν… Η Ελληνική κοινωνία οφείλει να περάσει στο προσκήνιο αυτών των εξελίξεων… Και όσοι από μας ασπαζόμαστε αυτή την προοπτική, έχουμε και ιστορική υποχρέωση να φωτίσουμε αυτό το δρόμο.

Το δρόμο του ξεσηκωμού… Το δρόμο της πολιτικής πάλης για την πολιτική ανατροπή… Για την Δημοκρατική – Πατριωτική εξουσία… Χωρίς μισόλογα… Χωρίς να πελαγοδρομούμε στην αβεβαιότητα, εκεί που επιβάλλεται να άρουμε αποφάσεις…

Ότι δεν αποτολμήσουμε να πούμε με τ’ όνομά του σήμερα… Αύριο θα μεταλλαχτεί σε τέρας που θα καταπιεί τις προσδοκίες των ανθρώπων.

 

The State Department shouldn’t target Kurds to appease Turkey

0

by Michael Rubin  November 10, 2018 12:58 PM

But the three men just named are hardly in the same league.

Not only have they never targeted Americans, but it is not even clear that they are truly terrorists. Karayilan was a PKK cofounder and now leader. Bayik was also a PKK cofounder and is also head of the group’s civic organization. Kalkan, meanwhile, was both a PKK bookkeeper and an executive council member for its civil society umbrella. Rather, it seems their inclusion is a poorly thought-out effort to appease Turkey.

Watch Full Screen to Skip Ads

Under President Recep Tayyip Erdogan, Turkey has become increasingly transactional. It takes American interests hostage — both literally and figuratively. It seizes U.S. citizens (pressure may have forced Erdogan to release Pastor Andrew Brunson, but he still holds NASA scientist Serkan Golge) and holds other U.S. interests hostage such as NATO functionality, access to the Incirlik Air Base, and cooperation in the fight against the Islamic State.

Erdogan has become increasingly obsessed about the Kurds, less because of Kurdish insurgency and more because Turkey and Syria’s Kurdish communities consistently prioritize ethnic and cultural identity above religion.

Just as many American and European diplomats once believed Erdogan’s rhetoric about commitment to democracy despite all contradictory evidence, today they convince themselves that Erdogan is more nationalist than Islamist. Turks can live with Kurds, however; it is most often Islamists who cannot. It is Erdogan’s distrust for Kurdish relative religious liberalism and tolerance which motivates his anti-Kurdish disdain. It is for this reason that he has imprisoned elected Kurdish political leaders like Selahattin Demirtas and Figen Yuksekdag on bogus charges and, despite using terrorism as an excuse to send Turkish forces into Afrin (without being able to name a single terrorist incident which originated in areas he occupied), it is why he then oversaw not only a campaign of ethnic cleansing against Afrin’s Kurds, but also imported Islamists to enforce conservative social and dress codes.

What makes the State Department’s recent move especially cynical is that it effectively allied with the PKK when Turkey not only obstructed the fight against the Islamic State but also actively aided the group. Turkish officials complain the United States cooperated with the PKK, but what they ignore is that the Pentagon did so only after seeking first to work with Turkey to counter the brutal Islamist group only to be met with Turkish rejection. U.S. diplomats may claim there is no relation between the PKK on one hand and the People’s Protection Units and Syrian Defense Force on the other, but this is disingenuous. Now that the Islamic State no long controls major cities or towns, the State Department is turning on allies in order to appease a government which not only enabled the Islamic State’s rise by providing free passage for its foreign fighters, but also sought to profit from it.

Legally, it is also questionable if the PKK belongs on the terror list.

It was designated against the context of the Cold War when it embraced Marxist ideology and targeted NATO members alongside the Turkish army. But it shed its Marxism at the end of the Cold War, and unlike groups with which the U.S. does engage (the Palestine Liberation Organization, for example), it has not targeted Americans for decades nor does it target civilians (the same cannot be said for some offshoot groups, but they are not what have been designated). More importantly, Erdogan himself recognized the PKK as a legitimate political entity and a representative for the Kurds when he began secret negotiations with imprisoned PKK leader Abdullah Ocalan in 2012.

Simply put, while the PKK is not as clean as many of its supporters may claim, many of the accusations against it have no basis in fact and are derived only from Turkish accusations, a state whose judiciary and intelligence services, as the Brunson case showed, have little, if any, credibility.

Allegations of drug smuggling and terrorism today appear more fiction than real, enshrined as conventional wisdom in inherited reports but with no basis in fact. Nevertheless, tales of PKK evil have been embraced uncritically by a generation of American diplomats seeking to please or placate Turkish hosts. Alas, just as some American diplomats became more Arab than the Arabs in their hatred of Israel or embrace of conspiracies in order to win post-retirement Saudi contracts, too many alumni of the U.S. Embassy in Turkey have become more Turkish than the Turks in their antipathy toward Kurdish political organization.

The three worst aspects of the State Department’s move, however, are as follows.

First, its cynicism creates a disincentive for future cooperation between Kurds and Americans when U.S. strategic interests are threatened. That wariness, of course, will not be limited only to Kurds. As Islamist terrorism remains a problem across the globe, every indigenous group must worry about U.S. commitment. Why should Afghans, for example, risk fighting the Taliban if the State Department will throw them under the bus at some future point in order to appease Pakistan?

Second, the designations’ erosion of the legitimacy of the entire terror list. To suggest that Karayilan, Bayik, or Kalkan are equivalent to Bin Laden, his successor Ayman al-Zawahiri, or Saddam Hussein is nonsense. Perhaps Secretary of State Mike Pompeo or Special Envoy (and former ambassador to Turkey) Jim Jeffrey believes the move can appease Erdogan but, in reality, it simply will raise questions about the legitimacy of all future designations. Objectively speaking, men like Erdogan and his son-in-law Berat Albayrak far more fit the terror label given their ties to Hamas, Al Qaeda, and the Islamic State than do Kurdish activists.

Third, the State Department’s move assumes Erdogan can be appeased. But appeasing dictators seldom works, and Erdogan never so. Every concession offered by Western diplomats to Erdogan has been met with further outrage and more extreme demands.

The U.S. cannot win over Turkey or advance its position by taking Erdogan’s irrational hatreds as its own. It’s time to shed the artifacts of the Cold War once and for all, cease assuming that pre- and post-Erdogan Turkey are more similar than different, stop confusing perpetrators and victims, and base counterterrorism policy on reality rather than diplomatic nicety.

Michael Rubin (@Mrubin1971) is a contributor to the Washington Examiner’s Beltway Confidential blog. He is a resident scholar at the American Enterprise Institute and a former Pentagon official.

https://www.washingtonexaminer.com/opinion/the-state-department-shouldnt-target-kurds-to-appease-turkey

Τι γυρεύει ο Ερντογάν στους γιορτασμούς; Δεν νοείται ειρήνη χωρίς ηθική και διεθνές δίκαιο

2

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν με τη σύζυγό του, Εμινέ, στο Παρίσι. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία.

NOVEMBER 11, 2018

Η πιο δυνατή εικόνα των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αυτή με τον Εμανουέλ Μακρόν και την Άνγκελα Μέρκελ στην Κομπιένη. Τίμησαν τους νεκρούς και υπέγραψαν το βιβλίο επισκεπτών, στο ίδιο σημείο που υπογράφηκε η ανακωχή των εχθροπραξιών, στις 11 Νοεμβρίου 1918.

Η Καγκελάριος της Γερμανίας, της χώρας που είναι υπεύθυνη για δυο παγκόσμιους πολέμους, για το ναζιστικό ολοκαύτωμα και για φρικτά εγκλήματα στον 20ο αιώνα γονάτισε συγκινημένη σαν να ζητούσε συγγνώμη για τα δέκα χρόνια φρίκης και για τα 81 εκατομμύρια των χαμένων ζωών. Δίπλα της ο Γάλλος Πρόεδρος να της κρατάει το χέρι υπό την σκιά της Ιστορίας, σε μια από τις πιο έντονες, συμβολικές στιγμές της Ευρώπης.

Οι εορτασμοί πραγματοποιούνται σε μια εποχή με πανομοιότυπες γεωπολιτικές συνθήκες, οικονομικούς ανταγωνισμούς και επεκτατικές επιδιώξεις που οδήγησαν στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κυρίως με το φάντασμα του εθνικισμού να γυροφέρνει και πάλι στις γειτονιές της Ευρώπης και όλου του πλανήτη. Η επανεμφάνισή του δεν οφείλεται μόνο σε αρρωστημένα κατάλοιπα του χθες, αλλά και σε σημερινές πολιτικές και πρακτικές που επέφεραν περισσότερη φτώχεια, ανεργία και εξαθλίωση, διόγκωσαν τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και εξυπηρέτησαν τα μεγάλα συμφέροντα των ολίγων σε βάρος στις μικρές ανάγκες των πολλών.

Η απληστία επικράτησε του κράτους δικαίου σε πολλές περιπτώσεις και η Δημοκρατία αγνοήθηκε προς όφελος των πολυεθνικών, των πωλήσεων όπλων και της διαφθοράς.

Στο Παρίσι συγκεντρώθηκαν 85 ηγέτες αντιμαχόμενων χωρών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να γιορτάσουν το τέλος του. Δεν έπρεπε να ήταν απλά μια γιορτή, αλλά η σύναξη αυτή να συνοδευόταν με συγκεκριμένες αποφάσεις για τον πυρηνικό αφοπλισμό και την παγκόσμια ειρήνη. Το μήνυμα έπρεπε να ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ και άρρηκτα δεμένο με τον πόνο, τη μετάνοια, την κάθαρση, τη συμπόρευση και την αλληλεγγύη των λαών.

Αλλά, δυστυχώς, ανάμεσα στους 85 ηγέτες υπάρχουν μερικοί που κατηγορούνται για απαράδεκτες πολιτικές, για εθνικιστικές αντιλήψεις και για αυταρχικές συμπεριφορές. Ορισμένοι καλύπτονται από το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας τους και άλλοι από την ορατή και αόρατη δύναμη της ισχύος.

Δεν αρκεί το δάκρυ της Μέρκελ και η αγκαλιά του Μακρόν για την καταδίκη της βαρβαρότητας και για να νιώσει ασφάλεια η Ευρώπη. Δεν αρκεί να βρεθούν στον ίδιο χώρο 85 ηγέτες για να γιορτάσουν το τέλος ενός πολέμου πριν 100 χρόνια, ενώ την ίδια στιγμή σχεδιάζουν πολέμους για τα επόμενα 100 χρόνια. Δυνατές είναι οι εικόνες διότι τιμούνται δεκάδες εκατομμύρια νεκροί και η μνήμη αντιμάχεται τη λήθη και τον φασισμό, αλλά ο κόσμος έπαψε πια να συγκινείται με τέτοιους γιορτασμούς και με παχιά λόγια χωρίς αντίκρισμα, επειδή ζει τη δική του πραγματικότητα.

Πώς γίνεται, για παράδειγμα, στους γιορτασμούς να συμμετέχει και ο Ταγίπ Ερντογάν που φυλακίζει χιλιάδες συμπατριώτες του, ενισχύει τρομοκρατικές οργανώσεις, καταλύει τις δημοκρατικές ελευθερίες, εισβάλει σε γειτονικά κράτη, κατέχει παράνομα εδάφη άλλων χωρών και πειρατεύει ανενόχλητος σε θάλασσες που δεν του ανήκουν; Δεν αρκούν οι πύρινοι λόγοι και ούτε μπορεί να γιορτάζεται η λήξη ενός παγκόσμιου πολέμου με τη συμμετοχή εθνικιστών και νεοσουλτάνων. Για να επικρατήσει η ειρήνη θα πρέπει πρώτα να επικρατήσει η ηθική και το διεθνές δίκαιο.

Πηγή: Τι γυρεύει ο Ερντογάν στους γιορτασμούς; Δεν νοείται ειρήνη χωρίς ηθική και διεθνές δίκαιο https://hellasjournal.com/2018/11/ti-gyreyei-o-erntogan-stoys-giortasmoys-den-noeitai-eirini-choris-ithiki-kai-diethnes-dikaio/

Μετά την αξιοπιστία…

0

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην εποχή του Τραμπ

Περίληψη:

Με την φήμη του Trump υπονομευμένη, το κόστος της αποτροπής, του εξαναγκασμού και των διαβεβαιώσεων των ΗΠΑ αυξήθηκε, μαζί με την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού και ακούσιας κλιμάκωσης. Ο Trump μπορεί να πιστεύει ότι μια προβλέψιμη και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Κάνει λάθος.

Η KEREN YARHI-MILO είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής και Διεθνών Υποθέσεων το Πανεπιστήμιο Princeton και η συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου με τίτλο Who Fights for Reputation? The Psychology of Leaders in International Conflict.

«Πιστέψτε με». Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump χρησιμοποίησε την φράση αυτή αμέτρητες φορές [1], είτε μιλούσε για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας («Ξέρω περισσότερα για το ISIS από όσα οι στρατηγοί. Πιστέψτε με»), είτε για το χτίσιμο ενός τείχους κατά μήκος των συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού («Πιστέψτε με, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρόκειται να έχουμε αυτό το τείχος»), είτε για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν («Πιστέψτε με. Ω, πιστέψτε με … Είναι μια κακή συμφωνία»).

Ο Trump θέλει να παίρνουν τον λόγο του στα σοβαρά. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι ανάμεσα στα δύο τρίτα και τα τρία τέταρτα των Αμερικανών δεν τον βρίσκουν αξιόπιστο [2]. Η παγκόσμια εικόνα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι πολίτες των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ [3], όπως η Αυστραλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιορδανία, το Μεξικό, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλώνουν ότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στον πρόεδρο των ΗΠΑ.

09112018-1.jpg

Ο Τραμπ επιβιβάζεται στο Air Force One, τον Νοέμβριο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
———————————————————————-

Με άλλα λόγια, ο Trump υποφέρει από ένα χάσμα αξιοπιστίας. Αυτό, ίσως, δεν είναι έκπληξη. Σύμφωνα με τους New York Times [4], ο Trump έλεγε κάτι αναληθές κάθε ημέρα μέσα στις πρώτες 40 ημέρες της προεδρίας του. Οι ενέργειές του μιλούν ακόμα πιο δυνατά. Ο Trump έχει αμφιβολίες για ορισμένες από τις παλαιότερες και πιο σημαντικές δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η υποστήριξή τους στο NATO -μια συμμαχία που ο Trump χαρακτήρισε ως «παρωχημένη» τον Ιανουάριο, πριν την κηρύξει «όχι πια παρωχημένη» τον Απρίλιο. Έχει αλλάξει πολιτικές θέσεις, υπονόμευσε δημοσίως τις προσπάθειες μελών της δικής του διοίκησης και έκανε πίσω σε διπλωματικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα και της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έλκουν την αξιοπιστία τους [5] μόνο από τα λόγια της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά η συμπεριφορά του Trump φέρνει συνέπειες. Καθώς ο πρόεδρος υπονομεύει την αξιοπιστία του έθνους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι σύμμαχοι θα διστάζουν να εμπιστευτούν τις αμερικανικές υποσχέσεις και οι απειλές των ΗΠΑ θα χάνουν κάποια από την ισχύ τους. Το ρίσκο για έναν θανατηφόρα εσφαλμένο υπολογισμό θα αυξηθεί. Και για να καταδείξουν την αποφασιστικότητά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως χρειαστούν να κάνουν πιο δαπανηρές και ακραίες ενέργειες. Άλλες πηγές αξιοπιστίας, όπως η αμερικανική στρατιωτική ικανότητα και η γενική πίστη στα θεσμικά όργανα των ΗΠΑ, μπορεί να μετριάσουν μερικές από τις ζημιές που προκάλεσε ο Trump. Αλλά δεν υπάρχει υποκατάστατο για έναν πρόεδρο του οποίου τα λόγια εξακολουθούν να έχουν σημασία.

Η ΦΗΜΗ ΣΟΥ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΕΣΟΥ

Ο νικητής του βραβείου Νόμπελ και πυρηνικός στρατηγιστής Thomas Schelling [6] έγραψε κάποτε ότι «το “πρόσωπο” είναι ένα από τα λίγα πράγματα για τα οποία αξίζει να αγωνιζόμαστε». Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πίστευαν ότι η αξιοπιστία τους ήταν απαραίτητη για να κάνουν τις απειλές πιστευτές και για να διαβεβαιώνουν συμμάχους και αντιπάλους ομοίως ότι μπορούν να εμπιστεύονται τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ. Στην δεκαετία του 1950, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον κορεατικό πόλεμο εν μέρει για να επιδείξουν την αποφασιστικότητά τους να αντισταθούν ενεργά στην Σοβιετική Ένωση. Μια παρόμοια ανησυχία για την φήμη κράτησε τα στρατεύματα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ πολύ καιρό αφότου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν τον πόλεμο. Στην εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι περισσότεροι Αμερικανοί ηγέτες θεωρούσαν την αξιοπιστία απαραίτητη για το έργο της διατήρησης του συστήματος συμμαχιών των ΗΠΑ και της μεταπολεμικής φιλελεύθερης τάξης. Μια τέτοια σκέψη έπαιξε ρόλο στις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην Αϊτή, το Κοσσυφοπέδιο και το Ιράκ. Η λογική αυτών των παρεμβάσεων ποικίλλει, όπως και τα αποτελέσματά τους, αλλά σε κάθε περίπτωση οι ηγέτες υποστήριζαν τα λόγια τους με δράση.

Στην διεθνή πολιτική, η αξιοπιστία ενός δρώντος συνδέεται με την φήμη του, ένα χαρακτηριστικό που οι πολιτικοί επιστήμονες γενικά χωρίζουν σε δύο είδη. Αυτό που ο Robert Jervis [7] αποκαλεί «σηματοδότηση φήμης» (signaling reputation) αναφέρεται στο ιστορικό ενός δρώντος να εκτελεί απειλές ή να εκπληρώνει υποσχέσεις. Η «γενική φήμη» (general reputation), από την άλλη πλευρά, αναφέρεται σε ένα ευρύτερο φάσμα χαρακτηριστικών, όπως το αν ένας δρων είναι συνεργάσιμος ή ειλικρινής. Αυτές οι δύο μορφές φήμης μπορούν να επηρεάσουν η μία την άλλη: Για παράδειγμα, η παρατεταμένη βλάβη στην σηματοδότηση φήμης ενός κράτους μπορεί να διαβρώσει την γενική φήμη σχετικά με την αξιοπιστία του. Ωστόσο, η γενική φήμη μιας χώρας μπορεί επίσης να είναι ξεχωριστή. Πριν από τον κορεατικό πόλεμο, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν δεσμευτεί συγκεκριμένα στη Νότια Κορέα. Επομένως, η επιλογή του να παρέμβουν δεν επηρέασε την φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ίσως συνέβαλε σε μια γενική φήμη για αποφασιστικότητα.

Το γενικότερο πλαίσιο μπορεί επίσης να επηρεάσει την αξιοπιστία. Για παράδειγμα, ένας πρόεδρος μπορεί να μην θεωρείται αξιόπιστος όταν κάνει διαβεβαιώσεις σε συμμάχους αλλά μπορεί ακόμη να θεωρείται αξιόπιστος όταν απειλεί με στρατιωτική δράση. Ή μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος σε κοινωνικά ή οικονομικά ζητήματα, αλλά όχι στην εξωτερική πολιτική. Μερικές φορές, η αξιοπιστία ενός προέδρου εγχωρίως μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του στο εξωτερικό. Το 1981 ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν τήρησε την απειλή του να απολύσει περισσότερους από 11.000 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας αφότου παραβίασαν τον ομοσπονδιακό νόμο κάνοντας απεργία. Ορισμένοι πολιτικοί και παρατηρητές -συμπεριλαμβανομένου του George Shultz, ο οποίος έγινε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών κατά το επόμενο έτος, και ο Tip O’Neill, τότε Πρόεδρος της Βουλής- ανέφεραν ότι η κίνηση αυτή είχε σημαντικές συνέπειες για την αμερικανική εξωτερική πολιτική: Οι Σοβιετικοί έμαθαν ότι ο Ρέιγκαν δεν μπλόφαρε.

Μερικοί μελετητές είναι σκεπτικοί για το ότι η φήμη έχει σημασία. Ο πολιτικός επιστήμονας Daryl Press [8] υποστηρίζει ότι η αξιοπιστία δεν έχει καμία σχέση με το ιστορικό ενός ηγέτη στην πραγματοποίηση απειλών. Αντ’ αυτού, οι αντίπαλοι αξιολογούν την ισορροπία των στρατιωτικών δυνατοτήτων και τα συμφέροντα που διακυβεύονται. Ο Press υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι κατά την διάρκεια της πυραυλικής κρίσης της Κούβας τα μέλη της κυβέρνησης Κένεντι θεώρησαν τις απειλές του σοβιετικού πρωθυπουργού Nikita Khrushchev ως εξαιρετικά αξιόπιστες, παρόλο που ο Χρούστσεφ είχε επανειλημμένα κάνει πίσω στο τελεσίγραφό του για να αποσυρθούν οι Δυτικές δυνάμεις από το Δυτικό Βερολίνο. Κατά την άποψη του Press, η αξιοπιστία του Χρούστσεφ δεν οφείλεται στην φήμη του, αλλά στην άποψη της Ουάσινγκτον για την πυρηνική ισορροπία ισχύος και τα σοβιετικά συμφέροντα. Ομοίως, ο πολιτικός επιστήμονας Jonathan Mercer υποστηρίζει ότι, ιστορικά, η υποχώρηση από μια απειλή δεν οδήγησε τις χώρες να αναπτύξουν μια φήμη για αδυναμία μεταξύ αντιπάλων, και η σταθερή στάση δεν οδήγησε σε μια φήμη αποφασιστικότητας μεταξύ συμμάχων.

Τα εμπειρικά στοιχεία που έχουν συλλέξει αυτοί οι μελετητές είναι σημαντικά. Αλλά η άποψή τους κατά κανέναν τρόπο δεν αντιπροσωπεύει μια επιστημονική συναίνεση. Σύμφωνα με τους πολιτικούς επιστήμονες Frank Harvey και John Mitton, για παράδειγμα, η φήμη για την πραγματοποίηση των απειλών αυξάνει σημαντικά την καταναγκαστική ισχύ ενός κράτους. Εστιάζοντας στις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και το Ιράκ, δείχνουν ότι οι αντίπαλοι μελέτησαν το τι είχαν πει οι Ηνωμένες Πολιτείες και πώς συμπεριφέρθηκαν σε παρόμοιες καταστάσεις για να συμπεράνουν την αποφασιστικότητά τους και να προβλέψουν τις πιθανές ενέργειές τους. Η εργασία μου με τον πολιτικό επιστήμονα Alex Weisiger έδειξε ότι οι χώρες που έχουν κάνει πίσω σε περασμένες κρίσεις είναι πολύ πιο πιθανό να προκληθούν ξανά, ενώ χώρες με καλή φήμη για αποφασιστικότητα είναι πολύ λιγότερο πιθανό να αντιμετωπίσουν στρατιωτικές αντιπαραθέσεις. Άλλες μελέτες έχουν τεκμηριώσει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη που σπάζουν τις συμμαχικές δεσμεύσεις τους αναπτύσσουν φήμη ότι είναι αναξιόπιστα και είναι λιγότερο πιθανό να κερδίσουν εμπιστοσύνη στο μέλλον. Μια καλή φήμη, δείχνει η συγκεκριμένη εργασία, παραμένει καθοριστική για την επιτυχή διπλωματία.

09112018-2.jpg

Ο Τραμπ σε μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, τον Μάιο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
—————————————————————–

ΚΑΚΗ ΦΗΜΗ

Δυστυχώς, η φήμη της προεδρίας των ΗΠΑ έχει διαβρωθεί τα τελευταία χρόνια. Στον Τραμπ αξίζει μεγάλο μέρος της ευθύνης -αλλά όχι όλη. Η σηματοδότηση φήμης των Ηνωμένων Πολιτειών άρχισε να μειώνεται το καλοκαίρι του 2013, όταν ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ αλ-Ασαντ, παραβίασε τις «κόκκινες γραμμές» του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για τα χημικά όπλα. [9] Τον Αύγουστο του 2012, ο Ομπάμα είχε δηλώσει ότι η κινητοποίηση ή η χρήση αυτών των όπλων θα «αλλάξει [τον] υπολογισμό» του στην Συρία, μια παρατήρηση που πολλοί ερμήνευσαν ως απειλή στρατιωτικής δράσης. Τον Αύγουστο του 2013, ο Assad ξεκίνησε μια σειρά επιθέσεων αερίου σαρίν εναντίον οχυρών ανταρτών, σκοτώνοντας 1.400 Σύρους. Ωστόσο, αντί να ανταποκριθεί με στρατιωτικές επιθέσεις, ο Ομπάμα συγκατένευσε σε μια συμφωνία που προώθησε η Ρωσία, με την οποία ο Άσαντ υποσχέθηκε να διαλύσει το οπλοστάσιο χημικών όπλων του.

Σε μια συνέντευξή του με τον Jeffrey Goldberg του περιοδικού The Atlantic [10], ο Ομπάμα υπερασπίστηκε την απόφασή του, λέγοντας ότι «το να ρίχνεις βόμβες σε κάποιον για να αποδείξεις ότι είσαι πρόθυμος να ρίξεις βόμβες σε κάποιον, είναι ακριβώς ο χειρότερος λόγος να χρησιμοποιείς την εξουσία». Αλλά αυτό ήταν μια προσποίηση. Λίγοι αναλυτές πρότειναν ότι ο Ομπάμα θα έπρεπε να ακολουθήσει μια κακή πολιτική μόνο για λόγους φήμης. Ωστόσο, υπάρχουν πολιτικά και στρατηγικά κόστη όταν ο πρόεδρος δίνει μια υπόσχεση και στην συνέχεια αποτυγχάνει να δράσει. Αν ο Ομπάμα δεν είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει την απειλή του, δεν θα έπρεπε να την εξαπολύσει εξ αρχής. Και τελικά, η διπλωματική λύση δεν λειτούργησε: Ο Assad συνέχισε να χρησιμοποιεί χημικά όπλα.

Ανεξάρτητα από το αν υποστήριζαν ή αντιτίθεντο στην απόφαση του Ομπάμα να μην επέμβει πιο βίαια στην Συρία, οι Ρεπουμπλικανοί και πολλοί Δημοκρατικοί πίστευαν ότι το επεισόδιο της «κόκκινης γραμμής» είχε καταστρέψει την αξιοπιστία της χώρας. Τα «γεράκια» υποστήριξαν ότι για να αποκαταστήσει την φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών περί αποφασιστικότητας, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να είναι πιο πρόθυμη να χρησιμοποιεί στρατιωτική δύναμη. Αλλά αυτή ήταν μια παραπλανητική, και δυνητικά επικίνδυνη, εκτίμηση του τι χρειάζεται για να επιδιορθωθεί η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μετά την αναχώρηση του Ομπάμα. Η αξιοπιστία απαιτεί συνέπεια, όχι επιθετικότητα. Ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να επιδιορθώσει την ζημιά με το να επιδείξει την ακεραιότητα των αμερικανικών διαβεβαιώσεων και απειλών.

Αντ’ αυτού, ο Trump περιέπλεξε την κατάσταση επιδεικνύοντας τόσο σκληρότητα, που μπορεί να έχει κάποια στρατηγικά πλεονεκτήματα, όσο και παρορμητικότητα, που υπονομεύει την αξιοπιστία του. Με την βομβιστική επίθεση στην Συρία, την επανεμπλοκή στο Αφγανιστάν και την άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στην Βόρεια Κορέα, ο Trump μπορεί να έχει αποκτήσει γενική φήμη για αποφασιστικότητα και να μεταδίδει ότι είναι πιο άνετος με το χρησιμοποιεί την στρατιωτική δύναμη από όσο ο προκάτοχός του. Παρόλα αυτά, το ιστορικό του προέδρου σε ανατροπές των βασικών προεκλογικών υποσχέσεών του, τα περίεργα και ανακριβή ξεσπάσματά του στο Twitter, οι υπερβολικές απειλές του και οι μη προετοιμασμένες διαβεβαιώσεις του οδήγησαν τους παρατηρητές σε σοβαρή αμφισβήτηση των λόγων του.

Ο κατάλογος των ασυνεπειών του Trump είναι μεγάλος. Αφού κέρδισε τον [εκλογικό] αγώνα του 2016, αλλά πριν αναλάβει το αξίωμα, ο Trump μίλησε τηλεφωνικά με τον Tsai Ing-wen, τον πρόεδρο της Ταϊβάν [11]. Αυτό αποτελεί σημαντική παραβίαση του πρωτοκόλλου. Για να αποφύγει να θυμώσει την Κίνα, κανένας πρόεδρος ή εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μίλησε με τον ηγέτη της Ταϊβάν από το 1979, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις με το νησί. Μετά την [τηλεφωνική] συνδιάλεξη, ο Trump δήλωσε ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει την πολιτική της «μιας Κίνας», το θεμέλιο της σχέσης ΗΠΑ-Κίνας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Αλλά τον Φεβρουάριο του 2017, το ξανασκέφθηκε και τελικά αποφάσισε να διατηρήσει την πολιτική. Κατά την διάρκεια της [προεκλογικής] εκστρατείας, ο Trump απείλησε να ξεκινήσει εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και υποσχέθηκε να χαρακτηρίσει το Πεκίνο ως νομισματικό χειραγωγό (currency manipulator). Υπογράμμισε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εγκαταλείψουν την δέσμευσή τους για μη πυρηνική διάδοση, υποδεικνύοντας ότι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα θα πρέπει να αναπτύξουν τα δικά τους πυρηνικά όπλα. Ακολούθως, έκανε πίσω σε όλες αυτές τις θέσεις.

09112018-3.jpg

Ο Trump και η Theresa May στις Βρυξέλλες, τον Μάιο του 2017. CHRISTIAN HARTMANN / REUTERS
———————————————————————-

Η κρίση με την Βόρεια Κορέα είναι η τελευταία εκδήλωση του ίδιου προτύπου. Στην αρχή της προεδρίας του, ο Trump περιέγραψε τον αρχηγό της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, ως «έξυπνο τύπο» (smart cookie) και δήλωσε ότι θα «ήταν τιμή να τον συναντήσει». Στην συνέχεια αναφέρθηκε στον Kim ως «Little Rocket Man» (μικρό πυραυλάνθρωπο) και τον Σεπτέμβριο απειλούσε να «καταστρέψει εντελώς» την Βόρεια Κορέα.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο Trump μπορεί να έχει υποστηρίξει την δική του σηματοδότηση φήμης για λογαριασμό της χώρας. Για παράδειγμα, ο Trump τήρησε μια προεκλογική υπόσχεση όταν αποφάσισε να μην πιστοποιήσει την πυρηνική συμφωνία του Ιράν τον Οκτώβριο [12]. Επειδή επέδειξε συνέπεια, αυτή η απόφαση μπορεί να ενίσχυσε την προσωπική του σηματοδότηση φήμης. Όμως, αρνούμενος την επίσημη δέσμευση των ΗΠΑ χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία ότι το Ιράν δεν συμμορφώνεται με την συνθήκη, ο Trump έπληξε επίσης την γενική φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την διπλωματική επιρροή της Ουάσινγκτον σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Εάν άλλες χώρες πιστεύουν ότι οι αμερικανικές πολιτικές δεσμεύσεις δεν μπορούν να επιβιώσουν σε μια μετάβαση εξουσίας, θα είναι λιγότερο πιθανό να κάνουν σημαντικές ή οδυνηρές παραχωρήσεις. Η προηγούμενη απόφαση του Trump να αποσυρθεί από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα παρουσίασε ένα παρόμοιο πρόβλημα. Φυσικά, οποιοσδήποτε Αμερικανός πρόεδρος επιθυμεί να αλλάξει το status quo πρέπει να παλέψει με το δίλημμα τού πώς να τηρήσει τις δικές του υποσχέσεις χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της χώρας του. Αλλά δεν είναι σαφές ότι ο Trump έχει οποιαδήποτε ανησυχία για τις ευρύτερες συνέπειες των αποφάσεων του στην φήμη.

ΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ;

Κάποιοι στον κύκλο του Trump ισχυρίζονται ότι υπάρχει μια λαμπρή στρατηγική που στηρίζει την εκκεντρική συμπεριφορά του και ότι ο πρόεδρος καταλαβαίνει τις συνέπειες της ασταθούς δημόσιας στάσης του. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι φαινομενικά παράλογες δηλώσεις του Trump αποτελούν μέρος μιας υπολογισμένης στρατηγικής που κάνει τους αντιπάλους να πιστεύουν ότι είναι τρελός. Τον Σεπτέμβριο, για παράδειγμα, ο Trump είπε στον εμπορικό του εκπρόσωπο να εκφοβίσει τους διαπραγματευτές της Νότιας Κορέας. «Να τους πεις ότι αν δεν δώσουν τις παραχωρήσεις τώρα, αυτός ο τρελός άντρας θα αποσυρθεί από την συμφωνία», ανέφερε ο Τραμπ, σύμφωνα με το Axios, αναφερόμενος στην συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών ΗΠΑ-Νότιας Κορέας. Όταν πρόκειται για την Βόρεια Κορέα, η λογική είναι απλή: Αν ο Τραμπ μπορεί να πείσει τον Κιμ ότι είναι παράλογος και, ως εκ τούτου, πρόθυμος να αποδεχθεί το τεράστιο κόστος μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, τότε θα μπορούσε να φοβίσει τον αρχηγό της Βόρειας Κορέας ώστε να συνθηκολογήσει.

Ο Trump δεν θα ήταν ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που θα επιχειρούσε αυτή τη στρατηγική, την οποία οι μελετητές αποκαλούν «η θεωρία του τρελού» ή «η λογική του παραλογισμού». Κατά την διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, ο πρόεδρος Richard Nixon ζήτησε από τον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Henry Kissinger, να πει στους Ρώσους και τους Βορειοβιετναμέζους ότι ήταν απρόβλεπτος και μπορούσε ακόμη και να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα στο Βιετνάμ. Αλλά είδαν τη μπλόφα του Νίξον, και το παιχνίδι απέτυχε. Ο πρώτος κανόνας του παιχνιδιού του τρελού είναι να μην δηλώσεις ποτέ δημόσια ότι παίζεις το παιχνίδι του τρελού. Ο Trump έκανε ακριβώς αυτό. Η ακολουθία αυτής της προσέγγισης θα τον κάνει να εμφανίζεται απλοϊκός και ανώριμος.

Μια άλλη εξήγηση που προσέφεραν οι υπερασπιστές του Trump είναι ότι ο πρόεδρος δημιούργησε σκόπιμα ασάφεια προκειμένου να φέρει τους αντιπάλους του εκτός ισορροπίας. Κατά την διάρκεια της εκστρατείας, ο Trump δήλωσε ότι δεν θα «μεταδώσει στον εχθρό ακριβώς ποιό είναι το σχέδιό μου». Είναι σίγουρα αλήθεια ότι όταν σχεδιάζονται προσεκτικά και εφαρμόζονται με συνέπεια, οι διφορούμενες δηλώσεις μπορούν να προσφέρουν στρατηγικά οφέλη, όπως να επιτρέπουν στους ηγέτες να μιλούν σε πολλαπλά ακροατήρια, τα οποία μπορεί να έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα, χωρίς να αποξενώνει κανένα από αυτά. Αλλά οι δηλώσεις του Trump δεν είναι στρατηγικά διφορούμενες˙ στην πραγματικότητα, είναι γενικά αρκετά ξεκάθαρες. Το πρόβλημα είναι ότι είναι ασυνεπείς. Ο παρορμητικός τόνος του και το γεγονός ότι μερικές από τις δηλώσεις του μεταδίδονται μέσω του Twitter στη μέση της νύχτας, μειώνουν περαιτέρω την αξιοπιστία τους.

Όταν τους ζητήθηκε να μελετήσουν την συμπεριφορά του Trump, ορισμένοι από τους υποστηρικτές του υπονόησαν ακόμη και ότι τα λόγια του προέδρου δεν πρέπει να εκλαμβάνονται κυριολεκτικά. Η σύμβουλος του Trump, Kellyanne Conway, είπε στον Chris Cuomo του CNN ότι ο πρόεδρος θα πρέπει να κριθεί με βάση «τι έχει στην καρδιά του» και όχι «τι έχει βγει από το στόμα του». Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αντιμέτωποι με το δύσκολο έργο του να διακρίνουν αυτό που βρίσκεται στην καρδιά του Trump, είναι απίθανο να βρουν αυτή την συμβουλή καθησυχαστική.

Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΜΕΤΡΑΕΙ

Είναι πιθανό ότι το αμερικανικό κοινό και ο υπόλοιπος κόσμος έχουν ήδη συνηθίσει στις απρόβλεπτες δηλώσεις του Trump και στα αντιφατικά tweets. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φήμη του ότι δεν ανταποκρίνεται στον λόγο του μπορεί να είναι καθησυχαστική: Ο κόσμος ξέρει ότι είναι απίθανο να ακολουθήσει κάποιες από τις πιο ανησυχητικές δηλώσεις του, όπως η απειλή του να «καταστρέψει εντελώς» την Βόρεια Κορέα. Αλλά αυτό αποτελεί μικρή ανακούφιση. Τι συμβαίνει όταν ο λόγος του πρέπει πραγματικά να μετρήσει; Πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποτρέψουν αντιπάλους και να καθησυχάσουν συμμάχους στην επόμενη κρίση, όταν ο πρόεδρος δεν μπορεί να τύχει εμπιστοσύνης για το ότι επικοινωνεί αξιόπιστα τις προθέσεις των ΗΠΑ;

Οι αισιόδοξοι ισχυρίζονται ότι ο Trump θα μάθει τελικά την σημασία της τήρησης του λόγου του. Από αυτή την άποψη, η ασυνέπεια του Trump απορρέει από την έλλειψη εμπειρίας του, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εξωτερική πολιτική. Μερικές φορές, ο ίδιος ο Trump το έχει παραδεχτεί αυτό. Ο Τραμπ επέκρινε την Κίνα επειδή δεν κατάφερε να συγκρατήσει την Βόρεια Κορέα, αλλά στην συνέχεια μετέβαλλε άποψη αφού μίλησε γι’ αυτό με τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping [13]. «Αφού τον άκουσα για 10 λεπτά, συνειδητοποίησα ότι δεν είναι τόσο εύκολο», δήλωσε ο Trump στην Wall Street Journal. Ομοίως, ο πρόεδρος άλλαξε τις δηλωμένες θέσεις του σχετικά με τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, την ανάμειξη της Ρωσίας στις εκλογές του 2016 και την πολιτική των ΗΠΑ στην Συρία μετά την εκλογή του, πιθανώς γιατί είχε μάθει περισσότερα για αυτά τα θέματα.

Δεν είναι ασυνήθιστο οι απόψεις ενός προέδρου για την εξωτερική πολιτική να εξελίσσονται όσο κατέχει το αξίωμα. Αλλά η ανησυχία για την διαδικασία μάθησης του Trump είναι ότι οι νέες απόψεις του παραμένουν τόσο ρευστές όσο κι οι παλιές του, και δεν φαίνεται να προκύπτουν από προσεκτική επανεκτίμηση και προβληματισμό. Αντίθετα, φαίνεται να καθορίζονται από την διάθεσή του ή από τις απόψεις του τελευταίου με τον οποίον έχει μιλήσει ή έχει παρακολουθήσει στα καλωδιακά ειδησεογραφικά δίκτυα.

09112018-4.jpg

Ο Tillerson και ο Mattis σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον, τον Ιούνιο του 2017. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
——————————————————————————

Άλλες πιθανές πηγές ανακούφισης είναι οι σύμβουλοι του Trump, για τους οποίους πολλοί παρατηρητές έχουν αναφερθεί ως «οι ενήλικες» στην διοίκηση. Ο αρχηγός του Λευκού Οίκου John Kelly, ο υπουργός Άμυνας James Mattis, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας HR McMaster, ο αντιπρόεδρος Mike Pence και ο υπουργός Εξωτερικών Rex Tillerson προσπάθησαν να προσθέσουν συνοχή και σταθερότητα στην αμερικανική πολιτική, διευκρινίζοντας τις δηλώσεις του προέδρου – ή εμφανιζόμενοι να τις αγνοούν εντελώς. [στμ: Από την στιγμή που γράφηκε αυτό το άρθρο, αρκετά σημαντικά πρόσωπα στην διοίκηση Τραμπ έχουν αλλάξει]. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τώρα το πρόσωπο της αμερικανικής δημόσιας διπλωματίας: Οι παρατηρητές στρέφονται προς αυτούς για να κατανοήσουν την πολιτική των ΗΠΑ. Αυτό θα ήταν καθησυχαστικό εάν ο πρόεδρος συμφωνούσε μαζί τους. Όμως, ο Trump υπονόμευσε τις προσπάθειες των συμβούλων του να σώσουν την φήμη της Ουάσινγκτον, υποτιμώντας τους δημοσίως. Μόλις μια μέρα αφότου ο Tillerson επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μιλούσαν απευθείας με τους Βορειοκορεάτες, ο Trump έγραψε στο Twitter ότι ο υπουργός Εξωτερικών «σπαταλάει το χρόνο του». [14] «Κράτα την ενέργειά σου Rex», έγραψε. Τέτοιες δηλώσεις -έστω και αν έχουν σκοπό να ωθήσουν τον Κιμ να κάνει παραχωρήσεις- είναι πιθανό να σπείρουν σύγχυση στην Πιονγκγιάνγκ. Η ρητορική του Trump στην Βόρεια Κορέα έχει υπονομεύσει την σηματοδότηση φήμης των Ηνωμένων Πολιτειών και θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε έναν καταστροφικό και απευκταίο πόλεμο.

Εάν υπάρχει λόγος για επιφυλακτική αισιοδοξία, είναι ότι η φήμη του προέδρου δεν είναι ο μόνος παράγοντας που εξετάζουν οι αντίπαλοι και οι σύμμαχοι για να διακρίνουν τις προθέσεις των ΗΠΑ. Όπως ίσως σημειώσουν οι σκεπτικιστές περί την σπουδαιότητα της φήμης, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, η ευρεία γνώση των ζωτικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών και η μακρά ιστορία της ανάληψης στρατιωτικής δράσης για την υπεράσπιση του status quo σε διάφορα μέρη του κόσμου, εξακολουθούν να επιτρέπουν στις Ηνωμένες Πολιτείες να αποτρέπουν τους αντιπάλους τους από το να ξεπερνούν πάγιες κόκκινες γραμμές. Η αξιοπιστία μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αξιοπιστία του προέδρου της. Οι ξένοι παρατηρητές μπορεί να μην εμπιστεύονται τον Trump, αλλά μπορεί να διατηρούν κάποιο βαθμό εμπιστοσύνης στους αμερικανικούς πολιτικούς θεσμούς και την κοινή γνώμη ως περιορισμούς στις πράξεις του προέδρου.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, η υπονομευμένη σηματοδότηση φήμης του προέδρου συμβάλλει στην αύξηση της πιθανότητας ότι οι αντίπαλοι θα παρεξηγήσουν τις αμερικανικές γραμμές και θα κρίνουν λανθασμένα τις αντιδράσεις των ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε επίμαχες περιοχές όπως η Ανατολική Ευρώπη και η Μέση Ανατολή. Οι ηγέτες του κόσμου μπορεί επίσης να αισθάνονται ότι είναι πλέον αποδεκτό να απορρίψουν ή να αγνοήσουν τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών όταν είναι βολικό γι’ αυτούς˙ θα μπορούσαν να συγχωρεθούν επειδή έφτασαν σε αυτό το συμπέρασμα όταν διάβασαν ότι ο Tillerson αναφερόταν στον Trump ως «ηλίθιο» (ο εκπρόσωπος του Tillerson το έχει αρνηθεί, αλλά ο ίδιος ο Tillerson όχι).

Η πληγωμένη φήμη μπορεί επίσης να δυσχεράνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιτύχουν τους στόχους τους μέσω της πιεστικής διπλωματίας -οι απειλές και οι υποσχέσεις που παραδοσιακά λειτουργούσαν, διότι ήταν κατανοητό ότι έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Υπό τον Trump, οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως χρειαστεί να καταφύγουν σε πιο επικίνδυνες τακτικές για να επιδείξουν αποφασιστικότητα, όπως η στρατιωτική ακροβασία ή ακόμα και η στρατιωτική βία. Οι τακτικές αυτές συνεπάγονται σοβαρούς κινδύνους περιττής κλιμάκωσης.

Με την φήμη του προέδρου να έχει υποχωρήσει, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να εργαστούν σκληρότερα για να πείσουν τους συμμάχους τους ότι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους. Οι συνεργάτες της Ουάσινγκτον είναι πιθανό να απαιτήσουν πιο συγκεκριμένες δηλώσεις ότι οι εγγυήσεις ασφάλειας των ΗΠΑ θα παραμείνουν άθικτες. Η μειωμένη εμπιστοσύνη στην αμερικανική προστασία μπορεί να οδηγήσει τους συμμάχους των ΗΠΑ να γίνουν πιο αυτοδύναμοι (όπως τους θέλει ο Trump), αλλά θα μπορούσε επίσης να ενθαρρύνει τους αντιπάλους των ΗΠΑ να δοκιμάσουν πιο επιθετικά τα όρια. Δεν θα ήταν περίεργο, για παράδειγμα, αν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν αποφάσιζε να διερευνήσει την έκταση της υποστήριξης των ΗΠΑ προς την Ουκρανία.

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΞΑΝΑ ΣΗΜΑΣΙΑ

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της κρίσης αξιοπιστίας του Trump παραμένουν ασαφείς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να ελέγξουν τα συμπεράσματα που βγάζουν οι άλλοι από την συμπεριφορά του προέδρου. Ωστόσο, οι διεθνείς παρατηρητές θα εξετάσουν το πώς το αμερικανικό πολιτικό σύστημα ανταποκρίνεται στις δηλώσεις του Trump και πότε και πώς τις εξουδετερώνει. Ακόμη και αν η αμερικανική εξωτερική πολιτική κατά την διάρκεια της διοίκησης του Trump παραμένει συνεπής και συνεκτική στην δράση της [15], αν όχι στην ρητορική, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη καταβάλει σημαντικό τίμημα για την συμπεριφορά του Trump: Ο πρόεδρος δεν θεωρείται πλέον η τελική φωνή για την εξωτερική πολιτική. Οι ξένοι ηγέτες γυρίζουν αλλού για να μετρήσουν τις αμερικανικές προθέσεις. Με το εγχώριο σύστημα των ΗΠΑ τόσο πολωμένο και το κυβερνών κόμμα τόσο κατακερματισμένο, η επικοινωνία προθέσεων έχει γίνει πιο δύσκολη από ποτέ. Όσο πιο διακομματική και μονοσήμαντη είναι η σηματοδότηση των ΗΠΑ, τόσο λιγότερο πιθανό είναι ότι η ζημιά του Trump στην αμερικανική αξιοπιστία θα ξεπεράσει την θητεία του.

Προς το παρόν, όμως, με την φήμη του Trump υπονομευμένη, το κόστος της αποτροπής, του εξαναγκασμού και των διαβεβαιώσεων των ΗΠΑ αυξήθηκε, μαζί με την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού και ακούσιας κλιμάκωσης. Ο Trump μπορεί να πιστεύει ότι μια προβλέψιμη και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Κάνει λάθος. Για μια μικρή ρεβιζιονιστική δύναμη, όπως είναι η Βόρεια Κορέα, το να εμφανίζεται απρόβλεπτη μπορεί να επιτρέψει προσωρινά σε έναν ηγέτη να χτυπά πάνω από τις δυνάμεις του. Αλλά είτε του αρέσει του Trump είτε όχι, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια παγκόσμια υπερδύναμη για την οποία η προβλεψιμότητα και η αξιοπιστία είναι περιουσιακά στοιχεία και όχι υποχρεώσεις.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-12/after-credibility

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.washingtonpost.com/news/the-fix/wp/2016/10/04/17-issues-that…
[2] http://www.cnn.com/2017/08/08/politics/donald-trump-trust/index.html
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-08-15/trump-and-allies
[4] https://www.nytimes.com/interactive/2017/06/23/opinion/trumps-lies.html
[5] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2017-10-16/fightin…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/russian-federation/1985-12-01/wh…
[7] https://www.foreignaffairs.com/authors/robert-jervis
[8] https://www.foreignaffairs.com/authors/daryl-g-press
[9] https://www.washingtonpost.com/news/fact-checker/wp/2013/09/06/president…
[10] https://www.theatlantic.com/magazine/archive/2016/04/the-obama-doctrine/…
[11] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/trump-spoke-with-…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2017-10-15/trumps-dangerous…
[13] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2017-11-07/what-china-wants…
[14] https://www.nytimes.com/2017/10/01/us/politics/trump-tillerson-north-kor…
[15] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-06-13/trump-t…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Λειτουργούν Τούρκοι κατάσκοποι στην Αμερική;

0

Η Μεσόγειος Φλέγεται

1

Του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α. (Απο τη Μακεδονία της Κυριακής 11.11.18)

Στη σύγχρονη εποχή, οι πολυμερείς θεσμοί θεωρούνται ως μετριαστές ή και διαχειριστές των τοπικών και περιφερειακών συγκρούσεων. Αυτή η συμβατική σοφία δεν έχει ακόμη γυρίσει το πλευρό της, αν και τα ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας δημιουργούν, τις δικές τους θεσμικές ρυθμίσεις για την άσκηση επιρροής. Στη δική μας περίπτωση οι χάρτες με τα σύνορα της «Τουρκικής καρδιάς» όπως έχουν παρουσιαστεί από τον ίδιο τον πρόεδρο Ερντογάν, μας υπαγορεύουν διπλωματικές προτεραιότητες, οικονομικές εταιρικές σχέσεις και νέες ρυθμίσεις ασφαλείας. Η σύγκρουση συμφερόντων στις νέες γεωγραφικές περιοχές μας αναγκάζουν να επαναπροσδιορίσουμε την πολιτική εθνικής ασφαλείας.

Η Τουρκία, με αθεράπευτα, γεωγραφικά, μειονεκτική θέση, σε σχέση με το Διεθνές Δίκαιο της Θαλάσσης, όσον αφορά  τη συσσώρευση του θαλασσίου πλούτου, είτε στην υφαλοκρηπίδα ή στην ΑΟΖ, εξ’ αιτίας του συμπλέγματος του Καστελόριζου και της εγγύτητας των νήσων του ανατολικού Αιγαίου, θεωρεί φυσικό, ότι πρέπει να είναι δυσαρεστημένη ερμηνεύοντας κατά το δοκούν το δίκαιο και η δυσαρέσκεια της εύκολα παίρνει τη μορφή επιθετικότητας με τη μη αναγνώριση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Έτσι αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημά της που έχει βάση, στην πραγματικότητα, που δεν είναι άλλο από τη γεωγραφία. Επίσης δεν επιθυμεί να ενωθεί τριγωνικά η ΑΟΖ της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Κύπρου. Προσώρας, θεωρεί εφιάλτη την ένωση του Αιγαίου Πελάγους με την Κυπριακή ΑΟΖ. Για αυτό το λόγο εκπέμπει σήματα διεκδίκησης θαλάσσιων πόρων και ταυτόχρονα προσπαθεί να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα πως “τίποτε δε γίνεται στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη συγκατάθεση της Τουρκίας”. Η Τουρκία είναι πλέον σίγουρο ότι θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένταση. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που το τουρκικό πλοίο ερευνών Barbaros μαζί με δύο βοηθητικά και συνοδεία των δύο φρεγατών, δύο κορβετών και δύο υποβρυχίων, επιχειρούν ερευνητική αποστολή σε διεθνή ύδατα ανατολικά της Κύπρου. Επίσης ανοικτά της Αττάλειας και στη τουρκική υφαλοκρηπίδα βρίσκεται το γεωτρύπανο Fatih με συνοδεία ενός υποβρυχίου και μιας κορβέτας με σκοπό να ξεκινήσει γεώτρηση.

Προς ώρας, οι τουρκικές ναυτικές δυνάμεις παρακολουθούνται από τη φρεγάτα Φ/Γ Σαλαμίς (F 455) και τη πυραυλάκατο ΤΠΚ Κρυσταλλίδης (P 69). Πιστεύεται ότι και η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει τις ναυτικές δυνάμεις της ως εργαλεία της διπλωματίας, ειδικά ως μέσα καταναγκασμού. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Τουρκία επιδιώκει τη δημιουργία ενός σημειακού θερμού επεισοδίου χαμηλής εντάσεως και μικρής διάρκειας με σκοπό να “γκριζάρει” περιοχές που ο Ελληνισμός κατέχει κυριαρχικά δικαιώματα.  Οπότε απαιτείται η δέουσα προσοχή για την αποφυγή οποιουδήποτε λάθους.

Στη περιοχή της Μεσογείου όπου υπάρχει κινητικότητα με πλατφόρμες εξόρυξης υφίσταται παρουσία και ανάπτυξη αεροναυτικών δυνάμεων των ενδιαφερομένων κρατών, το καθένα για τους δικούς του λόγους.

Καταρχάς οι ΗΠΑ οι οποίες βρίσκονται σε δύσκολη θέση καθώς έχουν ανοικτά μέτωπα σε όλον τον κόσμο, στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν επιθυμούν για κανέναν λόγο, ένα θερμό επεισόδιο, που θα έβαζε φωτιά στη ΝΑΤΟϊκη συμμαχία. Επίσης, οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν το πλήρη έλεγχο της Τουρκίας πάνω στη Μεγαλόνησο, διότι θα έδινε στην Τουρκία το κλειδί της Ανατολικής Μεσογείου και θα την καθιστούσε περιφερειακή δύναμη. Από μέρους τους έχουν τοποθετήσει ένα αντιτορπιλικό και ένα πλοίο γενικής υποστήριξης στη περιοχή και σε απόσταση 60 περίπου ναυτικών μιλίων και εντός του βεληνεκούς των όπλων του για να παρακολουθεί τη κατάσταση, ενώ στη Σούδα βρίσκονται ακόμη δύο αντιτορπιλικά σε ετοιμότητα.

Το Ισραήλ, θεωρεί επικίνδυνη (όπως και οι ΗΠΑ) την ολοκληρωτική επιρροή της Τουρκίας επί της Κύπρου. Το δόγμα του Ισραήλ δεν έχει αλλάξει από την εποχή της ίδρυσής του ως κράτους. Για το Ισραήλ, οποιαδήποτε ηγεμονική δύναμη στη Μέση Ανατολή (μιας και είναι η μόνη χώρα που δεν είναι μουσουλμανική) θα έθετε μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα σε κίνδυνο την ύπαρξη του. Επιπρόσθετα, το Ισραήλ θεωρεί πως μια χώρα σαν την Τουρκία της οποίας ο πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία, θα γίνεται ολοένα και πιο διεκδικητική στην περιοχή και ότι τα ενεργειακά πλάνα του Ισραήλ θα ήταν καλύτερο να περνούν από δύο χώρες που είναι μέλη της Ε.Ε και τα οποία θα βοηθήσουν την ισραηλινή επιρροή στην Ευρώπη η οποία τίθεται σε δοκιμασία. Μια πιθανή κυριαρχία της Τουρκίας επί της Κύπρου, θα ”στραγγάλιζε” το Ισραήλ. Στο Τελ Αβίβ θεωρούν ότι η Κύπρος και η Ελλάδα είναι πλέον σύμμαχοι και το τελευταίο διάστημα εκτελούνται πλήθος στρατιωτικών συνεκπαιδεύσεων κυρίως με αεροπορικά μέσα (F 16 και Επιθετικά Ελικόπτερα).

Η Ρωσία θεωρεί πως η ενεργειακή δραστηριότητα αναφορικά με την Κύπρο, την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφορά τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από την ίδια. Ως εκ τούτου, τη Μόσχα τη συμφέρει η διατήρηση του υφιστάμενου status quo. Η δεδομένη παρουσία της Μόσχας στη Συρία, αυξάνει τη σημασία της Κύπρου στους σχεδιασμούς της χωρίς όμως να εμπλέκει στρατιωτικές μονάδες του.

Η Μεγάλη Βρετανία, δεν έχει την πολυτέλεια να απολέσει τα κεκτημένα της. Οπότε, υποστηρίζει τη φύλαξη των γεωτρήσεων της Exxon ενώ ταυτόχρονα το καθεστώς των εγγυήσεων στην Κύπρο τη συμφέρει να διατηρηθεί όπως αξιώνει η Τουρκία. Η βρετανική βάση στη Μεγαλόνησο, επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί ως “χρυσή διευκόλυνση” στο ΝΑΤΟ.

Η Γαλλία επιθυμεί να επιστρέψει δυναμικά στα όσα λαμβάνουν χώρα στη Μεσόγειο. Υποστηρίζει τα συμφέροντα του γαλλικού ενεργειακού κολοσσού  Total. Πέραν αυτού, η Γαλλία δεν επιθυμεί να απεμπολήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή στον μετα-αποικιακό κόσμο. Επιπρόσθετα, ως μεγάλη δύναμη της Ε.Ε και ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε, προσπαθεί να τονίσει πως η Μεσόγειος είναι σφαίρα επιρροής της και θα υπέβλεπε μια ρωσική, τουρκική αλλά και γερμανική επιρροή. Η Γαλλία είναι πιο κοντά στις θέσεις των ΗΠΑ στη Μεσόγειο.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό  ότι  χωρίς τη θέσπιση ελέγχου στη θάλασσα με το στόλο μας, ο Ελληνισμός  δεν θα είναι σε θέση να διεξάγει μια συντονισμένη εκστρατεία προβολής ναυτικής ισχύος εναντίον της Τουρκίας. Ενδεχόμενη μετατροπή της Τουρκίας σε μια ναυτική δύναμη, οσοδήποτε βραχύβια, σε συνδυασμό με την αδυναμία της Ελλάδας να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, θα ήταν ένας μετασχηματισμός καθοριστικός εναντίον των συμφερόντων μας. Γι’ αυτό το λόγο εκτιμάται ότι η επιχειρησιακή σχεδίαση για την όποια ένταση, κρίση ή θερμό επεισόδιο, περιλαμβάνει περίπλοκα σενάρια και παιχνίδια πολέμου από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές που αναμιγνύονται, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών επιλογών που σχετίζονται με προηγμένα οπλικά συστήματα. Η κλιμάκωση-αποκλιμάκωση, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού του στρατιωτικού σχεδιασμού. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με πολύπλοκες πολιτικές και λήψη στρατηγικών αποφάσεων που περιπλέκονται ακόμη περισσότερο λόγω της αλληλεπίδρασης των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, των δυνάμεων που εμπλέκονται. Ο Ελληνισμός σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι της έναρξης εκμετάλλευσης του θαλασσίου πλούτου καλείται να διατηρήσει, με κάθε κόστος, μια σταθερά εδραιωμένη ναυτική διπλωματία και να κατέχει ναυτική ισχύ ικανή και αποτρεπτική, με σκοπό να χρησιμοποιείται για την υποβοήθηση των θέσεων μας σε καθημερινή βάση.

 

[OPINION] The air force on NATO’s southern flank gutted

0

By Abdullah Bozkurt November 9, 2018

 

US Defence Secretary James Mattis (C) walks with US Army personnel across a NATO logo as he arrives at Resolute Support headquarters in the Afghan capital Kabul on April 24, 2017.
US Defense Secretary Jim Mattis arrived in Afghanistan on an unannounced visit April 24, an American defence official confirmed, hours after his Afghan counterpart resigned over a deadly Taliban attack. Mattis, making his first visit to Afghanistan as Pentagon chief, was due to meet top officials including President Ashraf Ghani less than two weeks after the US dropped its largest non-nuclear bomb on Islamic State hideouts in the country’s east. / AFP PHOTO / POOL / JONATHAN ERNST
AFP PHOTO / POOL / JONATHAN ERNST

Abdullah BozkurtAbdullah Bozkurt

The Islamist government of President Recep Tayyip Erdoğan has gutted the NATO alliance’s second largest army, depleting what used to be a robust air force with a well-maintained F-16 fighter jet fleet. It has all taken place under the pretext of battling a false flag coup bid in July 2016 while NATO, under the stewardship of Norwegian politician Jens Stoltenberg, is doing practically nothing to stem the wave of arrests of distinguished officers on dubious charges.

Erdoğan has so far managed to purge 150 generals, 7,595 lower-ranking officers and 5,723 noncommissioned officers of various ranks from the military since 2016 on mostly abusive terrorism charges and some on coup-plotting allegations. In total, 15,153 well-trained personnel were dismissed from the military according to testimony in Parliament by Hulusi Akar, the defense minister and former chief of general staff, on Nov. 1, 2018. Most of them had nothing to do with the coup attempt and some in fact were posted to overseas missions at the time. Yet they were rounded up on completely fabricated charges by the government and thrown in jail with no real evidence of any crime whatsoever. They were accused of affiliation with the Gülen movement, a civic group that is staunchly critical of the Erdoğan government and which was made a scapegoat by Erdoğan for all the wrongs that have taken place under his watch.

The unprecedented purge has taken a huge toll on the Turkish Air Force, considered to be the backbone of Turkey’s defense doctrine given the fact that the country lacks a long-range air missile defense system to deter aerial attacks. Turkey has long opted to maintain a strong fighter jet fleet to control its airspace and maintain the capability to launch strikes across the border when needed. The fleet is mainly composed of F-16s, with new generation F-35 stealth fighter jets expected to soon join the force. The most intensive purge took place in the Air Force, which suggests the Erdoğan government has specifically targeted the people in this branch of the military. Among the 4,215 military members fired from the Air Force by executive decisions, 32 were generals, 2,059 were lower-ranking officers and 1,993 were noncommissioned officers.

The purge took out the most precious asset of the Air Force — the pilots, who are required to undergo rigorous, years-long training and careful screening before being allowed to fly multimillion-dollar war machines. The government dismissed 716 pilots through executive decrees under a state of emergency that are not subject to any effective judicial, military or legislative oversight. This corresponds to some 70 percent of all active duty pilots who were serving in the Air Force. Many of the veteran staff members, especially at the operations and logistics centers that help pilots fly successful missions, were also removed, hampering the close coordination between air and land elements of the Air Force. Hundreds of engineers on the ground were also removed. I think if an enemy had successfully invaded Turkey, it could not have done this much damage to the Air Force.

This also lays bare the false flag aspect of the coup attempt. If all these pilots and other high-ranking officers in the Air Force were actually involved in the coup, there would simply be no chance for the government to suppress it given the sheer force these people can project. It would have been impossible for any civilian government to defeat such brute force. Of those purged, 231 pilots had staff rank, which means they were in charge of bases, fleets and squadrons, In other words, even the remaining 30 percent of pilots who were not dismissed could not simply refuse orders from commanding officers when most were in fact involved in the attempt as the government alleges to be the case. The truth of the matter is that no such real attempt took place and most had nothing to do with a very limited mobilization that corresponded only to 1 percent of the Turkish military.

Since flying sophisticated warplanes requires highly skilled pilots, the Erdoğan government has been confronted with a huge shortage of Air Force pilots since the mass purge. Perhaps that was the intention after all, and authorities thought they could compensate for that quickly. That proved to be a challenging, to say the least, however. Ankara asked the Pakistani government to send trainers to the fly F-16s, for which Pakistan, long an ally of Turkey, happily obliged. But the United States vetoed such a request from the Turkish government, which sought prior approval from Washington to make F-16s available to non-Turkish nationals in line with the sales contract for the F-16s. In the past, the US allowed Turkey to train Saudi and Qatari pilots on Turkish F-16s, but this time Washington denied Pakistani pilots permission to fly them. This was a clear signal that the Pentagon was not happy with Erdoğan’s witch-hunt in the Turkish Air Force, which took down most, if not all, pro-NATO officers.

To replace the pilots who were dismissed en masse, the Erdoğan government also adopted a new measure to pave the way for Turkish pilots who left the service or received dishonorable discharges in past years to return to the Air Force. But only some 50 pilots decided to re-enlist, while most opted to remain in the private sector, which pays higher salaries. When the incentive failed, the government issued an executive decree extending the compulsory service for military pilots to 18 years from 14.5 years before they were allowed to leave, for example, to fly passenger aircraft in civil aviation. Many pilots who saw their wingmen unjustly persecuted wanted to leave the Air Force. The government estimated that some 100 F-16 pilots would be required to come back, but even that legal obligation proved to be of no use for the Air Force.

The fact that the Erdoğan government declared a culling season on cadets studying at the Air Force Academy and jailed and purged so many of them on dubious charges has worsened the already troubled Air Force. Moreover, in a hurried move, the government shut down this long-established military institution right after the July 15, 2016 coup attempt. Although the evidence showed none of the cadets were actually involved in the incidents, prosecutors acting under orders from the government launched criminal probes and filed indictments against hundreds of Air Force Academy students, demanding life sentences. For example, on July 11, 2016 the Air Force Academy in Istanbul sent 142 students for parachute training to be held at the Land Forces War Academy in Ankara. Yet after the coup attempt, prosecutors ordered the detention of all these students and indicted 51 of them on various charges and asked the court to sentence the students to three aggravated life sentences plus up to 15 years in prison. The prosecution went on despite an Air Force investigation that concluded they were in Ankara as part of the training order issued by then-Air Force Commander Abidin Ünal long before July 15. The trials of the cadets continued amid an outcry from their families.

Likewise, another group of cadets who were studying at the Air Force Academy were brought to several locations in Istanbul on the night of the coup under the pretext of military drills. They had no idea that they were being made into scapegoats when they were instructed to get on the busses. The plot was designed by former Air Force Gen. Ünal, who was one of the masterminds behind the false flag. In an unusual move, Ünal visited the Military Academy Applied Training Camp at the Yalova Airfield Command on the afternoon of July 15, hours before the coup attempt was launched. He told the officers at the camp to give the cadets some off time and said, “Don’t tire the boys out, they’ll get tired in the evening.” Again in a surprise move, he ordered the cancellation of the physical training sessions and the flag-raising ceremony for the cadets, a first in the academy’s history. Something was definitely off.

After the coup attempt started, the Air Force Academy students at this camp were transported in groups by bus to different places in İstanbul including the Bosporus Bridge as reinforcements. During the court proceedings, the cadets testified that they were told the trip was part of training for a terrorist attack or a suicide bombing. It turned out that Col. Hüseyin Ergezen at the camp had ordered 10 buses from a company in Yalova on July 14, a day before the attempt took place. On the day of the incident, 450 students were put on the buses and sent to İstanbul. The buses took 80 students to Sabiha Gökçen Airport, 300 to Digiturk and 70 to the bridge. Everything was planned to give the appearance that a real coup was taking place when in fact the cadets, most without firearms, were sent to what was touted as a drill. On May 19, 2018 an Istanbul court sentenced hundreds of these students to life although the prosecutors presented no credible evidence of a crime.

Unlike other branches of the security forces where the government filled the empty slots with partisans and zealots with or little or no training, it was not so easy to replace the veteran pilots to fly the highly advanced fighter jets. The issue was discussed in Ankara during a visit of US Defense Secretary James Mattis in August 2017 when Turkish officials requested the training of new pilots in the US. The Pentagon is still reviewing the request. Strangely enough the government not only closed the Air Force Academy on July 25, 2016 and stripped the title of officer from all of that year’s new graduates, it also transferred cadets who had not graduated or were still studying to other universities that have nothing to do with military training. It reopened the Air Force Academy again in February 2017 under the newly established National Defense University but found it difficult to attract new students.

Behind this massive transformation lies Erdoğan’s agenda to turn the Turkish military, especially the Air Force, into a partisan tool to advance his personal goals. He wants to flex his Islamist government’s muscles to back up his endeavor of exporting political Islamist ideology with hard power. For example, one of the changes his government introduced after setting up the National Defense University was to start accepting candidates from religious imam-hatip high schools, where Erdoğan had studied. The government also appointed a history professor, an Islamist and neo-Ottomanist figure, as rector of the university, which trains officers for all branches of the Turkish military. His name is Erhan Afyoncu, who often engages in Ottoman nostalgia and writes regularly for the Sabah daily, owned by Erdoğan’s family. Some of his writings tell the tale. For example, he wrote how Europe considers Muslim Turkey an enemy, how Austrians are terrified of Turks and how the United States paid taxes to the Ottomans. He talks about Ottoman expansion in Africa, Asia and other parts of the world and tries to draw parallels between Erdoğan’s leadership to that of the Ottoman sultans.

While students were screened to determine if they complied with the Erdoğan government’s Islamist and neo-nationalist ideology before they were accepted by the Defense University and war academies, the government also staffed the senior ranks of the military with civilians and awarded them officer rank such as colonel and general. The commission that selects personnel for officers’ positions was controlled by Adnan Tanrıverdi, a retired Islamist lieutenant general who was given the official position of chief military advisor to the president in August 2016, a month after the failed coup. He is the point man who will be reshaping NATO’s largest army after the US by steering recruitment policy until 2020. Tanrıverdi is known for his Islamist ideology and has counseled Erdoğan for years, albeit in an unofficial capacity.  Tanrıverdi owns the paramilitary group SADAT, which has been training militant Islamist jihadists fighting in Libya and Syria.

The Air Force has been hard hit by the Erdoğan regime, bringing the ratio of pilots to aircraft to 0.8 (0.6 according to some reports) to 1, which is quite low. But the story of other forces in the Turkish military is no different than this terrible tale. This is not only the most fundamental challenge to Turkey’s long-term interests and strategic security needs but also a growing threat to the NATO alliance’s security structure, one that cannot be taken lightly given the far-reaching implications of this transformation in Turkey for allied nations.

[OPINION] The air force on NATO’s southern flank gutted

Τα άγια τοις κυσί…

11

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Από τα παιδαριωδώς αφελή σχόλια για τη σχέση Εκκλησίας-Πολιτείας μέχρι την ιδεοληπτική συμπεριφορά του ελληνικού κράτους απέναντι στους πολίτες του, το πολιτικό σκηνικό και ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας για το μέλλον της χώρας. Έχουν επικρατήσει οι μετριότητες και όσοι κάτι θα είχαν να πουν σιωπούν, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο είτε σε άσχετους είτε σε πρόσωπα με επιβαρυμένο, πολιτικά, παρελθόν.

Οι σιωπούντες είναι το ίδιο αξιοκατάκριτοι. Θα υπενθυμίσω τη σχετική αναφορά του Δάντη στην «Κόλαση».

Ένας από τους αμετροεπείς πολιτικούς που έφερε μαζί του ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Νίκος Φίλης, του οποίου οι δηλώσεις τις τελευταίες ημέρες σε ό,τι αφορά τη δολοφονία του ομογενούς –και Έλληνα πολίτη– Κωνσταντίνου Κατσίφα αποτέλεσαν σκύλευση νεκρού. Για να μην τον αδικούμε, δεν ήταν ο μόνος.

Αν αναζητήσει κανείς την απαρχή των ιδεών της Αριστεράς, θα εντοπίσει ένα ανθρωπιστικό κίνημα που κωδικοποιήθηκε κυρίως στη μαρξιστική θεωρία. Την χρησιμοποίησαν πρόσωπα με αυταρχικές αντιλήψεις για να επιβάλουν την εξουσία τους πάνω στις κοινωνίες. Σήμερα ο εκφυλισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος. Αδιαφορεί και για την αξία της ζωής. Αν είσαι εθνικιστής, για παράδειγμα, δεν αξίζει να ζεις. Προφανώς, η ζωή σου έχει μεγάλη αξία όταν είσαι μέλος του κόμματος.

Το τραγικό είναι ότι ο Ν. Φίλης εκφράζει ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας το οποίο έχει απαξιώσει –ή, καλύτερα, υποκειμενικοποιήσει– την αξία της ζωής. Αν τύχει και συμφωνείς μαζί του ιδεολογικοπολιτικά, αντιδρά έντονα. Αν διαφωνείς… τα άγια τοις κυσί. Όπως στην περίπτωση Κατσίφα.

Στα σχόλια εναντίον του νεκρού διακρίνεται μια αδιαφορία, συνειδητή ή ασυνείδητη, για την ανθρώπινη ζωή ως αυταξία. Η ανοχή στο έγκλημα –και μάλιστα με κρατική καταστολή– ουσιαστικά επικροτεί την ποινή του θανάτου. Την οποία, όμως, δεν θα αποδέχονταν αν ετίθετο θέμα επαναφοράς της.

Οι εξελίξεις επαναπροσδιορίζουν αξίες του βίου. Αν υποβιβάσουμε την αξία της ανθρώπινης ζωής ως αυταξίας, δημιουργούμε μια κοινωνία ζούγκλας.

Βεβαίως, ο σεβασμός της ζωής πρέπει να γίνεται ανεξαρτήτως εθνικότητας ή άλλων χαρακτηριστικών του υποκειμένου.

Η βαρβαρότητα που επέδειξε το αλβανικό καθεστώς στην υπόθεση της δολοφονίας του ομογενούς Κ. Κατσίφα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ανοχής παρεκκλίσεων στην Ευρώπη. Η Αλβανία, όπως είναι σήμερα, δεν έχει καμιά θέση στις διαδικασίες ενοποίησης της ηπείρου. Ακόμη και αν διαμορφώσει λόμπι με αργυρώνητες ομάδες πολιτικών ή οργανώσεων, θα πρέπει να υπάρξει ισχυρή αντίδραση όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από ευαίσθητες, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ομάδες ευρωπαϊκών χωρών. Όποιος παρανομεί δεν σημαίνει πως εκτελείται. Αλλά η βαρβαρότητα της πολιτικής ηγεσίας της γειτονικής χώρας είχε και συνέχεια με την καταπάτηση αρχέγονων ανθρώπινων αξιών, με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν στη σορό του νεκρού.

Αυτά είναι στοιχεία που μια σοβαρή πολιτεία όφειλε να αναδείξει διεθνώς από υποχρέωση στους πολίτες της αλλά και στην ιδέα του ανθρωπισμού. Η ελληνική πολιτεία δεν χαρακτηρίζεται από τέτοια σοβαρότητα. Ένα παρηκμασμένο πολιτικό καθεστώς, στο οποίο προστέθηκε και η σημερινή πολιτική εξουσία, αναπαράγεται με όρους 19ου αιώνα.

Δεν έχουμε να κάνουμε με λάθη ή παρεξηγήσεις στη συμπεριφορά της ηγεσίας της γειτονικής χώρας, αλλά με συγκεκριμένη και συνειδητή επιλογή.

Απύθμενο μίσος που πηγάζει από αδικαιολόγητα στερεότυπα. Η αλβανική κοινωνία και το αλβανικό κράτος επιβίωσαν, μετά την κομμουνιστική κατάρρευση, χάρη στην Ελλάδα και τους Έλληνες. Λανθασμένες και ατυχείς συμπεριφορές υπήρξαν, χωρίς αμφιβολία, στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί το τυφλό μίσος τους προς τους Έλληνες και την ελληνική μειονότητα. Αναρωτήθηκα αρκετές φορές γιατί το καθεστώς Χότζα ήταν τόσο σκληρό – ίσως το σκληρότερο στον κομμουνιστικό κόσμο. Δεν δικαιολογείται με τίποτε ο δικτάτορας, αλλά είχε να κάνει με ασυγκράτητα επιθετικά ένστικτα και το γνώριζε καλά. Τους τσάμηδες, μάλιστα, τους οποίους θεωρούσε φασίστες, τους εξόρισε στο εσωτερικό της χώρας για να διασφαλίσει στοιχειώδεις προϋποθέσεις ασφάλειας για τη χώρα του.

Στην άλλη πλευρά, ο προστάτης του Αλβανού πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν παίρνει τα δικά του μαθήματα στην Ανατολική Μεσόγειο από το αδιέξοδο στο οποίο περιέρχεται η αλαζονική πολιτική του. Παρά τις πολεμικές κραυγές του δεν θα τολμήσει να αγγίξει το γεωτρύπανο της Exxon Mobil που θα αρχίσει τις εργασίες του στις 15 Νοεμβρίου. Ούτε θα επιχειρήσει καμιά πρόκληση κατά της Κύπρου και της Ελλάδας στην περιοχή. Κινδυνεύει να μείνει απομονωμένος από συμμαχίες αλλά και από ενεργειακά αποθέματα με την πολιτική που ακολουθεί.

Στη Συρία το Κουρδικό έχει γίνει ο εφιάλτης του και στην Ανατολική Μεσόγειο η απομόνωση από τα ενεργειακά και η αδυναμία του να αντιδράσει δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Σε όλα αυτά προστίθεται σιγά-σιγά η αντίδραση της καθεύδουσας ευρωπαϊκής διανόησης. Γάλλοι διανοούμενοι, επιτέλους, αντέδρασαν στην επίσκεψη Ερντογάν στη χώρα τους, με αφορμή τους εορτασμούς για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η μόνη λύση που έχει ο Τούρκος πρόεδρος για να επανέλθει στην κανονικότητα είναι να δώσει μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.

Τέλος, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών θα οδηγήσει σε εσωτερικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις μια, ήδη, διχασμένη κοινωνία.

pontos-news.gr

Κάτι αλλάζει ριζικά στην περιοχή μας

0

Του Αλέξη Παπαχελά 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Κάτι σημαντικό δρομολογείται στις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ την ώρα που η Αγκυρα ανεβάζει τους τόνους σε σχέση με την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι κτίζεται ένας άξονας, που ξεκινάει από το Ισραήλ, περνάει από την Κύπρο και την Ελλάδα και καταλήγει στην Πολωνία. Πρόκειται για χώρες που έχουν στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και προσφέρουν, επίσης, στρατιωτικές διευκολύνσεις.

Προφανές είναι ακόμη πως στην αμερικανική πρωτεύουσα επεξεργάζονται ένα plan B, που αφορά το τι θα κάνουν οι ΗΠΑ εάν η Τουρκία συνεχίσει την απαγκίστρωσή της από τα δυτικά συμφέροντα. Την ευθύνη για τη σύλληψη του σχεδίου έχει ο υφυπουργός Εξωτερικών για ζητήματα Ευρώπης Γουές Μίτσελ.

Ολα αυτά θα συζητηθούν στο τραπέζι της σύσκεψης που θα γίνει στην Ουάσιγκτον στις 13 Δεκεμβρίου με θέμα τη στρατηγική ανασκόπηση της διμερούς σχέσης Ελλάδος – ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, συμβαίνουν πράγματα που περνούν απαρατήρητα, αλλά έχουν ενδιαφέρον. Ο ΓΕΕΘΑ της Κύπρου έχει συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του. Ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών συναντιέται με τον Αμερικανό ομόλογό του και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου. Τίποτα από αυτά δεν συνέβαινε στο παρελθόν και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν κομμάτι κάποιας ρουτίνας.

Πού θα καταλήξουν είναι νωρίς να το πει κανείς και –όπως συχνά επισημαίνουμε– χρειάζεται προσοχή ως προς τις ελληνικές και κυπριακές προσδοκίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάτι αλλάζει ριζικά στην περιοχή μας. Οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ ήταν ο καταλύτης που επιτάχυνε τις εξελίξεις. Εχει όμως σημασία να προσέχουν πάντοτε οι αρμόδιοι και να μην κάνουν ποτέ λάθος εκτίμηση για το τι θα πράξουν οι ΗΠΑ ή και το Ισραήλ, εάν συμβεί κάτι «θερμό» στο Αιγαίο ή πιο νότια.

Η Ελλάδα οφείλει να θέσει εθνικούς στόχους και να τους διεκδικήσει στο πλαίσιο όλης αυτής της «κοσμογονίας» στην περιοχή. Υπάρχουν πράγματα που, ορθώς, γίνονται, αλλά δεν τα γνωρίζουμε. Οι εγγυήσεις, όμως, για την ασφάλεια της χώρας πρέπει να είναι εθνικός στόχος. Ενας άλλος θα ήταν να δούμε μία μέρα αμερικανικά πολεμικά στο Αγαθονήσι ή στο Καστελλόριζο. Κανείς δεν περιμένει σε αυτή την περιοχή ότι κάποιος άλλος θα πολεμήσει γι’ αυτόν αν χρειασθεί. Υπάρχουν ωστόσο κινήσεις που μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ώστε να μη φθάσουμε ποτέ στο σημείο «βρασμού».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Greece: George Soros’ Trojan Horse Against Europe

0
May 24, 2017, 12:04 am